Εργαλεία30 Οκτωβρίου 2026

Για μια Νέα Ελευθερία: Κεφάλαιο 14: Πόλεμος και Εξωτερική Πολιτική

Murray N. Rothbard · For a New Liberty: The Libertarian Manifesto

Πραξεολόγος

← Κεφάλαιο 13: Διατήρηση των Φυσικών πόρων, Οικολογία και ΑνάπτυξηΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 15: Μια Στρατηγική για την Ελευθερία →

Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.

Αγγλικό πρωτότυπο: Murray N. Rothbard, For a New Liberty: The Libertarian Manifesto, 2η έκδοση, Ludwig von Mises Institute, 2006 (ηλεκτρονική έκδοση). © 1973, 1978 Murray N. Rothbard· © 2006 Ludwig von Mises Institute. Πηγή: mises.org/library/book/new-liberty-libertarian-manifesto.

Η μετάφραση ακολουθεί την αναθεωρημένη έκδοση του 1978, ενώ το αγγλικό κείμενο εδώ είναι η έκδοση του Mises Institute (2006). Γι’ αυτό ο «Πρόλογος» του Rothbard (Φεβρουάριος 1978), η τελευταία παράγραφος του κεφαλαίου 15 στην ελληνική και το «Παράρτημα: Το Λιμπερταριανό Κίνημα» δεν έχουν αγγλικό αντίστοιχο εδώ (το παράρτημα δεν περιλαμβάνεται), ενώ η ενότητα «Toward a Free America» υπάρχει μόνο στα αγγλικά. Ο «Πρόλογος Μεταφραστή» και η εισαγωγή του Llewellyn H. Rockwell, Jr. (2005) της αγγλικής έκδοσης δεν περιλαμβάνονται. Οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ) εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται.

Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.

Ελληνικά · μετάφραση: Πραξεολόγος
English · πρωτότυπο

Κεφάλαιο 14: Πόλεμος και Εξωτερική Πολιτική

↗ στη σελίδα του βιβλίου

14 War and Foreign Policy

1

Ο «απομονωτισμός» της Αριστεράς και της Δεξιάς

↗ στη σελίδα του βιβλίου

“Isolationism,” Left and Right

2

Ο «απομονωτισμός» επινοήθηκε ως δυσφημιστικός όρος για τους αντιπάλους της αμερικανικής εισόδου στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Επειδή η λέξη χρησιμοποιούνταν συχνά, μέσω ενοχοποίησης διά συσχετισμού, με τη σημασία του φιλοναζισμού, ο «απομονωτιστής» απέκτησε «δεξιά», καθώς και γενικότερα αρνητική, χροιά. Αν δεν ήταν ενεργά φιλοναζιστές, οι «απομονωτιστές» ήταν τουλάχιστον στενόμυαλοι αδαείς, που αγνοούσαν τον κόσμο γύρω τους, σε αντίθεση με τους εκλεπτυσμένους, κοσμοπολίτες και ευαίσθητους «διεθνιστές», οι οποίοι υποστήριζαν τις αμερικανικές σταυροφορίες ανά την υφήλιο. Κατά την τελευταία δεκαετία, φυσικά, οι αντιπολεμικές δυνάμεις θεωρούνται «αριστερές», και οι οπαδοί της επέμβασης, από τον Lyndon Johnson έως τον Jimmy Carter και τους υποστηρικτές τους, προσπαθούν συνεχώς να προσάψουν στη σημερινή Αριστερά τον χαρακτηρισμό του «απομονωτιστή» ή, τουλάχιστον, του «νεοαπομονωτιστή».

“Isolationism” was coined as a smear term to apply to opponents of American entry into World War II. Since the word was often applied through guilt-by-association to mean pro-Nazi, “isolationist” took on a “right wing” as well as a generally negative flavor. If not actively pro-Nazi, “isolationists” were at the very least narrow-minded ignoramuses ignorant of the world around them, in contrast to the sophisticated, worldly, caring “internationalists” who favored American crusading around the globe. in the last decade, of course, antiwar forces have been considered “leftists,” and interventionists from Lyndon Johnson to Jimmy Carter and their followers have constantly tried to pin the “isolationist” or at least “neoisolationist” label on today’s left wing.

3

Αριστερά ή Δεξιά; Κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι αντίπαλοι του πολέμου δέχονταν σφοδρές επιθέσεις, όπως και τώρα, ως «αριστεροί», μολονότι στις τάξεις τους περιλαμβάνονταν λιμπερταριανοί και υπέρμαχοι του καπιταλισμού του laissez-faire. Πράγματι, ο κυριότερος πυρήνας αντίθεσης στον αμερικανικό πόλεμο κατά της Ισπανίας και στον αμερικανικό πόλεμο για τη συντριβή της εξέγερσης των Φιλιππίνων στο γύρισμα του αιώνα αποτελούνταν από κλασικούς φιλελευθέρους του laissez-faire, ανθρώπους όπως ο κοινωνιολόγος και οικονομολόγος William Graham Sumner και ο έμπορος της Βοστώνης Edward Atkinson, οι οποίοι ίδρυσαν την «Αντιιμπεριαλιστική Ένωση». Επιπλέον, οι Atkinson και Sumner εντάσσονταν πλήρως στη μεγάλη παράδοση των Άγγλων κλασικών φιλελευθέρων του δέκατου όγδοου και του δέκατου ένατου αιώνα, και ιδίως «ακραίων» υποστηρικτών του laissez-faire όπως οι Richard Cobden και John Bright της «Σχολής του Μάντσεστερ». Οι Cobden και Bright πρωτοστάτησαν στη σθεναρή εναντίωση σε κάθε βρετανικό πόλεμο και πολιτική επέμβαση στο εξωτερικό κατά την εποχή τους, και για τις προσπάθειές του ο Cobden ήταν γνωστός όχι ως «απομονωτιστής», αλλά ως ο «Διεθνής Άνθρωπος».180 Μέχρι την εκστρατεία δυσφήμησης στα τέλη της δεκαετίας του 1930, οι αντίπαλοι του πολέμου θεωρούνταν οι αληθινοί «διεθνιστές»: άνθρωποι που αντιτίθεντο στη διόγκωση του έθνους-κράτους και υποστήριζαν την ειρήνη, το ελεύθερο εμπόριο, την ελεύθερη μετανάστευση και τις ειρηνικές πολιτισμικές ανταλλαγές μεταξύ των λαών όλων των εθνών. Η επέμβαση στο εξωτερικό είναι «διεθνής» μόνο με την έννοια με την οποία είναι διεθνής ο πόλεμος: ο καταναγκασμός, είτε ως απειλή βίας είτε ως πραγματική μετακίνηση στρατευμάτων, διασχίζει πάντοτε τα σύνορα από το ένα έθνος στο άλλο.

Left or right? During World War I, opponents of the war were bitterly attacked, just as now, as “leftists,” even though they included in their ranks libertarians and advocates of laissez-faire capitalism. In fact, the major center of opposition to the American war with spain and the American war to crush the Philippine rebellion at the turn of the century was laissez-faire liberals, men like the sociologist and economist William Graham Sumner, and the Boston merchant Edward Atkinson, who founded the “Anti-Imperialist League.” Furthermore, Atkinson and Sumner were squarely in the great tradition of the classical English liberals of the eighteenth and nineteenth centuries, and in particular such laissez-faire “extremists” as Richard Cobden and John Bright of the “Manchester School.” Cobden and Bright took the lead in vigorously opposing every British war and foreign political intervention of their era and for his pains Cobden was known not as an “isolationist” but as the “International Man.” Until the smear campaign of the late 1930s, opponents of war were considered the true “internationalists,” men who opposed the aggrandizement of the nation-state and favored peace, free trade, free migration and peaceful cultural exchanges among peoples of all nations. Foreign intervention is “international” only in the sense that war is international: coercion, whether the threat of force or the outright movement of troops, will always cross frontiers between one nation and another.

4

Ο «απομονωτισμός» ακούγεται δεξιός· η «ουδετερότητα» και η «ειρηνική συνύπαρξη» ακούγονται αριστερές. Η ουσία τους όμως είναι η ίδια: αντίθεση στον πόλεμο και στην πολιτική επέμβαση μεταξύ χωρών. Αυτή είναι εδώ και δύο αιώνες η θέση των αντιπολεμικών δυνάμεων, είτε επρόκειτο για τους κλασικούς φιλελευθέρους του δέκατου όγδοου και του δέκατου ένατου αιώνα, είτε για τους «αριστερούς» του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και του Ψυχρού Πολέμου, είτε για τους «δεξιούς» του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Σε ελάχιστες περιπτώσεις αυτοί οι αντίπαλοι των επεμβάσεων υποστήριζαν την κυριολεκτική «απομόνωση»· εκείνο που γενικά υποστήριζαν ήταν η πολιτική μη επέμβαση στις υποθέσεις άλλων χωρών, σε συνδυασμό με τον οικονομικό και πολιτισμικό διεθνισμό, με την έννοια της ειρηνικής ελευθερίας εμπορίου, επενδύσεων και ανταλλαγών μεταξύ των πολιτών όλων των χωρών. Και αυτή είναι επίσης η ουσία της λιμπερταριανής θέσης.

“Isolationism” has a right-wing sound; “neutralism” and “peaceful coexistence” sound leftish. But their essence is the same: opposition to war and political intervention between countries. This has been the position of antiwar forces for two centuries, whether they were the classical liberals of the eighteenth and nineteenth centuries, the “leftists” of World War I and the Cold War, or the “rightists” of World War II. In very few cases have these anti-interventionists favored literal “isolation”: what they have generally favored is political nonintervention in the affairs of other countries, coupled with economic and cultural internationalism in the sense of peaceful freedom of trade, investment, and interchange between the citizens of all countries. And this is the essence of the libertarian position as well.

5

Ο περιορισμός της κυβέρνησης

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Limiting Government

6

Οι λιμπερταριανοί υποστηρίζουν την κατάργηση όλων των κρατών παντού και την παροχή, μέσω της ελεύθερης αγοράς, των θεμιτών λειτουργιών που σήμερα παρέχουν ανεπαρκώς οι κυβερνήσεις — αστυνομία, δικαστήρια κ.λπ. Οι λιμπερταριανοί υποστηρίζουν την ελευθερία ως φυσικό ανθρώπινο δικαίωμα και την υπερασπίζονται όχι μόνο για τους Αμερικανούς αλλά για όλους τους λαούς. Σε έναν αμιγώς λιμπερταριανό κόσμο, επομένως, δεν θα υπήρχε «εξωτερική πολιτική», επειδή δεν θα υπήρχαν κράτη, κυβερνήσεις με μονοπώλιο καταναγκασμού σε συγκεκριμένες επικράτειες. Εφόσον όμως ζούμε σε έναν κόσμο εθνών-κρατών και αυτό το σύστημα είναι ελάχιστα πιθανό να εξαφανιστεί στο εγγύς μέλλον, ποια είναι η στάση των λιμπερταριανών απέναντι στην εξωτερική πολιτική στον σημερινό κρατοκρατούμενο κόσμο;

Libertarians favor the abolition of all States everywhere, and the provision of legitimate functions now supplied poorly by governments (police, courts, etc.) by means of the free market. Libertarians favor liberty as a natural human right, and advocate it not only for Americans but for all peoples. In a purely libertarian world, therefore, there would be no “foreign policy” because there would be no States, no governments with a monopoly of coercion over particular territorial areas. But since we live in a world of nation-states, and since this system is hardly likely to disappear in the near future, what is the attitude of libertarians toward foreign policy in the current State-ridden world?

7

Μέχρι τη διάλυση των κρατών, οι λιμπερταριανοί επιθυμούν να περιορίζουν, να συρρικνώνουν, το πεδίο της κυβερνητικής εξουσίας προς κάθε κατεύθυνση και όσο το δυνατόν περισσότερο. Έχουμε ήδη δείξει πώς θα μπορούσε να λειτουργήσει αυτή η αρχή της «αποκρατικοποίησης» σε διάφορα σημαντικά «εσωτερικά» προβλήματα, όπου ο στόχος είναι να υποχωρήσει ο ρόλος της κυβέρνησης και να δοθεί πλήρες πεδίο στις εθελοντικές και αυθόρμητες δυνάμεις ελεύθερων ανθρώπων μέσω ειρηνικής αλληλεπίδρασης, ιδίως στην οικονομία της ελεύθερης αγοράς. Στις εξωτερικές υποθέσεις, ο στόχος είναι ο ίδιος: να εμποδίζεται η κυβέρνηση να παρεμβαίνει στις υποθέσεις άλλων κυβερνήσεων ή άλλων χωρών. Ο πολιτικός «απομονωτισμός» και η ειρηνική συνύπαρξη —η αποχή από επεμβάσεις σε άλλες χώρες— αποτελούν, επομένως, το λιμπερταριανό αντίστοιχο της διεκδίκησης πολιτικών laissez-faire στο εσωτερικό. Η ιδέα είναι να δεσμευτεί η κυβέρνηση ώστε να μην ενεργεί στο εξωτερικό, όπως προσπαθούμε να τη δεσμεύσουμε στο εσωτερικό. Ο απομονωτισμός ή η ειρηνική συνύπαρξη είναι το αντίστοιχο, στην εξωτερική πολιτική, του αυστηρού περιορισμού της κυβέρνησης στο εσωτερικό.

Pending the dissolution of States, libertarians desire to limit, to whittle down, the area of government power in all directions and as much as possible. We have already demonstrated how this principle of “de-statizing” might work in various important “domestic” problems, where the goal is to push back the role of government and to allow the voluntary and spontaneous energies of free persons full scope through peaceful interaction, notably in the free-market economy. In foreign affairs, the goal is the same: to keep government from interfering in the affairs of other governments or other countries. Political “isolationism” and peaceful coexistence—refraining from acting upon other countries—is, then, the libertarian counterpart to agitating for laissez-faire policies at home. The idea is to shackle government from acting abroad just as we try to shackle government at home. Isolationism or peaceful coexistence is the foreign policy counterpart of severely limiting government at home.

8

Συγκεκριμένα, ολόκληρη η χερσαία επιφάνεια του κόσμου έχει σήμερα κατανεμηθεί μεταξύ διαφόρων κρατών και κάθε περιοχή κυβερνάται από μια κεντρική κυβέρνηση που διαθέτει μονοπώλιο βίας σε αυτήν. Στις σχέσεις μεταξύ κρατών, επομένως, ο λιμπερταριανός στόχος είναι να εμποδίζεται καθένα από αυτά να επεκτείνει τη βία του σε άλλες χώρες, ώστε η τυραννία κάθε κράτους να περιορίζεται τουλάχιστον στη δική του επικράτεια. Διότι ο λιμπερταριανός ενδιαφέρεται να μειώσει όσο το δυνατόν περισσότερο το πεδίο της κρατικής επιθετικότητας εναντίον όλων των ιδιωτών. Ο μόνος τρόπος να γίνει αυτό στις διεθνείς υποθέσεις είναι οι λαοί κάθε χώρας να πιέζουν το δικό τους κράτος να περιορίζει τις δραστηριότητές του στην περιοχή που μονοπωλεί και να μην επιτίθεται σε άλλα κράτη ή στους υπηκόους τους. Εν ολίγοις, στόχος του λιμπερταριανού είναι να περιορίσει κάθε υπάρχον κράτος στον μικρότερο δυνατό βαθμό προσβολής του προσώπου και της περιουσίας. Και αυτό σημαίνει πλήρη αποφυγή του πολέμου. Οι άνθρωποι που βρίσκονται υπό κάθε κράτος πρέπει να πιέζουν τα αντίστοιχα «δικά τους» κράτη να μην επιτίθενται το ένα στο άλλο ή, αν ξεσπάσει σύγκρουση, να αποχωρούν από αυτήν όσο το δυνατόν ταχύτερα.

Specifically, the entire land area of the world is now parcelled out among various States, and each land area is ruled by a central government with monopoly of violence over that area. In relations between States, then, the libertarian goal is to keep each of these States from extending their violence to other countries, so that each State’s tyranny is at least confined to its own bailiwick. For the libertarian is interested in reducing as much as possible the area of State aggression against all private individuals. The only way to do this, in international affairs, is for the people of each country to pressure their own State to confine its activities to the area it monopolizes and not to attack other States or aggress against their subjects. In short, the objective of the libertarian is to confine any existing State to as small a degree of invasion of person and property as possible. And this means the total avoidance of war. The people under each State should pressure “their” respective States not to attack one another, or, if a conflict should break out, to withdraw from it as quickly as physically possible.

9

Ας υποθέσουμε προς στιγμήν έναν κόσμο με δύο υποθετικές χώρες: το Γκράουσταρκ και την Μπελγκράβια. Καθεμία κυβερνάται από το δικό της κράτος. Τι συμβαίνει αν η κυβέρνηση του Γκράουσταρκ εισβάλει στην επικράτεια της Μπελγκράβια; Από λιμπερταριανή άποψη, συμβαίνουν αμέσως δύο κακά. Πρώτον, ο στρατός του Γκράουσταρκ αρχίζει να σφαγιάζει αθώους αμάχους της Μπελγκράβια, ανθρώπους που δεν εμπλέκονται σε οποιαδήποτε εγκλήματα μπορεί να έχει διαπράξει η κυβέρνησή της. Ο πόλεμος, επομένως, είναι μαζική δολοφονία, και αυτή η μαζική προσβολή του δικαιώματος στη ζωή, της αυτοκυριότητας, πλήθους ανθρώπων δεν είναι απλώς έγκλημα αλλά, για τον λιμπερταριανό, το υπέρτατο έγκλημα. Δεύτερον, εφόσον όλες οι κυβερνήσεις αποκτούν τα έσοδά τους από την κλοπή της καταναγκαστικής φορολόγησης, κάθε επιστράτευση και αποστολή στρατευμάτων συνεπάγεται αναπόφευκτα αύξηση του φορολογικού καταναγκασμού στο Γκράουσταρκ. Και για τους δύο λόγους —επειδή οι διακρατικοί πόλεμοι συνεπάγονται αναπόφευκτα τόσο μαζική δολοφονία όσο και αύξηση του φορολογικού καταναγκασμού— ο λιμπερταριανός αντιτίθεται στον πόλεμο. Τελεία και παύλα.

Let us assume for the moment, a world with two hypothetical countries: Graustark and Belgravia. Each is ruled by its own State. What happens if the government of Graustark invades the territory of Belgravia? From the libertarian point of view two evils immediately occur. First, the Graustark Army begins to slaughter innocent Belgravian civilians, persons who are not implicated in whatever crimes the Belgravian government might have committed. War, then, is mass murder, and this massive invasion of the right to life, of self-ownership, of numbers of people is not only a crime but, for the libertarian, the ultimate crime. Second, since all governments obtain their revenue from the thievery of coercive taxation, any mobilization and launching of troops inevitably involve an increase in tax-coercion in Graustark. For both reasons—because inter-State wars inevitably involve both mass murder and an increase in tax-coercion, the libertarian opposes war. Period.

10

Δεν ήταν πάντοτε έτσι. Κατά τον Μεσαίωνα, η έκταση των πολέμων ήταν πολύ πιο περιορισμένη. Πριν από την εμφάνιση των σύγχρονων όπλων, ο οπλισμός ήταν τόσο περιορισμένος ώστε οι κυβερνήσεις μπορούσαν —και συχνά το έκαναν— να περιορίζουν αυστηρά τη βία τους στους στρατούς των αντίπαλων κυβερνήσεων. Είναι αλήθεια ότι ο φορολογικός καταναγκασμός αυξανόταν, αλλά τουλάχιστον δεν υπήρχε μαζική δολοφονία αθώων. Όχι μόνο η ισχύς πυρός ήταν αρκετά χαμηλή ώστε η βία να περιορίζεται στους στρατούς των αντιμαχόμενων πλευρών, αλλά στην προνεωτερική εποχή δεν υπήρχε κεντρικό έθνος-κράτος που να μιλά αναπόφευκτα εξ ονόματος όλων των κατοίκων μιας δεδομένης περιοχής. Αν μια ομάδα βασιλέων ή βαρόνων πολεμούσε μια άλλη, δεν θεωρούνταν ότι όλοι στην περιοχή έπρεπε να είναι αφοσιωμένοι οπαδοί της μιας πλευράς. Επιπλέον, αντί για μαζικούς στρατούς κληρωτών υποδουλωμένων στους αντίστοιχους ηγεμόνες τους, οι στρατοί ήταν μικρές ομάδες έμμισθων μισθοφόρων. Συχνά, αγαπημένη διασκέδαση του λαού ήταν να παρακολουθεί μια μάχη από την ασφάλεια των τειχών της πόλης, και ο πόλεμος θεωρούνταν κάτι σαν αθλητικός αγώνας. Με την άνοδο όμως του συγκεντρωτικού κράτους και των σύγχρονων όπλων μαζικής καταστροφής, η σφαγή των αμάχων, όπως και οι στρατοί κληρωτών, έγιναν ζωτικό μέρος του διακρατικού πολέμου.

It was not always thus. During the Middle Ages, the scope of wars was far more limited. Before the rise of modern weapons, armaments were so limited that governments could—and often did—strictly confine their violence to the armies of the rival governments. It is true that tax-coercion increased, but at least there was no mass murder of the innocents. Not only was firepower low enough to confine violence to the armies of the contending sides, but in the premodern era there was no central nation-state that spoke inevitably in the name of all inhabitants of a given land area. If one set of kings or barons fought another, it was not felt that everyone in the area must be a dedicated partisan. Moreover, instead of mass conscript armies enslaved to their respective rulers, armies were small bands of hired mercenaries. Often, a favorite sport for the populace was to observe a battle from the safety of the town ramparts, and war was regarded as something of a sporting match. But with the rise of the centralizing State and of modern weapons of mass destruction, the slaughter of civilians, as well as conscript armies, have become a vital part of inter-State warfare.

11

Ας υποθέσουμε ότι, παρά την ενδεχόμενη λιμπερταριανή εναντίωση, ο πόλεμος έχει ξεσπάσει. Είναι σαφές ότι η λιμπερταριανή θέση πρέπει να είναι πως, όσο ο πόλεμος συνεχίζεται, η έκταση των επιθέσεων κατά αθώων αμάχων πρέπει να περιορίζεται όσο το δυνατόν περισσότερο. Το παλαιού τύπου διεθνές δίκαιο διέθετε δύο εξαιρετικά μέσα για την επίτευξη αυτού του στόχου: τους «νόμους του πολέμου» και τους «νόμους της ουδετερότητας» ή τα «δικαιώματα των ουδετέρων». Οι νόμοι της ουδετερότητας αποσκοπούσαν στον περιορισμό κάθε πολέμου στα ίδια τα εμπόλεμα κράτη, χωρίς επιθέσεις κατά μη εμπόλεμων κρατών και, ιδίως, χωρίς επιθετικές ενέργειες εναντίον των λαών άλλων εθνών. Εξ ου και η σημασία παλαιών, σχεδόν λησμονημένων πλέον αμερικανικών αρχών όπως η «ελευθερία των θαλασσών» ή οι αυστηροί περιορισμοί στο δικαίωμα των εμπόλεμων κρατών να αποκλείουν το εμπόριο των ουδετέρων με την εχθρική χώρα. Εν ολίγοις, ο λιμπερταριανός προσπαθεί να παρακινήσει τα ουδέτερα κράτη να παραμείνουν ουδέτερα σε κάθε διακρατική σύγκρουση και τα εμπόλεμα κράτη να σέβονται πλήρως τα δικαιώματα των πολιτών ουδέτερων χωρών. Οι «νόμοι του πολέμου», από την πλευρά τους, αποσκοπούσαν στον όσο το δυνατόν μεγαλύτερο περιορισμό της προσβολής, από τα εμπόλεμα κράτη, των δικαιωμάτων των αμάχων στις αντίστοιχες χώρες. Όπως το διατύπωσε ο Βρετανός νομικός F. J. P. Veale:

Suppose that despite possible libertarian opposition, war has broken out. Clearly, the libertarian position should be that, so long as the war continues, the scope of assault upon innocent civilians must be diminished as much as possible. Old-fashioned international law had two excellent devices to accomplish this goal: the “laws of war,” and the “laws of neutrality” or “neutrals’ rights.” The laws of neutrality were designed to keep any war confined to the warring States themselves, without attacks upon nonwarring States and, particularly, aggression against the peoples of other nations. Hence the importance of such ancient and now almost forgotten American principles as “freedom of the seas” or severe limitations upon the rights of warring States to blockade neutral trade with the enemy country. In short, the libertarian tries to induce neutral States to remain neutral in any inter-State conflict, and to induce the warring States to observe fully the rights of neutral citizens. The “laws of war,” for their part, were designed to limit as much as possible the invasion by warring States of the rights of civilians in their respective countries. As the British jurist F.J.P. Veale put it:

12

Η θεμελιώδης αρχή αυτού του κώδικα ήταν ότι οι εχθροπραξίες μεταξύ πολιτισμένων λαών πρέπει να περιορίζονται στις ένοπλες δυνάμεις που πράγματι συμμετέχουν… Διέκρινε τους μαχητές από τους μη μαχητές, ορίζοντας ότι αποκλειστικό έργο των μαχητών είναι να πολεμούν μεταξύ τους και, κατά συνέπεια, ότι οι μη μαχητές πρέπει να εξαιρούνται από το πεδίο των στρατιωτικών επιχειρήσεων.181

The fundamental principle of this code was that hostilities between civilized peoples must be limited to the armed forces actually engaged.... It drew a distinction between combatants and non-combatants by laying down that the sole business of the combatants is to fight each other and, consequently, that non-combatants must be excluded from the scope of military operations.

