← Επικαιρότητα

Η πραξεολογία στην επικαιρότηταΧρήμα

ΕΚΤ: όταν την τιμή του χρόνου την ορίζει μια επιτροπή

Τι έγινε. Στη συνεδρίαση της 29ης Οκτωβρίου, το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αποφάσισε να μη μεταβάλει κανένα από τα τρία βασικά επιτόκιά της. Το επιτόκιο της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων παραμένει στο 2,50%, των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης στο 2,65% και της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης στο 2,90% (ΕΚΤ). Την ίδια ημέρα η Christine Lagarde ανακοίνωσε ότι θα αποχωρήσει από την προεδρία στις 7 Φεβρουαρίου 2027, δηλαδή πριν από τη λήξη της θητείας της τον Οκτώβριο του 2027· τον διάδοχό της θα τον διορίσει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (CNN Greece, ΕΚΤ). Η απόφαση για τα επιτόκια πάρθηκε τη στιγμή που οι τιμές καταναλωτή στις 21 χώρες της ευρωζώνης ήταν τον Σεπτέμβριο κατά 3,8% υψηλότερες από ό,τι έναν χρόνο νωρίτερα (Eurostat).

Η πραξεολογική ματιά. Το επιτόκιο συνήθως παρουσιάζεται ως εργαλείο οικονομικής πολιτικής, ένα νούμερο που η κεντρική τράπεζα ανεβάζει ή κατεβάζει κατά την κρίση της. Στην πραγματικότητα είναι τιμή, και μάλιστα η τιμή του χρόνου. Εκφράζει πόσο περισσότερο αποτιμά ο καθένας μας ένα αγαθό που έχει στη διάθεσή του σήμερα από το ίδιο αγαθό σε έναν χρόνο από τώρα. Όπως κάθε τιμή, διαμορφώνεται στην αγορά: σε αυτήν συναντιούνται όσοι μπορούν να περιμένουν, και γι’ αυτό αποταμιεύουν, με όσους χρειάζονται πόρους τώρα για να παράγουν κάτι αργότερα. Ο Murray N. Rothbard, στο «Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος» (Man, Economy, and State), δεν αφήνει περιθώριο για κανέναν τρίτο:

«Αυτό το καθαρό επιτόκιο, λοιπόν, καθορίζεται αποκλειστικά από τις χρονικές προτιμήσεις των ατόμων στην κοινωνία και από κανέναν άλλον παράγοντα.»

Οι χρονικές προτιμήσεις εκατομμυρίων ανθρώπων μεταβάλλονται διαρκώς, ανάλογα με τα σχέδια, τις ανάγκες και τις προσδοκίες του καθενός· δεν συμπυκνώνονται σε έναν αριθμό που αποφασίζεται κάθε έξι εβδομάδες. Η κεντρική τράπεζα δεν έχει τρόπο να τις γνωρίζει. Αυτό που κάνει είναι να ορίζει τους όρους με τους οποίους δανείζει τις τράπεζες και αμείβει τις καταθέσεις τους, και μέσα από αυτούς επηρεάζει το κόστος του δανεισμού για νοικοκυριά και επιχειρήσεις σε 21 χώρες. Όταν το επιτόκιο συγκρατείται χαμηλότερα από το επίπεδο στο οποίο θα το έφερναν οι πραγματικές αποταμιεύσεις, οι τράπεζες χορηγούν δάνεια με χρήμα που δεν αποταμίευσε κανείς. Αυτή η πιστωτική επέκταση στέλνει παραπλανητικό μήνυμα σε κάθε επιχειρηματία που σχεδιάζει μια επένδυση: τον πείθει ότι υπάρχουν περισσότεροι διαθέσιμοι πόροι από όσους πραγματικά υπάρχουν.

«Η πιστωτική επέκταση των τραπεζών είχε αλλοιώσει εκείνο το απαραίτητο «σήμα» —το επιτόκιο— που πληροφορεί τους επιχειρηματίες πόσες αποταμιεύσεις είναι διαθέσιμες και ποια χρονική διάρκεια σχεδίων θα είναι επικερδής.»

Με βάση αυτό το αλλοιωμένο σήμα ξεκινούν σχέδια μακράς διάρκειας, που δεν θα ήταν συμφέροντα αν το επιτόκιο αντανακλούσε τις πραγματικές αποταμιεύσεις. Αυτά είναι οι εσφαλμένες επενδύσεις της άνθησης. Για ένα διάστημα μοιάζουν κερδοφόρα, όμως οι πόροι που χρειάζονται για να ολοκληρωθούν δεν υπάρχουν, και αργά ή γρήγορα η αναντιστοιχία αποκαλύπτεται. Ο Ludwig von Mises, στην «Ανθρώπινη Δράση» (Human Action), περιγράφει πώς τελειώνει η ιστορία:

«Δεν υπάρχει κανένα μέσο αποφυγής της τελικής κατάρρευσης μιας άνθησης που προκλήθηκε από πιστωτική επέκταση.»

Επιπλέον, το κόστος δεν μοιράζεται ισόποσα, γιατί το νέο χρήμα δεν φτάνει σε όλους ταυτόχρονα. Το παίρνουν πρώτα οι τράπεζες και όσοι δανείζονται από αυτές, που το ξοδεύουν όσο οι τιμές δεν έχουν ακόμη ανέβει. Τελευταίοι το συναντούν ο μισθωτός, ο συνταξιούχος και όποιος κρατά μετρητά, όταν οι τιμές έχουν πια αυξηθεί (φαινόμενο Cantillon). Όπως το γράφει ο Murray N. Rothbard στο «Τί έχει Κάνει η Κυβέρνηση στα Χρήματά μας;» (What Has Government Done to Our Money?), ο πληθωρισμός είναι «ένας αγώνας –για το ποιος θα πάρει το νέο χρήμα πρώτος». Ο αποταμιευτής το διαπιστώνει στον λογαριασμό του: αν οι τιμές συνεχίσουν να αυξάνονται με τον ρυθμό του Σεπτεμβρίου, ακόμη και το 2,50% που καταβάλλει η ΕΚΤ για τις καταθέσεις των τραπεζών υπολείπεται της ανόδου τους. Ένα ευρώ που μένει στην άκρη για έναν χρόνο αγοράζει στο τέλος λιγότερα, και η αναμονή, αντί να ανταμείβεται, τιμωρείται.

Τον Φεβρουάριο θα αλλάξει το πρόσωπο στην κορυφή της ΕΚΤ· η αλλαγή προσώπου όμως δεν αγγίζει το ουσιώδες. Το ερώτημα δεν είναι ποιος θα ορίζει την τιμή του χρόνου, αλλά γιατί να την ορίζει οποιοσδήποτε άλλος πέρα από όσους αποταμιεύουν και δανείζονται.

Δείτε επίσης: Murray N. Rothbard, «Τί έχει Κάνει η Κυβέρνηση στα Χρήματά μας;» (What Has Government Done to Our Money?), ενότητα «Κεντρική Τραπεζική: Καθοδήγηση του Πληθωρισμού» (Central Banking: Directing the Inflation) — Γλωσσάρι: χρονική προτίμηση · καθαρό επιτόκιο · οικονομικός κύκλος · χρήμα αναγκαστικής κυκλοφορίας — Χάρτης ιδεών: επιτόκιο

← ΕπικαιρότηταΌλες οι σημειώσειςΠροηγούμενη σημείωση →Επιδότηση στην αντλία: ποιος πληρώνει τη φθηνότερη βενζίνη;