Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος, με το έργο «Εξουσία και Αγορά»: Πρόλογος στην αναθεωρημένη έκδοση
Murray N. Rothbard · Man, Economy, and State with Power and Market
Πραξεολόγος
← Εισαγωγή στη δεύτερη έκδοση του Άνθρωπος, Οικονομία και ΚράτοςΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 1. Θεμελιώδεις Αρχές της Ανθρώπινης Δράσης →
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Murray N. Rothbard, Man, Economy, and State with Power and Market, Scholar’s Edition, 2η έκδοση, Ludwig von Mises Institute, 2009. © 2009 Ludwig von Mises Institute. Πηγή: mises.org/library/book/man-economy-and-state-power-and-market.
Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Η «Εισαγωγή Μεταφραστή» υπάρχει μόνο στα ελληνικά. Τα σχήματα και οι πίνακες βρίσκονται στη σελίδα του βιβλίου.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
Ένα από τα θλιβερά θύματα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, όπως φαίνεται, ήταν η παλαιού τύπου πραγματεία περί οικονομικών «αρχών».54 Πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η καθιερωμένη μέθοδος τόσο για την παρουσίαση όσο και για την προαγωγή της οικονομικής σκέψης ήταν η συγγραφή μιας πραγματείας στην οποία ο συγγραφέας εξέθετε τη δική του αντίληψη για το σώμα της οικονομικής επιστήμης. Ένα έργο αυτού του είδους διέθετε πολλά προτερήματα που απουσιάζουν παντελώς από τον σύγχρονο κόσμο. Από τη μία πλευρά, μπορούσε να το διαβάσει ο ευφυής μη ειδικός, με ελάχιστη ή και καθόλου προηγούμενη εξοικείωση με την οικονομική επιστήμη. Από την άλλη, ο συγγραφέας δεν περιοριζόταν, κατά το πρότυπο των διδακτικών εγχειριδίων, σε αποσπασματικές και υπεραπλουστευμένες συμπιλήσεις της εκάστοτε συρμού διδασκαλίας. Καλώς ή κακώς, διαμόρφωνε από την οικονομική θεωρία μια αρχιτεκτονική δομή —ένα οικοδόμημα. Άλλοτε το οικοδόμημα ήταν πρωτότυπο και μεγαλόπρεπο, άλλοτε ήταν ελαττωματικό· πάντως, υπήρχε τουλάχιστον ένα οικοδόμημα, το οποίο οι αρχάριοι μπορούσαν να δουν και οι συνάδελφοι να υιοθετήσουν ή να επικρίνουν. Οι υπερβολικές εκλεπτύνσεις των λεπτομερειών κατά κανόνα παραλείπονταν, ως εμπόδια στη θεώρηση της οικονομικής επιστήμης ως συνόλου, και παραπέμπονταν στα περιοδικά. Και ο πανεπιστημιακός φοιτητής μάθαινε την οικονομική επιστήμη από την πραγματεία περί των «αρχών» της· δεν θεωρούνταν δεδομένο ότι χρειάζονταν ειδικά έργα, με έκταση κεφαλαίων προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις των μαθημάτων και χωρίς πρωτότυπη θεωρητική διδασκαλία. Τα έργα αυτά, λοιπόν, τα διάβαζαν φοιτητές, ευφυείς μη ειδικοί και κορυφαίοι οικονομολόγοι, και όλοι ωφελούνταν από αυτά.
ONE OF THE UNHAPPY CASUALTIES of World War I, it seems, was the old-fashioned treatise on economic “principles.” Before World War I, the standard method, both of presenting and advancing economic thought, was to write a disquisition setting forth one’s vision of the corpus of economic science. A work of this kind had many virtues wholly missing from the modern world. On the one hand, the intelligent layman, with little or no previous acquaintance with economics, could read it. On the other hand, the author did not limit himself, textbook-fashion, to choppy and oversimplified compilations of currently fashionable doctrine. For better or worse, he carved out of economic theory an architectonic—an edifice. Sometimes the edifice was an original and noble one, sometimes it was faulty; but at least there was an edifice, for beginners to see, for colleagues to adopt or criticize. Hyperrefinements of detail were generally omitted as impediments to viewing economic science as a whole, and they were consigned to the journals. The university student, too, learned his economics from the treatise on its “principles;” it was not assumed that special works were needed with chapter lengths fitting course requirements and devoid of original doctrine. These works, then, were read by students, intelligent laymen, and leading economists, all of whom profited from them.
Το πνεύμα τους αποτυπώνεται καλύτερα σε ένα απόσπασμα από τον πρόλογο ενός από τα τελευταία έργα του είδους:
Their spirit is best illustrated by a prefatory passage from one of the last of the species:
Προσπάθησα σε αυτό το βιβλίο να εκθέσω τις αρχές της οικονομικής επιστήμης με τέτοια μορφή ώστε να είναι κατανοητές σε έναν μορφωμένο και ευφυή άνθρωπο που δεν έχει προηγουμένως μελετήσει συστηματικά το αντικείμενο. Μολονότι, υπό αυτή την έννοια, προορίζεται για αρχαρίους, το βιβλίο δεν συγκαλύπτει τις δυσκολίες ούτε αποφεύγει την αυστηρή συλλογιστική. Κανείς δεν μπορεί να κατανοήσει τα οικονομικά φαινόμενα ή να προετοιμαστεί για την αντιμετώπιση οικονομικών προβλημάτων, αν δεν είναι πρόθυμος να παρακολουθήσει αλληλουχίες συλλογισμών που απαιτούν αδιάλειπτη προσοχή. Έκανα ό,τι μπορούσα για να είμαι σαφής και να εκθέσω προσεκτικά τόσο τις βάσεις στις οποίες στηρίζονται τα συμπεράσματά μου όσο και τα ίδια τα συμπεράσματα, χωρίς όμως να προβάλλω τη μάταιη αξίωση ότι απλουστεύω τα πάντα.55
I have tried in this book to state the principles of economics in such form that they shall be comprehensible to an educated and intelligent person who has not before made any systematic study of the subject. Though designed in this sense for beginners, the book does not gloss over difficulties or avoid severe reasoning. No one can understand economic phenomena or prepare himself to deal with economic problems who is unwilling to follow trains of reasoning which call for sustained attention. I have done my best to be clear, and to state with care the grounds on which my conclusions rest, as well as the conclusions themselves, but have made no vain pretense of simplifying all things.1