13

Στην τροποποιημένη μορφή της απαγόρευσης του βομβαρδισμού όλων των πόλεων που δεν βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή, αυτός ο κανόνας ίσχυε στους πολέμους της Δυτικής Ευρώπης κατά τους τελευταίους αιώνες, μέχρι που η Βρετανία άρχισε τους στρατηγικούς βομβαρδισμούς αμάχων στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Σήμερα, φυσικά, ολόκληρη η έννοια έχει σχεδόν λησμονηθεί, αφού η ίδια η φύση του σύγχρονου πυρηνικού πολέμου στηρίζεται στον αφανισμό αμάχων.

In the modified form of prohibiting the bombardment of all cities not in the front line, this rule held in Western European wars in recent centuries until Britain launched the strategic bombing of civilians in World War II. Now, of course, the entire concept is scarcely remembered, since the very nature of modern nuclear warfare rests upon the annihilation of civilians.

14

Ας επιστρέψουμε στο υποθετικό Γκράουσταρκ και στην Μπελγκράβια. Ας υποθέσουμε ότι το Γκράουσταρκ εισέβαλε στην Μπελγκράβια και ότι μια τρίτη κυβέρνηση, της Βαλδαβίας, εισέρχεται τώρα στον πόλεμο για να υπερασπιστεί την Μπελγκράβια από την «επιθετικότητα του Γκράουσταρκ». Είναι δικαιολογημένη αυτή η ενέργεια; Εδώ βρίσκεται πράγματι το σπέρμα της ολέθριας θεωρίας της «συλλογικής ασφάλειας» του εικοστού αιώνα: της ιδέας ότι, όταν μια κυβέρνηση «επιτίθεται» σε μια άλλη, οι υπόλοιπες κυβερνήσεις του κόσμου έχουν ηθική υποχρέωση να ενωθούν για να υπερασπιστούν το κράτος-«θύμα».

To return to our hypothetical Graustark and Belgravia, suppose that Graustark has invaded Belgravia, and that a third government, Walldavia, now leaps into the war in order to defend Belgravia against “Graustarkian aggression.” Is this action justifiable? Here, indeed, is the germ of the pernicious twentieth-century theory of “collective security”—the idea that when one government “aggresses” against another, it is the moral obligation of the other governments of the world to band together to defend the “victimized” State.

15

Υπάρχουν αρκετά μοιραία ελαττώματα σε αυτή την έννοια της συλλογικής ασφάλειας κατά της «επίθεσης». Το ένα είναι ότι, όταν η Βαλδαβία ή άλλα κράτη εισέρχονται στη σύγκρουση, διευρύνουν και πολλαπλασιάζουν τα ίδια την έκταση της επιθετικότητας, διότι (1) σφαγιάζουν άδικα μάζες αμάχων του Γκράουσταρκ και (2) αυξάνουν τον φορολογικό καταναγκασμό επί των πολιτών της Βαλδαβίας. Επιπλέον, (3) σε αυτή την εποχή στενής ταύτισης κρατών και υπηκόων, η Βαλδαβία εκθέτει έτσι τους αμάχους της σε αντίποινα από βομβαρδιστικά ή πυραύλους του Γκράουσταρκ. Συνεπώς, η είσοδος της κυβέρνησης της Βαλδαβίας στον πόλεμο θέτει σε κίνδυνο ακριβώς τη ζωή και την περιουσία των πολιτών της, τις οποίες υποτίθεται ότι προστατεύει. Τέλος, (4) η υποδούλωση των πολιτών της Βαλδαβίας μέσω υποχρεωτικής στράτευσης συνήθως εντείνεται.

There are several fatal flaws in this concept of collective security against “aggression.” One is that when Walldavia, or any other States, leap into the fray they are themselves expanding and compounding the extent of the aggression, because they are (1) unjustly slaughtering masses of Graustarkian civilians, and (2) increasing tax-coercion over Walldavian citizens. Furthermore, (3) in this age when States and subjects are closely identifiable, Walldavia is thereby leaving Walldavian civilians open to retaliation by Graustarkian bombers or missiles. Thus, entry into the war by the Walldavian government puts into jeopardy the very lives and properties of Walldavian citizens which the government is supposed to be protecting. Finally, (4) conscription-enslavement of Walldavian citizens will usually intensify.

16

Αν αυτό το είδος «συλλογικής ασφάλειας» εφαρμοζόταν πράγματι σε παγκόσμια κλίμακα, με όλες τις «Βαλδαβίες» να ορμούν σε κάθε τοπική σύγκρουση και να την κλιμακώνουν, κάθε τοπική αψιμαχία θα μετατρεπόταν σύντομα σε παγκόσμια ανάφλεξη.

If this kind of “collective security” should really be applied on a worldwide scale, with all the “Walldavias” rushing into every local conflict and escalating them, every local skirmish would soon be raised into a global conflagration.

17

Υπάρχει και ένα άλλο κρίσιμο ελάττωμα στην έννοια της συλλογικής ασφάλειας. Η ιδέα της εισόδου σε πόλεμο για να σταματήσει η «επίθεση» αποτελεί σαφώς αναλογία προς την επίθεση ενός ατόμου κατά ενός άλλου. Βλέπουμε τον Smith να ξυλοκοπεί τον Jones — να του επιτίθεται. Κοντινοί αστυνομικοί σπεύδουν τότε να υπερασπιστούν το θύμα Jones· χρησιμοποιούν «αστυνομική ενέργεια» για να σταματήσουν την επίθεση. Ακολουθώντας αυτόν τον μύθο, για παράδειγμα, ο Πρόεδρος Truman επέμενε να αποκαλεί την αμερικανική είσοδο στον πόλεμο της Κορέας «αστυνομική ενέργεια», μια συλλογική προσπάθεια του ΟΗΕ για την απόκρουση της «επίθεσης».

There is another crucial flaw in the collective security concept. The idea of entering a war in order to stop “aggression” is clearly an analogy from aggression by one individual upon another. Smith is seen to be beating up Jones—aggressing against him. Nearby police then rush to the defense of the victim Jones; they are using “police action” to stop aggression. It was in pursuit of this myth, for example, that President Truman persisted in referring to American entry into the Korean war as a “police action,” a collective UN effort to repel “aggression.”

18

Η «επίθεση», όμως, έχει νόημα μόνο στο ατομικό επίπεδο των Smith και Jones, όπως και ο ίδιος ο όρος «αστυνομική ενέργεια». Αυτοί οι όροι δεν έχουν κανένα απολύτως νόημα σε διακρατικό επίπεδο. Πρώτον, είδαμε ότι οι κυβερνήσεις που εισέρχονται σε πόλεμο γίνονται έτσι οι ίδιες επιτιθέμενες εναντίον αθώων αμάχων· πράγματι, γίνονται μαζικοί δολοφόνοι. Η σωστή αναλογία προς την ατομική δράση θα ήταν η εξής: ο Smith ξυλοκοπεί τον Jones, η αστυνομία σπεύδει να βοηθήσει τον Jones και, στην προσπάθειά της να συλλάβει τον Smith, βομβαρδίζει ένα οικοδομικό τετράγωνο και δολοφονεί χιλιάδες ανθρώπους ή πυροβολεί με πολυβόλα ένα αθώο πλήθος. Αυτή είναι πολύ ακριβέστερη αναλογία, διότι αυτό κάνει μια εμπόλεμη κυβέρνηση, και τον εικοστό αιώνα το κάνει σε μνημειώδη κλίμακα. Κάθε αστυνομικός φορέας όμως που συμπεριφέρεται έτσι γίνεται ο ίδιος εγκληματικός επιτιθέμενος, συχνά πολύ περισσότερο από τον αρχικό Smith που ξεκίνησε την υπόθεση.

But “aggression” only makes sense on the individual Smith-Jones level, as does the very term “police action.” These terms make no sense whatever on an inter-State level. First, we have seen that governments entering a war thereby become aggressors themselves against innocent civilians; indeed, become mass murderers. The correct analogy to individual action would be: Smith beats up Jones, the police rush in to help Jones, and in the course of trying to apprehend Smith, the police bomb a city block and murder thousands of people, or spray machine-gun fire into an innocent crowd. This is a far more accurate analogy, for that is what a warring government does, and in the twentieth century it does so on a monumental scale. But any police agency that behaves this way itself becomes a criminal aggressor, often far more so than the original Smith who began the affair.

19

Υπάρχει όμως ακόμη ένα μοιραίο ελάττωμα στην αναλογία με την ατομική επίθεση. Όταν ο Smith ξυλοκοπεί τον Jones ή κλέβει την περιουσία του, μπορούμε να αναγνωρίσουμε τον Smith ως επιτιθέμενο κατά του δικαιώματος του θύματος επί του προσώπου ή της περιουσίας του. Όταν όμως το κράτος του Γκράουσταρκ εισβάλλει στην επικράτεια του κράτους της Μπελγκράβια, δεν είναι θεμιτό να μιλάμε για «επίθεση» με ανάλογο τρόπο. Για τον λιμπερταριανό, καμία κυβέρνηση δεν έχει δίκαιη αξίωση σε οποιοδήποτε δικαίωμα ιδιοκτησίας ή «κυριαρχίας» επί μιας δεδομένης επικράτειας. Η αξίωση του κράτους της Μπελγκράβια επί της επικράτειάς του διαφέρει επομένως εντελώς από την αξίωση του κυρίου Jones επί της περιουσίας του — μολονότι και η τελευταία μπορεί, ύστερα από έρευνα, να αποδειχθεί αθέμιτο αποτέλεσμα κλοπής. Κανένα κράτος δεν διαθέτει θεμιτή ιδιοκτησία· ολόκληρη η επικράτειά του είναι αποτέλεσμα κάποιου είδους επίθεσης και βίαιης κατάκτησης. Συνεπώς, η εισβολή του κράτους του Γκράουσταρκ είναι αναγκαστικά μάχη ανάμεσα σε δύο ομάδες κλεφτών και επιτιθέμενων· το μόνο πρόβλημα είναι ότι αθώοι άμαχοι και στις δύο πλευρές ποδοπατούνται.

But there is yet another fatal flaw in the analogy with individual aggression. When Smith beats up Jones or steals his property we can identify Smith as an aggressor upon the personal or property right of his victim. But when the Graustarkian State invades the territory of the Belgravian State, it is impermissible to refer to “aggression” in an analogous way. For the libertarian, no government has a just claim to any property or “sovereignty” right in a given territorial area. The Belgravian State’s claim to its territory is therefore totally different from Mr. Jones’s claim to his property (although the latter might also, on investigation, turn out to be the illegitimate result of theft). No State has any legitimate property; all of its territory is the result of some kind of aggression and violent conquest. Hence the Graustarkian State’s invasion is necessarily a battle between two sets of thieves and aggressors: the only problem is that innocent civilians on both sides are being trampled upon.

20

Πέρα από αυτή τη γενική επιφύλαξη για τις κυβερνήσεις, το λεγόμενο «επιτιθέμενο» κράτος συχνά προβάλλει μια αρκετά εύλογη αξίωση έναντι του «θύματός» του· εύλογη, δηλαδή, μέσα στο πλαίσιο του συστήματος των εθνών-κρατών. Ας υποθέσουμε ότι το Γκράουσταρκ πέρασε τα σύνορα της Μπελγκράβια επειδή η Μπελγκράβια, έναν αιώνα νωρίτερα, είχε εισβάλει στο Γκράουσταρκ και είχε καταλάβει τις βορειοανατολικές επαρχίες του. Οι κάτοικοι αυτών των επαρχιών ανήκουν πολιτισμικά, εθνοτικά και γλωσσικά στο Γκράουσταρκ. Το Γκράουσταρκ εισβάλλει τώρα για να επανενωθεί επιτέλους με τους ομοεθνείς του. Σε αυτή την περίπτωση, παρεμπιπτόντως, ο λιμπερταριανός, ενώ καταδικάζει και τις δύο κυβερνήσεις επειδή διεξάγουν πόλεμο και σκοτώνουν αμάχους, θα έπρεπε να ταχθεί με το Γκράουσταρκ ως εκείνο που διαθέτει τη δικαιότερη, ή λιγότερο άδικη, αξίωση. Ας το θέσουμε ως εξής: στην απίθανη περίπτωση που οι δύο χώρες μπορούσαν να επιστρέψουν σε προνεωτερικό πόλεμο, με (α) περιορισμένα όπλα ώστε κανένας άμαχος να μη βλάπτεται στο πρόσωπο ή στην περιουσία του· (β) στρατούς εθελοντών και όχι κληρωτών· και επίσης (γ) χρηματοδότηση με εθελοντικές μεθόδους αντί φορολογίας, ο λιμπερταριανός θα μπορούσε τότε, στο δεδομένο πλαίσιο, να ταχθεί ανεπιφύλακτα με το Γκράουσταρκ.

Aside from this general caveat on governments, the so-called “aggressor” State often has a quite plausible claim on its “victim”; plausible, that is, within the context of the nation-state system. Suppose that Graustark has crossed the Belgravian border because Belgravia had, a century earlier, invaded Graustark and seized its northeastern provinces. The inhabitants of these provinces are culturally, ethnically, and linguistically Graustarkian. Graustark now invades in order to be reunited at last with its fellow Graustarkians. In this situation, by the way, the libertarian, while condemning both governments for making war and killing civilians, would have to side with Graustark as having the more just, or the less unjust, claim. Let us put it this way: In the unlikely event that the two countries could return to premodern warfare, with (a) weapons limited so that no civilians were injured in their persons or property; (b) volunteer rather than conscript armies; and also (c) financing by voluntary methods instead of taxation; the libertarian could then, given our context, side unreservedly with Graustark.

21

Από όλους τους πρόσφατους πολέμους, κανένας δεν πλησίασε περισσότερο —αν και όχι πλήρως— στην ικανοποίηση αυτών των τριών κριτηρίων ενός «δίκαιου πολέμου» από τον ινδικό πόλεμο στα τέλη του 1971 για την απελευθέρωση του Μπανγκλαντές. Η κυβέρνηση του Πακιστάν είχε δημιουργηθεί ως τελευταία τρομερή κληρονομιά της αυτοκρατορικής Βρετανίας προς την ινδική υποήπειρο. Ειδικότερα, το έθνος του Πακιστάν συνίστατο στην αυτοκρατορική κυριαρχία των Παντζάμπι του Δυτικού Πακιστάν πάνω στους πολυπληθέστερους και παραγωγικότερους Βεγγαλέζους του Ανατολικού Πακιστάν, καθώς και στους Παθούν της Βορειοδυτικής Μεθορίου. Οι Βεγγαλέζοι λαχταρούσαν από καιρό την ανεξαρτησία τους από τους αυτοκρατορικούς καταπιεστές τους· στις αρχές του 1971, η λειτουργία του κοινοβουλίου ανεστάλη ως αποτέλεσμα της νίκης των Βεγγαλέζων στις εκλογές· από τότε, στρατεύματα Παντζάμπι σφαγίαζαν συστηματικά τον άμαχο βεγγαλικό πληθυσμό. Η είσοδος της Ινδίας στη σύγκρουση βοήθησε τις λαϊκές βεγγαλικές δυνάμεις αντίστασης της Μούκτι Μπαχίνι. Μολονότι υπήρχαν, φυσικά, φορολογία και υποχρεωτική στράτευση, οι ινδικοί στρατοί δεν χρησιμοποίησαν τα όπλα τους εναντίον Βεγγαλέζων αμάχων· αντιθέτως, επρόκειτο για γνήσιο επαναστατικό πόλεμο του βεγγαλικού λαού εναντίον ενός κατοχικού κράτους των Παντζάμπι. Μόνο στρατιώτες Παντζάμπι δέχονταν τις ινδικές σφαίρες.

Of all the recent wars, none has come closer—though not completely so—to satisfying these three criteria for a “just war” than the Indian war of late 1971 for the liberation of Bangla Desh. The government of Pakistan had been created as a last terrible legacy of Imperial Britain to the Indian subcontinent. In particular, the nation of Pakistan consisted of imperial rule by the Punjabis of West Pakistan over the more numerous and productive Bengalis of East Pakistan (and also over the Pathans of the North-West Frontier). The Bengalis had long been yearning for independence from their imperial oppressors; in early 1971, parliament was suspended as a result of Bengali victory in the elections; from then on, Punjabi troops systematically slaughtered the civilian Bengal population. Indian entry into the conflict aided the popular Bengali resistance forces of the Mukhti Bahini. While taxes and conscription were, of course, involved, the Indian armies did not use their weapons against Bengali civilians; on the contrary, here was a genuine revolutionary war of the Bengali public against a Punjabi occupying State. Only Punjabi soldiers were on the receiving end of Indian bullets.

22

Αυτό το παράδειγμα αναδεικνύει ένα ακόμη χαρακτηριστικό του πολέμου: ότι ο επαναστατικός ανταρτοπόλεμος μπορεί να είναι πολύ πιο συμβατός με τις λιμπερταριανές αρχές από οποιονδήποτε διακρατικό πόλεμο. Από την ίδια τη φύση της δράσης τους, οι αντάρτες υπερασπίζονται τον άμαχο πληθυσμό από τις αρπαγές ενός κράτους· συνεπώς, κατοικώντας στην ίδια χώρα με το εχθρικό κράτος, δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν πυρηνικά ή άλλα όπλα μαζικής καταστροφής. Επιπλέον, εφόσον οι αντάρτες στηρίζονται για τη νίκη τους στην υποστήριξη και στη βοήθεια του άμαχου πληθυσμού, πρέπει, ως βασικό μέρος της στρατηγικής τους, να προστατεύουν τους αμάχους από βλάβες και να στρέφουν τη δράση τους αποκλειστικά και στοχευμένα κατά του κρατικού μηχανισμού και των ενόπλων δυνάμεών του. Ο ανταρτοπόλεμος, επομένως, μας επαναφέρει στην παλαιά και έντιμη αρετή της ακριβούς στόχευσης του εχθρού και της προστασίας των αθώων αμάχων. Και οι αντάρτες, στο πλαίσιο της επιδίωξης ενθουσιώδους υποστήριξης από τους αμάχους, συχνά απέχουν από την υποχρεωτική στράτευση και τη φορολογία και βασίζονται στην εθελοντική υποστήριξη για ανθρώπινο δυναμικό και πολεμικό υλικό.

This example points up another characteristic of warfare: that revolutionary guerrilla war can be far more consistent with libertarian principles than any inter-State war. By the very nature of their activities, guerrillas defend the civilian population against the depredations of a State; hence, guerrillas, inhabiting as they do the same country as the enemy State, cannot use nuclear or other weapons of mass destruction. Further: since guerrillas rely for victory on the support and aid of the civilian population, they must, as a basic part of their strategy, spare civilians from harm and pinpoint their activities solely against the State apparatus and its armed forces. Hence, guerrilla war returns us to the ancient and honorable virtue of pinpointing the enemy and sparing innocent civilians. And guerrillas, as part of their quest for enthusiastic civilian support, often refrain from conscription and taxation and rely on voluntary support for men and materiel.

23

Τα λιμπερταριανά χαρακτηριστικά του ανταρτοπολέμου εντοπίζονται μόνο στην επαναστατική πλευρά· για τις αντεπαναστατικές δυνάμεις του κράτους, η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική. Μολονότι το κράτος δεν μπορεί να φτάσει μέχρι τον πυρηνικό βομβαρδισμό των ίδιων των υπηκόων του, βασίζεται αναγκαστικά κυρίως σε εκστρατείες μαζικού τρόμου: στη θανάτωση, στην τρομοκράτηση και στη μαζική σύλληψη αμάχων. Εφόσον οι αντάρτες, για να επιτύχουν, πρέπει να υποστηρίζονται από το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, το κράτος, για να διεξαγάγει τον πόλεμό του, πρέπει να επικεντρωθεί στην καταστροφή αυτού του πληθυσμού ή να συγκεντρώσει μάζες αμάχων σε στρατόπεδα συγκέντρωσης ώστε να τους χωρίσει από τους αντάρτες συμμάχους τους. Αυτή η τακτική χρησιμοποιήθηκε από τον Ισπανό στρατηγό «Χασάπη» Weyler εναντίον των Κουβανών επαναστατών τη δεκαετία του 1890, συνεχίστηκε από τα αμερικανικά στρατεύματα στις Φιλιππίνες και από τους Βρετανούς στον Πόλεμο των Μπόερς, και εξακολουθεί να χρησιμοποιείται έως την πρόσφατη ολέθρια πολιτική των «στρατηγικών χωριών» στο Νότιο Βιετνάμ.

The libertarian qualities of guerrilla warfare reside only on the revolutionary side; for the counterrevolutionary forces of the State, it is quite a different story. While the State cannot go to the length of “nuking” its own subjects, it does, of necessity, rely primarily on campaigns of mass terror: killing, terrorizing, and rounding up the mass of civilians. Since guerrillas, to be successful, must be supported by the bulk of the population, the State, in order to wage its war, must concentrate on destroying that population, or must herd masses of civilians into concentration camps in order to separate them from their guerrilla allies. This tactic was used by the Spanish general, “Butcher” Weyler, against the Cuban rebels in the 1890s, was continued by the American troops in the Philippines, and by the British in the Boer War, and continues to be used down to the recent ill-fated “strategic hamlet” policy in South Vietnam.

24

Η λιμπερταριανή εξωτερική πολιτική, επομένως, δεν είναι ειρηνιστική πολιτική. Δεν υποστηρίζουμε, όπως οι ειρηνιστές, ότι κανένα άτομο δεν έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί βία για να αμυνθεί απέναντι σε βίαιη επίθεση. Εκείνο που υποστηρίζουμε είναι ότι κανείς δεν έχει το δικαίωμα να στρατολογεί υποχρεωτικά, να φορολογεί ή να δολοφονεί άλλους ή να ασκεί βία εναντίον τους για να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Εφόσον όλα τα κράτη υπάρχουν και θεμελιώνονται στην επιθετικότητα εναντίον των υπηκόων τους και στην απόκτηση της σημερινής τους επικράτειας, και εφόσον οι διακρατικοί πόλεμοι σφαγιάζουν αθώους αμάχους, αυτοί οι πόλεμοι είναι πάντοτε άδικοι — μολονότι ορισμένοι μπορεί να είναι πιο άδικοι από άλλους. Ο ανταρτοπόλεμος κατά κρατών έχει τουλάχιστον τη δυνατότητα να ικανοποιεί τις λιμπερταριανές απαιτήσεις, κατευθύνοντας με ακρίβεια τη μάχη των ανταρτών κατά κρατικών αξιωματούχων και στρατών και χρησιμοποιώντας εθελοντικές μεθόδους για τη στελέχωση και τη χρηματοδότηση του αγώνα τους.

The libertarian foreign policy, then, is not a pacifist policy. We do not hold, as do the pacifists, that no individual has the right to use violence in defending himself against violent attack. What we do hold is that no one has the right to conscript, tax, or murder others, or to use violence against others in order to defend himself. Since all States exist and have their being in aggression against their subjects and in the acquiring of their present territory, and since inter-State wars slaughter innocent civilians, such wars are always unjust—although some may be more unjust than others. Guerrilla warfare against States at least has the potential for meeting libertarian requirements by pinpointing the guerrilla’s battle against State officials and armies, and by their use of voluntary methods to staff and finance their struggle.

25

Η αμερικανική εξωτερική πολιτική

↗ στη σελίδα του βιβλίου

American Foreign Policy

26

Είδαμε ότι πρωταρχική ευθύνη των λιμπερταριανών είναι να επικεντρώνονται στις παραβιάσεις και στις επιθέσεις του δικού τους κράτους. Οι λιμπερταριανοί του Γκράουσταρκ πρέπει να στρέφουν την προσοχή τους στην προσπάθεια περιορισμού και συρρίκνωσης του κράτους του Γκράουσταρκ, οι λιμπερταριανοί της Βαλδαβίας πρέπει να προσπαθούν να αναχαιτίσουν το κράτος της Βαλδαβίας κ.ο.κ. Στις εξωτερικές υποθέσεις, οι λιμπερταριανοί κάθε χώρας πρέπει να πιέζουν την κυβέρνησή τους να απέχει από τον πόλεμο και τις επεμβάσεις στο εξωτερικό και να αποχωρεί από κάθε πόλεμο στον οποίο ενδέχεται να συμμετέχει. Ακόμη και μόνο γι’ αυτόν τον λόγο, επομένως, οι λιμπερταριανοί στις Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να επικεντρώνουν την κριτική τους προσοχή στις αυτοκρατορικές και πολεμοχαρείς δραστηριότητες της δικής τους κυβέρνησης.

