
Κρατικός παρεμβατισμός υπό το πρίσμα του Murray N. Rothbard: «Δυαδική Παρέμβαση: Πληθωρισμός και Οικονομικοί Κύκλοι» (Μέρος Ε)
Απόσπασμα από το έργο του Murray N. Rothbard με τίτλο «Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος».
Murray N. Rothbard
Περιεχόμενα 9 ενότητες · 56 λεπτά ανάγνωσης
- 11. Δυαδική παρέμβαση: Πληθωρισμός και οικονομικοί κύκλοι
- Α. Πληθωρισμός και πιστωτική επέκταση8 λεπτά
- Β. Πιστωτική επέκταση και οικονομικός κύκλος15 λεπτά
- Γ. Δευτερογενείς εξελίξεις του οικονομικού κύκλου5 λεπτά
- Δ. Τα όρια της πιστωτικής επέκτασης8 λεπτά
- Ε. Το κράτος ως προαγωγός της πιστωτικής επέκτασης6 λεπτά
- ΣΤ. Το έσχατο όριο: Η ανεξέλεγκτη άνθηση4 λεπτά
- Ζ. Πληθωρισμός και αντισταθμιστική δημοσιονομική πολιτική4 λεπτά
- Σημειώσεις
Το παρόν είναι το πέμπτο από έξι μέρη τα οποία δημοσιεύονται ως αυτοτελή άρθρα και αποτελούν το 12ο Κεφάλαιο (Τα Οικονομικά της Βίαιης Παρέμβασης στην Αγορά) του μνημειώδους έργου του Murray N. Rothbard με τίτλο Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος (Man, Economy, and State). Μπορούν να αναγνωσθούν αυτοτελώς αλλά αξίζει να μελετηθούν στο σύνολό τους.
11. Δυαδική παρέμβαση: Πληθωρισμός και οικονομικοί κύκλοι
Α. Πληθωρισμός και πιστωτική επέκταση
Στο κεφάλαιο 11 περιγράψαμε τη λειτουργία του νομισματικού συστήματος μιας αμιγώς ελεύθερης αγοράς. Μια ελεύθερη νομισματική αγορά υιοθετεί το μεταλλικό χρήμα, είτε τον χρυσό είτε τον άργυρο είτε και τα δύο παράλληλα, ως «πρότυπο» ή κυρίως χρήμα. Οι νομισματικές μονάδες είναι απλώς μονάδες βάρους της χρηματικής ύλης. Το συνολικό απόθεμα του χρηματικού εμπορεύματος αυξάνεται με τη νέα παραγωγή —την εξόρυξη— και μειώνεται λόγω φθοράς και χρήσης σε βιομηχανικές εφαρμογές. Γενικά, θα υπάρχει μια σταδιακή μακροχρόνια αύξηση του αποθέματος χρήματος, με τις επιπτώσεις που αναλύθηκαν παραπάνω. Ο πλούτος ορισμένων ανθρώπων θα αυξηθεί και άλλων θα μειωθεί, ενώ καμία κοινωνική ωφέλεια δεν θα προκύψει από την αυξημένη προσφορά χρήματος ως προς τη χρηματική χρήση του. Ωστόσο, το αυξημένο απόθεμα θα ανεβάσει το κοινωνικό βιοτικό επίπεδο και την ευημερία, ικανοποιώντας περαιτέρω τη μη χρηματική ζήτηση για το νομισματικό μέταλλο.
Η παρέμβαση σε αυτή τη νομισματική αγορά συνήθως λαμβάνει τη μορφή έκδοσης ψευδών αποθετηρίων τίτλων ως υποκατάστατων χρήματος. Όπως είδαμε στο κεφάλαιο 11, υποχρεώσεις πληρωτέες σε πρώτη ζήτηση, όπως οι καταθέσεις ή τα τραπεζογραμμάτια, μπορούν να χρησιμοποιούνται στην ελεύθερη αγορά, αλλά μπορούν να αντιστοιχούν μόνο στην πραγματική αξία, ή στο βάρος, του κατατεθειμένου μεταλλικού χρήματος. Οι υποχρεώσεις πληρωτέες σε πρώτη ζήτηση αποτελούν τότε γνήσιους αποθετήριους τίτλους, ή αληθή πιστοποιητικά χρήματος, και κυκλοφορούν στην αγορά ως αντιπροσωπευτικοί τίτλοι του πραγματικού χρήματος, δηλαδή ως υποκατάστατα χρήματος. Ψευδείς αποθετήριοι τίτλοι είναι εκείνοι που εκδίδονται πέρα από το πραγματικό βάρος του μεταλλικού χρήματος που βρίσκεται σε κατάθεση. Φυσικά, η έκδοσή τους μπορεί να είναι εξαιρετικά επικερδής δραστηριότητα. Καθώς μοιάζουν με τα γνήσια πιστοποιητικά, λειτουργούν και αυτοί ως υποκατάστατα χρήματος, παρότι δεν καλύπτονται από μεταλλικό χρήμα. Είναι δόλιοι, επειδή υπόσχονται εξαργύρωση σε μεταλλικό χρήμα στην ονομαστική τους αξία, υπόσχεση που θα ήταν αδύνατον να εκπληρωθεί αν όλοι οι καταθέτες ζητούσαν ταυτόχρονα τη δική τους περιουσία. Μόνο ο εφησυχασμός και η άγνοια του κοινού επιτρέπουν τη συνέχιση αυτής της κατάστασης.1
Σε γενικές γραμμές, μια τέτοια παρέμβαση μπορεί να ασκείται είτε από το κράτος είτε από ιδιώτες και επιχειρήσεις υπό την ιδιότητά τους ως «τραπεζών» ή αποθετηρίων χρήματος. Η διαδικασία έκδοσης ψευδών αποθετηρίων τίτλων ή, ακριβέστερα, η διαδικασία έκδοσης χρήματος πέρα από οποιαδήποτε αύξηση του αποθέματος μεταλλικού χρήματος μπορεί να ονομαστεί πληθωρισμός.2 Μια συρρίκνωση της κυκλοφορούσας προσφοράς χρήματος κατά οποιαδήποτε περίοδο —πέρα από ενδεχόμενη καθαρή μείωση του μεταλλικού χρήματος— μπορεί να ονομαστεί αποπληθωρισμός. Είναι σαφές ότι ο πληθωρισμός αποτελεί το πρωταρχικό γεγονός και τον πρωταρχικό σκοπό της νομισματικής παρέμβασης. Δεν μπορεί να υπάρξει αποπληθωρισμός χωρίς να έχει προηγηθεί πληθωρισμός σε κάποια προγενέστερη χρονική περίοδο. Εκ των προτέρων, σχεδόν κάθε παρέμβαση θα είναι πληθωριστική. Διότι όχι μόνο κάθε νομισματική παρέμβαση πρέπει να αρχίζει με πληθωρισμό· το μεγάλο όφελος που μπορεί να αποκομιστεί από τον πληθωρισμό προέρχεται από τη θέση νέου χρήματος σε κυκλοφορία από τον εκδότη. Το κέρδος αποκτάται πρακτικά χωρίς κόστος, διότι, ενώ όλοι οι άλλοι άνθρωποι πρέπει είτε να πωλήσουν αγαθά και υπηρεσίες και να αγοράσουν χρυσό είτε να τον εξορύξουν, το κράτος ή οι εμπορικές τράπεζες δημιουργούν κυριολεκτικά χρήμα από το τίποτε. Δεν χρειάζεται να το αγοράσουν. Οποιοδήποτε κέρδος από τη χρήση αυτού του μαγικού χρήματος αποτελεί καθαρό όφελος για τους εκδότες.
Όπως συμβαίνει όταν νέο μεταλλικό χρήμα εισέρχεται στην αγορά, έτσι και η έκδοση «ακάλυπτων» υποκατάστατων χρήματος έχει επίδραση διάχυσης: οι πρώτοι αποδέκτες του νέου χρήματος κερδίζουν περισσότερο, οι επόμενοι λίγο λιγότερο κ.ο.κ., ώσπου φθάνουμε στο ενδιάμεσο σημείο, και κατόπιν κάθε αποδέκτης χάνει ολοένα περισσότερο όσο περιμένει το νέο χρήμα. Διότι οι τιμές πώλησης των πρώτων ατόμων εκτινάσσονται, ενώ οι τιμές αγοράς τους παραμένουν σχεδόν ίδιες· αργότερα, όμως, οι τιμές αγοράς έχουν αυξηθεί, ενώ οι τιμές πώλησης παραμένουν αμετάβλητες. Μια κρίσιμη περίσταση, ωστόσο, διαφοροποιεί αυτή την περίπτωση από την αύξηση του μεταλλικού χρήματος. Το νέο χαρτονόμισμα ή οι νέες καταθέσεις όψεως δεν επιτελούν καμία απολύτως κοινωνική λειτουργία· δεν ωφελούν αποδεδειγμένα ορισμένους χωρίς να βλάπτουν άλλους στην κοινωνία της αγοράς. Η αυξανόμενη προσφορά χρήματος αποτελεί μόνο κοινωνική σπατάλη και μπορεί να ωφελεί ορισμένους μόνο εις βάρος άλλων. Και τα οφέλη και τα βάρη κατανέμονται όπως μόλις περιγράφηκε: οι πρώτοι κερδίζουν εις βάρος των τελευταίων. Ασφαλώς, οι επιχειρηματίες και οι καταναλωτές που δανείζονται από την τράπεζα —η πελατεία της— ωφελούνται σημαντικά από το νέο χρήμα, τουλάχιστον βραχυχρόνια, καθώς είναι εκείνοι που το λαμβάνουν πρώτοι.
Αν πληθωρισμός είναι κάθε αύξηση της προσφοράς χρήματος που δεν αντιστοιχεί σε αύξηση του διαθέσιμου αποθέματος χρυσού ή αργύρου, η μέθοδος πληθωρισμού που μόλις περιγράφηκε ονομάζεται πιστωτική επέκταση: η δημιουργία νέων υποκατάστατων χρήματος που εισέρχονται στην οικονομία μέσω της πιστωτικής αγοράς. Όπως θα δούμε παρακάτω, ενώ η πιστωτική επέκταση από μια τράπεζα φαίνεται πολύ πιο συνετή και αξιοσέβαστη από την απευθείας δαπάνη νέου χρήματος, στην πραγματικότητα έχει πολύ σοβαρότερες συνέπειες για το οικονομικό σύστημα, συνέπειες τις οποίες οι περισσότεροι άνθρωποι θα θεωρούσαν ιδιαίτερα ανεπιθύμητες. Αυτή η πληθωριστική πίστη ονομάζεται κυκλοφοριακή πίστη, σε αντιδιαστολή προς τον δανεισμό αποταμιευμένων κεφαλαίων, που ονομάζεται εμπορευματική πίστη. Στο παρόν βιβλίο, ο όρος «πιστωτική επέκταση» θα εφαρμόζεται μόνο στις αυξήσεις της κυκλοφοριακής πίστης.
Η πιστωτική επέκταση έχει, φυσικά, την ίδια επίπτωση με κάθε είδος πληθωρισμού: οι τιμές τείνουν να αυξάνονται καθώς αυξάνεται η προσφορά χρήματος. Όπως κάθε πληθωρισμός, αποτελεί διαδικασία αναδιανομής, κατά την οποία εκείνοι που προκαλούν τον πληθωρισμό και το τμήμα της οικονομίας που τους πωλεί κερδίζουν εις βάρος εκείνων που βρίσκονται τελευταίοι στη σειρά της διαδικασίας δαπανών. Αυτή είναι η γοητεία του πληθωρισμού —για τους ωφελουμένους— και ο λόγος για τον οποίο υπήρξε τόσο δημοφιλής, ιδίως αφότου οι σύγχρονες τραπεζικές διαδικασίες συγκαλύπτουν τη σημασία του για εκείνους τους ζημιωμένους που βρίσκονται μακριά από τις τραπεζικές δραστηριότητες. Τα κέρδη εκείνων που προκαλούν τον πληθωρισμό είναι ορατά και θεαματικά· οι απώλειες των άλλων κρυμμένες και αφανείς, αλλά εξίσου πραγματικές. Όπως η μισή οικονομία αποτελείται από φορολογουμένους και η άλλη μισή από καταναλωτές φορολογικών εσόδων, έτσι και η μισή οικονομία αποτελείται από πληρωτές του πληθωρισμού και η υπόλοιπη από καταναλωτές του πληθωρισμού.
Τα περισσότερα από αυτά τα κέρδη και τις απώλειες θα είναι «βραχυχρόνια» ή «εφάπαξ»· θα εμφανιστούν κατά τη διαδικασία του πληθωρισμού, αλλά θα πάψουν αφού επιτευχθεί η νέα νομισματική ισορροπία. Εκείνοι που προκαλούν τον πληθωρισμό αποκομίζουν τα κέρδη τους, αλλά, αφού η νέα προσφορά χρήματος διαχυθεί σε ολόκληρη την οικονομία, τα πληθωριστικά κέρδη και οι απώλειες τερματίζονται. Ωστόσο, όπως είδαμε στο κεφάλαιο 11, υπάρχουν επίσης μόνιμα κέρδη και απώλειες που προκύπτουν από τον πληθωρισμό. Διότι η νέα νομισματική ισορροπία δεν θα είναι απλώς η παλαιά, πολλαπλασιασμένη σε όλες τις σχέσεις και ποσότητές της κατά την αύξηση της προσφοράς χρήματος. Αυτή ήταν μια υπόθεση που έκαναν οι οικονομολόγοι της παλαιάς «ποσοτικής θεωρίας». Οι αποτιμήσεις των ατόμων που αποκομίζουν προσωρινά κέρδη ή υφίστανται προσωρινές απώλειες θα διαφέρουν. Επομένως, κάθε άτομο θα αντιδρά διαφορετικά στα κέρδη και στις απώλειές του και θα μεταβάλλει αναλόγως τη σχετική διάρθρωση των δαπανών του. Επιπλέον, το νέο χρήμα θα αποτελεί υψηλό ποσοστό των υφιστάμενων ταμειακών διαθεσίμων ορισμένων και χαμηλό ποσοστό εκείνων άλλων, με αποτέλεσμα ποικίλες μεταβολές στη διάρθρωση των δαπανών. Επομένως, στη νέα ισορροπία δεν θα έχουν αυξηθεί όλες οι τιμές ομοιόμορφα· η αγοραστική δύναμη της νομισματικής μονάδας έχει μειωθεί, αλλά όχι κατά την ίδια αναλογία σε ολόκληρο το φάσμα των ανταλλακτικών αξιών. Εφόσον, λοιπόν, ορισμένες τιμές έχουν αυξηθεί περισσότερο από άλλες, ορισμένοι άνθρωποι θα έχουν μόνιμα οφέλη και άλλοι μόνιμες απώλειες από τον πληθωρισμό.3
Ιδιαίτερα σκληρά πλήττονται από τον πληθωρισμό, φυσικά, οι ομάδες με σχετικά «σταθερά» εισοδήματα, των οποίων οι απώλειες τερματίζονται μόνο έπειτα από μεγάλο χρονικό διάστημα ή δεν τερματίζονται καθόλου. Οι συνταξιούχοι και οι δικαιούχοι προσόδων που έχουν συμβληθεί για σταθερό χρηματικό εισόδημα αποτελούν παραδείγματα ανθρώπων που υφίστανται τόσο μόνιμες όσο και βραχυχρόνιες απώλειες. Οι παροχές ασφάλισης ζωής περικόπτονται μόνιμα. Οι διαμαρτυρίες των συντηρητικών πολέμιων του πληθωρισμού για «τις χήρες και τα ορφανά» έχουν συχνά χλευαστεί, αλλά δεν αποτελούν καθόλου αστείο ζήτημα. Διότι ακριβώς οι χήρες και τα ορφανά επωμίζονται μεγάλο μέρος του βάρους του πληθωρισμού.4 Απώλειες υφίστανται επίσης οι πιστωτές που έχουν ήδη χορηγήσει τα δάνειά τους και διαπιστώνουν ότι είναι πλέον αργά για να ενσωματώσουν στα επιτόκιά τους προσαύξηση για την αγοραστική δύναμη.