Μετά τη λαμπρή άνθηση που μας έδωσε τα έργα των Wicksteed (1910), Taussig (1911) και Fetter (1915), αυτό το είδος πραγματείας εξαφανίστηκε από την οικονομική σκέψη, και η οικονομική επιστήμη κατακερματίστηκε σε τρομακτικό βαθμό, αποσυνδέθηκε σε τέτοιο σημείο ώστε σχεδόν να μην υπάρχει πλέον οικονομική επιστήμη· αντ’ αυτής, βρίσκουμε μυριάδες αποσπάσματα ασυντόνιστης ανάλυσης. Η οικονομική επιστήμη κατακερματίστηκε, πρώτον, σε «εφαρμοσμένα» πεδία —«οικονομική της αστικής γης», «αγροτική οικονομική», «οικονομική της εργασίας», «δημόσια οικονομική» κ.λπ.—, με κάθε κλάδο να αδιαφορεί σε μεγάλο βαθμό για τους υπόλοιπους. Ακόμη σοβαρότερη υπήρξε η αποσύνθεση όσων περιορίστηκαν στην κατηγορία της «οικονομικής θεωρίας». Η θεωρία της χρησιμότητας, η θεωρία του μονοπωλίου, η θεωρία του διεθνούς εμπορίου κ.λπ., έως και ο γραμμικός προγραμματισμός και η θεωρία παιγνίων —καθεμία κινείται στο αυστηρά απομονωμένο διαμέρισμά της, με τη δική της υπερεκλεπτυσμένη βιβλιογραφία. Πρόσφατα, η αυξανόμενη επίγνωση αυτού του κατακερματισμού οδήγησε σε αόριστες «διεπιστημονικές» προσμείξεις με όλες τις άλλες «κοινωνικές επιστήμες». Η σύγχυση επιτάθηκε ακόμη περισσότερο, με αποτέλεσμα εισβολές πολυάριθμων άλλων επιστημονικών κλάδων στην οικονομική επιστήμη, αντί για διάχυση της οικονομικής επιστήμης σε άλλα πεδία. Σε κάθε περίπτωση, είναι κάπως παράτολμο να επιχειρεί κανείς να ενοποιήσει την οικονομική επιστήμη με οτιδήποτε άλλο προτού αποκατασταθεί η συνοχή της ίδιας της οικονομικής επιστήμης. Μόνον τότε θα καταστεί φανερή η προσήκουσα θέση της μεταξύ των άλλων επιστημονικών κλάδων.
Since the brilliant burst that gave us the works of Wicksteed (1910), Taussig (1911), and Fetter (1915), this type of treatise has disappeared from economic thought, and economics has become appallingly fragmented, dissociated to such a degree that there hardly is an economics any more; instead, we find myriad bits and pieces of uncoordinated analysis. Economics has, first, been fragmented into “applied” fields—“urban land economics,” “agricultural economics,” “labor economics,” “public finance economics,” etc., each division largely heedless of the others. More grievous still has been the disintegration of what has been confined to the category of “economic theory.” Utility theory, monopoly theory, international trade theory, etc., down to linear programming and games theory—each moves in its sharply isolated compartment, with its own hyperrefined literature. Recently, growing awareness of this fragmentation has led to vague “interdisciplinary” admixtures with all the other “social sciences.” Confusion has been worse confounded, with resulting invasive forays of numerous other disciplines into economics, rather than the diffusion of economics elsewhere. At any rate, it is somewhat foolhardy to attempt to integrate economics with everything else before economics has itself been made whole. Only then will the proper place of economics among the other disciplines become manifest.
Νομίζω ότι είναι δικαιολογημένο να πούμε πως, με μία και μόνη εξαίρεση —την Ανθρώπινη δράση του Ludwig von Mises—, δεν έχει εμφανιστεί ούτε μία γενική πραγματεία περί οικονομικών αρχών μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ίσως η πλησιέστερη προσέγγιση να ήταν το Κίνδυνος, αβεβαιότητα και κέρδος του Frank H. Knight, το οποίο όμως εκδόθηκε ήδη από το 1921. Έκτοτε, δεν υπήρξε κανένα βιβλίο με έστω και κατά προσέγγιση ανάλογο εύρος.
I think it fair to say that, with only a single exception (Ludwig von Mises’ Human Action), not one general treatise on economic principles has appeared since World War I. Perhaps the closest approach was Frank H. Knight’s Risk, Uncertainty, and Profit, and that was published far back in 1921. Since then, there has been no book of remotely as broad a scope.
Το μόνο μέρος όπου μπορούμε να βρούμε την οικονομική επιστήμη να εξετάζεται με κάποιο εύρος είναι τα εισαγωγικά διδακτικά εγχειρίδια. Αυτά τα εγχειρίδια, ωστόσο, είναι θλιβερά υποκατάστατα ενός γνήσιου έργου Αρχών. Επειδή, από τη φύση τους, οφείλουν να παρουσιάζουν μόνο την εκάστοτε παραδεδεγμένη διδασκαλία, το περιεχόμενό τους δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον καταξιωμένο οικονομολόγο. Επιπλέον, επειδή μπορούν μόνο να συμπυκνώνουν την υπάρχουσα βιβλιογραφία, αναγκαστικά παρουσιάζουν στον φοιτητή ένα συνονθύλευμα αποσπασματικών κεφαλαίων, καθένα από τα οποία έχει ελάχιστη ή και καμία σχέση με τα υπόλοιπα.
The only place where we can find economics treated with any degree of breadth is in the elementary textbooks. These textbooks, however, are sorry substitutes for a genuine Principles. Since they must, by their nature, present only currently received doctrine, their work is uninteresting to the established economist. Furthermore, since they may only boil down the existing literature, they must of necessity present to the student a hodgepodge of fragmented chapters, each with little or no relation to the other.
Πολλοί οικονομολόγοι δεν βλέπουν καμία απώλεια σε όλα αυτά· μάλιστα, χαιρετίζουν αυτές τις εξελίξεις ως ενδείξεις της τεράστιας προόδου που έχει σημειώσει η επιστήμη σε όλα τα μέτωπα. Η γνώση έχει αποκτήσει τόσο μεγάλη έκταση ώστε κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να την κατέχει ολόκληρη. Ωστόσο, οι οικονομολόγοι θα έπρεπε τουλάχιστον να έχουν την ευθύνη να γνωρίζουν οικονομική επιστήμη — τα ουσιώδη στοιχεία του σώματος του επιστημονικού τους κλάδου. Ασφαλώς, λοιπόν, αυτά τα ουσιώδη στοιχεία θα μπορούσαν να έχουν ήδη παρουσιαστεί. Το απλό γεγονός είναι ότι η οικονομική επιστήμη έχει κατακερματιστεί ακριβώς επειδή δεν θεωρείται πλέον οικοδόμημα· αφού θεωρείται συνονθύλευμα απομονωμένων θραυσμάτων, αντιμετωπίζεται ως τέτοιο.
