Κρατικός παρεμβατισμός υπό το πρίσμα του Murray N. Rothbard: «Τριγωνική Παρέμβαση» (Μέρος Β)
Απόσπασμα από το έργο του Murray N. Rothbard με τίτλο «Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος».
Το παρόν είναι το δεύτερο από έξι μέρη τα οποία δημσιεύονται ως αυτοτελή άρθρα και αποτελούν το 12ο Κεφάλαιο (Τα Οικονομικά της Βίαιης Παρέμβασης στην Αγορά) του μνημειώδους έργου του Murray N. Rothbard με τίτλο Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος (Man, Economy, and State). Μπορούν να αναγνωσθούν αυτοτελώς αλλά αξίζει να μελετηθούν στο σύνολό τους.
5. Τριγωνική παρέμβαση: Έλεγχος τιμών
Τριγωνική παρέμβαση έχουμε όταν ένας παρεμβαίνων είτε εξαναγκάζει δύο ανθρώπους να προβούν σε μια ανταλλαγή είτε τους απαγορεύει να την πραγματοποιήσουν. Ο καταναγκασμός μπορεί να αφορά τους όρους της ανταλλαγής ή τη φύση του ενός ή και των δύο ανταλλασσόμενων προϊόντων ή τα πρόσωπα που πραγματοποιούν την ανταλλαγή. Ο πρώτος τύπος τριγωνικής παρέμβασης ονομάζεται έλεγχος τιμών, επειδή αφορά ειδικά τους όρους, δηλαδή την τιμή, με τους οποίους πραγματοποιείται η ανταλλαγή· ο δεύτερος μπορεί να ονομαστεί έλεγχος προϊόντων, καθώς αφορά ειδικά τη φύση του προϊόντος ή του παραγωγού. Παράδειγμα ελέγχου τιμών είναι ένα κρατικό διάταγμα που ορίζει ότι κανείς δεν επιτρέπεται να αγοράζει ή να πωλεί ένα ορισμένο προϊόν σε τιμή μεγαλύτερη —ή, εναλλακτικά, μικρότερη— από $X$ ουγγιές χρυσού ανά λίβρα· παράδειγμα ελέγχου προϊόντων είναι η απαγόρευση της πώλησης αυτού του προϊόντος ή η απαγόρευση της πώλησής του από οποιονδήποτε εκτός από ορισμένα πρόσωπα που έχει επιλέξει το κράτος. Είναι σαφές ότι και οι δύο μορφές ελέγχου έχουν ποικίλες επιπτώσεις τόσο στην τιμή όσο και στη φύση του προϊόντος.
Ένας έλεγχος τιμών μπορεί να είναι δεσμευτικός ή μη δεσμευτικός. Θα είναι μη δεσμευτικός αν η ρύθμιση δεν επηρεάζει την τιμή της αγοράς. Έτσι, αν τα αυτοκίνητα πωλούνται στην αγορά προς 100 ουγγιές χρυσού και το κράτος διατάξει ότι κανένα αυτοκίνητο δεν επιτρέπεται να πωλείται προς περισσότερες από 300 ουγγιές, με την απειλή επιβολής ποινής στους παραβάτες, το διάταγμα είναι προς το παρόν εντελώς θεωρητικό και δεν ασκεί καμία επίδραση.[^1] Αν όμως ένας πελάτης επιθυμήσει να παραγγείλει ένα ασυνήθιστο αυτοκίνητο ειδικής κατασκευής, για το οποίο ο πωλητής θα χρέωνε περισσότερες από 300 ουγγιές, τότε η ρύθμιση καθίσταται πλέον δεσμευτική και μεταβάλλει τις συναλλαγές σε σχέση με εκείνες που θα πραγματοποιούνταν στην ελεύθερη αγορά.
Υπάρχουν δύο τύποι δεσμευτικού ελέγχου τιμών: ο καθορισμός ανώτατης τιμής, που απαγορεύει όλες τις ανταλλαγές ενός αγαθού πάνω από μια ορισμένη τιμή, με την καθορισμένη τιμή να βρίσκεται κάτω από την τιμή ισορροπίας της αγοράς· και ο καθορισμός κατώτατης τιμής, που απαγορεύει τις ανταλλαγές κάτω από μια ορισμένη τιμή, με αυτή την καθορισμένη τιμή να βρίσκεται πάνω από την τιμή ισορροπίας της αγοράς.
Έστω ότι το Σχήμα 83 απεικονίζει τις καμπύλες προσφοράς και ζήτησης ενός αγαθού που υπόκειται σε έλεγχο ανώτατης τιμής: οι $DD$ και $SS$ είναι οι καμπύλες ζήτησης και προσφοράς του αγαθού. Η $FP$ είναι η τιμή ισορροπίας που διαμορφώνεται στην αγορά. Ας υποθέσουμε ότι το κράτος επιβάλλει ανώτατη τιμή $0C$, πάνω από την οποία κάθε πώληση είναι παράνομη. Στην καθορισμένη τιμή, η αγορά δεν εκκαθαρίζεται πλέον και η ζητούμενη ποσότητα υπερβαίνει την προσφερόμενη κατά την ποσότητα $AB$. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται τεχνητή έλλειψη του αγαθού. Σε κάθε περίπτωση έλλειψης, οι καταναλωτές σπεύδουν να αγοράσουν αγαθά που δεν είναι διαθέσιμα σε αυτή την τιμή. Ορισμένοι αναγκάζονται να τα στερηθούν· άλλοι αναγκάζονται να καταφύγουν στην αγορά, η οποία επανεμφανίζεται ως παράνομη ή «μαύρη», καταβάλλοντας προσαύξηση για τον κίνδυνο τιμωρίας που διατρέχουν πλέον οι πωλητές. Το κύριο χαρακτηριστικό μιας ανώτατης τιμής είναι η ουρά, το ατελείωτο «στήσιμο στην ουρά» για αγαθά που δεν επαρκούν για να εξυπηρετήσουν όσους βρίσκονται στο τέλος της. Κάθε λογής τεχνάσματα επινοούνται από ανθρώπους που προσπαθούν απεγνωσμένα να επιτύχουν την εξίσωση προσφοράς και ζήτησης την οποία εξασφάλιζε προηγουμένως η αγορά. Οι συμφωνίες «κάτω από το τραπέζι», οι δωροδοκίες, η προνομιακή μεταχείριση παλαιών πελατών κ.λπ. αποτελούν αναπόφευκτα γνωρίσματα μιας αγοράς αλυσοδεμένης από την ανώτατη τιμή.[^2]
Πρέπει να επισημανθεί ότι, ακόμη και αν το απόθεμα ενός αγαθού παραμένει αμετάβλητο στο προβλεπτό μέλλον και η γραμμή προσφοράς είναι κατακόρυφη, αυτή η τεχνητή έλλειψη θα προκύψει και πάλι και θα ακολουθήσουν όλες αυτές οι συνέπειες. Όσο πιο «ελαστική» είναι η προσφορά, δηλαδή όσο περισσότεροι πόροι αποσύρονται από την παραγωγή, τόσο εντονότερη θα είναι, υπό τις λοιπές συνθήκες αμετάβλητες, η έλλειψη. Οι επιχειρήσεις που εγκαταλείπουν την παραγωγή είναι εκείνες που βρίσκονται πλησιέστερα στο περιθώριο. Αν ο έλεγχος τιμών είναι «επιλεκτικός», δηλαδή επιβάλλεται σε ένα ή σε λίγα προϊόντα, η οικονομία δεν θα αποδιοργανωθεί τόσο καθολικά όσο υπό ένα καθεστώς γενικών ανώτατων τιμών· η τεχνητή έλλειψη που δημιουργείται στον συγκεκριμένο κλάδο, όμως, θα είναι ακόμη εντονότερη, καθώς οι επιχειρηματίες και οι συντελεστές μπορούν να μετακινηθούν προς την παραγωγή και πώληση άλλων προϊόντων — κατά προτίμηση υποκατάστατων. Οι τιμές των υποκατάστατων θα αυξηθούν καθώς η «υπερβάλλουσα» ζήτηση θα διοχετεύεται προς αυτά. Υπό το πρίσμα αυτού του γεγονότος, η συνήθης κρατική αιτιολόγηση του επιλεκτικού ελέγχου τιμών —«Πρέπει να επιβάλουμε ελέγχους σε αυτό το αναγκαίο προϊόν όσο εξακολουθεί να βρίσκεται σε έλλειψη»— αποδεικνύεται σχεδόν γελοίο σφάλμα. Διότι η αλήθεια είναι ακριβώς η αντίστροφη: ο έλεγχος τιμών δημιουργεί τεχνητή έλλειψη του προϊόντος, η οποία συνεχίζεται όσο διατηρείται ο έλεγχος — και μάλιστα επιδεινώνεται διαρκώς όσο οι πόροι έχουν τον χρόνο να μετακινηθούν προς άλλα προϊόντα. Αν το κράτος ανησυχούσε πραγματικά για την ανεπαρκή προσφορά ορισμένων προϊόντων, θα φρόντιζε ιδιαίτερα να μην τους επιβάλει ανώτατες τιμές.