Ο πληθωρισμός μεταβάλλει επίσης την αναλογία κατανάλωσης προς επένδυση στην αγορά. Επιφανειακά, φαίνεται ότι η πιστωτική επέκταση αυξάνει σημαντικά το κεφάλαιο, διότι το νέο χρήμα εισέρχεται στην αγορά ως ισοδύναμο νέων αποταμιεύσεων διαθέσιμων για δανεισμό. Εφόσον το νέο «τραπεζικό χρήμα» φαίνεται να προστίθεται στην προσφορά αποταμιεύσεων στην πιστωτική αγορά, οι επιχειρήσεις μπορούν πλέον να δανείζονται με χαμηλότερο επιτόκιο· έτσι, η πληθωριστική πιστωτική επέκταση φαίνεται να προσφέρει την ιδανική διαφυγή από τη χρονική προτίμηση, καθώς και μια ανεξάντλητη πηγή πρόσθετου κεφαλαίου. Στην πραγματικότητα, αυτή η επίδραση είναι απατηλή. Αντιθέτως, ο πληθωρισμός μειώνει την αποταμίευση και τις επενδύσεις, υποβαθμίζοντας έτσι το βιοτικό επίπεδο της κοινωνίας. Μπορεί ακόμη και να προκαλέσει ανάλωση κεφαλαίου μεγάλης κλίμακας. Πρώτον, όπως μόλις είδαμε, οι υφιστάμενοι πιστωτές βλάπτονται. Αυτό θα τείνει να αποθαρρύνει τον μελλοντικό δανεισμό και, επομένως, την αποταμίευση και επένδυση. Δεύτερον, όπως είδαμε στο κεφάλαιο 11, η πληθωριστική διαδικασία αποφέρει εγγενώς στον επιχειρηματία κέρδος αγοραστικής δύναμης, καθώς αγοράζει συντελεστές και τους πωλεί σε μεταγενέστερο χρόνο, όταν όλες οι τιμές είναι υψηλότερες. Ο επιχειρηματίας μπορεί έτσι να συμβαδίζει με την αύξηση των τιμών —εδώ αφήνουμε κατά μέρος τη συνιστώσα των όρων εμπορίου που προκύπτει από τις διαφοροποιήσεις των αυξήσεων των τιμών—, χωρίς ούτε να χάνει ούτε να κερδίζει από τον πληθωρισμό. Αλλά η επιχειρηματική λογιστική είναι παραδοσιακά προσαρμοσμένη σε έναν κόσμο όπου η αξία της νομισματικής μονάδας είναι σταθερή. Τα αγοραζόμενα κεφαλαιουχικά αγαθά καταχωρίζονται στο ενεργητικό «στο κόστος κτήσης», δηλαδή στην τιμή που καταβλήθηκε γι’ αυτά. Όταν η επιχείρηση πωλεί αργότερα το προϊόν, το πρόσθετο πληθωριστικό κέρδος δεν είναι στην πραγματικότητα καθόλου κέρδος· διότι πρέπει να απορροφηθεί στην αγορά του κεφαλαιουχικού αγαθού αντικατάστασης σε υψηλότερη τιμή. Ο πληθωρισμός, επομένως, εξαπατά τον επιχειρηματία: καταστρέφει έναν από τους κύριους οδηγούς του και τον οδηγεί να πιστεύει ότι αποκόμισε πρόσθετα κέρδη, ενώ απλώς μπορεί να αντικαταστήσει το κεφάλαιό του. Ως εκ τούτου, αναμφίβολα θα μπει στον πειρασμό να καταναλώσει από αυτά τα κέρδη και, έτσι, να αναλώσει εν αγνοία του και κεφάλαιο. Συνεπώς, ο πληθωρισμός τείνει ταυτόχρονα να περιορίζει την αποταμίευση και επένδυση και να προκαλεί ανάλωση κεφαλαίου.
Το λογιστικό σφάλμα που απορρέει από τον πληθωρισμό έχει και άλλες οικονομικές συνέπειες. Οι επιχειρήσεις με τον μεγαλύτερο βαθμό σφάλματος θα είναι εκείνες των οποίων ο κεφαλαιουχικός εξοπλισμός αγοράστηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος όταν οι τιμές ήταν χαμηλότερες. Αν ο πληθωρισμός συνεχίζεται επί κάποιο διάστημα, αυτές θα είναι οι επιχειρήσεις με τον παλαιότερο εξοπλισμό. Τα φαινομενικά μεγάλα κέρδη τους θα προσελκύσουν άλλες επιχειρήσεις στον κλάδο και θα υπάρξει μια εντελώς αδικαιολόγητη επέκταση των επενδύσεων σε έναν φαινομενικά ιδιαίτερα κερδοφόρο τομέα. Αντιστρόφως, θα υπάρξει ανεπάρκεια επενδύσεων αλλού. Έτσι, το σφάλμα στρεβλώνει το σύστημα κατανομής πόρων της αγοράς και μειώνει την αποτελεσματικότητά του στην ικανοποίηση του καταναλωτή. Το σφάλμα θα είναι επίσης μεγαλύτερο στις επιχειρήσεις με υψηλότερη αναλογία κεφαλαιουχικού εξοπλισμού προς προϊόν, και παρόμοιες στρεβλωτικές επιπτώσεις θα προκύψουν μέσω υπερβολικών επενδύσεων σε κλάδους υψηλής έντασης κεφαλαίου, με αντίστοιχη υποεπένδυση αλλού.5
Β. Πιστωτική επέκταση και οικονομικός κύκλος
Είδαμε ήδη στο κεφάλαιο 8 τι συμβαίνει όταν υπάρχει καθαρή αποταμίευση και επένδυση: αύξηση της αναλογίας ακαθάριστων επενδύσεων προς κατανάλωση στην οικονομία. Οι καταναλωτικές δαπάνες μειώνονται και οι τιμές των καταναλωτικών αγαθών πέφτουν. Από την άλλη πλευρά, η παραγωγική διάρθρωση επιμηκύνεται και οι τιμές των πρωτογενών συντελεστών που είναι εξειδικευμένοι στα ανώτερα στάδια αυξάνονται. Οι τιμές των κεφαλαιουχικών αγαθών μεταβάλλονται σαν μοχλός που περιστρέφεται γύρω από ένα υπομόχλιο στο κέντρο του· οι τιμές των καταναλωτικών αγαθών μειώνονται περισσότερο, εκείνες των κεφαλαιουχικών αγαθών πρώτης τάξης μειώνονται λιγότερο· οι τιμές των κεφαλαιουχικών αγαθών ανώτατης τάξης αυξάνονται περισσότερο και των υπόλοιπων λιγότερο. Έτσι, όλες οι διαφορές τιμών μεταξύ των σταδίων παραγωγής περιορίζονται. Οι τιμές των πρωτογενών συντελεστών μειώνονται στα κατώτερα στάδια και αυξάνονται στα ανώτερα, ενώ οι μη ειδικοί πρωτογενείς συντελεστές —κυρίως η εργασία— μετακινούνται εν μέρει από τα κατώτερα προς τα ανώτερα στάδια. Οι επενδύσεις τείνουν να συγκεντρώνονται σε πιο μακρόχρονες παραγωγικές διαδικασίες. Η μείωση των διαφορών τιμών ισοδυναμεί, όπως είδαμε, με πτώση του φυσικού επιτοκίου, η οποία, φυσικά, επιφέρει αντίστοιχη πτώση του επιτοκίου δανεισμού. Ύστερα από κάποιο διάστημα εμφανίζονται οι καρποί των παραγωγικότερων τεχνικών· και το πραγματικό εισόδημα όλων αυξάνεται.
Έτσι, μια αύξηση της αποταμίευσης που προκύπτει από μείωση των χρονικών προτιμήσεων οδηγεί σε πτώση του επιτοκίου και σε μια άλλη κατάσταση σταθερής ισορροπίας, με επιμηκέστερη και στενότερη παραγωγική διάρθρωση. Τι συμβαίνει, όμως, όταν η αύξηση των επενδύσεων δεν οφείλεται σε μεταβολή της χρονικής προτίμησης και της αποταμίευσης, αλλά σε πιστωτική επέκταση από τις εμπορικές τράπεζες; Είναι αυτός ένας μαγικός τρόπος εύκολης και ανέξοδης διεύρυνσης της κεφαλαιακής διάρθρωσης, χωρίς μείωση της παρούσας κατανάλωσης; Ας υποθέσουμε ότι, σε μια ορισμένη χρονική περίοδο, επενδύονται έξι εκατομμύρια ουγγιές χρυσού και καταναλώνονται τέσσερα εκατομμύρια. Ας υποθέσουμε τώρα ότι οι τράπεζες της οικονομίας επεκτείνουν την πίστη και αυξάνουν την προσφορά χρήματος κατά δύο εκατομμύρια ουγγιές. Ποιες είναι οι συνέπειες; Το νέο χρήμα δανείζεται στις επιχειρήσεις.6 Οι επιχειρήσεις αυτές, έχοντας πλέον τη δυνατότητα να αποκτήσουν χρήματα με χαμηλότερο επιτόκιο, εισέρχονται στην αγορά κεφαλαιουχικών αγαθών και πρωτογενών συντελεστών για να αποσπάσουν πόρους από τις άλλες επιχειρήσεις προσφέροντας υψηλότερες τιμές. Σε κάθε δεδομένη χρονική στιγμή, το απόθεμα αγαθών είναι σταθερό και, επομένως, τα δύο εκατομμύρια νέες ουγγιές χρησιμοποιούνται για την αύξηση των τιμών των παραγωγικών αγαθών. Η άνοδος των τιμών των κεφαλαιουχικών αγαθών θα καταλογιστεί σε αυξήσεις των τιμών των πρωτογενών συντελεστών.
Η πιστωτική επέκταση μειώνει το επιτόκιο της αγοράς. Αυτό σημαίνει ότι οι διαφορές τιμών περιορίζονται και, όπως είδαμε στο κεφάλαιο 8, οι μικρότερες διαφορές τιμών αυξάνουν τις τιμές στα ανώτατα στάδια παραγωγής, μετατοπίζοντας πόρους προς αυτά τα στάδια και αυξάνοντας επίσης τον αριθμό των σταδίων. Ως αποτέλεσμα, η παραγωγική διάρθρωση επιμηκύνεται. Οι δανειζόμενες επιχειρήσεις οδηγούνται να πιστέψουν ότι υπάρχουν αρκετά διαθέσιμα κεφάλαια ώστε να μπορέσουν να αναλάβουν σχέδια που προηγουμένως δεν ήταν επικερδή. Στην ελεύθερη αγορά, οι επενδύσεις θα πραγματοποιούνται πάντοτε πρώτα σε εκείνα τα σχέδια που ικανοποιούν τις πιο επιτακτικές ανάγκες των καταναλωτών. Κατόπιν ικανοποιούνται οι αμέσως επόμενες σε επιτακτικότητα ανάγκες κ.ο.κ. Το επιτόκιο ρυθμίζει τη χρονική σειρά επιλογής των σχεδίων σύμφωνα με την επιτακτικότητά τους. Ένα χαμηλότερο επιτόκιο στην αγορά αποτελεί σήμα ότι περισσότερα σχέδια μπορούν να αναληφθούν επικερδώς. Η αυξημένη αποταμίευση στην ελεύθερη αγορά οδηγεί σε σταθερή ισορροπία της παραγωγής με χαμηλότερο επιτόκιο. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με την πιστωτική επέκταση: διότι οι πρωτογενείς συντελεστές λαμβάνουν τώρα αυξημένο χρηματικό εισόδημα. Στο παράδειγμα της ελεύθερης αγοράς, τα συνολικά χρηματικά εισοδήματα παρέμεναν ίδια. Η αυξημένη δαπάνη στα ανώτερα στάδια αντισταθμιζόταν από μειωμένη δαπάνη στα κατώτερα. Το «αυξημένο μήκος» της παραγωγικής διάρθρωσης αντισταθμιζόταν από το «μειωμένο πλάτος». Αλλά η πιστωτική επέκταση διοχετεύει νέο χρήμα στην παραγωγική διάρθρωση: τα συνολικά χρηματικά εισοδήματα αυξάνονται αντί να παραμένουν ίδια. Η παραγωγική διάρθρωση έχει επιμηκυνθεί, αλλά έχει επίσης παραμείνει εξίσου πλατιά, χωρίς συρρίκνωση των καταναλωτικών δαπανών.
Οι κάτοχοι των πρωτογενών συντελεστών, με το αυξημένο χρηματικό τους εισόδημα, φυσικά σπεύδουν να δαπανήσουν τα νέα τους χρήματα. Κατανέμουν αυτή τη δαπάνη μεταξύ κατανάλωσης και επένδυσης σύμφωνα με τις χρονικές τους προτιμήσεις. Ας υποθέσουμε ότι οι κλίμακες χρονικής προτίμησης των ανθρώπων παραμένουν αμετάβλητες. Αυτή είναι μια θεμιτή υπόθεση, καθώς δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι μεταβλήθηκαν εξαιτίας του πληθωρισμού. Η παραγωγή δεν αντανακλά πλέον τις εκούσιες χρονικές προτιμήσεις. Οι επιχειρήσεις έχουν οδηγηθεί από την πιστωτική επέκταση να επενδύσουν σε ανώτερα στάδια, σαν να ήταν διαθέσιμες περισσότερες αποταμιεύσεις. Εφόσον δεν είναι, οι επιχειρήσεις έχουν υπερεπενδύσει στα ανώτερα στάδια και υποεπενδύσει στα κατώτερα. Οι καταναλωτές ενεργούν αμέσως για να επαναφέρουν τις χρονικές τους προτιμήσεις —τις επιθυμητές αναλογίες επένδυσης προς κατανάλωση και τις επιθυμητές διαφορές τιμών—. Οι διαφορές θα επανέλθουν στο παλαιό, υψηλότερο ύψος τους, δηλαδή το επιτόκιο θα επιστρέψει στο μέγεθος που θα είχε στην ελεύθερη αγορά. Ως αποτέλεσμα, οι τιμές στα ανώτερα στάδια παραγωγής θα μειωθούν δραστικά, οι τιμές στα κατώτερα στάδια θα αυξηθούν και πάλι και ολόκληρη η νέα επένδυση στα ανώτερα στάδια θα πρέπει να εγκαταλειφθεί ή να θυσιαστεί.
Τροποποιώντας το υπεραπλουστευμένο παράδειγμά μας, το οποίο εξέταζε μόνο δύο στάδια, βλέπουμε ότι τα ανώτατα στάδια, που θεωρούνταν επικερδή, αποδείχθηκαν μη επικερδή. Αποκαλύπτεται ότι το καθαρό επιτόκιο, το οποίο αντανακλά τις επιθυμίες των καταναλωτών, ήταν στην πραγματικότητα υψηλότερο καθ’ όλη τη διάρκεια. Η πιστωτική επέκταση των τραπεζών είχε αλλοιώσει εκείνο το απαραίτητο «σήμα» —το επιτόκιο— που πληροφορεί τους επιχειρηματίες πόσες αποταμιεύσεις είναι διαθέσιμες και ποια χρονική διάρκεια σχεδίων θα είναι επικερδής. Στην ελεύθερη αγορά, το επιτόκιο αποτελεί απαραίτητο οδηγό, στη χρονική διάσταση, για την επιτακτικότητα των αναγκών των καταναλωτών. Αλλά η τραπεζική παρέμβαση στην αγορά διαταράσσει αυτή την ελεύθερη τιμή και καθιστά τους επιχειρηματίες ανίκανους να ικανοποιήσουν ορθά τις επιθυμίες των καταναλωτών ή να εκτιμήσουν την επωφελέστερη χρονική διάρθρωση της παραγωγής. Μόλις οι καταναλωτές μπορέσουν, δηλαδή μόλις τα αυξημένα χρήματα φθάσουν στα χέρια τους, εκμεταλλεύονται την ευκαιρία να επαναφέρουν τις χρονικές τους προτιμήσεις και, επομένως, τις παλαιές διαφορές και αναλογίες επένδυσης προς κατανάλωση. Η υπερεπένδυση στα ανώτατα στάδια και η υποεπένδυση στα κατώτερα αποκαλύπτονται τώρα σε όλη τους την έκταση. Η κατάσταση είναι ανάλογη με εκείνη ενός εργολάβου που παραπλανήθηκε ώστε να πιστέψει ότι διαθέτει περισσότερα οικοδομικά υλικά από όσα πραγματικά έχει και κατόπιν συνέρχεται για να διαπιστώσει ότι χρησιμοποίησε όλα τα υλικά του σε εκτεταμένα θεμέλια —τα ανώτερα στάδια—, χωρίς να του έχουν απομείνει υλικά για να ολοκληρώσει το σπίτι.7 Είναι σαφές ότι η τραπεζική πιστωτική επέκταση δεν μπορεί να αυξήσει τις κεφαλαιακές επενδύσεις ούτε στο ελάχιστο. Οι επενδύσεις εξακολουθούν να μπορούν να προέρχονται μόνο από αποταμιεύσεις.
