Δοκίμια5 Οκτωβρίου 202656 λεπτά ανάγνωσης

«Για την Ορθή Μελέτη του Ανθρώπου: Στοχασμοί περί Μεθόδου» του Hans-Hermann Hoppe

Μετάφραση του δοκιμίου του Hans-Hermann Hoppe που δημοσιεύτηκε στο Journal of Austrian Economics, Τόμος 26, αριθ. 4, το 2023

Πρώτη Δημοσίευση στα Αγγλικά: The Quarterly Journal of Austrian Economics, Τόμος 26, αριθ. 4, Χειμώνας 2023

Μετάφραση στην ελληνική γλώσσα: Πραξεολόγος - Αθήνα, 2026

Published under a CC BY Attribution Only 4.0 License

https://creativecommons.org/licenses/by/4.0/

Εισαγωγή Μεταφραστή

Μπορούμε να μελετήσουμε τον άνθρωπο όπως μελετούμε μια πέτρα — ή η ίδια η προσπάθεια να τον εξηγήσουμε προϋποθέτει κάτι που καμία φυσική επιστήμη δεν μπορεί να συλλάβει;

Στο άρθρο Για την ορθή μελέτη του ανθρώπου: Στοχασμοί περί μεθόδου, ο Hans-Hermann Hoppe θέτει στο επίκεντρο τη γλώσσα, το νόημα και τη σκόπιμη δράση. Υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος δεν είναι απλώς ένα σώμα που αντιδρά σε αίτια, αλλά ένα πρόσωπο που επιλέγει, μαθαίνει, επιχειρηματολογεί και αναθεωρεί τους σκοπούς του. Από αυτή την αφετηρία, διακρίνει την αιτιακή εξήγηση της φύσης από την κατανόηση των ανθρώπινων κινήτρων και αναδεικνύει την πραξεολογία ως μέθοδο γνώσης της καθολικής δομής της δράσης.

Μεστό και προκλητικό, το κείμενο αμφισβητεί τόσο την αναγωγή του ανθρώπου στη βιολογία όσο και τη φιλοδοξία πρόβλεψης της κοινωνικής ζωής με νόμους αντίστοιχους της φυσικής. Το διακύβευμά του είναι θεμελιώδες: τι μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα για τον άνθρωπο — και πού αρχίζει η αναπόφευκτη αβεβαιότητα της ελεύθερης δράσης του;

Πραξεολόγος

Για την Ορθή Μελέτη του Ανθρώπου: Στοχασμοί περί Μεθόδου

Hans-Hermann Hoppe*

Είναι δυνατόν να περιγράψουμε και να εξηγήσουμε τον άνθρωπο με νατουραλιστικούς όρους, με τον ίδιο τρόπο που περιγράφουμε και εξηγούμε τις πέτρες, τα φυτά και τα ζώα: στη γλώσσα της φυσικής, της χημείας, της βιολογίας, της γενετικής, της νευρολογίας κ.ο.κ. Διαφορετικά διατυπωμένο, μπορούμε να εφαρμόσουμε στη μελέτη του ανθρώπου τις ίδιες μεθόδους που χρησιμοποιούμε για τη μελέτη των πετρών, των φυτών και των ζώων. Μπορούμε να θεωρήσουμε και να αντιμετωπίσουμε τον άνθρωπο ως φυσικό αντικείμενο, όπως μια πέτρα, που μπορεί να μετρηθεί ως προς το βάρος, το ύψος, τον όγκο, τη μάζα, την πυκνότητα, τη θερμοκρασία, το σχήμα κ.ο.κ. και που βρίσκεται και κινείται μέσα στον χρόνο και στον χώρο. Όπως τα φυτά, ο άνθρωπος είναι οργανισμός με μεταβολισμό· αναπτύσσεται, ζει, αναπαράγεται και πεθαίνει. Και όπως τα ζώα, ο άνθρωπος είναι ένα αυτοκινούμενο σώμα, εξοπλισμένο με αισθητήρια όργανα και σε αναζήτηση τροφής και σεξ.

Δεν υπάρχει τίποτε το εσφαλμένο σε έναν τέτοιο νατουραλισμό, διότι, όπως ακριβώς οι πέτρες, τα φυτά και τα ζώα, ο άνθρωπος είναι πράγματι μέρος της φύσης και, ως τέτοιο, μοιράζεται ορισμένα κοινά γνωρίσματα με όλα τα άλλα μέρη της. Μάλιστα, όπως καταδεικνύει ιδίως η επιτυχία της φυσιολογίας και της ιατρικής, η μελέτη του ανθρώπου ως φυσικού —δεδομένου από τη φύση— αντικειμένου δεν είναι μόνο δυνατή, αλλά έχει και εξαιρετική πρακτική σημασία.

Μια νατουραλιστική εξήγηση του ανθρώπου, όμως, μολονότι απολύτως θεμιτή, ακόμη κι αν είναι αληθής, αναγκαστικά αποτυγχάνει να συλλάβει την ουσία του ανθρώπου: εκείνο που τον καθιστά μοναδικό και τον διακρίνει από όλα τα άλλα πράγματα — από τις πέτρες, τα φυτά και τα ζώα. Πράγματι, κάθε τέτοια περιγραφή θα αποτύγχανε με τον ίδιο τρόπο που μια περιγραφή ενός ζωγραφικού πίνακα ή ενός μουσικού έργου με όρους φυσικής, χημείας κ.ο.κ. θα αποτύγχανε να συλλάβει την ουσία του πίνακα ως πίνακα και της μουσικής ως μουσικής.

Ωστόσο, ιδίως μεταξύ των φυσικών επιστημόνων —ως επίδειξη της γεμάτης αυτοπεποίθηση στάσης τους ως επιστημόνων που δεν ανέχονται ανοησίες—, είναι αρκετά διαδεδομένη η άποψη ότι μια τέτοια αναγωγή του ανθρώπου αποκλειστικά στη φύση είναι τόσο δυνατή όσο και επιθυμητή· ότι οτιδήποτε μπορεί να γίνει γνωστό, ή τελικά θα γίνει γνωστό, για τον άνθρωπο αποτελεί αποτέλεσμα των ίδιων μεθόδων που εφαρμόζονται και στις πέτρες, στα φυτά και στα ζώα. Η ιδέα είναι ότι κάθε φυσική κατάσταση, συνθήκη, εκδήλωση, μεταβολή και κίνηση του ανθρώπου μέσα στον χρόνο και στον χώρο μπορεί τελικά να εξηγηθεί από ένα σύνθετο σύστημα υλικών αιτίων, συμπεριλαμβανομένων διαφόρων νευρολογικών διεργασιών. Ομολογουμένως, μπορεί προς το παρόν να μην έχουμε ιδιαίτερη επιτυχία σε αυτό το εγχείρημα, αλλά αυτή είναι η μόνη οδός που πρέπει να ακολουθήσουμε.

Όσο δημοφιλής κι αν είναι αυτή η άποψη, δεν είναι δύσκολο να ανακαλύψουμε το θεμελιώδες σφάλμα της και να αναγνωρίσουμε γιατί αυτό το πανατουραλιστικό πρόγραμμα είναι καταδικασμένο να αποτύχει — και γιατί η παραδεδεγμένη σημερινή «υπανάπτυξή» του δεν είναι τυχαία, αλλά αναγκαία συνέπεια ορισμένων ψευδών προκειμένων.

Το σφάλμα γίνεται εμφανές μόλις αναλογιστούμε τι κάνουμε αυτή τη στιγμή, εγώ ως ομιλητής ή συγγραφέας και εσείς ως ακροατής ή αναγνώστης — και τι πρέπει επίσης να κάνει κάθε φυσικός επιστήμονας όποτε παρουσιάζει τα αποτελέσματα της έρευνάς του. Η απάντηση: μιλούμε ο ένας στον άλλον με λέξεις και προτάσεις που έχουν νόημα. Επικοινωνούμε με άλλα πρόσωπα με την πρόθεση —με σκοπό και στόχο— να επιτύχουμε κάποια μορφή συντονισμού ή συνεργασίας με άλλους ανθρώπους, και σε αυτή την προσπάθεια μπορούμε να επιτύχουμε ή να αποτύχουμε.

Βεβαίως, μπορούμε να δώσουμε μια νατουραλιστική εξήγηση ορισμένων πτυχών του φαινομένου της επικοινωνίας, όπως μπορούμε να δώσουμε μια νατουραλιστική εξήγηση ενός ζωγραφικού πίνακα ή ενός μουσικού έργου. Εμπλέκονται φωνητικές χορδές, ήχοι, γραμμές πάνω στο χαρτί, εγκεφαλικές δραστηριότητες, σωματικές κινήσεις κ.ο.κ. Σε καμία όμως τέτοια νατουραλιστική εξήγηση δεν μπορεί να βρεθεί οτιδήποτε θα μας επέτρεπε να συμπεράνουμε ότι αυτές οι κινήσεις, οι ήχοι, οι γραμμές, τα νεύρα κ.ο.κ. έχουν κάποιο νόημα ή σκοπό και χρησιμοποιούνται από έναν ομιλητή ή συγγραφέα ως μέσα επικοινωνίας, επιτυχώς ή όχι, με κάποιο άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα.

Στη φύση —και στη φυσική εξέλιξη— δεν υπάρχει τίποτε σκόπιμο, νοηματοδοτημένο, αληθές, ψευδές, επιτυχημένο ή αποτυχημένο. Η φύση δεν έχει σκοπό. Η φύση και οι νόμοι της είναι αυτό που είναι και λειτουργούν όπως λειτουργούν, αμετάβλητα και απαρέγκλιτα. Ο θάνατος και το αποθνήσκειν δεν αποτελούν αναίρεση κάποιου φυσικού νόμου, ούτε οι τυφώνες ή οι πλημμύρες αντιβαίνουν σε οποιονδήποτε νόμο της φύσης. Είναι εξίσου φυσικά συμβάντα με τη ζωή και το ζην ή τη νηνεμία και τις ξηρασίες. Ομοίως, τα φυτά και τα ζώα δεν έχουν την πρόθεση να επιβιώσουν και να συμβάλουν στην αναπαραγωγή του είδους τους· απλώς το κάνουν ή δεν το κάνουν. Η επιβίωση και η εξαφάνιση ενός φυτικού ή ζωικού είδους είναι και οι δύο φυσικά συμβάντα, που πρέπει να εξηγηθούν με νατουραλιστικούς όρους. Η επιβίωση δεν είναι αποτέλεσμα επιτυχημένου σχεδιασμού, ούτε η εξαφάνιση υποδηλώνει εσφαλμένο σχεδιασμό. Σε ολόκληρη τη φύση δεν υπάρχει σχεδιασμός· τα πράγματα απλώς συμβαίνουν.

Μόνο εμείς —οι άνθρωποι— έχουμε σκοπούς στις σχέσεις μας με τη φύση, συμπεριλαμβανομένων των άλλων ανθρώπων. Μόνο εμείς μετασχηματίζουμε σκοπίμως τα υλικά που παρέχει η φύση σε τεχνουργήματα και χρησιμοποιούμε αυτά τα τεχνουργήματα ως μέσα για την επίτευξη περαιτέρω σκοπών. Μόνο εμείς χρησιμοποιούμε λέξεις και μη λεκτικά σύμβολα ως μέσα —άρα ήχους ή σημεία με νόημα— για να προκαλέσουμε κάποια συγκεκριμένη ανταπόκριση από άλλα πρόσωπα ή μέσα σε αυτά. Μόνο για τα ανθρώπινα υλικά τεχνουργήματα, επομένως, μπορεί να λεχθεί ότι είναι ορθά ή εσφαλμένα, επιτυχημένα ή αποτυχημένα — με άλλα λόγια, ότι μπορούν να τους αποδοθούν ανθρώπινοι σκοποί. Και μόνο για τις ανθρώπινες λέξεις και προτάσεις —ως μέσα που υπηρετούν τον σκοπό της διαπροσωπικής επικοινωνίας— μπορεί να λεχθεί ότι έχουν νόημα και γίνονται κατανοητές ή όχι· ότι είναι επιτυχημένες ή όχι· και ότι είναι αληθείς, ψευδείς ή απροσδιόριστες.

Κατά συνέπεια, κάθε φυσικός επιστήμονας —είτε βιολόγος είτε φυσιολόγος, χημικός, γενετιστής ή νευρολόγος— που ισχυρίζεται ότι ο άνθρωπος μπορεί να αναχθεί αποκλειστικά στη φύση εμπλέκεται σε μια αντίφαση.

Από τη μία πλευρά, ο «άνθρωπος» για τον οποίο μιλά και γράφει αυτός ο επιστήμονας —ο άνθρωπος ως φύση, τον οποίο ο ίδιος θεωρεί τον μόνο «άνθρωπο» που υπάρχει— δεν έχει σκοπό ούτε νόημα, και τίποτε στις εσωτερικές του λειτουργίες δεν είναι αληθές ή ψευδές, επιτυχημένο ή αποτυχημένο. Τα πάντα λειτουργούν όπως λειτουργούν σύμφωνα με αμετάβλητους και απαρέγκλιτους αιτιακούς νόμους. Και όμως, από την άλλη πλευρά, ο ίδιος ο επιστήμονας, που προφανώς κατατάσσει τον εαυτό του στην κατηγορία «άνθρωπος», επιδιώκει έναν σκοπό διεξάγοντας την έρευνά του για τον άνθρωπο ως φύση. Ο ίδιος εκτελεί σκόπιμες ενέργειες και χρησιμοποιεί τεχνουργήματα ως μέσα για επιθυμητούς σκοπούς, ενώ πρέπει να χρησιμοποιεί προτάσεις με νόημα για να περιγράφει τις μεθόδους και τα αποτελέσματα της έρευνάς του σχετικά με φυσικά υλικά, φαινόμενα και διεργασίες που «καθ’ εαυτά» —an sich— στερούνται νοήματος. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι αυτές οι μέθοδοι είναι ορθές και όχι εσφαλμένες και ότι τα αποτελέσματά του είναι αληθή και όχι ψευδή ή μη οριστικά. Και για τον ίδιο, επομένως, σε αντίθεση με τον άνθρωπο ως φύση, ο θάνατος και οι σωματικές δυσλειτουργίες, για παράδειγμα, έχουν νόημα και αποτελούν πράγματι αποτυχίες και δυσλειτουργίες. Έχουν όμως νόημα και αποτελούν αποτυχίες ή δυσλειτουργίες μόνο στον βαθμό που συνδέονται με έναν ανθρώπινο σκοπό: την επιθυμία διατήρησης της ζωής και της υγείας ως κάποιου «καλού» και αποτροπής της ασθένειας και του θανάτου ως κάποιου «κακού».

Μπορούμε, συνεπώς, να συμπεράνουμε ότι το πανατουραλιστικό ερευνητικό πρόγραμμα, σύμφωνα με το οποίο ο άνθρωπος μπορεί και πρέπει να περιγραφεί και να εξηγηθεί αποκλειστικά και εξαντλητικά με όρους των φυσικών επιστημών και φυσικών αιτίων, δεν μπορεί να διατυπωθεί και να εκφραστεί με λέξεις και προτάσεις που αξιώνουν ότι έχουν νόημα και είναι αληθείς χωρίς να περιπέσει σε αναπόδραστη αντίφαση.

Γλώσσα, νόημα, σκοπός και δράση

Με αυτή την εισαγωγική παρατήρηση έχουμε ήδη καταλήξει σε αρκετές σημαντικές φιλοσοφικές διαπιστώσεις, τις οποίες θα επιχειρήσω τώρα να αποσαφηνίσω κάπως λεπτομερέστερα.

Καταρχάς, με τη γλώσσα εντοπίσαμε το αναγκαίο σημείο αφετηρίας κάθε φιλοσοφικής δραστηριότητας. Δεν μπορούμε να φιλοσοφούμε χωρίς να μπορούμε να μιλούμε και να γράφουμε, να ακούμε και να διαβάζουμε. Πράγματι, αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί χωρίς αντίφαση, διότι η ίδια η άρνηση θα έπρεπε να πάρει τη μορφή λέξεων και προτάσεων. Έχουμε επομένως φτάσει εδώ σε μια πρώτη γνώση για τον άνθρωπο που πρέπει να θεωρείται εκ των προτέρων αληθής. Παρεμπιπτόντως, και η Ανθρώπινη Δράση του Mises (1998) αρχίζει με λέξεις και προτάσεις που έχουν νόημα.