Προτού διερευνήσουμε περαιτέρω τις επιπτώσεις των γενικών ανώτατων τιμών, ας αναλύσουμε τις συνέπειες του καθορισμού κατώτατης τιμής, δηλαδή της επιβολής μιας τιμής υψηλότερης από την τιμή της ελεύθερης αγοράς. Αυτό μπορεί να απεικονιστεί στο Σχήμα 84. Οι $DD$ και $SS$ είναι οι καμπύλες ζήτησης και προσφοράς, αντιστοίχως. Η $0C$ είναι η καθορισμένη τιμή και η $FP$ η τιμή ισορροπίας της αγοράς. Στην $0C$, η ζητούμενη ποσότητα υπολείπεται της προσφερόμενης κατά την ποσότητα $AB$. Έτσι, ενώ η επίπτωση μιας ανώτατης τιμής είναι η δημιουργία τεχνητής έλλειψης, μια κατώτατη τιμή δημιουργεί ένα τεχνητό απούλητο πλεόνασμα, $AB$. Το απούλητο πλεόνασμα υπάρχει ακόμη και αν η γραμμή $SS$ είναι κατακόρυφη, αλλά μια πιο ελαστική προσφορά θα επιτείνει, υπό τις λοιπές συνθήκες αμετάβλητες, το πλεόνασμα. Για άλλη μια φορά, η αγορά δεν εκκαθαρίζεται. Η τεχνητά υψηλή τιμή αρχικά προσελκύει πόρους στον κλάδο, ενώ ταυτόχρονα αποθαρρύνει τη ζήτηση των αγοραστών. Υπό καθεστώς επιλεκτικού ελέγχου τιμών, οι πόροι θα εγκαταλείψουν άλλους τομείς, στους οποίους ωφελούν περισσότερο τόσο τους κατόχους τους όσο και τους καταναλωτές, και θα μεταφερθούν σε αυτόν τον κλάδο, όπου θα παράγουν υπερβολικά και, ως αποτέλεσμα, θα υποστούν ζημίες.
Αυτό προσφέρει ένα ενδιαφέρον παράδειγμα παρέμβασης που αλλοιώνει τη λειτουργία της αγοράς και προκαλεί επιχειρηματικές ζημίες. Οι επιχειρηματίες ενεργούν με βάση ορισμένα κριτήρια —τιμές, επιτόκιο κ.λπ.— που διαμορφώνονται από την ελεύθερη αγορά. Η παρεμβατική αλλοίωση αυτών των σημάτων καταστρέφει τη διαρκή τάση της αγοράς προς προσαρμογή και προκαλεί ζημίες και εσφαλμένη κατανομή των πόρων ως προς την ικανοποίηση των αναγκών των καταναλωτών.
Οι γενικές, καθολικές ανώτατες τιμές αποδιοργανώνουν ολόκληρη την οικονομία και στερούν από τους καταναλωτές τη δυνατότητα να απολαμβάνουν υποκατάστατα. Οι γενικές ανώτατες τιμές επιβάλλονται συνήθως με διακηρυγμένο σκοπό την «αποτροπή του πληθωρισμού» — πάντοτε ενώ το κράτος αυξάνει σημαντικά την προσφορά χρήματος. Οι καθολικές ανώτατες τιμές ισοδυναμούν με επιβολή κατώτατου ορίου στην αγοραστική δύναμη του χρήματος, PPM (βλ. Σχήμα 85): το $0F$ —ή η $S_mS_m$— είναι το απόθεμα χρήματος στην κοινωνία· η $D_mD_m$ είναι η κοινωνική ζήτηση χρήματος· η $FP$ είναι η PPM ισορροπίας —η αγοραστική δύναμη της νομισματικής μονάδας— που διαμορφώνεται στην αγορά. Η επιβολή μιας ελάχιστης PPM πάνω από εκείνη της αγοράς, στο $0C$, βλάπτει τον «μηχανισμό» εκκαθάρισης της αγοράς. Στο $0C$, το απόθεμα χρήματος υπερβαίνει τη ζητούμενη ποσότητα χρήματος.
Ως αποτέλεσμα, οι άνθρωποι κατέχουν μια ποσότητα χρήματος $GH$ ως «απούλητο πλεόνασμα». Προσπαθούν να πωλήσουν τα χρήματά τους αγοράζοντας αγαθά, αλλά δεν μπορούν. Τα χρήματά τους έχουν τεθεί σε νάρκη. Στον βαθμό που η καθολική ανώτατη τιμή του κράτους είναι δεσμευτική, ένα μέρος των χρημάτων των ανθρώπων καθίσταται άχρηστο, διότι δεν μπορεί να ανταλλαγεί. Ακολουθεί όμως αναπόφευκτα ένας φρενήρης αγώνας, καθώς καθένας ελπίζει ότι τα δικά του χρήματα θα μπορέσουν να χρησιμοποιηθούν.[^3] Η ευνοιοκρατία, οι ουρές, οι δωροδοκίες κ.λπ. αναπόφευκτα αφθονούν, όπως και η ισχυρή πίεση για τη δημιουργία μιας «μαύρης» αγοράς —δηλαδή της αγοράς— που θα προσφέρει διέξοδο στο πλεονάζον χρήμα.
Μια γενική κατώτατη τιμή ισοδυναμεί με επιβολή ανώτατου ορίου στην PPM. Αυτό δημιουργεί μια ανικανοποίητη, υπερβάλλουσα ζήτηση χρήματος πέρα από το διαθέσιμο απόθεμα χρήματος — συγκεκριμένα, υπό τη μορφή απούλητων αποθεμάτων αγαθών σε κάθε κλάδο.
