
Κρατικός παρεμβατισμός υπό το πρίσμα του Murray N. Rothbard: «Συμπεράσματα: Ελεύθερη Αγορά και Καταναγκασμός» (Μέρος ΣΤ)
Απόσπασμα από το έργο του Murray N. Rothbard με τίτλο «Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος».
Murray N. Rothbard
Περιεχόμενα 4 ενότητες · 29 λεπτά ανάγνωσης
Το παρόν είναι το τελευταίο από έξι μέρη τα οποία δημοσιεύονται ως αυτοτελή άρθρα και αποτελούν το 12ο Κεφάλαιο (Τα Οικονομικά της Βίαιης Παρέμβασης στην Αγορά) του μνημειώδους έργου του Murray N. Rothbard με τίτλο Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος (Man, Economy, and State). Μπορούν να αναγνωσθούν αυτοτελώς αλλά αξίζει να μελετηθούν στο σύνολό τους.
12. Συμπέρασμα: Η ελεύθερη αγορά και ο καταναγκασμός
Ολοκληρώσαμε, λοιπόν, την ανάλυση της εκούσιας και ελεύθερης δράσης και των συνεπειών της στην ελεύθερη αγορά, καθώς και της βίαιης και καταναγκαστικής δράσης και των συνεπειών της στην οικονομική παρέμβαση. Επιφανειακά, σε πολλούς φαίνεται ότι η ελεύθερη αγορά είναι ένας χαοτικός και άναρχος τόπος, ενώ η κρατική παρέμβαση επιβάλλει τάξη και κοινοτικές αξίες σε αυτή την αναρχία. Στην πραγματικότητα, η πραξεολογία —η οικονομική επιστήμη— μάς δείχνει ότι ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Μπορούμε να διαιρέσουμε την ανάλυσή μας στις άμεσες, ή απτές, επιπτώσεις και στις έμμεσες, αφανείς επιπτώσεις των δύο αρχών. Άμεσα, η εκούσια δράση —η ελεύθερη ανταλλαγή— οδηγεί σε αμοιβαίο όφελος και των δύο μερών της ανταλλαγής. Έμμεσα, όπως έδειξαν οι έρευνές μας, το δίκτυο αυτών των ελεύθερων ανταλλαγών στην κοινωνία —γνωστό ως «ελεύθερη αγορά»— δημιουργεί έναν λεπτό και μάλιστα δέος προκαλούντα μηχανισμό αρμονίας, προσαρμογής και ακρίβειας στην κατανομή των παραγωγικών πόρων, στον καθορισμό των τιμών και στην ήπια αλλά ταχεία καθοδήγηση του οικονομικού συστήματος προς τη μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των επιθυμιών όλων των καταναλωτών. Εν ολίγοις, η ελεύθερη αγορά όχι μόνο ωφελεί άμεσα όλα τα μέρη και τα αφήνει ελεύθερα και απαλλαγμένα από καταναγκασμό· δημιουργεί επίσης ένα ισχυρό και αποτελεσματικό όργανο κοινωνικής τάξης. Πράγματι, ο Proudhon έγραψε κάτι ορθότερο από όσο ο ίδιος αντιλαμβανόταν όταν αποκάλεσε την «Ελευθερία, Μητέρα, όχι Θυγατέρα, της Τάξης».
Από την άλλη πλευρά, ο καταναγκασμός έχει διαμετρικά αντίθετα γνωρίσματα. Άμεσα, ο καταναγκασμός ωφελεί ένα μέρος μόνο εις βάρος άλλων. Η καταναγκαστική ανταλλαγή είναι σύστημα εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, σε αντίθεση με την ελεύθερη αγορά, η οποία είναι σύστημα συνεργατικών ανταλλαγών για την εκμετάλλευση μόνο της φύσης. Και η καταναγκαστική ανταλλαγή δεν σημαίνει μόνο ότι ορισμένοι ζουν εις βάρος άλλων, αλλά, έμμεσα, όπως μόλις παρατηρήσαμε, ο καταναγκασμός οδηγεί μόνο σε περαιτέρω προβλήματα: είναι αναποτελεσματικός και χαοτικός, παρακωλύει την παραγωγή και οδηγεί σε σωρευτικές και απρόβλεπτες δυσχέρειες. Φαινομενικά εύτακτος, ο καταναγκασμός δεν είναι μόνο εκμεταλλευτικός· είναι επίσης βαθύτατα άτακτος.
Η κύρια λειτουργία της πραξεολογίας —της οικονομικής επιστήμης— είναι να προσφέρει στον κόσμο τη γνώση αυτών των έμμεσων, αυτών των αφανών συνεπειών των διαφορετικών μορφών ανθρώπινης δράσης. Η κρυμμένη τάξη, αρμονία και αποτελεσματικότητα της εκούσιας ελεύθερης αγοράς, η κρυμμένη αταξία, σύγκρουση και κατάφωρη αναποτελεσματικότητα του καταναγκασμού και της παρέμβασης — αυτές είναι οι μεγάλες αλήθειες που μας αποκαλύπτει η οικονομική επιστήμη, μέσω παραγωγικής ανάλυσης από αυτονόητα αξιώματα. Η πραξεολογία δεν μπορεί, από μόνη της, να εκφέρει ηθικές κρίσεις ή να λαμβάνει αποφάσεις πολιτικής. Η πραξεολογία, μέσω των αξιολογικά ουδέτερων νόμων της, μας πληροφορεί ότι η λειτουργία της αρχής της εκούσιας δράσης και της ελεύθερης αγοράς οδηγεί αναπόδραστα στην ελευθερία, στην ευημερία, στην αρμονία, στην αποτελεσματικότητα και στην τάξη· ενώ ο καταναγκασμός και η κρατική παρέμβαση οδηγούν αναπόδραστα στην ηγεμονία, στη σύγκρουση, στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, στην αναποτελεσματικότητα, στη φτώχεια και στο χάος. Σε αυτό το σημείο, η πραξεολογία αποσύρεται από τη σκηνή· και εναπόκειται στον πολίτη —ως φορέα ηθικής κρίσης— να επιλέξει την πολιτική του πορεία σύμφωνα με τις αξίες που θεωρεί πολύτιμες.
Παράρτημα Α: Κρατικός δανεισμός
Η κύρια πηγή κρατικών εσόδων είναι η φορολογία. Μια άλλη πηγή είναι ο κρατικός δανεισμός. Ο κρατικός δανεισμός από το τραπεζικό σύστημα είναι στην πραγματικότητα μορφή πληθωρισμού: δημιουργεί νέα υποκατάστατα χρήματος, τα οποία καταλήγουν πρώτα στο κράτος και κατόπιν διαχέονται στην κοινωνία με κάθε διαδοχική δαπάνη. Ο πληθωρισμός εξετάζεται στο κυρίως κείμενο παραπάνω. Πρόκειται για μια διαδικασία εντελώς διαφορετική από τον δανεισμό από το κοινό, ο οποίος δεν είναι πληθωριστικός, διότι μεταφέρει αποταμιευμένα κεφάλαια από ιδιωτικά σε κρατικά χέρια αντί να δημιουργεί νέα κεφάλαια. Η οικονομική του επίπτωση είναι να εκτρέπει τις αποταμιεύσεις από τις κατευθύνσεις που επιθυμούν περισσότερο οι καταναλωτές και να τις μετατοπίζει προς τις χρήσεις που επιθυμούν οι κρατικοί αξιωματούχοι. Ως εκ τούτου, από τη σκοπιά των καταναλωτών, ο δανεισμός από το κοινό σπαταλά αποταμιεύσεις. Οι συνέπειες αυτής της σπατάλης είναι η συρρίκνωση της κεφαλαιακής διάρθρωσης της κοινωνίας και η υποβάθμιση του γενικού βιοτικού επιπέδου στο παρόν και στο μέλλον. Η εκτροπή αποταμιεύσεων από την επένδυση και η σπατάλη τους οδηγούν σε επιτόκια υψηλότερα από εκείνα που θα επικρατούσαν διαφορετικά, καθώς οι ιδιωτικές χρήσεις πρέπει τώρα να ανταγωνίζονται την κρατική ζήτηση. Ο κρατικός δανεισμός πλήττει τις ατομικές αποταμιεύσεις ακόμη αποτελεσματικότερα από τη φορολογία, διότι αποσπά ειδικά τις αποταμιεύσεις αντί να φορολογεί το εισόδημα γενικά.
