Δοκίμια26 Σεπτεμβρίου 202629 λεπτά ανάγνωσης

Κρατικός παρεμβατισμός υπό το πρίσμα του Murray N. Rothbard: «Εισαγωγή, Τυπολογία, Ελεύθερη Αγορά και Κράτος» (Μέρος Α)

Απόσπασμα από το έργο του Murray N. Rothbard με τίτλο «Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος».

Το παρόν είναι το πρώτο από έξι μέρη τα οποία δημσιεύονται ως αυτοτελή άρθρα και αποτελούν το 12ο Κεφάλαιο (Τα Οικονομικά της Βίαιης Παρέμβασης στην Αγορά) του μνημειώδους έργου του Murray N. Rothbard με τίτλο Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος (Man, Economy, and State). Μπορούν να αναγνωσθούν αυτοτελώς αλλά αξίζει να μελετηθούν στο σύνολό τους.

Εισαγωγή Μεταφραστή

Στο δωδέκατο κεφάλαιο του Man, Economy, and State, ο Murray N. Rothbard αντιπαραθέτει δύο αρχές κοινωνικής οργάνωσης: την εκούσια συνεργασία και τον καταναγκασμό. Το κεντρικό του ερώτημα δεν είναι απλώς πόσο αποτελεσματικά λειτουργεί το κράτος, αλλά τι συμβαίνει στην οικονομία όταν οι ελεύθερες επιλογές αντικαθίστανται από επιβαλλόμενες αποφάσεις.

Ο Rothbard διακρίνει τρεις μορφές παρέμβασης:

- Αυτιστική:περιορισμός της χρήσης του προσώπου ή της περιουσίας ενός ατόμου, χωρίς να επιβάλλεται ανταλλαγή.

- Δυαδική: καταναγκαστική μεταβίβαση μεταξύ παρεμβαίνοντος και υποκειμένου, όπως η φορολογία.

- Τριγωνική: επιβολή ή απαγόρευση ανταλλαγών μεταξύ τρίτων, όπως οι έλεγχοι τιμών και η αδειοδότηση.

Αφετηρία του είναι ότι η ελεύθερη ανταλλαγή πραγματοποιείται επειδή κάθε μέρος αναμένει να ωφεληθεί, ενώ η παρέμβαση προσφέρει όφελος στον παρεμβαίνοντα εις βάρος εκείνου του οποίου η επιλογή παραμερίζεται. Η αγορά δεν αποκλείει το σφάλμα· διαθέτει όμως, κατά τον Rothbard, μηχανισμούς διόρθωσής του: την επιλογή των καταναλωτών, τα κέρδη και τις ζημίες.

Το κεφάλαιο ακολουθεί αυτή τη συλλογιστική έως τις επιμέρους εφαρμογές της. Οι ανώτατες τιμές δημιουργούν ελλείψεις· οι κατώτατες, απούλητα πλεονάσματα ή ανεργία. Οι απαγορεύσεις και τα μονοπωλιακά προνόμια περιορίζουν τις επιλογές και προστατεύουν ευνοούμενους παραγωγούς. Η φορολογία και οι κρατικές δαπάνες μετατοπίζουν πόρους από τις χρήσεις που επιλέγουν οι ιδιώτες προς εκείνες που επιλέγουν οι κρατικοί αξιωματούχοι.

Στην κρατική ιδιοκτησία και στον σοσιαλισμό, η κριτική κορυφώνεται στο πρόβλημα του οικονομικού υπολογισμού: χωρίς τις κατάλληλες τιμές της αγοράς και τη δοκιμασία κέρδους και ζημίας, η κατανομή των πόρων στερείται τον οδηγό της. Αντίστοιχα, η πιστωτική επέκταση αλλοιώνει το επιτόκιο, παρασύρει τις επιχειρήσεις σε εσφαλμένες επενδύσεις και γεννά τον κύκλο άνθησης και ύφεσης. Η ύφεση παρουσιάζεται έτσι όχι ως η αρχική νόσος, αλλά ως η επώδυνη διόρθωση των προηγούμενων στρεβλώσεων.

Το μεγαλύτερο διακύβευμα

Η οικονομία, για τον Rothbard, δεν υπάρχει για να μεγιστοποιεί αφηρημένους δείκτες παραγωγής ή μεγέθυνσης, αλλά για να υπηρετεί τους σκοπούς των ανθρώπων. Γι’ αυτό απορρίπτει τόσο την καταναγκαστική αποταμίευση όσο και την αξίωση ότι οι ειδικοί γνωρίζουν καλύτερα ποιες καταναλωτικές επιθυμίες είναι «γνήσιες».

Το τελικό του συμπέρασμα είναι αιχμηρό: η αγορά, πίσω από τη φαινομενική αταξία της, παράγει συντονισμό· η παρέμβαση, πίσω από τη φαινομενική τάξη της, παράγει σύγκρουση και αποδιοργάνωση. Η πραξεολογία (η οικονομική επιστήμη), ωστόσο, δεν επιλέγει τις έσχατες αξίες μας. Αποκαλύπτει τις συνέπειες των επιλογών· η ηθική και πολιτική απόφαση παραμένει ευθύνη του ανθρώπου.

Πραξεολόγος

1. Εισαγωγή

Μέχρι αυτό το σημείο υποθέταμε ότι στην κοινωνία δεν συμβαίνει καμία βίαιη προσβολή προσώπου ή περιουσίας· αναπτύσσαμε την οικονομική ανάλυση της ελεύθερης κοινωνίας, της ελεύθερης αγοράς, όπου τα άτομα συναλλάσσονται μεταξύ τους μόνο ειρηνικά και ποτέ με τη βία. Αυτό είναι το νοητικό κατασκεύασμα, ή «υπόδειγμα», της αμιγώς ελεύθερης αγοράς. Και αυτό το υπόδειγμα, αν και ίσως εξεταζόταν ατελώς, υπήρξε το κύριο αντικείμενο μελέτης της οικονομικής ανάλυσης σε ολόκληρη την ιστορία του κλάδου.

Για να ολοκληρωθεί, όμως, η οικονομική εικόνα του κόσμου μας, η οικονομική ανάλυση πρέπει να επεκταθεί στη φύση και στις συνέπειες των βίαιων πράξεων και αλληλεπιδράσεων στην κοινωνία, συμπεριλαμβανομένης της παρέμβασης στην αγορά και της βίαιης κατάργησης της αγοράς —του «σοσιαλισμού»—. Η οικονομική ανάλυση της παρέμβασης και του σοσιαλισμού αναπτύχθηκε πολύ πιο πρόσφατα από την ανάλυση της ελεύθερης αγοράς.[^1] Στο παρόν βιβλίο, οι περιορισμοί χώρου μάς εμποδίζουν να εμβαθύνουμε στην οικονομική της παρέμβασης στον ίδιο βαθμό που εξετάσαμε την οικονομική της ελεύθερης αγοράς. Οι έρευνές μας, όμως, στο πρώτο πεδίο συνοψίζονται σε πιο σύντομη μορφή σε αυτό το τελευταίο κεφάλαιο.

Ένας λόγος για τον οποίο η οικονομική επιστήμη έτεινε να επικεντρώνεται στην ελεύθερη αγορά είναι ότι εδώ παρουσιάζεται το πρόβλημα της τάξης που προκύπτει από ένα φαινομενικά «αναρχικό» και «ασχεδίαστο» σύνολο πράξεων. Είδαμε ότι, αντί για την «αναρχία της παραγωγής» που θα μπορούσε να διακρίνει στην ελεύθερη αγορά ένας άνθρωπος χωρίς οικονομική κατάρτιση, αναδύεται μια εύτακτη διάρθρωση, οργανωμένη ώστε να ανταποκρίνεται στις επιθυμίες όλων των ατόμων και συγχρόνως εξαιρετικά κατάλληλη να προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Με αυτόν τον τρόπο είδαμε πώς οι ελεύθερες, εκούσιες πράξεις των ατόμων συνδυάζονται ώστε να προσδιορίζουν κατά τρόπο εύτακτο φαινομενικά μυστηριώδεις διαδικασίες όπως η διαμόρφωση των τιμών, του εισοδήματος και του χρήματος, ο οικονομικός υπολογισμός, τα κέρδη και οι ζημίες και η παραγωγή.