Many economists see no loss in all this; in fact, they herald these developments as signs of the enormous progress the science has made on all fronts. Knowledge has grown so vast that no man can encompass it all. Yet economists should at least be responsible for knowing economics—the essentials of the body of their discipline. Certainly, then, these essentials could have been presented by this time. The plain fact is that economics is fragmented precisely because it is no longer regarded as an edifice; since it is considered a congeries of isolated splinters, it is treated as such.
Ίσως το κλειδί αυτής της μεταβολής να βρίσκεται στο ότι παλαιότερα η οικονομική επιστήμη θεωρούνταν λογική δομή. Κατά βάση, όποιες και αν ήταν οι διαφορές βαθμού ή ακόμη και δηλωμένης μεθοδολογίας, η οικονομική επιστήμη θεωρούνταν παραγωγική επιστήμη που χρησιμοποιούσε τη λεκτική λογική. Θεμελιωμένο σε λίγα αξιώματα, το οικοδόμημα της οικονομικής σκέψης συναγόταν παραγωγικά, βήμα προς βήμα. Ακόμη και όταν η ανάλυση ήταν πρωτόγονη ή η εξαγγελλόμενη μεθοδολογία πολύ περισσότερο επαγωγική, αυτή ήταν η ουσία της οικονομικής επιστήμης κατά τον δέκατο ένατο αιώνα. Εξ ου και η πραγματεία περί οικονομικών «αρχών»· διότι, αν η οικονομική επιστήμη προχωρεί μέσω παραγωγικής λογικής θεμελιωμένης σε λίγα απλά και προφανή αξιώματα, τότε το σώμα της μπορεί να παρουσιαστεί ως αλληλένδετο σύνολο στον ευφυή μη ειδικό, χωρίς καμία έκπτωση στην τελική αυστηρότητά του. Ο μη ειδικός οδηγείται βήμα προς βήμα από απλές και προφανείς αλήθειες σε πιο σύνθετες και λιγότερο προφανείς.
Perhaps the key to this change is that formerly economics was regarded as a logical structure. Fundamentally, whatever the differences of degree, or even of proclaimed methodology, economics was considered a deductive science using verbal logic. Grounded on a few axioms, the edifice of economic thought was deduced step by step. Even when the analysis was primitive or the announced methodology far more inductive, this was the essence of economics during the nineteenth century. Hence, the treatise on economic “principles”—for if economics proceeds by deductive logic grounded on a few simple and evident axioms, then the corpus of economics can be presented as an interrelated whole to the intelligent layman with no loss of ultimate rigor. The layman is taken step by step from simple and evident truths to more complex and less evident ones.
Οι «Αυστριακοί» οικονομολόγοι αντιλήφθηκαν καλύτερα αυτή τη μέθοδο και τη χρησιμοποίησαν πληρέστερα και πειστικότερα. Ήταν, εν ολίγοις, οι κλασικοί χρήστες της «πραξεολογικής» μεθόδου. Σήμερα, ωστόσο, η επικρατούσα επιστημολογία έχει εγκαταλείψει την πραξεολογία υπέρ μεθόδων που είναι ταυτόχρονα υπερβολικά εμπειρικές και υπερβολικά «θεωρητικές». Ο εμπειρισμός έχει αποσυνθέσει την οικονομική επιστήμη σε τέτοιο βαθμό ώστε κανείς να μη σκέφτεται να αναζητήσει ένα πλήρες οικοδόμημα· και, παραδόξως, την έχει παραποιήσει, κάνοντας τους οικονομολόγους πρόθυμους να εισάγουν ομολογουμένως ψευδείς και συντομευτικές υποθέσεις, προκειμένου να καταστήσουν τις θεωρίες τους ευκολότερα «ελέγξιμες». Η δυσπιστία του Alfred Marshall απέναντι στις «μακρές αλυσίδες παραγωγικών συλλογισμών», καθώς και η όλη ώθηση του Cambridge προς τέτοιες συντομεύσεις, συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό σε αυτή την αποσύνθεση. Από την άλλη πλευρά, η λεκτική λογική στην οικονομική θεωρία έχει αντικατασταθεί από τα μαθηματικά, τα οποία φαίνονται ακριβέστερα και απολαμβάνουν την αντανακλώμενη αίγλη των φυσικών επιστημών. Η κυρίαρχη οικονομετρική πτέρυγα των μαθηματικών οικονομολόγων αναζητεί επίσης εμπειρικές επαληθεύσεις και, με αυτόν τον τρόπο, σωρεύει τα σφάλματα και των δύο μεθόδων. Ακόμη και στο επίπεδο της αμιγώς θεωρητικής ενοποίησης, τα μαθηματικά είναι εντελώς ακατάλληλα για οποιαδήποτε επιστήμη της ανθρώπινης δράσης. Τα μαθηματικά έχουν πράγματι συμβάλει στη διαίρεση της οικονομικής επιστήμης σε στεγανά —σε εξειδικευμένες μονογραφίες που παρουσιάζουν έναν υπερεκλεπτυσμένο λαβύρινθο πινάκων, εξισώσεων και γεωμετρικών διαγραμμάτων. Το πραγματικά σημαντικό, όμως, δεν είναι ότι οι μη μαθηματικοί αδυνατούν να τα κατανοήσουν· το κρίσιμο σημείο είναι ότι τα μαθηματικά δεν μπορούν να συμβάλουν στην οικονομική γνώση. Πράγματι, η πρόσφατη κατάκτηση της μαθηματικής οικονομικής από την οικονομετρία αποτελεί ένδειξη αναγνώρισης του ότι η αμιγής μαθηματική θεωρία στην οικονομική επιστήμη είναι άγονη.