Επιπλέον, με την αναγνώριση της γλώσσας ως μέσου διαπροσωπικής επικοινωνίας, όλες ανεξαιρέτως οι κατηγορίες περί σολιψισμού ή ατομισμού που στρέφονται κατά των λιμπερταριανών της Αυστριακής Σχολής —και γενικότερα κατά όλων των υποστηρικτών του μεθοδολογικού ατομικισμού— αποκαλύπτονται ως εντελώς άστοχες. Η γλώσσα είναι κοινωνικός θεσμός. Πράγματι, όπως απέδειξε πειστικά ο ύστερος Ludwig Wittgenstein των Φιλοσοφικών Ερευνών, η ιδέα μιας «ιδιωτικής» γλώσσας —αντί μιας κοινής ή δημόσιας— είναι αδιανόητη. Η γλώσσα υπηρετεί τον σκοπό του διαπροσωπικού συντονισμού και της συνεργασίας και, για αυτόν τον σκοπό, πρέπει να είναι κοινή και δημόσια. Μάλιστα, τα μικρά ανθρώπινα όντα —τα βρέφη, που αρχικά δεν μπορούν καθόλου να δρουν και να μιλούν— τη μαθαίνουν μέσα από τη συνεργασία και την αλληλεπίδραση με ενηλίκους, μέσα σε εκείνο που ο Wittgenstein (1953) περιέγραψε εύστοχα ως «γλωσσικά παίγνια». Πράγματι, ο άνθρωπος αναπτύσσεται σε άτομο με αυτοσυνείδηση —σε πρόσωπο— μόνο σε συνεργασία με άλλα πρόσωπα, μέσω μιας διαδικασίας κοινωνικοποίησης.

Σε έντονη αντίθεση, ένα βρέφος που εγκαταλείπεται από τους γονείς του αλλά επιβιώνει ως εκ θαύματος μεγαλώνοντας με ζώα, είτε λύκους είτε πιθήκους, δεν θα επιστρέψει, αν επανενταχθεί αργότερα στην ανθρώπινη κοινωνία, έχοντας μια γλώσσα. Θα επιστρέψει χωρίς να μιλά καμία απολύτως γλώσσα —ούτε θα μπορεί να επικοινωνεί με λύκους ή πιθήκους—, γεγονός που διαψεύδει κάθε συζήτηση περί γλωσσικού «ενστίκτου» και περί «εγκεφάλου» που δημιουργεί τη γλώσσα. Αντιθέτως, υπό την προϋπόθεση ότι η γνωστική του ανάπτυξη δεν έχει ανασταλεί για υπερβολικά μεγάλο διάστημα από την απουσία οποιασδήποτε ανθρώπινης κοινωνίας, θα πρέπει να μάθει αργά και επίπονα μια γλώσσα, ώστε να μεταβληθεί από το ανθρώπινο ζώο στο οποίο είχε εξελιχθεί σε ανθρώπινο πρόσωπο. Και η γλώσσα που θα πρέπει να μάθει δεν είναι —ούτε υπήρξε ποτέ για οποιονδήποτε έμαθε να μιλά οποιαδήποτε γλώσσα— κάποια «καθολική γλώσσα» που παράγεται από μια υποκείμενη «καθολική γραμματική», όπως θα μας οδηγούσε να αναμένουμε η νατουραλιστική θεωρία του γλωσσικού «ενστίκτου» ή του «εγκεφάλου». Θα είναι, και υπήρξε πάντοτε, μια συγκεκριμένη γλώσσα που μιλιέται από μια συγκεκριμένη κοινότητα φυσικών ομιλητών. Αυτό επιβεβαιώνει τη διαπίστωση στην οποία καταλήξαμε ήδη: ότι ο λόγος με νόημα και η γλώσσα, μολονότι έχουν ασφαλώς φυσιολογική βάση —φωνητικές χορδές, νευρολογικές διεργασίες κ.λπ.—, δεν είναι ωστόσο προϊόντα της φύσης και φυσικών αιτίων, αλλά προϊόντα του ανθρώπινου πολιτισμού· δηλαδή, της εκ προθέσεως και σκόπιμης παρέμβασης του ανθρώπου στη φύση και της τεχνητής μεταβολής της.

Αναγνωρίζουμε ακόμη ότι πρέπει εξαρχής να υιοθετηθεί ένας μεθοδολογικός δυϊσμός, αντί ενός πανατουραλισμού —ή υλισμού, μονισμού κ.λπ. Ενώ όλες οι μέθοδοι που εφαρμόζονται στις πέτρες, στα φυτά και στα ζώα μπορούν να εφαρμοστούν και στον άνθρωπο, δεν μπορούν όλες οι μέθοδοι που εφαρμόζονται στον άνθρωπο να εφαρμοστούν και στις πέτρες, στα φυτά και στα ζώα.

Μπορούμε να μιλούμε με άλλους ανθρώπους χρησιμοποιώντας κοινές λέξεις, ώστε να συντονίζουμε τη συμπεριφορά μας. Γνωρίζουμε γιατί κάνουμε ή λέμε όσα κάνουμε ή λέμε· και γνωρίζουμε —ή γνωρίζουμε πώς να εξακριβώσουμε— γιατί οι άλλοι άνθρωποι κάνουν και λένε όσα κάνουν και λένε. Γνωρίζουμε επίσης —ή γνωρίζουμε πώς να εξακριβώσουμε— αν κατανοήσαμε ο ένας τον άλλον ή αν καταλήξαμε σε συμφωνία. Επιπλέον, οτιδήποτε κάνουμε ή λέμε αποδίδεται ή καταλογίζεται σε εκείνον που το έκανε ή το είπε, και αυτό το πρόσωπο θεωρείται υπόλογο και υπεύθυνο για όσα έκανε ή είπε. Τίποτε από αυτά δεν ισχύει για τις πέτρες, τα φυτά ή τα ζώα, παρά τις διαμαρτυρίες ορισμένων φίλων των ζώων — στους οποίους, παρεμπιπτόντως, συγκαταλέγομαι κι εγώ.

Μπορούμε φυσικά να μιλούμε στις πέτρες, στα φυτά ή στα ζώα όσο θέλουμε και για όσο θέλουμε, αλλά δεν μπορούμε να επικοινωνήσουμε μαζί τους. Οι λέξεις μας μπορεί μάλιστα να έχουν κάποια φυσική επίδραση στον υλικό κόσμο. Δεν υπάρχει όμως κανένας απολύτως λόγος να υποθέσουμε ότι οποιαδήποτε πέτρα, φυτό ή ζώο κατανοεί τις λέξεις μας· ότι η επίδρασή τους, όποια κι αν είναι, δεν οφείλεται αποκλειστικά σε κάποια συμπεριφορά ερεθίσματος–αντίδρασης που, μολονότι διαμορφωμένη μέσω εκπαίδευσης, παραμένει φυσική. Έτσι, για παράδειγμα, μπορούμε να εκπαιδεύσουμε ορισμένα ζώα να εκτελούν, όταν τους δίνονται ορισμένα λεκτικά ή χειρονομιακά σήματα, κάποια τεχνάσματα που είναι «αφύσικα» αλλά δυνατά, δεδομένων των σωματικών τους δυνατοτήτων. Αυτό όμως δεν έχει καμία σχέση με μια νοηματοδοτημένη απάντηση ή ανταπόκριση ενός αλόγου ή σκύλου σε ένα αίτημα με νόημα του εκπαιδευτή του· είναι μια εξ ολοκλήρου φυσική διαδικασία που πρέπει να εξηγηθεί αιτιακά. Η απόδοση σε πέτρες, φυτά και ζώα σκοπών και επιλογής και χρήσης φυσικών υλικών ως μέσων για την επίτευξη αυτών των σκοπών αποτελεί μορφή ανιμισμού, σαμανισμού ή ανθρωπομορφισμού.

Είναι αλήθεια ότι είναι αρκετά συνηθισμένο να αποδίδουμε στα ζώα κάθε λογής γνωρίσματα, τις έννοιες των οποίων μάθαμε να χρησιμοποιούμε και να κατανοούμε κατά την επικοινωνία και τη συνεργασία μας με άλλα πρόσωπα: λέγεται, για παράδειγμα, ότι οι σκύλοι είναι λυπημένοι ή χαρούμενοι, υπάκουοι ή ανυπάκουοι, ότι σκέφτονται και ακούν, μαθαίνουν, ερωτεύονται και επικοινωνούν· και τα πουλιά και οι κάστορες περιγράφονται ως μηχανικοί φωλιών και φραγμάτων. Ωστόσο, αυστηρά μιλώντας, όλες αυτές οι αποδόσεις είναι απλώς μεταφορικές. Δεν μπορούμε να επικοινωνούμε με τα ζώα και να κατανοούμε γιατί κάνουν όσα κάνουν με τον ίδιο τρόπο που μπορούμε να επικοινωνούμε με άλλα πρόσωπα και να τα κατανοούμε. Στην περίπτωση των ζώων —για να μην αναφέρουμε τις πέτρες και τα φυτά— μας απομένουν αποκλειστικά αιτιακές εξηγήσεις ή εξηγήσεις μέσω ενστίκτων. Συμπεριφέρονται όπως συμπεριφέρονται επειδή, ως μέρη της φύσης, δεν μπορούν να κάνουν τίποτε άλλο από αυτό που κάνουν· συνεπώς, δεν τα θεωρούμε περισσότερο υπόλογα ή υπεύθυνα για τη συμπεριφορά τους απ’ όσο θεωρούμε τα φυτά ή τις πέτρες.1

Επιπλέον, καθώς η σημαντικότερη ίσως διαπίστωση που συνάγεται από τα παραπάνω είναι ότι το φιλοσοφείν πρέπει να αρχίζει με την ομιλία σε κοινές λέξεις, η σχέση μεταξύ ομιλίας —γλώσσας— και πράττειν —δράσης— χρειάζεται περαιτέρω αποσαφήνιση.

Κάθε ομιλία και επικοινωνία είναι δράση, αλλά δεν είναι κάθε δράση επικοινωνία. Όπως κάθε δράση, η επικοινωνία είναι δραστηριότητα που έχει κίνητρο και σκοπό. Αποβλέπει σε έναν προσδοκώμενο στόχο. Όπως κάθε άλλη δραστηριότητα, παρακινείται, σύμφωνα με τα λόγια του Ludwig von Mises (1998, 13–14), από μια «αισθητή δυσφορία» και αποσκοπεί στη «βελτίωση». Εκφράζει, όπως κάθε δράση, μια αξιολογική κρίση του δρώντος και αποκαλύπτει την προτίμησή του. Ο δρων αποδίδει αξία στον επιδιωκόμενο στόχο και προτιμά να πραγματοποιήσει αυτόν αντί κάποιου άλλου. Όπως κάθε άλλη δραστηριότητα, επομένως, η ομιλία και η επικοινωνία συνεπάγονται κόστος ευκαιρίας. Ένα πρόσωπο μπορεί να χρησιμοποιήσει το σώμα και τον χρόνο του για άλλα πράγματα εκτός από το να μιλά, να γράφει, να ακούει ή να διαβάζει. Όπως κάθε δράση, η επικοινωνία πραγματοποιείται μέσα στον χρόνο και στον χώρο. Έχει αρχή, κάποια διάρκεια και τέλος. Περιλαμβάνει, όπως κάθε δράση, τη σκόπιμη χρήση σπάνιων υλικών μέσων —τουλάχιστον του ανθρώπινου σώματος και του χώρου που αυτό καταλαμβάνει. Όπως κάθε δράση, έτσι και η επικοινωνία συνεπάγεται κάποια παρέμβαση στη «φυσική» πορεία των γεγονότων —στην πορεία που θα προέκυπτε χωρίς ενεργή παρέμβαση—, προκειμένου να προκύψει μια άλλη, προτιμώμενη κατάσταση πραγμάτων. Ο ομιλητής ή συγγραφέας πρέπει να χρησιμοποιεί υλικά μέσα —φωνητικές χορδές, χέρια, χαρτί και μολύβι κ.λπ.— σύμφωνα με κάποιο σχέδιο ή οδηγία, για να παράγει ήχους, σημεία ή σύμβολα με νόημα, ώστε να ακουστεί και να γίνει κατανοητός από τον ακροατή ή αναγνώστη. Και όπως σε κάθε δράση, έτσι και στην επικοινωνία: τα επιλεγμένα μέσα —λέξεις, γλώσσα— και οι οδηγίες σύμφωνα με τις οποίες χρησιμοποιούνται μπορούν να αποδειχθούν ορθά ή εσφαλμένα, κατάλληλα ή ακατάλληλα για τον επιδιωκόμενο σκοπό, και η επικοινωνία μπορεί να κριθεί επιτυχημένη ή αποτυχημένη.

Δεν είναι όμως κάθε δράση επικοινωνία. Πράγματι, όπως μόλις αναφέρθηκε, η επικοινωνία με άλλα πρόσωπα έχει κόστος ευκαιρίας. Τα πράγματα διαφέρουν φυσικά από πρόσωπο σε πρόσωπο, αλλά συνήθως αφιερώνουμε πολύ περισσότερο χρόνο στις καθημερινές μας δραστηριότητες κάνοντας πράγματα σιωπηλά: ενεργώντας πάνω σε πράγματα —σε μη πρόσωπα— αντί να μιλούμε. Μάλιστα, ακόμη και ο σκοπός των επικοινωνιακών πράξεων —των λόγων μας που απευθύνονται σε άλλους— συχνά δεν είναι να συνομιλήσουμε με κάποιον άλλον, αλλά να δώσουμε ή να λάβουμε πρακτικές οδηγίες για το πώς να κάνουμε ορισμένα πράγματα ήσυχα και σιωπηλά μέσα στο υλικό μας περιβάλλον.

Θα ονομάζουμε τέτοιες σιωπηλές πράξεις, που εκτελούνται για να επιφέρουν κάποιο συγκεκριμένο αποτέλεσμα μέσα στον υλικό κόσμο, εργαλειακές πράξεις, σε αντιδιαστολή προς τις επικοινωνιακές πράξεις, οι οποίες θα αναλυθούν στη συνέχεια.

Εργαλειακές πράξεις και φυσικοί νόμοι

Οι εργαλειακές πράξεις αποτελούν το θεμέλιο ολόκληρου του υλικού μας πολιτισμού. Κάθε σπίτι, δρόμος, αυτοκίνητο και εργοστάσιο, κάθε σφυρί, καρφί και τούβλο κ.ο.κ. είναι αποτέλεσμα επιτυχημένης εργαλειακής δράσης — τεχνικής κατασκευής, αν θέλετε. Τα περισσότερα ζώα και φυτά στο περιβάλλον μας είναι επίσης αποτέλεσμα εργαλειακής δράσης, δηλαδή της σκόπιμης αναπαραγωγής, εκπαίδευσης και καλλιέργειας ζώων και φυτών σύμφωνα με διάφορους ανθρώπινους σκοπούς ή στόχους. Στην πραγματικότητα, σήμερα δεν έχει απομείνει σχεδόν καθόλου αδιαμόρφωτη φύση ή «άγρια φύση». Αντιθέτως, σχεδόν οτιδήποτε βρίσκεται γύρω μας είναι ένα σκοπίμως κατασκευασμένο όργανο ή τέχνημα —δηλαδή ανθρώπινος πολιτισμός, είτε με τη μορφή γεωργίας, κτηνοτροφίας είτε με τη μορφή κατασκευής άψυχων αντικειμένων και υλικών.

