Για μια Νέα Ελευθερία: Κεφάλαιο 12: Ο Δημόσιος Τομέας, III: Αστυνομία, Δίκαιο και Δικαστήρια
Murray N. Rothbard · For a New Liberty: The Libertarian Manifesto
Πραξεολόγος
← Κεφάλαιο 11: Ο Δημόσιος Τομέας, II: Οδοί και ΔρόμοιΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 13: Διατήρηση των Φυσικών πόρων, Οικολογία και Ανάπτυξη →
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Murray N. Rothbard, For a New Liberty: The Libertarian Manifesto, 2η έκδοση, Ludwig von Mises Institute, 2006 (ηλεκτρονική έκδοση). © 1973, 1978 Murray N. Rothbard· © 2006 Ludwig von Mises Institute. Πηγή: mises.org/library/book/new-liberty-libertarian-manifesto.
Η μετάφραση ακολουθεί την αναθεωρημένη έκδοση του 1978, ενώ το αγγλικό κείμενο εδώ είναι η έκδοση του Mises Institute (2006). Γι’ αυτό ο «Πρόλογος» του Rothbard (Φεβρουάριος 1978), η τελευταία παράγραφος του κεφαλαίου 15 στην ελληνική και το «Παράρτημα: Το Λιμπερταριανό Κίνημα» δεν έχουν αγγλικό αντίστοιχο εδώ (το παράρτημα δεν περιλαμβάνεται), ενώ η ενότητα «Toward a Free America» υπάρχει μόνο στα αγγλικά. Ο «Πρόλογος Μεταφραστή» και η εισαγωγή του Llewellyn H. Rockwell, Jr. (2005) της αγγλικής έκδοσης δεν περιλαμβάνονται. Οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ) εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
Κεφάλαιο 12: Ο Δημόσιος Τομέας, III: Αστυνομία, Δίκαιο και Δικαστήρια
↗ στη σελίδα του βιβλίου12 The Public Sector, III: Police, Law, and the Courts
Η αγορά και η ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριότητα υπάρχουν ήδη, και έτσι οι περισσότεροι άνθρωποι μπορούν εύκολα να φανταστούν μια ελεύθερη αγορά για τα περισσότερα αγαθά και τις περισσότερες υπηρεσίες. Ίσως όμως ο δυσκολότερος τομέας να κατανοηθεί είναι η κατάργηση της κρατικής δραστηριότητας στις υπηρεσίες προστασίας: στην αστυνομία, στα δικαστήρια κ.λπ. — στον τομέα που περιλαμβάνει την υπεράσπιση του προσώπου και της περιουσίας από επιθέσεις ή προσβολές. Πώς θα μπορούσαν άραγε οι ιδιωτικές επιχειρήσεις και η ελεύθερη αγορά να παρέχουν τέτοιες υπηρεσίες; Πώς θα μπορούσαν η αστυνομία, τα νομικά συστήματα, οι δικαστικές υπηρεσίες, η επιβολή του νόμου, οι φυλακές —πώς θα μπορούσαν όλα αυτά— να παρέχονται σε μια ελεύθερη αγορά; Έχουμε ήδη δει πώς ένα μεγάλο μέρος, τουλάχιστον, της αστυνομικής προστασίας θα μπορούσε να παρέχεται από τους διάφορους ιδιοκτήτες δρόμων και εκτάσεων γης. Τώρα όμως πρέπει να εξετάσουμε συστηματικά ολόκληρο αυτό το πεδίο.
The market and private enterprise do exist, and so most people can readily envision a free market in most goods and services. Probably the most difficult single area to grasp, however, is the abolition of government operations in the service of protection: police, the courts, etc.—the area encompassing defense of person and property against attack or invasion. How could private enterprise and the free market possibly provide such service? How could police, legal systems, judicial services, law enforcement, prisons—how could these be provided in a free market? We have already seen how a great deal of police protection, at the least, could be supplied by the various owners of streets and land areas. But we now need to examine this entire area systematically.
Καταρχάς, υπάρχει μια συνηθισμένη πλάνη, την οποία συμμερίζονται ακόμη και οι περισσότεροι υποστηρικτές του laissez-faire: ότι η κυβέρνηση πρέπει να παρέχει «αστυνομική προστασία», σαν η αστυνομική προστασία να ήταν μια ενιαία, απόλυτη οντότητα, μια σταθερή ποσότητα κάποιου πράγματος που η κυβέρνηση παρέχει σε όλους. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν υπάρχει ένα απόλυτο αγαθό που ονομάζεται «αστυνομική προστασία», όπως δεν υπάρχει ένα απόλυτο, ενιαίο αγαθό που ονομάζεται «τροφή» ή «στέγη». Είναι αλήθεια ότι όλοι πληρώνουν φόρους για μια φαινομενικά σταθερή ποσότητα προστασίας· αυτό όμως είναι μύθος. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν σχεδόν άπειρες διαβαθμίσεις κάθε είδους προστασίας. Για οποιοδήποτε πρόσωπο ή επιχείρηση, η αστυνομία μπορεί να παρέχει οτιδήποτε, από έναν πεζό αστυνομικό που περνά μία φορά τη νύχτα έως δύο αστυνομικούς που περιπολούν διαρκώς σε κάθε οικοδομικό τετράγωνο, περιπολικά αυτοκίνητα ή έναν, ακόμη και περισσότερους, προσωπικούς σωματοφύλακες σε εικοσιτετράωρη βάση. Επιπλέον, υπάρχουν πολλές άλλες αποφάσεις που πρέπει να λάβει η αστυνομία, των οποίων η πολυπλοκότητα γίνεται εμφανής μόλις κοιτάξουμε πίσω από το πέπλο του μύθου της απόλυτης «προστασίας». Πώς θα κατανείμει η αστυνομία τους πόρους της, οι οποίοι, φυσικά, είναι πάντοτε περιορισμένοι, όπως και οι πόροι όλων των άλλων ατόμων, οργανώσεων και φορέων; Πόσα θα επενδύσει σε ηλεκτρονικό εξοπλισμό; Σε εξοπλισμό δακτυλοσκόπησης; Σε αστυνομικούς ερευνητές σε αντιδιαστολή προς ένστολους αστυνομικούς; Σε περιπολικά σε αντιδιαστολή προς πεζούς αστυνομικούς κ.λπ.;
In the first place, there is a common fallacy, held even by most advocates of laissez-faire, that the government must supply “police protection,” as if police protection were a single, absolute entity, a fixed quantity of something which the government supplies to all. But in actual fact there is no absolute commodity called “police protection” any more than there is an absolute single commodity called “food” or “shelter.” It is true that everyone pays taxes for a seemingly fixed quantity of protection, but this is a myth. In actual fact, there are almost infinite degrees of all sorts of protection. For any given person or business, the police can provide everything from a policeman on the beat who patrols once a night, to two policemen patrolling constantly on each block, to cruising patrol cars, to one or even several round-the-clock personal bodyguards. Furthermore, there are many other decisions the police must make, the complexity of which becomes evident as soon as we look beneath the veil of the myth of absolute “protection.” How shall the police allocate their funds which are, of course, always limited as are the funds of all other individuals, organizations, and agencies? How much shall the police invest in electronic equipment? fingerprinting equipment? detectives as against uniformed police? patrol cars as against foot police, etc.?
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η κυβέρνηση δεν διαθέτει ορθολογικό τρόπο να πραγματοποιεί αυτές τις κατανομές. Γνωρίζει μόνο ότι έχει περιορισμένο προϋπολογισμό. Οι κατανομές των κονδυλίων της υπόκεινται, επομένως, πλήρως στην επίδραση της πολιτικής, των σπάταλων έργων σκοπιμότητας και της γραφειοκρατικής αναποτελεσματικότητας, χωρίς καμία απολύτως ένδειξη για το αν η αστυνομική υπηρεσία εξυπηρετεί τους καταναλωτές κατά τρόπο που ανταποκρίνεται στις επιθυμίες τους ή αν το κάνει αποτελεσματικά. Η κατάσταση θα ήταν διαφορετική αν οι αστυνομικές υπηρεσίες παρέχονταν σε μια ελεύθερη, ανταγωνιστική αγορά. Σε αυτή την περίπτωση, οι καταναλωτές θα πλήρωναν για όποιο επίπεδο προστασίας επιθυμούσαν να αγοράσουν. Όσοι θέλουν απλώς να βλέπουν έναν αστυνομικό πότε πότε θα πλήρωναν λιγότερο από εκείνους που θέλουν συνεχή περιπολία και πολύ λιγότερο από όσους απαιτούν εικοσιτετράωρη υπηρεσία σωματοφυλακής. Στην ελεύθερη αγορά, η προστασία θα παρεχόταν στην έκταση και με τον τρόπο για τα οποία οι καταναλωτές είναι πρόθυμοι να πληρώσουν. Η ώθηση προς την αποτελεσματικότητα θα διασφαλιζόταν, όπως πάντοτε στην αγορά, από την ανάγκη επίτευξης κέρδους και αποφυγής ζημιών και, συνεπώς, διατήρησης χαμηλού κόστους και εξυπηρέτησης των σημαντικότερων απαιτήσεων των καταναλωτών. Κάθε αστυνομική εταιρεία που θα υπέφερε από σοβαρή αναποτελεσματικότητα σύντομα θα πτώχευε και θα εξαφανιζόταν.
The point is that the government has no rational way to make these allocations. The government only knows that it has a limited budget. Its allocations of funds are then subject to the full play of politics, boondoggling, and bureaucratic inefficiency, with no indication at all as to whether the police department is serving the consumers in a way responsive to their desires or whether it is doing so efficiently. The situation would be different if police services were supplied on a free, competitive market. In that case, consumers would pay for whatever degree of protection they wish to purchase. The consumers who just want to see a policeman once in a while would pay less than those who want continuous patrolling, and far less than those who demand 24-hour bodyguard service. On the free market, protection would be supplied in proportion and in whatever way that the consumers wish to pay for it. A drive for efficiency would be insured, as it always is on the market, by the compulsion to make profits and avoid losses, and thereby to keep costs low and to serve the highest demands of the consumers. Any police firm that suffers from gross inefficiency would soon go bankrupt and disappear.
Ένα μεγάλο πρόβλημα που πρέπει πάντοτε να αντιμετωπίζει μια κρατική αστυνομική δύναμη είναι το εξής: ποιους νόμους θα εφαρμόζει πραγματικά; Οι αστυνομικές υπηρεσίες βρίσκονται θεωρητικά αντιμέτωπες με την απόλυτη επιταγή «εφαρμόστε όλους τους νόμους», αλλά στην πράξη ο περιορισμένος προϋπολογισμός τις αναγκάζει να κατανέμουν το προσωπικό και τον εξοπλισμό τους στα εγκλήματα που απαιτούν την πιο επείγουσα αντιμετώπιση. Η απόλυτη επιταγή, όμως, τις καταδιώκει και αντιστρατεύεται την ορθολογική κατανομή των πόρων. Στην ελεύθερη αγορά θα επιβαλλόταν ό,τι οι πελάτες είναι πρόθυμοι να πληρώσουν για να επιβληθεί. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι ο κύριος Jones έχει έναν πολύτιμο λίθο που πιστεύει ότι ενδέχεται σύντομα να κλαπεί. Μπορεί να ζητήσει και να πληρώσει για εικοσιτετράωρη αστυνομική προστασία, με όση δύναμη επιθυμεί να συμφωνήσει με την αστυνομική εταιρεία. Από την άλλη πλευρά, μπορεί επίσης να έχει έναν ιδιωτικό δρόμο στο κτήμα του από τον οποίο δεν θέλει να περνούν πολλοί άνθρωποι — αλλά να μη νοιάζεται ιδιαίτερα για όσους τον χρησιμοποιούν χωρίς άδεια. Σε αυτή την περίπτωση, δεν θα διαθέσει αστυνομικούς πόρους για την προστασία του δρόμου. Όπως γενικά στην αγορά, η απόφαση ανήκει στον καταναλωτή — και, εφόσον όλοι είμαστε καταναλωτές, αυτό σημαίνει ότι κάθε πρόσωπο αποφασίζει ατομικά πόση και τι είδους προστασία θέλει και είναι πρόθυμο να αγοράσει.
One big problem a government police force must always face is: what laws really to enforce? Police departments are theoretically faced with the absolute injunction, “enforce all laws,” but in practice a limited budget forces them to allocate their personnel and equipment to the most urgent crimes. But the absolute dictum pursues them and works against a rational allocation of resources. On the free market, what would be enforced is whatever the customers are willing to pay for. Suppose, for example, that Mr. Jones has a precious gem he believes might soon be stolen. He can ask, and pay for, round-the-clock police protection at whatever strength he may wish to work out with the police company. He might, on the other hand, also have a private road on his estate he doesn’t want many people to travel on—but he might not care very much about trespassers on that road. In that case, he won’t devote any police resources to protecting the road. As on the market in general, it is up to the consumer—and since all of us are consumers this means each person individually decides how much and what kind of protection he wants and is willing to buy.
Όσα είπαμε για την αστυνομία των ιδιοκτητών γης ισχύουν γενικά για την ιδιωτική αστυνομία. Η αστυνομία της ελεύθερης αγοράς δεν θα ήταν μόνο αποτελεσματική· θα είχε ισχυρό κίνητρο να είναι ευγενική και να απέχει από βιαιοπραγίες εναντίον είτε των πελατών της είτε των φίλων ή των πελατών των πελατών της. Ένα ιδιωτικό Σέντραλ Παρκ θα φυλασσόταν αποτελεσματικά ώστε να μεγιστοποιούνται τα έσοδά του, αντί να επιβάλλεται απαγόρευση νυχτερινής πρόσβασης σε αθώους —και πληρώνοντες— πελάτες. Μια ελεύθερη αγορά αστυνομικών υπηρεσιών θα αντάμειβε την αποτελεσματική και ευγενική αστυνομική προστασία των πελατών και θα τιμωρούσε κάθε απόκλιση από αυτό το πρότυπο. Δεν θα υπήρχε πλέον η σημερινή αποσύνδεση υπηρεσίας και πληρωμής, που είναι εγγενής σε όλες τις κρατικές δραστηριότητες· μια αποσύνδεση που σημαίνει ότι η αστυνομία, όπως όλες οι άλλες κρατικές υπηρεσίες, αποκτά τα έσοδά της όχι εθελοντικά και ανταγωνιστικά από τους καταναλωτές, αλλά καταναγκαστικά από τους φορολογουμένους.
All that we have said about landowners’ police applies to private police in general. Free-market police would not only be efficient, they would have a strong incentive to be courteous and to refrain from brutality against either their clients or their clients’ friends or customers. A private Central Park would be guarded efficiently in order to maximize park revenue, rather than have a prohibitive curfew imposed on innocent—and paying—customers. A free market in police would reward efficient and courteous police protection to customers and penalize any falling off from this standard. No longer would there be the current disjunction between service and payment inherent in all government operations, a disjunction which means that police, like all other government agencies, acquire their revenue, not voluntarily and competitively from consumers, but from the taxpayers coercively.
Πράγματι, καθώς η κρατική αστυνομία γίνεται ολοένα πιο αναποτελεσματική, οι καταναλωτές στρέφονται όλο και περισσότερο σε ιδιωτικές μορφές προστασίας. Αναφέραμε ήδη την προστασία οικοδομικών τετραγώνων ή συνοικιών. Υπάρχουν επίσης ιδιωτικοί φύλακες, ασφαλιστικές εταιρείες, ιδιωτικοί ντετέκτιβ, καθώς και ολοένα πιο εξελιγμένος εξοπλισμός, όπως χρηματοκιβώτια, κλειδαριές, κλειστά κυκλώματα τηλεόρασης και αντικλεπτικοί συναγερμοί. Η Προεδρική Επιτροπή για την Επιβολή του Νόμου και την Απονομή της Δικαιοσύνης εκτίμησε το 1969 ότι η κρατική αστυνομία κόστιζε στο αμερικανικό κοινό 2,8 δισεκατομμύρια USD ετησίως, ενώ αυτό δαπανούσε 1,35 δισεκατομμύρια USD για ιδιωτικές υπηρεσίες προστασίας και άλλα 200 εκατομμύρια USD για εξοπλισμό· συνεπώς, οι ιδιωτικές δαπάνες προστασίας υπερέβαιναν το ήμισυ της δαπάνης για την κρατική αστυνομία. Αυτά τα στοιχεία θα έπρεπε να προβληματίσουν εκείνους τους εύπιστους που θεωρούν ότι η αστυνομική προστασία αποτελεί κατά κάποιον τρόπο, δυνάμει κάποιου μυστηριώδους δικαιώματος ή εξουσίας, αναγκαίο και αιώνιο γνώρισμα της κρατικής κυριαρχίας.141
In fact, as government police have become increasingly inefficient, consumers have been turning more and more to private forms of protection. We have already mentioned block or neighborhood protection. There are also private guards, insurance companies, private detectives, and such increasingly sophisticated equipment as safes, locks, and closed-circuit TV and burglar alarms. The President’s Commission on Law Enforcement and the Administration of Justice estimated in 1969 that government police cost the American public $2.8 billion a year, while it spends $1.35 billion on private protection service and another $200 million on equipment, so that private protection expenses amounted to over half the outlay on government police. These figures should give pause to those credulous folk who believe that police protection is somehow, by some mystic right or power, necessarily and forevermore an attribute of State sovereignty.
Κάθε αναγνώστης αστυνομικής λογοτεχνίας γνωρίζει ότι οι ιδιωτικοί ερευνητές των ασφαλιστικών εταιρειών είναι πολύ αποτελεσματικότεροι από την αστυνομία στην ανάκτηση κλεμμένης περιουσίας. Όχι μόνο η ασφαλιστική εταιρεία ωθείται από οικονομικά κίνητρα να εξυπηρετεί τον καταναλωτή —και έτσι να προσπαθεί να αποφεύγει την καταβολή αποζημιώσεων—, αλλά και ο βασικός της προσανατολισμός διαφέρει πολύ από εκείνον της αστυνομίας. Η αστυνομία, εκπροσωπώντας μια μυθική «κοινωνία», ενδιαφέρεται πρωτίστως για τη σύλληψη και την τιμωρία του εγκληματία· η επιστροφή των κλοπιμαίων στο θύμα είναι αυστηρά δευτερεύουσα. Για την ασφαλιστική εταιρεία και τους ερευνητές της, αντιθέτως, πρωταρχικό μέλημα είναι η ανάκτηση των κλοπιμαίων, ενώ η σύλληψη και η τιμωρία του εγκληματία υποτάσσονται στον κύριο σκοπό της βοήθειας προς το θύμα του εγκλήματος. Εδώ βλέπουμε και πάλι τη διαφορά ανάμεσα σε μια ιδιωτική εταιρεία που ωθείται να εξυπηρετεί τον πελάτη-θύμα εγκλήματος και στη δημόσια αστυνομία, η οποία δεν υπόκειται σε τέτοια οικονομική αναγκαιότητα.
Every reader of detective fiction knows that private insurance detectives are far more efficient than the police in recovering stolen property. Not only is the insurance company impelled by economics to serve the consumer—and thereby try to avoid paying benefits—but the major focus of the insurance company is very different from that of the police. The police, standing as they do for a mythical “society,” are primarily interested in catching and punishing the criminal; restoring the stolen loot to the victim is strictly secondary. To the insurance company and its detectives, on the other hand, the prime concern is recovery of the loot, and apprehension and punishment of the criminal is secondary to the prime purpose of aiding the victim of crime. Here we see again the difference between a private firm impelled to serve the customer-victim of crime and the public police, which is under no such economic compulsion.
Δεν μπορούμε να σχεδιάσουμε λεπτομερώς μια αγορά που υπάρχει μόνο ως υπόθεση, αλλά είναι εύλογο να πιστεύουμε ότι οι αστυνομικές υπηρεσίες στη λιμπερταριανή κοινωνία θα παρέχονταν από ιδιοκτήτες γης ή από ασφαλιστικές εταιρείες. Εφόσον οι ασφαλιστικές εταιρείες θα κατέβαλλαν αποζημιώσεις στα θύματα εγκλημάτων, είναι πολύ πιθανό να παρείχαν αστυνομικές υπηρεσίες ως μέσο περιορισμού της εγκληματικότητας και, συνεπώς, των αποζημιώσεων που θα πλήρωναν. Σε κάθε περίπτωση, είναι ασφαλώς πιθανό οι αστυνομικές υπηρεσίες να πληρώνονταν με τακτικές μηνιαίες εισφορές και ο φορέας αστυνόμευσης —είτε ασφαλιστική εταιρεία είτε όχι— να καλούνταν όποτε υπήρχε ανάγκη.
We cannot blueprint a market that exists only as an hypothesis, but it is reasonable to believe that police service in the libertarian society would be supplied by the landowners or by insurance companies. Since insurance companies would be paying benefits to victims of crime, it is highly likely that they would supply police service as a means of keeping down crime and hence their payment of benefits. It is certainly likely in any case that police service would be paid for in regular monthly premiums, with the police agency—whether insurance company or not—called on whenever needed.