Θα μπορούσε να προβληθεί η ένσταση ότι η χορήγηση δανείου στο κράτος είναι εκούσια και, επομένως, ισοδυναμεί με οποιαδήποτε άλλη εκούσια συνεισφορά προς αυτό· η «εκτροπή» των κεφαλαίων είναι κάτι που επιθυμούν οι καταναλωτές και, συνεπώς, η κοινωνία.1 Ωστόσο, η διαδικασία είναι «εκούσια» μόνο από τη μία πλευρά. Διότι δεν πρέπει να λησμονούμε ότι το κράτος εισέρχεται στη διαχρονική αγορά ως φορέας καταναγκασμού και ως εγγυητής ότι θα χρησιμοποιήσει αυτόν τον καταναγκασμό για να εξασφαλίσει τα χρήματα της αποπληρωμής. Ο καταναγκασμός εφοδιάζει το κράτος με μια κρίσιμη εξουσία που δεν διαθέτει κανένας άλλος στην αγορά· έχει πάντοτε εξασφαλισμένα κεφάλαια, είτε μέσω φορολογίας είτε μέσω πληθωρισμού. Το κράτος θα μπορεί, επομένως, να αποσπά σημαντικά κεφάλαια από τους αποταμιευτές και μάλιστα με επιτόκιο χαμηλότερο από οποιοδήποτε καταβάλλεται αλλού. Διότι η συνιστώσα κινδύνου στο επιτόκιο που καταβάλλει το κράτος θα είναι χαμηλότερη από εκείνη που καταβάλλουν οποιοιδήποτε άλλοι δανειολήπτες.2
Η χορήγηση δανείου στο κράτος, επομένως, μπορεί να είναι εκούσια, αλλά η διαδικασία δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί εκούσια όταν εξετάζεται στο σύνολό της. Πρόκειται μάλλον για εκούσια συμμετοχή σε μελλοντική δήμευση που θα πραγματοποιήσει το κράτος. Πράγματι, η χορήγηση δανείου στο κράτος συνεπάγεται δύο φορές εκτροπή ιδιωτικών κεφαλαίων προς το κράτος: μία φορά όταν χορηγείται το δάνειο και οι ιδιωτικές αποταμιεύσεις εκτρέπονται προς τις κρατικές δαπάνες· και ξανά όταν το κράτος φορολογεί ή προκαλεί πληθωρισμό —ή δανείζεται εκ νέου— για να εξασφαλίσει τα χρήματα της αποπληρωμής του δανείου. Τότε πραγματοποιείται, για άλλη μια φορά, καταναγκαστική εκτροπή από τους ιδιώτες παραγωγούς προς το κράτος, τα έσοδα της οποίας, αφού αμειφθεί η γραφειοκρατία για τις υπηρεσίες διεκπεραίωσης, περιέρχονται στους κατόχους κρατικών ομολόγων. Οι τελευταίοι έχουν έτσι καταστεί μέρος του κρατικού μηχανισμού και εμπλέκονται σε μια «σχέση Κράτους» με τους παραγωγούς που πληρώνουν φόρους.3
Το ευφυολόγημα ότι το δημόσιο χρέος δεν έχει σημασία επειδή «το χρωστάμε στους εαυτούς μας» είναι σαφώς παράλογο. Το κρίσιμο ερώτημα είναι: ποιοι είναι το «εμείς» και ποιοι οι «εαυτοί μας»; Η ανάλυση του κόσμου πρέπει να είναι ατομικιστική και όχι ολιστική. Ορισμένοι άνθρωποι οφείλουν χρήματα σε ορισμένους άλλους, και ακριβώς αυτό το γεγονός καθιστά σημαντική τόσο τη διαδικασία του δανεισμού όσο και εκείνη της φορολόγησης. Διότι θα μπορούσαμε εξίσου να πούμε ότι οι φόροι είναι ασήμαντοι για τον ίδιο λόγο.4
Πολλοί «δεξιοί» αντίπαλοι του κρατικού δανεισμού, από την άλλη πλευρά, έχουν υπερβάλει σημαντικά ως προς τους κινδύνους του δημόσιου χρέους και έχουν σημάνει επανειλημμένα συναγερμό για επικείμενη «πτώχευση». Είναι προφανές ότι το κράτος δεν μπορεί να καταστεί «αφερέγγυο» όπως οι ιδιώτες —διότι μπορεί πάντοτε να εξασφαλίζει χρήματα μέσω καταναγκασμού, ενώ οι ιδιώτες πολίτες δεν μπορούν—. Επιπλέον, οι κατά καιρούς εκστρατείες για να «μειώσει το κράτος το δημόσιο χρέος» γενικά λησμονούν ότι, αν εξαιρεθεί η απροκάλυπτη αποκήρυξή του, το χρέος μπορεί να μειωθεί μόνο με αύξηση, τουλάχιστον για κάποιο διάστημα, της φορολογίας και/ή του πληθωρισμού στην κοινωνία. Η κοινωνική χρησιμότητα, επομένως, δεν μπορεί να αυξηθεί μέσω της μείωσης του χρέους, παρά μόνο με τη μέθοδο της αποκήρυξης — τον μοναδικό τρόπο με τον οποίο μπορεί να μειωθεί το δημόσιο χρέος χωρίς ταυτόχρονη αύξηση του δημοσιονομικού καταναγκασμού. Η αποκήρυξη θα είχε επίσης το πρόσθετο πλεονέκτημα —από τη σκοπιά της ελεύθερης αγοράς— ότι θα έριχνε βαριά σκιά σε κάθε μελλοντική πίστωση προς το κράτος, ώστε αυτό να μην μπορεί πλέον να εκτρέπει τόσο εύκολα αποταμιεύσεις προς κρατική χρήση. Αποτελεί, επομένως, ένα από τα πιο παράξενα και ασυνεπή γνωρίσματα της ιστορίας της πολιτικοοικονομικής σκέψης ότι ακριβώς οι «δεξιοί», οι υποτιθέμενοι υπερασπιστές της ελεύθερης αγοράς, είναι εκείνοι που επιτίθενται εντονότερα στην αποκήρυξη και επιμένουν στην ταχύτερη δυνατή αποπληρωμή του δημόσιου χρέους.5
Παράρτημα Β: «Συλλογικά αγαθά» και «εξωτερικά οφέλη»: Δύο επιχειρήματα υπέρ της κρατικής δραστηριότητας
Ένα από τα σημαντικότερα φιλοσοφικά προβλήματα των τελευταίων αιώνων είναι αν η ηθική αποτελεί ορθολογικό γνωστικό κλάδο ή, αντιθέτως, ένα αμιγώς αυθαίρετο, μη επιστημονικό σύνολο προσωπικών αξιών. Όποια πλευρά και αν υποστηρίζει κανείς σε αυτή τη διαμάχη, θα ήταν ασφαλώς γενικά αποδεκτό ότι η οικονομική επιστήμη —ή η πραξεολογία— δεν μπορεί από μόνη της να επαρκεί για τη θεμελίωση ενός ηθικού ή πολιτικοηθικού δόγματος. Η οικονομική επιστήμη αυτή καθαυτή είναι, επομένως, αξιολογικά ουδέτερη επιστήμη, η οποία δεν διατυπώνει ηθικές κρίσεις. Ωστόσο, ενώ οι οικονομολόγοι γενικά συμφωνούν με αυτή την κατηγορηματική διατύπωση, είναι ασφαλώς παράξενο πόση ενεργητικότητα έχουν δαπανήσει προσπαθώντας να δικαιολογήσουν —με κάποιον δαιδαλώδη, υποτίθεται επιστημονικό και αξιολογικά ουδέτερο τρόπο— διάφορες κρατικές δραστηριότητες και δαπάνες. Η συνέπεια είναι η ευρύτατη λαθραία εισαγωγή ανεξέταστων και ατεκμηρίωτων ηθικών κρίσεων σε ένα υποτίθεται αξιολογικά ουδέτερο σύστημα οικονομικής επιστήμης.67
Δύο προσφιλείς, φαινομενικά επιστημονικές δικαιολογήσεις της κρατικής δραστηριότητας και επιχειρηματικότητας είναι: (α) εκείνο που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε επιχείρημα των «εξωτερικών οφελών» και (β) το επιχείρημα των «συλλογικών αγαθών» ή «συλλογικών αναγκών». Απογυμνωμένο από τον φαινομενικά επιστημονικό ή οιονεί μαθηματικό διάκοσμό του, το πρώτο επιχείρημα ανάγεται στον ισχυρισμό ότι οι Α, Β και Γ δεν φαίνεται να μπορούν να κάνουν ορισμένα πράγματα χωρίς να ωφελούν τον Δ, ο οποίος ενδέχεται να προσπαθεί να αποφύγει το «δίκαιο μερίδιό» του στην πληρωμή. Αυτό και άλλα επιχειρήματα «εξωτερικού οφέλους» θα εξεταστούν σε λίγο. Το επιχείρημα των «συλλογικών αγαθών» φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, ακόμη πιο επιστημονικό· ο οικονομολόγος απλώς διακηρύσσει ότι ορισμένα αγαθά ή υπηρεσίες, από την ίδια τη φύση τους, πρέπει να παρέχονται «συλλογικά» και ότι, «επομένως», το κράτος πρέπει να τα παρέχει από φορολογικά έσοδα.