Το γεγονός ότι κάθε άνθρωπος, επιδιώκοντας το δικό του συμφέρον, προάγει το συμφέρον όλων των άλλων αποτελεί συμπέρασμα της οικονομικής ανάλυσης, όχι υπόθεση στην οποία θεμελιώνεται η ανάλυση. Πολλοί επικριτές έχουν κατηγορήσει τους οικονομολόγους ότι είναι «μεροληπτικοί» υπέρ της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς. Αλλά αυτό ή οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα της οικονομικής επιστήμης δεν αποτελεί μεροληψία ή προκατάληψη, αλλά μεταγενέστερη κρίση —για να χρησιμοποιήσουμε έναν εύστοχο όρο του καθηγητή E. Merrill Root—, μια κρίση που διατυπώνεται μετά την έρευνα και όχι πριν από αυτήν.[^2] Οι προσωπικές προτιμήσεις, επιπλέον, είναι εντελώς χωριστές από την εγκυρότητα των αναλυτικών διαδικασιών. Οι προσωπικές προτιμήσεις του αναλυτή δεν ενδιαφέρουν την οικονομική επιστήμη· εκείνο που έχει σημασία είναι η εγκυρότητα της ίδιας της μεθόδου.

2. Μια τυπολογία της παρέμβασης

Παρέμβαση είναι η εισβολή επιθετικής σωματικής βίας στην κοινωνία· σημαίνει την αντικατάσταση των εκούσιων πράξεων από τον καταναγκασμό. Πρέπει να θυμόμαστε ότι, από πραξεολογική άποψη, δεν έχει σημασία ποιο άτομο ή ποια ομάδα ασκεί αυτή τη βία· η οικονομική φύση και οι συνέπειες της πράξης παραμένουν ίδιες.

Από εμπειρική άποψη, ο συντριπτικός όγκος των παρεμβάσεων πραγματοποιείται από Κράτη, καθώς το Κράτος είναι η μόνη οργάνωση στην κοινωνία που διαθέτει νόμιμη εξουσία χρήσης βίας και ο μόνος φορέας που αντλεί νομίμως τα έσοδά του από υποχρεωτική εισφορά. Θα είναι, επομένως, πρόσφορο να περιορίσουμε την εξέτασή μας στην κρατική παρέμβαση — έχοντας, ωστόσο, υπόψη ότι ιδιώτες μπορούν να χρησιμοποιούν παρανόμως βία ή ότι το κράτος μπορεί, φανερά ή συγκαλυμμένα, να επιτρέπει σε ευνοούμενες ιδιωτικές ομάδες να ασκούν βία κατά των προσώπων ή της περιουσίας άλλων.

Ποιους τύπους παρέμβασης μπορεί να ασκήσει ένα άτομο ή μια ομάδα; Ελάχιστα ή τίποτε δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα για τη συγκρότηση μιας συστηματικής τυπολογίας της παρέμβασης, και οι οικονομολόγοι απλώς έχουν εξετάσει φαινομενικά ετερόκλητες ενέργειες όπως ο έλεγχος τιμών, η αδειοδότηση, ο πληθωρισμός κ.λπ. Μπορούμε, ωστόσο, να ταξινομήσουμε τις παρεμβάσεις σε τρεις ευρείες κατηγορίες. Πρώτον, ο παρεμβαίνων, ή «εισβολέας», ή «επιτιθέμενος» —το άτομο ή η ομάδα που αρχίζει τη βίαιη παρέμβαση— μπορεί να διατάξει ένα άτομο που υπόκειται στην εξουσία του να κάνει ή να μην κάνει ορισμένα πράγματα, όταν αυτές οι πράξεις αφορούν άμεσα μόνο το πρόσωπο ή την περιουσία του ίδιου του ατόμου. Εν ολίγοις, ο παρεμβαίνων μπορεί να περιορίσει τη χρήση της περιουσίας του υποκειμένου, χωρίς να εμπλέκεται ανταλλαγή με κάποιον άλλο. Αυτό μπορεί να ονομαστεί αυτιστική παρέμβαση, στην οποία η συγκεκριμένη εντολή ή διαταγή αφορά μόνο το ίδιο το υποκείμενο. Δεύτερον, ο παρεμβαίνων μπορεί να επιβάλει μια ανταλλαγή μεταξύ του ατόμου που υπόκειται στην εξουσία του και του ιδίου ή να αποσπάσει καταναγκαστικά ένα «δώρο» από το υποκείμενο. Μπορούμε να την ονομάσουμε δυαδική παρέμβαση, καθώς εδώ εγκαθιδρύεται μια ηγεμονική σχέση μεταξύ δύο ανθρώπων: του παρεμβαίνοντος και του υποκειμένου. Τρίτον, ο εισβολέας μπορεί είτε να επιβάλει είτε να απαγορεύσει μια ανταλλαγή μεταξύ δύο υποκειμένων —οι ανταλλαγές πραγματοποιούνται πάντοτε μεταξύ δύο ανθρώπων—. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε τριγωνική παρέμβαση, στην οποία δημιουργείται μια ηγεμονική σχέση μεταξύ του εισβολέα και δύο πραγματικών ή δυνητικών συναλλασσομένων. Όλες αυτές οι παρεμβάσεις αποτελούν παραδείγματα της ηγεμονικής σχέσης (βλ. κεφάλαιο 2 παραπάνω) —της σχέσης διαταγής και υπακοής—, σε αντίθεση με τη συμβατική σχέση εκούσιου αμοιβαίου οφέλους της ελεύθερης αγοράς.

Αυτιστική παρέμβαση έχουμε, επομένως, όταν ο παρεμβαίνων εξαναγκάζει ένα υποκείμενο χωρίς να λαμβάνει ως αντάλλαγμα κανένα αγαθό ή υπηρεσία. Ένα παράδειγμα είναι η απλή ανθρωποκτονία· ένα άλλο θα ήταν η καταναγκαστική επιβολή ή απαγόρευση ενός χαιρετισμού, μιας ομιλίας ή μιας θρησκευτικής τελετής. Ακόμη και αν ο παρεμβαίνων είναι το Κράτος, το οποίο εκδίδει ένα διάταγμα προς όλα τα μέλη της κοινωνίας, το διάταγμα αυτό καθαυτό εξακολουθεί να είναι αυτιστικό, καθώς οι γραμμές της βίας εκτείνονται, θα λέγαμε, ακτινωτά από το Κράτος προς κάθε άτομο χωριστά. Παραδείγματα δυαδικής παρέμβασης, κατά την οποία ο παρεμβαίνων αναγκάζει το υποκείμενο να προβεί σε ανταλλαγή ή δωρεά προς αυτόν, είναι η φορολογία, η υποχρεωτική στρατολόγηση και η υποχρεωτική υπηρεσία ενόρκου. Η δουλεία αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα δυαδικής, καταναγκαστικής ανταλλαγής μεταξύ κυρίου και δούλου.

Παραδείγματα τριγωνικής παρέμβασης, κατά την οποία ο παρεμβαίνων επιβάλλει ή απαγορεύει ανταλλαγές μεταξύ ζευγών άλλων ατόμων, είναι ο έλεγχος τιμών και η αδειοδότηση. Με τον έλεγχο τιμών, το Κράτος απαγορεύει σε οποιαδήποτε δύο άτομα να πραγματοποιήσουν ανταλλαγή κάτω ή πάνω από μια ορισμένη καθορισμένη αναλογία· η αδειοδότηση απαγορεύει σε ορισμένους ανθρώπους να πραγματοποιούν συγκεκριμένες ανταλλαγές με άλλους. Παραδόξως, οι συγγραφείς πολιτικής οικονομίας έχουν αναγνωρίσει ως «παρέμβαση» μόνο περιπτώσεις της τρίτης κατηγορίας. Είναι κατανοητό ότι οι οικονομολόγοι έχουν παραβλέψει την αυτιστική παρέμβαση, διότι, πράγματι, η οικονομική επιστήμη μπορεί να πει λίγα για γεγονότα που βρίσκονται έξω από το πλέγμα των χρηματικών ανταλλαγών. Η παραμέληση της δυαδικής παρέμβασης είναι πολύ λιγότερο δικαιολογημένη.