We have seen that libertarians have as their prime responsibility the focussing on the invasions and aggressions of their own State. The libertarians of Graustark must center their attentions on attempting to limit and whittle down the Graustark State, the Walldavian libertarians must try to check the Walldavian State, and so on. In foreign affairs, the libertarians of every country must press their government to refrain from war and foreign intervention, and to withdraw from any war in which they may be engaged. If for no other reason, then, libertarians in the United States must center their critical attention on the imperial and warlike activities of their own government.

27

Υπάρχουν όμως και άλλοι λόγοι για να επικεντρωθούν οι λιμπερταριανοί εδώ στις εισβολές και στις εξωτερικές επεμβάσεις των Ηνωμένων Πολιτειών. Διότι, από εμπειρική άποψη, αν εξετάσουμε συνολικά τον εικοστό αιώνα, η πιο πολεμοχαρής, η πιο παρεμβατική και η πιο ιμπεριαλιστική κυβέρνηση υπήρξε η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών. Μια τέτοια δήλωση αναπόφευκτα θα σοκάρει τους Αμερικανούς, καθώς επί δεκαετίες υποβαλλόμαστε σε έντονη προπαγάνδα του Κατεστημένου για την αμετάβλητη αγιότητα, τις ειρηνικές προθέσεις και την αφοσίωση της αμερικανικής κυβέρνησης στη δικαιοσύνη στις εξωτερικές υποθέσεις.

But there are still other reasons for libertarians here to focus upon the invasions and foreign interventions of the United States. For empirically, taking the twentieth century as a whole, the single most warlike, most interventionist, most imperialist government has been the United States. Such a statement is bound to shock Americans, subject as we have been for decades to intense propaganda by the Establishment on the invariable saintliness, peaceful intentions, and devotion to justice of the American government in foreign affairs.

28

Η επεκτατική ορμή του αμερικανικού κράτους άρχισε να ενισχύεται στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, πραγματοποιώντας τολμηρό υπερπόντιο άλμα με τον αμερικανικό πόλεμο κατά της Ισπανίας, την επιβολή κυριαρχίας στην Κούβα, την αρπαγή του Πουέρτο Ρίκο και των Φιλιππίνων και τη βάναυση καταστολή της φιλιππινέζικης εξέγερσης για ανεξαρτησία. Η αυτοκρατορική επέκταση των Ηνωμένων Πολιτειών έφτασε στην πλήρη άνθησή της στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η είσοδος του Προέδρου Woodrow Wilson στη σύγκρουση παρέτεινε τον πόλεμο και τη μαζική σφαγή και γέννησε ακούσια τη φρικτή καταστροφή που οδήγησε άμεσα στον μπολσεβικικό θρίαμβο στη Ρωσία και στη ναζιστική νίκη στη Γερμανία. Η ιδιαίτερη ιδιοφυΐα του Wilson ήταν ότι προσέφερε έναν ευσεβιστικό και ηθικολογικό μανδύα σε μια νέα αμερικανική πολιτική παγκόσμιας επέμβασης και κυριαρχίας, μια πολιτική που επιχειρούσε να διαμορφώσει κάθε χώρα κατ’ εικόνα της Αμερικής, καταστέλλοντας αφενός ριζοσπαστικά ή μαρξιστικά καθεστώτα και αφετέρου παλαιού τύπου μοναρχικές κυβερνήσεις. Ο Woodrow Wilson ήταν εκείνος που καθόρισε τα γενικά χαρακτηριστικά της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής για το υπόλοιπο του αιώνα. Σχεδόν κάθε επόμενος Πρόεδρος θεωρούσε τον εαυτό του οπαδό του Wilson και ακολουθούσε τις πολιτικές του. Δεν ήταν τυχαίο ότι τόσο ο Herbert Hoover όσο και ο Franklin D. Roosevelt —που για τόσο καιρό θεωρούνταν διαμετρικά αντίθετοι— διαδραμάτισαν σημαντικούς ρόλους στην πρώτη παγκόσμια σταυροφορία της Αμερικής, στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, και ότι αμφότεροι ανέτρεχαν στην εμπειρία της επέμβασης και του σχεδιασμού εκείνου του πολέμου ως οδηγό για τη μελλοντική εξωτερική και εσωτερική πολιτική τους. Και μία από τις πρώτες πράξεις του Richard Nixon ως Προέδρου ήταν να τοποθετήσει τη φωτογραφία του Woodrow Wilson στο γραφείο του.

The expansionist impulse of the American State began to take increasing hold in the late nineteenth century, leaping boldly overseas with America’s war against Spain, dominating Cuba, grabbing Puerto Rico and the Philippines, and brutally suppressing a Filipino rebellion for independence. The imperial expansion of the United States reached full flower in World War I, when President Woodrow Wilson’s leap into the fray prolonged the war and the mass slaughter, and unwittingly bred the grisly devastation that led directly to the Bolshevik triumph in Russia and the Nazi victory in Germany. It was Wilson’s particular genius to supply a pietistic and moralistic cloak for a new American policy of worldwide intervention and domination, a policy of trying to mould every country in the American image, suppressing radical or Marxist regimes on the one hand and old-fashioned monarchist governments on the other. It was Woodrow Wilson who was to fix the broad features of American foreign policy for the rest of this century. Almost every succeeding President has considered himself a Wilsonian and followed his policies. It was no accident that both Herbert Hoover and Franklin D. Roosevelt—so long thought of as polar opposites—played important roles in America’s first global crusade of World War I, and that both men harked back to their experience in World War I intervention and planning as the guideposts for their future foreign and domestic policies. And it was one of Richard Nixon’s first acts as President to place Woodrow Wilson’s picture upon his desk.

29

Στο όνομα της «εθνικής αυτοδιάθεσης» και της «συλλογικής ασφάλειας» έναντι της επίθεσης, η αμερικανική κυβέρνηση επιδιώκει σταθερά τον στόχο και την πολιτική της παγκόσμιας κυριαρχίας και της βίαιης καταστολής κάθε εξέγερσης κατά της υφιστάμενης κατάστασης οπουδήποτε στον κόσμο. Στο όνομα της καταπολέμησης της «επιθετικότητας» παντού —του ρόλου της ως παγκόσμιου «αστυνόμου»— έχει γίνει η ίδια ένας μεγάλος και διαρκής επιτιθέμενος.

In the name of “national self-determination” and “collective security” against aggression, the American government has consistently pursued a goal and a policy of world domination and of the forcible suppression of any rebellion against the status quo anywhere in the world. In the name of combatting “aggression” everywhere—of being the world’s “policeman”—it has itself become a great and continuing aggressor.

30

Όποιος διστάζει να αποδεχθεί μια τέτοια περιγραφή της αμερικανικής πολιτικής ας εξετάσει απλώς την τυπική αμερικανική αντίδραση σε οποιαδήποτε εσωτερική ή εξωτερική κρίση οπουδήποτε στον πλανήτη, ακόμη και σε κάποιο απομακρυσμένο μέρος που με καμία διαστολή της φαντασίας δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί άμεση ή έστω έμμεση απειλή για τη ζωή και την ασφάλεια του αμερικανικού λαού. Ο στρατιωτικός δικτάτορας του «Μπαμπλστάν» κινδυνεύει· ίσως οι υπήκοοί του έχουν κουραστεί να τους εκμεταλλεύονται ο ίδιος και οι συνεργάτες του. Οι Ηνωμένες Πολιτείες τότε ανησυχούν σοβαρά· άρθρα δημοσιογράφων προσκείμενων στο Υπουργείο Εξωτερικών ή στο Πεντάγωνο διαδίδουν τον συναγερμό για το τι θα μπορούσε να συμβεί στη «σταθερότητα» του Μπαμπλστάν και της γύρω περιοχής αν ανατρεπόταν ο δικτάτορας. Διότι συμβαίνει να είναι «φιλοαμερικανός» ή «φιλοδυτικός» δικτάτορας· δηλαδή ένας από τους «δικούς μας», όχι από τους «δικούς τους». Οι Ηνωμένες Πολιτείες σπεύδουν τότε να παράσχουν στρατιωτική και οικονομική βοήθεια αξίας εκατομμυρίων ή ακόμη και δισεκατομμυρίων δολαρίων για να στηρίξουν τον στρατάρχη του Μπαμπλστάν. Αν ο «δικός μας» δικτάτορας σωθεί, ακούγεται ένας αναστεναγμός ανακούφισης και ανταλλάσσονται συγχαρητήρια για τη διάσωση του «δικού μας» κράτους. Η συνεχιζόμενη ή εντεινόμενη καταπίεση του Αμερικανού φορολογουμένου και των πολιτών του Μπαμπλστάν δεν λαμβάνεται, φυσικά, υπόψη στην εξίσωση. Ή, αν τύχει να πέσει ο δικτάτορας του Μπαμπλστάν, μπορεί να καταλάβει προς στιγμήν υστερία τον αμερικανικό Τύπο και τους κρατικούς αξιωματούχους. Ύστερα από λίγο, όμως, ο αμερικανικός λαός φαίνεται να μπορεί να συνεχίζει τη ζωή του μετά την «απώλεια» του Μπαμπλστάν περίπου όπως πριν — ίσως και καλύτερα, αν αυτό σημαίνει ότι θα του αποσπώνται μερικά δισεκατομμύρια λιγότερα σε εξωτερική βοήθεια για τη στήριξη του κράτους του Μπαμπλστάν.

Anyone who balks at such a description of American policy should simply consider what the typical American reaction is to any domestic or foreign crisis anywhere on the globe, even at some remote site that cannot by any stretch of the imagination be considered a direct or even indirect threat to the lives and security of the American people. The military dictator of “Bumblestan” is in danger; perhaps his subjects are tired of being exploited by him and his colleagues. The United States then becomes gravely concerned; articles by journalists friendly to the State Department or the Pentagon spread the alarm about what might happen to the “stability” of Bumblestan and its surrounding area if the dictator should be toppled. For it so happens that he is a “pro-American” or “pro-Western” dictator: that is, he is one of “ours” instead of “theirs.” Millions or even billions of dollars’ worth of military and economic aid are then rushed by the United States to prop up the Bumblestani field marshal. If “our” dictator is saved, then a sigh of relief is heaved, and congratulations are passed around at the saving of “our” State. The continuing or intensified oppression of the American taxpayer and of the Bumblestanian citizens are, of course, not considered in the equation. Or if it should happen that the Bumblestani dictator may fall, hysteria might hit the American press and officialdom for the moment. But then, after a while, the American people seem to be able to live their lives after “losing” Bumblestan about as well as before—perhaps even better, if it means a few billion less in foreign aid extracted from them to prop up the Bumblestani State.

31

Αν, λοιπόν, θεωρείται δεδομένο και αναμενόμενο ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επιχειρούν να επιβάλλουν τη θέλησή τους σε κάθε κρίση, οπουδήποτε στον κόσμο, αυτό αποτελεί σαφή ένδειξη ότι η Αμερική είναι η μεγάλη παρεμβατική και αυτοκρατορική δύναμη. Η μόνη περιοχή όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν επιχειρούν σήμερα να επιβάλουν τη θέλησή τους είναι η Σοβιετική Ένωση και οι κομμουνιστικές χώρες — αλλά, φυσικά, το έχουν επιχειρήσει στο παρελθόν. Ο Woodrow Wilson, μαζί με τη Βρετανία και τη Γαλλία, προσπάθησε επί αρκετά χρόνια να συντρίψει τον μπολσεβικισμό εν τη γενέσει του, στέλνοντας αμερικανικά και συμμαχικά στρατεύματα στη Ρωσία για να βοηθήσουν τις τσαρικές, τις «Λευκές», δυνάμεις να νικήσουν τους Κόκκινους. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Ηνωμένες Πολιτείες έκαναν ό,τι μπορούσαν για να εκδιώξουν τους Σοβιετικούς από την Ανατολική Ευρώπη και κατόρθωσαν να τους απομακρύνουν από το Αζερμπαϊτζάν στο βορειοδυτικό Ιράν. Βοήθησαν επίσης τους Βρετανούς να συντρίψουν ένα κομμουνιστικό καθεστώς στην Ελλάδα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έκαναν ό,τι μπορούσαν για να διατηρήσουν τη δικτατορική κυριαρχία του Chiang Kai-shek στην Κίνα, μεταφέροντας αεροπορικώς πολλά από τα στρατεύματά του προς βορρά για να καταλάβουν τη Μαντζουρία, καθώς οι Ρώσοι αποχωρούσαν μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο· και εξακολουθούν να εμποδίζουν τους Κινέζους να καταλάβουν τα παράκτια νησιά τους, Κεμόι και Ματσού. Αφού ουσιαστικά εγκατέστησαν τον δικτάτορα Batista στην Κούβα, οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπάθησαν απεγνωσμένα να ανατρέψουν το κομμουνιστικό καθεστώς του Castro, με ενέργειες που εκτείνονταν από την εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων, την οποία οργάνωσε η CIA, έως τις απόπειρες δολοφονίας του Castro από τη CIA και τη Μαφία.

If it is understood and expected, then, that the United States will try to impose its will on every crisis everywhere in the world, then this is clear indication that America is the great interventionary and imperial power. The one place where the United States does not now attempt to work its will is the Soviet Union and the Communist countries—but, of course, it has tried to do so in the past. Woodrow Wilson, along with Britain and France, tried for several years to crush bolshevism in the cradle, with American and Allied troops being sent to Russia to aid the Czarist (“White”) forces in trying to defeat the Reds. After World War II, the United States tried its best to oust the Soviets from Eastern Europe, and succeeded in pushing them out of Azerbaijan in northwestern Iran. It also helped the British to crush a Communist regime in Greece. The United States tried its best to maintain Chiang Kai-shek’s dictatorial rule in China, flying many of Chiang’s troops northward to occupy Manchuria as the Russians pulled out after World War II; and it continues to prevent the Chinese from occupying their offshore islands, Quemoy and Matsu. After virtually installing the dictator Batista in Cuba, the United States tried desperately to oust the Communist Castro regime, by actions ranging from the CIA-engineered Bay of Pigs invasion to CIA-Mafia attempts to assassinate Castro.

32

Από όλους τους πρόσφατους πολέμους της Αμερικής, ασφαλώς ο πιο τραυματικός για τους Αμερικανούς και τη στάση τους απέναντι στην εξωτερική πολιτική ήταν ο πόλεμος του Βιετνάμ. Ο αυτοκρατορικός πόλεμος της Αμερικής στο Βιετνάμ ήταν πράγματι μικρογραφία όσων υπήρξαν τραγικά εσφαλμένα στην αμερικανική εξωτερική πολιτική αυτού του αιώνα. Η αμερικανική επέμβαση στο Βιετνάμ δεν άρχισε, όπως πιστεύουν οι περισσότεροι, με τον Kennedy ή τον Eisenhower ή ακόμη και τον Truman. Άρχισε το αργότερο στις 26 Νοεμβρίου 1941, όταν η αμερικανική κυβέρνηση υπό τον Franklin Roosevelt επέδωσε στην Ιαπωνία ένα οξύ και προσβλητικό τελεσίγραφο, απαιτώντας να αποσύρει τις ένοπλες δυνάμεις της από την Κίνα και την Ινδοκίνα, από εκείνο που αργότερα θα γινόταν Βιετνάμ. Αυτό το αμερικανικό τελεσίγραφο προετοίμασε αναπόφευκτα το έδαφος για το Περλ Χάρμπορ. Πολεμώντας στον Ειρηνικό για την εκδίωξη της Ιαπωνίας από την ασιατική ήπειρο, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το OSS τους, ο πρόδρομος της CIA, ευνόησαν και βοήθησαν το υπό κομμουνιστική ηγεσία εθνικό κίνημα αντίστασης του Ho Chi Minh κατά των Ιαπώνων. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι κομμουνιστές Βιετμίνχ έλεγχαν ολόκληρο το βόρειο Βιετνάμ. Τότε όμως η Γαλλία, η προηγούμενη αυτοκρατορική κυρίαρχος του Βιετνάμ, πρόδωσε τη συμφωνία της με τον Ho και σφαγίασε δυνάμεις των Βιετμίνχ. Σε αυτή τη διπροσωπία, τη Γαλλία βοήθησαν η Βρετανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Of all America’s recent wars, certainly the most traumatic for Americans and their attitude toward foreign policy was the Vietnam war. America’s imperial war in Vietnam was, indeed, a microcosm of what has been tragically wrong with American foreign policy in this century. American intervention in Vietnam did not begin, as most people believe, with Kennedy or Eisenhower or even Truman. It began no later than the date when the American government, under Franklin Roosevelt, on November 26, 1941, delivered a sharp and insulting ultimatum to Japan to get its armed forces out of China and Indochina, from what would later be Vietnam. This U.S. ultimatum set the stage inevitably for Pearl Harbor. Engaged in a war in the Pacific to oust Japan from the Asian continent, the United States and its OSS (predecessor to the CIA) favored and aided Ho Chi Minh’s Communist-run national resistance movement against the Japanese. After World War II, the Communist Viet Minh was in charge of all northern Vietnam. But then France, previously the imperial ruler of Vietnam, betrayed its agreement with Ho and massacred Viet Minh forces. In this double cross, France was aided by Britain and the United States.

33

Όταν οι Γάλλοι ηττήθηκαν από το ανασυγκροτημένο αντάρτικο κίνημα των Βιετμίνχ υπό τον Ho, οι Ηνωμένες Πολιτείες ενέκριναν τη συμφωνία της Γενεύης του 1954, βάσει της οποίας το Βιετνάμ θα επανενωνόταν σύντομα ως ενιαίο έθνος. Διότι αναγνωριζόταν γενικά ότι ο μεταπολεμικός διαχωρισμός της χώρας σε Βορρά και Νότο υπό κατοχή ήταν απολύτως αυθαίρετος και εξυπηρετούσε απλώς στρατιωτική ευκολία. Αφού όμως κατόρθωσαν με τεχνάσματα να εκδιώξουν τους Βιετμίνχ από το νότιο μισό του Βιετνάμ, οι Ηνωμένες Πολιτείες προχώρησαν στην παραβίαση της συμφωνίας της Γενεύης και στην αντικατάσταση των Γάλλων και του αυτοκράτορα-μαριονέτας τους Bao Dai από τους δικούς τους προστατευομένους, τον Ngo Dinh Diem και την οικογένειά του, που εγκαταστάθηκαν στη δικτατορική διακυβέρνηση του Νοτίου Βιετνάμ. Όταν ο Diem έγινε βάρος, η CIA οργάνωσε πραξικόπημα για να τον δολοφονήσει και να τον αντικαταστήσει με άλλο δικτατορικό καθεστώς. Για να καταστείλουν τους Βιετκόνγκ, το υπό κομμουνιστική ηγεσία κίνημα εθνικής ανεξαρτησίας στον Νότο, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξαπέλυσαν καταστροφή τόσο στο Νότιο όσο και στο Βόρειο Βιετνάμ — βομβαρδίζοντας και δολοφονώντας ένα εκατομμύριο Βιετναμέζους και παρασύροντας μισό εκατομμύριο Αμερικανούς στρατιώτες στους βάλτους και στις ζούγκλες του Βιετνάμ.

When the French lost to the reconstituted Viet Minh guerrilla movement under Ho, the United States endorsed the Geneva agreement of 1954, under which Vietnam was to be quickly reunited as one nation. For it was generally recognized that the postwar occupation divisions of the country into North and South were purely arbitrary and merely for military convenience. But, having by trickery managed to oust the Viet Minh from the southern half of Vietnam, the United States proceeded to break the Geneva agreement and to replace the French and their puppet Emperor Bao Dai by its own clients, Ngo Dinh Diem and his family, who were installed in dictatorial rule over South Vietnam. When Diem became an embarrassment, the CIA engineered a coup to assassinate Diem and replace him with another dictatorial regime. To suppress the Viet Cong, the Communist-led national independence movement in the South, the United States rained devastation on South and North Vietnam alike—bombing and murdering a million Vietnamese and dragging half a million American soldiers into the quagmires and jungles of Vietnam.

34

Σε όλη τη διάρκεια της τραγικής βιετναμικής σύγκρουσης, οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούσαν τον μύθο ότι επρόκειτο για πόλεμο «επίθεσης» του κομμουνιστικού βορειοβιετναμικού κράτους εναντίον ενός φιλικού και «φιλοδυτικού» —ό,τι κι αν σημαίνει αυτός ο όρος— νοτιοβιετναμικού κράτους που είχε ζητήσει τη βοήθειά μας. Στην πραγματικότητα, ο πόλεμος ήταν μια καταδικασμένη αλλά μακρόχρονη απόπειρα των αυτοκρατορικών Ηνωμένων Πολιτειών να καταπνίξουν τις επιθυμίες της μεγάλης πλειονότητας του βιετναμικού πληθυσμού και να διατηρήσουν μη δημοφιλείς εξαρτημένους δικτάτορες στο νότιο μισό της χώρας, ακόμη και με ουσιαστική γενοκτονία αν χρειαζόταν.

Throughout the tragic Vietnamese conflict, the United States maintained the fiction that it was a war of “aggression” by the Communist North Vietnamese State against a friendly and “pro-Western” (whatever that term may mean) South Vietnamese State which had called for our aid. Actually, the war was really a doomed but lengthy attempt by an imperial United States to suppress the wishes of the great bulk of the Vietnamese population and to maintain unpopular client dictators in the southern half of the country, by virtual genocide if necessary.

35

Οι Αμερικανοί δεν έχουν συνηθίσει να εφαρμόζουν τον όρο «ιμπεριαλισμός» στις ενέργειες της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά η λέξη είναι ιδιαίτερα εύστοχη. Στην ευρύτερη έννοιά του, ο ιμπεριαλισμός μπορεί να οριστεί ως επίθεση του κράτους Α εναντίον του λαού της χώρας Β, ακολουθούμενη από την καταναγκαστική διατήρηση αυτής της ξένης κυριαρχίας. Στο προηγούμενο παράδειγμά μας, η μόνιμη κυριαρχία του κράτους του Γκράουσταρκ σε εδάφη που προηγουμένως αποτελούσαν τη βορειοανατολική Μπελγκράβια θα ήταν παράδειγμα τέτοιου ιμπεριαλισμού. Ο ιμπεριαλισμός όμως δεν χρειάζεται να παίρνει τη μορφή άμεσης διακυβέρνησης ενός ξένου πληθυσμού. Κατά τον εικοστό αιώνα, η έμμεση μορφή του «νεοϊμπεριαλισμού» αντικαθιστά ολοένα περισσότερο την παλαιού τύπου άμεση μορφή· είναι πιο συγκαλυμμένη και λιγότερο ορατή, αλλά όχι λιγότερο αποτελεσματική. Σε αυτή την περίπτωση, το αυτοκρατορικό κράτος κυβερνά τον ξένο πληθυσμό μέσω του ουσιαστικού ελέγχου που ασκεί σε γηγενείς εξαρτημένους κυβερνήτες. Αυτή την εκδοχή του σύγχρονου δυτικού ιμπεριαλισμού όρισε εύστοχα ο λιμπερταριανός ιστορικός Leonard Liggio:

Americans are not accustomed to applying the term “imperialism” to the actions of the U.S. government, but the word is a particularly apt one. In its broadest sense, imperialism may be defined as aggression by State A against the people of country B, followed by the subsequent coercive maintenance of such foreign rule. In our example above, the permanent rule by the Graustark State over formerly northeastern Belgravia would be an example of such imperialism. But imperialism does not have to take the form of direct rule over the foreign population. In the twentieth century, the indirect form of “neoimperialism” has increasingly replaced the old-fashioned direct kind; it is more subtle and less visible but no less effective a form of imperialism. In this situation, the imperial State rules the foreign population through its effective control over native client-rulers. This version of modern Western imperialism has been trenchantly defined by the libertarian historian Leonard Liggio:

36

Η ιμπεριαλιστική ισχύς των δυτικών χωρών… επέβαλε στους λαούς του κόσμου ένα διπλό ή ενισχυμένο σύστημα εκμετάλλευσης —τον ιμπεριαλισμό—, μέσω του οποίου η ισχύς των δυτικών κυβερνήσεων διατηρεί την τοπική άρχουσα τάξη, με αντάλλαγμα τη δυνατότητα να προσθέτει τη δυτική εκμετάλλευση πάνω στην ήδη υπάρχουσα εκμετάλλευση από τα τοπικά κράτη.182

The imperialist power of the Western countries... imposed on the world’s peoples a double or reinforced system of exploitation—imperialism—by which the power of the Western governments maintains the local ruling class in exchange for the opportunity to superimpose Western exploitation upon existing exploitation by local states.

