Για μια Νέα Ελευθερία: Κεφάλαιο 15: Μια Στρατηγική για την Ελευθερία
Murray N. Rothbard · For a New Liberty: The Libertarian Manifesto
Πραξεολόγος
← Κεφάλαιο 14: Πόλεμος και Εξωτερική ΠολιτικήΠεριεχόμενα
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Murray N. Rothbard, For a New Liberty: The Libertarian Manifesto, 2η έκδοση, Ludwig von Mises Institute, 2006 (ηλεκτρονική έκδοση). © 1973, 1978 Murray N. Rothbard· © 2006 Ludwig von Mises Institute. Πηγή: mises.org/library/book/new-liberty-libertarian-manifesto.
Η μετάφραση ακολουθεί την αναθεωρημένη έκδοση του 1978, ενώ το αγγλικό κείμενο εδώ είναι η έκδοση του Mises Institute (2006). Γι’ αυτό ο «Πρόλογος» του Rothbard (Φεβρουάριος 1978), η τελευταία παράγραφος του κεφαλαίου 15 στην ελληνική και το «Παράρτημα: Το Λιμπερταριανό Κίνημα» δεν έχουν αγγλικό αντίστοιχο εδώ (το παράρτημα δεν περιλαμβάνεται), ενώ η ενότητα «Toward a Free America» υπάρχει μόνο στα αγγλικά. Ο «Πρόλογος Μεταφραστή» και η εισαγωγή του Llewellyn H. Rockwell, Jr. (2005) της αγγλικής έκδοσης δεν περιλαμβάνονται. Οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ) εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
Ιδού λοιπόν: ένα σώμα αλήθειας, θεωρητικά ορθό και εφαρμόσιμο στα πολιτικά μας προβλήματα — ο νέος λιμπερταριανισμός. Τώρα όμως που διαθέτουμε την αλήθεια, πώς μπορούμε να επιτύχουμε τη νίκη; Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το μεγάλο στρατηγικό πρόβλημα όλων των «ριζοσπαστικών» δογμάτων στην ιστορία: πώς μπορούμε να περάσουμε από το εδώ στο εκεί, από τον σημερινό κρατοκρατούμενο και ατελή κόσμο μας στον μεγάλο στόχο της ελευθερίας;
And so we have it: a body of truth, sound in theory and capable of application to our political problems—the new libertarianism. But now that we have the truth, how can we achieve victory? We face the great strategic problem of all “radical” creeds throughout history: How can we get from here to there, from our current State-ridden and imperfect world to the great goal of liberty?
Δεν υπάρχει μαγική συνταγή στρατηγικής· κάθε στρατηγική κοινωνικής αλλαγής, καθώς στηρίζεται στην πειθώ και στην προσχώρηση ανθρώπων σε νέες πεποιθήσεις, δεν μπορεί παρά να είναι τέχνη και όχι ακριβής επιστήμη. Αφού όμως το αναγνωρίσουμε αυτό, δεν σημαίνει ότι στερούμαστε κάθε γνώσης κατά την επιδίωξη των στόχων μας. Μπορεί να υπάρξει μια γόνιμη θεωρία ή, τουλάχιστον, μια θεωρητική συζήτηση για την ενδεδειγμένη στρατηγική αλλαγής.
There is no magic formula for strategy; any strategy for social change, resting as it does on persuasion and conversion, can only be an art rather than an exact science. But having said this, we are still not bereft of wisdom in the pursuit of our goals. There can be a fruitful theory, or at the very least, theoretical discussion, of the proper strategy for change.
Σε ένα σημείο δύσκολα μπορεί να υπάρξει διαφωνία: πρωταρχική και αναγκαία προϋπόθεση της λιμπερταριανής νίκης —ή, πράγματι, της νίκης οποιουδήποτε κοινωνικού κινήματος, από τον βουδισμό έως τη χορτοφαγία— είναι η διαφώτιση: η προσέλκυση μεγάλου αριθμού ανθρώπων στην υπόθεση μέσω της πειθούς. Η διαφώτιση, με τη σειρά της, έχει δύο ζωτικές πτυχές: να στρέφει την προσοχή των ανθρώπων στην ύπαρξη ενός τέτοιου συστήματος και να τους πείθει να ασπαστούν το λιμπερταριανό σύστημα. Αν το κίνημά μας αποτελούνταν μόνο από συνθήματα, δημοσιότητα και άλλα μέσα προσέλκυσης προσοχής, τότε μπορεί να μας άκουγαν πολλοί άνθρωποι, αλλά σύντομα θα διαπίστωναν ότι δεν είχαμε τίποτε να πούμε — και έτσι η προσοχή τους θα ήταν αποσπασματική και εφήμερη. Οι λιμπερταριανοί πρέπει, επομένως, να επιδίδονται σε απαιτητικό στοχασμό και επιστημονική έρευνα, να δημοσιεύουν θεωρητικά και συστηματικά βιβλία, άρθρα και περιοδικά και να συμμετέχουν σε συνέδρια και σεμινάρια. Από την άλλη πλευρά, η απλή επεξεργασία της θεωρίας δεν οδηγεί πουθενά αν κανείς δεν έχει ακούσει για τα βιβλία και τα άρθρα· εξ ου και η ανάγκη για δημοσιότητα, συνθήματα, φοιτητικό ακτιβισμό, διαλέξεις, ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά μηνύματα κ.λπ. Η πραγματική διαφώτιση δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς θεωρία και ακτιβισμό, χωρίς ιδεολογία και ανθρώπους που να την προωθούν.
On one point there can scarcely be disagreement: a prime and necessary condition for libertarian victory (or, indeed, for victory for any social movement, from Buddhism to vegetarianism) is education: the persuasion and conversion of large numbers of people to the cause. Education, in turn, has two vital aspects: calling people’s attention to the existence of such a system, and converting people to the libertarian system. If our movement consisted only of slogans, publicity, and other attention-getting devices, then we might be heard by many people, but it would soon be discovered that we had nothing to say—and so the hearing would be fitful and ephemeral. Libertarians must, therefore, engage in hard thinking and scholarship, put forth theoretical and systematic books, articles, and journals, and engage in conferences and seminars. On the other hand, a mere elaboration of the theory will get nowhere if no one has ever heard of the books and articles; hence the need for publicity, slogans, student activism, lectures, radio and TV spots, etc. True education cannot proceed without theory and activism, without an ideology and people to carry that ideology forward.
Έτσι, όπως η θεωρία πρέπει να φτάσει στην προσοχή του κοινού, χρειάζεται επίσης ανθρώπους που να κρατούν τη σημαία, να συζητούν, να κινητοποιούν και να μεταφέρουν το μήνυμα προς τα εμπρός και προς το ευρύτερο κοινό. Και πάλι, τόσο η θεωρία όσο και το κίνημα γίνονται μάταια και στείρα το ένα χωρίς το άλλο· η θεωρία θα μαραθεί χωρίς ένα κίνημα με επίγνωση του εαυτού του, αφοσιωμένο στην προώθηση της θεωρίας και του στόχου. Το κίνημα θα καταντήσει απλή άσκοπη κινητικότητα αν χάσει από το οπτικό του πεδίο την ιδεολογία και τον επιδιωκόμενο στόχο. Ορισμένοι λιμπερταριανοί θεωρητικοί αισθάνονται ότι υπάρχει κάτι ακάθαρτο ή ανυπόληπτο σε ένα ζωντανό κίνημα με δρώντα άτομα· πώς όμως μπορεί να επιτευχθεί η ελευθερία χωρίς λιμπερταριανούς που να προωθούν την υπόθεσή της; Από την άλλη πλευρά, ορισμένοι μαχητικοί ακτιβιστές, μέσα στη βιασύνη τους για δράση —οποιαδήποτε δράση—, περιφρονούν ό,τι τους φαίνεται θεωρητική συζήτηση σαλονιού· η δράση τους όμως γίνεται μάταιη και σπαταλημένη ενέργεια αν έχουν μόνο αμυδρή αντίληψη του σκοπού για τον οποίο δραστηριοποιούνται.
Thus, just as the theory needs to be carried to the attention of the public, so does the theory need people to hold the banner, discuss, agitate, and carry the message forward and outward to the public. Once again, both theory and movement become futile and sterile without each other; the theory will die on the vine without a self-conscious movement which dedicates itself to advancing the theory and the goal. The movement will become mere pointless motion if it loses sight of the ideology and the goal in view. Some libertarian theorists feel that there is something impure or disreputable about a living movement with acting individuals; but how can liberty be achieved without libertarians to advance the cause? On the other hand, some militant activists, in their haste for action—any action—scorn what seem to be parlor discussions of theory; yet their action becomes futile and wasted energy if they have only a dim idea of what they are being active about.
Επιπλέον, ακούει κανείς συχνά λιμπερταριανούς —όπως και μέλη άλλων κοινωνικών κινημάτων— να παραπονούνται ότι με τα βιβλία, τα περιοδικά και τα συνέδριά τους «μιλούν μόνο μεταξύ τους»· ότι ελάχιστοι άνθρωποι του «έξω κόσμου» τούς ακούν. Αυτή η συχνή κατηγορία όμως παρανοεί σοβαρά τον πολύπλευρο σκοπό της «διαφώτισης» με την ευρύτερη έννοια. Δεν είναι αναγκαίο μόνο να μορφώνουμε τους άλλους· εξίσου αναγκαία είναι και η συνεχής αυτομόρφωση. Οι λιμπερταριανοί πρέπει ασφαλώς να προσπαθούν πάντοτε να προσελκύουν άλλους στις τάξεις τους· πρέπει όμως και να διατηρούν τις ίδιες τους τις τάξεις ζωντανές και υγιείς. Η μόρφωση «του εαυτού μας» επιτυγχάνει δύο ζωτικούς στόχους. Ο ένας είναι η βελτίωση και η ανάπτυξη της λιμπερταριανής «θεωρίας» — του στόχου και του σκοπού ολόκληρου του εγχειρήματός μας. Ο λιμπερταριανισμός, μολονότι ζωτικός και αληθής, δεν μπορεί απλώς να είναι χαραγμένος σε πέτρινες πλάκες· πρέπει να είναι ζωντανή θεωρία, που εξελίσσεται μέσω της συγγραφής και της συζήτησης και μέσω της αναίρεσης και της καταπολέμησης σφαλμάτων καθώς αυτά εμφανίζονται. Το λιμπερταριανό κίνημα διαθέτει δεκάδες μικρά ενημερωτικά δελτία και περιοδικά, από πολυγραφημένα φύλλα έως καλαίσθητες εκδόσεις, που διαρκώς εμφανίζονται και παύουν να εκδίδονται. Αυτό είναι σημάδι ενός υγιούς, αναπτυσσόμενου κινήματος, ενός κινήματος που αποτελείται από αναρίθμητα άτομα τα οποία σκέφτονται, επιχειρηματολογούν και συνεισφέρουν.
Furthermore, one often hears libertarians (as well as members of other social movements) bewail that they are “only talking to themselves” with their books and journals and conferences; that few people of the “outside world” are listening. But this frequent charge gravely misconceives the many-sided purpose of “education” in the broadest sense. It is not only necessary to educate others; continual self-education is also (and equally) necessary. The corps of libertarians must always try to recruit others to their ranks, to be sure; but they must also keep their own ranks vibrant and healthy. Education of “ourselves” accomplishes two vital goals. One is the refining and advancing of the libertarian “theory”—the goal and purpose of our whole enterprise. Libertarianism, while vital and true, cannot be merely graven in stone tablets; it must be a living theory, advancing through writing and discussion, and through refuting and combatting errors as they arise. The libertarian movement has dozens of small newsletters and magazines ranging from mimeographed sheets to slick publications, constantly emerging and dying. This is a sign of a healthy, growing movement, a movement that consists of countless individuals thinking, arguing, and contributing.
Υπάρχει όμως και ένας άλλος κρίσιμος λόγος να «μιλάμε μεταξύ μας», ακόμη κι αν αυτή ήταν η μόνη συζήτηση που γινόταν. Είναι η ενδυνάμωση — η ψυχολογικά αναγκαία επίγνωση ότι υπάρχουν άλλοι ομοϊδεάτες με τους οποίους μπορεί κανείς να μιλήσει, να διαφωνήσει και γενικά να επικοινωνήσει και να αλληλεπιδράσει. Σήμερα, το λιμπερταριανό δόγμα εξακολουθεί να αποτελεί την πεποίθηση μιας σχετικά μικρής μειονότητας και, επιπλέον, προτείνει ριζικές αλλαγές στην υφιστάμενη κατάσταση. Συνεπώς, είναι αναπόφευκτο να συνεπάγεται μοναξιά, και η ενδυνάμωση που προσφέρει η ύπαρξη ενός κινήματος, το να «μιλάμε μεταξύ μας», μπορεί να καταπολεμήσει και να υπερνικήσει αυτή την απομόνωση. Το σύγχρονο κίνημα έχει πλέον αρκετά χρόνια ζωής ώστε να έχει γνωρίσει πλήθος αποχωρήσεων· η ανάλυσή τους δείχνει ότι, σχεδόν σε κάθε περίπτωση, ο λιμπερταριανός ήταν απομονωμένος, αποκομμένος από τη συντροφικότητα και την αλληλεπίδραση με τους συναγωνιστές του. Ένα ακμαίο κίνημα, με αίσθημα κοινότητας και συλλογικό πνεύμα, είναι το καλύτερο αντίδοτο στην εγκατάλειψη της ελευθερίας ως απελπισμένης ή «ανεφάρμοστης» υπόθεσης.
But there is another critical reason for “talking to ourselves,” even if that were all the talking that was going on. And that is reinforcement—the psychologically necessary knowledge that there are other people of like mind to talk to, argue with, and generally communicate and interact with. At present, the libertarian creed is still that of a relatively small minority, and furthermore, it proposes radical changes in the status quo. Hence, it is bound to be a lonely creed, and the reinforcement of having a movement, of “talking to ourselves,” can combat and overcome that isolation. The contemporary movement is now old enough to have had a host of defectors; analysis of these defections shows that, in almost every case, the libertarian has been isolated, cut off from fellowship and interaction with his colleagues. A flourishing movement with a sense of community and esprit de corps is the best antidote for giving up liberty as a hopeless or “impractical” cause.
Έστω λοιπόν ότι πρέπει να επιδιώκουμε τη διαφώτιση τόσο μέσω της θεωρίας όσο και μέσω ενός κινήματος. Ποιο πρέπει όμως να είναι το περιεχόμενο αυτής της διαφώτισης; Κάθε «ριζοσπαστικό» δόγμα έχει κατηγορηθεί ως «ουτοπικό», και το λιμπερταριανό κίνημα δεν αποτελεί εξαίρεση. Ορισμένοι ίδιοι οι λιμπερταριανοί υποστηρίζουν ότι δεν πρέπει να τρομάζουμε τον κόσμο όντας «υπερβολικά ριζοσπαστικοί» και ότι, επομένως, η πλήρης λιμπερταριανή ιδεολογία και το πρόγραμμά της πρέπει να παραμένουν κρυμμένα. Αυτοί συμβουλεύουν ένα «φαβιανό» πρόγραμμα σταδιακής αλλαγής, επικεντρωμένο αποκλειστικά στη βαθμιαία περιστολή της κρατικής εξουσίας. Ένα παράδειγμα θα ήταν το πεδίο της φορολογίας: αντί να υποστηρίζουμε το «ριζοσπαστικό» μέτρο της κατάργησης κάθε φορολογίας, ή ακόμη και της κατάργησης του φόρου εισοδήματος, πρέπει να περιοριζόμαστε στο αίτημα για μικροσκοπικές βελτιώσεις· ας πούμε, για μείωση του φόρου εισοδήματος κατά δύο τοις εκατό.
All right, we are to have education through both theory and a movement. But what then should be the content of that education? Every “radical” creed has been subjected to the charge of being “utopian,” and the libertarian movement is no exception. Some libertarians themselves maintain that we should not frighten people off by being “too radical,” and that therefore the full libertarian ideology and program should be kept hidden from view. These people counsel a “Fabian” program of gradualism, concentrating solely on a gradual whittling away of State power. An example would be in the field of taxation: Instead of advocating the “radical” measure of abolition of all taxation, or even of abolishing income taxation, we should confine ourselves to a call for tiny improvements; say, for a two percent cut in income tax.
Στο πεδίο της στρατηγικής σκέψης, οι λιμπερταριανοί οφείλουν να προσέξουν τα διδάγματα των μαρξιστών, επειδή εκείνοι στοχάζονται τη στρατηγική της ριζικής κοινωνικής αλλαγής περισσότερο καιρό από οποιαδήποτε άλλη ομάδα. Έτσι, οι μαρξιστές διακρίνουν δύο στρατηγικές πλάνες κρίσιμης σημασίας που «παρεκκλίνουν» από τον ορθό δρόμο: τη μία την αποκαλούν «αριστερό σεχταρισμό»· η άλλη, αντίθετη παρέκκλιση είναι ο «δεξιός οπορτουνισμός». Οι επικριτές των «ακραίων» λιμπερταριανών αρχών αντιστοιχούν στους μαρξιστικούς «δεξιούς οπορτουνιστές». Το κύριο πρόβλημα με τους οπορτουνιστές είναι ότι, περιοριζόμενοι αυστηρά σε σταδιακά και «πρακτικά» προγράμματα, τα οποία έχουν καλές πιθανότητες άμεσης υιοθέτησης, διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο να χάσουν εντελώς από το οπτικό τους πεδίο τον τελικό σκοπό, τον λιμπερταριανό στόχο. Όποιος περιορίζεται στο αίτημα για μείωση των φόρων κατά δύο τοις εκατό συμβάλλει στον ενταφιασμό του τελικού στόχου της πλήρους κατάργησης της φορολογίας. Επικεντρωνόμενος στα άμεσα μέσα, συμβάλλει στην εγκατάλειψη του τελικού σκοπού και, επομένως, του ίδιου του λόγου για τον οποίο είναι κανείς λιμπερταριανός. Αν οι λιμπερταριανοί αρνούνται να κρατούν ψηλά τη σημαία της ανόθευτης αρχής, του τελικού στόχου, ποιος θα το κάνει; Η απάντηση είναι: κανείς· συνεπώς, μία ακόμη σημαντική πηγή αποχωρήσεων από τις τάξεις μας τα τελευταία χρόνια υπήρξε η εσφαλμένη πορεία του οπορτουνισμού.
In the field of strategic thinking, it behooves libertarians to heed the lessons of the Marxists, because they have been thinking about strategy for radical social change longer than any other group. Thus, the Marxists see two critically important strategic fallacies that “deviate” from the proper path: one they call “left-wing sectarianism”; the other, and opposing, deviation is “right-wing opportunism.” The critics of libertarian “extremist” principles are the analog of the Marxian “right-wing opportunists.” The major problem with the opportunists is that by confining themselves strictly to gradual and “practical” programs, programs that stand a good chance of immediate adoption, they are in grave danger of completely losing sight of the ultimate objective, the libertarian goal. He who confines himself to calling for a two percent reduction in taxes helps to bury the ultimate goal of abolition of taxation altogether. By concentrating on the immediate means, he helps liquidate the ultimate goal, and therefore the point of being a libertarian in the first place. If libertarians refuse to hold aloft the banner of the pure principle, of the ultimate goal, who will? The answer is no one, hence another major source of defection from the ranks in recent years has been the erroneous path of opportunism.