Αυτή η φαινομενικά απλή διατύπωση περί υπαρκτών πραγμάτων, όμως, συγκαλύπτει πολλές ανεξέταστες πολιτικοηθικές υποθέσεις. Πρώτον, ακόμη και αν υπήρχαν «συλλογικά αγαθά», δεν συνάγεται καθόλου ούτε (1) ότι ένας μόνο φορέας πρέπει να τα παρέχει ούτε (2) ότι όλοι όσοι ανήκουν στη συλλογικότητα πρέπει να εξαναγκάζονται να πληρώνουν γι’ αυτά. Εν ολίγοις, αν το Χ είναι ένα συλλογικό αγαθό, αναγκαίο για τους περισσότερους ανθρώπους μιας ορισμένης κοινότητας, το οποίο μπορεί να παρέχεται μόνο σε όλους, δεν συνάγεται καθόλου ότι κάθε ωφελούμενος πρέπει να εξαναγκάζεται να πληρώνει για το αγαθό, το οποίο, παρεμπιπτόντως, μπορεί ούτε καν να επιθυμεί. Εν ολίγοις, επιστρέφουμε ακριβώς στο ηθικό πρόβλημα των εξωτερικών οφελών, το οποίο θα εξετάσουμε παρακάτω. Το επιχείρημα των «συλλογικών αγαθών» αποδεικνύεται, κατόπιν ανάλυσης, ότι ανάγεται στο επιχείρημα του «εξωτερικού οφέλους». Επιπλέον, ακόμη και αν μόνο ένας φορέας πρέπει να παρέχει το αγαθό, δεν έχει αποδειχθεί ότι το κράτος, και όχι κάποιος εκούσιος φορέας ή ακόμη και κάποια ιδιωτική εταιρεία, δεν μπορεί να παρέχει αυτό το αγαθό.8
Δεύτερον, η ίδια η έννοια των «συλλογικών αγαθών» είναι εξαιρετικά αμφίβολη. Πώς μπορεί, κατ’ αρχάς, ένα «συλλογικό σώμα» να επιθυμεί, να σκέφτεται ή να ενεργεί; Μόνο το άτομο υπάρχει και μπορεί να κάνει αυτά τα πράγματα. Δεν υπάρχει πραγματική οντότητα στην οποία να αντιστοιχεί το «συλλογικό σώμα» που υποτίθεται ότι επιθυμεί και κατόπιν λαμβάνει αγαθά. Παρ’ όλα αυτά, έχουν γίνει πολλές προσπάθειες να διασωθεί η έννοια του «συλλογικού» αγαθού, ώστε να παρασχεθεί μια φαινομενικά αδιάσειστη, επιστημονική δικαιολόγηση των κρατικών δραστηριοτήτων. Ο Molinari, για παράδειγμα, προσπαθώντας να θεμελιώσει την άμυνα ως συλλογικό αγαθό, υποστήριζε: «Μια αστυνομική δύναμη εξυπηρετεί κάθε κάτοικο της περιοχής στην οποία δρα, αλλά η απλή ίδρυση ενός αρτοποιείου δεν κατευνάζει την πείνα τους». Αντιθέτως, όμως, δεν υπάρχει καμία απόλυτη αναγκαιότητα μια αστυνομική δύναμη να υπερασπίζεται κάθε κάτοικο μιας περιοχής ή, ακόμη περισσότερο, να παρέχει σε καθέναν τον ίδιο βαθμό προστασίας. Επιπλέον, ένας απόλυτος ειρηνιστής, οπαδός της πλήρους μη βίας, που ζει στην περιοχή, δεν θα θεωρούσε ότι προστατεύεται από την αστυνομία ή ότι λαμβάνει από αυτήν υπηρεσία άμυνας. Αντιθέτως, θα θεωρούσε κάθε αστυνομική παρουσία στην περιοχή του επιζήμια για τον ίδιο. Επομένως, η άμυνα δεν μπορεί να θεωρείται «συλλογικό αγαθό» ή «συλλογική ανάγκη». Το ίδιο ισχύει για έργα όπως τα φράγματα, για τα οποία δεν μπορεί απλώς να θεωρείται δεδομένο ότι ωφελούν όλους στην περιοχή.9
Ο Antonio De Viti De Marco όρισε τις «συλλογικές ανάγκες» ως αποτελούμενες από δύο κατηγορίες: ανάγκες που προκύπτουν όταν το άτομο δεν βρίσκεται σε απομόνωση και ανάγκες που συνδέονται με σύγκρουση συμφερόντων. Η πρώτη κατηγορία, όμως, είναι τόσο ευρεία ώστε περιλαμβάνει τα περισσότερα προϊόντα της αγοράς. Δεν θα είχε νόημα, για παράδειγμα, να ανεβαίνουν θεατρικές παραστάσεις αν δεν πήγαινε να τις δει κάποιος αριθμός ανθρώπων ή να εκδίδονται εφημερίδες χωρίς μια ορισμένη ευρεία αγορά. Πρέπει, επομένως, όλοι αυτοί οι κλάδοι να κρατικοποιηθούν και να μονοπωληθούν από το κράτος; Η δεύτερη κατηγορία προορίζεται, κατά πάσα πιθανότητα, να εφαρμοστεί στην άμυνα. Αυτό, όμως, είναι εσφαλμένο. Η άμυνα αυτή καθαυτή δεν αντανακλά σύγκρουση συμφερόντων, αλλά απειλή επίθεσης, εναντίον της οποίας απαιτείται άμυνα. Επιπλέον, δύσκολα είναι εύλογο να ονομάζεται «συλλογική» εκείνη ακριβώς η ανάγκη που είναι λιγότερο πιθανό να είναι ομόφωνη, αφού οι ληστές δύσκολα θα την επιθυμούσαν!10 Άλλοι οικονομολόγοι γράφουν σαν η άμυνα να είναι αναγκαστικά συλλογική επειδή είναι άυλη υπηρεσία, ενώ το ψωμί, τα αυτοκίνητα κ.λπ. είναι υλικά διαιρετά και μπορούν να πωλούνται σε άτομα. Αλλά οι «άυλες» υπηρεσίες προς άτομα αφθονούν στην αγορά. Πρέπει η διοργάνωση συναυλιών να μονοπωλείται από το Κράτος επειδή οι υπηρεσίες της είναι άυλες;
Τα τελευταία χρόνια, ο καθηγητής Samuelson πρότεινε τον δικό του ορισμό των «αγαθών συλλογικής κατανάλωσης», στο πλαίσιο μιας λεγόμενης «καθαρής» θεωρίας των κρατικών δαπανών. Αγαθά συλλογικής κατανάλωσης, σύμφωνα με τον Samuelson, είναι εκείνα «τα οποία όλοι απολαμβάνουν από κοινού, με την έννοια ότι η κατανάλωση ενός τέτοιου αγαθού από κάθε άτομο δεν αφαιρεί τίποτε από την κατανάλωση του ίδιου αγαθού από οποιοδήποτε άλλο άτομο». Για κάποιον λόγο, αυτά υποτίθεται ότι είναι τα κατάλληλα αγαθά —ή τουλάχιστον αυτά— για να παρέχονται από το κράτος και όχι από την ελεύθερη αγορά.11 Η κατηγορία του Samuelson έχει δεχθεί κριτική με τη δέουσα αυστηρότητα. Ο καθηγητής Enke, για παράδειγμα, επισήμανε ότι οι περισσότερες κρατικές υπηρεσίες απλώς δεν εντάσσονται στην ταξινόμηση του Samuelson — συμπεριλαμβανομένων των αυτοκινητοδρόμων, των βιβλιοθηκών, των δικαστικών υπηρεσιών, της αστυνομίας, της πυροσβεστικής, των νοσοκομείων και της στρατιωτικής προστασίας. Πράγματι, μπορούμε να προχωρήσουμε περισσότερο και να δηλώσουμε ότι κανένα αγαθό δεν θα μπορούσε ποτέ να ενταχθεί στην κατηγορία των «αγαθών συλλογικής κατανάλωσης» του Samuelson. Ο Margolis, για παράδειγμα, αν και