Η εργαλειακή δράση αποτελεί επίσης τη βάση όλων των φυσικών επιστημών. Όλες οι επιστήμες, από τη λογική έως τη γεωμετρία, την αριθμητική, τη φυσική, τη χημεία, τη βιολογία, τη φυσιολογία και την ιατρική, έχουν την προέλευσή τους στην καθημερινή ζωή. Μαθαίνοντας να ακολουθούν απλές ή σύνθετες υποδείξεις, τα παιδιά μαθαίνουν τη σημασία του «και» και του «ή», του «ένα», του «μερικά» και του «όλα» —δηλαδή των λογικών συνδέσμων και των ποσοδεικτών αντιστοίχως— και, συνεπώς, τους στοιχειώδεις κανόνες του έγκυρου συμπερασμού. Τεχνίτες, έμποροι, μηχανικοί, τεχνικοί, επιδιορθωτές, θεραπευτές, καλλιεργητές και εκτροφείς, για να επιτύχουν τους ποικίλους εργαλειακούς σκοπούς τους, έμαθαν πώς να μετρούν τον χώρο και τον χρόνο —τη διάρκεια—, πώς να ζυγίζουν, πώς να αριθμούν, πώς να δίνουν σχήμα, πώς να διακρίνουν, να αναμειγνύουν, να συνδυάζουν ή να διαχωρίζουν διάφορα υλικά —άψυχα ή έμψυχα— και πώς να συγκρίνουν μεγέθη, χρονικά διαστήματα, βάρη, όγκους, αριθμούς, μορφές και σχήματα. Η «επιστήμη» δεν κάνει τίποτε άλλο από το να αναδύεται από τα επιτεύγματα των τεχνιτών και των δημιουργών —με την ευρύτερη έννοια του όρου— στην καθημερινή ζωή και να οικοδομείται πάνω σε αυτά. Η μόνη, αν και εξαιρετικά σημαντική, προσθήκη που φέρνει η «επιστήμη» είναι η τυποποίηση όλων των οργάνων μέτρησης, όπως, για παράδειγμα, των μετρικών ράβδων και των ρολογιών για το μήκος και τον χρόνο. Αυτό σημαίνει ότι κατασκευάζονται και λειτουργούν σύμφωνα με τον ίδιο κανόνα ή τις ίδιες οδηγίες και, γι’ αυτόν τον λόγο, παρέχουν «δεδομένα» που είναι αληθή ή έγκυρα ανεξάρτητα από οποιονδήποτε συγκεκριμένο δρώντα —δηλαδή υπερυποκειμενικά ή διυποκειμενικά αληθή και έγκυρα. Κάθε δρων που αντιμετωπίζει το ίδιο έργο ή πρόβλημα αναμένεται, συνεπώς, να καταλήγει στα ίδια αποτελέσματα μέτρησης, εκτός φυσικά από το ενδεχόμενο κάποιας δυσλειτουργίας του οργάνου μέτρησης. Στην πραγματικότητα, ακόμη και οι απλές αισθητηριακές παρατηρήσεις περιλαμβάνουν ενεργή παρέμβαση στη φύση και την πραγματοποίηση διακρίσεων και μετρήσεων. Και οι παρατηρήσεις μπορούν να είναι εσφαλμένες, ανακριβείς ή παραπλανητικές. Για να μπορεί μια παρατήρηση να διεκδικεί την ιδιότητα της «επιστημονικής», ο παρατηρητής πρέπει να δηλώνει ρητά τις συνθήκες που έχει διαμορφώσει και εκπληρώσει πριν την πραγματοποιήσει, ώστε η ίδια παρατήρηση να μπορεί καταρχήν να αναπαραχθεί από οποιονδήποτε άλλο παρατηρητή ακολουθεί τους ίδιους κανόνες παρατήρησης —πού και πώς να σταθεί, τι να αναζητήσει και με ποιον τρόπο κ.ο.κ.

Σε αντίθεση, επομένως, με την εικόνα που έχουν πολλοί επιστήμονες για τη δική τους δραστηριότητα και τη σημασία της, η μηχανική, η τεχνολογία και η κατασκευή δεν είναι «εφαρμοσμένες» επιστήμες και, συνεπώς, κάποιας κατώτερης βαθμίδας και αξίας από τις «καθαρές» επιστήμες. Τα πράγματα είναι ακριβώς αντίστροφα. Εκείνο που προηγείται μεθοδολογικά, καθιστά δυνατή την επιστήμη όπως τη γνωρίζουμε και παρέχει το έσχατο θεμέλιό της είναι η ανθρώπινη κατασκευαστική και μηχανική δραστηριότητα. Δεν θα υπήρχε επιστήμη ούτε επιστημονικά δεδομένα όπως τα γνωρίζουμε χωρίς μετρικές ράβδους, ρολόγια, επίπεδα, ορθογώνια, ζυγούς, μετρητές, φακούς, μικροσκόπια, τηλεσκόπια, ακτινολογικά μηχανήματα, συσκευές υπερήχων και ούτω καθεξής. Όπως το διατύπωσε απερίφραστα ο εκλιπών μεγάλος Γερμανός φιλόσοφος και επιστήμονας Peter Janich (2015): η τέχνη των χεριών προηγείται της τέχνης των λέξεων. Και βάσει αυτής της διαπίστωσης για την προτεραιότητα της χειροτεχνικής δεξιότητας, της τεχνικής και της μηχανικής έναντι κάθε «θεωρίας», μπορούμε επίσης να απορρίψουμε με βεβαιότητα ως εντελώς ανεδαφικό το φάσμα μιας πλήρους κατάρρευσης ολόκληρου του συστήματος γνώσης μας, το οποίο η ιδιαίτερα δημοφιλής «διαψευσιοκρατική» φιλοσοφία του Karl Popper (2013) θεωρούσε δυνατό — δηλαδή μη αποκλειόμενο. Ενάντια στη διαψευσιοκρατία του Popper, καθώς και στους σχετικισμούς που προωθούν τόσο επιφανείς μορφές όσο, για παράδειγμα, οι Thomas Kuhn, Willard Van Orman Quine και Paul Feyerabend, καμία διάψευση οποιουδήποτε υποθετικού φυσικού νόμου και καμία φαινομενικά ανεπίλυτη επιστημονική διαμάχη σχετικά με ασύμβατα παραδείγματα ή ανταγωνιστικές ερμηνείες επιστημονικών δεδομένων δεν θα μας άφηνε ποτέ εντελώς με άδεια χέρια ή σε ασταθές έδαφος. Μπορούμε πάντοτε να επιστρέφουμε και να στηριζόμαστε σταθερά στην «πρωτοεπιστημονική» γνώση μας, την οποία αποκτούμε και εφαρμόζουμε επιτυχώς μέρα με τη μέρα στην καθημερινή μας ζωή ως τεχνίτες —ως άνθρωποι που εργάζονται με σιωπηλά υλικά.

Οι λεγόμενοι φυσικοί νόμοι, επομένως, δεν αφορούν πραγματικά την αδιαμόρφωτη φύση και τις διεργασίες μέσα σε αυτήν. Αντιθέτως, οι φυσικοί νόμοι είναι γενικοί πρακτικοί ή τεχνικοί κανόνες ή οδηγίες για τη διαμόρφωση αρχικών συνθηκών μέσα στον υλικό κόσμο —κάποιας προσδιορισμένης πειραματικής διάταξης ή κάποιου συγκεκριμένου συνδυασμού και τρόπου λειτουργίας τυποποιημένων οργάνων μέτρησης ή τεχνικών συσκευών—, οι οποίες, αν αφεθούν χωρίς περαιτέρω παρέμβαση, θα οδηγούν πάντοτε στο ίδιο επιθυμητό αποτέλεσμα. Η γενικότητα και η καθολικότητα αυτών των νόμων, επομένως, δεν είναι υποθετικές ούτε χρειάζονται οποιαδήποτε επαγωγική στήριξη, όπως συνήθως θεωρείται. Αντιθέτως, εμπεριέχονται στο ίδιο το γεγονός ότι όλες οι διαδικασίες και όλα τα αντικείμενα ή οι διατάξεις στα οποία αυτές εφαρμόζονται περιγράφονται με απρόσωπους —υπερυποκειμενικούς ή διυποκειμενικούς— όρους, ώστε να μπορούν να αναπαράγονται κατά βούληση από οποιονδήποτε.

Η αλήθεια ή η εγκυρότητα των φυσικών νόμων, επομένως, δεν μπορεί να εντοπίζεται σε κάποια υποτιθέμενη «αντιστοιχία» των αποφάνσεων ενός επιστήμονα προς την πραγματικότητα, δηλαδή των λέξεων προς τα πράγματα. Διότι ο ισχυρισμός περί αντιστοιχίας των προτάσεών του προς τη φύση είναι και ο ίδιος απλώς ένας ισχυρισμός —λέξεις—, και η «θεωρία της αλήθειας ως αντιστοιχίας» μπορεί να αποτελεί έναν ωραίο λεκτικό ορισμό της αλήθειας, αλλά δεν παρέχει κανένα απολύτως κριτήριο για το πώς θα αποφασίσουμε μεταξύ διαφορετικών και ανταγωνιστικών ισχυρισμών αντιστοιχίας που διατυπώνουν διάφοροι επιστήμονες — και συνεπώς είναι άχρηστη. Οι αξιώσεις αλήθειας των φυσικών επιστημόνων δεν επικυρώνονται από άλλες προτάσεις, όπως ο ισχυρισμός κάποιας αντιστοιχίας, που τελικά οδηγούν σε άπειρη αναδρομή προτασιακών δικαιολογήσεων, αλλά από την επιτυχημένη δράση και αναπαραγωγή μέσα στον υλικό κόσμο —των πετρών, των φυτών και των ζώων. Η αλήθεια και οι αληθείς προτάσεις είναι τα διανοητικά μέσα για την επίτευξη πρακτικής επιτυχίας, δεδομένων συγκεκριμένων ανθρώπινων σκοπών. Και οποιαδήποτε αποτυχία επίτευξης ενός προσδιορισμένου στόχου δεν αποτελεί διάψευση της φύσης και της νομοτελούς συμπεριφοράς της· αντιθέτως, αποκαλύπτει κάποιο ανθρώπινο σφάλμα που χρειάζεται διόρθωση. Είτε οι οδηγίες δράσης δεν ακολουθήθηκαν σωστά και με τη σωστή σειρά —όπως όταν ένας μάγειρας που παρασκευάζει σνίτσελ πρώτα τηγανίζει το κρέας και μόνο μετά προσθέτει το πανάρισμα panade, αποτυγχάνοντας κατά συνέπεια στον σκοπό του—, οπότε οι οδηγίες πρέπει να διατυπωθούν σαφέστερα· είτε τα διάφορα όργανα μέτρησης, οι διατάξεις ή οι τεχνικές συσκευές που χρησιμοποιούνται στις επιστημονικές προσπάθειες είναι ελαττωματικά και δεν εξυπηρετούν τον σκοπό για τον οποίο κατασκευάστηκαν. Οι συσκευές όμως δεν είναι ελαττωματικές εκ φύσεως· μια ελαστική μετρική ράβδος ή μια ελαττωματική αριθμομηχανή ή ένα ελαττωματικό ρολόι, για παράδειγμα, αποτελούν εξίσου μέρος της φύσης όσο μια άκαμπτη μετρική ράβδος ή μια αριθμομηχανή ή ένα ρολόι που λειτουργούν καλά. Και δεν υπάρχει τρόπος να προσδιοριστεί με τις μεθόδους που διαθέτει ο φυσικός επιστήμονας αν ένα όργανο είναι ελαττωματικό. Μπορεί να συγκρίνει τα όργανα με νατουραλιστικούς όρους —να συγκρίνει τη μία μετρική ράβδο, αριθμομηχανή ή ρολόι με κάποιο άλλο—, αλλά μια τέτοια σύγκριση δεν αποκαλύπτει ποιο από αυτά, αν υπάρχει κάποιο, είναι ελαττωματικό. Αυτό μπορεί να προσδιοριστεί από τον φυσικό επιστήμονα μόνο στον βαθμό που ο ίδιος, σε αντίθεση με τη φύση, έχει ανθρώπινους σκοπούς και μπορεί να ελέγξει στην πράξη αν οι συσκευές εξυπηρετούν ή όχι τους σκοπούς του.

Επικοινωνιακές πράξεις, Begreifen και Verstehen

(Σημείωση του Μεταφραστή: «Begreifen» και «Verstehen»: Το πρώτο αποδόθηκε ως «εννοιολογική σύλληψη», με «εννοιολογική ανάλυση» όπου ο ίδιος ο συγγραφέας χρησιμοποιεί το «conceptual analysis». Το δεύτερο αποδόθηκε ως «κατανόηση», διατηρώντας τον γερμανικό όρο όπου εμφανίζεται, ώστε να μην εξαλειφθεί η διάκριση μεταξύ της καθολικής δομής της δράσης και των ιδιαίτερων λόγων και σκοπών συγκεκριμένων προσώπων.)

Μολονότι οι εργαλειακές πράξεις που παρέχουν τη βάση ολόκληρου του υλικού μας πολιτισμού, καθώς και όλων των φυσικών επιστημών, είναι σιωπηλές πράξεις, και η εργαλειακή επιτυχία ή αποτυχία μπορεί επίσης να διαπιστωθεί σιωπηλά από έναν δρώντα —ανεξάρτητα από όσα λένε ή κάνουν άλλοι, μόνο του και για τον ίδιο—, τέτοιες πράξεις, όπως ήδη σημειώθηκε, μαθαίνονται συνήθως μέσα από την επικοινωνία και τη συνεργασία με άλλα πρόσωπα και, ακόμη κι όταν εκτελούνται σιωπηλά, αποτελούν κατανοητά συμβάντα που μπορούν να περιγραφούν με όρους κάποιας δημόσιας γλώσσας.

Καθώς στρέφουμε επιτέλους την προσοχή μας στην επικοινωνιακή δράση, το αντικείμενο των λεγόμενων κοινωνικών επιστημών, πρέπει εξαρχής να διατυπωθούν ορισμένες γενικές παρατηρήσεις. Η επικοινωνιακή δράση είναι η χρήση από ένα πρόσωπο λέξεων, προτάσεων ή συμβόλων με νόημα —μιας κοινής δημόσιας γλώσσας— που απευθύνονται σε κάποιο άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα, με σκοπό να επηρεάσουν ή να μεταβάλουν τη συμπεριφορά τους και/ή την αντίληψή τους για την πραγματικότητα προς κάποια επιθυμητή κατεύθυνση. Ενώ η σημασία μιας «μεταβολής στη συμπεριφορά» δεν χρειάζεται περαιτέρω εξήγηση, η στενά συνδεδεμένη έννοια της «μεταβολής στην αντίληψη της πραγματικότητας» αξίζει περισσότερη προσοχή.

Μαθαίνοντας μια μητρική γλώσσα μέσα από γλωσσικά παίγνια κατά την έννοια του Wittgenstein, στα οποία η ορθή και κοινή χρήση λέξεων και προτάσεων διδάσκεται και ασκείται μέσω της επιτυχούς εκτέλεσης ορισμένων πράξεων, ενώ η εκτέλεση των πράξεων διορθώνεται με τη σειρά της μέσω της χρήσης ορισμένων λέξεων, οι άνθρωποι αποκτούν μια σε μεγάλο βαθμό —αν όχι εξ ολοκλήρου— κοινή αντίληψη της πραγματικότητας (Wittgenstein 1953). Όλοι μας, ακόμη και τα μικρά παιδιά, διακρίνουμε με ασφάλεια και αξιοπιστία τις πέτρες, τα φυτά και τα ζώα ως φυσικά αντικείμενα, δηλαδή αντικείμενα που παρέχει η φύση. Μπορούμε επίσης να διακρίνουμε με ασφάλεια και αξιοπιστία τα φυσικά πράγματα, αφενός, από τα όργανα και τα τεχνήματα, αφετέρου. Όλα τα όργανα —και, γενικότερα, όλα τα μέσα—, όπως ένα σφυρί, ένα κουτάλι, ένα αυτοκίνητο, ένα τσιγάρο, ένα μολύβι κ.ο.κ., είναι πραγματικά πράγματα και μέρος της κοινής μας πραγματικότητας· δεν είναι όμως αδιαμόρφωτη φύση και μπορούν να αναγνωριστούν και να ταυτοποιηθούν ως σφυρί, κουτάλι κ.ο.κ. μόνο στον βαθμό που εμείς, οι άνθρωποι, μπορούμε να τους αποδώσουμε έναν ανθρώπινο σκοπό. Χωρίς «υποκειμενικούς» ανθρώπινους σκοπούς, δεν θα υπήρχε κανένα σφυρί, κουτάλι κ.ο.κ.· ή, μάλλον, κανένα «αντικειμενικό» πράγμα δεν θα μπορούσε ποτέ να αναγνωριστεί ως σφυρί ή κουτάλι.