Μια χαρακτηριστική περίπτωση αποχώρησης μέσω του οπορτουνισμού είναι κάποιος που θα ονομάσουμε «Robert», ο οποίος έγινε αφοσιωμένος και μαχητικός λιμπερταριανός στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Σπεύδοντας προς τον ακτιβισμό και τα άμεσα οφέλη, ο Robert κατέληξε ότι η ορθή στρατηγική πορεία ήταν να υποβαθμιστεί κάθε αναφορά στον λιμπερταριανό στόχο και, ειδικότερα, να υποβαθμιστεί η λιμπερταριανή εχθρότητα προς την κυβέρνηση. Στόχος του ήταν να τονίζει μόνο το «θετικό» και τα επιτεύγματα που μπορούσαν να πραγματοποιήσουν οι άνθρωποι μέσω εθελοντικής δράσης. Καθώς προχωρούσε η σταδιοδρομία του, ο Robert άρχισε να θεωρεί τους ασυμβίβαστους λιμπερταριανούς εμπόδιο· άρχισε λοιπόν να απολύει συστηματικά όποιον στην οργάνωσή του συλλαμβανόταν να είναι «αρνητικός» απέναντι στην κυβέρνηση. Δεν χρειάστηκε πολύς καιρός για να εγκαταλείψει ανοιχτά και ρητά τη λιμπερταριανή ιδεολογία και να ζητήσει μια «σύμπραξη» κυβέρνησης και ιδιωτικής επιχειρηματικής δραστηριότητας —καταναγκασμού και εθελοντικής δράσης—, εν ολίγοις, να πάρει ανοιχτά τη θέση του στο Κατεστημένο. Κι όμως, όταν έχει πιει, ο Robert μπορεί ακόμη να αποκαλεί τον εαυτό του «αναρχικό», αλλά μόνο σε κάποια αφηρημένη νεφελοκοκκυγία, εντελώς άσχετη με τον πραγματικό κόσμο.
A prominent case of defection through opportunism is someone we shall call “Robert,” who became a dedicated and militant libertarian back in the early 1950s. Reaching quickly for activism and immediate gains, Robert concluded that the proper strategic path was to play down all talk of the libertarian goal, and in particular to play down libertarian hostility to government. His aim was to stress only the “positive” and the accomplishments that people could achieve through voluntary action. As his career advanced, Robert began to find uncompromising libertarians an encumbrance; so he began systematically to fire anyone in his organization caught being “negative” about government. It did not take very long for Robert to abandon the libertarian ideology openly and explicitly, and to call for a “partnership” between government and private enterprise—between coercion and the voluntary—in short, to take his place openly in the Establishment. Yet, in his cups, Robert will even refer to himself as an “anarchist,” but only in some abstract cloud-land totally unrelated to the world as it is.
Ο οικονομολόγος της ελεύθερης αγοράς F. A. Hayek, ο ίδιος κάθε άλλο παρά «ακραίος», έχει γράψει εύγλωττα για τη ζωτική σημασία που έχει, για την επιτυχία της ελευθερίας, να κρατείται ψηλά η ανόθευτη και «ακραία» ιδεολογία ως δόγμα που δεν πρέπει ποτέ να λησμονείται. Ο Hayek έγραψε ότι ένα από τα μεγάλα θέλγητρα του σοσιαλισμού ήταν πάντοτε η συνεχής έμφαση στον «ιδεώδη» στόχο του, ένα ιδεώδες που διαπερνά, διαμορφώνει και καθοδηγεί τις ενέργειες όλων όσοι αγωνίζονται για να τον επιτύχουν. Κατόπιν προσθέτει:
The free-market economist F.A. Hayek, himself in no sense an “extremist,” has written eloquently of the vital importance for the success of liberty of holding the pure and “extreme” ideology aloft as a never-to-be-forgotten creed. Hayek has written that one of the great attractions of socialism has always been the continuing stress on its “ideal” goal, an ideal that permeates, informs, and guides the actions of all those striving to attain it. Hayek then adds:
Πρέπει να καταστήσουμε την οικοδόμηση μιας ελεύθερης κοινωνίας και πάλι διανοητική περιπέτεια, πράξη θάρρους. Εκείνο που μας λείπει είναι μια ουτοπία του κλασικού φιλελευθερισμού, ένα πρόγραμμα που να μη μοιάζει ούτε με απλή υπεράσπιση των πραγμάτων όπως έχουν ούτε με αραιωμένη εκδοχή του σοσιαλισμού, αλλά με έναν γνήσιο κλασικό φιλελεύθερο ριζοσπαστισμό, που δεν χαρίζεται στις ευαισθησίες των ισχυρών —συμπεριλαμβανομένων των συνδικάτων—, που δεν δεσμεύεται υπερβολικά από την πρακτική σκοπιμότητα και δεν περιορίζεται σε ό,τι φαίνεται σήμερα πολιτικά εφικτό. Χρειαζόμαστε διανοητικούς ηγέτες προετοιμασμένους να αντισταθούν στα θέλγητρα της εξουσίας και της επιρροής και πρόθυμους να εργαστούν για ένα ιδεώδες, όσο μικρές κι αν είναι οι προοπτικές άμεσης πραγμάτωσής του. Πρέπει να είναι άνθρωποι πρόθυμοι να παραμένουν πιστοί στις αρχές και να αγωνίζονται για την πλήρη πραγμάτωσή τους, όσο μακρινή κι αν είναι… Το ελεύθερο εμπόριο και η ελευθερία ευκαιριών είναι ιδεώδη που μπορούν ακόμη να εξάψουν τη φαντασία μεγάλου αριθμού ανθρώπων· μια απλή «εύλογη ελευθερία εμπορίου» ή μια απλή «χαλάρωση των ελέγχων», όμως, δεν είναι ούτε διανοητικά αξιοσέβαστη ούτε πιθανό να εμπνεύσει οποιονδήποτε ενθουσιασμό. Το κυριότερο δίδαγμα που πρέπει να αντλήσει ο αληθινός κλασικός φιλελεύθερος από την επιτυχία των σοσιαλιστών είναι ότι το θάρρος τους να είναι ουτοπιστές τούς εξασφάλισε την υποστήριξη των διανοουμένων και, μέσω αυτής, μια επιρροή στην κοινή γνώμη που καθημερινά καθιστά εφικτό ό,τι μόλις πρόσφατα φαινόταν εντελώς μακρινό. Όσοι ασχολήθηκαν αποκλειστικά με εκείνο που φαινόταν εφαρμόσιμο υπό την υπάρχουσα κατάσταση της κοινής γνώμης διαπίστωναν διαρκώς ότι ακόμη κι αυτό γινόταν γρήγορα πολιτικά αδύνατο, εξαιτίας μεταβολών σε μια κοινή γνώμη την οποία δεν είχαν κάνει τίποτε για να καθοδηγήσουν. Αν δεν μπορέσουμε να καταστήσουμε και πάλι τα φιλοσοφικά θεμέλια μιας ελεύθερης κοινωνίας ζωντανό διανοητικό ζήτημα και την πραγμάτωσή της έργο που να προκαλεί την εφευρετικότητα και τη φαντασία των πιο ζωντανών πνευμάτων μας, οι προοπτικές της ελευθερίας είναι πράγματι σκοτεινές. Αν όμως μπορέσουμε να ανακτήσουμε εκείνη την πίστη στη δύναμη των ιδεών που χαρακτήριζε τον κλασικό φιλελευθερισμό στις καλύτερες στιγμές του, η μάχη δεν έχει χαθεί.202
We must make the building of a free society once more an intellectual adventure, a deed of courage. What we lack is a liberal Utopia, a programme which seems neither a mere defence of things as they are nor a diluted kind of socialism, but a truly liberal radicalism which does not spare the susceptibility of the mighty (including the trade unions), which is not too severely practical and which does not confine itself to what appears today as politically possible. We need intellectual leaders who are prepared to resist the blandishments of power and influence and who are willing to work for an ideal, however small may be the prospects of its early realization. They must be men who are willing to stick to principles and to fight for their full realization, however remote.... Free trade and freedom of opportunity are ideals which still may rouse the imaginations of large numbers, but a mere “reasonable freedom of trade” or a mere “relaxation of controls” is neither intellectually respectable nor likely to inspire any enthusiasm. The main lesson which the true liberal must learn from the success of the socialists is that it was their courage to be Utopian which gained them the support of the intellectuals and thereby an influence on public opinion which is daily making possible what only recently seemed utterly remote. Those who have concerned themselves exclusively with what seemed practicable in the existing state of opinion have constantly found that even this has rapidly become politically impossible as the result of changes in a public opinion which they have done nothing to guide. Unless we can make the philosophic foundations of a free society once more a living intellectual issue, and its implementation a task which challenges the ingenuity and imagination of our liveliest minds, the prospects of freedom are indeed dark. But if we can regain that belief in the power of ideas which was the mark of liberalism at its best, the battle is not lost.
Ο Hayek αναδεικνύει εδώ μια σημαντική αλήθεια και έναν σημαντικό λόγο για να τονίζεται ο τελικός στόχος: τη συγκίνηση και τον ενθουσιασμό που μπορεί να εμπνεύσει ένα λογικά συνεπές σύστημα. Ποιος, αντιθέτως, θα ανέβει στα οδοφράγματα για μια μείωση φόρων κατά δύο τοις εκατό;
Hayek is here highlighting an important truth, and an important reason for stressing the ultimate goal: the excitement and enthusiasm that a logically consistent system can inspire. Who, in contrast, will go to the barricades for a two percent tax reduction?
Υπάρχει και ένας ακόμη ζωτικός λόγος τακτικής για την προσήλωση στην ανόθευτη αρχή. Είναι αλήθεια ότι τα καθημερινά κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα είναι συνισταμένες πολλών πιέσεων, το συχνά μη ικανοποιητικό αποτέλεσμα της διελκυστίνδας μεταξύ συγκρουόμενων ιδεολογιών και συμφερόντων. Αλλά, έστω και μόνο γι’ αυτόν τον λόγο, είναι ακόμη σημαντικότερο ο λιμπερταριανός να ανεβάζει διαρκώς τον πήχη των απαιτήσεων. Το αίτημα για μείωση φόρων κατά δύο τοις εκατό μπορεί να επιτύχει μόνο έναν ελαφρύ μετριασμό μιας σχεδιαζόμενης φορολογικής αύξησης· το αίτημα για δραστική περικοπή φόρων μπορεί πράγματι να επιτύχει ουσιαστική μείωση. Και, με την πάροδο των χρόνων, ο στρατηγικός ρόλος του «ακραίου» είναι ακριβώς να ωθεί το πλαίσιο της καθημερινής δράσης όλο και περισσότερο προς τη δική του κατεύθυνση. Οι σοσιαλιστές υπήρξαν ιδιαίτερα επιδέξιοι σε αυτή τη στρατηγική. Αν εξετάσουμε το σοσιαλιστικό πρόγραμμα που προβαλλόταν πριν από εξήντα ή ακόμη και τριάντα χρόνια, θα είναι προφανές ότι μέτρα που πριν από μία ή δύο γενιές θεωρούνταν επικίνδυνα σοσιαλιστικά θεωρούνται σήμερα απαραίτητο μέρος του «κυρίαρχου ρεύματος» της αμερικανικής κληρονομιάς. Με αυτόν τον τρόπο, οι καθημερινοί συμβιβασμοί της υποτιθέμενα «πρακτικής» πολιτικής έλκονται αδυσώπητα προς την κολεκτιβιστική κατεύθυνση. Δεν υπάρχει λόγος ο λιμπερταριανός να μην μπορεί να επιτύχει το ίδιο αποτέλεσμα. Πράγματι, ένας από τους λόγους για τους οποίους η συντηρητική αντίθεση στον κολεκτιβισμό υπήρξε τόσο αδύναμη είναι ότι ο συντηρητισμός, από την ίδια του τη φύση, δεν προσφέρει συνεπή πολιτική φιλοσοφία, αλλά μόνο μια «πρακτική» υπεράσπιση της υπάρχουσας κατάστασης, η οποία καθαγιάζεται ως ενσάρκωση της αμερικανικής «παράδοσης». Καθώς όμως ο κρατισμός αναπτύσσεται και συσσωρεύεται, εξ ορισμού εδραιώνεται ολοένα περισσότερο και, συνεπώς, γίνεται «παραδοσιακός»· ο συντηρητισμός δεν μπορεί τότε να βρει διανοητικά όπλα για την ανατροπή του.
There is another vital tactical reason for cleaving to pure principle. It is true that day-to-day social and political events are the resultants of many pressures, the often unsatisfactory outcome of the push-and-pull of conflicting ideologies and interests. But if only for that reason, it is all the more important for the libertarian to keep upping the ante. The call for a two percent tax reduction may achieve only the slight moderation of a projected tax increase; a call for a drastic tax cut may indeed achieve a substantial reduction. And, over the years, it is precisely the strategic role of the “extremist” to keep pushing the matrix of day-to-day action further and further in his direction. The socialists have been particularly adept at this strategy. If we look at the socialist program advanced 60, or even 30 years ago, it will be evident that measures considered dangerously socialistic a generation or two ago are now considered an indispensable part of the “mainstream” of the American heritage. In this way, the day-to-day compromises of supposedly “practical” politics get pulled inexorably in the collectivist direction. There is no reason why the libertarian cannot accomplish the same result. In fact, one of the reasons that the conservative opposition to collectivism has been so weak is that conservatism, by its very nature, offers not a consistent political philosophy but only a “practical” defense of the existing status quo, enshrined as embodiments of the American “tradition.” Yet, as statism grows and accretes, it becomes, by definition, increasingly entrenched and therefore “traditional”; conservatism can then find no intellectual weapons to accomplish its overthrow.
Η προσήλωση στις αρχές σημαίνει κάτι περισσότερο από το να κρατάμε ψηλά το τελικό λιμπερταριανό ιδεώδες και να μην αντιφάσκουμε προς αυτό. Σημαίνει επίσης να αγωνιζόμαστε για την επίτευξη αυτού του τελικού στόχου όσο ταχύτερα είναι πρακτικά δυνατόν. Εν ολίγοις, ο λιμπερταριανός δεν πρέπει ποτέ να υποστηρίζει ή να προτιμά τη σταδιακή, αντί της άμεσης και ταχείας, προσέγγιση του στόχου του. Διότι, κάνοντάς το, υπονομεύει την υπέρτατη σημασία των ίδιων του των στόχων και αρχών. Και αν ο ίδιος αποδίδει τόσο μικρή αξία στους στόχους του, πόση αξία θα τους αποδώσουν οι άλλοι;
Cleaving to principle means something more than holding high and not contradicting the ultimate libertarian ideal. It also means striving to achieve that ultimate goal as rapidly as is physically possible. In short, the libertarian must never advocate or prefer a gradual, as opposed to an immediate and rapid, approach to his goal. For by doing so, he undercuts the overriding importance of his own goals and principles. And if he himself values his own goals so lightly, how highly will others value them?
Εν ολίγοις, για να επιδιώκει πραγματικά τον στόχο της ελευθερίας, ο λιμπερταριανός πρέπει να επιθυμεί την επίτευξή του με τα αποτελεσματικότερα και ταχύτερα διαθέσιμα μέσα. Με αυτό το πνεύμα, ο κλασικός φιλελεύθερος Leonard E. Read, υποστηρίζοντας την άμεση και πλήρη κατάργηση των ελέγχων τιμών και μισθών μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, δήλωσε σε μια ομιλία: «Αν υπήρχε ένα κουμπί σε αυτό το βήμα, που πατώντας το θα καταργούνταν ακαριαία όλοι οι έλεγχοι μισθών και τιμών, θα έβαζα το δάχτυλό μου πάνω του και θα το πατούσα!»203
In short, to really pursue the goal of liberty, the libertarian must desire it attained by the most effective and speediest means available. It was in this spirit that the classical liberal Leonard E. Read, advocating immediate and total abolition of price and wage controls after World War II, declared in a speech, “If there were a button on this rostrum, the pressing of which would release all wage and price controls instantaneously, I would put my finger on it and push!”
Ο λιμπερταριανός, επομένως, πρέπει να είναι ένας άνθρωπος που θα πατούσε το κουμπί, αν υπήρχε, για την ακαριαία κατάργηση όλων των προσβολών της ελευθερίας. Φυσικά, γνωρίζει επίσης ότι ένα τέτοιο μαγικό κουμπί δεν υπάρχει, αλλά η θεμελιώδης προτίμησή του χρωματίζει και διαμορφώνει ολόκληρη τη στρατηγική του αντίληψη.
The libertarian, then, should be a person who would push the button, if it existed, for the instantaneous abolition of all invasions of liberty. Of course, he knows, too, that such a magic button does not exist, but his fundamental preference colors and shapes his entire strategic perspective.
Μια τέτοια «καταργητική» οπτική δεν σημαίνει, και πάλι, ότι ο λιμπερταριανός εκτιμά ανεδαφικά πόσο γρήγορα θα επιτευχθεί πράγματι ο στόχος του. Έτσι, ο λιμπερταριανός υπέρμαχος της κατάργησης της δουλείας William Lloyd Garrison δεν ήταν «μη ρεαλιστής» όταν, τη δεκαετία του 1830, ύψωσε για πρώτη φορά το ένδοξο λάβαρο της άμεσης απελευθέρωσης των δούλων. Ο στόχος του ήταν ο ηθικά ορθός, και ο στρατηγικός του ρεαλισμός βρισκόταν στο ότι δεν ανέμενε να επιτευχθεί γρήγορα. Είδαμε στο Κεφάλαιο 1 τη διάκριση που έκανε ο ίδιος ο Garrison: «Όσο σθεναρά κι αν απαιτούμε την άμεση κατάργηση, αλίμονο, στο τέλος η κατάργηση θα είναι σταδιακή. Ποτέ δεν είπαμε ότι η δουλεία θα ανατρεπόταν με ένα και μόνο πλήγμα· ότι οφείλει να ανατραπεί έτσι, θα το υποστηρίζουμε πάντοτε».204 Διαφορετικά, όπως προειδοποιούσε καίρια ο Garrison, «η σταδιακότητα στη θεωρία είναι διαιώνιση στην πράξη».
Such an “abolitionist” perspective does not mean, again, that the libertarian has an unrealistic assessment of how rapidly his goal will, in fact, be achieved. Thus, the libertarian abolitionist of slavery, William Lloyd Garrison, was not being “unrealistic” when in the 1830s he first raised the glorious standard of immediate emancipation of the slaves. His goal was the morally proper one, and his strategic realism came in the fact that he did not expect his goal to be quickly reached. We have seen in chapter 1 that Garrison himself distinguished: “Urge immediate abolition as earnestly as we may, it will, alas! be gradual abolition in the end. We have never said that slavery would be overthrown by a single blow; that it ought to be, we shall always contend.” Otherwise, as Garrison trenchantly warned, “Gradualism in theory is perpetuity in practice.”
