Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος, με το έργο «Εξουσία και Αγορά»: Κεφάλαιο 1. Θεμελιώδεις Αρχές της Ανθρώπινης Δράσης
Murray N. Rothbard · Man, Economy, and State with Power and Market
Πραξεολόγος
← Πρόλογος στην αναθεωρημένη έκδοσηΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 2. Άμεση Ανταλλαγή →
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Murray N. Rothbard, Man, Economy, and State with Power and Market, Scholar’s Edition, 2η έκδοση, Ludwig von Mises Institute, 2009. © 2009 Ludwig von Mises Institute. Πηγή: mises.org/library/book/man-economy-and-state-power-and-market.
Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Η «Εισαγωγή Μεταφραστή» υπάρχει μόνο στα ελληνικά. Τα σχήματα και οι πίνακες βρίσκονται στη σελίδα του βιβλίου.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
Κεφάλαιο 1. Θεμελιώδεις Αρχές της Ανθρώπινης Δράσης
↗ στη σελίδα του βιβλίουChapter 1 — Fundamentals of Human Action
Το διακριτικό και καθοριστικό στοιχείο στη μελέτη του ανθρώπου είναι η έννοια της δράσης.58 Η ανθρώπινη δράση ορίζεται απλώς ως σκόπιμη συμπεριφορά. Διακρίνεται, επομένως, σαφώς από εκείνες τις παρατηρούμενες κινήσεις οι οποίες, από την οπτική γωνία του ανθρώπου, δεν είναι σκόπιμες. Σε αυτές περιλαμβάνονται όλες οι παρατηρούμενες κινήσεις της ανόργανης ύλης και εκείνοι οι τύποι ανθρώπινης συμπεριφοράς που είναι αμιγώς αντανακλαστικοί, που αποτελούν απλώς ακούσιες αποκρίσεις σε ορισμένα ερεθίσματα. Η ανθρώπινη δράση, αντιθέτως, μπορεί να ερμηνευθεί ως έχουσα νόημα από άλλους ανθρώπους, διότι διέπεται από έναν ορισμένο σκοπό τον οποίο έχει κατά νου ο δρων.59 Ο σκοπός μιας ανθρώπινης πράξης είναι ο επιδιωκόμενος στόχος του ανθρώπου· η επιθυμία να επιτύχει αυτόν τον στόχο αποτελεί το κίνητρό του για την ανάληψη της δράσης.
THE DISTINCTIVE AND CRUCIAL FEATURE in the study of man is the concept of action. Human action is defined simply as purposeful behavior. It is therefore sharply distinguishable from those observed movements which, from the point of view of man, are not purposeful. These include all the observed movements of inorganic matter and those types of human behavior that are purely reflex, that are simply involuntary responses to certain stimuli. Human action, on the other hand, can be meaningfully interpreted by other men, for it is governed by a certain purpose that the actor has in view. The purpose of a man’s act is his end; the desire to achieve this end is the man’s motive for instituting the action.
Όλοι οι άνθρωποι δρουν δυνάμει της ύπαρξης και της φύσης τους ως ανθρώπινων όντων.60 Δεν θα μπορούσαμε να συλλάβουμε ανθρώπινα όντα που δεν δρουν σκόπιμα, που δεν έχουν κατά νου σκοπούς τους οποίους επιθυμούν και επιχειρούν να επιτύχουν. Όντα που δεν θα δρούσαν, που δεν θα συμπεριφέρονταν σκόπιμα, δεν θα κατατάσσονταν πλέον στους ανθρώπους.
All human beings act by virtue of their existence and their nature as human beings. We could not conceive of human beings who do not act purposefully, who have no ends in view that they desire and attempt to attain. Things that did not act, that did not behave purposefully, would no longer be classified as human.
Αυτή η θεμελιώδης αλήθεια —αυτό το αξίωμα της ανθρώπινης δράσης— αποτελεί το κλειδί της μελέτης μας. Ολόκληρο το πεδίο της πραξεολογίας και ο πλέον ανεπτυγμένος επιμέρους κλάδος της, η οικονομική επιστήμη, βασίζονται στην ανάλυση των αναγκαίων λογικών συνεπαγωγών αυτής της έννοιας.61 Το γεγονός ότι οι άνθρωποι δρουν δυνάμει της ανθρώπινης ιδιότητάς τους είναι αδιαμφισβήτητο και αδιαφιλονίκητο. Η υπόθεση του αντιθέτου θα ήταν παραλογισμός. Το αντίθετο —η απουσία συμπεριφοράς που υπαγορεύεται από κίνητρα— θα ίσχυε μόνο για τα φυτά και την ανόργανη ύλη.62
It is this fundamental truth—this axiom of human action—that forms the key to our study. The entire realm of praxeology and its best developed subdivision, economics, is based on an analysis of the necessary logical implications of this concept. The fact that men act by virtue of their being human is indisputable and incontrovertible. To assume the contrary would be an absurdity. The contrary—the absence of motivated behavior—would apply only to plants and inorganic matter.
Η πρώτη αλήθεια που ανακαλύπτουμε σχετικά με την ανθρώπινη δράση είναι ότι αυτή μπορεί να αναληφθεί μόνο από μεμονωμένους «δρώντες». Μόνο τα άτομα έχουν σκοπούς και μπορούν να δράσουν για να τους επιτύχουν. Δεν υπάρχουν σκοποί «ομάδων», «συλλογικοτήτων» ή «κρατών», ούτε πράξεις τους, που να μην εκδηλώνονται ως πράξεις διαφόρων συγκεκριμένων ατόμων. Οι «κοινωνίες» ή οι «ομάδες» δεν έχουν ανεξάρτητη ύπαρξη πέρα από τις πράξεις των επιμέρους μελών τους. Επομένως, η δήλωση ότι οι «κυβερνήσεις» δρουν είναι απλώς μια μεταφορά· στην πραγματικότητα, ορισμένα άτομα βρίσκονται σε μια ορισμένη σχέση με άλλα άτομα και δρουν κατά τρόπο που τα ίδια και τα άλλα άτομα αναγνωρίζουν ως «κυβερνητικό».63 Η μεταφορά δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως δήλωση ότι ο ίδιος ο συλλογικός θεσμός έχει κάποια πραγματική υπόσταση πέρα από τις πράξεις διαφόρων ατόμων. Ομοίως, ένα άτομο μπορεί να αναλάβει συμβατικά να ενεργεί ως αντιπρόσωπος άλλου ατόμου ή για λογαριασμό της οικογένειάς του. Και πάλι, μόνο τα άτομα μπορούν να επιθυμούν και να δρουν. Η ύπαρξη ενός θεσμού όπως η κυβέρνηση αποκτά νόημα μόνο μέσω της επίδρασής του στις πράξεις εκείνων των ατόμων που θεωρούνται μέλη του και εκείνων που δεν θεωρούνται μέλη του.64
The first truth to be discovered about human action is that it can be undertaken only by individual “actors.” Only individuals have ends and can act to attain them. There are no such things as ends of or actions by “groups,” “collectives,” or “States,” which do not take place as actions by various specific individuals. “Societies” or “groups” have no independent existence aside from the actions of their individual members. Thus, to say that “governments” act is merely a metaphor; actually, certain individuals are in a certain relationship with other individuals and act in a way that they and the other individuals recognize as “governmental.” The metaphor must not be taken to mean that the collective institution itself has any reality apart from the acts of various individuals. Similarly, an individual may contract to act as an agent in representing another individual or on behalf of his family. Still, only individuals can desire and act. The existence of an institution such as government becomes meaningful only through influencing the actions of those individuals who are and those who are not considered as members.
Για να αναλάβει δράση, δεν αρκεί το μεμονωμένο άτομο να έχει ανεκπλήρωτους σκοπούς τους οποίους θα ήθελε να πραγματοποιήσει. Πρέπει επίσης να προσδοκά ότι ορισμένοι τρόποι συμπεριφοράς θα του επιτρέψουν να επιτύχει τους σκοπούς του. Ένας άνθρωπος μπορεί να επιθυμεί ηλιοφάνεια, αλλά, αν αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτε για να την εξασφαλίσει, δεν δρα βάσει αυτής της επιθυμίας. Πρέπει να έχει ορισμένες ιδέες για το πώς θα επιτύχει τους σκοπούς του. Η δράση, επομένως, συνίσταται στη συμπεριφορά ατόμων που κατευθύνεται προς σκοπούς με τρόπους οι οποίοι, κατά την πεποίθησή τους, θα πραγματοποιήσουν την επιδίωξή τους. Η δράση απαιτεί μια παράσταση ενός επιθυμητού σκοπού και «τεχνολογικές ιδέες» ή σχέδια για τον τρόπο επίτευξής του.
In order to institute action, it is not sufficient that the individual man have unachieved ends that he would like to fulfill. He must also expect that certain modes of behavior will enable him to attain his ends. A man may have a desire for sunshine, but if he realizes that he can do nothing to achieve it, he does not act on this desire. He must have certain ideas about how to achieve his ends. Action thus consists of the behavior of individuals directed towards ends in ways that they believe will accomplish their purpose. Action requires an image of a desired end and “technological ideas” or plans on how to arrive at this end.
Οι άνθρωποι βρίσκονται μέσα σε ένα ορισμένο περιβάλλον ή σε μια ορισμένη κατάσταση. Αυτή την κατάσταση αποφασίζει το άτομο να μεταβάλει κατά κάποιον τρόπο, προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς του. Ο άνθρωπος, όμως, μπορεί να ενεργήσει μόνο με τα πολυάριθμα στοιχεία που βρίσκει στο περιβάλλον του, αναδιατάσσοντάς τα ώστε να επιφέρει την εκπλήρωση των σκοπών του. Σε σχέση με οποιαδήποτε δεδομένη πράξη, το εξωτερικό περιβάλλον του ατόμου μπορεί να διαιρεθεί σε δύο μέρη: στα στοιχεία που πιστεύει ότι δεν μπορεί να ελέγξει και πρέπει να αφήσει αμετάβλητα, και σε εκείνα που μπορεί να μεταβάλει —ή, μάλλον, πιστεύει ότι μπορεί να μεταβάλει— για να επιτύχει τους σκοπούς του. Τα πρώτα μπορούν να ονομαστούν γενικές συνθήκες της δράσης· τα δεύτερα, χρησιμοποιούμενα μέσα. Έτσι, ο μεμονωμένος δρων βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα περιβάλλον που θα ήθελε να μεταβάλει, προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς του. Για να δράσει, πρέπει να έχει τεχνολογικές ιδέες σχετικά με το πώς θα χρησιμοποιήσει ορισμένα στοιχεία του περιβάλλοντος ως μέσα, ως οδούς για την επίτευξη των σκοπών του. Κάθε πράξη πρέπει, επομένως, να περιλαμβάνει τη χρησιμοποίηση μέσων από μεμονωμένους δρώντες, στην προσπάθειά τους να επιτύχουν ορισμένους επιθυμητούς σκοπούς. Στο εξωτερικό περιβάλλον, οι γενικές συνθήκες δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενα οποιασδήποτε ανθρώπινης δράσης· μόνο τα μέσα μπορούν να χρησιμοποιηθούν στη δράση.65
Men find themselves in a certain environment, or situation. It is this situation that the individual decides to change in some way in order to achieve his ends. But man can work only with the numerous elements that he finds in his environment, by rearranging them in order to bring about the satisfaction of his ends. With reference to any given act, the environment external to the individual may be divided into two parts: those elements which he believes he cannot control and must leave unchanged, and those which he can alter (or rather, thinks he can alter) to arrive at his ends. The former may be termed the general conditions of the action; the latter, the means used. Thus, the individual actor is faced with an environment that he would like to change in order to attain his ends. To act, he must have technological ideas about how to use some of the elements of the environment as means, as pathways, to arrive at his ends. Every act must therefore involve the employment of means by individual actors to attempt to arrive at certain desired ends. In the external environment, the general conditions cannot be the objects of any human action; only the means can be employed in action.
Ολόκληρη η ανθρώπινη ζωή εκτυλίσσεται αναγκαστικά μέσα στον χρόνο. Η ανθρώπινη λογική δεν μπορεί καν να συλλάβει μια ύπαρξη ή μια δράση που δεν εκτυλίσσεται μέσα στον χρόνο. Τη στιγμή που ένας άνθρωπος αποφασίζει να δράσει για να επιτύχει έναν σκοπό, ο στόχος ή ο σκοπός του μπορεί να επιτευχθεί οριστικά και πλήρως μόνο σε κάποια μελλοντική χρονική στιγμή. Αν όλοι οι επιθυμητοί σκοποί μπορούσαν να επιτευχθούν ακαριαία στο παρόν, τότε όλοι οι σκοποί του ανθρώπου θα είχαν επιτευχθεί και δεν θα υπήρχε λόγος να δράσει· και έχουμε δει ότι η δράση είναι αναγκαία για τη φύση του ανθρώπου. Επομένως, ο δρων επιλέγει μέσα από το περιβάλλον του, σύμφωνα με τις ιδέες του, για να επιτύχει έναν προσδοκώμενο σκοπό, πλήρως επιτεύξιμο μόνο σε κάποια μελλοντική χρονική στιγμή. Σε κάθε δεδομένη δράση μπορούμε να διακρίνουμε τρεις χρονικές περιόδους: την περίοδο πριν από τη δράση, τον χρόνο που καταλαμβάνει η δράση και την περίοδο μετά την ολοκλήρωσή της. Κάθε δράση αποσκοπεί στο να καταστήσει τις συνθήκες σε κάποια μελλοντική χρονική στιγμή περισσότερο ικανοποιητικές για τον δρώντα απ’ ό,τι θα ήταν χωρίς την παρέμβαση της δράσης.
All human life must take place in time. Human reason cannot even conceive of an existence or of action that does not take place through time. At a time when a human being decides to act in order to attain an end, his goal, or end, can be finally and completely attained only at some point in the future. If the desired ends could all be attained instantaneously in the present, then man’s ends would all be attained and there would be no reason for him to act; and we have seen that action is necessary to the nature of man. Therefore, an actor chooses means from his environment, in accordance with his ideas, to arrive at an expected end, completely attainable only at some point in the future. For any given action, we can distinguish among three periods of time involved: the period before the action, the time absorbed by the action, and the period after the action has been completed. All action aims at rendering conditions at some time in the future more satisfactory for the actor than they would have been without the intervention of the action.
Ο χρόνος του ανθρώπου είναι πάντοτε σπάνιος. Ο άνθρωπος δεν είναι αθάνατος· ο χρόνος του πάνω στη γη είναι περιορισμένος. Κάθε ημέρα της ζωής του έχει μόνο 24 ώρες μέσα στις οποίες μπορεί να επιτύχει τους σκοπούς του. Επιπλέον, όλες οι πράξεις εκτυλίσσονται αναγκαστικά μέσα στον χρόνο. Επομένως, ο χρόνος είναι ένα μέσο που πρέπει να χρησιμοποιήσει ο άνθρωπος για να επιτύχει τους σκοπούς του. Είναι ένα μέσο πανταχού παρόν σε κάθε ανθρώπινη δράση.
A man’s time is always scarce. He is not immortal; his time on earth is limited. Each day of his life has only 24 hours in which he can attain his ends. Furthermore, all actions must take place through time. Therefore time is a means that man must use to arrive at his ends. It is a means that is omnipresent in all human action.
Η δράση πραγματοποιείται μέσω της επιλογής των σκοπών που θα εκπληρωθούν με τη χρησιμοποίηση μέσων. Ο χρόνος είναι σπάνιος για τον άνθρωπο μόνο επειδή, όποιους σκοπούς και αν επιλέξει να εκπληρώσει, υπάρχουν άλλοι που αναγκαστικά θα παραμείνουν ανεκπλήρωτοι. Όταν πρέπει να χρησιμοποιήσουμε ένα μέσο κατά τρόπο που αφήνει ορισμένους σκοπούς ανεκπλήρωτους, προκύπτει η αναγκαιότητα επιλογής μεταξύ σκοπών. Για παράδειγμα, ο Jones παρακολουθεί έναν αγώνα μπέιζμπολ στην τηλεόραση. Βρίσκεται αντιμέτωπος με την επιλογή να περάσει την επόμενη ώρα: (α) συνεχίζοντας να παρακολουθεί τον αγώνα μπέιζμπολ, (β) παίζοντας μπριτζ ή (γ) πηγαίνοντας μια βόλτα με το αυτοκίνητο. Θα ήθελε να κάνει και τα τρία, αλλά το μέσο που διαθέτει —ο χρόνος— δεν επαρκεί. Κατά συνέπεια, πρέπει να επιλέξει· ένας σκοπός μπορεί να εκπληρωθεί, αλλά οι άλλοι πρέπει να παραμείνουν ανεκπλήρωτοι. Ας υποθέσουμε ότι αποφασίζει να ακολουθήσει την επιλογή Α. Αυτό αποτελεί σαφή ένδειξη ότι έχει κατατάξει την εκπλήρωση του σκοπού Α υψηλότερα από την εκπλήρωση των σκοπών Β ή Γ.
Action takes place by choosing which ends shall be satisfied by the employment of means. Time is scarce for man only because whichever ends he chooses to satisfy, there are others that must remain unsatisfied. When we must use a means so that some ends remain unsatisfied, the necessity for a choice among ends arises. For example, Jones is engaged in watching a baseball game on television. He is faced with the choice of spending the next hour in: (a) continuing to watch the baseball game, (b) playing bridge, or (c) going for a drive. He would like to do all three of these things, but his means (time) is insufficient. As a result, he must choose; one end can be satisfied, but the others must go unfulfilled. Suppose that he decides on course A. This is a clear indication that he has ranked the satisfaction of end A higher than the satisfaction of ends B or C.
Από αυτό το παράδειγμα δράσης μπορούν να συναχθούν παραγωγικά πολλές συνεπαγωγές. Πρώτον, όλα τα μέσα είναι σπάνια, δηλαδή περιορισμένα σε σχέση με τους σκοπούς που θα μπορούσαν ενδεχομένως να εξυπηρετήσουν. Αν τα μέσα υπάρχουν σε απεριόριστη αφθονία, δεν χρειάζεται να αποτελέσουν αντικείμενο μέριμνας οποιασδήποτε ανθρώπινης δράσης. Για παράδειγμα, ο αέρας, στις περισσότερες περιστάσεις, υπάρχει σε απεριόριστη αφθονία. Επομένως, δεν αποτελεί μέσο και δεν χρησιμοποιείται ως μέσο για την εκπλήρωση σκοπών. Δεν χρειάζεται να κατανεμηθεί, όπως ο χρόνος, για την εκπλήρωση των σημαντικότερων σκοπών, επειδή υπάρχει σε επαρκή αφθονία για όλες τις ανθρώπινες ανάγκες. Ο αέρας, λοιπόν, μολονότι είναι απαραίτητος, δεν αποτελεί μέσο, αλλά γενική συνθήκη της ανθρώπινης δράσης και της ανθρώπινης ευημερίας.
From this example of action, many implications can be deduced. In the first place, all means are scarce, i.e., limited with respect to the ends that they could possibly serve. If the means are in unlimited abundance, then they need not serve as the object of attention of any human action. For example, air in most situations is in unlimited abundance. It is therefore not a means and is not employed as a means to the fulfillment of ends. It need not be allocated, as time is, to the satisfaction of the more important ends, since it is sufficiently abundant for all human requirements. Air, then, though indispensable, is not a means, but a general condition of human action and human welfare.
Δεύτερον, αυτά τα σπάνια μέσα πρέπει να κατανεμηθούν από τον δρώντα έτσι ώστε να εξυπηρετήσουν ορισμένους σκοπούς και να αφήσουν άλλους ανεκπλήρωτους. Αυτή η πράξη επιλογής μπορεί να ονομαστεί οικονομία των μέσων για την εξυπηρέτηση των περισσότερο επιθυμητών σκοπών. Ο χρόνος, για παράδειγμα, πρέπει να χρησιμοποιείται με οικονομία από τον δρώντα για την εξυπηρέτηση των περισσότερο επιθυμητών σκοπών. Ο δρων μπορεί να θεωρηθεί ότι κατατάσσει τους εναλλακτικούς σκοπούς του σύμφωνα με την αξία που έχουν για τον ίδιο. Αυτή η ιεράρχηση των σκοπών μπορεί να περιγραφεί ως απόδοση αξιολογικών θέσεων στους σκοπούς από τον δρώντα ή ως διαδικασία αξιολόγησης. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι ο Jones κατέταξε τους εναλλακτικούς σκοπούς του για τη χρήση μιας ώρας ως εξής:
Secondly, these scarce means must be allocated by the actor to serve certain ends and leave other ends unsatisfied. This act of choice may be called economizing the means to serve the most desired ends. Time, for example, must be economized by the actor to serve the most desired ends. The actor may be interpreted as ranking his alternative ends in accordance with their value to him. This scaling of ends may be described as assigning ranks of value to the ends by the actor, or as a process of valuation. Thus, suppose that Jones ranked his alternative ends for the use of an hour of time as follows:
- 1. (Πρώτος) Να συνεχίσει να παρακολουθεί τον αγώνα μπέιζμπολ.