3. Άμεσες επιπτώσεις της παρέμβασης στη χρησιμότητα

Κατά την ανίχνευση των επιπτώσεων της παρέμβασης πρέπει να διερευνήσουμε τόσο τις άμεσες όσο και τις έμμεσες συνέπειες. Πρώτον, η παρέμβαση θα έχει άμεσες, ακαριαίες συνέπειες στις χρησιμότητες των συμμετεχόντων. Από τη μία πλευρά, όταν η κοινωνία είναι ελεύθερη και δεν υπάρχει παρέμβαση, καθένας θα ενεργεί πάντοτε με τον τρόπο που πιστεύει ότι θα μεγιστοποιήσει τη χρησιμότητά του, δηλαδή θα τον ανεβάσει στην υψηλότερη δυνατή θέση της αξιολογικής του κλίμακας. Εν ολίγοις, η εκ των προτέρων χρησιμότητα καθενός θα «μεγιστοποιείται», υπό την προϋπόθεση ότι προσέχουμε να μην ερμηνεύουμε τη «χρησιμότητα» με καρδιανή έννοια. Κάθε ανταλλαγή στην ελεύθερη αγορά, πράγματι κάθε πράξη στην ελεύθερη κοινωνία, πραγματοποιείται επειδή αναμένεται να ωφελήσει κάθε εμπλεκόμενο μέρος. Αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τον όρο «κοινωνία» για να απεικονίσουμε τη διάρθρωση, το σύνολο όλων των ατομικών ανταλλαγών, τότε μπορούμε να πούμε ότι η ελεύθερη αγορά μεγιστοποιεί την κοινωνική χρησιμότητα, καθώς καθένας αποκομίζει όφελος χρησιμότητας από τις ελεύθερες πράξεις του.[^3]

Η καταναγκαστική παρέμβαση, από την άλλη πλευρά, σημαίνει αυτή καθαυτή ότι το άτομο ή τα άτομα που εξαναγκάζονται δεν θα έκαναν εκουσίως ό,τι τώρα τους επιβάλλει ο παρεμβαίνων. Το πρόσωπο που εξαναγκάζεται να πει ή να μην πει κάτι ή να πραγματοποιήσει ή να μην πραγματοποιήσει μια ανταλλαγή με τον παρεμβαίνοντα ή με τρίτο πρόσωπο υφίσταται μεταβολή των πράξεών του υπό την απειλή βίας. Ο εξαναγκαζόμενος άνθρωπος, επομένως, χάνει πάντοτε χρησιμότητα ως αποτέλεσμα της παρέμβασης, διότι η πράξη του έχει μεταβληθεί διά της βίας εξαιτίας της. Στις αυτιστικές και δυαδικές παρεμβάσεις, καθένα από τα άτομα που υπόκεινται σε αυτές χάνει χρησιμότητα· στις τριγωνικές παρεμβάσεις, τουλάχιστον ένας, και ορισμένες φορές και οι δύο, από τους δυνητικούς συναλλασσομένους χάνουν χρησιμότητα.

Ποιος κερδίζει χρησιμότητα εκ των προτέρων; Προφανώς, ο παρεμβαίνων· διαφορετικά, δεν θα είχε προβεί στην παρέμβαση. Στην περίπτωση της δυαδικής παρέμβασης, ο ίδιος αποκτά άμεσα ανταλλάξιμα αγαθά ή υπηρεσίες εις βάρος του υποκειμένου του.[^4] Στην περίπτωση των αυτιστικών και τριγωνικών παρεμβάσεων, αποκομίζει αίσθημα ψυχικής ευεξίας από την επιβολή ρυθμίσεων σε άλλους —ή, ίσως, από την παροχή μιας φαινομενικής δικαιολόγησης για άλλες, δυαδικές παρεμβάσεις—.

Σε αντίθεση με την ελεύθερη αγορά, επομένως, όλες οι περιπτώσεις παρέμβασης προσφέρουν σε μία ομάδα ανθρώπων οφέλη εις βάρος μιας άλλης. Στις δυαδικές παρεμβάσεις, τα άμεσα οφέλη και οι απώλειες είναι «απτά», υπό τη μορφή ανταλλάξιμων αγαθών ή υπηρεσιών· στις άλλες περιπτώσεις, τα άμεσα οφέλη είναι μη ανταλλάξιμες ικανοποιήσεις για τους παρεμβαίνοντες, και η άμεση απώλεια συνίσταται στον εξαναγκασμό σε λιγότερο ικανοποιητικές, αν όχι σαφώς επώδυνες, μορφές δραστηριότητας.

Πριν από την ανάπτυξη της οικονομικής επιστήμης, οι άνθρωποι έτειναν να θεωρούν ότι η ανταλλαγή και η αγορά ωφελούν πάντοτε το ένα μέρος εις βάρος του άλλου. Αυτή ήταν η ρίζα της εμποροκρατικής αντίληψης για την αγορά, εκείνου που ο Ludwig von Mises αποκαλεί «πλάνη του Montaigne». Η οικονομική επιστήμη απέδειξε ότι πρόκειται για πλάνη, διότι στην αγορά και τα δύο μέρη μιας ανταλλαγής ωφελούνται.[^5] Στην αγορά, επομένως, δεν μπορεί να υπάρχει εκμετάλλευση. Αλλά η θέση περί εγγενούς σύγκρουσης συμφερόντων είναι αληθής όποτε το Κράτος ή οποιοσδήποτε άλλος ασκεί βία παρεμβαίνει στην αγορά. Διότι τότε ο παρεμβαίνων κερδίζει εις βάρος των υποκειμένων που χάνουν χρησιμότητα. Στην αγορά όλα είναι αρμονία. Αλλά μόλις εμφανιστεί η παρέμβαση, δημιουργείται σύγκρουση, διότι κάθε άτομο ή ομάδα μπορεί να συμμετάσχει σε έναν αγώνα για να είναι καθαρός κερδισμένος και όχι καθαρός χαμένος —για να αποτελεί, θα λέγαμε, μέρος της ομάδας που παρεμβαίνει και όχι ένα από τα θύματα—. Και ο ίδιος ο θεσμός της φορολογίας εξασφαλίζει ότι ορισμένοι θα ανήκουν στην τάξη εκείνων που αποκομίζουν καθαρό όφελος και άλλοι στην τάξη εκείνων που υφίστανται καθαρή απώλεια.[^6] Εφόσον όλες οι πράξεις του Κράτους στηρίζονται στη θεμελιώδη δυαδική παρέμβαση της φορολογίας, συνάγεται ότι καμία κρατική πράξη δεν μπορεί να αυξήσει την κοινωνική χρησιμότητα, δηλαδή να αυξήσει τη χρησιμότητα όλων των επηρεαζόμενων ατόμων.[^7]

Μια συνήθης ένσταση στο συμπέρασμα ότι η ελεύθερη αγορά, σε μοναδική αντίθεση προς την παρέμβαση, αυξάνει τη χρησιμότητα κάθε ατόμου στην κοινωνία επικαλείται τη μοίρα του επιχειρηματία του οποίου το προϊόν καθίσταται ξαφνικά παρωχημένο. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, τον κατασκευαστή ιππήλατων αμαξών που αντιμετωπίζει μετατόπιση της ζήτησης του κοινού από τις άμαξες προς τα αυτοκίνητα. Δεν χάνει χρησιμότητα από τη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς; Πρέπει, ωστόσο, να αντιληφθούμε ότι μας απασχολούν μόνο οι χρησιμότητες που καταδεικνύονται από την πράξη του κατασκευαστή.[^8] Τόσο στην πρώτη περίοδο, όταν οι καταναλωτές ζητούσαν άμαξες, όσο και στη δεύτερη, όταν στράφηκαν προς τα αυτοκίνητα, αυτός ενεργεί έτσι ώστε να μεγιστοποιεί τη χρησιμότητά του στην ελεύθερη αγορά. Το γεγονός ότι, εκ των υστέρων, προτιμά τα αποτελέσματα της πρώτης περιόδου μπορεί να αποτελεί ενδιαφέρον δεδομένο για τον ιστορικό, αλλά είναι άσχετο για τον θεωρητικό της οικονομικής επιστήμης. Διότι ο κατασκευαστής δεν ζει πλέον στην πρώτη περίοδο. Ζει πάντοτε υπό τις παρούσες συνθήκες και σε σχέση με τις παρούσες αξιολογικές κλίμακες των συνανθρώπων του. Οι εκούσιες ανταλλαγές, σε οποιαδήποτε δεδομένη περίοδο, θα αυξάνουν τη χρησιμότητα όλων και, επομένως, θα μεγιστοποιούν την κοινωνική χρησιμότητα. Ο κατασκευαστής αμαξών δεν θα μπορούσε να αποκαταστήσει τις συνθήκες ή τα αποτελέσματα της πρώτης περιόδου παρά μόνο αν χρησιμοποιούσε βία εναντίον άλλων για να επιβάλει τις ανταλλαγές τους· σε αυτή την περίπτωση, όμως, η κοινωνική χρησιμότητα δεν θα μπορούσε πλέον να μεγιστοποιείται, εξαιτίας της επιθετικής του πράξης.