Οι αρχές του ελέγχου ανώτατων και κατώτατων τιμών εφαρμόζονται σε οποιεσδήποτε τιμές: καταναλωτικών αγαθών, κεφαλαιουχικών αγαθών, γης ή υπηρεσιών εργασίας ή, όπως είδαμε, στην «τιμή» του χρήματος σε όρους άλλων αγαθών. Εφαρμόζονται, για παράδειγμα, στους νόμους περί κατώτατου μισθού. Όταν ένας νόμος περί κατώτατου μισθού είναι δεσμευτικός, δηλαδή όταν επιβάλλει μισθό υψηλότερο από την αγοραία αξία μιας κατηγορίας εργασίας —υψηλότερο από το προεξοφλημένο οριακό προϊόν αξίας του εργαζομένου—, η προσφορά υπηρεσιών εργασίας υπερβαίνει τη ζήτηση, και το «απούλητο πλεόνασμα» υπηρεσιών εργασίας σημαίνει ακούσια μαζική ανεργία. Οι επιλεκτικοί, σε αντιδιαστολή προς τους γενικούς, κατώτατοι μισθοί δημιουργούν ανεργία σε συγκεκριμένους κλάδους και τείνουν να διαιωνίζουν αυτές τις εστίες, προσελκύοντας εργασία προς τις υψηλότερες αμοιβές. Η εργασία εξαναγκάζεται τελικά να στραφεί σε λιγότερο αποδοτικές από άποψη αμοιβής και λιγότερο παραγωγικές σε όρους αξίας δραστηριότητες. Η ανάλυση αυτή ισχύει είτε ο κατώτατος μισθός επιβάλλεται από το Κράτος είτε από ένα εργατικό συνδικάτο.
Για την ανάλυση της σπάνιας περίπτωσης ενός κατώτατου μισθού που επιβάλλεται από ένα εκούσιο συνδικάτο, ο αναγνώστης παραπέμπεται στο κεφάλαιο 10 παραπάνω. Είδαμε ότι αυτό δημιουργεί ανεργία και μετατοπίζει την εργασία προς λιγότερο αποδοτικούς από άποψη αμοιβής και λιγότερο παραγωγικούς σε όρους αξίας κλάδους απασχόλησης, αλλά ότι αυτά τα αποτελέσματα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως εκούσια. Η απαγόρευση στους ανθρώπους να εντάσσονται σε συνδικάτα και να συμφωνούν εκουσίως στις συνδικαλιστικές μισθολογικές κλίμακες και στη μυσταγωγία του συνδικαλισμού θα υπέτασσε διά της βίας τους εργαζομένους στις επιταγές των καταναλωτών και θα επέβαλλε στους πρώτους απώλεια ευημερίας. Ωστόσο, όπως αναφέραμε παραπάνω, η διάδοση μεταξύ των εργαζομένων της πραξεολογικής γνώσης, της συνειδητοποίησης ότι η συνδικαλιστική αλληλεγγύη προκαλεί ανεργία και χαμηλότερους μισθούς για πολλούς εργαζομένους, πιθανότατα θα αποδυνάμωνε σημαντικά αυτή την αλληλεγγύη. Από εμπειρική άποψη, όμως, σχεδόν όλες οι περιπτώσεις συνδικαλισμού που επιτυγχάνει την επιβολή των όρων του στηρίζονται σε καταναγκασμό ασκούμενο από τα συνδικάτα, δηλαδή σε συνδικαλιστική παρέμβαση στην αγορά.[^4] Οι επιπτώσεις της συνδικαλιστικής παρέμβασης είναι τότε ίδιες με εκείνες που θα είχε κρατική παρέμβαση αντίστοιχου βαθμού. Όπως έχουμε επισημάνει, η ανάλυση της παρέμβασης εφαρμόζεται σε οποιονδήποτε φορέα ασκεί τη βία, είτε ιδιωτικό είτε κρατικό. Και σε αυτή την περίπτωση εμφανίζονται ανεργία και εσφαλμένη κατανομή πολλών εργαζομένων σε λιγότερο αποδοτικές και χαμηλότερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας, και πάλι ακούσια.
Η ανάλυσή μας για τις επιπτώσεις του ελέγχου τιμών εφαρμόζεται επίσης, όπως κατέδειξε με λαμπρό τρόπο ο Mises, στον έλεγχο της τιμής —της «συναλλαγματικής ισοτιμίας»— ενός χρήματος σε όρους κάποιου άλλου.[^5] Αυτό είχε γίνει εν μέρει αντιληπτό στον νόμο του Gresham, έναν από τους πρώτους οικονομικούς νόμους που ανακαλύφθηκαν. Λίγοι έχουν συνειδητοποιήσει ότι αυτός ο νόμος αποτελεί απλώς ειδική περίπτωση των γενικών συνεπειών του ελέγχου τιμών. Ίσως αυτή η αδυναμία κατανόησης να οφείλεται στην παραπλανητική διατύπωση του νόμου του Gresham, ο οποίος συνήθως διατυπώνεται ως εξής: «Το κακό χρήμα εκτοπίζει το καλό χρήμα από την κυκλοφορία». Αν ληφθεί κατά γράμμα, πρόκειται για ένα παράδοξο που παραβιάζει τον γενικό κανόνα της αγοράς ότι οι καλύτερες μέθοδοι ικανοποίησης των καταναλωτών τείνουν να επικρατούν έναντι των χειρότερων. Η διατύπωση αυτή έχει χρησιμοποιηθεί εσφαλμένα ακόμη και από όσους τάσσονται γενικά υπέρ της ελεύθερης αγοράς, προκειμένου να δικαιολογήσουν ένα κρατικό μονοπώλιο στην κοπή χρυσών και αργυρών νομισμάτων. Στην πραγματικότητα, ο νόμος του Gresham θα έπρεπε να διατυπώνεται ως εξής: «Το χρήμα που υπερτιμάται από το Κράτος θα εκτοπίζει από την κυκλοφορία το χρήμα που υποτιμάται από το Κράτος». Όποτε το Κράτος καθορίζει αυθαίρετη αξία ή τιμή για ένα χρήμα σε όρους κάποιου άλλου, θεσπίζει κατ’ αυτόν τον τρόπο έναν δεσμευτικό έλεγχο κατώτατης τιμής για το ένα χρήμα και έναν έλεγχο ανώτατης τιμής για το άλλο, με τις «τιμές» να εκφράζονται αμοιβαία σε όρους του άλλου χρήματος. Αυτή, για παράδειγμα, ήταν η ουσία του διμεταλλισμού. Υπό καθεστώς διμεταλλισμού, μια χώρα αναγνώριζε τον χρυσό και τον άργυρο ως χρήματα, αλλά καθόριζε μια αυθαίρετη τιμή, ή σχέση ανταλλαγής, μεταξύ τους. Όταν αυτή η αυθαίρετη τιμή διέφερε, όπως αναπόφευκτα θα συνέβαινε, από την τιμή της ελεύθερης αγοράς —και αυτό γινόταν ολοένα πιθανότερο καθώς περνούσε ο χρόνος και η τιμή της ελεύθερης αγοράς μεταβαλλόταν, ενώ η αυθαίρετη κρατική τιμή παρέμενε η ίδια—, το ένα χρήμα υπερτιμούνταν και το άλλο υποτιμούνταν από το κράτος. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι μια χώρα χρησιμοποιούσε ως χρήματα τον χρυσό και τον άργυρο και ότι το κράτος καθόριζε τη μεταξύ τους αναλογία σε 16 ουγγιές αργύρου προς 1 ουγγιά χρυσού. Η αγοραία αναλογία, η οποία ίσως ήταν $16:1$ κατά τον χρόνο επιβολής του ελέγχου τιμών, μεταβάλλεται κατόπιν σε $15:1$. Ποιο είναι το αποτέλεσμα; Ο άργυρος υποτιμάται πλέον αυθαίρετα από το κράτος και ο χρυσός υπερτιμάται αυθαίρετα. Με άλλα λόγια, ο άργυρος καθορίζεται φθηνότερος από όσο είναι πραγματικά στην αγορά σε όρους χρυσού, και ο χρυσός επιβάλλεται να είναι ακριβότερος από όσο είναι πραγματικά σε όρους αργύρου. Το κράτος έχει επιβάλει ανώτατη τιμή στον άργυρο και κατώτατη τιμή στον χρυσό, εκφρασμένες αμοιβαία σε όρους του άλλου μετάλλου.