The “Austrian” economists best perceived this method and used it most fully and cogently. They were the classic employers, in short, of the “praxeologic” method. In the present day, however, the prevailing epistemology has thrown over praxeology for methods at once too empirical and too “theoretical.” Empiricism has disintegrated economics to such an extent that no one thinks to look for a complete edifice; and, paradoxically, it has falsified economics by making economists eager to introduce admittedly false and short-cut assumptions in order to make their theories more readily “testable.” Alfred Marshall’s distrust of “long chains of deduction,” as well as the whole Cambridge impetus toward such short cuts, has contributed a great deal to this breakdown. On the other hand, verbal logic in economic theory has been replaced by mathematics, seemingly more precise and basking in the reflected glory of the physical sciences. The dominant econometric wing of mathematical economists also looks for empirical verifications and thereby compounds the errors of both methods. Even on the level of pure theoretical integration, mathematics is completely inappropriate for any sciences of human action. Mathematics has, in fact, contributed to the compartmentalization of economics—to specialized monographs featuring a hyperrefined maze of matrices, equations, and geometric diagrams. But the really important thing is not that nonmathematicians cannot understand them; the crucial point is that mathematics cannot contribute to economic knowledge. In fact, the recent conquest of mathematical economics by econometrics is a sign of recognition that pure mathematical theory in economics is sterile.
Αυτό το βιβλίο, λοιπόν, αποτελεί μια προσπάθεια να καλυφθεί μέρος του τεράστιου κενού των 40 ετών. Από την τελευταία πραγματεία περί οικονομικών «αρχών», η οικονομική επιστήμη έχει προχωρήσει πολύ σε αρκετά πεδία, και η μεθοδολογία της έχει βελτιωθεί και ενισχυθεί ανυπολόγιστα από όσους εξακολουθούν να εργάζονται στην πραξεολογική παράδοση. Επιπλέον, εξακολουθούν να υπάρχουν μεγάλα κενά στο πραξεολογικό σώμα γνώσης, καθώς τόσο λίγοι οικονομολόγοι έχουν εργαστεί για τη διαμόρφωσή του. Εξ ου και η προσπάθεια αυτού του βιβλίου να αναπτύξει το οικοδόμημα της οικονομικής επιστήμης κατά τον τρόπο των παλαιού τύπου έργων περί των «αρχών» της —να οικοδομήσει αργά και λογικά, επάνω στα βασικά αξιώματα, ένα ενοποιημένο και συνεκτικό οικοδόμημα οικονομικής αλήθειας. Οι υπερβολικές εκλεπτύνσεις αποφεύχθηκαν όσο το δυνατόν περισσότερο. Εν ολίγοις, η προαναφερθείσα δήλωση προθέσεων του καθηγητή Taussig υπήρξε και δική μου, με την προσθήκη ότι έκρινα αναγκαίο να συμπεριλάβω, στα κατάλληλα σημεία, την ανασκευή ορισμένων από τις κύριες αντίπαλες διδασκαλίες. Αυτό ήταν ιδιαίτερα αναγκαίο, επειδή η οικονομική πλάνη είναι πολύ ευρύτερα διαδεδομένη απ’ ό,τι στην εποχή του Taussig.
This book, then, is an attempt to fill part of the enormous gap of 40 years’ time. Since the last treatise on economic “principles,” economics has proceeded a long way in many areas, and its methodology has been immeasurably improved and strengthened by those continuing to work in the praxeological tradition. Furthermore, there are still great gaps in the praxeological corpus, since so few economists have worked at shaping it. Hence, the attempt in this book to develop the edifice of economic science in the manner of the old-fashioned works on its “principles”—slowly and logically to build on the basic axioms an integrated and coherent edifice of economic truth. Hyperrefinements have been shunned as much as possible. In short, Professor Taussig’s quoted statement of intention has been mine also, with the addition that I have felt it necessary to include, at pertinent points, refutation of some of the main opposing doctrines. This was especially needed because economic fallacy prevails far more widely than in Taussig’s time.
Ανέφερα συνοπτικά ότι υπήρξε μία γενική πραγματεία μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο καθηγητής Paul Samuelson έχει γράψει με διθυραμβικό τόνο για τη χαρά τού να είναι κανείς κάτω των τριάντα όταν εκδόθηκε η Γενική θεωρία του Keynes. Μπορώ να πω το ίδιο για την έκδοση της Ανθρώπινης δράσης του Ludwig von Mises το 1949. Διότι εδώ, επιτέλους, η οικονομική επιστήμη ήταν ξανά ένα όλον, για άλλη μία φορά ένα οικοδόμημα. Και όχι μόνον αυτό —εδώ υπήρχε μια δομή της οικονομικής επιστήμης της οποίας πολλά συστατικά αποτελούσαν νέες συμβολές του ίδιου του καθηγητή Mises. Δεν υπάρχει εδώ χώρος για να παρουσιάσω ή να αναπτύξω τις μεγάλες συμβολές του Mises στην οικονομική επιστήμη. Αυτό θα πρέπει να γίνει αλλού. Αρκεί να πω ότι, στο εξής, ελάχιστο εποικοδομητικό έργο μπορεί να γίνει στην οικονομική επιστήμη αν δεν έχει ως αφετηρία την Ανθρώπινη δράση.
I have indicated briefly that there has been one general treatise since World War I. Professor Paul Samuelson has written rhapsodically of the joy of being under thirty at the time of publication of Keynes’ General Theory. I can say the same for the publication of Ludwig von Mises’ Human Action in 1949. For here at last was economics whole once more, once again an edifice. Not only that—here was a structure of economics with many of the components newly contributed by Professor Mises himself. There is no space here to present or expound Mises’ great contributions to economic science. That will have to be done elsewhere. Suffice it to say that from now on, little constructive work can be done in economics unless it starts from Human Action.
Η Ανθρώπινη δράση είναι γενική πραγματεία, όχι όμως ένα παλαιού τύπου έργο Αρχών. Αντιθέτως, προϋποθέτει σημαντικές προηγούμενες οικονομικές γνώσεις και περιλαμβάνει εντός των ευρύχωρων ορίων της πολυάριθμες φιλοσοφικές και ιστορικές διαπιστώσεις. Υπό μία έννοια, το παρόν έργο επιχειρεί να απομονώσει το οικονομικό στοιχείο, να συμπληρώσει τα διάκενα και να εκθέσει λεπτομερώς τις συνεπαγωγές του οικοδομήματος του Mises, όπως τις αντιλαμβάνομαι εγώ. Δεν πρέπει, ωστόσο, να θεωρηθεί ότι ο καθηγητής Mises φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για αυτές τις σελίδες. Πράγματι, ενδέχεται να διαφωνεί έντονα με πολλά τμήματα αυτού του τόμου. Ελπίζω, ωστόσο, ότι το έργο αυτό θα κατορθώσει να προσθέσει λίγους πλίνθους στο μεγαλόπρεπο οικοδόμημα της οικονομικής επιστήμης, το οποίο έχει φτάσει στην πιο σύγχρονη και ανεπτυγμένη μορφή του στις σελίδες της Ανθρώπινης δράσης.