Όπως ορισμένοι συγγραφείς επιχείρησαν να αρνηθούν τον εκούσιο χαρακτήρα και τα αμοιβαία οφέλη της ελεύθερης ανταλλαγής, έτσι και άλλοι επιχείρησαν να αποδώσουν εκούσιο χαρακτήρα στις πράξεις του Κράτους. Γενικά, αυτή η απόπειρα στηρίχθηκε είτε στην άποψη ότι υπάρχει μια οντότητα, η «κοινωνία», η οποία εγκρίνει και υποστηρίζει πρόθυμα τις πράξεις του Κράτους· είτε στην άποψη ότι η πλειονότητα εγκρίνει αυτές τις πράξεις και ότι αυτό κατά κάποιον τρόπο σημαίνει καθολική υποστήριξη· είτε, τέλος, στην άποψη ότι, κατά κάποιον τρόπο, κατά βάθος, ακόμη και η αντιτιθέμενη μειονότητα εγκρίνει τις πράξεις του Κράτους. Από αυτές τις εσφαλμένες υποθέσεις συμπεραίνουν ότι το Κράτος μπορεί να αυξήσει την κοινωνική χρησιμότητα τουλάχιστον εξίσου καλά με την αγορά.[^9][^10]

Αφού περιγράψαμε την ομοφωνία και την αρμονία της ελεύθερης αγοράς, καθώς και τη σύγκρουση και τις απώλειες χρησιμότητας που δημιουργεί η παρέμβαση, ας ρωτήσουμε τι συμβαίνει αν το κράτος χρησιμοποιείται για να αναχαιτίσει παρεμβάσεις στην αγορά από ιδιώτες εγκληματίες —δηλαδή ιδιώτες που επιβάλλουν καταναγκαστικές ανταλλαγές—. Έχει τεθεί το ερώτημα: δεν αποτελεί αυτή η «αστυνομική» λειτουργία πράξη παρέμβασης, και δεν στηρίζεται τότε αναγκαστικά η ίδια η ελεύθερη αγορά σε ένα «πλαίσιο» τέτοιας παρέμβασης; Και δεν απαιτεί, επομένως, η ύπαρξη της ελεύθερης αγοράς απώλεια χρησιμότητας από την πλευρά των εγκληματιών που τιμωρούνται από το κράτος;[^11] Πρώτον, πρέπει να θυμόμαστε ότι η αμιγώς ελεύθερη αγορά είναι ένα σύνολο εκούσιων ανταλλαγών μεταξύ ζευγών προσώπων. Αν δεν υπάρχουν απειλές εγκληματικής παρέμβασης σε αυτή την αγορά —ας πούμε, επειδή καθένας αισθάνεται υποχρεωμένος να σέβεται την ιδιωτική περιουσία των άλλων—, δεν θα χρειάζεται κανένα «πλαίσιο» αντιπαρέμβασης. Η «αστυνομική» λειτουργία αποτελεί, επομένως, αποκλειστικά ένα δευτερογενές, παράγωγο πρόβλημα της ελεύθερης αγοράς, όχι προϋπόθεσή της.

Δεύτερον, αν τα κράτη —ή, για τον ίδιο λόγο, ιδιωτικοί φορείς— χρησιμοποιούνται για να αναχαιτίζουν και να καταπολεμούν την παρέμβαση εγκληματιών στην κοινωνία, είναι ασφαλώς προφανές ότι αυτή η καταπολέμηση επιβάλλει απώλειες χρησιμότητας στους εγκληματίες. Αλλά αυτές οι πράξεις άμυνας δύσκολα μπορούν να χαρακτηριστούν «παρέμβαση» με τη δική μας έννοια του όρου. Διότι οι απώλειες χρησιμότητας επιβάλλονται μόνο σε ανθρώπους που, με τη σειρά τους, επιχειρούσαν να επιβάλουν απώλειες χρησιμότητας σε ειρηνικούς πολίτες. Εν ολίγοις, η βία που χρησιμοποιούν οι αστυνομικοί φορείς για την υπεράσπιση της ατομικής ελευθερίας —δηλαδή για την υπεράσπιση των προσώπων και της περιουσίας των πολιτών— είναι αμιγώς ανασχετική· αποτελεί αντιπαρέμβαση εναντίον της πραγματικής, πρωτογενούς παρέμβασης. Μολονότι αυτή η αντίδραση δεν μπορεί να μεγιστοποιήσει την «κοινωνική χρησιμότητα» —τη χρησιμότητα όλων όσοι στην κοινωνία εμπλέκονται σε διαπροσωπικές πράξεις—, μεγιστοποιεί τη χρησιμότητα των μη εγκληματιών, δηλαδή εκείνων που μεγιστοποιούσαν ειρηνικά τη δική τους χρησιμότητα χωρίς να επιβάλλουν απώλειες σε άλλους. Αν αυτοί οι φορείς άμυνας επιτελούσαν τέλεια το έργο τους και εξάλειφαν όλες τις παρεμβάσεις, τότε η ύπαρξή τους θα ήταν απολύτως συμβατή με τη μεγιστοποίηση της κοινωνικής χρησιμότητας.

4. Εκ των υστέρων χρησιμότητα: Ελεύθερη αγορά και κράτος

Είδαμε, λοιπόν, ότι τα άτομα μεγιστοποιούν εκ των προτέρων τη χρησιμότητά τους στην ελεύθερη αγορά και ότι δεν μπορούν να το κάνουν όταν υπάρχει παρέμβαση, διότι τότε ο παρεμβαίνων κερδίζει χρησιμότητα μόνο εις βάρος μιας καταδεικνυόμενης απώλειας χρησιμότητας του υποκειμένου του. Τι συμβαίνει όμως με τις εκ των υστέρων χρησιμότητες; Οι άνθρωποι μπορεί να αναμένουν ότι θα ωφεληθούν όταν λαμβάνουν αποφάσεις, αλλά ωφελούνται πράγματι από τα αποτελέσματά τους; Πώς συγκρίνονται η ελεύθερη αγορά και η παρέμβαση κατά τη διάβαση αυτής της ζωτικής διαδρομής από το εκ των προτέρων στο εκ των υστέρων;

Για την ελεύθερη αγορά, η απάντηση είναι ότι η αγορά είναι διαρθρωμένη κατά τρόπο που περιορίζει το σφάλμα στο ελάχιστο. Υπάρχει, πρώτον, μια ταχεία, εξαιρετικά ακριβής και εύκολα κατανοητή δοκιμασία που πληροφορεί τον επιχειρηματία, αλλά και τον αποδέκτη εισοδήματος, αν επιτυγχάνουν ή αποτυγχάνουν στο έργο της ικανοποίησης των επιθυμιών του καταναλωτή. Για τον επιχειρηματία, ο οποίος επωμίζεται το κύριο βάρος της προσαρμογής στις αβέβαιες και μεταβαλλόμενες επιθυμίες των καταναλωτών, η δοκιμασία είναι ιδιαίτερα ταχεία και ασφαλής: τα κέρδη ή οι ζημίες. Τα μεγάλα κέρδη αποτελούν σήμα ότι κινήθηκε στον σωστό δρόμο, οι ζημίες ότι κινήθηκε στον λανθασμένο. Τα κέρδη και οι ζημίες ωθούν σε ταχείες προσαρμογές στη ζήτηση των καταναλωτών· ταυτόχρονα, επιτελούν τη λειτουργία της μεταφοράς χρημάτων από τα χέρια των μη αποδοτικών επιχειρηματιών στα χέρια των ικανών. Το γεγονός ότι οι ικανοί επιχειρηματίες ευημερούν και αυξάνουν το κεφάλαιό τους, ενώ οι ανεπαρκείς εκτοπίζονται, εξασφαλίζει ολοένα ομαλότερη προσαρμογή της αγοράς στις μεταβολές των συνθηκών. Ομοίως, σε μικρότερο βαθμό, οι συντελεστές γης και εργασίας μετακινούνται σύμφωνα με την επιθυμία των κατόχων τους για υψηλότερα εισοδήματα, και οι συντελεστές που είναι ιδιαίτερα παραγωγικοί σε όρους αξίας αμείβονται αναλόγως.