Αυτό δίνει την πρώτη απλή απάντηση που πρέπει να δοθεί σε ένα συνηθισμένο εφιαλτικό ερώτημα όσων ακούν για πρώτη φορά την ιδέα μιας εξ ολοκλήρου ιδιωτικής αστυνομίας: «Μα αυτό σημαίνει ότι, αν δεχθείς επίθεση ή σε ληστέψουν, πρέπει να τρέξεις σε έναν αστυνομικό και να αρχίσεις τα παζάρια για το πόσο θα κοστίσει να σε υπερασπιστεί». Μια στιγμή σκέψης αρκεί για να φανεί ότι καμία υπηρεσία δεν παρέχεται με αυτόν τον τρόπο στην ελεύθερη αγορά. Προφανώς, όποιος επιθυμεί την προστασία του Φορέα Α ή της Ασφαλιστικής Εταιρείας Β θα καταβάλλει τακτικές εισφορές, αντί να περιμένει να δεχθεί επίθεση για να αγοράσει προστασία. «Ας υποθέσουμε όμως ότι προκύπτει έκτακτη ανάγκη και ένας αστυνομικός της Εταιρείας Α βλέπει κάποιον να δέχεται ληστρική επίθεση· θα σταματήσει για να ρωτήσει αν το θύμα έχει ασφαλιστεί στην Εταιρεία Α;» Καταρχάς, τέτοιου είδους εγκλήματα στον δρόμο θα αντιμετωπίζονται, όπως σημειώσαμε παραπάνω, από την αστυνομία που έχει προσλάβει ο ιδιοκτήτης του συγκεκριμένου δρόμου. Τι γίνεται όμως στην απίθανη περίπτωση όπου μια γειτονιά δεν διαθέτει οδική αστυνόμευση και ένας αστυνομικός της Εταιρείας Α τυχαίνει να δει κάποιον να δέχεται επίθεση; Θα σπεύσει να υπερασπιστεί το θύμα; Αυτό, φυσικά, θα εξαρτιόταν από την Εταιρεία Α· είναι όμως σχεδόν αδιανόητο οι ιδιωτικές αστυνομικές εταιρείες να μην καλλιεργούσαν την καλή τους φήμη υιοθετώντας ως πολιτική τη δωρεάν βοήθεια σε θύματα έκτακτων περιστατικών και ίσως ζητώντας κατόπιν από το διασωθέν θύμα μια εθελοντική δωρεά. Στην περίπτωση ιδιοκτήτη κατοικίας που ληστεύεται ή δέχεται επίθεση, θα καλεί φυσικά την αστυνομική εταιρεία της οποίας χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες. Θα καλεί την Αστυνομική Εταιρεία Α αντί για την «αστυνομία» που καλεί σήμερα.
This supplies what should be the first simple answer to a typical nightmare question of people who first hear about the idea of a totally private police: “Why, that means that if you’re attacked or robbed you have to rush over to a policeman and start dickering on how much it will cost to defend you.” A moment’s reflection should show that no service is supplied in this way on the free market. Obviously, the person who wants to be protected by Agency A or Insurance Company B will pay regular premiums rather than wait to be attacked before buying protection. “But suppose an emergency occurs and a Company A policeman sees someone being mugged; will he stop to ask if the victim has bought insurance from Company A?” In the first place, this sort of street crime will be taken care of, as we noted above, by the police hired by whoever owns the street in question. But what of the unlikely case that a neighborhood does not have street police, and a policeman of Company A happens to see someone being attacked? Will he rush to the victim’s defense? That, of course, would be up to Company A, but it is scarcely conceivable that private police companies would not cultivate goodwill by making it a policy to give free aid to victims in emergency situations and perhaps ask the rescued victim for a voluntary donation afterward. In the case of a homeowner being robbed or attacked, then of course he will call on whichever police company he has been using. He will call Police Company A rather than “the police” he calls upon now.
Ο ανταγωνισμός διασφαλίζει αποτελεσματικότητα, χαμηλή τιμή και υψηλή ποιότητα, και δεν υπάρχει λόγος να υποθέτουμε εκ των προτέρων, όπως κάνουν πολλοί, ότι έχει οριστεί από κάποια θεία βούληση να υπάρχει μόνο ένας αστυνομικός φορέας σε μια δεδομένη γεωγραφική περιοχή. Οι οικονομολόγοι έχουν συχνά ισχυριστεί ότι η παραγωγή ορισμένων αγαθών ή υπηρεσιών αποτελεί «φυσικό μονοπώλιο», ώστε να μην μπορούν να επιβιώσουν για πολύ περισσότεροι από ένας ιδιωτικοί φορείς σε μια δεδομένη περιοχή. Ίσως· αν και μόνο μια απολύτως ελεύθερη αγορά θα μπορούσε να κρίνει το ζήτημα οριστικά. Μόνο η αγορά μπορεί να αποφασίσει ποιες και πόσες επιχειρήσεις, και ποιου μεγέθους και ποιότητας, μπορούν να επιβιώσουν σε συνθήκες ενεργού ανταγωνισμού. Δεν υπάρχει όμως λόγος να υποθέτουμε εκ των προτέρων ότι η αστυνομική προστασία είναι «φυσικό μονοπώλιο». Άλλωστε, οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν είναι· και αν μπορούμε να έχουμε τις ασφαλιστικές εταιρείες Metropolitan, Equitable, Prudential κ.λπ. να συνυπάρχουν, γιατί όχι και εταιρείες αστυνομικής προστασίας Metropolitan, Equitable και Prudential; Ο Gustave de Molinari, ο Γάλλος οικονομολόγος της ελεύθερης αγοράς του δέκατου ένατου αιώνα, ήταν ο πρώτος άνθρωπος στην ιστορία που συνέλαβε και υποστήριξε την ιδέα μιας ελεύθερης αγοράς αστυνομικής προστασίας.142 Ο Molinari εκτιμούσε ότι τελικά θα συνυπήρχαν αρκετοί ιδιωτικοί αστυνομικοί φορείς στις πόλεις και ένας ιδιωτικός φορέας σε κάθε αγροτική περιοχή. Ίσως· πρέπει όμως να συνειδητοποιήσουμε ότι η σύγχρονη τεχνολογία καθιστά πολύ πιο εφικτή τη λειτουργία υποκαταστημάτων μεγάλων αστικών εταιρειών ακόμη και στις πιο απομακρυσμένες αγροτικές περιοχές. Ένας άνθρωπος που ζει σε ένα μικρό χωριό του Ουαϊόμινγκ θα μπορούσε, επομένως, να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες μιας τοπικής εταιρείας προστασίας ή ενός κοντινού υποκαταστήματος της Εταιρείας Προστασίας Metropolitan.
Competition insures efficiency, low price, and high quality, and there is no reason to assume a priori, as many people do, that there is something divinely ordained about having only one police agency in a given geographical area. Economists have often claimed that the production of certain goods or services is a “natural monopoly,” so that more than one private agency could not long survive in a given area. Perhaps, although only a totally free market could decide the matter once and for all. Only the market can decide what and how many firms, and of what size and quality, can survive in active competition. But there is no reason to suppose in advance that police protection is a “natural monopoly.” After all, insurance companies are not; and if we can have Metropolitan, Equitable, Prudential, etc., insurance companies coexisting side by side, why not Metropolitan, Equitable, and Prudential police protection companies? Gustave de Molinari, the nineteenth-century French free-market economist, was the first person in history to contemplate and advocate a free market for police protection. Molinari estimated that there would eventually turn out to be several private police agencies side by side in the cities, and one private agency in each rural area. Perhaps—but we must realize that modern technology makes much more feasible branch offices of large urban firms in even the most remote rural areas. A person living in a small village in Wyoming, therefore, could employ the services of a local protection company, or he might use a nearby branch office of the Metropolitan Protection Company.
«Πώς όμως θα μπορούσε ένας φτωχός να πληρώνει την ιδιωτική προστασία, αντί να λαμβάνει δωρεάν προστασία όπως σήμερα;» Υπάρχουν αρκετές απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα, που αποτελεί μία από τις συνηθέστερες επικρίσεις της ιδέας της εξ ολοκλήρου ιδιωτικής αστυνομικής προστασίας. Η μία είναι ότι αυτό το πρόβλημα αφορά, φυσικά, κάθε αγαθό ή υπηρεσία στη λιμπερταριανή κοινωνία, όχι μόνο την αστυνομία. Αλλά δεν είναι αναγκαία η προστασία; Ίσως· αναγκαία όμως είναι και πολλά διαφορετικά είδη τροφής, η ένδυση, η στέγη κ.λπ. Ασφαλώς, αυτά είναι τουλάχιστον εξίσου ζωτικά, αν όχι περισσότερο, με την αστυνομική προστασία, και όμως σχεδόν κανείς δεν λέει ότι, επομένως, η κυβέρνηση πρέπει να κρατικοποιήσει την τροφή, την ένδυση, τη στέγη κ.λπ. και να τα παρέχει δωρεάν ως καταναγκαστικά επιβαλλόμενο μονοπώλιο. Οι πολύ φτωχοί θα εξυπηρετούνταν γενικά από την ιδιωτική φιλανθρωπία, όπως είδαμε στο κεφάλαιό μας για την πρόνοια. Επιπλέον, στην ειδική περίπτωση της αστυνομίας θα υπήρχαν αναμφίβολα τρόποι εθελοντικής παροχής δωρεάν αστυνομικής προστασίας στους απόρους — είτε από τις ίδιες τις αστυνομικές εταιρείες για λόγους καλής φήμης, όπως κάνουν σήμερα νοσοκομεία και γιατροί, είτε από ειδικές ενώσεις «αστυνομικής αρωγής», που θα επιτελούσαν έργο παρόμοιο με εκείνο των σημερινών ενώσεων «νομικής αρωγής». Οι ενώσεις νομικής αρωγής παρέχουν εθελοντικά δωρεάν νομικές συμβουλές σε απόρους που αντιμετωπίζουν προβλήματα με τις αρχές.
“But how could a poor person afford private protection he would have to pay for instead of getting free protection, as he does now?” There are several answers to this question, one of the most common criticisms of the idea of totally private police protection. One is: that this problem of course applies to any commodity or service in the libertarian society, not just the police. But isn’t protection necessary? Perhaps, but then so is food of many different kinds, clothing, shelter, etc. Surely these are at least as vital if not more so than police protection, and yet almost nobody says that therefore the government must nationalize food, clothing, shelter, etc., and supply these free as a compulsory monopoly. Very poor people would be supplied, in general, by private charity, as we saw in our chapter on welfare. Furthermore, in the specific case of police there would undoubtedly be ways of voluntarily supplying free police protection to the indigent—either by the police companies themselves for goodwill (as hospitals and doctors do now) or by special “police aid” societies that would do work similar to “legal aid” societies today. (Legal aid societies voluntarily supply free legal counsel to the indigent in trouble with the authorities.)
Υπάρχουν σημαντικές συμπληρωματικές παράμετροι. Όπως είδαμε, η αστυνομική υπηρεσία δεν είναι «δωρεάν»· πληρώνεται από τον φορολογούμενο, και ο φορολογούμενος είναι πολύ συχνά ο ίδιος ο φτωχός. Είναι πολύ πιθανό να πληρώνει σήμερα περισσότερα σε φόρους για την αστυνομία απ’ όσα θα κατέβαλλε ως αμοιβή σε ιδιωτικές και πολύ αποτελεσματικότερες αστυνομικές εταιρείες. Επιπλέον, οι αστυνομικές εταιρείες θα απευθύνονταν σε μια μαζική αγορά· χάρη στις οικονομίες που προσφέρει μια αγορά τέτοιας κλίμακας, η αστυνομική προστασία θα ήταν αναμφίβολα πολύ φθηνότερη. Καμία αστυνομική εταιρεία δεν θα επιθυμούσε να αποκλείσει, λόγω των τιμών της, ένα μεγάλο τμήμα της αγοράς της, και το κόστος προστασίας δεν θα ήταν περισσότερο απαγορευτικό από το σημερινό κόστος ασφάλισης, λόγου χάρη. Στην πραγματικότητα, θα έτεινε να είναι πολύ χαμηλότερο από τη σημερινή ασφάλιση, επειδή ο ασφαλιστικός κλάδος υπόκειται σήμερα σε βαριές κρατικές ρυθμίσεις που αποκλείουν τον ανταγωνισμό χαμηλού κόστους.
There are important supplementary considerations. As we have seen, police service is not “free”; it is paid for by the taxpayer, and the taxpayer is very often the poor person himself. He may very well be paying more in taxes for police now than he would in fees to private, and far more efficient, police companies. Furthermore, the police companies would be tapping a mass market; with the economies of such a large-scale market, police protection would undoubtedly be much cheaper. No police company would wish to price itself out of a large chunk of its market, and the cost of protection would be no more prohibitively expensive than, say, the cost of insurance today. (In fact, it would tend to be much cheaper than current insurance, because the insurance industry today is heavily regulated by government to keep out low-cost competition.)
Υπάρχει ένας τελευταίος εφιάλτης, τον οποίο οι περισσότεροι που έχουν εξετάσει την ιδέα ιδιωτικών φορέων προστασίας θεωρούν αποφασιστικό λόγο απόρριψής της. Δεν θα συγκρούονταν διαρκώς οι φορείς; Δεν θα ξεσπούσε «αναρχία», με αδιάκοπες συγκρούσεις μεταξύ αστυνομικών δυνάμεων, καθώς ο ένας θα καλούσε τη «δική του» αστυνομία και ο αντίπαλος τη «δική του»;
There is a final nightmare which most people who have contemplated private protection agencies consider to be decisive in rejecting such a concept. Wouldn’t the agencies always be clashing? Wouldn’t “anarchy” break out, with perpetual conflicts between police forces as one person calls in “his” police while a rival calls in “his”?
Υπάρχουν διάφορα επίπεδα απάντησης σε αυτό το κρίσιμο ερώτημα. Καταρχάς, εφόσον δεν θα υπήρχε ένα υπερκείμενο κράτος, ούτε κεντρική ούτε καν ενιαία τοπική κυβέρνηση, θα γλιτώναμε τουλάχιστον από τη φρίκη των διακρατικών πολέμων, με την πληθώρα τεράστιων, υπερκαταστροφικών και πλέον πυρηνικών όπλων τους. Αν κοιτάξουμε πίσω στην ιστορία, δεν είναι οδυνηρά σαφές ότι ο αριθμός των ανθρώπων που σκοτώθηκαν σε μεμονωμένες συνοικιακές «συμπλοκές» ή συγκρούσεις είναι ασήμαντος μπροστά στη συνολική μαζική καταστροφή των διακρατικών πολέμων; Υπάρχουν σοβαροί λόγοι γι’ αυτό. Για να αποφύγουμε τους συναισθηματισμούς, ας πάρουμε δύο υποθετικές χώρες: τη «Ρουριτανία» και τη «Βαλδαβία». Αν τόσο η Ρουριτανία όσο και η Βαλδαβία διαλύονταν ως κράτη και μετατρέπονταν σε λιμπερταριανή κοινωνία, χωρίς κυβέρνηση και με αναρίθμητα ιδιωτικά άτομα, επιχειρήσεις και αστυνομικούς φορείς, οι μόνες συγκρούσεις που θα μπορούσαν να ξεσπάσουν θα ήταν τοπικές και ο οπλισμός θα ήταν αναγκαστικά αυστηρά περιορισμένος ως προς την εμβέλεια και την καταστροφικότητα. Ας υποθέσουμε ότι σε μια πόλη της Ρουριτανίας δύο αστυνομικοί φορείς συγκρούονται και αρχίζουν ανταλλαγή πυρών. Ακόμη και στη χειρότερη περίπτωση, δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν μαζικούς βομβαρδισμούς, πυρηνική καταστροφή ή βιολογικό πόλεμο, αφού θα αφανίζονταν και οι ίδιοι μέσα στο ολοκαύτωμα. Η κατάτμηση των εδαφικών περιοχών σε ενιαία κυβερνητικά μονοπώλια είναι εκείνη που οδηγεί στη μαζική καταστροφή· διότι τότε, αν η ενιαία μονοπωλιακή κυβέρνηση της Βαλδαβίας αντιμετωπίσει τον παλαιό της αντίπαλο, την κυβέρνηση της Ρουριτανίας, καθεμία μπορεί να χρησιμοποιήσει όπλα μαζικής καταστροφής, ακόμη και πυρηνικό πόλεμο, επειδή εκείνος που θα πληγεί θα είναι ο «άλλος» και η «άλλη χώρα». Επιπλέον, τώρα που κάθε άνθρωπος είναι υπήκοος μιας μονοπωλιακής κυβέρνησης, στα μάτια κάθε άλλης κυβέρνησης ταυτίζεται αμετάκλητα με τη «δική του» κυβέρνηση. Ο πολίτης της Γαλλίας ταυτίζεται με τη «δική του» κυβέρνηση· επομένως, αν μια άλλη κυβέρνηση επιτεθεί στη Γαλλία, θα επιτεθεί τόσο στον πληθυσμό όσο και στην κυβέρνηση της Γαλλίας. Αν όμως η Εταιρεία Α πολεμά την Εταιρεία Β, το περισσότερο που μπορεί να συμβεί είναι να παρασυρθούν στη σύγκρουση οι αντίστοιχοι πελάτες κάθε εταιρείας — αλλά κανείς άλλος. Θα πρέπει, λοιπόν, να είναι προφανές ότι, ακόμη κι αν συνέβαινε το χειρότερο και ένας λιμπερταριανός κόσμος γινόταν πράγματι κόσμος «αναρχίας», θα ήμασταν και πάλι πολύ καλύτερα απ’ ό,τι σήμερα, στο έλεος ανεξέλεγκτων, «αναρχικών» εθνών-κρατών, καθένα από τα οποία διαθέτει ένα τρομακτικό μονοπώλιο όπλων μαζικής καταστροφής. Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι όλοι ζούμε, και ανέκαθεν ζούσαμε, σε έναν κόσμο «διεθνούς αναρχίας», σε έναν κόσμο καταναγκαστικών εθνών-κρατών που δεν ελέγχονται από καμία υπερκείμενη παγκόσμια κυβέρνηση, και ότι δεν υπάρχει προοπτική αλλαγής αυτής της κατάστασης.
There are several levels of answers to this crucial question. In the first place, since there would be no overall State, no central or even single local government, we would at least be spared the horror of inter-State wars, with their plethora of massive, superdestructive, and now nuclear, weapons. As we look back through history, isn’t it painfully clear that the number of people killed in isolated neighborhood “rumbles” or conflicts is as nothing to the total mass devastation of interstate wars? There are good reasons for this. To avoid emotionalism let us take two hypothetical countries: “Ruritania” and “Walldavia.” If both Ruritania and Walldavia were dissolved into a libertarian society, with no government and innumerable private individuals, firms, and police agencies, the only clashes that could break out would be local, and the weaponry would necessarily be strictly limited in scope and devastation. Suppose that in a Ruritanian city two police agencies clash and start shooting it out. At worst, they could not use mass bombing or nuclear destruction or germ warfare, since they themselves would be blown up in the holocaust. It is the slicing off of territorial areas into single, governmental monopolies that leads to mass destruction—for then if the single monopoly government of Walldavia confronts its ancient rival, the government of Ruritania, each can wield weapons of mass destruction and even nuclear warfare because it will be the “other guy” and the “other country” they will hurt. Furthermore, now that every person is a subject of a monopoly government, in the eyes of every other government he becomes irretrievably identified with “his” government. The citizen of France is identified with “his” government, and therefore if another government attacks France, it will attack the citizenry as well as the government of France. But if Company A battles with Company B, the most that can happen is that the respective customers of each company may be dragged into the battle—but no one else. It should be evident, then, that even if the worst happened, and a libertarian world would indeed become a world of “anarchy,” we would still be much better off than we are now, at the mercy of rampant, “anarchic” nation-states, each possessing a fearsome monopoly of weapons of mass destruction. We must never forget that we are all living, and always have lived, in a world of “international anarchy,” in a world of coercive nation-states unchecked by any overall world government, and there is no prospect of this situation changing.
Ένας λιμπερταριανός κόσμος, λοιπόν, ακόμη κι αν ήταν αναρχικός, δεν θα υφίστατο τους βάρβαρους πολέμους, τη μαζική καταστροφή και τους ατομικούς βομβαρδισμούς που έχει υποστεί επί αιώνες ο κρατοκρατούμενος κόσμος μας. Ακόμη κι αν οι τοπικές αστυνομικές δυνάμεις συγκρούονταν συνεχώς, δεν θα υπήρχαν άλλες Δρέσδες ούτε άλλες Χιροσίμες.
A libertarian world, then, even if anarchic, would still not suffer the brutal wars, the mass devastation, the A-bombing, that our State-ridden world has suffered for centuries. Even if local police clash continually, there would be no more Dresdens, no more Hiroshimas.
