Για μια Νέα Ελευθερία: Κεφάλαιο 13: Διατήρηση των Φυσικών πόρων, Οικολογία και Ανάπτυξη
Murray N. Rothbard · For a New Liberty: The Libertarian Manifesto
Πραξεολόγος
← Κεφάλαιο 12: Ο Δημόσιος Τομέας, III: Αστυνομία, Δίκαιο και ΔικαστήριαΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 14: Πόλεμος και Εξωτερική Πολιτική →
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Murray N. Rothbard, For a New Liberty: The Libertarian Manifesto, 2η έκδοση, Ludwig von Mises Institute, 2006 (ηλεκτρονική έκδοση). © 1973, 1978 Murray N. Rothbard· © 2006 Ludwig von Mises Institute. Πηγή: mises.org/library/book/new-liberty-libertarian-manifesto.
Η μετάφραση ακολουθεί την αναθεωρημένη έκδοση του 1978, ενώ το αγγλικό κείμενο εδώ είναι η έκδοση του Mises Institute (2006). Γι’ αυτό ο «Πρόλογος» του Rothbard (Φεβρουάριος 1978), η τελευταία παράγραφος του κεφαλαίου 15 στην ελληνική και το «Παράρτημα: Το Λιμπερταριανό Κίνημα» δεν έχουν αγγλικό αντίστοιχο εδώ (το παράρτημα δεν περιλαμβάνεται), ενώ η ενότητα «Toward a Free America» υπάρχει μόνο στα αγγλικά. Ο «Πρόλογος Μεταφραστή» και η εισαγωγή του Llewellyn H. Rockwell, Jr. (2005) της αγγλικής έκδοσης δεν περιλαμβάνονται. Οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ) εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
Κεφάλαιο 13: Διατήρηση των Φυσικών πόρων, Οικολογία και Ανάπτυξη
↗ στη σελίδα του βιβλίου13 Conservation, Ecology, and Growth
Οι αριστεροπροοδευτικοί διανοούμενοι αποτελούν συχνά ένα αξιοθαύμαστο θέαμα. Κατά τις τελευταίες τρεις ή τέσσερις δεκαετίες — διάστημα όχι ιδιαίτερα μεγάλο στην ανθρώπινη ιστορία— εξαπέλυσαν, σαν περιστρεφόμενοι δερβίσηδες, μια σειρά οργισμένων αιτιάσεων κατά του καπιταλισμού της ελεύθερης αγοράς. Το παράξενο είναι ότι καθεμία από αυτές τις αιτιάσεις αντέφασκε προς μία ή περισσότερες από τις προηγούμενες. Οι αντιφατικές αιτιάσεις των προοδευτικών διανοουμένων, όμως, δεν φαίνεται να τους ταράζουν ούτε να μετριάζουν τη δυστροπία τους — παρότι συχνά είναι οι ίδιοι ακριβώς διανοούμενοι που ανατρέπουν τόσο γρήγορα τις θέσεις τους. Και αυτές οι μεταστροφές δεν φαίνεται να πλήττουν καθόλου ούτε την ηθική τους αυταρέσκεια ούτε τη βεβαιότητα με την οποία υποστηρίζουν τη θέση τους. Ας εξετάσουμε τον απολογισμό των τελευταίων δεκαετιών:
Left-liberal intellectuals are often a wondrous group to behold. In the last three or four decades, not a very long time in human history, they have, like whirling dervishes, let loose a series of angry complaints against free-market capitalism. The curious thing is that each of these complaints has been contradictory to one or more of their predecessors. But contradictory complaints by liberal intellectuals do not seem to faze them or serve to abate their petulance—even though it is often the very same intellectuals who are reversing themselves so rapidly. And these reversals seem to make no dent whatever in their self-righteousness or in the self-confidence of their position.
- Στα τέλη της δεκαετίας του 1930 και στις αρχές της δεκαετίας του 1940, οι προοδευτικοί διανοούμενοι κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο καπιταλισμός υπέφερε από αναπόφευκτη «μακροχρόνια στασιμότητα», μια στασιμότητα που επέβαλλαν η επιβράδυνση της πληθυσμιακής αύξησης, το τέλος του παλαιού δυτικού μεθορίου και το υποτιθέμενο γεγονός ότι δεν ήταν πλέον δυνατές άλλες εφευρέσεις. Όλα αυτά σήμαιναν αιώνια στασιμότητα, μόνιμη μαζική ανεργία και, επομένως, την ανάγκη να αντικατασταθεί ο καπιταλισμός της ελεύθερης αγοράς από τον σοσιαλισμό ή από έναν καθολικό κρατικό σχεδιασμό. Και όλα αυτά στο κατώφλι της μεγαλύτερης οικονομικής άνθησης στην αμερικανική ιστορία!
- Κατά τη δεκαετία του 1950, παρά τη μεγάλη άνθηση της μεταπολεμικής Αμερικής, οι προοδευτικοί διανοούμενοι ανέβαζαν διαρκώς τον πήχη· εμφανίστηκε πλέον η λατρεία της «οικονομικής ανάπτυξης». Ασφαλώς, ο καπιταλισμός αναπτυσσόταν, αλλά όχι αρκετά γρήγορα. Επομένως, ο καπιταλισμός της ελεύθερης αγοράς έπρεπε να εγκαταλειφθεί και ο σοσιαλισμός ή η κυβερνητική παρέμβαση να αναλάβει και να τροφοδοτήσει καταναγκαστικά την οικονομία, να αυξήσει τις επενδύσεις και να επιβάλει μεγαλύτερη αποταμίευση ώστε να μεγιστοποιηθεί ο ρυθμός ανάπτυξης, ακόμη κι αν δεν επιθυμούμε να αναπτυσσόμαστε τόσο γρήγορα. Συντηρητικοί οικονομολόγοι, όπως ο Colin Clark, επέκριναν αυτό το προοδευτικό πρόγραμμα ως «αναπτυξιομανία».
- Ξαφνικά, ο John Kenneth Galbraith εισήλθε στο προοδευτικό προσκήνιο με το ευπώλητο βιβλίο του The Affluent Society το 1958. Και εξίσου ξαφνικά, οι προοδευτικοί διανοούμενοι αντέστρεψαν το κατηγορητήριό τους. Το πρόβλημα του καπιταλισμού, όπως φαινόταν τώρα, ήταν ότι είχε αναπτυχθεί υπερβολικά· δεν βρισκόμασταν πλέον σε στασιμότητα, αλλά σε υπερβολική ευμάρεια, και ο άνθρωπος είχε χάσει την πνευματικότητά του ανάμεσα στα σουπερμάρκετ και στα ουραία πτερύγια των αυτοκινήτων. Εκείνο που χρειαζόταν, λοιπόν, ήταν να παρέμβει η κυβέρνηση, είτε με μαζική παρέμβαση είτε μέσω του σοσιαλισμού, και να φορολογήσει βαριά τους καταναλωτές για να περιορίσει τη διογκωμένη ευμάρειά τους.
- Η εμμονή με την υπερβολική ευμάρεια έκανε τον κύκλο της και αντικαταστάθηκε από μια αντιφατική ανησυχία για τη φτώχεια, την οποία τροφοδότησε το The Other America του Michael Harrington το 1962. Ξαφνικά, το πρόβλημα της Αμερικής δεν ήταν η υπερβολική ευμάρεια, αλλά η αυξανόμενη και συντριπτική φτώχεια· και, για άλλη μια φορά, η λύση ήταν να παρέμβει η κυβέρνηση, να σχεδιάσει σε μεγάλη κλίμακα και να φορολογήσει τους πλούσιους για να ανακουφίσει τους φτωχούς. Έτσι, είχαμε επί αρκετά χρόνια τον Πόλεμο κατά της Φτώχειας.
- Στασιμότητα· ανεπαρκής ανάπτυξη· υπερβολική ευμάρεια· υπερβολική φτώχεια· οι διανοητικές μόδες άλλαζαν όπως το μήκος των γυναικείων φουστών. Έπειτα, το 1964, η ευτυχώς βραχύβια Ειδική Επιτροπή για την Τριπλή Επανάσταση εξέδωσε το τότε περίφημο μανιφέστο της, το οποίο επανέφερε εμάς και τους προοδευτικούς διανοουμένους στο σημείο εκκίνησης. Επί δύο ή τρία φρενήρη χρόνια μάς σερβιριζόταν η ιδέα ότι το πρόβλημα της Αμερικής δεν ήταν η στασιμότητα αλλά το ακριβώς αντίθετο: μέσα σε λίγα μόνο χρόνια, όλες οι παραγωγικές εγκαταστάσεις της Αμερικής θα αυτοματοποιούνταν και θα περνούσαν σε κυβερνητικό έλεγχο μέσω υπολογιστών, τα εισοδήματα και η παραγωγή θα ήταν τεράστια και υπεράφθονα, αλλά ο αυτοματισμός θα άφηνε τους πάντες χωρίς δουλειά. Για άλλη μια φορά, ο καπιταλισμός της ελεύθερης αγοράς θα οδηγούσε σε μόνιμη μαζική ανεργία, η οποία θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί μόνο —σωστά μαντέψατε! — με μαζική κρατική παρέμβαση ή με πλήρη σοσιαλισμό. Έτσι, επί αρκετά χρόνια στα μέσα της δεκαετίας του 1960, υποφέραμε από αυτό που δικαίως ονομάστηκε «Υστερία της Αυτοματοποίησης».155
- Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 ήταν σαφές σε όλους ότι οι υστερικοί της αυτοματοποίησης είχαν πέσει εντελώς έξω, ότι η αυτοματοποίηση δεν προχωρούσε ταχύτερα από την παλαιού τύπου «μηχανοποίηση» και, πράγματι, ότι η ύφεση του 1969 προκαλούσε μείωση του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας. Κανείς δεν ακούει πια σήμερα για τους κινδύνους της αυτοματοποίησης· βρισκόμαστε πλέον στην έβδομη φάση των οικονομικών παλινωδιών των προοδευτικών.
- Η ευμάρεια είναι και πάλι υπερβολική και, στο όνομα της διατήρησης των φυσικών πόρων, της οικολογίας και της αυξανόμενης σπανιότητας των πόρων, ο καπιταλισμός της ελεύθερης αγοράς αναπτύσσεται υπερβολικά γρήγορα. Ο κρατικός σχεδιασμός ή ο σοσιαλισμός πρέπει, φυσικά, να παρέμβει για να καταργήσει κάθε ανάπτυξη και να δημιουργήσει μια κοινωνία και οικονομία μηδενικής ανάπτυξης — προκειμένου να αποφευχθεί η αρνητική ανάπτυξη, ή οπισθοδρόμηση, κάποια στιγμή στο μέλλον! Επιστρέψαμε τώρα σε μια υπερενισχυμένη εκδοχή της θέσης του Galbraith, στην οποία προστέθηκε επιστημονική ορολογία για απόβλητα, οικολογία και το «διαστημόπλοιο Γη», καθώς και μια σφοδρή επίθεση στην ίδια την τεχνολογία ως κακόβουλο ρυπαντή. Ο καπιταλισμός δημιούργησε την τεχνολογία, την ανάπτυξη —συμπεριλαμβανομένης της πληθυσμιακής αύξησης—, τη βιομηχανία και τη ρύπανση, και η κυβέρνηση υποτίθεται ότι πρέπει να παρέμβει για να εξαλείψει αυτά τα δεινά.
Let us consider the record of recent decades:
1. In the late 1930s and early 1940s, the liberal intellectuals came to the conclusion that capitalism was suffering from inevitable “secular stagnation,” a stagnation imposed by the slowing down of population growth, the end of the old Western frontier, and by the supposed fact that no further inventions were possible. All this spelled eternal stagnation, permanent mass unemployment, and therefore the need for socialism, or thoroughgoing State planning, to replace free-market capitalism. This on the threshold of the greatest boom in American history!
2. During the 1950s, despite the great boom in postwar America, the liberal intellectuals kept raising their sights; the cult of “economic growth” now entered the scene. To be sure, capitalism was growing, but it was not growing fast enough. Therefore free-market capitalism must be abandoned, and socialism or government intervention must step in and force-feed the economy, must build investments and compel greater saving in order to maximize the rate of growth, even if we don’t want to grow that fast. Conservative economists such as Colin Clark attacked this liberal program as “growthmanship.”
3. Suddenly, John Kenneth Galbraith entered the liberal scene with his best-selling The Affluent Society in 1958. And just as suddenly, the liberal intellectuals reversed their indictments. The trouble with capitalism, it now appeared, was that it had grown too much; we were no longer stagnant, but too well off, and man had lost his spirituality amidst supermarkets and automobile tail fins. What was necessary, then, was for government to step in, either in massive intervention or as socialism, and tax the consumers heavily in order to reduce their bloated affluence.
4. The cult of excess affluence had its day, to be superseded by a contradictory worry about poverty, stimulated by Michael Harrington’s The Other America in 1962. Suddenly, the problem with America was not excessive affluence, but increasing and grinding poverty—and, once again, the solution was for the government to step in, plan mightily, and tax the wealthy in order to lift up the poor. And so we had the War on Poverty for several years.
5. Stagnation; deficient growth; overaffluence; overpoverty; the intellectual fashions changed like ladies’ hemlines. Then, in 1964, the happily short-lived Ad Hoc Committee on the Triple Revolution issued its then-famous manifesto, which brought us and the liberal intellectuals full circle. For two or three frenetic years we were regaled with the idea that America’s problem was not stagnation but the exact reverse: in a few short years all of America’s production facilities would be automated and cybernated, incomes and production would be enormous and superabundant, but everyone would be automated out of a job. Once again, free-market capitalism would lead to permanent mass unemployment, which could only be remedied—you guessed it!—by massive State intervention or by outright socialism. For several years, in the mid-1960s, we thus suffered from what was justly named the “Automation Hysteria.”
6. By the late 1960s it was clear to everyone that the automation hysterics had been dead wrong, that automation was proceeding at no faster a pace than old-fashioned “mechanization” and indeed that the 1969 recession was causing a falling off in the rate of increase of productivity. One hears no more about automation dangers nowadays; we are now in the seventh phase of liberal economic flip-flops.
7. Affluence is again excessive, and, in the name of conservation, ecology, and the increasing scarcity of resources, free-market capitalism is growing much too fast. State planning, or socialism, must, of course, step in to abolish all growth and bring about a zero-growth society and economy—in order to avoid negative growth, or retrogression, sometime in the future! We are now back to a super-Galbraithian position, to which has been added scientific jargon about effluents, ecology, and “spaceship earth,” as well as a bitter assault on technology itself as being an evil polluter. Capitalism has brought about technology, growth—including population growth, industry, and pollution—and government is supposed to step in and eradicate these evils.
Στην πραγματικότητα, δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο να συναντούμε σήμερα τους ίδιους ανθρώπους να υποστηρίζουν ένα αντιφατικό μείγμα των θέσεων 5 και 7, ισχυριζόμενοι ταυτόχρονα ότι (α) ζούμε σε μια εποχή «μετά τη σπανιότητα», στην οποία δεν χρειαζόμαστε πλέον ιδιωτική ιδιοκτησία, καπιταλισμό ή υλικά κίνητρα για την παραγωγή· και (β) η καπιταλιστική απληστία εξαντλεί τους πόρους μας και προκαλεί επικείμενη παγκόσμια σπανιότητα. Η προοδευτική απάντηση και στα δύο, ή πράγματι σε όλα αυτά τα προβλήματα, αποδεικνύεται φυσικά η ίδια: σοσιαλισμός ή κρατικός σχεδιασμός για την αντικατάσταση του καπιταλισμού της ελεύθερης αγοράς. Ο μεγάλος οικονομολόγος Joseph Schumpeter συνόψισε πριν από μία γενιά ολόκληρη αυτή την ευτελή παράσταση των προοδευτικών διανοουμένων: «Ο καπιταλισμός δικάζεται ενώπιον δικαστών που έχουν τη θανατική καταδίκη στην τσέπη τους. Θα την εκδώσουν, όποια υπεράσπιση κι αν ακούσουν· η μόνη επιτυχία που μπορεί ενδεχομένως να επιτύχει μια νικηφόρα υπεράσπιση είναι η αλλαγή του κατηγορητηρίου».156 Έτσι, οι κατηγορίες και τα κατηγορητήρια μπορεί να αλλάζουν και να αντιφάσκουν προς προηγούμενες κατηγορίες — αλλά η απάντηση παραμένει πάντοτε, μονότονα, η ίδια.
