Μεταφράσεις16 Σεπτεμβρίου 202657 λεπτά ανάγνωσης

«Ο Άνθρωπος η Οικονομία και το Κράτος», με το έργο «Εξουσία και Αγορά» (“Man, Economy, and State with Power and Market”) του Murray Rothbard (work in progress)

Μετάφραση του magnum opus του Murray N. Rothbard «Ο Άνθρωπος η Οικονομία και το Κράτος», με το έργο «Εξουσία και Αγορά»

Λόγω του όγκου του έργου τα κεφάλαια θα καταστούν διαθέσιμα σε μορφή pdf στο εγγύς μέλλον και ο αναγνώστης θα παραπέμπεται στο σχετικό σύνδεσμο. Ακολουθεί η Εισαγωγή και ο Πρόλογος του μεγαλειώδους έργου του Murray N. Rothbard:

Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος: Μία Πραγματεία της Οικονομικής Επιστήμης

Εισαγωγή Μεταφραστή

Πριν από τις τιμές, υπάρχει η επιλογή. Πριν από το κεφάλαιο, η απόφαση να αναβληθεί μια ικανοποίηση. Πριν από την αγορά, ο άνθρωπος που αναγνωρίζει μια ανάγκη, διακρίνει μια δυνατότητα και επιχειρεί να μεταβάλει τον κόσμο γύρω του. Από αυτή την απλή, αλλά ανεξάντλητη αφετηρία ξεκινά ο Murray N. Rothbard στο Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος. Και από αυτήν επιχειρεί να ανασυγκροτήσει ολόκληρο το οικοδόμημα της οικονομικής επιστήμης.

Το έργο που έχει μπροστά του ο αναγνώστης δεν είναι μια συλλογή αποσπασματικών θεωριών ούτε ένα εγχειρίδιο τεχνικών για τη διαχείριση οικονομικών μεγεθών. Είναι μια συστηματική πραγματεία με τη μεγάλη, απαιτητική έννοια του όρου: μια προσπάθεια να συνδεθούν τα επιμέρους φαινόμενα με τις θεμελιώδεις αρχές τους και να καταδειχθεί ότι πίσω από την πολυπλοκότητα της οικονομικής ζωής υπάρχει μια λογική δομή προσιτή στην ανθρώπινη κατανόηση. Ο Rothbard δεν ζητεί από τον αναγνώστη να απομνημονεύσει συμπεράσματα. Τον καλεί να παρακολουθήσει την οικοδόμησή τους.

Η αφετηρία του είναι η πραξεολογία, η γενική θεωρία της ανθρώπινης δράσης που ανέπτυξε ο Ludwig von Mises. Ο άνθρωπος δρα: χρησιμοποιεί μέσα για να επιτύχει σκοπούς. Η πρόταση μοιάζει αυτονόητη. Οι συνέπειές της, όμως, κάθε άλλο παρά ασήμαντες είναι. Η δράση προϋποθέτει ότι κάτι δεν μας ικανοποιεί πλήρως, ότι μπορούμε να φανταστούμε μια προτιμότερη κατάσταση και ότι πιστεύουμε πως υπάρχει κάποιος τρόπος να την προσεγγίσουμε. Προϋποθέτει επίσης επιλογή, επειδή τα μέσα δεν επαρκούν για όλους τους σκοπούς· χρόνο, επειδή η επιδίωξη προηγείται της εκπλήρωσης· και αβεβαιότητα, επειδή το αποτέλεσμα δεν είναι ήδη γνωστό.

Από εδώ αποκτούν το περιεχόμενό τους οι βασικές οικονομικές έννοιες. Η αξία δεν βρίσκεται μέσα στα πράγματα, αλλά στη σχέση τους με τους ανθρώπινους σκοπούς. Το κόστος δεν είναι απλώς μια χρηματική δαπάνη, αλλά η ευκαιρία από την οποία παραιτούμαστε όταν επιλέγουμε. Το κεφάλαιο δεν είναι ένας ομοιογενής όγκος παραγωγικής δύναμης, αλλά ένα πλέγμα παραγόμενων μέσων, διαφορετικών χρήσεων και χρονικών αποστάσεων από την κατανάλωση. Και η επιχειρηματικότητα δεν περιορίζεται στην κατοχή μιας επιχείρησης· εκφράζει την ανάγκη να αποφασίζουμε στο παρόν για έναν κόσμο που δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί.

Ο απομονωμένος άνθρωπος που συλλέγει καρπούς και κατασκευάζει ένα εργαλείο δεν αποτελεί διακοσμητικό παράδειγμα. Επιτρέπει να διακριθούν, χωρίς τον θόρυβο της σύνθετης οικονομίας, η εργασία από τη σχόλη (leisure), η κατανάλωση από την αποταμίευση, η παραγωγικότητα από την προτίμηση για το παρόν. Όταν αργότερα εμφανίζονται η ανταλλαγή, το χρήμα, οι επιχειρήσεις και η πολυεπίπεδη παραγωγή, οι αρχικές σχέσεις δεν εγκαταλείπονται. Αναπτύσσονται σε όλη τους την έκταση.

Έτσι, η αγορά αναδύεται όχι ως απρόσωπη οντότητα με δική της βούληση, αλλά ως διαδικασία στην οποία συναντώνται διαφορετικές γνώσεις, επιδιώξεις και προσδοκίες. Οι τιμές συνδέουν επιλογές ανθρώπων που συχνά δεν γνωρίζονται και δεν μοιράζονται τους ίδιους σκοπούς. Τα κέρδη και οι ζημίες φανερώνουν την επιτυχία ή την αποτυχία επιχειρηματικών εκτιμήσεων. Η παραγωγή εμφανίζεται ως διαχρονικό εγχείρημα συντονισμού: μια διαρκής προσπάθεια να συνδυαστούν οι διαθέσιμοι πόροι με ανάγκες που θα εκδηλωθούν στο μέλλον.

Ο Rothbard, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην ανασύνθεση μιας παραδεδομένης διδασκαλίας. Αναπτύσσει τις θέσεις της Αυστριακής Σχολής, επανεξετάζει κεντρικές έννοιες και συγκρούεται με καθιερωμένες θεωρίες για τον ανταγωνισμό, το μονοπώλιο, το χρήμα και την οικονομική ευημερία. Η γραφή του είναι αναλυτική, αλλά όχι άχρωμη· αυστηρή ως προς τη φιλοδοξία της, αλλά συχνά αιχμηρή στην αντιπαράθεση. Δεν αποκρύπτει τις διαφωνίες πίσω από μια επίφαση ουδετερότητας. Τις εκθέτει εκεί όπου θεωρεί ότι κρίνονται τα θεμέλια της εξήγησης.

Με το έργο Εξουσία και Αγορά, η έρευνα στρέφεται από την εθελούσια συνεργασία στην καταναγκαστική παρέμβαση. Τι αλλάζει όταν μια επιλογή επιβάλλεται; Πώς επηρεάζονται η παραγωγή και η ανταλλαγή όταν οι τιμές καθορίζονται διοικητικά, η είσοδος περιορίζεται ή οι πόροι μεταφέρονται μέσω φορολογίας; Η προσέγγιση του Rothbard απαιτεί να εξετάζονται όχι μόνο οι προθέσεις μιας πολιτικής, αλλά και οι συνέπειές της. Η επιθυμία για ένα αποτέλεσμα δεν αποδεικνύει ότι τα επιλεγμένα μέσα μπορούν να το επιφέρουν.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται και μια ουσιώδης διάκριση του έργου. Η οικονομική επιστήμη δεν επιλέγει τους τελικούς σκοπούς του ανθρώπου ούτε υποκαθιστά την ηθική φιλοσοφία. Μπορεί, όμως, να εξετάσει τη συνοχή των μέσων με τους σκοπούς, να αποκαλύψει τις θυσίες που συνεπάγεται μια επιλογή και να αμφισβητήσει υποσχέσεις που αγνοούν τη σπανιότητα (scarcity), τον χρόνο ή την αβεβαιότητα. Η ακρίβεια αυτής της διάκρισης είναι απαραίτητη τόσο για την κατανόηση όσο και για την κριτική του Rothbard.

Η ανάγνωση αυτής της πραγματείας δεν απαιτεί εκ των προτέρων συμφωνία. Απαιτεί κάτι δυσκολότερο και γονιμότερο: προθυμία να ακολουθήσει κανείς ένα επιχείρημα από τις προκείμενες (ή θεμελιώδεις παραδοχές) έως τα συμπεράσματά του. Όποιος διαφωνεί θα βρει σαφείς θέσεις με τις οποίες μπορεί να αναμετρηθεί. Όποιος συμφωνεί θα κληθεί να γνωρίσει τους λόγους της συμφωνίας του.

Σε αυτό έγκειται η διαρκής αξία ενός μεγάλου συστηματικού έργου. Δεν προσφέρει απλώς απαντήσεις· μεταβάλλει τον τρόπο με τον οποίο τίθενται τα ερωτήματα. Στις σελίδες που ακολουθούν, η οικονομική ζωή επιστρέφει στην ανθρώπινη κλίμακά της, όχι για να απλουστευθεί, αλλά για να κατανοηθεί. Πίσω από κάθε παραγωγική διαδικασία βρίσκεται χρόνος που αφιερώθηκε. Πίσω από κάθε κόστος, μια δυνατότητα που εγκαταλείφθηκε. Και πίσω από κάθε ανταλλαγή, δύο άνθρωποι που προσδοκούν ότι μπορούν να βρεθούν σε καλύτερη θέση από εκείνη στην οποία βρίσκονταν πριν.

Πραξεολόγος

Εισαγωγή στη δεύτερη έκδοση του Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος

Του Joseph T. Salerno

Ο MURRAY ROTHBARD* άρχισε να εργάζεται πάνω σε αυτό το μνημειώδες έργο την 1η Ιανουαρίου 1952.1 Στις 5 Μαΐου 1959, ο Rothbard έγραψε στον πνευματικό του καθοδηγητή, Ludwig von Mises, αναγγέλλοντάς του: «È finito!».2 Τα περισσότερα από επτά χρόνια που χρειάστηκε ο Rothbard για να ολοκληρώσει το Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος συνέπεσαν με μία από τις πιο άγονες και οπισθοδρομικές, έως τότε, δεκαετίες στην ιστορία της επιστημονικής οικονομικής σκέψης, από τη γέννηση της επιστήμης στη συστηματική πραγματεία του Richard Cantillon, που δημοσιεύθηκε το 1755.3 Δεδομένου του προοδευτικού εκφυλισμού της οικονομικής σκέψης καθ’ όλη τη δεκαετία του 1950, η τελική έκδοση της πραγματείας του Rothbard το 1962 αποτέλεσε ορόσημο στην ανάπτυξη της ορθής οικονομικής θεωρίας και γεγονός που διέσωσε την επιστήμη από την αυτοκαταστροφή.

Η εποχή της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης εγκαινιάστηκε με την έκδοση του θεμελιώδους έργου του Carl Menger, Αρχές οικονομικής επιστήμης, το 1871. Σε αυτό το ολιγοσέλιδο βιβλίο, ο Menger παρουσίασε την ορθή προσέγγιση της θεωρητικής έρευνας στην οικονομική επιστήμη και ανέπτυξε ορισμένες από τις άμεσες συνεπαγωγές της. Ειδικότερα, ο Menger επιδίωξε να εντοπίσει τους αιτιώδεις νόμους που καθόριζαν τις τιμές τις οποίες παρατηρούσε να καταβάλλονται καθημερινά στις πραγματικές αγορές.4 Ο δηλωμένος στόχος του ήταν να διατυπώσει μια ρεαλιστική θεωρία των τιμών, η οποία θα παρείχε μια ενοποιημένη εξήγηση της διαμόρφωσης των φαινομένων της αγοράς, έγκυρη σε κάθε χρόνο και τόπο.5 Οι έρευνες του Menger τον οδήγησαν στην ανακάλυψη ότι όλες οι αγοραίες τιμές, τα επίπεδα των μισθών, οι πρόσοδοι και τα επιτόκια μπορούσαν τελικά να αναχθούν στις επιλογές και τις πράξεις των καταναλωτών, οι οποίοι επιδίωκαν να ικανοποιήσουν τις σημαντικότερες ανάγκες τους «οικονομώντας» σπάνια μέσα ή «οικονομικά αγαθά». Έτσι, για τον Menger, όλες οι τιμές, οι πρόσοδοι, τα επίπεδα των μισθών και τα επιτόκια ήταν το αποτέλεσμα των αξιολογικών κρίσεων μεμονωμένων καταναλωτών, οι οποίοι επέλεγαν μεταξύ συγκεκριμένων μονάδων διαφορετικών αγαθών σύμφωνα με τις υποκειμενικές τους αξίες ή τις «οριακές χρησιμότητές» τους, για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο που επινόησε ο μαθητής του Friedrich Wieser. Με αυτή τη θεμελιώδη διαπίστωση γεννήθηκε η σύγχρονη οικονομική επιστήμη.

Η αιτιώδης-ρεαλιστική προσέγγιση του Menger στη συγκρότηση της οικονομικής θεωρίας άρχισε σύντομα να προσελκύει εξέχοντες οπαδούς τόσο στην Αυστρία όσο και, αργότερα, σε ολόκληρη την ηπειρωτική Ευρώπη και στις αγγλόφωνες χώρες. Αυτό που έμελλε να ονομαστεί «Αυστριακή Σχολή» αναπτύχθηκε ραγδαία ως προς το κύρος και τον αριθμό των μελών του, και έως τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο η θεωρητική έρευνα που βασιζόταν στην αιτιώδη-ρεαλιστική προσέγγιση θεωρούνταν η αιχμή της οικονομικής επιστήμης. Για διάφορους λόγους, μετά τον πόλεμο η σχολή υπέστη μια εκπληκτικά ταχεία παρακμή, ιδίως στη Μεγάλη Βρετανία και στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και στην Αυστρία. Ήδη κατά τη δεκαετία του 1920, η αιτιώδης-ρεαλιστική προσέγγιση είχε επισκιαστεί από την προσέγγιση της μερικής ισορροπίας του Alfred Marshall στη Μεγάλη Βρετανία, στις ΗΠΑ και ακόμη και σε τμήματα της ηπειρωτικής Ευρώπης. Η αίγλη της υποχώρησε ακόμη περισσότερο με την εισαγωγή της μαθηματικής προσέγγισης της γενικής ισορροπίας του Léon Walras στον αγγλόφωνο κόσμο στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Λίγο αργότερα, η προσέγγιση του Menger σχεδόν ενταφιάστηκε από την κεϋνσιανή επανάσταση. Ως εκ τούτου, έως την έναρξη του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου είχε παύσει να υπάρχει ένα δίκτυο οικονομολόγων με συνείδηση της κοινής τους ταυτότητας και θεσμική παρουσία, οι οποίοι να ασχολούνται ενεργά με τη διδασκαλία και την έρευνα στην παράδοση του Menger.6

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, μια νέα και ασφυκτική ορθοδοξία, γνωστή ως «νεοκλασική σύνθεση», είχε επιβληθεί στην οικονομική επιστήμη, ιδίως στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτή η αποκαλούμενη «σύνθεση» ήταν στην πραγματικότητα ένα συνονθύλευμα των τριών ετερόκλητων προσεγγίσεων που είχαν παραμερίσει την αιτιώδη-ρεαλιστική προσέγγιση του Menger κατά τον Μεσοπόλεμο. Ανακάτευε αδιακρίτως τις προσεγγίσεις των Marshall και Walras στον προσδιορισμό των τιμών με την κεϋνσιανή μακροοικονομική. Οι δύο πρώτες προσεγγίσεις επικεντρώνονταν στενά στην ανάλυση του προσδιορισμού μη πραγματικών τιμών ισορροπίας, είτε σε μεμονωμένες αγορές —μερική ισορροπία— είτε σε όλες τις αγορές ταυτόχρονα —γενική ισορροπία. Η κεϋνσιανή μακροοικονομική αρνούνταν εντελώς την αποτελεσματικότητα του συστήματος τιμών στον συντονισμό των διαφόρων τομέων μιας οικονομίας που αντιμετώπιζε «ανεπάρκεια της συνολικής ζήτησης». Αυτή η τελευταία κατάσταση υποτίθεται ότι είχε προκαλέσει τη Μεγάλη Ύφεση, ενώ ο Keynes και οι οπαδοί του ισχυρίζονταν επιπλέον ότι αποτελούσε ενδημικό χαρακτηριστικό της οικονομίας της αγοράς. Η νεοκλασική σύνθεση διακήρυσσε, επομένως, ότι το σύστημα τιμών λειτουργούσε αποτελεσματικά ως προς την κατανομή των σπάνιων πόρων μόνον εφόσον η κυβέρνηση χρησιμοποιούσε επιδέξια τη δημοσιονομική και τη νομισματική πολιτική, ώστε να διατηρεί στην οικονομία ένα επίπεδο συνολικής ζήτησης ή συνολικής δαπάνης επαρκές για να απορροφήσει την παραγωγή που αντιστοιχούσε σε πλήρη απασχόληση.