Οι καταναλωτές αναλαμβάνουν επίσης επιχειρηματικούς κινδύνους στην αγορά. Πολλοί επικριτές της αγοράς, ενώ είναι πρόθυμοι να αναγνωρίσουν την ειδημοσύνη των κεφαλαιούχων-επιχειρηματιών, θρηνούν για την επικρατούσα άγνοια των καταναλωτών, η οποία τους εμποδίζει να αποκομίσουν εκ των υστέρων τη χρησιμότητα που ανέμεναν εκ των προτέρων. Χαρακτηριστικά, ο Wesley C. Mitchell τιτλοφόρησε ένα από τα γνωστά δοκίμιά του «Η καθυστερημένη τέχνη της δαπάνης χρημάτων». Ο καθηγητής Mises έχει επισημάνει με οξυδέρκεια το παράδοξο των παρεμβατιστών που επιμένουν ότι οι καταναλωτές είναι υπερβολικά αδαείς ή ανίκανοι για να αγοράζουν προϊόντα με σύνεση, ενώ ταυτόχρονα διακηρύσσουν τις αρετές της δημοκρατίας, όπου οι ίδιοι άνθρωποι ψηφίζουν υπέρ ή κατά πολιτικών τους οποίους δεν γνωρίζουν και για πολιτικές τις οποίες ελάχιστα κατανοούν. Για να το θέσουμε διαφορετικά, οι οπαδοί της παρέμβασης υποθέτουν ότι τα άτομα δεν είναι ικανά να διαχειρίζονται τις δικές τους υποθέσεις ή να προσλαμβάνουν ειδικούς για να τα συμβουλεύουν, αλλά επίσης υποθέτουν ότι τα ίδια αυτά άτομα είναι ικανά να επιλέγουν αυτούς τους ειδικούς στην κάλπη. Υποθέτουν επιπλέον ότι η μάζα των υποτίθεται ανίκανων καταναλωτών είναι ικανή να επιλέγει όχι μόνο εκείνους που θα κυβερνούν τους ίδιους, αλλά και εκείνους που θα κυβερνούν τα ικανά άτομα της κοινωνίας. Και όμως, τέτοιες παράλογες και αντιφατικές υποθέσεις βρίσκονται στη ρίζα κάθε προγράμματος «δημοκρατικής» παρέμβασης στις υποθέσεις των ανθρώπων.[^12]

Στην πραγματικότητα, η αλήθεια είναι ακριβώς η αντίστροφη αυτής της δημοφιλούς ιδεολογίας. Οι καταναλωτές ασφαλώς δεν είναι παντογνώστες, αλλά διαθέτουν άμεσες δοκιμασίες μέσω των οποίων μπορούν να αποκτούν και να ελέγχουν τη γνώση τους. Αγοράζουν μια ορισμένη μάρκα τροφίμου για πρωινό και δεν τους αρέσει· έτσι, δεν την ξαναγοράζουν. Αγοράζουν έναν ορισμένο τύπο αυτοκινήτου και τους αρέσει η απόδοσή του· αγοράζουν άλλο ένα. Και στις δύο περιπτώσεις, γνωστοποιούν στους φίλους τους αυτή τη νεοαποκτηθείσα γνώση. Άλλοι καταναλωτές χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες οργανώσεων καταναλωτικής έρευνας, οι οποίες μπορούν να τους προειδοποιούν ή να τους συμβουλεύουν εκ των προτέρων. Αλλά, σε όλες τις περιπτώσεις, οι καταναλωτές διαθέτουν ως οδηγό την άμεση δοκιμασία των αποτελεσμάτων. Και η επιχείρηση που ικανοποίησε τους καταναλωτές επεκτείνεται και ευημερεί, αποκτώντας έτσι «καλή φήμη», ενώ η επιχείρηση που αποτυγχάνει να τους ικανοποιήσει παύει να λειτουργεί.[^13]

Από την άλλη πλευρά, η ψήφος για πολιτικούς και δημόσιες πολιτικές είναι εντελώς διαφορετικό ζήτημα. Εδώ δεν υπάρχουν καθόλου άμεσες δοκιμασίες επιτυχίας ή αποτυχίας, ούτε κέρδη και ζημίες ούτε απολαυστική ή ανικανοποίητη κατανάλωση. Για να συλλάβει κανείς τις συνέπειες, ιδίως τις έμμεσες καταλλακτικές συνέπειες των κρατικών αποφάσεων, είναι αναγκαίο να κατανοεί σύνθετες αλυσίδες πραξεολογικού συλλογισμού. Πολύ λίγοι ψηφοφόροι έχουν την ικανότητα ή το ενδιαφέρον να ακολουθούν τέτοιους συλλογισμούς, ιδίως, όπως επισημαίνει ο Schumpeter, σε πολιτικές περιστάσεις. Διότι η ελάχιστη επιρροή που ασκεί οποιοδήποτε μεμονωμένο άτομο στα αποτελέσματα, καθώς και η φαινομενική απόσταση των ενεργειών από το ίδιο, αποτρέπουν τους ανθρώπους από το να ενδιαφερθούν για πολιτικά προβλήματα ή επιχειρήματα.[^14] Ελλείψει άμεσης δοκιμασίας επιτυχίας ή αποτυχίας, ο ψηφοφόρος τείνει να στρέφεται όχι προς εκείνους τους πολιτικούς των οποίων οι πολιτικές έχουν τις μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας, αλλά προς εκείνους που μπορούν καλύτερα να «πουλήσουν» την προπαγανδιστική τους δεινότητα. Χωρίς να κατανοεί λογικές αλυσίδες παραγωγικού συλλογισμού, ο μέσος ψηφοφόρος δεν θα μπορέσει ποτέ να εντοπίσει τα σφάλματα που διαπράττει ο κυβερνήτης του. Για να δανειστούμε ένα παράδειγμα από μεταγενέστερη ενότητα αυτού του κεφαλαίου, ας υποθέσουμε ότι το κράτος διογκώνει την προσφορά χρήματος, προκαλώντας έτσι αναπόφευκτη άνοδο των τιμών. Το κράτος μπορεί να αποδώσει την αύξηση των τιμών σε μοχθηρούς κερδοσκόπους ή σε ξένους μαυραγορίτες, και, αν το κοινό δεν γνωρίζει οικονομική επιστήμη, δεν θα μπορεί να διακρίνει τις πλάνες στα επιχειρήματα των κυβερνώντων.

Είναι, για άλλη μια φορά, παράξενο ότι οι ίδιοι οι συγγραφείς που διαμαρτύρονται περισσότερο για τα τεχνάσματα και τα θέλγητρα της διαφήμισης δεν εφαρμόζουν ποτέ την κριτική τους στον μοναδικό τομέα όπου είναι πραγματικά ορθή: στη διαφήμιση των πολιτικών. Όπως δηλώνει ο Schumpeter:

> Η εικόνα του ωραιότερου κοριτσιού που έζησε ποτέ θα αποδειχθεί μακροχρόνια ανίσχυρη να διατηρήσει τις πωλήσεις ενός κακού τσιγάρου. Δεν υπάρχει εξίσου αποτελεσματική δικλίδα ασφαλείας στην περίπτωση των πολιτικών αποφάσεων. Πολλές αποφάσεις καθοριστικής σημασίας είναι τέτοιας φύσης ώστε καθίσταται αδύνατον για το κοινό να πειραματιστεί με αυτές με την άνεσή του και με μέτριο κόστος. Ακόμη και όταν αυτό είναι δυνατόν, η κρίση κατά κανόνα δεν σχηματίζεται τόσο εύκολα όσο στην περίπτωση του τσιγάρου, επειδή οι επιπτώσεις είναι δυσκολότερο να ερμηνευθούν.[^15]

Ο George J. Schuller, επιχειρώντας να αντικρούσει αυτό το επιχείρημα, αντέτεινε ότι «απαιτούνται σύνθετες αλυσίδες συλλογισμού για να επιλέξουν οι καταναλωτές με σύνεση ένα αυτοκίνητο ή μια τηλεοπτική συσκευή».[^16] Αλλά τέτοια γνώση δεν είναι αναγκαία· διότι όλο το ζήτημα είναι ότι οι καταναλωτές διαθέτουν πάντοτε μια απλή και πρακτική δοκιμασία επιτυχίας: λειτουργεί το προϊόν και λειτουργεί καλά; Στις δημόσιες οικονομικές υποθέσεις δεν υπάρχει τέτοια δοκιμασία, διότι κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει αν μια συγκεκριμένη πολιτική «πέτυχε» ή όχι χωρίς να γνωρίζει τον εκ των προτέρων συλλογισμό της οικονομικής επιστήμης.