It is not at all unusual, in fact, to find the same people now holding a contradictory blend of positions 5 and 7 and maintaining at one and the same time that (a) we are living in a “post-scarcity” age where we no longer need private property, capitalism, or material incentives to production; and (b) that capitalist greed is depleting our resources and bringing about imminent worldwide scarcity. The liberal answer to both, or indeed to all, of these problems turns out, of course, to be the same: socialism or state planning to replace free-market capitalism. The great economist Joseph Schumpeter put the whole shoddy performance of liberal intellectuals into a nutshell a generation ago:
Capitalism stands its trial before judges who have the sentence of death in their pockets. They are going to pass it, whatever the defense they may hear; the only success victorious defense can possibly produce is a change in the indictment.
And so, the charges, the indictments, may change and contradict previous charges—but the answer is always and wearily the same.
Η επίθεση στην τεχνολογία και στην ανάπτυξη
↗ στη σελίδα του βιβλίουThe Attack on Technology and Growth
Η επίθεση της μόδας κατά της ανάπτυξης και της ευμάρειας είναι ολοφάνερα επίθεση προοδευτικών της ανώτερης τάξης, που ζουν άνετα και ικανοποιημένα. Απολαμβάνοντας υλική άνεση και βιοτικό επίπεδο αδιανόητα ακόμη και για τους πλουσιότερους ανθρώπους του παρελθόντος, είναι εύκολο γι’ αυτούς να χλευάζουν τον «υλισμό» και να ζητούν το πάγωμα κάθε περαιτέρω οικονομικής προόδου.157 Για τη μάζα του παγκόσμιου πληθυσμού που εξακολουθεί να ζει στην εξαθλίωση, μια τέτοια κραυγή υπέρ της παύσης της ανάπτυξης είναι πραγματικά αισχρή· ακόμη όμως και στις Ηνωμένες Πολιτείες υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις κορεσμού και υπεραφθονίας. Ούτε οι ίδιοι οι προοδευτικοί της ανώτερης τάξης έχουν διακριθεί για το ότι ρίχνουν στη φωτιά τις μισθολογικές επιταγές τους, ως συνεισφορά στον πόλεμό τους κατά του «υλισμού» και της ευμάρειας.
The fashionable attack on growth and affluence is palpably an attack by comfortable, contented upper-class liberals. Enjoying a material contentment and a living standard undreamt of by even the wealthiest men of the past, it is easy for upper-class liberals to sneer at “materialism,” and to call for a freeze on all further economic advance. For the mass of the world’s population still living in squalor such a cry for the cessation of growth is truly obscene; but even in the United States, there is little evidence of satiety and superabundance. Even the upper-class liberals themselves have not been conspicuous for making a bonfire of their salary checks as a contribution to their war on “materialism” and affluence.
Η διαδεδομένη επίθεση στην τεχνολογία είναι ακόμη πιο ανεύθυνη. Αν η τεχνολογία οπισθοχωρούσε στη «φυλή» και στην προβιομηχανική εποχή, το αποτέλεσμα θα ήταν μαζική λιμοκτονία και θάνατος σε παγκόσμια κλίμακα. Η συντριπτική πλειονότητα του παγκόσμιου πληθυσμού εξαρτά την ίδια της την επιβίωση από τη σύγχρονη τεχνολογία και βιομηχανία. Η βορειοαμερικανική ήπειρος μπορούσε να συντηρήσει περίπου ένα εκατομμύριο Ινδιάνους πριν από τον Columbus, όλους σε επίπεδο στοιχειώδους επιβίωσης. Σήμερα μπορεί να συντηρεί αρκετές εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους, όλους σε απείρως υψηλότερο βιοτικό επίπεδο — και ο λόγος είναι η σύγχρονη τεχνολογία και βιομηχανία. Καταργήστε αυτές, και θα καταργήσουμε και τους ανθρώπους. Ποιος ξέρει· για τους φανατικούς πολέμιους του πληθυσμού, αυτή η «λύση» στο πληθυσμιακό ζήτημα μπορεί να είναι καλή, αλλά για τη μεγάλη πλειονότητά μας θα ήταν πράγματι μια δρακόντεια «τελική λύση».
The widespread attack on technology is even more irresponsible. If technology were to be rolled back to the “tribe” and to the preindustrial era, the result would be mass starvation and death on a universal scale. The vast majority of the world’s population is dependent for its very survival on modern technology and industry. The North American continent was able to accommodate approximately one million Indians in the days before Columbus, all living on a subsistence level. It is now able to accommodate several hundred million people, all living at an infinitely higher living standard—and the reason is modern technology and industry. Abolish the latter and we will abolish the people as well. For all one knows, to our fanatical antipopulationists this “solution” to the population question may be a good thing, but for the great majority of us, this would be a draconian “final solution” indeed.
Η ανεύθυνη επίθεση στην τεχνολογία είναι άλλη μία προοδευτική παλινωδία: προέρχεται από τους ίδιους προοδευτικούς διανοουμένους που, πριν από τριάντα και πλέον χρόνια, κατήγγελλαν τον καπιταλισμό επειδή δεν αξιοποιούσε πλήρως τη σύγχρονη τεχνολογία στην υπηρεσία του κρατικού σχεδιασμού και ζητούσαν την απόλυτη κυριαρχία μιας σύγχρονης «τεχνοκρατικής» ελίτ. Κι όμως, οι ίδιοι ακριβώς διανοούμενοι που όχι πολύ καιρό πριν λαχταρούσαν μια τεχνοκρατική δικτατορία πάνω σε ολόκληρη τη ζωή μας προσπαθούν τώρα να μας στερήσουν τους ζωτικούς καρπούς της ίδιας της τεχνολογίας.
The irresponsible attack on technology is another liberal flip-flop: it comes from the same liberal intellectuals who, 30-odd years ago, were denouncing capitalism for not putting modern technology to full use in the service of State planning and were calling for absolute rule by a modern “technocratic” elite. Yet now the very same intellectuals who not so long ago were yearning for a technocratic dictatorship over all of our lives are now trying to deprive us of the vital fruits of technology itself.
Ωστόσο, οι διάφορες αντιφατικές φάσεις της προοδευτικής σκέψης δεν πεθαίνουν ποτέ εντελώς· και πολλοί από τους ίδιους πολέμιους της τεχνολογίας, αντιστρέφοντας κατά 180 μοίρες την υστερία της αυτοματοποίησης, προβλέπουν επίσης με βεβαιότητα τεχνολογική στασιμότητα από εδώ και στο εξής. Προαναγγέλλουν ευδιάθετα ένα ζοφερό μέλλον για την ανθρωπότητα, υποθέτοντας ότι η τεχνολογία θα παραμείνει στάσιμη και δεν θα συνεχίσει να βελτιώνεται και να επιταχύνεται. Αυτή είναι η τεχνική ψευδοεπιστημονικής πρόβλεψης της πολυδιαφημισμένης έκθεσης της Λέσχης της Ρώμης κατά της ανάπτυξης. Όπως γράφουν οι Passell, Roberts και Ross στην κριτική τους στην έκθεση, «Αν η τηλεφωνική εταιρεία περιοριζόταν στην τεχνολογία των αρχών του αιώνα, θα χρειάζονταν 20 εκατομμύρια τηλεφωνητές για να διεκπεραιώνουν τον σημερινό όγκο κλήσεων». Ή, όπως παρατήρησε ο Βρετανός εκδότης Norman Macrae, «η προέκταση των τάσεων της δεκαετίας του 1880 θα έδειχνε τις σημερινές πόλεις θαμμένες κάτω από κοπριά αλόγων».158 Ή, περαιτέρω:
Yet the various contradictory phases of liberal thought never completely die; and many of the same antitechnologists, in a 180-degree reversal of the automation hysteria, are also confidently forecasting technological stagnation from now on. They cheerily predict a gloomy future for mankind by assuming that technology will stagnate, and not continue to improve and accelerate. This is the technique of pseudoscientific forecasting of the widely touted antigrowth Club of Rome Report. As Passell, Roberts, and Ross write in their critique of the report, “If the telephone company were restricted to turn-of-the-century technology 20 million operators would be needed to handle today’s volume of calls.” Or, as British editor Norman Macrae has observed, “an extrapolation of the trends of the 1880s would show today’s cities buried under horse manure.” Or, further:
Ενώ το μοντέλο της ομάδας της Λέσχης της Ρώμης υποθέτει εκθετική αύξηση των βιομηχανικών και αγροτικών αναγκών, θέτει αυθαίρετα, μη εκθετικά όρια στην τεχνική πρόοδο που θα μπορούσε να καλύψει αυτές τις ανάγκες…
Ο αιδεσιμότατος Thomas Malthus διατύπωσε ένα παρόμοιο επιχείρημα πριν από δύο αιώνες, χωρίς το όφελος των εκτυπώσεων υπολογιστή… Ο Malthus υποστήριζε ότι οι άνθρωποι τείνουν να πολλαπλασιάζονται εκθετικά, ενώ η προσφορά τροφίμων αυξάνεται, στην καλύτερη περίπτωση, με σταθερό ρυθμό. Περίμενε ότι η λιμοκτονία και ο πόλεμος θα αποκαθιστούσαν περιοδικά την ισορροπία…
Δεν υπάρχει όμως κανένα ιδιαίτερο κριτήριο, πέρα από τη μυωπία, στο οποίο να μπορεί να στηριχθεί αυτή η εικασία. Ο Malthus έσφαλλε· η ικανότητα παραγωγής τροφίμων συμβάδισε με τον πληθυσμό. Μολονότι κανείς δεν γνωρίζει με βεβαιότητα, η τεχνική πρόοδος δεν δείχνει κανένα σημάδι επιβράδυνσης. Οι καλύτερες οικονομετρικές εκτιμήσεις υποδεικνύουν ότι πράγματι αυξάνεται εκθετικά.159
While the team’s [Club of Rome’s] model hypothesizes exponential growth for industrial and agricultural needs, it places arbitrary, nonexponential, limits on the technical progress that might accommodate these needs....
The Rev. Thomas Malthus made a similar point two centuries ago without benefit of computer printouts.... Malthus argued that people tend to multiply exponentially, while the food supply at best increases at a constant rate. He expected that starvation and war would periodically redress the balance....
But there is no particular criterion beyond myopia on which to base that speculation. Malthus was wrong; food capacity has kept up with population. While no one knows for certain, technical progress shows no sign of slowing down. The best econometric estimates suggest that it is indeed growing exponentially.
Εκείνο που χρειαζόμαστε είναι περισσότερη οικονομική ανάπτυξη, όχι λιγότερη· περισσότερη και καλύτερη τεχνολογία, όχι την ανέφικτη και παράλογη απόπειρα κατάργησής της και επιστροφής στην πρωτόγονη φυλή. Η βελτιωμένη τεχνολογία και οι μεγαλύτερες επενδύσεις κεφαλαίου θα οδηγήσουν σε υψηλότερο βιοτικό επίπεδο για όλους και θα προσφέρουν μεγαλύτερες υλικές ανέσεις, καθώς και τον ελεύθερο χρόνο για να επιδιώκουμε και να απολαμβάνουμε την «πνευματική» πλευρά της ζωής. Ελάχιστη καλλιέργεια ή πολιτισμός είναι προσιτά σε ανθρώπους που πρέπει να εργάζονται επί πολλές ώρες για να εξασφαλίζουν μόλις τα προς το ζην. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι η παραγωγική επένδυση κεφαλαίου εκτρέπεται μέσω φόρων, περιορισμών και κυβερνητικών συμβάσεων προς αντιπαραγωγικές και σπάταλες κρατικές δαπάνες, συμπεριλαμβανομένων των σπάταλων στρατιωτικών και διαστημικών εγχειρημάτων. Επιπλέον, ο πολύτιμος τεχνικός πόρος των επιστημόνων και των μηχανικών διοχετεύεται ολοένα εντονότερα προς την κυβέρνηση αντί προς τη μη στρατιωτική παραγωγή καταναλωτικών αγαθών. Εκείνο που χρειαζόμαστε είναι να πάψει η κυβέρνηση να στέκεται εμπόδιο, να αποσύρει από την οικονομία το ασφυκτικό βάρος της φορολογίας και των δαπανών της και να επιτρέψει στους παραγωγικούς και τεχνικούς πόρους να αφοσιωθούν και πάλι πλήρως στην αύξηση της ευημερίας της μάζας των καταναλωτών. Χρειαζόμαστε ανάπτυξη, υψηλότερο βιοτικό επίπεδο και τεχνολογία και κεφαλαιουχικό εξοπλισμό που να ανταποκρίνονται στις επιθυμίες και στις απαιτήσεις των καταναλωτών· μπορούμε όμως να τα επιτύχουμε μόνο απομακρύνοντας το ασφυκτικό βάρος του κρατισμού και επιτρέποντας στις δυνάμεις ολόκληρου του πληθυσμού να εκφραστούν στην οικονομία της ελεύθερης αγοράς. Χρειαζόμαστε οικονομική και τεχνολογική ανάπτυξη που να αναδύεται ελεύθερα, όπως έχει δείξει η Jane Jacobs, από την οικονομία της ελεύθερης αγοράς, όχι τις στρεβλώσεις και τις σπατάλες που επέβαλε στην παγκόσμια οικονομία η καταναγκαστική τροφοδότησή της από τους προοδευτικούς της δεκαετίας του 1950. Χρειαζόμαστε, εν ολίγοις, μια γνήσια οικονομία ελεύθερης αγοράς, μια λιμπερταριανή οικονομία.
What we need is more economic growth, not less; more and better technology, and not the impossible and absurd attempt to scrap technology and return to the primitive tribe. Improved technology and greater capital investment will lead to higher living standards for all and provide greater material comforts, as well as the leisure to pursue and enjoy the “spiritual” side of life. There is precious little culture or civilization available for people who must work long hours to eke out a subsistence living. The real problem is that productive capital investment is being siphoned off by taxes, restrictions, and government contracts for unproductive and wasteful government expenditures, including military and space boondoggling. Furthermore, the precious technical resource of scientists and engineers is being ever more intensively diverted to government, instead of to “civilian” consumer production. What we need is for government to get out of the way, remove its incubus of taxation and expenditures from the economy, and allow productive and technical resources once again to devote themselves fully to increasing the well-being of the mass of consumers. We need growth, higher living standards, and a technology and capital equipment that meet consumer wants and demands; but we can only achieve these by removing the incubus of statism and allowing the energies of all of the population to express themselves in the free-market economy. We need an economic and technological growth that emerges freely, as Jane Jacobs has shown, from the free-market economy, and not the distortions and wastes imposed upon the world economy from the liberal force-feeding of the 1950s. We need, in short, a truly free-market, libertarian economy.