επικριτικός προς τον Samuelson, δέχεται την ένταξη της εθνικής άμυνας και των φάρων σε αυτή την κατηγορία. Αλλά η «εθνική άμυνα» ασφαλώς δεν είναι ένα απόλυτο αγαθό με μία μόνο μονάδα προσφοράς. Αποτελείται από συγκεκριμένους πόρους που διατίθενται με ορισμένους σαφείς και συγκεκριμένους τρόπους — και αυτοί οι πόροι είναι αναγκαστικά σπάνιοι. Ένας δακτύλιος αμυντικών βάσεων γύρω από τη Νέα Υόρκη, για παράδειγμα, μειώνει την ποσότητα που θα μπορούσε να είναι διαθέσιμη γύρω από το Σαν Φρανσίσκο. Επιπλέον, ένας φάρος φωτίζει μόνο μια ορισμένη, καθορισμένη περιοχή. Όχι μόνο η παρουσία ενός πλοίου μέσα στην περιοχή εμποδίζει άλλα να εισέλθουν σε αυτήν ταυτόχρονα, αλλά και η κατασκευή ενός φάρου σε ένα σημείο περιορίζει την κατασκευή του αλλού. Στην πραγματικότητα, αν ένα αγαθό είναι πράγματι τεχνολογικά «συλλογικό» με την έννοια του Samuelson, δεν είναι καθόλου αγαθό, αλλά φυσική συνθήκη της ανθρώπινης ευημερίας, όπως ο αέρας — διαθέσιμη σε υπεραφθονία για όλους και, επομένως, χωρίς να ανήκει στην ιδιοκτησία κανενός. Πράγματι, δεν είναι ο φάρος αλλά ο ίδιος ο ωκεανός —όταν οι θαλάσσιοι δρόμοι δεν είναι συνωστισμένοι— το «αγαθό συλλογικής κατανάλωσης», το οποίο, επομένως, παραμένει χωρίς ιδιοκτήτη. Προφανώς, ούτε το κράτος ούτε οποιοσδήποτε άλλος χρειάζεται κανονικά να παράγει ή να κατανέμει τον ωκεανό.12
Ο Tiebout, παραδεχόμενος ότι δεν υπάρχει «καθαρός» τρόπος καθορισμού ενός άριστου επιπέδου κρατικών δαπανών, επιχειρεί να διασώσει μια τέτοια θεωρία ειδικά για την τοπική αυτοδιοίκηση. Αντιλαμβανόμενος ότι η φορολογική διαδικασία, ακόμη και η διαδικασία της ψηφοφορίας, αποκλείουν την εκούσια κατάδειξη της επιλογής του καταναλωτή στο κρατικό πεδίο, υποστηρίζει ότι η αποκέντρωση και η ελευθερία εσωτερικής μετανάστευσης καθιστούν τις δαπάνες της τοπικής αυτοδιοίκησης περισσότερο ή λιγότερο άριστες —όπως μπορούμε να πούμε ότι οι δαπάνες των επιχειρήσεων στην ελεύθερη αγορά είναι «άριστες»—, αφού οι κάτοικοι μπορούν να μετακινούνται προς και από τις κοινότητες όπως επιθυμούν. Ασφαλώς, είναι αλήθεια ότι ο καταναλωτής θα βρίσκεται σε καλύτερη θέση αν μπορεί εύκολα να φύγει από μια κοινότητα υψηλής φορολογίας και να μετακινηθεί σε μια κοινότητα χαμηλής φορολογίας. Αλλά αυτό βοηθά τον καταναλωτή μόνο μέχρις ενός σημείου· δεν επιλύει το πρόβλημα των κρατικών δαπανών, το οποίο κατά τα άλλα παραμένει ίδιο. Υπάρχουν, πράγματι, και άλλοι παράγοντες εκτός από το κράτος που υπεισέρχονται στην επιλογή του τόπου κατοικίας ενός ανθρώπου, και αρκετοί άνθρωποι μπορεί να είναι δεμένοι με μια ορισμένη γεωγραφική περιοχή, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, ώστε να ανέχονται εκτεταμένη κρατική λεηλασία προτού μετακινηθούν. Επιπλέον, ένα μείζον πρόβλημα είναι ότι η συνολική χερσαία έκταση του κόσμου είναι δεδομένη και ότι τα κράτη έχουν παντού δεσμεύσει εκ των προτέρων όλη τη γη και, έτσι, επιβαρύνουν παντού τους καταναλωτές.13
Ερχόμαστε τώρα στο πρόβλημα των εξωτερικών οφελών — την κύρια δικαιολόγηση των κρατικών δραστηριοτήτων που προβάλλουν οι οικονομολόγοι.14 Όπου τα άτομα απλώς ωφελούν τον εαυτό τους με τις πράξεις τους, πολλοί συγγραφείς παραδέχονται ότι η ελεύθερη αγορά μπορεί να αφεθεί ακίνδυνα ανεμπόδιστη. Αλλά οι πράξεις των ανθρώπων μπορεί συχνά, ακόμη και ακούσια, να ωφελούν άλλους. Ενώ θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ότι αυτό αποτελεί λόγο αγαλλίασης, οι επικριτές ισχυρίζονται ότι από αυτό το γεγονός απορρέουν άφθονα δεινά. Μια ελεύθερη ανταλλαγή, στην οποία οι Α και Β ωφελούνται αμοιβαία, μπορεί να είναι καθ’ όλα αποδεκτή, λένε αυτοί οι οικονομολόγοι· τι γίνεται όμως αν ο Α κάνει εκουσίως κάτι που ωφελεί τόσο τον Β όσο και τον ίδιο, αλλά για το οποίο ο Β δεν καταβάλλει τίποτε ως αντάλλαγμα;
Υπάρχουν δύο γενικές γραμμές επίθεσης κατά της ελεύθερης αγοράς που χρησιμοποιούν τα εξωτερικά οφέλη ως σημείο κριτικής. Αν εξεταστούν μαζί, αυτά τα επιχειρήματα κατά της αγοράς και υπέρ της κρατικής παρέμβασης ή επιχειρηματικής δραστηριότητας αλληλοαναιρούνται· καθένα, όμως, πρέπει, για λόγους δικαιοσύνης, να εξεταστεί χωριστά. Ο πρώτος τύπος κριτικής επιτίθεται στον Α επειδή δεν κάνει αρκετά για τον Β. Ο ευεργέτης καταγγέλλεται ουσιαστικά επειδή λαμβάνει υπόψη αποκλειστικά τα δικά του ιδιοτελή συμφέροντα, παραμελώντας έτσι τον δυνητικό έμμεσο αποδέκτη που περιμένει σιωπηλά στο παρασκήνιο.15 Η δεύτερη γραμμή επίθεσης καταγγέλλει τον Β επειδή δέχεται ένα όφελος χωρίς να πληρώνει τον Α ως αντάλλαγμα. Ο αποδέκτης καταγγέλλεται ως αχάριστος και ουσιαστικά κλέφτης επειδή αποδέχεται το δωρεάν δώρο. Η ελεύθερη αγορά, λοιπόν, κατηγορείται για αδικία και στρέβλωση και από τις δύο ομάδες επικριτών: η πρώτη πιστεύει ότι ο ανθρώπινος εγωισμός είναι τέτοιος ώστε ο Α δεν θα ενεργεί αρκετά με τρόπους που ωφελούν τον Β· η δεύτερη ότι ο Β θα λαμβάνει υπερβολικά μεγάλη «μη δεδουλευμένη προσαύξηση» χωρίς να πληρώνει γι’ αυτήν. Και στις δύο περιπτώσεις ζητείται διορθωτική κρατική δράση: από τη μία πλευρά, η χρήση βίας για να εξαναγκαστεί ή να παρακινηθεί ο Α να ενεργεί περισσότερο με τρόπους που θα βοηθούν τον Β· από την άλλη, ο εξαναγκασμός του Β να πληρώνει τον Α για το δώρο του.