Δεν θα πρέπει να εκπλήσσει το γεγονός ότι η αγορά τείνει να επανέρχεται στις προτιμώμενες αναλογίες της. Η ίδια διαδικασία, όπως είδαμε, συντελείται σε όλες τις τιμές μετά από μεταβολή του αποθέματος χρήματος. Η αύξηση του χρήματος αρχίζει πάντοτε σε έναν τομέα της οικονομίας, αυξάνοντας εκεί τις τιμές, και τελικά διαχέεται σε ολόκληρη την οικονομία, η οποία κατόπιν επιστρέφει κατά προσέγγιση σε μια διάρθρωση ισορροπίας συμβατή με την αξία του χρήματος. Αν, λοιπόν, η αγορά τείνει να επιστρέφει στις προτιμώμενες αναλογίες τιμών μετά από μεταβολή της προσφοράς χρήματος, θα πρέπει να είναι προφανές ότι σε αυτό περιλαμβάνεται και η επιστροφή στην προτιμώμενη αναλογία αποταμίευσης και επένδυσης, η οποία αντανακλά τις κοινωνικές χρονικές προτιμήσεις.
Είναι αλήθεια, φυσικά, ότι οι χρονικές προτιμήσεις μπορεί να μεταβληθούν στο μεταξύ, είτε για κάθε άτομο είτε ως αποτέλεσμα της αναδιανομής κατά τη μεταβολή. Εκείνοι που ωφελούνται μπορεί να αποταμιεύσουν περισσότερο ή λιγότερο από όσο θα αποταμίευαν εκείνοι που ζημιώνονται. Επομένως, η αγορά δεν θα επιστρέψει ακριβώς στο παλαιό επιτόκιο της ελεύθερης αγοράς και στην παλαιά αναλογία επένδυσης προς κατανάλωση, όπως δεν θα επιστρέψει και στην ακριβή προηγούμενη διάρθρωση των τιμών της. Θα επανέλθει στο εκάστοτε επιτόκιο της ελεύθερης αγοράς, όπως αυτό καθορίζεται από τις τρέχουσες χρονικές προτιμήσεις. Ορισμένοι υπέρμαχοι του εξαναγκασμού της αγοράς να αποταμιεύει και να επενδύει περισσότερο από όσο επιθυμεί έχουν χαιρετίσει την πιστωτική επέκταση ως διαδικασία που οδηγεί σε «αναγκαστική αποταμίευση», αυξάνοντας έτσι τη διάρθρωση των κεφαλαιουχικών αγαθών. Αυτό όμως μπορεί να συμβεί όχι ως άμεση συνέπεια της πιστωτικής επέκτασης, αλλά μόνο επειδή οι ενεργές χρονικές προτιμήσεις έχουν μεταβληθεί προς αυτή την κατεύθυνση —δηλαδή έχουν μετατοπιστεί οι κλίμακες χρονικής προτίμησης ή σχετικά περισσότερο χρήμα βρίσκεται πλέον στα χέρια εκείνων που έχουν χαμηλές χρονικές προτιμήσεις—. Η πιστωτική επέκταση μπορεί κάλλιστα να επιφέρει το αντίθετο αποτέλεσμα: εκείνοι που ωφελούνται μπορεί να έχουν υψηλότερες χρονικές προτιμήσεις, οπότε το επιτόκιο της ελεύθερης αγοράς θα είναι υψηλότερο από πριν. Επειδή αυτές οι επιπτώσεις της πιστωτικής επέκτασης είναι εντελώς αβέβαιες και εξαρτώνται από τα συγκεκριμένα δεδομένα κάθε περίπτωσης, είναι σαφώς πολύ πιο εύλογο οι υπέρμαχοι της αναγκαστικής αποταμίευσης να χρησιμοποιούν τη φορολογική διαδικασία για να πραγματοποιήσουν την αναδιανομή τους.
Η αγορά, επομένως, αντιδρά στη στρέβλωση του επιτοκίου της ελεύθερης αγοράς κινούμενη προς την επαναφορά αυτού ακριβώς του επιτοκίου. Η στρέβλωση που προκαλεί η πιστωτική επέκταση παραπλανά τους επιχειρηματίες ώστε να πιστέψουν ότι υπάρχουν περισσότερες διαθέσιμες αποταμιεύσεις και τους ωθεί σε εσφαλμένες επενδύσεις —σε επενδύσεις σε σχέδια που θα αποδειχθούν μη επικερδή όταν οι καταναλωτές έχουν την ευκαιρία να επαναβεβαιώσουν τις πραγματικές τους προτιμήσεις—. Αυτή η επαναβεβαίωση συντελείται αρκετά γρήγορα: μόλις οι κάτοχοι συντελεστών λάβουν τα αυξημένα εισοδήματά τους και τα δαπανήσουν.
Αυτή η θεωρία μάς επιτρέπει να επιλύσουμε μια πανάρχαια διαμάχη μεταξύ των οικονομολόγων: αν η αύξηση της προσφοράς χρήματος μπορεί να μειώσει το επιτόκιο της αγοράς. Για τους εμποροκράτες —και για τους κεϋνσιανούς— ήταν προφανές ότι η αύξηση του αποθέματος χρήματος μείωνε μόνιμα το επιτόκιο, με δεδομένη τη ζήτηση χρήματος. Για τους κλασικούς οικονομολόγους ήταν προφανές ότι οι μεταβολές του αποθέματος χρήματος μπορούσαν να επηρεάσουν μόνο την αξία της νομισματικής μονάδας και όχι το επιτόκιο. Η απάντηση είναι ότι μια αύξηση της προσφοράς χρήματος πράγματι μειώνει το επιτόκιο όταν εισέρχεται στην αγορά ως πιστωτική επέκταση, αλλά μόνο προσωρινά. Μακροχρόνια —και αυτός ο μακροχρόνιος ορίζοντας δεν είναι πολύ «μακρύς»—, η αγορά επαναφέρει το επιτόκιο χρονικής προτίμησης της ελεύθερης αγοράς και εξαλείφει τη μεταβολή. Μακροχρόνια, μια μεταβολή του αποθέματος χρήματος επηρεάζει μόνο την αξία της νομισματικής μονάδας.
Αυτή η διαδικασία —μέσω της οποίας η αγορά επανέρχεται στο προτιμώμενο επιτόκιό της και εξαλείφει τη στρέβλωση που προκαλεί η πιστωτική επέκταση— είναι, επιπλέον, ο οικονομικός κύκλος! Η ανάλυσή μας επιτρέπει, επομένως, την επίλυση όχι μόνο του θεωρητικού προβλήματος της σχέσης χρήματος και τόκου, αλλά και του προβλήματος που ταλανίζει την κοινωνία εδώ και περισσότερο από ενάμιση αιώνα: του επίφοβου οικονομικού κύκλου. Και, επιπλέον, η θεωρία του οικονομικού κύκλου μπορεί πλέον να εξηγηθεί ως επιμέρους κλάδος της γενικής οικονομικής θεωρίας μας.
Ας προσέξουμε τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτής της διαδικασίας στρέβλωσης και επαναφοράς. Πρώτα, η προσφορά χρήματος αυξάνεται μέσω πιστωτικής επέκτασης· έπειτα, οι επιχειρήσεις παρασύρονται σε εσφαλμένες επενδύσεις —υπερεπενδύοντας σε παραγωγικές διαδικασίες ανώτερων σταδίων και μεγάλης διάρκειας—. Στη συνέχεια, οι τιμές και τα εισοδήματα των πρωτογενών συντελεστών αυξάνονται, η κατανάλωση αυξάνεται και οι επιχειρήσεις αντιλαμβάνονται ότι οι επενδύσεις στα ανώτερα στάδια υπήρξαν σπάταλες και μη επικερδείς. Το πρώτο στάδιο αποτελεί το κύριο γνώρισμα της «άνθησης»· το δεύτερο στάδιο —η ανακάλυψη των σπάταλων εσφαλμένων επενδύσεων— είναι η «κρίση». Η ύφεση είναι το επόμενο στάδιο, κατά το οποίο οι επιχειρήσεις που έχουν πραγματοποιήσει εσφαλμένες επενδύσεις πτωχεύουν και οι πρωτογενείς συντελεστές πρέπει ξαφνικά να μετακινηθούν και πάλι προς τα κατώτερα στάδια παραγωγής. Η εκκαθάριση των μη υγιών επιχειρήσεων, η «αδρανής δυναμικότητα» των εγκαταστάσεων που αποτελούν εσφαλμένες επενδύσεις και η ανεργία «τριβής» των πρωτογενών συντελεστών που πρέπει ξαφνικά και μαζικά να μετακινηθούν προς κατώτερα στάδια παραγωγής — αυτά είναι τα κύρια γνωρίσματα της φάσης της ύφεσης.
Είδαμε στο κεφάλαιο 11 ότι τα κύρια ανεξήγητα χαρακτηριστικά του οικονομικού κύκλου είναι η μαζική εμφάνιση σφαλμάτων και η συγκέντρωση των σφαλμάτων και της διαταραχής στους κλάδους κεφαλαιουχικών αγαθών. Η θεωρία μας για τον οικονομικό κύκλο επιλύει και τα δύο αυτά προβλήματα. Η συρροή σφαλμάτων που αποκαλύπτεται ξαφνικά στους επιχειρηματίες οφείλεται στην παρεμβατική στρέβλωση ενός καίριου σήματος της αγοράς: του επιτοκίου. Η συγκέντρωση της διαταραχής στους κλάδους κεφαλαιουχικών αγαθών εξηγείται από την ώθηση προς μη επικερδείς επενδύσεις ανώτερης τάξης κατά την περίοδο της άνθησης. Και μόλις είδαμε ότι και άλλα χαρακτηριστικά του οικονομικού κύκλου εξηγούνται από αυτή τη θεωρία.
Ένα σημείο πρέπει να τονιστεί: η φάση της ύφεσης είναι στην πραγματικότητα η φάση της ανάκαμψης. Οι περισσότεροι άνθρωποι θα ήταν ευτυχείς να διατηρηθεί η περίοδος της άνθησης, κατά την οποία τα πληθωριστικά οφέλη είναι ορατά και οι απώλειες κρυμμένες και δυσδιάκριτες. Αυτή η ευφορία της άνθησης εντείνεται από την ανάλωση κεφαλαίου που ενθαρρύνει ο πληθωρισμός μέσω απατηλών λογιστικών κερδών. Οι φάσεις για τις οποίες διαμαρτύρονται οι άνθρωποι είναι η κρίση και η ύφεση. Αλλά οι τελευταίες αυτές περίοδοι, όπως θα πρέπει να είναι σαφές, δεν προκαλούν το πρόβλημα. Το πρόβλημα προκύπτει κατά την άνθηση, όταν πραγματοποιούνται εσφαλμένες επενδύσεις και στρεβλώσεις· η φάση κρίσης και ύφεσης είναι η θεραπευτική περίοδος, αφού οι άνθρωποι έχουν αναγκαστεί να αναγνωρίσουν τις εσφαλμένες επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν. Η περίοδος της ύφεσης είναι, επομένως, η αναγκαία περίοδος ανάκαμψης· είναι ο χρόνος κατά τον οποίο οι κακές επενδύσεις εκκαθαρίζονται και οι επιχειρηματίες που έσφαλαν εγκαταλείπουν την αγορά — ο χρόνος κατά τον οποίο η «κυριαρχία του καταναλωτή» και η ελεύθερη αγορά επανεπιβάλλονται και εγκαθιδρύουν ξανά μια οικονομία που ωφελεί κάθε συμμετέχοντα στον μέγιστο δυνατό βαθμό. Η περίοδος της ύφεσης τελειώνει όταν έχει αποκατασταθεί η ισορροπία της ελεύθερης αγοράς και έχει εξαλειφθεί η στρέβλωση που προκάλεσε η επέκταση.
Θα πρέπει να είναι σαφές ότι κάθε κρατική επέμβαση στη διαδικασία της ύφεσης μπορεί μόνο να την παρατείνει, επιδεινώνοντας έτσι την κατάσταση από τη σκοπιά σχεδόν όλων. Εφόσον η διαδικασία της ύφεσης είναι η διαδικασία της ανάκαμψης, κάθε ανακοπή ή επιβράδυνσή της παρεμποδίζει την έλευση της ανάκαμψης. Οι αναπροσαρμογές της ύφεσης πρέπει να ολοκληρωθούν προτού μπορέσει να ολοκληρωθεί η ανάκαμψη. Όσο περισσότερο καθυστερούν αυτές οι αναπροσαρμογές, τόσο περισσότερο θα πρέπει να διαρκέσει η ύφεση και τόσο περισσότερο αναβάλλεται η πλήρης ανάκαμψη. Για παράδειγμα, αν το κράτος διατηρεί υψηλούς τους μισθούς, προκαλεί μόνιμη ανεργία. Αν διατηρεί υψηλές τις τιμές, προκαλεί απούλητο πλεόνασμα. Και αν ενθαρρύνει εκ νέου την πιστωτική επέκταση, γεννιούνται νέες εσφαλμένες επενδύσεις και μεταγενέστερες υφέσεις.
Πολλοί οικονομολόγοι του δέκατου ένατου αιώνα αναφέρονταν στον οικονομικό κύκλο με μια βιολογική μεταφορά, παρομοιάζοντας την ύφεση με επώδυνη αλλά αναγκαία θεραπεία της μέθης ή της ναρκωτικής έξαρσης που αποτελεί η άνθηση και υποστηρίζοντας ότι κάθε επέμβαση στην ύφεση καθυστερεί την ανάρρωση. Έχουν χλευαστεί ευρέως από τους σημερινούς οικονομολόγους. Ο χλευασμός όμως είναι άστοχος, διότι η βιολογική αναλογία είναι σε αυτή την περίπτωση ορθή.
Ένα προφανές συμπέρασμα της ανάλυσής μας είναι ο παραλογισμός των «υποκαταναλωτικών» θεραπειών για την ύφεση — της ιδέας ότι η κρίση προκαλείται από υποκατανάλωση και ότι ο τρόπος θεραπείας της ύφεσης είναι η τόνωση των καταναλωτικών δαπανών. Είναι σαφές ότι ισχύει το αντίθετο. Εκείνο που προκάλεσε την κρίση είναι ακριβώς το γεγονός ότι οι επιχειρηματικές επενδύσεις προεξόφλησαν εσφαλμένα μεγαλύτερες αποταμιεύσεις και ότι αυτό το σφάλμα αποκαλύπτεται όταν οι καταναλωτές επαναφέρουν την επιθυμητή αναλογία κατανάλωσής τους. Η «υπερκατανάλωση» ή η «ανεπαρκής αποταμίευση» προκάλεσε την κρίση, μολονότι δύσκολα είναι δίκαιο να αποδοθεί η ευθύνη στον καταναλωτή, ο οποίος απλώς προσπαθεί να αποκαταστήσει τις προτιμήσεις του αφού η αγορά έχει στρεβλωθεί από την τραπεζική πίστη. Ο μόνος τρόπος να επιταχυνθεί η θεραπευτική διαδικασία της ύφεσης είναι οι άνθρωποι να αποταμιεύουν και να επενδύουν περισσότερο και να καταναλώνουν λιγότερο, δικαιολογώντας έτσι τελικά ορισμένες από τις εσφαλμένες επενδύσεις και μετριάζοντας τις προσαρμογές που πρέπει να γίνουν.
Ένα πρόβλημα έχει μείνει ανεξήγητο. Είδαμε ότι η περίοδος επαναφοράς είναι σύντομη και ότι τα εισοδήματα των συντελεστών αυξάνονται αρκετά γρήγορα και αρχίζουν να αποκαθιστούν τις αναλογίες κατανάλωσης προς αποταμίευση της ελεύθερης αγοράς. Γιατί όμως οι περίοδοι άνθησης, ιστορικά, συνεχίζονται επί αρκετά χρόνια; Τι καθυστερεί τη διαδικασία επαναφοράς; Η απάντηση είναι ότι, καθώς αρχίζει να εξαντλείται η άνθηση που προκάλεσε μια έγχυση πιστωτικής επέκτασης, οι τράπεζες χορηγούν άλλη μία δόση. Εν ολίγοις, ο μόνος τρόπος να αποτραπεί η έναρξη της διαδικασίας ύφεσης και προσαρμογής είναι να συνεχιστεί η διόγκωση του χρήματος και της πίστης. Διότι μόνο οι συνεχείς δόσεις νέου χρήματος στην πιστωτική αγορά θα διατηρούν την άνθηση και την κερδοφορία των νέων σταδίων. Επιπλέον, μόνο ολοένα αυξανόμενες δόσεις μπορούν να εντείνουν την άνθηση, να μειώσουν περαιτέρω τα επιτόκια και να διευρύνουν την παραγωγική διάρθρωση, διότι, καθώς οι τιμές αυξάνονται, θα χρειάζονται ολοένα περισσότερα χρήματα για να επιτελεστεί το ίδιο έργο. Μόλις σταματήσει η πιστωτική επέκταση, οι αναλογίες της αγοράς αποκαθίστανται και οι φαινομενικά λαμπρές νέες επενδύσεις αποδεικνύονται εσφαλμένες επενδύσεις, χτισμένες στην άμμο.