Ακολουθούν τώρα οι ίδιες συνέπειες όπως σε κάθε δεσμευτικό έλεγχο τιμών. Με ανώτατη τιμή στον άργυρο, η ζήτηση αργύρου έναντι χρυσού υπερβαίνει πλέον τη ζήτηση χρυσού έναντι αργύρου· αντιστρόφως, με κατώτατη τιμή στον χρυσό, η ζήτηση χρυσού έναντι αργύρου υπολείπεται της ζήτησης αργύρου έναντι χρυσού. Ο χρυσός αναζητεί μάταια άργυρο για να ανταλλαγεί, παραμένοντας ως απούλητο πλεόνασμα, ενώ ο άργυρος καθίσταται δυσεύρετος και εξαφανίζεται από την κυκλοφορία. Ο άργυρος μεταφέρεται σε άλλη χώρα ή περιοχή, όπου μπορεί να ανταλλαγεί στην τιμή της ελεύθερης αγοράς, ενώ ο χρυσός, με τη σειρά του, εισρέει στη χώρα. Αν ο διμεταλλισμός είναι παγκόσμιος, τότε ο άργυρος εξαφανίζεται στη «μαύρη αγορά» και οι επίσημες ή φανερές ανταλλαγές πραγματοποιούνται μόνο με χρυσό. Καμία χώρα, επομένως, δεν μπορεί να διατηρήσει στην πράξη ένα διμεταλλικό σύστημα, καθώς το ένα χρήμα θα είναι πάντοτε υποτιμημένο ή υπερτιμημένο σε όρους του άλλου. Το υπερτιμημένο εκτοπίζει πάντοτε το άλλο από την κυκλοφορία, καθώς το δεύτερο βρίσκεται σε έλλειψη.
Παρόμοιες συνέπειες προκύπτουν από ελέγχους τιμών όπως ο καθορισμός αυθαίρετων συναλλαγματικών ισοτιμιών μεταξύ παραστατικών χρημάτων (βλ. παρακάτω), καθώς και από την αυθαίρετη εξίσωση νέων και φθαρμένων νομισμάτων, όταν διαφέρουν αισθητά ως προς το βάρος.
Ας συνοψίσουμε την ανάλυσή μας για τον έλεγχο τιμών: άμεσα, η χρησιμότητα τουλάχιστον μιας ομάδας συναλλασσομένων θα πληγεί από τον έλεγχο. Έμμεσα, όπως διαπιστώνουμε με περαιτέρω ανάλυση, αφανείς αλλά εξίσου βέβαιες επιπτώσεις βλάπτουν σημαντικό αριθμό ανθρώπων που πίστευαν ότι θα αποκόμιζαν όφελος χρησιμότητας από τους επιβαλλόμενους ελέγχους. Ο διακηρυγμένος σκοπός του καθορισμού ανώτατης τιμής είναι να ωφελήσει τον καταναλωτή, εξασφαλίζοντάς του το αγαθό σε χαμηλότερη τιμή· η αντικειμενική του επίπτωση, όμως, είναι να εμποδίσει πολλούς καταναλωτές να αποκτήσουν το αγαθό καθόλου. Ο διακηρυγμένος σκοπός του καθορισμού κατώτατης τιμής είναι να εξασφαλίσει υψηλότερες τιμές στους πωλητές· η επίπτωσή του, όμως, θα είναι να εμποδίσει πολλούς πωλητές να πωλήσουν οποιοδήποτε μέρος του πλεονάσματός τους. Επιπλέον, οι έλεγχοι τιμών στρεβλώνουν αναπόφευκτα την παραγωγή και την κατανομή των πόρων και των συντελεστών στην οικονομία, βλάπτοντας έτσι και πάλι το μεγαλύτερο μέρος των καταναλωτών. Και δεν πρέπει να παραβλέπουμε τη στρατιά των γραφειοκρατών που πρέπει να χρηματοδοτείται μέσω της δυαδικής παρέμβασης της φορολογίας και να διαχειρίζεται και να επιβάλλει τις μυριάδες ρυθμίσεις. Αυτή η στρατιά, από μόνη της, αποσύρει πλήθος εργαζομένων από την παραγωγική εργασία και τους φορτώνει στους υπόλοιπους παραγωγούς — ωφελώντας έτσι τους γραφειοκράτες, αλλά βλάπτοντας τους υπόλοιπους ανθρώπους.
6. Τριγωνική παρέμβαση: Έλεγχος προϊόντων
Η τριγωνική επέμβαση σε μια ανταλλαγή μπορεί να μεταβάλει τους όρους της ανταλλαγής ή, διαφορετικά, να μεταβάλει κατά κάποιον τρόπο τη φύση του προϊόντος ή τα πρόσωπα που πραγματοποιούν την ανταλλαγή. Η δεύτερη αυτή παρέμβαση, ο έλεγχος προϊόντων, μπορεί να ρυθμίζει το ίδιο το προϊόν —για παράδειγμα, ένας νόμος που απαγορεύει κάθε πώληση οινοπνευματωδών ποτών— ή τα πρόσωπα που πωλούν ή αγοράζουν το προϊόν —για παράδειγμα, ένας νόμος που απαγορεύει στους μωαμεθανούς να πωλούν ή να αγοράζουν οινοπνευματώδη ποτά.
Ο έλεγχος προϊόντων βλάπτει σαφώς και προφανώς όλα τα μέρη που συμμετέχουν στην ανταλλαγή: τους καταναλωτές, οι οποίοι χάνουν χρησιμότητα επειδή δεν μπορούν να αγοράσουν το προϊόν και να ικανοποιήσουν τις πιο επιτακτικές ανάγκες τους· και τους παραγωγούς, οι οποίοι εμποδίζονται να αποκτήσουν αμοιβή σε αυτόν τον κλάδο και πρέπει, επομένως, να αρκεστούν σε χαμηλότερες απολαβές αλλού. Τις απώλειες των παραγωγών επωμίζονται ιδιαίτερα οι εργαζόμενοι και οι γαιοκτήμονες των οποίων οι συντελεστές είναι ειδικοί για τον συγκεκριμένο κλάδο, και οι οποίοι πρέπει να αποδεχθούν μονίμως χαμηλότερο εισόδημα. (Το επιχειρηματικό κέρδος είναι ούτως ή άλλως εφήμερο, και οι κεφαλαιούχοι τείνουν να αποκομίζουν ενιαίο επιτόκιο απόδοσης σε ολόκληρη την οικονομία.) Ενώ στην περίπτωση του ελέγχου τιμών θα μπορούσε να υποστηριχθεί εκ πρώτης όψεως ότι τουλάχιστον μία ομάδα συναλλασσομένων ωφελείται από τον έλεγχο —οι καταναλωτές των οποίων η τιμή αγοράς πιέζεται κάτω από την τιμή της ελεύθερης αγοράς και οι παραγωγοί όταν η τιμή ωθείται πάνω από αυτήν—, στον έλεγχο προϊόντων και τα δύο μέρη της ανταλλαγής χάνουν πάντοτε. Οι άμεσοι ωφελούμενοι από τον έλεγχο προϊόντων, επομένως, είναι οι κρατικοί γραφειοκράτες που διαχειρίζονται τις ρυθμίσεις: εν μέρει από τις θέσεις εργασίας που οι ρυθμίσεις δημιουργούν μέσω της φορολογίας και εν μέρει, ίσως, από την ικανοποίηση που αποκομίζουν ασκώντας καταναγκαστική εξουσία επί άλλων.