Αυτή η νέα ορθοδοξία προωθούσε επίσης την υπερεξειδίκευση και την αντίστοιχη διάσπαση της οικονομικής επιστήμης σε ένα συνονθύλευμα στεγανών επιμέρους κλάδων. Ακόμη και ο θεωρητικός πυρήνας της οικονομικής επιστήμης είχε πλέον διαιρεθεί σε «μικροοικονομική» και «μακροοικονομική», οι οποίες φαινομενικά συνδέονταν ελάχιστα μεταξύ τους. Τα εξειδικευμένα περιοδικά πολλαπλασιάζονταν, επιφέροντας ριζική αλλαγή στην ερευνητική κουλτούρα, με ιδιαίτερη έμφαση στη συγγραφή και την ανάγνωση των πιο πρόσφατων άρθρων των περιοδικών. Τα λίγα βιβλία που εκδίδονταν ήταν τεχνικές μονογραφίες ή υπεραπλουστευμένα διδακτικά εγχειρίδια· η εποχή της μεγάλης συστηματικής πραγματείας περί οικονομικής θεωρίας είχε φτάσει στο τέλος της.7

Σχεδόν ο μόνος που αντιστάθηκε σε αυτή τη διανοητική επανάσταση ήταν ο Ludwig von Mises. Με την έκδοση, το 1940, του Nationalökonomie, του γερμανόγλωσσου προδρόμου της Ανθρώπινης δράσης, ο Mises αποκατέστησε μόνος του και προήγαγε σημαντικά το σύστημα της αιτιώδους-ρεαλιστικής οικονομικής θεωρίας.8 Ειδικότερα, ενοποίησε τη θεωρία της αξίας και των τιμών του Menger με τη δική του προγενέστερη αναδιατύπωση της νομισματικής θεωρίας. Επιπλέον, θεμελίωσε αυστηρά ολόκληρο το σύστημα της οικονομικής θεωρίας σε μια ευρύτερη επιστήμη της ανθρώπινης δράσης, την οποία ο ίδιος είχε εκθέσει σε προηγούμενα έργα του και τώρα ανέπτυσσε περαιτέρω. Αυτή την επιστήμη της ανθρώπινης δράσης την ονόμασε πλέον «πραξεολογία». Δυστυχώς, η μεγάλη πραγματεία του Mises αγνοήθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά από τη μεταπολεμική κοινότητα των οικονομολόγων.9 Ωστόσο, μολονότι δεν κατόρθωσε να εμπνεύσει μια άμεση αναζωογόνηση του επιστημονικού κινήματος του Menger, η Ανθρώπινη δράση έθεσε πράγματι τα θεμέλια για τη μεταγενέστερη αναβίωσή του. Το έναυσμα για αυτή την αναβίωση επρόκειτο να δώσει η έκδοση του Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος το 1962.10

Όταν ο Rothbard άρχισε να εργάζεται πάνω σε αυτό που επρόκειτο να εξελιχθεί σε ολοκληρωμένη πραγματεία, αντιλαμβανόταν το εγχείρημα ως ένα βιβλίο κατάλληλο τόσο για μη ειδικούς αναγνώστες όσο και για πανεπιστημιακή διδασκαλία, το οποίο θα έφερνε «στην επιφάνεια και θα αποσαφήνιζε τον βαθμιαίο, βήμα προς βήμα χαρακτήρα του οικοδομήματος που είχε κατασκευάσει ο Mises, αλλά που λίγο πολύ θεωρούσε δεδομένο ότι οι αναγνώστες του θα κατανοούσαν».11 Αυτό ήταν αναγκαίο επειδή η Ανθρώπινη δράση απευθυνόταν σε επιστημονικό κοινό, και ο Mises είχε, κατά συνέπεια, θεωρήσει τους αναγνώστες του ήδη σε μεγάλο βαθμό εξοικειωμένους με πολλές από τις έννοιες και τα θεωρήματα αυτού που αποκαλούσε «σύγχρονη υποκειμενιστική οικονομική θεωρία». Έτσι, ο Rothbard σκόπευε «να κάνει για τον Mises ό,τι έκανε ο McCulloch για τον Ricardo», δηλαδή να καταστήσει το έργο του κατανοητό σε ένα ευφυές αναγνωστικό κοινό μη ειδικών.12

Ο Rothbard, όμως, συνειδητοποίησε σύντομα ότι το αρχικό του σχέδιο ήταν εσφαλμένο και έπρεπε να εγκαταλειφθεί για τρεις λόγους. Πρώτον, η παραδοσιακή μορφή του διδακτικού εγχειριδίου ήταν υπερβολικά ασυστηματοποίητη ως προς τη διάταξη και την πραγμάτευση των διαφόρων θεμάτων, ώστε να επιτρέπει την ανάπτυξη της οικονομικής θεωρίας με τον λογικό, βήμα προς βήμα τρόπο που είχε οραματιστεί ο Rothbard. Ως εκ τούτου, δεν επαρκούσε για να μεταδώσει μια «αίσθηση της μεγάλης εμβέλειας, του συνεκτικού συστήματος που ενοποιεί και διαπερνά όλες τις όψεις της ορθής οικονομικής διδασκαλίας».13 Δεύτερον, ο Rothbard ανακάλυψε ότι υπήρχαν «πολλά κενά» στο «οικονομικό όργανον» του Mises, τα οποία έπρεπε να «συμπληρώσει» ο ίδιος.14 Επιπλέον, οι βήμα προς βήμα παραγωγικοί συλλογισμοί του Rothbard τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι η θεωρία του Mises περί μονοπωλίου, την οποία ασπαζόταν η πλειονότητα των οικονομολόγων της παράδοσης του Menger, ήταν ανεπανόρθωτα ελαττωματική και έπρεπε να αναθεωρηθεί πλήρως. Το βιβλίο, επομένως, αποδεικνυόταν ότι θα «περιλάμβανε σημαντική πρωτότυπη συμβολή» εκ μέρους του Rothbard. Τρίτον, καθώς προχωρούσε στη συγγραφή του βιβλίου, ο Rothbard ερευνούσε ταυτόχρονα τη βιβλιογραφία και διάβαζε εκτενώς, και άρχισε να συνειδητοποιεί ότι η Ανθρώπινη δράση είχε αναδυθεί από μια πολύ ευρεία παράδοση, η οποία περιλάμβανε πολύ περισσότερους οικονομολόγους από τον Mises, τους διάσημους προκατόχους του και τους άμεσους μαθητές του —όπως ο Friedrich A. Hayek— στην ίδια την αυστριακή κοιτίδα της σχολής. Επιπλέον, καθώς ο Rothbard διάβαζε και έγραφε, του γινόταν ολοένα σαφέστερο ότι τα διάφορα νήματα αυτής της θεωρητικής παράδοσης, η οποία περιλάμβανε πολλές σημαντικές αμερικανικές και βρετανικές συμβολές πέρα από τα μεγάλα αυστριακά έργα, δεν είχαν ακόμη ενοποιηθεί πλήρως ούτε οι αρχές τους είχαν αποτυπωθεί ολοκληρωμένα σε μια συστηματική πραγματεία. Κατά συνέπεια, ο Rothbard συμπέρανε ότι «πολλά ουσιώδη σημεία πρέπει να συναχθούν με πρωτότυπους παραγωγικούς συλλογισμούς ή με τη βοήθεια άλλων έργων» και, επομένως, «το βιβλίο δεν μπορεί να είναι απλώς μια παράφραση της Ανθρώπινης δράσης».15 Το σχεδιαζόμενο βιβλίο του Rothbard μεταμορφώθηκε έτσι, κατά την ίδια τη διαδικασία της συγγραφής του, από μια απλή έκθεση των αρχών της παραδεδομένης διδασκαλίας της Αυστριακής Σχολής υπό στενή έννοια σε μια πραγματεία που ανέπτυσσε ένα πλήρες σύστημα οικονομικής θεωρίας και περιλάμβανε πολλά πρωτότυπα, ακόμη και ριζικά νέα, παραγωγικά συμπεράσματα και θεωρήματα.

Ο ίδιος ο Mises αναγνώρισε αμέσως τη βαθιά πρωτοτυπία και τη σημασία της συμβολής του Rothbard. Στην κριτική του για το Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος, ο Mises έγραψε ότι ο Rothbard

εντάσσεται στις τάξεις των επιφανών οικονομολόγων δημοσιεύοντας ένα ογκώδες έργο, μια συστηματική πραγματεία περί οικονομικής επιστήμης. … Σε κάθε κεφάλαιο της πραγματείας του, ο Rothbard … υιοθετεί τις καλύτερες διδασκαλίες των προκατόχων του … και προσθέτει σε αυτές εξαιρετικά σημαντικές παρατηρήσεις. …16

Ο Mises συνέχισε χαρακτηρίζοντας το έργο του Rothbard ως

… μια συμβολή που εγκαινιάζει νέα εποχή στη γενική επιστήμη της ανθρώπινης δράσης, την πραξεολογία, και στο πρακτικά σημαντικότερο και έως τώρα καλύτερα επεξεργασμένο τμήμα της, την οικονομική επιστήμη. Στο εξής, όλες οι ουσιώδεις μελέτες σε αυτούς τους γνωστικούς κλάδους θα πρέπει να λαμβάνουν πλήρως υπόψη τις θεωρίες και τις κριτικές που αναπτύσσει ο Δρ. Rothbard.17

Δεδομένων των απαιτητικών επιστημονικών κριτηρίων του Mises και της γνωστής του φειδούς στους επαίνους για επιστημονικές συμβολές, πρόκειται πράγματι για εξαιρετικά υψηλό έπαινο για ένα βιβλίο που εκδόθηκε από έναν οικονομολόγο ηλικίας τριάντα έξι ετών.18 Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι ο Mises θεωρούσε προφανώς πως το έργο του Rothbard εγκαινίαζε μια νέα εποχή στη σύγχρονη οικονομική επιστήμη.

Ο ίδιος ο Rothbard δεν δίσταζε να επισημαίνει τα σημεία στα οποία θεωρούσε ότι η πραγματεία του είχε αποκλίνει από το έργο του Mises ή το είχε προαγάγει. Πρώτη μεταξύ των θεωρητικών καινοτομιών του Rothbard ήταν η διατύπωση μιας πλήρους και ενοποιημένης θεωρίας της παραγωγής. Προηγουμένως, η θεωρία της παραγωγής στην αιτιώδη-ρεαλιστική ανάλυση βρισκόταν σε κατάσταση αταξίας και αποτελούνταν από μια σειρά ανεξάρτητων και αντικρουόμενων ρευμάτων σκέψης, τα οποία πραγματεύονταν απομονωμένα το κεφάλαιο και τον τόκο, τη θεωρία της οριακής παραγωγικότητας, τη θεωρία της προσόδου, την επιχειρηματικότητα και ούτω καθεξής. Κάπως έκπληκτος από αυτό το χάσμα στη θεωρία της παραγωγής, ο Rothbard σχολίασε:

Ο Mises παρέχει ελάχιστες λεπτομέρειες σχετικά με τη θεωρία της παραγωγής και, κατά συνέπεια, χρειάστηκε να κάνω πολλές άκαρπες αρχικές απόπειρες και να καταβάλω μεγάλη προσπάθεια που αποδείχθηκε μάταιη, προτού καταλήξω σε αυτό που με ικανοποιούσε ως καλή Θεωρία της Παραγωγής. (Αυτό συνεπαγόταν την απελευθέρωση από το 90 τοις εκατό της ύλης των σημερινών διδακτικών εγχειριδίων.)19

Στο Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος, ο Rothbard αναπτύσσει μια ενιαία και συστηματική πραγμάτευση της δομής της παραγωγής, της θεωρίας του κεφαλαίου και του τόκου, του προσδιορισμού των τιμών των συντελεστών παραγωγής, της θεωρίας της προσόδου και του ρόλου της επιχειρηματικότητας στην παραγωγή. Επιπλέον, η θεωρία της παραγωγής παρουσιάζεται ως μέρος του πυρήνα της οικονομικής ανάλυσης και καταλαμβάνει πέντε από τα δώδεκα κεφάλαια του βιβλίου και περίπου το 30 τοις εκατό του κειμένου του. Ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του Rothbard στη θεωρία της παραγωγής ήταν η ανάπτυξη μιας θεωρίας του κεφαλαίου και του τόκου που ενοποιούσε την ανάλυση της χρονικής δομής της παραγωγής των Knut Wicksell και Hayek με τη θεωρία της αμιγούς χρονικής προτίμησης που είχαν εκθέσει οι Frank A. Fetter και Ludwig von Mises. Μολονότι οι ρίζες και των δύο αυτών ρευμάτων σκέψης μπορούν να αναχθούν στο έργο του Böhm-Bawerk, η δική του έκθεση ήταν συγκεχυμένη και δημιουργούσε φαινομενικά ανεπίλυτες αντιφάσεις μεταξύ τους.20 Στη συνέχεια αναπτύχθηκαν χωριστά, έως ότου ο Rothbard αποκάλυψε την εγγενή λογική τους σύνδεση.

Παρά τον πλουσιοπάροχο έπαινο του Mises για το βιβλίο ως άλμα προόδου που εγκαινίαζε νέα εποχή στην οικονομική επιστήμη, καθώς και την ευρεία αναγνώριση, μεταξύ πολλών οπαδών, παρατηρητών και επικριτών του σύγχρονου αυστριακού κινήματος, ότι το Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος αποτελεί πράγματι θεμελιώδες έργο στην αναγέννηση της σύγχρονης αυστριακής οικονομικής σκέψης, υπάρχουν δύο κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με το βιβλίο τα οποία, παραδόξως, δεν έχουν ποτέ καν εξεταστεί, πόσο μάλλον επιλυθεί. Το πρώτο ερώτημα αφορά την ακριβή έννοια υπό την οποία η πραγματεία του Rothbard μπορεί να χαρακτηριστεί έργο «αυστριακής οικονομικής θεωρίας», καθώς και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Rothbard αντιλαμβανόταν τη σύνδεση μεταξύ της πραγματείας του και αυτού του σώματος παραδεδομένης διδασκαλίας. Το δεύτερο ερώτημα αφορά την αντίληψη του Rothbard για τη σχέση μεταξύ του θεωρητικού συστήματος που εκτίθεται στην πραγματεία του και της νεοκλασικής σύνθεσης της δεκαετίας του 1950. Όπως θα δούμε, οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα δεν είναι μόνο απροσδόκητες, αλλά και μεστές συνεπειών για την ερμηνεία των πρόσφατων εξελίξεων στην αυστριακή οικονομική σκέψη και την αξιολόγηση των μελλοντικών δυνατοτήτων και προοπτικών της.