Το πόσο μπορούν να διατηρηθούν οι περίοδοι άνθησης και ποια όρια αντιμετωπίζουν υπό διαφορετικές συνθήκες θα εξεταστεί παρακάτω. Αλλά είναι σαφές ότι η παράταση της άνθησης με ολοένα μεγαλύτερες δόσεις πιστωτικής επέκτασης θα έχει ένα μόνο αποτέλεσμα: να καταστήσει την ύφεση που αναπόφευκτα θα ακολουθήσει μακρύτερη και πιο οδυνηρή. Όσο μεγαλύτερη είναι η έκταση των εσφαλμένων επενδύσεων και των σφαλμάτων κατά την άνθηση, τόσο μεγαλύτερο και πιο μακρόχρονο είναι το έργο της αναπροσαρμογής κατά την ύφεση. Ο τρόπος αποτροπής μιας ύφεσης, λοιπόν, είναι απλός: να αποφεύγεται η έναρξη μιας άνθησης. Και για να αποφεύγεται η έναρξη μιας άνθησης, αρκεί να ακολουθείται μια πραγματικά ελεύθερη πολιτική αγοράς στο χρήμα, δηλαδή μια πολιτική μεταλλικών αποθεματικών 100% για τις τράπεζες και τα κράτη.
Η πιστωτική επέκταση γεννά πάντοτε τη διαδικασία του οικονομικού κύκλου, ακόμη και όταν άλλες τάσεις συγκαλύπτουν τη λειτουργία της. Έτσι, πολλοί πιστεύουν ότι όλα βαίνουν καλώς αν οι τιμές δεν αυξάνονται ή αν το καταγραφόμενο επιτόκιο δεν μειώνεται. Αλλά οι τιμές μπορεί κάλλιστα να μην αυξάνονται λόγω κάποιας αντίρροπης δύναμης — όπως η αύξηση της προσφοράς αγαθών ή η αύξηση της ζήτησης χρήματος. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν συντελείται ο κύκλος άνθησης και ύφεσης. Οι ουσιώδεις διαδικασίες της άνθησης —στρεβλωμένα επιτόκια, εσφαλμένες επενδύσεις, πτωχεύσεις κ.λπ.— συνεχίζονται ανεμπόδιστα. Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους όσοι προσεγγίζουν τους οικονομικούς κύκλους από στατιστική σκοπιά και προσπαθούν με αυτόν τον τρόπο να καταλήξουν σε θεωρία βρίσκονται σε αδιέξοδη πλάνη. Κάθε ιστορικοστατιστικό γεγονός αποτελεί σύνθετη συνισταμένη πολλών αιτιακών επιδράσεων και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως απλό στοιχείο για την οικοδόμηση μιας αιτιακής θεωρίας. Το ζήτημα είναι ότι η πιστωτική επέκταση αυξάνει τις τιμές πάνω από εκείνες που θα διαμορφώνονταν στην ελεύθερη αγορά και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, δημιουργεί τον οικονομικό κύκλο. Ομοίως, η πιστωτική επέκταση δεν μειώνει κατ’ ανάγκην το επιτόκιο κάτω από το προηγουμένως καταγεγραμμένο· το μειώνει κάτω από εκείνο που θα διαμορφωνόταν στην ελεύθερη αγορά και, έτσι, δημιουργεί στρέβλωση και εσφαλμένες επενδύσεις. Τα καταγραφόμενα επιτόκια κατά την άνθηση θα αυξάνονται, μάλιστα, γενικά λόγω της συνιστώσας αγοραστικής δύναμης στο επιτόκιο της αγοράς. Η αύξηση των τιμών, όπως είδαμε, δημιουργεί θετική συνιστώσα αγοραστικής δύναμης στο φυσικό επιτόκιο, δηλαδή στο ποσοστό απόδοσης που αποκομίζουν οι επιχειρηματίες στην αγορά. Στην ελεύθερη αγορά αυτό θα αντανακλούνταν γρήγορα στο επιτόκιο δανεισμού, το οποίο, όπως είδαμε παραπάνω, εξαρτάται πλήρως από το φυσικό επιτόκιο. Αλλά η συνεχής εισροή κυκλοφοριακής πίστης εμποδίζει το επιτόκιο δανεισμού να φθάσει το φυσικό επιτόκιο και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, γεννά τη διαδικασία του οικονομικού κύκλου.8 Ένα ακόμη επακόλουθο αυτής της απόκλισης μεταξύ επιτοκίου δανεισμού και φυσικού επιτοκίου, την οποία δημιουργούν οι τράπεζες, είναι ότι οι πιστωτές στην αγορά δανείων υφίστανται απώλειες προς όφελος των οφειλετών τους: των κεφαλαιούχων στο χρηματιστήριο ή εκείνων που κατέχουν τις δικές τους επιχειρήσεις. Οι τελευταίοι κερδίζουν κατά την άνθηση από τη διαφορά μεταξύ επιτοκίου δανεισμού και φυσικού επιτοκίου, ενώ οι πιστωτές —εκτός από τις τράπεζες, που δημιουργούν το δικό τους χρήμα— χάνουν στον ίδιο βαθμό.
Αφού τελειώσει η περίοδος της άνθησης, τι πρέπει να γίνει με τις εσφαλμένες επενδύσεις; Η απάντηση εξαρτάται από την κερδοφορία της περαιτέρω χρήσης τους, δηλαδή από τον βαθμό του σφάλματος που διαπράχθηκε. Ορισμένες εσφαλμένες επενδύσεις θα πρέπει να εγκαταλειφθούν, καθώς τα έσοδά τους από τη ζήτηση των καταναλωτών δεν θα καλύπτουν ούτε το τρέχον κόστος λειτουργίας τους. Άλλες, αν και μνημεία αποτυχίας, θα μπορούν να αποφέρουν κέρδος πέρα από το τρέχον κόστος, μολονότι δεν θα συμφέρει να αντικατασταθούν όταν φθαρούν. Η προσωρινή λειτουργία τους ανταποκρίνεται στην οικονομική αρχή ότι πρέπει πάντοτε να αξιοποιείται κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο ακόμη και μια κακή συναλλαγή.
Εξαιτίας των εσφαλμένων επενδύσεων, όμως, η άνθηση οδηγεί πάντοτε σε γενική εξαθλίωση, δηλαδή μειώνει το βιοτικό επίπεδο κάτω από εκείνο που θα υπήρχε αν δεν είχε μεσολαβήσει η άνθηση. Διότι η πιστωτική επέκταση έχει προκαλέσει τη σπατάλη σπάνιων πόρων και σπάνιου κεφαλαίου. Ορισμένοι πόροι έχουν σπαταληθεί εντελώς, και ακόμη και εκείνες οι εσφαλμένες επενδύσεις που εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται θα ικανοποιούν τους καταναλωτές λιγότερο από όσο θα συνέβαινε χωρίς την πιστωτική επέκταση.
Γ. Δευτερογενείς εξελίξεις του οικονομικού κύκλου
Στην προηγούμενη ενότητα παρουσιάσαμε τη βασική διαδικασία του οικονομικού κύκλου. Η διαδικασία αυτή συχνά εντείνεται από άλλες, ή «δευτερογενείς», εξελίξεις που προκαλεί ο κύκλος. Έτσι, η διευρυνόμενη προσφορά χρήματος και οι αυξανόμενες τιμές είναι πιθανό να μειώσουν τη ζήτηση χρήματος. Πολλοί αρχίζουν να αναμένουν υψηλότερες τιμές και, επομένως, θα μειώσουν τα αποθησαυρισμένα χρηματικά τους διαθέσιμα. Η μειωμένη ζήτηση χρήματος αυξάνει περαιτέρω τις τιμές. Εφόσον η ώθηση προς την επέκταση εμφανίζεται πρώτα στις δαπάνες για κεφαλαιουχικά αγαθά και αργότερα στην κατανάλωση, αυτή η «δευτερογενής επίπτωση» της χαμηλότερης ζήτησης χρήματος μπορεί να εκδηλωθεί πρώτα στους κλάδους παραγωγικών αγαθών. Αυτό περιορίζει περαιτέρω τις διαφορές τιμών και κερδών και, επομένως, διευρύνει την απόσταση κατά την οποία το επιτόκιο θα υποχωρήσει κάτω από το επιτόκιο της ελεύθερης αγοράς κατά την άνθηση. Το αποτέλεσμα είναι να επιτείνεται η ανάγκη αναπροσαρμογής κατά την ύφεση. Η προσαρμογή θα προκαλούσε ούτως ή άλλως κάποια πτώση των τιμών των παραγωγικών αγαθών, καθώς η ουσία της είναι να αυξηθούν οι διαφορές τιμών. Η πρόσθετη στρέβλωση απαιτεί μεγαλύτερη πτώση των τιμών των παραγωγικών αγαθών προτού ολοκληρωθεί η ανάκαμψη.
Στην πραγματικότητα, η ζήτηση χρήματος γενικά αυξάνεται στην αρχή ενός πληθωρισμού. Οι άνθρωποι έχουν συνηθίσει να θεωρούν την αξία της νομισματικής μονάδας απαραβίαστη και τις τιμές σταθερές σε κάποιο «συνηθισμένο» επίπεδο. Επομένως, όταν οι τιμές αρχίζουν για πρώτη φορά να αυξάνονται, οι περισσότεροι πιστεύουν ότι πρόκειται για αμιγώς προσωρινή εξέλιξη και ότι σύντομα θα υποχωρήσουν. Αυτή η πεποίθηση μετριάζει για ένα διάστημα την έκταση της αύξησης των τιμών. Τελικά, όμως, οι άνθρωποι συνειδητοποιούν ότι η πιστωτική επέκταση συνεχίστηκε και αναμφίβολα θα συνεχιστεί, και η ζήτησή τους για χρήμα συρρικνώνεται, υποχωρώντας κάτω από το αρχικό επίπεδο.
Μετά την έλευση της κρίσης και την έναρξη της ύφεσης, συχνά εμφανίζονται διάφορες δευτερογενείς εξελίξεις. Ειδικότερα, για λόγους που θα εξεταστούν παρακάτω, η κρίση συχνά χαρακτηρίζεται όχι μόνο από παύση της πιστωτικής επέκτασης, αλλά και από πραγματικό αποπληθωρισμό — συρρίκνωση της προσφοράς χρήματος. Ο αποπληθωρισμός προκαλεί περαιτέρω μείωση των τιμών. Κάθε αύξηση της ζήτησης χρήματος θα επιταχύνει την προσαρμογή στις χαμηλότερες τιμές. Επιπλέον, όταν ο αποπληθωρισμός εμφανίζεται πρώτα στην αγορά δανείων, δηλαδή ως πιστωτική συρρίκνωση από τις τράπεζες —και αυτό συμβαίνει σχεδόν πάντοτε—, θα έχει την ευεργετική επίδραση της επιτάχυνσης της διαδικασίας προσαρμογής κατά την ύφεση. Διότι η πιστωτική συρρίκνωση δημιουργεί μεγαλύτερες διαφορές τιμών. Και η ουσία της απαιτούμενης προσαρμογής είναι η επιστροφή σε μεγαλύτερες διαφορές τιμών, δηλαδή σε υψηλότερο «φυσικό» επιτόκιο. Επιπλέον, ο αποπληθωρισμός θα επιταχύνει την προσαρμογή με έναν ακόμη τρόπο: διότι το λογιστικό σφάλμα του πληθωρισμού αντιστρέφεται εδώ και οι επιχειρηματίες θα θεωρούν ότι οι ζημίες τους είναι μεγαλύτερες και τα κέρδη τους μικρότερα από ό,τι πραγματικά είναι. Ως εκ τούτου, θα αποταμιεύουν περισσότερο από όσο θα αποταμίευαν με ορθή λογιστική, και η αυξημένη αποταμίευση θα επιταχύνει την προσαρμογή, καλύπτοντας μέρος του ελλείμματος των αναγκαίων αποταμιεύσεων.
Μπορεί κάλλιστα η αποπληθωριστική διαδικασία να υπερβεί το σημείο ισορροπίας της ελεύθερης αγοράς και να αυξήσει τις διαφορές τιμών και το επιτόκιο πάνω από αυτό. Αλλά, αν συμβεί αυτό, δεν θα προκληθεί βλάβη, καθώς η πιστωτική συρρίκνωση δεν μπορεί να δημιουργήσει εσφαλμένες επενδύσεις και, επομένως, δεν γεννά άλλον έναν κύκλο άνθησης και κατάρρευσης.9 Και η αγορά θα διορθώσει γρήγορα το σφάλμα. Όταν υπάρχει τέτοια υπερβολική συρρίκνωση και η κατανάλωση είναι υπερβολικά υψηλή σε σχέση με τις αποταμιεύσεις, το χρηματικό εισόδημα των επιχειρηματιών μειώνεται και οι δαπάνες τους για συντελεστές περιορίζονται — ιδίως στις ανώτερες τάξεις. Οι κάτοχοι πρωτογενών συντελεστών, λαμβάνοντας χαμηλότερα εισοδήματα, θα δαπανούν λιγότερα στην κατανάλωση, οι διαφορές τιμών και το επιτόκιο θα μειωθούν και πάλι και οι αναλογίες κατανάλωσης προς επένδυση της ελεύθερης αγοράς θα αποκατασταθούν γρήγορα.
Όπως ο πληθωρισμός είναι γενικά δημοφιλής λόγω της ναρκωτικής επίδρασής του, έτσι ο αποπληθωρισμός είναι πάντοτε εξαιρετικά αντιδημοφιλής για τον αντίθετο λόγο. Η συρρίκνωση του χρήματος είναι ορατή· τα οφέλη εκείνων των οποίων οι τιμές αγοράς μειώνονται πρώτες και οι οποίοι χάνουν χρήματα τελευταίοι παραμένουν κρυμμένα. Και οι απατηλές λογιστικές ζημίες του αποπληθωρισμού κάνουν τις επιχειρήσεις να πιστεύουν ότι οι ζημίες τους είναι μεγαλύτερες ή τα κέρδη τους μικρότερα από ό,τι πραγματικά είναι, πράγμα που θα επιτείνει την επιχειρηματική απαισιοδοξία.
Είναι αλήθεια ότι ο αποπληθωρισμός αφαιρεί από μία ομάδα και δίνει σε άλλη, όπως και ο πληθωρισμός. Ωστόσο, η πιστωτική συρρίκνωση όχι μόνο επιταχύνει την ανάκαμψη και εξουδετερώνει τις στρεβλώσεις της άνθησης, αλλά επίσης, υπό ευρεία έννοια, αφαιρεί από εκείνους που αρχικά ωφελήθηκαν μέσω καταναγκασμού και ωφελεί εκείνους που αρχικά ζημιώθηκαν από αυτόν. Αν και αυτό ασφαλώς δεν θα ισχύει σε κάθε περίπτωση, σε γενικές γραμμές περίπου οι ίδιες ομάδες θα ωφελούνται και θα ζημιώνονται, αλλά με αντίστροφη σειρά από εκείνη των αναδιανεμητικών επιπτώσεων της πιστωτικής επέκτασης. Οι ομάδες σταθερού εισοδήματος, οι χήρες και τα ορφανά, θα κερδίζουν, ενώ οι επιχειρήσεις και οι κάτοχοι πρωτογενών συντελεστών που προηγουμένως αποκόμιζαν κέρδη από τον πληθωρισμό θα χάνουν. Όσο περισσότερο έχει διαρκέσει ο πληθωρισμός, φυσικά, τόσο λιγότερο θα αποζημιώνονται τα ίδια άτομα.10
Ορισμένοι μπορεί να αντιτείνουν ότι ο αποπληθωρισμός «προκαλεί» ανεργία. Ωστόσο, όπως είδαμε παραπάνω, ο αποπληθωρισμός μπορεί να οδηγήσει σε συνεχιζόμενη ανεργία μόνο αν το κράτος ή τα συνδικάτα διατηρούν τους μισθούς πάνω από τα προεξοφλημένα οριακά προϊόντα αξίας της εργασίας. Αν επιτρέπεται στους μισθούς να μειώνονται ελεύθερα, δεν θα προκύψει συνεχιζόμενη ανεργία.