Το σημαντικότερο όμως είναι ότι, αποκτώντας μια γλώσσα και μια κοινή αντίληψη της πραγματικότητας, μαθαίνουμε επίσης για την ύπαρξη «κοινωνικών» γεγονότων και θεσμών· δηλαδή, γεγονότων και θεσμών που αφορούν τις σχέσεις μεταξύ ανθρώπου και ανθρώπου και όχι μεταξύ ανθρώπου και φύσης. Ο θεμελιωδέστερος κοινωνικός θεσμός είναι φυσικά η ίδια η κοινή γλώσσα, ως μέσο επικοινωνίας και συντονισμού των πράξεών μας με εκείνες άλλων προσώπων. Μαζί όμως με τη γλώσσα, η οποία παρέχει τη βάση για τη δημιουργία όλων των άλλων κοινωνικών γεγονότων και θεσμών, μαθαίνουμε επίσης για γεγονότα και θεσμούς όπως η ατομική ιδιοκτησία, τα εμπορεύματα, η ανταλλαγή, οι πωλήσεις, το χρήμα, οι τιμές, οι συμβάσεις, οι υποσχέσεις, οι χαιρετισμοί, ο έπαινος και η μομφή, ο γάμος, το διαζύγιο, η γονεϊκότητα, η οικογένεια, οι συγγενείς, οι επιχειρήσεις, οι λέσχες, οι ενώσεις, οι εργοδότες και οι εργαζόμενοι, οι προϊστάμενοι και οι υφιστάμενοι, οι διορισμοί και οι απολύσεις και ούτω καθεξής. Όλα αυτά τα γεγονότα και οι θεσμοί έχουν επίσης κάποια έκφραση ή ίχνος στον υλικό κόσμο, όπως ακριβώς οι λέξεις με νόημα διαθέτουν κάποια διάσταση υλικού ή φυσικού φορέα. Όπως όμως οι λέξεις με νόημα, κανένα από αυτά τα γεγονότα και τους θεσμούς δεν αποτελεί μέρος της πραγματικότητας με τον ίδιο τρόπο που αποτελούν η αδιαμόρφωτη φύση ή τα υλικά όργανα. Αντιθέτως, όπως το νόημα των λέξεων, όλα αφορούν, ορίζουν, συγκροτούν ή ρυθμίζουν διαπροσωπικές σχέσεις και θα εξαφανίζονταν όλα από την πραγματικότητα αν δεν υπήρχε κοινότητα ανθρώπων που επικοινωνούν και συνεργάζονται· και ο αριθμός, το εύρος και η ποικιλία αυτών των γεγονότων και θεσμών θα περιορίζονταν σταδιακά όσο μίκραινε μια γλωσσική κοινότητα.

Ακριβέστερα, λοιπόν, μπορούμε τώρα να ορίσουμε τη γλώσσα ως μέσο ομιλίας προς άλλα πρόσωπα, προκειμένου να συντονίζουμε τις πράξεις μας μέσα σε μια κοινή πραγματικότητα· δηλαδή, μια πραγματικότητα που γίνεται αντιληπτή με σε μεγάλο βαθμό, αν όχι εξ ολοκλήρου, ίδιους όρους και αποτελείται από αδιαμόρφωτη φύση, κατασκευασμένα πράγματα και όργανα, καθώς και κοινωνικά γεγονότα και θεσμούς. Ο σημαντικότερος θεσμός μετά τη γλώσσα είναι η ιδιοκτησία, ο προσδιορισμός του δικού μου και του δικού σου.

Έχοντας οριοθετήσει έτσι τους όρους μας, και πριν ακόμη αναλύσουμε λεπτομερέστερα τις αξιώσεις αλήθειας που συνδέονται με τις επικοινωνιακές πράξεις και τις μεθόδους επικύρωσής τους, έρχεται αμέσως στον νου μια γενική, φαινομενικά εκπληκτική παρατήρηση. Τα επιτεύγματα των κοινωνικών επιστημών συχνά υποτιμώνται ή ακόμη και γελοιοποιούνται, και, αν λάβουμε υπόψη μεγάλο μέρος —αν όχι το μεγαλύτερο— της σύγχρονης ακαδημαϊκής κοινωνιολογίας και οικονομικής επιστήμης, αυτή η αποτίμηση είναι ασφαλώς δικαιολογημένη. Αυτό όμως δεν πρέπει να μας εμποδίζει να παρατηρήσουμε ένα μάλλον προφανές γεγονός: αν η γλώσσα και η ομιλία είναι και κάνουν για εμάς στον κοινωνικό κόσμο —που αποτελείται από άλλους ανθρώπους και τις πράξεις τους— ό,τι είναι και κάνει η τεχνική κατασκευή στον κόσμο των πετρών, των φυτών και των ζώων, καθώς και των ανθρωπογενών εργαλείων και της συμπεριφοράς ή λειτουργίας τους, τότε πρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι στην πραγματικότητα είμαστε αρκετά επιτυχημένοι ως κοινωνικοί μηχανικοί —ως τεχνίτες του λόγου—, ως άνθρωποι που επιτυγχάνουν συντονισμό και συνεργασία μέσω της ομιλίας.

Και μπορούμε επίσης εύκολα να εντοπίσουμε έναν λόγο γι’ αυτή την επιτυχία. Γνωρίζουμε περισσότερα για τους άλλους ανθρώπους απ’ όσα μπορούμε ποτέ να γνωρίζουμε για τις πέτρες, τα φυτά και τα ζώα. Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, ότι οι κινήσεις ενός προσώπου μέσα στον χώρο και στον χρόνο δεν είναι φυσικά —και ως τέτοια μη κατανοήσιμα ως προς το νόημά τους— συμβάντα που προκύπτουν από υλικά αίτια, για τα οποία κανείς δεν μπορεί ποτέ να γνωρίζει γιατί λειτουργούν όπως λειτουργούν. Αντιθέτως, έχουν έναν λόγο: έχουν αρχή και τέλος και περιλαμβάνουν τη σκόπιμη επιλογή ορισμένων πραγμάτων ως μέσων για την επιδίωξη προσωπικών σκοπών. Σε αντίθεση, επομένως, με την εμπειρία μας από τη φύση, μπορούμε να συλλάβουμε εννοιολογικά —begreifen— τις ανθρώπινες κινήσεις, συμπεριλαμβανομένης της κίνησης του να μην κινείται κανείς, ως εκ των προτέρων —ex ante— ορθολογικές δραστηριότητες προσανατολισμένες σε στόχους. Στην Ανθρώπινη Δράση, ο Mises (1998, 51) χρησιμοποίησε τους όρους «conception» και «conceptual cognition» αντί του καταλληλότερου γερμανικού ουσιαστικού και ρήματος Begreifen και begreifen του αρχικού γερμανικού έργου του, για να δηλώσει τον τρόπο με τον οποίο συλλαμβάνουμε τα καθολικά γνωρίσματα όλων των πράξεων. Και ολόκληρη η οικονομική επιστήμη —ή, μάλλον, η πραξεολογία— είναι κάτι που μπορεί να συλληφθεί εννοιολογικά, να γίνει begriffen.

Πέρα από την εννοιολογική σύλληψη —begreifen— όσων έχουν κοινά όλες οι ανθρώπινες πράξεις, μπορούμε επίσης να κατανοούμε —verstehen— τους μοναδικούς, ατομικούς ή προσωπικούς λόγους και σκοπούς ενός συγκεκριμένου δρώντος, ας πούμε του Peter, και να τους διακρίνουμε από εκείνους κάποιου άλλου, ας πούμε του Paul. Αντιθέτως, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τις πέτρες, τα φυτά ή τα ζώα· και γι’ αυτό, φυσικά, η συμπεριφορά μιας πέτρας ή ενός μέλους κάποιου συγκεκριμένου φυτικού ή ζωικού είδους ή υποείδους, υπό τις ίδιες συνθήκες, επεμβάσεις ή εκπαιδεύσεις, δεν μπορεί να διακριθεί από τη συμπεριφορά ενός άλλου μέλους του είδους του — ενώ η συμπεριφορά του Peter και του Paul μπορεί να διακριθεί σαφώς, ακόμη κι αν εκτελούν φαινομενολογικά όμοιες πράξεις υπό ίδιες συνθήκες.

Εξετάζοντας τώρα προσεκτικότερα τις επικοινωνιακές πράξεις —και τον αναστοχαστικό μας λόγο περί επικοινωνιακής δράσης, ο οποίος αποτελεί και ο ίδιος επικοινωνιακή πράξη, και μάλιστα ακριβώς το είδος στο οποίο επιδίδομαι εδώ εξαρχής—, προκειμένου να διευκρινίσουμε το γνωσιολογικό τους καθεστώς, παρατηρούμε αμέσως ότι η διαπροσωπική επικοινωνία μπορεί να έχει μεγάλη ποικιλία σκοπών και αντιστοίχως μεγάλη ποικιλία επιτυχιών και αποτυχιών.

Ο δικός μου σκοπός σε αυτό το εγχείρημα, για παράδειγμα, είναι να παρουσιάσω μια κατανοητή ακολουθία επιχειρημάτων την οποία μπορεί καταρχήν ο καθένας να παρακολουθήσει, να ξανασκεφτεί και να ανακεφαλαιώσει ανεξάρτητα, ώστε να προκύψει μια κοινή αντίληψη της πραγματικότητας σχετικά με ένα ορισμένο αντικείμενο. Ο χρόνος όμως είναι σπάνιος και κάθε πράξη έχει κόστος ευκαιρίας, οπότε το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης επικοινωνίας υπηρετεί στην πραγματικότητα άλλους σκοπούς από την επιχειρηματολογία υπέρ της αλήθειας ορισμένων προτάσεων. Χρησιμοποιούμε λέξεις ή σημεία με νόημα για να καλέσουμε κάποιον ή να επιστήσουμε την προσοχή σε κάτι. Χρησιμοποιούμε λέξεις για να διατάξουμε, να προειδοποιήσουμε, να ρωτήσουμε, να εξηγήσουμε, να χαιρετίσουμε, να ζητήσουμε συγγνώμη, να υποσχεθούμε, να προσφέρουμε, να κουβεντιάσουμε, να αφηγηθούμε μια ιστορία ή ένα αστείο και για αναρίθμητους άλλους σκοπούς.

Κατά συνέπεια, η επιτυχία ή η αποτυχία μιας επικοινωνιακής πράξης που αποσκοπεί στον συντονισμό μπορεί να λάβει πολλές μορφές· σε κάθε περίπτωση, όμως, εξαρτάται από ένα διπλό επίτευγμα: την κατανόηση του προτασιακού περιεχομένου του λόγου και την αποδοχή του σκοπού και του τρόπου εκφοράς του.

Ο συντονισμός είναι επιτυχής αν σας ζητήσω να μου φέρετε μια μπανάνα και μου φέρετε μία ή αν σας χαιρετίσω και ανταποδώσετε τον χαιρετισμό. Είναι ανεπιτυχής αν δεν γνωρίζετε τη σημασία της λέξης «μπανάνα» ή «φέρνω» ή τον κοινωνικό θεσμό του «χαιρετισμού» και, αντί γι’ αυτό, μου δείξετε ένα αρκουδάκι ή απαντήσετε στο αίτημα ή στον χαιρετισμό μου λέγοντας, για παράδειγμα, «Είμαι εξήντα ετών» — δείχνοντας ότι δεν έχετε κατανοήσει τον σκοπό της λεκτικής μου πράξης. Ομοίως, ο συντονισμός αποτυγχάνει αν κατανοείτε τι λέω, αλλά απορρίπτετε την πρότασή μου και απαντάτε, για παράδειγμα, «Δεν παίρνω εντολές από εσάς» ή «Δεν έχω χρόνο», ή απλώς απομακρύνεστε.

Επιπλέον, και αυτό είναι σημαντικό, ο ανεπιτυχής συντονισμός —ο αποσυντονισμός— μπορεί να λάβει δύο μορφές ή να έχει δύο εκβάσεις: απλή απογοήτευση ή σοβαρή σύγκρουση. Αφού απομακρυνθείτε, απογοητευτικά, από το αίτημά μου ή δεν ανταποδώσετε τον χαιρετισμό μου —και η λεκτική μου πράξη έχει αποτύχει—, συνεχίζουμε και οι δύο τις καθημερινές μας δραστηριότητες όπως πριν, εγώ με τα μέσα που βρίσκονται υπό τον έλεγχό μου και εσείς με τα μέσα που βρίσκονται υπό τον δικό σας. Μια περίπτωση απογοήτευσης.

Σύγκρουση προκύπτει αν, αντί να μου φέρετε μια μπανάνα ή να ανταποδώσετε τον χαιρετισμό μου —επιτυχημένη επικοινωνία— ή να απομακρυνθείτε από εμένα —απογοητευτική επικοινωνία—, αντιδράσετε, για παράδειγμα, παίρνοντας ένα βιβλίο από το χέρι μου παρά τις διαμαρτυρίες μου ή τραβώντας μου τα μαλλιά. Σύγκρουση προκύπτει επίσης αν εγώ αντιδράσω στην απογοητευτική απόρριψη του αιτήματός μου αρπάζοντας το παλτό σας ή ακολουθώντας σας, παρά τις διαμαρτυρίες σας, μέσα στο σπίτι σας —το σπίτι που προηγουμένως βρισκόταν υπό τον αδιαμφισβήτητο έλεγχό σας. Και στις δύο περιπτώσεις συγκρουόμαστε, επειδή θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε τα ίδια ακριβώς σπάνια μέσα —τα μαλλιά, το παλτό, το σπίτι, ένα μαχαίρι— για ασύμβατους σκοπούς. Λόγω της σπανιότητας των υλικών μέσων, μόνο ο σκοπός ενός προσώπου μπορεί να πραγματοποιηθεί και να εκπληρωθεί. Η σύγκρουσή μας είναι αναπόφευκτη.

Όπως ήδη σημειώθηκε, οι επιτυχημένες επικοινωνίες —τόσο ως προς την κατανόηση όσο και ως προς την αποδοχή τους γι’ αυτό που είναι— είναι πολύ περισσότερες από τις ανεπιτυχείς. Και όταν η επικοινωνία δεν είναι επιτυχημένη και αποτυγχάνει να επιτύχει τον σκοπό του διαπροσωπικού συντονισμού, οι αποτυχίες αυτές είναι συνήθως απλές απογοητεύσεις· μπορούν βεβαίως παρ’ όλα αυτά να είναι καταστροφικές — σκεφτείτε μόνο μια πτώχευση λόγω έλλειψης αγοραστών για αγαθά που προσφέρονται προς πώληση. Η αποτυχημένη επικοινωνία που παίρνει τη μορφή σύγκρουσης είναι συγκριτικά σπάνιο συμβάν· η έντονη δημοσιότητά της απορρέει από αυτή τη σπανιότητα. Σε γενικές γραμμές, ως ομιλητές είμαστε εκπληκτικά επιτυχημένοι στην επίτευξη συντονισμού.