Προτού εξετάσουμε το ζήτημα της θεωρητικής συγγένειας μεταξύ του Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος και της αυστριακής οικονομικής θεωρίας, είναι διδακτικό να διερευνήσουμε τη στάση του Mises απέναντι στην Αυστριακή Σχολή, επειδή δεν είναι τόσο απλή όσο συνήθως υποτίθεται και επηρέασε σαφώς την άποψη του Rothbard. Ήδη από το 1932, ο Mises είχε υποστηρίξει ότι όλες οι ουσιώδεις ιδέες της Αυστριακής Σχολής οικονομικής σκέψης είχαν ενσωματωθεί στο κυρίαρχο ρεύμα αυτού που αποκαλούσε «σύγχρονη υποκειμενιστική οικονομική θεωρία».21 Σύμφωνα με τον Mises,

η Αυστριακή και η Αγγλοαμερικανική Σχολή, καθώς και η Σχολή της Λωζάννης … διαφέρουν μόνο ως προς τον τρόπο με τον οποίο εκφράζουν την ίδια θεμελιώδη ιδέα και … τις χωρίζουν περισσότερο η ορολογία τους και οι ιδιομορφίες της παρουσίασής τους παρά η ουσία των διδασκαλιών τους.22

Ομολογουμένως, αυτή η άποψη διατυπώθηκε σε ένα συνέδριο οικονομικής επιστήμης στη Γερμανία, στο οποίο συμμετείχαν πολυάριθμοι εκπρόσωποι των υπολειμμάτων της Γερμανικής Ιστορικής Σχολής, που εξακολουθούσαν να ασκούν επιρροή και αντιστρατεύονταν κάθε είδος οικονομικής θεωρίας. Μπορεί ασφαλώς να υποστηριχθεί εύλογα ότι, δεδομένου αυτού του πλαισίου, οι παρατηρήσεις του Mises αποσκοπούσαν σε μια γενική υπεράσπιση της θεωρητικής έρευνας στην οικονομική επιστήμη. Πράγματι, έναν χρόνο νωρίτερα ο Mises είχε γράψει:

Στο πεδίο της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης, η Αυστριακή Σχολή έχει καταδείξει την ανωτερότητά της έναντι της Σχολής της Λωζάννης και των συγγενών προς αυτήν σχολών, οι οποίες προκρίνουν τις μαθηματικές διατυπώσεις, αποσαφηνίζοντας την αιτιώδη σχέση μεταξύ αξίας και κόστους και αποφεύγοντας ταυτόχρονα την έννοια της συνάρτησης, η οποία στην επιστήμη μας είναι παραπλανητική.23

Παρά την παραπάνω επιφύλαξη, ο Mises εξακολούθησε να υποστηρίζει ότι η ονομασία «Αυστριακή Σχολή» αποτελούσε αναχρονισμό, ισχυριζόμενος στην τελευταία δημοσίευση της σταδιοδρομίας του, το 1969, ότι η Αυστριακή Σχολή αποτελούσε κλειστό κεφάλαιο στην ιστορία της οικονομικής σκέψης ήδη περίπου από την εποχή του θανάτου του Menger, το 1921. Έως τότε, σύμφωνα με τον Mises,

όλες οι ουσιώδεις ιδέες της Αυστριακής Σχολής είχαν γίνει, σε γενικές γραμμές, αποδεκτές ως αναπόσπαστο μέρος της οικονομικής θεωρίας … και δεν γινόταν πλέον διάκριση μεταξύ μιας Αυστριακής Σχολής και της υπόλοιπης οικονομικής σκέψης. Η ονομασία «Αυστριακή Σχολή» κατέστη το όνομα που δόθηκε σε ένα σημαντικό κεφάλαιο της ιστορίας της οικονομικής σκέψης· δεν ήταν πλέον το όνομα της συγκεκριμένης αίρεσης με διδασκαλίες διαφορετικές από εκείνες που ασπάζονταν οι άλλοι οικονομολόγοι.24

Όπως σημειώθηκε, ο Mises χρησιμοποιούσε τον όρο «σύγχρονη υποκειμενιστική οικονομική θεωρία» για να περιγράψει τη νέα σύνθεση θεωρητικών προσεγγίσεων που πίστευε ότι είχε αρχίσει να αναδύεται κατά τη δεκαετία του 1920. Υπάρχουν δύο προβλήματα με αυτή την ονομασία, τα οποία ενδέχεται να εξηγούν την αμφίθυμη στάση του Mises απέναντι στην υπαγωγή των σχολών του Marshall και της Λωζάννης σε αυτήν. Πρώτον, έως τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι περισσότεροι θεωρητικοί οικονομολόγοι δήλωναν τουλάχιστον στα λόγια την αποδοχή κάποιας εκδοχής της θεωρίας της υποκειμενικής αξίας, οπότε ο υποκειμενισμός δεν αποτελούσε πλέον διακριτικό γνώρισμα μιας ιδιαίτερης προσέγγισης της θεωρητικής έρευνας. Δεύτερον, όπως έχουμε δει στη δική μας εποχή, ο υποκειμενισμός είναι ένας διαβόητα ελαστικός όρος, ο οποίος μπορεί να διευρυνθεί ώστε να δηλώνει ακόμη και τη μηδενιστική προσέγγιση της οικονομικής θεωρίας που είναι γνωστό ότι υποστήριξαν ο George Shackle, ο Ludwig Lachmann της ύστερης περιόδου και αρκετοί μεταμοντερνιστές και ερμηνευτικοί οικονομολόγοι.25

Ο Rothbard ακολούθησε προφανώς τον Mises ερμηνεύοντας τον όρο «Αυστριακή Σχολή» ως την ονομασία ενός σημαντικού κινήματος στην ιστορία της οικονομικής σκέψης. Στο κείμενο του Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος, ο Rothbard χρησιμοποιεί τους όρους «αυστριακός» ή «Αυστριακή Σχολή» τουλάχιστον δέκα φορές μέσα σε εισαγωγικά, όπως φυσικά θα έκανε αν αναφερόταν σε ένα κίνημα που είχε μόνο ιστορική σημασία για τον σύγχρονο αναγνώστη. Τις λίγες φορές που χρησιμοποιεί αυτούς τους όρους χωρίς εισαγωγικά, αυτοί παραπέμπουν σαφώς σε ιστορικές διδασκαλίες ή αντιπαραθέσεις, όπως «η θεωρία των τιμών της Αυστριακής Σχολής και του Wicksteed» ή η διαμάχη της Αυστριακής Σχολής με τον Alfred Marshall σχετικά με τη σχέση μεταξύ τιμών και κόστους. Τη μοναδική φορά που ο Rothbard αναφέρει τον όρο «αυστριακός» στον Πρόλογο της πρώτης έκδοσης, το κάνει στη φράση «οι “Αυστριακοί” οικονομολόγοι», θέτοντας τη λέξη εντός εισαγωγικών και χρησιμοποιώντας την σε μια πρόταση της οποίας τα ρήματα βρίσκονται σε παρελθοντικό χρόνο.26

Αυτή η ερμηνευτική εξέταση του κειμένου δεν αποσκοπεί να υποδηλώσει ότι ο Rothbard δεν θεωρούσε το έργο του συνέχεια της μεγάλης παράδοσης που εγκαινίασαν οι πρώτοι Αυστριακοί οικονομολόγοι. Πράγματι, ο Rothbard έγραψε για

τον μύθο που επικρατεί μεταξύ των οικονομολόγων ότι η Αυστριακή Σχολή είναι ουσιαστικά νεκρή και δεν έχει πλέον τίποτε να προσφέρει, και ότι καθετί διαχρονικής αξίας που είχε να προσφέρει είχε ουσιαστικά διατυπωθεί και ενσωματωθεί στις Αρχές του Alfred Marshall.27

Το ζητούμενο είναι, αντιθέτως, ότι στόχος του Rothbard ήταν να ανακτήσει και να προαγάγει μια πολύ ευρύτερη θεωρητική παράδοση, της οποίας τα έργα των Menger και Böhm-Bawerk αποτελούσαν αναμφισβήτητα την κεντρική ρίζα. Έτσι, στον Πρόλογό του, ο Rothbard δήλωνε: «Αυτό το βιβλίο, λοιπόν, αποτελεί μια προσπάθεια να καλυφθεί μέρος του τεράστιου κενού των 40 ετών».28 Το «κενό» στο οποίο αναφέρεται εδώ ο Rothbard χωρίζει την έκδοση του Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος από την έκδοση των τριών τελευταίων συστηματικών πραγματειών οικονομικής επιστήμης που είχαν εμφανιστεί στα αγγλικά, των Philip Wicksteed (1910), Frank Fetter (1910) και Frank Taussig (1911).29 Οι πραγματείες των Wicksteed και Fetter, ειδικότερα, εντάσσονταν σε αυτό που ο Rothbard αποκαλούσε «πραξεολογική παράδοση». Η διαδικασία τους, όπως και η δική του, ήταν «να οικοδομούν αργά και λογικά, επάνω στα βασικά αξιώματα, ένα ενοποιημένο και συνεκτικό οικοδόμημα οικονομικής αλήθειας».30 Ο κύριος λόγος για τον οποίο η πραγματεία του περιέχει πολυάριθμες αναφορές στην ιστορική Αυστριακή Σχολή ήταν ότι ο Rothbard έκρινε πως τα μέλη αυτής της σχολής είχαν «αντιληφθεί καλύτερα αυτή τη μέθοδο και την είχαν χρησιμοποιήσει πληρέστερα και πειστικότερα. Ήταν, εν ολίγοις, οι κλασικοί χρήστες της “πραξεολογικής” μεθόδου».31

Σε αντίθεση με τη «σύγχρονη υποκειμενιστική οικονομική θεωρία» του Mises, η αναφορά του Rothbard στην «πραξεολογική μέθοδο» χάραζε μια σαφή διαχωριστική γραμμή μεταξύ εκείνων που χρησιμοποιούσαν τη διαδικασία του Menger για τη λογική παραγωγή οικονομικών νόμων από ορισμένα βασικά δεδομένα της πραγματικότητας και εκείνων που δεν τη χρησιμοποιούσαν. Η «πραξεολογία» ήταν η ρητή και συνειδητή επεξεργασία, από τον Mises, αυτής της σεβάσμιας διαδικασίας ανακάλυψης των αιτιωδών νόμων που διέπουν τα φαινόμενα της αγοράς. Η πρώιμη Αυστριακή Σχολή και οι οπαδοί της, ακόμη και ορισμένοι από τους καλύτερους κλασικούς οικονομολόγους, είχαν χρησιμοποιήσει αυτή την ερευνητική μέθοδο χωρίς να έχουν πλήρη επίγνωσή της. Η πραξεολογική μέθοδος εκκινεί από την αυταπόδεικτη πραγματικότητα της ανθρώπινης δράσης και τις άμεσες συνεπαγωγές της. Στη συνέχεια εισάγει άλλες εμπειρικές παραδοχές, οι οποίες αντανακλούν τις συγκεκριμένες συνθήκες της δράσης από τις οποίες αναδύονται τα ιστορικά προσδιορισμένα φαινόμενα της αγοράς που επιδιώκει να αναλύσει ο οικονομολόγος. Αφορά, επομένως, κατ’ ανάγκην πραγματικά πράγματα. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν έχει καμία χρήση για πλάσματα και επινοήματα όπως η «αντιπροσωπευτική επιχείρηση», η «τέλεια ανταγωνιστική αγορά» ή η «συνάρτηση κοινωνικής ευημερίας»· ούτε ασχολείται με την ύπαρξη, τη μοναδικότητα και τη σταθερότητα της γενικής ισορροπίας.

Η εξαιρετικά επιλεκτική χρήση νοητικών κατασκευών από την πραξεολογική μέθοδο έχει έναν και μόνο σκοπό: τη συστηματική ανάπτυξη ενός ενιαίου σώματος θεωρίας, το οποίο περιλαμβάνει προτάσεις με ουσιαστικό νόημα σχετικά με τα αίτια των οικονομικών φαινομένων στον κόσμο όπως είναι, όπως υπήρξε ή όπως είναι πιθανό να είναι. Όπως το διατύπωσε ο Mises, η πραξεολογική μέθοδος

… μελετά τη δράση υπό μη πραγματοποιημένες και μη πραγματοποιήσιμες συνθήκες μόνο από δύο απόψεις. Ασχολείται με καταστάσεις οι οποίες, μολονότι δεν είναι πραγματικές στον παρόντα και στον παρελθόντα κόσμο, θα μπορούσαν ενδεχομένως να γίνουν πραγματικές σε κάποια μελλοντική χρονική στιγμή. Και εξετάζει μη πραγματικές και μη πραγματοποιήσιμες συνθήκες, εφόσον μια τέτοια έρευνα είναι αναγκαία για την ικανοποιητική κατανόηση όσων συμβαίνουν υπό τις συνθήκες που υφίστανται στην πραγματικότητα.32

Ο Mises κατέληγε: «Η ιδιαίτερη μέθοδος της οικονομικής επιστήμης είναι η μέθοδος των νοητικών κατασκευών. … Είναι η μόνη μέθοδος πραξεολογικής και οικονομικής έρευνας».33

Ο Rothbard έλαβε σοβαρά υπόψη αυτή τη ρήση του Mises και, επί επτά χρόνια, αφοσιώθηκε στην εφαρμογή και την τελειοποίηση της μεθόδου αυτής κατά την ανάπτυξη ενός ενοποιημένου συστήματος οικονομικής θεωρίας. Αυτό εξηγεί γιατί ο Rothbard αναγνώριζε στη χρήση της πραξεολογικής μεθόδου, και όχι σε έναν αόριστο υποκειμενιστικό προσανατολισμό, το διακριτικό γνώρισμα και την αποφασιστική δοκιμασία της επιστημονικής οικονομικής σκέψης. Κατά τη μακρά περίοδο της αδιάλειπτης προσπάθειας για τη συγγραφή του παρόντος τόμου, ο Rothbard αναδείχθηκε έτσι σε αριστοτέχνη της πραξεολογικής ερευνητικής μεθόδου. Όχι μόνο χρησιμοποίησε με δεξιοτεχνία τις διάφορες νοητικές κατασκευές των οποίων τη φύση και την ειδική χρήση είχε διατυπώσει ρητά ο Mises στην Ανθρώπινη δράση, αλλά επινόησε και νέες, όπου ήταν αναγκαίο, για να διευκολύνει την παραγωγική συναγωγή νέων θεωρημάτων που θα φώτιζαν ανεξήγητες όψεις της οικονομικής πραγματικότητας.34

Ας εξετάσουμε ένα λεπτομερές παράδειγμα για να καταδείξουμε τη διαδικασία του Rothbard. Αντιμετωπίζοντας το απαιτητικό έργο της αποσαφήνισης και συστηματοποίησης της αιτιώδους-ρεαλιστικής θεωρίας της παραγωγής, ο Rothbard υποθέτει έναν νοητό κόσμο ειδικών συντελεστών παραγωγής, στον οποίο κάθε μεμονωμένος εργαζόμενος, κάθε γεωτεμάχιο και κάθε κεφαλαιουχικό αγαθό είναι αμετάκλητα δεσμευμένα στην παραγωγή ενός και μόνο προϊόντος και δεν μπορούν να μεταφερθούν προς χρήση σε οποιαδήποτε άλλη παραγωγική διαδικασία.35 Ο Rothbard συλλαμβάνει επίσης δύο παραλλαγές αυτού του κόσμου. Στην πρώτη, οι συντελεστές που συνεργάζονται σε κάθε στάδιο μιας δεδομένης παραγωγικής διαδικασίας κατέχουν από κοινού το προϊόν —δηλαδή το κεφαλαιουχικό αγαθό— αυτού του σταδίου και, εφόσον οι υπηρεσίες όλων των κεφαλαιουχικών αγαθών ενσωματώνονται στο τελικό προϊόν, όλοι οι συντελεστές κατέχουν, κατά συνέπεια, από κοινού το τελικό αγαθό που πωλείται στους καταναλωτές έναντι χρήματος. Οι χρηματικές εισπράξεις διανέμονται στη συνέχεια σύμφωνα με τους όρους μιας εθελούσιας σύμβασης μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών των συντελεστών. Στη δεύτερη παραλλαγή, ένας μεμονωμένος κεφαλαιοκράτης ή μια κοινοπραξία κεφαλαιοκρατών αμείβει τους διάφορους συντελεστές που συμμετέχουν στην ενιαία διαδικασία πριν από την πώληση του τελικού προϊόντος στην αγορά και, ως αντάλλαγμα, αποκτά την κυριότητα των κεφαλαιουχικών αγαθών κάθε σταδίου, καθώς και του αποθέματος τελικών καταναλωτικών αγαθών και των χρηματικών εσόδων από την πώλησή του στους καταναλωτές.36 Και στις δύο παραλλαγές της κατασκευής, υποτίθεται μια ομοιόμορφα επαναλαμβανόμενη οικονομία, ώστε να γίνει αφαίρεση από τα προβλήματα της επιχειρηματικότητας.