Τέλος, η αποπληθωριστική πιστωτική συρρίκνωση είναι αναγκαστικά αυστηρά περιορισμένη. Ενώ η πίστη μπορεί να επεκτείνεται ουσιαστικά επ’ άπειρον —με την επιφύλαξη διαφόρων οικονομικών ορίων που θα εξεταστούν παρακάτω—, η κυκλοφοριακή πίστη μπορεί να συρρικνώνεται μόνο μέχρι το κατώτατο όριο που θέτει η συνολική ποσότητα μεταλλικού χρήματος σε κυκλοφορία. Εν ολίγοις, το μέγιστο δυνατό όριό της είναι η εξάλειψη κάθε προηγούμενης πιστωτικής επέκτασης.
Η ανάλυση του οικονομικού κύκλου που εκτέθηκε εδώ είναι ουσιαστικά εκείνη της «Αυστριακής» Σχολής, η οποία θεμελιώθηκε και αναπτύχθηκε από τον Ludwig von Mises και ορισμένους μαθητές του.11 Μια διαδεδομένη κριτική αυτής της θεωρίας είναι ότι «προϋποθέτει την ύπαρξη πλήρους απασχόλησης» ή ότι η ανάλυσή της ισχύει μόνο αφού επιτευχθεί «πλήρης απασχόληση». Πριν από αυτό το σημείο, λένε οι επικριτές, η πιστωτική επέκταση θα θέσει επωφελώς σε απασχόληση αυτούς τους συντελεστές και δεν θα δημιουργήσει περαιτέρω εσφαλμένες επενδύσεις ή κύκλους. Αλλά, πρώτον, ο πληθωρισμός δεν θα θέσει κανέναν άνεργο συντελεστή σε απασχόληση, εκτός αν οι κάτοχοί του, μολονότι επιμένουν σε χρηματική τιμή υψηλότερη από το οριακό προϊόν αξίας τους, αρκούνται τυφλά στην αποδοχή της αναγκαστικά χαμηλότερης πραγματικής τιμής όταν αυτή συγκαλύπτεται ως αύξηση του «κόστους ζωής». Και η πιστωτική επέκταση δημιουργεί περαιτέρω κύκλους είτε υπάρχουν άνεργοι συντελεστές είτε όχι. Δημιουργεί περισσότερες στρεβλώσεις και εσφαλμένες επενδύσεις, καθυστερεί επ’ αόριστον τη διαδικασία ανάκαμψης από την προηγούμενη άνθηση και καθιστά τελικά αναγκαία μια πολύ πιο οδυνηρή ανάκαμψη για την προσαρμογή τόσο στις νέες εσφαλμένες επενδύσεις όσο και στις παλαιές. Αν αδρανή κεφαλαιουχικά αγαθά τεθούν τώρα σε λειτουργία, αυτή η «αδρανής δυναμικότητα» αποτελεί κατάλοιπο προηγούμενων σπάταλων εσφαλμένων επενδύσεων και, επομένως, είναι στην πραγματικότητα υποοριακή και δεν αξίζει να ενταχθεί στην παραγωγή. Η εκ νέου θέση του κεφαλαίου σε λειτουργία θα διπλασιάσει απλώς τις στρεβλώσεις.12
Δ. Τα όρια της πιστωτικής επέκτασης
Αφού διερευνήσαμε τις συνέπειες της πιστωτικής επέκτασης, πρέπει να εξετάσουμε το σημαντικό ερώτημα: αν η τραπεζική με κλασματικά αποθεματικά είναι νόμιμη, υπάρχουν φυσικά όρια στην πιστωτική επέκταση των τραπεζών; Το ένα βασικό όριο, φυσικά, είναι η ανάγκη των τραπεζών να εξαργυρώνουν τα υποκατάστατα χρήματός τους σε πρώτη ζήτηση. Υπό κανόνα χρυσού ή αργύρου, πρέπει να τα εξαργυρώνουν σε μεταλλικό χρήμα· υπό κρατικό κανόνα παραστατικού χαρτονομίσματος (βλ. παρακάτω), οι τράπεζες πρέπει να τα εξαργυρώνουν σε κρατικό χαρτονόμισμα. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να τα εξαργυρώνουν σε βασικό χρήμα ή στο ουσιαστικό ισοδύναμό του. Επομένως, κάθε τράπεζα κλασματικών αποθεματικών εξαρτάται, για την ίδια της την ύπαρξη, από την ικανότητά της να πείθει το κοινό —ειδικότερα τους πελάτες της— ότι όλα βαίνουν καλώς και ότι θα μπορεί να εξαργυρώνει τα τραπεζογραμμάτια ή τις καταθέσεις της όποτε το ζητούν οι πελάτες. Εφόσον αυτό προφανώς δεν ισχύει, η διατήρηση της εμπιστοσύνης στις τράπεζες αποτελεί κάτι σαν ψυχολογικό θαύμα.13 Είναι βέβαιο, πάντως, ότι η ευρύτερη γνώση της πραξεολογίας μεταξύ του κοινού θα αποδυνάμωνε σημαντικά την εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα. Διότι οι τράπεζες βρίσκονται σε εγγενώς αδύναμη θέση. Αρκεί λίγοι μόνο πελάτες τους να χάσουν την εμπιστοσύνη τους και να αρχίσουν να ζητούν εξαργύρωση από τις τράπεζες, και αυτό θα προκαλέσει αγώνα δρόμου από άλλους πελάτες για να εξασφαλίσουν ότι θα πάρουν τα χρήματά τους όσο οι πόρτες των τραπεζών είναι ακόμη ανοιχτές. Ο προφανής —και δικαιολογημένος— πανικός των τραπεζών όταν εκδηλώνεται οποιαδήποτε «μαζική ανάληψη» ενθαρρύνει και άλλους πελάτες να κάνουν το ίδιο και επιτείνει ακόμη περισσότερο τη μαζική ανάληψη. Σε κάθε περίπτωση, οι μαζικές αναλήψεις μπορούν να προκαλέσουν όλεθρο και, φυσικά, αν συνεχίζονταν συστηματικά, θα μπορούσαν να κλείσουν κάθε τράπεζα της χώρας μέσα σε λίγες ημέρες.14
Οι μαζικές αναλήψεις, επομένως, και η διαρκής υποβόσκουσα απειλή εκδήλωσής τους αποτελούν ένα από τα κύρια όρια της πιστωτικής επέκτασης. Οι μαζικές αναλήψεις συχνά εκδηλώνονται κατά την κρίση του οικονομικού κύκλου, όταν αθετούνται χρέη και οι αποτυχίες γίνονται εμφανείς. Οι μαζικές αναλήψεις και ο φόβος τους συμβάλλουν στην επίσπευση της αποπληθωριστικής πιστωτικής συρρίκνωσης.
Οι μαζικές αναλήψεις μπορεί να αποτελούν διαρκή απειλή, αλλά ως πραγματικοί περιορισμοί δεν είναι γενικά ενεργές. Όταν συμβαίνουν, συνήθως καταστρέφουν τις τράπεζες. Το γεγονός ότι μια τράπεζα εξακολουθεί να υπάρχει σημαίνει ότι δεν έχει εκδηλωθεί μαζική ανάληψη. Ένας πιο ενεργός, καθημερινός περιορισμός είναι το σχετικά περιορισμένο εύρος της πελατείας μιας τράπεζας. Η πελατεία μιας τράπεζας αποτελείται από εκείνους που είναι πρόθυμοι να κατέχουν τις καταθέσεις ή τα τραπεζογραμμάτιά της —τα υποκατάστατα χρήματός της— αντί του κυρίως χρήματος. Αποτελεί εμπειρικό γεγονός, σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, ότι μία τράπεζα δεν έχει ως πελάτες όλους τους ανθρώπους της κοινωνίας της αγοράς ούτε καν όλους όσοι προτιμούν να χρησιμοποιούν τραπεζικό χρήμα αντί μεταλλικού. Είναι προφανές ότι, όσο περισσότερες τράπεζες υπάρχουν, τόσο πιο περιορισμένη θα είναι η πελατεία καθεμιάς. Οι άνθρωποι αποφασίζουν ποια τράπεζα θα χρησιμοποιήσουν με βάση πολλούς λόγους· η φήμη εντιμότητας, η φιλικότητα της εξυπηρέτησης, η τιμή των υπηρεσιών και η βολική τοποθεσία μπορεί όλα να διαδραματίζουν ρόλο.
Πώς περιορίζει το στενό εύρος της πελατείας μιας τράπεζας τη δυνατότητά της για πιστωτική επέκταση; Τα νεοεκδιδόμενα υποκατάστατα χρήματος δανείζονται, φυσικά, στους πελάτες της τράπεζας. Ο πελάτης δαπανά στη συνέχεια το νέο χρήμα σε αγαθά και υπηρεσίες. Το νέο χρήμα αρχίζει να διαχέεται σε ολόκληρη την κοινωνία. Τελικά —συνήθως πολύ γρήγορα— δαπανάται για αγαθά ή υπηρεσίες ανθρώπων που χρησιμοποιούν άλλη τράπεζα. Ας υποθέσουμε ότι η Star Bank έχει επεκτείνει την πίστη· τα νεοεκδοθέντα τραπεζογραμμάτια ή οι καταθέσεις της Star Bank καταλήγουν στα χέρια του κ. Jones, ο οποίος χρησιμοποιεί τη City Bank. Μπορεί να προκύψουν δύο ενδεχόμενα, καθένα από τα οποία έχει την ίδια οικονομική επίπτωση: (α) ο Jones αποδέχεται τα τραπεζογραμμάτια ή τις καταθέσεις της Star Bank και τα καταθέτει στη City Bank, η οποία ζητεί εξαργύρωση από τη Star Bank· ή (β) ο Jones αρνείται να αποδεχθεί τα τραπεζογραμμάτια της Star Bank και απαιτεί από τον πελάτη της Star —ας πούμε τον κ. Smith—, ο οποίος αγόρασε κάτι από τον Jones, να εξαργυρώσει ο ίδιος το τραπεζογραμμάτιο και να πληρώσει τον Jones σε αποδεκτό βασικό χρήμα.
Έτσι, ενώ ο χρυσός ή ο άργυρος είναι αποδεκτοί σε ολόκληρη την αγορά, τα υποκατάστατα χρήματος μιας τράπεζας είναι αποδεκτά μόνο από τη δική της πελατεία. Είναι σαφές ότι η πιστωτική επέκταση μιας μεμονωμένης τράπεζας είναι περιορισμένη και ότι αυτός ο περιορισμός είναι ισχυρότερος: (α) όσο στενότερο είναι το εύρος της πελατείας της και (β) όσο μεγαλύτερη είναι η έκδοση υποκατάστατων χρήματος από αυτήν σε σχέση με την έκδοση των ανταγωνιστικών τραπεζών. Για να παραστήσουμε το πρώτο σημείο, ας υποθέσουμε ότι κάθε τράπεζα έχει μόνο έναν πελάτη. Τότε είναι προφανές ότι θα υπάρχει ελάχιστο περιθώριο πιστωτικής επέκτασης. Στο αντίθετο άκρο, αν μία τράπεζα χρησιμοποιείται από όλους στην οικονομία, δεν θα υπάρχουν απαιτήσεις εξαργύρωσης που να προκύπτουν από αγορές των πελατών της από μη πελάτες. Είναι προφανές ότι, υπό τις λοιπές συνθήκες αμετάβλητες, μια αριθμητικά μικρότερη πελατεία περιορίζει περισσότερο την πιστωτική επέκταση.
Όσον αφορά το δεύτερο σημείο, όσο μεγαλύτερος είναι ο βαθμός της σχετικής πιστωτικής επέκτασης οποιασδήποτε τράπεζας, τόσο συντομότερα θα φθάσει η ημέρα της εξαργύρωσης —και της ενδεχόμενης πτώχευσης—. Ας υποθέσουμε ότι η Star Bank επεκτείνει την πίστη, ενώ καμία ανταγωνιστική τράπεζα δεν το κάνει. Αυτό σημαίνει ότι οι πελάτες της Star Bank έχουν αυξήσει σημαντικά τα ταμειακά τους διαθέσιμα· ως αποτέλεσμα, η οριακή χρησιμότητα της διακράτησης κάθε μονάδας χρήματος μειώνεται γι’ αυτούς και ωθούνται να δαπανήσουν μεγάλο μέρος του νέου χρήματος. Μέρος αυτής της αυξημένης δαπάνης θα κατευθυνθεί στα αγαθά και στις υπηρεσίες ο ένας του άλλου, αλλά είναι σαφές ότι, όσο μεγαλύτερη είναι η πιστωτική επέκταση, τόσο ισχυρότερη θα είναι η τάση των δαπανών τους να «υπερχειλίζουν» προς τα αγαθά και τις υπηρεσίες μη πελατών. Αυτή η τάση υπερχείλισης, ή «εκροής», ενισχύεται σημαντικά όταν οι αυξημένες δαπάνες των πελατών για αγαθά και υπηρεσίες άλλων πελατών ανεβάζουν τις τιμές τους. Στο μεταξύ, οι τιμές των αγαθών που πωλούν οι μη πελάτες παραμένουν ίδιες. Κατά συνέπεια, οι πελάτες ωθούνται να αγοράζουν περισσότερα από μη πελάτες και λιγότερα μεταξύ τους· ενώ οι μη πελάτες αγοράζουν λιγότερα από πελάτες και περισσότερα μεταξύ τους. Το αποτέλεσμα είναι ένα «δυσμενές» εμπορικό ισοζύγιο των πελατών έναντι των μη πελατών.15 Είναι σαφές ότι αυτή η τάση του χρήματος να επιδιώκει ένα ενιαίο επίπεδο ανταλλακτικής αξίας σε ολόκληρη την αγορά αποτελεί παράδειγμα της διαδικασίας μέσω της οποίας το νέο χρήμα —στην προκειμένη περίπτωση, τα νέα υποκατάστατα χρήματος— διαχέεται στην αγορά. Όσο μεγαλύτερη, λοιπόν, είναι η σχετική πιστωτική επέκταση της τράπεζας, τόσο μεγαλύτερη και ταχύτερη θα είναι η εκροή και η επακόλουθη πίεση εξαργύρωσης προς την επεκτεινόμενη τράπεζα.
Γίνεται τώρα φανερός ο σκοπός για τον οποίο οι τράπεζες διατηρούν μεταλλικά αποθεματικά στα θησαυροφυλάκιά τους, αν υποθέσουμε ότι δεν υπάρχουν νομοθετικές απαιτήσεις αποθεματικών. Δεν είναι για να αντιμετωπίσουν μαζικές αναλήψεις, καθώς καμία τράπεζα κλασματικών αποθεματικών δεν μπορεί να είναι εξοπλισμένη ώστε να αντέξει μια μαζική ανάληψη. Είναι για να ικανοποιούν τις απαιτήσεις εξαργύρωσης που αναπόφευκτα θα προκύψουν από μη πελάτες.
Ο Mises κατέδειξε με λαμπρό τρόπο ότι μια επιμέρους περίπτωση αυτής της διαδικασίας ανακαλύφθηκε από τη βρετανική Νομισματική Σχολή και από τους κλασικούς θεωρητικούς του «διεθνούς εμπορίου» του δέκατου ένατου αιώνα. Αυτοί οι παλαιότεροι οικονομολόγοι υπέθεταν ότι όλες οι τράπεζες μιας ορισμένης περιοχής ή χώρας επεξέτειναν την πίστη μαζί. Το αποτέλεσμα ήταν αύξηση των τιμών των αγαθών που παράγονταν σε αυτή τη χώρα. Ένα περαιτέρω αποτέλεσμα ήταν ένα «δυσμενές» εμπορικό ισοζύγιο, δηλαδή εκροή βασικού μεταλλικού χρήματος προς άλλες χώρες. Εφόσον οι άλλες χώρες δεν χρησιμοποιούσαν τις τράπεζες της χώρας που επεξέτεινε την πίστη, η συνέπεια ήταν μια «εκροή μεταλλικού χρήματος» από τη χώρα αυτή και αυξημένη πίεση εξαργύρωσης προς τις τράπεζές της.