- 2. (Δεύτερος) Να πάει μια βόλτα με το αυτοκίνητο.
- 3. (Τρίτος) Να παίξει μπριτζ.
(First)1. Continuing to watch the baseball
(Second)2. Going for a drive
Αυτή ήταν η κλίμακα αξιών του ή κλίμακα προτιμήσεων. Η διαθέσιμη ποσότητα μέσων —χρόνου— επαρκούσε για την επίτευξη ενός μόνο από αυτούς τους σκοπούς, και το γεγονός ότι επέλεξε τον αγώνα μπέιζμπολ δείχνει ότι τον κατέτασσε υψηλότερα —ή πρώτο. Ας υποθέσουμε τώρα ότι κατανέμει δύο ώρες από τον χρόνο του και μπορεί να αφιερώσει μία ώρα σε κάθε δραστηριότητα. Αν αφιερώσει μία ώρα στον αγώνα και κατόπιν μια δεύτερη ώρα στη βόλτα με το αυτοκίνητο, αυτό δείχνει ότι η κατάταξη των προτιμήσεών του είναι η παραπάνω. Ο σκοπός που βρίσκεται στη χαμηλότερη θέση —το παιχνίδι μπριτζ— παραμένει ανεκπλήρωτος. Έτσι, όσο μεγαλύτερη είναι η διαθέσιμη ποσότητα μέσων, τόσο περισσότεροι σκοποί μπορούν να εκπληρωθούν και τόσο χαμηλότερη είναι η θέση των σκοπών που πρέπει να παραμείνουν ανεκπλήρωτοι.
(Third) 3. Playing bridge This was his scale of values or scale of preferences. The supply of means (time) available was sufficient for the attainment of only one of these ends, and the fact that he chose the baseball game shows that he ranked that highest (or first). Suppose now that he is allocating two hours of his time and can spend an hour on each pursuit. If he spends one hour on the game and then a second hour on the drive, this indicates that his ranking of preferences is as above. The lowest-ranking end—playing bridge—goes unfulfilled. Thus, the larger the supply of means available, the more ends can be satisfied and the lower the rank of the ends that must remain unsatisfied.
Ένα άλλο συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η δράση δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι το άτομο είναι «ενεργητικό» και όχι «παθητικό», με την καθημερινή σημασία των όρων. Η δράση δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι ένα άτομο πρέπει να σταματήσει αυτό που έκανε και να κάνει κάτι άλλο. Δρα επίσης, όπως στην παραπάνω περίπτωση, εκείνος που επιλέγει να συνεχίσει την προηγούμενη πορεία του, μολονότι είχε τη δυνατότητα να την αλλάξει. Η συνέχιση της παρακολούθησης του αγώνα αποτελεί δράση εξίσου με μια βόλτα με το αυτοκίνητο.
Another lesson to be derived is that action does not necessarily mean that the individual is “active” as opposed to “passive,” in the colloquial sense. Action does not necessarily mean that an individual must stop doing what he has been doing and do something else. He also acts, as in the above case, who chooses to continue in his previous course, even though the opportunity to change was open to him. Continuing to watch the game is just as much action as going for a drive.
Επιπλέον, η δράση δεν σημαίνει καθόλου ότι το άτομο πρέπει να αφιερώσει πολύ χρόνο στη στάθμιση μιας απόφασης να δράσει. Το άτομο μπορεί να αποφασίσει να δράσει βιαστικά ή έπειτα από εκτενή περίσκεψη, ανάλογα με το τι επιθυμεί να επιλέξει. Μπορεί να αποφασίσει να προβεί σε μια πράξη με ψυχραιμία ή εν θερμώ· κανένας από αυτούς τους τρόπους δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι αναλαμβάνεται δράση.66
Furthermore, action does not at all mean that the individual must take a great deal of time in deliberating on a decision to act. The individual may make a decision to act hastily, or after great deliberation, according to his desired choice. He may decide on an action coolly or heatedly; none of these courses affects the fact that action is being taken.
Μια άλλη θεμελιώδης συνεπαγωγή που απορρέει από την ύπαρξη της ανθρώπινης δράσης είναι η αβεβαιότητα του μέλλοντος. Αυτό πρέπει να ισχύει, επειδή το αντίθετο θα αναιρούσε πλήρως τη δυνατότητα της δράσης. Αν ο άνθρωπος γνώριζε πλήρως τα μελλοντικά γεγονότα, δεν θα δρούσε ποτέ, αφού καμία πράξη του δεν θα μπορούσε να μεταβάλει την κατάσταση. Επομένως, το γεγονός της δράσης σημαίνει ότι το μέλλον είναι αβέβαιο για τους δρώντες. Αυτή η αβεβαιότητα σχετικά με τα μελλοντικά γεγονότα πηγάζει από δύο βασικές πηγές: τον απρόβλεπτο χαρακτήρα των ανθρώπινων πράξεων επιλογής και την ανεπαρκή γνώση των φυσικών φαινομένων. Ο άνθρωπος δεν γνωρίζει αρκετά για τα φυσικά φαινόμενα ώστε να προβλέψει όλες τις μελλοντικές εξελίξεις τους, και δεν μπορεί να γνωρίζει το περιεχόμενο των μελλοντικών ανθρώπινων επιλογών. Όλες οι ανθρώπινες επιλογές μεταβάλλονται διαρκώς ως αποτέλεσμα μεταβαλλόμενων αξιολογήσεων και μεταβαλλόμενων ιδεών σχετικά με τα καταλληλότερα μέσα για την επίτευξη σκοπών. Αυτό δεν σημαίνει, ασφαλώς, ότι οι άνθρωποι δεν καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να εκτιμήσουν τις μελλοντικές εξελίξεις. Πράγματι, κάθε δρων, όταν χρησιμοποιεί μέσα, εκτιμά ότι με αυτόν τον τρόπο θα επιτύχει τον επιθυμητό στόχο του. Ποτέ, όμως, δεν διαθέτει βέβαιη γνώση του μέλλοντος. Όλες οι πράξεις του αποτελούν κατ’ ανάγκην εγχειρήματα βασισμένα σε εικασίες και στην κρίση του για την πορεία των μελλοντικών γεγονότων. Η πανταχού παρουσία της αβεβαιότητας εισάγει τη διαρκώς παρούσα δυνατότητα σφάλματος στην ανθρώπινη δράση. Ο δρων μπορεί να διαπιστώσει, αφού ολοκληρώσει τη δράση του, ότι τα μέσα υπήρξαν ακατάλληλα για την επίτευξη του σκοπού του.
Another fundamental implication derived from the existence of human action is the uncertainty of the future. This must be true because the contrary would completely negate the possibility of action. If man knew future events completely, he would never act, since no act of his could change the situation. Thus, the fact of action signifies that the future is uncertain to the actors. This uncertainty about future events stems from two basic sources: the unpredictability of human acts of choice, and insufficient knowledge about natural phenomena. Man does not know enough about natural phenomena to predict all their future developments, and he cannot know the content of future human choices. All human choices are continually changing as a result of changing valuations and changing ideas about the most appropriate means of arriving at ends. This does not mean, of course, that people do not try their best to estimate future developments. Indeed, any actor, when employing means, estimates that he will thus arrive at his desired goal. But he never has certain knowledge of the future. All his actions are of necessity speculations based on his judgment of the course of future events. The omnipresence of uncertainty introduces the ever-present possibility of error in human action. The actor may find, after he has completed his action, that the means have been inappropriate to the attainment of his end.
Ας συνοψίσουμε όσα έχουμε μάθει μέχρι τώρα για την ανθρώπινη δράση: Το διακριτικό γνώρισμα των ανθρώπινων όντων είναι ότι όλοι οι άνθρωποι δρουν. Η δράση είναι σκόπιμη συμπεριφορά που κατευθύνεται προς την επίτευξη σκοπών σε κάποια μελλοντική χρονική περίοδο, η οποία θα συνεπάγεται την ικανοποίηση αναγκών που διαφορετικά θα παρέμεναν ανικανοποίητες. Η δράση ενέχει την προσδοκία μιας κατάστασης λιγότερο ατελούς ικανοποίησης ως αποτελέσματός της. Ο μεμονωμένος δρων επιλέγει να χρησιμοποιήσει στοιχεία του περιβάλλοντός του ως μέσα για την προσδοκώμενη επίτευξη των σκοπών του, οικονομώντας τα με το να τα κατευθύνει προς τους σκοπούς στους οποίους αποδίδει τη μεγαλύτερη αξία —αφήνοντας ανεκπλήρωτους εκείνους στους οποίους αποδίδει τη μικρότερη— και με τους τρόπους που η λογική του τού υποδεικνύει ως καταλληλότερους για την επίτευξη αυτών των σκοπών. Η μέθοδός του —τα μέσα που επέλεξε — μπορεί να αποδειχθεί ακατάλληλη, μπορεί και όχι.
To sum up what we have learned thus far about human action: The distinguishing characteristic of human beings is that all humans act. Action is purposeful behavior directed toward the attainment of ends in some future period which will involve the fulfillment of wants otherwise remaining unsatisfied. Action involves the expectation of a less imperfectly satisfied state as a result of the action. The individual actor chooses to employ elements in his environment as means to the expected achievement of his ends, economizing them by directing them toward his most valued ends (leaving his least valued ones unsatisfied), and in the ways that his reason tells him are most appropriate to attain these ends. His method—his chosen means—may or may not turn out to be inappropriate.
Τα μέσα για την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών ονομάζονται αγαθά. Τα αγαθά αυτά αποτελούν, στο σύνολό τους, τα αντικείμενα της δράσης που αποσκοπεί στην οικονομία των μέσων.67 Όλα αυτά τα αγαθά μπορούν να καταταγούν σε μία από δύο κατηγορίες: (α) είτε εξυπηρετούν αμέσως και άμεσα την ικανοποίηση των αναγκών του δρώντος είτε (β) μπορούν να μετασχηματιστούν σε αγαθά που εξυπηρετούν άμεσα τις ανάγκες του μόνο σε κάποια μελλοντική χρονική στιγμή —δηλαδή αποτελούν μέσα που τις εξυπηρετούν έμμεσα. Τα πρώτα ονομάζονται αγαθά κατανάλωσης ή καταναλωτικά αγαθά ή αγαθά πρώτης τάξης. Τα δεύτερα ονομάζονται παραγωγικά αγαθά ή συντελεστές παραγωγής ή αγαθά ανώτερης τάξης.
The means to satisfy man’s wants are called goods. These goods are all the objects of economizing action. Such goods may all be classified in either of two categories: (a) they are immediately and directly serviceable in the satisfaction of the actor’s wants, or (b) they may be transformable into directly serviceable goods only at some point in the future—i.e., are indirectly serviceable means. The former are called consumption goods or consumers’ goods or goods of the first order. The latter are called producers’ goods or factors of production or goods of higher order.
Ας ιχνηλατήσουμε τις σχέσεις μεταξύ αυτών των αγαθών εξετάζοντας έναν τυπικό ανθρώπινο σκοπό: την κατανάλωση ενός σάντουιτς με ζαμπόν. Επιθυμώντας ένα σάντουιτς με ζαμπόν, ένας άνθρωπος αποφασίζει ότι πρόκειται για μια ανάγκη που πρέπει να ικανοποιηθεί και προχωρεί σε δράση βάσει της κρίσης του σχετικά με τις μεθόδους παρασκευής του. Το καταναλωτικό αγαθό είναι το σάντουιτς με ζαμπόν τη στιγμή που πρόκειται να καταναλωθεί. Είναι προφανές ότι αυτό το καταναλωτικό αγαθό είναι σπάνιο, όπως είναι όλα τα άμεσα μέσα· διαφορετικά, θα ήταν πάντοτε διαθέσιμο, όπως ο αέρας, και δεν θα αποτελούσε αντικείμενο δράσης. Αν όμως το καταναλωτικό αγαθό είναι σπάνιο και δεν είναι προφανώς διαθέσιμο, πώς μπορεί να καταστεί διαθέσιμο; Η απάντηση είναι ότι ο άνθρωπος πρέπει να αναδιατάξει διάφορα στοιχεία του περιβάλλοντός του, προκειμένου να παραγάγει το σάντουιτς με ζαμπόν στον επιθυμητό τόπο —το καταναλωτικό αγαθό. Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος πρέπει να χρησιμοποιήσει διάφορα έμμεσα μέσα ως συνεργαζόμενους συντελεστές παραγωγής για να καταλήξει στο άμεσο μέσο. Αυτή η αναγκαία διαδικασία, που εμπεριέχεται σε κάθε δράση, ονομάζεται παραγωγή· είναι η χρησιμοποίηση, από τον άνθρωπο, διαθέσιμων στοιχείων του περιβάλλοντός του ως έμμεσων μέσων —ως συνεργαζόμενων συντελεστών— για να καταλήξει τελικά σε ένα καταναλωτικό αγαθό, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει άμεσα για την επίτευξη του σκοπού του.
Let us trace the relations among these goods by considering a typical human end: the eating of a ham sandwich. Having a desire for a ham sandwich, a man decides that this is a want that should be satisfied and proceeds to act upon his judgment of the methods by which a ham sandwich can be assembled. The consumers’ good is the ham sandwich at the point of being eaten. It is obvious that there is a scarcity of this consumers’ good as there is for all direct means; otherwise it would always be available, like air, and would not be the object of action. But if the consumers’ good is scarce and not obviously available, how can it be made available? The answer is that man must rearrange various elements of his environment in order to produce the ham sandwich at the desired place—the consumers’ good. In other words, man must use various indirect means as co-operating factors of production to arrive at the direct means. This necessary process involved in all action is called production; it is the use by man of available elements of his environment as indirect means—as co-operating factors—to arrive eventually at a consumers’ good that he can use directly to arrive at his end.
Ας εξετάσουμε τη διάταξη ορισμένων από τους πολυάριθμους συνεργαζόμενους συντελεστές που συμμετέχουν, σε μια σύγχρονη ανεπτυγμένη οικονομία, στην παραγωγή ενός σάντουιτς με ζαμπόν ως καταναλωτικού αγαθού για τη χρήση ενός καταναλωτή. Κατά κανόνα, για να παραχθεί ένα σάντουιτς με ζαμπόν για τον Jones στην πολυθρόνα του, είναι αναγκαίο η σύζυγός του να δαπανήσει ενέργεια για να ξετυλίξει το ψωμί, να κόψει το ζαμπόν σε φέτες, να το τοποθετήσει ανάμεσα σε φέτες ψωμιού και να μεταφέρει το σάντουιτς στον Jones. Όλο αυτό το έργο μπορεί να ονομαστεί εργασία της νοικοκυράς. Οι συνεργαζόμενοι συντελεστές που είναι άμεσα αναγκαίοι για να προκύψει το καταναλωτικό αγαθό είναι, επομένως: η εργασία της νοικοκυράς, το ψωμί στην κουζίνα, το ζαμπόν στην κουζίνα και ένα μαχαίρι για να κοπεί το ζαμπόν. Χρειάζεται επίσης η γη, ώστε να υπάρχει χώρος για διαβίωση και για την εκτέλεση αυτών των δραστηριοτήτων. Επιπλέον, η διαδικασία αυτή απαιτεί, ασφαλώς, χρόνο, ο οποίος αποτελεί έναν ακόμη απαραίτητο συνεργαζόμενο συντελεστή. Οι παραπάνω συντελεστές μπορούν να ονομαστούν παραγωγικά αγαθά πρώτης τάξης, αφού, στην περίπτωση αυτή, συνεργάζονται στην παραγωγή του καταναλωτικού αγαθού. Πολλά από τα παραγωγικά αγαθά πρώτης τάξης, ωστόσο, δεν είναι επίσης διαθέσιμα στη φύση και πρέπει να παραχθούν τα ίδια, με τη βοήθεια άλλων παραγωγικών αγαθών. Έτσι, το ψωμί στην κουζίνα πρέπει να παραχθεί με τη συνεργασία των ακόλουθων συντελεστών: του ψωμιού στο κατάστημα λιανικής και της εργασίας της νοικοκυράς για τη μεταφορά του —μαζί με την πανταχού παρούσα γη ως χώρο εγκατάστασης και τον χρόνο. Σε αυτή τη διαδικασία, οι συντελεστές αυτοί αποτελούν παραγωγικά αγαθά δεύτερης τάξης, αφού συνεργάζονται στην παραγωγή αγαθών πρώτης τάξης. Συντελεστές ανώτερης τάξης είναι εκείνοι που συνεργάζονται στην παραγωγή συντελεστών κατώτερης τάξης.
Let us consider the pattern of some of the numerous co-operating factors that are involved in a modern developed economy to produce one ham sandwich as a consumers’ good for the use of one consumer. Typically, in order to produce a ham sandwich for Jones in his armchair, it is necessary for his wife to expend energy in unwrapping the bread, slicing the ham, placing the ham between bread slices, and carrying it to Jones. All this work may be called the labor of the housewife. The co-operating factors that are directly necessary to arrive at the consumers’ good are, then: the housewife’s labor, bread in the kitchen, ham in the kitchen, and a knife to slice the ham. Also needed is the land on which to have room to live and carry on these activities. Furthermore, this process must, of course, take time, which is another indispensable co-operating factor. The above factors may be called first-order producers’ goods, since, in this case, these co-operate in the production of the consumers’ good. Many of the first-order producers’ goods, however, are also unavailable in nature and must be produced themselves, with the help of other producers’ goods. Thus, bread in the kitchen must be produced with the co-operation of the following factors: bread-in-retail-shop and housewife’s labor in carrying it (plus the ever-present land-as-standing-room, and time). In this procedure, these factors are second-order producers’ goods, since they co-operate in producing first-order goods. Higher-order factors are those co-operating in the production of factors of lower order.
Έτσι, κάθε διαδικασία —ή δομή— παραγωγής μπορεί να αναλυθεί ως εκτυλισσόμενη σε διαφορετικά στάδια. Στα προγενέστερα ή «ανώτερα» στάδια πρέπει να παραχθούν παραγωγικά αγαθά, τα οποία αργότερα θα συνεργαστούν στην παραγωγή άλλων παραγωγικών αγαθών, που τελικά θα συνεργαστούν στην παραγωγή του επιθυμητού καταναλωτικού αγαθού. Επομένως, σε μια ανεπτυγμένη οικονομία, η δομή παραγωγής ενός δεδομένου καταναλωτικού αγαθού μπορεί να είναι πολύ σύνθετη και να περιλαμβάνει πολυάριθμα στάδια.
Thus, any process (or structure) of production may be analyzed as occurring in different stages. In the earlier or “higher” stages, producers’ goods must be produced that will later co-operate in producing other producers’ goods that will finally co-operate in producing the desired consumers’ good. Hence, in a developed economy, the structure of production of a given consumers’ good might be a very complex one and involve numerous stages.
Μπορούν, ωστόσο, να συναχθούν σημαντικά γενικά συμπεράσματα που ισχύουν για όλες τις διαδικασίες παραγωγής. Πρώτον, κάθε στάδιο παραγωγής απαιτεί χρόνο. Δεύτερον, όλοι οι συντελεστές παραγωγής μπορούν να διαιρεθούν σε δύο κατηγορίες: σε εκείνους που είναι οι ίδιοι προϊόντα παραγωγής και σε εκείνους που βρίσκονται ήδη διαθέσιμοι στη φύση —στο περιβάλλον του ανθρώπου. Οι δεύτεροι μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως έμμεσα μέσα χωρίς να έχουν προηγουμένως παραχθεί· οι πρώτοι πρέπει αρχικά να παραχθούν με τη βοήθεια συντελεστών, προκειμένου να συμβάλουν στα μεταγενέστερα ή «κατώτερα» στάδια παραγωγής. Οι πρώτοι είναι οι παραγόμενοι συντελεστές παραγωγής· οι δεύτεροι είναι οι πρωτογενείς συντελεστές παραγωγής. Οι πρωτογενείς συντελεστές μπορούν, με τη σειρά τους, να διαιρεθούν σε δύο κατηγορίες: στη δαπάνη ανθρώπινης ενέργειας και στη χρήση μη ανθρώπινων στοιχείων που παρέχει η φύση. Η πρώτη ονομάζεται Εργασία· η δεύτερη, Φύση ή Γη.68 Έτσι, οι κατηγορίες των συντελεστών παραγωγής είναι η Εργασία, η Γη και οι παραγόμενοι συντελεστές, οι οποίοι ονομάζονται Κεφαλαιουχικά Αγαθά.