Όπως αναφέραμε, οι ίδιοι ακριβώς προοδευτικοί που ισχυρίζονται ότι έχουμε εισέλθει στην εποχή «μετά τη σπανιότητα» και δεν χρειαζόμαστε πλέον οικονομική ανάπτυξη πρωτοστατούν στην καταγγελία ότι η «καπιταλιστική απληστία» καταστρέφει τους σπάνιους φυσικούς μας πόρους. Οι ζοφεροί προφήτες της καταστροφής της Λέσχης της Ρώμης, για παράδειγμα, προεκτείνοντας απλώς τις σημερινές τάσεις χρήσης των πόρων, προβλέπουν με βεβαιότητα την εξάντληση ζωτικών πρώτων υλών μέσα σε σαράντα χρόνια. Βέβαιες —και εντελώς εσφαλμένες— προβλέψεις εξάντλησης των πρώτων υλών, όμως, έχουν διατυπωθεί αναρίθμητες φορές κατά τους τελευταίους αιώνες.
As we have mentioned, the selfsame liberals who claim that we have entered the “postscarcity” age and are in no further need of economic growth, are in the forefront of the complaint that “capitalist greed” is destroying our scarce natural resources. The gloom-and-doom soothsayers of the Club of Rome, for example, by simply extrapolating current trends of resource use, confidently predict the exhaustion of vital raw materials within 40 years. But confident—and completely faulty—predictions of exhaustion of raw materials have been made countless times in recent centuries.
Εκείνο που παραβλέπουν οι προφήτες είναι ο ζωτικός ρόλος που διαδραματίζει ο οικονομικός μηχανισμός της ελεύθερης αγοράς στη διατήρηση και στην αύξηση των φυσικών πόρων. Ας εξετάσουμε, για παράδειγμα, ένα τυπικό ορυχείο χαλκού. Γιατί το μετάλλευμα χαλκού δεν έχει εξαντληθεί εδώ και πολύ καιρό από τις αμείλικτες απαιτήσεις του βιομηχανικού μας πολιτισμού; Γιατί οι επιχειρήσεις εξόρυξης χαλκού, μόλις βρουν και ανοίξουν μια φλέβα μεταλλεύματος, δεν εξορύσσουν αμέσως όλον τον χαλκό· γιατί, αντιθέτως, διατηρούν το ορυχείο, διευρύνουν τα αποθέματά του και εξορύσσουν τον χαλκό σταδιακά, χρόνο με τον χρόνο; Επειδή οι ιδιοκτήτες του ορυχείου αντιλαμβάνονται ότι, για παράδειγμα, αν τριπλασιάσουν τη φετινή παραγωγή χαλκού, μπορεί πράγματι να τριπλασιάσουν το φετινό εισόδημα, αλλά θα εξαντλούν επίσης το ορυχείο και, συνεπώς, το μελλοντικό εισόδημα που θα μπορούν να αντλήσουν από αυτό. Στην αγορά, αυτή η απώλεια μελλοντικού εισοδήματος αντανακλάται αμέσως στη χρηματική αξία — στην τιμή— του ορυχείου ως συνόλου. Αυτή η χρηματική αξία, που αντανακλάται στην τιμή πώλησης του ορυχείου και κατόπιν στις επιμέρους μετοχές της μεταλλευτικής εταιρείας, βασίζεται στο αναμενόμενο μελλοντικό εισόδημα από την παραγωγή χαλκού· επομένως, κάθε μείωση των αποθεμάτων του ορυχείου θα μειώνει την αξία του και, συνεπώς, την τιμή των μετοχών. Κάθε ιδιοκτήτης ορυχείου πρέπει, λοιπόν, να σταθμίζει τα πλεονεκτήματα του άμεσου εισοδήματος από την παραγωγή χαλκού έναντι της απώλειας της «κεφαλαιακής αξίας» του ορυχείου ως συνόλου και, συνεπώς, έναντι της απώλειας στην αξία των μετοχών του.
What the soothsayers have overlooked is the vital role that the free-market economic mechanism plays in conserving, and adding to, natural resources. Let us consider, for example, a typical copper mine. Why has copper ore not been exhausted long before now by the inexorable demands of our industrial civilization? Why is it that copper miners, once they have found and opened a vein of ore, do not mine all the copper immediately; why, instead, do they conserve the copper mine, add to it, and extract the copper gradually, from year to year? Because the mine owners realize that, for example, if they triple this year’s production of copper they may indeed triple this year’s income, but they will also be depleting the mine, and therefore the future income they will be able to derive from it. On the market, this loss of future income is immediately reflected in the monetary value—the price—of the mine as a whole. This monetary value, reflected in the selling price of the mine, and then of individual shares of mining stock, is based on the expected future income to be earned from the production of the copper; any depletion of the mine, then, will lower the value of the mine and hence the price of the mining stock. Every mine owner, then, has to weigh the advantages of immediate income from copper production against the loss in the “capital value” of the mine as a whole, and hence against the loss in the value of his shares.
Οι αποφάσεις των ιδιοκτητών των ορυχείων καθορίζονται από τις προσδοκίες τους για τη μελλοντική παραγωγή και ζήτηση χαλκού, τα υφιστάμενα και αναμενόμενα επιτόκια κ.λπ. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι αναμένεται ο χαλκός να καταστεί περιττός μέσα σε λίγα χρόνια εξαιτίας ενός νέου συνθετικού μετάλλου. Σε αυτή την περίπτωση, οι ιδιοκτήτες ορυχείων χαλκού θα σπεύσουν να παράγουν περισσότερο χαλκό τώρα, όταν αποτιμάται υψηλότερα, και να διατηρήσουν λιγότερο για το μέλλον, όταν θα έχει μικρή αξία — ωφελώντας έτσι τους καταναλωτές και την οικονομία συνολικά, παράγοντας χαλκό τώρα, όταν είναι εντονότερα αναγκαίος. Αντιθέτως, αν αναμένεται μελλοντική έλλειψη χαλκού, οι ιδιοκτήτες θα παράγουν λιγότερο τώρα και θα περιμένουν να παράγουν περισσότερο αργότερα, όταν οι τιμές του χαλκού θα είναι υψηλότερες — ωφελώντας έτσι την κοινωνία με μεγαλύτερη παραγωγή στο μέλλον, όταν ο χαλκός θα είναι εντονότερα αναγκαίος. Βλέπουμε, επομένως, ότι η οικονομία της αγοράς διαθέτει έναν θαυμαστό ενσωματωμένο μηχανισμό, μέσω του οποίου οι αποφάσεις των ιδιοκτητών πόρων σχετικά με την παρούσα έναντι της μελλοντικής παραγωγής ωφελούν όχι μόνο το δικό τους εισόδημα και τον πλούτο τους, αλλά και τη μάζα των καταναλωτών και την οικονομία συνολικά.
The mine owners’ decisions are determined by their expectations of future copper yields and demands, the existing and expected rates of interest, etc. Suppose, for example, that copper is expected to be rendered obsolete in a few years by a new synthetic metal. In that case, copper mine owners will rush to produce more copper now when it is more highly valued, and save less for the future when it will have little value—thereby benefitting the consumers and the economy as a whole by producing copper now when it is more intensely needed. But, on the other hand, if a copper shortage is expected in the future, mine owners will produce less now and wait to produce more later when copper prices are higher—thereby benefitting society by producing more in the future when it will be needed more intensely. Thus, we see that the market economy contains a marvelous built-in mechanism whereby the decisions of resource owners on present as against future production will benefit not only their own income and wealth, but the mass of consumers and the economy as a whole.
Αυτός ο μηχανισμός της ελεύθερης αγοράς, όμως, έχει και άλλες διαστάσεις. Ας υποθέσουμε ότι αναμένεται πλέον αυξανόμενη έλλειψη χαλκού στο μέλλον. Το αποτέλεσμα είναι ότι μεγαλύτερη ποσότητα χαλκού δεν θα εξορυχθεί τώρα και θα διατηρηθεί για μελλοντική παραγωγή. Η σημερινή τιμή του χαλκού θα αυξηθεί. Η άνοδος των τιμών του χαλκού θα έχει αρκετές επιδράσεις «διατήρησης». Πρώτον, η υψηλότερη τιμή αποτελεί σήμα προς τους χρήστες του ότι ο χαλκός είναι σπανιότερος και ακριβότερος· αυτοί θα περιορίσουν τότε τη χρήση του ακριβότερου μετάλλου. Θα χρησιμοποιούν λιγότερο χαλκό, υποκαθιστώντας τον με φθηνότερα μέταλλα ή πλαστικά· έτσι ο χαλκός θα εξοικονομείται περισσότερο και θα διατηρείται για εκείνες τις χρήσεις στις οποίες δεν υπάρχει ικανοποιητικό υποκατάστατο. Επιπλέον, το μεγαλύτερο κόστος του χαλκού θα ενθαρρύνει (α) την εντατική αναζήτηση νέων κοιτασμάτων και (β) την αναζήτηση λιγότερο δαπανηρών υποκατάστατων, ίσως μέσω νέων τεχνολογικών ανακαλύψεων. Οι υψηλότερες τιμές του χαλκού θα ενθαρρύνουν επίσης προσπάθειες εξοικονόμησης και ανακύκλωσης του μετάλλου. Αυτός ο μηχανισμός τιμών της ελεύθερης αγοράς είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο ο χαλκός και άλλοι φυσικοί πόροι δεν έχουν εξαφανιστεί εδώ και πολύ καιρό. Όπως αναφέρουν οι Passell, Roberts και Ross στην κριτική τους στη Λέσχη της Ρώμης:
But there is much more to this free-market mechanism: Suppose that a growing shortage of copper is now expected in the future. The result is that more copper will be withheld now and saved for future production. The price of copper now will rise. The increase in copper prices will have several “conserving” effects. In the first place, the higher price of copper is a signal to the users of copper that it is scarcer and more expensive; the copper users will then conserve the use of this more expensive metal. They will use less copper, substituting cheaper metals or plastics; and copper will be conserved more fully and saved for those uses for which there is no satisfactory substitute. Moreover, the greater cost of copper will stimulate (a) a rush to find new copper ores; and (b) a search for less expensive substitutes, perhaps by new technological discoveries. Higher prices for copper will also stimulate campaigns for saving and recycling the metal. This price mechanism of the free market is precisely the reason that copper, and other natural resources, have not disappeared long ago. As Passell, Roberts, and Ross say in their critique of the Club of Rome:
Τα αποθέματα και οι ανάγκες φυσικών πόρων στο μοντέλο υπολογίζονται… χωρίς οι τιμές να περιλαμβάνονται ως μεταβλητή στην πρόβλεψη των «Ορίων» για τον τρόπο χρήσης των πόρων. Στον πραγματικό κόσμο, οι αυξανόμενες τιμές λειτουργούν ως οικονομικό σήμα για τη διατήρηση των σπάνιων πόρων, παρέχοντας κίνητρα χρήσης φθηνότερων υλικών στη θέση τους, ενθαρρύνοντας την έρευνα για νέους τρόπους εξοικονόμησης εισροών φυσικών πόρων και καθιστώντας πιο κερδοφόρες τις νέες προσπάθειες αναζήτησης κοιτασμάτων.160
Natural resource reserves and needs in the model are calculated [in]... the absence of prices as a variable in the “Limits” projection of how resources will be used. In the real world, rising prices act as an economic signal to conserve scarce resources, providing incentives to use cheaper materials in their place, stimulating research efforts on new ways to save on resource inputs, and making renewed exploration attempts more profitable.
Στην πραγματικότητα, αντίθετα προς όσα υποστηρίζουν οι προφήτες της καταστροφής, οι τιμές των πρώτων υλών και των φυσικών πόρων παρέμειναν χαμηλές και γενικά μειώθηκαν σε σχέση με άλλες τιμές. Για τους προοδευτικούς και μαρξιστές διανοουμένους, αυτό αποτελεί συνήθως ένδειξη καπιταλιστικής «εκμετάλλευσης» των υπανάπτυκτων χωρών, οι οποίες συχνά παράγουν τις πρώτες ύλες. Αποτελεί όμως ένδειξη ενός εντελώς διαφορετικού γεγονότος: ότι οι φυσικοί πόροι δεν γίνονται σπανιότεροι αλλά αφθονότεροι· εξ ου και το σχετικά χαμηλότερο κόστος τους. Η ανάπτυξη φθηνών υποκατάστατων, όπως τα πλαστικά και οι συνθετικές ίνες, έχει διατηρήσει τους φυσικούς πόρους φθηνούς και άφθονους. Και μέσα σε λίγες δεκαετίες μπορούμε να αναμένουμε ότι η σύγχρονη τεχνολογία θα αναπτύξει μια εξαιρετικά φθηνή πηγή ενέργειας —την πυρηνική σύντηξη—, μια εξέλιξη που θα αποδώσει αυτομάτως μεγάλη αφθονία πρώτων υλών για την εργασία που θα απαιτείται.
In fact, in contrast to the gloom-and-doomers, raw material and natural resource prices have remained low, and have generally declined relative to other prices. To liberal and Marxist intellectuals, this is usually a sign of capitalist “exploitation” of the underdeveloped countries which are often the producers of the raw materials. But it is a sign of something completely different, of the fact that natural resources have not been growing scarcer but more abundant; hence their relatively lower cost. The development of cheap substitutes, e.g., plastics, synthetic fibres, has kept natural resources cheap and abundant. And in a few decades we can expect that modern technology will develop a remarkably cheap source of energy—nuclear fusion—a development which will automatically yield a great abundance of raw materials for the work that will be needed.
Η ανάπτυξη συνθετικών υλικών και φθηνότερης ενέργειας αναδεικνύει μια ζωτική πτυχή της σύγχρονης τεχνολογίας την οποία παραβλέπουν οι καταστροφολόγοι: ότι η τεχνολογία και η βιομηχανική παραγωγή δημιουργούν πόρους που δεν είχαν ποτέ προηγουμένως υπάρξει ως αξιοποιήσιμοι πόροι. Για παράδειγμα, πριν από την ανάπτυξη της λάμπας κηροζίνης και ιδίως του αυτοκινήτου, το πετρέλαιο δεν ήταν πόρος αλλά ανεπιθύμητο άχρηστο υλικό, ένα τεράστιο υγρό μαύρο «ζιζάνιο». Μόνο η ανάπτυξη της σύγχρονης βιομηχανίας μετέτρεψε το πετρέλαιο σε χρήσιμο πόρο. Επιπλέον, η σύγχρονη τεχνολογία, μέσω βελτιωμένων γεωλογικών τεχνικών και των κινήτρων της αγοράς, ανακαλύπτει με ταχύ ρυθμό νέα πετρελαϊκά αποθέματα.
The development of synthetic materials and of cheaper energy highlights a vital aspect of modern technology the doom-sayers overlook: that technology and industrial production create resources which had never existed as effective resources. For example, before the development of the kerosene lamp and especially the automobile, petroleum was not a resource but an unwanted waste, a giant liquid black “weed.” It was only the development of modern industry that converted petroleum into a useful resource. Furthermore, modern technology, through improved geological techniques and through the incentives of the market, has been finding new petroleum reserves at a rapid rate.