Όπως όλα τα μέρη της υπερτονισμένης και υπερβολικά επεξεργασμένης θεωρίας του «διεθνούς εμπορίου», αυτή η ανάλυση αποτελεί απλώς ειδική επιμέρους περίπτωση της «γενικής» οικονομικής θεωρίας. Και η κατάταξή της στη θεωρία του «διεθνούς εμπορίου», όπως έδειξε ο Mises, υποτιμά την πραγματική της σημασία.1617
Έτσι, όσο πιο ελεύθερα ανταγωνιστικές και πολυάριθμες είναι οι τράπεζες, τόσο λιγότερο θα μπορούν να επεκτείνουν τα ακάλυπτα πιστωτικά μέσα, ακόμη και αν αφήνονται ελεύθερες να το πράξουν. Όπως επισημάναμε στο κεφάλαιο 11, ένα τέτοιο σύστημα είναι γνωστό ως «ελεύθερη τραπεζική».18 Μια σημαντική ένσταση σε αυτή την ανάλυση της ελεύθερης τραπεζικής αφορά το πρόβλημα των τραπεζικών «καρτέλ». Αν οι τράπεζες συνενωθούν και συμφωνήσουν να επεκτείνουν ταυτόχρονα τις πιστώσεις τους, ο περιορισμός της πελατείας έναντι των ανταγωνιστικών τραπεζών θα αρθεί και η πελατεία κάθε τράπεζας θα διευρυνθεί ουσιαστικά ώστε να περιλαμβάνει όλους τους χρήστες τραπεζών. Ο Mises επισημαίνει, όμως, ότι οι υγιέστερες τράπεζες με υψηλότερα ποσοστά κλασματικών αποθεματικών δεν θα θελήσουν να χάσουν την καλή πίστη των δικών τους πελατών και να διακινδυνεύσουν μαζικές αναλήψεις, συνάπτοντας συμπαιγνιακές συμφωνίες με ασθενέστερες τράπεζες.19 Αυτός ο παράγοντας, αν και θέτει όρια σε τέτοιες συμφωνίες, δεν τις αποκλείει εντελώς. Διότι, στο κάτω κάτω, καμία τράπεζα κλασματικών αποθεματικών δεν είναι πραγματικά υγιής, και αν το κοινό μπορεί να πειστεί ότι, ας πούμε, ένα μεταλλικό αποθεματικό 80% είναι ασφαλές, μπορεί να πιστέψει το ίδιο για τράπεζες με αποθεματικά 60% ή ακόμη και 10%. Πράγματι, το ίδιο το γεγονός ότι το κοινό επιτρέπει στις ασθενέστερες τράπεζες να υπάρχουν καταδεικνύει ότι οι πιο συντηρητικές τράπεζες μπορεί να μη χάσουν πολλή καλή πίστη αν συμφωνήσουν να επεκταθούν μαζί τους.
Όπως κατέδειξε ο Mises, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, από τη σκοπιά των αντιπάλων του πληθωρισμού και της πιστωτικής επέκτασης, η ελεύθερη τραπεζική υπερέχει ενός συστήματος κεντρικής τραπεζικής (βλ. παρακάτω). Αλλά, όπως δήλωσε ο Amasa Walker:
Πολλά έχουν ειπωθεί, κατά καιρούς, για το πόσο επιθυμητή είναι η ελεύθερη τραπεζική. Δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία ότι είναι ορθό και δίκαιο να επιτρέπεται σε όποιον το επιλέγει να ασκεί τραπεζική δραστηριότητα εξίσου ελεύθερα με τη γεωργία ή οποιονδήποτε άλλο επιχειρηματικό κλάδο. Όμως, όσο η τραπεζική, όπως ασκείται σήμερα, σημαίνει την έκδοση μη μετατρέψιμου χαρτονομίσματος, τόσο το καλύτερο όσο περισσότερο εποπτεύεται και περιορίζεται. Όταν όμως τέτοιες εκδόσεις απαγορευθούν πλήρως και εκδίδονται μόνο τραπεζογραμμάτια ισοδύναμα με πιστοποιητικά αντίστοιχης ποσότητας νομισμάτων, η τραπεζική μπορεί να είναι εξίσου ελεύθερη με τη μεσιτεία. Το μόνο που θα έπρεπε να διασφαλιστεί θα ήταν να μη γίνεται καμία έκδοση παρά μόνο έναντι μεταλλικού χρήματος που βρίσκεται πράγματι διαθέσιμο.20
Ε. Το κράτος ως προαγωγός της πιστωτικής επέκτασης
Ιστορικά, τα κράτη έχουν προαγάγει και ενθαρρύνει σε μεγάλο βαθμό την πιστωτική επέκταση. Το έχουν πράξει αποδυναμώνοντας τους περιορισμούς που θέτει η αγορά στην τραπεζική πιστωτική επέκταση. Ένας τρόπος αποδυνάμωσης είναι να καταστήσουν την τράπεζα αναίσθητη στην απειλή των μαζικών αναλήψεων. Στην Αμερική του δέκατου ένατου αιώνα, το κράτος επέτρεπε στις τράπεζες, όταν αντιμετώπιζαν δυσχέρειες σε μια επιχειρηματική κρίση, να αναστέλλουν τις πληρωμές σε μεταλλικό χρήμα ενώ συνέχιζαν να λειτουργούν. Απαλλάσσονταν προσωρινά από τη συμβατική υποχρέωση εξόφλησης των χρεών τους, ενώ μπορούσαν να συνεχίζουν να δανείζουν και ακόμη να υποχρεώνουν τους οφειλέτες τους να αποπληρώνουν με τα δικά τους τραπεζογραμμάτια. Αυτός είναι ένας ισχυρός τρόπος εξάλειψης των περιορισμών στην πιστωτική επέκταση, καθώς οι τράπεζες γνωρίζουν ότι, αν υπερβούν τις δυνατότητές τους, το κράτος θα τους επιτρέψει να αποφεύγουν αμέριμνα την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων.
Υπό κανόνα παραστατικού χρήματος, τα κράτη —ή οι κεντρικές τους τράπεζες— μπορούν να δεσμευτούν ότι θα διασώζουν, μέσω αυξημένων εκδόσεων βασικού χρήματος, οποιαδήποτε τράπεζα ή οποιαδήποτε μεγάλη τράπεζα βρίσκεται σε δυσχέρεια. Στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα έγινε αποδεκτή η αρχή ότι η κεντρική τράπεζα πρέπει να λειτουργεί ως «δανειστής έσχατης προσφυγής», ο οποίος θα δανείζει αφειδώς χρήματα σε τράπεζες που απειλούνται με κατάρρευση. Ένα άλλο πρόσφατο αμερικανικό μέσο κατάργησης του περιορισμού που θέτει η εμπιστοσύνη στην τραπεζική πίστη είναι η «ασφάλιση καταθέσεων», με την οποία το κράτος εγγυάται ότι θα παρέχει χαρτονόμισμα για την εξόφληση των πληρωτέων σε πρώτη ζήτηση υποχρεώσεων των τραπεζών. Αυτά και παρόμοια μέσα καταργούν τα φρένα της αγοράς στην ανεξέλεγκτη πιστωτική επέκταση.
Ένα δεύτερο μέσο, πλέον τόσο νομιμοποιημένο ώστε κάθε χώρα που δεν το διαθέτει να θεωρείται απελπιστικά «καθυστερημένη», είναι η κεντρική τράπεζα. Η κεντρική τράπεζα, αν και συχνά ανήκει ονομαστικά σε ιδιώτες ή τράπεζες, διοικείται άμεσα από την εθνική κυβέρνηση. Ο σκοπός της, που δεν δηλώνεται πάντοτε ρητά, είναι η άρση του ανταγωνιστικού περιορισμού στην τραπεζική πίστη που παρέχει η ύπαρξη πλήθους ανεξάρτητων τραπεζών. Στόχος της είναι να εξασφαλίζει ότι όλες οι τράπεζες της χώρας συντονίζονται και, επομένως, θα επεκτείνονται ή θα συρρικνώνονται μαζί — κατά τη βούληση του κράτους. Και είδαμε ότι ο συντονισμός της επέκτασης αποδυναμώνει σημαντικά τα όρια που θέτει η αγορά.
Ο καθοριστικός τρόπος με τον οποίο τα κράτη έχουν εγκαθιδρύσει τον έλεγχο της κεντρικής τράπεζας επί του εμπορικού τραπεζικού συστήματος είναι η παραχώρηση στην κεντρική τράπεζα του μονοπωλίου έκδοσης τραπεζογραμματίων στη χώρα. Όπως είδαμε, τα υποκατάστατα χρήματος μπορούν να εκδίδονται υπό τη μορφή τραπεζογραμματίων ή λογιστικών καταθέσεων. Από οικονομική άποψη, οι δύο μορφές είναι ταυτόσημες. Το Κράτος όμως βρήκε πρόσφορο να διακρίνει μεταξύ τους και να απαγορεύσει κάθε έκδοση τραπεζογραμματίων από ιδιωτικές τράπεζες. Αυτή η κρατικοποίηση της δραστηριότητας έκδοσης τραπεζογραμματίων αναγκάζει τις εμπορικές τράπεζες να προσφεύγουν στην κεντρική τράπεζα όποτε οι πελάτες τους επιθυμούν να ανταλλάξουν καταθέσεις όψεως με τραπεζογραμμάτια. Για να αποκτήσουν τραπεζογραμμάτια προς διάθεση στους πελάτες τους, οι εμπορικές τράπεζες πρέπει να τα αγοράσουν από την κεντρική τράπεζα. Τέτοιες αγορές μπορούν να γίνουν μόνο με πώληση των χρυσών νομισμάτων τους ή άλλου βασικού χρήματος ή με άντληση από τους καταθετικούς λογαριασμούς τους στην κεντρική τράπεζα.
Εφόσον το κοινό επιθυμεί πάντοτε να κατέχει μέρος των χρημάτων του υπό τη μορφή τραπεζογραμματίων και μέρος σε καταθέσεις όψεως, οι τράπεζες πρέπει να διατηρούν συνεχή σχέση με την κεντρική τράπεζα για να εξασφαλίζουν εφοδιασμό με τραπεζογραμμάτια. Η πιο πρόσφορη διαδικασία είναι να ανοίγουν λογαριασμούς καταθέσεων όψεως στην κεντρική τράπεζα, η οποία γίνεται έτσι η «τράπεζα των τραπεζών». Αυτές οι καταθέσεις όψεως —μαζί με τον χρυσό στα θησαυροφυλάκιά τους— αποτελούν τα αποθεματικά των τραπεζών. Η κεντρική τράπεζα μπορεί επίσης να δημιουργεί ευκολότερα υποχρεώσεις πληρωτέες σε πρώτη ζήτηση που δεν καλύπτονται κατά 100% από χρυσό, και αυτές οι αυξημένες υποχρεώσεις προστίθενται στα αποθεματικά και στις καταθέσεις όψεως που κατέχουν οι τράπεζες ή αυξάνουν τα κυκλοφορούντα τραπεζογραμμάτια της κεντρικής τράπεζας. Η αύξηση των αποθεματικών των τραπεζών σε ολόκληρη τη χώρα θα τις ωθήσει να επεκτείνουν την πίστη, ενώ κάθε μείωση αυτών των αποθεματικών θα προκαλέσει γενική πιστωτική συρρίκνωση.
Η κεντρική τράπεζα μπορεί να αυξήσει τα αποθεματικά των τραπεζών μιας χώρας με τρεις τρόπους: (α) δανείζοντάς τους απλώς αποθεματικά· (β) αγοράζοντας στοιχεία του ενεργητικού τους, προσθέτοντας έτσι άμεσα ποσά στους καταθετικούς λογαριασμούς των τραπεζών στην κεντρική τράπεζα· ή (γ) αγοράζοντας χρεωστικούς τίτλους του κοινού, το οποίο στη συνέχεια θα καταθέσει τις εντολές πληρωμής επί της κεντρικής τράπεζας στις διάφορες τράπεζες που εξυπηρετούν άμεσα το κοινό, επιτρέποντάς τους έτσι να χρησιμοποιήσουν τις πιστώσεις επί της κεντρικής τράπεζας για να αυξήσουν τα δικά τους αποθεματικά. Η δεύτερη διαδικασία είναι γνωστή ως προεξόφληση· η τελευταία ως αγορά ανοικτής αγοράς. Η μη ανανέωση των προεξοφλήσεων καθώς λήγουν τα δάνεια θα μειώσει τα αποθεματικά, όπως και οι πωλήσεις ανοικτής αγοράς. Στις πωλήσεις ανοικτής αγοράς, οι άνθρωποι θα πληρώσουν την κεντρική τράπεζα για τα περιουσιακά στοιχεία που αγοράζουν με επιταγές επί των λογαριασμών τους στις τράπεζες· και η κεντρική τράπεζα εισπράττει την πληρωμή μειώνοντας στα βιβλία της τα αποθεματικά των τραπεζών. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα περιουσιακά στοιχεία που αγοράζονται ή πωλούνται στην ανοικτή αγορά είναι κρατικοί χρεωστικοί τίτλοι.21
Έτσι, το τραπεζικό σύστημα συντονίζεται υπό την αιγίδα του κράτους. Η κεντρική τράπεζα περιβάλλεται πάντοτε με μεγάλο κύρος από το κράτος που τη δημιούργησε. Συχνά το κράτος καθιστά τα τραπεζογραμμάτιά της νόμιμο χρήμα αναγκαστικής αποδοχής. Υπό τον κανόνα χρυσού, οι εκτεταμένοι πόροι που διαθέτει, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ολόκληρη η χώρα αποτελεί την πελατεία της, συνήθως καθιστούν αμελητέα κάθε δυσχέρεια που μπορεί να αντιμετωπίζει στην εξαργύρωση των υποχρεώσεών της σε χρυσό. Επιπλέον, είναι βέβαιο ότι κανένα κράτος δεν θα αφήσει τη δική του κεντρική τράπεζα —δηλαδή τον εαυτό του— να πτωχεύσει· στην κεντρική τράπεζα θα επιτρέπεται πάντοτε να αναστέλλει τις πληρωμές σε μεταλλικό χρήμα σε περιόδους σοβαρής δυσχέρειας. Μπορεί, επομένως, να προκαλεί η ίδια πληθωρισμό και να επεκτείνει την πίστη —μέσω αναπροεξοφλήσεων και αγορών ανοικτής αγοράς— και, αυξάνοντας τα τραπεζικά αποθεματικά, να ωθεί σε πολλαπλάσια επέκταση της τραπεζικής πίστης σε ολόκληρη τη χώρα. Η επίδραση είναι πολλαπλάσια επειδή οι τράπεζες γενικά διατηρούν ορισμένη αναλογία αποθεματικών προς υποχρεώσεις —βασισμένη σε εκτιμήσεις για τις εξαργυρώσεις από μη πελάτες— και μια γενική αύξηση των αποθεματικών τους θα προκαλέσει πολλαπλάσια επέκταση των ακάλυπτων πιστωτικών μέσων. Μάλιστα, ο πολλαπλασιαστής θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο, διότι η γνώση ότι όλες οι τράπεζες συντονίζονται και επεκτείνονται μαζί μειώνει την πιθανότητα εξαργύρωσης από μη πελάτες και, επομένως, το ποσοστό αποθεματικών που θα επιθυμεί να διατηρεί κάθε τράπεζα.
Όταν το κράτος «εγκαταλείπει» τον κανόνα χρυσού, τα τραπεζογραμμάτια της κεντρικής τράπεζας καθίστανται νόμιμο χρήμα αναγκαστικής αποδοχής και ουσιαστικά το βασικό χρήμα. Η κεντρική τράπεζα δεν μπορεί πλέον να καταρρεύσει, και αυτό, φυσικά, εξαλείφει πρακτικά τους περιορισμούς στην πιστωτική της επέκταση. Στις σημερινές Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, ο ισχύων κατά βάση παραστατικός κανόνας —γνωστός επίσης ως «περιορισμένος διεθνής κανόνας χρυσών ράβδων»— εξαλείφει ουσιαστικά την πίεση εξαργύρωσης, ενώ η πρόθυμη παροχή αποθεματικών από την κεντρική τράπεζα, καθώς και η ασφάλιση καταθέσεων, εξαλείφουν την απειλή τραπεζικής κατάρρευσης.22 Για να εξασφαλίσουν συγκεντρωτικό κρατικό έλεγχο επί της τραπεζικής πίστης, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιβάλλουν στις τράπεζες μια ορισμένη ελάχιστη αναλογία αποθεματικών —σχεδόν εξ ολοκλήρου καταθέσεων στην κεντρική τράπεζα— προς καταθέσεις.