Υπάρχουν όμως πολύ περισσότερα να ειπωθούν. Δεν πρέπει ποτέ να δεχθούμε ότι μια τέτοια τοπική «αναρχία» θα ήταν πιθανό να προκύψει. Ας χωρίσουμε το πρόβλημα των αστυνομικών συγκρούσεων σε διακριτά και διαφορετικά μέρη: τις καλόπιστες διαφωνίες και την απόπειρα μίας ή περισσότερων αστυνομικών δυνάμεων να καταστούν «παράνομες» και να αποσπούν χρήματα ή να επιβάλλουν την κυριαρχία τους μέσω καταναγκασμού. Ας υποθέσουμε προς στιγμήν ότι οι αστυνομικές δυνάμεις είναι έντιμες και ότι διχάζονται μόνο από καλόπιστες διαφορές απόψεων· θα αφήσουμε για λίγο κατά μέρος το πρόβλημα της παράνομης αστυνομίας. Ασφαλώς, μία από τις πολύ σημαντικές πτυχές της υπηρεσίας προστασίας που μπορεί να προσφέρει η αστυνομία στους πελάτες της είναι η προστασία χωρίς αναστάτωση. Κάθε καταναλωτής, κάθε αγοραστής αστυνομικής προστασίας, θα επιθυμούσε πάνω απ’ όλα προστασία αποτελεσματική και ήρεμη, χωρίς συγκρούσεις ή διαταραχές. Κάθε αστυνομικός φορέας θα είχε πλήρη επίγνωση αυτού του ζωτικού γεγονότος. Η υπόθεση ότι οι αστυνομικές δυνάμεις θα συγκρούονταν και θα πολεμούσαν διαρκώς μεταξύ τους είναι παράλογη, διότι αγνοεί την καταστροφική επίδραση που θα είχε αυτή η χαοτική «αναρχία» στις δραστηριότητες όλων των αστυνομικών εταιρειών. Για να το πούμε ωμά, τέτοιοι πόλεμοι και συγκρούσεις θα ήταν κακοί —πολύ κακοί— για τις επιχειρήσεις. Επομένως, στην ελεύθερη αγορά, όλοι οι αστυνομικοί φορείς θα φρόντιζαν να μην υπάρχουν συγκρούσεις μεταξύ τους και όλες οι διαφορές απόψεων να διευθετούνται σε ιδιωτικά δικαστήρια, με αποφάσεις ιδιωτών δικαστών ή διαιτητών.
But there is far more to be said. We should never concede that this local “anarchy” would be likely to occur. Let us separate the problem of police clashes into distinct and different parts: honest disagreements, and the attempt of one or more police forces to become “outlaws” and to extract funds or impose their rule by coercion. Let us assume for a moment that the police forces will be honest, and that they are only driven by honest clashes of opinion; we will set aside for a while the problem of outlaw police. Surely one of the very important aspects of protection service the police can offer their respective customers is quiet protection. Every consumer, every buyer of police protection, would wish above all for protection that is efficient and quiet, with no conflicts or disturbances. Every police agency would be fully aware of this vital fact. To assume that police would continually clash and battle with each other is absurd, for it ignores the devastating effect that this chaotic “anarchy” would have on the business of all the police companies. To put it bluntly, such wars and conflicts would be bad—very bad—for business. Therefore, on the free market, the police agencies would all see to it that there would be no clashes between them, and that all conflicts of opinion would be ironed out in private courts, decided by private judges or arbitrators.
Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι: πρώτον, όπως είπαμε, οι συγκρούσεις θα ήταν ελάχιστες, επειδή ο ιδιοκτήτης του δρόμου θα είχε τους δικούς του φρουρούς, ο καταστηματάρχης τους δικούς του, ο εκμισθωτής τους δικούς του και ο ιδιοκτήτης κατοικίας τη δική του αστυνομική εταιρεία. Ρεαλιστικά, στην καθημερινή ζωή θα υπήρχαν ελάχιστα περιθώρια άμεσων συγκρούσεων μεταξύ αστυνομικών φορέων. Ας υποθέσουμε όμως, όπως θα συμβαίνει μερικές φορές, ότι δύο γείτονες ιδιοκτήτες κατοικιών συμπλέκονται, ότι ο καθένας κατηγορεί τον άλλον πως άρχισε την επίθεση ή τη βία και ότι ο καθένας καλεί τη δική του αστυνομική εταιρεία, αν τυχαίνει να είναι συνδρομητές διαφορετικών εταιρειών. Τι συμβαίνει τότε; Και πάλι, θα ήταν άσκοπο και αυτοκαταστροφικό τόσο οικονομικά όσο και σωματικά να αρχίσουν οι δύο αστυνομικές εταιρείες να ανταλλάσσουν πυρά. Αντί γι’ αυτό, κάθε αστυνομική εταιρεία, για να μπορεί καν να παραμένει στην αγορά, θα ανακοίνωνε ως ζωτικό μέρος της υπηρεσίας της την προσφυγή σε ιδιωτικά δικαστήρια ή διαιτητές για να αποφασιστεί ποιος έχει άδικο.
To get more specific: in the first place, as we have said, clashes would be minimal because the street owner would have his guards, the storekeeper his, the landlord his, and the homeowner his own police company. Realistically, in the everyday world there would be little room for direct clashes between police agencies. But suppose, as will sometimes occur two neighboring homeowners get into a fight, each accuses the other of initiating assault or violence, and each calls on his own police company, should they happen to subscribe to different companies. What then? Again, it would be pointless and economically as well as physically self-destructive for the two police companies to start shooting it out. Instead, every police company, to remain in business at all, would announce as a vital part of its service, the use of private courts or arbitrators to decide who is in the wrong.
Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι ο δικαστής ή ο διαιτητής αποφασίζει πως ο Smith είχε άδικο σε μια διαφορά και ότι επιτέθηκε στον Jones. Αν ο Smith αποδεχθεί την απόφαση, τότε, όποια αποζημίωση ή ποινή κι αν επιβληθεί, δεν υπάρχει πρόβλημα για τη θεωρία της λιμπερταριανής προστασίας. Τι γίνεται όμως αν δεν την αποδεχθεί; Ή ας πάρουμε ένα άλλο παράδειγμα: ο Jones πέφτει θύμα κλοπής. Αναθέτει στην αστυνομική του εταιρεία να πραγματοποιήσει έρευνα για τον εντοπισμό του εγκληματία. Η εταιρεία καταλήγει ότι ο εγκληματίας είναι κάποιος Brown. Τι ακολουθεί; Αν ο Brown αναγνωρίσει την ενοχή του, και πάλι δεν υπάρχει πρόβλημα και η δικαστική τιμωρία προχωρεί, με επίκεντρο τον εξαναγκασμό του εγκληματία να αποκαταστήσει τη ζημία του θύματος. Αλλά, και πάλι, τι γίνεται αν ο Brown αρνείται την ενοχή του;
Suppose, then, that the judge or arbitrator decides Smith was in the wrong in a dispute, and that he aggressed against Jones. If Smith accepts the verdict, then, whatever damages or punishment is levied, there is no problem for the theory of libertarian protection. But what if he does not accept it? Or suppose another example: Jones is robbed. He sets his police company to do detective work in trying to track down the criminal. The company decides that a certain Brown is the criminal. Then what? If Brown acknowledges his guilt, then again there is no problem and judicial punishment proceeds, centering on forcing the criminal to make restitution to the victim. But, again, what if Brown denies his guilt?
Αυτές οι περιπτώσεις μάς οδηγούν έξω από το πεδίο της αστυνομικής προστασίας και σε έναν άλλο ζωτικό τομέα προστασίας: τη δικαστική υπηρεσία, δηλαδή την παροχή, σύμφωνα με γενικά αποδεκτές διαδικασίες, μιας μεθόδου με την οποία επιχειρείται, όσο το δυνατόν καλύτερα, να προσδιοριστεί ποιος είναι ο εγκληματίας ή ποιος αθέτησε μια σύμβαση, σε οποιοδήποτε είδος εγκλήματος ή διαφοράς. Πολλοί άνθρωποι, ακόμη και εκείνοι που αναγνωρίζουν ότι θα μπορούσαν να παρέχονται ιδιωτικές ανταγωνιστικές αστυνομικές υπηρεσίες σε μια ελεύθερη αγορά, διστάζουν μπροστά στην ιδέα εξ ολοκλήρου ιδιωτικών δικαστηρίων. Πώς στην ευχή θα μπορούσαν τα δικαστήρια να είναι ιδιωτικά; Πώς θα χρησιμοποιούσαν βία σε έναν κόσμο χωρίς κυβέρνηση; Δεν θα ακολουθούσαν αδιάκοπες συγκρούσεις και «αναρχία»;
These cases take us out of the realm of police protection and into another vital area of protection: judicial service, i.e., the provision, in accordance with generally accepted procedures, of a method of trying as best as one can to determine who is the criminal, or who is the breaker of contracts, in any sort of crime or dispute. Many people, even those who acknowledge that there could be privately competitive police service supplied on a free market, balk at the idea of totally private courts. How in the world could courts be private? How would courts employ force in a world without government? Wouldn’t eternal conflicts and “anarchy” then ensue?
Καταρχάς, τα μονοπωλιακά κρατικά δικαστήρια υπόκεινται στα ίδια σοβαρά προβλήματα, στις ίδιες αναποτελεσματικότητες και στην ίδια περιφρόνηση προς τον καταναλωτή όπως κάθε άλλη κρατική δραστηριότητα. Όλοι γνωρίζουμε, για παράδειγμα, ότι οι δικαστές δεν επιλέγονται βάσει της σοφίας, της ακεραιότητας ή της αποτελεσματικότητάς τους στην εξυπηρέτηση του καταναλωτή, αλλά είναι κομματικοί εντολοδόχοι που επιλέγονται μέσω της πολιτικής διαδικασίας. Επιπλέον, τα δικαστήρια είναι μονοπώλια· αν, για παράδειγμα, τα δικαστήρια κάποιας πόλης ή κωμόπολης γίνουν διεφθαρμένα, δωροδοκήσιμα, καταπιεστικά ή αναποτελεσματικά, ο πολίτης σήμερα δεν έχει εναλλακτική διέξοδο. Ο αδικημένος πολίτης του Ντιπ Φολς στο Ουαϊόμινγκ πρέπει να υπαχθεί στο τοπικό δικαστήριο του Ουαϊόμινγκ ή να μην προσφύγει πουθενά. Σε μια λιμπερταριανή κοινωνία θα υπήρχαν πολλά δικαστήρια, πολλοί δικαστές στους οποίους θα μπορούσε να στραφεί. Και πάλι, δεν υπάρχει λόγος να υποθέτουμε «φυσικό μονοπώλιο» δικαστικής σοφίας. Ο πολίτης του Ντιπ Φολς θα μπορούσε, για παράδειγμα, να προσφύγει στο τοπικό υποκατάστημα της Δικαστικής Εταιρείας Prudential.
In the first place, the monopoly courts of government are subject to the same grievous problems, inefficiencies, and contempt for the consumer as any other government operation. We all know that judges, for example, are not selected according to their wisdom, probity, or efficiency in serving the consumer, but are political hacks chosen by the political process. Furthermore, the courts are monopolies; if, for example, the courts in some town or city should become corrupt, venal, oppressive, or inefficient, the citizen at present has no recourse. The aggrieved citizen of Deep Falls, Wyoming, must be governed by the local Wyoming court or not at all. In a libertarian society, there would be many courts, many judges to whom he could turn. Again, there is no reason to assume a “natural monopoly” of judicial wisdom. The Deep Falls citizen could, for example, call upon the local branch of the Prudential Judicial Company.
Πώς θα χρηματοδοτούνταν τα δικαστήρια σε μια ελεύθερη κοινωνία; Υπάρχουν πολλές δυνατότητες. Ίσως κάθε άτομο να γινόταν συνδρομητής μιας δικαστικής υπηρεσίας, καταβάλλοντας μηνιαία εισφορά και προσφεύγοντας κατόπιν στο δικαστήριο όταν το χρειαζόταν. Ή, επειδή τα δικαστήρια πιθανότατα θα χρειάζονταν πολύ σπανιότερα από τους αστυνομικούς, θα μπορούσε να πληρώνει αμοιβή κάθε φορά που επέλεγε να χρησιμοποιήσει το δικαστήριο, με τον εγκληματία ή εκείνον που αθέτησε τη σύμβαση να αποζημιώνει τελικά το θύμα ή τον ενάγοντα. Ή, ως τρίτη δυνατότητα, τα δικαστήρια θα μπορούσαν να προσλαμβάνονται από τους αστυνομικούς φορείς για την επίλυση διαφορών, ή θα μπορούσαν ακόμη να υπάρχουν «καθετοποιημένες» επιχειρήσεις που θα παρείχαν τόσο αστυνομικές όσο και δικαστικές υπηρεσίες: η Δικαστική Εταιρεία Prudential θα μπορούσε να διαθέτει αστυνομικό και δικαστικό τμήμα. Μόνο η αγορά θα μπορούσε να αποφασίσει ποια από αυτές τις μεθόδους θα ήταν η καταλληλότερη.
How would courts be financed in a free society? There are many possibilities. Possibly, each individual would subscribe to a court service, paying a monthly premium, and then calling upon the court if he is in need. Or, since courts will probably be needed much less frequently than policemen, he may pay a fee whenever he chooses to use the court, with the criminal or contract-breaker eventually recompensing the victim or plaintiff. Or, in still a third possibility, the courts may be hired by the police agencies to settle disputes, or there may even be “vertically integrated” firms supplying both police and judicial service: the Prudential Judicial Company might have a police and a judicial division. Only the market will be able to decide which of these methods will be most appropriate.
Όλοι θα έπρεπε να γνωρίζουμε καλύτερα την αυξανόμενη χρήση της ιδιωτικής διαιτησίας, ακόμη και στη σημερινή μας κοινωνία. Τα κρατικά δικαστήρια έχουν γίνει τόσο υπερφορτωμένα, αναποτελεσματικά και σπάταλα ώστε όλο και περισσότεροι διάδικοι στρέφονται σε ιδιώτες διαιτητές ως φθηνότερο και πολύ λιγότερο χρονοβόρο τρόπο επίλυσης των διαφορών τους. Τα τελευταία χρόνια, η ιδιωτική διαιτησία έχει εξελιχθεί σε αναπτυσσόμενο και ιδιαίτερα επιτυχημένο επάγγελμα. Επιπλέον, επειδή η διαιτησία είναι εθελοντική, οι κανόνες της μπορούν να καθορίζονται γρήγορα από τα ίδια τα μέρη, χωρίς να απαιτείται ένα δυσκίνητο και σύνθετο νομικό πλαίσιο εφαρμοστέο σε όλους τους πολίτες. Η διαιτησία επιτρέπει επομένως να λαμβάνονται αποφάσεις από ανθρώπους με εξειδίκευση στον σχετικό εμπορικό ή επαγγελματικό κλάδο. Σήμερα, η Αμερικανική Ένωση Διαιτησίας, με σύνθημα «Η χειραψία είναι ισχυρότερη από τη γροθιά», διαθέτει 25 περιφερειακά γραφεία σε ολόκληρη τη χώρα και 23.000 διαιτητές. Το 1969, η Ένωση διεξήγαγε περισσότερες από 22.000 διαιτησίες. Επιπλέον, οι ασφαλιστικές εταιρείες διακανονίζουν πάνω από 50.000 απαιτήσεις τον χρόνο μέσω εθελοντικής διαιτησίας. Αυξάνεται επίσης η επιτυχής προσφυγή σε ιδιώτες διαιτητές για απαιτήσεις αποζημίωσης από αυτοκινητικά ατυχήματα.
We should all be more familiar with the increasing use of private arbitration, even in our present society. The government courts have become so clogged, inefficient, and wasteful that more and more parties to disputes are turning to private arbitrators as a cheaper and far less time-consuming way of settling their disputes. In recent years, private arbitration has become a growing and highly successful profession. Being voluntary, furthermore, the rules of arbitration can be decided rapidly by the parties themselves, without the need for a ponderous, complex legal framework applicable to all citizens. Arbitration therefore permits judgments to be made by people expert in the trade or occupation concerned. Currently, the American Arbitration Association, whose motto is “The Handclasp is Mightier than the Fist,” has 25 regional offices throughout the country, with 23,000 arbitrators. In 1969, the Association conducted over 22,000 arbitrations. In addition, the insurance companies adjust over 50,000 claims a year through voluntary arbitration. There is also a growing and successful use of private arbitrators in automobile accident claim cases.
Θα μπορούσε να αντιταχθεί ότι, μολονότι οι ιδιώτες διαιτητές επιτελούν ολοένα μεγαλύτερο μέρος των δικαστικών λειτουργιών, οι αποφάσεις τους εξακολουθούν να εκτελούνται μέσω των δικαστηρίων, ώστε, μόλις τα διαφωνούντα μέρη συμφωνήσουν σε έναν διαιτητή, η απόφασή του καθίσταται νομικά δεσμευτική. Αυτό είναι αλήθεια, αλλά δεν ίσχυε πριν από το 1920, και το επάγγελμα της διαιτησίας αναπτύχθηκε από το 1900 έως το 1920 εξίσου γρήγορα όσο και έκτοτε. Πράγματι, το σύγχρονο κίνημα διαιτησίας άρχισε να αναπτύσσεται δυναμικά στην Αγγλία κατά την περίοδο του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου, καθώς οι έμποροι χρησιμοποιούσαν ολοένα περισσότερο τα «ιδιωτικά δικαστήρια» που παρείχαν διαιτητές επιλεγμένοι εθελοντικά, μολονότι οι αποφάσεις δεν ήταν νομικά δεσμευτικές. Έως το 1900, η εθελοντική διαιτησία είχε αρχίσει να εδραιώνεται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στην πραγματικότητα, στη μεσαιωνική Αγγλία, ολόκληρη η δομή του εμπορικού δικαίου, το οποίο τα κρατικά δικαστήρια χειρίζονταν αδέξια και αναποτελεσματικά, αναπτύχθηκε σε ιδιωτικά δικαστήρια εμπόρων. Τα εμπορικά δικαστήρια ήταν αμιγώς όργανα εθελοντικής διαιτησίας και οι αποφάσεις τους δεν ήταν νομικά δεσμευτικές. Πώς, λοιπόν, ήταν επιτυχημένα;
It might be protested that, while performing an ever greater proportion of judicial functions, the private arbitrators’ decisions are still enforced by the courts, so that once the disputing parties agree on an arbitrator, his decision becomes legally binding. This is true, but it was not the case before 1920, and the arbitration profession grew at as rapid a rate from 1900 to 1920 as it has since. In fact, the modern arbitration movement began in full force in England during the time of the American Civil War, with merchants increasingly using the “private courts” provided by voluntary arbitrators, even though the decisions were not legally binding. By 1900, voluntary arbitration began to take hold in the United States. In fact, in medieval England, the entire structure of merchant law, which was handled clumsily and inefficiently by the government’s courts, grew up in private merchants’ courts. The merchants’ courts were purely voluntary arbitrators, and the decisions were not legally binding. How, then, were they successful?
Η απάντηση είναι ότι οι έμποροι, από τον Μεσαίωνα έως και το 1920, βασίζονταν αποκλειστικά στον αποκλεισμό και στο μποϊκοτάζ από τους άλλους εμπόρους της περιοχής. Με άλλα λόγια, αν ένας έμπορος αρνούνταν να υποβληθεί σε διαιτησία ή αγνοούσε μια απόφαση, οι υπόλοιποι θα δημοσιοποιούσαν το γεγονός στον κλάδο και θα αρνούνταν να συναλλάσσονται με τον απείθαρχο έμπορο, εξαναγκάζοντάς τον γρήγορα να συμμορφωθεί. Ο Wooldridge αναφέρει ένα μεσαιωνικό παράδειγμα:
The answer is that the merchants, in the Middle Ages and down to 1920, relied solely on ostracism and boycott by the other merchants in the area. In other words, should a merchant refuse to submit to arbitration or ignore a decision, the other merchants would publish this fact in the trade, and would refuse to deal with the recalcitrant merchant, bringing him quickly to heel. Wooldridge mentions one medieval example:
Οι έμποροι έκαναν τα δικαστήριά τους να λειτουργούν απλώς συμφωνώντας να τηρούν τις αποφάσεις τους. Ο έμπορος που παραβίαζε τη συμφωνία ασφαλώς δεν θα στελνόταν στη φυλακή, αλλά ούτε θα παρέμενε για πολύ έμπορος· διότι η συμμόρφωση που απαιτούσαν οι ομότεχνοί του και η δύναμή τους επί των εμπορευμάτων του αποδεικνύονταν, αν μη τι άλλο, αποτελεσματικότερες από τον σωματικό καταναγκασμό. Ας πάρουμε τον John of Homing, ο οποίος βιοποριζόταν από το χονδρεμπόριο ψαριών. Όταν ο John πούλησε μια παρτίδα ρέγγας διαβεβαιώνοντας ότι ανταποκρινόταν σε δείγμα τριών βαρελιών, αλλά οι άλλοι έμποροι διαπίστωσαν ότι στην πραγματικότητα ήταν αναμεμειγμένη με «αγκαθερά και σάπιες ρέγγες», αποκατέστησε το έλλειμμα υπό την απειλή οικονομικού αποκλεισμού.143
Merchants made their courts work simply by agreeing to abide by the results. The merchant who broke the understanding would not be sent to jail, to be sure, but neither would he long continue to be a merchant, for the compliance exacted by his fellows, and their power over his goods, proved if anything more effective than physical coercion. Take John of Homing, who made his living marketing wholesale quantities of fish. When John sold a lot of herring on the representation that it conformed to a three-barrel sample, but which, his fellow merchants found, was actually mixed with “sticklebacks and putrid herring,” he made good the deficiency on pain of economic ostracism.