37

Αυτή η αντίληψη της Αμερικής ως μακρόχρονης παγκόσμιας αυτοκρατορικής δύναμης έχει εδραιωθεί μεταξύ των ιστορικών τα τελευταία χρόνια χάρη στο πειστικό και επιστημονικό έργο μιας διακεκριμένης ομάδας αναθεωρητικών ιστορικών της Νέας Αριστεράς, εμπνευσμένων από τον καθηγητή William Appleman Williams. Αυτή όμως ήταν επίσης η άποψη συντηρητικών και κλασικών φιλελεύθερων «απομονωτιστών» κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και στα πρώτα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου.183

This view of America as a long-time imperial world power has taken hold among historians in recent years as the result of compelling and scholarly work by a distinguished group of New Left revisionist historians inspired by Professor William Appleman Williams. But this was also the view of conservative as well as classical liberal “isolationists” during World War II and in the early days of the Cold War.

38

Οι επικρίσεις των απομονωτιστών

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Isolationist Criticisms

39

Η τελευταία ώθηση των παλαιών συντηρητικών και κλασικών φιλελεύθερων απομονωτιστών κατά των επεμβάσεων και του ιμπεριαλισμού σημειώθηκε κατά τον Πόλεμο της Κορέας.

Ο συντηρητικός George Morgenstern, επικεφαλής αρθρογράφος της Chicago Tribune και συγγραφέας του πρώτου αναθεωρητικού βιβλίου για το Περλ Χάρμπορ, δημοσίευσε ένα άρθρο στη δεξιά εβδομαδιαία εφημερίδα της Ουάσιγκτον Human Events, στο οποίο περιέγραφε λεπτομερώς το φρικτό ιμπεριαλιστικό ιστορικό της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών από τον Ισπανοαμερικανικό Πόλεμο έως την Κορέα. Ο Morgenstern σημείωνε ότι οι «μεγαλόστομες ανοησίες» με τις οποίες ο Πρόεδρος McKinley είχε δικαιολογήσει τον πόλεμο κατά της Ισπανίας ήταν «οικείες σε όποιον άκουσε αργότερα τις ευαγγελικές εκλογικεύσεις του Wilson για την επέμβαση στον ευρωπαϊκό πόλεμο, του Roosevelt που υποσχόταν τη χιλιετή βασιλεία… του Eisenhower που αναπολούσε με λατρεία τη “σταυροφορία στην Ευρώπη” που κάπως στράβωσε, ή των Truman, Stevenson, Paul Douglas ή της New York Times που κήρυτταν τον ιερό πόλεμο στην Κορέα».184

The last anti-interventionist and anti-imperialist thrust of the old conservative and classical liberal isolationists came during the Korean War. Conservative George Morgenstern, chief editorial writer of the Chicago Tribune and author of the first revisionist book on Pearl Harbor, published an article in the right-wing Washington weekly Human Events, which detailed the grisly imperialist record of the United States government from the Spanish-American War down to Korea. Morgenstern noted that the “exalted nonsense” by which President McKinley had justified the war against Spain was

familiar to anyone who later attended the evangelical rationalizations of Wilson for intervening in the European war, of Roosevelt promising the millennium... of Eisenhower treasuring the “crusade in Europe” that somehow went sour, or of Truman, Stevenson, Paul Douglas or the New York Times preaching the holy war in Korea.

40

Σε μια ομιλία που προκάλεσε ευρύτατη προσοχή, στην κορύφωση της αμερικανικής ήττας από τους Κινέζους στη Βόρεια Κορέα στα τέλη του 1950, ο συντηρητικός απομονωτιστής Joseph P. Kennedy ζήτησε την αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από την Κορέα. Ο Kennedy διακήρυξε ότι «φυσικά αντιτασσόμουν στον κομμουνισμό, αλλά είπα ότι, αν τμήματα της Ευρώπης ή της Ασίας επιθυμούν να γίνουν κομμουνιστικά ή ακόμη και αν τους επιβληθεί ο κομμουνισμός, δεν μπορούμε να το εμποδίσουμε». Το αποτέλεσμα του Ψυχρού Πολέμου, του Δόγματος Truman και του Σχεδίου Marshall, κατήγγειλε ο Kennedy, ήταν καταστροφή — αποτυχία εξαγοράς φίλων και απειλή χερσαίου πολέμου στην Ευρώπη ή στην Ασία. Ο Kennedy προειδοποίησε:

In a widely noted speech at the height of the American defeat in North Korea at the hands of the Chinese in late 1950, conservative isolationist Joseph P. Kennedy called for U.S. withdrawal from Korea. Kennedy proclaimed that “I naturally opposed Communism but I said if portions of Europe or Asia wish to go Communistic or even have Communism thrust upon them, we cannot stop it.” The result of the Cold War, the Truman Doctrine, and the Marshall Plan, Kennedy charged, was disaster—a failure to purchase friends and a threat of land war in Europe or Asia. Kennedy warned that:

41

…το μισό αυτού του κόσμου δεν θα υποταχθεί ποτέ στις επιταγές του άλλου μισού… Τι δουλειά έχουμε εμείς να υποστηρίζουμε τη γαλλική αποικιακή πολιτική στην Ινδοκίνα ή να πραγματώνουμε τις αντιλήψεις του κυρίου Syngman Rhee περί δημοκρατίας στην Κορέα; Θα στείλουμε τώρα τους πεζοναύτες στα βουνά του Θιβέτ για να κρατήσουμε τον Dalai Lama στον θρόνο του;

half of this world will never submit to dictation by the other half.... What business is it of ours to support French colonial policy in Indo-China or to achieve Mr. Syngman Rhee’s concepts of democracy in Korea? Shall we now send the Marines into the mountains of Tibet to keep the Dalai Lama on his throne?

42

Από οικονομική άποψη, πρόσθεσε ο Kennedy, επιβαρύναμε τον εαυτό μας με περιττά χρέη ως συνέπεια της πολιτικής του Ψυχρού Πολέμου. Αν συνεχίσουμε να αποδυναμώνουμε την οικονομία μας «με αλόγιστες δαπάνες είτε προς ξένα έθνη είτε σε ξένους πολέμους, διατρέχουμε τον κίνδυνο να προκαλέσουμε ένα νέο 1932 και να καταστρέψουμε το ίδιο το σύστημα που προσπαθούμε να σώσουμε».

Economically, Kennedy added, we have been burdening ourselves with unnecessary debts as a consequence of Cold War policy. If we continue to weaken our economy “with lavish spending either on foreign nations or in foreign wars, we run the danger of precipitating another 1932 and of destroying the very system which we are trying to save.”

43

Ο Kennedy κατέληξε ότι η μόνη ορθολογική εναλλακτική για την Αμερική ήταν να εγκαταλείψει ολοκληρωτικά την εξωτερική πολιτική του Ψυχρού Πολέμου: «να φύγει από την Κορέα», καθώς και από το Βερολίνο και την Ευρώπη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα μπορούσαν με κανέναν τρόπο να αναχαιτίσουν τους ρωσικούς στρατούς αν εκείνοι επέλεγαν να προελάσουν στην Ευρώπη· και αν τότε η Ευρώπη γινόταν κομμουνιστική, ο κομμουνισμός «θα μπορούσε να διασπαστεί μόνος του ως ενιαία δύναμη… Όσο περισσότερους ανθρώπους θα πρέπει να κυβερνά, τόσο πιο αναγκαίο γίνεται για τους κυβερνώντες να δικαιολογούν τον εαυτό τους στους κυβερνωμένους. Όσο περισσότεροι λαοί βρίσκονται υπό τον ζυγό του, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες εξέγερσης». Και εδώ, σε μια εποχή που οι θιασώτες του Ψυχρού Πολέμου προέβλεπαν έναν παγκόσμιο κομμουνιστικό μονόλιθο ως αιώνιο δεδομένο, ο Joseph Kennedy επικαλούνταν τον στρατάρχη Tito ως ένδειξη της κατεύθυνσης προς τη μελλοντική διάσπαση του κομμουνιστικού κόσμου: έτσι, «ο Mao στην Κίνα δεν είναι πιθανό να δέχεται τις διαταγές του Stalin…».

Kennedy concluded that the only rational alternative for America is to scrap the Cold War foreign policy altogether: “to get out of Korea” and out of Berlin and Europe. The United States could not possibly contain Russian armies if they chose to march through Europe, and if Europe should then turn Communist, Communism

may break of itself as a unified force.... The more people that it will have to govern, the more necessary it becomes for those who govern to justify themselves to those being governed. The more peoples that are under its yoke, the greater are the possibilities of revolt.

And here, at a time when cold warriors were forecasting a world Communist monolith as an eternal fact of life, Joseph Kennedy cited Marshall Tito as pointing the way for the eventual breakup of the Communist world: thus, “Mao in China is not likely to take his orders from Stalin.”

Kennedy realized that

44

Ο Kennedy αντιλαμβανόταν ότι «αυτή η πολιτική θα επικριθεί, φυσικά, ως κατευνασμός. Αλλά… είναι κατευνασμός η αποχώρηση από ασύνετες δεσμεύσεις;… Αν είναι συνετό για το συμφέρον μας να μην αναλαμβάνουμε δεσμεύσεις που θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλειά μας, και αν αυτό είναι κατευνασμός, τότε είμαι υπέρ του κατευνασμού». Κατέληξε ότι «οι προτάσεις που κάνω θα διαφύλασσαν αμερικανικές ζωές για αμερικανικούς σκοπούς, αντί να τις σπαταλούν στους παγωμένους λόφους της Κορέας ή στις σημαδεμένες από μάχες πεδιάδες της Δυτικής Γερμανίας».185

this policy will, of course, be criticized as appeasement. [But]... is it appeasement to withdraw from unwise commitments.... If it is wise in our interest not to make commitments that endanger our security, and this is appeasement, then I am for appeasement.

Kennedy concluded that “the suggestions I make [would] conserve American lives for American ends, not waste them in the freezing hills of Korea or on the battlescarred plains of Western Germany.”

45

Μία από τις οξύτερες και ισχυρότερες επιθέσεις κατά της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής που προέκυψαν από τον Πόλεμο της Κορέας διατυπώθηκε από τον βετεράνο κλασικό φιλελεύθερο δημοσιογράφο Garet Garrett. Ο Garrett άρχιζε το φυλλάδιό του The Rise of Empire του 1952 δηλώνοντας: «Έχουμε διασχίσει το όριο που χωρίζει τη Δημοκρατία από την Αυτοκρατορία». Συνδέοντας ρητά αυτή τη θέση με το σημαντικό φυλλάδιό του της δεκαετίας του 1930, The Revolution Was, που είχε καταγγείλει την έλευση της εκτελεστικής και κρατιστικής τυραννίας μέσα στη δημοκρατική πολιτειακή μορφή υπό το New Deal, ο Garrett διέκρινε και πάλι μια «επανάσταση μέσα στη μορφή» της παλαιάς συνταγματικής δημοκρατίας. Ο Garrett, για παράδειγμα, χαρακτήριζε την επέμβαση του Truman στην Κορέα χωρίς κήρυξη πολέμου «σφετερισμό» της εξουσίας του Κογκρέσου.

One of the most trenchant and forceful attacks on American foreign policy to emerge from the Korean War was leveled by the veteran classical liberal journalist, Garet Garrett. Garrett began his pamphlet, The Rise of Empire (1952), by declaring, “We have crossed the boundary that lies between Republic and Empire.” Explicitly linking this thesis with his notable pamphlet of the 1930s, The Revolution Was, which had denounced the advent of executive and statist tyranny within the republican form under the New Deal, Garrett once more saw a “revolution within the form” of the old constitutional republic. Garrett, for example, called Truman’s intervention in Korea without a declaration of war a “usurpation” of congressional power.

46

Στο φυλλάδιό του, ο Garrett σκιαγραφούσε τα κριτήρια, τα διακριτικά γνωρίσματα της ύπαρξης Αυτοκρατορίας. Το πρώτο είναι η κυριαρχία της εκτελεστικής εξουσίας, που αντανακλάται στην χωρίς εξουσιοδότηση επέμβαση του Προέδρου στην Κορέα. Το δεύτερο είναι η υποταγή της εσωτερικής στην εξωτερική πολιτική· το τρίτο, η «επικράτηση της στρατιωτικής νοοτροπίας»· το τέταρτο, ένα «σύστημα δορυφορικών εθνών»· και το πέμπτο, «ένα σύμπλεγμα κομπασμού και φόβου»: κομπασμός για την απεριόριστη εθνική ισχύ σε συνδυασμό με διαρκή φόβο, φόβο για τον εχθρό, για τον «βάρβαρο» και για την αναξιοπιστία των δορυφορικών συμμάχων. Ο Garrett διαπίστωνε ότι καθένα από αυτά τα κριτήρια ίσχυε πλήρως για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

In his pamphlet, Garrett adumbrated the criteria, the hallmarks for the existence of Empire. The first is the dominance of the executive power, a dominance reflected in the President’s unauthorized intervention in Korea. The second is the subordination of domestic to foreign policy; the third, the “ascendancy of the military mind”; the fourth, a “system of satellite nations”; and the fifth, “a complex of vaunting and fear,” a vaunting of unlimited national might combined with a continuing fear, fear of the enemy, of the “barbarian,” and of the unreliability of the satellite allies. Garrett found each one of these criteria to apply fully to the United States.

47

Έχοντας διαπιστώσει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν αναπτύξει όλα τα γνωρίσματα της αυτοκρατορίας, ο Garrett πρόσθετε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπως προηγούμενες αυτοκρατορίες, αισθάνονται «αιχμάλωτες της ιστορίας». Διότι πέρα από τον φόβο βρίσκεται η «συλλογική ασφάλεια» και η εκπλήρωση του υποτιθέμενα πεπρωμένου αμερικανικού ρόλου στην παγκόσμια σκηνή. Ο Garrett κατέληγε:

Having discovered that the United States had developed all the hallmarks of empire, Garrett added that the United States, like previous empires, feels itself to be “a prisoner of history.” For beyond fear lies “collective security,” and the playing of the supposedly destined American role upon the world stage. Garrett concluded:

48

Είναι η σειρά μας.

Η σειρά μας να κάνουμε τι;

Η σειρά μας να αναλάβουμε τις ευθύνες της ηθικής ηγεσίας στον κόσμο.

Η σειρά μας να διατηρήσουμε μια ισορροπία ισχύος απέναντι στις δυνάμεις του κακού παντού — στην Ευρώπη, στην Ασία και στην Αφρική, στον Ατλαντικό και στον Ειρηνικό, στον αέρα και στη θάλασσα — με το κακό σε αυτή την περίπτωση να είναι ο Ρώσος βάρβαρος.

Η σειρά μας να διατηρήσουμε την ειρήνη του κόσμου.

Η σειρά μας να σώσουμε τον πολιτισμό.

Η σειρά μας να υπηρετήσουμε την ανθρωπότητα.

Αυτή όμως είναι η γλώσσα της Αυτοκρατορίας. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν αμφέβαλε ποτέ ότι ήταν ο υπερασπιστής του πολιτισμού. Οι καλές της προθέσεις ήταν η ειρήνη, ο νόμος και η τάξη. Η Ισπανική Αυτοκρατορία πρόσθεσε τη σωτηρία. Η Βρετανική Αυτοκρατορία πρόσθεσε τον ευγενή μύθο του χρέους του λευκού ανθρώπου. Εμείς προσθέσαμε την ελευθερία και τη δημοκρατία. Κι όμως, όσο περισσότερα κι αν προστεθούν, τόσο περισσότερο παραμένει η ίδια γλώσσα. Μια γλώσσα εξουσίας.186

It is our turn.

Our turn to do what?

Our turn to assume the responsibilities of moral leadership in the world,

Our turn to maintain a balance of power against the forces of evil everywhere—in Europe and Asia and Africa, in the Atlantic and in the Pacific, by air and by sea—evil in this case being the Russian barbarian.

Our turn to keep the peace of the world.

Our turn to save civilization.

Our turn to serve mankind.

But this is the language of Empire. The Roman Empire never doubted that it was the defender of civilization. Its good intentions were peace, law and order. The Spanish Empire added salvation. The British Empire added the noble myth of the white man’s burden. We have added freedom and democracy. Yet the more that may be added to it the more it is the same language still. A language of power.

49

Ο πόλεμος ως υγεία του κράτους

↗ στη σελίδα του βιβλίου

War as the Health of the State

50

Πολλοί λιμπερταριανοί αισθάνονται αμήχανα με τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και προτιμούν να αφιερώνουν τις δυνάμεις τους είτε σε θεμελιώδη ζητήματα λιμπερταριανής θεωρίας είτε σε «εσωτερικά» θέματα όπως η ελεύθερη αγορά ή η ιδιωτικοποίηση των ταχυδρομικών υπηρεσιών ή της αποκομιδής απορριμμάτων. Ωστόσο, η αντίθεση στον πόλεμο ή σε μια πολεμοχαρή εξωτερική πολιτική έχει κρίσιμη σημασία για τους λιμπερταριανούς. Υπάρχουν δύο σημαντικοί λόγοι. Ο ένας έχει γίνει κοινότοπος, αλλά παραμένει απολύτως αληθινός: η υπέρτατη σημασία της αποτροπής ενός πυρηνικού ολοκαυτώματος. Σε όλους τους παλαιούς ηθικούς και οικονομικούς λόγους κατά μιας παρεμβατικής εξωτερικής πολιτικής έχει προστεθεί πλέον η άμεση, διαρκώς παρούσα απειλή παγκόσμιας καταστροφής. Αν ο κόσμος καταστρεφόταν, όλα τα άλλα προβλήματα και όλοι οι άλλοι «-ισμοί» —σοσιαλισμός, καπιταλισμός, προοδευτισμός ή λιμπερταριανισμός— δεν θα είχαν καμία απολύτως σημασία. Εξ ου και η πρωταρχική σημασία μιας ειρηνικής εξωτερικής πολιτικής και του τερματισμού της πυρηνικής απειλής.

Many libertarians are uncomfortable with foreign policy matters and prefer to spend their energies either on fundamental questions of libertarian theory or on such “domestic” concerns as the free market or privatizing postal service or garbage disposal. Yet an attack on war or a warlike foreign policy is of crucial importance to libertarians. There are two important reasons. One has become a cliché, but is all too true nevertheless: the overriding importance of preventing a nuclear holocaust. To all the long-standing reasons, moral and economic, against an interventionist foreign policy has now been added the imminent, ever-present threat of world destruction. If the world should be destroyed, all the other problems and all the other isms—socialism, capitalism, liberalism, or libertarianism—would be of no importance whatsoever. Hence the prime importance of a peaceful foreign policy and of ending the nuclear threat.

51

Ο άλλος λόγος είναι ότι, πέρα από την πυρηνική απειλή, ο πόλεμος, κατά τα λόγια του λιμπερταριανού Randolph Bourne, «είναι η υγεία του κράτους». Ο πόλεμος υπήρξε ανέκαθεν αφορμή για μια μεγάλη —και συνήθως μόνιμη— επιτάχυνση και ενίσχυση της κρατικής εξουσίας πάνω στην κοινωνία. Είναι η μεγάλη δικαιολογία για την κινητοποίηση όλων των δυνάμεων και των πόρων του έθνους, στο όνομα της πατριωτικής ρητορικής, υπό την αιγίδα και τις επιταγές του κρατικού μηχανισμού. Στον πόλεμο το κράτος βρίσκει πραγματικά το στοιχείο του: διογκώνεται σε ισχύ, σε μέγεθος, σε υπερηφάνεια, σε απόλυτη κυριαρχία πάνω στην οικονομία και στην κοινωνία. Η κοινωνία γίνεται αγέλη, επιδιώκοντας να σκοτώσει τους υποτιθέμενους εχθρούς της, ξεριζώνοντας και καταστέλλοντας κάθε διαφωνία προς την επίσημη πολεμική προσπάθεια, προδίδοντας πρόθυμα την αλήθεια για το υποτιθέμενο δημόσιο συμφέρον. Η κοινωνία μετατρέπεται σε ένοπλο στρατόπεδο, με τις αξίες και την ηθική —όπως το διατύπωσε κάποτε ο λιμπερταριανός Albert Jay Nock— ενός «στρατού εν πορεία».

The other reason is that, apart from the nuclear menace, war, in the words of the libertarian Randolph Bourne, “is the health of the State.” War has always been the occasion of a great—and usually permanent—acceleration and intensification of State power over society. War is the great excuse for mobilizing all the energies and resources of the nation, in the name of patriotic rhetoric, under the aegis and dictation of the State apparatus. It is in war that the State really comes into its own: swelling in power, in number, in pride, in absolute dominion over the economy and the society. Society becomes a herd, seeking to kill its alleged enemies, rooting out and suppressing all dissent from the official war effort, happily betraying truth for the supposed public interest. Society becomes an armed camp, with the values and the morals—as the libertarian Albert Jay Nock once phrased it—of an “army on the march.”

52

Είναι ιδιαίτερα ειρωνικό ότι ο πόλεμος επιτρέπει πάντοτε στο κράτος να συσπειρώνει τις δυνάμεις των πολιτών του υπό το σύνθημα της βοήθειας για την υπεράσπιση της χώρας από κάποια κτηνώδη εξωτερική απειλή. Διότι ο θεμελιώδης μύθος που επιτρέπει στο κράτος να παχαίνει από τον πόλεμο είναι το ψεύδος ότι ο πόλεμος αποτελεί υπεράσπιση των υπηκόων του από το κράτος. Τα γεγονότα, όμως, είναι ακριβώς αντίστροφα. Διότι, αν ο πόλεμος είναι η υγεία του κράτους, είναι επίσης ο μεγαλύτερος κίνδυνός του. Ένα κράτος μπορεί να «πεθάνει» μόνο από ήττα σε πόλεμο ή από επανάσταση. Στον πόλεμο, επομένως, το κράτος κινητοποιεί φρενήρως τους υπηκόους του για να πολεμήσουν γι’ αυτό εναντίον ενός άλλου κράτους, με το πρόσχημα ότι πολεμά για να τους υπερασπιστεί.187

It is particularly ironic that war always enables the State to rally the energies of its citizens under the slogan of helping it to defend the country against some bestial outside menace. For the root myth that enables the State to wax fat off war is the canard that war is a defense by the State of its subjects. The facts, however, are precisely the reverse. For if war is the health of the State, it is also its greatest danger. A State can only “die” by defeat in war or by revolution. In war, therefore, the State frantically mobilizes its subjects to fight for it against another State, under the pretext that it is fighting to defend them.

53

Στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών, ο πόλεμος υπήρξε γενικά η κύρια αφορμή για τη συχνά μόνιμη ενίσχυση της κρατικής εξουσίας πάνω στην κοινωνία. Κατά τον Πόλεμο του 1812 εναντίον της Μεγάλης Βρετανίας, όπως επισημάναμε προηγουμένως, εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε μεγάλη κλίμακα το σύγχρονο πληθωριστικό τραπεζικό σύστημα κλασματικών αποθεμάτων, όπως επίσης οι προστατευτικοί δασμοί, η εσωτερική ομοσπονδιακή φορολογία και ο μόνιμος στρατός και στόλος. Άμεση συνέπεια του πολεμικού πληθωρισμού ήταν επίσης η επανίδρυση κεντρικής τράπεζας, της Δεύτερης Τράπεζας των Ηνωμένων Πολιτειών. Σχεδόν όλες αυτές οι κρατιστικές πολιτικές και θεσμοί διατηρήθηκαν μόνιμα μετά το τέλος του πολέμου. Ο Εμφύλιος Πόλεμος και το ουσιαστικά μονοκομματικό του σύστημα οδήγησαν στη μόνιμη εγκαθίδρυση μιας νεομερκαντιλιστικής πολιτικής διογκωμένου κράτους και επιδότησης διαφόρων μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων μέσω προστατευτικών δασμών, τεράστιων παραχωρήσεων γης και άλλων επιδοτήσεων στους σιδηροδρόμους, ομοσπονδιακών ειδικών φόρων κατανάλωσης και ενός ομοσπονδιακά ελεγχόμενου τραπεζικού συστήματος. Έφερε επίσης την πρώτη επιβολή ομοσπονδιακής υποχρεωτικής στράτευσης και φόρου εισοδήματος, δημιουργώντας επικίνδυνα προηγούμενα για το μέλλον.