Οι προβλέψεις επικείμενης εξάντλησης των πόρων, όπως σημειώσαμε, δεν είναι καινούργιες. Το 1908, ο Πρόεδρος Theodore Roosevelt, συγκαλώντας Διάσκεψη Κυβερνητών για τους φυσικούς πόρους, προειδοποίησε για την «επικείμενη εξάντλησή» τους. Στην ίδια διάσκεψη, ο μεγιστάνας της χαλυβουργίας Andrew Carnegie προέβλεψε την εξάντληση της μεταλλοφόρου ζώνης σιδήρου της λίμνης Σουπίριορ έως το 1940, ενώ ο μεγιστάνας των σιδηροδρόμων James J. Hill προέβλεψε την εξάντληση μεγάλου μέρους των αποθεμάτων ξυλείας μας μέσα σε δέκα χρόνια. Και όχι μόνο αυτό: ο Hill προέβλεψε ακόμη και επικείμενη ανεπάρκεια της παραγωγής σιταριού στις Ηνωμένες Πολιτείες, σε μια χώρα όπου εξακολουθούμε να παλεύουμε με τα πλεονάσματα σιταριού που δημιουργεί το πρόγραμμα αγροτικών επιδοτήσεών μας. Οι σημερινές προβλέψεις καταστροφής στηρίζονται στην ίδια βάση: στη σοβαρή υποτίμηση των προοπτικών της σύγχρονης τεχνολογίας και στην άγνοια της λειτουργίας της οικονομίας της αγοράς.161
Predictions of imminent exhaustion of resources, as we have noted, are nothing new. In 1908, President Theodore Roosevelt, calling a Governors’ Conference on natural resources, warned of their “imminent exhaustion.” At the same conference, steel industrialist Andrew Carnegie predicted the exhaustion of the Lake Superior iron range by 1940, while railroad magnate James J. Hill forecast the exhaustion of much of our timber resources in ten years. Not only that: Hill even predicted an imminent shortage of wheat production in the United States, in a country where we are still grappling with the wheat surpluses generated by our farm subsidy program. Current forecasts of doom are made on the same basis: a grievous underweighting of the prospects of modern technology and an ignorance of the workings of the market economy.
Είναι αλήθεια ότι ορισμένοι συγκεκριμένοι φυσικοί πόροι έχουν υποστεί και εξακολουθούν να υφίστανται εξάντληση. Σε κάθε περίπτωση όμως, η αιτία δεν ήταν η «καπιταλιστική απληστία»· αντιθέτως, ήταν η αποτυχία της κυβέρνησης να επιτρέψει την ιδιωτική ιδιοκτησία του πόρου — εν ολίγοις, η αποτυχία να ακολουθήσει μέχρι τέλους τη λογική των δικαιωμάτων ιδιωτικής ιδιοκτησίας.
It is true that several particular natural resources have suffered, in the past and now, from depletion. But in each case the reason has not been “capitalist greed”; on the contrary, the reason has been the failure of government to allow private property in the resource—in short, a failure to pursue the logic of private property rights far enough.
Ένα παράδειγμα είναι τα αποθέματα ξυλείας. Στην αμερικανική Δύση και στον Καναδά, τα περισσότερα δάση ανήκουν όχι σε ιδιώτες αλλά στην ομοσπονδιακή ή στην επαρχιακή κυβέρνηση. Η κυβέρνηση εκμισθώνει κατόπιν τη χρήση τους σε ιδιωτικές εταιρείες ξυλείας. Εν ολίγοις, η ιδιωτική ιδιοκτησία επιτρέπεται μόνο επί της ετήσιας χρήσης του πόρου, όχι επί του ίδιου του δάσους, του ίδιου του πόρου. Σε αυτή την κατάσταση, η ιδιωτική εταιρεία ξυλείας δεν κατέχει την κεφαλαιακή αξία και, συνεπώς, δεν χρειάζεται να ανησυχεί για την εξάντληση του ίδιου του πόρου. Δεν έχει οικονομικό κίνητρο να τον διατηρεί, να αναφυτεύει δέντρα κ.λπ. Το μόνο της κίνητρο είναι να κόβει όσο το δυνατόν περισσότερα δέντρα όσο το δυνατόν γρηγορότερα, αφού η διατήρηση της κεφαλαιακής αξίας του δάσους δεν έχει οικονομική αξία για την ίδια. Στην Ευρώπη, όπου η ιδιωτική ιδιοκτησία των δασών είναι πολύ συνηθέστερη, υπάρχουν ελάχιστα παράπονα για καταστροφή των αποθεμάτων ξυλείας. Διότι όπου επιτρέπεται η ιδιωτική ιδιοκτησία του ίδιου του δάσους, συμφέρει τον ιδιοκτήτη να διατηρεί και να αποκαθιστά τη δασική βλάστηση ενώ υλοτομεί, ώστε να αποφεύγει τη μείωση της κεφαλαιακής αξίας του δάσους.162
One example has been timber resources. In the American West and in Canada, most of the forests are owned, not by private owners but by the federal (or provincial) government. The government then leases their use to private timber companies. In short, private property is permitted only in the annual use of the resource, but not in the forest, the resource, itself. In this situation, the private timber company does not own the capital value, and therefore does not have to worry about depletion of the resource itself. The timber company has no economic incentive to conserve the resource, replant trees, etc. Its only incentive is to cut as many trees as quickly as possible, since there is no economic value to the timber company in maintaining the capital value of the forest. In Europe, where private ownership of forests is far more common, there is little complaint of destruction of timber resources. For wherever private property is allowed in the forest itself, it is to the benefit of the owner to preserve and restore tree growth while he is cutting timber, so as to avoid depletion of the forest’s capital value.
Έτσι, στις Ηνωμένες Πολιτείες, ένας από τους κυριότερους υπαιτίους είναι η Δασική Υπηρεσία του Υπουργείου Γεωργίας, η οποία κατέχει δάση και εκμισθώνει ετήσια δικαιώματα υλοτομίας, με αποτέλεσμα την καταστροφή των δέντρων. Αντιθέτως, σε ιδιωτικά δάση, όπως εκείνα που ανήκουν σε μεγάλες εταιρείες ξυλείας σαν τη Georgia-Pacific και τη U.S. Plywood, η υλοτομία και η αναδάσωση γίνονται με επιστημονικές μεθόδους, ώστε να διατηρείται η μελλοντική προσφορά τους.163
Thus, in the United States, a major culprit has been the Forest Service of the U.S. Department of Agriculture, which owns forests and leases annual rights to cut timber, with resulting devastation of the trees. In contrast, private forests such as those owned by large lumber firms like Georgia-Pacific and U.S. Plywood scientifically cut and reforest their trees in order to maintain their future supply.
Μια άλλη δυσάρεστη συνέπεια της αποτυχίας της αμερικανικής κυβέρνησης να επιτρέψει την ιδιωτική ιδιοκτησία ενός πόρου ήταν η καταστροφή των λιβαδιών της Δύσης στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα. Κάθε θεατής ταινιών «γουέστερν» γνωρίζει τη μυθολογία των «ανοιχτών βοσκοτόπων» και τους συχνά βίαιους «πολέμους» μεταξύ βοοτρόφων, προβατοτρόφων και γεωργών για εκτάσεις κτηνοτροφικής γης. Οι «ανοιχτοί βοσκότοποι» ήταν αποτέλεσμα της αποτυχίας της ομοσπονδιακής κυβέρνησης να προσαρμόσει την πολιτική πρωτογενούς ιδιοποίησης στις διαφορετικές συνθήκες του ξηρότερου κλίματος δυτικά του Μισισιπή. Στην Ανατολή, τα 160 ακρ που παραχωρούνταν δωρεάν σε γεωργούς οι οποίοι εγκαθίσταντο και καλλιεργούσαν κρατική γη αποτελούσαν βιώσιμη μονάδα από τεχνολογική άποψη για γεωργία σε υγρότερο κλίμα. Στο ξηρό κλίμα της Δύσης, όμως, καμία επιτυχημένη εκμετάλλευση βοοειδών ή προβάτων δεν μπορούσε να οργανωθεί σε μόλις 160 ακρ. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, ωστόσο, αρνήθηκε να αυξήσει τη μονάδα των 160 ακρ ώστε να επιτραπεί η «πρωτογενής ιδιοποίηση» μεγαλύτερων κτηνοτροφικών εκτάσεων. Εξ ου και οι «ανοιχτοί βοσκότοποι», στους οποίους ιδιώτες ιδιοκτήτες βοοειδών και προβάτων μπορούσαν να περιφέρονται ανεξέλεγκτα σε κρατικά βοσκοτόπια. Αυτό όμως σήμαινε ότι κανείς δεν κατείχε τον βοσκότοπο, την ίδια τη γη· συνεπώς, ήταν προς το οικονομικό συμφέρον κάθε βοοτρόφου ή προβατοτρόφου να βόσκει τη γη και να εξαντλεί τη χλόη όσο το δυνατόν γρηγορότερα, διαφορετικά θα τη βοσκούσαν τα ζώα κάποιου άλλου. Το αποτέλεσμα αυτής της τραγικά κοντόφθαλμης άρνησης να επιτραπεί η ιδιωτική ιδιοκτησία των ίδιων των βοσκοτόπων ήταν η υπερβόσκηση, η καταστροφή των λιβαδιών από τη βόσκηση πολύ νωρίς μέσα στην εποχή και η απουσία οποιασδήποτε προσπάθειας αποκατάστασης ή επανασποράς της χλόης· όποιος έμπαινε στον κόπο να αποκαταστήσει τη βλάστηση θα αναγκαζόταν να παρακολουθεί αβοήθητος κάποιον άλλον να βόσκει εκεί τα βοοειδή ή τα πρόβατά του. Εξ ου και η υπερβόσκηση της Δύσης και η εμφάνιση της «λεκάνης σκόνης». Εξ ου επίσης οι παράνομες απόπειρες πολυάριθμων βοοτρόφων, γεωργών και προβατοτρόφων να πάρουν τον νόμο στα χέρια τους και να περιφράξουν τη γη ως ιδιωτική ιδιοκτησία — και οι πόλεμοι των βοσκοτόπων που συχνά ακολουθούσαν.
Another unhappy consequence of the American government’s failure to allow private property in a resource was the destruction of the Western grasslands in the late nineteenth century. Every viewer of “Western” movies is familiar with the mystique of the “open range” and the often violent “wars” among cattlemen, sheepmen, and farmers over parcels of ranch land. The “open range” was the failure of the federal government to apply the policy of homesteading to the changed conditions of the drier climate west of the Mississippi. In the East, the 160 acres granted free to homesteading farmers on government land constituted a viable technological unit for farming in a wetter climate. But in the dry climate of the West, no successful cattle or sheep ranch could be organized on a mere 160 acres. But the federal government refused to expand the 160-acre unit to allow the “home-steading” of larger cattle ranches. Hence, the “open range,” on which private cattle and sheep owners were able to roam unchecked on government-owned pasture land. But this meant that no one owned the pasture, the land itself; it was therefore to the economic advantage of every cattle or sheep owner to graze the land and use up the grass as quickly as possible, otherwise the grass would be grazed by some other sheep or cattle owner. The result of this tragically shortsighted refusal to allow private property in grazing land itself was an overgrazing of the land, the ruining of the grassland by grazing too early in the season, and the failure of anyone to restore or replant the grass—anyone who bothered to restore the grass would have had to look on helplessly while someone else grazed his cattle or sheep. Hence the overgrazing of the West, and the onset of the “dust bowl.” Hence also the illegal attempts by numerous cattlemen, farmers, and sheepmen to take the law into their own hands and fence off the land into private property—and the range wars that often followed.
Ο καθηγητής Samuel P. Hays, στην έγκυρη ιστορική του μελέτη για το κίνημα διατήρησης των φυσικών πόρων στην Αμερική, γράφει για το πρόβλημα των βοσκοτόπων:
Professor Samuel P. Hays, in his authoritative account of the conservation movement in America, writes of the range problem:
Μεγάλο μέρος της κτηνοτροφίας της Δύσης εξαρτιόταν για τη βοσκή του από τους «ανοιχτούς» βοσκοτόπους, οι οποίοι ανήκαν στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση αλλά ήταν ελεύθεροι προς χρήση από οποιονδήποτε… Το Κογκρέσο δεν είχε θεσπίσει ποτέ νομοθεσία που να ρυθμίζει τη βόσκηση ή να επιτρέπει στους κτηνοτρόφους να αποκτούν βοσκοτόπους. Βοοτρόφοι και προβατοτρόφοι περιφέρονταν στη δημόσια κτήση… Οι βοοτρόφοι περιέφραζαν βοσκοτόπους για αποκλειστική τους χρήση, αλλά οι ανταγωνιστές έκοβαν τα συρματοπλέγματα. Καταφεύγοντας στη βία, βοσκοί και καουμπόηδες «έλυναν» τις διαφορές τους για τα βοσκοτόπια σφάζοντας τα ζώα των αντιπάλων και δολοφονώντας ανταγωνιστές κτηνοτρόφους… Η απουσία των στοιχειωδέστερων θεσμών του δικαίου της ιδιοκτησίας δημιουργούσε σύγχυση, πικρία και καταστροφή.
Μέσα σε αυτή την αναταραχή, οι δημόσιοι βοσκότοποι υποβαθμίζονταν γρήγορα. Η αρχικά άφθονη και πλούσια βοσκή δεχόταν έντονη πίεση από την αυξανόμενη χρήση… Στη δημόσια κτήση συγκεντρώνονταν περισσότερα ζώα απ’ όσα μπορούσαν να συντηρήσουν οι βοσκότοποι. Επειδή κάθε κτηνοτρόφος φοβόταν ότι οι άλλοι θα προλάβαιναν να εκμεταλλευτούν τη διαθέσιμη βοσκή, έβοσκε νωρίς μέσα στο έτος και δεν επέτρεπε στη νεαρή χλόη να ωριμάσει και να σποριάσει. Υπό αυτές τις συνθήκες, η ποιότητα και η ποσότητα της διαθέσιμης βοσκής μειώνονταν γρήγορα· τα εύρωστα πολυετή φυτά έδιναν τη θέση τους σε ετήσια και τα ετήσια σε ζιζάνια.164
Much of the Western livestock industry depended for its forage upon the “open” range, owned by the federal government, but free for anyone to use.... Congress had never provided legislation regulating grazing or permitting stockmen to acquire range lands. Cattle and sheepmen roamed the public domain.... Cattlemen fenced range for their exclusive use, but competitors cut the wire. Resorting to force and violence, sheepherders and cowboys “solved” their disputes over grazing lands by slaughtering rival livestock and murdering rival stockmen.... Absence of the most elementary institutions of property law created confusion, bitterness, and destruction.
Amid this turmoil the public range rapidly deteriorated. Originally plentiful and lush, the forage supply was subjected to intense pressure by increasing use.... The public domain became stocked with more animals than the range could support. Since each stockman feared that others would beat him to the available forage, he grazed early in the year and did not permit the young grass to mature and reseed. Under such conditions the quality and quantity of available forage rapidly decreased; vigorous perennials gave way to annuals and annuals to weeds.
Ο Hays καταλήγει ότι οι βοσκότοποι της δημόσιας κτήσης μπορεί να είχαν υποβαθμιστεί κατά περισσότερο από τα δύο τρίτα μέσω αυτής της διαδικασίας, σε σύγκριση με την παρθένα κατάστασή τους.
Hays concludes that public-domain range lands may have been depleted by over two-thirds by this process, as compared to their virgin condition.