Στη σύγχρονη εποχή, ο αποκλεισμός έγινε ακόμη αποτελεσματικότερος και περιλάμβανε τη γνώση ότι όποιος αγνοούσε μια διαιτητική απόφαση δεν θα μπορούσε ποτέ ξανά να χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες διαιτητή. Ο βιομήχανος Owen D. Young, επικεφαλής της General Electric, κατέληξε ότι η ηθική αποδοκιμασία από άλλους επιχειρηματίες ήταν πολύ αποτελεσματικότερη κύρωση από τη νομική επιβολή. Σήμερα, η σύγχρονη τεχνολογία, οι υπολογιστές και οι αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας θα καθιστούσαν έναν τέτοιο πανεθνικό αποκλεισμό αποτελεσματικότερο από ποτέ.
In modern times, ostracism became even more effective, and it included the knowledge that anyone who ignored an arbitrator’s award could never again avail himself of an arbitrator’s services. Industrialist Owen D. Young, head of General Electric, concluded that the moral censure of other businessmen was a far more effective sanction than legal enforcement. Nowadays, modern technology, computers, and credit ratings would make such nationwide ostracism even more effective than it has ever been in the past.
Ακόμη όμως κι αν η αμιγώς εθελοντική διαιτησία επαρκεί για τις εμπορικές διαφορές, τι γίνεται με τις απροκάλυπτα εγκληματικές δραστηριότητες: τον ληστή του δρόμου, τον βιαστή, τον ληστή τράπεζας; Σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να παραδεχθούμε ότι ο αποκλεισμός πιθανότατα δεν θα αρκούσε — μολονότι θα περιλάμβανε επίσης, ας θυμηθούμε, την άρνηση των ιδιωτών ιδιοκτητών δρόμων να επιτρέπουν την είσοδο τέτοιων εγκληματιών στις περιοχές τους. Για τις ποινικές υποθέσεις, λοιπόν, τα δικαστήρια και η επιβολή του νόμου καθίστανται αναγκαία.
Even if purely voluntary arbitration is sufficient for commercial disputes, however, what of frankly criminal activities: the mugger, the rapist, the bank robber? In these cases, it must be admitted that ostracism would probably not be sufficient—even though it would also include, we must remember, refusal of private street owners to allow such criminals in their areas. For the criminal cases, then, courts and legal enforcement become necessary.
Πώς θα λειτουργούσαν, επομένως, τα δικαστήρια στη λιμπερταριανή κοινωνία; Ειδικότερα, πώς θα επέβαλλαν τις αποφάσεις τους; Επιπλέον, σε όλες τις ενέργειές τους θα έπρεπε να τηρούν τον κρίσιμο λιμπερταριανό κανόνα ότι δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται σωματική βία εναντίον οποιουδήποτε δεν έχει καταδικαστεί ως εγκληματίας· διαφορετικά, όσοι χρησιμοποιούν τέτοια βία, είτε αστυνομικοί είτε δικαστές, θα μπορούσαν να καταδικαστούν οι ίδιοι ως επιτιθέμενοι, αν αποδεικνυόταν ότι το πρόσωπο εναντίον του οποίου την άσκησαν ήταν αθώο. Σε αντίθεση με τα κρατιστικά συστήματα, κανένας αστυνομικός ή δικαστής δεν θα μπορούσε να λάβει ειδική ασυλία για άσκηση καταναγκασμού πέρα από εκείνον που θα μπορούσε να ασκήσει οποιοσδήποτε άλλος στην κοινωνία.
How, then, would the courts operate in the libertarian society? In particular, how could they enforce their decisions? In all their operations, furthermore, they must observe the critical libertarian rule that no physical force may be used against anyone who has not been convicted as a criminal—otherwise, the users of such force, whether police or courts, would be themselves liable to be convicted as aggressors if it turned out that the person they had used force against was innocent of crime. In contrast to statist systems, no policeman or judge could be granted special immunity to use coercion beyond what anyone else in society could use.
Ας πάρουμε τώρα την περίπτωση που αναφέραμε προηγουμένως. Ο κύριος Jones πέφτει θύμα κλοπής, το γραφείο ερευνών που έχει προσλάβει καταλήγει ότι κάποιος Brown διέπραξε το έγκλημα και ο Brown αρνείται να αναγνωρίσει την ενοχή του. Τι γίνεται τότε; Καταρχάς, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι σήμερα δεν υπάρχει υπερκείμενο παγκόσμιο δικαστήριο ή παγκόσμια κυβέρνηση που να επιβάλλει τις αποφάσεις της· και όμως, ενώ ζούμε σε κατάσταση «διεθνούς αναρχίας», οι διαφορές μεταξύ ιδιωτών πολιτών δύο χωρών δημιουργούν ελάχιστα ή καθόλου προβλήματα. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι σήμερα ένας πολίτης της Ουρουγουάης ισχυρίζεται ότι εξαπατήθηκε από έναν πολίτη της Αργεντινής. Σε ποιο δικαστήριο προσφεύγει; Στο δικό του, δηλαδή στο δικαστήριο του θύματος ή του ενάγοντος. Η υπόθεση εκδικάζεται στο δικαστήριο της Ουρουγουάης και η απόφασή του γίνεται σεβαστή από το δικαστήριο της Αργεντινής. Το ίδιο ισχύει αν ένας Αμερικανός θεωρεί ότι εξαπατήθηκε από έναν Καναδό κ.ο.κ. Στην Ευρώπη μετά τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, όταν οι γερμανικές φυλές ζούσαν δίπλα δίπλα και στις ίδιες περιοχές, αν ένας Βησιγότθος θεωρούσε ότι είχε υποστεί αδικία από έναν Φράγκο, προσέφευγε στο δικό του δικαστήριο και η απόφαση γινόταν γενικά αποδεκτή από τους Φράγκους. Η προσφυγή στο δικαστήριο του ενάγοντος είναι επίσης η ορθολογική λιμπερταριανή διαδικασία, αφού το θύμα ή ο ενάγων είναι εκείνος που έχει υποστεί την αδικία και φυσικά παραπέμπει την υπόθεση στο δικό του δικαστήριο. Έτσι, στην περίπτωσή μας, ο Jones θα προσέφευγε στη Δικαστική Εταιρεία Prudential για να κατηγορήσει τον Brown για κλοπή.
Let us now take the case we mentioned before. Mr. Jones is robbed, his hired detective agency decides that one Brown committed the crime, and Brown refuses to concede his guilt. What then? In the first place, we must recognize that there is at present no overall world court or world government enforcing its decrees; yet while we live in a state of “international anarchy” there is little or no problem in disputes between private citizens of two countries. Suppose that right now, for example, a citizen of Uruguay claims that he has been swindled by a citizen of Argentina. Which court does he go to? He goes to his own, i.e., the victim’s or the plaintiff’s court. The case proceeds in the Uruguayan court, and its decision is honored by the Argentinian court. The same is true if an American feels he has been swindled by a Canadian, and so on. In Europe after the Roman Empire, when German tribes lived side by side and in the same areas, if a Visigoth felt that he had been injured by a Frank, he took the case to his own court, and the decision was generally accepted by the Franks. Going to the plaintiff’s court is the rational libertarian procedure as well, since the victim or plaintiff is the one who is aggrieved, and who naturally takes the case to his own court. So, in our case, Jones would go to the Prudential Court Company to charge Brown with theft.
Είναι φυσικά δυνατόν ο Brown να είναι επίσης πελάτης του Δικαστηρίου Prudential, οπότε δεν υπάρχει πρόβλημα. Η απόφαση της Prudential καλύπτει και τα δύο μέρη και καθίσταται δεσμευτική. Ένας σημαντικός όρος, όμως, είναι ότι δεν μπορεί να ασκηθεί καταναγκαστική εξουσία κλήτευσης εναντίον του Brown, επειδή πρέπει να θεωρείται αθώος μέχρι να καταδικαστεί. Στον Brown θα επιδιδόταν πάντως μια κλήση για εθελοντική εμφάνιση: μια ειδοποίηση ότι δικάζεται για τη συγκεκριμένη κατηγορία, με την οποία θα προσκαλούνταν να εμφανιστεί ο ίδιος ή ο νομικός του εκπρόσωπος. Αν δεν εμφανιστεί, θα δικαστεί ερήμην· αυτό προφανώς θα είναι λιγότερο ευνοϊκό γι’ αυτόν, αφού η δική του πλευρά της υπόθεσης δεν θα υποστηριχθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Αν ο Brown κριθεί ένοχος, τότε το δικαστήριο και τα όργανα εκτέλεσής του θα χρησιμοποιήσουν βία για να τον συλλάβουν και να επιβάλουν όποια ποινή αποφασιστεί — μια ποινή που προφανώς θα επικεντρώνεται πρωτίστως στην αποκατάσταση της ζημίας του θύματος.
It is possible, of course, that Brown is also a client of the Prudential Court, in which case there is no problem. The Prudential’s decision covers both parties, and becomes binding. But one important stipulation is that no coercive subpoena power can be used against Brown, because he must be considered innocent until he is convicted. But Brown would be served with a voluntary subpoena, a notice that he is being tried on such and such a charge and inviting him or his legal representative to appear. If he does not appear, then he will be tried in absentia, and this will obviously be less favorable for Brown since his side of the case will not be pleaded in court. If Brown is declared guilty, then the court and its marshals will employ force to seize Brown and exact whatever punishment is decided upon—a punishment which obviously will focus first on restitution to the victim.
Τι γίνεται όμως αν ο Brown δεν αναγνωρίζει το Δικαστήριο Prudential; Αν είναι πελάτης της Δικαστικής Εταιρείας Metropolitan; Εδώ η περίπτωση γίνεται δυσκολότερη. Τι θα συμβεί τότε; Πρώτα, το θύμα Jones παρουσιάζει την υπόθεσή του στο Δικαστήριο Prudential. Αν ο Brown κριθεί αθώος, η διαφορά τελειώνει εκεί. Ας υποθέσουμε όμως ότι ο κατηγορούμενος Brown κρίνεται ένοχος. Αν δεν κάνει τίποτε, η απόφαση εκτελείται εναντίον του. Ας υποθέσουμε όμως ότι κατόπιν ο Brown προσφεύγει στη Δικαστική Εταιρεία Metropolitan, επικαλούμενος ανεπάρκεια ή δωροληψία της Prudential. Η υπόθεση θα εκδικαστεί τότε από τη Metropolitan. Αν και η Metropolitan κρίνει τον Brown ένοχο, και πάλι η διαφορά τελειώνει και η Prudential θα ενεργήσει χωρίς καθυστέρηση εναντίον του. Ας υποθέσουμε όμως ότι η Metropolitan κρίνει τον Brown αθώο της κατηγορίας. Τι γίνεται τότε; Θα ανταλλάξουν πυρά στους δρόμους τα δύο δικαστήρια και τα ένοπλα όργανα εκτέλεσής τους;
What, however, if Brown does not recognize the Prudential Court? What if he is a client of the Metropolitan Court Company? Here the case becomes more difficult. What will happen then? First, victim Jones pleads his case in the Prudential Court. If Brown is found innocent, this ends the controversy. Suppose, however, that defendant Brown is found guilty. If he does nothing, the court’s judgment proceeds against him. Suppose, however, Brown then takes the case to the Metropolitan Court Company, pleading inefficiency or venality by Prudential. The case will then be heard by Metropolitan. If Metropolitan also finds Brown guilty, this too ends the controversy and Prudential will proceed against Brown with dispatch. Suppose, however, that Metropolitan finds Brown innocent of the charge. Then what? Will the two courts and their arms-wielding marshals shoot it out in the streets?
Και πάλι, αυτό θα αποτελούσε σαφώς ανορθολογική και αυτοκαταστροφική συμπεριφορά από την πλευρά των δικαστηρίων. Ουσιώδες μέρος της δικαστικής υπηρεσίας προς τους πελάτες τους είναι η παροχή δίκαιων και αντικειμενικών αποφάσεων μέσα από ειρηνική λειτουργία — του καλύτερου και αντικειμενικότερου τρόπου εξακρίβωσης της αλήθειας για το ποιος διέπραξε το έγκλημα. Η έκδοση μιας απόφασης και κατόπιν η αποδοχή χαοτικών ανταλλαγών πυρών δύσκολα θα θεωρούνταν πολύτιμη δικαστική υπηρεσία από τους πελάτες τους. Έτσι, ουσιώδες μέρος της υπηρεσίας κάθε δικαστηρίου θα ήταν μια διαδικασία έφεσης. Εν ολίγοις, κάθε δικαστήριο θα συμφωνούσε να συμμορφώνεται με την απόφαση μιας κατ’ έφεση εκδίκασης από διαιτητή επιλεγμένο εθελοντικά, στον οποίο θα προσέφευγαν τώρα η Metropolitan και η Prudential. Ο δικαστής της έφεσης θα εξέδιδε την απόφασή του και το αποτέλεσμα αυτής της τρίτης δίκης θα θεωρούνταν δεσμευτικό για τον ένοχο. Το δικαστήριο Prudential θα προχωρούσε κατόπιν στην εκτέλεση.
Once again, this would clearly be irrational and self-destructive behavior on the part of the courts. An essential part of their judicial service to their clients is the provision of just, objective, and peacefully functioning decisions—the best and most objective way of arriving at the truth of who committed the crime. Arriving at a decision and then allowing chaotic gunplay would scarcely be considered valuable judicial service by their customers. Thus, an essential part of any court’s service to its clients would be an appeals procedure. In short, every court would agree to abide by an appeals trial, as decided by a voluntary arbitrator to whom Metropolitan and Prudential would now turn. The appeals judge would make his decision, and the result of this third trial would be treated as binding on the guilty. The Prudential court would then proceed to enforcement.
Ένα εφετείο! Δεν εγκαθιδρύεται έτσι και πάλι μια καταναγκαστικά επιβαλλόμενη μονοπωλιακή κυβέρνηση; Όχι, επειδή τίποτε στο σύστημα δεν απαιτεί να αποτελεί ένα συγκεκριμένο πρόσωπο ή δικαστήριο το όργανο εκδίκασης των εφέσεων. Εν ολίγοις, στις σημερινές Ηνωμένες Πολιτείες το Ανώτατο Δικαστήριο έχει οριστεί ως δικαστήριο τελικής προσφυγής, οπότε οι δικαστές του καθίστανται οι τελικοί κριτές ανεξάρτητα από τις επιθυμίες τόσο του ενάγοντος όσο και του εναγομένου. Αντιθέτως, στη λιμπερταριανή κοινωνία, τα διάφορα ανταγωνιστικά ιδιωτικά δικαστήρια θα μπορούσαν να προσφεύγουν σε οποιονδήποτε δικαστή εφέσεων θεωρούν δίκαιο, καταρτισμένο και αντικειμενικό. Κανένας συγκεκριμένος δικαστής εφέσεων ή σύνολο δικαστών δεν θα επιβαλλόταν καταναγκαστικά στην κοινωνία.
An appeals court! But isn’t this setting up a compulsory monopoly government once again? No, because there is nothing in the system that requires any one person or court to be the court of appeal. In short, in the United States at present the Supreme Court is established as the court of final appeal, so the Supreme Court judges become the final arbiters regardless of the wishes of plaintiff or defendant alike. In contrast, in the libertarian society the various competing private courts could go to any appeals judge they think fair, expert, and objective. No single appeals judge or set of judges would be foisted upon society by coercion.
Πώς θα χρηματοδοτούνταν οι δικαστές των εφέσεων; Υπάρχουν πολλοί πιθανοί τρόποι, αλλά ο πιθανότερος είναι ότι θα πληρώνονταν από τα διάφορα αρχικά δικαστήρια, τα οποία θα περιλάμβαναν τη χρέωση των υπηρεσιών έφεσης στις συνδρομές ή στις αμοιβές των πελατών τους.
How would the appeals judges be financed? There are many possible ways, but the most likely is that they will be paid by the various original courts who would charge their customers for appeals services in their premiums or fees.
Ας υποθέσουμε όμως ότι ο Brown επιμένει να προσφύγει σε άλλον δικαστή εφέσεων, και κατόπιν σε άλλον ακόμη. Δεν θα μπορούσε να αποφεύγει την απόφαση ασκώντας εφέσεις επ’ άπειρον; Προφανώς, σε οποιαδήποτε κοινωνία οι νομικές διαδικασίες δεν μπορούν να συνεχίζονται επ’ αόριστον· πρέπει να υπάρχει κάποιο καταληκτικό όριο. Στη σημερινή κρατιστική κοινωνία, όπου η κυβέρνηση μονοπωλεί τη δικαστική λειτουργία, το Ανώτατο Δικαστήριο ορίζεται αυθαίρετα ως αυτό το όριο. Και στη λιμπερταριανή κοινωνία θα έπρεπε να υπάρχει ένα συμφωνημένο καταληκτικό όριο· και εφόσον σε κάθε έγκλημα ή διαφορά υπάρχουν μόνο δύο μέρη —ο ενάγων και ο εναγόμενος—, φαίνεται λογικότερο ο νομικός κώδικας να ορίζει ότι μια απόφαση στην οποία καταλήγουν οποιαδήποτε δύο δικαστήρια είναι δεσμευτική. Αυτό θα καλύπτει τόσο την περίπτωση όπου το δικαστήριο του ενάγοντος και το δικαστήριο του εναγομένου καταλήγουν στην ίδια απόφαση όσο και την περίπτωση όπου ένα εφετείο κρίνει τη διαφωνία μεταξύ των δύο αρχικών δικαστηρίων.
But suppose Brown insists on another appeals judge, and yet another? Couldn’t he escape judgment by appealing ad infinitum? Obviously, in any society legal proceedings cannot continue indefinitely; there must be some cutoff point. In the present statist society, where government monopolizes the judicial function, the Supreme Court is arbitrarily designated as the cutoff point. In the libertarian society, there would also have to be an agreed-upon cutoff point, and since there are only two parties to any crime or dispute—the plaintiff and the defendant—it seems most sensible for the legal code to declare that a decision arrived at by any two courts shall be binding. This will cover the situation when both the plaintiff’s and the defendant’s courts come to the same decision, as well as the situation when an appeals court decides on a disagreement between the two original courts.
Είναι πλέον σαφές ότι στη λιμπερταριανή κοινωνία θα πρέπει να υπάρχει ένας νομικός κώδικας. Πώς; Πώς μπορεί να υπάρξει νομικός κώδικας, ένα σύστημα δικαίου, χωρίς κυβέρνηση να τον θεσπίσει, χωρίς διορισμένο δικαστικό σώμα ή νομοθετικό σώμα που να ψηφίζει νόμους; Και, καταρχάς, είναι ένας νομικός κώδικας συμβατός με τις λιμπερταριανές αρχές;
It is now clear that there will have to be a legal code in the libertarian society. How? How can there be a legal code, a system of law without a government to promulgate it, an appointed system of judges, or a legislature to vote on statutes? To begin with, is a legal code consistent with libertarian principles?
Για να απαντήσουμε πρώτα στο τελευταίο ερώτημα, θα πρέπει να είναι σαφές ότι ένας νομικός κώδικας είναι αναγκαίος για να καθορίζει ακριβείς κατευθυντήριες γραμμές για τα ιδιωτικά δικαστήρια. Αν, για παράδειγμα, το Δικαστήριο Α αποφασίσει ότι όλοι οι κοκκινομάλληδες είναι εκ φύσεως κακοί και πρέπει να τιμωρούνται, είναι σαφές ότι τέτοιες αποφάσεις αποτελούν το αντίθετο του λιμπερταριανισμού και ότι ένας τέτοιος νόμος θα συνιστούσε προσβολή των δικαιωμάτων των κοκκινομάλληδων. Επομένως, κάθε τέτοια απόφαση θα ήταν παράνομη βάσει της λιμπερταριανής αρχής και δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί από την υπόλοιπη κοινωνία. Καθίσταται λοιπόν αναγκαίο να υπάρχει ένας γενικά αποδεκτός νομικός κώδικας, τον οποίο τα δικαστήρια θα δεσμεύονταν να ακολουθούν. Ο νομικός κώδικας θα επέμενε απλώς στη λιμπερταριανή αρχή της μη επίθεσης κατά προσώπου ή περιουσίας, θα όριζε τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα σύμφωνα με τη λιμπερταριανή αρχή, θα θέσπιζε κανόνες αποδείξεων —όπως εκείνους που ισχύουν σήμερα— για να προσδιορίζονται οι υπαίτιοι σε κάθε διαφορά και θα καθόριζε τις ανώτατες ποινές για κάθε συγκεκριμένο έγκλημα. Μέσα στο πλαίσιο ενός τέτοιου κώδικα, τα επιμέρους δικαστήρια θα ανταγωνίζονταν ως προς τις αποτελεσματικότερες διαδικασίες και η αγορά θα αποφάσιζε κατόπιν αν οι δικαστές, τα σώματα ενόρκων κ.λπ. αποτελούν τις αποτελεσματικότερες μεθόδους παροχής δικαστικών υπηρεσιών.
To answer the last question first, it should be clear that a legal code is necessary to lay down precise guidelines for the private courts. If, for example, Court A decides that all redheads are inherently evil and must be punished, it is clear that such decisions are the reverse of libertarian, that such a law would constitute an invasion of the rights of redheads. Hence, any such decision would be illegal in terms of libertarian principle, and could not be upheld by the rest of society. It then becomes necessary to have a legal code which would be generally accepted, and which the courts would pledge themselves to follow. The legal code, simply, would insist on the libertarian principle of no aggression against person or property, define property rights in accordance with libertarian principle, set up rules of evidence (such as currently apply) in deciding who are the wrongdoers in any dispute, and set up a code of maximum punishment for any particular crime. Within the framework of such a code, the particular courts would compete on the most efficient procedures, and the market would then decide whether judges, juries, etc., are the most efficient methods of providing judicial services.