Η σταδιακότητα στη θεωρία πράγματι υπονομεύει τον ίδιο τον στόχο, παραδεχόμενη ότι πρέπει να καταλάβει δεύτερη ή τρίτη θέση έναντι άλλων, μη λιμπερταριανών ή αντιλιμπερταριανών παραμέτρων. Διότι η προτίμηση στη σταδιακή αλλαγή συνεπάγεται ότι αυτές οι άλλες παράμετροι είναι σημαντικότερες από την ελευθερία. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι ο υπέρμαχος της κατάργησης της δουλείας είχε πει: «Υποστηρίζω τον τερματισμό της δουλείας — αλλά μόνο ύστερα από δέκα χρόνια». Αυτό όμως θα σήμαινε ότι η κατάργηση σε οκτώ ή εννέα χρόνια ή, κατά μείζονα λόγο, αμέσως, θα ήταν εσφαλμένη και ότι, επομένως, είναι καλύτερο να συνεχιστεί η δουλεία για λίγο ακόμη. Θα σήμαινε όμως ότι οι απαιτήσεις της δικαιοσύνης έχουν εγκαταλειφθεί και ότι ο ίδιος ο στόχος δεν κατέχει πλέον την ύψιστη θέση για τον καταργητιστή ή τον λιμπερταριανό. Στην πραγματικότητα, και για τους δύο αυτό θα σήμαινε ότι υποστηρίζουν την παράταση του εγκλήματος και της αδικίας.
Gradualism in theory indeed undercuts the goal itself by conceding that it must take second or third place to other nonor antilibertarian considerations. For a preference for gradualism implies that these other considerations are more important than liberty. Thus, suppose that the abolitionist of slavery had said, “I advocate an end to slavery—but only after ten years’ time.” But this would imply that abolition eight or nine years from now, or a fortiori immediately, would be wrong, and that therefore it is better for slavery to be continued a while longer. But this would mean that considerations of justice have been abandoned, and that the goal itself is no longer held highest by the abolitionist (or libertarian). In fact, for both the abolitionist and libertarian this would mean they are advocating the prolongation of crime and injustice.
Μολονότι είναι ζωτικό για τον λιμπερταριανό να κρατά ψηλά το τελικό και «ακραίο» ιδεώδες του, αυτό δεν τον καθιστά, αντίθετα προς όσα λέει ο Hayek, «ουτοπιστή». Ο αληθινός ουτοπιστής είναι εκείνος που υποστηρίζει ένα σύστημα αντίθετο προς τον φυσικό νόμο των ανθρώπων και του πραγματικού κόσμου. Ουτοπικό είναι ένα σύστημα που δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει ακόμη κι αν όλοι πείθονταν να προσπαθήσουν να το εφαρμόσουν. Το ουτοπικό σύστημα δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει, δηλαδή δεν θα μπορούσε να διατηρήσει τη λειτουργία του. Ο ουτοπικός στόχος της Αριστεράς, ο κομμουνισμός —η κατάργηση της εξειδίκευσης και η υιοθέτηση της ομοιομορφίας—, δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει ακόμη κι αν όλοι ήταν πρόθυμοι να τον υιοθετήσουν αμέσως. Δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει επειδή παραβιάζει την ίδια τη φύση του ανθρώπου και του κόσμου, ιδίως τη μοναδικότητα και την ατομικότητα κάθε προσώπου, των ικανοτήτων και των ενδιαφερόντων του, και επειδή θα σήμαινε δραστική μείωση της παραγωγής πλούτου, τόσο μεγάλη ώστε να καταδικάσει τη μεγάλη πλειονότητα του ανθρώπινου γένους σε ταχεία λιμοκτονία και αφανισμό.
While it is vital for the libertarian to hold his ultimate and “extreme” ideal aloft, this does not, contrary to Hayek, make him a “utopian.” The true utopian is one who advocates a system that is contrary to the natural law of human beings and of the real world. A utopian system is one that could not work even if everyone were persuaded to try to put it into practice. The utopian system could not work, i.e., could not sustain itself in operation. The utopian goal of the left: communism—the abolition of specialization and the adoption of uniformity—could not work even if everyone were willing to adopt it immediately. It could not work because it violates the very nature of man and the world, especially the uniqueness and individuality of every person, of his abilities and interests, and because it would mean a drastic decline in the production of wealth, so much so as to doom the great bulk of the human race to rapid starvation and extinction.
Εν ολίγοις, ο όρος «ουτοπικός» στην κοινή χρήση συγχέει δύο είδη εμποδίων στην πορεία ενός προγράμματος ριζικά διαφορετικού από την υφιστάμενη κατάσταση. Το ένα είναι ότι παραβιάζει τη φύση του ανθρώπου και του κόσμου και, συνεπώς, δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει αν εφαρμοζόταν. Αυτή είναι η ουτοπικότητα του κομμουνισμού. Το δεύτερο είναι η δυσκολία να πειστούν αρκετοί άνθρωποι ότι το πρόγραμμα πρέπει να υιοθετηθεί. Η πρώτη περίπτωση είναι κακή θεωρία, επειδή παραβιάζει την ανθρώπινη φύση· η δεύτερη είναι απλώς πρόβλημα ανθρώπινης βούλησης, πρόβλημα πειθούς αρκετών ανθρώπων για την ορθότητα του δόγματος. Ο όρος «ουτοπικός», με τη συνήθη υποτιμητική του έννοια, εφαρμόζεται μόνο στην πρώτη περίπτωση. Με τη βαθύτερη έννοια, λοιπόν, το λιμπερταριανό δόγμα δεν είναι ουτοπικό αλλά κατεξοχήν ρεαλιστικό, επειδή είναι η μόνη θεωρία που συμφωνεί πραγματικά με τη φύση του ανθρώπου και του κόσμου. Ο λιμπερταριανός δεν αρνείται την ποικιλία και την ποικιλομορφία του ανθρώπου· τις εξυμνεί και επιδιώκει να τους δώσει πλήρη έκφραση σε έναν κόσμο απόλυτης ελευθερίας. Και κάνοντάς το, επιφέρει επίσης τεράστια αύξηση της παραγωγικότητας και του βιοτικού επιπέδου όλων, ένα κατεξοχήν «πρακτικό» αποτέλεσμα που οι αληθινοί ουτοπιστές γενικά περιφρονούν ως κακό «υλισμό».
In short, the term “utopian” in popular parlance confuses two kinds of obstacles in the path of a program radically different from the status quo. One is that it violates the nature of man and of the world and therefore could not work once it was put into effect. This is the utopianism of communism. The second is the difficulty in convincing enough people that the program should be adopted. The former is a bad theory because it violates the nature of man; the latter is simply a problem of human will, of convincing enough people of the rightness of the doctrine. “Utopian” in its common pejorative sense applies only to the former. In the deepest sense, then, the libertarian doctrine is not utopian but eminently realistic, because it is the only theory that is really consistent with the nature of man and the world. The libertarian does not deny the variety and diversity of man, he glories in it and seeks to give that diversity full expression in a world of complete freedom. And in doing so, he also brings about an enormous increase in productivity and in the living standards of everyone, an eminently “practical” result generally scorned by true utopians as evil “materialism.”
Ο λιμπερταριανός είναι επίσης κατεξοχήν ρεαλιστής, επειδή μόνο αυτός κατανοεί πλήρως τη φύση του κράτους και την ορμή του προς την εξουσία. Αντιθέτως, ο φαινομενικά πολύ πιο ρεαλιστής συντηρητικός οπαδός της «περιορισμένης κυβέρνησης» είναι ο πραγματικά ανεδαφικός ουτοπιστής. Αυτός ο συντηρητικός επαναλαμβάνει διαρκώς σαν λιτανεία ότι η κεντρική κυβέρνηση πρέπει να περιορίζεται αυστηρά από ένα σύνταγμα. Ωστόσο, την ίδια στιγμή που καταγγέλλει τη διαφθορά του αρχικού Συντάγματος και τη διεύρυνση της ομοσπονδιακής εξουσίας από το 1789, δεν αντλεί το ορθό δίδαγμα από αυτόν τον εκφυλισμό. Η ιδέα ενός αυστηρά περιορισμένου συνταγματικού κράτους ήταν ένα ευγενές πείραμα που απέτυχε, ακόμη και υπό τις ευνοϊκότερες και καταλληλότερες συνθήκες. Αν απέτυχε τότε, γιατί να έχει καλύτερη τύχη ένα παρόμοιο πείραμα σήμερα; Όχι· ο συντηρητικός οπαδός του laissez-faire, ο άνθρωπος που παραδίδει όλα τα όπλα και όλη την εξουσία λήψης αποφάσεων στην κεντρική κυβέρνηση και κατόπιν της λέει «περιορίσου», είναι ο πραγματικά ανεδαφικός ουτοπιστής.
The libertarian is also eminently realistic because he alone understands fully the nature of the State and its thrust for power. In contrast, it is the seemingly far more realistic conservative believer in “limited government” who is the truly impractical utopian. This conservative keeps repeating the litany that the central government should be severely limited by a constitution. Yet, at the same time that he rails against the corruption of the original Constitution and the widening of federal power since 1789, the conservative fails to draw the proper lesson from that degeneration. The idea of a strictly limited constitutional State was a noble experiment that failed, even under the most favorable and propitious circumstances. If it failed then, why should a similar experiment fare any better now? No, it is the conservative laissez-fairist, the man who puts all the guns and all the decision-making power into the hands of the central government and then says, “Limit yourself”; it is he who is truly the impractical utopian.
Υπάρχει και μια άλλη βαθιά έννοια με την οποία οι λιμπερταριανοί απορρίπτουν την ευρύτερη ουτοπικότητα της Αριστεράς. Οι αριστεροί ουτοπιστές προϋποθέτουν πάντοτε μια δραστική αλλαγή στην ανθρώπινη φύση· για την Αριστερά, ο άνθρωπος δεν έχει φύση. Το άτομο υποτίθεται ότι μπορεί να διαπλάθεται απεριόριστα από τους θεσμούς του και, επομένως, το κομμουνιστικό ιδεώδες —ή το μεταβατικό σοσιαλιστικό σύστημα— υποτίθεται ότι θα δημιουργήσει τον Νέο Κομμουνιστικό Άνθρωπο. Ο λιμπερταριανός πιστεύει ότι, σε τελευταία ανάλυση, κάθε άτομο διαθέτει ελεύθερη βούληση και διαμορφώνει τον εαυτό του· είναι επομένως ανοησία να εναποθέτει κανείς τις ελπίδες του σε μια ομοιόμορφη και δραστική αλλαγή των ανθρώπων που θα επιφέρει η σχεδιαζόμενη Νέα Τάξη. Ο λιμπερταριανός θα ήθελε να δει ηθική βελτίωση σε όλους, μολονότι οι ηθικοί του στόχοι ελάχιστα συμπίπτουν με εκείνους των σοσιαλιστών. Θα χαιρόταν αφάνταστα, για παράδειγμα, αν εξαφανιζόταν από προσώπου γης κάθε επιθυμία επίθεσης ενός ανθρώπου εναντίον άλλου. Είναι όμως υπερβολικά ρεαλιστής για να στηρίζει την εμπιστοσύνη του σε τέτοιου είδους αλλαγή. Αντιθέτως, το λιμπερταριανό σύστημα θα είναι συγχρόνως πολύ πιο ηθικό και θα λειτουργεί πολύ καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο, με δεδομένες οποιεσδήποτε υφιστάμενες ανθρώπινες αξίες και στάσεις. Όσο περισσότερο εξαφανίζεται η επιθυμία επίθεσης, φυσικά, τόσο καλύτερα θα λειτουργεί κάθε κοινωνικό σύστημα, συμπεριλαμβανομένου του λιμπερταριανού· τόσο μικρότερη θα είναι, για παράδειγμα, η ανάγκη προσφυγής στην αστυνομία ή στα δικαστήρια. Το λιμπερταριανό σύστημα όμως δεν βασίζεται σε καμία τέτοια αλλαγή.
There is another deep sense in which libertarians scorn the broader utopianism of the left. The left utopians invariably postulate a drastic change in the nature of man; to the left, man has no nature. The individual is supposed to be infinitely malleable by his institutions, and so the communist ideal (or the transitional socialist system) is supposed to bring about the New Communist Man. The libertarian believes that, in the ultimate analysis, every individual has free will and moulds himself; it is therefore folly to put one’s hope in a uniform and drastic change in people brought about by the projected New Order. The libertarian would like to see a moral improvement in everyone, although his moral goals scarcely coincide with those of the socialists. He would, for example, be overjoyed to see all desire for aggression by one man against another disappear from the face of the earth. But he is far too much of a realist to put his trust in this sort of change. Instead, the libertarian system is one that will at once be far more moral and work much better than any other, given any existing human values and attitudes. The more the desire for aggression disappears, of course, the better any social system will work, including the libertarian; the less need will there be, for example, for any resort to police or to the courts. But the libertarian system places no reliance on any such change.
Αν, λοιπόν, ο λιμπερταριανός πρέπει να υποστηρίζει την άμεση επίτευξη της ελευθερίας και την κατάργηση του κρατισμού, και αν η σταδιακότητα στη θεωρία αντιφάσκει προς αυτόν τον υπέρτατο σκοπό, ποια περαιτέρω στρατηγική στάση μπορεί να υιοθετήσει στον σημερινό κόσμο; Πρέπει αναγκαστικά να περιοριστεί στην υποστήριξη της άμεσης κατάργησης; Είναι τα «μεταβατικά αιτήματα», τα πρακτικά βήματα προς την ελευθερία, αναγκαστικά αθέμιτα; Όχι, διότι αυτό θα σήμαινε πτώση στην άλλη αυτοϋπονομευτική στρατηγική παγίδα, τον «αριστερό σεχταρισμό». Διότι, ενώ οι λιμπερταριανοί υπήρξαν πολύ συχνά οπορτουνιστές που χάνουν από το οπτικό τους πεδίο ή υπονομεύουν τον τελικό τους στόχο, ορισμένοι έσφαλαν προς την αντίθετη κατεύθυνση: φοβούνται και καταδικάζουν κάθε πρόοδο προς το ιδεώδες ως αναγκαία προδοσία του ίδιου του στόχου. Η τραγωδία είναι ότι αυτοί οι σεχταριστές, καταδικάζοντας κάθε πρόοδο που υπολείπεται του στόχου, συμβάλλουν στο να καταστεί μάταιος και ανώφελος ο ίδιος ο προσφιλής τους στόχος. Διότι, όσο κι αν όλοι θα χαιρόμασταν αφάνταστα να φτάσουμε στην πλήρη ελευθερία με ένα μόνο άλμα, οι ρεαλιστικές προοπτικές ενός τόσο μεγάλου άλματος είναι περιορισμένες. Αν η κοινωνική αλλαγή δεν είναι πάντοτε μικροσκοπική και σταδιακή, ούτε συντελείται συνήθως με ένα μόνο άλμα. Απορρίπτοντας κάθε μεταβατική προσέγγιση προς τον στόχο, λοιπόν, αυτοί οι σεχταριστές λιμπερταριανοί καθιστούν αδύνατη την επίτευξη του ίδιου του στόχου. Έτσι, οι σεχταριστές μπορούν τελικά να καταστούν εξίσου πλήρως διαλυτικοί του ανόθευτου στόχου όσο και οι ίδιοι οι οπορτουνιστές.
If, then, the libertarian must advocate the immediate attainment of liberty and abolition of statism, and if gradualism in theory is contradictory to this overriding end, what further strategic stance may a libertarian take in today’s world? Must he necessarily confine himself to advocating immediate abolition? Are “transitional demands,” steps toward liberty in practice, necessarily illegitimate? No, for this would fall into the other self-defeating strategic trap of “left-wing sectarianism.” For while libertarians have too often been opportunists who lose sight of or under-cut their ultimate goal, some have erred in the opposite direction: fearing and condemning any advances toward the idea as necessarily selling out the goal itself. The tragedy is that these sectarians, in condemning all advances that fall short of the goal, serve to render vain and futile the cherished goal itself. For much as all of us would be overjoyed to arrive at total liberty at a single bound, the realistic prospects for such a mighty leap are limited. If social change is not always tiny and gradual, neither does it usually occur in a single leap. In rejecting any transitional approaches to the goal, then, these sectarian libertarians make it impossible for the goal itself ever to be reached. Thus, the sectarians can eventually be as fully “liquidationist” of the pure goal as the opportunists themselves.
Μερικές φορές, παραδόξως, το ίδιο άτομο μετακινείται από το ένα από αυτά τα αντίθετα σφάλματα στο άλλο, περιφρονώντας σε κάθε περίπτωση την ορθή στρατηγική πορεία. Έτσι, απελπισμένος ύστερα από χρόνια μάταιης επανάληψης της καθαρότητάς του χωρίς καμία πρόοδο στον πραγματικό κόσμο, ο αριστερός σεχταριστής μπορεί να ορμήσει στα μεθυστικά αδιέξοδα του δεξιού οπορτουνισμού, επιδιώκοντας κάποια βραχυπρόθεσμη πρόοδο ακόμη και εις βάρος του τελικού του στόχου. Ή ο δεξιός οπορτουνιστής, αηδιασμένος από τον συμβιβασμό της διανοητικής ακεραιότητας και των τελικών στόχων του ίδιου ή των συναδέλφων του, μπορεί να καταφύγει στον αριστερό σεχταρισμό και να καταγγείλει κάθε καθορισμό στρατηγικών προτεραιοτήτων προς αυτούς τους στόχους. Με αυτόν τον τρόπο, οι δύο αντίθετες παρεκκλίσεις τροφοδοτούν και ενισχύουν η μία την άλλη και είναι και οι δύο καταστροφικές για το κύριο έργο της αποτελεσματικής επίτευξης του λιμπερταριανού στόχου.
Sometimes, curiously enough, the same individual will undergo alterations from one of these opposing errors to the other, in each case scorning the proper strategic path. Thus, despairing after years of futile reiteration of his purity while making no advances in the real world, the left sectarian may leap into the heady thickets of right opportunism, in the quest for some short-run advance, even at the cost of his ultimate goal. Or the right opportunist, growing disgusted at his own or his colleagues’ compromise of their intellectual integrity and their ultimate goals, may leap into left sectarianism and decry any setting of strategic priorities toward those goals. In this way, the two opposing deviations feed on and reinforce each other, and are both destructive of the major task of effectively reaching the libertarian goal.
Πώς, λοιπόν, μπορούμε να γνωρίζουμε αν ένα επιμέρους μέτρο ή μεταβατικό αίτημα πρέπει να χαιρετιστεί ως βήμα προόδου ή να καταδικαστεί ως οπορτουνιστική προδοσία; Υπάρχουν δύο κριτήρια ζωτικής σημασίας για την απάντηση σε αυτό το κρίσιμο ερώτημα: (1) όποια κι αν είναι τα μεταβατικά αιτήματα, ο τελικός σκοπός της ελευθερίας πρέπει να προβάλλεται πάντοτε ως ο επιθυμητός στόχος· και (2) κανένα βήμα ή μέσο δεν πρέπει ποτέ, ρητά ή σιωπηρά, να αντιφάσκει προς τον τελικό στόχο. Ένα βραχυπρόθεσμο αίτημα μπορεί να μη φτάνει όσο μακριά θα θέλαμε, αλλά πρέπει πάντοτε να συμφωνεί με τον τελικό σκοπό· διαφορετικά, ο βραχυπρόθεσμος στόχος θα λειτουργεί εναντίον του μακροπρόθεσμου σκοπού και θα έχουμε οδηγηθεί στην οπορτουνιστική εγκατάλειψη της λιμπερταριανής αρχής.
How, then, can we know whether any halfway measure or transitional demand should be hailed as a step forward or condemned as an opportunistic betrayal? There are two vitally important criteria for answering this crucial question: (1) that, whatever the transitional demands, the ultimate end of liberty be always held aloft as the desired goal; and (2) that no steps or means ever explicitly or implicitly contradict the ultimate goal. A short-run demand may not go as far as we would like, but it should always be consistent with the final end; if not, the short-run goal will work against the long-run purpose, and opportunistic liquidation of libertarian principle will have arrived.