Υπάρχει ένας τομέας ζωτικής σημασίας στον οποίο η απουσία ιδιωτικής ιδιοκτησίας του πόρου προκαλούσε και εξακολουθεί να προκαλεί όχι μόνο εξάντληση πόρων, αλλά και πλήρη αποτυχία ανάπτυξης τεράστιων δυνητικών πόρων. Πρόκειται για τον δυνητικά εξαιρετικά παραγωγικό πόρο των ωκεανών. Οι ωκεανοί ανήκουν στη διεθνή κοινή κτήση· δηλαδή, σε κανένα πρόσωπο, εταιρεία ή ακόμη και εθνική κυβέρνηση δεν επιτρέπονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί τμημάτων του ωκεανού. Ως αποτέλεσμα, οι ωκεανοί έχουν παραμείνει στην ίδια πρωτόγονη κατάσταση στην οποία βρισκόταν η γη πριν από τον πολιτισμό και την ανάπτυξη της γεωργίας. Ο τρόπος παραγωγής του πρωτόγονου ανθρώπου ήταν το «κυνήγι και η συλλογή»: το κυνήγι άγριων ζώων και η συλλογή καρπών, μούρων, ξηρών καρπών, άγριων σπόρων και λαχανικών. Ο πρωτόγονος άνθρωπος εργαζόταν παθητικά μέσα στο περιβάλλον του αντί να ενεργεί για να το μετασχηματίσει· συνεπώς, απλώς ζούσε από τη γη χωρίς να επιχειρεί να την αναδιαμορφώσει. Ως αποτέλεσμα, η γη ήταν μη παραγωγική και μόνο σχετικά λίγα μέλη φυλών μπορούσαν να επιβιώνουν σε ένα στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης. Μόνο με την ανάπτυξη της γεωργίας, την καλλιέργεια του εδάφους και τον μετασχηματισμό της γης μέσω της καλλιέργειας μπόρεσαν η παραγωγικότητα και το βιοτικό επίπεδο να κάνουν τεράστια άλματα. Και μόνο με τη γεωργία μπόρεσε να αρχίσει ο πολιτισμός. Για να καταστεί όμως δυνατή η ανάπτυξη της γεωργίας, έπρεπε να υπάρχουν δικαιώματα ιδιωτικής ιδιοκτησίας, πρώτα στους αγρούς και στις καλλιέργειες και κατόπιν στην ίδια τη γη.
There is a vitally important area in which the absence of private property in the resource has been and is causing, not only depletion of resources, but also a complete failure to develop vast potential resources. This is the potentially enormously productive ocean resource. The oceans are in the international public domain, i.e., no person, company, or even national government is allowed property rights in parts of the ocean. As a result, the oceans have remained in the same primitive state as was the land in the precivilized days before the development of agriculture. The way of production for primitive man was “hunting-and-gathering”: the hunting of wild animals and the gathering of fruits, berries, nuts, and wild seeds and vegetables. Primitive man worked passively within his environment instead of acting to transform it; hence he just lived off the land without attempting to remould it. As a result, the land was unproductive, and only a relatively few tribesmen could exist at a bare subsistence level. It was only with the development of agriculture, the farming of the soil, and the transformation of the land through farming that productivity and living standards could take giant leaps forward. And it was only with agriculture that civilization could begin. But to permit the development of agriculture there had to be private property rights, first in the fields and crops, and then in the land itself.
Όσον αφορά τον ωκεανό, όμως, παραμένουμε ακόμη στο πρωτόγονο, μη παραγωγικό στάδιο του κυνηγιού και της συλλογής. Οποιοσδήποτε μπορεί να αλιεύει στον ωκεανό ή να εξάγει τους πόρους του, αλλά μόνο αποσπασματικά, μόνο ως κυνηγός και συλλέκτης. Κανείς δεν μπορεί να καλλιεργεί τον ωκεανό, κανείς δεν μπορεί να ασχολείται με την υδατοκαλλιέργεια. Έτσι στερούμαστε τη χρήση των τεράστιων αλιευτικών και ορυκτών πόρων των θαλασσών. Για παράδειγμα, αν κάποιος επιχειρούσε να καλλιεργήσει τη θάλασσα και να αυξήσει την παραγωγικότητα των αλιευτικών πεδίων με λιπάσματα, θα στερούνταν αμέσως τους καρπούς των προσπαθειών του, επειδή δεν θα μπορούσε να εμποδίσει άλλους ψαράδες να σπεύσουν εκεί και να αρπάξουν τα ψάρια.
Και έτσι κανείς δεν επιχειρεί να λιπάνει τους ωκεανούς όπως λιπαίνεται η γη. Επιπλέον, δεν υπάρχει οικονομικό κίνητρο —στην πραγματικότητα, υπάρχουν κάθε είδους αντικίνητρα— για να ασχοληθεί κανείς με τεχνολογική έρευνα στους τρόπους και στα μέσα βελτίωσης της παραγωγικότητας της αλιείας ή εξόρυξης των ορυκτών πόρων των ωκεανών. Τέτοιο κίνητρο θα υπάρξει μόνο όταν τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί τμημάτων του ωκεανού επιτραπούν εξίσου πλήρως με τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί της γης. Ακόμη και σήμερα υπάρχει μια απλή αλλά αποτελεσματική τεχνική που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την αύξηση της παραγωγής ψαριών: τμήματα του ωκεανού θα μπορούσαν να περιφραχθούν ηλεκτρονικά και, μέσω αυτής της άμεσα διαθέσιμης ηλεκτρονικής περίφραξης, τα ψάρια να διαχωρίζονται ανάλογα με το μέγεθός τους. Εμποδίζοντας τα μεγάλα ψάρια να τρώνε τα μικρότερα, η παραγωγή ψαριών θα μπορούσε να αυξηθεί τεράστια. Και αν επιτρεπόταν η ιδιωτική ιδιοκτησία τμημάτων του ωκεανού, μια μεγάλη άνθηση της υδατοκαλλιέργειας θα δημιουργούσε και θα πολλαπλασίαζε τους θαλάσσιους πόρους με πολυάριθμους τρόπους που σήμερα δεν μπορούμε ούτε να προβλέψουμε.
With respect to the ocean, however, we are still in the primitive, unproductive hunting and gathering stage. Anyone can capture fish in the ocean, or extract its resources, but only on the run, only as hunters and gatherers. No one can farm the ocean, no one can engage in aquaculture. In this way we are deprived of the use of the immense fish and mineral resources of the seas. For example, if anyone tried to farm the sea and to increase the productivity of the fisheries by fertilizers, he would immediately be deprived of the fruits of his efforts because he could not keep other fishermen from rushing in and seizing the fish. And so no one tries to fertilize the oceans as the land is fertilized. Furthermore, there is no economic incentive—in fact, there is every disincentive—for anyone to engage in technological research in the ways and means of improving the productivity of the fisheries, or in extracting the mineral resources of the oceans. There will only be such incentive when property rights in parts of the ocean are as fully allowed as property rights in the land. Even now there is a simple but effective technique that could be used for increasing fish productivity: parts of the ocean could be fenced off electronically, and through this readily available electronic fencing, fish could be segregated by size. By preventing big fish from eating smaller fish, the production of fish could be increased enormously. And if private property in parts of the ocean were permitted, a vast flowering of aquaculture would create and multiply ocean resources in numerous ways we cannot now even foresee.
Οι εθνικές κυβερνήσεις προσπάθησαν μάταια να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της εξάντλησης των ιχθυαποθεμάτων, επιβάλλοντας ανορθολογικούς και αντιοικονομικούς περιορισμούς στη συνολική ποσότητα των αλιευμάτων ή στη διάρκεια της επιτρεπόμενης αλιευτικής περιόδου. Στις περιπτώσεις του σολομού, του τόνου και της ιππόγλωσσας, οι τεχνολογικές μέθοδοι αλιείας διατηρήθηκαν έτσι πρωτόγονες και μη παραγωγικές, μέσω της υπερβολικής συντόμευσης της περιόδου, της υποβάθμισης της ποιότητας των αλιευμάτων και της ενθάρρυνσης της υπερβολικής ανάπτυξης των αλιευτικών στόλων —και της υποχρησιμοποίησής τους κατά τη διάρκεια του έτους. Και φυσικά, τέτοιοι κυβερνητικοί περιορισμοί δεν κάνουν απολύτως τίποτε για να ενθαρρύνουν την ανάπτυξη της υδατοκαλλιέργειας. Όπως γράφουν οι καθηγητές North και Miller:
National governments have tried vainly to cope with the problem of fish depletion by placing irrational and uneconomic restrictions on the total size of the catch, or on the length of the allowable season. In the cases of salmon, tuna, and halibut, technological methods of fishing have thereby been kept primitive and unproductive by unduly shortening the season and injuring the quality of the catch and by stimulating overproduction—and underuse during the year—of the fishing fleets. And of course such governmental restrictions do nothing at all to stimulate the growth of aquaculture. As Professors North and Miller write:
Οι ψαράδες είναι φτωχοί επειδή εξαναγκάζονται από τις κυβερνητικές ρυθμίσεις να χρησιμοποιούν αναποτελεσματικό εξοπλισμό και να ψαρεύουν μόνο για μικρό μέρος του χρόνου· και, φυσικά, είναι υπερβολικά πολλοί. Ο καταναλωτής πληρώνει πολύ υψηλότερη τιμή για τον κόκκινο σολομό από εκείνη που θα ήταν αναγκαία αν χρησιμοποιούνταν αποτελεσματικές μέθοδοι. Παρά το ολοένα αυξανόμενο πλέγμα αλληλένδετων ρυθμίσεων, η διατήρηση της μεταναστευτικής ανόδου των σολομών εξακολουθεί να μην είναι εξασφαλισμένη.
Η ρίζα του προβλήματος βρίσκεται στο σημερινό καθεστώς απουσίας ιδιοκτησίας. Δεν είναι προς το συμφέρον κανενός μεμονωμένου ψαρά να ενδιαφέρεται για τη διαιώνιση της ανόδου των σολομών. Ακριβώς το αντίθετο: τον συμφέρει να πιάνει όσο το δυνατόν περισσότερα ψάρια κατά τη διάρκεια της περιόδου.165
Fishermen are poor because they are forced to use inefficient equipment and to fish only a small fraction of the time [by the governmental regulations] and of course there are far too many of them. The consumer pays a much higher price for red salmon than would be necessary if efficient methods were used. Despite the ever-growing intertwining bonds of regulations, the preservation of the salmon run is still not assured.
The root of the problem lies in the current non-ownership arrangement. It is not in the interests of any individual fisherman to concern himself with perpetuation of the salmon run. Quite the contrary: It is rather in his interests to catch as many fish as he can during the season.
Αντιθέτως, οι North και Miller επισημαίνουν ότι τα δικαιώματα ιδιωτικής ιδιοκτησίας στον ωκεανό, υπό τα οποία ο ιδιοκτήτης θα χρησιμοποιούσε την τεχνολογία με το χαμηλότερο κόστος και τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και θα διατηρούσε και θα καθιστούσε παραγωγικό τον ίδιο τον πόρο, είναι σήμερα πιο εφικτά από ποτέ. «Η εφεύρεση σύγχρονου ηλεκτρονικού εξοπλισμού ανίχνευσης έχει πλέον καταστήσει την επιτήρηση μεγάλων υδάτινων εκτάσεων σχετικά φθηνή και εύκολη».166
In contrast, North and Miller point out that private property rights in the ocean, under which the owner would use the least costly and most efficient technology and preserve and make productive the resource itself, is now more feasible than ever: “The invention of modern electronic sensing equipment has now made the policing of large bodies of water relatively cheap and easy.”
Οι αυξανόμενες διεθνείς συγκρούσεις για τμήματα του ωκεανού αναδεικνύουν ακόμη περισσότερο τη σημασία των δικαιωμάτων ιδιωτικής ιδιοκτησίας σε αυτόν τον ζωτικό τομέα. Διότι, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες και άλλα έθνη διεκδικούν κυριαρχία σε απόσταση 200 μιλίων από τις ακτές τους, καθώς ιδιωτικές εταιρείες και κυβερνήσεις διαπληκτίζονται για θαλάσσιες περιοχές και καθώς τράτες, αλιευτικά δίχτυα, γεωτρήσεις πετρελαίου και εξορύξεις ορυκτών συγκρούονται για τις ίδιες περιοχές, τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα γίνονται ολοένα πιο προφανώς σημαντικά. Όπως γράφει ο Francis Christy:
The growing international conflicts over parts of the ocean only further highlight the importance of private property rights in this vital area. For as the United States and other nations assert their sovereignty 200 miles from their shores, and as private companies and governments squabble over areas of the ocean; and as trawlers, fishing nets, oil drillers, and mineral diggers war over the same areas of the ocean—property rights become increasingly and patently more important. As Francis Christy writes:
…ο άνθρακας εξορύσσεται σε στοές κάτω από τον θαλάσσιο πυθμένα, το πετρέλαιο αντλείται από εξέδρες στερεωμένες στον βυθό που υψώνονται πάνω από το νερό, τα ορυκτά μπορούν να ανασύρονται με βυθοκόρηση από την επιφάνεια του πυθμένα… εδραίοι οργανισμοί αποξέονται από τον βυθό πάνω στον οποίο μπορεί να βρίσκονται τηλεφωνικά καλώδια, ζώα που τρέφονται στον πυθμένα συλλαμβάνονται με παγίδες ή τράτες, είδη των ενδιάμεσων υδάτινων στρωμάτων μπορεί να αλιεύονται με αγκίστρι και πετονιά ή με τράτες που ενίοτε παρεμποδίζουν υποβρύχια, είδη της επιφάνειας αλιεύονται με δίχτυ και καμάκι, ενώ η ίδια η επιφάνεια χρησιμοποιείται για τη ναυσιπλοΐα καθώς και από τα σκάφη που εξάγουν πόρους.167
coal is mined in shafts below the sea floor, oil is drilled from platforms fixed to the bottom rising above the water, minerals can be dredged from the surface of the ocean bed... sedentary animals are scraped from the bed on which telephone cables may lie, bottom feeding animals are caught in traps or trawls, mid-water species may be taken by hook and line or by trawls which occasionally interfere with submarines, surface species are taken by net and harpoon, and the surface itself is used for shipping as well as the vessels engaged in extracting resources.
Αυτή η αυξανόμενη σύγκρουση οδηγεί τον Christy στην πρόβλεψη ότι «οι θάλασσες βρίσκονται σε μεταβατικό στάδιο. Μετακινούνται από μια κατάσταση στην οποία τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα είναι σχεδόν ανύπαρκτα σε μια κατάσταση στην οποία κάποιας μορφής ιδιοκτησιακά δικαιώματα θα αποκτηθούν ή θα καταστούν διαθέσιμα». Τελικά, καταλήγει ο Christy, «καθώς οι πόροι της θάλασσας γίνονται πολυτιμότεροι, θα αποκτηθούν αποκλειστικά δικαιώματα».168
This growing conflict leads Christy to predict that “the seas are in a stage of transition. They are moving from a condition in which property rights are almost nonexistent to a condition in which property rights of some form will become appropriated or made available.” Eventually, concludes Christy, “as the sea’s resources become more valuable, exclusive rights will be acquired.”
Έστω: ακόμη κι αν δεχθούμε ότι η πλήρης ιδιωτική ιδιοκτησία των πόρων και η ελεύθερη αγορά θα διατηρούν και θα δημιουργούν πόρους, και μάλιστα πολύ καλύτερα από την κρατική ρύθμιση, τι γίνεται με το πρόβλημα της ρύπανσης; Δεν θα υποφέραμε από εντονότερη ρύπανση εξαιτίας της ανεξέλεγκτης «καπιταλιστικής απληστίας»;
All right: Even if we concede that full private property in resources and the free market will conserve and create resources, and do it far better than government regulation, what of the problem of pollution? Wouldn’t we be suffering aggravated pollution from unchecked “capitalist greed”?
Υπάρχει, καταρχάς, αυτό το αδιαμφισβήτητο εμπειρικό γεγονός: η κρατική ιδιοκτησία, ακόμη και ο σοσιαλισμός, δεν αποδείχθηκαν λύση στο πρόβλημα της ρύπανσης. Ακόμη και οι πιο αιθεροβάμονες υποστηρικτές του κρατικού σχεδιασμού παραδέχονται ότι η δηλητηρίαση της λίμνης Βαϊκάλης στη Σοβιετική Ένωση αποτελεί μνημείο απερίσκεπτης βιομηχανικής ρύπανσης ενός πολύτιμου φυσικού πόρου. Το πρόβλημα όμως έχει πολύ περισσότερες διαστάσεις. Προσέξτε, για παράδειγμα, τους δύο κρίσιμους τομείς στους οποίους η ρύπανση έχει καταστεί σημαντικό πρόβλημα: τον αέρα και τα ύδατα, ιδίως τους ποταμούς. Αυτοί όμως είναι ακριβώς δύο από τους ζωτικούς τομείς της κοινωνίας στους οποίους δεν έχει επιτραπεί να λειτουργήσει η ιδιωτική ιδιοκτησία.