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος έφερε την αποφασιστική και μοιραία στροφή από μια σχετικά ελεύθερη οικονομία του laissez-faire στο σημερινό σύστημα κορπορατιστικού κρατικού μονοπωλίου στο εσωτερικό και μόνιμης παγκόσμιας επέμβασης στο εξωτερικό. Η κολεκτιβιστική οικονομική κινητοποίηση κατά τον πόλεμο, με επικεφαλής τον πρόεδρο του Συμβουλίου Πολεμικών Βιομηχανιών Bernard Baruch, εκπλήρωσε το αναδυόμενο όνειρο των ηγετών των μεγάλων επιχειρήσεων και των προοδευτικών διανοουμένων για μια οικονομία οργανωμένη σε καρτέλ και μονοπώλια, σχεδιασμένη από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση σε στενή συνεργασία με την ηγεσία των μεγάλων επιχειρήσεων. Και ακριβώς αυτός ο πολεμικός κολεκτιβισμός έθρεψε και ανέπτυξε ένα πανεθνικό εργατικό κίνημα που θα καταλάμβανε πρόθυμα τη θέση του ως ελάσσων εταίρος στη νέα κορπορατιστική κρατική οικονομία. Αυτός ο προσωρινός κολεκτιβισμός, επιπλέον, λειτούργησε ως μόνιμος φάρος και πρότυπο για τους ηγέτες των μεγάλων επιχειρήσεων και τους κορπορατιστές πολιτικούς ως το είδος της μόνιμης ειρηνικής οικονομίας που θα ήθελαν να επιβάλουν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ως επικεφαλής της διαχείρισης τροφίμων, υπουργός Εμπορίου και αργότερα Πρόεδρος, ο Herbert C. Hoover βοήθησε να δημιουργηθεί αυτή η διαρκής μονοπωλιακή κρατιστική οικονομία, και το όραμα εκπληρώθηκε με την αναβίωση πολεμικών υπηρεσιών, ακόμη και του ίδιου πολεμικού προσωπικού, στο New Deal του Franklin D. Roosevelt.188 Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος έφερε επίσης μια μόνιμη παγκόσμια επέμβαση κατά το πρότυπο του Wilson, την εδραίωση πάνω στην κοινωνία του νεοσύστατου Ομοσπονδιακού Αποθεματικού Συστήματος και ενός μόνιμου φόρου εισοδήματος, υψηλούς ομοσπονδιακούς προϋπολογισμούς, μαζική υποχρεωτική στράτευση και στενούς δεσμούς μεταξύ οικονομικής άνθησης, πολεμικών συμβάσεων και δανείων προς δυτικά έθνη.

In the history of the United States, war has generally been the main occasion for the often permanent intensification of the power of the State over society. In the War of 1812 against Great Britain, as we have indicated above, the modern inflationary fractional-reserve banking system first came into being on a large scale, as did protective tariffs, internal federal taxation, and a standing army and navy. And a direct consequence of the wartime inflation was the reestablishment of a central bank, the Second Bank of the United States. Virtually all of these statist policies and institutions continued permanently after the war was over. The Civil War and its virtual one-party system led to the permanent establishment of a neomercantilist policy of Big Government and the subsidizing of various big business interests through protective tariffs, huge land grants and other subsidies to railroads, federal excise taxation, and a federally controlled banking system. It also brought the first imposition of federal conscription and an income tax, setting dangerous precedents for the future. World War I brought the decisive and fateful turn from a relatively free and laissez-faire economy to the present system of corporate state monopoly at home and permanent global intervention abroad. The collectivist economic mobilization during the war, headed by War Industries Board Chairman Bernard Baruch, fulfilled the emerging dream of big business leaders and progressive intellectuals for a cartelized and monopolized economy planned by the federal government in cozy collaboration with big business leadership. And it was precisely this wartime collectivism that nurtured and developed a nationwide labor movement that would eagerly take its place as junior partner in the new corporate State economy. This temporary collectivism, furthermore, served as a permanent beacon and model for big business leaders and corporatist politicians as the kind of permanent peacetime economy that they would like to impose on the United States. As food czar, Secretary of Commerce, and later as president, Herbert C. Hoover helped bring this continuing monopolized statist economy into being, and the vision was fulfilled in a recrudescence of wartime agencies and even wartime personnel by Franklin D. Roosevelt’s New Deal. World War I also brought a permanent Wilsonian global intervention abroad, the fastening of the newly imposed Federal Reserve System and a permanent income tax on society, high federal budgets, massive conscription, and intimate connections between economic boom, war contracts, and loans to Western nations.

54

Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος αποτέλεσε την κορύφωση και την ολοκλήρωση όλων αυτών των τάσεων: ο Franklin D. Roosevelt επέβαλε τελικά στην αμερικανική ζωή τη μεθυστική υπόσχεση του εσωτερικού και εξωτερικού προγράμματος του Wilson: μόνιμη σύμπραξη διογκωμένου κράτους, μεγάλων επιχειρήσεων και μεγάλων συνδικάτων· ένα διαρκές και αέναα επεκτεινόμενο στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα· υποχρεωτική στράτευση· συνεχιζόμενο και επιταχυνόμενο πληθωρισμό· και έναν ατελείωτο και δαπανηρό ρόλο αντεπαναστατικού «αστυνόμου» για ολόκληρο τον κόσμο. Ο κόσμος των Roosevelt–Truman–Eisenhower–Kennedy–Johnson–Nixon–Ford–Carter —και υπάρχουν ελάχιστες ουσιαστικές διαφορές μεταξύ αυτών των κυβερνήσεων— είναι ο «κορπορατιστικός προοδευτισμός», το κορπορατιστικό κράτος στην ολοκληρωμένη μορφή του.

World War II was the culmination and fulfillment of all these trends: Franklin D. Roosevelt finally fastened upon American life the heady promise of the Wilsonian domestic and foreign program: permanent partnership of Big Government, big business, and big unions; a continuing and ever-expanding military-industrial complex; conscription; continuing and accelerating inflation; and an endless and costly role as counterrevolutionary “policeman” for the entire world. The Roosevelt-Truman-Eisenhower-Kennedy-Johnson-Nixon-Ford-Carter world (and there is little substantive difference among any of these administrations) is “corporate liberalism,” the corporate State fulfilled.

55

Είναι ιδιαίτερα ειρωνικό ότι οι συντηρητικοί, τουλάχιστον ρητορικά υποστηρικτές της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς, αντιμετωπίζουν με τόση αυταρέσκεια, ακόμη και θαυμασμό, το τεράστιο στρατιωτικοβιομηχανικό μας σύμπλεγμα. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη μεμονωμένη στρέβλωση της ελεύθερης αγοράς στη σημερινή Αμερική. Το μεγαλύτερο μέρος των επιστημόνων και των μηχανικών μας έχει εκτραπεί από τη βασική έρευνα για μη στρατιωτικούς σκοπούς, από την αύξηση της παραγωγικότητας και του βιοτικού επιπέδου των καταναλωτών, προς σπάταλα, αναποτελεσματικά και μη παραγωγικά στρατιωτικά και διαστημικά εγχειρήματα. Αυτά τα εγχειρήματα είναι εξίσου σπάταλα, αλλά απείρως πιο καταστροφικά, από την τεράστια οικοδόμηση πυραμίδων των Φαραώ. Δεν είναι τυχαίο ότι τα οικονομικά του Lord Keynes αποδείχθηκαν η κατεξοχήν οικονομική θεωρία του κορπορατιστικού προοδευτικού κράτους. Διότι οι κεϋνσιανοί οικονομολόγοι επιδοκιμάζουν εξίσου όλες τις μορφές κυβερνητικής δαπάνης, είτε πρόκειται για πυραμίδες είτε για πυραύλους είτε για χαλυβουργεία· εξ ορισμού, όλες αυτές οι δαπάνες διογκώνουν το ακαθάριστο εθνικό προϊόν, όσο σπάταλες κι αν είναι. Μόλις πρόσφατα πολλοί Αμερικανοί προοδευτικοί άρχισαν να συνειδητοποιούν τα δεινά της σπατάλης, του πληθωρισμού και του μιλιταρισμού που έφερε στην Αμερική ο κεϋνσιανός κορπορατιστικός προοδευτισμός.

It is particularly ironic that conservatives, at least in rhetoric supporters of a free-market economy, should be so complacent and even admiring of our vast military-industrial complex. There is no greater single distortion of the free market in present-day America. The bulk of our scientists and engineers has been diverted from basic research for civilian ends, from increasing productivity and the standard of living of consumers, into wasteful, inefficient, and nonproductive military and space boondoggles. These boondoggles are every bit as wasteful but infinitely more destructive than the vast pyramid building of the Pharaoh. It is no accident that Lord Keynes’s economics have proved to be the economics par excellence of the corporate liberal State. For Keynesian economists place equal approval upon all forms of government spending, whether on pyramids, missiles, or steel plants; by definition all of these expenditures swell the gross national product, regardless of how wasteful they may be. It is only recently that many liberals have begun to awaken to the evils of the waste, inflation, and militarism that Keynesian corporate liberalism has brought to America.

56

Καθώς διευρύνεται το πεδίο των κυβερνητικών δαπανών — στρατιωτικών και μη—, η επιστήμη και η βιομηχανία στρέφονται ολοένα περισσότερο προς αντιπαραγωγικούς στόχους και εξαιρετικά αναποτελεσματικές διαδικασίες. Ο στόχος της όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερης ικανοποίησης των καταναλωτών αντικαθίσταται ολοένα περισσότερο από την επιδίωξη κυβερνητικής εύνοιας εκ μέρους των αναδόχων κρατικών συμβάσεων, συχνά υπό τη μορφή εξαιρετικά σπάταλων συμβάσεων «κόστους συν κέρδους». Η πολιτική, στον έναν τομέα μετά τον άλλο, αντικαθιστά την οικονομία στην καθοδήγηση της βιομηχανικής δραστηριότητας. Επιπλέον, καθώς ολόκληροι κλάδοι και περιοχές της χώρας εξαρτώνται πλέον από κυβερνητικές και στρατιωτικές συμβάσεις, έχει δημιουργηθεί ένα τεράστιο κατεστημένο συμφέρον στη συνέχιση των προγραμμάτων, αδιαφορώντας για το αν εξακολουθούν να διαθέτουν έστω και το πιο σαθρό πρόσχημα στρατιωτικής αναγκαιότητας. Η οικονομική μας ευημερία έχει καταστεί εξαρτημένη από τη συνέχιση του ναρκωτικού των μη παραγωγικών και αντιπαραγωγικών κυβερνητικών δαπανών.189

As the scope of government spending—military and civilian alike—has widened, science and industry have been skewed more and more into unproductive goals and highly inefficient processes. The goal of satisfying consumers as efficiently as possible has been increasingly replaced by the currying of favors by government contractors, often in the form of highly wasteful “cost-plus” contracts. Politics, in field after field, has replaced economics in guiding the activities of industry. Furthermore, as entire industries and regions of the country have come to depend upon government and military contracts, a huge vested interest has been created in continuing the programs, heedless of whether they retain even the most threadbare excuse of military necessity. Our economic prosperity has been made to depend on continuing the narcotic of unproductive and antiproductive government spending.

57

Ένας από τους πιο οξυδερκείς και προφητικούς επικριτές της αμερικανικής εισόδου στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ο κλασικός φιλελεύθερος συγγραφέας John T. Flynn. Στο As We Go Marching, γραμμένο εν μέσω του πολέμου που είχε προσπαθήσει τόσο επίμονα να αποτρέψει, ο Flynn κατήγγειλε ότι το New Deal, κορυφούμενο στην πολεμική του μορφή, είχε τελικά εγκαθιδρύσει το κορπορατιστικό κράτος που σημαντικά τμήματα των μεγάλων επιχειρήσεων επιδίωκαν από το γύρισμα του εικοστού αιώνα. «Η γενική ιδέα», έγραφε ο Flynn, ήταν «να αναδιοργανωθεί η κοινωνία μετατρέποντάς την από ελεύθερη σε σχεδιασμένη και καταναγκαστική οικονομία, στην οποία οι επιχειρήσεις θα συνενώνονταν σε μεγάλες συντεχνίες ή σε μια τεράστια κορπορατιστική δομή, που θα συνδύαζε στοιχεία αυτοδιοίκησης και κυβερνητικής εποπτείας με ένα εθνικό σύστημα οικονομικής αστυνόμευσης για την επιβολή αυτών των επιταγών… Αυτό, άλλωστε, δεν απέχει και τόσο από όσα συζητούσε ο επιχειρηματικός κόσμος…».190

One of the most perceptive and prophetic critics of America’s entry into World War II was the classical liberal writer John T. Flynn. In his As We Go Marching, written in the midst of the war he had tried so hard to forestall, Flynn charged that the New Deal, culminating in its wartime embodiment, had finally established the corporate State that important elements of big business had been seeking since the turn of the twentieth century. “The general idea,” Flynn wrote, was

to reorder the society by making it a planned and coerced economy instead of a free one, in which business would be brought together into great guilds or an immense corporative structure, combining the elements of self rule and government supervision with a national economic policing system to enforce these decrees.... This, after all, is not so very far from what business had been talking about.

58

Το New Deal είχε επιχειρήσει αρχικά να δημιουργήσει μια τέτοια νέα κοινωνία μέσω της Εθνικής Διοίκησης Ανάκαμψης και της Διοίκησης Αγροτικής Προσαρμογής, ισχυρών μηχανισμών «πειθάρχησης» που χαιρετίστηκαν τόσο από τον συνδικαλιστικό όσο και από τον επιχειρηματικό κόσμο. Τώρα η έλευση του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου είχε επανεγκαθιδρύσει αυτό το κολεκτιβιστικό πρόγραμμα — «μια οικονομία υπό πλήρη έλεγχο, στηριζόμενη σε τεράστιες ροές χρέους, με σχεδόν όλους τους φορείς σχεδιασμού να λειτουργούν με σχεδόν ολοκληρωτική εξουσία υπό μια τεράστια γραφειοκρατία». Μετά τον πόλεμο, προφήτευε ο Flynn, το New Deal θα επιχειρούσε να επεκτείνει μόνιμα αυτό το σύστημα στις διεθνείς υποθέσεις. Προέβλεψε εύστοχα ότι οι τεράστιες κυβερνητικές δαπάνες μετά τον πόλεμο θα εξακολουθούσαν να επικεντρώνονται κυρίως στον στρατιωτικό τομέα, αφού αυτή είναι η μόνη μορφή κυβερνητικής δαπάνης στην οποία οι συντηρητικοί δεν θα αντιτίθεντο ποτέ και την οποία θα καλωσόριζαν και οι εργαζόμενοι λόγω της δημιουργίας θέσεων εργασίας. «Έτσι, ο μιλιταρισμός είναι το μοναδικό μεγάλο, λαμπερό πρόγραμμα δημόσιων έργων γύρω από το οποίο μπορούν να συμφωνήσουν ποικίλα στοιχεία της κοινότητας».191

The New Deal had first attempted to create such a new society in the National Recovery Administration and the Agricultural Adjustment Administration, mighty engines of “regimentation” hailed by labor and business alike. Now the advent of World War II had reestablished this collectivist program—”an economy supported by great streams of debt under complete control, with nearly all the planning agencies functioning with almost totalitarian power under a vast bureaucracy.” After the war, Flynn prophesied, the New Deal would attempt to expand this system permanently into international affairs. He wisely predicted that the great emphasis of vast governmental spending after the war would continue to be military, since this is the one form of government spending to which conservatives would never object, and which workers would also welcome for its creation of jobs. “Thus militarism is the one great glamorous public-works project upon which a variety of elements in the community can be brought into agreement.”

59

Ο Flynn προέβλεψε ότι η μεταπολεμική πολιτική της Αμερικής θα ήταν «διεθνιστική» με την έννοια του ιμπεριαλισμού. Ο ιμπεριαλισμός «είναι, φυσικά, διεθνής… με την έννοια που είναι διεθνής ο πόλεμος» και θα απορρέει από την πολιτική του μιλιταρισμού. «Θα κάνουμε ό,τι έκαναν άλλες χώρες· θα κρατάμε ζωντανούς τους φόβους του λαού μας για τις επιθετικές φιλοδοξίες άλλων χωρών και θα επιδιδόμαστε οι ίδιοι σε δικά μας ιμπεριαλιστικά εγχειρήματα». Ο ιμπεριαλισμός θα εξασφαλίζει στις Ηνωμένες Πολιτείες την ύπαρξη διαρκών «εχθρών», τη διεξαγωγή αυτού που ο Charles A. Beard θα αποκαλούσε αργότερα «αέναο πόλεμο για αέναη ειρήνη». Διότι, επισήμαινε ο Flynn, «έχουμε κατορθώσει να αποκτήσουμε βάσεις σε ολόκληρο τον κόσμο… Δεν υπάρχει μέρος του κόσμου όπου μπορεί να ξεσπάσει αναταραχή και όπου… να μην μπορούμε να ισχυριστούμε ότι απειλούνται τα συμφέροντά μας. Έτσι απειλούμενα, πρέπει να παραμείνουν και μετά το τέλος του πολέμου ως διαρκές επιχείρημα στα χέρια των ιμπεριαλιστών υπέρ ενός τεράστιου ναυτικού μηχανισμού και ενός πελώριου στρατού, έτοιμου να επιτεθεί οπουδήποτε ή να αποκρούσει επίθεση από όλους τους εχθρούς που θα είμαστε υποχρεωμένοι να έχουμε».192

Flynn predicted that America’s postwar policy would be “internationalist” in the sense of being imperialist. Imperialism “is, of course, international... in the sense that war is international,” and it will follow from the policy of militarism. “We will do what other countries have done; we will keep alive the fears of our people of the aggressive ambitions of other countries and we will ourselves embark upon imperialistic enterprises of our own.” Imperialism will ensure for the United States the existence of perpetual “enemies,” of waging what Charles A. Beard was later to call “perpetual war for perpetual peace.” For, Flynn pointed out,

we have managed to acquire bases all over the world.... There is no part of the world where trouble can break out where... we cannot claim that our interests are menaced. Thus menaced, there must remain when the war is over a continuing argument in the hands of the imperialists for a vast naval establishment and a huge army ready to attack anywhere or to resist an attack from all the enemies we shall be obliged to have.

60

Μία από τις πιο συγκινητικές απεικονίσεις της αλλαγής που επέφερε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος στην αμερικανική ζωή γράφτηκε από τον John Dos Passos, διά βίου ριζοσπάστη και ατομικιστή, τον οποίο η πορεία του New Deal ώθησε από την «άκρα Αριστερά» στην «άκρα Δεξιά». Ο Dos Passos εξέφρασε την πικρία του στο μεταπολεμικό μυθιστόρημά του The Grand Design:

One of the most moving portrayals of the change in American life wrought by World War II was written by John Dos Passos, a lifelong radical and individualist who was pushed from “extreme left” to “extreme right” by the march of the New Deal. Dos Passos expressed his bitterness in his postwar novel, The Grand Design:

61

Στο εσωτερικό οργανώσαμε τράπεζες αίματος και πολιτική άμυνα και μιμηθήκαμε τον υπόλοιπο κόσμο στήνοντας στρατόπεδα συγκέντρωσης —μόνο που εμείς τα ονομάσαμε κέντρα μετεγκατάστασης— και στοιβάζοντας μέσα τους

Αμερικανούς πολίτες ιαπωνικής καταγωγής… χωρίς την προστασία του habeas corpus…

Ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών μιλούσε σαν ειλικρινής δημοκράτης, όπως και τα μέλη του Κογκρέσου. Στην κυβέρνηση υπήρχαν αφοσιωμένοι πιστοί της ατομικής ελευθερίας. «Τώρα είμαστε απασχολημένοι με τον πόλεμο· θα θέσουμε σε εφαρμογή και τις τέσσερις ελευθερίες αργότερα», έλεγαν…

Ο πόλεμος είναι καιρός Καισάρων…

Και ο αμερικανικός λαός υποτίθεται ότι έπρεπε να πει ευχαριστώ για τον αιώνα του Απλού Ανθρώπου, που τον παρέδωσαν για μετεγκατάσταση πίσω από συρματοπλέγματα, ο Θεός βοηθός του.

Μάθαμε. Υπάρχουν πράγματα που μάθαμε να κάνουμε, αλλά δεν μάθαμε, παρά το Σύνταγμα και τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας και τις μεγάλες συζητήσεις στο Ρίτσμοντ και στη Φιλαδέλφεια, πώς να βάζουμε την εξουσία πάνω στις ζωές των ανθρώπων στα χέρια ενός ανθρώπου και να τον κάνουμε να τη χρησιμοποιεί με σύνεση.193

At home we organized bloodbanks and civilian defense and imitated the rest of the world by setting up concentration camps (only we called them relocation centers) and stuffing into them

American citizens of Japanese ancestry... without benefit of habeas corpus....

The President of the United States talked the sincere democrat and so did the members of Congress. In the Administration there were devout believers in civil liberty. “Now we’re busy fighting a war; we’ll deploy all four freedoms later on,” they said....

War is a time of Caesars....

And the American people were supposed to say thank you for the century of the Common Man turned over for relocation behind barbed wire so help him God.

We learned. There are things we learned to do

but we have not learned, in spite of the Constitution and the Declaration of Independence and the great debates at Richmond and Philadelphia

how to put power over the lives of men into the hands of one man

and to make him use it wisely.

62

Η σοβιετική εξωτερική πολιτική

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Soviet Foreign Policy

63

Σε προηγούμενο κεφάλαιο εξετάσαμε ήδη το πρόβλημα της εθνικής άμυνας, αφήνοντας κατά μέρος το ερώτημα αν οι Ρώσοι είναι πράγματι απολύτως αποφασισμένοι να επιτεθούν στρατιωτικά στις Ηνωμένες Πολιτείες. Από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, η αμερικανική στρατιωτική και εξωτερική πολιτική, τουλάχιστον ρητορικά, στηρίζεται στην παραδοχή μιας επικρεμάμενης απειλής ρωσικής επίθεσης — μιας παραδοχής που κατόρθωσε να εξασφαλίσει τη λαϊκή έγκριση για την παγκόσμια αμερικανική επέμβαση και για δεκάδες δισεκατομμύρια σε στρατιωτικές δαπάνες. Πόσο ρεαλιστική όμως, πόσο καλά θεμελιωμένη, είναι αυτή η παραδοχή;

In a previous chapter, we have already dealt with the problem of national defense, abstracting from the question of whether the Russians are really hell-bent upon a military attack upon the United States. Since World War II, American military and foreign policy, at least rhetorically, has been based upon the assumption of a looming threat of Russian attack—an assumption that has managed to gain public approval for global American intervention and for scores of billions in military expenditures. But how realistic, how well grounded, is this assumption?

64

Πρώτον, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Σοβιετικοί, μαζί με όλους τους άλλους μαρξιστές-λενινιστές, θα ήθελαν να αντικαταστήσουν όλα τα υπάρχοντα κοινωνικά συστήματα με κομμουνιστικά καθεστώτα. Μια τέτοια επιθυμία όμως κάθε άλλο παρά συνεπάγεται κάποια πραγματική απειλή επίθεσης — όπως και μια κακόβουλη ευχή στην ιδιωτική ζωή δύσκολα μπορεί να αποτελέσει βάση για ρεαλιστική προσδοκία επικείμενης επιθετικής ενέργειας. Αντιθέτως, ο ίδιος ο μαρξισμός-λενινισμός πιστεύει ότι η νίκη του κομμουνισμού είναι αναπόφευκτη — όχι πάνω στα φτερά εξωτερικής βίας, αλλά μάλλον μέσω των συσσωρευόμενων εντάσεων και «αντιφάσεων» μέσα σε κάθε κοινωνία. Έτσι, ο μαρξισμός-λενινισμός θεωρεί αναπόφευκτη την εσωτερική επανάσταση —ή, στη σημερινή «ευρωκομμουνιστική» εκδοχή, τη δημοκρατική αλλαγή— για την εγκαθίδρυση του κομμουνισμού. Ταυτόχρονα, θεωρεί κάθε καταναγκαστική εξωτερική επιβολή του κομμουνισμού, στην καλύτερη περίπτωση, ύποπτη και, στη χειρότερη, διαταρακτική και αντιπαραγωγική για τη γνήσια οργανική κοινωνική αλλαγή. Κάθε ιδέα «εξαγωγής» του κομμουνισμού σε άλλες χώρες με τη δύναμη του σοβιετικού στρατού αντιφάσκει πλήρως προς τη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία.

First, there is no doubt that the Soviets, along with all other Marxist-Leninists, would like to replace all existing social systems by Communist regimes. But such a sentiment, of course, scarcely implies any sort of realistic threat of attack—just as an ill wish in private life can hardly be grounds for realistic expectation of imminent aggression. On the contrary, Marxism-Leninism itself believes that a victory of communism is inevitable—not on the wings of outside force, but rather from accumulating tensions and “contradictions” within each society. So Marxism-Leninism considers internal revolution (or, in the current “Eurocommunist” version, democratic change) for installing communism to be inevitable. At the same time, it holds any coercive external imposition of communism to be at best suspect, and at worst disruptive and counterproductive of genuine organic social change. Any idea of “exporting” communism to other countries on the backs of the Soviet military is totally contradictory to Marxist-Leninist theory.