Ένα παράδειγμα τέτοιας αντιπαραγωγικής και οπορτουνιστικής στρατηγικής μπορεί να αντληθεί από το φορολογικό σύστημα. Ο λιμπερταριανός προσβλέπει στην τελική κατάργηση των φόρων. Είναι απολύτως θεμιτό να επιδιώκει, ως στρατηγικό μέτρο προς αυτή την επιθυμητή κατεύθυνση, τη δραστική μείωση ή την κατάργηση του φόρου εισοδήματος. Ο λιμπερταριανός όμως δεν πρέπει ποτέ να υποστηρίζει οποιονδήποτε νέο φόρο ή φορολογική αύξηση. Για παράδειγμα, δεν πρέπει, ενώ υποστηρίζει μεγάλη περικοπή των φόρων εισοδήματος, να ζητά συγχρόνως την αντικατάστασή τους από φόρο πωλήσεων ή άλλη μορφή φόρου. Η μείωση ή, ακόμη καλύτερα, η κατάργηση ενός φόρου αποτελεί πάντοτε μείωση της κρατικής εξουσίας συμβατή με τις αρχές και σημαντικό βήμα προς την ελευθερία· η αντικατάστασή του όμως από νέο ή αυξημένο φόρο αλλού κάνει ακριβώς το αντίθετο, διότι σημαίνει νέα και πρόσθετη επιβολή του κράτους σε κάποιο άλλο μέτωπο. Η επιβολή νέου ή υψηλότερου φόρου αντιφάσκει ευθέως προς τον ίδιο τον λιμπερταριανό στόχο και τον υπονομεύει.
An example of such counterproductive and opportunistic strategy may be taken from the tax system. The libertarian looks forward to eventual abolition of taxes. It is perfectly legitimate for him, as a strategic measure in that desired direction, to push for a drastic reduction or repeal of the income tax. But the libertarian must never support any new tax or tax increase. For example, he must not, while advocating a large cut in income taxes, also call for its replacement by a sales or other form of tax. The reduction or, better, the abolition of a tax is always a noncontradictory reduction of State power and a significant step toward liberty; but its replacement by a new or increased tax elsewhere does just the opposite, for it signifies a new and additional imposition of the State on some other front. The imposition of a new or higher tax flatly contradicts and undercuts the libertarian goal itself.
Ομοίως, σε αυτή την εποχή μόνιμων ομοσπονδιακών ελλειμμάτων, αντιμετωπίζουμε συχνά το πρακτικό πρόβλημα: πρέπει να συμφωνούμε με μια μείωση φόρων, ακόμη κι αν μπορεί κάλλιστα να οδηγήσει σε αύξηση του κυβερνητικού ελλείμματος; Οι συντηρητικοί, οι οποίοι από τη δική τους ιδιαίτερη οπτική προτιμούν την ισοσκέλιση του προϋπολογισμού από τη μείωση των φόρων, αντιτίθενται απαρέγκλιτα σε κάθε μείωση φόρων που δεν συνοδεύεται άμεσα και αυστηρά από ισόποση ή μεγαλύτερη περικοπή των κυβερνητικών δαπανών. Εφόσον όμως η φορολογία αποτελεί αθέμιτη επιθετική πράξη, κάθε άρνηση να υποδεχθούμε με προθυμία μια μείωση φόρων —οποιαδήποτε μείωση φόρων— υπονομεύει τον λιμπερταριανό στόχο και αντιφάσκει προς αυτόν. Η κατάλληλη στιγμή για την εναντίωση στις κυβερνητικές δαπάνες είναι όταν ο προϋπολογισμός εξετάζεται ή τίθεται σε ψηφοφορία· τότε ο λιμπερταριανός πρέπει να ζητά και δραστικές περικοπές δαπανών. Εν ολίγοις, η κυβερνητική δραστηριότητα πρέπει να μειώνεται όποτε αυτό είναι δυνατόν· κάθε αντίθεση σε μια συγκεκριμένη περικοπή φόρων ή δαπανών είναι ανεπίτρεπτη, διότι αντιφάσκει προς τις λιμπερταριανές αρχές και τον λιμπερταριανό στόχο.
Similarly, in this age of permanent federal deficits, we are often faced with the practical problem: Should we agree to a tax cut, even though it may well result in an increased government deficit? Conservatives, who from their particular perspective prefer budget balancing to tax reduction, invariably oppose any tax cut which is not immediately and strictly accompanied by an equivalent or greater cut in government expenditures. But since taxation is an illegitimate act of aggression, any failure to welcome a tax cut—any tax cut—with alacrity undercuts and contradicts the libertarian goal. The time to oppose government expenditures is when the budget is being considered or voted upon; then the libertarian should call for drastic slashes in expenditures as well. In short, government activity must be reduced whenever it can: any opposition to a particular cut in taxes or expenditures is impermissible, for it contradicts libertarian principles and the libertarian goal.
Ένας ιδιαίτερα επικίνδυνος πειρασμός οπορτουνισμού είναι η τάση ορισμένων λιμπερταριανών, ιδίως μέσα στο Λιμπερταριανό Κόμμα, να εμφανίζονται «υπεύθυνοι» και «ρεαλιστές», προτείνοντας κάποιο είδος «τετραετούς σχεδίου» αποκρατικοποίησης. Το σημαντικό σημείο εδώ δεν είναι ο αριθμός των ετών του σχεδίου, αλλά η ιδέα της κατάρτισης οποιουδήποτε ολοκληρωμένου και σχεδιασμένου προγράμματος μετάβασης προς τον στόχο της πλήρους ελευθερίας. Για παράδειγμα: κατά το πρώτο έτος πρέπει να καταργηθεί ο νόμος Α, να τροποποιηθεί ο νόμος Β, να μειωθεί ο φόρος Γ κατά 10% κ.λπ.· κατά το δεύτερο έτος πρέπει να καταργηθεί ο νόμος Δ, να μειωθεί ο φόρος Γ κατά επιπλέον 10% κ.λπ. Το σοβαρό πρόβλημα ενός τέτοιου σχεδίου, η έντονη αντίφασή του προς τη λιμπερταριανή αρχή, είναι ότι υπονοεί σαφώς, για παράδειγμα, πως ο νόμος Δ δεν πρέπει να καταργηθεί πριν από το δεύτερο έτος του προγράμματος. Θα είχαμε έτσι πέσει μαζικά στην παγίδα της σταδιακότητας ως θεωρητικής αρχής. Οι επίδοξοι λιμπερταριανοί σχεδιαστές θα είχαν περιέλθει στη θέση να φαίνονται αντίθετοι σε κάθε ταχύτερη πορεία προς την ελευθερία από εκείνη που προβλέπει το σχέδιό τους. Και πράγματι, δεν υπάρχει θεμιτός λόγος να προτιμάται η βραδύτερη από την ταχύτερη πορεία· ακριβώς το αντίθετο.
A particularly dangerous temptation for practicing opportunism is the tendency of some libertarians, especially in the Libertarian party, to appear “responsible” and “realistic” by coming up with some sort of “four-year plan” for destatization. The important point here is not the number of years in the plan, but the idea of setting forth any sort of comprehensive and planned program of transition to the goal of total liberty. For example: that in year 1, law A should be repealed, law B modified, tax C cut by 10 percent, etc.; in year 2, law D should be repealed, tax C cut by a further 10 percent, etc. The grave problem with such a plan, the severe contradiction with libertarian principle, is that it strongly implies, e.g., that law D should not be repealed until the second year of the planned program. Hence the trap of gradualism-in-theory would be fallen into on a massive scale. The would-be libertarian planners would have fallen into a position of seeming to oppose any faster pace toward liberty than is encompassed by their plan. And, indeed, there is no legitimate reason for a slower than a faster pace; quite the contrary.
Υπάρχει και ένα άλλο σοβαρό ελάττωμα στην ίδια την ιδέα ενός ολοκληρωμένου σχεδιασμένου προγράμματος προς την ελευθερία. Διότι η ίδια η προσεκτική και μελετημένη βηματοδότησή του, ο ίδιος ο καθολικός χαρακτήρας του, υπονοούν ότι το κράτος δεν είναι πραγματικά ο κοινός εχθρός της ανθρωπότητας, ότι είναι δυνατόν και επιθυμητό να χρησιμοποιηθεί το κράτος για να οργανώσει μια σχεδιασμένη και μετρημένη πορεία προς την ελευθερία. Η κατανόηση ότι το κράτος είναι ο κύριος εχθρός της ανθρωπότητας οδηγεί, αντιθέτως, σε πολύ διαφορετική στρατηγική αντίληψη: ότι οι λιμπερταριανοί πρέπει να επιδιώκουν και να αποδέχονται πρόθυμα κάθε μείωση της κρατικής εξουσίας ή δραστηριότητας σε οποιοδήποτε μέτωπο. Κάθε τέτοια μείωση, οποτεδήποτε, πρέπει να είναι ευπρόσδεκτη ως μείωση του εγκλήματος και της επίθεσης. Επομένως, μέλημα του λιμπερταριανού δεν πρέπει να είναι να χρησιμοποιήσει το κράτος για να δρομολογήσει μια μετρημένη πορεία αποκρατικοποίησης, αλλά μάλλον να πλήττει κάθε εκδήλωση κρατισμού όποτε και όπου μπορεί.
There is another grave flaw in the very idea of a comprehensive planned program toward liberty. For the very care and studied pace, the very all-embracing nature of the program, implies that the State is not really the common enemy of mankind, that it is possible and desirable to use the State for engineering a planned and measured pace toward liberty. The insight that the State is the major enemy of mankind, on the other hand, leads to a very different strategic outlook: namely, that libertarians should push for and accept with alacrity any reduction of State power or activity on any front. Any such reduction at any time should be a welcome decrease of crime and aggression. Therefore, the libertarian’s concern should not be to use the State to embark on a measured course of destatization, but rather to hack away at any and all manifestations of statism whenever and wherever he or she can.
Σύμφωνα με αυτή την ανάλυση, η Εθνική Επιτροπή του Λιμπερταριανού Κόμματος υιοθέτησε τον Οκτώβριο του 1977 μια διακήρυξη στρατηγικής που περιλάμβανε τα ακόλουθα:
In keeping with this analysis, the National Committee of the Libertarian party in October 1977 adopted a declaration of strategy which included the following:
Πρέπει να κρατάμε ψηλά τη σημαία της ανόθευτης αρχής και να μη συμβιβάζουμε ποτέ τον στόχο μας… Η ηθική επιταγή της λιμπερταριανής αρχής απαιτεί να μη συνεχιστούν άλλο η τυραννία, η αδικία, η απουσία πλήρους ελευθερίας και η παραβίαση δικαιωμάτων.
Κάθε ενδιάμεσο αίτημα πρέπει να αντιμετωπίζεται, όπως στο πρόγραμμα του Λιμπερταριανού Κόμματος, ως προσωρινό μέχρι την επίτευξη του ανόθευτου στόχου και ως υποδεέστερό του. Επομένως, κάθε τέτοιο αίτημα πρέπει να παρουσιάζεται ως πορεία προς τον τελικό μας στόχο, όχι ως αυτοσκοπός.
Το να κρατάμε ψηλά τις αρχές μας σημαίνει να αποφεύγουμε εντελώς τον βάλτο της αυτοεπιβαλλόμενης, υποχρεωτικής σταδιακότητας: πρέπει να αποφεύγουμε την άποψη ότι, στο όνομα της δικαιοσύνης, του μετριασμού της οδύνης ή της εκπλήρωσης προσδοκιών, πρέπει να χρονοτριβούμε και να καθυστερούμε στον δρόμο προς την ελευθερία. Η επίτευξη της ελευθερίας πρέπει να είναι ο υπέρτατος στόχος μας.
Δεν πρέπει να δεσμευόμαστε σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη σειρά αποκρατικοποίησης, διότι αυτό θα ερμηνευόταν ως αποδοχή της συνέχισης του κρατισμού και της παραβίασης δικαιωμάτων. Εφόσον δεν πρέπει ποτέ να βρισκόμαστε στη θέση να υποστηρίζουμε τη συνέχιση της τυραννίας, πρέπει να αποδεχόμαστε κάθε μέτρο αποκρατικοποίησης όπου και όποτε μπορούμε.
We must hold high the banner of pure principle, and never compromise our goal.... The moral imperative of libertarian principle demands that tyranny, injustice, the absence of full liberty, and violation of rights continue no longer.
Any intermediate demand must be treated, as it is in the Libertarian Party platform, as pending achievement of the pure goal and inferior to it. Therefore, any such demand should be presented as leading toward our ultimate goal, not as an end in itself.
Holding high our principles means avoiding completely the quagmire of self-imposed, obligatory gradualism: We must avoid the view that, in the name of fairness, abating suffering, or fulfilling expectations, we must temporize and stall on the road to liberty. Achieving liberty must be our overriding goal.
We must not commit ourselves to any particular order of destatization, for that would be construed as our endorsing the continuation of statism and the violation of rights. Since we must never be in the position of advocating the continuation of tyranny, we should accept any and all destatization measures wherever and whenever we can.
Έτσι, ο λιμπερταριανός δεν πρέπει ποτέ να επιτρέπει να παγιδεύεται σε οποιουδήποτε είδους πρόταση «θετικής» κυβερνητικής δράσης· από τη δική του οπτική, ο ρόλος της κυβέρνησης πρέπει να είναι μόνο η αποχώρησή της από όλες τις σφαίρες της κοινωνίας, όσο ταχύτερα μπορεί να πιεστεί να το κάνει.
Thus, the libertarian must never allow himself to be trapped into any sort of proposal for “positive” governmental action; in his perspective, the role of government should only be to remove itself from all spheres of society just as rapidly as it can be pressured to do so.
Ούτε πρέπει να υπάρχουν αντιφάσεις στη ρητορική. Ο λιμπερταριανός δεν πρέπει να επιδίδεται σε οποιαδήποτε ρητορική, πόσο μάλλον σε προτάσεις πολιτικής, που θα λειτουργούσε εναντίον του τελικού στόχου. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι ένας λιμπερταριανός καλείται να εκθέσει τις απόψεις του για μια συγκεκριμένη μείωση φόρου. Ακόμη κι αν δεν αισθάνεται ότι μπορεί εκείνη τη στιγμή να ζητήσει μεγαλόφωνα την κατάργηση της φορολογίας, το μόνο που δεν πρέπει να κάνει είναι να συνοδεύσει την υποστήριξή του στη μείωση του φόρου με διατυπώσεις αντίθετες προς τις αρχές του, όπως: «Εντάξει, φυσικά κάποια φορολογία είναι απαραίτητη…» κ.λπ. Ρητορικά στολίδια που συγχέουν το κοινό και αντιφάσκουν προς τις αρχές, παραβιάζοντάς τες, μπορούν μόνο να βλάψουν τον τελικό στόχο.
Neither should there be any contradictions in rhetoric. The libertarian should not indulge in any rhetoric, let alone any policy recommendations, which would work against the eventual goal. Thus, suppose that a libertarian is asked to give his views on a specific tax cut. Even if he does not feel that he can at the moment call loudly for tax abolition, the one thing that he must not do is add to his support of a tax cut such unprincipled rhetoric as, “Well, of course, some taxation is essential,” etc. Only harm to the ultimate objective can be achieved by rhetorical flourishes which confuse the public and contradict and violate principle.
Όλοι οι λιμπερταριανοί, οποιασδήποτε τάσης ή απόχρωσης, δίνουν μεγάλη έμφαση στη διαφώτιση, στην προσπάθεια να πείσουν ολοένα περισσότερους ανθρώπους να γίνουν λιμπερταριανοί και, ευελπιστούν, ιδιαίτερα αφοσιωμένοι. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι η μεγάλη πλειονότητα των λιμπερταριανών έχει μια πολύ απλουστευτική αντίληψη για τον ρόλο και την έκταση αυτής της διαφώτισης. Εν ολίγοις, δεν επιχειρούν καν να απαντήσουν στο ερώτημα: μετά τη διαφώτιση, τι; Τι ακολουθεί; Τι συμβαίνει αφού πειστεί ένας ορισμένος αριθμός ανθρώπων; Και πόσοι πρέπει να πειστούν για να προχωρήσουμε στο επόμενο στάδιο; Όλοι; Η πλειονότητα; Πολλοί;
All libertarians, of whatever faction or persuasion, lay great stress on education, on convincing an ever-larger number of people to become libertarians, and hopefully, highly dedicated ones. The problem, however, is that the great bulk of libertarians hold a very simplistic view of the role and scope of such education. They do not, in short, even attempt to answer the question: After education, what? What then? What happens after X number of people are convinced? And how many need to be convinced to press on to the next stage? Everyone? A majority? Many people?
Η άρρητη αντίληψη πολλών λιμπερταριανών είναι ότι χρειάζεται μόνο διαφώτιση, επειδή όλοι είναι εξίσου πιθανοί υποψήφιοι να πειστούν. Όλοι μπορούν να μεταστραφούν. Μολονότι λογικά αυτό είναι φυσικά αληθές, κοινωνιολογικά αποτελεί πράγματι αδύναμη στρατηγική. Οι λιμπερταριανοί, περισσότερο από όλους, θα έπρεπε να αναγνωρίζουν ότι το κράτος είναι παρασιτικός εχθρός της κοινωνίας και ότι δημιουργεί μια ελίτ κυβερνώντων που κυριαρχεί πάνω στους υπόλοιπους και αποσπά το εισόδημά της διά του καταναγκασμού. Το να πειστούν οι άρχουσες ομάδες για τη δική τους αδικία, μολονότι λογικά δυνατό —και ίσως ακόμη και εφικτό σε μία ή δύο περιπτώσεις—, είναι σχεδόν αδύνατο στην πράξη. Πόσες πιθανότητες υπάρχουν, για παράδειγμα, να πειστούν τα διευθυντικά στελέχη της General Dynamics ή της Lockheed ότι δεν πρέπει να αποδέχονται την κυβερνητική γενναιοδωρία; Πόσο πιθανό είναι ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών να διαβάσει αυτό το βιβλίο ή οποιοδήποτε άλλο λιμπερταριανό κείμενο και κατόπιν να αναφωνήσει: «Έχουν δίκιο. Εγώ έσφαλλα. Παραιτούμαι»; Είναι σαφές ότι οι πιθανότητες να πειστούν όσοι ευημερούν μέσω της κρατικής εκμετάλλευσης είναι, το λιγότερο, αμελητέες. Η ελπίδα μας είναι να πείσουμε τη μάζα των ανθρώπων που πέφτουν θύματα της κρατικής εξουσίας, όχι όσους ωφελούνται από αυτήν.
The implicit view of many libertarians is that only education is needed because everyone is an equally likely prospect for conversion. Everyone can be converted. While logically, of course, this is true, sociologically this is a feeble strategy indeed. Libertarians, of all people, should recognize that the State is a parasitic enemy of society, and that the State creates an elite of rulers who dominate the rest of us and extract their income by coercion. Convincing the ruling groups of their own iniquity, while logically possible (and perhaps even feasible in one or two instances), is almost impossible in practice. How much chance is there, for example, of convincing the executives of General Dynamics or of Lockheed that they should not take government largesse? How much likelihood is there that the President of the United States will read this book, or any other piece of libertarian literature, and then exclaim: “They’re right. I’ve been wrong. I resign.”? Clearly the chances of converting those who are waxing fat by means of State exploitation are negligible, to say the least. Our hope is to convert the mass of the people who are being victimized by State power, not those who are gaining by it.