Important general conclusions can, however, be drawn that apply to all processes of production. In the first place, each stage of production takes time. Secondly, the factors of production may all be divided into two classes: those that are themselves produced, and those that are found already available in nature—in man’s environment. The latter may be used as indirect means without having been previously produced; the former must first be produced with the aid of factors in order to aid in the later (or “lower”) stages of production. The former are the produced factors of production; the latter are the original factors of production. The original factors may, in turn, be divided into two classes: the expenditure of human energy, and the use of nonhuman elements provided by nature. The first is called Labor; the latter is Nature or Land. Thus, the classes of factors of production are Labor, Land, and the produced factors, which are termed Capital Goods.
Η Εργασία και η Γη, με τη μία ή την άλλη μορφή, υπεισέρχονται σε κάθε στάδιο παραγωγής. Η Εργασία συμβάλλει στη μετατροπή των σπόρων σε σιτάρι, του σιταριού σε αλεύρι, των χοίρων σε ζαμπόν, του αλευριού σε ψωμί κ.λπ. Σε κάθε στάδιο παραγωγής δεν είναι παρούσα μόνο η Εργασία, αλλά και η Φύση. Η Γη πρέπει να είναι διαθέσιμη για να παρέχει χώρο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, και ο χρόνος, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, απαιτείται για κάθε στάδιο. Επιπλέον, αν θελήσουμε να ανατρέξουμε από κάθε στάδιο παραγωγής αρκετά πίσω, έως τις αρχικές πηγές του, πρέπει να φτάσουμε σε ένα σημείο όπου υπήρχαν μόνο εργασία και φύση και δεν υπήρχαν κεφαλαιουχικά αγαθά. Αυτό ισχύει κατ’ αναγκαία λογική συνεπαγωγή, αφού όλα τα κεφαλαιουχικά αγαθά πρέπει να έχουν παραχθεί σε προγενέστερα στάδια με τη βοήθεια της εργασίας. Αν μπορούσαμε να ανατρέξουμε αρκετά πίσω στον χρόνο σε κάθε παραγωγική διαδικασία, θα έπρεπε να μπορούμε να φτάσουμε στο σημείο —στο πρωιμότερο στάδιο— όπου ο άνθρωπος συνδύασε τις δυνάμεις του με τη φύση χωρίς τη βοήθεια παραγόμενων συντελεστών παραγωγής. Ευτυχώς, δεν είναι αναγκαίο οι ανθρώπινοι δρώντες να επιτελούν αυτό το έργο, καθώς η δράση χρησιμοποιεί υλικά διαθέσιμα στο παρόν για την επίτευξη επιθυμητών στόχων στο μέλλον και δεν χρειάζεται να ασχολείται με την εξέλιξη στο παρελθόν.
Labor and Land, in one form or another, enter into each stage of production. Labor helps to transform seeds into wheat, wheat into flour, pigs into ham, flour into bread, etc. Not only is Labor present at every stage of production, but so also is Nature. Land must be available to provide room at every stage of the process, and time, as has been stated above, is required for each stage. Furthermore, if we wish to trace each stage of production far enough back to original sources, we must arrive at a point where only labor and nature existed and there were no capital goods. This must be true by logical implication, since all capital goods must have been produced at earlier stages with the aid of labor. If we could trace each production process far enough back in time, we must be able to arrive at the point—the earliest stage—where man combined his forces with nature unaided by produced factors of production. Fortunately, it is not necessary for human actors to perform this task, since action uses materials available in the present to arrive at desired goals in the future, and there is no need to be concerned with development in the past.
Υπάρχει ένας ακόμη ιδιαίτερος τύπος συντελεστή παραγωγής, ο οποίος είναι απαραίτητος σε κάθε στάδιο κάθε παραγωγικής διαδικασίας. Πρόκειται για την «τεχνολογική ιδέα» σχετικά με το πώς θα προχωρήσει κανείς από το ένα στάδιο στο άλλο και τελικά θα καταλήξει στο επιθυμητό καταναλωτικό αγαθό. Αυτό αποτελεί απλώς εφαρμογή της παραπάνω ανάλυσης, σύμφωνα με την οποία, για κάθε δράση, πρέπει να υπάρχει κάποιο σχέδιο ή κάποια ιδέα του δρώντος σχετικά με το πώς θα χρησιμοποιήσει πράγματα ως μέσα, ως συγκεκριμένες οδούς προς επιθυμητούς σκοπούς. Χωρίς τέτοια σχέδια ή ιδέες, δεν θα υπήρχε δράση. Τα σχέδια αυτά μπορούν να ονομαστούν συνταγές· είναι ιδέες για συνταγές τις οποίες χρησιμοποιεί ο δρων για να επιτύχει τον στόχο του. Μια συνταγή πρέπει να είναι παρούσα σε κάθε στάδιο κάθε παραγωγικής διαδικασίας από το οποίο ο δρων προχωρεί σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο δρων πρέπει να διαθέτει μια συνταγή για τη μετατροπή του σιδήρου σε χάλυβα, του σιταριού σε αλεύρι, του ψωμιού και του ζαμπόν σε σάντουιτς κ.λπ.
There is another unique type of factor of production that is indispensable in every stage of every production process. This is the “technological idea” of how to proceed from one stage to another and finally to arrive at the desired consumers’ good. This is but an application of the analysis above, namely, that for any action, there must be some plan or idea of the actor about how to use things as means, as definite pathways, to desired ends. Without such plans or ideas, there would be no action. These plans may be called recipes; they are ideas of recipes that the actor uses to arrive at his goal. A recipe must be present at each stage of each production process from which the actor proceeds to a later stage. The actor must have a recipe for transforming iron into steel, wheat into flour, bread and ham into sandwiches, etc.
Το διακριτικό γνώρισμα μιας συνταγής είναι ότι, αφού γίνει γνωστή, κατά κανόνα δεν χρειάζεται να μαθευτεί ξανά. Μπορεί να καταγραφεί και να διατηρηθεί στη μνήμη. Εφόσον διατηρείται στη μνήμη, δεν χρειάζεται πλέον να παραχθεί· παραμένει στη διάθεση του δρώντος ως απεριόριστος συντελεστής παραγωγής, ο οποίος δεν φθείρεται ποτέ ούτε χρειάζεται να χρησιμοποιείται με οικονομία από την ανθρώπινη δράση. Καθίσταται γενική συνθήκη της ανθρώπινης ευημερίας, όπως ακριβώς ο αέρας.69
The distinguishing feature of a recipe is that, once learned, it generally does not have to be learned again. It can be noted and remembered. Remembered, it no longer has to be produced; it remains with the actor as an unlimited factor of production that never wears out or needs to be economized by human action. It becomes a general condition of human welfare in the same way as air.
Θα πρέπει να είναι σαφές ότι το τελικό αποτέλεσμα της παραγωγικής διαδικασίας —το καταναλωτικό αγαθό— αξιολογείται ως έχον αξία επειδή αποτελεί άμεσο μέσο εκπλήρωσης των σκοπών του ανθρώπου. Το καταναλωτικό αγαθό καταναλώνεται, και αυτή η πράξη κατανάλωσης συνιστά την ικανοποίηση ανθρώπινων αναγκών. Αυτό το καταναλωτικό αγαθό μπορεί να είναι ένα υλικό αντικείμενο, όπως το ψωμί, ή κάτι άυλο, όπως η φιλία. Το σημαντικό χαρακτηριστικό του δεν είναι αν είναι υλικό ή όχι, αλλά αν ο άνθρωπος του αποδίδει αξία ως μέσου ικανοποίησης των αναγκών του. Αυτή η λειτουργία ενός καταναλωτικού αγαθού ονομάζεται υπηρεσία του στην ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών. Έτσι, στο υλικό ψωμί αποδίδεται αξία όχι για το ίδιο, αλλά για την υπηρεσία που παρέχει στην ικανοποίηση αναγκών· όπως ακριβώς και σε κάτι άυλο, όπως η μουσική ή η ιατρική περίθαλψη, αποδίδεται προφανώς αξία για μια τέτοια υπηρεσία. Όλες αυτές οι υπηρεσίες «καταναλώνονται» για την ικανοποίηση αναγκών. Το «οικονομικό» δεν είναι σε καμία περίπτωση ισοδύναμο με το «υλικό».
It should be clear that the end of the production process—the consumers’ good—is valued because it is a direct means of satisfying man’s ends. The consumers’ good is consumed, and this act of consumption constitutes the satisfying of human wants. This consumers’ good may be a material object like bread or an immaterial one like friendship. Its important quality is not whether it is material or not, but whether it is valued by man as a means of satisfying his wants. This function of a consumers’ good is called its service in ministering to human wants. Thus, the material bread is valued not for itself, but for its service in satisfying wants; just as an immaterial thing, such as music or medical care, is obviously valued for such service. All these services are “consumed” to satisfy wants. “Economic” is by no means equivalent to “material.”
Είναι επίσης σαφές ότι στους συντελεστές παραγωγής —στα διάφορα παραγωγικά αγαθά ανώτερης τάξης— αποδίδεται αξία αποκλειστικά λόγω της αναμενόμενης χρησιμότητάς τους ως προς τη συμβολή τους στην παραγωγή μελλοντικών καταναλωτικών αγαθών ή στην παραγωγή παραγωγικών αγαθών κατώτερης τάξης, τα οποία θα συμβάλουν στην παραγωγή καταναλωτικών αγαθών. Η αξιολόγηση των συντελεστών παραγωγής απορρέει από την αξιολόγηση των προϊόντων τους —των κατώτερων σταδίων— από τους δρώντες, και η αξιολόγηση όλων αυτών απορρέει τελικά από το τελικό αποτέλεσμα — το καταναλωτικό αγαθό.70
It is also clear that the factors of production—the various higher-order producers’ goods—are valued solely because of their anticipated usefulness in helping to produce future consumers’ goods or to produce lower-order producers’ goods that will help to bring about consumers’ goods. The valuation of factors of production is derived from actors’ evaluation of their products (lower stages), all of which eventually derive their valuation from the end result—the consumers’ good.
Επιπλέον, το πανταχού παρόν γεγονός της σπανιότητας των καταναλωτικών αγαθών πρέπει να αντανακλάται προς τα πίσω, στη σφαίρα των συντελεστών παραγωγής. Η σπανιότητα των καταναλωτικών αγαθών πρέπει να συνεπάγεται σπανιότητα των συντελεστών τους. Αν οι συντελεστές ήταν απεριόριστοι, τότε και τα καταναλωτικά αγαθά θα ήταν απεριόριστα, πράγμα που δεν μπορεί να ισχύει. Αυτό δεν αποκλείει τη δυνατότητα ορισμένοι συντελεστές, όπως οι συνταγές, να είναι απεριόριστοι και, επομένως, να αποτελούν γενικές συνθήκες ευημερίας αντί για σπάνια έμμεσα μέσα. Άλλοι συντελεστές, όμως, σε κάθε στάδιο παραγωγής πρέπει να είναι διαθέσιμοι σε περιορισμένη ποσότητα, και σε αυτό πρέπει να οφείλεται η σπανιότητα του τελικού προϊόντος. Η αδιάκοπη αναζήτηση, από τον άνθρωπο, τρόπων ικανοποίησης των αναγκών του —δηλαδή αύξησης της παραγωγής του σε καταναλωτικά αγαθά— λαμβάνει δύο μορφές: αύξηση της διαθέσιμης ποσότητας συντελεστών παραγωγής και βελτίωση των συνταγών του.
Furthermore, the omnipresent fact of the scarcity of consumers’ goods must be reflected back in the sphere of the factors of production. The scarcity of consumers’ goods must imply a scarcity of their factors. If the factors were unlimited, then the consumers’ goods would also be unlimited, which cannot be the case. This does not exclude the possibility that some factors, such as recipes, may be unlimited and therefore general conditions of welfare rather than scarce indirect means. But other factors at each stage of production must be in scarce supply, and this must account for the scarcity of the end product. Man’s endless search for ways to satisfy his wants—i.e., to increase his production of consumers’ goods—takes two forms: increasing his available supply of factors of production and improving his recipes.
Μολονότι φάνηκε αυτονόητο ότι υπάρχουν αρκετοί συνεργαζόμενοι συντελεστές σε κάθε στάδιο παραγωγής, είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι, για κάθε καταναλωτικό αγαθό, πρέπει πάντοτε να υπάρχουν περισσότεροι από ένας σπάνιοι συντελεστές παραγωγής. Αυτό συνάγεται από την ίδια την ύπαρξη της ανθρώπινης δράσης. Είναι αδύνατον να συλλάβουμε μια κατάσταση στην οποία ένας μόνο συντελεστής παραγωγής παράγει ένα καταναλωτικό αγαθό ή έστω προωθεί ένα καταναλωτικό αγαθό από το προηγούμενο στάδιο παραγωγής του. Έτσι, αν το σάντουιτς στην πολυθρόνα δεν απαιτούσε τους συνεργαζόμενους συντελεστές του προηγούμενου σταδίου —την εργασία παρασκευής, τη μεταφορά, το ψωμί, το ζαμπόν, τον χρόνο κ.λπ. —, τότε θα βρισκόταν πάντοτε στην κατάσταση του καταναλωτικού αγαθού —του σάντουιτς στην πολυθρόνα. Για να απλουστεύσουμε το παράδειγμα, ας υποθέσουμε ότι το σάντουιτς είναι ήδη παρασκευασμένο και βρίσκεται στην κουζίνα. Τότε, για την παραγωγή ενός καταναλωτικού αγαθού από αυτό το στάδιο και έπειτα, απαιτούνται οι ακόλουθοι συντελεστές: (1) το σάντουιτς· (2) η μεταφορά του στην πολυθρόνα· (3) ο χρόνος· (4) η διαθέσιμη γη. Αν υποθέσουμε ότι απαιτούνταν μόνο ένας συντελεστής —το σάντουιτς—, τότε θα έπρεπε να υποθέσουμε ότι το σάντουιτς μεταφερόταν μαγικά και ακαριαία από την κουζίνα στην πολυθρόνα, χωρίς προσπάθεια. Στην περίπτωση αυτή, όμως, το καταναλωτικό αγαθό δεν θα χρειαζόταν να παραχθεί καθόλου και θα βρισκόμασταν στην αδύνατη υπόθεση του Παραδείσου. Ομοίως, σε κάθε στάδιο της παραγωγικής διαδικασίας, το αγαθό πρέπει να έχει παραχθεί από περισσότερους του ενός σπάνιους συνεργαζόμενους συντελεστές ανώτερης τάξης· διαφορετικά, αυτό το στάδιο παραγωγής δεν θα μπορούσε καν να υπάρχει.
Although it has seemed evident that there are several co-operating factors at each stage of production, it is important to realize that for each consumers’ good there must always be more than one scarce factor of production. This is implied in the very existence of human action. It is impossible to conceive of a situation where only one factor of production produces a consumers’ good or even advances a consumers’ good from its previous stage of production. Thus, if the sandwich in the armchair did not require the co-operating factors at the previous stage (labor of preparation, carrying, bread, ham, time, etc.), then it would always be in the status of a consumers’ good—sandwich-in-thearmchair. To simplify the example, let us suppose the sandwich already is prepared and in the kitchen. Then, to produce a consumers’ good from this stage forward requires the following factors: (1) the sandwich; (2) carrying it to the armchair; (3) time; (4) the land available. If we assume that it required only one factor—the sandwich—then we would have to assume that the sandwich was magically and instantaneously moved from kitchen to armchair without effort. But in this case, the consumers’ good would not have to be produced at all, and we would be in the impossible assumption of Paradise. Similarly, at each stage of the productive process, the good must have been produced by at least more than one (higher-order) scarce co-operating factor; otherwise this stage of production could not exist at all.
Ο χρόνος είναι πανταχού παρών στην ανθρώπινη δράση ως μέσο που πρέπει να χρησιμοποιείται με οικονομία. Κάθε δράση συνδέεται με τον χρόνο ως εξής:
Το … A είναι η περίοδος πριν από την έναρξη της δράσης· το A είναι η χρονική στιγμή κατά την οποία αρχίζει η δράση· το AB είναι η περίοδος κατά την οποία εκτυλίσσεται η δράση· το B είναι η χρονική στιγμή κατά την οποία τελειώνει η δράση· και το B … είναι η περίοδος μετά το τέλος της δράσης.
Time is omnipresent in human action as a means that must be economized. Every action is related to time as follows: . . . A is the period before the beginning of the action; A is the point in time at which the action begins; AB is the period during which the action occurs; B is the point at which the action ends; and B . . . is the period after the end of the action.
Το AB ορίζεται ως περίοδος παραγωγής —η περίοδος από την έναρξη της δράσης έως τη στιγμή κατά την οποία το καταναλωτικό αγαθό καθίσταται διαθέσιμο. Η περίοδος αυτή μπορεί να διαιρεθεί σε διάφορα στάδια, καθένα από τα οποία καταλαμβάνει επίσης ένα χρονικό διάστημα. Ο χρόνος που δαπανάται κατά την περίοδο παραγωγής αποτελείται από τον χρόνο κατά τον οποίο δαπανάται εργασιακή ενέργεια —ή χρόνο εργασίας— και από τον χρόνο ωρίμανσης, δηλαδή τον χρόνο που απαιτείται χωρίς να είναι αναγκαία η ταυτόχρονη δαπάνη εργασίας. Ένα προφανές παράδειγμα είναι η περίπτωση της γεωργίας. Μπορεί να μεσολαβούν έξι μήνες από την κατεργασία του εδάφους έως τη συγκομιδή. Ο συνολικός χρόνος κατά τον οποίο πρέπει να δαπανηθεί εργασία μπορεί να είναι τρεις εβδομάδες, ενώ το υπόλοιπο διάστημα, που υπερβαίνει τους πέντε μήνες, συνίσταται στον χρόνο κατά τον οποίο η καλλιέργεια πρέπει να αναπτυχθεί και να ωριμάσει μέσω των φυσικών διεργασιών. Ένα άλλο παράδειγμα μακρού χρόνου ωρίμανσης είναι η παλαίωση του κρασιού για τη βελτίωση της ποιότητάς του.
AB is defined as the period of production—the period from the beginning of the action to the time when the consumers’ good is available. This period may be divided into various stages, each itself taking a period of time. The time expended during the period of production consists of the time during which labor energy is expended (or working time) and maturing time, i.e., time required without the necessity of concurrent expenditure of labor. An obvious example is the case of agriculture. There might be six months between the time the soil is tilled and the time the harvest is reaped. The total time during which labor must be expended may be three weeks, while the remaining time of over five months consists of the time during which the crop must mature and ripen by the processes of nature. Another example of a lengthy maturing time is the aging of wine to improve its quality.
Είναι σαφές ότι κάθε καταναλωτικό αγαθό έχει τη δική του περίοδο παραγωγής. Οι διαφορές στη χρονική διάρκεια των περιόδων παραγωγής των διαφόρων αγαθών μπορεί να είναι, και πράγματι είναι, αναρίθμητες.
Clearly, each consumers’ good has its own period of production. The differences between the time involved in the periods of production of the various goods may be, and are, innumerable.
Ένα σημαντικό σημείο που πρέπει να τονιστεί κατά την εξέταση της δράσης και της περιόδου παραγωγής είναι ότι ο δρων άνθρωπος δεν ανατρέχει στις παρελθούσες παραγωγικές διαδικασίες έως τις αρχικές πηγές τους. Στην προηγούμενη ενότητα, ανατρέξαμε από τα καταναλωτικά και τα παραγωγικά αγαθά στις αρχικές πηγές τους, καταδεικνύοντας ότι όλα τα κεφαλαιουχικά αγαθά είχαν αρχικά παραχθεί αποκλειστικά από την εργασία και τη φύση. Ο δρων άνθρωπος, ωστόσο, δεν ενδιαφέρεται για τις παρελθούσες διαδικασίες, αλλά μόνο για τη χρησιμοποίηση των επί του παρόντος διαθέσιμων μέσων προς επίτευξη προσδοκώμενων μελλοντικών σκοπών. Σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή κατά την οποία αρχίζει τη δράση —έστω στο A — έχει στη διάθεσή του εργασία, στοιχεία δοσμένα από τη φύση και κεφαλαιουχικά αγαθά που έχουν παραχθεί προηγουμένως. Αρχίζει τη δράση στο A, προσδοκώντας να επιτύχει τον σκοπό του στο B. Για αυτόν, η περίοδος παραγωγής είναι το AB, αφού δεν τον απασχολεί ο χρόνος που δαπανήθηκε στο παρελθόν για την παραγωγή των κεφαλαιουχικών αγαθών του ούτε οι μέθοδοι με τις οποίες παρήχθησαν.71 Έτσι, ο γεωργός που πρόκειται να χρησιμοποιήσει το έδαφός του για να καλλιεργήσει την ερχόμενη περίοδο δεν απασχολείται με το αν ή σε ποιον βαθμό το έδαφός του αποτελεί πρωτογενή, δοσμένο από τη φύση συντελεστή ή είναι αποτέλεσμα των βελτιώσεων που επέφεραν προηγούμενοι εκχερσωτές και γεωργοί. Δεν τον απασχολεί ο χρόνος που δαπάνησαν στο παρελθόν όσοι πραγματοποίησαν αυτές τις βελτιώσεις. Τον ενδιαφέρουν μόνο τα κεφαλαιουχικά —και τα άλλα— αγαθά στο παρόν και στο μέλλον. Αυτό αποτελεί αναγκαίο αποτέλεσμα του γεγονότος ότι η δράση πραγματοποιείται στο παρόν και αποβλέπει στο μέλλον. Έτσι, ο δρων άνθρωπος εξετάζει και αξιολογεί τους διαθέσιμους στο παρόν συντελεστές παραγωγής σύμφωνα με τις αναμενόμενες υπηρεσίες τους στη μελλοντική παραγωγή καταναλωτικών αγαθών και ποτέ σύμφωνα με όσα συνέβησαν στους συντελεστές στο παρελθόν.