65

Δεν λέμε, φυσικά, ότι οι Σοβιετικοί ηγέτες δεν θα κάνουν ποτέ τίποτε αντίθετο προς τη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία. Στον βαθμό όμως που ενεργούν ως συνηθισμένοι κυβερνήτες ενός ισχυρού ρωσικού έθνους-κράτους, η υπόθεση μιας επικείμενης σοβιετικής απειλής για τις Ηνωμένες Πολιτείες αποδυναμώνεται σοβαρά. Διότι η μοναδική υποτιθέμενη βάση μιας τέτοιας απειλής, όπως την επινοούν οι θιασώτες μας του Ψυχρού Πολέμου, είναι η υποτιθέμενη αφοσίωση της Σοβιετικής Ένωσης στη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία και στον τελικό της στόχο, τον παγκόσμιο κομμουνιστικό θρίαμβο. Αν οι Σοβιετικοί κυβερνώντες ενεργούσαν απλώς ως Ρώσοι δικτάτορες που λαμβάνουν υπόψη μόνο τα συμφέροντα του δικού τους έθνους-κράτους, τότε ολόκληρη η βάση για την αντιμετώπιση των Σοβιετικών ως μοναδικά διαβολικής πηγής επικείμενης στρατιωτικής επίθεσης καταρρέει.

We are not saying, of course, that Soviet leaders will never do anything contrary to Marxist-Leninist theory. But to the extent that they act as ordinary rulers of a strong Russian nation-state, the case for an imminent Soviet threat to the United States is gravely weakened. For the sole alleged basis of such a threat, as conjured up by our cold warriors, is the Soviet Union’s alleged devotion to Marxist-Leninist theory and to its ultimate goal of world Communist triumph. If the Soviet rulers were simply to act as Russian dictators consulting only their own nation-state interests, then the entire basis for treating the Soviets as a uniquely diabolic source of imminent military assault crumbles to the ground.

66

Όταν οι μπολσεβίκοι κατέλαβαν την εξουσία στη Ρωσία το 1917, είχαν σκεφτεί ελάχιστα μια μελλοντική σοβιετική εξωτερική πολιτική, διότι ήταν πεπεισμένοι ότι σύντομα θα ακολουθούσε κομμουνιστική επανάσταση στις προηγμένες βιομηχανικές χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Όταν αυτές οι ελπίδες διαψεύστηκαν μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Lenin και οι μπολσεβίκοι σύντροφοί του υιοθέτησαν τη θεωρία της «ειρηνικής συνύπαρξης» ως βασική εξωτερική πολιτική ενός κομμουνιστικού κράτους. Η ιδέα ήταν η εξής: ως το πρώτο επιτυχημένο κομμουνιστικό κίνημα, η Σοβιετική Ρωσία θα λειτουργούσε ως φάρος και υποστηρικτής άλλων κομμουνιστικών κομμάτων σε ολόκληρο τον κόσμο. Αλλά το σοβιετικό κράτος, ως κράτος, θα αφοσιωνόταν σε ειρηνικές σχέσεις με όλες τις άλλες χώρες και δεν θα επιχειρούσε να εξαγάγει τον κομμουνισμό μέσω διακρατικού πολέμου. Η ιδέα εδώ δεν ήταν απλώς να ακολουθηθεί η μαρξιστική-λενινιστική θεωρία, αλλά αποτελούσε την άκρως πρακτική επιλογή να θεωρείται η επιβίωση του υπάρχοντος κομμουνιστικού κράτους πρωταρχικός στόχος της εξωτερικής πολιτικής· δηλαδή, να μη διακινδυνεύεται ποτέ το σοβιετικό κράτος με την πρόκληση διακρατικού πολέμου. Οι άλλες χώρες αναμενόταν να γίνουν κομμουνιστικές μέσω των δικών τους εσωτερικών διαδικασιών.

When the Bolsheviks took power in Russia in 1917, they had given little thought to a future Soviet foreign policy, for they were convinced that Communist revolution would soon follow in the advanced industrial countries of Western Europe. When such hopes were dashed after the end of World War I, Lenin and his fellow Bolsheviks adopted the theory of “peaceful coexistence” as the basic foreign policy for a Communist State. The idea was this: as the first successful Communist movement, Soviet Russia would serve as a beacon for and supporter of other Communist parties throughout the world. But the Soviet State qua State would devote itself to peaceful relations with all other countries, and would not attempt to export communism through inter-State warfare. The idea here was not just to follow Marxist-Leninist theory, but was the highly practical course of holding the survival of the existing Communist State as the foremost goal of foreign policy: that is, never to endanger the Soviet State by courting inter-State warfare. Other countries would be expected to become Communist by their own internal processes.

67

Έτσι, κατά ευτυχή σύμπτωση, από έναν συνδυασμό δικών τους θεωρητικών και πρακτικών λόγων, οι Σοβιετικοί κατέληξαν νωρίς σε εκείνο που οι λιμπερταριανοί θεωρούν τη μόνη ορθή και συνεπή προς αρχές εξωτερική πολιτική. Με την πάροδο του χρόνου, επιπλέον, αυτή η πολιτική ενισχύθηκε από έναν «συντηρητισμό» που καταλαμβάνει όλα τα κινήματα αφότου αποκτήσουν και διατηρήσουν την εξουσία για κάποιο διάστημα, όταν το συμφέρον της διατήρησης της εξουσίας πάνω στο δικό τους έθνος-κράτος αρχίζει να υπερισχύει ολοένα περισσότερο του αρχικού ιδεώδους της παγκόσμιας επανάστασης. Αυτός ο αυξανόμενος συντηρητισμός επί Stalin και των διαδόχων του ενδυνάμωσε και ενίσχυσε τη μη επιθετική πολιτική της «ειρηνικής συνύπαρξης».

Thus, fortuitously, from a mixture of theoretical and practical grounds of their own, the Soviets arrived early at what libertarians consider to be the only proper and principled foreign policy. As time went on, furthermore, this policy was reinforced by a “conservatism” that comes upon all movements after they have acquired and retained power for any length of time, in which the interests of keeping power over one’s nation-state begins to take more and more precedence over the initial ideal of world revolution. This increasing conservatism under Stalin and his successors strengthened and reinforced the nonaggressive, “peaceful coexistence” policy.

68

Οι μπολσεβίκοι, πράγματι, άρχισαν την επιτυχημένη πορεία τους ως κυριολεκτικά το μόνο πολιτικό κόμμα στη Ρωσία που απαιτούσε, από την αρχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, την άμεση αποχώρηση της Ρωσίας από τον πόλεμο. Μάλιστα, πήγαν ακόμη παραπέρα και διακινδύνευσαν να γίνουν εξαιρετικά αντιδημοφιλείς στον λαό, ζητώντας την ήττα της «δικής τους» κυβέρνησης — τον «επαναστατικό ντεφετισμό». Όταν η Ρωσία άρχισε να υφίσταται τεράστιες απώλειες, συνοδευόμενες από μαζικές λιποταξίες από το μέτωπο, και ο πόλεμος έγινε εξαιρετικά αντιδημοφιλής, οι μπολσεβίκοι, υπό την καθοδήγηση του Lenin, εξακολουθούσαν να είναι το μόνο κόμμα που ζητούσε τον άμεσο τερματισμό του πολέμου — τα άλλα κόμματα εξακολουθούσαν να ορκίζονται ότι θα πολεμούσαν τους Γερμανούς μέχρι τέλους. Όταν οι μπολσεβίκοι κατέλαβαν την εξουσία, ο Lenin, παρά την υστερική αντίθεση ακόμη και της πλειονότητας της ίδιας της μπολσεβικικής κεντρικής επιτροπής, επέμεινε στη σύναψη της ειρήνης «κατευνασμού» του Μπρεστ-Λιτόφσκ τον Μάρτιο του 1918. Έτσι κατόρθωσε να βγάλει τη Ρωσία από τον πόλεμο, ακόμη και με τίμημα την παραχώρηση στον νικηφόρο γερμανικό στρατό όλων των τμημάτων της Ρωσικής Αυτοκρατορίας που εκείνος κατείχε τότε, συμπεριλαμβανομένων της Λευκορωσίας και της Ουκρανίας. Συνεπώς, ο Lenin και οι μπολσεβίκοι άρχισαν τη διακυβέρνησή τους όχι απλώς ως κόμμα ειρήνης, αλλά ουσιαστικά ως κόμμα «ειρήνης με κάθε τίμημα».

The Bolsheviks, indeed, began their success story by being literally the only political party in Russia to clamor, from the beginning of World War I, for an immediate Russian pullout from the war. Indeed, they went further and courted enormous unpopularity among the public by calling for the defeat of “their own” government (“revolutionary defeatism”). When Russia began to suffer enormous losses, accompanied by massive military desertions from the front, and the war became extremely unpopular, the Bolsheviks, guided by Lenin, continued to be the only party to call for an immediate end to the war—the other parties still vowing to fight the Germans to the end. When the Bolsheviks took power, Lenin, over the hysterical opposition of even the majority of the Bolshevik central committee itself, insisted on concluding the “appeasement” peace of Brest-Litovsk in March 1918. Here, Lenin succeeded in taking Russia out of the war, even at the price of granting to the victorious German army all the parts of the Russian empire which it then occupied (including White Russia and the Ukraine). Thus, Lenin and the Bolsheviks began their reign by being not simply a peace party, but virtually a “peace-at-any-price” party.

69

Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και την ήττα της Γερμανίας, το νέο πολωνικό κράτος επιτέθηκε στη Ρωσία και κατόρθωσε να αρπάξει μεγάλο τμήμα της Λευκορωσίας και της Ουκρανίας. Εκμεταλλευόμενες την αναταραχή και τον εμφύλιο πόλεμο στη Ρωσία στο τέλος του πολέμου, διάφορες άλλες εθνικές ομάδες —η Φινλανδία, η Εσθονία, η Λετονία και η Λιθουανία— αποφάσισαν να αποσχιστούν από την προπολεμική Ρωσική Αυτοκρατορία και να κηρύξουν εθνική ανεξαρτησία. Μολονότι ο λενινισμός αποδίδει φραστικό σεβασμό στην εθνική αυτοδιάθεση, για τους Σοβιετικούς κυβερνώντες ήταν εξαρχής σαφές ότι τα σύνορα του παλαιού ρωσικού κράτους έπρεπε να παραμείνουν άθικτα. Ο Κόκκινος Στρατός ανακατέλαβε την Ουκρανία όχι μόνο από τους Λευκούς αλλά και από τους Ουκρανούς εθνικιστές, καθώς και από τον γηγενή ουκρανικό αναρχικό στρατό του Nestor Makhno. Κατά τα λοιπά, ήταν σαφές ότι η Ρωσία, όπως και η Γερμανία στις δεκαετίες του 1920 και του 1930, ήταν «αναθεωρητική» χώρα έναντι της μεταπολεμικής διευθέτησης των Βερσαλλιών. Δηλαδή, ο καθοδηγητικός στόχος τόσο της ρωσικής όσο και της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής ήταν η ανάκτηση των συνόρων τους πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο — όσων και οι δύο θεωρούσαν «αληθινά» σύνορα των αντίστοιχων κρατών τους. Πρέπει να σημειωθεί ότι κάθε πολιτικό κόμμα ή τάση στη Ρωσία και στη Γερμανία, είτε κυβερνούσε είτε βρισκόταν στην αντιπολίτευση, συμφωνούσε με αυτόν τον στόχο της πλήρους αποκατάστασης της εθνικής επικράτειας.

After World War I and Germany’s defeat, the new Polish State attacked Russia and succeeded in grabbing for itself a large chunk of White Russia and the Ukraine. Taking advantage of the turmoil and of the civil war within Russia at the end of the war, various other national groups—Finland, Estonia, Latvia, and Lithuania—decided to break away from the pre-World War I Russian empire and declare national independence. Now, while Leninism pays lip service to national self-determination, to Soviet rulers, from the very beginning, it was clear that the boundaries of the old Russian State were supposed to remain intact. The Red Army reconquered the Ukraine, not only from the Whites, but also from the Ukrainian nationalists, and from the indigenously Ukrainian anarchist army of Nestor Makhno as well. For the rest, it was clear that Russia, like Germany in the 1920s and 1930s, was a “revisionist” country vis à vis the postwar settlement at Versailles. That is, the lodestar of both Russian and German foreign policy was to recapture their pre-World War I borders—what they both considered the “true” borders of their respective States. It should be noted that every political party or tendency in Russia and Germany, whether ruling the State or in opposition, agreed with this aim of full restoration of national territory.

70

Πρέπει όμως να τονιστεί ότι, ενώ η Γερμανία υπό τον Hitler έλαβε δυναμικά μέτρα για την ανάκτηση των χαμένων εδαφών, οι προσεκτικοί και συντηρητικοί Σοβιετικοί κυβερνώντες δεν έκαναν απολύτως τίποτε. Μόνο μετά το σύμφωνο Stalin–Hitler και τη γερμανική κατάκτηση της Πολωνίας οι Σοβιετικοί, χωρίς πλέον να αντιμετωπίζουν κίνδυνο κάνοντάς το, ανέκτησαν τα χαμένα εδάφη τους. Συγκεκριμένα, οι Ρώσοι επανέκτησαν την Εσθονία, τη Λετονία και τη Λιθουανία, καθώς και τα παλαιά ρωσικά εδάφη της Λευκορωσίας και της Ουκρανίας που αποτελούσαν την ανατολική Πολωνία. Και μπόρεσαν να το κάνουν χωρίς μάχη. Η παλαιά Ρωσία πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο είχε πλέον αποκατασταθεί, με εξαίρεση τη Φινλανδία. Η Φινλανδία όμως ήταν έτοιμη να πολεμήσει. Εδώ οι Ρώσοι δεν απαίτησαν την επανενσωμάτωση ολόκληρης της Φινλανδίας, αλλά μόνο τμημάτων του Ισθμού της Καρελίας που ήταν εθνοτικά ρωσικά. Όταν οι Φινλανδοί απέρριψαν αυτή την απαίτηση, ακολούθησε ο «Χειμερινός Πόλεμος» του 1939–1940 μεταξύ Ρωσίας και Φινλανδίας, ο οποίος έληξε με την παραχώρηση από τους Φινλανδούς μόνο της ρωσικής Καρελίας.194

But, it should be emphasized, while Germany under Hitler took strong measures to recapture the lost lands, the cautious and conservative Soviet rulers did absolutely nothing. Only after the Stalin-Hitler pact and the German conquest of Poland did the Soviets, now facing no danger in doing so, recapture their lost territories. Specifically, the Russians repossessed Estonia, Latvia, and Lithuania as well as the old Russian lands of White Russia and the Ukraine that had been eastern Poland. And they were able to do so without a fight. The old pre-World War I Russia had now been restored with the exception of Finland. But Finland was prepared to fight. Here the Russians demanded not the reincorporation of Finland as a whole, but only of parts of the Karelian Isthmus which were ethnically Russian. When the Finns refused this demand, the “Winter War” (1939–1940) between Russia and Finland ensued, which ended with the Finns conceding only Russian Karelia.

71

Στις 22 Ιουνίου 1941, η Γερμανία, έχοντας θριαμβεύσει στη Δύση εναντίον όλων εκτός από την Αγγλία, εξαπέλυσε αιφνίδια, μαζική και απρόκλητη επίθεση κατά της Σοβιετικής Ρωσίας, μια πράξη επιθετικότητας που υποβοηθήθηκε και υποστηρίχθηκε από τα άλλα φιλογερμανικά κράτη της Ανατολικής Ευρώπης: την Ουγγαρία, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, τη Σλοβακία και τη Φινλανδία. Αυτή η εισβολή της Γερμανίας και των συμμάχων της στη Ρωσία έγινε σύντομα ένα από τα καθοριστικά γεγονότα της ευρωπαϊκής ιστορίας από τότε και στο εξής. Ο Stalin ήταν τόσο απροετοίμαστος για την επίθεση, τόσο πεπεισμένος για τον ορθολογισμό της γερμανορωσικής συμφωνίας για ειρήνη στην Ανατολική Ευρώπη, ώστε είχε αφήσει τον ρωσικό στρατό να αποδιοργανωθεί. Πράγματι, ήταν τόσο λίγο πολεμοχαρής ώστε η Γερμανία παραλίγο να κατακτήσει τη Ρωσία παρά τις τεράστιες δυσκολίες. Εφόσον διαφορετικά η Γερμανία θα μπορούσε να διατηρήσει τον έλεγχο της Ευρώπης επ’ αόριστον, ο Hitler ήταν εκείνος που παρασύρθηκε από το τραγούδι των Σειρήνων της αντικομμουνιστικής ιδεολογίας να εγκαταλείψει μια ορθολογική και συνετή πορεία και να εξαπολύσει εκείνο που θα γινόταν η αρχή της τελικής του ήττας.

On June 22, 1941, Germany, triumphant over everyone but England in the West, launched a sudden, massive, and unprovoked assault on Soviet Russia, an act of aggression aided and abetted by the other pro-German States in Eastern Europe: Hungary, Romania, Bulgaria, Slovakia, and Finland. This German and allied invasion of Russia soon became one of the pivotal facts in the history of Europe since that date. So unprepared was Stalin for the assault, so trusting was he in the rationality of the German-Russian accord for peace in Eastern Europe, that he had allowed the Russian army to fall into disrepair. So unwarlike was Stalin, in fact, that Germany was almost able to conquer Russia in the face of enormous odds. Since Germany otherwise would have been able to retain control of Europe indefinitely, it was Hitler who was led by the siren call of anti-Communist ideology to throw away a rational and prudent course and launch what was to be the beginning of his ultimate defeat.

72

Η μυθολογία των θιασωτών του Ψυχρού Πολέμου συχνά παραδέχεται ότι οι Σοβιετικοί δεν ήταν διεθνώς επιθετικοί μέχρι τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο — πράγματι, είναι υποχρεωμένοι να το υποστηρίζουν, αφού οι περισσότεροι εγκρίνουν ολόψυχα τη συμμαχία Ηνωμένων Πολιτειών και Ρωσίας εναντίον της Γερμανίας σε εκείνον τον πόλεμο. Κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά τον πόλεμο, ισχυρίζονται, η Ρωσία έγινε επεκτατική και προωθήθηκε στην Ανατολική Ευρώπη.

The mythology of the cold warriors often concedes that the Soviets were not internationally aggressive until World War II—indeed, they are compelled to assert this point, since most cold warriors heartily approve the World War II alliance of the United States with Russia against Germany. It was during and immediately after the war, they assert, that Russia became expansionist and drove its way into Eastern Europe.

73

Αυτό που παραβλέπει η κατηγορία είναι το κεντρικό γεγονός της επίθεσης της Γερμανίας και των συμμάχων της κατά της Ρωσίας τον Ιούνιο του 1941. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Γερμανία και οι σύμμαχοί της εξαπέλυσαν αυτόν τον πόλεμο. Συνεπώς, για να νικήσουν τους εισβολείς, ήταν προφανώς αναγκαίο οι Ρώσοι να απωθήσουν τους εισβάλλοντες στρατούς και να κατακτήσουν τη Γερμανία και τις άλλες εμπόλεμες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Είναι ευκολότερο να στοιχειοθετηθεί ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν επεκτατικές επειδή κατέκτησαν και κατέλαβαν την Ιταλία και μέρος της Γερμανίας παρά για τις ενέργειες της Ρωσίας — άλλωστε, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν δέχθηκαν ποτέ άμεση επίθεση από τους Γερμανούς.

What this charge overlooks is the central fact of the German and associated assault upon Russia in June 1941. There is no doubt that Germany and her allies launched this war. Hence, in order to defeat the invaders, it was obviously necessary for the Russians to roll back the invading armies and conquer Germany and the other warring countries of Eastern Europe. It is easier to make a case for the United States being expansionist for conquering and occupying Italy and part of Germany than it is for Russia’s actions—after all, the United States was never directly attacked by the Germans.

74

Κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Βρετανία και η Ρωσία, οι τρεις κυριότεροι Σύμμαχοι, είχαν συμφωνήσει σε κοινή στρατιωτική κατοχή όλων των κατακτημένων εδαφών από τις τρεις δυνάμεις. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν οι πρώτες που παραβίασαν τη συμφωνία κατά τον πόλεμο, μη επιτρέποντας στη Ρωσία κανέναν απολύτως ρόλο στη στρατιωτική κατοχή της Ιταλίας. Παρά αυτή τη σοβαρή παραβίαση της συμφωνίας, ο Stalin έδειξε τη σταθερή προτίμησή του για τα συντηρητικά συμφέροντα του ρωσικού έθνους-κράτους έναντι της προσήλωσης στην επαναστατική ιδεολογία, προδίδοντας επανειλημμένα γηγενή κομμουνιστικά κινήματα. Για να διαφυλάξει ειρηνικές σχέσεις ανάμεσα στη Ρωσία και στη Δύση, προσπαθούσε σταθερά να ανακόπτει την επιτυχία διαφόρων κομμουνιστικών κινημάτων. Το κατόρθωσε στη Γαλλία και στην Ιταλία, όπου κομμουνιστικές αντάρτικες ομάδες θα μπορούσαν εύκολα να είχαν καταλάβει την εξουσία μετά την υποχώρηση του γερμανικού στρατού· ο Stalin όμως τις διέταξε να μην το κάνουν και, αντιθέτως, τις έπεισε να συμμετάσχουν σε κυβερνήσεις συνασπισμού υπό την ηγεσία αντικομμουνιστικών κομμάτων. Και στις δύο χώρες, οι κομμουνιστές εκδιώχθηκαν σύντομα από τον συνασπισμό. Στην Ελλάδα, όπου οι κομμουνιστές αντάρτες παραλίγο να καταλάβουν την εξουσία, ο Stalin τούς αποδυνάμωσε ανεπανόρθωτα εγκαταλείποντάς τους και προτρέποντάς τους να παραδώσουν την εξουσία στα βρετανικά στρατεύματα που μόλις εισέβαλλαν.

During World War II, the United States, Britain, and Russia, the three major Allies, had agreed on joint three-power military occupation of all the conquered territories. The United States was the first to break the agreement during the war by allowing Russia no role whatever in the military occupation of Italy. Despite this serious breach of agreement, Stalin displayed his consistent preference for the conservative interests of the Russian nation-state over cleaving to revolutionary ideology by repeatedly betraying indigenous Communist movements. In order to preserve peaceful relations between Russia and the West, Stalin consistently tried to hold back the success of various Communist movements. He was successful in France and Italy, where Communist partisan groups might easily have seized power in the wake of the German military retreat; but Stalin ordered them not to do so, and instead persuaded them to join coalition regimes headed by anti-Communist parties. In both countries, the Communists were soon ousted from the coalition. In Greece, where the Communist partisans almost did seize power, Stalin irretrievably weakened them by abandoning them and urging them to turn over power to newly invading British troops.

75

Σε άλλες χώρες, ιδίως όπου οι κομμουνιστικές αντάρτικες ομάδες ήταν ισχυρές, οι κομμουνιστές απέρριψαν κατηγορηματικά τα αιτήματα του Stalin. Στη Γιουγκοσλαβία, ο νικηφόρος Tito αρνήθηκε την απαίτηση του Stalin να υποταχθεί στον αντικομμουνιστή Mihailovich μέσα σε κυβερνητικό συνασπισμό· ο Mao αρνήθηκε παρόμοια απαίτηση του Stalin να υποταχθεί στον Chiang Kai-shek. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτές οι αρνήσεις αποτέλεσαν την αρχή των μεταγενέστερων, εξαιρετικά σημαντικών ρηγμάτων μέσα στο παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα.

In other countries, particularly ones where Communist partisan groups were strong, the Communists flatly refused Stalin’s requests. In Yugoslavia, the victorious Tito refused Stalin’s demand that Tito subordinate himself to the anti-Communist Mihailovich in a governing coalition; Mao refused a similar Stalin demand that he subordinate himself to Chiang Kai-shek. There is no doubt that these rejections were the beginning of the later extraordinarily important schisms within the world Communist movement.