Θα μπορούσε να προβληθεί η ένσταση ότι, μολονότι ο μέσος ψηφοφόρος μπορεί να μην είναι ικανός να αποφασίζει για ζητήματα που απαιτούν αλυσίδες πραξεολογικού συλλογισμού, είναι ικανός να επιλέγει τους ειδικούς —τους πολιτικούς— που θα αποφασίσουν για αυτά, όπως ακριβώς το άτομο μπορεί να επιλέγει τον δικό του ιδιωτικό ειδικό σύμβουλο σε οποιονδήποτε από πολυάριθμους τομείς. Αλλά το κρίσιμο πρόβλημα είναι ακριβώς ότι, στο κράτος, το άτομο δεν διαθέτει άμεση, προσωπική δοκιμασία της επιτυχίας ή αποτυχίας του ειδικού που προσλαμβάνει, όπως διαθέτει στην αγορά. Στην αγορά, τα άτομα τείνουν να χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες εκείνων των ειδικών των οποίων οι συμβουλές είναι οι πιο επιτυχείς. Οι καλοί γιατροί ή δικηγόροι ανταμείβονται στην ελεύθερη αγορά, ενώ οι ανεπαρκείς αποτυγχάνουν· ο ειδικός που προσλαμβάνεται ιδιωτικά ευημερεί ανάλογα με την ικανότητά του. Στο κράτος, από την άλλη πλευρά, δεν υπάρχει αγοραία δοκιμασία της επιτυχίας του ειδικού. Εφόσον δεν υπάρχει άμεση δοκιμασία στο κράτος και, μάλιστα, υπάρχει ελάχιστη ή καθόλου προσωπική επαφή ή σχέση μεταξύ πολιτικού ή ειδικού και ψηφοφόρου, δεν υπάρχει τρόπος με τον οποίο ο ψηφοφόρος μπορεί να εκτιμήσει την πραγματική ειδημοσύνη του ανθρώπου που ψηφίζει. Στην πραγματικότητα, ο ψηφοφόρος αντιμετωπίζει ακόμη μεγαλύτερες δυσχέρειες στον σύγχρονο τύπο εκλογών χωρίς ουσιαστικά επίδικα ζητήματα, μεταξύ υποψηφίων που συμφωνούν σε όλα τα θεμελιώδη θέματα, από όσες αντιμετωπίζει όταν ψηφίζει επί ζητημάτων. Διότι τα ζητήματα, στο κάτω κάτω, επιδέχονται συλλογιστική εξέταση· ο ψηφοφόρος μπορεί, αν το επιθυμεί και έχει την ικανότητα, να ενημερωθεί και να αποφασίσει γι’ αυτά. Αλλά τι μπορεί να γνωρίζει οποιοσδήποτε ψηφοφόρος, ακόμη και ο πιο ευφυής, για την πραγματική ειδημοσύνη ή ικανότητα των επιμέρους υποψηφίων, ιδίως όταν οι εκλογές έχουν απογυμνωθεί από όλα τα σημαντικά ζητήματα; Το μόνο στο οποίο μπορεί να στηριχθεί ο ψηφοφόρος για να αποφασίσει είναι οι αμιγώς εξωτερικές, διαφημιζόμενες «προσωπικότητες» των υποψηφίων, τα γοητευτικά χαμόγελά τους κ.λπ. Το αποτέλεσμα είναι ότι η ψήφος αποκλειστικά με βάση τα πρόσωπα των υποψηφίων είναι αναπόφευκτα ακόμη λιγότερο ορθολογική από την ψήφο επί των ίδιων των ζητημάτων.

Το κράτος όχι μόνο στερείται μιας επιτυχούς δοκιμασίας για την επιλογή των κατάλληλων ειδικών, και ο ψηφοφόρος όχι μόνο είναι αναγκαστικά περισσότερο αδαής από τον καταναλωτή, αλλά το ίδιο το κράτος διαθέτει και άλλους εγγενείς μηχανισμούς που οδηγούν σε χειρότερες επιλογές ειδικών και αξιωματούχων. Κατ’ αρχάς, ο πολιτικός και ο κρατικός ειδικός αντλούν τα έσοδά τους όχι από υπηρεσίες που αγοράζονται εκουσίως στην αγορά, αλλά από υποχρεωτική εισφορά επί των κατοίκων. Αυτοί οι αξιωματούχοι, επομένως, στερούνται εντελώς το άμεσο χρηματικό κίνητρο να ενδιαφέρονται για την ορθή και επαρκή εξυπηρέτηση του κοινού. Επιπλέον, η σχετική ανάδειξη των «καταλληλότερων» ισχύει στο κράτος όπως και στην αγορά, αλλά το κριτήριο της «καταλληλότητας» είναι εδώ πολύ διαφορετικό. Στην αγορά, καταλληλότεροι είναι εκείνοι που μπορούν καλύτερα να εξυπηρετήσουν τους καταναλωτές. Στο κράτος, καταλληλότεροι είναι είτε: (1) εκείνοι που είναι ικανότεροι στην άσκηση καταναγκασμού· είτε (2), αν πρόκειται για γραφειοκρατικούς αξιωματούχους, εκείνοι που είναι καταλληλότεροι να κολακεύουν τους ηγέτες της πολιτικής εξουσίας και να εξασφαλίζουν την εύνοιά τους· είτε (3), αν πρόκειται για πολιτικούς, εκείνοι που είναι επιδεξιότεροι στο να προσελκύουν το εκλογικό σώμα.[^17]

Μια άλλη κρίσιμη διαφορά μεταξύ της δράσης στην αγορά και της δημοκρατικής ψηφοφορίας είναι η εξής: ο ψηφοφόρος διαθέτει, για παράδειγμα, μόνο το ένα εκατοστό του δισεκατομμυριοστού της εξουσίας επιλογής μεταξύ των δυνητικών κυβερνητών του, οι οποίοι με τη σειρά τους θα λαμβάνουν αποφάσεις που τον επηρεάζουν, χωρίς έλεγχο μέχρι τις επόμενες εκλογές. Το άτομο που ενεργεί στην αγορά, από την άλλη πλευρά, διαθέτει απόλυτη κυρίαρχη εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις για την περιουσία του, όχι απλώς μια έμμεση εξουσία της τάξης του ενός εκατοστού του δισεκατομμυριοστού. Επιπλέον, το άτομο καταδεικνύει διαρκώς τις επιλογές του ως προς το αν θα αγοράσει ή δεν θα αγοράσει, θα πωλήσει ή δεν θα πωλήσει, λαμβάνοντας απόλυτες αποφάσεις σχετικά με την περιουσία του. Ο ψηφοφόρος, ψηφίζοντας έναν συγκεκριμένο υποψήφιο, καταδεικνύει μόνο μια σχετική προτίμηση υπέρ αυτού έναντι ενός ή δύο άλλων δυνητικών κυβερνητών — και πρέπει να το κάνει αυτό, ας μην το ξεχνάμε, μέσα στο πλαίσιο του καταναγκαστικού κανόνα ότι, είτε ψηφίσει είτε όχι, ένας από αυτούς τους ανθρώπους θα τον κυβερνά για τα επόμενα χρόνια. (Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι, με τη μυστική ψηφοφορία, ο ψηφοφόρος δεν καταδεικνύει ούτε καν αυτόν τον βαθμό περιορισμένης και δεσμευμένης προτίμησης.)