Σε πολλές περιπτώσεις απαγόρευσης προϊόντων, φυσικά, αναπτύσσεται αναπόφευκτα πίεση, όπως και στον έλεγχο τιμών, για την παράνομη επανασύσταση της αγοράς, δηλαδή μιας «μαύρης αγοράς». Η μαύρη αγορά αντιμετωπίζει πάντοτε δυσχέρειες εξαιτίας της παρανομίας της. Το προϊόν θα είναι δυσεύρετο και ακριβό, ώστε να καλύπτονται οι κίνδυνοι που συνεπάγεται για τους παραγωγούς η παραβίαση του νόμου και το κόστος δωροδοκίας κρατικών αξιωματούχων· και όσο αυστηρότερη είναι η απαγόρευση και οι ποινές, τόσο πιο δυσεύρετο θα είναι το προϊόν και τόσο υψηλότερη η τιμή. Επιπλέον, η παρανομία παρεμποδίζει σε μεγάλο βαθμό τη διάδοση πληροφοριών στους καταναλωτές για την ύπαρξη της αγοράς — για παράδειγμα, μέσω της διαφήμισης. Ως αποτέλεσμα, η οργάνωση της αγοράς θα είναι πολύ λιγότερο αποτελεσματική, η εξυπηρέτηση του καταναλωτή χαμηλότερης ποιότητας και οι τιμές, γι’ αυτόν και μόνο τον λόγο, υψηλότερες από ό,τι σε μια νόμιμη αγορά. Το πλεονέκτημα που παρέχει η μυστικότητα στη «μαύρη» αγορά λειτουργεί επίσης εις βάρος των επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας, οι οποίες είναι πιθανότερο να γίνονται αντιληπτές και, επομένως, να είναι περισσότερο ευάλωτες στην επιβολή του νόμου. Παραδόξως, ο έλεγχος προϊόντων ή τιμών μπορεί να λειτουργήσει ως παραχώρηση μονοπωλιακού προνομίου (βλ. παρακάτω) στους μαυραγορίτες. Διότι αυτοί είναι πιθανό να είναι πολύ διαφορετικοί επιχειρηματίες από εκείνους που θα είχαν επιτύχει στον συγκεκριμένο κλάδο σε μια νόμιμη αγορά· εδώ, άλλωστε, πλεονεκτεί η δεξιότητα στην παράκαμψη του νόμου, στη δωροδοκία κρατικών αξιωματούχων κ.λπ.[^6]
Η απαγόρευση προϊόντων μπορεί να είναι είτε απόλυτη, όπως στην αμερικανική ποτοαπαγόρευση κατά τη δεκαετία του 1920, είτε μερική. Παράδειγμα μερικής απαγόρευσης είναι η υποχρεωτική διανομή με δελτίο, η οποία απαγορεύει την κατανάλωση πέρα από ορισμένη ποσότητα. Η σαφής επίπτωση της διανομής με δελτίο είναι ότι βλάπτει τους καταναλωτές και μειώνει το βιοτικό επίπεδο όλων. Εφόσον η διανομή με δελτίο θέτει νόμιμα ανώτατα όρια σε συγκεκριμένα είδη κατανάλωσης, στρεβλώνει επίσης τη διάρθρωση των καταναλωτικών δαπανών. Οι καταναλωτικές δαπάνες μετατοπίζονται καταναγκαστικά από τα αγαθά που υπόκεινται σε αυστηρότερους ποσοτικούς περιορισμούς προς εκείνα που υπόκεινται σε ηπιότερους. Επιπλέον, εφόσον τα δελτία διανομής συνήθως δεν μεταβιβάζονται, η διάρθρωση των καταναλωτικών δαπανών στρεβλώνεται ακόμη περισσότερο, επειδή οι άνθρωποι που δεν επιθυμούν ένα ορισμένο εμπόρευμα δεν επιτρέπεται να ανταλλάξουν αυτά τα κουπόνια με αγαθά που δεν επιθυμούν άλλοι. Εν ολίγοις, ο μη καπνιστής δεν επιτρέπεται να ανταλλάξει τα κουπόνια του για τσιγάρα με τα κουπόνια βενζίνης κάποιου άλλου, τα οποία έχουν χορηγηθεί σε ανθρώπους που δεν διαθέτουν αυτοκίνητο. Τα δελτία διανομής, επομένως, παρακωλύουν ολόκληρο το σύστημα, εισάγοντας έναν νέο τύπο εξαιρετικά αναποτελεσματικού οιονεί «χρήματος», το οποίο πρέπει να χρησιμοποιείται για τις αγορές επιπροσθέτως του κανονικού χρήματος.[^7]
Μια μορφή μερικής απαγόρευσης προϊόντων είναι η απαγόρευση της πώλησης ενός συγκεκριμένου προϊόντος από όλες τις επιχειρήσεις εκτός από ορισμένες επιλεγμένες. Αυτός ο μερικός αποκλεισμός σημαίνει ότι στις επιχειρήσεις αυτές παραχωρείται ειδικό προνόμιο από το κράτος. Αν μια τέτοια παραχώρηση γίνεται σε ένα πρόσωπο ή σε μία επιχείρηση, μπορούμε να την ονομάσουμε παραχώρηση μονοπωλίου· αν γίνεται σε περισσότερα πρόσωπα ή επιχειρήσεις, πρόκειται για παραχώρηση οιονεί μονοπωλίου.[^8] Και οι δύο τύποι παραχώρησης μπορούν να χαρακτηριστούν μονοπωλιακοί. Παράδειγμα αυτού του τύπου παραχώρησης είναι η αδειοδότηση, κατά την οποία όλοι όσοι δεν λαμβάνουν ή δεν αγοράζουν άδεια επειδή το κράτος αρνείται να τους τη χορηγήσει ή να τους την πωλήσει εμποδίζονται να ασκήσουν το επάγγελμα ή την επιχειρηματική δραστηριότητα. Ένα άλλο παράδειγμα είναι ο προστατευτικός δασμός ή η ποσόστωση εισαγωγών, που εμποδίζει τον ανταγωνισμό πέρα από τα γεωγραφικά όρια μιας χώρας. Φυσικά, η απευθείας παραχώρηση μονοπωλίου σε μια επιχείρηση ή η υποχρεωτική καρτελοποίηση ενός κλάδου αποτελούν σαφείς παραχωρήσεις μονοπωλιακού προνομίου.