One important point that must be emphasized when considering action and the period of production is that acting man does not trace back past production processes to their original sources. In the previous section, we traced back consumers’ goods and producers’ goods to their original sources, demonstrating that all capital goods were originally produced solely by labor and nature. Acting man, however, is not interested in past processes, but only in using presently available means to achieve anticipated future ends. At any point in time, when he begins the action (say A), he has available to him: labor, nature-given elements, and previously produced capital goods. He begins the action at A expecting to reach his end at B. For him, the period of production is AB, since he is not concerned with the amount of time spent in past production of his capital goods or in the methods by which they were produced. Thus, the farmer about to use his soil to grow crops for the coming season does not worry about whether or to what extent his soil is an original, nature-given factor or is the result of the improvements of previous land-clearers and farmers. He is not concerned about the previous time spent by these past improvers. He is concerned only with the capital (and other) goods in the present and the future. This is the necessary result of the fact that action occurs in the present and is aimed at the future. Thus, acting man considers and values the factors of production available in the present in accordance with their anticipated services in the future production of consumers’ goods, and never in accordance with what has happened to the factors in the past.
Μια θεμελιώδης και σταθερή αλήθεια σχετικά με την ανθρώπινη δράση είναι ότι ο άνθρωπος προτιμά να επιτυγχάνεται ο σκοπός του στον συντομότερο δυνατό χρόνο. Για μια δεδομένη συγκεκριμένη ικανοποίηση, όσο νωρίτερα αυτή επέρχεται τόσο το καλύτερο. Αυτό απορρέει από το γεγονός ότι ο χρόνος είναι πάντοτε σπάνιος και αποτελεί μέσο που πρέπει να χρησιμοποιείται με οικονομία. Όσο νωρίτερα επιτυγχάνεται οποιοσδήποτε σκοπός τόσο το καλύτερο. Έτσι, για οποιονδήποτε δεδομένο σκοπό προς επίτευξη, όσο συντομότερη είναι η περίοδος δράσης, δηλαδή παραγωγής, τόσο προτιμότερη είναι για τον δρώντα. Αυτό είναι το καθολικό γεγονός της χρονικής προτίμησης. Σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή και για οποιαδήποτε δράση, ο δρων προτιμά περισσότερο απ’ όλα να επιτευχθεί ο σκοπός του στο άμεσο παρόν. Η αμέσως επόμενη προτίμησή του είναι το άμεσο μέλλον, και όσο πιο μακρινή στο μέλλον φαίνεται η επίτευξη του σκοπού τόσο λιγότερο προτιμητέα είναι. Όσο μικρότερος είναι ο χρόνος αναμονής τόσο προτιμότερο είναι για αυτόν.72
A fundamental and constant truth about human action is that man prefers his end to be achieved in the shortest possible time. Given the specific satisfaction, the sooner it arrives, the better. This results from the fact that time is always scarce, and a means to be economized. The sooner any end is attained, the better. Thus, with any given end to be attained, the shorter the period of action, i.e., production, the more preferable for the actor. This is the universal fact of time preference. At any point of time, and for any action, the actor most prefers to have his end attained in the immediate present. Next best for him is the immediate future, and the further in the future the attainment of the end appears to be, the less preferable it is. The less waiting time, the more preferable it is for him.
Ο χρόνος υπεισέρχεται στην ανθρώπινη δράση όχι μόνο σε σχέση με τον χρόνο αναμονής στην παραγωγή, αλλά και ως προς το χρονικό διάστημα κατά το οποίο το καταναλωτικό αγαθό θα ικανοποιεί τις ανάγκες του καταναλωτή. Ορισμένα καταναλωτικά αγαθά θα ικανοποιούν τις ανάγκες του, δηλαδή θα εκπληρώνουν τους σκοπούς του, για σύντομο χρονικό διάστημα, άλλα για μεγαλύτερο. Μπορούν να καταναλώνονται για συντομότερες ή μακρύτερες περιόδους. Αυτό μπορεί να συμπεριληφθεί στο διάγραμμα οποιασδήποτε δράσης, όπως φαίνεται στο Σχήμα 2. Αυτό το χρονικό διάστημα, το BC, είναι η διάρκεια παροχής υπηρεσιών του καταναλωτικού αγαθού. Είναι το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο σκοπός που εξυπηρετείται από το καταναλωτικό αγαθό εξακολουθεί να εκπληρώνεται. Αυτή η διάρκεια παροχής υπηρεσιών διαφέρει για κάθε καταναλωτικό αγαθό. Μπορεί να είναι τέσσερις ώρες για το σάντουιτς με ζαμπόν, μετά την παρέλευση των οποίων ο δρων επιθυμεί άλλη τροφή ή άλλο σάντουιτς. Εκείνος που χτίζει ένα σπίτι μπορεί να προσδοκά ότι θα το χρησιμοποιεί για την εξυπηρέτηση των αναγκών του επί 10 χρόνια. Προφανώς, η αναμενόμενη διάρκεια της ικανότητας του καταναλωτικού αγαθού να εξυπηρετεί τον σκοπό του θα υπεισέλθει στα σχέδια του δρώντος.73
Time enters into human action not only in relation to the waiting time in production, but also in the length of time in which the consumers’ good will satisfy the wants of the consumer. Some consumers’ goods will satisfy his wants, i.e., attain his ends, for a short period of time, others for a longer period. They can be consumed for shorter or longer periods. This may be included in the diagram of any action, as shown in Figure 2. This length of time, BC, is the duration of serviceableness of the consumers’ good. It is the length of the time the end served by the consumers’ good continues to be attained. This duration of serviceableness differs for each consumers’ good. It may be four hours for the ham sandwich, after which period of time the actor desires other food or another sandwich. The builder of a house may expect to use it to serve his wants for 10 years. Obviously, the expected durative power of the consumers’ good to serve his end will enter into the actor’s plans.
Είναι σαφές ότι, εφόσον οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι, ο δρων θα προτιμήσει ένα καταναλωτικό αγαθό μεγαλύτερης διάρκειας από ένα μικρότερης, αφού το πρώτο θα παρέχει συνολικά περισσότερες υπηρεσίες. Από την άλλη πλευρά, αν ο δρων αποδίδει ίση αξία στο σύνολο των υπηρεσιών που παρέχουν δύο καταναλωτικά αγαθά, θα επιλέξει, λόγω της χρονικής προτίμησης, το λιγότερο διαρκές αγαθό, αφού θα λάβει το σύνολο των υπηρεσιών του νωρίτερα από εκείνο του άλλου. Θα χρειαστεί να περιμένει λιγότερο για το σύνολο των υπηρεσιών του λιγότερο διαρκούς αγαθού.
Clearly, all other things being equal, the actor will prefer a consumers’ good of greater durability to one of lesser, since the former will render more total service. On the other hand, if the actor values the total service rendered by two consumers’ goods equally, he will, because of time preference, choose the less durable good since he will acquire its total services sooner than the other. He will have to wait less for the total services of the less durable good.
Οι έννοιες της περιόδου παραγωγής και της διάρκειας παροχής υπηρεσιών είναι παρούσες σε κάθε ανθρώπινη δράση. Υπάρχει επίσης μια τρίτη χρονική περίοδος που υπεισέρχεται στη δράση. Κάθε άτομο έχει έναν γενικό χρονικό ορίζοντα, ο οποίος εκτείνεται από το παρόν στο μέλλον και για τον οποίο σχεδιάζει διάφορους τύπους δράσης. Ενώ η περίοδος παραγωγής και η διάρκεια παροχής υπηρεσιών αναφέρονται σε συγκεκριμένα καταναλωτικά αγαθά και διαφέρουν από το ένα καταναλωτικό αγαθό στο άλλο, η περίοδος πρόνοιας —ο χρονικός ορίζοντας— είναι το μελλοντικό χρονικό διάστημα για το οποίο κάθε δρων σχεδιάζει να ικανοποιήσει τις ανάγκες του. Η περίοδος πρόνοιας, επομένως, περιλαμβάνει σχεδιαζόμενη δράση για μια σημαντική ποικιλία καταναλωτικών αγαθών, καθένα με τη δική του περίοδο παραγωγής και διάρκεια. Αυτή η περίοδος πρόνοιας διαφέρει από δρώντα σε δρώντα, σύμφωνα με την επιλογή του. Ορισμένοι άνθρωποι ζουν από μέρα σε μέρα, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη μεταγενέστερες χρονικές περιόδους· άλλοι σχεδιάζουν όχι μόνο για τη διάρκεια της δικής τους ζωής, αλλά και για τα παιδιά τους.
The concepts of period of production and duration of serviceableness are present in all human action. There is also a third time-period that enters into action. Each person has a general time-horizon, stretching from the present into the future, for which he plans various types of action. Whereas period of production and duration of serviceableness refer to specific consumers’ goods and differ with each consumers’ good, the period of provision (the time-horizon) is the length of future time for which each actor plans to satisfy his wants. The period of provision, therefore, includes planned action for a considerable variety of consumers’ goods, each with its own period of production and duration. This period of provision differs from actor to actor in accordance with his choice. Some people live from day to day, taking no heed of later periods of time; others plan not only for the duration of their own lives, but for their children as well.
Κάθε δράση περιλαμβάνει τη χρησιμοποίηση σπάνιων μέσων για την επίτευξη των σκοπών στους οποίους αποδίδεται η μεγαλύτερη αξία. Ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τα σπάνια μέσα για διάφορους εναλλακτικούς σκοπούς, και οι σκοποί που επιλέγει είναι εκείνοι στους οποίους αποδίδει τη μεγαλύτερη αξία. Οι λιγότερο επιτακτικές ανάγκες είναι εκείνες που παραμένουν ανικανοποίητες. Οι δρώντες μπορούν να θεωρηθούν ότι κατατάσσουν τους σκοπούς τους σε μια κλίμακα αξιών ή κλίμακα προτιμήσεων. Αυτές οι κλίμακες διαφέρουν από άτομο σε άτομο, τόσο ως προς το περιεχόμενό τους όσο και ως προς τη σειρά των προτιμήσεών τους. Επιπλέον, διαφέρουν για το ίδιο άτομο σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Έτσι, σε κάποια άλλη χρονική στιγμή, ο δρων που αναφέρθηκε στην ενότητα 2 παραπάνω θα μπορούσε να επιλέξει να πάει μια βόλτα με το αυτοκίνητο ή να πάει μια βόλτα με το αυτοκίνητο και κατόπιν να παίξει μπριτζ, αντί να συνεχίσει να παρακολουθεί τον αγώνα. Σε αυτή την περίπτωση, η κατάταξη στην κλίμακα προτιμήσεών του μεταβάλλεται ως εξής:
All action involves the employment of scarce means to attain the most valued ends. Man has the choice of using the scarce means for various alternative ends, and the ends that he chooses are the ones he values most highly. The less urgent wants are those that remain unsatisfied. Actors can be interpreted as ranking their ends along a scale of values, or scale of preferences. These scales differ for each person, both in their content and in their orders of preference. Furthermore, they differ for the same individual at different times. Thus, at some other point in time, the actor mentioned in section 2 above might choose to go for a drive, or to go for a drive and then to play bridge, rather than to continue watching the game. In that case, the ranking on his preference scale shifts to this order:
- 1. (Πρώτος) Να πάει μια βόλτα με το αυτοκίνητο.
- 2. (Δεύτερος) Να παίξει μπριτζ.
- 3. (Τρίτος) Να συνεχίσει να παρακολουθεί τον αγώνα μπέιζμπολ.
Επιπλέον, μπορεί στο μεταξύ να έχει προστεθεί ένας νέος σκοπός, ώστε ο δρων να επιθυμεί να παρακολουθήσει μια συναυλία, και αυτό μπορεί να μεταβάλει την κλίμακα αξιών του ως εξής:
(First)1. Going for a drive
(Second)2. Playing bridge
(Third)3. Continuing to watch baseball game Moreover, a new end might have been introduced in the meantime, so that the actor might enjoy going to a concert, and this may change his value scale to the following:
- 1. (Πρώτος) Να πάει μια βόλτα με το αυτοκίνητο.
- 2. (Δεύτερος) Να παρακολουθήσει μια συναυλία.
- 3. (Τρίτος) Να παίξει μπριτζ.
- 4. (Τέταρτος) Να συνεχίσει να παρακολουθεί τον αγώνα μπέιζμπολ.
(First)1. Going for a drive
(Second) 2. Going to a concert
(Third) 3. Playing bridge
Η επιλογή των σκοπών που θα συμπεριληφθούν στην κλίμακα αξιών του δρώντος και η απόδοση θέσης στους διάφορους σκοπούς συνιστούν τη διαδικασία της αξιολογικής κρίσης. Κάθε φορά που ο δρων κατατάσσει διάφορους σκοπούς και επιλέγει μεταξύ τους, διατυπώνει μια κρίση για την αξία που έχουν για τον ίδιο.
(Fourth) 4. Continuing to watch baseball game The choice of which ends to include in the actor’s value scale and the assignment of rank to the various ends constitute the process of value judgment. Each time the actor ranks and chooses between various ends, he is making a judgment of their value to him.
Είναι εξαιρετικά χρήσιμο να δώσουμε μια ονομασία σε αυτή την κλίμακα αξιών που διαθέτουν όλοι οι ανθρώπινοι δρώντες. Δεν μας απασχολεί καθόλου το συγκεκριμένο περιεχόμενο των ανθρώπινων σκοπών, αλλά μόνο το γεγονός ότι διάφοροι σκοποί κατατάσσονται κατά σειρά σπουδαιότητας. Αυτές οι κλίμακες προτιμήσεων μπορούν να ονομαστούν ευτυχία ή ευημερία ή χρησιμότητα ή ικανοποίηση ή ευχαρίστηση. Δεν έχει σημασία ποια ονομασία επιλέγουμε για τις κλίμακες αξιών. Σε κάθε περίπτωση, αυτό μας επιτρέπει να πούμε, όποτε ένας δρων έχει επιτύχει έναν ορισμένο σκοπό, ότι έχει αυξήσει την ικανοποίηση ή την ευχαρίστησή του, την ευτυχία του κ.λπ. Αντιστρόφως, όταν κάποιος θεωρεί ότι βρίσκεται σε χειρότερη κατάσταση και επιτυγχάνονται λιγότεροι από τους σκοπούς του, η ικανοποίηση, η ευτυχία, η ευημερία του κ.λπ. έχουν μειωθεί.
It is highly useful to assign a name to this value scale held by all human actors. We are not at all concerned with the specific content of men’s ends, but only with the fact that various ends are ranked in the order of their importance. These scales of preference may be called happiness or welfare or utility or satisfaction or contentment. Which name we choose for value scales is not important. At any rate, it permits us to say, whenever an actor has attained a certain end, that he has increased his state of satisfaction, or his contentment, happiness, etc. Conversely, when someone considers himself worse off, and fewer of his ends are being attained, his satisfaction, happiness, welfare, etc., have decreased.
Είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι δεν υπάρχει ποτέ καμία δυνατότητα μέτρησης των αυξήσεων ή των μειώσεων της ευτυχίας ή της ικανοποίησης. Όχι μόνο είναι αδύνατον να μετρηθούν ή να συγκριθούν οι μεταβολές στην ικανοποίηση διαφορετικών ανθρώπων· δεν είναι δυνατόν να μετρηθούν οι μεταβολές στην ευτυχία οποιουδήποτε συγκεκριμένου προσώπου. Για να είναι δυνατή οποιαδήποτε μέτρηση, πρέπει να υπάρχει μια αιωνίως σταθερή και αντικειμενικά δεδομένη μονάδα με την οποία να μπορούν να συγκριθούν άλλες μονάδες. Δεν υπάρχει τέτοια αντικειμενική μονάδα στο πεδίο της ανθρώπινης αξιολόγησης. Το άτομο πρέπει να προσδιορίσει υποκειμενικά για τον εαυτό του αν βρίσκεται σε καλύτερη ή χειρότερη κατάσταση ως αποτέλεσμα οποιασδήποτε μεταβολής. Η προτίμησή του μπορεί να εκφραστεί μόνο με όρους απλής επιλογής ή κατάταξης. Έτσι, μπορεί να πει «βρίσκομαι σε καλύτερη κατάσταση» ή «είμαι πιο ευτυχισμένος» επειδή παρακολούθησε μια συναυλία αντί να παίξει μπριτζ —ή «θα βρίσκομαι σε καλύτερη κατάσταση» αν παρακολουθήσει τη συναυλία—, αλλά θα ήταν εντελώς άνευ νοήματος να επιχειρήσει να εκφράσει την προτίμησή του σε μονάδες και να πει: «Είμαι δυόμισι φορές πιο ευτυχισμένος εξαιτίας αυτής της επιλογής απ’ όσο θα ήμουν αν έπαιζα μπριτζ». Δυόμισι φορές τι; Δεν υπάρχει καμία δυνατή μονάδα ευτυχίας που να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για σύγκριση και, επομένως, για πρόσθεση ή πολλαπλασιασμό. Συνεπώς, οι αξίες δεν μπορούν να μετρηθούν· οι αξίες ή οι χρησιμότητες δεν μπορούν να προστεθούν, να αφαιρεθούν ή να πολλαπλασιαστούν. Μπορούν μόνο να καταταχθούν ως καλύτερες ή χειρότερες. Ένας άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει ότι είναι ή θα είναι περισσότερο ή λιγότερο ευτυχισμένος, αλλά όχι «κατά πόσο», όχι κατά μια μετρήσιμη ποσότητα.74
It is important to realize that there is never any possibility of measuring increases or decreases in happiness or satisfaction. Not only is it impossible to measure or compare changes in the satisfaction of different people; it is not possible to measure changes in the happiness of any given person. In order for any measurement to be possible, there must be an eternally fixed and objectively given unit with which other units may be compared. There is no such objective unit in the field of human valuation. The individual must determine subjectively for himself whether he is better or worse off as a result of any change. His preference can only be expressed in terms of simple choice, or rank. Thus, he can say, “I am better off” or “I am happier” because he went to a concert instead of playing bridge (or “I will be better off” for going to the concert), but it would be completely meaningless for him to try to assign units to his preference and say, “I am two and a half times happier because of this choice than I would have been playing bridge.” Two and a half times what? There is no possible unit of happiness that can be used for purposes of comparison and, hence, of addition or multiplication. Thus, values cannot be measured; values or utilities cannot be added, subtracted, or multiplied. They can only be ranked as better or worse. A man may know that he is or will be happier or less happy, but not by “how much,” not by a measurable quantity.