There is, first of all, this stark empirical fact: Government ownership, even socialism, has proved to be no solution to the problem of pollution. Even the most starry-eyed proponents of government planning concede that the poisoning of Lake Baikal in the Soviet Union is a monument to heedless industrial pollution of a valuable natural resource. But there is far more to the problem than that. Note, for example, the two crucial areas in which pollution has become an important problem: the air and the waterways, particularly the rivers. But these are precisely two of the vital areas in society in which private property has not been permitted to function.
Πρώτα, οι ποταμοί. Οι ποταμοί, όπως και οι ωκεανοί, ανήκουν γενικά στην κυβέρνηση· η ιδιωτική ιδιοκτησία, και οπωσδήποτε η πλήρης ιδιωτική ιδιοκτησία, δεν έχει επιτραπεί στα ύδατα. Ουσιαστικά, λοιπόν, η κυβέρνηση κατέχει τους ποταμούς. Η κυβερνητική ιδιοκτησία όμως δεν είναι πραγματική ιδιοκτησία, διότι οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι, μολονότι μπορούν να ελέγχουν τον πόρο, δεν μπορούν να καρπωθούν οι ίδιοι την κεφαλαιακή αξία του στην αγορά. Δεν μπορούν να πωλήσουν τους ποταμούς ή μετοχές επ’ αυτών. Συνεπώς, δεν έχουν οικονομικό κίνητρο να διατηρούν την καθαρότητα και την αξία τους. Οι ποταμοί, επομένως, είναι από οικονομική άποψη «αδέσποτοι»· έτσι οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι επέτρεψαν την υποβάθμιση και τη ρύπανσή τους. Οποιοσδήποτε μπορούσε να απορρίπτει ρυπογόνα σκουπίδια και απόβλητα στα νερά. Σκεφτείτε όμως τι θα συνέβαινε αν ιδιωτικές εταιρείες μπορούσαν να κατέχουν τους ποταμούς και τις λίμνες. Αν μια ιδιωτική εταιρεία κατείχε τη λίμνη Έρι, για παράδειγμα, τότε όποιος απέρριπτε σκουπίδια στη λίμνη θα αντιμετώπιζε αμέσως αγωγή για προσβολή ιδιωτικής ιδιοκτησίας και θα υποχρεωνόταν από τα δικαστήρια να καταβάλει αποζημίωση και να παύσει και να παραλείπει κάθε περαιτέρω προσβολή. Έτσι, μόνο τα δικαιώματα ιδιωτικής ιδιοκτησίας θα εξασφάλιζαν το τέλος της ρύπανσης ως προσβολής των πόρων. Μόνο επειδή οι ποταμοί είναι αδέσποτοι δεν υπάρχει ιδιοκτήτης που να ορθωθεί και να υπερασπιστεί τον πολύτιμο πόρο του από την επίθεση. Αν, αντιθέτως, κάποιος απέρριπτε σκουπίδια ή ρύπους σε μια ιδιωτική λίμνη —όπως είναι πολλές μικρότερες λίμνες—, δεν θα του επιτρεπόταν να συνεχίσει για πολύ· ο ιδιοκτήτης θα έσπευδε οργισμένος να την υπερασπιστεί.169 Όπως γράφει ο καθηγητής Dolan:
First, the rivers. The rivers, and the oceans too, are generally owned by the government; private property, certainly complete private property, has not been permitted in the water. In essence, then, government owns the rivers. But government ownership is not true ownership, because the government officials, while able to control the resource cannot themselves reap their capital value on the market. Government officials cannot sell the rivers or sell stock in them. Hence, they have no economic incentive to preserve the purity and value of the rivers. Rivers are, then, in the economic sense, “unowned”; therefore government officials have permitted their corruption and pollution. Anyone has been able to dump polluting garbage and wastes in the waters. But consider what would happen if private firms were able to own the rivers and the lakes. If a private firm owned Lake Erie, for example, then anyone dumping garbage in the lake would be promptly sued in the courts for their aggression against private property and would be forced by the courts to pay damages and to cease and desist from any further aggression. Thus, only private property rights will insure an end to pollution—invasion of resources. Only because the rivers are unowned is there no owner to rise up and defend his precious resource from attack. If, in contrast, anyone should dump garbage or pollutants into a lake which is privately owned (as are many smaller lakes), he would not be permitted to do so for very long—the owner would come roaring to its defense. Professor Dolan writes:
Αν η General Motors κατείχε τον ποταμό Μισισιπή, μπορείτε να είστε βέβαιοι ότι θα επέβαλλε υψηλά τέλη απόρριψης αποβλήτων στις βιομηχανίες και στους δήμους κατά μήκος των οχθών του και ότι το νερό θα διατηρούνταν αρκετά καθαρό ώστε να μεγιστοποιούνται τα έσοδα από μισθώσεις σε εταιρείες που ζητούν δικαιώματα άντλησης πόσιμου νερού, αναψυχής και εμπορικής αλιείας.170
With a General Motors owning the Mississippi River, you can be sure that stiff effluent charges would be assessed on industries and municipalities along its banks, and that the water would be kept clean enough to maximize revenues from leases granted to firms seeking rights to drinking water, recreation, and commercial fishing.
Αν η κυβέρνηση, ως ιδιοκτήτης, επέτρεψε τη ρύπανση των ποταμών, υπήρξε επίσης ο μεγαλύτερος μεμονωμένος ενεργός ρυπαντής, ιδίως με τον ρόλο της στη δημοτική διάθεση λυμάτων. Υπάρχουν ήδη χημικές τουαλέτες χαμηλού κόστους που μπορούν να καίνε τα λύματα χωρίς να ρυπαίνουν τον αέρα, το έδαφος ή το νερό· ποιος όμως θα επενδύσει σε χημικές τουαλέτες όταν οι τοπικές αρχές διαθέτουν δωρεάν τα λύματα των πελατών τους;
If government as owner has allowed the pollution of the rivers, government has also been the single major active polluter, especially in its role as municipal sewage disposer. There already exist low-cost chemical toilets which can burn off sewage without polluting air, ground, or water; but who will invest in chemical toilets when local governments will dispose of sewage free to their customers?
Αυτό το παράδειγμα αναδεικνύει ένα πρόβλημα παρόμοιο με την ανάσχεση της τεχνολογίας υδατοκαλλιέργειας λόγω απουσίας ιδιωτικής ιδιοκτησίας: αν οι κυβερνήσεις, ως ιδιοκτήτες των ποταμών, επιτρέπουν τη ρύπανση των υδάτων, τότε η βιομηχανική τεχνολογία θα γίνει —και έχει γίνει— τεχνολογία ρύπανσης των υδάτων. Αν οι παραγωγικές διαδικασίες επιτρέπεται να ρυπαίνουν τους ποταμούς χωρίς περιορισμό από τους ιδιοκτήτες τους, τότε αυτό το είδος παραγωγικής τεχνολογίας θα έχουμε.
This example points up a problem similar to the case of the stunting of aquaculture technology by the absence of private property: if governments as owners of the rivers permit pollution of water, then industrial technology will—and has—become a water-polluting technology. If production processes are allowed to pollute the rivers unchecked by their owners, then that is the sort of production technology we will have.
Αν το πρόβλημα της ρύπανσης των υδάτων μπορεί να επιλυθεί με δικαιώματα ιδιωτικής ιδιοκτησίας στα ύδατα, τι γίνεται με την ατμοσφαιρική ρύπανση; Πώς μπορούν οι λιμπερταριανοί να βρουν λύση σε αυτό το σοβαρό πρόβλημα; Ασφαλώς δεν μπορεί να υπάρξει ιδιωτική ιδιοκτησία του αέρα; Η απάντηση όμως είναι: ναι, μπορεί. Έχουμε ήδη δει πώς οι ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές συχνότητες μπορούν να ανήκουν σε ιδιώτες. Το ίδιο θα μπορούσε να ισχύει για τους αεροδιαδρόμους. Οι εμπορικές αεροπορικές διαδρομές, για παράδειγμα, θα μπορούσαν να αποτελούν ιδιωτική ιδιοκτησία· δεν υπάρχει ανάγκη για ένα Συμβούλιο Πολιτικής Αεροναυτικής που να κατανέμει —και να περιορίζει— τις διαδρομές μεταξύ των διαφόρων πόλεων. Στην περίπτωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης όμως, δεν πρόκειται τόσο για ιδιωτική ιδιοκτησία του αέρα όσο για την προστασία της ιδιωτικής ιδιοκτησίας επί των πνευμόνων, των αγρών και των οπωρώνων του καθενός. Το ζωτικό γεγονός σχετικά με την ατμοσφαιρική ρύπανση είναι ότι ο ρυπαντής στέλνει ανεπιθύμητους και μη επιτρεπόμενους ρύπους — από καπνό έως ραδιενεργό κατακρήμνιση και οξείδια του θείου— μέσω του αέρα στους πνεύμονες αθώων θυμάτων, καθώς και πάνω στην υλική περιουσία τους. Όλες αυτές οι εκπομπές, όταν βλάπτουν πρόσωπα ή περιουσία, συνιστούν επίθεση κατά της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των θυμάτων. Η ατμοσφαιρική ρύπανση, άλλωστε, αποτελεί επίθεση εξίσου με τον εμπρησμό της περιουσίας κάποιου άλλου ή με τον σωματικό τραυματισμό του. Η ατμοσφαιρική ρύπανση που βλάπτει άλλους είναι επίθεση, απλούστατα. Η κύρια λειτουργία της κυβέρνησης —των δικαστηρίων και της αστυνομίας— είναι να σταματά τις επιθέσεις· αντιθέτως, η κυβέρνηση έχει αποτύχει σε αυτό το καθήκον και έχει αποτύχει σοβαρά να ασκήσει την προστατευτική της λειτουργία απέναντι στην ατμοσφαιρική ρύπανση.
If the problem of water pollution can be cured by private property rights in water, how about air pollution? How can libertarians possibly come up with a solution for this grievous problem? Surely, there can’t be private property in the air? But the answer is: yes, there can. We have already seen how radio and TV frequencies can be privately owned. So could channels for airlines. Commercial airline routes, for example, could be privately owned; there is no need for a Civil Aeronautics Board to parcel out—and restrict—routes between various cities. But in the case of air pollution we are dealing not so much with private property in the air as with protecting private property in one’s lungs, fields, and orchards. The vital fact about air pollution is that the polluter sends unwanted and unbidden pollutants—from smoke to nuclear radiation to sulfur oxides—through the air and into the lungs of innocent victims, as well as onto their material property. All such emanations which injure person or property constitute aggression against the private property of the victims. Air pollution, after all, is just as much aggression as committing arson against another’s property or injuring him physically. Air pollution that injures others is aggression pure and simple. The major function of government—of courts and police—is to stop aggression; instead, the government has failed in this task and has failed grievously to exercise its defense function against air pollution.
Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή η αποτυχία δεν ήταν απλώς ζήτημα άγνοιας, μια απλή χρονική υστέρηση μεταξύ αναγνώρισης ενός νέου τεχνολογικού προβλήματος και αντιμετώπισής του. Διότι, αν ορισμένοι σύγχρονοι ρύποι έγιναν γνωστοί μόλις πρόσφατα, ο καπνός των εργοστασίων και πολλές από τις βλαβερές επιπτώσεις του είναι γνωστά από τη Βιομηχανική Επανάσταση· ήταν μάλιστα τόσο γνωστά, ώστε τα αμερικανικά δικαστήρια, στα τέλη αλλά ήδη και από τις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα, έλαβαν τη συνειδητή απόφαση να επιτρέπουν την παραβίαση ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων από τον βιομηχανικό καπνό. Για να το κάνουν, τα δικαστήρια έπρεπε να μεταβάλουν και να αποδυναμώσουν συστηματικά —και πράγματι το έκαναν— τις εγγυήσεις προστασίας του ιδιοκτησιακού δικαιώματος που ήταν ενσωματωμένες στο αγγλοσαξονικό κοινοδίκαιο. Πριν από τα μέσα και τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, κάθε επιβλαβής ατμοσφαιρική ρύπανση θεωρούνταν αδικοπραξία, μια όχληση για την οποία το θύμα μπορούσε να ζητήσει αποζημίωση και να εξασφαλίσει δικαστική διαταγή παύσης και παράλειψης κάθε περαιτέρω προσβολής των ιδιοκτησιακών του δικαιωμάτων. Κατά τον δέκατο ένατο αιώνα όμως, τα δικαστήρια τροποποίησαν συστηματικά το δίκαιο της αμέλειας και το δίκαιο της όχλησης, ώστε να επιτρέπουν κάθε ατμοσφαιρική ρύπανση που δεν ήταν ασυνήθιστα μεγαλύτερη από εκείνη αντίστοιχων μεταποιητικών επιχειρήσεων, που δεν υπερέβαινε δηλαδή τη συνήθη πρακτική των άλλων ρυπαντών.
It is important to realize that this failure has not been a question purely of ignorance, a simple time lag between recognizing a new technological problem and facing up to it. For if some of the modern pollutants have only recently become known, factory smoke and many of its bad effects have been known ever since the Industrial Revolution, known to the extent that the American courts, during the late—and as far back as the early-nineteenth century made the deliberate decision to allow property rights to be violated by industrial smoke. To do so, the courts had to—and did—systematically change and weaken the defenses of property right embedded in Anglo-Saxon common law. Before the mid and late nineteenth century, any injurious air pollution was considered a tort, a nuisance against which the victim could sue for damages and against which he could take out an injunction to cease and desist from any further invasion of his property rights. But during the nineteenth century, the courts systematically altered the law of negligence and the law of nuisance to permit any air pollution which was not unusually greater than any similar manufacturing firm, one that was not more extensive than the customary practice of fellow polluters.
Καθώς άρχισαν να εμφανίζονται εργοστάσια και να εκπέμπουν καπνό, καταστρέφοντας τους οπωρώνες των γειτονικών γεωργών, οι γεωργοί προσέφευγαν στα δικαστήρια κατά των βιομηχάνων, ζητώντας αποζημιώσεις και διαταγές απαγόρευσης περαιτέρω προσβολών της ιδιοκτησίας τους. Οι δικαστές όμως έλεγαν, ουσιαστικά: «Λυπούμαστε. Γνωρίζουμε ότι ο βιομηχανικός καπνός, δηλαδή η ατμοσφαιρική ρύπανση, προσβάλλει και παρεμποδίζει τα ιδιοκτησιακά σας δικαιώματα. Υπάρχει όμως κάτι σημαντικότερο από τα απλά ιδιοκτησιακά δικαιώματα: η δημόσια πολιτική, το “κοινό καλό”. Και το κοινό καλό επιτάσσει ότι η βιομηχανία είναι καλό πράγμα, η βιομηχανική πρόοδος είναι καλό πράγμα και, συνεπώς, τα απλά ιδιωτικά ιδιοκτησιακά σας δικαιώματα πρέπει να παραμεριστούν χάριν της γενικής ευημερίας». Και τώρα όλοι πληρώνουμε το πικρό τίμημα αυτής της παραμέρισης της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, με τη μορφή πνευμονοπαθειών και αναρίθμητων άλλων παθήσεων. Και όλα για το «κοινό καλό»!171
As factories began to arise and emit smoke, blighting the orchards of neighboring farmers, the farmers would take the manufacturers to court, asking for damages and injunctions against further invasion of their property. But the judges said, in effect, “Sorry. We know that industrial smoke (i.e., air pollution) invades and interferes with your property rights. But there is something more important than mere property rights: and that is public policy, the ‘common good.’ And the common good decrees that industry is a good thing, industrial progress is a good thing, and therefore your mere private property rights must be overridden on behalf of the general welfare.” And now all of us are paying the bitter price for this overriding of private property, in the form of lung disease and countless other ailments. And all for the “common good”!