Θα μπορούσε να προβληθεί η ένσταση ότι ο μέτοχος που ψηφίζει σε μια εταιρεία βρίσκεται σε παρόμοια θέση. Αλλά δεν βρίσκεται. Πέρα από το κρίσιμο γεγονός ότι η εταιρεία δεν αποκτά τα κεφάλαιά της μέσω υποχρεωτικής εισφοράς, ο μέτοχος εξακολουθεί να διαθέτει απόλυτη εξουσία επί της δικής του περιουσίας, καθώς μπορεί να πωλήσει τις μετοχές του στην ελεύθερη αγορά, κάτι που ο δημοκρατικός ψηφοφόρος προφανώς δεν μπορεί να κάνει. Επιπλέον, ο μέτοχος διαθέτει δικαίωμα ψήφου στην εταιρεία ανάλογο προς το ποσοστό ιδιοκτησίας του επί των κοινών περιουσιακών στοιχείων.[^18]

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η ελεύθερη αγορά διαθέτει έναν ομαλό, αποτελεσματικό μηχανισμό που μετατρέπει την προσδοκώμενη, εκ των προτέρων χρησιμότητα σε εκ των υστέρων πραγματοποιημένη χρησιμότητα. Η ελεύθερη αγορά μεγιστοποιεί πάντοτε την εκ των προτέρων κοινωνική χρησιμότητα· τείνει πάντοτε να μεγιστοποιεί και την εκ των υστέρων κοινωνική χρησιμότητα. Το πεδίο της πολιτικής δράσης, από την άλλη πλευρά, δηλαδή το πεδίο στο οποίο πραγματοποιούνται οι περισσότερες παρεμβάσεις, δεν διαθέτει τέτοιον μηχανισμό· πράγματι, η πολιτική διαδικασία τείνει εγγενώς να καθυστερεί και να ματαιώνει την πραγματοποίηση των προσδοκώμενων οφελών. Επομένως, η απόκλιση των εκ των υστέρων αποτελεσμάτων μεταξύ ελεύθερης αγοράς και παρέμβασης είναι ακόμη μεγαλύτερη από την απόκλιση της εκ των προτέρων, προσδοκώμενης χρησιμότητας. Στην πραγματικότητα, η απόκλιση είναι ακόμη μεγαλύτερη από όσο δείξαμε. Διότι, καθώς θα αναλύουμε τις έμμεσες συνέπειες της παρέμβασης στο υπόλοιπο αυτού του κεφαλαίου, θα διαπιστώνουμε ότι, σε κάθε περίπτωση, οι συνέπειές της θα την κάνουν να φαίνεται χειρότερη στα μάτια πολλών από τους αρχικούς υποστηρικτές της. Έτσι, θα διαπιστώσουμε ότι η έμμεση συνέπεια ενός ελέγχου τιμών είναι η πρόκληση απρόσμενων ελλείψεων του προϊόντος. Εκ των υστέρων, πολλοί από τους ίδιους τους παρεμβαίνοντες θα αισθάνονται ότι έχασαν αντί να κερδίσουν χρησιμότητα.

Συνοψίζοντας, η ελεύθερη αγορά ωφελεί πάντοτε κάθε συμμετέχοντα και μεγιστοποιεί την κοινωνική χρησιμότητα εκ των προτέρων· τείνει επίσης να την μεγιστοποιεί εκ των υστέρων, διότι περιέχει έναν αποτελεσματικό μηχανισμό ταχείας μετατροπής των προσδοκιών σε πραγματικότητα. Με την παρέμβαση, μία ομάδα κερδίζει άμεσα εις βάρος μιας άλλης και, επομένως, η κοινωνική χρησιμότητα δεν μεγιστοποιείται ούτε καν αυξάνεται· δεν υπάρχει μηχανισμός ταχείας μετατροπής της προσδοκίας σε πραγματοποίηση, αλλά συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο· και, τέλος, όπως θα δούμε, οι έμμεσες συνέπειες της παρέμβασης θα προκαλέσουν εκ των υστέρων απώλεια χρησιμότητας σε πολλούς από τους ίδιους τους παρεμβαίνοντες. Το υπόλοιπο αυτού του κεφαλαίου ανιχνεύει τη φύση και τις έμμεσες συνέπειες των διαφόρων μορφών παρέμβασης.

[^1]: Ορισμένοι οικονομολόγοι, ιδίως ο Edwin Cannan, έχουν αρνηθεί ότι η οικονομική ανάλυση μπορεί να εφαρμοστεί σε πράξεις βίαιης παρέμβασης. Αλλά, αντιθέτως, η οικονομική επιστήμη είναι η πραξεολογική ανάλυση των ανθρώπινων πράξεων, και οι βίαιες αλληλεπιδράσεις είναι μορφές δράσης που μπορούν να αναλυθούν.

[^2]: Είναι, λοιπόν, παράξενο που οι πρώτοι οικονομολόγοι, όλοι θρησκευόμενοι άνθρωποι, θαύμαζαν την κοσμοϊστορική ανακάλυψή τους για την αρμονία που διαπνέει την ελεύθερη αγορά και έτειναν να αποδίδουν αυτή την ευεργετική ιδιότητα σε ένα «κρυφό χέρι» ή σε θεϊκή αρμονία; Είναι ευκολότερο για εμάς να χλευάζουμε τον ενθουσιασμό τους παρά να συνειδητοποιούμε ότι δεν μειώνει την εγκυρότητα της ανάλυσής τους.

Οι συμβατικοί συγγραφείς κατηγορούν, για παράδειγμα, τη γαλλική «αισιόδοξη» σχολή του δέκατου ένατου αιώνα ότι επιδιδόταν σε μια αφελή θεωρία αρμονίας — μια μυστικιστική ιδέα περί θεόθεν καθορισμένης αρμονίας. Αλλά αυτή η κατηγορία αγνοεί το γεγονός ότι οι Γάλλοι αισιόδοξοι στηρίζονταν στην απολύτως ορθή διαπίστωση της «οικονομικής της ευημερίας» ότι οι εκούσιες ανταλλαγές στην ελεύθερη αγορά συντελούν αρμονικά στο όφελος όλων. Βλ., για παράδειγμα, About, *Handbook of Social Economy*, σ. 104–112.

[^3]: Η μελέτη των άμεσων συνεπειών της παρέμβασης ή της μη παρέμβασης στη χρησιμότητα αποτελεί κατεξοχήν πεδίο της «οικονομικής της ευημερίας». Για μια κριτική και ένα περίγραμμα ανασυγκρότησης της οικονομικής της ευημερίας, βλ. Rothbard, «Toward a Reconstruction of Utility and Welfare Economics».

[^4]: Ίσως μπορούμε να επισημάνουμε εδώ τη διάκριση του Γερμανού κοινωνιολόγου Franz Oppenheimer μεταξύ της ελεύθερης αγοράς και της δυαδικής παρέμβασης ως «οικονομικών», σε αντιδιαστολή προς τα «πολιτικά», μέσων ικανοποίησης των αναγκών:

Υπάρχουν δύο θεμελιωδώς αντίθετα μέσα με τα οποία ο άνθρωπος, έχοντας ανάγκη συντήρησης, ωθείται να αποκτήσει τα απαραίτητα μέσα για την ικανοποίηση των επιθυμιών του. Αυτά είναι η εργασία και η ληστεία, η δική του εργασία και η βίαιη ιδιοποίηση της εργασίας άλλων. ... Προτείνω ... να ονομάσουμε τη δική του εργασία και την ισοδύναμη ανταλλαγή της δικής του εργασίας με την εργασία άλλων «οικονομικά μέσα» για την ικανοποίηση των αναγκών, ενώ η χωρίς αντάλλαγμα ιδιοποίηση της εργασίας άλλων θα ονομάζεται «πολιτικά μέσα». ... Το κράτος είναι οργάνωση των πολιτικών μέσων. (Oppenheimer, *The State*, σ. 24–27)

[^5]: Μία από τις ρίζες αυτής της πλάνης είναι η ιδέα ότι, σε μια ανταλλαγή, τα δύο ανταλλασσόμενα πράγματα είναι ή πρέπει να είναι «ίσα» σε αξία και ότι η «ανισότητα» αξίας καταδεικνύει «εκμετάλλευση». Είδαμε, αντιθέτως, ότι κάθε ανταλλαγή προϋποθέτει ανισότητα στις αποτιμήσεις κάθε εμπορεύματος μεταξύ αγοραστή και πωλητή και ότι αυτή ακριβώς η διπλή ανισότητα αξιών είναι που προκαλεί την ανταλλαγή. Παράδειγμα έμφασης σε αυτή την πλάνη αποτελεί το γνωστό έργο του Yves Simon, *Philosophy of Democratic Government* (Chicago: University of Chicago Press, 1951), κεφ. IV.