76

Η Ρωσία, επομένως, κυβερνούσε την Ανατολική Ευρώπη ως στρατιωτική δύναμη κατοχής αφού κέρδισε έναν πόλεμο που είχε εξαπολυθεί εναντίον της. Ο αρχικός της στόχος δεν ήταν να επιβάλει τον κομμουνισμό στην Ανατολική Ευρώπη με τη δύναμη του σοβιετικού στρατού. Στόχος της ήταν να εξασφαλίσει ότι η Ανατολική Ευρώπη δεν θα αποτελούσε τον πλατύ δρόμο μιας επίθεσης κατά της Ρωσίας, όπως είχε συμβεί τρεις φορές μέσα σε μισόν αιώνα — την τελευταία φορά σε έναν πόλεμο στον οποίο σφαγιάστηκαν πάνω από είκοσι εκατομμύρια Ρώσοι. Εν ολίγοις, η Ρωσία ήθελε στα σύνορά της χώρες που δεν θα ήταν αντικομμουνιστικές με στρατιωτική έννοια και δεν θα χρησιμοποιούνταν ως εφαλτήριο νέας εισβολής. Οι πολιτικές συνθήκες στην Ανατολική Ευρώπη ήταν τέτοιες ώστε μόνο στην περισσότερο εκσυγχρονισμένη Φινλανδία υπήρχαν μη κομμουνιστές πολιτικοί τους οποίους η Ρωσία μπορούσε να εμπιστευθεί ότι θα ακολουθούσαν ειρηνική γραμμή στις εξωτερικές υποθέσεις. Και στη Φινλανδία, αυτή η κατάσταση ήταν έργο ενός διορατικού πολιτικού, του αγροτικού ηγέτη Julio Paasikivi. Επειδή η Φινλανδία, τότε και έκτοτε, ακολούθησε σταθερά τη «γραμμή Paasikivi», η Ρωσία ήταν πρόθυμη να αποσύρει τα στρατεύματά της από τη Φινλανδία και να μην επιμείνει στην επιβολή κομμουνιστικού καθεστώτος στη χώρα — μολονότι είχε πολεμήσει δύο φορές εναντίον της τα προηγούμενα έξι χρόνια.

Russia, therefore, governed Eastern Europe as military occupier after winning a war launched against her. Russia’s initial goal was not to communize Eastern Europe on the backs of the Soviet army. Her goal was to gain assurances that Eastern Europe would not be the broad highway for an assault on Russia, as it had been three times in half a century—the last time in a war in which over 20 million Russians had been slaughtered. In short, Russia wanted countries on her border which would not be anti-Communist in a military sense, and which would not be used as a springboard for another invasion. Political conditions in Eastern Europe were such that only in more modernized Finland did non-Communist politicians exist whom Russia could trust to pursue a peaceful line in foreign affairs. And in Finland, this situation was the work of one far-seeing statesman, the agrarian leader Julio Paasikivi. It was because Finland, then and since, has firmly followed the “Paasikivi line” that Russia was willing to pull its troops out of Finland and not to insist on the communization of that country—even though it had fought two wars with Finland in the previous six years.

77

Ακόμη και στις άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, η Ρωσία παρέμεινε προσηλωμένη σε κυβερνήσεις συνασπισμού επί αρκετά χρόνια μετά τον πόλεμο και τις μετέτρεψε πλήρως σε κομμουνιστικές μόλις το 1948 — ύστερα από τρία χρόνια αδιάκοπης αμερικανικής ψυχροπολεμικής πίεσης για την εκδίωξή της από αυτές τις χώρες. Σε άλλες περιοχές, η Ρωσία απέσυρε πρόθυμα τα στρατεύματά της από την Αυστρία και το Αζερμπαϊτζάν.

Even in the other Eastern European countries, Russia clung to coalition governments for several years after the war and only fully communized them in 1948—after three years of unrelenting American Cold War pressure to try to oust Russia from these countries. In other areas, Russia readily pulled its troops out of Austria and out of Azerbaijan.

78

Οι θιασώτες του Ψυχρού Πολέμου δυσκολεύονται να εξηγήσουν τις ρωσικές ενέργειες στη Φινλανδία. Αν η Ρωσία είναι πάντοτε απολύτως αποφασισμένη να επιβάλει κομμουνιστική κυριαρχία όπου μπορεί, γιατί ακολούθησε «ήπια γραμμή» απέναντι στη Φινλανδία; Η μόνη εύλογη εξήγηση είναι ότι κίνητρό της είναι η ασφάλεια του ρωσικού έθνους-κράτους απέναντι σε επίθεση, με την επιτυχία του παγκόσμιου κομμουνισμού να παίζει πολύ μικρό ρόλο στην κλίμακα των προτεραιοτήτων της.

The cold warriors find it difficult to explain Russian actions in Finland. If Russia is always hell-bent to impose Communist rule wherever it can, why the “soft line” on Finland? The only plausible explanation is that its motivation is security for the Russian nation-state against attack, with the success of world communism playing a very minor role in its scale of priorities.

79

Στην πραγματικότητα, οι θιασώτες του Ψυχρού Πολέμου δεν μπόρεσαν ποτέ ούτε να εξηγήσουν ούτε να αφομοιώσουν το γεγονός των βαθιών ρηγμάτων στο παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα. Διότι, αν όλοι οι κομμουνιστές καθοδηγούνται από κοινή ιδεολογία, τότε κάθε κομμουνιστής παντού θα έπρεπε να αποτελεί μέρος ενός ενιαίου μονόλιθου, ο οποίος, δεδομένης της πρώιμης επιτυχίας των μπολσεβίκων, θα τους καθιστούσε υποτελείς ή «πράκτορες» της Μόσχας. Αν οι κομμουνιστές παρακινούνται κυρίως από τον δεσμό του μαρξισμού-λενινισμού, πώς εξηγείται το βαθύ σινορωσικό ρήγμα, εξαιτίας του οποίου η Ρωσία, για παράδειγμα, διατηρεί ένα εκατομμύριο στρατιώτες σε ετοιμότητα στα σινορωσικά σύνορα; Πώς εξηγείται η εχθρότητα μεταξύ του γιουγκοσλαβικού και του αλβανικού κομμουνιστικού κράτους; Πώς εξηγείται η πραγματική στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ των κομμουνιστών της Καμπότζης και του Βιετνάμ; Η απάντηση, φυσικά, είναι ότι, μόλις ένα επαναστατικό κίνημα καταλάβει την κρατική εξουσία, αρχίζει πολύ γρήγορα να αποκτά τα χαρακτηριστικά μιας άρχουσας τάξης με ταξικό συμφέρον στη διατήρηση αυτής της εξουσίας. Η παγκόσμια επανάσταση αρχίζει, στην οπτική του, να ωχριά μέχρι ασημαντότητας. Και εφόσον οι κρατικές ελίτ μπορούν να έχουν και πράγματι έχουν συγκρουόμενα συμφέροντα εξουσίας και πλούτου, δεν είναι παράξενο ότι οι συγκρούσεις μεταξύ κομμουνιστών έχουν γίνει ενδημικές.

In fact, the cold warriors have never been able either to explain or absorb the fact of deep schisms in the world Communist movement. For if all Communists are governed by a common ideology, then every Communist everywhere should be part of one unified monolith, and one which, given the early success of the Bolsheviks, would make them subordinates or “agents” of Moscow. If Communists are mainly motivated by their bond of Marxism-Leninism, how come the deep China-Russia split, in which Russia, for example, keeps one million troops at the ready on the China-Russia frontier? How come the enmity between the Yugoslav and Albanian Communist States? How come the actual military conflict between the Cambodian and Vietnamese Communists? The answer, of course, is that once a revolutionary movement seizes State power, it begins very quickly to take on the attributes of a ruling class with a class interest in retaining State power. The world revolution begins to pale, in their outlook, to insignificance. And since State elites can and do have conflicting interests in power and wealth, it is not surprising that inter-Communist conflicts have become endemic.

80

Από τη νίκη τους κατά της στρατιωτικής επίθεσης της Γερμανίας και των συμμάχων της στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Σοβιετικοί εξακολουθούν να είναι συντηρητικοί στη στρατιωτική τους πολιτική. Η μόνη χρήση στρατευμάτων από μέρους τους ήταν για την υπεράσπιση της επικράτειάς τους μέσα στο κομμουνιστικό μπλοκ, όχι για την περαιτέρω επέκτασή της. Έτσι, όταν η Ουγγαρία απείλησε να αποχωρήσει από το σοβιετικό μπλοκ το 1956 ή η Τσεχοσλοβακία το 1968, οι Σοβιετικοί επενέβησαν με στρατεύματα — καταδικαστέα, ασφαλώς, αλλά ενεργώντας και πάλι με συντηρητικό και αμυντικό και όχι επεκτατικό τρόπο. Οι Σοβιετικοί προφανώς εξέτασαν σοβαρά την εισβολή στη Γιουγκοσλαβία όταν ο Tito την απομάκρυνε από το σοβιετικό μπλοκ, αλλά αποτράπηκαν από τις εξαιρετικές ικανότητες ανταρτοπολέμου του γιουγκοσλαβικού στρατού. Σε καμία περίπτωση η Ρωσία δεν χρησιμοποίησε στρατεύματα για να επεκτείνει το μπλοκ της ή να κατακτήσει περισσότερα εδάφη.

Since their victory over German and associated military aggression in World War II, the Soviets have continued to be conservative in their military policy. Their only use of troops has been to defend their territory in the Communist bloc, rather than to extend it further. Thus, when Hungary threatened to leave the Soviet bloc in 1956, or Czechoslovakia in 1968, the Soviets intervened with troops—reprehensibly, to be sure, but still acting in a conservative and defensive rather than expansionist manner. (The Soviets apparently gave considerable thought to invading Yugoslavia when Tito took it out of the Soviet bloc, but were deterred by the formidable qualities for guerrilla fighting of the Yugoslav army.) In no case has Russia used troops to extend its bloc or to conquer more territories.

81

Ο καθηγητής Stephen F. Cohen, διευθυντής του προγράμματος Ρωσικών Σπουδών στο Πρίνστον, σκιαγράφησε πρόσφατα τη φύση του σοβιετικού συντηρητισμού στις εξωτερικές υποθέσεις:

Professor Stephen F. Cohen, director of the program in Russian Studies at Princeton, has recently delineated the nature of Soviet conservatism in foreign affairs:

82

Το ότι ένα σύστημα που γεννήθηκε μέσα από επανάσταση και εξακολουθεί να διακηρύσσει επαναστατικές ιδέες θα γινόταν ένα από τα πιο συντηρητικά στον κόσμο μπορεί να φαίνεται παράλογο. Όμως όλοι εκείνοι οι παράγοντες που κατά καιρούς θεωρούνται οι σημαντικότεροι στη σοβιετική πολιτική συνέβαλαν σε αυτόν τον συντηρητισμό: η γραφειοκρατική παράδοση της ρωσικής διακυβέρνησης πριν από την επανάσταση· η μεταγενέστερη γραφειοκρατικοποίηση της σοβιετικής ζωής, που πολλαπλασίασε τους συντηρητικούς κανόνες και δημιούργησε μια εδραιωμένη τάξη ζηλωτών υπερασπιστών των γραφειοκρατικών προνομίων· ο γεροντοκρατικός χαρακτήρας της σημερινής ελίτ· ακόμη και η επίσημη ιδεολογία, της οποίας η κατεύθυνση μετατοπίστηκε πριν από πολλά χρόνια από τη δημιουργία μιας νέας κοινωνικής τάξης στην εξύμνηση της υπάρχουσας…

Με άλλα λόγια, ο κύριος προσανατολισμός του σημερινού σοβιετικού συντηρητισμού είναι να διαφυλάξει όσα ήδη κατέχει στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, όχι να τα θέσει σε κίνδυνο. Μια συντηρητική κυβέρνηση είναι, φυσικά, ικανή για επικίνδυνες μιλιταριστικές ενέργειες, όπως είδαμε στην Τσεχοσλοβακία… αλλά αυτές είναι πράξεις αυτοκρατορικού προστατευτισμού, ενός είδους αμυντικού μιλιταρισμού, όχι επαναστατικού ή επεκτατικού. Είναι ασφαλώς αλήθεια ότι για τους περισσότερους Σοβιετικούς ηγέτες, όπως πιθανότατα και για τους περισσότερους Αμερικανούς, η ύφεση στις διεθνείς σχέσεις δεν είναι αλτρουιστικό εγχείρημα αλλά επιδίωξη εθνικών συμφερόντων. Κατά μία έννοια, αυτό είναι λυπηρό. Πιθανότατα όμως είναι επίσης αλήθεια ότι το αμοιβαίο ίδιο συμφέρον παρέχει ανθεκτικότερη βάση για την ύφεση από έναν υψηλόφρονα και τελικά κενό αλτρουισμό.195

That a system born in revolution and still professing revolutionary ideas should have become one of the most conservative in the world may seem preposterous. But all those factors variously said to be most important in Soviet politics have contributed to this conservatism: the bureaucratic tradition of Russian government before the revolution; the subsequent bureaucratization of Soviet life, which proliferated conservative norms and created an entrenched class of zealous defenders of bureaucratic privilege; the geriatric nature of the present-day elite; and even the official ideology, whose thrust turned many years ago from the creation of a new social order to extolling the existing one....

In other words, the main thrust of Soviet conservatism today is to preserve what it already has at home and abroad, not to jeopardize it. A conservative government is, of course, capable of dangerous militaristic actions, as we saw in Czechoslovakia... but these are acts of imperial protectionism, a kind of defensive militarism, not a revolutionary or aggrandizing one. It is certainly true that for most Soviet leaders, as presumably for most American leaders, detente is not an altruistic endeavor but the pursuit of national interests. In one sense, this is sad. But it is probably also true that mutual self-interest provides a more durable basis for detente than lofty, and finally empty, altruism.

83

Ομοίως, μια τόσο αδιαμφισβήτητα αντισοβιετική πηγή όσο ο πρώην διευθυντής της CIA William Colby θεωρεί ότι το κυρίαρχο μέλημα των Σοβιετικών είναι ο αμυντικός στόχος της αποφυγής μιας ακόμη καταστροφικής εισβολής στην επικράτειά τους. Όπως κατέθεσε ο Colby ενώπιον της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας:

Similarly, as impeccable an anti-Soviet source as former CIA Director William Colby finds the overwhelming concern of the Soviets to be the defensive goal of avoiding another catastrophic invasion of their territory. As Colby testified before the Senate Foreign Relations Committee:

84

Θα διαπιστώσετε μια ανησυχία, ακόμη και παράνοια, για τη δική τους των Σοβιετικών ασφάλεια. Θα διαπιστώσετε την αποφασιστικότητά τους να μη δεχθούν ποτέ ξανά εισβολή και να μην περάσουν τις αναστατώσεις που υπέστησαν και τις πολλές διαφορετικές εισβολές… Νομίζω ότι… θέλουν να υπερπροστατευθούν για να βεβαιωθούν ότι αυτό δεν θα συμβεί…196

You will find a concern, even a paranoia, over their [the Soviets’] own security. You will find the determination that they shall never again be invaded and put through the kinds of turmoil that they have been under and many different invasions.... I think that they... want to overprotect themselves to make certain that that does not happen.

85

Ακόμη και οι Κινέζοι, παρά όλες τις απειλητικές διακηρύξεις τους, ακολούθησαν συντηρητική και ειρηνική εξωτερική πολιτική. Όχι μόνο δεν εισέβαλαν στην Ταϊβάν, η οποία αναγνωρίζεται διεθνώς ως μέρος της Κίνας, αλλά επέτρεψαν ακόμη και στα μικρά παράκτια νησιά Κεμόι και Ματσού να παραμείνουν στα χέρια του Chiang Kai-shek. Δεν έγινε καμία κίνηση κατά των υπό βρετανική και πορτογαλική κατοχή θυλάκων του Χονγκ Κονγκ και του Μακάο. Η εισβολή της Κίνας στο κομμουνιστικό Βιετνάμ αποδείχθηκε σύντομη επιδρομή που ακολουθήθηκε από μονομερή αποχώρηση. Ομοίως, η Κίνα είχε προηγουμένως προβεί στο ασυνήθιστο βήμα της μονομερούς κήρυξης κατάπαυσης του πυρός και της αποχώρησης των δυνάμεών της προς τα σύνορά της, αφού είχε θριαμβεύσει εύκολα επί των ινδικών όπλων στον κλιμακωμένο συνοριακό τους πόλεμο.197

Even the Chinese, for all their bluster, have pursued a conservative and pacific foreign policy. Not only have they failed to invade Taiwan, recognized internationally as part of China, but they have even allowed the small offshore islands of Quemoy and Matsu to remain in Chiang Kai-shek’s hands. No moves have been made against the British and Portuguese-occupied enclaves of Hong Kong and Macao. And China even took the unusual step of declaring a unilateral cease-fire and withdrawal of forces to its border after having triumphed easily over Indian arms in their escalated border war.

86

Αποφυγή της εκ των προτέρων ιστορίας

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Avoiding a Priori History

87

Υπάρχει ακόμη μία θέση, κοινή μεταξύ των Αμερικανών και ακόμη και ορισμένων λιμπερταριανών, που μπορεί να τους εμποδίζει να αφομοιώσουν την ανάλυση αυτού του κεφαλαίου: ο μύθος που διατύπωσε ο Woodrow Wilson ότι οι δημοκρατίες είναι αναπόφευκτα φιλειρηνικές, ενώ οι δικτατορίες είναι αναπόφευκτα πολεμοχαρείς. Αυτή η θέση ήταν, φυσικά, εξαιρετικά βολική για να συγκαλύψει την ευθύνη του ίδιου του Wilson που παρέσυρε την Αμερική σε έναν άσκοπο και τερατώδη πόλεμο. Πέρα από αυτό, όμως, απλώς δεν υπάρχουν στοιχεία που να στηρίζουν αυτή την παραδοχή. Πολλές δικτατορίες στράφηκαν προς το εσωτερικό, περιοριζόμενες προσεκτικά στη λεηλασία του δικού τους λαού: τα παραδείγματα εκτείνονται από την προνεωτερική Ιαπωνία έως την κομμουνιστική Αλβανία και τις αναρίθμητες δικτατορίες του σημερινού Τρίτου Κόσμου. Ο Idi Amin της Ουγκάντας, ίσως ο πιο βάναυσος και καταπιεστικός δικτάτορας στον σημερινό κόσμο, δεν δείχνει κανένα απολύτως σημάδι ότι θα διακινδύνευε το καθεστώς του εισβάλλοντας σε γειτονικές χώρες. Από την άλλη πλευρά, μια τόσο αναμφισβήτητη δημοκρατία όσο η Μεγάλη Βρετανία εξάπλωσε τον καταναγκαστικό ιμπεριαλισμό της σε όλον τον πλανήτη κατά τον δέκατο ένατο και τους προηγούμενους αιώνες.

There is still one thesis common to Americans and even to some libertarians that may prevent them from absorbing the analysis of this chapter: the myth propounded by Woodrow Wilson that democracies must inevitably be peace-loving while dictatorships are inevitably warlike. This thesis was of course highly convenient for covering Wilson’s own culpability for dragging America into a needless and monstrous war. But apart from that, there is simply no evidence for this assumption. Many dictatorships have turned inward, cautiously confining themselves to preying on their own people: examples range from premodern Japan to Communist Albania to innumerable dictatorships in the Third World today. Uganda’s Idi Amin, perhaps the most brutal and repressive dictator in today’s world, shows no signs whatever of jeopardizing his regime by invading neighboring countries. On the other hand, such an indubitable democracy as Great Britain spread its coercive imperialism across the globe during the nineteenth and earlier centuries.

88

Ο θεωρητικός λόγος για τον οποίο η εστίαση στη δημοκρατία ή στη δικτατορία χάνει την ουσία είναι ότι τα κράτη —όλα τα κράτη— κυβερνούν τον πληθυσμό τους και αποφασίζουν αν θα διεξαγάγουν πόλεμο ή όχι. Και όλα τα κράτη, είτε τυπικά δημοκρατικά είτε δικτατορικά είτε οποιασδήποτε άλλης μορφής, διοικούνται από μια άρχουσα ελίτ. Το αν αυτές οι ελίτ, σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη περίπτωση, θα πολεμήσουν ένα άλλο κράτος εξαρτάται από ένα σύνθετο αλληλένδετο πλέγμα αιτιών, που περιλαμβάνει την ιδιοσυγκρασία των κυβερνώντων, την ισχύ των εχθρών τους, τα κίνητρα για πόλεμο και την κοινή γνώμη. Ενώ η κοινή γνώμη πρέπει να σταθμίζεται και στις δύο περιπτώσεις, η μόνη πραγματική διαφορά μεταξύ δημοκρατίας και δικτατορίας ως προς τη διεξαγωγή πολέμου είναι ότι στην πρώτη πρέπει να διοχετεύεται περισσότερη προπαγάνδα προς τους υπηκόους, ώστε να κατασκευάζεται η έγκρισή τους. Η εντατική προπαγάνδα είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση — όπως διαπιστώνουμε από τον ζήλο με τον οποίο όλα τα σύγχρονα εμπόλεμα κράτη διαμορφώνουν την κοινή γνώμη. Το δημοκρατικό κράτος, όμως, πρέπει να εργάζεται σκληρότερα και ταχύτερα. Πρέπει επίσης να είναι πιο υποκριτικό, χρησιμοποιώντας ρητορική σχεδιασμένη να απευθύνεται στις αξίες των μαζών: δικαιοσύνη, ελευθερία, εθνικό συμφέρον, πατριωτισμός, παγκόσμια ειρήνη κ.λπ. Έτσι, στα δημοκρατικά κράτη, η τέχνη της προπαγάνδας προς τους υπηκόους πρέπει να είναι λίγο πιο περίτεχνη και εκλεπτυσμένη. Αυτό όμως, όπως είδαμε, ισχύει για όλες τις κυβερνητικές αποφάσεις, όχι μόνο για τον πόλεμο ή την ειρήνη. Διότι όλες οι κυβερνήσεις —αλλά ιδίως οι δημοκρατικές— πρέπει να εργάζονται σκληρά για να πείθουν τους υπηκόους τους ότι όλες οι πράξεις καταπίεσής τους υπηρετούν στην πραγματικότητα το καλύτερο συμφέρον των ίδιων των υπηκόων.

The theoretical reason why focussing on democracy or dictatorship misses the point is that States—all States—rule their population and decide whether or not to make war. And all States, whether formally a democracy or dictatorship or some other brand of rule, are run by a ruling elite. Whether or not these elites, in any particular case, will make war upon another State is a function of a complex interweaving web of causes, including temperament of the rulers, the strength of their enemies, the inducements for war, public opinion. While public opinion has to be gauged in either case, the only real difference between a democracy and a dictatorship on making war is that in the former more propaganda must be beamed at one’s subjects to engineer their approval. Intensive propaganda is necessary in any case—as we can see by the zealous opinion-moulding behavior of all modern warring States. But the democratic State must work harder and faster. And also the democratic State must be more hypocritical in using rhetoric designed to appeal to the values of the masses: justice, freedom, national interest, patriotism, world peace, etc. So in democratic States, the art of propagandizing their subjects must be a bit more sophisticated and refined. But this, as we have seen, is true of all governmental decisions, not just war or peace. For all governments—but especially democratic governments—must work hard at persuading their subjects that all of their deeds of oppression are really in their subjects’ best interests.

89

Όσα είπαμε για τη δημοκρατία και τη δικτατορία ισχύουν εξίσου για την έλλειψη συσχέτισης μεταξύ του βαθμού εσωτερικής ελευθερίας μιας χώρας και της εξωτερικής επιθετικότητάς της. Ορισμένα κράτη αποδείχθηκαν απολύτως ικανά να επιτρέπουν σημαντικό βαθμό ελευθερίας στο εσωτερικό ενώ διεξήγαν επιθετικούς πολέμους στο εξωτερικό· άλλα αποδείχθηκαν ικανά να ασκούν ολοκληρωτική κυριαρχία στο εσωτερικό ενώ ακολουθούσαν ειρηνική εξωτερική πολιτική. Τα παραδείγματα της Ουγκάντας, της Αλβανίας, της Κίνας, της Μεγάλης Βρετανίας κ.λπ. ισχύουν εξίσου και σε αυτή τη σύγκριση.

What we have said about democracy and dictatorship applies equally to the lack of correlation between degrees of internal freedom in a country and its external aggressiveness. Some States have proved themselves perfectly capable of allowing a considerable degree of freedom internally while making aggressive war abroad; other States have shown themselves capable of totalitarian rule internally while pursuing a pacific foreign policy. The examples of Uganda, Albania, China, Great Britain, etc., apply equally well in this comparison.