Είναι προφανές ότι μια παραχώρηση μονοπωλιακού προνομίου ωφελεί άμεσα και αμέσως τον μονοπωλητή ή τον οιονεί μονοπωλητή, του οποίου οι ανταγωνιστές αποκλείονται διά της βίας από την είσοδο στον κλάδο. Είναι επίσης προφανές ότι οι επίδοξοι ανταγωνιστές βλάπτονται και εξαναγκάζονται να αποδεχθούν χαμηλότερη αμοιβή σε λιγότερο αποδοτικούς και λιγότερο παραγωγικούς σε όρους αξίας τομείς. Είναι επίσης ολοφάνερο ότι βλάπτονται οι καταναλωτές, διότι εμποδίζονται να αγοράσουν προϊόντα από ανταγωνιστές τους οποίους θα προτιμούσαν ελεύθερα. Και αυτή η βλάβη, πρέπει να επισημανθεί, συντελείται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε επίδραση της παραχώρησης στις τιμές.
Στο κεφάλαιο 10 θάψαμε τη θεωρία της μονοπωλιακής τιμής· τώρα πρέπει να την αναστήσουμε. Η θεωρία της μονοπωλιακής τιμής, όπως αναπτύχθηκε εκεί, είναι απατηλή όταν εφαρμόζεται στην ελεύθερη αγορά, αλλά εφαρμόζεται πλήρως στην περίπτωση παραχωρήσεων μονοπωλίου και οιονεί μονοπωλίου. Διότι εδώ διαθέτουμε μια αναγνωρίσιμη διάκριση: όχι την πλαστή διάκριση μεταξύ «ανταγωνιστικής» και «μονοπωλιακής» τιμής, αλλά τη διάκριση μεταξύ της τιμής της ελεύθερης αγοράς και της μονοπωλιακής τιμής. Η «τιμή της ελεύθερης αγοράς» μπορεί να προσδιοριστεί και να οριστεί εννοιολογικά, ενώ η «ανταγωνιστική τιμή» όχι. Η θεωρία της μονοπωλιακής τιμής, επομένως, ορθά την αντιπαραβάλλει προς την τιμή της ελεύθερης αγοράς, και ο αναγνώστης παραπέμπεται και πάλι στο κεφάλαιο 10 για την περιγραφή της θεωρίας που μπορεί πλέον να εφαρμοστεί εδώ. Ο μονοπωλητής θα μπορέσει να επιτύχει μονοπωλιακή τιμή για το προϊόν αν η καμπύλη ζήτησης που αντιμετωπίζει είναι ανελαστική πάνω από την τιμή της ελεύθερης αγοράς. Είδαμε παραπάνω ότι στην ελεύθερη αγορά κάθε καμπύλη ζήτησης που αντιμετωπίζει μια επιχείρηση είναι ελαστική πάνω από την τιμή της ελεύθερης αγοράς· διαφορετικά, η επιχείρηση θα είχε κίνητρο να αυξήσει την τιμή της και να αυξήσει τα έσοδά της. Αλλά η παραχώρηση μονοπωλιακού προνομίου καθιστά την καμπύλη ζήτησης των καταναλωτών λιγότερο ελαστική, διότι ο καταναλωτής στερείται υποκατάστατα προϊόντα από άλλους δυνητικούς ανταγωνιστές. Το κατά πόσον αυτή η μείωση της ελαστικότητας θα είναι επαρκής ώστε να καταστήσει ανελαστική την καμπύλη ζήτησης που αντιμετωπίζει η επιχείρηση —ώστε τα ακαθάριστα έσοδα να είναι μεγαλύτερα σε τιμή υψηλότερη από την τιμή της ελεύθερης αγοράς— εξαρτάται από τα συγκεκριμένα ιστορικά δεδομένα της περίπτωσης και δεν είναι κάτι που μπορεί να προσδιορίσει η οικονομική ανάλυση.
Όταν η καμπύλη ζήτησης που αντιμετωπίζει η επιχείρηση παραμένει ελαστική —ώστε τα ακαθάριστα έσοδα να είναι χαμηλότερα σε τιμή υψηλότερη από την τιμή της ελεύθερης αγοράς—, ο μονοπωλητής δεν θα αποκομίσει κανένα μονοπωλιακό όφελος από το προνόμιο που του παραχωρήθηκε. Οι καταναλωτές και οι ανταγωνιστές θα εξακολουθούν να βλάπτονται, επειδή εμποδίζονται οι συναλλαγές τους, αλλά ο μονοπωλητής δεν θα ωφεληθεί, επειδή η τιμή και το εισόδημά του δεν θα είναι υψηλότερα από πριν. Από την άλλη πλευρά, αν η καμπύλη ζήτησης που αντιμετωπίζει είναι ανελαστική, τότε καθορίζει μονοπωλιακή τιμή ώστε να μεγιστοποιήσει τα έσοδά του. Η παραγωγή του πρέπει να περιοριστεί προκειμένου να επιτευχθεί η υψηλότερη τιμή. Τόσο ο περιορισμός της παραγωγής όσο και η υψηλότερη τιμή του προϊόντος βλάπτουν τους καταναλωτές. Εδώ πρέπει να αντιστραφεί το επιχείρημα του κεφαλαίου 10. Δεν μπορούμε πλέον να πούμε ότι ένας περιορισμός της παραγωγής —όπως σε ένα εκούσιο καρτέλ— ωφελεί τους καταναλωτές οδηγώντας στο παραγωγικότερο σημείο σε όρους αξίας· αντιθέτως, οι καταναλωτές βλάπτονται τώρα επειδή η ελεύθερη επιλογή τους θα είχε οδηγήσει στην τιμή της ελεύθερης αγοράς. Εξαιτίας της καταναγκαστικής βίας που ασκεί το Κράτος, δεν επιτρέπεται να αγοράζουν ελεύθερα αγαθά από όλους όσοι είναι πρόθυμοι να πωλήσουν. Με άλλα λόγια, κάθε προσέγγιση προς το σημείο τιμής και ποσότητας παραγωγής ισορροπίας της ελεύθερης αγοράς για οποιοδήποτε προϊόν ωφελεί τους καταναλωτές και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ωφελεί επίσης τους παραγωγούς. Κάθε απομάκρυνση από την τιμή και την ποσότητα παραγωγής της ελεύθερης αγοράς βλάπτει τους καταναλωτές. Η μονοπωλιακή τιμή που προκύπτει από την παραχώρηση μονοπωλιακού προνομίου απομακρύνεται από την τιμή της ελεύθερης αγοράς· μειώνει την παραγωγή και αυξάνει τις τιμές πέρα από τα επίπεδα που θα διαμορφώνονταν αν οι καταναλωτές και οι παραγωγοί μπορούσαν να συναλλάσσονται ελεύθερα.
Και δεν μπορούμε εδώ να χρησιμοποιήσουμε το επιχείρημα ότι ο περιορισμός είναι εκούσιος επειδή οι ίδιοι οι καταναλωτές καθιστούν ανελαστική την καμπύλη ζήτησής τους. Διότι οι καταναλωτές είναι πλήρως υπεύθυνοι για την καμπύλη ζήτησής τους μόνο στην ελεύθερη αγορά· και μόνο αυτή η καμπύλη ζήτησης μπορεί να αντιμετωπίζεται πλήρως ως έκφραση της εκούσιας επιλογής τους. Μόλις το κράτος παρεμβαίνει για να απαγορεύσει συναλλαγές και να παραχωρήσει προνόμια, δεν υπάρχει πλέον εξ ολοκλήρου εκούσια δράση. Οι καταναλωτές εξαναγκάζονται, θέλοντας και μη, να συναλλάσσονται με τον μονοπωλητή για ένα ορισμένο φάσμα αγορών.