[^6]: Έχει γίνει του συρμού να υποστηρίζεται ότι ο John C. Calhoun προανήγγειλε τη θεωρία του Marx περί ταξικής εκμετάλλευσης, αλλά στην πραγματικότητα οι «τάξεις» του Calhoun ήταν κάστες: δημιουργήματα της ίδιας της κρατικής παρέμβασης. Ειδικότερα, ο Calhoun αντιλήφθηκε ότι τα έσοδα της δυαδικής παρέμβασης της φορολογίας πρέπει πάντοτε να δαπανώνται κατά τρόπο ώστε ορισμένοι άνθρωποι στην κοινωνία να καθίστανται καθαροί πληρωτές φορολογικών ποσών και άλλοι καθαροί αποδέκτες. Ο Calhoun όρισε τους δεύτερους ως «άρχουσα τάξη» και τους πρώτους ως «κυβερνωμένους». Έτσι:

Όσο λίγοι και αν είναι συγκριτικά, οι εκπρόσωποι και οι υπάλληλοι του κράτους αποτελούν εκείνο το τμήμα της κοινωνίας που είναι ο αποκλειστικός αποδέκτης των φορολογικών εσόδων. ... Αλλά, καθώς οι αποδέκτες αποτελούν μόνο ένα τμήμα της κοινωνίας, συνάγεται ... ότι η επίδραση [της δημοσιονομικής διαδικασίας](#) πρέπει να είναι άνιση μεταξύ εκείνων που καταβάλλουν τους φόρους και εκείνων που λαμβάνουν τα έσοδά τους. Ούτε μπορεί να συμβαίνει διαφορετικά· εκτός αν όσα εισπράττονται από κάθε άτομο υπό τη μορφή φόρων τού επιστρέφονται υπό τη μορφή πληρωμών, πράγμα που θα καθιστούσε τη διαδικασία ανώφελη και παράλογη. ... Πρέπει αναγκαστικά να προκύπτει ότι ένα τμήμα της κοινωνίας καταβάλλει σε φόρους περισσότερα από όσα λαμβάνει σε πληρωμές, ενώ ένα άλλο λαμβάνει σε πληρωμές περισσότερα από όσα καταβάλλει σε φόρους. Είναι, επομένως, προφανές ... ότι οι φόροι πρέπει να αποτελούν, στην πράξη, επιδοτήσεις για εκείνο το τμήμα της κοινωνίας που λαμβάνει περισσότερα σε πληρωμές από όσα καταβάλλει σε φόρους, ενώ για το άλλο, που καταβάλλει σε φόρους περισσότερα από όσα λαμβάνει σε πληρωμές, είναι πράγματι φόροι — βάρη αντί για επιδοτήσεις. Αυτή η συνέπεια είναι αναπόφευκτη. Απορρέει από τη φύση της διαδικασίας, όσο ομοιόμορφα και αν επιβάλλονται οι φόροι. ...

Το αναγκαίο αποτέλεσμα, λοιπόν, της άνισης δημοσιονομικής δράσης του κράτους είναι η διαίρεση της κοινωνίας σε δύο μεγάλες τάξεις: η μία αποτελείται από εκείνους που στην πραγματικότητα πληρώνουν τους φόρους και, φυσικά, επωμίζονται αποκλειστικά το βάρος της συντήρησης του κράτους· και η άλλη από εκείνους που λαμβάνουν τα έσοδά τους μέσω πληρωμών και οι οποίοι στην πραγματικότητα συντηρούνται από το κράτος· με άλλα λόγια, η επίδραση αυτή τους θέτει σε ανταγωνιστικές σχέσεις ως προς τη δημοσιονομική δράση του κράτους. ... Διότι όσο μεγαλύτεροι είναι οι φόροι και οι πληρωμές, τόσο μεγαλύτερο είναι το κέρδος της μιας και η απώλεια της άλλης, και αντιστρόφως. ... (John C. Calhoun, *A Disquisition on Government* [New York: Liberal Arts Press, 1953], σ. 16–18)

[^7]: Βλ. Rothbard, «Toward a Reconstruction of Utility and Welfare Economics». Για μια ανάλυση της κρατικής δράσης, βλ. Gustave de Molinari, *The Society of Tomorrow* (New York: G.P. Putnam’s Sons, 1904), σ. 19 κ.ε., 65–96.

[^8]: Είδαμε παραπάνω ότι η πραξεολογία μπορεί να εξετάζει τις χρησιμότητες μόνο όπως αυτές συνάγονται από τις συγκεκριμένες πράξεις των ανθρώπων. Αλλού έχουμε ονομάσει αυτή την έννοια «καταδεικνυόμενη προτίμηση», έχουμε ανιχνεύσει την ιστορία της και έχουμε ασκήσει κριτική σε ανταγωνιστικές έννοιες. Rothbard, «Toward a Reconstruction of Utility and Welfare Economics», σ. 224 κ.ε.

[^9]: Για μια κριτική της πρώτης υπόθεσης, βλ. Murray N. Rothbard, «The Mantle of Science», στο Helmut Schoeck και James W. Wiggins, επιμ., *Scientism and Values* (Princeton, N.J.: D. Van Nostrand, 1960)· για τα τελευταία επιχειρήματα, βλ. Rothbard, «Toward a Reconstruction of Utility and Welfare Economics», σ. 256 κ.ε.

[^10]: Οι οξυδερκείς παρατηρήσεις του Schumpeter για την πλάνη της απόδοσης εκούσιου χαρακτήρα στο Κράτος αξίζουν προσοχή:

... αφότου τα φεουδαρχικά εισοδήματα των ηγεμόνων έπαψαν να έχουν μεγάλη σημασία, το Κράτος συντηρείται από ένα εισόδημα που παραγόταν στην ιδιωτική σφαίρα για ιδιωτικούς σκοπούς και έπρεπε να εκτραπεί από αυτούς τους σκοπούς μέσω πολιτικής βίας. Η θεωρία που ερμηνεύει τους φόρους κατ’ αναλογία προς τις συνδρομές μιας λέσχης ή προς την αγορά των υπηρεσιών, ας πούμε, ενός γιατρού αποδεικνύει μόνο πόσο απέχει αυτό το τμήμα των κοινωνικών επιστημών από τον επιστημονικό τρόπο σκέψης. (Schumpeter, *Capitalism, Socialism and Democracy*, σ. 198 και υποσημείωση στη σ. 198)

[^11]: Οφείλω βαθιά ευγνωμοσύνη στον καθηγητή Ludwig M. Lachmann, στον κ. L.D. Goldblatt και στα άλλα μέλη του σεμιναρίου οικονομικής επιστήμης του καθηγητή Lachmann για το πρόγραμμα Honours στο Πανεπιστήμιο του Witwatersrand, στη Νότια Αφρική, επειδή έθεσαν αυτά τα ερωτήματα κατά τη συζήτηση του προαναφερθέντος άρθρου μου «Reconstruction».

[^12]: Αυτές οι αντιφάσεις δεν αίρονται ούτε με την εγκατάλειψη της δημοκρατίας υπέρ της δικτατορίας. Διότι, ακόμη και αν η μάζα του κοινού δεν ψηφίζει υπό δικτατορία, πρέπει και πάλι να συναινεί στην εξουσία του δικτάτορα και των ειδικών που αυτός επιλέγει· επομένως, πρέπει και πάλι να υποτίθεται ότι διαθέτει μοναδική ικανότητα στο πολιτικό πεδίο, σε αντιδιαστολή προς τις άλλες σφαίρες της καθημερινής ζωής.

[^13]: Βλ. Rothbard, «Mises’ Human Action: Comment», σ. 383–384. Πρβλ. επίσης George H. Hildebrand, «Consumer Sovereignty in Modern Times», *American Economic Review, Papers and Proceedings*, Μάιος 1951, σ. 26.

[^14]: Πρβλ. την εξαιρετική εξέταση της αντίθεσης μεταξύ καθημερινής ζωής και πολιτικής στο Schumpeter, *Capitalism, Socialism and Democracy*, σ. 258–260.

[^15]: Στο ίδιο, σ. 263.

[^16]: Schuller, «Rejoinder», σ. 189.

[^17]: Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή η διαπίστωση βρίσκεται στη βάση του περίφημου κεφαλαίου του F.A. Hayek, «Why the Worst Get on Top», στο *The Road to Serfdom* (Chicago: University of Chicago Press, 1944), κεφ. X. Βλ. επίσης την πρόσφατη σύντομη εξέταση του Jack Hirshleifer, «Capitalist Ethics—Tough or Soft?», *Journal of Law and Economics*, Οκτώβριος 1959, σ. 118.

[^18]: Πρβλ. τον ενδιαφέροντα ορισμό της «δημοκρατίας» στο Heath, *Citadel, Market, and Altar*, σ. 234.

Σχετικά κείμενα