«Η απαγόρευση της χρήσης κοινωνικών δικτύων «για το καλό των παιδιών μας» υπό το πρίσμα των Ludwig von Mises και Murray Rothbard»
Κρατικός παρεμβατισμός και η αντικατάσταση της γονικής με κρατική κηδεμονία των ανηλίκων.
Το παρόν δημοσιεύεται με αφορμή την πρόσφατη πρωτοβουλία της ελληνικής κυβέρνησης σχετικά με την απαγόρευση της χρήσης κοινωνικών δικτύων στους ανηλίκους κάτω των 15 ετών και τη δημοσίευση του υπουργού κυρίου Άδωνη Γεωργιάδη.
Εισαγωγή
Η απαγόρευση την οποία εξαίρει ο κύριος Υπουργός είναι καταναγκαστικός πατερναλισμός, όχι μεταρρύθμιση. Οι γονείς - και όχι το κράτος - έχουν την ευθύνη καθοδήγησης των παιδιών τους στις επιλογές πληροφόρησης και τεχνολογίας που δεν παραβιάζουν δικαιώματα τρίτων. Ήδη θέτουν κανόνες, χρησιμοποιούν εργαλεία γονικού ελέγχου και γνωρίζουν την ωριμότητα των παιδιών τους· οι κεντρικοί σχεδιαστές δεν τη γνωρίζουν.
Γονική, όχι κρατική, κηδεμονία
Ο Ludwig von Mises και ο Murray Rothbard αντιμετώπιζαν τη σχέση γονέα και παιδιού ως σχέση φυσικής κηδεμονίας, θεμελιωμένη στην ευθύνη της οικογένειας και στην προοπτική της πλήρους αυτοκυριότητας του παιδιού, όχι ως σχέση κρατικής ιδιοκτησίας. Ο ρόλος του κράτους περιορίζεται στην προστασία των ατόμων από την επιθετική βία τρίτων· δεν νομιμοποιείται να υπαγορεύει επιλογές που δεν παραβιάζουν δικαιώματα άλλων σχετικά με την πληροφόρηση, τις κοινωνικές επαφές ή τη χρήση της τεχνολογίας από ανηλίκους.
Οι γονείς ήδη αποφασίζουν για το ωράριο ύπνου, τη διατροφή, τη σχολική εκπαίδευση, την άθληση και τον χρόνο μπροστά στις οθόνες. Μπορούν - και πολλοί το κάνουν - να αξιοποιούν τα διαθέσιμα εργαλεία γονικού ελέγχου, τα κλειδώματα συσκευών, τις συμφωνίες με τα παιδιά και τη σταδιακή παραχώρηση μεγαλύτερης αυτονομίας καθώς οικοδομείται εμπιστοσύνη. Μια οριζόντια κρατική απαγόρευση υποκαθιστά αυτή την αποκεντρωμένη γνώση των ιδιαίτερων περιστάσεων με την κρίση της πολιτικής εξουσίας.
Όπως τόνιζε ο Mises στην κριτική του στον παρεμβατισμό, οι κεντρικές αρχές δεν διαθέτουν την επιμέρους γνώση που έχουν οι γονείς για την ωριμότητα, την ιδιοσυγκρασία και τις οικογενειακές συνθήκες ενός συγκεκριμένου παιδιού. Η πανομοιότυπη αντιμετώπιση όλων των παιδιών που γεννήθηκαν μέσα στο ίδιο ημερολογιακό έτος - όπως προβλέπει η ελληνική πρόταση - βρίσκεται στον αντίποδα του μεθοδολογικού ατομικισμού.
Ο Rothbard ήταν σαφής: ακόμη και οι ατελείς γονικές αποφάσεις δεν δικαιολογούν την ανάληψη της ανατροφής από το κράτος, εφόσον δεν συνιστούν άμεση επιθετική προσβολή του παιδιού. Η ανεπαρκής εποπτεία δεν αποτελεί επιθετική βία· η καταναγκαστική απαγόρευση αποτελεί.
Η δυναμική του παρεμβατισμού και οι ακούσιες συνέπειες
Στην κριτική του παρεμβατισμού, ο Mises εξηγεί ότι τα μεμονωμένα καταναγκαστικά μέτρα σπάνια επιτυγχάνουν τους διακηρυγμένους σκοπούς τους και συνήθως δημιουργούν νέα προβλήματα, τα οποία προσφέρουν το έρεισμα για περαιτέρω παρεμβάσεις. Η απαγόρευση εθελούσιων δραστηριοτήτων δημιουργεί παράνομες αγορές και κίνητρα παράκαμψης.
Η αυστραλιανή απαγόρευση λογαριασμών κοινωνικής δικτύωσης για άτομα κάτω των 16 ετών έχει ήδη αναδείξει αυτή τη δυναμική: η μεγάλη πλειονότητα των εφήβων που υπάγονται στο μέτρο συνέχισε να αποκτά πρόσβαση στις πλατφόρμες παρακάμπτοντας τους περιορισμούς. Παράλληλα, οι απαγορεύσεις σε επίπεδο λογαριασμού μπορούν να στερήσουν από τους ανηλίκους ακριβώς εκείνες τις λειτουργίες ασφάλειας και εποπτείας που είναι διαθέσιμες στους συνδεδεμένους χρήστες.
Η χρήση VPN, οι κοινόχρηστοι λογαριασμοί και η περιήγηση χωρίς εποπτεία εξαπλώνονται. Παιδιά που διαφορετικά θα χρησιμοποιούσαν τις πλατφόρμες υπό γονική επίβλεψη καταφεύγουν στην κρυφή χρήση, με αποτέλεσμα να μειώνεται η πιθανότητα να αναφέρουν κάποιο πρόβλημα.