Όσο μια χώρα βρίσκεται υπό οποιαδήποτε έννοια «στον κανόνα χρυσού», η κεντρική τράπεζα και το τραπεζικό σύστημα πρέπει να ανησυχούν για εξωτερική εκροή μεταλλικού χρήματος, αν ο πληθωρισμός γίνει υπερβολικός. Υπό έναν απεριόριστο κανόνα χρυσού, πρέπει επίσης να ανησυχούν για εσωτερική εκροή που προκύπτει από τις απαιτήσεις όσων δεν χρησιμοποιούν τις τράπεζες. Μια μετατόπιση των προτιμήσεων του κοινού από τις καταθέσεις προς τα τραπεζογραμμάτια θα φέρει σε δυσχέρεια τις εμπορικές τράπεζες, αν και όχι την κεντρική τράπεζα. Η επίμονη προπαγάνδα για τις ευκολίες της τραπεζικής, ωστόσο, έχει περιορίσει τις τάξεις εκείνων που δεν χρησιμοποιούν τράπεζες σε λίγους δυσαρεστημένους. Ως αποτέλεσμα, ο μόνος περιορισμός στην πιστωτική επέκταση είναι πλέον εξωτερικός. Τα κράτη, φυσικά, επιθυμούν πάντοτε να καταργούν κάθε περιορισμό στις εξουσίες τους να προκαλούν νομισματική επέκταση. Ένας τρόπος άρσης της εξωτερικής απειλής είναι η προώθηση της διεθνούς συνεργασίας, ώστε όλα τα κράτη και όλες οι κεντρικές τράπεζες να επεκτείνουν την προσφορά χρήματός τους με ενιαίο ρυθμό. Η «ιδανική» συνθήκη για απεριόριστο πληθωρισμό είναι, φυσικά, ένα παγκόσμιο παραστατικό χαρτονόμισμα, εκδιδόμενο από μια παγκόσμια κεντρική τράπεζα ή άλλη κρατική αρχή. Ένα αμιγώς παραστατικό χρήμα σε εθνική κλίμακα θα εξυπηρετούσε σχεδόν εξίσου καλά, αλλά τότε θα υπήρχε η δυσχέρεια της υποτίμησης των εθνικών νομισμάτων σε όρους άλλων νομισμάτων και της πολύ μεγαλύτερης ακρίβειας των εισαγωγών.23
ΣΤ. Το έσχατο όριο: Η ανεξέλεγκτη άνθηση
Με την καθιέρωση παραστατικού χρήματος από ένα Κράτος ή από ένα Παγκόσμιο Κράτος, θα φαινόταν ότι εξαλείφονται όλοι οι περιορισμοί στην πιστωτική επέκταση ή σε οποιονδήποτε πληθωρισμό. Η κεντρική τράπεζα μπορεί να εκδίδει απεριόριστες ποσότητες ονομαστικών μονάδων χαρτονομίσματος, χωρίς να περιορίζεται από την ανάγκη εξόρυξης κάποιου εμπορεύματος από το έδαφος. Αυτές μπορούν να παρέχονται στις τράπεζες για να ενισχύουν την πίστη τους κατά τη βούληση του κράτους. Δεν υπάρχουν προβλήματα εσωτερικής ή εξωτερικής εκροής. Και αν υπήρχε ένα Παγκόσμιο Κράτος, ή ένα συνεργαζόμενο καρτέλ Κρατών, με παγκόσμια τράπεζα και παγκόσμιο χαρτονόμισμα, και αν το χρυσό και αργυρό χρήμα ήταν απαγορευμένα, δεν θα μπορούσε τότε το Παγκόσμιο Κράτος να επεκτείνει την προσφορά χρήματος κατά βούληση χωρίς δυσχέρειες συναλλάγματος ή εξωτερικού εμπορίου, αναδιανέμοντας μόνιμα τον πλούτο από εκείνους που επιλέγει η αγορά προς τους δικούς του ευνοουμένους, από τους εκούσιους παραγωγούς προς τις άρχουσες κάστες;
Πολλοί οικονομολόγοι και οι περισσότεροι άλλοι άνθρωποι υποθέτουν ότι το Κράτος θα μπορούσε να επιτύχει αυτόν τον στόχο. Στην πραγματικότητα, δεν θα μπορούσε, διότι υπάρχει ένα έσχατο όριο στον πληθωρισμό —πολύ ευρύ, ασφαλώς, αλλά τρομερό— που τελικά θα κατανικήσει κάθε πληθωρισμό. Παραδόξως, πρόκειται για το φαινόμενο του ανεξέλεγκτου πληθωρισμού, ή υπερπληθωρισμού.
Όταν το κράτος και το τραπεζικό σύστημα αρχίζουν να διογκώνουν την προσφορά χρήματος, το κοινό συνήθως τα βοηθά άθελά του σε αυτό το έργο. Το κοινό, μη γνωρίζοντας την πραγματική φύση της διαδικασίας, πιστεύει ότι η αύξηση των τιμών είναι παροδική και ότι οι τιμές σύντομα θα επιστρέψουν στο «κανονικό». Όπως επισημάναμε παραπάνω, οι άνθρωποι θα αποθησαυρίζουν επομένως περισσότερο χρήμα, δηλαδή θα διατηρούν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους υπό τη μορφή ταμειακών διαθεσίμων. Η κοινωνική ζήτηση χρήματος, εν ολίγοις, αυξάνεται. Ως αποτέλεσμα, οι τιμές τείνουν να αυξάνονται λιγότερο από αναλογικά προς την αύξηση της ποσότητας χρήματος. Το κράτος αποκτά από το κοινό περισσότερους πραγματικούς πόρους από όσους ανέμενε, καθώς η ζήτηση του κοινού για αυτούς τους πόρους έχει μειωθεί.
Τελικά, το κοινό αρχίζει να συνειδητοποιεί τι συμβαίνει. Φαίνεται ότι το κράτος επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τον πληθωρισμό ως μόνιμη μορφή φορολογίας. Αλλά το κοινό διαθέτει ένα όπλο για να καταπολεμήσει αυτή τη λεηλασία. Μόλις οι άνθρωποι αντιληφθούν ότι το κράτος θα συνεχίσει να προκαλεί πληθωρισμό και ότι, επομένως, οι τιμές θα συνεχίσουν να αυξάνονται, θα εντείνουν τις αγορές αγαθών. Διότι θα συνειδητοποιήσουν ότι κερδίζουν αγοράζοντας τώρα, αντί να περιμένουν κάποια μελλοντική στιγμή κατά την οποία η αξία της νομισματικής μονάδας θα είναι χαμηλότερη και οι τιμές υψηλότερες. Με άλλα λόγια, η κοινωνική ζήτηση χρήματος μειώνεται και οι τιμές αρχίζουν πλέον να αυξάνονται ταχύτερα από την προσφορά χρήματος. Όταν συμβαίνει αυτό, η δήμευση από το κράτος, ή η «φορολογική» επίδραση του πληθωρισμού, θα είναι μικρότερη από όση ανέμενε το κράτος, διότι η αγοραστική δύναμη του αυξημένου χρήματος θα περιοριστεί από τη μεγαλύτερη άνοδο των τιμών. Αυτό το στάδιο του πληθωρισμού είναι η αρχή του υπερπληθωρισμού, της ανεξέλεγκτης άνθησης.24
Η χαμηλότερη ζήτηση χρήματος επιτρέπει στο κράτος να αποσπά λιγότερους πόρους, αλλά το κράτος μπορεί ακόμη να αποκτά πόρους όσο η αγορά εξακολουθεί να χρησιμοποιεί το χρήμα. Η επιταχυνόμενη αύξηση των τιμών θα οδηγήσει, μάλιστα, σε διαμαρτυρίες για «έλλειψη χρήματος» και θα ωθήσει το κράτος σε εντονότερες πληθωριστικές προσπάθειες, προκαλώντας έτσι ακόμη ταχύτερες αυξήσεις τιμών. Αυτή η διαδικασία, όμως, δεν θα συνεχιστεί για πολύ. Καθώς η αύξηση των τιμών συνεχίζεται, το κοινό αρχίζει μια «φυγή από το χρήμα», απαλλασσόμενο από αυτό όσο το δυνατόν γρηγορότερα για να επενδύσει σε πραγματικά αγαθά —σχεδόν οποιαδήποτε πραγματικά αγαθά— ως μέσα διατήρησης αξίας για το μέλλον. Αυτή η φρενήρης φυγή από το χρήμα, μειώνοντας τη ζήτηση διακράτησης χρήματος σχεδόν στο μηδέν, προκαλεί αστρονομική άνοδο των τιμών. Η αξία της νομισματικής μονάδας υποχωρεί πρακτικά στο μηδέν. Η καταστροφή και ο όλεθρος που προκαλεί η ανεξέλεγκτη άνθηση στον πληθυσμό είναι τεράστια. Οι ομάδες σχετικά σταθερού εισοδήματος εξανεμίζονται οικονομικά. Η παραγωγή μειώνεται δραστικά —ωθώντας τις τιμές ακόμη υψηλότερα—, καθώς οι άνθρωποι χάνουν το κίνητρο να εργάζονται, αφού πρέπει να αφιερώνουν μεγάλο μέρος του χρόνου τους στην προσπάθεια να απαλλαγούν από τα χρήματα. Το κύριο ζητούμενο γίνεται η απόκτηση πραγματικών αγαθών, όποια και αν είναι αυτά, και η δαπάνη του χρήματος αμέσως μόλις εισπραχθεί. Όταν επιτευχθεί αυτό το ανεξέλεγκτο στάδιο, η οικονομία ουσιαστικά καταρρέει, η αγορά σχεδόν παύει να υπάρχει και η κοινωνία επιστρέφει σε μια κατάσταση σχεδόν γενικευμένου αντιπραγματισμού και πλήρους εξαθλίωσης.25 Τα εμπορεύματα αρχίζουν τότε να καθιερώνονται σταδιακά ως μέσα ανταλλαγής. Το κοινό έχει απαλλαγεί από το βάρος του πληθωρισμού χρησιμοποιώντας το έσχατο όπλο του: μειώνοντας τη ζήτηση χρήματος σε τέτοιο βαθμό ώστε το κρατικό χρήμα να καταστεί άνευ αξίας. Όταν όλα τα άλλα όρια και οι μορφές πειθούς αποτύχουν, αυτός είναι ο μόνος τρόπος —μέσω χάους και οικονομικής κατάρρευσης— με τον οποίο οι άνθρωποι μπορούν να επιβάλουν την επιστροφή στο «σκληρό» εμπορευματικό χρήμα της ελεύθερης αγοράς.
Ο πιο γνωστός ανεξέλεγκτος πληθωρισμός ήταν η γερμανική εμπειρία του 1923. Είναι ιδιαίτερα διδακτική επειδή έλαβε χώρα σε μία από τις πιο προηγμένες βιομηχανικές χώρες του κόσμου.26 Τα χαοτικά γεγονότα του γερμανικού υπερπληθωρισμού και άλλων επιταχυνόμενων περιόδων άνθησης, όμως, δεν είναι παρά ωχρή σκιά εκείνων που θα συνέβαιναν υπό τον πληθωρισμό ενός Παγκόσμιου Κράτους. Διότι η Γερμανία μπόρεσε να ανακάμψει και να επιστρέψει γρήγορα σε μια πλήρη εγχρήματη οικονομία της αγοράς, καθώς μπορούσε να θεσπίσει ένα νέο νόμισμα βασισμένο στην ανταλλαγή με άλλα προϋπάρχοντα χρήματα — χρυσό ή ξένα χαρτονομίσματα. Όπως είδαμε, όμως, το θεώρημα παλινδρόμησης του Mises δείχνει ότι κανένα χρήμα δεν μπορεί να καθιερωθεί στην αγορά παρά μόνο εφόσον μπορεί να ανταλλαχθεί με ένα ήδη υπάρχον χρήμα, το οποίο, με τη σειρά του, πρέπει τελικά να ανάγεται σε κάποιο εμπόρευμα του αντιπραγματισμού. Αν ένα Παγκόσμιο Κράτος απαγορεύσει τον χρυσό και τον άργυρο και καθιερώσει ένα ενιαίο παραστατικό χρήμα, το οποίο κατόπιν διογκώνει μέχρι να καταστραφεί από μια ανεξέλεγκτη άνθηση, δεν θα υπάρχει κανένα προϋπάρχον χρήμα στην αγορά. Το έργο της ανασυγκρότησης θα είναι τότε ασύγκριτα δυσκολότερο.
Ζ. Πληθωρισμός και αντισταθμιστική δημοσιονομική πολιτική
Τα τελευταία χρόνια, ο πληθωρισμός ορίζεται γενικά ως αύξηση των τιμών. Αυτός είναι ένας εξαιρετικά ανεπαρκής ορισμός. Οι τιμές είναι ιδιαίτερα σύνθετα φαινόμενα, τα οποία επηρεάζονται από πολλούς διαφορετικούς αιτιακούς παράγοντες. Μπορεί να αυξάνονται ή να μειώνονται από την πλευρά των αγαθών, δηλαδή ως αποτέλεσμα μεταβολής της προσφοράς αγαθών στην αγορά. Μπορεί να αυξάνονται ή να μειώνονται εξαιτίας μεταβολής της κοινωνικής ζήτησης διακράτησης χρήματος· ή μπορεί να ανεβαίνουν ή να πέφτουν λόγω μεταβολής της προσφοράς χρήματος. Η συνάθροιση όλων αυτών των αιτιών είναι παραπλανητική, διότι συγκαλύπτει τις επιμέρους επιδράσεις, η απομόνωση των οποίων αποτελεί σκοπό της επιστήμης. Έτσι, η προσφορά χρήματος μπορεί να αυξάνεται, ενώ ταυτόχρονα η κοινωνική ζήτηση χρήματος αυξάνεται από την πλευρά των αγαθών, υπό τη μορφή αυξημένης προσφοράς αγαθών. Η μία μπορεί να αντισταθμίζει την άλλη, χωρίς να προκύπτουν γενικές μεταβολές τιμών. Παρ’ όλα αυτά, και οι δύο διαδικασίες εξακολουθούν να ασκούν την επίδρασή τους. Οι πόροι θα εξακολουθούν να μετατοπίζονται ως αποτέλεσμα του πληθωρισμού και ο οικονομικός κύκλος που προκαλεί η πιστωτική επέκταση θα εξακολουθήσει να εμφανίζεται. Είναι, επομένως, εξαιρετικά ακατάλληλο να ορίζεται ο πληθωρισμός ως άνοδος των τιμών.
Οι μεταβολές στις κλίμακες προσφοράς αγαθών και ζήτησης χρήματος αποτελούν όλες αποτελέσματα εκούσιων μεταβολών των προτιμήσεων στην αγορά. Το ίδιο ισχύει για τις αυξήσεις της προσφοράς χρυσού ή αργύρου. Αλλά οι αυξήσεις των ακάλυπτων πιστωτικών ή παραστατικών μέσων αποτελούν πράξεις δόλιας παρέμβασης στην αγορά, οι οποίες στρεβλώνουν τις εκούσιες προτιμήσεις και την εκουσίως καθορισμένη διάρθρωση του εισοδήματος και του πλούτου. Επομένως, ο καταλληλότερος ορισμός του «πληθωρισμού» είναι εκείνος που εκθέσαμε παραπάνω: αύξηση της προσφοράς χρήματος πέρα από οποιαδήποτε αύξηση του μεταλλικού χρήματος.27
Γίνεται τώρα εμφανής ο παραλογισμός των διαφόρων κρατικών προγραμμάτων «καταπολέμησης του πληθωρισμού». Οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν ότι οι κρατικοί αξιωματούχοι πρέπει να περιπολούν διαρκώς στις επάλξεις, εξοπλισμένοι με τεράστια ποικιλία προγραμμάτων «ελέγχου» σχεδιασμένων για να καταπολεμήσουν τον εχθρό που λέγεται πληθωρισμός. Ωστόσο, το μόνο που πραγματικά χρειάζεται είναι το κράτος και οι τράπεζες —οι οποίες σήμερα ελέγχονται σχεδόν πλήρως από το κράτος— να πάψουν να προκαλούν πληθωρισμό.28 Γίνεται επίσης σαφής ο παραλογισμός του όρου «πληθωριστική πίεση». Είτε το κράτος και οι τράπεζες προκαλούν πληθωρισμό είτε όχι· δεν υπάρχει κάτι που να λέγεται «πληθωριστική πίεση».29
Η ιδέα ότι το κράτος έχει καθήκον να φορολογεί το κοινό για να «απορροφήσει την υπερβάλλουσα αγοραστική δύναμη» είναι ιδιαίτερα γελοία.30 Αν έχει προηγηθεί πληθωρισμός, αυτή η «υπερβάλλουσα αγοραστική δύναμη» είναι ακριβώς το αποτέλεσμα του προηγούμενου κρατικού πληθωρισμού. Εν ολίγοις, το κράτος υποτίθεται ότι πρέπει να επιβαρύνει το κοινό δύο φορές: μία φορά ιδιοποιούμενο τους πόρους της κοινωνίας μέσω διόγκωσης της προσφοράς χρήματος και ξανά φορολογώντας το κοινό για να ανακτήσει το νέο χρήμα. Αντί λοιπόν να «αναχαιτίζει την πληθωριστική πίεση», ένα πλεόνασμα φορολογικών εσόδων κατά την άνθηση θα επιβάλει απλώς πρόσθετο βάρος στο κοινό. Αν οι φόροι χρησιμοποιούνται για περαιτέρω κρατικές δαπάνες ή για αποπληρωμή χρεών προς το κοινό, τότε δεν υπάρχει καν αποπληθωριστική επίδραση. Αν οι φόροι χρησιμοποιούνται για την εξόφληση κρατικού χρέους που κατέχουν οι τράπεζες, η αποπληθωριστική επίδραση δεν θα αποτελεί πιστωτική συρρίκνωση και, επομένως, δεν θα διορθώσει τις δυσαρμονίες που προκάλεσε ο προηγούμενος πληθωρισμός. Θα δημιουργήσει, μάλιστα, περαιτέρω δικές της αποδιοργανώσεις και στρεβλώσεις.