Λέγοντάς το όμως αυτό, λέμε επίσης ότι πέρα από το πρόβλημα της διαφώτισης βρίσκεται το πρόβλημα της εξουσίας. Αφού πειστεί ένας σημαντικός αριθμός ανθρώπων, θα υπάρχει το πρόσθετο έργο της εξεύρεσης τρόπων και μέσων απομάκρυνσης της κρατικής εξουσίας από την κοινωνία μας. Εφόσον το κράτος δεν θα μεταπειστεί ώστε να εγκαταλείψει με χάρη την εξουσία, θα χρειαστεί να χρησιμοποιηθούν άλλα μέσα πέρα από τη διαφώτιση, μέσα πίεσης. Το ποια συγκεκριμένα μέσα ή ποιος συνδυασμός μέσων —είτε η ψήφος είτε εναλλακτικοί θεσμοί ανεπηρέαστοι από το κράτος είτε η μαζική άρνηση συνεργασίας με αυτό— εξαρτάται από τις συνθήκες της εποχής και από το τι θα αποδειχθεί αποτελεσματικό ή αναποτελεσματικό. Σε αντίθεση με τα ζητήματα θεωρίας και αρχών, οι συγκεκριμένες τακτικές που θα χρησιμοποιηθούν —εφόσον συμφωνούν με τις αρχές και με τον τελικό στόχο μιας αμιγώς ελεύθερης κοινωνίας— είναι ζήτημα πρακτικής σκοπιμότητας, κρίσης και της μη ακριβούς «τέχνης» εκείνου που χαράσσει την τακτική.
But when we say this, we are also saying that beyond the problem of education lies the problem of power. After a substantial number of people have been converted, there will be the additional task of finding ways and means to remove State power from our society. Since the State will not gracefully convert itself out of power, other means than education, means of pressure, will have to be used. What particular means or what combination of means—whether by voting, alternative institutions untouched by the State or massive failure to cooperate with the State—depends on the conditions of the time and what will be found to work or not to work. In contrast to matters of theory and principle, the particular tactics to be used—so long as they are consistent with the principles and ultimate goal of a purely free society—are a matter of pragmatism, judgment, and the inexact “art” of the tactician.
Η διαφώτιση, όμως, αποτελεί το τρέχον στρατηγικό πρόβλημα για το προβλέψιμο και αόριστο μέλλον. Ένα σημαντικό στρατηγικό ερώτημα είναι: ποιους; Αν δεν μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα πείσουμε σημαντικό αριθμό από τους κυβερνώντες μας, ποιοι είναι οι πιθανότεροι υποψήφιοι να προσχωρήσουν; Ποιες κοινωνικές, επαγγελματικές, οικονομικές ή εθνοτικές ομάδες;
But education is the current strategic problem for the foreseeable and indefinite future. An important strategic question is who: If we cannot hope to convert our rulers in substantial numbers, who are the most likely prospects for conversion? which social, occupational, economic, or ethnic classes?
Οι συντηρητικοί έχουν συχνά εναποθέσει τις κύριες ελπίδες τους στους μεγάλους επιχειρηματίες. Αυτή η αντίληψη για τις μεγάλες επιχειρήσεις εκφράστηκε με τη μεγαλύτερη σαφήνεια στη ρήση της Ayn Rand ότι «οι μεγάλες επιχειρήσεις είναι η πιο διωκόμενη μειονότητα της Αμερικής». Διωκόμενη; Με λίγες έντιμες εξαιρέσεις, οι μεγάλες επιχειρήσεις σπρώχνονται ανυπόμονα για να πάρουν θέση στον δημόσιο κορβανά. Αισθάνονται άραγε διωκόμενοι η Lockheed, η General Dynamics, η AT&T ή ο Nelson Rockefeller;
Conservatives have often placed their central hopes in big businessmen. This view of big business was most starkly expressed in Ayn Rand’s dictum that “Big Business is America’s most persecuted minority.” Persecuted? With a few honorable exceptions, big business jostles one another eagerly to line up at the public trough. Does Lockheed, or General Dynamics, or AT&T, or Nelson Rockefeller feel persecuted?
Η υποστήριξη των μεγάλων επιχειρήσεων προς το κορπορατιστικό κράτος πρόνοιας και πολέμου είναι τόσο κραυγαλέα και εκτεταμένη, σε όλα τα επίπεδα από το τοπικό έως το ομοσπονδιακό, ώστε ακόμη και πολλοί συντηρητικοί αναγκάστηκαν να την αναγνωρίσουν, τουλάχιστον σε κάποιον βαθμό. Πώς εξηγείται, λοιπόν, μια τόσο ένθερμη υποστήριξη από την «πιο διωκόμενη μειονότητα της Αμερικής»; Η μόνη διέξοδος για τους συντηρητικούς είναι να υποθέσουν είτε (α) ότι αυτοί οι επιχειρηματίες είναι ανόητοι και δεν κατανοούν τα δικά τους οικονομικά συμφέροντα είτε (β) ότι έχουν υποστεί πλύση εγκεφάλου από αριστεροπροοδευτικούς διανοουμένους, οι οποίοι έχουν δηλητηριάσει τις ψυχές τους με ενοχή και παραπλανημένο αλτρουισμό — ή και τα δύο. Καμία από αυτές τις εξηγήσεις, όμως, δεν ευσταθεί, όπως αρκεί να δείξει μια ματιά στην AT&T ή στη Lockheed. Οι μεγάλοι επιχειρηματίες τείνουν να θαυμάζουν τον κρατισμό, να είναι «κορπορατιστές προοδευτικοί», όχι επειδή οι ψυχές τους έχουν δηλητηριαστεί από διανοουμένους, αλλά επειδή έτσι έχουν βρει κάτι που τους ωφελεί. Από την επιτάχυνση του κρατισμού στο γύρισμα του εικοστού αιώνα, οι μεγάλοι επιχειρηματίες χρησιμοποιούν τις τεράστιες δυνάμεις των κρατικών συμβάσεων, των επιδοτήσεων και της οργάνωσης σε καρτέλ για να εξασφαλίζουν προνόμια για τον εαυτό τους εις βάρος της υπόλοιπης κοινωνίας. Δεν είναι ιδιαίτερα παρατραβηγμένο να υποθέσουμε ότι ο Nelson Rockefeller καθοδηγείται πολύ περισσότερο από το ίδιο συμφέρον παρά από έναν συγκεχυμένο αλτρουισμό. Αναγνωρίζεται γενικά, ακόμη και από τους Αμερικανούς προοδευτικούς, για παράδειγμα, ότι το τεράστιο δίκτυο κρατικών ρυθμιστικών υπηρεσιών χρησιμοποιείται για να οργανώνει κάθε κλάδο σε καρτέλ προς όφελος των μεγάλων επιχειρήσεων και εις βάρος του κοινού. Για να διασώσουν όμως την κοσμοθεωρία τους περί New Deal, οι προοδευτικοί πρέπει να παρηγορούνται με τη σκέψη ότι αυτές οι υπηρεσίες και παρόμοιες «μεταρρυθμίσεις», που θεσπίστηκαν κατά την Προοδευτική Εποχή ή τις περιόδους Wilson και Roosevelt, ξεκίνησαν καλή τη πίστει, με μεγαλόπνοο στόχο το «κοινό καλό». Η ιδέα και η προέλευση των υπηρεσιών και των άλλων προοδευτικών μεταρρυθμίσεων ήταν επομένως «καλές»· μόνο στην πράξη οι υπηρεσίες ολίσθησαν κάπως στην αμαρτία και στην υποταγή σε ιδιωτικά επιχειρηματικά συμφέροντα. Εκείνο όμως που κατέδειξαν οι Kolko, Weinstein, Domhoff και άλλοι αναθεωρητικοί ιστορικοί, καθαρά και διεξοδικά, είναι ότι αυτό αποτελεί στοιχείο της προοδευτικής μυθολογίας. Στην πραγματικότητα, όλες αυτές οι μεταρρυθμίσεις, τόσο σε εθνικό όσο και σε τοπικό επίπεδο, σχεδιάστηκαν, συντάχθηκαν και προωθήθηκαν μέσω πιέσεων από τις ίδιες αυτές προνομιούχες ομάδες. Το έργο αυτών των ιστορικών αποκαλύπτει αδιαμφισβήτητα ότι δεν υπήρξε Χρυσή Εποχή της Μεταρρύθμισης πριν εισχωρήσει η αμαρτία· η αμαρτία υπήρχε εξαρχής, από τη στιγμή της σύλληψης. Οι προοδευτικές μεταρρυθμίσεις της Προοδευτικής Εποχής, του New Deal και του κράτους πρόνοιας σχεδιάστηκαν για να δημιουργήσουν ακριβώς αυτό που πράγματι δημιούργησαν: έναν κόσμο συγκεντρωτικού κρατισμού, «σύμπραξης» κυβέρνησης και βιομηχανίας, έναν κόσμο που συντηρείται παραχωρώντας επιδοτήσεις και μονοπωλιακά προνόμια στις επιχειρήσεις και σε άλλες ευνοούμενες ομάδες.
Big business support for the Corporate Welfare-Warfare State is so blatant and so far-ranging, on all levels from the local to the federal, that even many conservatives have had to acknowledge it, at least to some extent. How then explain such fervent support from “America’s most persecuted minority?” The only way out for conservatives is to assume (a) that these businessmen are dumb, and don’t understand their own economic interests, and/or (b) that they have been brainwashed by left-liberal intellectuals, who have poisoned their souls with guilt and misguided altruism. Neither of these explanations will wash, however, as only a glance at AT&T or Lockheed will amply show. Big businessmen tend to be admirers of statism, to be “corporate liberals,” not because their souls have been poisoned by intellectuals, but because a good thing has thereby been coming their way. Ever since the acceleration of statism at the turn of the twentieth century, big businessmen have been using the great powers of State contracts, subsidies and cartelization to carve out privileges for themselves at the expense of the rest of the society. It is not too farfetched to assume that Nelson Rockefeller is guided far more by self-interest than he is by woolly-headed altruism. It is generally admitted even by liberals, for example, that the vast network of government regulatory agencies is being used to cartelize each industry on behalf of the large firms and at the expense of the public. But to salvage their New Deal world-view, liberals have to console themselves with the thought that these agencies and similar “reforms,” enacted during the Progressive, Wilson, or Rooseveltian periods, were launched in good faith, with the “public weal” grandly in view. The idea and genesis of the agencies and other liberal reforms were therefore “good”; it was only in practice that the agencies somehow slipped into sin and into subservience to private, corporate interests. But what Kolko, Weinstein, Domhoff and other revisionist historians have shown, clearly and thoroughly, is that this is a piece of liberal mythology. In reality, all of these reforms, on the national and local levels alike, were conceived, written, and lobbied for by these very privileged groups themselves. The work of these historians reveals conclusively that there was no Golden Age of Reform before sin crept in; sin was there from the beginning, from the moment of conception. The liberal reforms of the Progressive-New Deal-Welfare State were designed to create what they did in fact create: a world of centralized statism, of “partnership” between government and industry, a world which subsists in granting subsidies and monopoly privileges to business and other favored groups.
Η προσδοκία ότι οι Rockefeller ή η λεγεώνα των άλλων ευνοούμενων μεγαλοεπιχειρηματιών θα ασπαστούν μια λιμπερταριανή ή έστω μια θέση laissez-faire είναι μάταιη και κενή ελπίδα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να διαγράψουμε όλους τους μεγάλους επιχειρηματίες ή γενικά τους επιχειρηματίες. Σε αντίθεση με όσα υποστηρίζουν οι μαρξιστές, δεν συγκροτούν όλοι οι επιχειρηματίες, ούτε καν όλοι οι μεγάλοι επιχειρηματίες, μια ομοιογενή οικονομική τάξη με ταυτόσημα ταξικά συμφέροντα. Αντιθέτως, όταν το Συμβούλιο Πολιτικής Αεροναυτικής —CAB— παραχωρεί μονοπωλιακά προνόμια σε λίγες μεγάλες αεροπορικές εταιρείες ή όταν η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Επικοινωνιών —FCC— παραχωρεί μονοπώλιο στην AT&T, υπάρχουν πολυάριθμες άλλες επιχειρήσεις και επιχειρηματίες, μικροί και μεγάλοι, που ζημιώνονται και αποκλείονται από τα προνόμια. Η παραχώρηση μονοπωλίου επικοινωνιών στην AT&T από την FCC, για παράδειγμα, κράτησε για μεγάλο διάστημα τον σημερινό ταχύτατα αναπτυσσόμενο κλάδο επικοινωνίας δεδομένων στάσιμο στη νηπιακή του ηλικία· μόνο μια απόφαση της FCC που επέτρεψε τον ανταγωνισμό κατέστησε δυνατή την αλματώδη ανάπτυξή του. Το προνόμιο συνεπάγεται αποκλεισμό· θα υπάρχει επομένως πάντοτε πλήθος επιχειρήσεων και επιχειρηματιών, μεγάλων και μικρών, με ισχυρό οικονομικό συμφέρον στον τερματισμό του κρατικού ελέγχου του κλάδου τους. Υπάρχει συνεπώς πλήθος επιχειρηματιών, ιδίως εκείνων που βρίσκονται μακριά από το προνομιούχο «Κατεστημένο της Ανατολικής Ακτής», οι οποίοι είναι δυνητικά δεκτικοί στις ιδέες της ελεύθερης αγοράς και του λιμπερταριανισμού.
Expecting the Rockefellers or the legion of other favored big businessmen to convert to a libertarian or even a laissez-faire view is a vain and empty hope. But this is not to say that all big businessmen, or businessmen in general, must be written off. Contrary to the Marxists, not all businessmen, or even big businessmen, constitute a homogeneous economic class with identical class interests. On the contrary, when the CAB confers monopoly privileges on a few large airlines, or when the FCC confers a monopoly on AT&T, there are numerous other firms and businessmen, small and large, who are injured and excluded from the privileges. The conferring of a monopoly of communications on AT&T by the FCC, for example, for a long while kept the now rapidly growing data communications industry stagnating in infancy; it was only an FCC decision to allow competition that enabled the industry to grow by leaps and bounds. Privilege implies exclusion, so there will always be a host of businesses and businessmen, large and small, who will have a solid economic interest in ending State control over their industry. There are therefore a host of businessmen, especially those remote from the privileged “Eastern Establishment,” who are potentially receptive to free-market and libertarian ideas.
Ποιες ομάδες, λοιπόν, θα μπορούσαμε να αναμένουμε ότι θα είναι ιδιαίτερα δεκτικές στις λιμπερταριανές ιδέες; Πού βρίσκεται, όπως θα το έθεταν οι μαρξιστές, ο προτεινόμενος «φορέας κοινωνικής αλλαγής» μας; Αυτό είναι, φυσικά, σημαντικό στρατηγικό ερώτημα για τους λιμπερταριανούς, επειδή μας υποδεικνύει πού να κατευθύνουμε τις προσπάθειες διαφώτισής μας.
Which groups, then, could we expect to be particularly receptive to libertarian ideas? Where, as the Marxists would put it, is our proposed “agency for social change”? This, of course, is an important strategic question for libertarians, since it gives us leads on where to direct our educational energies.
Η πανεπιστημιακή νεολαία είναι μία ομάδα που έχει διακριθεί στο ανερχόμενο λιμπερταριανό κίνημα. Αυτό δεν προκαλεί έκπληξη: τα πανεπιστημιακά χρόνια είναι η περίοδος κατά την οποία οι άνθρωποι είναι περισσότερο ανοιχτοί στον στοχασμό και στην εξέταση βασικών ζητημάτων της κοινωνίας μας. Ως νέοι ερωτευμένοι με τη συνέπεια και την άφτιαχτη αλήθεια, ως φοιτητές εξοικειωμένοι με τον κόσμο της επιστημονικής μελέτης και των αφηρημένων ιδεών, και ακόμη απαλλαγμένοι από τις μέριμνες και τη συχνά στενότερη οπτική της επαγγελματικής ζωής των ενηλίκων, αυτοί οι νέοι αποτελούν γόνιμο έδαφος προσχώρησης στον λιμπερταριανισμό. Μπορούμε να αναμένουμε πολύ μεγαλύτερη ανάπτυξή του στα πανεπιστήμια της χώρας στο μέλλον, μια ανάπτυξη που ήδη συνοδεύεται από την προσχώρηση αυξανόμενου αριθμού νέων μελετητών, καθηγητών και μεταπτυχιακών φοιτητών.
Campus youth is one group that has been prominent in the rising libertarian movement. This is not surprising: college is the time when people are most open to reflection and to considering basic questions of our society. As youth enamored of consistency and unvarnished truth, as collegians accustomed to a world of scholarship and abstract ideas, and not yet burdened with the care and the often narrower vision of adult employment, these youngsters provide a fertile field for libertarian conversion. We can expect far greater growth of libertarianism on the nation’s campuses in the future, a growth that is already being matched by the adherence of an expanding number of young scholars, professors, and graduate students.
Η νεολαία γενικά θα έπρεπε επίσης να έλκεται από τη λιμπερταριανή θέση σε ζητήματα που βρίσκονται συχνά πολύ κοντά στις ανησυχίες της: συγκεκριμένα, από το αίτημά μας για πλήρη κατάργηση της υποχρεωτικής στράτευσης, αποχώρηση από τον Ψυχρό Πόλεμο, ατομικές ελευθερίες για όλους και νομιμοποίηση των ναρκωτικών και των άλλων εγκλημάτων χωρίς θύματα.
Youth in general should also be attracted by the libertarian position on subjects that are often closest to their concerns: specifically, our call for complete abolition of the draft, withdrawal from the Cold War, civil liberties for everyone, and legalization of drugs and other victimless crimes.
Και τα μέσα ενημέρωσης αποδείχθηκαν πλούσια πηγή ευνοϊκού ενδιαφέροντος για το νέο λιμπερταριανό δόγμα. Όχι απλώς λόγω της δημοσιογραφικής ελκυστικότητάς του, αλλά επειδή η συνέπεια του λιμπερταριανισμού προσελκύει μια ομάδα ανθρώπων ιδιαίτερα ευαίσθητων στις νέες κοινωνικές και πολιτικές τάσεις, οι οποίοι, μολονότι αρχικά προοδευτικοί, αντιλαμβάνονται οξύτερα τις αυξανόμενες αποτυχίες και καταρρεύσεις του προοδευτισμού του Κατεστημένου. Οι άνθρωποι των μέσων ενημέρωσης διαπιστώνουν γενικά ότι δεν μπορούν να προσελκυστούν από ένα εχθρικό συντηρητικό κίνημα που τους απορρίπτει αυτομάτως ως αριστερούς και υιοθετεί θέσεις ξένες προς τις δικές τους στην εξωτερική πολιτική και στις ατομικές ελευθερίες. Οι ίδιοι όμως μπορούν να είναι —και είναι— ευνοϊκά διακείμενοι προς ένα λιμπερταριανό κίνημα που συμφωνεί ολόψυχα με τις διαισθήσεις τους για την ειρήνη και την προσωπική ελευθερία και κατόπιν συνδέει την αντίθεσή τους στο διογκωμένο κράτος σε αυτούς τους τομείς με την κυβερνητική παρέμβαση στην οικονομία και στα ιδιοκτησιακά δικαιώματα. Ολοένα περισσότεροι άνθρωποι των μέσων ενημέρωσης κάνουν αυτές τις νέες και διαφωτιστικές συνδέσεις και, φυσικά, είναι εξαιρετικά σημαντικοί λόγω της επιρροής και της επίδρασής τους στο υπόλοιπο κοινό.