90

Εν ολίγοις, οι λιμπερταριανοί και οι άλλοι Αμερικανοί πρέπει να προφυλάσσονται από την εκ των προτέρων ιστορία: στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδοχή ότι, σε κάθε σύγκρουση, το κράτος που είναι πιο δημοκρατικό ή επιτρέπει μεγαλύτερη εσωτερική ελευθερία είναι αναγκαστικά, ή έστω κατά τεκμήριο, το θύμα επίθεσης του πιο δικτατορικού ή ολοκληρωτικού κράτους. Απλώς δεν υπάρχει κανένα απολύτως ιστορικό τεκμήριο για μια τέτοια εκ των προτέρων κρίση. Για να κρίνουμε το σχετικό δίκιο και άδικο, τους σχετικούς βαθμούς επιθετικότητας σε οποιαδήποτε διαφορά εξωτερικής πολιτικής, τίποτε δεν μπορεί να αντικαταστήσει μια λεπτομερή εμπειρική, ιστορική διερεύνηση της ίδιας της διαφοράς. Δεν θα έπρεπε λοιπόν να προκαλεί μεγάλη έκπληξη αν μια τέτοια διερεύνηση καταλήξει ότι οι δημοκρατικές και συγκριτικά πολύ πιο ελεύθερες Ηνωμένες Πολιτείες υπήρξαν πιο επιθετικές και ιμπεριαλιστικές στις εξωτερικές υποθέσεις από μια συγκριτικά ολοκληρωτική Ρωσία ή Κίνα. Αντιστρόφως, ο έπαινος ενός κράτους επειδή είναι λιγότερο επιθετικό στις εξωτερικές υποθέσεις δεν συνεπάγεται με κανέναν τρόπο ότι ο παρατηρητής βλέπει με συμπάθεια το εσωτερικό ιστορικό αυτού του κράτους. Είναι ζωτικό —πράγματι, είναι κυριολεκτικά ζήτημα ζωής και θανάτου— οι Αμερικανοί να μπορούν να εξετάζουν το ιστορικό της κυβέρνησής τους στις εξωτερικές υποθέσεις με την ίδια ψυχραιμία και καθαρότητα, απαλλαγμένοι από μύθους, με την οποία μπορούν ολοένα περισσότερο να εξετάζουν την εσωτερική πολιτική. Διότι ο πόλεμος και μια ψεύτικη «εξωτερική απειλή» αποτελούν από παλιά τα κύρια μέσα με τα οποία το κράτος ανακτά την αφοσίωση των υπηκόων του. Όπως είδαμε, ο πόλεμος και ο μιλιταρισμός υπήρξαν οι νεκροθάφτες του κλασικού φιλελευθερισμού· δεν πρέπει να επιτρέψουμε ποτέ ξανά στο κράτος να πετύχει με αυτό το τέχνασμα.198

In short, libertarians and other Americans must guard against a priori history: in this case, against the assumption that, in any conflict, the State which is more democratic or allows more internal freedom is necessarily or even presumptively the victim of aggression by the more dictatorial or totalitarian State. There is simply no historical evidence whatever for such a presumption. In deciding on relative rights and wrongs, on relative degrees of aggression in any dispute in foreign affairs, there is no substitute for a detailed empirical, historical investigation of the dispute itself. It should occasion no great surprise, then, if such an investigation concludes that a democratic and relatively far freer United States has been more aggressive and imperialistic in foreign affairs than a relatively totalitarian Russia or China. Conversely, hailing a State for being less aggressive in foreign affairs in no way implies that the observer is an any way sympathetic to that State’s internal record. It is vital—indeed, it is literally a life-and-death matter—that Americans be able to look as coolly and clear-sightedly, as free from myth at their government’s record in foreign affairs as they are increasingly able to do in domestic politics. For war and a phony “external threat” have long been the chief means by which the State wins back the loyalty of its subjects. As we have seen, war and militarism were the gravediggers of classical liberalism; we must not allow the State to get away with this ruse ever again.

91

Ένα πρόγραμμα εξωτερικής πολιτικής

↗ στη σελίδα του βιβλίου

A Foreign Policy Program

92

Ολοκληρώνοντας τη συζήτησή μας, το πρωταρχικό σημείο ενός λιμπερταριανού προγράμματος εξωτερικής πολιτικής για την Αμερική πρέπει να είναι η απαίτηση να εγκαταλείψουν οι Ηνωμένες Πολιτείες την πολιτική του παγκόσμιου παρεμβατισμού: να αποχωρήσουν αμέσως και πλήρως, στρατιωτικά και πολιτικά, από την Ασία, την Ευρώπη, τη Λατινική Αμερική, τη Μέση Ανατολή, από παντού. Το σύνθημα των Αμερικανών λιμπερταριανών πρέπει να είναι να αποσυρθούν τώρα οι Ηνωμένες Πολιτείες από κάθε μορφή εμπλοκής της κυβέρνησής τους. Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να διαλύσουν τις βάσεις τους, να αποσύρουν τα στρατεύματά τους, να σταματήσουν τις αδιάκοπες πολιτικές αναμείξεις τους και να καταργήσουν τη CIA. Πρέπει επίσης να τερματίσουν κάθε εξωτερική βοήθεια — που είναι απλώς ένα μέσο εξαναγκασμού του Αμερικανού φορολογουμένου να επιδοτεί τις αμερικανικές εξαγωγές και ευνοούμενα ξένα κράτη, όλα στο όνομα της «βοήθειας προς τους λιμοκτονούντες λαούς του κόσμου». Εν ολίγοις, η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών πρέπει να αποσυρθεί πλήρως μέσα στα δικά της σύνορα και να τηρεί παντού πολιτική αυστηρής πολιτικής «απομόνωσης» ή ουδετερότητας.

To conclude our discussion, the primary plank of a libertarian foreign policy program for America must be to call upon the United States to abandon its policy of global interventionism: to withdraw immediately and completely, militarily and politically, from Asia, Europe, Latin America, the Middle East, from everywhere. The cry among American libertarians should be for the United States to withdraw now, in every way that involves the U.S. government. The United States should dismantle its bases, withdraw its troops, stop its incessant political meddling, and abolish the CIA. It should also end all foreign aid—which is simply a device to coerce the American taxpayer into subsidizing American exports and favored foreign States, all in the name of “helping the starving peoples of the world.” In short, the United States government should withdraw totally to within its own boundaries and maintain a policy of strict political “isolation” or neutrality everywhere.

93

Το πνεύμα αυτής της υπερ-«απομονωτιστικής», λιμπερταριανής εξωτερικής πολιτικής εκφράστηκε κατά τη δεκαετία του 1930 από τον απόστρατο υποστράτηγο του Σώματος Πεζοναυτών Smedley D. Butler. Το φθινόπωρο του 1936, ο στρατηγός Butler πρότεινε μια σήμερα λησμονημένη συνταγματική τροποποίηση, η οποία θα γέμιζε χαρά τις καρδιές των λιμπερταριανών αν λαμβανόταν ξανά σοβαρά υπόψη. Ακολουθεί ολόκληρη η προτεινόμενη τροποποίηση του Butler:

The spirit of this ultra-”isolationist,” libertarian foreign policy was expressed during the 1930s by retired Marine Corps Major General Smedley D. Butler. In the fall of 1936, General Butler proposed a now-forgotten constitutional amendment, an amendment which would delight libertarian hearts if it were once again to be taken seriously. Here is Butler’s proposed constitutional amendment in its entirety:

94
  1. Απαγορεύεται διά της παρούσας η μετακίνηση μελών των χερσαίων ενόπλων δυνάμεων έξω από τα ηπειρωτικά όρια των Ηνωμένων Πολιτειών και τη Ζώνη της Διώρυγας του Παναμά, για οποιονδήποτε απολύτως λόγο.
  2. Απαγορεύεται διά της παρούσας στα πλοία του Πολεμικού Ναυτικού των Ηνωμένων Πολιτειών ή των άλλων κλάδων των ενόπλων δυνάμεων να πλέουν, για οποιονδήποτε απολύτως λόγο εκτός από αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας, σε απόσταση μεγαλύτερη των πεντακοσίων μιλίων από τις ακτές μας.
  3. Απαγορεύεται διά της παρούσας στα αεροσκάφη του Στρατού, του Πολεμικού Ναυτικού και του Σώματος Πεζοναυτών να πετούν, για οποιονδήποτε απολύτως λόγο, πέραν των επτακοσίων πενήντα μιλίων από τις ακτές των Ηνωμένων Πολιτειών.199

1. The removal of members of the land armed forces from within the continental limits of the United States and the Panama Canal Zone for any cause whatsoever is hereby prohibited.

2. The vessels of the United States Navy, or of the other branches of the armed service, are hereby prohibited from steaming, for any reason whatsoever except on an errand of mercy, more than five hundred miles from our coast.

3. Aircraft of the Army, Navy and Marine Corps is hereby prohibited from flying, for any reason whatsoever, more than seven hundred and fifty miles beyond the coast of the United States.

95

Ο αυστηρός απομονωτισμός και η ουδετερότητα αποτελούν, λοιπόν, το πρώτο σημείο μιας λιμπερταριανής εξωτερικής πολιτικής, μαζί με την αναγνώριση της κύριας ευθύνης του αμερικανικού κράτους για τον Ψυχρό Πόλεμο και για την είσοδό του σε όλες τις άλλες συγκρούσεις αυτού του αιώνα. Με δεδομένη την απομόνωση, όμως, τι είδους εξοπλιστική πολιτική πρέπει να ακολουθήσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες; Πολλοί από τους αρχικούς απομονωτιστές υποστήριζαν επίσης μια πολιτική «εξοπλισμού μέχρι τα δόντια»· αλλά ένα τέτοιο πρόγραμμα, στην πυρηνική εποχή, διατηρεί τον σοβαρό κίνδυνο παγκόσμιου ολοκαυτώματος, ένα πανίσχυρα εξοπλισμένο κράτος και την τεράστια σπατάλη και τις στρεβλώσεις που επιβάλλουν στην οικονομία οι αντιπαραγωγικές κρατικές δαπάνες.

Strict isolationism and neutrality, then, is the first plank of a libertarian foreign policy, in addition to recognizing the chief responsibility of the American State for the Cold War and for its entry into all the other conflicts of this century. Given isolation, however, what sort of arms policy should the United States pursue? Many of the original isolationists also advocated a policy of “arming to the teeth”; but such a program, in a nuclear age, continues the grave risk of global holocaust, a mightily armed State, and the enormous waste and distortions that unproductive government spending imposes on the economy.

97

Ακόμη και από καθαρά στρατιωτική άποψη, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση έχουν τη δύναμη να αλληλοεξοντωθούν πολλές φορές· και οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν εύκολα να διατηρήσουν ολόκληρη την πυρηνική ισχύ αντιποίνων τους καταργώντας κάθε εξοπλισμό εκτός από τα υποβρύχια Polaris, τα οποία είναι άτρωτα και οπλισμένα με πυρηνικούς πυραύλους με κεφαλές πολλαπλής στόχευσης. Για τον λιμπερταριανό όμως, ή πράγματι για οποιονδήποτε ανησυχεί για τη μαζική πυρηνική καταστροφή ανθρώπινων ζωών, ακόμη και ο αφοπλισμός μέχρι του σημείου να παραμείνουν μόνο τα υποβρύχια Polaris δύσκολα αποτελεί ικανοποιητική διευθέτηση. Η παγκόσμια ειρήνη θα εξακολουθούσε να στηρίζεται σε μια επισφαλή «ισορροπία τρόμου», μια ισορροπία που θα μπορούσε πάντοτε να ανατραπεί από ατύχημα ή από τις ενέργειες παραφρόνων στην εξουσία. Όχι· για να είναι οποιοσδήποτε ασφαλής από την πυρηνική απειλή, είναι ζωτικό να επιτευχθεί παγκόσμιος πυρηνικός αφοπλισμός, προς τον οποίο η συμφωνία SALT του 1972 και οι διαπραγματεύσεις SALT II αποτελούν μόνο μια πολύ διστακτική αρχή.

Even from a purely military point of view, the United States and the Soviet Union have the power to annihilate each other many times over; and the United States could easily preserve all of its nuclear retaliatory power by scrapping every armament except Polaris submarines which are invulnerable and armed with nuclear missiles with multi-targeted warheads. Bur for the libertarian, or indeed for anyone worried about massive nuclear destruction of human life, even disarming down to Polaris submarines is hardly a satisfactory settlement. World peace would continue to rest on a shaky “balance of terror,” a balance that could always be upset by accident or by the actions of madmen in power. No; for anyone to become secure from the nuclear menace it is vital to achieve worldwide nuclear disarmament, a disarmament toward which the SALT agreement of 1972 and the SALT II negotiations are only a very hesitant beginning.

98

Εφόσον είναι προς το συμφέρον όλων των ανθρώπων, ακόμη και όλων των κρατικών κυβερνώντων, να μην αφανιστούν σε πυρηνικό ολοκαύτωμα, αυτό το αμοιβαίο ίδιο συμφέρον παρέχει σταθερή και ορθολογική βάση για τη συμφωνία και την εφαρμογή μιας πολιτικής κοινού και παγκόσμιου «γενικού και πλήρους αφοπλισμού» από πυρηνικά και άλλα σύγχρονα όπλα μαζικής καταστροφής. Ένας τέτοιος κοινός αφοπλισμός είναι εφικτός από τότε που η Σοβιετική Ένωση αποδέχθηκε τις σχετικές δυτικές προτάσεις στις 10 Μαΐου 1955 — μια αποδοχή που είχε ως μόνη απάντηση την πλήρη και πανικόβλητη εγκατάλειψη των ίδιων των προτάσεών της από τη Δύση!200

Since it is in the interest of all people, and even of all State rulers, not to be annihilated in a nuclear holocaust, this mutual self-interest provides a firm, rational basis for agreeing upon and carrying out a policy of joint and worldwide “general and complete disarmament” of nuclear and other modern weapons of mass destruction. Such joint disarmament has been feasible ever since the Soviet Union accepted Western proposals to this effect on May 10, 1955—an acceptance which only gained a total and panicky Western abandonment of their own proposals!

99

Η αμερικανική εκδοχή υποστηρίζει από παλιά ότι, ενώ εμείς επιθυμούσαμε αφοπλισμό μαζί με επιθεωρήσεις, οι Σοβιετικοί επέμεναν να θέλουν μόνο αφοπλισμό χωρίς επιθεωρήσεις. Η πραγματική εικόνα είναι πολύ διαφορετική: από τον Μάιο του 1955, η Σοβιετική Ένωση υποστήριζε κάθε μορφή αφοπλισμού και απεριόριστη επιθεώρηση όσων είχαν αφοπλιστεί, ενώ οι Αμερικανοί υποστήριζαν απεριόριστες επιθεωρήσεις συνοδευόμενες από ελάχιστο ή καθόλου αφοπλισμό! Αυτή ήταν η ουσία της θεαματικής αλλά κατά βάση ανέντιμης πρότασης «ανοιχτών ουρανών» του Προέδρου Eisenhower, η οποία αντικατέστησε τις προτάσεις αφοπλισμού που αποσύραμε βιαστικά μετά τη σοβιετική αποδοχή του Μαΐου 1955. Ακόμη και τώρα που οι ανοιχτοί ουρανοί έχουν ουσιαστικά επιτευχθεί μέσω αμερικανικών και ρωσικών διαστημικών δορυφόρων, η αμφιλεγόμενη συμφωνία SALT του 1972 δεν συνεπάγεται πραγματικό αφοπλισμό, αλλά μόνο περιορισμούς στην περαιτέρω πυρηνική επέκταση. Επιπλέον, εφόσον η αμερικανική στρατηγική ισχύς σε ολόκληρο τον κόσμο στηρίζεται στην πυρηνική και αεροπορική δύναμη, υπάρχει σοβαρός λόγος να πιστεύουμε στη σοβιετική ειλικρίνεια απέναντι σε οποιαδήποτε συμφωνία κατάργησης πυρηνικών πυραύλων ή επιθετικών βομβαρδιστικών.

The American version has long held that while we have wanted disarmament plus inspection, the Soviets persist in wanting only disarmament without inspection. The actual picture is very different: since May 1955, the Soviet Union has favored any and all disarmament and unlimited inspection of whatever has been disarmed; whereas the Americans have advocated unlimited inspection but accompanied by little or no disarmament! This was the burden of President Eisenhower’s spectacular but basically dishonest “open skies” proposal, which replaced the disarmament proposals we quickly withdrew after the Soviet acceptance of May 1955. Even now that open skies have been essentially achieved through American and Russian space satellites, the 1972 controversial SALT agreement involves no actual disarmament, only limitations on further nuclear expansion. Furthermore, since American strategic might throughout the world rests on nuclear and air power, there is good reason to believe in Soviet sincerity in any agreement to liquidate nuclear missiles or offensive bombers.

100

Δεν πρέπει να υπάρξει μόνο κοινός αφοπλισμός από πυρηνικά όπλα, αλλά και από όλα τα όπλα που μπορούν να εξαπολύονται μαζικά πέρα από εθνικά σύνορα· ιδίως από τα βομβαρδιστικά. Ακριβώς τέτοια όπλα μαζικής καταστροφής, όπως ο πύραυλος και το βομβαρδιστικό, δεν μπορούν ποτέ να στοχευθούν με τέτοια ακρίβεια ώστε να αποφεύγεται η χρήση τους εναντίον αθώων αμάχων. Επιπλέον, η πλήρης εγκατάλειψη πυραύλων και βομβαρδιστικών θα επέβαλλε σε κάθε κυβέρνηση, και ιδίως στην αμερικανική, πολιτική απομόνωσης και ουδετερότητας. Μόνο αν οι κυβερνήσεις στερηθούν τα όπλα επιθετικού πολέμου θα αναγκαστούν να ακολουθήσουν πολιτική απομόνωσης και ειρήνης. Ασφαλώς, με δεδομένο το μαύρο ιστορικό όλων των κυβερνήσεων, συμπεριλαμβανομένης της αμερικανικής, θα ήταν ανοησία να αφήσουμε στα χέρια τους αυτούς τους προάγγελους μαζικής δολοφονίας και καταστροφής και να τις εμπιστευθούμε ότι δεν θα χρησιμοποιήσουν ποτέ αυτά τα τερατώδη όπλα. Αν είναι αθέμιτο να χρησιμοποιήσει ποτέ η κυβέρνηση τέτοια όπλα, γιατί να επιτρέπεται να παραμένουν, πλήρως οπλισμένα, στα όχι και τόσο καθαρά χέρια της;

Not only should there be joint disarmament of nuclear weapons, but also of all weapons capable of being fired massively across national borders; in particular bombers. It is precisely such weapons of mass destruction as the missile and the bomber which can never be pinpoint-targeted to avoid their use against innocent civilians. In addition, the total abandonment of missiles and bombers would enforce upon every government, especially including the American, a policy of isolation and neutrality. Only if governments are deprived of weapons of offensive warfare will they be forced to pursue a policy of isolation and peace. Surely, in view of the black record of all governments, including the American, it would be folly to leave these harbingers of mass murder and destruction in their hands, and to trust them never to employ those monstrous weapons. If it is illegitimate for government ever to employ such weapons, why should they be allowed to remain, fully loaded, in their none-too-clean hands?

101

Η αντίθεση ανάμεσα στη συντηρητική και στη λιμπερταριανή θέση για τον πόλεμο και την αμερικανική εξωτερική πολιτική εκφράστηκε με σαφήνεια σε μια ανταλλαγή απόψεων μεταξύ του William F. Buckley, Jr., και του λιμπερταριανού Ronald Hamowy στα πρώτα χρόνια του σύγχρονου λιμπερταριανού κινήματος. Χλευάζοντας τη λιμπερταριανή κριτική των συντηρητικών θέσεων εξωτερικής πολιτικής, ο Buckley έγραψε: «Υπάρχει χώρος σε κάθε κοινωνία για εκείνους των οποίων το μόνο μέλημα είναι η φύλαξη των πλακών των αρχών· ας αντιληφθούν όμως ότι μόνο χάρη στην προθυμία των συντηρητικών να θυσιαστούν για να αντισταθούν στον σοβιετικό εχθρό μπορούν αυτοί να απολαμβάνουν τον μοναχισμό τους και να ασχολούνται πυρετωδώς με τα μικρά τους σεμινάρια για το αν πρέπει ή όχι να πάψει η αποκομιδή των απορριμμάτων να είναι δημοτική υπηρεσία». Στο οποίο ο Hamowy απάντησε καίρια:

The contrast between the conservative and the libertarian positions on war and American foreign policy was starkly expressed in an interchange between William F. Buckley, Jr., and the libertarian Ronald Hamowy in the early days of the contemporary libertarian movement. Scorning the libertarian critique of conservative foreign policy postures, Buckley wrote:

There is room in any society for those whose only concern is for tablet-keeping; but let them realize that it is only because of the conservatives’ disposition to sacrifice in order to withstand the [Soviet] enemy, that they are able to enjoy their monasticism, and pursue their busy little seminars on whether or not to demunicipalize the garbage collectors.

To which Hamowy trenchantly replied:

102

Μπορεί να φανεί αχαριστία εκ μέρους μου, αλλά πρέπει να αρνηθώ να ευχαριστήσω τον κύριο Buckley που μου έσωσε τη ζωή. Πιστεύω επιπλέον ότι, αν επικρατήσει η άποψή του και αν επιμείνει στη βοήθεια που δεν του ζήτησα, το αποτέλεσμα θα είναι σχεδόν βέβαια ο θάνατός μου —και ο θάνατος δεκάδων εκατομμυρίων άλλων— σε πυρηνικό πόλεμο ή η επικείμενη φυλάκισή μου ως «αντιαμερικανού»…

Είμαι βαθιά προσηλωμένος στην προσωπική μου ελευθερία, και ακριβώς γι’ αυτό επιμένω ότι κανείς δεν έχει το δικαίωμα να επιβάλλει τις αποφάσεις του σε κάποιον άλλον. Ο κύριος Buckley επιλέγει να είναι νεκρός παρά Κόκκινος. Το ίδιο κι εγώ. Επιμένω όμως να επιτρέπεται σε όλους τους ανθρώπους να λαμβάνουν αυτή την απόφαση μόνοι τους. Ένα πυρηνικό ολοκαύτωμα θα την πάρει γι’ αυτούς.201

It might appear ungrateful of me, but I must decline to thank Mr. Buckley for saving my life. It is, further, my belief that if his viewpoint prevails and that if he persists in his unsolicited aid the result will almost certainly be my death (and that of tens of millions of others) in nuclear war or my imminent imprisonment as an “un-American”....

I hold strongly to my personal liberty and it is precisely because of this that I insist that no one has the right to force his decisions on another. Mr. Buckley chooses to be dead rather than Red. So do I. But I insist that all men be allowed to make that decision for themselves. A nuclear holocaust will make it for them.

103

Στα παραπάνω θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ότι όποιος το επιθυμεί δικαιούται να πάρει την προσωπική απόφαση «καλύτερα νεκρός παρά Κόκκινος» ή «δώστε μου ελευθερία ή δώστε μου θάνατο». Εκείνο που δεν δικαιούται να κάνει είναι να παίρνει αυτές τις αποφάσεις για άλλους, όπως θα έκανε η φιλοπόλεμη πολιτική του συντηρητισμού. Αυτό που πραγματικά λένε οι συντηρητικοί είναι: «Καλύτερα αυτοί νεκροί παρά Κόκκινοι» και «δώστε μου ελευθερία ή δώστε τους θάνατο» — πολεμικές κραυγές όχι ευγενών ηρώων αλλά μαζικών δολοφόνων.

To which we might add that anyone who wishes is entitled to make the personal decision of “better dead than Red” or “give me liberty or give me death.” What he is not entitled to do is to make these decisions for others, as the prowar policy of conservatism would do. What conservatives are really saying is: “Better them dead than Red,” and “give me liberty or give them death”—which are the battle cries not of noble heroes but of mass murderers.

104

Μόνο από μία άποψη έχει δίκιο ο κύριος Buckley: στην πυρηνική εποχή είναι σημαντικότερο να ανησυχούμε για τον πόλεμο και την εξωτερική πολιτική παρά για την αποδέσμευση της αποκομιδής απορριμμάτων από τους δήμους, όσο σημαντική κι αν είναι η τελευταία. Αν όμως το κάνουμε, καταλήγουμε αναπόδραστα στο αντίθετο από το συμπέρασμα του Buckley. Καταλήγουμε στην άποψη ότι, εφόσον τα σύγχρονα αεροπορικά και πυραυλικά όπλα δεν μπορούν να στοχευθούν με τέτοια ακρίβεια ώστε να αποφεύγεται η βλάβη αμάχων, πρέπει να καταδικαστεί η ίδια η ύπαρξή τους. Και ο πυρηνικός και αεροπορικός αφοπλισμός γίνεται ένα μεγάλο και υπέρτατο αγαθό που πρέπει να επιδιώκεται αυτοτελώς, ακόμη πιο ένθερμα από την αποδέσμευση της αποκομιδής απορριμμάτων από τους δήμους.

In one sense alone is Mr. Buckley correct: in the nuclear age it is more important to worry about war and foreign policy than about demunicipalizing garbage disposal, as important as the latter may be. But if we do so, we come ineluctably to the reverse of the Buckleyite conclusion. We come to the view that since modern air and missile weapons cannot be pinpoint-targeted to avoid harming civilians, their very existence must be condemned. And nuclear and air disarmament becomes a great and overriding good to be pursued for its own sake, more avidly even than the demunicipalization of garbage.

105

← Κεφάλαιο 13: Διατήρηση των Φυσικών πόρων, Οικολογία και ΑνάπτυξηΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 15: Μια Στρατηγική για την Ελευθερία →

← ΠεριεχόμεναΔίγλωσση ανάγνωση: Για μια Νέα Ελευθερία