Κάθε δράση αποτελεί προσπάθεια ανταλλαγής μιας λιγότερο ικανοποιητικής κατάστασης με μια περισσότερο ικανοποιητική. Ο δρων βρίσκεται —ή αναμένει ότι θα βρεθεί— σε μια ατελή κατάσταση και, επιχειρώντας να επιτύχει τους σκοπούς που επιθυμεί πιο επιτακτικά, προσδοκά ότι θα βρεθεί σε καλύτερη κατάσταση. Δεν μπορεί να μετρήσει το όφελος σε ικανοποίηση, αλλά γνωρίζει ποιες ανάγκες του είναι πιο επιτακτικές από άλλες και γνωρίζει πότε η κατάστασή του έχει βελτιωθεί. Επομένως, κάθε δράση περιλαμβάνει ανταλλαγή —την ανταλλαγή μιας κατάστασης, X, με μια άλλη, Y, την οποία ο δρων αναμένει ως περισσότερο ικανοποιητική —και, επομένως, υψηλότερη στην κλίμακα αξιών του. Αν η προσδοκία του αποδειχθεί ορθή, η αξία της Y στην κλίμακα προτιμήσεών του θα είναι υψηλότερη από την αξία της X, και θα έχει αποκομίσει καθαρό όφελος ως προς την ικανοποίηση ή τη χρησιμότητά του. Αν έχει σφάλει και η αξία της κατάστασης από την οποία παραιτήθηκε —της X — είναι υψηλότερη από την αξία της Y, θα έχει υποστεί καθαρή ζημία. Αυτό το ψυχικό όφελος —ή κέρδος— και η ψυχική ζημία δεν μπορούν να μετρηθούν σε μονάδες, αλλά ο δρων γνωρίζει πάντοτε αν αποκόμισε ψυχικό κέρδος ή υπέστη ψυχική ζημία ως αποτέλεσμα μιας πράξης ανταλλαγής.75
All action is an attempt to exchange a less satisfactory state of affairs for a more satisfactory one. The actor finds himself (or expects to find himself) in a nonperfect state, and, by attempting to attain his most urgently desired ends, expects to be in a better state. He cannot measure the gain in satisfaction, but he does know which of his wants are more urgent than others, and he does know when his condition has improved. Therefore, all action involves exchange—an exchange of one state of affairs, X, for Y, which the actor anticipates will be a more satisfactory one (and therefore higher on his value scale). If his expectation turns out to be correct, the value of Y on his preference scale will be higher than the value of X, and he has made a net gain in his state of satisfaction or utility. If he has been in error, and the value of the state that he has given up—X—is higher than the value of Y, he has suffered a net loss. This psychic gain (or profit) and loss cannot be measured in terms of units, but the actor always knows whether he has experienced psychic profit or psychic loss as a result of an action-exchange.
Οι ανθρώπινοι δρώντες αξιολογούν τα μέσα αυστηρά σύμφωνα με την αξιολόγησή τους για τους σκοπούς που πιστεύουν ότι τα μέσα μπορούν να εξυπηρετήσουν. Προφανώς, τα καταναλωτικά αγαθά κατατάσσονται αξιολογικά σύμφωνα με τους σκοπούς που οι άνθρωποι αναμένουν ότι θα εκπληρώσουν. Έτσι, η αξία που αποδίδεται στην απόλαυση που προσφέρει ένα σάντουιτς με ζαμπόν ή ένα σπίτι θα καθορίσει την αξία που θα αποδώσει ένας άνθρωπος στο ίδιο το σάντουιτς με ζαμπόν ή στο ίδιο το σπίτι. Ομοίως, τα παραγωγικά αγαθά αξιολογούνται σύμφωνα με την αναμενόμενη συμβολή τους στην παραγωγή καταναλωτικών αγαθών. Τα παραγωγικά αγαθά ανώτερης τάξης αξιολογούνται σύμφωνα με την αναμενόμενη υπηρεσία τους στη δημιουργία παραγωγικών αγαθών κατώτερης τάξης. Επομένως, στα καταναλωτικά αγαθά που εξυπηρετούν την επίτευξη σκοπών υψηλότερης αξίας θα αποδίδεται μεγαλύτερη αξία απ’ ό,τι σε εκείνα που εξυπηρετούν σκοπούς χαμηλότερης αξίας, και στα παραγωγικά αγαθά που εξυπηρετούν την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών υψηλότερης αξίας θα αποδίδεται επίσης μεγαλύτερη αξία απ’ ό,τι σε άλλα παραγωγικά αγαθά. Έτσι, η διαδικασία καταλογισμού αξιών στα αγαθά εκτυλίσσεται προς την αντίθετη κατεύθυνση από τη διαδικασία παραγωγής. Η αξία μεταδίδεται από τους σκοπούς στο καταναλωτικό αγαθό, στα διάφορα παραγωγικά αγαθά πρώτης τάξης, στα παραγωγικά αγαθά δεύτερης τάξης κ.ο.κ.76 Η πρωταρχική πηγή της αξίας είναι η κατάταξη των σκοπών από τους ανθρώπινους δρώντες, οι οποίοι στη συνέχεια καταλογίζουν αξία στα καταναλωτικά αγαθά και κατόπιν στις διαδοχικές τάξεις παραγωγικών αγαθών, σύμφωνα με την αναμενόμενη ικανότητά τους να συμβάλουν στην εξυπηρέτηση των διαφόρων σκοπών.77
Human actors value means strictly in accordance with their valuation of the ends that they believe the means can serve. Obviously, consumers’ goods are graded in value in accordance with the ends that men expect them to satisfy. Thus, the value placed on the enjoyment contributed by a ham sandwich or a house will determine the value a man will place on the ham sandwich or the house themselves. Similarly, producers’ goods are valued in accordance with their expected contribution in producing consumers’ goods. Higher-order producers’ goods are valued in accordance with their anticipated service in forming lower-order producers’ goods. Hence, those consumers’ goods serving to attain more highly valued ends will be valued more highly than those serving less highly valued ends, and those producers’ goods serving to produce more highly valued consumers’ goods will themselves be valued more highly than other producers’ goods. Thus, the process of imputing values to goods takes place in the opposite direction to that of the process of production. Value proceeds from the ends to the consumers’ good to the various first-order producers’ goods, to the second-order producers’ goods, etc. The original source of value is the ranking of ends by human actors, who then impute value to consumers’ goods, and so on to the orders of producers’ goods, in accordance with their expected ability to contribute toward serving the various ends.
Είναι προφανές ότι στα πράγματα αποδίδεται αξία ως μέσων σύμφωνα με την ικανότητά τους να επιτυγχάνουν σκοπούς που αξιολογούνται ως περισσότερο ή λιγότερο επιτακτικοί. Κάθε φυσική μονάδα ενός μέσου — άμεσου ή έμμεσου— που υπεισέρχεται στην ανθρώπινη δράση αξιολογείται χωριστά. Έτσι, ο δρων ενδιαφέρεται να αξιολογήσει μόνο εκείνες τις μονάδες μέσων που υπεισέρχονται ή που θεωρεί ότι θα υπεισέλθουν στη συγκεκριμένη δράση του. Οι δρώντες επιλέγουν μεταξύ και αξιολογούν όχι τον «άνθρακα» ή το «βούτυρο» γενικά, αλλά συγκεκριμένες μονάδες άνθρακα ή βουτύρου. Όταν επιλέγει μεταξύ της απόκτησης αγελάδων ή αλόγων, ο δρων δεν επιλέγει μεταξύ της κατηγορίας των αγελάδων και της κατηγορίας των αλόγων, αλλά μεταξύ συγκεκριμένων μονάδων τους —για παράδειγμα, δύο αγελάδων έναντι τριών αλόγων. Κάθε μονάδα που υπεισέρχεται σε συγκεκριμένη δράση κατατάσσεται και αξιολογείται χωριστά. Μόνον όταν πολλές μονάδες υπεισέρχονται από κοινού στην ανθρώπινη δράση αξιολογούνται όλες μαζί.
It is evident that things are valued as means in accordance with their ability to attain ends valued as more or less urgent. Each physical unit of a means (direct or indirect) that enters into human action is valued separately. Thus, the actor is interested in evaluating only those units of means that enter, or that he considers will enter, into his concrete action. Actors choose between, and evaluate, not “coal” or “butter” in general, but specific units of coal or butter. In choosing between acquiring cows or horses, the actor does not choose between the class of cows and the class of horses, but between specific units of them—e.g., two cows versus three horses. Each unit that enters into concrete action is graded and evaluated separately. Only when several units together enter into human action are all of them evaluated together.
Οι διαδικασίες που υπεισέρχονται στην αξιολόγηση συγκεκριμένων μονάδων διαφορετικών αγαθών μπορούν να καταδειχθούν με το ακόλουθο παράδειγμα:78 Ένα άτομο που κατέχει δύο αγελάδες και τρία άλογα μπορεί να πρέπει να επιλέξει μεταξύ της παραίτησης από μία αγελάδα ή από ένα άλογο. Μπορεί, στην περίπτωση αυτή, να αποφασίσει να κρατήσει το άλογο, δείχνοντας ότι, με αυτή τη σύνθεση του αποθέματός του, ένα άλογο έχει για αυτόν μεγαλύτερη αξία από μία αγελάδα. Από την άλλη πλευρά, μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με την επιλογή να κρατήσει είτε ολόκληρο το απόθεμά του σε αγελάδες είτε ολόκληρο το απόθεμά του σε άλογα. Έτσι, ο στάβλος των αλόγων και το βουστάσιό του μπορεί να πιάσουν φωτιά, και να πρέπει να επιλέξει να σώσει τα ζώα του ενός ή του άλλου κτιρίου. Σε αυτή την περίπτωση, δύο αγελάδες μπορεί να έχουν για αυτόν μεγαλύτερη αξία από τρία άλογα, οπότε θα προτιμήσει να σώσει τις αγελάδες. Όταν αποφασίζει μεταξύ μονάδων του αποθέματός του, ο δρων μπορεί, επομένως, να προτιμά το αγαθό X από το αγαθό Y, ενώ μπορεί να επιλέξει το αγαθό Y αν πρέπει να ενεργήσει επί ολόκληρου του αποθέματος κάθε αγαθού.
The processes that enter into valuation of specific units of different goods may be illustrated in this example: An individual possessing two cows and three horses might have to choose between giving up one cow or one horse. He may decide in this case to keep the horse, indicating that in this state of his stock, a horse is more valuable to him than a cow. On the other hand, he might be presented with the choice of keeping either his entire stock of cows or his stock of horses. Thus, his stable and cowshed might catch fire, and he is presented with the choice of saving the inhabitants of one or of the other building. In this case, two cows might be more valuable to him than three horses, so that he will prefer to save the cows. When deciding between units of his stock, the actor may therefore prefer good X to good Y, while he may choose good Y if he must act upon his whole stock of each good.
Αυτή η διαδικασία αξιολόγησης σύμφωνα με τις συγκεκριμένες μονάδες που εμπλέκονται παρέχει τη λύση στο περίφημο «παράδοξο της αξίας», το οποίο προβλημάτιζε τους συγγραφείς επί αιώνες. Το ερώτημα ήταν: Πώς μπορούν οι άνθρωποι να αποδίδουν στο ψωμί μικρότερη αξία απ’ ό,τι στην πλατίνα, όταν το «ψωμί» είναι προφανώς χρησιμότερο από την «πλατίνα»; Η απάντηση είναι ότι ο δρων άνθρωπος δεν αξιολογεί τα αγαθά που είναι διαθέσιμα σε αυτόν κατά αφηρημένες κατηγορίες, αλλά με όρους συγκεκριμένων διαθέσιμων μονάδων. Δεν αναρωτιέται αν το «ψωμί γενικά» έχει για αυτόν μεγαλύτερη ή μικρότερη αξία από την «πλατίνα γενικά», αλλά αν, δεδομένου του παρόντος διαθέσιμου αποθέματος ψωμιού και πλατίνας, μια «φραντζόλα ψωμί» έχει για αυτόν μεγαλύτερη ή μικρότερη αξία από μια «ουγγιά πλατίνας». Το γεγονός ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι άνθρωποι προτιμούν τη δεύτερη δεν προκαλεί πλέον έκπληξη.79
This process of valuation according to the specific units involved provides the solution for the famous “value paradox” which puzzled writers for centuries. The question was: How can men value bread less than platinum, when “bread” is obviously more useful than “platinum”? The answer is that acting man does not evaluate the goods open to him by abstract classes, but in terms of the specific units available. He does not wonder whether “bread-in-general” is more or less valuable to him than “platinum-in-general,” but whether, given the present available stock of bread and platinum, a “loaf of bread” is more or less valuable to him than “an ounce of platinum.” That, in most cases, men prefer the latter is no longer surprising.
Όπως εξηγήθηκε παραπάνω, η αξία ή η χρησιμότητα δεν μπορεί να μετρηθεί και, επομένως, δεν μπορεί να προστεθεί, να αφαιρεθεί ή να πολλαπλασιαστεί. Αυτό ισχύει για συγκεκριμένες μονάδες του ίδιου αγαθού όπως ακριβώς ισχύει για όλες τις άλλες συγκρίσεις αξίας. Έτσι, αν το βούτυρο αποτελεί αντικείμενο που εξυπηρετεί ανθρώπινους σκοπούς, γνωρίζουμε ότι σε δύο λίβρες βουτύρου θα αποδίδεται μεγαλύτερη αξία απ’ ό,τι σε μία λίβρα. Αυτό θα ισχύει έως ότου φτάσουμε σε ένα σημείο όπου το βούτυρο θα είναι διαθέσιμο σε απεριόριστες ποσότητες για την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών και τότε θα μεταπέσει από την ιδιότητα του μέσου σε εκείνη της γενικής συνθήκης της ανθρώπινης ευημερίας. Ωστόσο, δεν μπορούμε να πούμε ότι δύο λίβρες βουτύρου είναι «δύο φορές πιο χρήσιμες ή πολύτιμες» από μία λίβρα.
As has been explained above, value, or utility, cannot be measured, and therefore cannot be added, subtracted, or multiplied. This holds for specific units of the same good in the same way as it holds for all other comparisons of value. Thus, if butter is an object serving human ends, we know that two pounds of butter will be valued more highly than one pound. This will be true until a point is reached when the butter is available in unlimited quantities to satisfy human wants and will then be transferred from the status of a means to that of a general condition of human welfare. However, we cannot say that two pounds of butter are “twice as useful or valuable” as one pound.
Τι εμπεριέχεται σε αυτή την καίρια έννοια των «συγκεκριμένων μονάδων ενός αγαθού»; Στα παραδείγματα αυτά, οι μονάδες του αγαθού ήταν εναλλάξιμες από την οπτική γωνία του δρώντος. Έτσι, οποιαδήποτε συγκεκριμένη λίβρα βουτύρου αξιολογούνταν, σε αυτή την περίπτωση, απολύτως ισότιμα με οποιαδήποτε άλλη λίβρα βουτύρου. Στην αγελάδα Α και στην αγελάδα Β το άτομο απέδιδε ίση αξία, και δεν είχε για αυτό σημασία ποια αγελάδα καλούνταν να επιλέξει να σώσει. Ομοίως, στο άλογο Α αποδιδόταν ίση αξία με το άλογο Β και το άλογο Γ, και τον δρώντα δεν τον απασχολούσε ποιο συγκεκριμένο άλογο έπρεπε να επιλέξει. Όταν ένα αγαθό είναι κατ’ αυτόν τον τρόπο διαθέσιμο σε συγκεκριμένες ομοιογενείς μονάδες, εξίσου ικανές να παρέχουν την ίδια υπηρεσία στον δρώντα, αυτό το διαθέσιμο απόθεμα ονομάζεται διαθέσιμη ποσότητα. Η διαθέσιμη ποσότητα ενός αγαθού αποτελείται από συγκεκριμένες μονάδες, καθεμία από τις οποίες είναι πλήρως υποκαταστάσιμη από οποιαδήποτε άλλη. Το παραπάνω άτομο διέθετε ποσότητα δύο αγελάδων και τριών αλόγων, καθώς και μια ποσότητα βουτύρου σε λίβρες.
What has been involved in this key concept of “specific units of a good”? In these examples, the units of the good have been interchangeable from the point of view of the actor. Thus, any concrete pound of butter was evaluated in this case perfectly equally with any other pound of butter. Cow A and cow B were valued equally by the individual, and it made no difference to him which cow he was faced with the choice of saving. Similarly, horse A was valued equally with horse B and with horse C, and the actor was not concerned which particular horse he had to choose. When a commodity is in such a way available in specific homogeneous units equally capable of rendering the same service to the actor, this available stock is called a supply. A supply of a good is available in specific units each perfectly substitutable for every other. The individual above had an available supply of two cows and three horses, and a supply of pounds of butter.
Τι συμβαίνει αν ο δρων θεωρεί ότι μία λίβρα βουτύρου είναι καλύτερης ποιότητας από μια άλλη λίβρα βουτύρου; Σε αυτή την περίπτωση, τα δύο «βούτυρα» είναι στην πραγματικότητα διαφορετικά αγαθά από την οπτική γωνία του δρώντος και θα αξιολογηθούν διαφορετικά. Οι δύο λίβρες βουτύρου αποτελούν πλέον δύο διαφορετικά αγαθά και όχι δύο μονάδες της διαθέσιμης ποσότητας ενός αγαθού. Ομοίως, ο δρων πρέπει να απέδιδε την ίδια αξία σε κάθε άλογο ή σε κάθε αγελάδα. Αν προτιμούσε ένα άλογο από καθένα από τα άλλα ή μία αγελάδα από την άλλη, τότε δεν θα αποτελούσαν πλέον μονάδες της διαθέσιμης ποσότητας του ίδιου αγαθού. Τα άλογά του δεν θα ήταν πλέον εναλλάξιμα μεταξύ τους. Αν κατατάσσει το άλογο Α υψηλότερα από τα άλλα και δεν έχει προτίμηση μεταξύ των αλόγων Β και Γ, τότε διαθέτει ποσότητες δύο διαφορετικών αγαθών —παραλείποντας τις αγελάδες—: έστω, «άλογα κατηγορίας Α —μία μονάδα» και «άλογα κατηγορίας Β —δύο μονάδες». Αν μια συγκεκριμένη μονάδα αξιολογείται διαφορετικά από όλες τις άλλες, τότε η διαθέσιμη ποσότητα αυτού του αγαθού είναι μόνο μία μονάδα.
What if one pound of butter was considered by the actor as of better quality than another pound of butter? In that case, the two “butters” are really different goods from the point of view of the actor and will be evaluated differently. The two pounds of butter are now two different goods and are no longer two units of a supply of one good. Similarly, the actor must have valued each horse or each cow identically. If he preferred one horse to each of the others, or one cow to the other, then they are no longer units of the supply of the same good. No longer are his horses interchangeable for one another. If he grades horse A above the others and regards horses B and C indifferently, then he has supplies of two different goods (omitting the cows): say, “Grade A horses—one unit”; and “Grade B horses—two units.” If a specific unit is differently evaluated from all other units, then the supply of that good is only one unit.
Και εδώ είναι πολύ σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι εκείνο που έχει σημασία για την ανθρώπινη δράση δεν είναι η φυσική ιδιότητα ενός αγαθού, αλλά η αξιολόγησή του από τον δρώντα. Έτσι, από φυσική άποψη, μπορεί να μην υπάρχει καμία διακριτή διαφορά μεταξύ μιας λίβρας βουτύρου και μιας άλλης ή μεταξύ μιας αγελάδας και μιας άλλης. Αν όμως ο δρων επιλέγει να τις αξιολογεί διαφορετικά, δεν αποτελούν πλέον μέρος της διαθέσιμης ποσότητας του ίδιου αγαθού.
Here again, it is very important to recognize that what is significant for human action is not the physical property of a good, but the evaluation of the good by the actor. Thus, physically there may be no discernible difference between one pound of butter and another, or one cow and another. But if the actor chooses to evaluate them differently, they are no longer part of the supply of the same good.
Η εναλλαξιμότητα των μονάδων στη διαθέσιμη ποσότητα ενός αγαθού δεν σημαίνει ότι στις συγκεκριμένες μονάδες αποδίδεται πράγματι ίση αξία. Μπορεί να τους αποδίδεται, και θα τους αποδίδεται, διαφορετική αξία όποτε η θέση τους στη διαθέσιμη ποσότητα διαφέρει. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι το απομονωμένο άτομο βρίσκει διαδοχικά ένα άλογο, κατόπιν ένα δεύτερο και έπειτα ένα τρίτο. Κάθε άλογο μπορεί να είναι πανομοιότυπο και εναλλάξιμο με τα άλλα. Το πρώτο άλογο θα ικανοποιήσει τις πιο επιτακτικές ανάγκες που μπορεί να εξυπηρετήσει ένα άλογο· αυτό προκύπτει από το καθολικό γεγονός ότι η δράση χρησιμοποιεί σπάνια μέσα για να ικανοποιήσει τις πιο επιτακτικές από τις ανάγκες που δεν έχουν ακόμη ικανοποιηθεί. Όταν βρεθεί το δεύτερο άλογο, θα χρησιμοποιηθεί για την ικανοποίηση των πιο επιτακτικών από τις εναπομένουσες ανάγκες. Αυτές οι ανάγκες, ωστόσο, πρέπει να κατατάσσονται χαμηλότερα από εκείνες που έχει ικανοποιήσει το προηγούμενο άλογο. Ομοίως, το τρίτο άλογο που αποκτάται μπορεί να είναι ικανό να παρέχει την ίδια υπηρεσία με τα άλλα, αλλά θα χρησιμοποιηθεί για την ικανοποίηση των υψηλότερα καταταγμένων από τις εναπομένουσες ανάγκες —οι οποίες, ωστόσο, θα έχουν ακόμη χαμηλότερη αξία από τις άλλες.