The media, too, have proved to be a rich source of favorable interest in the new libertarian creed. Not simply for its publicity value, but because the consistency of libertarianism attracts a group of people who are most alert to new social and political trends, and who, while originally liberals, are most alert to the growing failures and breakdowns of Establishment liberalism. Media people generally find that they cannot be attracted to a hostile conservative movement which automatically writes them off as leftists and which takes uncongenial positions on foreign policy and civil liberties. But these same media persons can be and are favorably disposed to a libertarian movement which wholeheartedly agrees with their instincts on peace and personal liberty, and then links up their opposition to Big Government in these areas to government intervention in the economy and in property rights. More and more media people are making these new and illuminating connections, and they of course are extremely important in their influence and leverage on the rest of the public.
Τι γίνεται με τη «Μέση Αμερική» —εκείνη την τεράστια μεσαία και εργατική τάξη που συγκροτεί το μεγαλύτερο μέρος του αμερικανικού πληθυσμού—, η οποία συχνά βρίσκεται στον αντίποδα της πανεπιστημιακής νεολαίας; Έχουμε κάποια απήχηση σε αυτήν; Λογικά, η απήχησή μας στη Μέση Αμερική θα έπρεπε να είναι ακόμη μεγαλύτερη. Απευθυνόμαστε ευθέως στην εντεινόμενη και χρόνια δυσαρέσκεια που βασανίζει τη μάζα του αμερικανικού λαού: αυξανόμενοι φόροι, πληθωρισμός, αστική συμφόρηση, εγκληματικότητα, σκάνδαλα πρόνοιας. Μόνο οι λιμπερταριανοί διαθέτουν συγκεκριμένες και συνεπείς λύσεις σε αυτά τα πιεστικά δεινά: λύσεις που επικεντρώνονται στην αποδέσμευση όλων αυτών των τομέων από την κυβέρνηση και στην παράδοσή τους στην ιδιωτική και εθελοντική δράση. Μπορούμε να δείξουμε ότι η κυβέρνηση και ο κρατισμός ευθύνονται για αυτά τα κακά και ότι η απαλλαγή μας από την καταναγκαστική κυβέρνηση θα προσφέρει τις θεραπείες.
What of “Middle America”—that vast middle class and working class that constitute the bulk of the American population—and which is often at polar opposites from campus youth? Do we have any appeal for them? Logically, our appeal to Middle America should be even greater. We direct ourselves squarely to the aggravated and chronic discontent that afflicts the mass of the American people: rising taxes, inflation, urban congestion, crime, welfare scandals. Only libertarians have concrete and consistent solutions to these pressing ills: solutions that center on getting them out from under government in all these areas and turning them over to private and voluntary action. We can show that government and statism have been responsible for these evils, and that getting coercive government off our backs will provide the remedies.
Στους μικρούς επιχειρηματίες μπορούμε να υποσχεθούμε έναν κόσμο πραγματικά ελεύθερης επιχειρηματικής δραστηριότητας, απαλλαγμένο από τα μονοπωλιακά προνόμια, τα καρτέλ και τις επιδοτήσεις που μεθοδεύουν το κράτος και το Κατεστημένο. Και σε αυτούς, όπως και στους μεγάλους επιχειρηματίες έξω από το μονοπωλιακό Κατεστημένο, μπορούμε να υποσχεθούμε έναν κόσμο όπου τα ατομικά τους ταλέντα και οι δυνάμεις τους θα έχουν επιτέλους πλήρες περιθώριο ανάπτυξης, παρέχοντας βελτιωμένη τεχνολογία και αυξημένη παραγωγικότητα για τους ίδιους και για όλους μας. Στις διάφορες εθνοτικές και μειονοτικές ομάδες μπορούμε να δείξουμε ότι μόνο υπό συνθήκες ελευθερίας κάθε ομάδα διαθέτει πλήρη δυνατότητα να καλλιεργεί όσα την ενδιαφέρουν και να διοικεί τους δικούς της θεσμούς, ανεμπόδιστη και χωρίς τον καταναγκασμό της πλειοψηφικής κυριαρχίας.
To small businessmen we can promise a truly free-enterprise world, shorn of monopoly privilege, cartels, and subsidies engineered by the State and the Establishment. And to them and to the big businessmen outside the monopoly Establishment we can promise a world where their individual talents and energies can at last have full room to expand and to provide improved technology and increased productivity for them and for us all. To various ethnic and minority groups we can show that only under liberty is there full freedom for each group to cultivate its concerns and to run its own institutions, unimpeded and uncoerced by majority rule.
Εν ολίγοις, η δυνητική απήχηση του λιμπερταριανισμού είναι διαταξική· υπερβαίνει τη φυλή, το επάγγελμα, την οικονομική τάξη και τις γενιές· όλοι όσοι δεν ανήκουν άμεσα στην άρχουσα ελίτ είναι δυνητικά δεκτικοί στο μήνυμά μας. Κάθε πρόσωπο ή ομάδα που εκτιμά την ελευθερία ή την ευημερία του αποτελεί δυνητικό υποστηρικτή του λιμπερταριανού δόγματος.
In short, the potential appeal of libertarianism is a multiclass appeal; it is an appeal that cuts across race, occupation, economic class, and the generations; any and all people not directly in the ruling elite are potentially receptive to our message. Every person or group that values its liberty or prosperity is a potential adherent to the libertarian creed.
Η ελευθερία, λοιπόν, έχει τη δυνατότητα να προσελκύσει όλες τις ομάδες σε ολόκληρο το κοινωνικό φάσμα. Ωστόσο, είναι γεγονός ότι, όταν τα πράγματα κυλούν ομαλά, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν αναπτύσσουν ενδιαφέρον για τις δημόσιες υποθέσεις. Για να συντελεστεί ριζική κοινωνική αλλαγή —μετάβαση σε διαφορετικό κοινωνικό σύστημα— πρέπει να υπάρξει αυτό που ονομάζεται «κατάσταση κρίσης». Πρέπει, εν ολίγοις, να υπάρξει δυσλειτουργία ή κατάρρευση του υφιστάμενου συστήματος που θα προκαλέσει γενική αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων. Όταν εκδηλώνεται μια τέτοια εκτεταμένη αναζήτηση κοινωνικών εναλλακτικών, οι ακτιβιστές ενός κινήματος αμφισβήτησης πρέπει να είναι διαθέσιμοι για να προσφέρουν αυτή τη ριζοσπαστική εναλλακτική, να συνδέσουν την κρίση με τα εγγενή ελαττώματα του ίδιου του συστήματος και να δείξουν πώς το εναλλακτικό σύστημα θα έλυνε την υπάρχουσα κρίση και θα απέτρεπε παρόμοιες καταρρεύσεις στο μέλλον. Ιδανικά, οι αμφισβητίες θα είχαν ήδη να επιδείξουν ιστορικό προβλέψεων και προειδοποιήσεων για την κρίση που τώρα έχει εκδηλωθεί.205
Liberty, then, has the potential for appealing to all groups across the public spectrum. Yet, it is a fact of life that when things are going smoothly, most people fail to develop any interest in public affairs. For radical social change—a change to a different social system—to take place, there must be what is called a “crisis situation.” There must, in short, be a breakdown of the existing system which calls forth a general search for alternative solutions. When such a widespread search for social alternatives takes place, then activists of a dissenting movement must be available to supply that radical alternative, to relate the crisis to the inherent defects of the system itself, and to point out how the alternative system would solve the existing crisis and prevent any similar breakdowns in the future. Hopefully, the dissenters would also have provided a track record of predicting and warning against the crisis that now exists.
Επιπλέον, ένα από τα χαρακτηριστικά των καταστάσεων κρίσης είναι ότι ακόμη και οι άρχουσες ελίτ αρχίζουν να χαλαρώνουν την υποστήριξή τους προς το σύστημα. Εξαιτίας της κρίσης, ακόμη και ένα μέρος του κράτους αρχίζει να χάνει τον ζήλο και τον ενθουσιασμό του για την άσκηση εξουσίας. Εν ολίγοις, τμήματα του κράτους χάνουν το θάρρος και την αποφασιστικότητά τους. Έτσι, σε αυτές τις καταστάσεις κατάρρευσης, ακόμη και μέλη της άρχουσας ελίτ μπορεί να προσχωρήσουν σε ένα εναλλακτικό σύστημα ή, τουλάχιστον, να χάσουν τον ενθουσιασμό τους για το υπάρχον.
Furthermore, one of the characteristics of crisis situations is that even the ruling elites begin to weaken their support for the system. Because of the crisis, even part of the State begins to lose its zest and enthusiasm for rule. In short, a failure of nerve by segments of the State occurs. Thus, in these situations of breakdown, even members of the ruling elite may convert to an alternative system or, at the least, may lose their enthusiasm for the existing one.
Έτσι, ο ιστορικός Lawrence Stone τονίζει, ως προϋπόθεση ριζικής αλλαγής, την εξασθένηση της βούλησης της άρχουσας ελίτ. «Η ελίτ μπορεί να χάσει τη χειραγωγική της ικανότητα, τη στρατιωτική της υπεροχή, την αυτοπεποίθηση ή τη συνοχή της· μπορεί να αποξενωθεί από τον υπόλοιπο πληθυσμό ή να καταβληθεί από μια οικονομική κρίση· μπορεί να είναι ανίκανη, αδύναμη ή βάναυση».206
Thus the historian Lawrence Stone stresses, as a requirement for radical change, a decay in the will of the ruling elite. “The elite may lose its manipulative skill, or its military superiority, or its self-confidence or its cohesion; it may become estranged from the non-elite, or overwhelmed by a financial crisis; it may be incompetent, or weak or brutal.”
Αφού εκθέσαμε το λιμπερταριανό δόγμα και την εφαρμογή του σε ζωτικά σύγχρονα προβλήματα και σκιαγραφήσαμε ποιες ομάδες της κοινωνίας αναμένεται να προσελκύσει και σε ποιες περιόδους, πρέπει τώρα να εκτιμήσουμε τις μελλοντικές προοπτικές της ελευθερίας. Ειδικότερα, πρέπει να εξετάσουμε τη σταθερή και αυξανόμενη πεποίθηση του συγγραφέα ότι ο λιμπερταριανισμός όχι μόνο θα θριαμβεύσει τελικά και μακροπρόθεσμα, αλλά θα αναδειχθεί νικητής μέσα σε αξιοσημείωτα σύντομο χρονικό διάστημα. Διότι είμαι πεπεισμένος ότι η σκοτεινή νύχτα της τυραννίας τελειώνει και ότι μια νέα αυγή ελευθερίας είναι πλέον κοντά.
Having set forth the libertarian creed and how it applies to vital current problems, and having sketched which groups in society that creed can be expected to attract and at what times, we must now assess the future prospects for liberty. In particular, we must examine the firm and growing conviction of the present author not only that libertarianism will triumph eventually and in the long run, but also that it will emerge victorious in a remarkably short period of time. For I am convinced that the dark night of tyranny is ending, and that a new dawn of liberty is now at hand.
Πολλοί λιμπερταριανοί είναι εξαιρετικά απαισιόδοξοι για τις προοπτικές της ελευθερίας. Και αν εστιάσουμε στην ανάπτυξη του κρατισμού κατά τον εικοστό αιώνα και στην παρακμή του κλασικού φιλελευθερισμού που σκιαγραφήσαμε στο εισαγωγικό κεφάλαιο, είναι εύκολο να υποκύψουμε σε απαισιόδοξες προβλέψεις. Αυτή η απαισιοδοξία μπορεί να βαθύνει ακόμη περισσότερο αν εξετάσουμε την ιστορία της ανθρωπότητας και δούμε το μαύρο ιστορικό δεσποτισμού, τυραννίας και εκμετάλλευσης στον έναν πολιτισμό μετά τον άλλο. Θα μπορούσε να μας συγχωρεθεί η σκέψη ότι η άνοδος του κλασικού φιλελευθερισμού στη Δύση από τον δέκατο έβδομο έως τον δέκατο ένατο αιώνα θα αποδειχθεί μια ασυνήθιστη αναλαμπή δόξας μέσα στα ζοφερά χρονικά της παρελθούσας και της μελλοντικής ιστορίας. Αυτό όμως θα σήμαινε ότι υποκύπτουμε στην πλάνη εκείνου που οι μαρξιστές αποκαλούν «ιμπρεσιονισμό»: μια επιφανειακή εστίαση στα ίδια τα ιστορικά γεγονότα, χωρίς βαθύτερη ανάλυση των αιτιακών νόμων και τάσεων που δρουν.
Many libertarians are highly pessimistic about the prospects for liberty. And if we focus on the growth of statism in the twentieth century, and on the decline of classical liberalism that we adumbrated in the introductory chapter, it is easy to fall prey to a pessimistic prognosis. This pessimism may deepen further if we survey the history of man and see the black record of despotism, tyranny, and exploitation in civilization after civilization. We could be pardoned for thinking that the classical-liberal upsurge of the seventeenth through the nineteenth centuries in the West would prove to be an atypical burst of glory in the grim annals of past and future history. But this would be succumbing to the fallacy of what the Marxists call “impressionism”: a superficial focus on the historical events themselves without a deeper analysis of the causal laws and trends at work.
Η επιχειρηματολογία υπέρ της λιμπερταριανής αισιοδοξίας μπορεί να αναπτυχθεί σε μια σειρά από αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ομόκεντρους κύκλους, ξεκινώντας από τις ευρύτερες και πιο μακροπρόθεσμες εκτιμήσεις και προχωρώντας προς την ακριβέστερη εστίαση στις βραχυπρόθεσμες τάσεις. Με την ευρύτερη και πιο μακροπρόθεσμη έννοια, ο λιμπερταριανισμός θα νικήσει τελικά επειδή αυτός, και μόνο αυτός, είναι συμβατός με τη φύση του ανθρώπου και του κόσμου. Μόνο η ελευθερία μπορεί να επιτύχει την ανθρώπινη ευημερία, ολοκλήρωση και ευτυχία. Εν ολίγοις, ο λιμπερταριανισμός θα νικήσει επειδή είναι αληθής, επειδή είναι η ορθή πολιτική για την ανθρωπότητα και επειδή η αλήθεια τελικά θα φανερωθεί.
The case for libertarian optimism can be made in a series of what might be called concentric circles, beginning with the broadest and longest-run considerations and moving to the sharpest focus on short-run trends. In the broadest and longest-run sense, libertarianism will win eventually because it and only it is compatible with the nature of man and of the world. Only liberty can achieve man’s prosperity, fulfillment, and happiness. In short, libertarianism will win because it is true, because it is the correct policy for mankind, and truth will eventually win out.
Αλλά τέτοιες μακροπρόθεσμες εκτιμήσεις μπορεί να αφορούν πράγματι πολύ μεγάλο διάστημα, και η αναμονή πολλών αιώνων για την επικράτηση της αλήθειας μπορεί να προσφέρει μικρή παρηγοριά σε όσους ζούμε σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Ευτυχώς, υπάρχει ένας πιο βραχυπρόθεσμος λόγος ελπίδας, ιδίως ένας λόγος που μας επιτρέπει να παραμερίσουμε το ζοφερό ιστορικό πριν από τον δέκατο όγδοο αιώνα ως μη σχετικό πλέον με τις μελλοντικές προοπτικές της ελευθερίας.
But such long-run considerations may be very long indeed, and waiting many centuries for truth to prevail may be small consolation for those of us living at any particular moment in history. Fortunately, there is a shorter-run reason for hope, particularly one that allows us to dismiss the grim record of pre-eighteenth-century history as no longer relevant to the future prospects of liberty.
Ο ισχυρισμός μας εδώ είναι ότι η ιστορία πραγματοποίησε ένα μεγάλο άλμα, μια ριζική μεταβολή, όταν οι κλασικές φιλελεύθερες επαναστάσεις μάς ώθησαν στη Βιομηχανική Επανάσταση του δέκατου όγδοου και του δέκατου ένατου αιώνα.207 Διότι στον προβιομηχανικό κόσμο, στον κόσμο της Παλαιάς Τάξης και της αγροτικής οικονομίας, δεν υπήρχε λόγος η κυριαρχία του δεσποτισμού να μην μπορεί να συνεχίζεται επ’ αόριστον, επί πολλούς αιώνες. Οι αγρότες παρήγαν την τροφή και οι βασιλείς, οι ευγενείς και οι φεουδάρχες γαιοκτήμονες αποσπούσαν ολόκληρο το πλεόνασμά τους πέρα από ό,τι ήταν αναγκαίο για να παραμένουν ζωντανοί και να εργάζονται. Όσο βάναυσος, εκμεταλλευτικός και ζοφερός κι αν ήταν ο αγροτικός δεσποτισμός, μπορούσε να επιβιώνει για δύο κύριους λόγους: (1) η οικονομία μπορούσε εύκολα να συντηρείται, έστω και σε επίπεδο στοιχειώδους επιβίωσης· και (2) οι μάζες δεν γνώριζαν κάτι καλύτερο, δεν είχαν βιώσει ποτέ καλύτερο σύστημα και, συνεπώς, μπορούσαν να πειστούν να συνεχίσουν να υπηρετούν ως υποζύγια τους κυρίους τους.
Our contention here is that history made a great leap, a sea-change, when the classical-liberal revolutions propelled us into the Industrial Revolution of the eighteenth and nineteenth centuries. For in the preindustrial world, the world of the Old Order and the peasant economy, there was no reason why the reign of despotism could not continue indefinitely, for many centuries. The peasants grew the food, and the kings, nobles, and feudal landlords extracted all of the peasants’ surplus above what was necessary to keep them all alive and working. As brutish, exploitative, and dismal as agrarian despotism was, it could survive, for two main reasons: (1) the economy could readily be maintained, even though at subsistence level; and (2) because the masses knew no better, had never experienced a better system, and hence could be induced to keep serving as beasts of burden for their lords.
Η Βιομηχανική Επανάσταση, όμως, ήταν μεγάλο άλμα στην ιστορία, επειδή δημιούργησε συνθήκες και προσδοκίες μη αναστρέψιμες. Για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία, δημιούργησε μια κοινωνία στην οποία το βιοτικό επίπεδο των μαζών ξεπέρασε αλματωδώς τη στοιχειώδη επιβίωση και ανήλθε σε πρωτοφανή ύψη. Ο πληθυσμός της Δύσης, προηγουμένως στάσιμος, πολλαπλασιάστηκε τώρα για να αξιοποιήσει τις πολύ αυξημένες ευκαιρίες εργασίας και καλής ζωής.
But the Industrial Revolution was a great leap in history, because it created conditions and expectations which were irreversible. For the first time in the history of the world, the Industrial Revolution created a society where the standard of living of the masses leapt up from subsistence and rose to previously unheard-of heights. The population of the West, previously stagnant, now proliferated to take advantage of the greatly increased opportunities for jobs and the good life.
Το ρολόι δεν μπορεί να γυρίσει πίσω σε μια προβιομηχανική εποχή. Όχι μόνο οι μάζες δεν θα επέτρεπαν μια τόσο δραστική ανατροπή των προσδοκιών τους για άνοδο του βιοτικού επιπέδου, αλλά η επιστροφή σε έναν αγροτικό κόσμο θα σήμαινε τη λιμοκτονία και τον θάνατο της μεγάλης πλειονότητας του σημερινού πληθυσμού. Είμαστε αναπόδραστα δεμένοι με τη βιομηχανική εποχή, είτε μας αρέσει είτε όχι.