Όλες οι επιπτώσεις που οι θεωρητικοί της μονοπωλιακής τιμής έχουν αποδώσει εσφαλμένα στα εκούσια καρτέλ εφαρμόζονται, επομένως, στις κρατικές παραχωρήσεις μονοπωλίου. Η παραγωγή περιορίζεται και απελευθερώνονται συντελεστές για παραγωγή αλλού. Αλλά τώρα μπορούμε να πούμε ότι αυτή η παραγωγή θα ικανοποιεί τους καταναλωτές λιγότερο από ό,τι υπό συνθήκες ελεύθερης αγοράς· επιπλέον, οι συντελεστές θα αποκομίζουν μικρότερες αμοιβές στις άλλες απασχολήσεις.
Όπως είδαμε στο κεφάλαιο 10, δεν μπορούν ποτέ να υπάρξουν διαρκή μονοπωλιακά κέρδη, καθώς τα κέρδη είναι εφήμερα και τελικά όλα ανάγονται σε μια ενιαία απόδοση τόκου. Μακροχρόνια, οι μονοπωλιακές αποδόσεις καταλογίζονται σε κάποιον συντελεστή. Ποιος είναι ο συντελεστής που μονοπωλείται σε αυτή την περίπτωση; Είναι προφανές ότι αυτός ο συντελεστής είναι το δικαίωμα εισόδου στον κλάδο. Στην ελεύθερη αγορά, το δικαίωμα αυτό είναι απεριόριστα διαθέσιμο σε όλους και, επομένως, δεν ανήκει στην ιδιοκτησία κανενός. Το δικαίωμα δεν έχει τιμή στην αγορά, διότι όλοι το διαθέτουν ήδη. Εδώ όμως το κράτος έχει παραχωρήσει ειδικά προνόμια εισόδου και πώλησης· και αυτά τα ειδικά προνόμια ή δικαιώματα είναι εκείνα που ευθύνονται για το πρόσθετο μονοπωλιακό όφελος από μια μονοπωλιακή τιμή και στα οποία μπορούμε να καταλογίσουμε το όφελος. Ο μονοπωλητής αποκομίζει, επομένως, μονοπωλιακό όφελος όχι επειδή κατέχει κάποιον πραγματικά παραγωγικό συντελεστή, αλλά επειδή κατέχει ένα ειδικό προνόμιο που του παραχώρησε το κράτος. Και αυτό το όφελος δεν εξαφανίζεται στη μακροχρόνια κατάσταση της ομοιόμορφα επαναλαμβανόμενης οικονομίας (ERE), όπως εξαφανίζονται τα κέρδη· είναι μόνιμο, όσο το προνόμιο διατηρείται και οι αποτιμήσεις των καταναλωτών παραμένουν ως έχουν.
Φυσικά, το μονοπωλιακό όφελος μπορεί κάλλιστα να κεφαλαιοποιηθεί στην περιουσιακή αξία της επιχείρησης, έτσι ώστε οι μεταγενέστεροι ιδιοκτήτες, που επενδύουν στην επιχείρηση αφού έχει συντελεστεί η κεφαλαιοποίηση, να αποκομίζουν μόνο την ίδια απόδοση τόκου με τους υπόλοιπους. Ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα κεφαλαιοποίησης μονοπωλιακών —ή, μάλλον, οιονεί μονοπωλιακών— δικαιωμάτων είναι ο κλάδος των ταξί της Νέας Υόρκης. Κάθε ταξί πρέπει να διαθέτει άδεια, αλλά ο δήμος αποφάσισε, πριν από χρόνια, να μην εκδίδει άλλες άδειες, ή «μετάλλια», με αποτέλεσμα κάθε νέος ιδιοκτήτης ταξί να πρέπει να αγοράσει το μετάλλιό του από κάποιον προηγούμενο ιδιοκτήτη. Η υψηλή τιμή των μεταλλίων στην αγορά είναι τότε η κεφαλαιοποιημένη αξία του μονοπωλιακού προνομίου.
Όπως είδαμε, όλα αυτά ισχύουν τόσο για έναν οιονεί μονοπωλητή όσο και για έναν μονοπωλητή, καθώς και ο αριθμός των ανταγωνιστών του πρώτου περιορίζεται από την παραχώρηση του προνομίου, η οποία καθιστά λιγότερο ελαστική την καμπύλη ζήτησης που αντιμετωπίζει. Φυσικά, υπό τις λοιπές συνθήκες αμετάβλητες, ένας μονοπωλητής βρίσκεται σε καλύτερη θέση από έναν οιονεί μονοπωλητή, αλλά το μέγεθος του οφέλους καθενός εξαρτάται αποκλειστικά από τα δεδομένα της συγκεκριμένης περίπτωσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στην περίπτωση του προστατευτικού δασμού, ο οιονεί μονοπωλητής θα καταλήξει μακροχρόνια να μην αποκομίζει κανένα όφελος. Διότι, εφόσον η ελευθερία εισόδου περιορίζεται μόνο για τις ξένες επιχειρήσεις, οι υψηλότερες αποδόσεις των επιχειρήσεων που προστατεύονται πλέον από έναν δασμό θα προσελκύσουν περισσότερο εγχώριο κεφάλαιο σε αυτόν τον κλάδο. Τελικά, επομένως, το νέο κεφάλαιο θα μειώσει το ποσοστό απόδοσης στο επιτόκιο που επικρατεί στο σύνολο των κλάδων και το μονοπωλιακό όφελος θα έχει εξαλειφθεί μέσω του ανταγωνισμού.[^9]
Οι παραχωρήσεις μονοπωλιακών προνομίων μπορεί να είναι άμεσες και προφανείς, όπως τα υποχρεωτικά καρτέλ ή οι άδειες· λιγότερο άμεσες, όπως οι δασμοί· ή εξαιρετικά έμμεσες, αλλά παρ’ όλα αυτά ισχυρές. Οι διατάξεις που επιβάλλουν το κλείσιμο των επιχειρήσεων σε συγκεκριμένες ώρες, για παράδειγμα, ή που απαγορεύουν τους πλανόδιους πωλητές με καρότσια ή τους πωλητές που πηγαίνουν από πόρτα σε πόρτα, αποτελούν παραδείγματα νόμων που αποκλείουν διά της βίας τον ανταγωνισμό και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, παραχωρούν μονοπωλιακά προνόμια. Ομοίως, οι αντιμονοπωλιακοί νόμοι και οι σχετικές διώξεις, ενώ φαίνεται ότι αποβλέπουν στην «καταπολέμηση του μονοπωλίου» και στην «προώθηση του ανταγωνισμού», στην πραγματικότητα επιφέρουν το αντίθετο αποτέλεσμα, διότι επιβαρύνουν και καταστέλλουν καταναγκαστικά αποδοτικές μορφές διάρθρωσης και δραστηριότητας της αγοράς. Ακόμη και μια φαινομενικά τόσο άσχετη ενέργεια όσο η υποχρεωτική στρατολόγηση έχει ως αποτέλεσμα την καταναγκαστική απόσυρση νέων ανδρών από την αγορά εργασίας και, έτσι, την εξασφάλιση στους ανταγωνιστές τους ενός μονοπωλιακού ή, μάλλον, περιοριστικού μισθού.[^10] Δυστυχώς, δεν διαθέτουμε εδώ τον χώρο για να διερευνήσουμε αυτές και άλλες διδακτικές περιπτώσεις.
Σημειώσεις
[^1]: Φυσικά, ακόμη και ένας εντελώς μη δεσμευτικός τριγωνικός έλεγχος είναι πιθανό να αυξήσει την κρατική γραφειοκρατία που ασχολείται με το ζήτημα και, επομένως, να αυξήσει τη συνολική έκταση της δυαδικής παρέμβασης εις βάρος του φορολογουμένου. Περισσότερα, όμως, γι’ αυτό παρακάτω.