The interchangeability of units in the supply of a good does not mean that the concrete units are actually valued equally. They may and will be valued differently whenever their position in the supply is different. Thus, suppose that the isolated individual successively finds one horse, then a second, then a third. Each horse may be identical and interchangeable with the others. The first horse will fulfill the most urgent wants that a horse can serve; this follows from the universal fact that action uses scarce means to satisfy the most urgent of the not yet satisfied wants. When the second horse is found, he will be put to work satisfying the most urgent of the wants remaining. These wants, however, must be ranked lower than the wants that the previous horse has satisfied. Similarly, the third horse acquired might be capable of performing the same service as the others, but he will be put to work fulfilling the highest of the remaining wants—which, however, will yet be lower in value than the others.
Το σημαντικό στοιχείο είναι η σχέση μεταξύ της μονάδας που πρόκειται να αποκτηθεί ή να παραχωρηθεί και της ποσότητας του αποθέματος που είναι ήδη διαθέσιμη στον δρώντα. Έτσι, αν δεν είναι διαθέσιμη καμία μονάδα ενός αγαθού —οποιουδήποτε αγαθού—, η πρώτη μονάδα θα ικανοποιήσει τις πιο επιτακτικές ανάγκες που ένα τέτοιο αγαθό είναι ικανό να ικανοποιήσει. Αν σε αυτή τη διαθέσιμη ποσότητα της μίας μονάδας προστεθεί μια δεύτερη, η δεύτερη θα ικανοποιήσει τις πιο επιτακτικές εναπομένουσες ανάγκες, οι οποίες όμως θα είναι λιγότερο επιτακτικές από εκείνες που ικανοποίησε η πρώτη. Επομένως, η αξία της δεύτερης μονάδας για τον δρώντα θα είναι μικρότερη από την αξία της πρώτης. Ομοίως, η αξία της τρίτης μονάδας της διαθέσιμης ποσότητας —η οποία προστίθεται σε ένα απόθεμα δύο μονάδων— θα είναι μικρότερη από την αξία της δεύτερης. Μπορεί να μην έχει σημασία για το άτομο ποιο άλογο επιλέγεται πρώτο και ποιο δεύτερο ή ποιες λίβρες βουτύρου καταναλώνει, αλλά οι μονάδες που πράγματι χρησιμοποιεί πρώτες θα είναι εκείνες στις οποίες αποδίδει μεγαλύτερη αξία. Έτσι, για κάθε ανθρώπινη δράση, καθώς αυξάνεται η διαθέσιμη ποσότητα —το απόθεμα— ενός αγαθού, μειώνεται η χρησιμότητα —η αξία— κάθε πρόσθετης μονάδας.
The important consideration is the relation between the unit to be acquired or given up and the quantity of supply (stock) already available to the actor. Thus, if no units of a good (whatever the good may be) are available, the first unit will satisfy the most urgent wants that such a good is capable of satisfying. If to this supply of one unit is added a second unit, the latter will fulfill the most urgent wants remaining, but these will be less urgent than the ones the first fulfilled. Therefore, the value of the second unit to the actor will be less than the value of the first unit. Similarly, the value of the third unit of the supply (added to a stock of two units) will be less than the value of the second unit. It may not matter to the individual which horse is chosen first and which second, or which pounds of butter he consumes, but those units which he does use first will be the ones that he values more highly. Thus, for all human actions, as the quantity of the supply (stock) of a good increases, the utility (value) of each additional unit decreases.
Ας εξετάσουμε τώρα μια διαθέσιμη ποσότητα από την οπτική μιας ενδεχόμενης μείωσης και όχι αύξησης. Ας υποθέσουμε ότι ένας άνθρωπος διαθέτει έξι εναλλάξιμα άλογα. Αυτά χρησιμοποιούνται για την ικανοποίηση των αναγκών του. Ας υποθέσουμε ότι τώρα βρίσκεται αντιμέτωπος με την ανάγκη να παραιτηθεί από ένα άλογο. Προκύπτει ότι αυτό το μικρότερο απόθεμα μέσων δεν είναι ικανό να του παρέχει τόσες υπηρεσίες όσες η μεγαλύτερη διαθέσιμη ποσότητα. Αυτό απορρέει από την ίδια την ύπαρξη του αγαθού ως μέσου.80 Επομένως, η χρησιμότητα X μονάδων ενός αγαθού είναι πάντοτε μεγαλύτερη από τη χρησιμότητα X − 1 μονάδων. Λόγω της αδυναμίας μέτρησης, είναι αδύνατον να προσδιοριστεί κατά πόσο η μία αξία είναι μεγαλύτερη από την άλλη. Τώρα τίθεται το ερώτημα: Από ποια χρησιμότητα, από ποιον σκοπό παραιτείται ο δρων επειδή στερείται μία μονάδα; Προφανώς, παραιτείται από την ικανοποίηση της λιγότερο επιτακτικής από τις ανάγκες που θα ικανοποιούσε το μεγαλύτερο απόθεμα. Έτσι, αν το άτομο χρησιμοποιούσε ένα άλογο για ιππασία αναψυχής και θεωρεί αυτή τη χρήση ως τη λιγότερο σημαντική από τις ανάγκες του που ικανοποιούνταν από τα έξι άλογα, η απώλεια ενός αλόγου θα το αναγκάσει να παραιτηθεί από την ιππασία αναψυχής.
Let us now consider a supply from the point of view of a possible decrease, rather than an increase. Assume that a man has a supply of six (interchangeable) horses. They are engaged in fulfilling his wants. Suppose that he is now faced with the necessity of giving up one horse. It now follows that this smaller stock of means is not capable of rendering as much service to him as the larger supply. This stems from the very existence of the good as a means. Therefore, the utility of X units of a good is always greater than the utility of X – 1 units. Because of the impossibility of measurement, it is impossible to determine by how much greater one value is than the other. Now, the question arises: Which utility, which end, does the actor give up because he is deprived of one unit? Obviously, he gives up the least urgent of the wants which the larger stock would have satisfied. Thus, if the individual was using one horse for pleasure riding, and he considers this the least important of his wants that were fulfilled by the six horses, the loss of a horse will cause him to give up pleasure riding.
Οι αρχές που διέπουν τη χρησιμότητα μιας διαθέσιμης ποσότητας μπορούν να παρασταθούν στο ακόλουθο διάγραμμα κλίμακας αξιών —Σχήμα 3. Εξετάζουμε οποιοδήποτε δεδομένο μέσο, το οποίο μπορεί να διαιρεθεί σε ομοιογενείς μονάδες μιας διαθέσιμης ποσότητας, καθεμία εναλλάξιμη με τις άλλες και ικανή να παρέχει υπηρεσία ίση με εκείνη των άλλων μονάδων. Η διαθέσιμη ποσότητα πρέπει να είναι σπάνια σε σχέση με τους σκοπούς που είναι ικανή να εκπληρώσει· διαφορετικά, δεν θα αποτελούσε αγαθό, αλλά συνθήκη της ανθρώπινης ευημερίας. Υποθέτουμε, για λόγους απλούστευσης, ότι υπάρχουν 10 σκοποί τους οποίους θα μπορούσε να εκπληρώσει το μέσο και ότι κάθε μονάδα του μέσου είναι ικανή να εξυπηρετήσει έναν από αυτούς.
Αν η διαθέσιμη ποσότητα του αγαθού είναι 6 μονάδες, τότε οι πρώτοι έξι σκοποί, καταταγμένοι κατά σειρά σπουδαιότητας από το άτομο που αξιολογεί, είναι εκείνοι που εκπληρώνονται. Οι σκοποί που κατέχουν τις θέσεις 7–10 παραμένουν ανεκπλήρωτοι. Αν υποθέσουμε ότι το απόθεμα αποκτήθηκε σε διαδοχικές μονάδες, τότε η πρώτη μονάδα διατέθηκε για την εκπλήρωση του σκοπού 1, η δεύτερη χρησιμοποιήθηκε για την εξυπηρέτηση του σκοπού 2 κ.ο.κ. Η έκτη μονάδα χρησιμοποιήθηκε για την εξυπηρέτηση του σκοπού 6. Οι τελείες δείχνουν πώς χρησιμοποιήθηκαν οι μονάδες για τους διαφορετικούς σκοπούς, και το βέλος δείχνει την κατεύθυνση που ακολούθησε η διαδικασία, δηλαδή ότι οι σημαντικότεροι σκοποί εξυπηρετήθηκαν πρώτοι, οι αμέσως επόμενοι δεύτεροι κ.ο.κ. Το διάγραμμα απεικονίζει τους προαναφερθέντες νόμους ότι η χρησιμότητα —η αξία— περισσότερων μονάδων είναι μεγαλύτερη από τη χρησιμότητα λιγότερων μονάδων και ότι η χρησιμότητα κάθε διαδοχικής μονάδας μειώνεται καθώς αυξάνεται η διαθέσιμη ποσότητα.
The principles involved in the utility of a supply may be illustrated in the following value-scale diagram (Figure 3). We are considering any given means, which is divisible into homogeneous units of a supply, each interchangeable and capable of giving service equal to that of the other units. The supply must be scarce in relation to the ends that it is capable of fulfilling; otherwise it would not be a good, but a condition of human welfare. We assume for simplicity that there are 10 ends which the means could fulfill, and that each unit of means is capable of serving one of the ends. If the supply of the good is 6 units, then the first six ends, ranked in order of importance by the valuing individual, are the ones that are being satisfied. Ends ranked 7–10 remain unsatisfied. If we assume that the stock arrived in successive units, then the first unit went to satisfy end 1, the second unit was used to serve end 2, etc. The sixth unit was used to serve end 6. The dots indicate how the units were used for the different ends, and the arrow indicates the direction the process took, i.e., that the most important ends were served first; the next, second, etc. The diagram illustrates the aforementioned laws that the utility (value) of more units is greater than the utility of fewer units and that the utility of each successive unit is less as the quantity of the supply increases.
Ας υποθέσουμε τώρα ότι ο δρων βρίσκεται αντιμέτωπος με την ανάγκη να παραιτηθεί από μία μονάδα του αποθέματός του. Το σύνολό του θα είναι 5 αντί για 6 μονάδες. Προφανώς, παραιτείται από την εκπλήρωση του σκοπού που κατέχει την έκτη θέση και εξακολουθεί να εκπληρώνει τους σημαντικότερους σκοπούς 1–5. Λόγω της εναλλαξιμότητας των μονάδων, δεν έχει σημασία για αυτόν ποια από τις έξι μονάδες πρέπει να χάσει· το ουσιώδες είναι ότι θα παραιτηθεί από την εξυπηρέτηση αυτού του έκτου σκοπού. Εφόσον η δράση λαμβάνει υπόψη μόνο το παρόν και το μέλλον, όχι το παρελθόν, δεν έχει σημασία για αυτόν ποιες μονάδες απέκτησε πρώτες στο παρελθόν. Ασχολείται μόνο με το απόθεμα που διαθέτει τώρα. Με άλλα λόγια, ας υποθέσουμε ότι το έκτο άλογο που είχε αποκτήσει προηγουμένως —με το όνομα «Seabiscuit»— το είχε διαθέσει για ιππασία αναψυχής. Ας υποθέσουμε ότι τώρα πρέπει να χάσει ένα άλλο άλογο —το «Man o’ War»—, το οποίο είχε αποκτήσει νωρίτερα και το οποίο εκτελούσε το σημαντικότερο, για αυτόν, έργο της έλξης μιας άμαξας. Και πάλι θα παραιτηθεί από τον σκοπό 6, μεταφέροντας απλώς το Seabiscuit από αυτή τη λειτουργία στην έλξη της άμαξας. Αυτή η συνέπεια απορρέει από την εναλλαξιμότητα των μονάδων, όπως αυτή ορίστηκε, και από τη μη συνεκτίμηση παρελθόντων γεγονότων που δεν έχουν συνέπειες για το παρόν και το μέλλον.
Now, suppose the actor is faced with the necessity of giving up one unit of his stock. His total will be 5 instead of 6 units. Obviously, he gives up satisfying the end ranked sixth, and continues to satisfy the more important ends 1–5. As a result of the interchangeability of units, it does not matter to him which of the six units he must lose; the point is that he will give up serving this sixth end. Since action considers only the present and the future not the past, it does not matter to him which units he acquired first in the past. He deals only with his presently available stock. In other words, suppose that the sixth horse that he had previously acquired (named “Seabiscuit”) he had placed in the service of pleasure riding. Suppose that he now must lose another horse (“Man o’ War”) which had arrived earlier, and which was engaged in the more important duty (to him) of leading a wagon. He will still give up end 6 by simply transferring Seabiscuit from this function to the wagon-leading end. This consequence follows from the defined interchangeability of units and from disregard of past events which are of no consequence for the present and the future.
Έτσι, ο δρων παραιτείται από τη χαμηλότερα καταταγμένη ανάγκη την οποία ήταν ικανό να ικανοποιήσει το αρχικό απόθεμα —στην περίπτωση αυτή, έξι μονάδες. Αυτή η μία μονάδα, από την οποία πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο να παραιτηθεί, ονομάζεται οριακή μονάδα. Είναι η μονάδα «στο όριο». Αυτός ο λιγότερο σημαντικός σκοπός που εκπληρώνεται από το απόθεμα είναι γνωστός ως η ικανοποίηση που παρέχει η οριακή μονάδα ή η χρησιμότητα της οριακής μονάδας —εν συντομία: η οριακή ικανοποίηση ή οριακή χρησιμότητα. Αν η οριακή μονάδα είναι μία μονάδα, τότε η οριακή χρησιμότητα της διαθέσιμης ποσότητας είναι ο σκοπός από τον οποίο πρέπει να παραιτηθεί ο δρων ως αποτέλεσμα της απώλειας της μονάδας. Στο Σχήμα 3, η οριακή χρησιμότητα κατέχει την έκτη θέση μεταξύ των σκοπών. Αν η διαθέσιμη ποσότητα αποτελούνταν από τέσσερις μονάδες και ο δρων βρισκόταν αντιμέτωπος με την ανάγκη να παραιτηθεί από μία μονάδα, τότε η αξία της οριακής μονάδας, ή η οριακή χρησιμότητα, θα κατείχε την τέταρτη θέση. Αν το απόθεμα αποτελούνταν από μία μονάδα και έπρεπε να την αποχωριστεί, η αξία της οριακής μονάδας θα κατείχε την πρώτη θέση —θα ήταν η αξία του υψηλότερα καταταγμένου σκοπού.
Thus, the actor gives up the lowest-ranking want that the original stock (in this case, six units) was capable of satisfying. This one unit that he must consider giving up is called the marginal unit. It is the unit “at the margin.” This least important end fulfilled by the stock is known as the satisfaction provided by the marginal unit, or the utility of the marginal unit—in short: the marginal satisfaction, or marginal utility. If the marginal unit is one unit, then the marginal utility of the supply is the end that must be given up as the result of a loss of the unit. In Figure 3, the marginal utility is ranked sixth among the ends. If the supply consisted of four units, and the actor were faced with the necessity of giving up one unit, then the value of the marginal unit, or the marginal utility, would have a rank of four. If the stock consisted of one unit, and this had to be given up, the value of the marginal unit would be one—the value of the highest-ranked end.
Είμαστε πλέον σε θέση να ολοκληρώσουμε έναν σημαντικό νόμο που υποδείχθηκε παραπάνω, αλλά με διαφορετική διατύπωση: Όσο μεγαλύτερη είναι η διαθέσιμη ποσότητα ενός αγαθού τόσο χαμηλότερη είναι η οριακή χρησιμότητα· όσο μικρότερη είναι η διαθέσιμη ποσότητα τόσο υψηλότερη είναι η οριακή χρησιμότητα. Αυτός ο θεμελιώδης νόμος της οικονομικής επιστήμης έχει συναχθεί από το θεμελιώδες αξίωμα της ανθρώπινης δράσης· είναι ο νόμος της οριακής χρησιμότητας, γνωστός επίσης ως νόμος της φθίνουσας οριακής χρησιμότητας. Και εδώ πρέπει να τονιστεί ότι η «χρησιμότητα» δεν είναι απόλυτη αριθμητική ποσότητα που υπόκειται σε διαδικασίες μέτρησης, όπως η πρόσθεση, ο πολλαπλασιασμός κ.λπ. Είναι ένας τακτικός αριθμός που μπορεί να εκφραστεί μόνο με όρους υψηλότερης ή χαμηλότερης θέσης στις προτιμήσεις των ανθρώπων.
We are now in a position to complete an important law indicated above, but with different phraseology: The greater the supply of a good, the lower the marginal utility; the smaller the supply, the higher the marginal utility. This fundamental law of economics has been derived from the fundamental axiom of human action; it is the law of marginal utility, sometimes known as the law of diminishing marginal utility. Here again, it must be emphasized that “utility” is not a cardinal quantity subject to the processes of measurement, such as addition, multiplication, etc. It is a ranked number expressible only in terms of higher or lower order in the preferences of men.
Αυτός ο νόμος της οριακής χρησιμότητας ισχύει για όλα τα αγαθά, ανεξάρτητα από το μέγεθος της μονάδας που εξετάζεται. Το μέγεθος της μονάδας θα είναι εκείνο που υπεισέρχεται στη συγκεκριμένη ανθρώπινη δράση, αλλά, όποιο και αν είναι, ισχύει η ίδια αρχή. Έτσι, αν σε ορισμένες καταστάσεις ο δρων πρέπει να εξετάσει μόνο ζεύγη αλόγων ως μονάδες που προστίθενται στο απόθεμά του ή αφαιρούνται από αυτό, αντί για μεμονωμένα άλογα, θα σχηματίσει μια νέα και συντομότερη κλίμακα σκοπών, με λιγότερες μονάδες διαθέσιμης ποσότητας προς εξέταση. Στη συνέχεια θα ακολουθήσει μια παρόμοια διαδικασία διάθεσης μέσων για την εξυπηρέτηση σκοπών και θα παραιτηθεί από τον σκοπό στον οποίο αποδίδει τη μικρότερη αξία, αν χάσει μία μονάδα της διαθέσιμης ποσότητας. Οι σκοποί θα καταταχθούν απλώς με όρους εναλλακτικών χρήσεων ζευγών αλόγων, αντί μεμονωμένων αλόγων.
This law of marginal utility holds for all goods, regardless of the size of the unit considered. The size of the unit will be the one that enters into concrete human action, but whatever it is, the same principle applies. Thus, if in certain situations, the actor must consider only pairs of horses as the units to add or subtract from his stock, instead of the individual horses, he will construct a new and shorter scale of ends with fewer units of supply to consider. He will then go through a similar process of assigning means to serve ends and will give up the least valued end should he lose a unit of supply. The ends will simply be ranked in terms of the alternative uses of pairs of horses, instead of single horses.
Τι συμβαίνει αν ένα αγαθό δεν μπορεί να διαιρεθεί σε ομοιογενείς μονάδες για τους σκοπούς της δράσης; Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες το αγαθό πρέπει να αντιμετωπιστεί ως σύνολο στην ανθρώπινη δράση. Ισχύει ο νόμος της οριακής χρησιμότητας σε μια τέτοια περίπτωση; Ο νόμος ισχύει, αφού τότε αντιμετωπίζουμε τη διαθέσιμη ποσότητα ως αποτελούμενη από μία μονάδα. Σε αυτή την περίπτωση, η οριακή μονάδα είναι ίση σε μέγεθος με τη συνολική ποσότητα που κατέχει ή επιθυμεί ο δρων. Η αξία της οριακής μονάδας αντιστοιχεί στην πρώτη θέση της κατάταξης των σκοπών που θα μπορούσε να εξυπηρετήσει το αγαθό ως σύνολο. Έτσι, αν ένα άτομο πρέπει να αποχωριστεί ολόκληρο το απόθεμά του των έξι αλόγων ή να αποκτήσει ένα απόθεμα έξι αλόγων μαζί, τα έξι άλογα αντιμετωπίζονται ως μία μονάδα. Η οριακή χρησιμότητα της διαθέσιμης ποσότητάς του θα αντιστοιχούσε τότε στον πρώτο κατά σειρά σκοπό που θα μπορούσε να εξυπηρετήσει η μονάδα των έξι αλόγων.
What if a good cannot be divided into homogeneous units for purposes of action? There are cases where the good must be treated as a whole in human action. Does the law of marginal utility apply in such a case? The law does apply, since we then treat the supply as consisting of one unit. In this case, the marginal unit is equal in size to the total supply possessed or desired by the actor. The value of the marginal unit is equal to the first rank of the ends which the total good could serve. Thus, if an individual must dispose of his whole stock of six horses, or acquire a stock of six horses together, the six horses are treated as one unit. The marginal utility of his supply would then be equal to the first-ranking end that the unit of six horses could supply.