Με τη βοήθεια αυτής της κατασκευής, ο Rothbard συνάγει παραγωγικά ορισμένα σημαντικά θεωρήματα και αρχές της παραγωγής. Πρώτον, στην περίπτωση της από κοινού κυριότητας του προϊόντος από τους συνεργαζόμενους συντελεστές γης και εργασίας, δεν υπάρχουν ανεξάρτητοι, πρωταρχικοί ιδιοκτήτες κεφαλαιουχικών αγαθών, τα οποία αποτελούν ενδιάμεσα αγαθά στην παραγωγική διαδικασία και, επομένως, μπορούν να αναχθούν στις εισροές εργασίας και γης που συνεργάστηκαν για την παραγωγή τους. Δεύτερον, και κατά συνέπεια, όλο το εισόδημα στην παραγωγή συνίσταται σε μισθούς και γαιοπροσόδους· τα κεφαλαιουχικά αγαθά, τα οποία είναι απλώς ενδιάμεσοι σταθμοί στην πορεία προς το τελικό προϊόν, δεν αποφέρουν καμία καθαρή πρόσοδο στους ιδιοκτήτες τους. Τρίτον, όλοι οι συνεργαζόμενοι εργαζόμενοι και ιδιοκτήτες γης πρέπει να περιμένουν για το εισόδημά τους από την έναρξη της παραγωγικής διαδικασίας έως την ολοκλήρωσή της και την επακόλουθη πώληση του τελικού προϊόντος στους καταναλωτές. Επομένως, τέταρτον, το ύψος του συνολικού εισοδήματος των συνεργαζόμενων ιδιοκτητών των συντελεστών εξαρτάται αποκλειστικά και πλήρως από τη ζήτηση των καταναλωτών για το προϊόν τους. Μια σχετική μετατόπιση της σχετικής καταναλωτικής ζήτησης μεταξύ τελικών αγαθών θα επιβαρύνει αποκλειστικά και πλήρως τους ειδικούς συντελεστές που συμμετέχουν στην παραγωγή των επηρεαζόμενων προϊόντων.

Μόλις εισαχθεί ο κεφαλαιοκράτης σε αυτόν τον πλασματικό κόσμο, καθίσταται αμέσως προφανής μια πέμπτη αρχή: η λειτουργία του κεφαλαιοκράτη είναι να απαλλάσσει τους ιδιοκτήτες των συντελεστών από το βάρος της αναμονής για την απόκτηση εισοδήματος, καθώς τους προκαταβάλλει παρούσες χρηματικές πληρωμές από τις συσσωρευμένες αποταμιεύσεις του για το κοινό προϊόν των υπηρεσιών της εργασίας και της γης τους. Ως αντάλλαγμα για αυτούς τους παρόντες μισθούς και προσόδους, ο κεφαλαιοκράτης λαμβάνει απόδοση υπό μορφή τόκου επί των επενδεδυμένων κεφαλαίων του, η οποία βασίζεται στη χρονική προτίμηση και αντανακλά την έκπτωση στην αξία των αναμενόμενων μελλοντικών χρηματικών εσόδων που πρόκειται να εισπράξει, σε σχέση με τις παρούσες χρηματικές πληρωμές που πραγματοποιεί για τις υπηρεσίες των συντελεστών. Αντιστρόφως, οι ιδιοκτήτες των συντελεστών συναινούν σε αυτή την αφαίρεση από το πλήρες τίμημα πώλησης του προϊόντος τους, η οποία ενσωματώνεται στις προεξοφλημένες πληρωμές μισθών και προσόδων που λαμβάνουν από τον κεφαλαιοκράτη, επειδή αυτές οι παρούσες πληρωμές τούς αποδεσμεύουν από τη χρονική διάσταση της παραγωγικής διαδικασίας. Μια έκτη αρχή είναι ότι, ακόμη και σε έναν κόσμο όπου ολόκληρη η παραγωγική διαδικασία ανήκει σε κεφαλαιοκράτες, τα κεφαλαιουχικά αγαθά εξακολουθούν να μην δημιουργούν καθαρό χρηματικό εισόδημα για τους ιδιοκτήτες τους, επειδή η καθαρή απόδοση υπό μορφή τόκου που αποκομίζουν οι κεφαλαιοκράτες-ιδιοκτήτες προέρχεται εξ ολοκλήρου από την έκπτωση που ενσωματώνεται στους παρόντες μισθούς και προσόδους οι οποίοι καταβάλλονται στους ιδιοκτήτες των συντελεστών εργασίας και γης, που είναι οι μόνοι αποδέκτες καθαρού εισοδήματος σε έναν κόσμο χωρίς κεφαλαιοκράτες. Έτσι, τα εισοδήματα από μισθούς, προσόδους και τόκους εξαντλούν, από λογική άποψη, το σύνολο των εισπράξεων από την πώληση του τελικού προϊόντος, χωρίς να αφήνουν υπόλοιπο για καθαρές πληρωμές προς τα κεφαλαιουχικά αγαθά.37

Αυτή η ανάλυση του υποθετικού κόσμου των αμιγώς ειδικών συντελεστών του Rothbard είναι επίσης μεστή συνεπαγωγών για τον ρόλο του υποκειμενικού κόστους στην παραγωγή και στον προσδιορισμό των τιμών. Δεδομένου ότι οι ειδικοί συντελεστές γης και τα κεφαλαιουχικά αγαθά δεν έχουν εναλλακτικές χρήσεις σε αυτόν τον νοητό κόσμο, ένα άμεσο συμπέρασμα είναι ότι η χρήση τους στην παραγωγή είναι «χωρίς κόστος» και οι αντίστοιχες καμπύλες προσφοράς τους είναι πλήρως ανελαστικές. Αντιθέτως, η εργασία, όσο ειδική και αν είναι ως προς μια συγκεκριμένη παραγωγική διαδικασία, έχει κόστος χρήσης, επειδή διαθέτει μια εναλλακτική χρήση στην παραγωγή «σχόλης», η οποία είναι ένα καταναλωτικό αγαθό που μπορεί να παραχθεί ακαριαία. Έτσι, σε έναν κόσμο χωρίς κεφαλαιοκράτες, η εργασία συνεπάγεται τη δυσαρέσκεια από τη στέρηση τόσο της σχόλης όσο και των παρόντων αγαθών. Η εμφάνιση των κεφαλαιοκρατών στο προσκήνιο μειώνει, αλλά δεν εξαλείφει, τη δυσαρέσκεια της εργασίας. Αυτά τα συμπεράσματα καταδεικνύουν με ενάργεια την αρχή ότι όλα τα κόστη παραγωγής είναι, σε τελική ανάλυση και κατ’ ουσίαν, υποκειμενικά. Οι προτιμήσεις για σχόλη και οι χρονικές προτιμήσεις καθορίζουν, επομένως, τα έσχατα κόστη παραγωγής, και αυτά τα κόστη είναι αμιγώς υποκειμενικά και συνίστανται στην αποτίμηση των χρησιμοτήτων από τις οποίες παραιτούνται οι παραγωγοί έναντι των αναμενόμενων χρηματικών εσόδων από τους καταναλωτές. Μόλις οι παραγωγοί υποστούν όλα αυτά τα υποκειμενικά κόστη, τα αποθέματα των διαφόρων ειδών καταναλωτικών αγαθών προκύπτουν από την παραγωγική διαδικασία έτοιμα προς πώληση στους καταναλωτές. Εκτός αν οι παραγωγοί τους έχουν κάποια άμεση χρήση για τα αγαθά, η πώλησή τους στους καταναλωτές δεν συνεπάγεται απολύτως κανένα κόστος και οι σχετικές τιμές τους καθορίζονται αποκλειστικά από τη δομή των αξιολογικών κλιμάκων των καταναλωτών. Κατά συνέπεια, αν εξαιρεθεί η κερδοσκοπία επί μελλοντικών μεταβολών των τιμών, οι καμπύλες προσφοράς των διαφόρων αποθεμάτων καταναλωτικών αγαθών είναι επίσης πλήρως ανελαστικές. Συνοψίζοντας, τα «κόστη παραγωγής» —δηλαδή η δυσαρέσκεια της εργασίας και της αναμονής που έχουν ήδη υποστεί οι παραγωγοί ή οι χρησιμότητες της σχόλης και της άμεσης απόλαυσης από τις οποίες έχουν ήδη παραιτηθεί— δεν διαδραματίζουν απολύτως κανέναν ρόλο στον προσδιορισμό των τιμών των υφιστάμενων αποθεμάτων καταναλωτικών αγαθών.

Ο Rothbard χρησιμοποιεί επίσης την πλασματική κατασκευή που διατύπωσε για να καταρρίψει τη θεωρία των τιμών του Marshall, σύμφωνα με την οποία οι τιμές καθορίζονταν από τις δύο λεπίδες ενός ψαλιδιού: οι υποκειμενικές αξίες των καταναλωτών αποτελούσαν τη μία λεπίδα, ενώ τα αντικειμενικά ή πραγματικά κόστη παραγωγής αποτελούσαν την άλλη. Μολονότι ο Marshall και οι σύγχρονοι οπαδοί του παραδέχονται ότι, στο παροδικό άμεσο χρονικό διάστημα, η λεπίδα της υποκειμενικής αξίας υπερισχύει στον προσδιορισμό των τιμών, υποστηρίζουν ότι στη μακροχρόνια ισορροπία, όπου αποκαλύπτονται οι μόνιμες τάσεις της οικονομίας, κυριαρχεί η λεπίδα του κόστους παραγωγής, επειδή η τιμή κάθε προϊόντος εξισώνεται με το μέσο κόστος παραγωγής του. Έτσι, οι οπαδοί του Marshall συνάγουν επιφανειακά ότι, επομένως, τα κόστη πρέπει να καθορίζουν τις τιμές. Ωστόσο, ο Rothbard καταδεικνύει εύκολα ότι αυτή η εξίσωση μεταξύ τιμής και μέσου κόστους στη μακροχρόνια ισορροπία ή στην ERE, η οποία δεν είναι η ίδια πραγματική αλλά αποτελεί χρήσιμη νοητική κατασκευή, είναι το αποτέλεσμα των ίδιων αρχών που διέπουν τον προσδιορισμό των πραγματικών τιμών οι οποίες επικρατούν κάθε στιγμή και στις οποίες πραγματοποιούνται οι ανταλλαγές στις αγορές του πραγματικού κόσμου. Σε έναν κόσμο όπου όλοι οι συντελεστές είναι αμιγώς ειδικοί ως προς μία και μόνη παραγωγική διαδικασία, ο Rothbard δείχνει ότι μακροχρόνια, όταν απουσιάζουν τα επιχειρηματικά σφάλματα και τα κέρδη και οι ζημίες έχουν εξαλειφθεί πλήρως, οι συνολικές πληρωμές προς όλους τους συντελεστές που συνεργάζονται σε μια δεδομένη παραγωγική διαδικασία καθορίζονται αυστηρά από τα συνολικά έσοδα που προκύπτουν από τις δαπάνες των καταναλωτών για το τελικό προϊόν, αφαιρουμένης της απόδοσης υπό μορφή τόκου προς τους κεφαλαιοκράτες, και πρέπει να αντιστοιχούν απολύτως σε αυτά. Αν δεχθούμε αυτό το παραγωγικό συμπέρασμα και διαιρέσουμε τόσο τα συνολικά έσοδα όσο και τις συνολικές πληρωμές προς τους συντελεστές με την ποσότητα του προϊόντος, προκύπτει ότι η κατεύθυνση της αιτιότητας στην ισότητα μεταξύ τιμής και μέσου κόστους, ιδίως μακροχρόνια, είναι από την πρώτη προς το δεύτερο.

Η διατύπωση και η αξιοποίηση, από τον Rothbard, αυτού του νοητού κόσμου αμιγώς ειδικών συντελεστών αποτελεί υποδειγματική εφαρμογή της πραξεολογικής μεθόδου στη θεωρητική έρευνα. Όπως επισήμανε ο Mises,

Η βασική αρχή για τον σχεδιασμό νοητικών κατασκευών είναι να γίνεται αφαίρεση από τη λειτουργία ορισμένων συνθηκών που υφίστανται στην πραγματική δράση. Τότε είμαστε σε θέση να συλλάβουμε τις υποθετικές συνέπειες της απουσίας αυτών των συνθηκών και να κατανοήσουμε τα αποτελέσματα της ύπαρξής τους.38

Έτσι, ο Rothbard υποθέτει αρχικά ότι, σε αυτόν τον κόσμο, όλες οι παραγωγικές διαδικασίες ανήκουν στους ίδιους τους συνεργαζόμενους συντελεστές, οι οποίοι πρέπει να παραμένουν χωρίς εισόδημα έως ότου παραχθεί το τελικό προϊόν και πωληθεί στους καταναλωτές. Αναλύοντας πρώτα αυτή την κατάσταση αφαιρώντας την ύπαρξη του κεφαλαιοκράτη, μπορούμε να συλλάβουμε τη λειτουργία του ως εκείνου που προκαταβάλλει τις συσσωρευμένες αποταμιεύσεις του στους συντελεστές πριν από την πώληση του τελικού προϊόντος και να κατανοήσουμε τη φύση του εισοδήματός του ως απόδοσης που απορρέει από τη χρονική προτίμηση, η οποία έχει ήδη θεμελιωθεί πολύ νωρίτερα στην αλυσίδα των πραξεολογικών παραγωγικών συλλογισμών ως άμεσο συμπέρασμα από το Αξίωμα της Δράσης. Υποθέτοντας την απουσία του κεφαλαιοκράτη, έχουμε επίσης υποθέσει την απουσία χρηματικού κόστους παραγωγής, καθώς οι μόνες χρηματικές πληρωμές γίνονται απευθείας από τους καταναλωτές προς τους ιδιοκτήτες των συντελεστών που κατέχουν από κοινού το τελικό προϊόν. Αυτό μας επιτρέπει να δούμε ότι τα συνολικά χρηματικά κόστη καθορίζονται ουσιαστικά από αυτές τις συνολικές χρηματικές δαπάνες των καταναλωτών και ισούνται με αυτές, με τη διαμεσολάβηση των κεφαλαιοκρατών που έχουν προηγουμένως προκαταβάλει παρόντες μισθούς και προσόδους στους ιδιοκτήτες των συντελεστών.

Σε μεταγενέστερα κεφάλαια, ο Rothbard εγκαταλείπει την υπόθεση των αμιγώς ειδικών συντελεστών και εισάγει στην ανάλυσή του διαφορετικούς βαθμούς ειδικότητας μεταξύ των συντελεστών. Οι επιδράσεις των σχετικά μη ειδικών συντελεστών στην παραγωγική διαδικασία μπορούν πλέον να προσδιοριστούν εξετάζοντας πώς η παρουσία τους τροποποιεί τα αποτελέσματα ενός υποθετικού κόσμου αμιγώς ειδικών συντελεστών. Εφόσον οι μη ειδικοί συντελεστές μπορούν να μεταφερθούν προς χρήση σε ευρύ φάσμα παραγωγικών διαδικασιών, μια σχετική μετατόπιση της καταναλωτικής ζήτησης, υπό συνθήκες αμετάβλητων των λοιπών παραγόντων, θα μεταβάλει την κατανομή τους, επηρεάζοντας μόνο προσωρινά τις τιμές τους. Οι αρχές, όμως, που έχουν ήδη συναχθεί σχετικά με τους ειδικούς συντελεστές εξακολουθούν να ισχύουν σε αυτόν τον πιο σύνθετο κόσμο, και έτσι μπορούμε να συμπεράνουμε ότι οι τιμές των σχετικά ειδικών συντελεστών σε οποιαδήποτε διαδικασία θα υποστούν το κύριο βάρος της μεταβολής των συνολικών καταναλωτικών δαπανών για ένα δεδομένο τελικό προϊόν. Έτσι, για παράδειγμα, στην περίπτωση μιας σχετικής μείωσης της ζήτησης για διαμάντια, με όλους τους άλλους παράγοντες αμετάβλητους, οι κεφαλαιακές αξίες των αδαμαντωρυχείων και οι μισθοί των ιδιαίτερα ειδικευμένων κοσμηματοποιών θα μειωθούν επίσης, ενώ οι μισθοί των εργατών των αδαμαντωρυχείων και οι πρόσοδοι των ηλεκτρογεννητριών θα μεταβληθούν ελάχιστα, καθώς αυτοί οι μη ειδικοί συντελεστές θα μετακινηθούν σε άλλες χρήσεις. Επιπλέον, η εισαγωγή μη ειδικών συντελεστών στην ανάλυση θα κάνει μεγάλο μέρος του χρηματικού κόστους παραγωγής να εμφανίζεται στον κεφαλαιοκράτη που απασχολεί τους συντελεστές ως δεδομένο, ανεξάρτητα από τη ζήτηση για το συγκεκριμένο αγαθό του. Κατά συνέπεια, ο κεφαλαιοκράτης θα αντιδράσει σε μια μεταβολή του κόστους του προσαρμόζοντας το επίπεδο παραγωγής του, ακριβώς όπως θα έκανε στην περίπτωση μιας μεταβολής της ζήτησης για το προϊόν του. Επομένως, ελλείψει μιας μακράς αλυσίδας παραγωγικών συλλογισμών που χρησιμοποιεί νοητικές κατασκευές, κατά τον τρόπο του Rothbard και των προγενέστερων Αυστριακών, μια επιφανειακή θεώρηση του ζητήματος θα κάνει τη μεταφορά του Marshall για τις δύο λεπίδες του ψαλιδιού να φαίνεται εύλογη αναπαράσταση της πραγματικότητας. Χωρίς την επιμελή εφαρμογή της πραξεολογικής μεθόδου, θα ήταν αδύνατο να γίνει αντιληπτό ότι η ζήτηση των καταναλωτών για τα προϊόντα ενός ευρέος φάσματος παραγωγικών διαδικασιών, όπως διαμεσολαβείται από τις προσφορές των κεφαλαιοκρατών-επιχειρηματιών, είναι εκείνη που καθορίζει τελικά και αποκλειστικά τις τιμές όλων των συντελεστών, τόσο των σχετικά μη ειδικών όσο και των αμιγώς ειδικών.