Γενικά, αυτές οι ηθικές απόψεις περιβάλλονται με την «επιστημονική» γνώμη ότι, σε αυτές τις περιπτώσεις, η δράση της ελεύθερης αγοράς παύει να είναι άριστη, αλλά πρέπει να επανέλθει στην αριστότητα μέσω διορθωτικής κρατικής δράσης. Μια τέτοια άποψη παρανοεί πλήρως την έννοια με την οποία η οικονομική επιστήμη υποστηρίζει ότι η δράση της ελεύθερης αγοράς είναι πάντοτε άριστη. Είναι άριστη όχι από τη σκοπιά των προσωπικών ηθικών απόψεων ενός οικονομολόγου, αλλά από τη σκοπιά των ελεύθερων, εκούσιων πράξεων όλων των συμμετεχόντων και της ικανοποίησης των ελεύθερα εκφραζόμενων αναγκών των καταναλωτών. Η κρατική επέμβαση, επομένως, θα απομακρύνεται αναγκαστικά και πάντοτε από ένα τέτοιο άριστο.
Είναι διασκεδαστικό ότι, ενώ καθεμία από τις δύο γραμμές επίθεσης είναι αρκετά διαδεδομένη, καθεμία μπορεί να αντικρουστεί με αρκετή επιτυχία χρησιμοποιώντας την ουσία της άλλης! Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την πρώτη — την επίθεση στον ευεργέτη. Το να καταγγέλλει κανείς τον ευεργέτη και να ζητεί εμμέσως κρατική τιμωρία για ανεπαρκείς καλές πράξεις σημαίνει ότι προβάλλει μια ηθική αξίωση του αποδέκτη έναντι του ευεργέτη. Δεν σκοπεύουμε να πραγματευτούμε τις έσχατες αξίες σε αυτό το βιβλίο. Αλλά πρέπει να γίνει σαφώς κατανοητό ότι η υιοθέτηση αυτής της θέσης σημαίνει πως ο Β δικαιούται να απαιτεί επιτακτικά από τον Α να κάνει κάτι προς όφελός του, για το οποίο ο Β δεν καταβάλλει κανένα αντάλλαγμα. Δεν χρειάζεται να υιοθετήσουμε πλήρως τη δεύτερη γραμμή επίθεσης —κατά του «λαθρεπιβάτη»—, αλλά μπορούμε ίσως να πούμε ότι είναι υπεροπτικό εκ μέρους του λαθρεπιβάτη να διεκδικεί δικαίωμα σε θέση κυριαρχίας και διαταγής. Διότι εκείνο που υποστηρίζει η πρώτη γραμμή επίθεσης είναι το ηθικό δικαίωμα του Β να απαιτεί δώρα από τον Α, διά της βίας αν χρειαστεί.
Η υποχρεωτική αποταμίευση ή οι επιθέσεις σε δυνητικούς αποταμιευτές επειδή δεν αποταμιεύουν και δεν επενδύουν αρκετά αποτελούν παραδείγματα αυτής της γραμμής επίθεσης. Ένα άλλο είναι η επίθεση στον χρήστη ενός φυσικού πόρου που εξαντλείται. Οποιοσδήποτε χρησιμοποιεί έστω και κατ’ ελάχιστον έναν τέτοιο πόρο, ανεξάρτητα από την έκταση της χρήσης, «στερεί» τη χρήση του από κάποιον μελλοντικό απόγονο. Οι «υποστηρικτές της διατήρησης των φυσικών πόρων», επομένως, ζητούν μικρότερη παρούσα χρήση τέτοιων πόρων προς όφελος μεγαλύτερης μελλοντικής χρήσης. Αυτή η υποχρεωτική ευεργεσία όχι μόνο αποτελεί παράδειγμα της πρώτης γραμμής επίθεσης, αλλά, αν υιοθετηθεί το επιχείρημα, λογικά κανένας εξαντλήσιμος πόρος δεν θα μπορούσε ποτέ να χρησιμοποιηθεί καθόλου. Διότι, όταν η μελλοντική γενιά ενηλικιωθεί, θα βρίσκεται και αυτή απέναντι σε μια μελλοντική γενιά. Ολόκληρη αυτή η γραμμή επιχειρηματολογίας είναι, επομένως, ιδιαιτέρως παράλογη.
Η δεύτερη γραμμή επίθεσης έχει την αντίθετη μορφή: καταγγελία του αποδέκτη του «δώρου». Ο αποδέκτης καταγγέλλεται ως «λαθρεπιβάτης», ως άνθρωπος που απολαμβάνει κακόβουλα τη «μη δεδουλευμένη προσαύξηση» από τις παραγωγικές πράξεις άλλων. Και αυτή είναι μια παράξενη γραμμή επίθεσης. Είναι ένα επιχείρημα που έχει ισχύ μόνο όταν στρέφεται εναντίον της πρώτης γραμμής επίθεσης, δηλαδή εναντίον του λαθρεπιβάτη που θέλει καταναγκαστικά εξασφαλισμένη λαθρεπιβίβαση. Εδώ όμως έχουμε μια κατάσταση στην οποία οι πράξεις του Α, που πραγματοποιούνται αποκλειστικά επειδή ωφελούν τον ίδιο, έχουν επίσης την ευτυχή συνέπεια να ωφελούν κάποιον άλλο. Πρέπει να αγανακτούμε επειδή η ευτυχία διαχέεται σε ολόκληρη την κοινωνία; Πρέπει να επικρίνουμε το γεγονός ότι περισσότεροι από ένας άνθρωποι ωφελούνται από τις πράξεις κάποιου; Στο κάτω κάτω, ο λαθρεπιβάτης δεν ζήτησε να μεταφερθεί δωρεάν. Το όφελος του προσφέρθηκε χωρίς να το ζητήσει, ως ευεργέτημα, επειδή ο Α ωφελείται από τη δική του πράξη. Η υιοθέτηση της δεύτερης γραμμής επίθεσης σημαίνει ότι καλούμε τους χωροφύλακες να επιβάλουν τιμωρία επειδή υπερβολικά πολλοί άνθρωποι στην κοινωνία είναι ευτυχισμένοι. Εν ολίγοις, πρέπει να φορολογούμαι επειδή απολαμβάνω τη θέα του περιποιημένου κήπου του γείτονά μου;16
Μια χαρακτηριστική περίπτωση αυτής της δεύτερης γραμμής επίθεσης αποτελεί ο πυρήνας της θέσης των οπαδών του Henry George: η επίθεση στη «μη δεδουλευμένη προσαύξηση» που προκύπτει από άνοδο της κεφαλαιακής αξίας του εδάφους. Είδαμε παραπάνω ότι, καθώς η οικονομία προοδεύει, οι πραγματικές γαιοπρόσοδοι θα αυξάνονται μαζί με τους πραγματικούς μισθούς, με αποτέλεσμα την αύξηση της πραγματικής κεφαλαιακής αξίας της γης. Η διεύρυνση της κεφαλαιακής διάρθρωσης, του καταμερισμού της εργασίας και του πληθυσμού τείνει να καθιστά τη γη ως τοποθεσία σχετικά σπανιότερη και, επομένως, προκαλεί την αύξηση. Το επιχείρημα των οπαδών του George είναι ότι ο γαιοκτήμονας δεν είναι ηθικά υπεύθυνος για αυτή την άνοδο, η οποία προκύπτει από γεγονότα εξωτερικά προς τη γαιοκτησία του· παρ’ όλα αυτά, αποκομίζει το όφελος. Ο γαιοκτήμονας είναι, επομένως, λαθρεπιβάτης και η «μη δεδουλευμένη προσαύξησή» του ανήκει δικαιωματικά στην «κοινωνία». Αφήνοντας κατά μέρος το πρόβλημα της πραγματικής ύπαρξης της κοινωνίας και του αν «αυτή» μπορεί να κατέχει οτιδήποτε, έχουμε εδώ μια ηθική επίθεση σε μια κατάσταση λαθρεπιβίβασης.