Human Action is a general treatise, but not an old-style Principles. Instead, it assumes considerable previous economic knowledge and includes within its spacious confines numerous philosophic and historical insights. In one sense, the present work attempts to isolate the economic, fill in the interstices, and spell out the detailed implications, as I see them, of the Misesian structure. It must not be thought, however, that Professor Mises is in any way responsible for these pages. Indeed, he may well differ strongly with many sections of this volume. Yet it is my hope that this work may succeed in adding a few bricks to the noble structure of economic science that has reached its most modern and developed form in the pages of Human Action.
Το παρόν έργο συνάγει παραγωγικά ολόκληρο το σώμα της οικονομικής επιστήμης από λίγα απλά και αποδεικτικώς αληθή αξιώματα: το Θεμελιώδες Αξίωμα της δράσης —ότι οι άνθρωποι χρησιμοποιούν μέσα για να επιτύχουν σκοπούς— και δύο επικουρικές παραδοχές: ότι υπάρχει ποικιλία ανθρώπινων και φυσικών πόρων και ότι ο ελεύθερος χρόνος είναι καταναλωτικό αγαθό. Το κεφάλαιο 1 ξεκινά από το αξίωμα της δράσης και συνάγει παραγωγικά τις άμεσες συνεπαγωγές του· και αυτά τα συμπεράσματα εφαρμόζονται στην «οικονομική του Crusoe» —εκείνη την τόσο κακολογημένη αλλά εξαιρετικά χρήσιμη ανάλυση που θέτει τον μεμονωμένο άνθρωπο μόνο απέναντι στη Φύση και αναλύει τις πράξεις που προκύπτουν από αυτή τη συνθήκη. Το κεφάλαιο 2 εισάγει άλλους ανθρώπους και, κατά συνέπεια, κοινωνικές σχέσεις. Αναλύονται διάφοροι τύποι διαπροσωπικών σχέσεων και εκτίθεται η οικονομική της άμεσης ανταλλαγής, δηλαδή του αντιπραγματισμού. Η ανταλλαγή δεν μπορεί να αναλυθεί επαρκώς προτού οριστούν πλήρως τα δικαιώματα ιδιοκτησίας· γι’ αυτό το κεφάλαιο 2 αναλύει την ιδιοκτησία σε μια ελεύθερη κοινωνία. Το κεφάλαιο 2 σηματοδοτεί, πράγματι, την αρχή του κυρίως σώματος του βιβλίου —μιας ανάλυσης της οικονομικής της εκούσιας ανταλλαγής. Το κεφάλαιο 2 εξετάζει την ελεύθερη αγορά του αντιπραγματισμού, και τα επόμενα κεφάλαια πραγματεύονται την οικονομική της έμμεσης —ή χρηματικής— ανταλλαγής. Έτσι, από αναλυτική άποψη, το βιβλίο πραγματεύεται πλήρως την οικονομική της ελεύθερης αγοράς, από τις σχέσεις ιδιοκτησίας της έως την οικονομική του χρήματος.
The present work deduces the entire corpus of economics from a few simple and apodictically true axioms: the Fundamental Axiom of action—that men employ means to achieve ends, and two subsidiary postulates: that there is a variety of human and natural resources, and that leisure is a consumers’ good. Chapter 1 begins with the action axiom and deduces its immediate implications; and these conclusions are applied to “Crusoe economics”—that much maligned but highly useful analysis that sets individual man starkly against Nature and analyzes his resulting actions. Chapter 2 introduces other men and, consequently, social relations. Various types of interpersonal relations are analyzed, and the economics of direct exchange (barter) is set forth. Exchange cannot be adequately analyzed until property rights are fully defined—so chapter 2 analyzes property in a free society. Chapter 2, in fact, marks the beginning of the body of the book—an analysis of the economics of voluntary exchange. Chapter 2 discusses the free market of barter, and the subsequent chapters treat the economics of indirect—or monetary—exchange. Thus, analytically, the book deals fully with the economics of the free market, from its property relations to the economics of money.
Το κεφάλαιο 3 εισάγει το χρήμα και ιχνηλατεί τις μορφές της έμμεσης ανταλλαγής στην αγορά. Το κεφάλαιο 4 πραγματεύεται την οικονομική της κατανάλωσης και τον προσδιορισμό των τιμών των καταναλωτικών αγαθών. Τα κεφάλαια 5–9 αναλύουν την παραγωγή στην ελεύθερη αγορά. Ένα από τα χαρακτηριστικά αυτής της θεωρίας της κατανάλωσης και της παραγωγής είναι η αναβίωση της λαμπρής και εντελώς παραγνωρισμένης θεωρίας της προσόδου του καθηγητή Frank A. Fetter —δηλαδή της αντίληψης της προσόδου ως τιμής μίσθωσης μιας μονάδας υπηρεσίας. Η κεφαλαιοποίηση καθίσταται τότε η διαδικασία προσδιορισμού των παρουσών αξιών των αναμενόμενων μελλοντικών προσόδων ενός αγαθού. Η θεωρία του τόκου των Fetter– Mises, η οποία βασίζεται στην αμιγή χρονική προτίμηση, συντίθεται με τη θεωρία της προσόδου του Fetter, με την αυστριακή θεωρία της δομής της παραγωγής και με τη διάκριση μεταξύ πρωτογενών και παραγόμενων συντελεστών παραγωγής. Ένα «ριζοσπαστικό» χαρακτηριστικό της ανάλυσής μας για την παραγωγή είναι η πλήρης ρήξη με την επί του παρόντος συρμού «βραχυχρόνια» θεωρία της επιχείρησης, στη θέση της οποίας τίθεται μια γενική θεωρία της οριακής παραγωγικότητας σε αξία και της κεφαλαιοποίησης. Πρόκειται για ανάλυση «γενικής ισορροπίας» υπό τη δυναμική αυστριακή έννοια, και όχι υπό τη στατική, σήμερα δημοφιλή έννοια του Walras.