Αυτή η πραξεολογική μέθοδος, την οποία ο Rothbard εφάρμοσε με τόση δεξιοτεχνία, είχε χρησιμοποιηθεί, έστω άρρητα και αδρά, ως το κύριο εργαλείο θεωρητικής έρευνας στην οικονομική επιστήμη έως και τη δεκαετία του 1930. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Rothbard, ήταν ακριβώς «η δυσπιστία του Marshall απέναντι στις “μακρές αλυσίδες παραγωγικών συλλογισμών”», μαζί με «την όλη ώθηση του Cambridge προς» τη διατύπωση συντομευτικών υποθέσεων, σχεδιασμένων ώστε να καθιστούν τη θεωρία τους περισσότερο ελέγξιμη, που οδήγησαν στη σταδιακή αποσύνθεση της πραξεολογικής μεθόδου και στην αντικατάστασή της από τον θετικισμό.39 Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, η πραξεολογική μέθοδος και η λεκτική λογική είχαν επισκιαστεί από τον θετικισμό και τα μαθηματικά υποδείγματα. Για παράδειγμα, ο κορυφαίος οικονομολόγος της μεταπολεμικής εποχής, Paul Samuelson, υποστήριζε πλέον ότι έργο της οικονομικής θεωρίας ήταν να «οργανώνει τα γεγονότα σε χρήσιμα και νοηματοδοτημένα» σχήματα και, με αυτόν τον τρόπο, να παρέχει οικονομικές ως προς τα μέσα περιγραφές της σύνθετης πραγματικότητας.40 Τα οικονομικά θεωρήματα έπρεπε, επομένως, να διατυπώνονται κατά τρόπο που να έχει «λειτουργικό νόημα». Σύμφωνα με τον Samuelson, ένα θεώρημα με νόημα ήταν «απλώς μια υπόθεση σχετικά με εμπειρικά δεδομένα, η οποία θα μπορούσε νοητά να διαψευστεί, έστω και μόνο υπό ιδανικές συνθήκες». Το αν ένα τέτοιο θεώρημα ήταν «ψευδές», «ασήμαντης σπουδαιότητας» ή ακόμη και «απροσδιόριστης» εγκυρότητας ήταν λιγότερο σημαντικό για τον Samuelson από το να διατυπώνεται ως πρόταση που θα μπορούσε κατ’ αρχήν να διαψευστεί εμπειρικά.41 Για τον Samuelson, τα θεωρήματα θα ενσωματώνονταν και θα εκφράζονταν έτσι σε εξαιρετικά απλουστευμένα μαθηματικά υποδείγματα, τα οποία θα μπορούσαν να υποβληθούν σε εμπειρικούς ελέγχους εφόσον υπήρχαν διαθέσιμα δεδομένα. Επειδή, ομολογουμένως, τα απαιτούμενα δεδομένα ήταν σπάνια προσιτά, το περισσότερο που θα μπορούσε να αναμένεται από τέτοια αφηρημένα υποδείγματα ήταν ότι «συχνά υποδεικνύουν τον δρόμο προς ένα στοιχείο αλήθειας που ενυπάρχει σε μια σύνθετη κατάσταση» και ότι «παρέχουν ανεκτά ακριβείς προεκτάσεις και παρεμβολές».42 Ωστόσο, σε μια αναδρομική αποτίμηση, ο Samuelson εξέφρασε τη λύπη του για την έλλειψη επιτυχίας της αδρής θετικής μεθόδου στην οικονομική επιστήμη, γράφοντας:

Όταν ήμουν 20 ετών … περίμενα ότι η νέα οικονομετρία θα μας επέτρεπε να περιορίσουμε τις αβεβαιότητες των οικονομικών θεωριών μας. Θα μπορούσαμε να ελέγχουμε και να απορρίπτουμε ψευδείς θεωρίες. Θα μπορούσαμε να συνάγουμε νέες, καλές θεωρίες. … Αποδείχθηκε ότι δεν είναι δυνατόν να προσεγγίσουμε στενά μια αδιαμφισβήτητη αλήθεια και φαίνεται αντικειμενικά ότι δεν συσσωρεύεται ένα συγκλίνον σώμα οικονομετρικών ευρημάτων, που να συγκλίνει προς μια ελέγξιμη αλήθεια.43

Ασφαλώς, αυτό δεν σημαίνει ότι κλονίστηκε η πίστη του Samuelson στη θετικιστική μέθοδο. Αντιθέτως, επιβεβαίωσε την προϋπάρχουσα πεποίθησή του ότι η αλήθεια είναι πολύπλευρη και, επομένως, «η ακρίβεια ως προς τα ντετερμινιστικά γεγονότα ή τους νόμους των πιθανοτήτων μπορεί, στην καλύτερη περίπτωση, να είναι μόνο μερική και προσεγγιστική».44

Αν ο Samuelson υποβάθμιζε την επίτευξη της αλήθειας ως στόχο της θεωρητικής έρευνας υπέρ της διατύπωσης θεωρημάτων με λειτουργικό νόημα, η άλλη ενσάρκωση του θετικισμού στη μεταπολεμική οικονομική επιστήμη, ο Milton Friedman, απέρριπτε κάθε αναφορά στην αλήθεια και στον ρεαλισμό κατά την αξιολόγηση της εγκυρότητας των οικονομικών θεωρημάτων. Απορρίπτοντας τον αδρό λογικό θετικισμό του Samuelson, ο Friedman θριαμβολογούσε για το ψεύδος ή τον «μη ρεαλιστικό χαρακτήρα» των υποθέσεων ενός θεωρήματος και πρότεινε τη φαινομενικά πιο εκλεπτυσμένη εναλλακτική της «διαψευσιοκρατίας», η οποία υποτίθεται ότι βασιζόταν στη φιλοσοφία της επιστήμης του Karl Popper.45 Η θέση του Friedman συνοψίστηκε εύστοχα στη δήλωση του Mark Blaug: «Καμία υπόθεση σχετικά με την οικονομική συμπεριφορά δεν είναι απολύτως αληθής και κανένα θεωρητικό συμπέρασμα δεν ισχύει σε κάθε χρόνο και τόπο. …».46

Παρά την τυπική προσήλωση του μεγαλύτερου μέρους της κοινότητας των οικονομολόγων στις θετικιστικές μεθόδους κατά τη δεκαετία του 1950, η προσπάθεια του Rothbard να ανακτήσει και να ανασυγκροτήσει το οικοδόμημα της ορθής οικονομικής θεωρίας τον ώθησε να ερευνήσει εξονυχιστικά τη σύγχρονη βιβλιογραφία για νέες ιδέες και διαπιστώσεις, με την ίδια προσοχή με την οποία είχε εξετάσει τα συγγράμματα των προκατόχων του στην αιτιώδη-ρεαλιστική παράδοση. Η πραγματεία του Rothbard περιέχει παραπομπές σε περισσότερα από 150 βιβλία, άρθρα περιοδικών, πρακτικά συνεδρίων, κυβερνητικά έγγραφα, διατριβές και μονογραφίες ινστιτούτων πολιτικής και έρευνας που δημοσιεύθηκαν μεταξύ της εμφάνισης της Ανθρώπινης δράσης το 1949 και του Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος το 1962.47 Η βαθιά ενασχόληση του Rothbard με τη σύγχρονη βιβλιογραφία απέδωσε καρπούς, καθώς ανακάλυψε ότι πολλά από αυτά τα έργα περιείχαν έρευνα που αποσαφήνιζε, εκλέπτυνε ή προήγαγε την αιτιώδη-ρεαλιστική θεωρία, και ενσωμάτωσε πρόθυμα αυτές τις συμβολές στο δικό του έργο.

Για παράδειγμα, στην αξιοσημείωτη ανάπτυξη μιας εξήγησης του κόστους της επιχείρησης και της απόδοσης της επένδυσης, η οποία αποκλίνει έντονα από τη θεωρία της επιχείρησης του Marshall, ο Rothbard επηρεάστηκε σημαντικά από δύο παραγνωρισμένα άρθρα που συνέγραψαν οι André Gabor και I.F. Pierce σχετικά με τη θεωρία της επιχείρησης «της Αυστριακής Σχολής και του Wicksell».48 Ο Rothbard παραπέμπει σε μια ανάλυση του οικονομολόγου του Cambridge Roy Harrod, πέρα από μια ανάλυση του Böhm-Bawerk, ως πηγή για τον δικό του πρωτοποριακό εντοπισμό μιας τέταρτης συνιστώσας στο ακαθάριστο επιχειρηματικό εισόδημα του κεφαλαιοκράτη-επιχειρηματία. Αυτή η πρόσοδος «κυριότητας» ή «λήψης αποφάσεων» είναι διακριτή από τους τεκμαρτούς μισθούς της διοίκησης, την απόδοση υπό μορφή τόκου επί του επενδεδυμένου κεφαλαίου και το καθαρό κέρδος, και προστίθεται σε αυτά.49 Στην εξαντλητική κριτική του στις θεωρίες του τέλειου και του μονοπωλιακού ανταγωνισμού, καθώς και στην πρωτότυπη διατύπωση μιας θετικής θεωρίας του ανταγωνισμού ως δυναμικής διαδικασίας, ο Rothbard παραπέμπει ευνοϊκά στις συμβολές αρκετών συγχρόνων του από το κυρίαρχο ρεύμα, μεταξύ των οποίων οι G. Warren Nutter, Wayne Leeman, Marshall I. Goldman και Reuben Kessel. Ο Rothbard επιφυλάσσει ιδιαίτερο έπαινο σε ένα βιβλίο του Lawrence Abbott, που εκδόθηκε το 1952 με τίτλο Ποιότητα και ανταγωνισμός, χαρακτηρίζοντάς το «ένα από τα εξέχοντα θεωρητικά έργα των τελευταίων ετών».5051 Πράγματι, η θεωρία του ανταγωνισμού ως αντιπαλότητας που αναπτύσσει ο Rothbard επηρεάζεται σαφώς από τα επιχειρήματα του Abbott σχετικά με την κεντρική σημασία των ποιοτικών διαστάσεων του ανταγωνισμού.

Το γεγονός ότι η θεωρητική έρευνα που χρησιμοποιούσε τη λεκτική λογική και την πραξεολογική μέθοδο εξακολουθούσε να είναι σχετικά διαδεδομένη μεταξύ των πανεπιστημιακών οικονομολόγων ακόμη και κατά τη δεκαετία του 1950 αναδεικνύει τις βαθιές και ανθεκτικές ρίζες της αιτιώδους-ρεαλιστικής παράδοσης. Εξηγεί επίσης γιατί ο Rothbard δεν διέβλεπε ακόμη κανένα πλεονέκτημα στην υιοθέτηση της ονομασίας «αυστριακός» για να διαφοροποιήσει την πραγματεία του από τη σύγχρονη οικονομική επιστήμη. Πράγματι, σε ιδιωτική αλληλογραφία με ημερομηνία τον Φεβρουάριο του 1954, ο Rothbard εξέφραζε την πεποίθηση ότι οι θεωρητικοί οικονομολόγοι του κυρίαρχου ρεύματος μπορούσαν ακόμη να προσελκυστούν εκ νέου στο αιτιώδες-ρεαλιστικό ερευνητικό πρόγραμμα και ότι το υπό συγγραφή έργο του

πιστεύω ότι θα επιβληθεί στην προσοχή της κοινότητας των οικονομολόγων ως πραγματεία, λόγω των σημαντικών αναπτύξεών του σε εκείνα τα πεδία που δεν ανέπτυξε ο Mises, των διαφορών του από τον Mises σε τομείς όπως το μονοπώλιο, η ηθική της τραπεζικής και η κυβέρνηση … και των ανασκευών της τρέχουσας οικονομικής θεωρίας που περιέχει.52

Μολονότι, εκ των υστέρων, μπορεί να μπούμε στον πειρασμό να απορρίψουμε την τολμηρή πρόβλεψη του Rothbard ως ξέσπασμα νεανικής αισιοδοξίας, αυτή κάθε άλλο παρά αντανακλά τη στάση κάποιου που σκοπεύει να έρθει σε πλήρη ρήξη με την επικρατούσα διδασκαλία και να ιδρύσει μια ετερόδοξη σχολή σκέψης.

Με την έλευση της δεκαετίας του 1970, ωστόσο, η οικονομική θεωρία του κυρίαρχου ρεύματος είχε βυθιστεί σε σχεδόν απύθμενα βάθη, εκφυλιζόμενη σε μια σειρά χαλαρά συνδεδεμένων μαθηματικών υποδειγμάτων που είχαν ελάχιστη επαφή με την πραγματικότητα. Σύμφωνα με την επικρατούσα θετικιστική μεθοδολογία του Friedman, η προσωρινή «εγκυρότητα» —ποτέ η αλήθεια— αυτών των υποδειγμάτων υποτίθεται ότι θεμελιωνόταν μέσω εμπειρικών ελέγχων της ικανότητάς τους να προβλέπουν ή, ακριβέστερα, να «προβλέπουν αναδρομικά», με τη χρήση των μεθόδων της οικονομετρίας. Τα τελευταία απομεινάρια της προσέγγισης του Menger εξαφανίστηκαν έτσι από τα προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών στην οικονομική επιστήμη, ενώ η αιτιώδης-ρεαλιστική θεωρητική έρευνα είχε πλέον εξοριστεί πλήρως από τα ακαδημαϊκά περιοδικά, τα οποία είχαν καταστεί το κύριο, αν όχι το μοναδικό, μέσο δημοσίευσης της έρευνας της οικονομικής επιστήμης του κυρίαρχου ρεύματος.

Περίπου την ίδια εποχή με αυτή τη ριζική μεταβολή στην οικονομική θεωρία και μέθοδο, άρχισε να συγκροτείται, έξω από το επίσημο θεσμικό πλαίσιο της πανεπιστημιακής οικονομικής επιστήμης, ένα νέο διανοητικό κίνημα, άμεσα εμπνευσμένο από την ανασυγκρότηση του αιτιώδους-ρεαλιστικού θεωρητικού οργάνου από τον Rothbard στο Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος. Το κίνημα αυτό αποτελούνταν κυρίως από μεταπτυχιακούς φοιτητές και νεότερα μέλη του διδακτικού προσωπικού ακαδημαϊκών ιδρυμάτων των ΗΠΑ, που είχαν απογοητευτεί από την ορθόδοξη νεοκλασική σύνθεση. Η σύνθεση αυτή είχε αρχίσει να αποσυντίθεται με την αποτυχία των πολιτικών της «Νέας Οικονομικής» των Kennedy–Johnson να αναχαιτίσουν τον πληθωρισμό του πολέμου του Βιετνάμ και με την επακόλουθη εμφάνιση στασιμοπληθωρισμού στις αρχές της δεκαετίας του 1970.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970, το νέο κίνημα είχε αναπτυχθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε παρουσιάστηκε η ευκαιρία να αποκτήσει θεσμική υπόσταση και να προβληθεί η ύπαρξή του μέσω ενός επίσημου ακαδημαϊκού συνεδρίου για την αυστριακή οικονομική θεωρία, το οποίο πραγματοποιήθηκε στο South Royalton του Vermont τον Ιούνιο του 1974. Η ονομασία «αυστριακή» επιλέχθηκε για αυτή τη νέα διανοητική τάση κυρίως για λόγους στρατηγικής. Εφόσον το κίνημα του Rothbard υιοθετούσε μια μέθοδο και ένα σώμα διδασκαλίας που είχαν πλέον ελάχιστο κοινό έδαφος με την εδραιωμένη θετικιστική ορθοδοξία, η ονομασία εξασφάλιζε τουλάχιστον στο κίνημα μια αναγνωρίσιμη σύνδεση με ένα από τα μεγάλα ρεύματα της πρώιμης οριακής σκέψης που είχαν τροφοδοτήσει αυτό το σύγχρονο κυρίαρχο ρεύμα. Το όνομα προσέδιδε επίσης αμέσως στο κίνημα το μεγάλο κύρος που συνδεόταν με τα γνωστά ονόματα των ιδρυτικών μελών της Αυστριακής Σχολής, όπως οι Carl Menger, Eugen von Böhm-Bawerk και Friedrich von Wieser, και των μεταγενέστερων εκπροσώπων της, Ludwig von Mises και Friedrich A. Hayek. Το κύρος της «αυστριακής» επωνυμίας ενισχύθηκε περαιτέρω όταν ο Hayek τιμήθηκε από κοινού με το Βραβείο Nobel Οικονομικών αργότερα το ίδιο έτος. Ο όρος είχε το πρόσθετο πλεονέκτημα ότι προσδιόριζε τον γενικό θεωρητικό προσανατολισμό του κινήματος.