Ότι αυτή η αρχή καθοδηγούσε τα δικαστήρια και στην αεροπορική εποχή φαίνεται από μια απόφαση δικαστηρίου του Οχάιο στην υπόθεση Antonik v. Chamberlain του 1947. Οι κάτοικοι μιας προαστιακής περιοχής κοντά στο Άκρον προσέφυγαν ζητώντας να απαγορευτεί στους εναγομένους η λειτουργία ιδιωτικού αεροδρομίου. Η βάση της προσφυγής ήταν η παραβίαση ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων μέσω υπερβολικού θορύβου. Απορρίπτοντας το αίτημα απαγόρευσης, το δικαστήριο δήλωσε:
That this principle has guided the courts during the air age as well may be seen by a decision of the Ohio courts in Antonik v. Chamberlain (1947). The residents of a suburban area near Akron sued to enjoin the defendants from operating a privately owned airport. The grounds were invasion of property rights through excessive noise. Refusing the injunction, the court declared:
Κατά την εκδίκαση αυτής της υπόθεσης, ενεργώντας ως δικαστήριο επιείκειας, δεν πρέπει μόνο να σταθμίσουμε τη σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ του ιδιοκτήτη του αεροδρομίου και των γειτονικών γαιοκτημόνων, αλλά πρέπει επιπλέον να αναγνωρίσουμε τη δημόσια πολιτική της γενιάς στην οποία ζούμε. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η ίδρυση ενός αεροδρομίου… αποτελεί ζήτημα μεγάλου ενδιαφέροντος για το κοινό και ότι, αν η λειτουργία ενός τέτοιου αεροδρομίου παύσει ή αποτραπεί η ίδρυσή του, οι συνέπειες δεν θα είναι μόνο σοβαρή βλάβη για τον ιδιοκτήτη της αεροδρομιακής περιουσίας, αλλά ενδέχεται να συνιστούν σοβαρή απώλεια ενός πολύτιμου περιουσιακού στοιχείου για ολόκληρη την κοινότητα.172
In our business of judging in this case, while sitting as a court of equity, we must not only weigh the conflict of interests between the airport owner and the nearby landowners, but we must further recognize the public policy of the generation in which we live. We must recognize that the establishment of an airport... is of great concern to the public, and if such an airport is abated, or its establishment prevented, the consequences will be not only a serious injury to the owner of the port property but may be a serious loss of a valuable asset to the entire community.
Σαν να μην αρκούσαν τα εγκλήματα των δικαστών, τα ομοσπονδιακά και πολιτειακά νομοθετικά σώματα παρενέβησαν για να εδραιώσουν την επίθεση, απαγορεύοντας στα θύματα ατμοσφαιρικής ρύπανσης να ασκούν ομαδικές αγωγές κατά των ρυπαντών. Προφανώς, αν ένα εργοστάσιο ρυπαίνει την ατμόσφαιρα μιας πόλης όπου υπάρχουν δεκάδες χιλιάδες θύματα, είναι ανέφικτο κάθε θύμα να προσφεύγει χωριστά για να εισπράξει τη δική του αποζημίωση από τον ρυπαντή — μολονότι ένα μόνο θύμα, ακόμη και μικρής έκτασης βλάβης, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά μια απαγορευτική διαταγή. Το κοινοδίκαιο, επομένως, αναγνωρίζει την εγκυρότητα των ομαδικών αγωγών, στις οποίες ένα ή λίγα θύματα μπορούν να στραφούν κατά του επιτιθέμενου όχι μόνο για λογαριασμό τους αλλά και για λογαριασμό ολόκληρης της ομάδας παρόμοιων θυμάτων. Τα νομοθετικά σώματα όμως απαγόρευσαν συστηματικά τέτοιες ομαδικές αγωγές σε υποθέσεις ρύπανσης. Για τον λόγο αυτό, ένα θύμα μπορεί να στραφεί επιτυχώς κατά ενός ρυπαντή που το βλάπτει ατομικά, με μια ατομική αγωγή για «ιδιωτική όχληση». Ο νόμος όμως του απαγορεύει να ενεργήσει κατά ενός μαζικού ρυπαντή που βλάπτει μεγάλο αριθμό ανθρώπων σε μια δεδομένη περιοχή! Όπως γράφει ο Frank Bubb, «Είναι σαν η κυβέρνηση να σου έλεγε ότι θα επιχειρήσει να σε προστατεύσει από έναν κλέφτη που κλέβει μόνο εσένα, αλλά δεν θα σε προστατεύσει αν ο κλέφτης κλέβει και όλους τους άλλους στη γειτονιά…».173
To cap the crimes of the judges, legislatures, federal and state, moved in to cement the aggression by prohibiting victims of air pollution from engaging in “class action” suits against polluters. Obviously, if a factory pollutes the atmosphere of a city where there are tens of thousands of victims, it is impractical for each victim to sue to collect his particular damages from the polluter (although an injunction could be used effectively by one small victim). The common law, therefore, recognizes the validity of “class action” suits, in which one or a few victims can sue the aggressor not only on their own behalf, but on behalf of the entire class of similar victims. But the legislatures systematically outlawed such class action suits in pollution cases. For this reason, a victim may successfully sue a polluter who injures him individually, in a one-to-one “private nuisance” suit. But he is prohibited by law from acting against a mass polluter who is injuring a large number of people in a given area! As Frank Bubb writes, “It is as if the government were to tell you that it will (attempt to) protect you from a thief who steals only from you, but it will not protect you if the thief also steals from everyone else in the neighborhood.”
Και ο θόρυβος αποτελεί μορφή ρύπανσης του αέρα. Ο θόρυβος είναι η δημιουργία ηχητικών κυμάτων που διαδίδονται μέσω του αέρα και κατόπιν βομβαρδίζουν και προσβάλλουν την περιουσία και το πρόσωπο άλλων. Μόλις πρόσφατα άρχισαν οι γιατροί να διερευνούν τις επιβλαβείς επιδράσεις του θορύβου στην ανθρώπινη φυσιολογία. Και πάλι, ένα λιμπερταριανό νομικό σύστημα θα επέτρεπε αγωγές αποζημίωσης, ομαδικές αγωγές και απαγορευτικές διαταγές κατά του υπερβολικού και επιβλαβούς θορύβου: κατά της «ηχορύπανσης».
Noise, too, is a form of air pollution. Noise is the creation of sound waves which go through the air and then bombard and invade the property and persons of others. Only recently have physicians begun to investigate the damaging effects of noise on the human physiology. Again, a libertarian legal system would permit damage and class action suits and injunctions against excessive and damaging noise: against “noise pollution.”
Η θεραπεία της ατμοσφαιρικής ρύπανσης είναι επομένως απολύτως σαφής και δεν έχει καμία σχέση με ανακουφιστικά κρατικά προγράμματα πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων εις βάρος των φορολογουμένων, τα οποία δεν αντιμετωπίζουν καν το πραγματικό ζήτημα. Η θεραπεία είναι απλώς να επιστρέψουν τα δικαστήρια στη λειτουργία τους: την υπεράσπιση των δικαιωμάτων επί του προσώπου και της περιουσίας από προσβολές και, συνεπώς, τη δικαστική απαγόρευση της διοχέτευσης ρύπων στον αέρα. Τι γίνεται όμως με τους υπερασπιστές της βιομηχανικής προόδου που υποστηρίζουν τη ρύπανση; Και με το αυξημένο κόστος που θα έπρεπε να επωμιστεί ο καταναλωτής; Και με τη σημερινή ρυπογόνα τεχνολογία μας;
The remedy against air pollution is therefore crystal clear, and it has nothing to do with multibillion-dollar palliative government programs at the expense of the taxpayers which do not even meet the real issue. The remedy is simply for the courts to return to their function of defending person and property rights against invasion, and therefore to enjoin anyone from injecting pollutants into the air. But what of the propollution defenders of industrial progress? And what of the increased costs that would have to be borne by the consumer? And what of our present polluting technology?
Το επιχείρημα ότι μια τέτοια δικαστική απαγόρευση της ρύπανσης θα αύξανε το κόστος της βιομηχανικής παραγωγής είναι εξίσου καταδικαστέο με το επιχείρημα πριν από τον Εμφύλιο Πόλεμο ότι η κατάργηση της δουλείας θα αύξανε το κόστος της βαμβακοκαλλιέργειας και ότι, επομένως, η κατάργηση, όσο ηθικά ορθή κι αν ήταν, ήταν «ανεφάρμοστη». Διότι αυτό σημαίνει ότι οι ρυπαντές μπορούν να επιβάλλουν ολόκληρο το υψηλό κόστος της ρύπανσης σε εκείνους των οποίων τους πνεύμονες και τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα τους έχει επιτραπεί να προσβάλλουν ατιμώρητα.
The argument that such an injunctive prohibition against pollution would add to the costs of industrial production is as reprehensible as the pre-Civil War argument that the abolition of slavery would add to the costs of growing cotton, and that therefore abolition, however morally correct, was “impractical.” For this means that the polluters are able to impose all of the high costs of pollution upon those whose lungs and property rights they have been allowed to invade with impunity.
Επιπλέον, το επιχείρημα του κόστους και της τεχνολογίας παραβλέπει το ζωτικό γεγονός ότι, αν η ατμοσφαιρική ρύπανση επιτρέπεται να συνεχίζεται ατιμώρητα, εξακολουθεί να μην υπάρχει οικονομικό κίνητρο ανάπτυξης τεχνολογίας που δεν ρυπαίνει. Αντιθέτως, το κίνητρο θα εξακολουθεί να λειτουργεί, όπως εδώ και έναν αιώνα, προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι την εποχή που πρωτοχρησιμοποιήθηκαν αυτοκίνητα και φορτηγά τα δικαστήρια είχαν αποφανθεί ως εξής: «Κανονικά, θα αντιτιθέμεθα στην είσοδο φορτηγών στους χλοοτάπητες των ανθρώπων ως παραβίαση ιδιωτικής ιδιοκτησίας και θα επιμέναμε τα φορτηγά να περιορίζονται στους δρόμους, ανεξάρτητα από την κυκλοφοριακή συμφόρηση. Τα φορτηγά όμως είναι ζωτικής σημασίας για τη δημόσια ευημερία και, επομένως, ορίζουμε ότι πρέπει να τους επιτρέπεται να διασχίζουν όποιους χλοοτάπητες επιθυμούν, αρκεί να πιστεύουν ότι αυτό θα διευκολύνει τα κυκλοφοριακά τους προβλήματα». Αν τα δικαστήρια είχαν αποφανθεί έτσι, θα είχαμε σήμερα ένα σύστημα μεταφορών στο οποίο οι χλοοτάπητες θα καταπατούνταν συστηματικά από φορτηγά. Και κάθε προσπάθεια να σταματήσει αυτό θα καταγγελλόταν στο όνομα των αναγκών των σύγχρονων μεταφορών! Το κρίσιμο σημείο είναι ότι αυτός ακριβώς είναι ο τρόπος με τον οποίο αποφάνθηκαν τα δικαστήρια για την ατμοσφαιρική ρύπανση — μια ρύπανση πολύ πιο επιβλαβή για όλους μας από την καταπάτηση χλοοταπήτων. Με αυτόν τον τρόπο, η κυβέρνηση έδωσε εξαρχής το πράσινο φως σε μια ρυπογόνα τεχνολογία. Δεν είναι λοιπόν παράξενο ότι αυτό ακριβώς το είδος τεχνολογίας διαθέτουμε. Η μόνη θεραπεία είναι να υποχρεωθούν οι ρυπαντές που προσβάλλουν δικαιώματα να σταματήσουν την προσβολή, ανακατευθύνοντας έτσι την τεχνολογία προς μη ρυπογόνες ή ακόμη και αντιρρυπαντικές κατευθύνσεις.
Furthermore, the cost and technology argument overlooks the vital fact that if air pollution is allowed to proceed with impunity, there continues to be no economic incentive to develop a technology that will not pollute. On the contrary, the incentive would continue to cut, as it has for a century, precisely the other way. Suppose, for example, that in the days when automobiles and trucks were first being used, the courts had ruled as follows:
Ordinarily, we would be opposed to trucks invading people’s lawns as an invasion of private property, and we would insist that trucks confine themselves to the roads, regardless of traffic congestion. But trucks are vitally important to the public welfare, and therefore we decree that trucks should be allowed to cross any lawns they wish provided they believe that this would ease their traffic problems.
If the courts had ruled in this way, then we would now have a transportation system in which lawns would be systematically desecrated by trucks. And any attempt to stop this would be decried in the name of modern transportation needs! The point is that this is precisely the way that the courts ruled on air pollution—pollution which is far more damaging to all of us than trampling on lawns. In this way, the government gave the green light, from the very start, to a polluting technology. It is no wonder then that this is precisely the kind of technology we have. The only remedy is to force the polluting invaders to stop their invasion, and thereby to redirect technology into nonpolluting or even antipolluting channels.
Ήδη, ακόμη και στο αναγκαστικά πρωτόγονο στάδιο της αντιρρυπαντικής τεχνολογίας μας, έχουν αναπτυχθεί τεχνικές για την καταπολέμηση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και της ηχορύπανσης. Σε θορυβώδη μηχανήματα μπορούν να εγκατασταθούν σιγαστήρες που εκπέμπουν ηχητικά κύματα ακριβώς αντίθετης φάσης από εκείνα των μηχανημάτων και έτσι εξουδετερώνουν αυτούς τους βασανιστικούς ήχους. Ακόμη και σήμερα, τα αέρια απόβλητα μπορούν να δεσμεύονται καθώς εξέρχονται από την καπνοδόχο και να ανακυκλώνονται για την παραγωγή προϊόντων χρήσιμων στη βιομηχανία. Έτσι, το διοξείδιο του θείου, ένας σημαντικός επιβλαβής ατμοσφαιρικός ρύπος, μπορεί να δεσμεύεται και να ανακυκλώνεται για την παραγωγή οικονομικά πολύτιμου θειικού οξέος.174 Ο ιδιαίτερα ρυπογόνος κινητήρας ανάφλεξης με σπινθήρα θα πρέπει είτε να «θεραπευτεί» με νέες διατάξεις είτε να αντικατασταθεί εξ ολοκλήρου από μη ρυπογόνους κινητήρες, όπως ο πετρελαιοκινητήρας, ο αεριοστρόβιλος ή η ατμομηχανή, ή από ηλεκτρικό αυτοκίνητο. Και, όπως επισημαίνει ο λιμπερταριανός μηχανικός συστημάτων Robert Poole, Jr., το κόστος εγκατάστασης της μη ρυπογόνου ή αντιρρυπαντικής τεχνολογίας θα «βάρυνε τελικά τους καταναλωτές των προϊόντων των επιχειρήσεων, δηλαδή εκείνους που επιλέγουν να συναλλάσσονται με την επιχείρηση, αντί να μετακυλίεται σε αθώους τρίτους υπό τη μορφή ρύπανσης ή φόρων».175
Already, even at our necessarily primitive stage in antipollution technology, techniques have been developed to combat air and noise pollution. Mufflers can be installed on noisy machines that emit sound waves precisely contra-cyclical to the waves of the machines, and thereby can cancel out these racking sounds. Air wastes can even now be recaptured as they leave the chimney and be recycled to yield products useful to industry. Thus, sulfur dioxide, a major noxious air pollutant, can be captured and recycled to produce economically valuable sulfuric acid. The highly polluting spark ignition engine will either have to be “cured” by new devices or replaced altogether by such nonpolluting engines as diesel, gas turbine, or steam, or by an electric car. And, as libertarian systems engineer Robert Poole, Jr., points out, the costs of installing the non- or antipolluting technology would then “ultimately be borne by the consumers of the firms’ products, i.e., by those who choose to associate with the firm, rather than being passed on to innocent third parties in the form of pollution (or as taxes).”