[^2]: Μια «δωροδοκία» δεν είναι παρά η καταβολή της τιμής της αγοράς από έναν αγοραστή.
[^3]: Κατά ειρωνικό τρόπο, η καταστροφή από το κράτος ενός μέρους των χρημάτων των ανθρώπων πραγματοποιείται σχεδόν πάντοτε αφού το κράτος έχει διοχετεύσει νέο χρήμα και το έχει χρησιμοποιήσει για τους δικούς του σκοπούς. Η βλάβη που επιβάλλει το κράτος στο κοινό είναι διπλή:
Αφαιρεί πόρους από το κοινό διογκώνοντας την ποσότητα του χρήματος (βλ. παρακάτω).
Αφού το χρήμα έχει διαχυθεί στο κοινό, καταστρέφει μέρος της χρησιμότητάς του.
[^4]: Στις σημερινές Ηνωμένες Πολιτείες, μεγάλο μέρος του έργου του καταναγκασμού έχει αναληφθεί από το κράτος για λογαριασμό των συνδικάτων. Αυτή ήταν η ουσία του νόμου Wagner, ο οποίος ισχύει στη χώρα από το 1935. (Ο νόμος Taft-Hartley ήταν απλώς μια σχετικά ασήμαντη τροποποίηση του νόμου Wagner, ο οποίος εξακολουθεί να ισχύει.) Οι κρίσιμες διατάξεις αυτού του νόμου είναι:
Ο εξαναγκασμός όλων των εργαζομένων μιας ορισμένης παραγωγικής μονάδας —η οποία ορίζεται αυθαίρετα κατά περίπτωση από το κράτος— να εκπροσωπούνται από ένα συνδικάτο στις διαπραγματεύσεις με τον εργοδότη, αν συμφωνεί η πλειονότητα των εργαζομένων.
Η απαγόρευση στον εργοδότη να αρνηθεί την πρόσληψη μελών ή οργανωτών συνδικάτων.
Ο εξαναγκασμός του εργοδότη να διαπραγματεύεται με αυτό το συνδικάτο.
Έτσι, τα συνδικάτα έχουν περιβληθεί με κρατική εξουσία και ο ισχυρός βραχίονας του κράτους χρησιμοποιεί καταναγκασμό για να υποχρεώνει τόσο τους εργαζομένους όσο και τους εργοδότες να συναλλάσσονται με τα συνδικάτα. Για τα ειδικά καταναγκαστικά προνόμια που παραχωρούνται στα συνδικάτα, βλ. επίσης Roscoe Pound, «Legal Immunities of Labor Unions», στο *Labor Unions and Public Policy* (Washington, D.C.: American Enterprise Association, 1958), σ. 145–173· και Frank H. Knight, «Wages and Labor Union Action in the Light of Economic Analysis», στο Bradley, *Public Stake in Union Power*, σ. 43. Βλ. επίσης Petro, *Power Unlimited*, και κεφάλαιο 10, σ. 714–715 παραπάνω.
[^5]: Mises, *Human Action*, σ. 432, υποσημείωση, και σ. 447, 469, 776.
[^6]: Ήταν πασίγνωστο, για παράδειγμα, ότι οι λαθρέμποροι οινοπνευματωδών, μια κάστα που δημιουργήθηκε από την Ποτοαπαγόρευση, αποτελούσαν μία από τις κύριες ομάδες που αντιτίθεντο στην κατάργηση της Ποτοαπαγόρευσης στην Αμερική.
[^7]: Η λειτουργία της διανομής με δελτίο —όπως και του σοσιαλιστικού συστήματος γενικότερα— δεν έχει ποτέ αποδοθεί πιο παραστατικά από ό,τι στο *The Great Idea* του Henry Hazlitt.
[^8]: Θα μπορούσαμε κάλλιστα να ονομάσουμε τη δεύτερη παραχώρηση ολιγοπωλίου, αλλά αυτό θα δημιουργούσε ανυπέρβλητη σύγχυση με την υφιστάμενη θεωρία του ολιγοπωλίου. Για τη δεύτερη, βλ. το κεφάλαιο 10 παραπάνω.
[^9]: Το μονοπωλιακό προνόμιο παραχωρείται από ένα κράτος, το οποίο έχει εξουσία μόνο εντός της δικής του γεωγραφικής επικράτειας. Επομένως, οι μονοπωλιακές τιμές που επιτυγχάνονται μέσα σε μια περιοχή υπόκεινται πάντοτε, στην αγορά, σε καταλυτικό ανταγωνισμό από άλλες χώρες. Αυτό ισχύει ολοένα περισσότερο καθώς προοδεύει ο πολιτισμός και μειώνεται το κόστος μεταφοράς, εκθέτοντας έτσι τα τοπικά μονοπώλια σε ολοένα μεγαλύτερες απειλές ανταγωνισμού από άλλες περιοχές. Ως εκ τούτου, κάθε εγχώριο μονοπώλιο θα τείνει να επιδιώκει τον περιορισμό του ξένου ανταγωνισμού και την παρεμπόδιση του αποτελεσματικού διαπεριφερειακού εμπορίου: δεν είναι περίεργο που ο δασμός αποκαλούνταν παλαιότερα «Η μητέρα των τραστ».
Θα μπορούσαμε να σημειώσουμε εδώ ότι σε μια πραγματικά ελεύθερη αγορά δεν θα υπήρχε ανάγκη για χωριστή «θεωρία του διεθνούς εμπορίου». Τα έθνη αποκτούν οικονομική σημασία μόνο με την κρατική παρέμβαση, είτε μέσω νομισματικής παρέμβασης είτε μέσω εμποδίων στο εμπόριο.
[^10]: Τα μονοπωλιακά προνόμια προς τις επιχειρήσεις μπορεί να εξασφαλίζουν μονοπωλιακή τιμή, ανάλογα με την ελαστικότητα της καμπύλης ζήτησης που αντιμετωπίζει η επιχείρηση. Τα προνόμια προς τους εργαζομένους, από την άλλη πλευρά, εξασφαλίζουν πάντοτε μια υψηλότερη, περιοριστική τιμή, με ποσότητα παραγωγής χαμηλότερη από εκείνη της ελεύθερης αγοράς. Ο λόγος είναι ότι μια επιχείρηση μπορεί να επεκτείνει ή να συρρικνώσει την παραγωγή της κατά βούληση· αν, λοιπόν, παραχωρηθεί σε λίγες επιχειρήσεις το προνόμιο παραγωγής σε έναν ορισμένο τομέα, αυτές μπορούν να επεκτείνουν την παραγωγή, αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, και να μη μειώσουν τη συνολική προσφορά. Από την άλλη πλευρά, αν εξαιρέσουμε τις ώρες εργασίας, που δεν είναι ιδιαίτερα ευέλικτες, ο περιορισμός της εισόδου σε μια αγορά εργασίας πρέπει πάντοτε να μειώνει τη συνολική προσφορά εργασίας σε αυτόν τον κλάδο και, επομένως, να εξασφαλίζει περιοριστική τιμή. Φυσικά, ένας άμεσος περιορισμός της παραγωγής, όπως οι νόμοι για τη διατήρηση των φυσικών πόρων, μειώνει πάντοτε την προσφορά και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, εξασφαλίζει περιοριστική τιμή.