Αν, όπως παραπάνω, εξετάσουμε την περίπτωση προσθηκών αντί μειώσεων του αποθέματος, θυμόμαστε ότι ο νόμος που συνήχθη για αυτή την κατάσταση ήταν ότι, καθώς αυξάνεται η διαθέσιμη ποσότητα, μειώνεται η χρησιμότητα κάθε πρόσθετης μονάδας. Αυτή όμως η πρόσθετη μονάδα είναι ακριβώς η οριακή μονάδα. Έτσι, αν, αντί να μειώσουμε τη διαθέσιμη ποσότητα από έξι σε πέντε άλογα, την αυξήσουμε από πέντε σε έξι, η αξία του πρόσθετου αλόγου ισούται με την αξία του σκοπού που κατέχει την έκτη θέση —ας πούμε, της ιππασίας αναψυχής. Πρόκειται για την ίδια οριακή μονάδα, με την ίδια χρησιμότητα, όπως στην περίπτωση της μείωσης του αποθέματος από έξι σε πέντε. Επομένως, ο νόμος που συνήχθη προηγουμένως ήταν απλώς μια άλλη μορφή του νόμου της οριακής χρησιμότητας. Όσο μεγαλύτερη είναι η διαθέσιμη ποσότητα ενός αγαθού τόσο χαμηλότερη είναι η οριακή χρησιμότητα· όσο μικρότερη είναι η διαθέσιμη ποσότητα τόσο υψηλότερη είναι η οριακή χρησιμότητα. Αυτό ισχύει είτε η οριακή μονάδα είναι η μονάδα μείωσης του αποθέματος είτε είναι η μονάδα προσθήκης στο απόθεμα, όταν ο δρων εξετάζει αυτές τις μεταβολές. Αν η διαθέσιμη ποσότητα ενός αγαθού που κατέχει ένας άνθρωπος ισούται με X μονάδες και αυτός εξετάζει την προσθήκη μίας μονάδας, αυτή είναι η οριακή μονάδα. Αν η διαθέσιμη ποσότητά του είναι X + 1 μονάδες και εξετάζει την απώλεια μίας μονάδας, και αυτή είναι η οριακή του μονάδα, και η αξία της είναι ίδια με την προηγούμενη —υπό την προϋπόθεση ότι οι σκοποί του και η κατάταξή τους είναι ίδιοι και στις δύο περιπτώσεις.
If, as above, we consider the case of additions instead of decreases to stock, we recall that the law derived for this situation was that as the quantity of supply increases, the utility of each additional unit decreases. Yet this additional unit is precisely the marginal unit. Thus, if instead of decreasing the supply from six to five horses, we increase it from five to six, the value of the additional horse is equal to the value of the sixth-ranking end—say, pleasure riding. This is the same marginal unit, with the same utility, as in the case of decreasing the stock from six to five. Thus, the law derived previously was simply another form of the law of marginal utility. The greater the supply of a good, the lower the marginal utility; the smaller the supply, the higher the marginal utility. This is true whether or not the marginal unit is the unit of decrease of stock or the unit of addition to stock, when these are considered by the actor. If a man’s supply of a good equals X units, and he is considering the addition of one unit, this is the marginal unit. If his supply is X + 1 units, and he is considering the loss of one unit, this too is his marginal unit, and its value is identical with the former (provided that his ends and their ranking are the same in both cases).
Εξετάσαμε τους νόμους της χρησιμότητας όπως εφαρμόζονται σε κάθε αγαθό που αποτελεί αντικείμενο ανθρώπινης δράσης. Τώρα πρέπει να υποδείξουμε τη σχέση μεταξύ διαφόρων αγαθών. Είναι προφανές ότι στην ανθρώπινη δράση υπάρχουν περισσότερα από ένα αγαθά. Αυτό έχει ήδη αποδειχθεί οριστικά, αφού καταδείχθηκε ότι πρέπει να υπάρχουν περισσότεροι από ένας συντελεστές παραγωγής και, επομένως, περισσότερα από ένα αγαθά. Το Σχήμα 4 παρακάτω παρουσιάζει τη σχέση μεταξύ των διαφόρων αγαθών στην ανθρώπινη δράση. Εδώ εξετάζονται οι κλίμακες αξιών δύο αγαθών —του X και του Y. Για κάθε αγαθό ισχύει ο νόμος της οριακής χρησιμότητας, και η σχέση μεταξύ διαθέσιμης ποσότητας και αξίας αποκαλύπτεται στο διάγραμμα για κάθε αγαθό. Για λόγους απλούστευσης, ας υποθέσουμε ότι το X είναι άλογα και το Y αγελάδες και ότι οι κλίμακες αξιών που αντιπροσωπεύουν εκείνες του ατόμου είναι οι ακόλουθες — χαράσσονται οριζόντιες γραμμές μέσα από κάθε σκοπό για να καταδειχθεί η σχέση στην κατάταξη των σκοπών των δύο αγαθών: Ο σκοπός Y-1 κατατάσσεται υψηλότερα —ας πούμε, η πρώτη αγελάδα· κατόπιν οι σκοποί X-1, X-2 και X-3 —το πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο άλογο· Y-2· Y-3· X-4· Y-4· X-5· Y-5· X-6· X-7· Y-6· Y-7.
We have dealt with the laws of utility as they apply to each good treated in human action. Now we must indicate the relationship among various goods. It is obvious that more than one good exists in human action. This has already been definitely proven, since it was demonstrated that more than one factor of production, hence more than one good, must exist. Figure 4 below demonstrates the relationship between the various goods in human action. Here the value scales of two goods are considered—X and Y. For each good, the law of marginal utility holds, and the relation between supply and value is revealed in the diagram for each good. For simplicity, let us assume that X is horses and Y cows, and that the value scales representing those held by the individual are as follows (horizontal lines are drawn through each end to demonstrate the relationship in the ranking of the ends of the two goods): End Y-1 is ranked highest (say, cow one); then ends X-1, X-2, and X-3 (horses one, two, and three); Y-2; Y-3; X-4; Y-4; X-5; Y-5; X-6; X-7; Y-6; Y- 7.
Οι κλίμακες αξιών του ανθρώπου θα αποκαλύψουν τώρα τις επιλογές του μεταξύ εναλλακτικών δράσεων σχετικά με αυτά τα δύο αγαθά. Ας υποθέσουμε ότι το απόθεμά του είναι: 3Y —αγελάδες— και 4X —άλογα.
Βρίσκεται αντιμέτωπος με την επιλογή να παραιτηθεί είτε από μία αγελάδα είτε από ένα άλογο. Θα επιλέξει την εναλλακτική που θα του στερήσει τον σκοπό με τη μικρότερη δυνατή αξία. Εφόσον η οριακή χρησιμότητα κάθε αγαθού ισούται με την αξία του λιγότερο σημαντικού σκοπού τον οποίο θα στερούνταν, συγκρίνει την οριακή χρησιμότητα του X με την οριακή χρησιμότητα του Y. Σε αυτή την περίπτωση, η οριακή μονάδα του X κατέχει τη θέση X-4 και η οριακή μονάδα του Y τη θέση Y-3. Ο σκοπός Y-3, όμως, κατατάσσεται υψηλότερα στην κλίμακα αξιών του από τον X-4. Επομένως, η οριακή χρησιμότητα του Y είναι, στην περίπτωση αυτή, υψηλότερη —ή μεγαλύτερη— από την οριακή χρησιμότητα του X. Εφόσον θα παραιτηθεί από τη χαμηλότερη δυνατή χρησιμότητα, θα παραιτηθεί από μία μονάδα του X. Έτσι, όταν καλείται να επιλέξει από ποιες μονάδες αγαθών θα παραιτηθεί, θα παραιτηθεί από το αγαθό του οποίου οι μονάδες έχουν τη χαμηλότερη οριακή χρησιμότητα στην κλίμακα αξιών του. Ας υποθέσουμε ένα άλλο παράδειγμα: ότι το απόθεμά του είναι τρία άλογα και δύο αγελάδες. Έχει την επιλογή να παραιτηθεί από 1X ή από 1Y. Σε αυτή την περίπτωση, η οριακή χρησιμότητα του Y κατατάσσεται στη θέση Y-2 και εκείνη του X στη θέση X-3. Ο X-3, όμως, κατέχει υψηλότερη θέση στην κλίμακα αξιών του από τον Y-2, και επομένως η οριακή χρησιμότητα του Y είναι σε αυτό το σημείο χαμηλότερη από την οριακή χρησιμότητα του X. Παραιτείται από μία μονάδα του Y.
Now, the man’s value scales will reveal his choices involving alternatives of action in regard to these two goods. Suppose that his stock is: 3Y (cows) and 4X (horses). He is faced with the alternative of giving up either one cow or one horse. He will choose the alternative that will deprive him of the least valued end possible. Since the marginal utility of each good is equal to the value of the least important end of which he would be deprived, he compares the marginal utility of X with the marginal utility of Y. In this case, the marginal unit of X has a rank of X- 4, and the marginal unit of Y has a rank of Y-3. But the end Y- 3 is ranked higher on his value scale than X-4. Hence, the marginal utility of Y is in this case higher than (or greater than) the marginal utility of X. Since he will give up the lowest possible utility, he will give up one unit of X. Thus, presented with a choice of units of goods to give up, he will give up the good with units of lowest marginal utility on his value scale. Suppose another example: that his stock is three horses and two cows. He has the alternative of giving up 1X or 1Y. In this case, the marginal utility of Y is ranked at Y-2, and that of X is ranked at X-3. But X-3 occupies a higher position on his value scale than Y-2, and therefore the marginal utility of Y is at this point lower than the marginal utility of X. He gives up a unit of Y.
Το αντίστροφο συμβαίνει αν ο άνθρωπος πρέπει να επιλέξει μεταξύ της αύξησης του αποθέματός του κατά μία μονάδα του X ή κατά μία μονάδα του Y. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι το απόθεμά του είναι τέσσερις μονάδες του X και τέσσερις μονάδες του Y. Πρέπει να επιλέξει μεταξύ της προσθήκης ενός αλόγου ή μιας αγελάδας. Συγκρίνει τότε την οριακή χρησιμότητα της αύξησης, δηλαδή την αξία της σημαντικότερης από τις ανάγκες που δεν έχουν ακόμη ικανοποιηθεί. Η οριακή χρησιμότητα του X κατατάσσεται τότε στη θέση X-5· του Y στη θέση Y-5. Ο X-5, όμως, κατατάσσεται υψηλότερα από τον Y-5 στην κλίμακα αξιών του, και επομένως θα επιλέξει τον πρώτο. Έτσι, όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με την επιλογή προσθήκης μονάδων αγαθών, θα επιλέξει τη μονάδα με την υψηλότερη οριακή χρησιμότητα στην κλίμακα αξιών του.
The converse occurs if the man must choose between the alternative of increasing his stock by either one unit of X or one unit of Y. Thus, suppose that his stock is four units of X and four units of Y. He must choose between adding one horse or one cow. He then compares the marginal utility of increase, i.e., the value of the most important of the not yet satisfied wants. The marginal utility of X is then ranked at X-5; of Y at Y-5. But X-5 ranks higher than Y-5 on his value scale, and he will therefore choose the former. Thus, faced with the choice of adding units of goods, he will choose the unit of highest marginal utility on his value scale.
Ένα ακόμη παράδειγμα: Προηγουμένως είδαμε ότι ο άνθρωπος με απόθεμα (4X, 3Y), αν καλούνταν να επιλέξει να παραιτηθεί από μία μονάδα είτε του X είτε του Y, θα παραιτούνταν από τη μονάδα του X, η οποία έχει χαμηλότερη οριακή χρησιμότητα. Με άλλα λόγια, θα προτιμούσε ένα απόθεμα (3X, 3Y) από ένα απόθεμα (4X, 2Y). Ας υποθέσουμε τώρα ότι διαθέτει απόθεμα (3X, 3Y) και καλείται να επιλέξει την προσθήκη μίας μονάδας του X ή μίας μονάδας του Y. Εφόσον η οριακή χρησιμότητα της αύξησης του X είναι μεγαλύτερη από εκείνη του Y, θα επιλέξει να προσθέσει τη μονάδα του X και να καταλήξει σε απόθεμα (4X, 3Y) αντί για (3X, 4Y). Ο αναγνώστης μπορεί να προσδιορίσει τις υποθετικές επιλογές για όλους τους δυνατούς συνδυασμούς του αποθέματος του δρώντος.
Another example: Previously, we saw that the man in a position of (4X, 3Y) would, if faced with the choice of giving up one unit of either X or Y, give up the unit of X, with a lower marginal utility. In other words, he would prefer a position of (3X, 3Y) to (4X, 2Y). Now suppose he is in a position of (3X, 3Y) and faced with the choice of adding one unit of X or one unit of Y. Since the marginal utility of the increased X is greater than that of Y, he will choose to add the unit of X and to arrive at a position of (4X, 3Y) rather than (3X, 4Y). The reader can work out the hypothetical choices for all the possible combinations of the actor’s stock.
Είναι προφανές ότι, κατά την πράξη της επιλογής μεταξύ παραίτησης από μονάδες ή προσθήκης μονάδων είτε του X είτε του Y, ο δρων πρέπει ουσιαστικά να έχει τοποθετήσει και τα δύο αγαθά σε μία και μοναδική, ενιαία κλίμακα αξιών. Αν δεν μπορούσε να τοποθετήσει τα X και Y σε μία κλίμακα αξιών για σύγκριση, δεν θα μπορούσε να είχε προσδιορίσει ότι η οριακή χρησιμότητα της τέταρτης μονάδας του X ήταν υψηλότερη από εκείνη της τέταρτης μονάδας του Y. Το ίδιο το γεγονός της δράσης κατά την επιλογή μεταξύ περισσότερων του ενός αγαθών συνεπάγεται ότι οι μονάδες αυτών των αγαθών πρέπει να έχουν καταταχθεί για σύγκριση σε μία κλίμακα αξιών του δρώντος. Ο δρων δεν μπορεί να μετρήσει τις διαφορές χρησιμότητας, αλλά πρέπει να κατατάσσει όλα τα εξεταζόμενα αγαθά σε μία κλίμακα αξιών. Επομένως, θα πρέπει στην πραγματικότητα να θεωρήσουμε τους σκοπούς που εξυπηρετούνται από τα δύο μέσα ως καταταγμένους σε μία κλίμακα αξιών ως εξής:
It is evident that in the act of choosing between giving up or adding units of either X or Y, the actor must have, in effect, placed both goods on a single, unitary value scale. Unless he could place X and Y on one value scale for comparison, he could not have determined that the marginal utility of the fourth unit of X was higher than that of the fourth unit of Y. The very fact of action in choosing between more than one good implies that the units of these goods must have been ranked for comparison on one value scale of the actor. The actor may not and cannot measure differences in utility, but he must be engaged in ranking all the goods considered on one value scale. Thus, we should actually consider the ends served by the two means as ranked on one value scale as follows:
Αυτές οι αρχές μπορούν να επεκταθούν από δύο σε οποιονδήποτε αριθμό αγαθών. Ανεξάρτητα από τον αριθμό των αγαθών, κάθε άνθρωπος θα έχει πάντοτε έναν ορισμένο συνδυασμό μονάδων τους στο απόθεμά του. Μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με την επιλογή να παραιτηθεί από μία μονάδα οποιουδήποτε αγαθού επιλέξει. Κατατάσσοντας τα διάφορα αγαθά και τους σκοπούς που εξυπηρετούν οι σχετικές μονάδες, ο δρων θα παραιτηθεί από τη μονάδα εκείνου του αγαθού του οποίου η οριακή χρησιμότητα για αυτόν είναι η χαμηλότερη. Ομοίως, με οποιονδήποτε δεδομένο συνδυασμό αγαθών στο απόθεμά του και αντιμέτωπος με την επιλογή να προσθέσει μία μονάδα οποιουδήποτε από τα διαθέσιμα αγαθά, ο δρων θα επιλέξει εκείνο το αγαθό του οποίου η οριακή χρησιμότητα της αύξησης θα είναι η υψηλότερη. Με άλλα λόγια, όλα τα αγαθά κατατάσσονται σε μία κλίμακα αξιών σύμφωνα με τους σκοπούς που εξυπηρετούν.
These principles permit of being extended from two to any number of goods. Regardless of the number of goods, any man will always have a certain combination of units of them in his stock. He may be faced with the choice of giving up one unit of any good that he might choose. By ranking the various goods and the ends served by the relevant units, the actor will give up the unit of that good of which the marginal utility to him is the lowest. Similarly, with any given combination of goods in his stock, and faced with the choice of adding one unit of any of the goods available, the actor will choose that good whose marginal utility of increase will be highest. In other words, all the goods are ranked on one value scale in accordance with the ends they serve.
Αν ο δρων δεν κατέχει καμία μονάδα ορισμένων αγαθών, αυτό δεν επηρεάζει την αρχή. Έτσι, αν δεν κατέχει καμία μονάδα του X ή του Y και πρέπει να επιλέξει μεταξύ της προσθήκης μίας μονάδας του X ή μίας μονάδας του Y, θα επιλέξει την οριακή μονάδα με τη μεγαλύτερη χρησιμότητα, στην περίπτωση αυτή του Y. Η αρχή επεκτείνεται εύκολα στην περίπτωση n αγαθών.
If the actor has no units of some goods in his possession, this does not affect the principle. Thus, if he has no units of X or Y in his possession, and he must choose between adding a unit of X or one unit of Y, he will choose the marginal unit of greatest utility, in this case, Y. The principle is easily extended to the case of n goods.
Πρέπει να επαναληφθεί εδώ ότι οι κλίμακες αξιών δεν υπάρχουν εν κενώ, χωριστά από τις συγκεκριμένες επιλογές δράσης. Έτσι, αν ο δρων έχει απόθεμα (3X, 4Y, 2Z, …), οι επιλογές του για προσθήκες στο απόθεμα και αφαιρέσεις από αυτό πραγματοποιούνται σε αυτή την περιοχή, και δεν χρειάζεται να διατυπώσει υποθετικές κλίμακες αξιών για να προσδιορίσει ποιες θα ήταν οι επιλογές του αν το απόθεμά του ήταν (6X, 8Y, 5Z, …). Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα την πορεία των επιλογών του, παρά μόνο ότι θα ακολουθούν τον νόμο της οριακής χρησιμότητας, ο οποίος συνήχθη παραγωγικά από το αξίωμα της δράσης.
It must be reiterated here that value scales do not exist in a void apart from the concrete choices of action. Thus, if the actor has a stock of (3X, 4Y, 2Z, etc.), his choices for adding and subtracting from stock take place in this region, and there is no need for him to formulate hypothetical value scales to determine what his choices would have been if his stock were (6X, 8Y, 5Z, etc.). No one can predict with certainty the course of his choices except that they will follow the law of marginal utility, which was deduced from the axiom of action.
Η λύση του παραδόξου της αξίας που αναφέρθηκε παραπάνω είναι τώρα απολύτως σαφής. Αν ένας άνθρωπος προτιμά μία ουγγιά πλατίνας από πέντε φραντζόλες ψωμί, επιλέγει μεταξύ μονάδων των δύο αγαθών με βάση τη διαθέσιμη ποσότητα. Με βάση τη διαθέσιμη ποσότητα πλατίνας και ψωμιού, η οριακή χρησιμότητα μιας μονάδας πλατίνας είναι μεγαλύτερη από την οριακή χρησιμότητα μιας μονάδας ψωμιού.81
The solution of the value paradox mentioned above is now fully clear. If a man prefers one ounce of platinum to five loaves of bread, he is choosing between units of the two goods based on the supply available. On the basis of the available supply of platinum and of bread, the marginal utility of a unit of platinum is greater than the marginal utility of a unit of bread.
6. Συντελεστές παραγωγής: Ο νόμος των αποδόσεων
↗ στη σελίδα του βιβλίου6. Factors of Production: The Law of Returns
Καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η αξία κάθε μονάδας οποιουδήποτε αγαθού ισούται με την οριακή χρησιμότητά της σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή και ότι αυτή η αξία καθορίζεται από τη σχέση μεταξύ της κλίμακας αναγκών του δρώντος και του διαθέσιμου αποθέματος αγαθών. Γνωρίζουμε ότι υπάρχουν δύο τύποι αγαθών: τα καταναλωτικά αγαθά, τα οποία εξυπηρετούν άμεσα τις ανθρώπινες ανάγκες, και τα παραγωγικά αγαθά, τα οποία συμβάλλουν στην παραγωγική διαδικασία ώστε τελικά να παραχθούν καταναλωτικά αγαθά. Είναι σαφές ότι η χρησιμότητα ενός καταναλωτικού αγαθού είναι ο σκοπός που εξυπηρετείται άμεσα. Η χρησιμότητα ενός παραγωγικού αγαθού είναι η συμβολή του στην παραγωγή καταναλωτικών αγαθών. Καθώς η αξία καταλογίζεται προς τα πίσω, από τους σκοπούς στα καταναλωτικά αγαθά και διαμέσου των διαφόρων τάξεων παραγωγικών αγαθών, η χρησιμότητα οποιουδήποτε παραγωγικού αγαθού είναι η συμβολή του στο προϊόν του —στο παραγωγικό αγαθό κατώτερου σταδίου ή στο καταναλωτικό αγαθό.