Η δυσχέρεια αυτού του επιχειρήματος είναι ότι αποδεικνύει υπερβολικά πολλά. Διότι ποιος από εμάς θα κέρδιζε οτιδήποτε που να πλησιάζει το σημερινό πραγματικό μας εισόδημα, αν δεν υπήρχαν τα εξωτερικά οφέλη που αντλούμε από τις πράξεις άλλων; Ειδικότερα, η μεγάλη σύγχρονη συσσώρευση κεφαλαιουχικών αγαθών αποτελεί κληρονομιά από το σύνολο των καθαρών αποταμιεύσεων των προγόνων μας. Χωρίς αυτές, ανεξάρτητα από την ποιότητα του δικού μας ηθικού χαρακτήρα, θα ζούσαμε σε μια πρωτόγονη ζούγκλα. Η κληρονομιά χρηματικού κεφαλαίου από τους προγόνους μας είναι, φυσικά, απλώς κληρονομιά μεριδίων αυτής της κεφαλαιακής διάρθρωσης. Είμαστε όλοι, επομένως, λαθρεπιβάτες του παρελθόντος. Είμαστε επίσης λαθρεπιβάτες του παρόντος, διότι ωφελούμαστε από τις συνεχιζόμενες επενδύσεις των συνανθρώπων μας και από τις εξειδικευμένες δεξιότητές τους στην αγορά. Ασφαλώς, το συντριπτικό μέρος των μισθών μας, αν μπορούσε να καταλογιστεί κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα οφειλόταν σε αυτή την κληρονομιά επί της οποίας λαθρεπιβιβαζόμαστε. Ο γαιοκτήμονας δεν αποκομίζει μεγαλύτερη μη δεδουλευμένη προσαύξηση από οποιονδήποτε από εμάς. Πρέπει, επομένως, όλοι μας να υποστούμε δήμευση και να φορολογηθούμε για την ευτυχία μας; Και ποιος θα λάβει τότε τη λεία; Οι νεκροί πρόγονοί μας, που μας ευεργέτησαν επενδύοντας το κεφάλαιο;17
Μια σημαντική περίπτωση εξωτερικών οφελών είναι οι «εξωτερικές οικονομίες», οι οποίες θα μπορούσαν να προκύψουν από επενδύσεις σε ορισμένους κλάδους, αλλά δεν θα περιέρχονταν στους επιχειρηματίες ως κέρδος. Δεν χρειάζεται να σταθούμε στη μακρά συζήτηση της βιβλιογραφίας για την πραγματική έκταση αυτών των εξωτερικών οικονομιών, μολονότι είναι προφανώς αμελητέες. Έχει προταθεί επίμονα να επιδοτεί το κράτος αυτές τις επενδύσεις, ώστε η «κοινωνία» να μπορεί να αποκομίζει τις εξωτερικές οικονομίες. Αυτό είναι το επιχείρημα του Pigou υπέρ της επιδότησης εξωτερικών οικονομιών, καθώς και το παλαιό και ακόμη κυρίαρχο επιχείρημα των «νηπιακών βιομηχανιών» υπέρ ενός προστατευτικού δασμού.
Το αίτημα κρατικής επιδότησης επενδύσεων που δημιουργούν εξωτερικές οικονομίες ισοδυναμεί με μια τρίτη γραμμή επίθεσης κατά της ελεύθερης αγοράς: να εξαναγκαστούν οι Β, οι δυνητικοί ωφελούμενοι, να επιδοτήσουν τους ευεργέτες Α, ώστε οι δεύτεροι να παράγουν τα οφέλη των πρώτων. Αυτή η τρίτη γραμμή αποτελεί το προσφιλές επιχείρημα των οικονομολόγων υπέρ προτάσεων όπως τα κρατικώς ενισχυόμενα φράγματα ή έργα εγγειοβελτίωσης —οι αποδέκτες φορολογούνται για να πληρώσουν τα οφέλη τους— ή η υποχρεωτική σχολική εκπαίδευση —οι φορολογούμενοι θα ωφεληθούν τελικά από την εκπαίδευση άλλων— κ.λπ. Οι αποδέκτες επωμίζονται και πάλι το βάρος της πολιτικής· εδώ όμως δεν επικρίνονται για λαθρεπιβίβαση. Τώρα «σώζονται» από μια κατάσταση στην οποία δεν θα είχαν αποκτήσει ορισμένα οφέλη. Εφόσον δεν θα πλήρωναν γι’ αυτά, είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς από τι ακριβώς σώζονται. Η τρίτη γραμμή επίθεσης, επομένως, συμφωνεί με την πρώτη ότι η ελεύθερη αγορά, εξαιτίας του ανθρώπινου εγωισμού, δεν παράγει αρκετές πράξεις που δημιουργούν εξωτερικές οικονομίες· συντάσσεται όμως με τη δεύτερη γραμμή επίθεσης επιβαρύνοντας τους παραδόξως απρόθυμους αποδέκτες με το κόστος διόρθωσης της κατάστασης. Αν πραγματοποιηθεί αυτή η επιδότηση, είναι προφανές ότι οι αποδέκτες δεν είναι πλέον λαθρεπιβάτες· πράγματι, απλώς εξαναγκάζονται να αγοράσουν οφέλη για τα οποία, αν ενεργούσαν με ελεύθερη επιλογή, δεν θα πλήρωναν.
Ο παραλογισμός της τρίτης προσέγγισης μπορεί να αποκαλυφθεί αν αναλογιστούμε το ερώτημα: ποιος ωφελείται από την προτεινόμενη πολιτική; Ο ευεργέτης Α λαμβάνει επιδότηση, αυτό είναι αλήθεια. Αλλά συχνά είναι αμφίβολο αν ωφελείται, καθώς διαφορετικά θα είχε ενεργήσει και επενδύσει επικερδώς προς κάποια άλλη κατεύθυνση. Το Κράτος απλώς τον έχει αποζημιώσει για τις ζημίες που θα υφίστατο και έχει προσαρμόσει τις απολαβές του ώστε να λαμβάνει το ισοδύναμο μιας ευκαιρίας από την οποία παραιτήθηκε. Επομένως, ο Α, αν είναι επιχείρηση, δεν ωφελείται. Όσο για τους αποδέκτες, εξαναγκάζονται από το Κράτος να πληρώσουν για οφέλη που διαφορετικά δεν θα αγόραζαν. Πώς μπορούμε να πούμε ότι «ωφελούνται»;
Μια συνήθης απάντηση είναι ότι οι αποδέκτες «δεν θα μπορούσαν» να αποκτήσουν το όφελος ακόμη και αν ήθελαν να το αγοράσουν εκουσίως. Το πρώτο πρόβλημα εδώ είναι με ποια μυστηριώδη διαδικασία γνωρίζουν οι επικριτές ότι οι αποδέκτες θα ήθελαν να αγοράσουν το «όφελος». Ο μόνος τρόπος που διαθέτουμε για να γνωρίζουμε το περιεχόμενο των κλιμάκων προτίμησης είναι να τις βλέπουμε να αποκαλύπτονται σε συγκεκριμένες επιλογές. Εφόσον η συγκεκριμένη επιλογή ήταν να μην αγοραστεί το όφελος, δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για να ισχυρίζονται τρίτοι ότι η κλίμακα προτίμησης του Β ήταν «στην πραγματικότητα» διαφορετική από εκείνη που αποκαλύφθηκε στις πράξεις του.