Ο Robert Poole ορίζει εύστοχα τη ρύπανση «ως τη μεταφορά επιβλαβούς ύλης ή ενέργειας στο πρόσωπο ή στην περιουσία κάποιου άλλου, χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου».176 Η λιμπερταριανή —και η μόνη ολοκληρωμένη— λύση στο πρόβλημα της ατμοσφαιρικής ρύπανσης είναι η χρήση των δικαστηρίων και του νομικού συστήματος για την καταπολέμηση και την αποτροπή αυτής της προσβολής. Υπάρχουν πρόσφατες ενδείξεις ότι το νομικό σύστημα αρχίζει να αλλάζει προς αυτή την κατεύθυνση: νέες δικαστικές αποφάσεις και κατάργηση νόμων που απαγορεύουν τις ομαδικές αγωγές. Αυτό όμως είναι μόνο η αρχή.177
Robert Poole cogently defines pollution “as the transfer of harmful matter or energy to the person or property of another, without the latter’s consent.” The libertarian—and the only complete—solution to the problem of air pollution is to use the courts and the legal structure to combat and prevent such invasion. There are recent signs that the legal system is beginning to change in this direction: new judicial decisions and repeal of laws disallowing class action suits. But this is only a beginning.
Μεταξύ των συντηρητικών —σε αντίθεση με τους λιμπερταριανούς — υπάρχουν δύο κατά βάθος παρόμοιες απαντήσεις στο πρόβλημα της ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Η μία, την οποία δίνουν μεταξύ άλλων η Ayn Rand και ο Robert Moses, είναι η άρνηση της ύπαρξης του προβλήματος και η απόδοση ολόκληρης της σχετικής κινητοποίησης σε αριστερούς που θέλουν να καταστρέψουν τον καπιταλισμό και την τεχνολογία υπέρ μιας φυλετικής μορφής σοσιαλισμού. Μολονότι ένα μέρος αυτής της κατηγορίας μπορεί να είναι σωστό, η άρνηση της ίδιας της ύπαρξης του προβλήματος ισοδυναμεί με άρνηση της ίδιας της επιστήμης και παρέχει ισχυρό έρεισμα στην αριστερή κατηγορία ότι οι υπερασπιστές του καπιταλισμού «τοποθετούν τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα πάνω από τα ανθρώπινα δικαιώματα». Επιπλέον, η υπεράσπιση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης δεν υπερασπίζεται καν τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα· αντιθέτως, προσφέρει τη σφραγίδα έγκρισης αυτών των συντηρητικών στους βιομηχάνους που καταπατούν τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα της μάζας των πολιτών.
Among conservatives—in contrast to libertarians—there are two ultimately similar responses to the problem of air pollution. One response, by Ayn Rand and Robert Moses among others, is to deny that the problem exists, and to attribute the entire agitation to leftists who want to destroy capitalism and technology on behalf of a tribal form of socialism. While part of this charge may be correct, denial of the very existence of the problem is to deny science itself and to give a vital hostage to the leftist charge that defenders of capitalism “place property rights above human rights.” Moreover, a defense of air pollution does not even defend property rights; on the contrary, it puts these conservatives’ stamp of approval on those industrialists who are trampling upon the property rights of the mass of the citizenry.
Μια δεύτερη και πιο εκλεπτυσμένη συντηρητική απάντηση προέρχεται από οικονομολόγους της ελεύθερης αγοράς όπως ο Milton Friedman. Οι οπαδοί του Friedman παραδέχονται την ύπαρξη ατμοσφαιρικής ρύπανσης, αλλά προτείνουν να αντιμετωπιστεί όχι με την υπεράσπιση των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, αλλά μέσω ενός υποτιθέμενα ωφελιμιστικού υπολογισμού «κόστους και οφέλους» από την κυβέρνηση, η οποία κατόπιν θα λάβει και θα επιβάλει μια «κοινωνική απόφαση» για το πόση ρύπανση θα επιτρέπεται. Η απόφαση αυτή θα εφαρμοζόταν είτε με την αδειοδότηση μιας ορισμένης ποσότητας ρύπανσης —την παραχώρηση «δικαιωμάτων ρύπανσης»— είτε με μια κλιμακωτή φορολόγησή της είτε με πληρωμές των φορολογουμένων προς τις επιχειρήσεις για να μη ρυπαίνουν. Αυτές οι προτάσεις όχι μόνο θα παραχωρούσαν τεράστια γραφειοκρατική εξουσία στην κυβέρνηση στο όνομα της διαφύλαξης της «ελεύθερης αγοράς», αλλά θα συνέχιζαν επίσης να παραμερίζουν τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα στο όνομα μιας συλλογικής απόφασης επιβαλλόμενης από το κράτος. Αυτό απέχει πολύ από οποιαδήποτε γνήσια «ελεύθερη αγορά» και αποκαλύπτει ότι, όπως σε πολλούς άλλους οικονομικούς τομείς, είναι αδύνατον να υπερασπιστεί κανείς πραγματικά την ελευθερία και την ελεύθερη αγορά χωρίς να επιμένει στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Η τερατώδης ρήση του Friedman ότι όσοι κάτοικοι των πόλεων δεν επιθυμούν να προσβληθούν από εμφύσημα πρέπει να μετακομίσουν στην ύπαιθρο θυμίζει έντονα το περίφημο «Ας φάνε παντεσπάνι» της Marie Antoinette — και αποκαλύπτει έλλειψη ευαισθησίας απέναντι στα ανθρώπινα ή στα ιδιοκτησιακά δικαιώματα. Η δήλωση του Friedman, πράγματι, ανήκει στην ίδια λογική με το χαρακτηριστικά συντηρητικό «Αν δεν σου αρέσει εδώ, φύγε», μια δήλωση που υπονοεί ότι η κυβέρνηση κατέχει δικαιωματικά ολόκληρη την επικράτεια του «εδώ» και ότι όποιος αντιτίθεται στην κυριαρχία της πρέπει, επομένως, να εγκαταλείψει την περιοχή. Η λιμπερταριανή κριτική του Robert Poole στις προτάσεις των οπαδών του Friedman προσφέρει μια αναζωογονητική αντίθεση:
A second, and more sophisticated, conservative response is by such free-market economists as Milton Friedman. The Friedmanites concede the existence of air pollution but propose to meet it, not by a defense of property rights, but rather by a supposedly utilitarian “cost-benefit” calculation by government, which will then make and enforce a “social decision” on how much pollution to allow. This decision would then be enforced either by licensing a given amount of pollution (the granting of “pollution rights”), by a graded scale of taxes against it, or by the taxpayers paying firms not to pollute. Not only would these proposals grant an enormous amount of bureaucratic power to government in the name of safeguarding the “free market”; they would continue to override property rights in the name of a collective decision enforced by the State. This is far from any genuine “free market,” and reveals that, as in many other economic areas, it is impossible to really defend freedom and the free market without insisting on defending the rights of private property. Friedman’s grotesque dictum that those urban inhabitants who don’t wish to contract emphysema should move to the country is starkly reminiscent of Marie Antoinette’s famous “Let them eat cake”—and reveals a lack of sensitivity to human or property rights. Friedman’s statement, in fact, is of a piece with the typically conservative, “If you don’t like it here, leave,” a statement that implies that the government rightly owns the entire land area of “here,” and that anyone who objects to its rule must therefore leave the area. Robert Poole’s libertarian critique of the Friedmanite proposals offers a refreshing contrast:
Δυστυχώς, πρόκειται για παράδειγμα της σοβαρότερης αδυναμίας των συντηρητικών οικονομολόγων: πουθενά στην πρόταση δεν αναφέρονται δικαιώματα. Είναι η ίδια αδυναμία που υπονομεύει τους υποστηρικτές του καπιταλισμού εδώ και 200 χρόνια. Ακόμη και σήμερα, ο όρος «laissez-faire» είναι πιθανό να ανακαλεί εικόνες αγγλικών βιομηχανικών πόλεων του δέκατου όγδοου αιώνα, πνιγμένων στον καπνό και μαυρισμένων από την αιθάλη. Οι πρώτοι κεφαλαιούχοι συμφωνούσαν με τα δικαστήρια ότι ο καπνός και η αιθάλη ήταν το «τίμημα» που έπρεπε να καταβληθεί για τα οφέλη της βιομηχανίας… Ωστόσο, laissez-faire χωρίς δικαιώματα είναι αντίφαση εν τοις όροις· η θέση του laissez-faire βασίζεται στα ανθρώπινα δικαιώματα και απορρέει από αυτά, και μπορεί να διατηρηθεί μόνο όταν τα δικαιώματα θεωρούνται απαραβίαστα. Τώρα, σε μια εποχή αυξανόμενης περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης, αυτή η παλαιά αντίφαση επιστρέφει για να στοιχειώσει τον καπιταλισμό.
Είναι αλήθεια ότι ο αέρας είναι σπάνιος πόρος, όπως λένε οι οπαδοί του Friedman· πρέπει όμως τότε να αναρωτηθούμε γιατί είναι σπάνιος. Αν είναι σπάνιος εξαιτίας συστηματικής παραβίασης δικαιωμάτων, τότε η λύση δεν είναι να αυξηθεί το τίμημα της υφιστάμενης κατάστασης, νομιμοποιώντας έτσι τις παραβιάσεις δικαιωμάτων, αλλά να διακηρυχθούν τα δικαιώματα και να απαιτηθεί η προστασία τους… Όταν ένα εργοστάσιο εκπέμπει μεγάλη ποσότητα μορίων διοξειδίου του θείου που εισέρχονται στους πνεύμονες κάποιου και προκαλούν πνευμονικό οίδημα, οι ιδιοκτήτες του εργοστασίου έχουν επιτεθεί εναντίον του εξίσου σαν να του είχαν σπάσει το πόδι. Το σημείο πρέπει να τονιστεί, επειδή είναι ζωτικής σημασίας για τη λιμπερταριανή θέση του laissez-faire. Ένας ρυπαντής του laissez-faire είναι αντίφαση εν τοις όροις και πρέπει να αναγνωρίζεται ως τέτοια. Μια λιμπερταριανή κοινωνία θα ήταν κοινωνία πλήρους ευθύνης, στην οποία ο καθένας είναι πλήρως υπεύθυνος για τις πράξεις του και για οποιεσδήποτε επιβλαβείς συνέπειες ενδέχεται να προκαλέσουν.178
Unfortunately, it is an example of the most serious failing of the conservative economists: nowhere in the proposal is there any mention of rights. This is the same failing that has undercut advocates of capitalism for 200 years. Even today, the term “laissez-faire” is apt to bring forth images of eighteenth century English factory towns engulfed in smoke and grimy with soot. The early capitalists agreed with the courts that smoke and soot were the “price” that must be paid for the benefits of industry.... Yet laissez-faire without rights is a contradiction in terms; the laissez-faire position is based on and derived from man’s rights, and can endure only when rights are held inviolable. Now, in an age of increasing awareness of the environment, this old contradiction is coming back to haunt capitalism.
It is true that air is a scarce resource [as the Friedmanites say], but one must then ask why it is scarce. If it is scarce because of a systematic violation of rights, then the solution is not to raise the price of the status quo, thereby sanctioning the rights-violations, but to assert the rights and demand that they be protected.... When a factory discharges a great quantity of sulfur dioxide molecules that enter someone’s lungs and cause pulmonary edema, the factory owners have aggressed against him as much as if they had broken his leg. The point must be emphasized because it is vital to the libertarian laissez-faire position. A laissez-faire polluter is a contradiction in terms and must be identified as such. A libertarian society would be a full-liability society, where everyone is fully responsible for his actions and any harmful consequences they might cause.
Πέρα από την προδοσία της υποτιθέμενης λειτουργίας της να υπερασπίζεται την ιδιωτική ιδιοκτησία, η κυβέρνηση συνέβαλε στην ατμοσφαιρική ρύπανση και με πιο άμεσο τρόπο. Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που το Υπουργείο Γεωργίας πραγματοποιούσε μαζικούς ψεκασμούς DDT με ελικόπτερα σε μεγάλες εκτάσεις, παρακάμπτοντας τη θέληση μεμονωμένων γεωργών που αντιτίθεντο. Εξακολουθεί να διασπείρει τόνους δηλητηριωδών και καρκινογόνων εντομοκτόνων σε ολόκληρο τον Νότο, σε μια δαπανηρή και μάταιη προσπάθεια εξάλειψης του μυρμηγκιού της φωτιάς.179 Και η Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας έχει διοχετεύσει ραδιενεργά απόβλητα στον αέρα και στο έδαφος μέσω πυρηνικών δοκιμών. Οι δημοτικές εγκαταστάσεις ηλεκτροπαραγωγής και ύδρευσης, καθώς και οι εγκαταστάσεις των αδειοδοτημένων μονοπωλιακών επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, ρυπαίνουν έντονα την ατμόσφαιρα. Ένα από τα κύρια καθήκοντα του κράτους σε αυτόν τον τομέα είναι, επομένως, να σταματήσει τη δική του δηλητηρίαση της ατμόσφαιρας.
In addition to betraying its presumed function of defending private property, government has contributed to air pollution in a more positive sense. It was not so long ago that the Department of Agriculture conducted mass sprayings of DDT by helicopter over large areas, overriding the wishes of individual objecting farmers. It still continues to pour tons of poisonous and carcinogenic insecticides all over the South in an expensive and vain attempt to eradicate the fire ant. And the Atomic Energy Commission has poured radioactive wastes into the air and into the ground by means of its nuclear power plants, and through atomic testing. Municipal power and water plants, and the plants of licensed monopoly utility companies, mightily pollute the atmosphere. One of the major tasks of the State in this area is therefore to stop its own poisoning of the atmosphere.
Έτσι, όταν παραμερίσουμε τις συγχύσεις και την αστήρικτη φιλοσοφία των σύγχρονων οικολόγων, βρίσκουμε ένα σημαντικό και στέρεο επιχείρημα κατά του υφιστάμενου συστήματος· αποδεικνύεται όμως ότι δεν στρέφεται κατά του καπιταλισμού, της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, της ανάπτυξης ή της τεχνολογίας καθαυτών. Στρέφεται κατά της αποτυχίας της κυβέρνησης να επιτρέψει και να υπερασπιστεί τα δικαιώματα ιδιωτικής ιδιοκτησίας απέναντι στις προσβολές τους. Αν τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα προστατεύονταν πλήρως, τόσο από ιδιωτικές όσο και από κρατικές προσβολές, θα διαπιστώναμε εδώ, όπως και σε άλλους τομείς της οικονομίας και της κοινωνίας μας, ότι η ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριότητα και η σύγχρονη τεχνολογία θα προσφέρονταν στην ανθρωπότητα όχι ως κατάρα αλλά ως σωτηρία της.
Thus, when we peel away the confusions and the unsound philosophy of the modern ecologists, we find an important bedrock case against the existing system; but the case turns out to be not against capitalism, private property, growth, or technology per se. It is a case against the failure of government to allow and to defend the rights of private property against invasion. If property rights were to be defended fully, against private and governmental invasion alike, we would find here, as in other areas of our economy and society, that private enterprise and modern technology would come to mankind not as a curse but as its salvation.
← Κεφάλαιο 12: Ο Δημόσιος Τομέας, III: Αστυνομία, Δίκαιο και ΔικαστήριαΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 14: Πόλεμος και Εξωτερική Πολιτική →