Η επιβολή της απαγόρευσης απαιτεί υποδομές επαλήθευσης ηλικίας και κρατικές εφαρμογές, διευρύνοντας την επιτήρηση και τη συλλογή δεδομένων υπό τη σημαία της «προστασίας». Κάθε αποτυχία —η παράκαμψη των περιορισμών, οι διαρροές προσωπικών δεδομένων, η αποχώρηση πλατφορμών ή η συνέχιση των βλαβών— προσφέρει το επιχείρημα για αυστηρότερους κανόνες. Πρόκειται ακριβώς για τη σπειροειδή κλιμάκωση του παρεμβατισμού που περιέγραφε ο Mises.
Ασθενής αιτιώδης τεκμηρίωση και παραγνωρισμένο κόστος ευκαιρίας
Οι συσχετίσεις μεταξύ χρόνου έκθεσης στις οθόνες και προβλημάτων ψυχικής υγείας δεν αποδεικνύουν ούτε ότι η κρατική απαγόρευση αποτελεί τη λύση ούτε ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι η κυρίαρχη αιτία.
Οι επιδράσεις διαφέρουν σημαντικά από άτομο σε άτομο: μια μειονότητα υφίσταται σημαντικές βλάβες, ενώ μια μεγαλύτερη ομάδα αποκομίζει οφέλη ή δεν επηρεάζεται ουσιωδώς. Τα αποτελέσματα εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το πλαίσιο χρήσης, τις προϋπάρχουσες καταστάσεις, το οικογενειακό περιβάλλον και τις δυνατότητες κοινωνικής συναναστροφής εκτός διαδικτύου. Οι οριζόντιοι κανόνες αγνοούν αυτή την ανομοιογένεια.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παρέχουν επίσης πληροφόρηση, επικοινωνία με συνομηλίκους, διεξόδους δημιουργικής έκφρασης και ευκαιρίες επιχειρηματικής δραστηριοποίησης. Ο καθολικός αποκλεισμός από αυτά στερεί τα αντίστοιχα οφέλη από κάθε παιδί, με αντάλλαγμα μια αβέβαιη μείωση των βλαβών για ορισμένα παιδιά.
Η αγορά ήδη ανταποκρίνεται στη ζήτηση των γονέων με καλύτερα εργαλεία ελέγχου, περιβάλλοντα πρόσβασης διαφοροποιημένα ανά ηλικία και ανταγωνισμό μεταξύ πλατφορμών. Οι καταναγκαστικές ρυθμίσεις εκτοπίζουν αυτή τη διαδικασία ανακάλυψης και αντικαθιστούν τα σήματα κέρδους και ζημίας με πολιτικές επιταγές.
Ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, της έκφρασης και των συμβάσεων
Οι πλατφόρμες αποτελούν ιδιωτική ιδιοκτησία. Οι χρήστες - ή οι γονείς που ενεργούν για λογαριασμό ανηλίκων - συνάπτουν εθελουσίως συμβάσεις μαζί τους. Η υποχρεωτική επιβολή ηλικιακών φραγμών και απαγορεύσεων παρεμβαίνει στην ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και των συμβάσεων.
Οι ανήλικοι έχουν επίσης συμφέροντα άξια προστασίας ως προς την έκφραση και την πρόσβαση στην πληροφόρηση. Ο συλλήβδην αποκλεισμός τους υπερβαίνει ό,τι είναι αναγκαίο για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων σχεδιαστικών χαρακτηριστικών - όπως η ατέρμονη κύλιση (scrolling) και οι ειδοποιήσεις - που θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με λιγότερο καταναγκαστικά μέσα ή με εργαλεία γονικού ελέγχου. Σε παρόμοιο σκεπτικό στηρίζονται και παλαιότερες δικαστικές αποφάσεις στις ΗΠΑ που ακύρωσαν υπέρμετρα ευρείς περιορισμούς της διαδικτυακής πρόσβασης των ανηλίκων.
Η απολυτοποίηση της ασφάλειας και η διαμόρφωση χαρακτήρα
Αυτού του είδους η κρατική «προστασία» καλλιεργεί την εξάρτηση από εξωτερικά επιβαλλόμενους κανόνες, αντί να ενθαρρύνει τη σταδιακή ανάπτυξη της αυτορρύθμισης, της κρίσης και της ψυχικής ανθεκτικότητας που απαιτεί η εφηβεία.
Η μιζεσιανή και η κλασική φιλελεύθερη παράδοση προκρίνουν την εκπαίδευση σε εθελοντική βάση, την καινοτομία της αγοράς και την οικογενειακή ευθύνη, αντί της απολυτοποίησης της ασφάλειας που διευρύνει την κρατική εξουσία «για χάρη των παιδιών».
Εν ολίγοις, το μέτρο επεκτείνει την κρατική εξουσία στην οικογενειακή ζωή, υποκαθιστά τη γνώση των γονέων με την κρίση της πολιτικής εξουσίας, δημιουργεί προβλέψιμα προβλήματα παράκαμψης και κόστη επιτήρησης και στηρίζεται σε υπερβολικούς ισχυρισμούς περί αιτιώδους συνάφειας.
Η μιζεσιανή εναλλακτική είναι σαφής: η απόφαση να παραμείνει στους γονείς, η αγορά και η κοινωνία των πολιτών να μπορούν να προσφέρουν εργαλεία και πληροφόρηση και το κράτος να περιορίζεται στην προστασία από πραγματικές επιθετικές προσβολές, αντί να επιβάλλει προκαθορισμένα κοινωνικά αποτελέσματα.