Chapter 3 introduces money and traces the patterns of indirect exchange on the market. Chapter 4 treats the economics of consumption and the pricing of consumers’ goods. Chapters 5– 9 analyze production on the free market. One of the features of this consumption and production theory is the resurrection of Professor Frank A. Fetter’s brilliant and completely neglected theory of rent—i.e., the concept of rent as the hire price of a unit service. Capitalization then becomes the process of determining the present values of the expected future rents of a good. The Fetter-Mises pure time-preference theory of interest is synthesized with the Fetter rent theory, with the Austrian theory of the structure of production, and with separation of original from produced factors of production. One “radical” feature of our analysis of production is a complete break with the currently fashionable “short-run” theory of the firm, substituting for this a general theory of marginal value productivity and capitalization. It is a “general equilibrium” analysis in the dynamic Austrian sense, and not in the static, currently popular Walrasian sense.
Το κεφάλαιο 10 εκθέτει μια εντελώς νέα θεωρία του μονοπωλίου — ότι το μονοπώλιο μπορεί να οριστεί κατά τρόπο που να έχει νόημα μόνο ως παραχώρηση προνομίου από το κράτος, και ότι μονοπωλιακή τιμή μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω μιας τέτοιας παραχώρησης. Εν ολίγοις, δεν μπορεί να υπάρξει μονοπώλιο ή μονοπωλιακή τιμή στην ελεύθερη αγορά. Εξετάζεται επίσης η θεωρία του μονοπωλιακού ανταγωνισμού. Και το κεφάλαιο 11 εκθέτει τη θεωρία του χρήματος στην ελεύθερη αγορά, μαζί με μια εκτενή συζήτηση των κεϋνσιανών θεωριών.
Chapter 10 expounds a completely new theory of monopoly—that monopoly can be meaningfully defined only as a grant of privilege by the State, and that a monopoly price can be attained only from such a grant. In short, there can be no monopoly or monopoly price on the free market. The theory of monopolistic competition is also discussed. And chapter 11 sets forth the theory of money on the free market, along with an extensive discussion of the Keynesian theories.
Αφού ολοκληρώσω τη θεωρία της αμιγώς ελεύθερης αγοράς, στρέφομαι στη συνέχεια, στο τελευταίο κεφάλαιο, στην εφαρμογή της πραξεολογικής ανάλυσης σε μια συστηματική εξέταση των διαφόρων μορφών και βαθμών καταναγκαστικής παρέμβασης και των συνεπειών τους. Οι επιδράσεις της καταναγκαστικής παρέμβασης μπορούν να μελετηθούν μόνον αφού αναλυθεί πλήρως η κατασκευή μιας αμιγώς ελεύθερης αγοράς. Το κεφάλαιο 12 παρουσιάζει μια τυπολογία της παρέμβασης, εξετάζει τις άμεσες και έμμεσες συνέπειές της και τις επιδράσεις της στη χρησιμότητα και εκθέτει μια αναγκαστικά σύντομη ανάλυση των διαφόρων κύριων τύπων παρέμβασης, συμπεριλαμβανομένων του ελέγχου των τιμών, των παραχωρήσεων μονοπωλιακών προνομίων, της φορολογίας, του πληθωρισμού, καθώς και της κρατικής επιχειρηματικής δραστηριότητας και των κρατικών δαπανών. Το κεφάλαιο και το βιβλίο ολοκληρώνονται με μια σύντομη συνοπτική αποτίμηση της ελεύθερης αγοράς, σε αντιπαραβολή με τα παρεμβατικά και άλλα καταναγκαστικά συστήματα.
Having completed the theory of the purely free market, I then turn, in the final chapter, to applying praxeological analysis to a systematic discussion of various forms and degrees of coercive intervention and their consequences. The effects of coercive intervention can be studied only after fully analyzing the construct of a purely free market. Chapter 12 presents a typology of intervention, discusses its direct and indirect consequences and the effects on utility, and sets forth a necessarily brief analysis of the various major types of intervention, including price control, monopoly grants, taxation, inflation, and government enterprise and expenditures. The chapter and the book conclude with a brief summary assessment of the free market, as contrasted to interventionist and other coercive systems.
Για αυτή την αναθεωρημένη έκδοση, αποφάσισα να διατηρήσω άθικτα το αρχικό κείμενο και τις υποσημειώσεις και να περιορίσω οποιεσδήποτε αλλαγές σε αυτόν τον αναθεωρημένο πρόλογο. Ο καθηγητής Mises πέθανε το 1973, και το επόμενο έτος, όπως τα έφερε η τύχη, η Αυστριακή Σχολή οικονομικής σκέψης, την οποία ο Mises είχε κρατήσει ζωντανή σε μια σχεδόν υπόγεια ύπαρξη, αναδύθηκε δυναμικά σε μια θεαματική αναβίωση. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η αναβίωση συνέπεσε με την ουσιαστική κατάρρευση του προηγουμένως κυρίαρχου κεϋνσιανού παραδείγματος. Οι κεϋνσιανοί είχαν υποσχεθεί να κατευθύνουν εύκολα την οικονομία μακριά από τις επαναλαμβανόμενες παγίδες της πληθωριστικής άνθησης, της ύφεσης και της ανεργίας· αντί γι’ αυτές, θα εξασφάλιζαν μόνιμη και σταθερή ευημερία, προσφέροντάς μας πλήρη απασχόληση χωρίς πληθωρισμό. Και όμως, έπειτα από τρεις δεκαετίες κεϋνσιανού σχεδιασμού, βρεθήκαμε αντιμέτωποι με ένα νέο φαινόμενο που δεν μπορεί καν να υπάρξει, πόσο μάλλον να εξηγηθεί, στο κεϋνσιανό παράδειγμα: πληθωρισμό σε συνδυασμό με ύφεση και υψηλή ανεργία. Αυτό το ανεπιθύμητο φάντασμα εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην πληθωριστική ύφεση του 1973–74 και έκτοτε επανεμφανίστηκε, με τελευταία περίπτωση την ύφεση του 1990—;
For this revised edition, I have decided to keep the original text and footnotes intact, and to confine any changes to this revised preface. Professor Mises died in 1973, and the following year, as luck would have it, the Austrian School of economics that Mises had kept alive in an almost underground existence burst forward into a spectacular revival. It is no accident that this revival coincided with the virtual collapse of the previously dominant Keynesian paradigm. Keynesians had promised to steer the economy easily away from the recurring pitfalls of inflationary boom, and recession and unemployment; instead, they would insure permanent and stable prosperity, bringing us full employment without inflation. And yet, after three decades of Keynesian planning, we faced a new phenomenon that cannot even exist, much less be explained, in the Keynesian paradigm: inflation combined with recession and high unemployment. This unwelcome specter first appeared in the inflationary recession of 1973–74, and has been repeated since, the last time being the recession of 1990—?