Είναι δυνατοί τέτοιοι σταθεροί και συνεπείς νομικοί κώδικες, με μόνο ανταγωνιστικούς δικαστές να τους αναπτύσσουν και να τους εφαρμόζουν, χωρίς κυβέρνηση ή νομοθετικό σώμα; Όχι μόνο είναι δυνατοί, αλλά τα καλύτερα και πιο επιτυχημένα τμήματα του νομικού μας συστήματος αναπτύχθηκαν με τα χρόνια ακριβώς με αυτόν τον τρόπο. Τα νομοθετικά σώματα, όπως και οι βασιλείς, υπήρξαν ιδιότροπα, παραβιαστικά των δικαιωμάτων και ασυνεπή. Το μόνο που εισήγαγαν στο νομικό σύστημα ήταν ανακολουθίες και δεσποτισμός. Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση δεν είναι περισσότερο κατάλληλη να αναπτύσσει και να εφαρμόζει δίκαιο απ’ όσο είναι να παρέχει οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία· και όπως η θρησκεία έχει διαχωριστεί από το κράτος και η οικονομία μπορεί να διαχωριστεί από αυτό, έτσι μπορεί να διαχωριστεί και κάθε άλλη κρατική λειτουργία, συμπεριλαμβανομένης της αστυνομίας, των δικαστηρίων και του ίδιου του δικαίου!
Are such stable and consistent law codes possible, with only competing judges to develop and apply them, and without government or legislature? Not only are they possible, but over the years the best and most successful parts of our legal system were developed precisely in this manner. Legislatures, as well as kings, have been capricious, invasive, and inconsistent. They have only introduced anomalies and despotism into the legal system. In fact, the government is no more qualified to develop and apply law than it is to provide any other service; and just as religion has been separated from the State, and the economy can be separated from the State, so can every other State function, including police, courts, and the law itself!
Όπως επισημάνθηκε παραπάνω, για παράδειγμα, ολόκληρο το δίκαιο των εμπόρων αναπτύχθηκε όχι από το κράτος ή σε κρατικά δικαστήρια, αλλά από ιδιωτικά εμπορικά δικαστήρια. Μόνο πολύ αργότερα η κυβέρνηση ανέλαβε το εμπορικό δίκαιο που είχε αναπτυχθεί στα δικαστήρια των εμπόρων. Το ίδιο συνέβη με το ναυτικό δίκαιο, ολόκληρη τη δομή του δικαίου της θάλασσας, της ναυτιλίας, της θαλάσσιας αρωγής κ.λπ. Και εδώ το κράτος δεν ενδιαφερόταν και η δικαιοδοσία του δεν εκτεινόταν στην ανοικτή θάλασσα· έτσι οι ίδιοι οι πλοιοκτήτες και μεταφορείς ανέλαβαν όχι μόνο να εφαρμόζουν αλλά και να διαμορφώσουν ολόκληρη τη δομή του ναυτικού δικαίου στα δικά τους ιδιωτικά δικαστήρια. Και πάλι, μόνο αργότερα η κυβέρνηση οικειοποιήθηκε το ναυτικό δίκαιο και το ενέταξε στα δικά της δικαστήρια.
As indicated above, for example, the entire law merchant was developed, not by the State or in State courts, but by private merchant courts. It was only much later that government took over mercantile law from its development in merchants’ courts. The same occurred with admiralty law, the entire structure of the law of the sea, shipping, salvages, etc. Here again, the State was not interested, and its jurisdiction did not apply to the high seas; so the shippers themselves took on the task of not only applying, but working out the whole structure of admiralty law in their own private courts. Again, it was only later that the government appropriated admiralty law into its own courts.
Τέλος, ο κύριος κορμός του αγγλοσαξονικού δικαίου, το δικαίως περίφημο κοινοδίκαιο, αναπτύχθηκε επί αιώνες από ανταγωνιστικούς δικαστές που εφάρμοζαν αρχές δοκιμασμένες στον χρόνο αντί για τις μεταβαλλόμενες κρατικές επιταγές. Αυτές οι αρχές δεν αποφασίστηκαν αυθαίρετα από κάποιον βασιλιά ή νομοθετικό σώμα· αναπτύχθηκαν επί αιώνες μέσω της εφαρμογής ορθολογικών —και πολύ συχνά λιμπερταριανών— αρχών στις υποθέσεις που έφταναν ενώπιόν τους. Η ιδέα της τήρησης του δικαστικού προηγουμένου αναπτύχθηκε όχι ως τυφλή υποταγή στο παρελθόν, αλλά επειδή όλοι οι προηγούμενοι δικαστές είχαν εκδώσει τις αποφάσεις τους εφαρμόζοντας τις γενικά αποδεκτές αρχές του κοινοδικαίου σε συγκεκριμένες υποθέσεις και προβλήματα. Διότι ήταν καθολικά αποδεκτό ότι ο δικαστής δεν δημιουργούσε δίκαιο, όπως συχνά κάνει σήμερα· έργο του δικαστή, το αντικείμενο της ειδικής του γνώσης, ήταν να ανευρίσκει το δίκαιο μέσα στις αποδεκτές αρχές του κοινοδικαίου και κατόπιν να το εφαρμόζει σε συγκεκριμένες υποθέσεις ή σε νέες τεχνολογικές ή θεσμικές συνθήκες. Το μεγαλείο της μακραίωνης ανάπτυξης του κοινοδικαίου μαρτυρεί την επιτυχία τους.
Finally, the major body of Anglo-Saxon law, the justly celebrated common law, was developed over the centuries by competing judges applying time-honored principles rather than the shifting decrees of the State. These principles were not decided upon arbitrarily by any king or legislature; they grew up over centuries by applying rational—and very often libertarian—principles to the cases before them. The idea of following precedent was developed, not as a blind service to the past, but because all the judges of the past had made their decisions in applying the generally accepted common law principles to specific cases and problems. For it was universally held that the judge did not make law (as he often does today); the judge’s task, his expertise, was in finding the law in accepted common law principles, and then applying that law to specific cases or to new technological or institutional conditions. The glory of the centuries-long development of the common law is testimony to their success.
Επιπλέον, οι δικαστές του κοινοδικαίου λειτουργούσαν σε μεγάλο βαθμό όπως οι ιδιώτες διαιτητές, ως γνώστες του δικαίου στους οποίους προσέφευγαν ιδιώτες για τις διαφορές τους. Δεν υπήρχε αυθαίρετα επιβεβλημένο «ανώτατο δικαστήριο» του οποίου η απόφαση θα ήταν δεσμευτική· ούτε το προηγούμενο, μολονότι γινόταν σεβαστό, θεωρούνταν αυτομάτως δεσμευτικό. Έτσι, ο Ιταλός λιμπερταριανός νομικός Bruno Leoni έγραψε:
The common law judges, furthermore, functioned very much like private arbitrators, as experts in the law to whom private parties went with their disputes. There was no arbitrarily imposed “supreme court” whose decision would be binding, nor was precedent, though honored, considered as automatically binding either. Thus, the libertarian Italian jurist Bruno Leoni has written:
…τα δικαστήρια δεν μπορούσαν εύκολα να θεσπίσουν δικούς τους αυθαίρετους κανόνες στην Αγγλία, καθώς δεν βρίσκονταν ποτέ σε θέση να το κάνουν άμεσα, δηλαδή με τον συνήθη, αιφνίδιο, ευρείας εμβέλειας και επιτακτικό τρόπο των νομοθετών. Επιπλέον, υπήρχαν τόσα πολλά δικαστήρια στην Αγγλία και ανταγωνίζονταν τόσο έντονα μεταξύ τους, ώστε ακόμη και η περίφημη αρχή του δεσμευτικού προηγουμένου δεν αναγνωρίστηκε ανοιχτά από αυτά ως ισχύουσα παρά μόνο σε σχετικά πρόσφατους χρόνους. Εξάλλου, δεν μπορούσαν ποτέ να αποφασίσουν για κάτι που δεν είχε προηγουμένως τεθεί ενώπιόν τους από ιδιώτες. Τέλος, σχετικά λίγοι άνθρωποι προσέφευγαν στα δικαστήρια για να ζητήσουν τους κανόνες βάσει των οποίων θα κρίνονταν οι υποθέσεις τους.144
courts of judicature could not easily enact arbitrary rules of their own in England, as they were never in a position to do so directly, that is to say, in the usual, sudden, widely ranging and imperious manner of legislators. Moreover, there were so many courts of justice in England and they were so jealous of one another that even the famous principle of the binding precedent was not openly recognized as valid by them until comparatively recent times. Besides, they could never decide anything that had not been previously brought before them by private persons. Finally, comparatively few people used to go before the courts to ask from them the rules deciding their cases.
…δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι το δίκαιο των νομικών ή το νομολογιακό δίκαιο μπορεί να τείνει να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά της νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων των ανεπιθύμητων, όποτε οι νομικοί ή οι δικαστές δικαιούνται να αποφασίζουν τελεσίδικα για μια υπόθεση… Στην εποχή μας, ο μηχανισμός της δικαιοσύνης σε ορισμένες χώρες όπου έχουν ιδρυθεί «ανώτατα δικαστήρια» καταλήγει στην επιβολή των προσωπικών απόψεων των μελών αυτών των δικαστηρίων, ή της πλειονότητάς τους, σε όλους τους άλλους ενδιαφερομένους, κάθε φορά που υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στη γνώμη των πρώτων και στις πεποιθήσεις των τελευταίων. Όμως… αυτή η δυνατότητα, αντί να απορρέει αναγκαστικά από τη φύση του δικαίου των νομικών ή του νομολογιακού δικαίου, αποτελεί μάλλον απόκλιση από αυτήν…145
it cannot be denied that the lawyers’ law or the judiciary law may tend to acquire the characteristics of legislation, including its undesirable ones, whenever jurists or judges are entitled to decide ultimately on a case.... In our time the mechanism of the judiciary in certain countries where “supreme courts” are established results in the imposition of the personal views of the members of these courts, or of a majority of them, on all the other people concerned whenever there is a great deal of disagreement between the opinion of the former and the convictions of the latter. But... this possibility, far from being necessarily implied in the nature of lawyers’ law or of judiciary law, is rather a deviation from it.
Πέρα από τέτοιες παρεκκλίσεις, η επιβολή των προσωπικών απόψεων των δικαστών περιοριζόταν στο ελάχιστο: (α) επειδή οι δικαστές μπορούσαν να αποφασίζουν μόνο όταν ιδιώτες πολίτες έφερναν υποθέσεις ενώπιόν τους· (β) επειδή οι αποφάσεις κάθε δικαστή ίσχυαν μόνο για τη συγκεκριμένη υπόθεση· και (γ) επειδή οι αποφάσεις των δικαστών και των νομικών του κοινοδικαίου λάμβαναν πάντοτε υπόψη τα προηγούμενα αιώνων. Επιπλέον, όπως επισημαίνει ο Leoni, σε αντίθεση με τα νομοθετικά σώματα ή την εκτελεστική εξουσία, όπου κυρίαρχες πλειοψηφίες ή ομάδες πίεσης καταπατούν τις μειονότητες, οι δικαστές, λόγω της ίδιας της θέσης τους, υποχρεούνται να ακούν και να σταθμίζουν τα επιχειρήματα και των δύο αντιμαχόμενων πλευρών σε κάθε διαφορά. «Τα μέρη είναι ίσα απέναντι στον δικαστή, με την έννοια ότι είναι ελεύθερα να προσκομίζουν επιχειρήματα και αποδείξεις. Δεν συγκροτούν μια ομάδα στην οποία οι διαφωνούσες μειονότητες υποχωρούν μπροστά σε θριαμβεύουσες πλειοψηφίες…». Και ο Leoni επισημαίνει την αναλογία αυτής της διαδικασίας με την οικονομία της ελεύθερης αγοράς: «Φυσικά, τα επιχειρήματα μπορεί να είναι ισχυρότερα ή ασθενέστερα· το γεγονός όμως ότι κάθε μέρος μπορεί να τα προβάλλει είναι συγκρίσιμο με το γεγονός ότι ο καθένας μπορεί ατομικά να ανταγωνίζεται οποιονδήποτε άλλον στην αγορά, προκειμένου να αγοράζει και να πωλεί».146
Apart from such aberrations, the imposed personal views of the judges were kept to a minimum: (a) by the fact that judges could only make decisions when private citizens brought cases to them; (b) each judge’s decisions applied only to the particular case; and (c) because the decisions of the common-law judges and lawyers always considered the precedents of the centuries. Furthermore, as Leoni points out, in contrast to legislatures or the executive, where dominant majorities or pressure groups ride roughshod over minorities, judges, by their very position, are constrained to hear and weigh the arguments of the two contending parties in each dispute. “Parties are equal as regards the judge, in the sense that they are free to produce arguments and evidence. They do not constitute a group in which dissenting minorities give way to triumphant majorities.” And Leoni points out the analogy between this process and the free-market economy: “Of course, arguments may be stronger or weaker, but the fact that every party can produce them is comparable to the fact that everybody can individually compete with everybody else in the market in order to buy and sell.”
Ο καθηγητής Leoni διαπίστωσε ότι, στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, οι αρχαίοι Ρωμαίοι δικαστές λειτουργούσαν με τον ίδιο τρόπο όπως τα αγγλικά δικαστήρια του κοινοδικαίου:
Professor Leoni found that, in the private law area, the ancient Roman judges operated in the same way as the English common law courts:
Ο Ρωμαίος νομικός ήταν ένα είδος επιστήμονα· αντικείμενα της έρευνάς του ήταν οι λύσεις των υποθέσεων που οι πολίτες τού υπέβαλλαν προς μελέτη, όπως ακριβώς οι βιομήχανοι θα μπορούσαν σήμερα να υποβάλουν σε έναν φυσικό ή μηχανικό ένα τεχνικό πρόβλημα σχετικά με τις εγκαταστάσεις ή την παραγωγή τους. Συνεπώς, το ιδιωτικό ρωμαϊκό δίκαιο ήταν κάτι προς περιγραφή ή ανακάλυψη, όχι προς θέσπιση — ένας κόσμος πραγμάτων που ήδη υπήρχαν και αποτελούσαν μέρος της κοινής κληρονομιάς όλων των Ρωμαίων πολιτών. Κανείς δεν θέσπισε αυτό το δίκαιο· κανείς δεν μπορούσε να το αλλάξει ασκώντας την προσωπική του βούληση… Αυτή είναι η μακροπρόθεσμη ή, αν προτιμάτε, η ρωμαϊκή αντίληψη της βεβαιότητας του δικαίου.147
The Roman jurist was a sort of scientist; the objects of his research were the solutions to cases that citizens submitted to him for study, just as industrialists might today submit to a physicist or to an engineer a technical problem concerning their plants or their production. Hence, private Roman law was something to be described or to be discovered, not something to be enacted—a world of things that were there, forming part of the common heritage of all Roman citizens. Nobody enacted that law; nobody could change it by any exercise of his personal will.... This is the long-run concept or, if you prefer, the Roman concept, of the certainty of the law.
Τέλος, ο καθηγητής Leoni μπόρεσε να χρησιμοποιήσει τη γνώση του για τη λειτουργία του αρχαίου δικαίου και του κοινοδικαίου ώστε να απαντήσει στο ζωτικό ερώτημα: σε μια λιμπερταριανή κοινωνία, «ποιος θα διορίζει τους δικαστές… για να τους επιτρέψει να επιτελούν το έργο του προσδιορισμού του δικαίου;» Η απάντησή του είναι: οι ίδιοι οι άνθρωποι, οι οποίοι θα προσέφευγαν στους δικαστές με τη μεγαλύτερη φήμη γνώσης και σοφίας ως προς την κατανόηση και εφαρμογή των βασικών κοινών νομικών αρχών της κοινωνίας:
Finally, Professor Leoni was able to use his knowledge of the operations of ancient and common law to answer the vital question: In a libertarian society, “who will appoint the judges... to let them perform the task of defining the law?” His answer is: the people themselves, people who would go to the judges with the greatest reputation of expertise and wisdom in knowing and applying the basic common legal principles of the society:
Στην πραγματικότητα, έχει μάλλον μικρή σημασία να καθορίσουμε εκ των προτέρων ποιος θα διορίζει τους δικαστές, διότι, κατά μία έννοια, ο καθένας θα μπορούσε να το κάνει, όπως συμβαίνει σε κάποιον βαθμό όταν οι άνθρωποι προσφεύγουν σε ιδιώτες διαιτητές για να επιλύσουν τις διαφορές τους… Διότι ο διορισμός δικαστών δεν είναι ένα τόσο ιδιαίτερο πρόβλημα· δεν διαφέρει, για παράδειγμα, από το πρόβλημα του «διορισμού» φυσικών, γιατρών ή άλλων μορφωμένων και έμπειρων ανθρώπων. Η ανάδειξη καλών επαγγελματιών σε οποιαδήποτε κοινωνία μόνο φαινομενικά οφείλεται σε επίσημους διορισμούς, όπου αυτοί υπάρχουν. Στην πραγματικότητα βασίζεται σε μια ευρεία συναίνεση πελατών, συναδέλφων και του κοινού γενικότερα — μια συναίνεση χωρίς την οποία κανένας διορισμός δεν είναι πραγματικά αποτελεσματικός. Φυσικά, οι άνθρωποι μπορεί να σφάλλουν ως προς την πραγματική αξία εκείνου που επέλεξαν ως άξιο, αλλά τέτοιες δυσκολίες είναι αναπόφευκτες σε κάθε είδος επιλογής.148
In fact, it is rather immaterial to establish in advance who will appoint the judges, for, in a sense, everybody could do so, as happens to a certain extent when people resort to private arbiters to settle their own quarrels.... For the appointment of judges is not such a special problem as would be, for example, that of “appointing” physicists or doctors or other kinds of learned and experienced people. The emergence of good professional people in any society is only apparently due to official appointments, if any. It is, in fact, based on a widespread consent on the part of clients, colleagues, and the public at large—a consent without which no appointment is really effective. Of course, people can be wrong about the true value chosen as being worthy, but these difficulties in their choice are inescapable in any kind of choice.
Φυσικά, στη μελλοντική λιμπερταριανή κοινωνία, ο βασικός νομικός κώδικας δεν θα στηριζόταν στην τυφλή αποδοχή του εθίμου, μεγάλο μέρος του οποίου θα μπορούσε κάλλιστα να είναι αντιλιμπερταριανό. Ο κώδικας θα έπρεπε να θεμελιωθεί στην αναγνωρισμένη λιμπερταριανή αρχή της μη επίθεσης εναντίον του προσώπου ή της περιουσίας των άλλων· εν ολίγοις, στη λογική και όχι απλώς στην παράδοση, όσο ορθές κι αν είναι οι γενικές γραμμές της. Εφόσον όμως διαθέτουμε ένα σώμα αρχών του κοινοδικαίου από το οποίο μπορούμε να αντλήσουμε, το έργο της λογικής για τη διόρθωση και την τροποποίησή του θα ήταν πολύ ευκολότερο από την απόπειρα κατασκευής ενός σώματος συστηματικών νομικών αρχών εξαρχής, εκ του μηδενός.
Of course, in the future libertarian society, the basic legal code would not rely on blind custom, much of which could well be antilibertarian. The code would have to be established on the basis of acknowledged libertarian principle, of nonaggression against the person or property of others; in short, on the basis of reason rather than on mere tradition, however sound its general outlines. Since we have a body of common law principles to draw on, however, the task of reason in correcting and amending the common law would be far easier than trying to construct a body of systematic legal principles de novo out of the thin air.
Το πιο αξιοσημείωτο ιστορικό παράδειγμα μιας κοινωνίας λιμπερταριανού δικαίου και δικαστηρίων, ωστόσο, παραμελήθηκε από τους ιστορικούς μέχρι πολύ πρόσφατα. Ήταν μάλιστα μια κοινωνία στην οποία όχι μόνο τα δικαστήρια και το δίκαιο ήταν σε μεγάλο βαθμό λιμπερταριανά, αλλά λειτουργούσαν και μέσα σε μια αμιγώς ακρατική και λιμπερταριανή κοινωνία. Αυτή ήταν η παλαιά Ιρλανδία — μια Ιρλανδία που παρέμεινε σε αυτή τη λιμπερταριανή πορεία για περίπου χίλια χρόνια, έως τη βίαιη κατάκτησή της από την Αγγλία τον δέκατο έβδομο αιώνα. Και, σε αντίθεση με πολλές πρωτόγονες φυλές που λειτουργούσαν με παρόμοιο τρόπο —όπως οι Ίγκμπο της Δυτικής Αφρικής και πολλές ευρωπαϊκές φυλές—, η προ της κατάκτησης Ιρλανδία δεν ήταν με καμία έννοια «πρωτόγονη» κοινωνία: ήταν μια εξαιρετικά σύνθετη κοινωνία, η οποία επί αιώνες υπήρξε η πιο προηγμένη, η πιο καλλιεργημένη πνευματικά και η πιο πολιτισμένη σε ολόκληρη τη Δυτική Ευρώπη.