The clock cannot be turned back to a preindustrial age. Not only would the masses not permit such a drastic reversal of their expectations for a rising standard of living, but return to an agrarian world would mean the starvation and death of the great bulk of the current population. We are stuck with the industrial age, whether we like it or not.
Αν όμως αυτό είναι αληθές, τότε η υπόθεση της ελευθερίας είναι εξασφαλισμένη. Διότι η οικονομική επιστήμη έχει δείξει, όπως καταδείξαμε εν μέρει σε αυτό το βιβλίο, ότι μόνο η ελευθερία και η ελεύθερη αγορά μπορούν να κάνουν μια βιομηχανική οικονομία να λειτουργήσει. Εν ολίγοις, ενώ μια ελεύθερη οικονομία και μια ελεύθερη κοινωνία θα ήταν επιθυμητές και δίκαιες σε έναν προβιομηχανικό κόσμο, σε έναν βιομηχανικό κόσμο αποτελούν επίσης ζωτική αναγκαιότητα. Διότι, όπως έδειξαν ο Ludwig von Mises και άλλοι οικονομολόγοι, σε μια βιομηχανική οικονομία ο κρατισμός απλώς δεν λειτουργεί. Συνεπώς, με δεδομένη την καθολική προσήλωση σε έναν βιομηχανικό κόσμο, θα γίνει τελικά σαφές —και αυτό το «τελικά» θα έρθει πολύ συντομότερα από την απλή επικράτηση της αλήθειας— ότι ο κόσμος θα πρέπει να υιοθετήσει την ελευθερία και την ελεύθερη αγορά ως προϋπόθεση επιβίωσης και άνθησης της βιομηχανίας. Αυτή την επίγνωση διέκριναν ο Herbert Spencer και άλλοι λιμπερταριανοί του δέκατου ένατου αιώνα στη διάκρισή τους μεταξύ «στρατιωτικής» και «βιομηχανικής» κοινωνίας, μεταξύ κοινωνίας της «κοινωνικής θέσης» και κοινωνίας της «σύμβασης». Τον εικοστό αιώνα, ο Mises κατέδειξε (α) ότι κάθε κρατιστική παρέμβαση στρεβλώνει και παραλύει την αγορά και οδηγεί, αν δεν αναστραφεί, στον σοσιαλισμό· και (β) ότι ο σοσιαλισμός είναι καταστροφικός επειδή δεν μπορεί να σχεδιάσει μια βιομηχανική οικονομία, λόγω απουσίας κινήτρων κέρδους και ζημίας και λόγω έλλειψης γνήσιου συστήματος τιμών ή ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων στο κεφάλαιο, στη γη και στα άλλα μέσα παραγωγής. Εν ολίγοις, όπως προέβλεψε ο Mises, ούτε ο σοσιαλισμός ούτε οι διάφορες ενδιάμεσες μορφές κρατισμού και παρεμβατισμού μπορούν να λειτουργήσουν. Συνεπώς, με δεδομένη τη γενική προσήλωση στη βιομηχανική οικονομία, αυτές οι μορφές κρατισμού θα έπρεπε να απορριφθούν και να αντικατασταθούν από την ελευθερία και τις ελεύθερες αγορές.
But if that is true, then the cause of liberty is secured. For economic science has shown, as we have partially demonstrated in this book, that only freedom and a free market can run an industrial economy. In short, while a free economy and a free society would be desirable and just in a preindustrial world, in an industrial world it is also a vital necessity. For, as Ludwig von Mises and other economists have shown, in an industrial economy statism simply does not work. Hence, given a universal commitment to an industrial world, it will eventually—and a much sooner “eventually” than the simple emergence of truth—become clear that the world will have to adopt freedom and the free market as the requisite for industry to survive and flourish. It was this insight that Herbert Spencer and other nineteenth-century libertarians were perceiving in their distinction between the “military” and the “industrial” society, between a society of “status” and a society of “contract.” In the twentieth century, Mises demonstrated (a) that all statist intervention distorts and cripples the market and leads, if not reversed, to socialism; and (b) that socialism is a disaster because it cannot plan an industrial economy for lack of profit-and-loss incentives, and for lack of a genuine price system or property rights in capital, land, and other means of production. In short, as Mises predicted, neither socialism nor the various intermediary forms of statism and interventionism can work. Hence, given a general commitment to an industrial economy, these forms of statism would have to be discarded, and be replaced by freedom and free markets.
Αυτό ήταν ένα πολύ συντομότερο χρονικό διάστημα από την απλή αναμονή της αλήθειας· για τους κλασικούς φιλελευθέρους στο γύρισμα του εικοστού αιώνα όμως —τους Sumner, Spencer και Pareto— φαινόταν πράγματι αφόρητα μεγάλο. Και δεν μπορεί κανείς να τους κατηγορήσει, διότι έβλεπαν την παρακμή του κλασικού φιλελευθερισμού και τη γέννηση των νέων δεσποτικών μορφών στις οποίες αντιτάσσονταν τόσο σθεναρά και σταθερά. Ήταν, αλίμονο, παρόντες στη γέννησή τους. Ο κόσμος θα έπρεπε να περιμένει, αν όχι αιώνες, τουλάχιστον δεκαετίες για να αποκαλυφθούν ο σοσιαλισμός και ο κορπορατιστικός κρατισμός ως ολοκληρωτικές αποτυχίες.
Now this was a much shorter run than simply waiting for the truth, but to the classical liberals at the turn of the twentieth century—the Sumners, Spencers, and Paretos—it seemed like an unbearably long run indeed. And they cannot be blamed, for they were witnessing the decline of classical liberalism and the birth of the new despotic forms which they opposed so strongly and steadfastly. They were, alas! present at the creation. The world would have to wait, if not centuries then at least decades, for socialism and corporate statism to be shown up as utter failures.
Αλλά το μακροπρόθεσμο έχει φτάσει πλέον. Δεν χρειάζεται να προφητεύουμε τις καταστροφικές συνέπειες του κρατισμού· βρίσκονται παντού γύρω μας. Ο Lord Keynes χλεύασε κάποτε τις επικρίσεις οικονομολόγων της ελεύθερης αγοράς ότι οι πληθωριστικές πολιτικές του θα ήταν καταστροφικές μακροπρόθεσμα· στη διάσημη απάντησή του σχολίασε αυτάρεσκα ότι «μακροπρόθεσμα θα είμαστε όλοι νεκροί». Τώρα όμως ο Keynes είναι νεκρός και εμείς ζωντανοί, ζώντας μέσα στο δικό του μακροπρόθεσμο. Ήρθε η ώρα να πληρωθεί ο λογαριασμός του κρατισμού.
But the long run is now here. We do not have to prophesy the ruinous effects of statism; they are here at every hand. Lord Keynes once scoffed at criticisms by free-market economists that his inflationist policies would be ruinous in the long run; in his famous reply, he chortled that “in the long run we are all dead.” But now Keynes is dead and we are alive, living in his long run. The statist chickens have come home to roost.
Στο γύρισμα του εικοστού αιώνα, και επί δεκαετίες αργότερα, τα πράγματα δεν ήταν καθόλου τόσο σαφή. Η κρατιστική παρέμβαση, στις διάφορες μορφές της, επιχειρούσε να διατηρήσει και ακόμη να επεκτείνει μια βιομηχανική οικονομία, ενώ υπονόμευε τις ίδιες τις προϋποθέσεις της ελευθερίας και της ελεύθερης αγοράς που μακροπρόθεσμα είναι αναγκαίες για την επιβίωσή της. Επί μισόν αιώνα, η κρατιστική παρέμβαση μπορούσε να ασκεί τις αρπακτικές της δραστηριότητες μέσω σχεδιασμού, ελέγχων, υψηλής και παραλυτικής φορολογίας και πληθωριστικής έκδοσης χαρτονομίσματος, χωρίς να προκαλεί σαφείς και εμφανείς κρίσεις και διαταραχές. Διότι η εκβιομηχάνιση της ελεύθερης αγοράς κατά τον δέκατο ένατο αιώνα είχε δημιουργήσει στην οικονομία ένα τεράστιο απόθεμα «λίπους», προστατευτικό απέναντι σε τέτοιες αφαιμάξεις. Η κυβέρνηση μπορούσε να επιβάλλει φόρους, περιορισμούς και πληθωρισμό στο σύστημα χωρίς να υφίσταται γρήγορες και ολοφάνερα κακές συνέπειες.
At the turn of the twentieth century, and for decades thereafter, things were not nearly that clear. Statist intervention, in its various forms, tried to preserve and even extend an industrial economy while scuttling the very requirements of freedom and the free market which in the long run are necessary for its survival. For half a century, statist intervention could wreak its depredations through planning, controls, high and crippling taxation, and paper money inflation without causing clear and evident crises and dislocations. For the free-market industrialization of the nineteenth century had created a vast cushion of “fat” in the economy against such depredations. The government could impose taxes, restrictions, and inflation upon the system and not reap rapid and evidently bad effects.
Τώρα όμως ο κρατισμός έχει προχωρήσει τόσο πολύ και έχει παραμείνει στην εξουσία τόσο καιρό ώστε αυτό το προστατευτικό απόθεμα έχει σχεδόν εξαντληθεί· όπως επισήμανε ο Mises ήδη από τη δεκαετία του 1940, το «αποθεματικό κεφάλαιο» που δημιούργησε το laissez-faire έχει «εξαντληθεί». Έτσι, πλέον, οτιδήποτε κάνει η κυβέρνηση προκαλεί άμεσο αρνητικό αντίκτυπο — δυσμενείς συνέπειες εμφανείς σε όλους, ακόμη και σε πολλούς από τους πιο ένθερμους απολογητές του κρατισμού.
But now statism has advanced so far and been in power so long that the cushion is worn thin; as Mises pointed out as long ago as the 1940s, the “reserve fund” created by laissez-faire has been “exhausted.” So that now, whatever the government does brings about an instant negative feedback—ill effects that are evident to all, even to many of the most ardent apologists for statism.
Στις κομμουνιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, και τώρα στην Κίνα, οι ίδιοι οι κομμουνιστές αντιλαμβάνονται ολοένα περισσότερο ότι ο σοσιαλιστικός κεντρικός σχεδιασμός απλώς δεν λειτουργεί για μια βιομηχανική οικονομία. Εξ ου και η ταχεία υποχώρηση, τα τελευταία χρόνια, από τον κεντρικό σχεδιασμό προς τις ελεύθερες αγορές, ιδίως στη Γιουγκοσλαβία. Και στον δυτικό κόσμο, ο κρατικός καπιταλισμός βρίσκεται παντού σε κρίση, καθώς γίνεται σαφές ότι, με την πιο βαθιά έννοια, η κυβέρνηση έχει ξεμείνει από χρήματα: η αύξηση των φόρων θα παραλύσει ανεπανόρθωτα τη βιομηχανία και τα κίνητρα, ενώ η αυξημένη δημιουργία νέου χρήματος θα οδηγήσει σε καταστροφικό, ανεξέλεγκτο πληθωρισμό. Έτσι, ακούμε όλο και περισσότερο για την «ανάγκη να μειωθούν οι προσδοκίες από την κυβέρνηση» από τους άλλοτε πιο ένθερμους υπερασπιστές του κράτους. Στη Δυτική Γερμανία, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα έχει εγκαταλείψει από καιρό το αίτημα για σοσιαλισμό. Στη Μεγάλη Βρετανία, που υποφέρει από μια οικονομία παραλυμένη από τη φορολογία και από επιδεινούμενο πληθωρισμό — αυτό που ακόμη και οι ίδιοι οι Βρετανοί αποκαλούν «αγγλική ασθένεια»—, το Συντηρητικό Κόμμα, επί χρόνια στα χέρια αφοσιωμένων κρατιστών, ελέγχεται πλέον από μια τάση προσανατολισμένη στην ελεύθερη αγορά, ενώ ακόμη και το Εργατικό Κόμμα υποχωρεί από το σχεδιασμένο χάος του καλπάζοντος κρατισμού.
In the Communist countries of Eastern Europe, the Communists themselves have increasingly perceived that socialist central planning simply does not work for an industrial economy. Hence the rapid retreat, in recent years, away from central planning and toward free markets, especially in Yugoslavia. In the Western world, too, State capitalism is everywhere in crisis as it becomes clear that, in the most profound way, the government has run out of money: increasing taxes will cripple industry and incentives beyond repair, while increased creation of new money will lead to a disastrous runaway inflation. And so we hear more and more about the “necessity of lowered expectations from government” from among the State’s once most ardent champions. In West Germany, the Social Democratic party has long since abandoned the call for socialism. In Great Britain, suffering from a tax-crippled economy and aggravated inflation—what even the British are calling the “English disease—the Tory party, for years in the hands of dedicated statists, has now been taken over by a free-market-oriented faction, while even the Labor party has been drawing back from the planned chaos of galloping statism.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, όμως, μπορούμε να είμαστε ιδιαίτερα αισιόδοξοι, διότι εδώ μπορούμε να περιορίσουμε τον κύκλο της αισιοδοξίας σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. Πράγματι, μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν πλέον εισέλθει σε μόνιμη κατάσταση κρίσης και μπορούμε ακόμη να προσδιορίσουμε τα χρόνια έναρξής της: 1973–1975. Ευτυχώς για την υπόθεση της ελευθερίας, όχι μόνο εκδηλώθηκε κρίση του κρατισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά συνέβη να πλήξει ολόκληρη την κοινωνία, σε πολλούς διαφορετικούς τομείς της ζωής περίπου ταυτόχρονα. Συνεπώς, αυτές οι καταρρεύσεις του κρατισμού είχαν συνεργιστική επίδραση, ενισχύοντας η μία την άλλη στη σωρευτική τους επιρροή. Και δεν ήταν μόνο κρίσεις του κρατισμού· όλοι τις αντιλαμβάνονται ως προκαλούμενες από τον κρατισμό και όχι από την ελεύθερη αγορά, την απληστία του κοινού ή οτιδήποτε άλλο. Τέλος, αυτές οι κρίσεις μπορούν να μετριαστούν μόνο αν απομακρυνθεί η κυβέρνηση. Το μόνο που χρειαζόμαστε είναι λιμπερταριανοί που να δείξουν τον δρόμο.
But it is in the United States that we can be particularly optimistic, for here we can narrow the circle of optimism to a short-run dimension. Indeed, we can confidently say that the United States has now entered a permanent crisis situation, and we can even pinpoint the years of origin of that crisis: 1973–1975. Happily for the cause of liberty, not only has a crisis of statism arrived in the United States, but it has fortuitously struck across the board of society, in many different spheres of life at about the same time. Hence, these breakdowns of statism have had a synergistic effect, reinforcing each other in their cumulative impact. And not only have they been crises of statism, but they are perceived by everyone to be caused by statism, and not by the free market, public greed, or whatever. And finally, these crises can only be alleviated by getting the government out of the picture. All we need are libertarians to point the way.
Ας απαριθμήσουμε γρήγορα αυτούς τους τομείς συστημικής κρίσης και ας δούμε πόσοι συνέκλιναν το 1973–1975 και στα χρόνια που ακολούθησαν. Από το φθινόπωρο του 1973 έως το 1975, οι Ηνωμένες Πολιτείες γνώρισαν μια πληθωριστική βαθιά ύφεση, έπειτα από σαράντα χρόνια υποτιθέμενων κεϋνσιανών λεπτών χειρισμών που θα εξάλειφαν οριστικά και τα δύο προβλήματα. Την ίδια περίοδο, ο πληθωρισμός έφτασε σε τρομακτικά διψήφια ποσοστά.
Let us quickly run down these areas of systemic crisis and see how many of them dovetailed in 1973–1975 and in the years since. From the fall of 1973 through 1975 the United States experienced an inflationary depression, after 40 years of alleged Keynesian fine-tuning which was supposed to eliminate both problems for all time. It was also in this period that inflation reached frightening, double-digit proportions.
Επιπλέον, το 1975 η Νέα Υόρκη γνώρισε την πρώτη μεγάλη κρίση χρέους της, μια κρίση που οδήγησε σε μερική αθέτηση πληρωμών. Η τρομακτική ονομασία «αθέτηση πληρωμών» αποφεύχθηκε, βεβαίως· η ουσιαστική πράξη χρεοκοπίας ονομάστηκε αντί γι’ αυτό «επιμήκυνση» — εξαναγκάζοντας τους βραχυπρόθεσμους πιστωτές να αποδεχθούν μακροπρόθεσμα ομόλογα του δήμου της Νέας Υόρκης. Αυτή η κρίση είναι μόνο η πρώτη από πολλές αθετήσεις πληρωμών πολιτειακών και τοπικών ομολόγων σε ολόκληρη τη χώρα. Διότι οι πολιτειακές και τοπικές κυβερνήσεις θα αναγκάζονται ολοένα περισσότερο να κάνουν δυσάρεστες επιλογές «κρίσης»: ανάμεσα σε ριζικές περικοπές δαπανών, υψηλότερους φόρους που θα διώχνουν επιχειρήσεις και πολίτες της μεσαίας τάξης από την περιοχή και αθέτηση πληρωμών του χρέους.
It was, furthermore, in 1975 that New York City experienced its first great debt crisis, a crisis that resulted in partial default. The dread name “default” was avoided, to be sure; the virtual act of bankruptcy was instead called a “stretchout” (forcing short-term creditors to accept long-term New York City bonds). This crisis is only the first of many state and local bond defaults across the country. For state and local governments will be increasingly forced into unpleasant “crisis” choices: between radical cuts in expenditure, higher taxes that will drive businesses and middle-class citizens out of the area, and defaulting on debt.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, επίσης, γίνεται ολοένα σαφέστερο ότι οι υψηλοί φόροι στο εισόδημα, στην αποταμίευση και στην επένδυση παραλύουν την επιχειρηματική δραστηριότητα και την παραγωγικότητα. Οι λογιστές μόλις τώρα αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι αυτοί οι φόροι, ιδίως σε συνδυασμό με τις πληθωριστικές στρεβλώσεις του επιχειρηματικού υπολογισμού, έχουν οδηγήσει σε αυξανόμενη έλλειψη κεφαλαίου και στον άμεσο κίνδυνο να καταναλωθεί το ζωτικό κεφαλαιακό απόθεμα της Αμερικής χωρίς καν να γίνει αντιληπτό.
Since the early 1970s, too, it has become increasingly clear that high taxes on income, savings, and investment have been crippling business activity and productivity. Accountants are only now beginning to realize that these taxes, combined especially with inflationary distortions of business calculation, have led to an increasing scarcity of capital, and to an imminent danger of consuming America’s vital stock of capital without even realizing it.
Φορολογικές εξεγέρσεις σαρώνουν τη χώρα, αντιδρώντας στους υψηλούς φόρους ακίνητης περιουσίας, εισοδήματος και πωλήσεων. Και μπορούμε με ασφάλεια να πούμε ότι οποιεσδήποτε περαιτέρω φορολογικές αυξήσεις θα ήταν πολιτικά αυτοκτονικές για τους πολιτικούς σε κάθε επίπεδο διακυβέρνησης.
Tax rebellions are sweeping the country, reacting against high property, income, and sales taxes. And it is safe to say that any further increases in taxes would be politically suicidal for politicians at every level of government.