Η αυστριακή αναβίωση του 1974 ενισχύθηκε επίσης από την απονομή του Βραβείου Nobel Οικονομικών στον F.A. Hayek εκείνο το έτος, τον πρώτο οικονομολόγο υπέρ της ελεύθερης αγοράς και χωρίς μαθηματικό προσανατολισμό που τιμήθηκε με αυτό το βραβείο. Η εμμονή της κοινότητας των οικονομολόγων με το Nobel αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον για τον Hayek και την Αυστριακή Σχολή. Αλλά ούτε η ίδια η απονομή αυτού του βραβείου στον Hayek μπορεί να είναι συμπτωματική, καθώς αντανακλά την απογοήτευση των οικονομολόγων από τα κεϋνσιανά μακροοικονομικά υποδείγματα.
The Austrian revival of 1974 was also spurred by F.A. Hayek’s receiving the Nobel Prize for economics that year, the first free-market and nonmathematical economist to be accorded that honor. The economics profession’s obsession with the Nobel reawakened interest in Hayek and in the Austrian School. But this award to Hayek itself can be no coincidence, since it reflects disillusion by economists in Keynesian macro-models.
Από το 1974, ο αριθμός των Αυστριακών, των βιβλίων και των άρθρων που γράφουν Αυστριακοί, καθώς και το ενδιαφέρον για τη σχολή, έχουν πολλαπλασιαστεί σημαντικά. Η διαφορά στην ποιότητα της ακαδημαϊκής ζωής μεταξύ των δύο χωρών αντανακλάται στο γεγονός ότι, μολονότι στη Βρετανία υπάρχουν αναλογικά λιγότεροι οικονομολόγοι της Αυστριακής Σχολής απ’ ό,τι στις Ηνωμένες Πολιτείες, η αυστριακή οικονομική σκέψη απολαμβάνει πολύ μεγαλύτερο σεβασμό στη Βρετανία. Στα βρετανικά διδακτικά εγχειρίδια και στις επισκοπήσεις της οικονομικής σκέψης, η αυστριακή οικονομική θεωρία, μολονότι δεν αποσπά συχνά τη συμφωνία των συγγραφέων, αντιμετωπίζεται αντικειμενικά και δίκαια ως αξιοσέβαστο ρεύμα οικονομικής σκέψης. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, αντιθέτως, μολονότι υπάρχει μεγάλος αριθμός τόσο συμπαθούντων όσο και οπαδών στην κοινότητα των οικονομολόγων, οι Αυστριακοί εξακολουθούν να είναι περιθωριοποιημένοι, να αγνοούνται και να μη διαβάζονται από το μεγαλύτερο μέρος των οικονομολόγων.
Since 1974, the number of Austrians, books and articles by Austrians, and interest in the school, has greatly multiplied. It is a reflection of the difference in the quality of academia in the two countries that, even though there are proportionately fewer Austrian School economists in Britain than in the United States, Austrian economics is accorded a great deal more respect in Britain. In British textbooks and surveys of thought, Austrian economics, while not often winning agreement, is treated objectively and fairly as a respectable wing of economic thought. In the United States, on the contrary, while there are a large number of sympathizers as well as adherents in the profession, Austrians are still marginalized, unheeded, and unread by the bulk of economists.
Η διανοητική περιέργεια, ωστόσο, έχει τη συνήθεια να υπερνικά τα εμπόδια, ιδίως μεταξύ των προπτυχιακών και μεταπτυχιακών φοιτητών. Ως αποτέλεσμα, η Αυστριακή Σχολή έχει ακμάσει τις τελευταίες δύο δεκαετίες, παρά τα σοβαρά θεσμικά εμπόδια.
Intellectual curiosity has a habit of breaking through, however, especially among college and graduate students. As a result, the Austrian School has flourished over the last two decades, despite severe institutional obstacles.
Στην πραγματικότητα, ο αριθμός των Αυστριακών έχει αυξηθεί τόσο πολύ και η συζήτηση έχει διευρυνθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε έχουν ανακύψει διαφορές απόψεων και διακλαδώσεις της σκέψης, που σε ορισμένες περιπτώσεις εξελίσσονται σε γνήσιες συγκρούσεις ιδεών. Ωστόσο, όλες αυτές έχουν συγχωνευθεί αδιακρίτως και στριμωχτεί μαζί από μη Αυστριακούς, ακόμη και από ορισμένους μέσα στη σχολή, προκαλώντας μεγάλη διανοητική σύγχυση, έλλειψη σαφήνειας και απροκάλυπτα σφάλματα. Η θετική πλευρά αυτών των εξελισσόμενων διαφωνιών είναι ότι κάθε πλευρά έχει αποσαφηνίσει και καταστήσει ακριβέστερες τις θεμελιώδεις προκείμενες και την κοσμοαντίληψή της. Πράγματι, τα τελευταία χρόνια έχει καταστεί φανερό ότι υπάρχουν τρία πολύ διαφορετικά και συγκρουόμενα παραδείγματα εντός της αυστριακής οικονομικής σκέψης: το αρχικό παράδειγμα του Mises ή πραξεολογικό παράδειγμα, στο οποίο προσχωρεί ο συγγραφέας του παρόντος· το παράδειγμα του Hayek, το οποίο δίνει έμφαση στη «γνώση» και στην «ανακάλυψη» αντί στην πραξεολογική «δράση» και «επιλογή», και του οποίου κύριος εκπρόσωπος είναι σήμερα ο καθηγητής Israel Kirzner· και η μηδενιστική άποψη του εκλιπόντος Ludwig Lachmann, μια θεσμιστική προσέγγιση εχθρική προς τη θεωρία, αντλημένη από τον Άγγλο «υποκειμενιστή»-κεϋνσιανό G.L.S. Shackle. Ευτυχώς, υπάρχει πλέον ένα επιστημονικό περιοδικό, το The Review of Austrian Economics,56 μέσω του οποίου ο αναγνώστης μπορεί να ενημερώνεται για τις τρέχουσες εξελίξεις στην αυστριακή οικονομική σκέψη, καθώς και άλλες εκδόσεις, συνέδρια και εκπαιδευτικά μαθήματα του Ludwig von Mises Institute. Το Mises Institute, το οποίο ιδρύθηκε στην εκατονταετηρίδα της γέννησής του, διατηρεί ζωντανό το πνεύμα του Mises, καθώς και το παράδειγμα που εκείνος κληροδότησε στην επιστημονική έρευνα και στον κόσμο. Για τις τελευταίες εξελίξεις σχετικά με τα τρία αυστριακά παραδείγματα, ο αναγνώστης παραπέμπεται στο κείμενο εργασίας του Mises Institute που συνέταξε ο συγγραφέας του παρόντος, «Η παρούσα κατάσταση της αυστριακής οικονομικής σκέψης» (Νοέμβριος 1992).57
In fact, the number of Austrians has grown so large, and the discussion so broad, that differences of opinion and branches of thought have arisen, in some cases developing into genuine clashes of thought. Yet they have all been conflated and jammed together by non-Austrians and even by some within the school, giving rise to a great deal of intellectual confusion, lack of clarity, and outright error. The good side of these developing disputes is that each side has clarified and sharpened its underlying premises and world-view. It has indeed become evident in recent years that there are three very different and clashing paradigms within Austrian economics: the original Misesian or praxeological paradigm, to which the present author adheres; the Hayekian paradigm, stressing “knowledge” and “discovery” rather than the praxeological “action” and “choice,” and whose leading exponent now is Professor Israel Kirzner; and the nihilistic view of the late Ludwig Lachmann, an institutionalist anti-theory approach taken from the English “subjectivist”- Keynesian G.L.S. Shackle. Fortunately, there is now a scholarly journal, The Review of Austrian Economics, where the reader can keep apprised of ongoing developments in Austrian economics, as well as other publications, conferences, and instructional courses of the Ludwig von Mises Institute. The Mises Institute, founded on the centenary of his birth, keeps alive the spirit of Mises as well as the paradigm that he has bequeathed to scholarship and to the world. For the latest on the three Austrian paradigms, the reader is referred to the Mises Institute Working Paper by the present author, “The Present State of Austrian Economics” (November, 1992).