The most remarkable historical example of a society of libertarian law and courts, however, has been neglected by historians until very recently. And this was also a society where not only the courts and the law were largely libertarian, but where they operated within a purely state-less and libertarian society. This was ancient Ireland—an Ireland which persisted in this libertarian path for roughly a thousand years until its brutal conquest by England in the seventeenth century. And, in contrast to many similarly functioning primitive tribes (such as the Ibos in West Africa, and many European tribes), preconquest Ireland was not in any sense a “primitive” society: it was a highly complex society that was, for centuries, the most advanced, most scholarly, and most civilized in all of Western Europe.
Επί χίλια χρόνια, λοιπόν, η παλαιά κελτική Ιρλανδία δεν είχε κράτος ούτε οτιδήποτε παρόμοιο. Όπως έγραψε ο κορυφαίος ειδικός του παλαιού ιρλανδικού δικαίου: «Δεν υπήρχε νομοθετικό σώμα, δικαστικοί επιμελητές, αστυνομία, δημόσιος μηχανισμός επιβολής της δικαιοσύνης… Δεν υπήρχε κανένα ίχνος δικαιοσύνης διοικούμενης από το κράτος».149
For a thousand years, then, ancient Celtic Ireland had no State or anything like it. As the leading authority on ancient Irish law has written: “There was no legislature, no bailiffs, no police, no public enforcement of justice.... There was no trace of State-administered justice.”
Πώς, λοιπόν, εξασφαλιζόταν η δικαιοσύνη; Η βασική πολιτική μονάδα της παλαιάς Ιρλανδίας ήταν το tuath. Όλοι οι «ελεύθεροι άνθρωποι» που κατείχαν γη, όλοι οι επαγγελματίες και όλοι οι τεχνίτες δικαιούνταν να γίνουν μέλη ενός tuath. Τα μέλη κάθε tuath συγκροτούσαν μια ετήσια συνέλευση, η οποία αποφάσιζε για όλες τις κοινές πολιτικές, κήρυσσε πόλεμο ή ειρήνη με άλλα tuatha και εξέλεγε ή καθαιρούσε τους «βασιλείς» τους. Ένα σημαντικό σημείο είναι ότι, σε αντίθεση με τις πρωτόγονες φυλές, κανείς δεν ήταν εγκλωβισμένος ή δεσμευμένος σε ένα συγκεκριμένο tuath, είτε λόγω συγγένειας είτε λόγω γεωγραφικής θέσης. Τα επιμέρους μέλη ήταν ελεύθερα να αποχωρούν από ένα tuath και να εντάσσονται σε κάποιο ανταγωνιστικό, και συχνά το έκαναν. Συχνά, δύο ή περισσότερα tuatha αποφάσιζαν να συγχωνευθούν σε μία αποτελεσματικότερη μονάδα. Όπως αναφέρει ο καθηγητής Peden, «το tuath είναι επομένως ένα σώμα προσώπων που ενώνονται εθελοντικά για κοινωνικά επωφελείς σκοπούς, και το σύνολο των έγγειων ιδιοκτησιών των μελών του συγκροτούσε την εδαφική του διάσταση».150 Εν ολίγοις, δεν είχαν το σύγχρονο κράτος, με την αξίωσή του για κυριαρχία επί μιας δεδομένης —συνήθως επεκτεινόμενης— επικράτειας, αποσυνδεδεμένης από τα δικαιώματα κυριότητας των υπηκόων του επί της γης· αντιθέτως, τα tuatha ήταν εθελοντικές ενώσεις που περιλάμβαναν μόνο τις έγγειες ιδιοκτησίες των εθελοντικών μελών τους. Ιστορικά, περίπου 80 έως 100 tuatha συνυπήρχαν ανά πάσα στιγμή σε ολόκληρη την Ιρλανδία.
How then was justice secured? The basic political unit of ancient Ireland was the tuath. All “freemen” who owned land, all professionals, and all craftsmen, were entitled to become members of a tuath. Each tuath’s members formed an annual assembly which decided all common policies, declared war or peace on other tuatha, and elected or deposed their “kings.” An important point is that, in contrast to primitive tribes, no one was stuck or bound to a given tuath, either because of kinship or of geographical location. Individual members were free to, and often did, secede from a tuath and join a competing tuath. Often, two or more tuatha decided to merge into a single, more efficient unit. As Professor Peden states, “the tuath is thus a body of persons voluntarily united for socially beneficial purposes and the sum total of the landed properties of its members constituted its territorial dimension.” In short, they did not have the modern State with its claim to sovereignty over a given (usually expanding) territorial area, divorced from the landed property rights of its subjects; on the contrary, tuatha were voluntary associations which only comprised the landed properties of its voluntary members. Historically, about 80 to 100 tuatha coexisted at any time throughout Ireland.
Τι γίνεται όμως με τον εκλεγμένο «βασιλιά»; Αποτελούσε μια μορφή κρατικού κυβερνήτη; Κατά κύριο λόγο, ο βασιλιάς λειτουργούσε ως θρησκευτικός αρχιερέας, προΐστατο των λατρευτικών τελετών του tuath, το οποίο λειτουργούσε ως εθελοντική θρησκευτική, καθώς και κοινωνική και πολιτική, οργάνωση. Όπως στα παγανιστικά, προχριστιανικά ιερατεία, το βασιλικό λειτούργημα ήταν κληρονομικό, και η πρακτική αυτή συνεχίστηκε στους χριστιανικούς χρόνους. Ο βασιλιάς εκλεγόταν από το tuath μέσα από μια βασιλική συγγενική ομάδα, το derbfine, η οποία έφερε το κληρονομικό ιερατικό λειτούργημα. Πολιτικά, όμως, ο βασιλιάς είχε αυστηρά περιορισμένες λειτουργίες: ήταν ο στρατιωτικός ηγέτης του tuath και προήδρευε στις συνελεύσεις του. Μπορούσε όμως να διεξάγει διαπραγματεύσεις πολέμου ή ειρήνης μόνο ως εντολοδόχος των συνελεύσεων· δεν ήταν με καμία έννοια κυρίαρχος και δεν είχε δικαίωμα απονομής δικαιοσύνης επί των μελών του tuath. Δεν μπορούσε να νομοθετεί και, όταν ο ίδιος ήταν διάδικος, έπρεπε να υποβάλει την υπόθεσή του σε ανεξάρτητο δικαστικό διαιτητή.
But what of the elected “king”? Did he constitute a form of State ruler? Chiefly, the king functioned as a religious high priest, presiding over the worship rites of the tuath, which functioned as a voluntary religious, as well as a social and political, organization. As in pagan, pre-Christian, priesthoods, the kingly function was hereditary, this practice carrying over to Christian times. The king was elected by the tuath from within a royal kin-group (the derbfine), which carried the hereditary priestly function. Politically, however, the king had strictly limited functions: he was the military leader of the tuath, and he presided over the tuath assemblies. But he could only conduct war or peace negotiations as agent of the assemblies; and he was in no sense sovereign and had no rights of administering justice over tuath members. He could not legislate, and when he himself was party to a lawsuit, he had to submit his case to an independent judicial arbiter.
Και πάλι, λοιπόν, πώς αναπτυσσόταν το δίκαιο και πώς διατηρούνταν η δικαιοσύνη; Καταρχάς, το ίδιο το δίκαιο βασιζόταν σε ένα σώμα πανάρχαιων εθίμων, που μεταδιδόταν ως προφορική και κατόπιν γραπτή παράδοση μέσω μιας τάξης επαγγελματιών νομικών, των brehons. Οι brehons δεν ήταν σε καμία περίπτωση δημόσιοι ή κρατικοί αξιωματούχοι· επιλέγονταν απλώς από τα διαφωνούντα μέρη βάσει της φήμης τους για σοφία, γνώση του εθιμικού δικαίου και ακεραιότητα των αποφάσεών τους. Όπως αναφέρει ο καθηγητής Peden:
Again, how, then, was law developed and justice maintained? In the first place, the law itself was based on a body of ancient and immemorial custom, passed down as oral and then written tradition through a class of professional jurists called the brehons. The brehons were in no sense public, or governmental, officials; they were simply selected by parties to disputes on the basis of their reputations for wisdom, knowledge of the customary law, and the integrity of their decisions. As Professor Peden states:
…τα διαφωνούντα μέρη συμβουλεύονταν τους επαγγελματίες νομικούς για το τι προέβλεπε το δίκαιο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, και οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι ενεργούσαν συχνά ως διαιτητές μεταξύ των διαδίκων. Παρέμεναν πάντοτε ιδιώτες, όχι δημόσιοι αξιωματούχοι· η άσκηση των λειτουργιών τους εξαρτιόταν από τη γνώση του δικαίου και από τη φήμη ακεραιότητάς τους ως δικαστικών κριτών.151
the professional jurists were consulted by parties to disputes for advice as to what the law was in particular cases, and these same men often acted as arbitrators between suitors. They remained at all times private persons, not public officials; their functioning depended upon their knowledge of the law and the integrity of their judicial reputations.
Επιπλέον, οι brehons δεν είχαν καμία απολύτως σύνδεση με τα επιμέρους tuatha ή τους βασιλείς τους. Ήταν εξ ολοκλήρου ιδιώτες, με εμβέλεια σε ολόκληρη τη χώρα, και οι διάδικοι προσέφευγαν σε αυτούς σε όλη την Ιρλανδία. Επιπλέον —και αυτό είναι ζωτικό σημείο—, σε αντίθεση με το σύστημα των ιδιωτών Ρωμαίων νομικών, ο brehon ήταν το μόνο διαθέσιμο όργανο· δεν υπήρχαν άλλοι δικαστές, κανενός είδους «δημόσιοι» δικαστές, στην παλαιά Ιρλανδία.
Furthermore, the brehons had no connection whatsoever with the individual tuatha or with their kings. They were completely private, national in scope, and were used by disputants throughout Ireland. Moreover, and this is a vital point, in contrast to the system of private Roman lawyers, the brehon was all there was; there were no other judges, no “public” judges of any kind, in ancient Ireland.
Οι brehons ήταν εκείνοι που εκπαιδεύονταν στο δίκαιο και προσέθεταν ερμηνευτικά σχόλια και εφαρμογές, ώστε αυτό να ανταποκρίνεται στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Επιπλέον, δεν υπήρχε με καμία έννοια μονοπώλιο των νομικών brehons· αντιθέτως, υπήρχαν αρκετές ανταγωνιστικές σχολές νομικής σκέψης που διεκδικούσαν την πελατεία του ιρλανδικού λαού.
It was the brehons who were schooled in the law, and who added glosses and applications to the law to fit changing conditions. Furthermore, there was no monopoly, in any sense, of the brehon jurists; instead, several competing schools of jurisprudence existed and competed for the custom of the Irish people.
Πώς εκτελούνταν οι αποφάσεις των brehons; Μέσω ενός περίπλοκου, εθελοντικά ανεπτυγμένου συστήματος «ασφάλισης», ή εγγυήσεων. Οι άνθρωποι συνδέονταν μεταξύ τους με ποικίλες σχέσεις εγγύησης, μέσω των οποίων εγγυώνταν ο ένας για τον άλλον την αποκατάσταση αδικιών και την επιβολή της δικαιοσύνης και των αποφάσεων των brehons. Εν ολίγοις, οι ίδιοι οι brehons δεν εμπλέκονταν στην εκτέλεση των αποφάσεων, η οποία επαφιόταν και πάλι σε ιδιώτες συνδεδεμένους μέσω εγγυήσεων. Υπήρχαν διάφορα είδη εγγύησης. Για παράδειγμα, ο εγγυητής εξασφάλιζε με τη δική του περιουσία την πληρωμή ενός χρέους και κατόπιν συνέπραττε με τον ενάγοντα για την εκτέλεση της σχετικής απόφασης, αν ο οφειλέτης αρνούνταν να πληρώσει. Στην περίπτωση αυτή, ο οφειλέτης έπρεπε να καταβάλει διπλή αποζημίωση: μία στον αρχικό πιστωτή και μία στον εγγυητή του. Και αυτό το σύστημα εφαρμοζόταν σε όλα τα αδικήματα, στις επιθετικές προσβολές και στις σωματικές επιθέσεις, καθώς και στις εμπορικές συμβάσεις· εν ολίγοις, εφαρμοζόταν σε όλες τις περιπτώσεις αυτού που θα ονομάζαμε «αστικό» και «ποινικό» δίκαιο. Όλοι οι εγκληματίες θεωρούνταν «οφειλέτες» που όφειλαν αποκατάσταση και αποζημίωση στα θύματά τους, τα οποία γίνονταν έτσι «πιστωτές» τους. Το θύμα συγκέντρωνε γύρω του τους εγγυητές του και προχωρούσε στη σύλληψη του εγκληματία ή δημοσιοποιούσε την αξίωσή του και απαιτούσε από τον αντίδικο να υποβάλει τη διαφορά τους στην κρίση των brehons. Ο εγκληματίας μπορούσε τότε να στείλει τους δικούς του εγγυητές για να διαπραγματευθούν συμβιβασμό ή να συμφωνήσει στην παραπομπή της διαφοράς στους brehons. Αν δεν το έκανε, ολόκληρη η κοινότητα τον θεωρούσε «εκτός νόμου»· δεν μπορούσε πλέον να επιδιώξει δικαστικά καμία δική του αξίωση και αντιμετώπιζε την κατακραυγή ολόκληρης της κοινότητας.152
How were the decisions of the brehons enforced? Through an elaborate, voluntarily developed system of “insurance,” or sureties. Men were linked together by a variety of surety relationships by which they guaranteed one another for the righting of wrongs, and for the enforcement of justice and the decisions of the brehons. In short, the brehons themselves were not involved in the enforcement of decisions, which rested again with private individuals linked through sureties. There were various types of surety. For example, the surety would guarantee with his own property the payment of a debt, and then join the plaintiff in enforcing a debt judgment if the debtor refused to pay. In that case, the debtor would have to pay double damages: one to the original creditor, and another as compensation to his surety. And this system applied to all offences, aggressions and assaults as well as commercial contracts; in short, it applied to all cases of what we would call “civil” and “criminal” law. All criminals were considered to be “debtors” who owed restitution and compensation to their victims, who thus became their “creditors.” The victim would gather his sureties around him and proceed to apprehend the criminal or to proclaim his suit publicly and demand that the defendant submit to adjudication of their dispute with the brehons. The criminal might then send his own sureties to negotiate a settlement or agree to submit the dispute to the brehons. If he did not do so, he was considered an “outlaw” by the entire community; he could no longer enforce any claim of his own in the courts, and he was treated to the opprobrium of the entire community.
Υπήρξαν, ασφαλώς, περιστασιακοί «πόλεμοι» στα χίλια χρόνια της κελτικής Ιρλανδίας, αλλά ήταν μικρές συγκρούσεις, αμελητέες σε σύγκριση με τους καταστροφικούς πολέμους που σπάραζαν την υπόλοιπη Ευρώπη. Όπως επισημαίνει ο καθηγητής Peden, «χωρίς τον καταναγκαστικό μηχανισμό του κράτους, ο οποίος μπορεί μέσω της φορολογίας και της υποχρεωτικής στράτευσης να κινητοποιεί μεγάλες ποσότητες οπλισμού και ανθρώπινου δυναμικού, οι Ιρλανδοί αδυνατούσαν να διατηρήσουν οποιαδήποτε μεγάλης κλίμακας στρατιωτική δύναμη στο πεδίο για σημαντικό χρονικό διάστημα. Οι ιρλανδικοί πόλεμοι… ήταν αξιοθρήνητες συμπλοκές και επιδρομές για αρπαγή βοοειδών, με τα ευρωπαϊκά μέτρα».153
There were occasional “wars,” to be sure, in the thousand years of Celtic Ireland, but they were minor brawls, negligible compared to the devastating wars that racked the rest of Europe. As Professor Peden points out,
without the coercive apparatus of the State which can through taxation and conscription mobilize large amounts of arms and manpower, the Irish were unable to sustain any large scale military force in the field for any length of time. Irish wars... were pitiful brawls and cattle raids by European standards.
Δείξαμε, επομένως, ότι είναι απολύτως δυνατόν, τόσο θεωρητικά όσο και ιστορικά, να υπάρχουν αποτελεσματική και ευγενική αστυνομία, ικανοί και καταρτισμένοι δικαστές και ένα σώμα συστηματικού και κοινωνικά αποδεκτού δικαίου — χωρίς τίποτε από αυτά να παρέχεται από μια καταναγκαστική κυβέρνηση. Η κυβέρνηση, που διεκδικεί καταναγκαστικά επιβαλλόμενο μονοπώλιο προστασίας σε μια γεωγραφική περιοχή και αποσπά τα έσοδά της διά της βίας, μπορεί να διαχωριστεί από ολόκληρο το πεδίο της προστασίας. Η κυβέρνηση δεν είναι περισσότερο αναγκαία για την παροχή της ζωτικής υπηρεσίας προστασίας απ’ όσο είναι για την παροχή οποιουδήποτε άλλου πράγματος. Και δεν έχουμε τονίσει ένα κρίσιμο γεγονός για την κυβέρνηση: ότι το καταναγκαστικό μονοπώλιό της στα όπλα εξαναγκασμού την οδήγησε, ανά τους αιώνες, σε απείρως περισσότερες σφαγές και απείρως μεγαλύτερη τυραννία και καταπίεση από όσες θα μπορούσαν ποτέ να προκαλέσουν οποιοιδήποτε αποκεντρωμένοι ιδιωτικοί φορείς. Αν εξετάσουμε το μαύρο ιστορικό μαζικών δολοφονιών, εκμετάλλευσης και τυραννίας που επέβαλαν οι κυβερνήσεις στην κοινωνία ανά τους αιώνες, δεν χρειάζεται να διστάζουμε να εγκαταλείψουμε το κράτος-Λεβιάθαν και… να δοκιμάσουμε την ελευθερία.
Thus, we have indicated that it is perfectly possible, in theory and historically, to have efficient and courteous police, competent and learned judges, and a body of systematic and socially accepted law—and none of these things being furnished by a coercive government. Government—claiming a compulsory monopoly of protection over a geographical area, and extracting its revenues by force—can be separated from the entire field of protection. Government is no more necessary for providing vital protection service than it is necessary for providing anything else. And we have not stressed a crucial fact about government: that its compulsory monopoly over the weapons of coercion has led it, over the centuries, to infinitely more butcheries and infinitely greater tyranny and oppression than any decentralized, private agencies could possibly have done. If we look at the black record of mass murder, exploitation, and tyranny levied on society by governments over the ages, we need not be loath to abandon the Leviathan State and... try freedom.
Αφήσαμε για το τέλος το εξής πρόβλημα: τι γίνεται αν οι αστυνομικοί, οι δικαστές ή τα δικαστήρια είναι δωροδοκήσιμοι και μεροληπτικοί — αν, για παράδειγμα, μεροληπτούν στις αποφάσεις τους υπέρ ιδιαίτερα εύπορων πελατών; Δείξαμε πώς θα μπορούσε να λειτουργεί ένα λιμπερταριανό νομικό και δικαστικό σύστημα στην απολύτως ελεύθερη αγορά, υποθέτοντας καλόπιστες διαφορές απόψεων· τι γίνεται όμως αν μία ή περισσότερες αστυνομικές δυνάμεις ή δικαστήρια καταστούν ουσιαστικά παράνομα; Τι συμβαίνει τότε;
We have saved for the last this problem: What if police or judges and courts should be venal and biased—what if they should bias their decisions, for example, in favor of particularly wealthy clients? We have shown how a libertarian legal and judicial system could work on the purely free market, assuming honest differences of opinion—but what if one or more police or courts should become, in effect, outlaws? What then?
Καταρχάς, οι λιμπερταριανοί δεν πτοούνται από ένα τέτοιο ερώτημα. Σε αντίθεση με ουτοπιστές όπως οι μαρξιστές ή οι αριστεροί αναρχικοί —αναρχοκομμουνιστές ή αναρχοσυνδικαλιστές—, οι λιμπερταριανοί δεν υποθέτουν ότι η έλευση της απολύτως ελεύθερης κοινωνίας των ονείρων τους θα φέρει μαζί της και έναν νέο, μαγικά μεταμορφωμένο Λιμπερταριανό Άνθρωπο. Δεν υποθέτουμε ότι το λιοντάρι θα αναπαυθεί δίπλα στο αρνί ή ότι κανείς δεν θα έχει εγκληματικές ή δόλιες προθέσεις εις βάρος του γείτονά του. Φυσικά, όσο «καλύτεροι» είναι οι άνθρωποι τόσο καλύτερα θα λειτουργεί οποιοδήποτε κοινωνικό σύστημα και, ειδικότερα, τόσο λιγότερη δουλειά θα έχουν να κάνουν η αστυνομία ή τα δικαστήρια. Οι λιμπερταριανοί, όμως, δεν κάνουν καμία τέτοια υπόθεση. Εκείνο που υποστηρίζουμε είναι ότι, για οποιονδήποτε δεδομένο βαθμό «καλοσύνης» ή «κακίας» μεταξύ των ανθρώπων, η αμιγώς λιμπερταριανή κοινωνία θα είναι συγχρόνως η πιο ηθική και η πιο αποτελεσματική, εκείνη με τη λιγότερη εγκληματικότητα και τη μεγαλύτερη ασφάλεια για το πρόσωπο και την περιουσία.