Το σύστημα Social Security, κάποτε τόσο ιερό στην αμερικανική κοινή γνώμη ώστε βρισκόταν κυριολεκτικά υπεράνω κριτικής, αναγνωρίζεται τώρα ότι βρίσκεται σε πλήρη αποδιοργάνωση, όπως προειδοποιούσαν από καιρό οι λιμπερταριανοί και οι συγγραφείς της ελεύθερης αγοράς. Ακόμη και το Κατεστημένο αναγνωρίζει πλέον ότι το σύστημα Social Security είναι χρεοκοπημένο, ότι δεν αποτελεί με καμία έννοια γνήσιο «ασφαλιστικό» σύστημα.
The Social Security system, once so sacred in American opinion that it was literally above criticism, is now seen to be as fully in disrepair as libertarian and free-market writers have long warned. Even the Establishment now recognizes that the Social Security system is bankrupt, that it is in no sense a genuine “insurance” scheme.
Η ρύθμιση της βιομηχανίας αναγνωρίζεται ολοένα περισσότερο ως τόσο αποτυχημένη, ώστε ακόμη και κρατιστές όπως ο γερουσιαστής Edward Kennedy ζητούν την απορρύθμιση των αερομεταφορών· έχει μάλιστα γίνει σημαντική συζήτηση για την κατάργηση της Διαπολιτειακής Επιτροπής Εμπορίου —ICC— και του Συμβουλίου Πολιτικής Αεροναυτικής —CAB.
Regulation of industry is increasingly seen to be such a failure that even such statists as Senator Edward Kennedy have been calling for deregulation of the airlines; there has even been considerable talk about abolition of the ICC and CAB.
Στο κοινωνικό πεδίο, το άλλοτε απαραβίαστο δημόσιο σχολικό σύστημα δέχεται αυξανόμενα πυρά. Τα δημόσια σχολεία, αναγκασμένα να λαμβάνουν εκπαιδευτικές αποφάσεις για ολόκληρη την κοινότητα, προκαλούν έντονες κοινωνικές συγκρούσεις: γύρω από τη φυλή, το φύλο και τη σεξουαλική αγωγή, τη θρησκεία και το περιεχόμενο της διδασκαλίας. Οι κυβερνητικές πρακτικές σχετικά με το έγκλημα και τον εγκλεισμό δέχονται ολοένα εντονότερη κριτική: ο λιμπερταριανός Dr. Thomas Szasz κατόρθωσε σχεδόν μόνος του να απελευθερώσει πολλούς πολίτες από τον ακούσιο ψυχιατρικό εγκλεισμό, ενώ η κυβέρνηση παραδέχεται πλέον ότι η προσφιλής της πολιτική «αναμόρφωσης» των εγκληματιών αποτελεί παταγώδη αποτυχία. Η εφαρμογή νόμων για τα ναρκωτικά, όπως η απαγόρευση της μαριχουάνας, και νόμων κατά διαφόρων μορφών σεξουαλικών σχέσεων έχει καταρρεύσει πλήρως. Σε ολόκληρη τη χώρα ενισχύεται η τάση υπέρ της κατάργησης όλων των νόμων περί εγκλημάτων χωρίς θύματα, δηλαδή των νόμων που χαρακτηρίζουν εγκλήματα πράξεις στις οποίες δεν υπάρχουν θύματα. Γίνεται ολοένα περισσότερο αντιληπτό ότι οι προσπάθειες επιβολής αυτών των νόμων μπορούν μόνο να προκαλέσουν δεινά και ένα ουσιαστικό αστυνομικό κράτος. Πλησιάζει γρήγορα η εποχή κατά την οποία η απαγορευτική πολιτική σε ζητήματα προσωπικής ηθικής θα αναγνωριστεί ως εξίσου αναποτελεσματική και άδικη με εκείνη που εφαρμόστηκε στο αλκοόλ.
On the social front, the once sacrosanct public school system has come under increasing fire. Public schools, necessarily making educational decisions for the entire community, have been generating intense social conflicts: over race, sex, religion, and the content of learning. Government practices on crime and incarceration are under increasing fire: the libertarian Dr. Thomas Szasz has almost single-handedly managed to free many citizens from involuntary commitment, while the government now concedes that its cherished policy of trying to “rehabilitate” criminals is an abject failure. There has been a total breakdown of enforcement of such drug laws as prohibition of marijuana and laws against various forms of sexual relations. Sentiment is rising across the nation for repeal of all victimless crime laws, that is, laws that designate crimes where there are no victims. It is increasingly seen that attempts at enforcement of these laws can only bring about hardship and a virtual police state. The time is fast approaching when prohibitionism in areas of personal morality will be seen to be as ineffective and unjust as it was in the case of alcohol.
Μαζί με τις καταστροφικές συνέπειες του κρατισμού στο οικονομικό και κοινωνικό πεδίο ήρθε η τραυματική ήττα στο Βιετνάμ, που κορυφώθηκε το 1975. Η ολοκληρωτική αποτυχία της αμερικανικής επέμβασης στο Βιετνάμ οδήγησε σε αυξανόμενη επανεξέταση ολόκληρης της παρεμβατικής εξωτερικής πολιτικής που ακολουθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες από την εποχή των Woodrow Wilson και Franklin D. Roosevelt. Η ολοένα διαδεδομένη άποψη ότι η αμερικανική ισχύς πρέπει να περιοριστεί, ότι η αμερικανική κυβέρνηση δεν μπορεί να διοικεί επιτυχώς τον κόσμο, είναι το «νεοαπομονωτιστικό» ανάλογο της περιστολής των παρεμβάσεων του διογκωμένου κράτους στο εσωτερικό. Μολονότι η αμερικανική εξωτερική πολιτική εξακολουθεί να έχει επιθετικό παγκόσμιο προσανατολισμό, αυτό το νεοαπομονωτιστικό αίσθημα κατόρθωσε να περιορίσει την αμερικανική επέμβαση στην Αγκόλα το 1976.
Along with the disastrous consequences of statism on the economic and social fronts, there came the traumatic defeat in Vietnam, culminating in 1975. The utter failure of American intervention in Vietnam has led to a growing reexamination of the entire interventionist foreign policy that the United States has been pursuing since Woodrow Wilson and Franklin D. Roosevelt. The growing view that American power must be cut back, that the American government cannot successfully run the world, is the “neoisolationist” analogue of cutting back the interventions of Big Government at home. While America’s foreign policy is still aggressively globalist, this neoisolationist sentiment did succeed in limiting American intervention in Angola during 1976.
Ίσως το καλύτερο σημάδι απ’ όλα, η ευνοϊκότερη ένδειξη κατάρρευσης της αίγλης του αμερικανικού κράτους και του ηθικού του θεμελίου, ήταν οι αποκαλύψεις του Watergate το 1973–1974. Το Watergate μάς προσφέρει τη μεγαλύτερη μεμονωμένη ελπίδα για τη βραχυπρόθεσμη νίκη της ελευθερίας στην Αμερική. Διότι το Watergate, όπως μας προειδοποιούν έκτοτε οι πολιτικοί, κατέστρεψε την «πίστη του λαού στην κυβέρνηση» — και ήταν πια καιρός. Το Watergate προκάλεσε ριζική μεταβολή στις βαθιά ριζωμένες στάσεις όλων, ανεξάρτητα από τη ρητή ιδεολογία τους, απέναντι στην ίδια την κυβέρνηση. Καταρχάς, αφύπνισε τους πάντες απέναντι στις κυβερνητικές προσβολές της προσωπικής ελευθερίας και της ιδιωτικής ιδιοκτησίας: στις παρακολουθήσεις με κρυφά μικρόφωνα, στη χορήγηση ουσιών, στις τηλεφωνικές υποκλοπές, στην καταγραφή στοιχείων αλληλογραφίας, στους προβοκάτορες — ακόμη και στις δολοφονίες. Το Watergate αποϊεροποίησε επιτέλους το προηγουμένως απαραβίαστο FBI και τη CIA και επέτρεψε να εξετάζονται καθαρά και ψύχραιμα. Σημαντικότερο όμως είναι ότι, προκαλώντας τη διαδικασία παραπομπής του Προέδρου, το Watergate αποϊεροποίησε μόνιμα ένα αξίωμα που είχε φτάσει να θεωρείται σχεδόν κυρίαρχο από το αμερικανικό κοινό. Ο Πρόεδρος δεν θα θεωρείται πλέον υπεράνω του νόμου· δεν θα μπορεί πλέον να θεωρείται ότι δεν σφάλλει ποτέ.
Perhaps the best sign of all, the most favorable indication of the breakdown of the mystique of the American State, of its moral groundwork, was the Watergate exposures of 1973–1974. It is Watergate that gives us the greatest single hope for the short-run victory of liberty in America. For Watergate, as politicians have been warning us ever since, destroyed the public’s “faith in government”—and it was high time, too. Watergate engendered a radical shift in the deep-seated attitudes of everyone—regardless of their explicit ideology—toward government itself. For in the first place, Watergate awakened everyone to the invasions of personal liberty and private property by government—to its bugging, drugging, wiretapping, mail covering, agents provocateurs—even assassinations. Watergate at last desanctified our previously sacrosanct FBI and CIA and caused them to be looked at clearly and coolly. But more important, by bringing about the impeachment of the President, Watergate permanently desanctified an office that had come to be virtually considered as sovereign by the American public. No longer will the President be considered above the law; no longer will the President be able to do no wrong.
Το σημαντικότερο απ’ όλα, όμως, είναι ότι η ίδια η κυβέρνηση έχει σε μεγάλο βαθμό αποϊεροποιηθεί στην Αμερική. Κανείς δεν εμπιστεύεται πια τους πολιτικούς ή την κυβέρνηση· κάθε κυβέρνηση αντιμετωπίζεται με διαρκή εχθρότητα, επαναφέροντάς μας έτσι σε εκείνη την κατάσταση υγιούς δυσπιστίας προς την κυβέρνηση που χαρακτήριζε τον αμερικανικό λαό και τους Αμερικανούς επαναστάτες του δέκατου όγδοου αιώνα.
But most important of all, government itself has been largely desanctified in America. No one trusts politicians or government anymore; all government is viewed with abiding hostility, thus returning us to that state of healthy distrust of government that marked the American public and the American revolutionaries of the eighteenth century.
Για κάποιο διάστημα φαινόταν ότι ο Jimmy Carter ίσως μπορούσε να επιτύχει τον διακηρυγμένο στόχο του, να αποκαταστήσει την πίστη και την εμπιστοσύνη των ανθρώπων στην κυβέρνηση. Χάρη όμως στο φιάσκο του Bert Lance και σε άλλα παραπτώματα, ο Carter ευτυχώς απέτυχε. Η μόνιμη κρίση της κυβέρνησης συνεχίζεται.
For a while, it looked as if Jimmy Carter might be able to accomplish his declared task of bringing back people’s faith and trust in government. But, thanks to the Bert Lance fiasco and to other peccadilloes, Carter has fortunately failed. The permanent crisis of government continues.
Οι συνθήκες είναι επομένως ώριμες, τώρα και στο μέλλον των Ηνωμένων Πολιτειών, για τον θρίαμβο της ελευθερίας. Το μόνο που χρειάζεται είναι ένα αναπτυσσόμενο και ζωντανό λιμπερταριανό κίνημα, που να εξηγεί αυτή τη συστημική κρίση και να δείχνει τη λιμπερταριανή οδό εξόδου από το τέλμα που δημιούργησε η κυβέρνηση. Όπως όμως είδαμε στην αρχή αυτού του έργου, αυτό ακριβώς αποκτούμε. Και τώρα φτάνουμε, επιτέλους, στην υπεσχημένη απάντηση στο ερώτημα που θέσαμε στο εισαγωγικό κεφάλαιο: γιατί τώρα; Αν η Αμερική έχει βαθιά ριζωμένη κληρονομιά λιμπερταριανών αξιών, γιατί αυτές αναδύθηκαν τώρα, στα τελευταία τέσσερα ή πέντε χρόνια;
The conditions are therefore ripe, now and in the future in the United States, for the triumph of liberty. All that is needed is a growing and vibrant libertarian movement to explain this systemic crisis and to point out the libertarian path out of our government-created morass. But, as we have seen at the beginning of this work, that is precisely what we have been getting. And now we come, at last, to our promised answer to the question we posed in our introductory chapter: Why now? If America has a deep-seated heritage of libertarian values, why have they surfaced now, in the last four or five years?
Η απάντησή μας είναι ότι η εμφάνιση και η ταχεία ανάπτυξη του λιμπερταριανού κινήματος δεν είναι τυχαία· αποτελούν συνάρτηση της κατάστασης κρίσης που έπληξε την Αμερική το 1973–1975 και συνεχίζεται έκτοτε. Οι καταστάσεις κρίσης ενθαρρύνουν πάντοτε το ενδιαφέρον και την αναζήτηση λύσεων. Και αυτή η κρίση ώθησε πολλούς σκεπτόμενους Αμερικανούς να συνειδητοποιήσουν ότι η κυβέρνηση μάς έφερε σε αυτό το αδιέξοδο και ότι μόνο η ελευθερία —η υποχώρηση της κυβέρνησης— μπορεί να μας βγάλει από αυτό. Αναπτυσσόμαστε επειδή οι συνθήκες είναι ώριμες. Κατά μία έννοια, όπως στην ελεύθερη αγορά, η ζήτηση δημιούργησε τη δική της προσφορά.
Our answer is that the emergence and rapid growth of the libertarian movement is no accident, that it is a function of the crisis situation that struck America in 1973–1975 and has continued ever since. Crisis situations always stimulate interest and a search for solutions. And this crisis has inspired numbers of thinking Americans to realize that government has gotten us into this mess, and that only liberty—the rolling back of government—can get us out. We are growing because the conditions are ripe. In a sense, as on the free market, demand has created its own supply.
Γι’ αυτό λοιπόν το Λιμπερταριανό Κόμμα έλαβε 174.000 ψήφους στην πρώτη του προσπάθεια διεκδίκησης εθνικού αξιώματος το 1976. Και γι’ αυτό το έγκυρο ενημερωτικό δελτίο για την πολιτική της Ουάσιγκτον The Baron Report —ένα δελτίο που δεν έχει κανέναν λιμπερταριανό προσανατολισμό— απέρριψε σε πρόσφατο τεύχος του τους ισχυρισμούς των μέσων ενημέρωσης περί σημερινής στροφής του εκλογικού σώματος προς τον συντηρητισμό. Αντιθέτως, επισημαίνει ότι «αν διακρίνεται κάποια τάση στην κοινή γνώμη, αυτή είναι προς τον λιμπερταριανισμό — τη φιλοσοφία που τάσσεται κατά της κυβερνητικής παρέμβασης και υπέρ των ατομικών δικαιωμάτων». Το δελτίο προσθέτει ότι ο λιμπερταριανισμός έχει απήχηση και στα δύο άκρα του πολιτικού φάσματος: «Οι συντηρητικοί καλωσορίζουν αυτή την τάση όταν υποδηλώνει δυσπιστία του κοινού απέναντι στα ομοσπονδιακά προγράμματα· οι Αμερικανοί προοδευτικοί την καλωσορίζουν όταν δείχνει αυξανόμενη αποδοχή των ατομικών δικαιωμάτων σε τομείς όπως τα ναρκωτικά, η σεξουαλική συμπεριφορά κ.λπ. και αυξανόμενη επιφυλακτικότητα του κοινού απέναντι στην υποστήριξη επεμβάσεων στο εξωτερικό».208
And so that is why the Libertarian party received 174,000 votes in its first try for national office in 1976. And that is why the authoritative newsletter on Washington politics, The Baron Report—a report that is in no sense libertarian-oriented—denied in a recent issue, media claims of a current trend toward conservatism in the electorate. The report points out, to the contrary, that “if any trend in opinion is evident, it’s toward libertarianism—the philosophy that argues against government intervention and for personal rights.” The report adds that libertarianism has an appeal to both ends of the political spectrum: “Conservatives welcome that trend when it indicates public skepticism over federal programs; liberals welcome it when it shows growing acceptance of individual rights in such areas as drugs, sexual behavior, etc., and increasing reticence of the public to support foreign intervention.”
Η ισχύς του σημερινού λιμπερταριανού κινήματος καταδεικνύεται από την ένταση των πρόσφατων επιθέσεων εναντίον του από υπερασπιστές του κρατισμού της Αριστεράς, της Δεξιάς και του Κέντρου. Από τα μέσα Μαρτίου έως τα μέσα Ιουνίου του 1979, το προοδευτικό καθολικό Commonweal, το αριστερό Nation και το δεξιό National Review επιτέθηκαν το καθένα με τον δικό του τρόπο στον λιμπερταριανισμό και διακήρυξαν την υπεροχή του κράτους έναντι του ατόμου. Το κύριο άρθρο του Commonweal στο τεύχος της 16ης Μαρτίου, με τίτλο «Υπέρ της κυβέρνησης», συνόψιζε τις ανησυχίες όλων τους, θρηνώντας για το γεγονός ότι επί γενιές δεν «υπήρξαν τόσοι ευφυείς άνθρωποι αποφασισμένοι να διακηρύσσουν ότι το κράτος είναι ο εχθρός».
— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)
— (δεν υπάρχει στη μετάφραση)
The libertarian creed, finally, offers the fulfillment of the best of the American past along with the promise of a far better future. Even more than conservatives, who are often attached to the monarchical traditions of a happily obsolete European past, libertarians are squarely in the great classical-liberal tradition that built the United States and bestowed on us the American heritage of individual liberty, a peaceful foreign policy, minimal government, and a free-market economy. Libertarians are the only genuine current heirs of Jefferson, Paine, Jackson, and the abolitionists.
— (δεν υπάρχει στη μετάφραση)
And yet, while we are more truly traditional and more rootedly American than the conservatives, we are in some ways more radical than the radicals. Not in the sense that we have either the desire or the hope of remoulding human nature by the path of politics; but in the sense that only we provide the really sharp and genuine break with the encroaching statism of the twentieth century. The Old Left wants only more of what we are suffering from now; the New Left, in the last analysis, proposes only still more aggravated statism or compulsory egalitarianism and uniformity. Libertarianism is the logical culmination of the now forgotten “Old Right” (of the 1930s and ‘40s) opposition to the New Deal, war, centralization, and State intervention. Only we wish to break with all aspects of the liberal State: with its welfare and its warfare, its monopoly privileges and its egalitarianism, its repression of victimless crimes whether personal or economic. Only we offer technology without technocracy, growth without pollution, liberty without chaos, law without tyranny, the defense of property rights in one’s person and in one’s material possessions.
— (δεν υπάρχει στη μετάφραση)
Strands and remnants of libertarian doctrines are, indeed, all around us, in large parts of our glorious past and in values and ideas in the confused present. But only libertarianism takes these strands and remnants and integrates them into a mighty, logical, and consistent system. The enormous success of Karl Marx and Marxism has been due not to the validity of his ideas—all of which, indeed, are fallacious—but to the fact that he dared to weave socialist theory into a mighty system. Liberty cannot succeed without an equivalent and contrasting systematic theory; and until the last few years, despite our great heritage of economic and political thought and practice, we have not had a fully integrated and consistent theory of liberty. We now have that systematic theory; we come, fully armed with our knowledge, prepared to bring our message and to capture the imagination of all groups and strands in the population. All other theories and systems have clearly failed: socialism is in retreat everywhere, and notably in Eastern Europe; liberalism has bogged us down in a host of insoluble problems; conservatism has nothing to offer but sterile defense of the status quo. Liberty has never been fully tried in the modern world; libertarians now propose to fulfill the American dream and the world dream of liberty and prosperity for all mankind.