Η κεϋνσιανή και νεοκεϋνσιανή «αντισταθμιστική δημοσιονομική πολιτική» υποστηρίζει ότι το κράτος πρέπει να προκαλεί αποπληθωρισμό κατά μια «πληθωριστική» περίοδο και πληθωρισμό —δημιουργώντας ελλείμματα που χρηματοδοτούνται με δανεισμό από τις τράπεζες— για να καταπολεμήσει μια ύφεση. Είναι σαφές ότι ο κρατικός πληθωρισμός μπορεί να ανακουφίσει την ανεργία και να μειώσει τα απούλητα αποθέματα μόνο αν η διαδικασία εξαπατά τους κατόχους ώστε να αποδέχονται χαμηλότερες πραγματικές τιμές ή μισθούς. Αυτή η «νομισματική ψευδαίσθηση» στηρίζεται στο ότι οι κάτοχοι αγνοούν τόσο πολλά ώστε να μην αντιλαμβάνονται πότε έχουν μειωθεί τα πραγματικά τους εισοδήματα — σαθρό θεμέλιο για μια θεραπεία. Επιπλέον, ο πληθωρισμός θα ωφελήσει μέρος του κοινού εις βάρος του υπόλοιπου, και κάθε πιστωτική επέκταση θα θέσει απλώς σε κίνηση έναν ακόμη κύκλο «άνθησης και κατάρρευσης». Οι κεϋνσιανοί παρουσιάζουν το νομισματικό και δημοσιονομικό σύστημα της ελεύθερης αγοράς ως σύστημα χωρίς τιμόνι, έτσι ώστε η οικονομία, αν και εύκολα προσαρμόσιμη από άλλες απόψεις, να βαδίζει διαρκώς σε ένα επισφαλές τεντωμένο σχοινί ανάμεσα στην ύφεση και στην ανεργία από τη μία πλευρά και στον πληθωρισμό από την άλλη. Καθίσταται τότε αναγκαίο το κράτος, με τη σοφία του, να παρέμβει και να οδηγήσει την οικονομία σε σταθερή πορεία. Μετά την ολοκληρωμένη ανάλυσή μας για το χρήμα και τους οικονομικούς κύκλους, όμως, θα πρέπει να είναι προφανές ότι η πραγματική εικόνα είναι σχεδόν ακριβώς η αντίστροφη. Η ελεύθερη αγορά, αν παρέμενε ανεμπόδιστη, δεν θα κινδύνευε να υποστεί πληθωρισμό, αποπληθωρισμό, ύφεση ή ανεργία. Αλλά η κρατική παρέμβαση δημιουργεί το τεντωμένο σχοινί για την οικονομία και διαρκώς, αν και μερικές φορές άθελά της, ωθεί την οικονομία σε αυτές τις παγίδες.
Σημειώσεις
Μολονότι έχει προφανείς επιπτώσεις σε τρίτους, αυτός ο τύπος παρέμβασης είναι ουσιαστικά δυαδικός, επειδή ο εκδότης, ή παρεμβαίνων, κερδίζει εις βάρος των μεμονωμένων κατόχων γνήσιου χρήματος. Οι «γραμμές δύναμης» εκτείνονται ακτινωτά από τους παρεμβαίνοντες προς καθέναν από εκείνους που υφίστανται απώλειες. ↩︎
Ο πληθωρισμός, στο παρόν έργο, ορίζεται ρητά ώστε να αποκλείει τις αυξήσεις του αποθέματος μεταλλικού χρήματος. Μολονότι αυτές οι αυξήσεις έχουν παρόμοιες επιπτώσεις, όπως η άνοδος των τιμών των αγαθών, διαφέρουν επίσης ριζικά ως προς άλλες επιπτώσεις: (α) οι απλές αυξήσεις του μεταλλικού χρήματος δεν αποτελούν παρέμβαση στην ελεύθερη αγορά, η οποία επιβαρύνει μία ομάδα και επιδοτεί άλλη· και (β) δεν οδηγούν στις διαδικασίες του οικονομικού κύκλου. ↩︎
Πρβλ. Mises, Theory of Money and Credit, σ. 140–142. ↩︎
Ο διακηρυγμένος στόχος του πληθωριστικού προγράμματος του Keynes ήταν η «ευθανασία του εισοδηματία». Αντιλαμβανόταν ο Keynes ότι υποστήριζε την όχι και τόσο ευσπλαχνική εξόντωση ορισμένων από τις πιο ανίκανες προς εργασία ομάδες ολόκληρου του πληθυσμού — ομάδων των οποίων η οριακή παραγωγικότητα σε όρους αξίας συνίστατο σχεδόν αποκλειστικά στις αποταμιεύσεις τους; Keynes, General Theory, σ. 376. ↩︎
Για μια ενδιαφέρουσα εξέταση ορισμένων πτυχών του λογιστικού σφάλματος, βλ. W.T. Baxter, «The Accountant’s Contribution to the Trade Cycle», Economica, Μάιος 1955, σ. 99–112. Βλ. επίσης Mises, Theory of Money and Credit, σ. 202–204· και Human Action, σ. 546–547. ↩︎
Στον βαθμό που το νέο χρήμα δανείζεται σε καταναλωτές και όχι σε επιχειρήσεις, οι κυκλικές επιπτώσεις που εξετάζονται σε αυτή την ενότητα δεν εμφανίζονται. ↩︎
Βλ. Mises, Human Action, σ. 557. ↩︎
Εφόσον ο Knut Wicksell είναι ένας από τους θεμελιωτές αυτής της προσέγγισης του οικονομικού κύκλου, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η δική μας χρήση του όρου «φυσικό επιτόκιο» διαφέρει από τη δική του. Το «φυσικό επιτόκιο» του Wicksell ήταν συγγενές προς το δικό μας «επιτόκιο της ελεύθερης αγοράς»· το δικό μας «φυσικό επιτόκιο» είναι το ποσοστό απόδοσης που αποκομίζουν οι επιχειρήσεις στην υφιστάμενη αγορά χωρίς να συνυπολογίζεται ο τόκος των δανείων. Αντιστοιχεί σε εκείνο που έχει ονομαστεί παραπλανητικά «κανονικό ποσοστό κέρδους», αλλά είναι στην πραγματικότητα το βασικό επιτόκιο. Βλ. το κεφάλαιο 6 παραπάνω. ↩︎
Αν ορισμένοι αναγνώστες μπουν στον πειρασμό να ρωτήσουν γιατί η πιστωτική συρρίκνωση δεν θα οδηγήσει στον αντίθετο τύπο εσφαλμένης επένδυσης από εκείνον της άνθησης —υπερεπένδυση σε κεφαλαιουχικά αγαθά κατώτερης τάξης και υποεπένδυση σε αγαθά ανώτερης τάξης—, η απάντηση είναι ότι δεν υπάρχει αυθαίρετη δυνατότητα επιλογής μεταξύ επένδυσης σε αγαθά ανώτερης ή κατώτερης τάξης. Η αυξημένη επένδυση πρέπει να πραγματοποιείται στα αγαθά ανώτερης τάξης — στην επιμήκυνση της παραγωγικής διάρθρωσης. Ένα μειωμένο ποσό επένδυσης απλώς περιορίζει την επένδυση ανώτερης τάξης. Έτσι, δεν θα υπάρχει πλεόνασμα επένδυσης στις κατώτερες τάξεις, αλλά απλώς βραχύτερη διάρθρωση από εκείνη που θα υπήρχε διαφορετικά. Η συρρίκνωση, σε αντίθεση με την επέκταση, δεν δημιουργεί θετικές εσφαλμένες επενδύσεις. ↩︎
Αν η οικονομία βρίσκεται υπό κανόνα χρυσού ή αργύρου, πολλοί υπέρμαχοι της ελεύθερης αγοράς θα υποστηρίξουν την πιστωτική συρρίκνωση για τους ακόλουθους πρόσθετους λόγους: (α) για να διαφυλαχθεί η αρχή της εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων και (β) για να τιμωρηθούν οι τράπεζες για την επέκτασή τους και να εξαναγκαστούν να επιστρέψουν προς μια πολιτική μεταλλικών αποθεματικών 100%. ↩︎
Ο Mises παρουσίασε για πρώτη φορά την «αυστριακή θεωρία» σε μια αξιοσημείωτη ενότητα του Theory of Money and Credit, σ. 346–366. Για μια πιο ανεπτυγμένη παρουσίαση, βλ. το Human Action, σ. 547–583. Για τις σημαντικές συμβολές του F.A. Hayek, βλ. ιδίως το Prices and Production, καθώς και το Monetary Theory and the Trade Cycle (London: Jonathan Cape, 1933) και το Profits, Interest, and Investment. Άλλα έργα στην παράδοση του Mises περιλαμβάνουν το Robbins, The Great Depression, και το Fritz Machlup, The Stock Market, Credit, and Capital Formation (New York: Macmillan & Co., 1940). ↩︎
Βλ. Mises, Human Action, σ. 577–578· και Hayek, Prices and Production, σ. 96–99. ↩︎
Ίσως ένας λόγος για τη συνεχιζόμενη εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα είναι ότι οι άνθρωποι γενικά πιστεύουν πως η απάτη διώκεται από το κράτος και ότι, επομένως, κάθε πρακτική που δεν διώκεται πρέπει να είναι υγιής. Πράγματι, τα κράτη, όπως θα δούμε παρακάτω, καταβάλλουν πάντοτε ιδιαίτερες προσπάθειες για να στηρίζουν το τραπεζικό σύστημα. ↩︎
Όλα αυτά, φυσικά, προϋποθέτουν ότι δεν υπάρχει άλλη κρατική παρέμβαση στην τραπεζική πέρα από την άδεια λειτουργίας με κλασματικά αποθεματικά. Από την εισαγωγή της «ασφάλισης» καταθέσεων κατά το New Deal, για παράδειγμα, ο περιορισμός των μαζικών αναλήψεων έχει ουσιαστικά εξαλειφθεί από αυτή την πράξη παραχώρησης ειδικού προνομίου. ↩︎
Στο ενοποιημένο ισοζύγιο πληρωμών των πελατών, το χρηματικό εισόδημα από πωλήσεις σε μη πελάτες —εξαγωγές— θα μειωθεί, ενώ οι χρηματικές δαπάνες για αγαθά και υπηρεσίες μη πελατών —εισαγωγές— θα αυξηθούν. Τα πλεονάζοντα ταμειακά διαθέσιμα των πελατών μεταφέρονται στους μη πελάτες. ↩︎
Οι παλαιότεροι οικονομολόγοι διέκριναν επίσης μια «εσωτερική εκροή» από την «εξωτερική εκροή», αλλά στην πρώτη περιλάμβαναν μόνο την εκροή από τους χρήστες τραπεζών προς εκείνους που επιμένουν στο βασικό χρήμα. ↩︎
Βλ. Human Action, σ. 434–435. ↩︎
Για διάφορες απόψεις σχετικά με την ελεύθερη και την κεντρική τραπεζική, βλ. Vera C. Smith, The Rationale of Central Banking (London: P.S. King and Son, 1936). ↩︎
Mises, Human Action, σ. 444. ↩︎
Amasa Walker, Science of Wealth, σ. 230–231. ↩︎
Υπάρχει και ένας τέταρτος τρόπος με τον οποίο μια κεντρική τράπεζα μπορεί να αυξήσει τα τραπεζικά αποθεματικά: σε χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπου οι τράπεζες πρέπει να διατηρούν μια νομοθετικά καθορισμένη ελάχιστη αναλογία αποθεματικών προς καταθέσεις, η κεντρική τράπεζα μπορεί απλώς να μειώσει την απαιτούμενη αναλογία. ↩︎
Στις ξένες κεντρικές τράπεζες και στα ξένα κράτη εξακολουθεί να επιτρέπεται η εξαργύρωση σε χρυσές ράβδους, αλλά αυτό δύσκολα αποτελεί παρηγοριά είτε για τους ξένους πολίτες είτε για τους Αμερικανούς. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο χρυσός εξακολουθεί να αποτελεί τελικό στοιχείο «εξισορρόπησης» μεταξύ εθνικών κυβερνήσεων και, επομένως, ένα είδος μέσου ανταλλαγής για τα κράτη και τις κεντρικές τράπεζες στις διεθνείς συναλλαγές. ↩︎
Η μετάβαση από τον χρυσό στο παραστατικό χρήμα θα διευκολυνθεί σημαντικά αν το Κράτος έχει προηγουμένως εγκαταλείψει τις ουγγιές, τα γραμμάρια, τα grains και τις άλλες μονάδες βάρους στην ονομασία των νομισματικών μονάδων του και τις έχει αντικαταστήσει με ιδιαίτερες ονομασίες, όπως δολάριο, μάρκο, φράγκο κ.λπ. Θα είναι τότε πολύ ευκολότερο να εξαλειφθεί η σύνδεση των νομισματικών μονάδων με το βάρος στη συνείδηση του κοινού και να διδαχθεί το κοινό να αποδίδει αξία στις ίδιες τις ονομασίες. Επιπλέον, αν κάθε εθνική κυβέρνηση προωθεί τη δική της ιδιαίτερη ονομασία, θα είναι πολύ ευκολότερο για κάθε Κράτος να ελέγχει απολύτως τη δική του έκδοση παραστατικού χρήματος. ↩︎
Πρβλ. την ανάλυση του John Maynard Keynes στο A Tract on Monetary Reform (London: Macmillan & Co., 1923), κεφ. II, ενότητα 1. ↩︎
Για τον ανεξέλεγκτο πληθωρισμό, βλ. Mises, Theory of Money and Credit, σ. 227–231. ↩︎
Το Costantino Bresciani-Turroni, The Economics of Inflation (London: George Allen & Unwin, 1937), αποτελεί λαμπρό και οριστικό έργο αναφοράς για τον γερμανικό πληθωρισμό. ↩︎
Ο πληθωρισμός ορίζεται εδώ ως κάθε αύξηση της προσφοράς χρήματος μεγαλύτερη από την αύξηση του μεταλλικού χρήματος, όχι ως μεγάλη μεταβολή αυτής της προσφοράς. Όπως ορίζονται εδώ, επομένως, οι όροι «πληθωρισμός» και «αποπληθωρισμός» αποτελούν πραξεολογικές κατηγορίες. Βλ. Mises, Human Action, σ. 419–420. Βλ. όμως επίσης τις παρατηρήσεις του Mises στο Aaron Director, επιμ., Defense, Controls, and Inflation (Chicago: University of Chicago Press, 1952), σ. 3, υποσημείωση. ↩︎
Βλ. George Ferdinand, «Review of Albert G. Hart, Defense without Inflation», Christian Economics, τόμ. III, αρ. 19, 23 Οκτωβρίου 1951. ↩︎
Βλ. Mises, στο Director, Defense, Controls, and Inflation, σ. 334. ↩︎
Βλ. Mises, στο Director, Defense, Controls, and Inflation, σ. 334. ↩︎