Ο Rothbard και οι οπαδοί του υιοθέτησαν πρόθυμα τη νέα ονομασία και άρχισαν να αναφέρονται στον εαυτό τους ως μέλη ή οπαδούς της σύγχρονης Αυστριακής Σχολής, η οποία τοποθετούνταν πλέον ως ετερόδοξος αμφισβητίας της «οικονομικής επιστήμης του κυρίαρχου ρεύματος». Παρά τα σημαντικά βραχυπρόθεσμα στρατηγικά πλεονεκτήματά της, ωστόσο, η απόδοση της ονομασίας «αυστριακή» στη σχολή σκέψης που συγκροτήθηκε στο συνέδριο του South Royalton έχει δημιουργήσει μακροχρόνια αρκετά σοβαρά προβλήματα. Πρώτον, έχει συσκοτίσει τον βαθμό στον οποίο η σύγχρονη Αυστριακή Σχολή εμπνεύστηκε άμεσα από τον Rothbard. Πράγματι, δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η μεγάλη πλειονότητα των περίπου τριάντα συμμετεχόντων στο συνέδριο του South Royalton ασπαζόταν το σώμα της αιτιώδους-ρεαλιστικής θεωρίας που αναπτύσσεται στο Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος. Δεύτερον, αποκρύπτει το γεγονός, που σημειώθηκε παραπάνω, ότι κατά τη συγγραφή αυτής της πραγματείας ο Rothbard άντλησε από ένα πολύ ευρύτερο φάσμα βιβλιογραφίας από εκείνο που προερχόταν από την αρχική Αυστριακή Σχολή και τους άμεσους πνευματικούς απογόνους της. Τρίτον, η ονομασία αποσπά την προσοχή από την πρωταρχική αποστολή του Rothbard κατά τη συγγραφή της πραγματείας του, η οποία ήταν να απαλλάξει τη σύγχρονη οικονομική επιστήμη από τα ξένα προς αυτήν στοιχεία του θετικισμού και του μαθηματικού φορμαλισμού και να την ανασυγκροτήσει σε συνεπώς αιτιώδεις-ρεαλιστικές βάσεις. Δεν μπορεί να επαναληφθεί αρκετά συχνά ή να τονιστεί αρκετά έντονα ότι σκοπός του Rothbard, όταν έγραφε το Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος, δεν ήταν να προκαλέσει μια ριζική ρήξη με την καθιερωμένη οικονομική θεωρία και να ιδρύσει μια ετερόδοξη σχολή σκέψης που θα απέρριπτε όλες τις μορφές ανάλυσης ισορροπίας και τη χρήση νοητικών κατασκευών. Πράγματι, όπως είδαμε, μία από τις σημαντικότερες συμβολές του Rothbard στην πραγματεία του είναι η σχολαστική αποσαφήνιση του περιεχομένου και της ορθής χρήσης πλασματικών κατασκευών και νοητών καταστάσεων του κόσμου για τη συναγωγή προτάσεων με ουσιαστικό νόημα σχετικά με τους αιτιώδεις προσδιοριστικούς παράγοντες των παρατηρήσιμων οικονομικών φαινομένων.

Το τελευταίο και ίσως σημαντικότερο μειονέκτημα της εφαρμογής του όρου «αυστριακός» χωρίς περαιτέρω προσδιορισμό στο οικονομικό κίνημα μετά το South Royalton είναι ότι ευνοεί τη σύγχυση μεταξύ των πολύ διαφορετικών και αντικρουόμενων ερευνητικών προγραμμάτων που έχουν αναπτυχθεί κάτω από αυτό το αδιαφανές σημασιολογικό πέπλο. Ο Rothbard αναγνώρισε και αποδοκίμασε αυτή την κατάσταση στον Πρόλογο της αναθεωρημένης έκδοσης του Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος, που δημοσιεύθηκε το 1993:

Στην πραγματικότητα, ο αριθμός των Αυστριακών έχει αυξηθεί τόσο πολύ και η συζήτηση έχει διευρυνθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε έχουν ανακύψει διαφορές απόψεων και διακλαδώσεις της σκέψης, που σε ορισμένες περιπτώσεις εξελίσσονται σε γνήσιες συγκρούσεις ιδεών. Ωστόσο, όλες αυτές έχουν συγχωνευθεί αδιακρίτως και στριμωχτεί μαζί από μη Αυστριακούς, ακόμη και από ορισμένους μέσα στη σχολή, προκαλώντας μεγάλη διανοητική σύγχυση, έλλειψη σαφήνειας και απροκάλυπτα σφάλματα. Η θετική πλευρά αυτών των εξελισσόμενων διαφωνιών είναι ότι κάθε πλευρά έχει αποσαφηνίσει και καταστήσει ακριβέστερες τις θεμελιώδεις προκείμενες και την κοσμοαντίληψή της. Πράγματι, τα τελευταία χρόνια έχει καταστεί φανερό ότι υπάρχουν τρία συγκρουόμενα παραδείγματα εντός της αυστριακής οικονομικής σκέψης: το αρχικό παράδειγμα του Mises ή πραξεολογικό παράδειγμα, στο οποίο προσχωρεί ο συγγραφέας του παρόντος· το παράδειγμα του Hayek, το οποίο δίνει έμφαση στη «γνώση» και στην «ανακάλυψη» αντί στην πραξεολογική «δράση» και «επιλογή», και του οποίου κύριος εκπρόσωπος είναι σήμερα ο καθηγητής Israel Kirzner· και η μηδενιστική άποψη του εκλιπόντος Ludwig Lachmann, μια θεσμιστική προσέγγιση εχθρική προς τη θεωρία, αντλημένη από τον Άγγλο «υποκειμενιστή» κεϋνσιανό G.L.S Shackle.

Μολονότι αυτή η περιγραφή αποδίδει με ακρίβεια την κατάσταση της αυστριακής οικονομικής σκέψης στις αρχές της δεκαετίας του 1990, έκτοτε η κατάσταση έχει γίνει ακόμη πιο συγκρουσιακή και συγκεχυμένη. Ενώ η επιρροή του κλάδου του Lachmann έχει κάπως υποχωρήσει, έχει αναπτυχθεί μια νέα, άκρως εκλεκτικιστική τάση, η οποία προτείνει να συσσωρεύσει στοιχεία επιλεγμένα αδιακρίτως από τους Menger, Mises, Hayek, Lachmann, Kirzner και Rothbard μαζί με τυχαίες ιδέες από την οικονομική σκέψη του Adam Smith, τη Θεωρία της Δημόσιας Επιλογής, τη Νέα Θεσμική Οικονομική, την οικονομική του κόστους συναλλαγών, την κατασκευή υποδειγμάτων της θεωρίας παιγνίων, την ερμηνευτική οικονομική και τις εθνογραφικές και ιστορικές μελέτες περιπτώσεων, όλα υπό την ονομασία αυστριακή οικονομική θεωρία ή «καλή οικονομική επιστήμη». Περιττό να λεχθεί ότι η κατάσταση είναι σήμερα ακόμη λιγότερο ικανοποιητική απ’ ό,τι ήταν όταν ο Rothbard έγραψε το παραπάνω απόσπασμα. Όσοι ενδιαφέρονται να διεξαγάγουν θεωρητική έρευνα στην αιτιώδη-ρεαλιστική παράδοση του Menger θεωρούνται πλέον από την κοινότητα των οικονομολόγων, χάρη στην αυστριακή ονομασία, μέρος ενός κατακερματισμένου και αλληλοσπαρασσόμενου ετερόδοξου κινήματος, το οποίο ενδιαφέρεται περισσότερο να συζητά δυσνόητα μεταοικονομικά ζητήματα ή να επινοεί εξηγήσεις «αυθόρμητης τάξης» για ελάχιστα γνωστά ιστορικά επεισόδια παρά να αναλύει τα «πεζά» ζητήματα που βρίσκονται στον πυρήνα της οικονομικής επιστήμης του κυρίαρχου ρεύματος —τη θεωρία της αξίας, τη θεωρία των τιμών, τη θεωρία του κεφαλαίου, τη νομισματική θεωρία και τους οικονομικούς κύκλους.

Ευτυχώς, το Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος δείχνει τον δρόμο εξόδου από αυτό το τέλμα σύγχυσης, το οποίο απειλεί να οδηγήσει όλους τους κλάδους της αυστριακής οικονομικής σκέψης σε μόνιμη και ολοκληρωτική περιθωριοποίηση. Κάθε σελίδα της πραγματείας του Rothbard διαπνέεται από τη βαθιά επίγνωση ότι το αιτιώδες-ρεαλιστικό θεωρητικό σύστημα που εξέθετε βρισκόταν στον κύριο κορμό μιας διεθνούς οικονομικής παράδοσης που είχε τις απαρχές της στην Οριακή Επανάσταση. Η πραγματεία του, επομένως, δεν προοριζόταν να αποτελέσει το πρόγραμμα ενός νέου ετερόδοξου κινήματος ή την αναβίωση ενός παλαιού· αντιπροσώπευε μάλλον μια προσπάθεια να ανασυγκροτηθεί η ορθόδοξη οικονομική επιστήμη πάνω στο ακλόνητο θεμέλιο της πραξεολογικής μεθόδου και να χρησιμοποιηθεί αυτή η μέθοδος για την ουσιαστική προαγωγή της θεωρίας. Υπό μια κρίσιμη έννοια, η οικονομική επιστήμη είχε προσωρινά χάσει τον προσανατολισμό της και είχε αρχίσει να απομακρύνεται από την πλούσια κληρονομιά της, και ο Rothbard επιδίωκε να την επαναφέρει στην πορεία της. Κατά συνέπεια, δεν παραχώρησε ποτέ την κύρια παράδοση της οικονομικής επιστήμης στους θιασώτες της κατασκευής μαθηματικών υποδειγμάτων και της θετικιστικής μεθόδου, τους οποίους θεωρούσε μια ανορθολογική αίρεση που είχε σφετεριστεί την οικονομική επιστήμη και της οποίας οι ανόητες δοξασίες αργά ή γρήγορα θα κατέληγαν στον κάλαθο των αχρήστων της ιστορίας των ιδεών.

Ο Rothbard δικαιώθηκε. Η κατασκευή μαθηματικών υποδειγμάτων αποδείχθηκε μάταιη και φορμαλιστική άσκηση, ανίκανη να εξηγήσει τις διεθνείς νομισματικές κρίσεις, τις χρηματιστηριακές φούσκες και τις φούσκες ακινήτων, καθώς και τις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές κρίσεις που έχουν συγκλονίσει τον κόσμο μας τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Γίνεται ολοένα πιο φανερό, ακόμη και στους επαγγελματίες οικονομολόγους, ότι η δαιδαλώδης θετικιστική παρέκκλιση οδήγησε σε διανοητικό αδιέξοδο. Γι’ αυτό αφθονούν πλέον παράδοξες ετερόδοξες αιρέσεις, όπως η συμπεριφορική οικονομική, η πειραματική οικονομική, η βιβλιογραφία της «ευτυχίας», η νευροοικονομική κ.λπ. Ορισμένοι οικονομολόγοι με προσανατολισμό υπέρ της αγοράς έχουν μάλιστα εγκαταλείψει εντελώς τη σύγχρονη οικονομική θεωρία για τη λιγότερο αυστηρή ρητορική και τις μεταφορές του «αόρατου χεριού» του Adam Smith και της «αυθόρμητης τάξης» του Hayek.53

Η νεκρώσιμη καμπάνα ηχεί πλέον για τους μαθηματικούς και θετικιστές σφετεριστές της κυρίαρχης θέσης στην οικονομική επιστήμη. Οι καιροί είναι τώρα ώριμοι για να ανακτήσουν οι Αυστριακοί τη θέση που δικαιωματικά τους ανήκει ως αληθινών εκπροσώπων της κεντρικής τάσης της σύγχρονης οικονομικής θεωρίας, επιβεβαιώνοντας την πραξεολογική μέθοδο ως την ερευνητική μέθοδο της οικονομικής επιστήμης. Οι θαυμαστοί καρποί αυτής της μεθόδου βρίσκονται μπροστά μας, στην ενοποιημένη θεωρητική δομή που εκτίθεται στο Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος.

Υποσημειώσεις του πρωτοτύπου

* Η Εισαγωγή αντλεί σε σημαντικό βαθμό από τις πληροφορίες και το υλικό που περιέχονται στο Αρχείο Murray N. Rothbard. Το Αρχείο Rothbard φυλάσσεται σήμερα στο Ludwig von Mises Institute, στο Auburn της Alabama, και περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, επιστολές και αλληλογραφία του Murray Rothbard (1940–1994), υπομνήματα και αδημοσίευτα δοκίμια (1945–1994), καθώς και προσχέδια δημοσιευμένων έργων.

Πρόλογος στην αναθεωρημένη έκδοση

Του Murray N. Rothbard

Ένα από τα θλιβερά θύματα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, όπως φαίνεται, ήταν η παλαιού τύπου πραγματεία περί οικονομικών «αρχών».54 Πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η καθιερωμένη μέθοδος τόσο για την παρουσίαση όσο και για την προαγωγή της οικονομικής σκέψης ήταν η συγγραφή μιας πραγματείας στην οποία ο συγγραφέας εξέθετε τη δική του αντίληψη για το σώμα της οικονομικής επιστήμης. Ένα έργο αυτού του είδους διέθετε πολλά προτερήματα που απουσιάζουν παντελώς από τον σύγχρονο κόσμο. Από τη μία πλευρά, μπορούσε να το διαβάσει ο ευφυής μη ειδικός, με ελάχιστη ή και καθόλου προηγούμενη εξοικείωση με την οικονομική επιστήμη. Από την άλλη, ο συγγραφέας δεν περιοριζόταν, κατά το πρότυπο των διδακτικών εγχειριδίων, σε αποσπασματικές και υπεραπλουστευμένες συμπιλήσεις της εκάστοτε συρμού διδασκαλίας. Καλώς ή κακώς, διαμόρφωνε από την οικονομική θεωρία μια αρχιτεκτονική δομή —ένα οικοδόμημα. Άλλοτε το οικοδόμημα ήταν πρωτότυπο και μεγαλόπρεπο, άλλοτε ήταν ελαττωματικό· πάντως, υπήρχε τουλάχιστον ένα οικοδόμημα, το οποίο οι αρχάριοι μπορούσαν να δουν και οι συνάδελφοι να υιοθετήσουν ή να επικρίνουν. Οι υπερβολικές εκλεπτύνσεις των λεπτομερειών κατά κανόνα παραλείπονταν, ως εμπόδια στη θεώρηση της οικονομικής επιστήμης ως συνόλου, και παραπέμπονταν στα περιοδικά. Και ο πανεπιστημιακός φοιτητής μάθαινε την οικονομική επιστήμη από την πραγματεία περί των «αρχών» της· δεν θεωρούνταν δεδομένο ότι χρειάζονταν ειδικά έργα, με έκταση κεφαλαίων προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις των μαθημάτων και χωρίς πρωτότυπη θεωρητική διδασκαλία. Τα έργα αυτά, λοιπόν, τα διάβαζαν φοιτητές, ευφυείς μη ειδικοί και κορυφαίοι οικονομολόγοι, και όλοι ωφελούνταν από αυτά.