Επιπλέον, ακόμη κι αν η επικοινωνιακή δράση μερικές φορές αποτυγχάνει να επιτύχει συντονισμό, διαθέτουμε μια μέθοδο βελτίωσης της επικοινωνίας μας. Αφενός, ως προς το προτασιακό περιεχόμενο της λεκτικής μας πράξης, μπορούμε, για να μειώσουμε την αποτυχία, να εμπλουτίσουμε το λεξιλόγιό μας και να μάθουμε να καθιστούμε σαφέστερο και ακριβέστερο το νόημα των λέξεων και των προτάσεών μας. Αφετέρου, ως προς τον τρόπο και τον σκοπό της ομιλίας μας, μπορούμε να μάθουμε να κατανοούμε καλύτερα τους καθιερωμένους κοινωνικούς θεσμούς και να καθιστούμε αντιληπτή την καταλληλότητα ή τη θεμιτότητα του τρόπου με τον οποίο μιλούμε υπό δεδομένες περιστάσεις, αυξάνοντας έτσι την πιθανότητα αποδοχής και επιτυχημένου συντονισμού. Μαθαίνοντας να μιλούμε καλύτερα, βελτιώνοντας τη γνώση και τη χρήση της γλώσσας και των δυνατών χρήσεών της, αυξάνουμε την πιθανότητα οι πράξεις μας να καταλήγουν σε συντονισμό και, συνεπώς, να είναι επιτυχημένες.2

Ακόμη και στη συγκριτικά σπάνια περίπτωση συγκρούσεων —υλικών αντιπαραθέσεων—, έχουμε μάθει στην καθημερινή ζωή μια μέθοδο επίλυσής τους: την επιχειρηματολογία. Οι συγκρούσεις, σε αντίθεση με τις απλές απογοητεύσεις, είναι αποτέλεσμα ανταγωνιστικών ή ασύμβατων αξιώσεων επί του ίδιου πράγματος· δηλαδή, είναι ιδιοκτησιακές διαφορές: είναι αυτό το πράγμα δικό μου ή δικό σου; Για την επίλυση τέτοιων διαφορών έχει καθιερωθεί ο θεσμός της δημόσιας δοκιμασίας επιχειρημάτων, σκοπός του οποίου είναι η αντικατάσταση της σύγκρουσης με ειρηνική αλληλεπίδραση.

Μέσα στη λιμπερταριανή διανοητική παράδοση της Αυστριακής Σχολής, ακολουθώντας σε μεγάλο βαθμό τα βήματα του Murray Rothbard, έχει διαμορφωθεί ένα λεπτομερώς επεξεργασμένο σύστημα ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, του οποίου η εφαρμογή θα μπορούσε καταρχήν να βοηθήσει στην αποφυγή κάθε σύγκρουσης και το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιείται ως οδηγός σε κάθε πραγματική περίπτωση σύγκρουσης. Έχω και ο ίδιος γράψει εκτενώς γι’ αυτό το θέμα· στο παρόν δοκίμιο όμως η έμφαση θα δοθεί σε θετικά και όχι σε κανονιστικά ζητήματα, και θα επιστρέψω στο θέμα της επίλυσης συγκρούσεων μέσω επιχειρηματολογίας μόνο συνοπτικά, στο τέλος αυτών των στοχασμών.

Η αδυνατότητα κοινωνικών νόμων — Verstehen

Όσον αφορά, λοιπόν, τις αξιώσεις αλήθειας που συνδέονται με επικοινωνιακές πράξεις και τις προτάσεις που αφορούν τέτοιες πράξεις, καταλήγουμε και πάλι στην επιτυχία ή αποτυχία μιας πράξης ως έσχατο και αποφασιστικό κριτήριο αλήθειας ή ψεύδους, ακόμη κι αν η κατάσταση εδώ αποδεικνύεται σημαντικά διαφορετική από την περίπτωση της επιτυχίας ή αποτυχίας μιας εργαλειακής πράξης. Αν ένας ομιλητής ή συγγραφέας έχει επιτύχει τον στόχο του και οι αποδέκτες του ανταποκρίνονται όπως επιθυμούσε, μπορούμε να πούμε ότι η λεκτική του συνταγή ήταν αληθής, δεδομένου του συγκεκριμένου σκοπού και της κατάστασής του. Και μια πρόταση σχετικά με τις επικοινωνιακές πράξεις ενός προσώπου μπορεί καταρχήν να επικυρωθεί ως αληθής μέσω της συγκατάθεσης ή της επιβεβαίωσης του ίδιου του προσώπου ως προς την περιγραφή των πράξεών του που δίνει εκείνος ο οποίος διατυπώνει την πρόταση· υπό την προϋπόθεση ότι αυτός ο προσωπικός μάρτυρας δεν ψεύδεται ούτε αποσκοπεί στην εξαπάτηση άλλων σχετικά με τους σκοπούς του — ένα ενδεχόμενο που ο διατυπώνων την πρόταση θα έχει μάθει πώς να αποκλείει βάσει ορισμένων δημόσια διαθέσιμων τεκμηρίων.

Το κρίσιμο ερώτημα σχετικά με τις επικοινωνιακές πράξεις είναι όμως —και φαίνεται να ήταν ανέκαθεν— αν μπορούν να υπάρξουν κοινωνικοί νόμοι με την ίδια έννοια του «νόμου» με την οποία μιλούμε για φυσικούς νόμους. Δηλαδή, μπορούμε να διατυπώσουμε κανόνες ή συνταγές ομιλίας ή γραφής που, αν εφαρμοστούν υπό ίδιες συνθήκες —συνθήκες εκφρασμένες με απρόσωπους ή υπερυποκειμενικούς όρους, ώστε να μπορούν να αναπαραχθούν ή να επαναληφθούν από άλλους—, θα επιφέρουν πάντοτε την ίδια ανταπόκριση από τον αποδέκτη ή τους αποδέκτες;

Βάσει όσων έχουν ήδη εξηγηθεί, η απάντησή μου σε αυτό το ερώτημα δεν μπορεί να αφήνει καμία αμφιβολία. Ακόμη κι αν πολλοί λεγόμενοι κοινωνικοί επιστήμονες πιστεύουν σε τέτοιους νόμους και τους αναζητούν επιμελώς, ολόκληρο το εγχείρημα είναι εσφαλμένα συλληφθέν και εξαρχής καταδικασμένο σε αποτυχία. Και ο θεμελιώδης λόγος της αδυνατότητας οποιωνδήποτε κοινωνικών νόμων έχει ήδη εντοπιστεί. Είναι το γεγονός ότι οι άνθρωποι μπορούν να κατανοούν αμοιβαία —verstehen— ο ένας τον άλλον και, βάσει αυτής της κατανόησης, να αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον και τις αντίστοιχες πράξεις τους ως μοναδικές και διαφορετικές από όλους τους άλλους και από τις πράξεις όλων των άλλων. Συνεπώς, είναι αδύνατον για έναν κοινωνικό επιστήμονα να κάνει ποτέ εκείνο που κάνει, σχεδόν αυτονόητα, ο φυσικός επιστήμονας: να περιγράψει το σκέλος του «αν» και το σκέλος του «τότε» των προτάσεών του με νατουραλιστικούς ή «αντικειμενικούς» όρους —με όρους κάποιας πειραματικής διάταξης διαφόρων υλικών αντικειμένων ή της μέτρησής τους με τυποποιημένα όργανα.

Ακόμη κι αν ο κοινωνικός επιστήμονας κατορθώσει να διαμορφώσει ίδιες εξωτερικές συνθήκες —φυσικών και τεχνητών αντικειμένων, καθώς και άλλων ανθρώπων— γύρω από έναν δεδομένο δρώντα, και ακόμη κι αν όλα τα φυσικά χαρακτηριστικά του δρώντος —βάρος, ύψος, ηλικία κ.λπ.— ελεγχθούν και διατηρηθούν σταθερά, διαφορετικά πρόσωπα, ο Peter και ο Paul, εξακολουθούν να παραμένουν αναγνωρίσιμα διαφορετικά αντικείμενα μελέτης· συνεπώς, δεν υπάρχει γενικό και γενικεύσιμο σκέλος «αν». Ο λόγος είναι ότι κάθε ανεξαιρέτως πράξη ενός προσώπου παρακινείται θεμελιωδώς και τελικά από τις προσωπικές του αξιολογικές κρίσεις: από την υποκειμενική αξία που αποδίδει στους διάφορους δυνητικούς στόχους του και, ειδικότερα, από την υποκειμενική του προτίμηση ή ιεράρχηση μεταξύ αυτών των προσδοκώμενων στόχων, οι οποίοι ανταγωνίζονται μεταξύ τους ως προς τον χρόνο, σε κάθε δεδομένη χρονική στιγμή. Και δεν διαθέτουμε, ούτε θα διαθέσουμε ποτέ, κάποιο όργανο που να ικανοποιεί την προαναφερθείσα απαίτηση της «επιστημονικής» μέτρησης για «υπερυποκειμενικότητα» και να μας επιτρέπει να μετρούμε και να συγκρίνουμε «επιστημονικά» τις αξίες και τις ιεραρχήσεις προτιμήσεων διαφορετικών προσώπων. Οι αξίες και οι προτιμήσεις, όπως και οι σκοποί, δεν αποτελούν μέρος του «αντικειμενικού» εξωτερικού κόσμου, και δεν υπάρχουν πράγματα όπως μονάδες αξίας ή χρησιμότητας ή βαθμοί προτίμησης. Επομένως, εφόσον δεν μπορούμε να διασφαλίσουμε την ταυτότητα, δηλαδή την ομοιότητα, των αρχικών συνθηκών —του σκέλους «αν»— για διαφορετικούς δρώντες, δεν είναι δυνατός κανένας γενικός κοινωνικός νόμος που να παράγει αξιόπιστο σκέλος «τότε».

Αυτή η διαπίστωση επιβεβαιώνεται επίσης αν εξετάσουμε το υποτιθέμενο σκέλος «τότε» των φερόμενων ως κοινωνικών νόμων. Ακόμη κι αν διαφορετικοί δρώντες, ενεργώντας υπό τις ίδιες εξωτερικές συνθήκες, εκτελούν τις ίδιες επικοινωνιακές πράξεις από νατουραλιστική ή φαινομενολογική άποψη, και ακόμη κι αν θεωρούν εξίσου τις πράξεις τους επιτυχημένες —επειδή οι αποδέκτες της επικοινωνίας τους ανταποκρίθηκαν όπως ήλπιζαν—, αυτό δεν σημαίνει ότι τα αποτελέσματά τους είναι πράγματι ίδια. Διότι και αυτά τα αποτελέσματα, όποια κι αν είναι, αξιολογούνται υποκειμενικά, όχι μόνο από τους αρχικούς ομιλητές αλλά και από εκείνους που ανταποκρίνονται. Η ίδια επιτυχία μπορεί να αξιολογείται, να σταθμίζεται ή να εκτιμάται πολύ διαφορετικά από διαφορετικούς ανθρώπους, να επιδρά διαφορετικά στις προσωπικές τους κλίμακες αξιών και να τους οδηγεί σε διαφορετικά συμπεράσματα ως προς τις επόμενες, μελλοντικές τους πράξεις. Έτσι, και πάλι, επειδή δεν μπορούμε να διασφαλίσουμε την ομοιότητα —την ταυτότητα— του αποτελέσματος, δεν μπορεί να διατυπωθεί γενικό σκέλος «τότε», όπως θα απαιτούσε ένας νόμος.

Όσον αφορά τις εργαλειακές πράξεις —δηλαδή τις σκόπιμες ενέργειές μας πάνω στη φύση και στα φυσικά υλικά, συμπεριλαμβανομένων φυτών, ζώων και ανθρώπινων σωμάτων—, η σημασία και η συνέπεια της επιτυχίας και της αποτυχίας είναι πάντοτε σαφείς και αδιαμφισβήτητες. Εργαλειακή επιτυχία σημαίνει: δεδομένων των ίδιων εξωτερικών περιστάσεων και των ίδιων κατασκευαστικών ή τεχνικών σκοπών, εφάρμοσε ξανά ακριβώς την ίδια συνταγή. Εργαλειακή αποτυχία σημαίνει: μη χρησιμοποιήσεις ξανά την ίδια συνταγή για τον ίδιο σκοπό. Πράγματι, το να ενεργήσει κανείς διαφορετικά και να δοκιμάσει ξανά μια αποτυχημένη συνταγή με την ελπίδα ότι την επόμενη φορά τα αποτελέσματα μπορεί να είναι διαφορετικά θα αρκούσε για να χαρακτηριστεί «ηλίθιος», σύμφωνα με τον ορισμό αυτού του όρου που αποδίδεται ευρέως στον Albert Einstein.

Τίποτε από αυτά όμως δεν ισχύει για την επικοινωνιακή δράση, δηλαδή για την ομιλία ανθρώπου προς άνθρωπο. Εδώ, τόσο η επιτυχία όσο και η αποτυχία της επικοινωνίας ενός προσώπου με τους αποδέκτες του συνεπάγονται μια μεταβολή μέσα στον κοινωνικό κόσμο, και αυτή η μεταβολή μπορεί με τη σειρά της να προκαλέσει μεταβολή στις υποκειμενικές κλίμακες αξιών και στις ιεραρχήσεις προτιμήσεων διαφορετικών ανθρώπων. Εν ολίγοις, η προσωπική κατάσταση μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου· δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι ό,τι λειτούργησε και οδήγησε στην επιτυχία σήμερα πρέπει αναγκαστικά να το κάνει ξανά αύριο, και δεν υπάρχει τίποτε προφανώς ηλίθιο στο να δοκιμάσουμε ξανά σήμερα ή αύριο μια λεκτική συνταγή που απέτυχε στο παρελθόν. Δηλαδή, ως επικοινωνούντες δεν μπορούμε ποτέ να επαναπαυόμαστε στις παλιές μας δάφνες· πρέπει να επικαιροποιούμε και να ανανεώνουμε διαρκώς την κατανόησή μας —verstehen— των άλλων προσώπων, ώστε, όπως ελπίζουμε, να επιτύχουμε και πάλι στην επόμενη επικοινωνία μας μαζί τους.

Επιπλέον, και ακόμη γενικότερα, ανεξάρτητα από το αν εξετάζουμε σιωπηλές εργαλειακές πράξεις ή ομιλούσες επικοινωνιακές πράξεις, ισχύει για όλες τις ανθρώπινες πράξεις —συμπεριλαμβανομένων των δικών μου— ότι δεν μπορούν ποτέ να προβλεφθούν με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο είναι δυνατόν να προβλεφθεί η συμπεριφορά των πετρών, των φυτών και των ζώων ή του ανθρώπινου σώματος. Ο απλός λόγος είναι το αναμφισβήτητο γεγονός ότι μπορούμε τόσο να μαθαίνουμε όσο και να μεταδίδουμε σε άλλα πρόσωπα όσα μάθαμε.

Κανένας επιστήμονας, είτε της φύσης είτε της κοινωνίας, δεν μπορεί να αρνηθεί αυτή την ικανότητα· όχι μόνο αποδεικνύεται από τον τρόπο με τον οποίο όλοι αποκτήσαμε μια κοινή μητρική γλώσσα και τη γνώση για τον κόσμο που περιέχεται σε αυτήν, αλλά, ειδικότερα, ολόκληρος ο λόγος ύπαρξης κάθε ερευνητή, ανεξάρτητα από το συγκεκριμένο αντικείμενό του, είναι να βιώσει και να μάθει κάτι για την πραγματικότητα που δεν είχε ήδη βιώσει και γνωρίσει προηγουμένως. Προφανώς όμως κανένας ερευνητής —και κανένας δρων— δεν μπορεί να προβλέψει εκ των προτέρων ποιες νέες εμπειρίες και γνώσεις θα φέρει στο φως η έρευνά του, προτού πράγματι την πραγματοποιήσει· διαφορετικά, γιατί να μπει στον κόπο; Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει σήμερα, ή σε οποιαδήποτε δεδομένη χρονική στιγμή, τι θα γνωρίζει σε μια μεταγενέστερη στιγμή ή, κατά συνέπεια, τι θα κάνει ή θα πει βάσει αυτής της μεταγενέστερης γνώσης. Η πρόβλεψη έρχεται πάντοτε πολύ αργά. Ο Einstein, για παράδειγμα, δεν θα μπορούσε να είχε προβλέψει και εξηγήσει τη θεωρία της σχετικότητας προτού πράγματι τη διατυπώσει. Ο Steve Jobs δεν θα μπορούσε να είχε προβλέψει και εξηγήσει τη συνταγή κατασκευής ενός υπολογιστή Apple προτού πράγματι τη διαθέτει και την εφαρμόσει. Και δεν υπήρχε Μόνα Λίζα πριν ο Leonardo da Vinci τη ζωγραφίσει πράγματι. Η κατηγορία των ανθρώπινων πράξεων, επομένως, είναι ανοιχτή κατηγορία με απροσδιόριστο αριθμό στοιχείων. Γνωρίζουμε ορισμένα από αυτά, αλλά δεν γνωρίζουμε όλες τις δυνητικές πράξεις, όπως γνωρίζουμε ορισμένες λέξεις και εκφράσεις με νόημα, αλλά δεν γνωρίζουμε ούτε θα γνωρίσουμε ποτέ όλες τις δυνητικές λέξεις ή εκφράσεις που θα χρησιμοποιηθούν ποτέ.