Δεύτερον, δεν υπάρχει λόγος για τον οποίο οι δυνητικοί αποδέκτες δεν θα μπορούσαν να έχουν αγοράσει το όφελος. Σε όλες τις περιπτώσεις, ένα παραγόμενο όφελος μπορεί να πωληθεί στην αγορά και να αποφέρει αμοιβή αντίστοιχη προς την αξία του για τους καταναλωτές. Το γεγονός ότι η παραγωγή του οφέλους δεν θα ήταν επικερδής για τον επενδυτή σημαίνει ότι οι καταναλωτές δεν το αποτιμούν τόσο υψηλά όσο αποτιμούν τις χρήσεις των μη ειδικών συντελεστών σε εναλλακτικούς κλάδους παραγωγής. Το ότι το κόστος υπερβαίνει την προσδοκώμενη τιμή πώλησης σημαίνει ότι οι μη ειδικοί συντελεστές αποφέρουν περισσότερα σε άλλες κατευθύνσεις παραγωγής. Επιπλέον, στις ενδεχόμενες περιπτώσεις κατά τις οποίες ορισμένοι καταναλωτές δεν ικανοποιούνται από την έκταση της παραγωγής κάποιου οφέλους στην αγορά, είναι απολύτως ελεύθεροι να επιδοτήσουν οι ίδιοι τους επενδυτές. Μια τέτοια εκούσια επιδότηση θα ισοδυναμούσε με την καταβολή υψηλότερης αγοραίας τιμής για το όφελος και θα αποκάλυπτε την προθυμία τους να πληρώσουν αυτή την τιμή. Το γεγονός ότι, σε οποιαδήποτε περίπτωση, δεν έχει εμφανιστεί τέτοια επιδότηση εξαλείφει κάθε δικαιολόγηση μιας καταναγκαστικής επιδότησης από το κράτος. Αντί να παρέχει όφελος στους φορολογούμενους «ωφελουμένους», η καταναγκαστική επιδότηση τους επιβάλλει στην πραγματικότητα απώλεια, διότι θα μπορούσαν να είχαν δαπανήσει οι ίδιοι τα χρήματά τους σε αγαθά και υπηρεσίες μεγαλύτερης χρησιμότητας.18
Σημειώσεις
Μια πρόσφατη ένσταση αυτού του είδους εμφανίζεται στο James M. Buchanan, Public Principles of Public Debt (Homewood, Ill.: Richard D. Irwin, 1958), ιδίως σ. 104–105. ↩︎
Είναι, ωστόσο, εσφαλμένο να λέγεται ότι τα δάνεια προς το κράτος είναι «χωρίς κίνδυνο» και ότι, επομένως, η απόδοση τόκου των κρατικών ομολόγων μπορεί να θεωρείται το καθαρό επιτόκιο. Τα κράτη μπορούν πάντοτε να αποκηρύξουν τις υποχρεώσεις τους αν το επιθυμούν, ή μπορεί να ανατραπούν και οι διάδοχοί τους να αρνηθούν να τιμήσουν τους χρεωστικούς τίτλους. ↩︎
Επομένως, παρά την κριτική του Buchanan, οι κλασικοί οικονομολόγοι όπως ο Mill είχαν δίκιο: το δημόσιο χρέος αποτελεί διπλό βάρος για την ελεύθερη αγορά· στο παρόν, επειδή πόροι αποσύρονται από την ιδιωτική χρήση και διοχετεύονται σε μη παραγωγική κρατική χρήση· και στο μέλλον, όταν οι ιδιώτες πολίτες φορολογούνται για να αποπληρωθεί το χρέος. Πράγματι, για να έχει δίκιο ο Buchanan και να μην αποτελεί βάρος το δημόσιο χρέος, θα έπρεπε να πληρούνται δύο ακραίες προϋποθέσεις: (1) ο ομολογιούχος θα έπρεπε να σκίσει το ομόλογό του, ώστε το δάνειο να αποτελεί γνήσια εκούσια συνεισφορά προς το κράτος· και (2) το κράτος θα έπρεπε να είναι ένας απολύτως εκούσιος θεσμός, συντηρούμενος αποκλειστικά από εκούσιες πληρωμές, όχι μόνο για το συγκεκριμένο χρέος αλλά για όλες τις συναλλαγές του με την υπόλοιπη κοινωνία. Πρβλ. Buchanan, Public Principles of Public Debt. ↩︎
Με τον ίδιο τρόπο, θα έπρεπε να υποστηρίξουμε ότι οι Εβραίοι που δολοφονήθηκαν από τους ναζί κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στην πραγματικότητα αυτοκτόνησαν: «Το έκαναν οι ίδιοι στους εαυτούς τους». ↩︎
Για τη σπάνια εξαίρεση ενός ελευθεριακού που αναγνωρίζει το πλεονέκτημα της αποκήρυξης από τη σκοπιά της ελεύθερης αγοράς, βλ. Frank Chodorov, «Don’t Buy Bonds», analysis, τόμ. IV, αρ. 9, Ιούλιος 1948, σ. 1–2. ↩︎
Ένα παλαιό και καθιερωμένο παράδειγμα, που χρησιμοποιείται διαρκώς σε συγγράμματα δημόσιων οικονομικών —πεδίο ιδιαίτερα επιρρεπές σε συγκαλυμμένες ηθικές κρίσεις—, είναι οι «κανόνες δικαιοσύνης» στη φορολογία που διατύπωσε ο Adam Smith. Για μια κριτική αυτών των υποτίθεται «αυτονόητων» κανόνων, βλ. Rothbard, «Mantle of Science». ↩︎
Η ανάλυση της οικονομικής φύσης και των συνεπειών της κρατικής ιδιοκτησίας στο παρόν βιβλίο είναι αξιολογικά ουδέτερη και δεν περιλαμβάνει ηθικές κρίσεις. Είναι σφάλμα, για παράδειγμα, να πιστεύει κανείς ότι όποιος γνωρίζει τους οικονομικούς νόμους που καταδεικνύουν τις μεγάλες αναποτελεσματικότητες της κρατικής ιδιοκτησίας θα έπρεπε αναγκαστικά να επιλέγει την ιδιωτική αντί της κρατικής ιδιοκτησίας, μολονότι, φυσικά, μπορεί κάλλιστα να το πράττει. Εκείνοι που αποδίδουν υψηλή ηθική αξία, για παράδειγμα, στην κοινωνική σύγκρουση ή στη φτώχεια ή στην αναποτελεσματικότητα, ή εκείνοι που επιθυμούν έντονα να ασκούν γραφειοκρατική εξουσία επί άλλων —ή να βλέπουν ανθρώπους να υπόκεινται σε γραφειοκρατική εξουσία—, μπορεί κάλλιστα να επιλέγουν την κρατική ιδιοκτησία με ακόμη μεγαλύτερο ενθουσιασμό. Οι έσχατες ηθικές αρχές και επιλογές βρίσκονται εκτός του πεδίου αυτού του βιβλίου. Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει ότι ο συγγραφέας υποτιμά τη σημασία τους. Αντιθέτως, πιστεύει ότι η ηθική αποτελεί ορθολογικό γνωστικό κλάδο. ↩︎
Πρβλ., λοιπόν, Molinari, Society of Tomorrow, σ. 47–95. ↩︎
Στο ίδιο, σ. 63. Για την πλάνη των συλλογικών αγαθών, βλ. S.R., «Spencer As His Own Critic», Liberty, Ιούνιος 1904, και Merlin H. Hunter και Harry K. Allen, Principles of Public Finance (New York: Harpers, 1940), σ. 22. Ο Molinari δεν πίστευε πάντοτε στην ύπαρξη «συλλογικών αγαθών», όπως φαίνεται από το αξιοσημείωτο «De la production de la sécurité», Journal des Economistes, 15 Φεβρουαρίου 1849, και το Molinari, «Onzième soirée», στο Les soirées de la Rue Saint Lazare (Paris, 1849). ↩︎
Antonio De Viti De Marco, First Principles of Public Finance (London: Jonathan Cape, 1936), σ. 37–41. Παρόμοιο με την πρώτη κατηγορία του De Viti είναι το κριτήριο που επιχείρησε να διατυπώσει ο Baumol για τα «από κοινού» χρηματοδοτούμενα αγαθά· για μια κριτική του, βλ. Rothbard, «Toward A Reconstruction of Utility and Welfare Economics», σ. 255–260. ↩︎
Paul A. Samuelson, «The Pure Theory of Public Expenditures», Review of Economics and Statistics, Νοέμβριος 1954, σ. 387–389. ↩︎
Stephen Enke, «More on the Misuse of Mathematics in Economics: A Rejoinder», Review of Economics and Statistics, Μάιος 1955, σ. 131–133· Julius Margolis, «A Comment On the Pure Theory of Public Expenditures», Review of Economics and Statistics, Νοέμβριος 1955, σ. 347–349. Στην απάντησή του στους επικριτές, ο Samuelson, αφού σπεύδει να αρνηθεί κάθε ενδεχόμενο υπαινιγμό ότι επιθυμούσε να περιορίσει τη σφαίρα του κράτους μόνο στα συλλογικά αγαθά, υποστηρίζει ότι η κατηγορία του είναι στην πραγματικότητα μια «πολική» έννοια. Τα αγαθά στον πραγματικό κόσμο υποτίθεται ότι είναι απλώς μείγματα των «πολικών άκρων» των δημόσιων και ιδιωτικών αγαθών. Αλλά αυτές οι έννοιες, ακόμη και με τους ίδιους τους όρους του Samuelson, σαφώς δεν είναι πολικές· εξαντλούν τις δυνατές περιπτώσεις. Είτε η κατανάλωση ενός αγαθού από τον Α μειώνει τη δυνατή κατανάλωση του Β είτε όχι: αυτές οι δύο εναλλακτικές αποκλείονται αμοιβαία και εξαντλούν τις δυνατότητες. Ουσιαστικά, ο Samuelson έχει εγκαταλείψει την κατηγορία του τόσο ως θεωρητικό όσο και ως πρακτικό εργαλείο. Paul A. Samuelson, «Diagrammatic Exposition of a Theory of Public Expenditure», Review of Economics and Statistics, Νοέμβριος 1955, σ. 350–356. ↩︎
Charles M. Tiebout, «A Pure Theory of Local Expenditures», Journal of Political Economy, Οκτώβριος 1956, σ. 416–424. Σε ένα σημείο, ο Tiebout φαίνεται να παραδέχεται ότι η θεωρία του θα ήταν έγκυρη μόνο αν κάθε άνθρωπος μπορούσε κατά κάποιον τρόπο να είναι «η δική του δημοτική αρχή». Στο ίδιο, σ. 421.