Το πνεύμα τους αποτυπώνεται καλύτερα σε ένα απόσπασμα από τον πρόλογο ενός από τα τελευταία έργα του είδους:

Προσπάθησα σε αυτό το βιβλίο να εκθέσω τις αρχές της οικονομικής επιστήμης με τέτοια μορφή ώστε να είναι κατανοητές σε έναν μορφωμένο και ευφυή άνθρωπο που δεν έχει προηγουμένως μελετήσει συστηματικά το αντικείμενο. Μολονότι, υπό αυτή την έννοια, προορίζεται για αρχαρίους, το βιβλίο δεν συγκαλύπτει τις δυσκολίες ούτε αποφεύγει την αυστηρή συλλογιστική. Κανείς δεν μπορεί να κατανοήσει τα οικονομικά φαινόμενα ή να προετοιμαστεί για την αντιμετώπιση οικονομικών προβλημάτων, αν δεν είναι πρόθυμος να παρακολουθήσει αλληλουχίες συλλογισμών που απαιτούν αδιάλειπτη προσοχή. Έκανα ό,τι μπορούσα για να είμαι σαφής και να εκθέσω προσεκτικά τόσο τις βάσεις στις οποίες στηρίζονται τα συμπεράσματά μου όσο και τα ίδια τα συμπεράσματα, χωρίς όμως να προβάλλω τη μάταιη αξίωση ότι απλουστεύω τα πάντα.55

Μετά τη λαμπρή άνθηση που μας έδωσε τα έργα των Wicksteed (1910), Taussig (1911) και Fetter (1915), αυτό το είδος πραγματείας εξαφανίστηκε από την οικονομική σκέψη, και η οικονομική επιστήμη κατακερματίστηκε σε τρομακτικό βαθμό, αποσυνδέθηκε σε τέτοιο σημείο ώστε σχεδόν να μην υπάρχει πλέον οικονομική επιστήμη· αντ’ αυτής, βρίσκουμε μυριάδες αποσπάσματα ασυντόνιστης ανάλυσης. Η οικονομική επιστήμη κατακερματίστηκε, πρώτον, σε «εφαρμοσμένα» πεδία —«οικονομική της αστικής γης», «αγροτική οικονομική», «οικονομική της εργασίας», «δημόσια οικονομική» κ.λπ.—, με κάθε κλάδο να αδιαφορεί σε μεγάλο βαθμό για τους υπόλοιπους. Ακόμη σοβαρότερη υπήρξε η αποσύνθεση όσων περιορίστηκαν στην κατηγορία της «οικονομικής θεωρίας». Η θεωρία της χρησιμότητας, η θεωρία του μονοπωλίου, η θεωρία του διεθνούς εμπορίου κ.λπ., έως και ο γραμμικός προγραμματισμός και η θεωρία παιγνίων —καθεμία κινείται στο αυστηρά απομονωμένο διαμέρισμά της, με τη δική της υπερεκλεπτυσμένη βιβλιογραφία. Πρόσφατα, η αυξανόμενη επίγνωση αυτού του κατακερματισμού οδήγησε σε αόριστες «διεπιστημονικές» προσμείξεις με όλες τις άλλες «κοινωνικές επιστήμες». Η σύγχυση επιτάθηκε ακόμη περισσότερο, με αποτέλεσμα εισβολές πολυάριθμων άλλων επιστημονικών κλάδων στην οικονομική επιστήμη, αντί για διάχυση της οικονομικής επιστήμης σε άλλα πεδία. Σε κάθε περίπτωση, είναι κάπως παράτολμο να επιχειρεί κανείς να ενοποιήσει την οικονομική επιστήμη με οτιδήποτε άλλο προτού αποκατασταθεί η συνοχή της ίδιας της οικονομικής επιστήμης. Μόνον τότε θα καταστεί φανερή η προσήκουσα θέση της μεταξύ των άλλων επιστημονικών κλάδων.

Νομίζω ότι είναι δικαιολογημένο να πούμε πως, με μία και μόνη εξαίρεση —την Ανθρώπινη δράση του Ludwig von Mises—, δεν έχει εμφανιστεί ούτε μία γενική πραγματεία περί οικονομικών αρχών μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ίσως η πλησιέστερη προσέγγιση να ήταν το Κίνδυνος, αβεβαιότητα και κέρδος του Frank H. Knight, το οποίο όμως εκδόθηκε ήδη από το 1921. Έκτοτε, δεν υπήρξε κανένα βιβλίο με έστω και κατά προσέγγιση ανάλογο εύρος.

Το μόνο μέρος όπου μπορούμε να βρούμε την οικονομική επιστήμη να εξετάζεται με κάποιο εύρος είναι τα εισαγωγικά διδακτικά εγχειρίδια. Αυτά τα εγχειρίδια, ωστόσο, είναι θλιβερά υποκατάστατα ενός γνήσιου έργου Αρχών. Επειδή, από τη φύση τους, οφείλουν να παρουσιάζουν μόνο την εκάστοτε παραδεδεγμένη διδασκαλία, το περιεχόμενό τους δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον καταξιωμένο οικονομολόγο. Επιπλέον, επειδή μπορούν μόνο να συμπυκνώνουν την υπάρχουσα βιβλιογραφία, αναγκαστικά παρουσιάζουν στον φοιτητή ένα συνονθύλευμα αποσπασματικών κεφαλαίων, καθένα από τα οποία έχει ελάχιστη ή και καμία σχέση με τα υπόλοιπα.

Πολλοί οικονομολόγοι δεν βλέπουν καμία απώλεια σε όλα αυτά· μάλιστα, χαιρετίζουν αυτές τις εξελίξεις ως ενδείξεις της τεράστιας προόδου που έχει σημειώσει η επιστήμη σε όλα τα μέτωπα. Η γνώση έχει αποκτήσει τόσο μεγάλη έκταση ώστε κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να την κατέχει ολόκληρη. Ωστόσο, οι οικονομολόγοι θα έπρεπε τουλάχιστον να έχουν την ευθύνη να γνωρίζουν οικονομική επιστήμη —τα ουσιώδη στοιχεία του σώματος του επιστημονικού τους κλάδου. Ασφαλώς, λοιπόν, αυτά τα ουσιώδη στοιχεία θα μπορούσαν να έχουν ήδη παρουσιαστεί. Το απλό γεγονός είναι ότι η οικονομική επιστήμη έχει κατακερματιστεί ακριβώς επειδή δεν θεωρείται πλέον οικοδόμημα· αφού θεωρείται συνονθύλευμα απομονωμένων θραυσμάτων, αντιμετωπίζεται ως τέτοιο.

Ίσως το κλειδί αυτής της μεταβολής να βρίσκεται στο ότι παλαιότερα η οικονομική επιστήμη θεωρούνταν λογική δομή. Κατά βάση, όποιες και αν ήταν οι διαφορές βαθμού ή ακόμη και δηλωμένης μεθοδολογίας, η οικονομική επιστήμη θεωρούνταν παραγωγική επιστήμη που χρησιμοποιούσε τη λεκτική λογική. Θεμελιωμένο σε λίγα αξιώματα, το οικοδόμημα της οικονομικής σκέψης συναγόταν παραγωγικά, βήμα προς βήμα. Ακόμη και όταν η ανάλυση ήταν πρωτόγονη ή η εξαγγελλόμενη μεθοδολογία πολύ περισσότερο επαγωγική, αυτή ήταν η ουσία της οικονομικής επιστήμης κατά τον δέκατο ένατο αιώνα. Εξ ου και η πραγματεία περί οικονομικών «αρχών»· διότι, αν η οικονομική επιστήμη προχωρεί μέσω παραγωγικής λογικής θεμελιωμένης σε λίγα απλά και προφανή αξιώματα, τότε το σώμα της μπορεί να παρουσιαστεί ως αλληλένδετο σύνολο στον ευφυή μη ειδικό, χωρίς καμία έκπτωση στην τελική αυστηρότητά του. Ο μη ειδικός οδηγείται βήμα προς βήμα από απλές και προφανείς αλήθειες σε πιο σύνθετες και λιγότερο προφανείς.

Οι «Αυστριακοί» οικονομολόγοι αντιλήφθηκαν καλύτερα αυτή τη μέθοδο και τη χρησιμοποίησαν πληρέστερα και πειστικότερα. Ήταν, εν ολίγοις, οι κλασικοί χρήστες της «πραξεολογικής» μεθόδου. Σήμερα, ωστόσο, η επικρατούσα επιστημολογία έχει εγκαταλείψει την πραξεολογία υπέρ μεθόδων που είναι ταυτόχρονα υπερβολικά εμπειρικές και υπερβολικά «θεωρητικές». Ο εμπειρισμός έχει αποσυνθέσει την οικονομική επιστήμη σε τέτοιο βαθμό ώστε κανείς να μη σκέφτεται να αναζητήσει ένα πλήρες οικοδόμημα· και, παραδόξως, την έχει παραποιήσει, κάνοντας τους οικονομολόγους πρόθυμους να εισάγουν ομολογουμένως ψευδείς και συντομευτικές υποθέσεις, προκειμένου να καταστήσουν τις θεωρίες τους ευκολότερα «ελέγξιμες». Η δυσπιστία του Alfred Marshall απέναντι στις «μακρές αλυσίδες παραγωγικών συλλογισμών», καθώς και η όλη ώθηση του Cambridge προς τέτοιες συντομεύσεις, συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό σε αυτή την αποσύνθεση. Από την άλλη πλευρά, η λεκτική λογική στην οικονομική θεωρία έχει αντικατασταθεί από τα μαθηματικά, τα οποία φαίνονται ακριβέστερα και απολαμβάνουν την αντανακλώμενη αίγλη των φυσικών επιστημών. Η κυρίαρχη οικονομετρική πτέρυγα των μαθηματικών οικονομολόγων αναζητεί επίσης εμπειρικές επαληθεύσεις και, με αυτόν τον τρόπο, σωρεύει τα σφάλματα και των δύο μεθόδων. Ακόμη και στο επίπεδο της αμιγώς θεωρητικής ενοποίησης, τα μαθηματικά είναι εντελώς ακατάλληλα για οποιαδήποτε επιστήμη της ανθρώπινης δράσης. Τα μαθηματικά έχουν πράγματι συμβάλει στη διαίρεση της οικονομικής επιστήμης σε στεγανά —σε εξειδικευμένες μονογραφίες που παρουσιάζουν έναν υπερεκλεπτυσμένο λαβύρινθο πινάκων, εξισώσεων και γεωμετρικών διαγραμμάτων. Το πραγματικά σημαντικό, όμως, δεν είναι ότι οι μη μαθηματικοί αδυνατούν να τα κατανοήσουν· το κρίσιμο σημείο είναι ότι τα μαθηματικά δεν μπορούν να συμβάλουν στην οικονομική γνώση. Πράγματι, η πρόσφατη κατάκτηση της μαθηματικής οικονομικής από την οικονομετρία αποτελεί ένδειξη αναγνώρισης του ότι η αμιγής μαθηματική θεωρία στην οικονομική επιστήμη είναι άγονη.

---

Αυτό το βιβλίο, λοιπόν, αποτελεί μια προσπάθεια να καλυφθεί μέρος του τεράστιου κενού των 40 ετών. Από την τελευταία πραγματεία περί οικονομικών «αρχών», η οικονομική επιστήμη έχει προχωρήσει πολύ σε αρκετά πεδία, και η μεθοδολογία της έχει βελτιωθεί και ενισχυθεί ανυπολόγιστα από όσους εξακολουθούν να εργάζονται στην πραξεολογική παράδοση. Επιπλέον, εξακολουθούν να υπάρχουν μεγάλα κενά στο πραξεολογικό σώμα γνώσης, καθώς τόσο λίγοι οικονομολόγοι έχουν εργαστεί για τη διαμόρφωσή του. Εξ ου και η προσπάθεια αυτού του βιβλίου να αναπτύξει το οικοδόμημα της οικονομικής επιστήμης κατά τον τρόπο των παλαιού τύπου έργων περί των «αρχών» της —να οικοδομήσει αργά και λογικά, επάνω στα βασικά αξιώματα, ένα ενοποιημένο και συνεκτικό οικοδόμημα οικονομικής αλήθειας. Οι υπερβολικές εκλεπτύνσεις αποφεύχθηκαν όσο το δυνατόν περισσότερο. Εν ολίγοις, η προαναφερθείσα δήλωση προθέσεων του καθηγητή Taussig υπήρξε και δική μου, με την προσθήκη ότι έκρινα αναγκαίο να συμπεριλάβω, στα κατάλληλα σημεία, την ανασκευή ορισμένων από τις κύριες αντίπαλες διδασκαλίες. Αυτό ήταν ιδιαίτερα αναγκαίο, επειδή η οικονομική πλάνη είναι πολύ ευρύτερα διαδεδομένη απ’ ό,τι στην εποχή του Taussig.

Ανέφερα συνοπτικά ότι υπήρξε μία γενική πραγματεία μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο καθηγητής Paul Samuelson έχει γράψει με διθυραμβικό τόνο για τη χαρά τού να είναι κανείς κάτω των τριάντα όταν εκδόθηκε η Γενική θεωρία του Keynes. Μπορώ να πω το ίδιο για την έκδοση της Ανθρώπινης δράσης του Ludwig von Mises το 1949. Διότι εδώ, επιτέλους, η οικονομική επιστήμη ήταν ξανά ένα όλον, για άλλη μία φορά ένα οικοδόμημα. Και όχι μόνον αυτό —εδώ υπήρχε μια δομή της οικονομικής επιστήμης της οποίας πολλά συστατικά αποτελούσαν νέες συμβολές του ίδιου του καθηγητή Mises. Δεν υπάρχει εδώ χώρος για να παρουσιάσω ή να αναπτύξω τις μεγάλες συμβολές του Mises στην οικονομική επιστήμη. Αυτό θα πρέπει να γίνει αλλού. Αρκεί να πω ότι, στο εξής, ελάχιστο εποικοδομητικό έργο μπορεί να γίνει στην οικονομική επιστήμη αν δεν έχει ως αφετηρία την Ανθρώπινη δράση.

Η Ανθρώπινη δράση είναι γενική πραγματεία, όχι όμως ένα παλαιού τύπου έργο Αρχών. Αντιθέτως, προϋποθέτει σημαντικές προηγούμενες οικονομικές γνώσεις και περιλαμβάνει εντός των ευρύχωρων ορίων της πολυάριθμες φιλοσοφικές και ιστορικές διαπιστώσεις. Υπό μία έννοια, το παρόν έργο επιχειρεί να απομονώσει το οικονομικό στοιχείο, να συμπληρώσει τα διάκενα και να εκθέσει λεπτομερώς τις συνεπαγωγές του οικοδομήματος του Mises, όπως τις αντιλαμβάνομαι εγώ. Δεν πρέπει, ωστόσο, να θεωρηθεί ότι ο καθηγητής Mises φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για αυτές τις σελίδες. Πράγματι, ενδέχεται να διαφωνεί έντονα με πολλά τμήματα αυτού του τόμου. Ελπίζω, ωστόσο, ότι το έργο αυτό θα κατορθώσει να προσθέσει λίγους πλίνθους στο μεγαλόπρεπο οικοδόμημα της οικονομικής επιστήμης, το οποίο έχει φτάσει στην πιο σύγχρονη και ανεπτυγμένη μορφή του στις σελίδες της Ανθρώπινης δράσης.