Η πρόβλεψη των ανθρώπινων πράξεων, λοιπόν, ασφαλώς δεν είναι «επιστήμη» όπως συνήθως την αντιλαμβανόμαστε. Όπως όμως επιβεβαιώνουν επανειλημμένα οι καθημερινές μας εμπειρίες, δεν είναι ούτε τυχαία εικοτολογία. Είναι, αν θέλετε, επιχειρηματικότητα με την ευρύτερη έννοια του όρου. Σε όλη μας τη ζωή προσπαθούμε να προσαρμοζόμαστε επιτυχώς στο περιβάλλον μας —που αποτελείται από αδιαμόρφωτη φύση, ανθρωπογενή υλικά, φυτά και ζώα που έχουν αναπαραχθεί επιλεκτικά, εξημερωθεί και εκπαιδευτεί, καθώς και άλλους ανθρώπους— και στις μεταβολές αυτού του περιβάλλοντος. Όσον αφορά τις εργαλειακές πράξεις, δεν είμαστε φυσικά αλάνθαστοι, αλλά μπορούμε να επιτύχουμε σχετικά υψηλό βαθμό βεβαιότητας· και οι τεχνικές βελτιώσεις και καινοτομίες, όπως είναι αναμενόμενο, γίνονται γρήγορα αντικείμενο μίμησης και υιοθέτησης από άλλους. Όσον αφορά όμως τις επικοινωνιακές πράξεις, οι προβλέψεις μας αφορούν την ανταπόκριση άλλων ανθρώπων που είναι ικανοί να μαθαίνουν και είναι επομένως πάντοτε περισσότερο εικαστικές και υπόκεινται σε υψηλότερο βαθμό αβεβαιότητας.

Ωστόσο, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, διαθέτουμε και γνωρίζουμε μια μέθοδο μείωσης αυτής της αβεβαιότητας: όλες οι ανταποκρίσεις αποδίδονται σε κάποιον συγκεκριμένο δρώντα ή δρώντες, και είμαστε καταρχήν ικανοί να κατανοούμε —verstehen— κάθε πρόσωπο και το γιατί, για ποιον λόγο και με ποιον σκοπό, κάνει όσα κάνει ή έκανε στο παρελθόν.

Η πρωταρχική μέθοδος του Verstehen, όπως επισημάνθηκε προηγουμένως, είναι η απόκτηση μιας κοινής γλώσσας. Είναι προφανώς δυσκολότερο να κατανοήσουμε και να προβλέψουμε τις πράξεις των συνανθρώπων μας όταν δεν μοιραζόμαστε την ίδια γλώσσα απ’ ό,τι όταν τη μοιραζόμαστε. Το να μοιραζόμαστε μια γλώσσα σημαίνει να βλέπουμε τον κόσμο με περίπου παρόμοιους όρους, και αυτό βοηθά σημαντικά στην κατανόηση της συμπεριφοράς των άλλων. Αυτό το εργαλείο του Verstehen κάθε άλλο παρά τέλειο είναι: ορισμένοι άνθρωποι κατανοούν τους άλλους επιτυχέστερα και μπορούν να κάνουν και να διακρίνουν περισσότερες και λεπτότερες διακρίσεις, είτε μέσα στις λέξεις και μεταξύ τους είτε μέσα στις πράξεις και μεταξύ τους, απ’ ό,τι άλλοι. Και ο ίδιος ο κοινωνικός θεσμός μιας κοινής γλώσσας δεν είναι άκαμπτα «δεδομένος», αλλά μπορεί να υποστεί σημαντικές, έστω συνήθως αργές και σε μεγάλο βαθμό οριακές, μεταβολές με την πάροδο του χρόνου. Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να στερηθεί εντελώς τη γλώσσα, και ακόμη και ο λιγότερο οξύνους άνθρωπος είναι ικανός για κάποια βασική κατανόηση των άλλων. Επιπλέον, η επαναλαμβανόμενη παρατήρηση ενός συγκεκριμένου προσώπου με στόχο την κατανόησή του —η verstehende παρατήρηση—, καθώς και η επικοινωνία και η συνεργασία μαζί του, μας βοηθούν να σχηματίσουμε μια αντίληψη για τον χαρακτήρα ή τον τύπο προσωπικότητάς του: πέρα από τους πιο προφανείς τύπους του άνδρα και της γυναίκας, υπάρχουν ο εσωστρεφής ή ο εξωστρεφής, ο αδέξιος ή ο επιδέξιος, ο δειλός ή ο τολμηρός, ο νωθρός και οκνηρός ή ο περίεργος και φιλόδοξος, ο ηδονιστής ή εκείνος που επιδιώκει την απόκτηση αγαθών, ο καιροσκόπος ή ο άνθρωπος αρχών κ.ο.κ. Αυτοί και άλλοι τύποι προσωπικότητας δεν διακρίνονται πάντοτε σαφώς μεταξύ τους, και ο χαρακτήρας ενός προσώπου μπορεί και ενδέχεται να μεταβληθεί με τον χρόνο. Προς το παρόν όμως —βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, διάστημα που μπορεί κάλλιστα να διαρκέσει για πάντα— η κατανόηση του χαρακτήρα κάποιου άλλου προσθέτει έναν βαθμό προσωρινής σταθερότητας και βεβαιότητας στους συλλογισμούς μας, επειδή οριοθετεί κάπως το πιθανό εύρος της συμπεριφοράς του και μας βοηθά έτσι να προβλέπουμε καλύτερα τη μελλοντική του δράση.

Μαζί με την απόκτηση μιας κοινής γλώσσας έρχεται η κατανόηση της ιδιοκτησίας, του δεύτερου σημαντικότερου κοινωνικού θεσμού. Ακόμη και ως μικρά παιδιά μαθαίνουμε να διακρίνουμε το δικό μου από το δικό σου, τα πράγματα που ανήκουν σε εμένα ή στους γονείς μου από εκείνα που ανήκουν σε άλλους. Καμία κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτόν τον θεσμό, εκτός αν επιστρέψει σε κάποιον ζωώδη αγώνα επιβίωσης. Ο κοινωνικός θεσμός της ατομικής ή ιδιωτικής ιδιοκτησίας, όπως και εκείνος της γλώσσας, δεν είναι καθορισμένος άπαξ διά παντός, αλλά μεταβλητός και υποκείμενος σε δυνητικές μελλοντικές αλλαγές. Οι διαφορές σχετικά με την ιδιοκτησία —είναι αυτό δικό μου ή δικό σου; Επιτρέπεται ή δεν επιτρέπεται να κάνω αυτό με το τάδε πράγμα;— βρίσκονται στη ρίζα όλων των συγκρούσεων. Σε κάθε περίπτωση, ο κοινωνικός θεσμός της ιδιοκτησίας είναι, αν θέλετε, ένας «συντηρητικός» θεσμός, που συνήθως υφίσταται μόνο αργές, βαθμιαίες ή επαυξητικές μεταβολές, εκτός από τη σπάνια περίπτωση κάποιας βίαιης επανάστασης. Το να γνωρίζουμε λοιπόν ποια ποσότητα και ποιότητα πραγμάτων μπορεί ένα συγκεκριμένο πρόσωπο να αποκαλεί δικά του —δηλαδή ιδιοκτησία του— και ποια αποκαλούν δικά τους τα άλλα μέλη της γλωσσικής κοινότητας που το περιβάλλει βοηθά σημαντικά στην πρόβλεψη των μελλοντικών του πράξεων. Διότι η ποσότητα και η ποιότητα της ιδιοκτησίας ενός προσώπου επιβάλλουν ορισμένους αρκετά αυστηρούς περιορισμούς στο εύρος των δυνατών μελλοντικών πράξεών του.

Τέλος, αλλά εξίσου σημαντικό, οι άνθρωποι συνήθως αφιερώνουν σημαντικό χρόνο εκτελώντας λειτουργίες ή αναλαμβάνοντας ρόλους που έχουν μάθει μέσα σε πλήθος άλλων κοινωνικών θεσμών. Ενεργούμε ως γονείς, σύζυγοι, παιδιά, θείοι και θείες, αστυνομικοί, δάσκαλοι, μαθητές και φοιτητές, γιατροί, σερβιτόροι, πωλητές, επιχειρηματίες, μεσίτες, τραπεζίτες, μέλη σκακιστικών ή ποδοσφαιρικών συλλόγων, ιερείς, πάπες, πρόεδροι, βασιλείς κ.ο.κ. Κανένας από αυτούς τους ρόλους ή τις λειτουργίες δεν ορίζεται άκαμπτα: διαφορετικοί ρόλοι μπορούν να αναληφθούν από το ίδιο πρόσωπο σε διαφορετικές στιγμές, ενώ ορισμένοι μπορούν να αναληφθούν ταυτόχρονα· ορισμένοι θεσμοί, ρόλοι και λειτουργίες μπορεί να καταστούν παρωχημένοι· νέοι ρόλοι και λειτουργίες μπορούν να καθιερωθούν· και, φυσικά, οι άνθρωποι μπορεί μερικές φορές να παρεκκλίνουν από τους ρόλους τους και να αποτυγχάνουν στην εκτέλεση των λειτουργιών που έχουν αναλάβει. Τίποτε από αυτά όμως δεν αλλάζει το βασικό γεγονός ότι η προβλεψιμότητα των μελλοντικών πράξεων ενός άλλου προσώπου ενισχύεται σημαντικά μόλις γίνουν γνωστοί οι ρόλοι που αναλαμβάνει και οι λειτουργίες που εκτελεί επί του παρόντος. Παραμένει πάντοτε ένα στοιχείο αβεβαιότητας, και κάθε ρόλος και λειτουργία αφήνει κάποιο περιθώριο προσωπικής ερμηνείας. Κάθε ρόλος και λειτουργία όμως συνεπάγεται επίσης ορισμένους γενικούς κανόνες, συνήθεις διαδικασίες και πρότυπα, και επομένως η πρόβλεψη της συμπεριφοράς ανθρώπων που αναγνωρίζονται ως φορείς συγκεκριμένων ρόλων ή λειτουργιών συχνά δεν είναι πολύ περισσότερο από υπόθεση ρουτίνας.

Βάσει λοιπόν της γνώσης που αποκτάται μέσω της μεθόδου του Verstehen και των ποικίλων πτυχών και τεχνικών του που αναφέρθηκαν, οι κοινωνικοί επιστήμονες μπορούν να καταρτίζουν φαινομενικά ατέλειωτους καταλόγους «συγκεντρωτικών στατιστικών» για τη μία ή την άλλη ομάδα ανθρώπων που είπε ή έκανε κάτι σε ορισμένες καταστάσεις με συγκεκριμένη συχνότητα, τώρα ή διαχρονικά· και κατόπιν να εντοπίζουν στατιστικές συνδέσεις, χρονοσειρές, συσχετίσεις και διασταυρούμενες συσχετίσεις μεταξύ διαφόρων κοινωνικών φαινομένων ή στατιστικών κατασκευών. Ορισμένα από αυτά τα «ερευνητικά» αποτελέσματα δεν είναι παρά στιγμιαία στιγμιότυπα, ήδη άσχετα και παρωχημένα αύριο. Ορισμένα είναι απλώς τετριμμένα, ώστε ο κάθε άνθρωπος στον δρόμο γνώριζε ήδη τα αποτελέσματα πριν του τα παρουσιάσει κάποιος «ερευνητής». Ορισμένα αποτελέσματα —και φαίνεται ότι γίνονται όλο και περισσότερα— είναι απλές κατασκευές, πλαστά και δόλια, με σκοπό όχι να διαφωτίσουν το κοινό, αλλά να το εξαπατήσουν σκόπιμα, είτε κατ’ εντολήν άλλων είτε για χρήματα είτε από προσωπική πεποίθηση. Η κοινωνική έρευνα που βασίζεται στο Verstehen μπορεί όμως επίσης να φέρει στο φως —και μερικές φορές το κάνει, ακόμη και σε ένα όλο και πιο λογοκριτικό περιβάλλον κοινωνικής έρευνας— σημαντικά και απροσδόκητα αποτελέσματα, συμπεριλαμβανομένης, για παράδειγμα, της τεράστιας έκτασης απάτης που διαπράττεται και ανατίθεται σήμερα στο όνομα της «επιστήμης». Μπορεί να διαφωτίσει πραγματικά το κοινό σχετικά με μακροχρόνιες κοινωνικές τάσεις και εξελίξεις ή αργά και βαθμιαία μεταβαλλόμενα κοινωνικά πρότυπα· δηλαδή, κοινωνικά γεγονότα που δεν μπορούν να αλλάξουν ακαριαία ή με μόνη τη βούληση, αλλά έχουν μεγάλη πρακτική σημασία για όλους τους ανθρώπους ως επιχειρηματικά δρώντες, ώστε να τα γνωρίζουν και να τα λαμβάνουν υπόψη στις προετοιμασίες τους για το μέλλον και στη δική τους μελλοντική συμπεριφορά.

Ωστόσο, ακόμη και τα πιο διαφωτιστικά αποτελέσματα που έχουν φέρει στο φως οι εμπειρικές κοινωνικές επιστήμες, ή θα φέρουν στο μέλλον, δεν πρέπει ποτέ να θεωρούνται νόμοι, είτε ντετερμινιστικοί είτε πιθανοκρατικοί. Είναι —και δεν μπορούν ποτέ να είναι τίποτε άλλο— γνώσεις για μοναδικά ιστορικά συμβάντα, συσχετίσεις, εξελίξεις, τάσεις, ροπές ή πρότυπα.

Αποδεικτική γνώση του ανθρώπου — Begreifen

Πέρα όμως από κάθε εμπειρική κοινωνική έρευνα που βασίζεται στο Verstehen και αφορά την ιστορία και τα ιστορικά συμβάντα ή τις εξελίξεις, εμείς —τόσο οι άνθρωποι της καθημερινής ζωής όσο και οι επαγγελματίες κοινωνικοί επιστήμονες— διαθέτουμε μία ακόμη μέθοδο για να κατανοήσουμε τον κοινωνικό κόσμο· μια μέθοδο, μάλιστα, που μπορεί να αποδώσει γνώση με ακόμη μεγαλύτερη βεβαιότητα, χωρίς να αξιώνει αλάθητο, από εκείνη που συνδέεται με ή αποδίδεται σε οποιονδήποτε φυσικό νόμο. Ανέφερα προηγουμένως συνοπτικά το θέμα του Begreifen, της εννοιολογικής ανάλυσης. Δεν γνωρίζουμε, ούτε θα γνωρίσουμε ποτέ, γιατί η φύση λειτουργεί όπως λειτουργεί. Απλώς λειτουργεί έτσι. Γνωρίζουμε όμως περισσότερα για τον άνθρωπο απ’ όσα γνωρίζουμε για οποιοδήποτε φυσικό πράγμα.