In the first place, libertarians do not flinch from such a question. In contrast to such utopians as Marxists or left-wing anarchists (anarchocommunists or anarcho-syndicalists), libertarians do not assume that the ushering in of the purely free society of their dreams will also bring with it a new, magically transformed Libertarian Man. We do not assume that the lion will lie down with the lamb, or that no one will have criminal or fraudulent designs upon his neighbor. The “better” that people will be, of course, the better any social system will work, in particular the less work any police or courts will have to do. But no such assumption is made by libertarians. What we assert is that, given any particular degree of “goodness” or “badness” among men, the purely libertarian society will be at once the most moral and the most efficient, the least criminal and the most secure of person or property.
Ας εξετάσουμε πρώτα το πρόβλημα του δωροδοκήσιμου ή διεφθαρμένου δικαστή ή δικαστηρίου. Τι γίνεται με το δικαστήριο που ευνοεί τον δικό του εύπορο πελάτη όταν αυτός αντιμετωπίζει προβλήματα; Καταρχάς, μια τέτοια εύνοια θα ήταν εξαιρετικά απίθανη, δεδομένων των ανταμοιβών και των κυρώσεων της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς. Η ίδια η επιβίωση του δικαστηρίου, ο ίδιος ο βιοπορισμός του δικαστή, θα εξαρτώνται από τη φήμη του για ακεραιότητα, αμεροληψία, αντικειμενικότητα και αναζήτηση της αλήθειας σε κάθε υπόθεση. Αυτή είναι η «επωνυμία» του. Αν διαρρεύσει οποιαδήποτε πληροφορία για δωροληψία, θα χάσει αμέσως πελάτες και το δικαστήριο δεν θα έχει πλέον πελατεία· διότι ακόμη και πελάτες με εγκληματικές τάσεις δύσκολα θα υποστήριζαν ένα δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται πλέον σοβαρά υπόψη από την υπόλοιπη κοινωνία ή του οποίου οι ίδιοι οι λειτουργοί μπορεί κάλλιστα να βρίσκονται στη φυλακή για ανέντιμες και δόλιες συναλλαγές. Αν, για παράδειγμα, ο Joe Zilch κατηγορείται για έγκλημα ή αθέτηση σύμβασης και προσφύγει σε ένα «δικαστήριο» του οποίου προΐσταται ο κουνιάδος του, κανείς, και λιγότερο απ’ όλους τα άλλα έντιμα δικαστήρια, δεν θα πάρει στα σοβαρά την απόφαση αυτού του «δικαστηρίου». Δεν θα θεωρείται πλέον «δικαστήριο» από κανέναν εκτός από τον Joe Zilch και την οικογένειά του.
Let us first consider the problem of the venal or crooked judge or court. What of the court which favors its own wealthy client in trouble? In the first place, any such favoritism will be highly unlikely, given the rewards and sanctions of the free market economy. The very life of the court, the very livelihood of a judge, will depend on his reputation for integrity, fair-mindedness, objectivity, and the quest for truth in every case. This is his “brand name.” Should word of any venality leak out, he will immediately lose clients and the courts will no longer have customers; for even those clients who may be criminally inclined will scarcely sponsor a court whose decisions are no longer taken seriously by the rest of society, or who themselves may well be in jail for dishonest and fraudulent dealings. If, for example, Joe Zilch is accused of a crime or breach of contract, and he goes to a “court” headed by his brother-in-law, no one, least of all other, honest courts will take this “court’s” decision seriously. It will no longer be considered a “court” in the eyes of anyone but Joe Zilch and his family.
Αντιπαραβάλετε αυτόν τον ενσωματωμένο διορθωτικό μηχανισμό με τα σημερινά κρατικά δικαστήρια. Οι δικαστές διορίζονται ή εκλέγονται για μακρές θητείες, έως και ισόβιες, και τους παραχωρείται μονοπώλιο λήψης αποφάσεων στον συγκεκριμένο τομέα τους. Είναι σχεδόν αδύνατον, εκτός από περιπτώσεις κραυγαλέας διαφθοράς, να γίνει κάτι για τις αποφάσεις δικαστών που έχουν εξαγοραστεί. Η εξουσία τους να εκδίδουν και να επιβάλλουν τις αποφάσεις τους συνεχίζεται ανεξέλεγκτη χρόνο με τον χρόνο. Οι μισθοί τους εξακολουθούν να καταβάλλονται, εξασφαλιζόμενοι διά του καταναγκασμού από τον δύσμοιρο φορολογούμενο. Στην απολύτως ελεύθερη κοινωνία, όμως, κάθε υποψία εναντίον ενός δικαστή ή δικαστηρίου θα προκαλεί φυγή των πελατών του και αγνόηση των «αποφάσεών» του. Αυτό είναι πολύ αποτελεσματικότερο σύστημα διατήρησης της εντιμότητας των δικαστών από τον κρατικό μηχανισμό.
Contrast this built-in corrective mechanism to the present-day government courts. Judges are appointed or elected for long terms, up to life, and they are accorded a monopoly of decision-making in their particular area. It is almost impossible, except in cases of gross corruption, to do anything about venal decisions of judges. Their power to make and to enforce their decisions continues unchecked year after year. Their salaries continue to be paid, furnished under coercion by the hapless taxpayer. But in the totally free society, any suspicion of a judge or court will cause their customers to melt away and their “decisions” to be ignored. This is a far more efficient system of keeping judges honest than the mechanism of government.
Επιπλέον, ο πειρασμός της δωροληψίας και της μεροληψίας θα ήταν πολύ μικρότερος και για έναν άλλο λόγο: οι επιχειρήσεις στην ελεύθερη αγορά εξασφαλίζουν τον βιοπορισμό τους όχι από εύπορους πελάτες, αλλά από μια μαζική αγορά καταναλωτών. Η Macy’s αντλεί το εισόδημά της από τη μάζα του πληθυσμού, όχι από λίγους πλούσιους πελάτες. Το ίδιο ισχύει σήμερα για τη Metropolitan Life Insurance, και το ίδιο θα ίσχυε αύριο για οποιοδήποτε δικαστικό σύστημα «Metropolitan». Θα ήταν πραγματική ανοησία τα δικαστήρια να διακινδυνεύουν την απώλεια της προτίμησης του μεγαλύτερου μέρους των πελατών τους για τα ανταλλάγματα λίγων εύπορων πελατών. Αντιπαραβάλετε όμως το σημερινό σύστημα, όπου οι δικαστές, όπως όλοι οι άλλοι πολιτικοί, μπορεί να είναι υπόχρεοι σε πλούσιους χρηματοδότες που στηρίζουν τις εκστρατείες των πολιτικών τους κομμάτων.
Furthermore, the temptation for venality and bias would be far less for another reason: business firms in the free market earn their keep, not from wealthy customers, but from a mass market by consumers. Macy’s earns its income from the mass of the population, not from a few wealthy customers. The same is true of Metropolitan Life Insurance today, and the same would be true of any “Metropolitan” court system tomorrow. It would be folly indeed for the courts to risk the loss of favor by the bulk of its customers for the favors of a few wealthy clients. But contrast the present system, where judges, like all other politicians, may be beholden to wealthy contributors who finance the campaigns of their political parties.
Υπάρχει ο μύθος ότι το «Αμερικανικό Σύστημα» παρέχει ένα εξαιρετικό σύνολο «ελέγχων και ισορροπιών», με την εκτελεστική εξουσία, το νομοθετικό σώμα και τα δικαστήρια να εξισορροπούν και να ελέγχουν το ένα το άλλο, ώστε να μην μπορεί να συγκεντρωθεί υπερβολική εξουσία σε ένα σύνολο χεριών. Το αμερικανικό σύστημα «ελέγχων και ισορροπιών», όμως, είναι σε μεγάλο βαθμό απάτη. Διότι καθένας από αυτούς τους θεσμούς είναι καταναγκαστικό μονοπώλιο στον τομέα του, και όλοι αποτελούν μέρη μίας κυβέρνησης, επικεφαλής της οποίας βρίσκεται κάθε φορά ένα πολιτικό κόμμα. Επιπλέον, στην καλύτερη περίπτωση υπάρχουν μόνο δύο κόμματα, κοντά το ένα στο άλλο ως προς την ιδεολογία και το προσωπικό, που συχνά συμπράττουν, ενώ η πραγματική καθημερινή κυβερνητική λειτουργία διευθύνεται από μια γραφειοκρατία δημόσιων υπαλλήλων την οποία οι ψηφοφόροι δεν μπορούν να απομακρύνουν. Αντιπαραβάλετε με αυτούς τους μυθικούς ελέγχους και ισορροπίες τους πραγματικούς ελέγχους και ισορροπίες που παρέχει η οικονομία της ελεύθερης αγοράς! Εκείνο που κρατά την A&P έντιμη είναι ο πραγματικός και δυνητικός ανταγωνισμός της Safeway, της Pioneer και αναρίθμητων άλλων καταστημάτων τροφίμων. Εκείνο που τις κρατά έντιμες είναι η δυνατότητα των καταναλωτών να πάψουν να τις προτιμούν. Εκείνο που θα κρατούσε έντιμους τους δικαστές και τα δικαστήρια της ελεύθερης αγοράς είναι η άμεσα διαθέσιμη δυνατότητα να στραφεί κανείς λίγο παρακάτω σε άλλον δικαστή ή δικαστήριο, αν δημιουργούνταν υποψίες για κάποιο συγκεκριμένο. Εκείνο που θα τους κρατούσε έντιμους είναι η πραγματική δυνατότητα των πελατών τους να διακόψουν τη συνεργασία μαζί τους. Αυτοί είναι οι πραγματικοί, ενεργοί έλεγχοι και ισορροπίες της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς και της ελεύθερης κοινωνίας.
There is a myth that the “American System” provides a superb set of “checks and balances,” with the executive, the legislature, and the courts all balancing and checking one against the other, so that power cannot unduly accumulate in one set of hands. But the American “checks and balances” system is largely a fraud. For each one of these institutions is a coercive monopoly in its area, and all of them are part of one government, headed by one political party at any given time. Furthermore, at best there are only two parties, each one close to the other in ideology and personnel, often colluding, and the actual day-to-day business of government headed by a civil service bureaucracy that cannot be displaced by the voters. Contrast to these mythical checks and balances the real checks and balances provided by the free-market economy! What keeps A&P honest is the competition, actual and potential, of Safeway, Pioneer, and countless other grocery stores. What keeps them honest is the ability of the consumers to cut off their patronage. What would keep the free-market judges and courts honest is the lively possibility of heading down the block or down the road to another judge or court if suspicion should descend on any particular one. What would keep them honest is the lively possibility of their customers cutting off their business. These are the real, active checks and balances of the free-market economy and the free society.
Η ίδια ανάλυση ισχύει για το ενδεχόμενο μια ιδιωτική αστυνομική δύναμη να γίνει παράνομη, να χρησιμοποιεί τις καταναγκαστικές της δυνατότητες για να αποσπά φόρο υποτέλειας, να στήσει μια επιχείρηση εκβιαστικής «προστασίας» για να απομυζά τα θύματά της κ.λπ. Φυσικά, κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί. Σε αντίθεση όμως με τη σημερινή κοινωνία, θα υπήρχαν άμεσα διαθέσιμοι έλεγχοι και ισορροπίες· θα υπήρχαν άλλες αστυνομικές δυνάμεις που θα μπορούσαν να ενώσουν τα όπλα τους για να καταστείλουν όσους επιτίθενται στους πελάτες τους. Αν η Αστυνομική Δύναμη Metropolitan μετατρεπόταν σε συμμορία γκάνγκστερ και απέσπαζε φόρο υποτέλειας, η υπόλοιπη κοινωνία θα μπορούσε να συρρεύσει στις αστυνομικές δυνάμεις Prudential, Equitable κ.λπ., οι οποίες θα μπορούσαν να ενωθούν για να την καταστείλουν. Αυτό βρίσκεται σε έντονη αντίθεση με το κράτος. Αν μια ομάδα γκάνγκστερ καταλάβει τον κρατικό μηχανισμό, με το μονοπώλιό του στα όπλα καταναγκασμού, τίποτε δεν μπορεί σήμερα να τη σταματήσει — εκτός από την εξαιρετικά δύσκολη διαδικασία της επανάστασης. Σε μια λιμπερταριανή κοινωνία δεν θα χρειαζόταν μαζική επανάσταση για να σταματήσει η αρπαγή των κρατών-συμμοριών· θα υπήρχε ταχεία στροφή προς τις έντιμες αστυνομικές δυνάμεις για την αναχαίτιση και την καταστολή της δύναμης που είχε μετατραπεί σε ληστή.
The same analysis applies to the possibility of a private police force becoming outlaw, of using their coercive powers to exact tribute, set up a “protection racket” to shake down their victims, etc. Of course, such a thing could happen. But, in contrast to present-day society, there would be immediate checks and balances available; there would be other police forces who could use their weapons to band together to put down the aggressors against their clientele. If the Metropolitan Police Force should become gangsters and exact tribute, then the rest of society could flock to the Prudential, Equitable, etc., police forces who could band together to put them down. And this contrasts vividly with the State. If a group of gangsters should capture the State apparatus, with its monopoly of coercive weapons, there is nothing at present that can stop them—short of the immensely difficult process of revolution. In a libertarian society there would be no need for a massive revolution to stop the depredation of gangster-States; there would be a swift turning to the honest police forces to check and put down the force that had turned bandit.
Και πράγματι, τι άλλο είναι τελικά το κράτος παρά οργανωμένη ληστεία; Τι είναι η φορολογία παρά κλοπή σε γιγαντιαία, ανεξέλεγκτη κλίμακα; Τι είναι ο πόλεμος παρά μαζική δολοφονία σε κλίμακα αδύνατη για ιδιωτικές αστυνομικές δυνάμεις; Τι είναι η υποχρεωτική στράτευση παρά μαζική υποδούλωση; Μπορεί κανείς να φανταστεί μια ιδιωτική αστυνομική δύναμη να διαπράττει ατιμώρητα έστω ένα ελάχιστο μέρος όσων τα κράτη διαπράττουν ατιμώρητα και συστηματικά, χρόνο με τον χρόνο, αιώνα με τον αιώνα;
And, indeed, what is the State anyway but organized banditry? What is taxation but theft on a gigantic, unchecked, scale? What is war but mass murder on a scale impossible by private police forces? What is conscription but mass enslavement? Can anyone envision a private police force getting away with a tiny fraction of what States get away with, and do habitually, year after year, century after century?
Υπάρχει μία ακόμη ζωτική παράμετρος που θα καθιστούσε σχεδόν αδύνατο για μια παράνομη αστυνομική δύναμη να επιδοθεί σε οτιδήποτε προσεγγίζει τη ληστεία που ασκούν οι σύγχρονες κυβερνήσεις. Ένας από τους κρίσιμους παράγοντες που επιτρέπει στις κυβερνήσεις να κάνουν τα τερατώδη πράγματα που συνηθίζουν είναι η αίσθηση νομιμοποίησης που έχει το αποχαυνωμένο κοινό. Ο μέσος πολίτης μπορεί να αντιπαθεί — ακόμη και να αντιτίθεται έντονα σε— τις πολιτικές και τις αφαιμάξεις της κυβέρνησής του. Έχει όμως διαποτιστεί από την ιδέα, που καλλιεργήθηκε προσεκτικά με αιώνες κυβερνητικής προπαγάνδας, ότι η κυβέρνηση είναι ο νόμιμος κυρίαρχός του και ότι θα ήταν κακό ή παράφρον να αρνηθεί να υπακούσει στις επιταγές της. Αυτή την αίσθηση νομιμοποίησης καλλιεργούν ανά τους αιώνες οι διανοούμενοι του κράτους, με τη συνδρομή όλων των συμβόλων και τελετουργιών της νομιμοποίησης: σημαιών, τελετών, εορτασμών, τιμητικών διακρίσεων, συνταγμάτων κ.λπ. Μια συμμορία ληστών —ακόμη κι αν όλες οι αστυνομικές δυνάμεις συνωμοτούσαν για να σχηματίσουν μία τεράστια συμμορία— δεν θα μπορούσε ποτέ να διαθέτει τέτοια νομιμοποίηση. Το κοινό θα τους θεωρούσε απλώς ληστές· οι εκβιασμοί και οι φόροι υποτέλειάς τους δεν θα θεωρούνταν ποτέ νόμιμοι, έστω και επαχθείς, «φόροι» που πρέπει να καταβάλλονται αυτομάτως. Το κοινό θα αντιστεκόταν γρήγορα σε αυτές τις αθέμιτες απαιτήσεις, και οι ληστές θα συναντούσαν αντίσταση και θα ανατρέπονταν. Μόλις το κοινό γευόταν τις χαρές, την ευημερία, την ελευθερία και την αποτελεσματικότητα μιας λιμπερταριανής κοινωνίας χωρίς κράτος, θα ήταν σχεδόν αδύνατο να επιβληθεί ξανά πάνω του ένα κράτος. Όταν οι άνθρωποι έχουν απολαύσει πλήρως την ελευθερία, δεν είναι εύκολο να εξαναγκαστούν να την εγκαταλείψουν.
There is another vital consideration that would make it almost impossible for an outlaw police force to commit anything like the banditry that modern governments practice. One of the crucial factors that permits governments to do the monstrous things they habitually do is the sense of legitimacy on the part of the stupefied public. The average citizen may not like—may even strongly object to—the policies and exactions of his government. But he has been imbued with the idea—carefully indoctrinated by centuries of governmental propaganda—that the government is his legitimate sovereign, and that it would be wicked or mad to refuse to obey its dictates. It is this sense of legitimacy that the State’s intellectuals have fostered over the ages, aided and abetted by all the trappings of legitimacy: flags, rituals, ceremonies, awards, constitutions, etc. A bandit gang—even if all the police forces conspired together into one vast gang—could never command such legitimacy. The public would consider them purely bandits; their extortions and tributes would never be considered legitimate though onerous “taxes,” to be paid automatically. The public would quickly resist these illegitimate demands and the bandits would be resisted and overthrown. Once the public had tasted the joys, prosperity, freedom, and efficiency of a libertarian, State-less society, it would be almost impossible for a State to fasten itself upon them once again. Once freedom has been fully enjoyed, it is no easy task to force people to give it up.
Ας υποθέσουμε όμως —ας υποθέσουμε απλώς— ότι, παρά όλους αυτούς τους περιορισμούς και τα εμπόδια, παρά την αγάπη για τη νεοαποκτηθείσα ελευθερία, παρά τους εγγενείς ελέγχους και ισορροπίες της ελεύθερης αγοράς, το κράτος κατορθώνει τελικά να επανεγκαθιδρυθεί. Τι γίνεται τότε; Τότε το μόνο που θα έχει συμβεί είναι ότι θα έχουμε και πάλι κράτος. Δεν θα βρισκόμαστε σε χειρότερη κατάσταση από εκείνη στην οποία βρισκόμαστε τώρα, με το σημερινό μας κράτος. Και, όπως το έθεσε ένας λιμπερταριανός φιλόσοφος, «τουλάχιστον ο κόσμος θα έχει απολαύσει μια ένδοξη ανάπαυλα». Η ηχηρή υπόσχεση του Karl Marx ισχύει πολύ περισσότερο για μια λιμπερταριανή κοινωνία παρά για τον κομμουνισμό: δοκιμάζοντας την ελευθερία, καταργώντας το κράτος, δεν έχουμε τίποτε να χάσουμε και τα πάντα να κερδίσουμε.
But suppose—just suppose—that despite all these handicaps and obstacles, despite the love for their new-found freedom, despite the inherent checks and balances of the free market, suppose anyway that the State manages to reestablish itself. What then? Well, then, all that would have happened is that we would have a State once again. We would be no worse off than we are now, with our current State. And, as one libertarian philosopher has put it, “at least the world will have had a glorious holiday.” Karl Marx’s ringing promise applies far more to a libertarian society than to communism: In trying freedom, in abolishing the State, we have nothing to lose and everything to gain.
Ερχόμαστε τώρα σε εκείνο που συνήθως αποτελεί το τελευταίο επιχείρημα εναντίον της λιμπερταριανής θέσης. Κάθε λιμπερταριανός έχει ακούσει έναν καλοπροαίρετο αλλά επικριτικό ακροατή να λέει: «Εντάξει, καταλαβαίνω πώς αυτό το σύστημα θα μπορούσε να εφαρμοστεί επιτυχώς στην τοπική αστυνομία και στα δικαστήρια. Αλλά πώς θα μπορούσε μια λιμπερταριανή κοινωνία να μας υπερασπιστεί από τους Ρώσους;»
We come now to what is usually the final argument against the libertarian position. Every libertarian has heard a sympathetic but critical listener say: “All right, I see how this system could be applied successfully to local police and courts. But how could a libertarian society defend us against the Russians?”