Το παρόν έργο συνάγει παραγωγικά ολόκληρο το σώμα της οικονομικής επιστήμης από λίγα απλά και αποδεικτικώς αληθή αξιώματα: το Θεμελιώδες Αξίωμα της δράσης —ότι οι άνθρωποι χρησιμοποιούν μέσα για να επιτύχουν σκοπούς— και δύο επικουρικές παραδοχές: ότι υπάρχει ποικιλία ανθρώπινων και φυσικών πόρων και ότι η σχόλη είναι καταναλωτικό αγαθό. Το κεφάλαιο 1 ξεκινά από το αξίωμα της δράσης και συνάγει παραγωγικά τις άμεσες συνεπαγωγές του· και αυτά τα συμπεράσματα εφαρμόζονται στην «οικονομική του Crusoe» —εκείνη την τόσο κακολογημένη αλλά εξαιρετικά χρήσιμη ανάλυση που θέτει τον μεμονωμένο άνθρωπο μόνο απέναντι στη Φύση και αναλύει τις πράξεις που προκύπτουν από αυτή τη συνθήκη. Το κεφάλαιο 2 εισάγει άλλους ανθρώπους και, κατά συνέπεια, κοινωνικές σχέσεις. Αναλύονται διάφοροι τύποι διαπροσωπικών σχέσεων και εκτίθεται η οικονομική της άμεσης ανταλλαγής, δηλαδή του αντιπραγματισμού. Η ανταλλαγή δεν μπορεί να αναλυθεί επαρκώς προτού οριστούν πλήρως τα δικαιώματα ιδιοκτησίας· γι’ αυτό το κεφάλαιο 2 αναλύει την ιδιοκτησία σε μια ελεύθερη κοινωνία. Το κεφάλαιο 2 σηματοδοτεί, πράγματι, την αρχή του κυρίως σώματος του βιβλίου —μιας ανάλυσης της οικονομικής της εθελούσιας ανταλλαγής. Το κεφάλαιο 2 εξετάζει την ελεύθερη αγορά του αντιπραγματισμού, και τα επόμενα κεφάλαια πραγματεύονται την οικονομική της έμμεσης —ή χρηματικής— ανταλλαγής. Έτσι, από αναλυτική άποψη, το βιβλίο πραγματεύεται πλήρως την οικονομική της ελεύθερης αγοράς, από τις σχέσεις ιδιοκτησίας της έως την οικονομική του χρήματος.

Το κεφάλαιο 3 εισάγει το χρήμα και ιχνηλατεί τις μορφές της έμμεσης ανταλλαγής στην αγορά. Το κεφάλαιο 4 πραγματεύεται την οικονομική της κατανάλωσης και τον προσδιορισμό των τιμών των καταναλωτικών αγαθών. Τα κεφάλαια 5–9 αναλύουν την παραγωγή στην ελεύθερη αγορά. Ένα από τα χαρακτηριστικά αυτής της θεωρίας της κατανάλωσης και της παραγωγής είναι η αναβίωση της λαμπρής και εντελώς παραγνωρισμένης θεωρίας της προσόδου του καθηγητή Frank A. Fetter —δηλαδή της αντίληψης της προσόδου ως τιμής μίσθωσης μιας μονάδας υπηρεσίας. Η κεφαλαιοποίηση καθίσταται τότε η διαδικασία προσδιορισμού των παρουσών αξιών των αναμενόμενων μελλοντικών προσόδων ενός αγαθού. Η θεωρία του τόκου των Fetter–Mises, η οποία βασίζεται στην αμιγή χρονική προτίμηση, συντίθεται με τη θεωρία της προσόδου του Fetter, με την αυστριακή θεωρία της δομής της παραγωγής και με τη διάκριση μεταξύ πρωτογενών και παραγόμενων συντελεστών παραγωγής. Ένα «ριζοσπαστικό» χαρακτηριστικό της ανάλυσής μας για την παραγωγή είναι η πλήρης ρήξη με την επί του παρόντος συρμού «βραχυχρόνια» θεωρία της επιχείρησης, στη θέση της οποίας τίθεται μια γενική θεωρία της οριακής αξιακής παραγωγικότητας και της κεφαλαιοποίησης. Πρόκειται για ανάλυση «γενικής ισορροπίας» υπό τη δυναμική αυστριακή έννοια, και όχι υπό τη στατική, σήμερα δημοφιλή έννοια του Walras.

Το κεφάλαιο 10 εκθέτει μια εντελώς νέα θεωρία του μονοπωλίου —ότι το μονοπώλιο μπορεί να οριστεί κατά τρόπο που να έχει νόημα μόνο ως παραχώρηση προνομίου από το Κράτος, και ότι μονοπωλιακή τιμή μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω μιας τέτοιας παραχώρησης. Εν ολίγοις, δεν μπορεί να υπάρξει μονοπώλιο ή μονοπωλιακή τιμή στην ελεύθερη αγορά. Εξετάζεται επίσης η θεωρία του μονοπωλιακού ανταγωνισμού. Και το κεφάλαιο 11 εκθέτει τη θεωρία του χρήματος στην ελεύθερη αγορά, μαζί με μια εκτενή συζήτηση των κεϋνσιανών θεωριών.

Αφού ολοκληρώσω τη θεωρία της αμιγώς ελεύθερης αγοράς, στρέφομαι στη συνέχεια, στο τελευταίο κεφάλαιο, στην εφαρμογή της πραξεολογικής ανάλυσης σε μια συστηματική εξέταση των διαφόρων μορφών και βαθμών καταναγκαστικής παρέμβασης και των συνεπειών τους. Οι επιδράσεις της καταναγκαστικής παρέμβασης μπορούν να μελετηθούν μόνον αφού αναλυθεί πλήρως η κατασκευή μιας αμιγώς ελεύθερης αγοράς. Το κεφάλαιο 12 παρουσιάζει μια τυπολογία της παρέμβασης, εξετάζει τις άμεσες και έμμεσες συνέπειές της και τις επιδράσεις της στη χρησιμότητα και εκθέτει μια αναγκαστικά σύντομη ανάλυση των διαφόρων κύριων τύπων παρέμβασης, συμπεριλαμβανομένων του ελέγχου των τιμών, των παραχωρήσεων μονοπωλιακών προνομίων, της φορολογίας, του πληθωρισμού, καθώς και της κρατικής επιχειρηματικής δραστηριότητας και των κρατικών δαπανών. Το κεφάλαιο και το βιβλίο ολοκληρώνονται με μια σύντομη συνοπτική αποτίμηση της ελεύθερης αγοράς, σε αντιπαραβολή με τα παρεμβατικά και άλλα καταναγκαστικά συστήματα.

Για αυτή την αναθεωρημένη έκδοση, αποφάσισα να διατηρήσω άθικτα το αρχικό κείμενο και τις υποσημειώσεις και να περιορίσω οποιεσδήποτε αλλαγές σε αυτόν τον αναθεωρημένο πρόλογο. Ο καθηγητής Mises πέθανε το 1973, και το επόμενο έτος, όπως τα έφερε η τύχη, η Αυστριακή Σχολή οικονομικής σκέψης, την οποία ο Mises είχε κρατήσει ζωντανή σε μια σχεδόν υπόγεια ύπαρξη, αναδύθηκε δυναμικά σε μια θεαματική αναβίωση. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η αναβίωση συνέπεσε με την ουσιαστική κατάρρευση του προηγουμένως κυρίαρχου κεϋνσιανού παραδείγματος. Οι κεϋνσιανοί είχαν υποσχεθεί να κατευθύνουν εύκολα την οικονομία μακριά από τις επαναλαμβανόμενες παγίδες της πληθωριστικής άνθησης, της ύφεσης και της ανεργίας· αντί γι’ αυτές, θα εξασφάλιζαν μόνιμη και σταθερή ευημερία, προσφέροντάς μας πλήρη απασχόληση χωρίς πληθωρισμό. Και όμως, έπειτα από τρεις δεκαετίες κεϋνσιανού σχεδιασμού, βρεθήκαμε αντιμέτωποι με ένα νέο φαινόμενο που δεν μπορεί καν να υπάρξει, πόσο μάλλον να εξηγηθεί, στο κεϋνσιανό παράδειγμα: πληθωρισμό σε συνδυασμό με ύφεση και υψηλή ανεργία. Αυτό το ανεπιθύμητο φάντασμα εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην πληθωριστική ύφεση του 1973–74 και έκτοτε επανεμφανίστηκε, με τελευταία περίπτωση την ύφεση του 1990—;

Η αυστριακή αναβίωση του 1974 ενισχύθηκε επίσης από την απονομή του Βραβείου Nobel Οικονομικών στον F.A. Hayek εκείνο το έτος, τον πρώτο οικονομολόγο υπέρ της ελεύθερης αγοράς και χωρίς μαθηματικό προσανατολισμό που τιμήθηκε με αυτό το βραβείο. Η εμμονή της κοινότητας των οικονομολόγων με το Nobel αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον για τον Hayek και την Αυστριακή Σχολή. Αλλά ούτε η ίδια η απονομή αυτού του βραβείου στον Hayek μπορεί να είναι συμπτωματική, καθώς αντανακλά την απογοήτευση των οικονομολόγων από τα κεϋνσιανά μακροοικονομικά υποδείγματα.

Από το 1974, ο αριθμός των Αυστριακών, των βιβλίων και των άρθρων που γράφουν Αυστριακοί, καθώς και το ενδιαφέρον για τη σχολή, έχουν πολλαπλασιαστεί σημαντικά. Η διαφορά στην ποιότητα της ακαδημαϊκής ζωής μεταξύ των δύο χωρών αντανακλάται στο γεγονός ότι, μολονότι στη Βρετανία υπάρχουν αναλογικά λιγότεροι οικονομολόγοι της Αυστριακής Σχολής απ’ ό,τι στις Ηνωμένες Πολιτείες, η αυστριακή οικονομική σκέψη απολαμβάνει πολύ μεγαλύτερο σεβασμό στη Βρετανία. Στα βρετανικά διδακτικά εγχειρίδια και στις επισκοπήσεις της οικονομικής σκέψης, η αυστριακή οικονομική θεωρία, μολονότι δεν αποσπά συχνά τη συμφωνία των συγγραφέων, αντιμετωπίζεται αντικειμενικά και δίκαια ως αξιοσέβαστο ρεύμα οικονομικής σκέψης. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, αντιθέτως, μολονότι υπάρχει μεγάλος αριθμός τόσο συμπαθούντων όσο και οπαδών στην κοινότητα των οικονομολόγων, οι Αυστριακοί εξακολουθούν να είναι περιθωριοποιημένοι, να αγνοούνται και να μη διαβάζονται από το μεγαλύτερο μέρος των οικονομολόγων.

Η διανοητική περιέργεια, ωστόσο, έχει τη συνήθεια να υπερνικά τα εμπόδια, ιδίως μεταξύ των προπτυχιακών και μεταπτυχιακών φοιτητών. Ως αποτέλεσμα, η Αυστριακή Σχολή έχει ακμάσει τις τελευταίες δύο δεκαετίες, παρά τα σοβαρά θεσμικά εμπόδια.

Στην πραγματικότητα, ο αριθμός των Αυστριακών έχει αυξηθεί τόσο πολύ και η συζήτηση έχει διευρυνθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε έχουν ανακύψει διαφορές απόψεων και διακλαδώσεις της σκέψης, που σε ορισμένες περιπτώσεις εξελίσσονται σε γνήσιες συγκρούσεις ιδεών. Ωστόσο, όλες αυτές έχουν συγχωνευθεί αδιακρίτως και στριμωχτεί μαζί από μη Αυστριακούς, ακόμη και από ορισμένους μέσα στη σχολή, προκαλώντας μεγάλη διανοητική σύγχυση, έλλειψη σαφήνειας και απροκάλυπτα σφάλματα. Η θετική πλευρά αυτών των εξελισσόμενων διαφωνιών είναι ότι κάθε πλευρά έχει αποσαφηνίσει και καταστήσει ακριβέστερες τις θεμελιώδεις προκείμενες και την κοσμοαντίληψή της. Πράγματι, τα τελευταία χρόνια έχει καταστεί φανερό ότι υπάρχουν τρία πολύ διαφορετικά και συγκρουόμενα παραδείγματα εντός της αυστριακής οικονομικής σκέψης: το αρχικό παράδειγμα του Mises ή πραξεολογικό παράδειγμα, στο οποίο προσχωρεί ο συγγραφέας του παρόντος· το παράδειγμα του Hayek, το οποίο δίνει έμφαση στη «γνώση» και στην «ανακάλυψη» αντί στην πραξεολογική «δράση» και «επιλογή», και του οποίου κύριος εκπρόσωπος είναι σήμερα ο καθηγητής Israel Kirzner· και η μηδενιστική άποψη του εκλιπόντος Ludwig Lachmann, μια θεσμιστική προσέγγιση εχθρική προς τη θεωρία, αντλημένη από τον Άγγλο «υποκειμενιστή»-κεϋνσιανό G.L.S. Shackle. Ευτυχώς, υπάρχει πλέον ένα επιστημονικό περιοδικό, το The Review of Austrian Economics,56 μέσω του οποίου ο αναγνώστης μπορεί να ενημερώνεται για τις τρέχουσες εξελίξεις στην αυστριακή οικονομική σκέψη, καθώς και άλλες εκδόσεις, συνέδρια και εκπαιδευτικά μαθήματα του Ludwig von Mises Institute. Το Mises Institute, το οποίο ιδρύθηκε στην εκατονταετηρίδα της γέννησής του, διατηρεί ζωντανό το πνεύμα του Mises, καθώς και το παράδειγμα που εκείνος κληροδότησε στην επιστημονική έρευνα και στον κόσμο. Για τις τελευταίες εξελίξεις σχετικά με τα τρία αυστριακά παραδείγματα, ο αναγνώστης παραπέμπεται στο κείμενο εργασίας του Mises Institute που συνέταξε ο συγγραφέας του παρόντος, «Η παρούσα κατάσταση της αυστριακής οικονομικής σκέψης» (Νοέμβριος 1992).57

Η πρωταρχική πνευματική οφειλή μου είναι, ασφαλώς, προς τον Ludwig von Mises. Αλλά, πέρα από αυτήν, δεν θα μπορέσω ποτέ να εκφράσω πλήρως την προσωπική μου οφειλή. Η σοφία, η καλοσύνη, ο ενθουσιασμός, η ευθυμία του και η αδιάλειπτη ενθάρρυνση ακόμη και των ελάχιστων ενδείξεων παραγωγικότητας στους μαθητές του υπήρξαν πηγή έμπνευσης εφ’ όρου ζωής για όσους τον γνώρισαν. Ήταν ένας από τους μεγάλους δασκάλους της οικονομικής επιστήμης, καθώς και ένας από τους μεγάλους οικονομολόγους, και είμαι ευγνώμων που είχα την ευκαιρία να μαθητεύσω επί πολλά χρόνια στο Σεμινάριό του Προχωρημένης Οικονομικής Θεωρίας στο New York University.

Ούτε θα μπορέσω ποτέ να εκφράσω πλήρως την ευγνωμοσύνη μου προς τον Llewellyn H. Rockwell, Jr., ο οποίος, σε μια περίοδο παρακμής της οικονομικής σκέψης του Mises, χωρίς ιδρυτικό κεφάλαιο, χωρίς μεγάλες δεσμεύσεις οικονομικής υποστήριξης και οπλισμένος μόνο με μια ιδέα, ίδρυσε το Ludwig von Mises Institute και αφιέρωσε τη ζωή του σε αυτό. Ο Lew έχει επιτελέσει αξιοθαύμαστο έργο στην οικοδόμηση και την επέκταση του Ινστιτούτου, καθώς και στην αφοσίωσή του στο παράδειγμα του Mises. Επιπλέον, ο Lew είναι εδώ και πολλά χρόνια στενός και πολύτιμος φίλος και πνευματικός συνεργάτης. Είναι προφανές ότι, χωρίς τις προσπάθειές του, αυτή η νέα έκδοση δεν θα είχε δει ποτέ το φως της δημοσιότητας.

Τέλος, οφείλω τουλάχιστον να προσπαθήσω να εκφράσω πόσο ευγνώμων είμαι προς έναν ακόμη επί μακρόν συνεργάτη, τον Burton S. Blumert, του Mises Institute και επικεφαλής του Center for Libertarian Studies, στο Burlingame της California. Αφανής και απαραίτητος, ο Burt είναι πάντοτε εκεί —με πνεύμα, σοφία, καλοσύνη και φιλία.

Είναι αδύνατον να απαριθμήσω όλους τους φίλους και γνωστούς οι οποίοι, στη διάρκεια τόσων ετών, με δίδαξαν και με ενέπνευσαν στο πεδίο της αυστριακής οικονομικής σκέψης ή στο ευρύτερο πεδίο της πολιτικής οικονομίας, καθώς και ως προς τη φύση του καταναγκασμού της ελευθερίας. Είμαι ευγνώμων σε όλους. Κανείς τους, ασφαλώς, δεν ευθύνεται για οποιαδήποτε σφάλματα του παρόντος έργου.

Murray N. Rothbard
Las Vegas, Nevada
Μάιος 1993

Σχετικά κείμενα