Γνωρίζουμε ότι ο άνθρωπος κάνει όσα κάνει για κάποιον λόγο και με κάποιον σκοπό, δηλαδή έχοντας κατά νου κάποια προσδοκώμενη μελλοντική κατάσταση πραγμάτων· γνωρίζουμε ότι οτιδήποτε κάνει ο άνθρωπος ως επιχειρηματικά δρων το κάνει με μέσα που θεωρεί κατάλληλα για την επίτευξη κάποιων σκοπών· και τα γνωρίζουμε όλα αυτά με αποδεικτική βεβαιότητα, ή εκ των προτέρων, στον βαθμό που δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε μια τέτοια γνώση χωρίς έτσι να επιβεβαιώσουμε την αλήθεια της, αφού η άρνησή της είναι η ίδια μια σκόπιμη πράξη προσανατολισμένη σε στόχο. Και ενώ δεν μπορούμε ποτέ να προβλέψουμε «επιστημονικά» το συγκεκριμένο περιεχόμενο των δικών μας μελλοντικών πράξεων ή εκείνων των συνανθρώπων μας —δηλαδή τις συγκεκριμένες επιλογές σκοπών και μέσων μέσα σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον—, μπορούμε, όπως μόλις καταδείχθηκε, βάσει της εκ των προτέρων γνώσης μας για την τυπική δομή κάθε ανθρώπινης δράσης, να συναγάγουμε παραγωγικά έναν εντυπωσιακό αριθμό εξίσου εκ των προτέρων, καθολικά έγκυρων συμπερασμάτων. Αυτά τα συμπεράσματα είτε εμπεριέχονται άμεσα στην έννοια της δράσης είτε προκύπτουν έμμεσα, σε συνδυασμό με ρητά διατυπωμένες αρχικές εμπειρικές και εμπειρικά επαληθεύσιμες συνθήκες ή προκείμενες. Έτσι μας επιτρέπουν επίσης να διατυπώνουμε ορισμένες αποδεικτικές —μη διαψεύσιμες— προβλέψεις κεντρικής σημασίας για τον κοινωνικό κόσμο, υπό τη μόνη προϋπόθεση ότι αυτές οι αρχικές συνθήκες πράγματι συντρέχουν και εκπληρώνονται.

Μιλώ και γράφω εδώ για ένα ακροατήριο που είναι ήδη ή πρόκειται να γίνει εξοικειωμένο ιδίως με το διανοητικό έργο των Ludwig von Mises και Murray Rothbard. Και στο κορυφαίο έργο του Mises, την Ανθρώπινη Δράση (1998), καθώς και στο Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος του Rothbard (2009), μπορούμε να βρούμε ένα αρκετά λεπτομερώς επεξεργασμένο σύστημα τέτοιων αποδεικτικών προτάσεων και να αναγνωρίσουμε και να εκτιμήσουμε την τεράστια σημασία τους όχι μόνο για την κατανόηση και την ερμηνεία γεγονότων του παρελθόντος, αλλά ιδίως και για την πρόβλεψη μελλοντικών γεγονότων. Θα παρουσιάσω εδώ μόνο λίγα παραδείγματα τέτοιων προτάσεων, ώστε να δώσω μια εικόνα τόσο του γνωσιολογικού τους καθεστώτος όσο και της πρακτικής τους σημασίας.

Δεν γνωρίζουμε όλους τους δυνητικούς ανθρώπινους σκοπούς, αλλά γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι, όποιοι κι αν είναι, προορίζονται να επιφέρουν βελτίωση της ευημερίας του δρώντος· και γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι, όπου και όποτε ένα πρόσωπο κάνει ό,τι κάνει, το κάνει πάντοτε επειδή θεωρεί τον επιδιωκόμενο στόχο ή σκοπό, στη δεδομένη κατάσταση, ως εκείνον στον οποίο αποδίδει τη μεγαλύτερη αξία ή ως τον πλέον επείγοντα.

Δεν γνωρίζουμε όλα τα δυνητικά μέσα που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος στις δραστηριότητές του, αλλά γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι οτιδήποτε χρησιμοποιεί ένας δρων ως μέσο αντλεί την αξία του ως «αγαθού» γι’ αυτόν από την αξία που αποδίδει στον ίδιο τον σκοπό ή στόχο στην επίτευξη του οποίου υποτίθεται ότι θα συμβάλει. Και ενώ δεν μπορούμε να προβλέψουμε τις μεταβολές στην υποκειμενική αξία που αποδίδει σε διάφορους σκοπούς, μπορούμε να προβλέψουμε με βεβαιότητα ότι μια υψηλότερη ή χαμηλότερη αξία αποδιδόμενη σε κάποιον δεδομένο στόχο, όποιος κι αν είναι, θα αυξήσει ή θα μειώσει επίσης την αξία των μέσων ή αγαθών που χρησιμοποιούνται για την επίτευξή του· και ότι η ανακάλυψη της καταλληλότητας ορισμένων μέσων για πρόσθετους σκοπούς, για παράδειγμα, θα αυξήσει την αξία αυτών των μέσων.

Επιπλέον, ενώ δεν μπορούμε να γνωρίζουμε —να προβλέπουμε επιστημονικά— ποιο πράγμα ή ποια οντότητα ενδέχεται ποτέ να χρησιμοποιηθεί ως μέσο ή αγαθό από τον άνθρωπο, γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι, για οτιδήποτε ένας δρων θεωρεί αγαθό, προτιμά περισσότερη ποσότητά του από λιγότερη. Γνωρίζουμε επίσης με βεβαιότητα ότι, καθώς προστίθενται στο απόθεμά μας ολοένα περισσότερες μονάδες κάποιου δεδομένου αγαθού, αποδίδουμε μικρότερη αξία σε μία μονάδα αυτού του αγαθού, αφού μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για την ικανοποίηση σκοπών ή αναγκών που κατατάσσονται ολοένα χαμηλότερα ή είναι λιγότερο επείγοντες — ο νόμος της φθίνουσας οριακής χρησιμότητας.

Ακόμη, ενώ δεν μπορούμε να προβλέψουμε με ασφάλεια τις μελλοντικές θέσεις ενός δρώντος —πού θα βρίσκεται και πότε—, μπορούμε να προβλέψουμε με ασφάλεια ότι δεν μπορεί ποτέ να βρίσκεται σε δύο τόπους την ίδια στιγμή και, ομοίως, ότι δεν μπορεί ποτέ να εκτελεί ταυτόχρονα δύο αντίθετες ή αντιφατικές πράξεις, όπως να ανεβαίνει και να κατεβαίνει την ίδια στιγμή μια σκάλα ή ένα κλιμακοστάσιο.3

Δεν μπορούμε να προβλέψουμε «επιστημονικά» τι είδους αγαθά ή προϊόντα θα παραγάγει ποτέ ο άνθρωπος και τι είδους αγαθά ή προϊόντα μπορεί ποτέ να καταναλώσει, αλλά γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι δεν μπορεί να υπάρξει κατανάλωση χωρίς προηγούμενη παραγωγή· και μπορούμε επίσης να είμαστε βέβαιοι ότι ό,τι καταναλώνεται σήμερα δεν μπορεί να καταναλωθεί ξανά αύριο. Επιπλέον, γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί για μεγάλο χρονικό διάστημα να καταναλώνει περισσότερα αγαθά απ’ όσα παράγει, εκτός αν κλέβει από άλλους, και ότι μόνο μέσω της αποταμίευσης, καταναλώνοντας λιγότερα από όσα παράγονται, μπορεί να αυξήσει τη δική του ευημερία.

Δεν μπορούμε να κάνουμε ασφαλείς και βέβαιες προβλέψεις για το πού, πότε και τι είδους ανταλλαγές —υλικών αγαθών ή άυλων, όπως λέξεις ή χειρονομίες— θα πραγματοποιηθούν μεταξύ διαφόρων ανθρώπων. Γνωρίζουμε όμως με βεβαιότητα ότι, για να πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε εθελοντική ανταλλαγή, και τα δύο μέρη πρέπει να αναμένουν ότι η ανταλλαγή θα βελτιώσει τη θέση τους, πρέπει να αξιολογούν τα ανταλλασσόμενα αγαθά ως άνισης αξίας και πρέπει να έχουν αντίστροφη σειρά προτίμησης ως προς αυτά. Γνωρίζουμε επίσης με βεβαιότητα ότι κάθε μη εθελοντική ανταλλαγή, ό,τι κι αν αφορά, βελτιώνει τη θέση του ενός μέρους ενώ επιδεινώνει τη θέση του άλλου.

Επιπλέον, από την αφετηρία της ανθρώπινης ιστορίας, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι είδους πράγμα θα γίνει χρήμα —δηλαδή κοινό μέσο ανταλλαγής—, για πόσο θα διατηρήσει την ιδιότητά του ως χρήματος ή ποιο άλλο πράγμα μπορεί να το αντικαταστήσει ως χρήμα στο μέλλον. Για κάθε κοινωνία όμως που υπερβαίνει το μέγεθος ενός μοναδικού νοικοκυριού και διαθέτει έστω έναν ελάχιστο καταμερισμό της εργασίας, μπορούμε, βάσει της εκ των προτέρων γνώσης μας για την καθολική δομή της δράσης, να συναγάγουμε παραγωγικά και να προβλέψουμε με ασφάλεια την ανάδυση κάποιου κοινού μέσου ανταλλαγής. Διότι κάθε άμεση ανταλλαγή αγαθών ή υπηρεσιών απαιτεί διπλή σύμπτωση αναγκών· πρέπει δηλαδή εγώ να θέλω αυτό που έχετε εσείς και εσείς να θέλετε αυτό που έχω εγώ. Αυτό το εμπόδιο και ο περιορισμός της άμεσης ανταλλαγής μπορούν όμως να ξεπεραστούν, και οι συνθήκες για έναν δρώντα να βελτιωθούν, μέσω της έμμεσης ανταλλαγής. Ένα πρόσωπο που δεν μπορεί να αποκτήσει αυτό που θέλει μέσω άμεσης ανταλλαγής μπορεί να αυξήσει τις πιθανότητές του να αποκτήσει εκείνο που επιθυμεί τελικά, αν κατορθώσει πρώτα να αποκτήσει μέσω ανταλλαγής ένα αγαθό με μεγαλύτερη εμπορευσιμότητα από το δικό του, το οποίο θα μπορεί κατόπιν να ανταλλαγεί ευκολότερα με το τελικό επιθυμητό πράγμα. Αυτή η πρακτική αυξάνει περαιτέρω την εμπορευσιμότητα του ίδιου του συγκεκριμένου αγαθού και παρακινεί άλλους να ακολουθήσουν το παράδειγμα. Έτσι, βήμα προς βήμα, μέσω ορθολογικά παρακινούμενης μίμησης, αναδύεται ένα κοινό μέσο ανταλλαγής: ένα χρήμα —αρχικά εμπορευματικό χρήμα— που αποτελεί το ευκολότερα πωλήσιμο και ευρύτερα αποδεκτό αγαθό και, ως τέτοιο, πρέπει να διακρίνεται σαφώς ως προς τη λειτουργία του τόσο από τα παραγωγικά όσο και από τα καταναλωτικά αγαθά.

Μαζί με το χρήμα έρχονται οι χρηματικές τιμές, οι συγκρίσεις τιμών και ο οικονομικός υπολογισμός. Δεν υπάρχει τίποτε που να μπορεί να γίνει γνωστό με βεβαιότητα για τις μελλοντικές χρηματικές τιμές που θα καταβάλλονται για το ένα ή το άλλο πράγμα, για τις μελλοντικές συγκρίσεις τιμών ή για τους μελλοντικούς επιχειρηματικούς υπολογισμούς· και πάλι όμως υπάρχουν ορισμένα πράγματα που γνωρίζουμε με βεβαιότητα. Για παράδειγμα, αν αυξηθεί η ποσότητα χρήματος, η αγοραστική δύναμη ανά νομισματική μονάδα μειώνεται κάτω από το επίπεδο στο οποίο θα βρισκόταν διαφορετικά. Μια αύξηση της ποσότητας χρήματος δεν μπορεί να αυξήσει τον συνολικό κοινωνικό πλούτο, όπως θα έκανε μια αύξηση της ποσότητας παραγωγικών και καταναλωτικών αγαθών· μπορεί μόνο να οδηγήσει σε αναδιανομή πλούτου προς όφελος του παραγωγού ή των παραγωγών χρήματος.

Γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι ο οικονομικός υπολογισμός απαιτεί να μπορεί ένα πρόσωπο να συγκρίνει τις εισροές της παραγωγής με τις εκροές της, προκειμένου να διαπιστώσει αν μέσα μικρότερης αξίας μετασχηματίστηκαν σε μέσα μεγαλύτερης αξίας, όπως επιδιωκόταν. Για να είναι δυνατή μια τέτοια σύγκριση, πρέπει να υπάρχουν χρηματικές τιμές για όλους τους συντελεστές παραγωγής, καθώς και για όλα τα τελικά αγαθά. Υπό τον σοσιαλισμό παλαιού τύπου, όπου όλα τα μέσα παραγωγής ανήκουν και ελέγχονται από μία κεντρική επιτροπή, δεν υπάρχουν τιμές για τους εισερχόμενους συντελεστές· συνεπώς, ο οικονομικός υπολογισμός υπό τον σοσιαλισμό είναι αδύνατος.

Μπορούμε επίσης να γνωρίζουμε με βεβαιότητα, μέσω του νόμου της οριακής χρησιμότητας, ότι, αν η τιμή κάποιου αγαθού αυξηθεί ή μειωθεί και υποτεθεί ότι όλα τα άλλα παραμένουν σταθερά —η παραδοχή ceteris paribus—, τότε θα αγοραστεί είτε η ίδια είτε μικρότερη ποσότητα στην πρώτη περίπτωση και είτε η ίδια είτε μεγαλύτερη στη δεύτερη. Και γνωρίζουμε εξίσου βέβαια ότι τιμές καθορισμένες πάνω από τις αγοραίες τιμές, όπως οι κατώτατοι μισθοί, θα οδηγήσουν σε αδιάθετα πλεονάσματα —δηλαδή σε εξαναγκαστική ανεργία—, ενώ τιμές καθορισμένες κάτω από τις τιμές που εκκαθαρίζουν την αγορά, όπως τα ανώτατα όρια ενοικίων, θα οδηγήσουν σε ελλείψεις —δηλαδή σε επίμονη έλλειψη ενοικιαζόμενων κατοικιών. Γνωρίζουμε επίσης με βεβαιότητα ότι, αν οποιαδήποτε από αυτές τις προβλέψεις αποτύχει σε κάποια συγκεκριμένη περίπτωση, αυτό δεν θα οφείλεται σε σφάλμα του λογικά συναχθέντος συμπεράσματός μας, αλλά στο ότι η παραδοχή ceteris paribus δεν εκπληρώθηκε στη συγκεκριμένη υπό εξέταση περίπτωση· και θα πρέπει να αναζητήσουμε κάποιες σημαντικές μεταβολές στις εμπειρικές περιστάσεις ενός δρώντος, προκειμένου να εξηγήσουμε την παρατηρούμενη ανωμαλία.

Πράγματι, όπως έχει ήδη καταδειχθεί με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο μέσω του παραδείγματος της αρχής του άλλοθι, καμία «εμπειρία» και κανένα λεγόμενο εμπειρικό τεκμήριο δεν μπορούν ποτέ να διαψεύσουν, να ανατρέψουν ή να υπερισχύσουν της πραξεολογίας και της λογικής· η πραξεολογία όμως και ο πραξεολογικός συλλογισμός μπορούν να αποκαλύψουν ότι κάτι δεν πάει καλά με μια υποτιθέμενη εμπειρία ή ένα τεκμήριο. Θα μπορούσα να συνεχίσω με πολλά ακόμη παραδείγματα αποδεικτικών προτάσεων —δηλαδή προτάσεων που μπορούν να γίνουν begriffen, να συλληφθούν εννοιολογικά. Είμαι όμως αρκετά βέβαιος ότι ο σύντομος κατάλογος παραδειγμάτων που παρουσίασα αρκεί για να δείξει ότι έχουν σαφώς διαφορετικό γνωσιολογικό καθεστώς από ό,τι συνήθως νοείται ως «εμπειρικά διαψεύσιμες υποθέσεις» και ότι η δημοφιλής ποππεριανή αντίληψη —την οποία παρουσίασε πρώτη φορά ο Karl Popper (2013) στη Λογική της επιστημονικής έρευνας— περί επιστημονικής προόδου που προχωρεί βήμα προς βήμα, μέσω της διαδοχικής διάψευσης εμπειρικών και εμπειρικά ελέγξιμων υποθέσεων, σταδιακά προς το φως, είναι εντελώς εσφαλμένη. Πάρα πολλοί άνθρωποι —συμπεριλαμβανομένου του Popper, όπως σημειώνει συνοπτικά ο Mises στην Έσχατη θεμελίωση της οικονομικής επιστήμης 1962— προφανώς αγνοούν την πραξεολογία και τα διανοητικά της επιτεύγματα. Και όμως, όπως θα έπρεπε να έχουν καταστήσει απολύτως σαφές τα λίγα παραδείγματα αποδεικτικών, μη διαψεύσιμων προτάσεων που μόλις παρουσιάστηκαν, η γνώση που παρέχει η πραξεολογία είναι απαραίτητη για κάθε ορθή ερμηνεία του παρελθόντος. Χωρίς αυτήν, κάθε ιστορικός είναι βέβαιο ότι κάπου θα τα μπερδέψει στην αφήγησή του· και, ακόμη σημαντικότερο, χωρίς τέτοια γνώση είμαστε καταδικασμένοι να διαπράττουμε πολλά σφάλματα στην πρόβλεψη μελλοντικών γεγονότων, τα οποία θα μπορούσαν ασφαλώς να είχαν γίνει γνωστά εκ των προτέρων και, κατά συνέπεια, να είχαν αποφευχθεί.