Στο πλαίσιο μιας οξυδερκούς κριτικής της ιδέας του ανταγωνισμού μεταξύ κρατικών αρχών, η Colorado Springs Gazette-Telegraph έγραψε τα ακόλουθα:
Αν ο φορολογούμενος ήταν ελεύθερος να ενεργεί ως πελάτης, αγοράζοντας μόνο εκείνες τις υπηρεσίες που θεωρούσε χρήσιμες για τον ίδιο και των οποίων η τιμή βρισκόταν εντός των δυνατοτήτων του, τότε αυτός ο ανταγωνισμός μεταξύ κρατικών αρχών θα ήταν θαυμάσιο πράγμα. Αλλά, επειδή ο φορολογούμενος δεν είναι πελάτης αλλά απλώς κυβερνώμενος, δεν είναι ελεύθερος να επιλέγει. Απλώς εξαναγκάζεται να πληρώνει. ... Με το κράτος δεν υπάρχει σχέση παραγωγού και πελάτη. Υπάρχει μόνο η σχέση που πάντοτε υφίσταται μεταξύ εκείνων που κυβερνούν και εκείνων που κυβερνώνται. Οι κυβερνώμενοι δεν είναι ποτέ ελεύθεροι να αρνηθούν τις υπηρεσίες ή τα προϊόντα του κυβερνήτη. ... Αντί να προσπαθούν να δουν ποια αρχή θα μπορούσε να εξυπηρετεί καλύτερα τους κυβερνωμένους, κάθε αρχή άρχισε να ανταγωνίζεται όλες τις άλλες με βάση τις φορολογικές εισπράξεις της. ... Το θύμα αυτού του ανταγωνισμού είναι πάντοτε ο φορολογούμενος. ... Τώρα ο φορολογούμενος δέχεται την επίθεση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, της πολιτειακής κυβέρνησης, της σχολικής επιτροπής, της κομητείας και του δήμου. Καθεμία από αυτές τις αρχές ανταγωνίζεται για το τελευταίο δολάριο που διαθέτει. (Colorado Springs Gazette-Telegraph, 16 Ιουλίου 1958) ↩︎
Το πρόβλημα του «εξωτερικού κόστους», που συνήθως αντιμετωπίζεται ως συμμετρικό προς τα εξωτερικά οφέλη, δεν συνδέεται πραγματικά με αυτά: αποτελεί συνέπεια της αποτυχίας πλήρους επιβολής των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας. Αν οι πράξεις του Α βλάπτουν την περιουσία του Β και το κράτος αρνείται να σταματήσει την πράξη και να επιβάλει αποζημίωση, τα δικαιώματα ιδιοκτησίας και, επομένως, η ελεύθερη αγορά δεν προστατεύονται και δεν διατηρούνται πλήρως. Ως εκ τούτου, τα εξωτερικά κόστη —για παράδειγμα, ζημίες από καπνό— αποτελούν αποτυχίες διατήρησης μιας πλήρως ελεύθερης αγοράς και όχι ελαττώματα αυτής της αγοράς. Βλ. Mises, Human Action, σ. 650–653· και de Jouvenel, «Political Economy of Gratuity», σ. 522–526. ↩︎
Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, τα οφέλη που προκαλούν ανησυχία είναι μόνο τα έμμεσα, όπου ο Β ωφελείται ακούσια από την πράξη του Α. Τα άμεσα δώρα, ή η φιλανθρωπία, όπου ο Α απλώς δωρίζει χρήματα στον Β, δεν δέχονται επίθεση υπό την κατηγορία του εξωτερικού οφέλους. ↩︎
«Αν οι γείτονές μου προσλάβουν ιδιωτικούς φύλακες, με ωφελούν έμμεσα και παρεμπιπτόντως. Αν οι γείτονές μου χτίσουν ωραία σπίτια ή καλλιεργήσουν κήπους, συμβάλλουν έμμεσα στην απόλαυση του ελεύθερου χρόνου μου. Δικαιούνται να με φορολογούν για αυτά τα οφέλη επειδή δεν μπορώ να τα “αποποιηθώ”;» (S.R., «Spencer As His Own Critic»). ↩︎
Υπάρχει δικαιοσύνη, όπως και ωμή ευθύτητα, στην κριτική του Benjamin Tucker:
«Τι προσδίδει αξία στη γη;» ρωτά ο αιδεσιμότατος Hugh O. Pentecost [οπαδός του George]. Και απαντά: «Η παρουσία πληθυσμού — η κοινότητα. Επομένως, η πρόσοδος, ή η αξία της γης, ανήκει ηθικά στην κοινότητα». Τι προσδίδει αξία στο κήρυγμα του κ. Pentecost; Η παρουσία πληθυσμού — η κοινότητα. Επομένως, ο μισθός του κ. Pentecost, ή η αξία του κηρύγματός του, ανήκει ηθικά στην κοινότητα. (Tucker, Instead of a Book, σ. 357) ↩︎
Όπως δηλώνει ο Mises:
... τα μέσα που χρειάζεται ένα κράτος για να λειτουργεί μια εγκατάσταση με ζημία ή για να επιδοτεί ένα μη επικερδές σχέδιο πρέπει να αποσπώνται είτε από τη δαπανητική και επενδυτική δύναμη των φορολογουμένων είτε από την αγορά δανείων. ... Όσα περισσότερα δαπανά το κράτος, τόσα λιγότερα δαπανά το κοινό. Τα δημόσια έργα ... πληρώνονται με χρήματα που αφαιρούνται από τους πολίτες. Αν το κράτος δεν είχε παρέμβει, οι πολίτες θα τα χρησιμοποιούσαν για την υλοποίηση σχεδίων που υπόσχονταν κέρδος και των οποίων η υλοποίηση παραμελείται αποκλειστικά εξαιτίας της κρατικής παρέμβασης. Ωστόσο, αυτό το μη πραγματοποιημένο σχέδιο θα ήταν επικερδές, δηλαδή θα χρησιμοποιούσε τα σπάνια μέσα παραγωγής σύμφωνα με τις πιο επιτακτικές ανάγκες των καταναλωτών. Από τη σκοπιά των καταναλωτών, η χρησιμοποίηση αυτών των μέσων παραγωγής για την υλοποίηση ενός μη επικερδούς σχεδίου είναι σπάταλη. Τους στερεί ικανοποιήσεις τις οποίες προτιμούν από εκείνες που μπορεί να τους προσφέρει το υποστηριζόμενο από το κράτος σχέδιο. (Mises, Human Action, σ. 655)
Οι Ellis και Fellner, στην εξέτασή τους για τις εξωτερικές οικονομίες, αγνοούν το θεμελιώδες γεγονός ότι η επιδότηση αυτών των οικονομιών πρέπει να γίνεται εις βάρος κεφαλαίων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για μεγαλύτερες ικανοποιήσεις αλλού. Οι Ellis και Fellner δεν αντιλαμβάνονται ότι η ανασκευή τους της θέσης του Pigou, σύμφωνα με την οποία οι κλάδοι αυξανόμενου κόστους είναι υπερβολικά ανεπτυγμένοι, καταστρέφει κάθε δυνατή βάση για επιδότηση των κλάδων φθίνοντος κόστους. Howard S. Ellis και William Fellner, «External Economies and Diseconomies», στο Readings in Price Theory (Chicago: Blakiston Co., 1952), σ. 242–263. ↩︎