Υπάρχουν, φυσικά, αρκετές αμφίβολες παραδοχές μέσα σε ένα τέτοιο ερώτημα. Υπάρχει η παραδοχή ότι οι Ρώσοι είναι αποφασισμένοι να εισβάλουν στρατιωτικά στις Ηνωμένες Πολιτείες — μια παραδοχή στην καλύτερη περίπτωση αμφίβολη. Υπάρχει η παραδοχή ότι μια τέτοια επιθυμία θα παρέμενε ακόμη και αφού οι Ηνωμένες Πολιτείες μετατρέπονταν σε αμιγώς λιμπερταριανή κοινωνία. Αυτή η αντίληψη παραβλέπει το δίδαγμα της ιστορίας ότι οι πόλεμοι προκύπτουν από συγκρούσεις μεταξύ εθνών-κρατών, καθένα οπλισμένο μέχρι τα δόντια, καθένα έντονα καχύποπτο ότι θα δεχθεί επίθεση από το άλλο. Μια λιμπερταριανή Αμερική όμως δεν θα αποτελούσε σαφώς απειλή για κανέναν, όχι επειδή δεν θα είχε όπλα, αλλά επειδή θα ήταν προσηλωμένη στη μη επίθεση εναντίον οποιουδήποτε ή οποιασδήποτε χώρας. Καθώς δεν θα ήταν πλέον έθνος-κράτος, το οποίο είναι εγγενώς απειλητικό, θα υπήρχε μικρή πιθανότητα να μας επιτεθεί κάποια χώρα. Ένα από τα μεγάλα δεινά του έθνους-κράτους είναι ότι κάθε κράτος μπορεί να ταυτίζει όλους τους υπηκόους του με τον εαυτό του· συνεπώς, σε κάθε διακρατικό πόλεμο, οι αθώοι άμαχοι, οι υπήκοοι κάθε χώρας, εκτίθενται στην επιθετικότητα του εχθρικού κράτους. Σε μια λιμπερταριανή κοινωνία όμως δεν θα υπήρχε τέτοια ταύτιση και, επομένως, θα υπήρχε πολύ μικρή πιθανότητα ενός τόσο καταστροφικού πολέμου. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι η παράνομη Αστυνομική Δύναμη Metropolitan έχει αρχίσει επιθέσεις όχι μόνο εναντίον Αμερικανών αλλά και εναντίον Μεξικανών. Αν το Μεξικό είχε κυβέρνηση, τότε προφανώς η μεξικανική κυβέρνηση θα γνώριζε πολύ καλά ότι οι Αμερικανοί γενικά δεν εμπλέκονταν στα εγκλήματα της Metropolitan και δεν είχαν συμβιωτική σχέση μαζί της. Αν η μεξικανική αστυνομία επιχειρούσε μια τιμωρητική εκστρατεία εναντίον της Metropolitan, δεν θα βρισκόταν σε πόλεμο με τους Αμερικανούς γενικά, όπως θα συνέβαινε σήμερα. Στην πραγματικότητα, είναι πολύ πιθανό άλλες αμερικανικές δυνάμεις να ενώνονταν με τους Μεξικανούς για να καταστείλουν τον επιτιθέμενο. Επομένως, η ιδέα ενός διακρατικού πολέμου εναντίον μιας λιμπερταριανής χώρας ή γεωγραφικής περιοχής πιθανότατα θα εξαφανιζόταν.
There are, of course, several dubious assumptions implied in such a question. There is the assumption that the Russians are bent upon military invasion of the United States, a doubtful assumption at best. There is the assumption that any such desire would still remain after the United States had become a purely libertarian society. This notion overlooks the lesson of history that wars result from conflicts between nation-states, each armed to the teeth, each direly suspicious of attack by the other. But a libertarian America would clearly not be a threat to anyone, not because it had no arms but because it would be dedicated to no aggression against anyone, or against any country. Being no longer a nation-state, which is inherently threatening, there would be little chance of any country attacking us. One of the great evils of the nation-state is that each State is able to identify all of its subjects with itself; hence in any inter-State war, the innocent civilians, the subjects of each country, are subject to aggression from the enemy State. But in a libertarian society there would be no such identification, and hence very little chance of such a devastating war. Suppose, for example, that our outlaw Metropolitan Police Force has initiated aggression not only against Americans but also against Mexicans. If Mexico had a government, then clearly the Mexican government would know full well that Americans in general were not implicated in the Metropolitan’s crimes, and had no symbiotic relationship with it. If the Mexican police engaged in a punitive expedition to punish the Metropolitan force, they would not be at war with Americans in general—as they would be now. In fact, it is highly likely that other American forces would join the Mexicans in putting down the aggressor. Hence, the idea of inter-State war against a libertarian country or geographical area would most likely disappear.
Υπάρχει επιπλέον ένα σοβαρό φιλοσοφικό σφάλμα στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο τίθεται αυτού του είδους το ερώτημα για τους Ρώσους. Όταν εξετάζουμε οποιοδήποτε νέο σύστημα, όποιο κι αν είναι, πρέπει πρώτα να αποφασίσουμε αν επιθυμούμε να το δούμε να πραγματοποιείται. Για να αποφασίσουμε αν θέλουμε λιμπερταριανισμό, κομμουνισμό, αριστερό αναρχισμό, θεοκρατία ή οποιοδήποτε άλλο σύστημα, πρέπει πρώτα να υποθέσουμε ότι έχει εγκαθιδρυθεί και κατόπιν να εξετάσουμε αν θα μπορούσε να λειτουργήσει, αν θα μπορούσε να διατηρηθεί και πόσο αποτελεσματικό θα ήταν. Έχουμε δείξει, πιστεύω, ότι ένα λιμπερταριανό σύστημα, μόλις εγκαθιδρυθεί, θα μπορούσε να λειτουργεί, να είναι βιώσιμο και να είναι συγχρόνως πολύ πιο αποτελεσματικό, ευημερούν, ηθικό και ελεύθερο από οποιοδήποτε άλλο κοινωνικό σύστημα. Δεν έχουμε όμως πει τίποτε για το πώς θα περάσουμε από το σημερινό σύστημα στο ιδεώδες· διότι πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά ερωτήματα: ποιος είναι ο ιδεώδης στόχος μας και ποια είναι η στρατηγική και η τακτική μετάβασης από το σημερινό σύστημα σε αυτόν τον στόχο. Το ρωσικό ερώτημα συγχέει αυτά τα δύο επίπεδα συζήτησης. Υποθέτει όχι ότι ο λιμπερταριανισμός έχει εγκαθιδρυθεί παντού στον πλανήτη, αλλά ότι, για κάποιον λόγο, έχει εγκαθιδρυθεί μόνο στην Αμερική και πουθενά αλλού. Γιατί όμως να το υποθέσουμε αυτό; Γιατί να μην υποθέσουμε πρώτα ότι έχει εγκαθιδρυθεί παντού και να δούμε αν μας αρέσει; Άλλωστε, η λιμπερταριανή φιλοσοφία είναι διαχρονική, δεν δεσμεύεται από χρόνο ή τόπο. Υποστηρίζουμε την ελευθερία για όλους, παντού, όχι μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αν κάποιος συμφωνεί ότι μια παγκόσμια λιμπερταριανή κοινωνία, μόλις εγκαθιδρυθεί, είναι η καλύτερη που μπορεί να συλλάβει, ότι θα ήταν λειτουργική, αποτελεσματική και ηθική, τότε ας γίνει λιμπερταριανός· ας ενωθεί μαζί μας αποδεχόμενος την ελευθερία ως ιδεώδη στόχο μας και κατόπιν ας συμμετάσχει στο χωριστό —και προφανώς δύσκολο— έργο της αναζήτησης του τρόπου πραγμάτωσης αυτού του ιδεώδους.
There is, furthermore, a grave philosophical error in the very posing of this sort of question about the Russians. When we contemplate any sort of new system, whatever it may be, we must first decide whether we want to see it brought about. In order to decide whether we want libertarianism or communism, or left-wing anarchism, or theocracy, or any other system, we must first assume that it has been established, and then consider whether the system could work, whether it could remain in existence, and just how efficient such a system would be. We have shown, I believe, that a libertarian system, once instituted, could work, be viable, and be at once far more efficient, prosperous, moral, and free than any other social system. But we have said nothing about how to get from the present system to the ideal; for these are two totally separate questions: the question of what is our ideal goal, and of the strategy and tactics of how to get from the present system to that goal. The Russian question mixes these two levels of discourse. It assumes, not that libertarianism has been established everywhere throughout the globe, but that for some reason it has been established only in America and nowhere else. But why assume this? Why not first assume that it has been established everywhere and see whether we like it? After all, the libertarian philosophy is an eternal one, not bound to time or place. We advocate liberty for everyone, everywhere, not just in the United States. If someone agrees that a world libertarian society, once established, is the best that he can conceive, that it would be workable, efficient, and moral, then let him become a libertarian, let him join us in accepting liberty as our ideal goal, and then join us further in the separate—and obviously difficult—task of figuring out how to bring this ideal about.
Αν περάσουμε πράγματι στη στρατηγική, είναι προφανές ότι όσο μεγαλύτερη είναι η περιοχή στην οποία εγκαθιδρύεται αρχικά η ελευθερία τόσο καλύτερες είναι οι πιθανότητες επιβίωσής της και αντίστασης σε οποιαδήποτε απόπειρα βίαιης ανατροπής. Αν η ελευθερία εγκαθιδρυθεί ακαριαία σε ολόκληρο τον κόσμο, τότε φυσικά δεν θα υπάρχει πρόβλημα «εθνικής άμυνας». Όλα τα προβλήματα θα είναι ζητήματα τοπικής αστυνόμευσης. Αν όμως μόνο το Ντιπ Φολς του Ουαϊόμινγκ γίνει λιμπερταριανό, ενώ η υπόλοιπη Αμερική και ο κόσμος παραμείνουν κρατιστικοί, οι πιθανότητες επιβίωσής του θα είναι πολύ μικρές. Αν το Ντιπ Φολς του Ουαϊόμινγκ κηρύξει την απόσχισή του από την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών και εγκαθιδρύσει μια ελεύθερη κοινωνία, είναι πολύ πιθανό οι Ηνωμένες Πολιτείες — δεδομένης της ιστορικής σκληρότητάς τους απέναντι στους αποσχιστές — να εισβάλουν γρήγορα και να συντρίψουν τη νέα ελεύθερη κοινωνία· και ελάχιστα θα μπορούσε να κάνει γι’ αυτό οποιαδήποτε αστυνομική δύναμη του Ντιπ Φολς. Ανάμεσα σε αυτές τις δύο ακραίες περιπτώσεις υπάρχει ένα άπειρο συνεχές διαβαθμίσεων και, προφανώς, όσο μεγαλύτερη είναι η περιοχή της ελευθερίας τόσο καλύτερα θα μπορούσε να αντέξει οποιαδήποτε εξωτερική απειλή. Το «ρωσικό ερώτημα» είναι επομένως ζήτημα στρατηγικής και όχι ζήτημα επιλογής βασικών αρχών και του στόχου προς τον οποίο επιθυμούμε να κατευθύνουμε τις προσπάθειές μας.
If we do move on to strategy, it is obvious that the larger an area in which liberty is first established the better its chances for survival, and the better its chance to resist any violent overthrow that may be attempted. If liberty is established instantaneously throughout the world, then there will of course be no problem of “national defense.” All problems will be local police problems. If, however, only Deep Falls, Wyoming, becomes libertarian while the rest of America and the world remain statist, its chances for survival will be very slim. If Deep Falls, Wyoming, declares its secession from the United States government and establishes a free society, the chances are great that the United States—given its historical ferocity toward secessionists—would quickly invade and crush the new free society, and there is little that any Deep Falls police force could do about it. Between these two polar cases, there is an infinite continuum of degrees, and obviously, the larger the area of freedom, the better it could withstand any outside threat. The “Russian question” is therefore a matter of strategy rather than a matter of deciding on basic principles and on the goal toward which we wish to direct our efforts.
Αφού όμως ειπώθηκαν όλα αυτά, ας εξετάσουμε παρ’ όλα αυτά το ρωσικό ερώτημα. Ας υποθέσουμε ότι η Σοβιετική Ένωση θα ήταν πράγματι απολύτως αποφασισμένη να επιτεθεί σε έναν λιμπερταριανό πληθυσμό μέσα στα σημερινά σύνορα των Ηνωμένων Πολιτειών — προφανώς, δεν θα υπήρχε πλέον κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών που να συγκροτεί ένα ενιαίο έθνος-κράτος. Καταρχάς, η μορφή και το ύψος των αμυντικών δαπανών θα αποφασίζονταν από τους ίδιους τους Αμερικανούς καταναλωτές. Όσοι Αμερικανοί υποστηρίζουν τα υποβρύχια Polaris και φοβούνται μια σοβιετική απειλή θα συνεισέφεραν στη χρηματοδότηση τέτοιων σκαφών. Όσοι προτιμούν ένα αντιβαλλιστικό πυραυλικό σύστημα, ένα σύστημα ABM, θα επένδυαν σε τέτοιους αμυντικούς πυραύλους. Όσοι γελούν με μια τέτοια απειλή ή είναι πεπεισμένοι ειρηνιστές δεν θα συνεισέφεραν καθόλου σε οποιαδήποτε υπηρεσία «εθνικής» άμυνας. Διαφορετικές αμυντικές θεωρίες θα εφαρμόζονταν ανάλογα με όσους συμφωνούν με τις διάφορες προτεινόμενες θεωρίες και τις υποστηρίζουν. Δεδομένης της τεράστιας σπατάλης σε όλους τους πολέμους και τις αμυντικές προετοιμασίες όλων των χωρών σε ολόκληρη την ιστορία, ασφαλώς δεν υπερβαίνει τα όρια της λογικής η πρόταση ότι οι ιδιωτικές, εθελοντικές αμυντικές προσπάθειες θα ήταν πολύ αποτελεσματικότερες από τα σπάταλα κυβερνητικά εγχειρήματα. Ασφαλώς θα ήταν απείρως ηθικότερες.
But after all this is said and done, let us take up the Russian question anyway. Let us assume that the Soviet Union would really be hell-bent on attacking a libertarian population within the present boundaries of the United States (clearly, there would no longer be a United States government to form a single nation-state). In the first place, the form and quantity of defense expenditures would be decided upon by the American consumers themselves. Those Americans who favor Polaris submarines, and fear a Soviet threat, would subscribe toward the financing of such vessels. Those who prefer an ABM system would invest in such defensive missiles. Those who laugh at such a threat or those who are committed pacifists would not contribute to any “national” defense service at all. Different defense theories would be applied in proportion to those who agree with, and support, the various theories being offered. Given the enormous waste in all wars and defense preparations in all countries throughout history, it is certainly not beyond the bounds of reason to propose that private, voluntary defense efforts would be far more efficient than government boondoggles. Certainly these efforts would be infinitely more moral.
Ας υποθέσουμε όμως το χειρότερο. Ας υποθέσουμε ότι η Σοβιετική Ένωση τελικά εισβάλλει και κατακτά την αμερικανική επικράτεια. Τι γίνεται τότε; Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι οι δυσκολίες της Σοβιετικής Ένωσης μόλις θα έχουν αρχίσει. Ο κύριος λόγος για τον οποίο μια κατακτήτρια χώρα μπορεί να κυβερνά μια ηττημένη είναι ότι η δεύτερη διαθέτει ήδη έναν κρατικό μηχανισμό για να μεταδίδει και να επιβάλλει τις διαταγές του νικητή στον υποταγμένο πληθυσμό. Η Βρετανία, μολονότι πολύ μικρότερη σε έκταση και πληθυσμό, μπόρεσε να κυβερνά την Ινδία επί αιώνες επειδή μπορούσε να μεταδίδει τις βρετανικές διαταγές στους Ινδούς ηγεμόνες, οι οποίοι με τη σειρά τους μπορούσαν να τις επιβάλλουν στον υποτελή πληθυσμό. Σε εκείνες τις ιστορικές περιπτώσεις όμως όπου οι κατακτημένοι δεν είχαν κυβέρνηση, οι κατακτητές έβρισκαν εξαιρετικά δύσκολη τη διακυβέρνησή τους. Όταν οι Βρετανοί κατέκτησαν τη Δυτική Αφρική, για παράδειγμα, δυσκολεύτηκαν εξαιρετικά να κυβερνήσουν τη φυλή των Ίγκμπο —που αργότερα θα συγκροτούσε την Μπιάφρα—, επειδή η φυλή αυτή ήταν ουσιαστικά λιμπερταριανή και δεν διέθετε κυβερνητική εξουσία φυλάρχων που να μεταδίδει διαταγές στους γηγενείς. Και ίσως ο κυριότερος λόγος για τον οποίο χρειάστηκαν αιώνες οι Άγγλοι για να κατακτήσουν την παλαιά Ιρλανδία ήταν ότι οι Ιρλανδοί δεν είχαν κράτος και ότι, επομένως, δεν υπήρχε κυβερνητική δομή εξουσίας για να τηρεί συνθήκες, να μεταδίδει διαταγές κ.λπ. Γι’ αυτό οι Άγγλοι κατήγγελλαν διαρκώς τους «άγριους» και «απολίτιστους» Ιρλανδούς ως «άπιστους», επειδή δεν τηρούσαν συνθήκες με τους Άγγλους κατακτητές. Οι Άγγλοι δεν μπόρεσαν ποτέ να κατανοήσουν ότι, ελλείψει οποιουδήποτε είδους κράτους, οι Ιρλανδοί πολεμιστές που συνήπταν συνθήκες μαζί τους μπορούσαν να μιλούν μόνο για τον εαυτό τους· δεν μπορούσαν ποτέ να δεσμεύσουν οποιαδήποτε άλλη ομάδα του ιρλανδικού πληθυσμού.154
But let us assume the worst. Let us assume that the Soviet Union at last invades and conquers the territory of America. What then? We have to realize that the Soviet Union’s difficulties will have only just begun. The main reason a conquering country can rule a defeated country is that the latter has an existing State apparatus to transmit and enforce the victor’s orders onto a subject population. Britain, though far smaller in area and population, was able to rule India for centuries because it could transmit British orders to the ruling Indian princes, who in turn could enforce them on the subject population. But in those cases in history where the conquered had no government, the conquerors found rule over the conquered extremely difficult. When the British conquered West Africa, for example, they found it extremely difficult to govern the Ibo tribe (later to form Biafra) because that tribe was essentially libertarian, and had no ruling government of tribal chiefs to transmit orders to the natives. And perhaps the major reason it took the English centuries to conquer ancient Ireland is that the Irish had no State, and that there was therefore no ruling governmental structure to keep treaties, transmit orders, etc. It is for this reason that the English kept denouncing the “wild” and “uncivilized” Irish as “faithless,” because they would not keep treaties with the English conquerors. The English could never understand that, lacking any sort of State, the Irish warriors who concluded treaties with the English could only speak for themselves; they could never commit any other group of the Irish population.
Επιπλέον, η ζωή των Ρώσων κατακτητών θα γινόταν ακόμη δυσκολότερη από την αναπόφευκτη έκρηξη ανταρτοπολέμου εκ μέρους του αμερικανικού πληθυσμού. Είναι ασφαλώς δίδαγμα του εικοστού αιώνα —ένα δίδαγμα που πρώτοι επέβαλαν στην πράξη οι επιτυχημένοι Αμερικανοί επαναστάτες απέναντι στην πανίσχυρη Βρετανική Αυτοκρατορία— ότι καμία δύναμη κατοχής δεν μπορεί να κρατήσει για πολύ υποταγμένο έναν γηγενή πληθυσμό αποφασισμένο να αντισταθεί. Αν οι γιγαντιαίες Ηνωμένες Πολιτείες, με πολύ μεγαλύτερη παραγωγικότητα και ισχύ πυρός, δεν μπόρεσαν να επιτύχουν απέναντι σε έναν μικρό και σχετικά άοπλο βιετναμικό πληθυσμό, πώς στην ευχή θα μπορούσε η Σοβιετική Ένωση να κρατήσει υποταγμένο τον αμερικανικό λαό; Η ζωή κανενός Ρώσου στρατιώτη κατοχής δεν θα ήταν ασφαλής από την οργή ενός αντιστεκόμενου αμερικανικού λαού. Ο ανταρτοπόλεμος έχει αποδειχθεί ακατανίκητη δύναμη ακριβώς επειδή πηγάζει όχι από μια δικτατορική κεντρική κυβέρνηση, αλλά από τους ίδιους τους ανθρώπους που πολεμούν για την ελευθερία και την ανεξαρτησία τους εναντίον ενός ξένου κράτους. Και ασφαλώς η πρόβλεψη αυτής της θάλασσας προβλημάτων, του τεράστιου κόστους και των απωλειών που θα ακολουθούσαν αναπόφευκτα, θα απέτρεπε πολύ νωρίτερα ακόμη και μια υποθετική σοβιετική κυβέρνηση αποφασισμένη να προβεί σε στρατιωτική κατάκτηση.
Furthermore, the occupying Russians’ lives would be made even more difficult by the inevitable eruption of guerrilla warfare by the American population. It is surely a lesson of the twentieth century—a lesson first driven home by the successful American revolutionaries against the mighty British Empire—that no occupying force can long keep down a native population determined to resist. If the giant United States, armed with far greater productivity and firepower, could not succeed against a tiny and relatively unarmed Vietnamese population, how in the world could the Soviet Union succeed in keeping down the American people? No Russian occupation soldier’s life would be safe from the wrath of a resisting American populace. Guerrilla warfare has proved to be an irresistible force precisely because it stems, not from a dictatorial central government, but from the people themselves, fighting for their liberty and independence against a foreign State. And surely the anticipation of this sea of troubles, of the enormous costs and losses that would inevitably follow, would stop well in advance even a hypothetical Soviet government bent on military conquest.
← Κεφάλαιο 11: Ο Δημόσιος Τομέας, II: Οδοί και ΔρόμοιΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 13: Διατήρηση των Φυσικών πόρων, Οικολογία και Ανάπτυξη →