Η πρωταρχική πνευματική οφειλή μου είναι, ασφαλώς, προς τον Ludwig von Mises. Αλλά, πέρα από αυτήν, δεν θα μπορέσω ποτέ να εκφράσω πλήρως την προσωπική μου οφειλή. Η σοφία, η καλοσύνη, ο ενθουσιασμός, η ευθυμία του και η αδιάλειπτη ενθάρρυνση ακόμη και των ελάχιστων ενδείξεων παραγωγικότητας στους μαθητές του υπήρξαν πηγή έμπνευσης εφ’ όρου ζωής για όσους τον γνώρισαν. Ήταν ένας από τους μεγάλους δασκάλους της οικονομικής επιστήμης, καθώς και ένας από τους μεγάλους οικονομολόγους, και είμαι ευγνώμων που είχα την ευκαιρία να μαθητεύσω επί πολλά χρόνια στο Σεμινάριό του Προχωρημένης Οικονομικής Θεωρίας στο New York University.
My overriding intellectual debt, of course, is to Ludwig von Mises. But apart from that, I can never fully express my personal debt. His wisdom, kindness, enthusiasm, good humor, and unflagging encouragement of even the slightest signs of productivity among his students were a lifelong inspiration to those who knew him. He was one of the great teachers of economics, as well as one of the great economists, and I am grateful to have had the opportunity of studying for many years at his Seminar in Advanced Economic Theory at New York University.
Ούτε θα μπορέσω ποτέ να εκφράσω πλήρως την ευγνωμοσύνη μου προς τον Llewellyn H. Rockwell, Jr., ο οποίος, σε μια περίοδο παρακμής της οικονομικής σκέψης του Mises, χωρίς ιδρυτικό κεφάλαιο, χωρίς μεγάλες δεσμεύσεις οικονομικής υποστήριξης και οπλισμένος μόνο με μια ιδέα, ίδρυσε το Ludwig von Mises Institute και αφιέρωσε τη ζωή του σε αυτό. Ο Lew έχει επιτελέσει αξιοθαύμαστο έργο στην οικοδόμηση και την επέκταση του Ινστιτούτου, καθώς και στην αφοσίωσή του στο παράδειγμα του Mises. Επιπλέον, ο Lew είναι εδώ και πολλά χρόνια στενός και πολύτιμος φίλος και πνευματικός συνεργάτης. Είναι προφανές ότι, χωρίς τις προσπάθειές του, αυτή η νέα έκδοση δεν θα είχε δει ποτέ το φως της δημοσιότητας.
I can also never fully express my gratitude to Llewellyn H. Rockwell, Jr., who, at a low point in Misesian economics, with no endowment, no large pledges of support, and armed only with an idea, founded and dedicated his life to the Ludwig von Mises Institute. Lew has done a remarkable job of building and expanding the Institute, and of devoting himself to the Misesian paradigm. In addition, Lew has been a close and valued friend and intellectual colleague for many years. It is obvious that, without his efforts, this new edition would never have seen the light of day.
Τέλος, οφείλω τουλάχιστον να προσπαθήσω να εκφράσω πόσο ευγνώμων είμαι προς έναν ακόμη επί μακρόν συνεργάτη, τον Burton S. Blumert, του Mises Institute και επικεφαλής του Center for Libertarian Studies, στο Burlingame της California. Αφανής και απαραίτητος, ο Burt είναι πάντοτε εκεί —με πνεύμα, σοφία, καλοσύνη και φιλία.
Finally, I must at least try to convey how grateful I am to another long-time colleague, Burton S. Blumert, of the Mises Institute and head of the Center for Libertarian Studies, Burlingame, California. Self-effacing and indispensable, Burt is always there—with wit, wisdom, kindness, and friendship.
Είναι αδύνατον να απαριθμήσω όλους τους φίλους και γνωστούς οι οποίοι, στη διάρκεια τόσων ετών, με δίδαξαν και με ενέπνευσαν στο πεδίο της αυστριακής οικονομικής σκέψης ή στο ευρύτερο πεδίο της πολιτικής οικονομίας, καθώς και ως προς τη φύση του καταναγκασμού της ελευθερίας. Είμαι ευγνώμων σε όλους. Κανείς τους, ασφαλώς, δεν ευθύνεται για οποιαδήποτε σφάλματα του παρόντος έργου.
It is impossible to list all the friends and acquaintances who, over the many years, have taught and inspired me in the area of Austrian economics, or in the wider arena of political economy, and in the nature of coercion of freedom. I am grateful to them all. None of them, of course, are responsible for any errors herein.
← Εισαγωγή στη δεύτερη έκδοση του Άνθρωπος, Οικονομία και ΚράτοςΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 1. Θεμελιώδεις Αρχές της Ανθρώπινης Δράσης →