Εξετάζοντας λοιπόν από μεθοδολογική άποψη τη σημερινή κατάσταση των κοινωνικών επιστημών, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικών, μπορούμε εύκολα να διαγνώσουμε δύο μεγάλες και αλληλένδετες συγχύσεις, οι οποίες τελικά ριζώνουν και οι δύο στη συνήθως άκριτη αποδοχή κάποιας εκδοχής «εμπειριστικής φιλοσοφίας» από τους περισσότερους ενεργούς κοινωνικούς επιστήμονες και σχεδόν όλους τους φυσικούς επιστήμονες. Η πρώτη σύγχυση αφορά τη διαδεδομένη πεποίθηση ότι στις κοινωνικές επιστήμες μπορούν να επιτευχθούν πράγματα που απλώς δεν μπορούν να επιτευχθούν. Σε αντίθεση με την πεποίθηση πολλών κοινωνικών ερευνητών, δεν υπάρχουν «εμπειρικοί νόμοι» —επαληθευμένοι, επιβεβαιωμένοι ή ακόμη μη διαψευσμένοι από εμπειρικά δεδομένα— που να μπορούν να εντοπιστούν και να ανακαλυφθούν στο πεδίο της ανθρώπινης δράσης και αλληλεπίδρασης. Εδώ απαιτείται περισσότερη ταπεινοφροσύνη. Η έρευνα κάποιου μπορεί να εξακολουθεί να είναι ενδιαφέρουσα και σημαντική, αλλά δεν είναι αυτό που ισχυρίζεται ότι είναι.

Και η δεύτερη σύγχυση, ιδιαίτερα διαδεδομένη μεταξύ οικονομολόγων, μόλις εξετάστηκε: είναι η αδυναμία ή η απροθυμία αναγνώρισης της κατηγορικής γνωσιολογικής διαφοράς μεταξύ αποδεικτικών ή, με καντιανή ορολογία, συνθετικών εκ των προτέρων προτάσεων, αφενός, και εμπειρικών ή εκ των υστέρων προτάσεων, αφετέρου. Ως «καλοί» εμπειριστές, που αναγνωρίζουν και γνωρίζουν μόνο εμπειρικούς νόμους —πέρα από τα μαθηματικά—, επιδίδονται όλο και συχνότερα στην υποβολή σε εμπειρικούς ελέγχους προτάσεων που συνάγονται παραγωγικά από κάποια εκ των προτέρων αληθή αφετηρία. Δηλαδή, ελέγχουν το μη ελέγξιμο και προσπαθούν να διαψεύσουν το μη διαψεύσιμο· και οποιαδήποτε γνώση μπορεί τυχαία να προκύψει από τέτοιες λανθασμένα προσανατολισμένες προσπάθειες επισκιάζεται από τη διανοητική ζημία και τη σύγχυση που προκαλεί το κραυγαλέο κατηγορικό σφάλμα το οποίο θεμελιώνει και διαπράττει κάθε τέτοια έρευνα.

Μια θεωρία επίλυσης συγκρούσεων

Τέλος, όπως υποσχέθηκα, και ως περαιτέρω απόδειξη της διανοητικής ισχύος του παραγωγικού συλλογισμού που βασίζεται σε πρώτες, αναμφισβήτητες και μη αναιρέσιμες αρχές, μια σύντομη παρατήρηση για τη σύγκρουση, την αποφυγή συγκρούσεων και την επίλυσή τους μέσω επιχειρηματολογίας.

Οι διαφορές απόψεων δεν είναι συγκρούσεις, μολονότι μπορούν φυσικά να οδηγήσουν σε συγκρούσεις. Οι συγκρούσεις είναι υλικές αντιπαραθέσεις που προκύπτουν από ασύμβατες αξιώσεις κυριότητας δύο ή περισσότερων διαφορετικών προσώπων επί του ίδιου σπάνιου ή ανταγωνιστικού στη χρήση αγαθού. Καταρχήν, επομένως, για να αποφεύγονται όλες οι συγκρούσεις, αρκεί κάθε αγαθό να ανήκει πάντοτε ιδιωτικά σε κάποιο προσδιορισμένο άτομο ή άτομα και να είναι πάντοτε αναγνωρίσιμο ποιο αγαθό ανήκει σε ποιον. Τα σχέδια και οι σκοποί διαφορετικών δρώντων μπορεί τότε να διαφέρουν όσο γίνεται περισσότερο, και όμως δεν θα προκύπτει καμία διαπροσωπική σύγκρουση όσο οι αντίστοιχες πράξεις τους περιλαμβάνουν μόνο και αποκλειστικά τη χρήση της δικής τους ιδιωτικής περιουσίας.

Ποιος όμως κατέχει ποιο σπάνιο αγαθό ως ιδιωτική του περιουσία και ποιος όχι; Πρώτον, κάθε πρόσωπο είναι κύριος του φυσικού του σώματος, το οποίο μόνο το ίδιο και κανείς άλλος ελέγχει άμεσα. Και δεύτερον, όσον αφορά σπάνιους πόρους που μπορούν να ελεγχθούν μόνο έμμεσα —που πρέπει να ιδιοποιηθούν μέσω των δικών μας σωμάτων, τα οποία μας παρέχει η φύση και δεν έχουν αποκτηθεί μέσω ιδιοποίησης—, ο αποκλειστικός έλεγχος, δηλαδή η κυριότητα, αποκτάται από και αποδίδεται σε εκείνον που ιδιοποιήθηκε πρώτος το συγκεκριμένο αγαθό ή το απέκτησε μέσω εθελοντικής, απαλλαγμένης από σύγκρουση ανταλλαγής από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη του. Διότι μόνο ο πρώτος ιδιοποιούμενος ενός πόρου —και όλοι οι μεταγενέστεροι ιδιοκτήτες που συνδέονται μαζί του μέσω μιας αλυσίδας εθελοντικών ανταλλαγών— μπορεί να τον αποκτήσει και να αναλάβει τον έλεγχό του χωρίς σύγκρουση. Αν ο αποκλειστικός έλεγχος αποδοθεί αντιθέτως σε μεταγενέστερους διεκδικητές, η σύγκρουση δεν αποφεύγεται αλλά, αντίθετα προς τον ίδιο τον σκοπό των κανόνων, καθίσταται αναπόφευκτη και μόνιμη.

Αυτό δεν είναι παρά ο στοιχειώδης σκελετός μιας θεωρίας που έχει αναπτυχθεί πολύ λεπτομερέστερα αλλού. Θα πρέπει όμως να είναι προφανές ότι, με αυτή την παραγωγικά συναχθείσα «εκ των προτέρων γνώση» για τη φύση της ανθρώπινης σύγκρουσης, έχουμε αποκτήσει και ένα εξαιρετικά ισχυρό πρακτικό εργαλείο και μια μέθοδο που μας επιτρέπουν να επιτελούμε τη λειτουργία του «ειρηνοδίκη» και να αποφασίζουμε για το δίκαιο και το άδικο, το επιτρεπτό και το ανεπίτρεπτο, το θεμιτό και το αθέμιτο, σε κάθε είδους περιπτώσεις συγκρουόμενων —ασύμβατων— ιδιοκτησιακών αξιώσεων.

Άλλη μία εξύμνηση, λοιπόν, της θεωρίας· ενός πράγματος του οποίου ακόμη και την ύπαρξη η σημερινή, σε μεγάλο βαθμό εμπειριστική ερευνητική κουλτούρα αρνείται πεισματικά —ή ανόητα— να αναγνωρίσει.

Σημείωση συγγραφέα

* Ο Hans-Hermann Hoppe (hoppe@mises.com) είναι ομότιμος καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Νεβάδας στο Λας Βέγκας, διακεκριμένος ανώτερος ερευνητικός εταίρος του Mises Institute και ιδρυτής και πρόεδρος της Property and Freedom Society.

Πρόκειται για ελαφρώς τροποποιημένη εκδοχή της εναρκτήριας διάλεξης που δόθηκε στο Mises University του 2023, στο Mises Institute, στο Όμπερν της Αλαμπάμας.

Σημειώσεις

1 Δύο σύντομες παρενθετικές παρατηρήσεις: υπάρχουν άνθρωποι που ισχυρίζονται ότι μιλούν και επικοινωνούν με ορισμένα ζώα, όπως οι χιμπαντζήδες, αλλά δεν έχω ακόμη ακούσει για κανέναν του οποίου τα παιδιά μεγάλωσαν μαζί με αυτά τα ζώα και έμαθαν μια γλώσσα επικοινωνώντας μαζί τους. Και όσον αφορά τα ζώα ως μηχανικούς που επιδιώκουν σκοπούς: τα πουλιά και οι κάστορες κάνουν πάντοτε το ίδιο ακριβώς πράγμα, ξανά και ξανά, από τη μία γενιά στην επόμενη· αν όμως απομακρυνθούν από το φυσικό τους περιβάλλον, συνήθως αδυνατούν να επιβιώσουν. Αυτό δεν μοιάζει και πολύ με μηχανικό. Ο άνθρωπος, αντιθέτως, είναι ικανός να δημιουργεί νέα όργανα για νέους στόχους, μπορεί να προσαρμόζεται και να επιβιώνει σχεδόν σε όλα τα περιβάλλοντα, όσο διαφορετικά κι αν είναι, και μπορεί να κάνει ολοένα περισσότερα πράγματα που υπερβαίνουν τις φυσικές του ικανότητες, όπως, για παράδειγμα, να πετά στον αέρα με αεροπλάνο και να κινείται κάτω από το νερό με υποβρύχιο.

2 Φυσικά, δεν είναι όλοι εξίσου ικανοί να χειρίζονται τη γλώσσα ως εργαλείο διαπροσωπικού συντονισμού. Υπάρχουν «δεξιοτέχνες» της γλώσσας που μπορούν να χρησιμοποιούν λέξεις για να κάνουν τους ανθρώπους να πράξουν σχεδόν οτιδήποτε· να εκφράζουν, να βρίσκουν ή να επινοούν εκφράσεις για σχεδόν τα πάντα· και να γνωρίζουν πώς να επιλέγουν τις σωστές λέξεις —εκείνες που επιτυγχάνουν συντονισμό— υπό σχεδόν οποιεσδήποτε περιστάσεις. Υπάρχουν άλλοι, στο αντίθετο άκρο, όπως άτομα με αυτισμό ή με σύνδρομο Asperger, των οποίων η γνώση και η χρήση του λόγου και των λεκτικών πράξεων, και συνεπώς η ικανότητα επιτυχημένης αλληλεπίδρασης με άλλους ανθρώπους, είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Τα πράγματα από αυτή την άποψη —δηλαδή στο πεδίο της κοινωνικής μηχανικής— δεν διαφέρουν θεμελιωδώς από όσα ισχύουν στο πεδίο της τεχνικής επέμβασης στη φύση. Και εδώ έχουμε «δεξιοτέχνες» μηχανικούς που μπορούν να κατασκευάζουν και γνωρίζουν πώς να επισκευάζουν σχεδόν οτιδήποτε, κάθε εργαλείο και κάθε μηχανή. Και έχουμε ανθρώπους που δεν μπορούν να χαράξουν μια ευθεία γραμμή ή να καρφώσουν ένα καρφί στον τοίχο. Όποιος όμως μπορεί έστω να δράσει —δηλαδή κάθε πρόσωπο— μπορεί να επιτελεί τόσο κάποια τεχνική δραστηριότητα, δηλαδή σκόπιμο μετασχηματισμό της φύσης, όσο και κάποια επικοινωνία, δηλαδή μετασχηματισμό του κοινωνικού κόσμου και παρακίνηση άλλων, μέσω λέξεων ή σημείων, να κάνουν ορισμένα πράγματα.

3 Παρεμπιπτόντως, σημειώστε ότι οι οπαδοί του Popper θα έπρεπε να χαρακτηρίσουν αυτές τις προτάσεις αντιεπιστημονικές, επειδή είναι προφανώς μη διαψεύσιμες· και όμως, η αρχή του άλλοθι που περιέχεται στην πρώτη πρόταση, για παράδειγμα, αποτελεί απαραίτητο εργαλείο σχεδόν κάθε ποινικής έρευνας, όπως γνωρίζει κάθε αναγνώστης ή θεατής αστυνομικών ιστοριών, και κανείς δεν διανοήθηκε ποτέ να την αμφισβητήσει ή να την εγκαταλείψει.

Βιβλιογραφία

Apel, Karl-Otto. 1973. Das Apriori der Kommunikationsgemeinschaft. Τόμ. 2 του Transformation der Philosophie. Opladen, Γερμανία: Westdeutscher.

Austin, J. L. 1975. How to Do Things with Words. 2η έκδ. Cambridge, Mass.: Harvard University Press. Πρώτη έκδοση 1962.

Hayek, Friedrich von. 1952. Counter-revolution of Science: Studies on the Abuse of Reason. Glencoe, Ill.: Free Press.

Hoppe, Hans-Hermann. 1983. Kritik der kausalwissenschaftlichen Sozialforschung: Untersuchungen zur Grundlegung der Soziologie und Ökonomie.

Hoppe, Hans-Hermann. 2007. Economic Science and the Austrian Method. Auburn, Ala.: Ludwig von Mises Institute.

Hoppe, Hans-Hermann 2021. The Great Fiction: Property, Economy, Society, and the Politics of Decline. 2η επαυξημένη έκδ. Auburn, Ala.: Mises Institute.

Janich, Peter. 2005. Kultur und Methode: Philosophie in einer wissenschaftlich geprägten Welt. Frankfurt: Suhrkamp.

Janich, Peter. 2010. Der Mensch und andere Tiere: Das zweideutige Erbe Darwins. Berlin: Suhrkamp.

Janich, Peter. 2014. Sprache und Methode: Eine Einführung in philosophische Reflexion. Stuttgart: UTB.

Janich, Peter. 2015. Handwerk und Mundwerk: Über das Herstellen von Wissen. Munich: C. H. Beck.

Mises, Ludwig von. 1962. The Ultimate Foundation of Economic Science: An Essay on Method. Princeton, N.J.: D. Van Nostrand.

Mises, Ludwig von. 1998. Human Action: A Treatise on Economics. Επιστημονική έκδοση. Auburn, Ala.: Ludwig von Mises Institute. Πρώτη έκδοση 1949.

Mises, Ludwig von. 2007. Theory and History: An Interpretation of Social and Economic Evolution. Auburn, Ala.: Ludwig von Mises Institute. Πρώτη έκδοση 1957.

Popper, Karl R. 2013. Logik der Forschung. 4η έκδ. Berlin: de Gruyter. Πρώτη έκδοση 1934.

Rothbard, Murray N. 1997. The Logic of Action: Applications and Criticism from the Austrian School. Cheltenham, Ηνωμένο Βασίλειο: Edward Elgar.

Rothbard, Murray N. 2009. Man, Economy, and State with Power and Market. 2η επιστημονική έκδοση. Auburn, Ala.: Ludwig von Mises Institute. Το Man, Economy, and State εκδόθηκε πρώτη φορά το 1962 και το Power and Market το 1970.

Searle, John R. 1969. Speech Acts: An Essay in the Philosophy of Language. Cambridge: Cambridge University Press.

Searle, John R. 1984. Minds, Brains and Science. Cambridge, Mass.: Harvard University Press.

Searle, John R. 1997. The Construction of Social Reality. New York: Free Press.

Wittgenstein, Ludwig. 1953. Philosophical Investigations. London: Macmillan.

Σχετικά κείμενα