We have concluded that the value of each unit of any good is equal to its marginal utility at any point in time, and that this value is determined by the relation between the actor’s scale of wants and the stock of goods available. We know that there are two types of goods: consumers’ goods, which directly serve human wants, and producers’ goods, which aid in the process of production eventually to produce consumers’ goods. It is clear that the utility of a consumers’ good is the end directly served. The utility of a producers’ good is its contribution in producing consumers’ goods. With value imputed backward from ends to consumers’ goods through the various orders of producers’ goods, the utility of any producers’ good is its contribution to its product—the lower-stage producers’ good or the consumers’ good.
Όπως εξετάστηκε παραπάνω, το ίδιο το γεγονός της αναγκαιότητας παραγωγής καταναλωτικών αγαθών συνεπάγεται σπανιότητα των συντελεστών παραγωγής. Αν οι συντελεστές παραγωγής σε κάθε στάδιο δεν ήταν σπάνιοι, τότε θα υπήρχαν απεριόριστες διαθέσιμες ποσότητες συντελεστών του αμέσως κατώτερου σταδίου. Ομοίως, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι, σε κάθε στάδιο παραγωγής, το προϊόν πρέπει να παράγεται από περισσότερους του ενός σπάνιους συντελεστές παραγωγής ανώτερης τάξης. Αν μόνο ένας συντελεστής ήταν αναγκαίος για τη διαδικασία, τότε η ίδια η διαδικασία δεν θα ήταν αναγκαία και τα καταναλωτικά αγαθά θα ήταν διαθέσιμα σε απεριόριστη αφθονία. Έτσι, σε κάθε στάδιο παραγωγής, τα παραγόμενα αγαθά πρέπει να έχουν παραχθεί με τη βοήθεια περισσότερων του ενός συντελεστών. Οι συντελεστές αυτοί συνεργάζονται στην παραγωγική διαδικασία και ονομάζονται συμπληρωματικοί συντελεστές.
As has been discussed above, the very fact of the necessity of producing consumers’ goods implies a scarcity of factors of production. If factors of production at each stage were not scarce, then there would be unlimited quantities available of factors of the next lower stage. Similarly, it was concluded that at each stage of production, the product must be produced by more than one scarce higher-order factor of production. If only one factor were necessary for the process, then the process itself would not be necessary, and consumers’ goods would be available in unlimited abundance. Thus, at each stage of production, the produced goods must have been produced with the aid of more than one factor. These factors co-operate in the production process and are termed complementary factors.
Οι συντελεστές παραγωγής είναι διαθέσιμοι ως μονάδες μιας ομοιογενούς ποσότητας, όπως ακριβώς και τα καταναλωτικά αγαθά. Με βάση ποιες αρχές θα αξιολογήσει ο δρων μια μονάδα ενός συντελεστή παραγωγής; Θα αξιολογήσει μια μονάδα της διαθέσιμης ποσότητας με βάση το προϊόν με τη χαμηλότερη αξία από το οποίο θα έπρεπε να παραιτηθεί αν στερούνταν τη μονάδα του συντελεστή. Με άλλα λόγια, θα αποδώσει σε κάθε μονάδα ενός συντελεστή αξία ίση με τις ικανοποιήσεις που παρέχει η οριακή του μονάδα —στην περίπτωση αυτή, με τη χρησιμότητα του οριακού του προϊόντος. Το οριακό προϊόν είναι το προϊόν που χάνεται με την απώλεια της οριακής μονάδας, και η αξία του καθορίζεται είτε από το δικό του οριακό προϊόν στο επόμενο στάδιο παραγωγής είτε, αν πρόκειται για καταναλωτικό αγαθό, από τη χρησιμότητα του σκοπού που εκπληρώνει. Έτσι, η αξία που αποδίδεται σε μια μονάδα ενός συντελεστή παραγωγής ισούται με την αξία του οριακού του προϊόντος ή της οριακής του παραγωγικότητας.
Factors of production are available as units of a homogeneous supply, just as are consumers’ goods. On what principles will an actor evaluate a unit of a factor of production? He will evaluate a unit of supply on the basis of the least importantly valued product which he would have to forgo were he deprived of the unit factor. In other words, he will evaluate each unit of a factor as equal to the satisfactions provided by its marginal unit—in this case, the utility of its marginal product. The marginal product is the product forgone by a loss of the marginal unit, and its value is determined either by its marginal product in the next stage of production, or, if it is a consumers’ good, by the utility of the end it satisfies. Thus, the value assigned to a unit of a factor of production is equal to the value of its marginal product, or its marginal productivity.
Εφόσον ο άνθρωπος επιθυμεί να εκπληρώσει όσο το δυνατόν περισσότερους από τους σκοπούς του και στον συντομότερο δυνατό χρόνο —βλ. παραπάνω—, προκύπτει ότι θα επιδιώκει το μέγιστο προϊόν από δεδομένες μονάδες συντελεστών σε κάθε στάδιο παραγωγής. Εφόσον τα αγαθά αποτελούνται από ομοιογενείς μονάδες, η ποσότητά τους μπορεί να μετρηθεί με βάση αυτές τις μονάδες, και ο δρων μπορεί να γνωρίζει πότε είναι διαθέσιμα σε μεγαλύτερη ή μικρότερη ποσότητα. Έτσι, ενώ η αξία και η χρησιμότητα δεν μπορούν να μετρηθούν ή να υποβληθούν σε πρόσθεση, αφαίρεση κ.λπ., οι ποσότητες ομοιογενών μονάδων ενός αποθέματος μπορούν να μετρηθούν. Ένας άνθρωπος γνωρίζει πόσα άλογα ή πόσες αγελάδες έχει και γνωρίζει ότι τέσσερα άλογα αποτελούν διπλάσια ποσότητα από δύο άλογα.
Since man wishes to satisfy as many of his ends as possible, and in the shortest possible time (see above), it follows that he will strive for the maximum product from given units of factors at each stage of production. As long as the goods are composed of homogeneous units, their quantity can be measured in terms of these units, and the actor can know when they are in greater or lesser supply. Thus, whereas value and utility cannot be measured or subject to addition, subtraction, etc., quantities of homogeneous units of a supply can be measured. A man knows how many horses or cows he has, and he knows that four horses are twice the quantity of two horses.
Ας υποθέσουμε ότι ένα προϊόν P —το οποίο μπορεί να είναι παραγωγικό ή καταναλωτικό αγαθό— παράγεται από τρεις συμπληρωματικούς συντελεστές, X, Y και Z. Όλοι τους είναι παραγωγικά αγαθά ανώτερης τάξης. Εφόσον οι διαθέσιμες ποσότητες αγαθών μπορούν να προσδιοριστούν ποσοτικά και εφόσον στη φύση τα ποσοτικά προσδιορισμένα αίτια οδηγούν σε ποσοτικά παρατηρήσιμα αποτελέσματα, είμαστε πάντοτε σε θέση να πούμε ότι: ποσότητα a του X, σε συνδυασμό με ποσότητα b του Y και ποσότητα c του Z, οδηγεί σε ποσότητα p του προϊόντος P.
Assume that a product P (which can be a producers’ good or a consumers’ good) is produced by three complementary factors, X, Y, and Z. These are all higher-order producers’ goods. Since supplies of goods are quantitatively definable, and since in nature quantitative causes lead to quantitatively observable effects, we are always in a position to say that: a quantities of X, combined with b quantities of Y, and c quantities of Z, lead to p quantities of the product P.
Ας υποθέσουμε τώρα ότι διατηρούμε αμετάβλητες τις ποσότητες b και c. Οι ποσότητες a και, επομένως, p μπορούν να μεταβάλλονται ελεύθερα. Η τιμή του a που αποφέρει το μέγιστο p/a, δηλαδή τη μέγιστη μέση απόδοση σε προϊόν ανά μονάδα του συντελεστή, ονομάζεται άριστη ποσότητα του X. Ο νόμος των αποδόσεων ορίζει ότι, όταν η ποσότητα των συμπληρωματικών συντελεστών διατηρείται σταθερή, υπάρχει πάντοτε κάποια άριστη ποσότητα του μεταβαλλόμενου συντελεστή. Καθώς η ποσότητα του μεταβαλλόμενου συντελεστή μειώνεται ή αυξάνεται σε σχέση με την άριστη, το p/a, δηλαδή το μέσο προϊόν ανά μονάδα, μειώνεται. Η ποσοτική έκταση αυτής της μείωσης εξαρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες κάθε περίπτωσης. Καθώς αυξάνεται η διαθέσιμη ποσότητα του μεταβαλλόμενου συντελεστή, λίγο πριν από αυτή την άριστη ποσότητα, η μέση απόδοση σε προϊόν ανά μονάδα του μεταβαλλόμενου συντελεστή αυξάνεται· μετά την άριστη ποσότητα, μειώνεται. Αυτές μπορούν να ονομαστούν καταστάσεις αυξουσών αποδόσεων και φθινουσών αποδόσεων του συντελεστή, με τη μέγιστη απόδοση στο άριστο σημείο.
Now let us assume that we hold the quantitative amounts b and c unchanged. The amounts a and therefore p are free to vary. The value of a yielding the maximum p/a, i.e., the maximum average return of product to the facto, is called the optimum amount of X. The law of returns states that with the quantity of complementary factors held constant, there always exists some optimum amount of the varying factor. As the amount of the varying factor decreases or increases from the optimum, p/a, the average unit product declines. The quantitative extent of that decline depends on the concrete conditions of each case. As the supply of the varying factor increases, just below this optimum, the average return of product to the varying factor is increasing; after the optimum it is decreasing. These may be called states of increasing returns and decreasing returns to the factor, with the maximum return at the optimum point.
Ο νόμος ότι πρέπει να υπάρχει μια τέτοια άριστη ποσότητα μπορεί να αποδειχθεί εξετάζοντας τις συνεπαγωγές του αντιθέτου. Αν δεν υπήρχε άριστη ποσότητα, το μέσο προϊόν θα αυξανόταν επ’ άπειρον καθώς θα αυξανόταν η ποσότητα του συντελεστή X. Δεν θα μπορούσε να αυξάνεται επ’ άπειρον καθώς μειώνεται η ποσότητα, αφού το προϊόν θα είναι μηδέν όταν η ποσότητα του συντελεστή είναι μηδέν. Αν όμως το p/a μπορεί πάντοτε να αυξηθεί απλώς με την αύξηση του a, αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε επιθυμητή ποσότητα του P θα μπορούσε να εξασφαλιστεί απλώς με την αύξηση της διαθέσιμης ποσότητας του X. Αυτό θα σήμαινε ότι η αναλογική ποσότητα των συντελεστών Y και Z θα μπορούσε να είναι οσοδήποτε μικρή· οποιαδήποτε μείωση της διαθέσιμης ποσότητάς τους θα μπορούσε πάντοτε να αντισταθμιστεί, ώστε να αυξηθεί η παραγωγή, με την αύξηση της διαθέσιμης ποσότητας του X. Αυτό θα σήμαινε ότι ο συντελεστής X μπορεί να υποκαταστήσει πλήρως τους συντελεστές Y και Z και ότι η σπανιότητα των τελευταίων δεν θα απασχολούσε τον δρώντα, εφόσον ο συντελεστής X ήταν διαθέσιμος σε αφθονία. Η απουσία μέριμνας για τη σπανιότητά τους, όμως, σημαίνει ότι οι Y και Z δεν θα ήταν πλέον σπάνιοι συντελεστές. Θα απέμενε μόνο ένας σπάνιος συντελεστής, ο X. Έχουμε όμως δει ότι πρέπει να υπάρχουν περισσότεροι του ενός συντελεστές σε κάθε στάδιο παραγωγής. Κατά συνέπεια, η ίδια η ύπαρξη διαφόρων συντελεστών παραγωγής συνεπάγεται ότι η μέση απόδοση σε προϊόν ανά μονάδα κάθε συντελεστή πρέπει να έχει κάποια μέγιστη, ή άριστη, τιμή.
The law that such an optimum must exist can be proved by contemplating the implications of the contrary. If there were no optimum, the average product would increase indefinitely as the quantity of the factor X increased. (It could not increase indefinitely as the quantity decreases, since the product will be zero when the quantity of the factor is zero.) But if p/a can always be increased merely by increasing a, this means that any desired quantity of P could be secured by merely increasing the supply of X. This would mean that the proportionate supply of factors Y and Z can be ever so small; any decrease in their supply can always be compensated to increase production by increasing the supply of X. This would signify that factor X is perfectly substitutable for factors Y and Z and that the scarcity of the latter factors would not be a matter of concern to the actor so long as factor X was available in abundance. But a lack of concern for their scarcity means that Y and Z would no longer be scarce factors. Only one scarce factor, X, would remain. But we have seen that there must be more than one factor at each stage of production. Accordingly, the very existence of various factors of production implies that the average return of product to each factor must have some maximum, or optimum, value.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η άριστη ποσότητα ενός συντελεστή μπορεί να είναι η μόνη ποσότητα που μπορεί να συνεργαστεί αποτελεσματικά στην παραγωγική διαδικασία. Έτσι, σύμφωνα με έναν γνωστό χημικό τύπο, μπορεί να απαιτούνται ακριβώς δύο μέρη υδρογόνου και ένα μέρος οξυγόνου για την παραγωγή μίας μονάδας νερού. Αν η διαθέσιμη ποσότητα οξυγόνου παραμένει σταθερή στη μία μονάδα, τότε οποιαδήποτε διαθέσιμη ποσότητα υδρογόνου μικρότερη από δύο μέρη δεν θα παράγει καθόλου προϊόν, και όλα τα μέρη υδρογόνου πέραν των δύο θα είναι εντελώς άχρηστα. Όχι μόνο ο συνδυασμός δύο μερών υδρογόνου και ενός μέρους οξυγόνου θα είναι ο άριστος συνδυασμός, αλλά αυτή θα είναι και η μόνη ποσότητα υδρογόνου που θα είναι έστω και κατά τι χρήσιμη στην παραγωγική διαδικασία.
In some cases, the optimum amount of a factor may be the only amount that can effectively co-operate in the production process. Thus, by a known chemical formula, it may require precisely two parts of hydrogen and one part of oxygen to produce one unit of water. If the supply of oxygen is fixed at one unit, then any supply of hydrogen under two parts will produce no product at all, and all parts beyond two of hydrogen will be quite useless. Not only will the combination of two hydrogen and one oxygen be the optimum combination, but it will be the only amount of hydrogen that will be at all useful in the production process.
Η σχέση μεταξύ μέσου και οριακού προϊόντος ενός μεταβαλλόμενου συντελεστή μπορεί να φανεί στο υποθετικό παράδειγμα που παρουσιάζεται στον Πίνακα 1. Εδώ έχουμε μια υποθετική εικόνα των αποδόσεων ενός μεταβαλλόμενου συντελεστή, ενώ οι άλλοι συντελεστές παραμένουν σταθεροί. Το μέσο προϊόν ανά μονάδα αυξάνεται έως ότου φτάσει στη μέγιστη τιμή οκτώ, στις πέντε μονάδες του X. Αυτό είναι το άριστο σημείο για τον μεταβαλλόμενο συντελεστή. Το οριακό προϊόν είναι η αύξηση του συνολικού προϊόντος που παρέχει η οριακή μονάδα. Για οποιαδήποτε δεδομένη διαθέσιμη ποσότητα μονάδων του συντελεστή X, η απώλεια μίας μονάδας θα συνεπάγεται απώλεια συνολικού προϊόντος ίση με το οριακό προϊόν.
The relationship between average product and marginal product to a varying factor may be seen in the hypothetical example illustrated in Table 1. Here is a hypothetical picture of the returns to a varying factor, with other factors fixed. The average unit product increases until it reaches a peak of eight at five units of X. This is the optimum point for the varying factor. The marginal product is the increase in total product provided by the marginal unit. At any given supply of units of factor X, a loss of one unit will entail a loss of total product equal to the marginal product.
Έτσι, αν η διαθέσιμη ποσότητα του X αυξηθεί από τρεις σε τέσσερις μονάδες, το συνολικό προϊόν αυξάνεται από 18 σε 30 μονάδες, και αυτή η αύξηση είναι το οριακό προϊόν του X όταν η διαθέσιμη ποσότητά του είναι τέσσερις μονάδες. Ομοίως, αν η διαθέσιμη ποσότητα μειωθεί από τέσσερις σε τρεις μονάδες, το συνολικό προϊόν πρέπει να μειωθεί από 30 σε 18 μονάδες, και επομένως το οριακό προϊόν είναι 12.
Thus, if the supply of X is increased from three units to four units, total product is increased from 18 to 30 units, and this increase is the marginal product of X with a supply of four units. Similarly, if the supply is cut from four units to three units, the total product must be cut from 30 to 18 units, and thus the marginal product is 12.
Είναι προφανές ότι η ποσότητα του X που θα αποφέρει την άριστη τιμή του μέσου προϊόντος δεν είναι κατ’ ανάγκην η ποσότητα που μεγιστοποιεί το οριακό προϊόν του συντελεστή. Συχνά, το οριακό προϊόν φτάνει στη μέγιστη τιμή του πριν από το μέσο προϊόν. Η σχέση που ισχύει πάντοτε μαθηματικά μεταξύ του μέσου και του οριακού προϊόντος ενός συντελεστή είναι ότι, καθώς το μέσο προϊόν αυξάνεται —αύξουσες αποδόσεις—, το οριακό προϊόν είναι μεγαλύτερο από το μέσο προϊόν. Αντιστρόφως, καθώς το μέσο προϊόν μειώνεται —φθίνουσες αποδόσεις —, το οριακό προϊόν είναι μικρότερο από το μέσο προϊόν.82
It is evident that the amount of X that will yield the optimum of average product is not necessarily the amount that maximizes the marginal product of the factor. Often the marginal product reaches its peak before the average product. The relationship that always holds mathematically between the average and the marginal product of a factor is that as the average product increases (increasing returns), the marginal product is greater than the average product. Conversely, as the average product declines (diminishing returns), the marginal product is less than the average product.
Προκύπτει ότι, όταν το μέσο προϊόν βρίσκεται στη μέγιστη τιμή του, ισούται με το οριακό προϊόν.
It follows that when the average product is at a maximum, it equals the marginal product.
Είναι σαφές ότι, όταν μεταβάλλεται ένας μόνο συντελεστής, είναι εύκολο για τον δρώντα να καθορίσει την αναλογία των συντελεστών έτσι ώστε να αποφέρει την άριστη απόδοση για αυτόν τον συντελεστή. Πώς όμως μπορεί ο δρων να καθορίσει έναν άριστο συνδυασμό συντελεστών αν οι διαθέσιμες ποσότητες όλων τους μπορούν να μεταβάλλονται; Αν ένας συνδυασμός ποσοτήτων των X, Y και Z αποφέρει άριστη απόδοση για τον X και ένας άλλος συνδυασμός αποφέρει άριστη απόδοση για τον Y κ.ο.κ., πώς θα προσδιορίσει ο δρων ποιον συνδυασμό να επιλέξει; Εφόσον δεν μπορεί να συγκρίνει ποσοτικά μονάδες του X με μονάδες του Y ή του Z, πώς μπορεί να προσδιορίσει την άριστη αναλογία των συντελεστών; Αυτό αποτελεί θεμελιώδες πρόβλημα της ανθρώπινης δράσης, και οι μέθοδοι επίλυσής του θα εξεταστούν σε επόμενα κεφάλαια.
It is clear that, with one varying factor, it is easy for the actor to set the proportion of factors to yield the optimum return for the factor. But how can the actor set an optimum combination of factors if all of them can be varied in their supply? If one combination of quantities of X, Y, and Z yields an optimum return for X, and another combination yields an optimum return for Y, etc., how is the actor to determine which combination to choose? Since he cannot quantitatively compare units of X with units of Y or Z, how can he determine the optimum proportion of factors? This is a fundamental problem for human action, and its methods of solution will be treated in subsequent chapters.
7. Συντελεστές παραγωγής: Μετατρεψιμότητα και αξιολόγηση
↗ στη σελίδα του βιβλίου7. Factors of Production: Convertibility and Valuation
Οι συντελεστές παραγωγής αξιολογούνται σύμφωνα με την αναμενόμενη συμβολή τους στην τελική παραγωγή καταναλωτικών αγαθών. Οι συντελεστές, ωστόσο, διαφέρουν ως προς τον βαθμό ειδικότητάς τους, δηλαδή ως προς την ποικιλία των καταναλωτικών αγαθών στην παραγωγή των οποίων μπορούν να χρησιμεύσουν. Ορισμένα αγαθά είναι απολύτως ειδικά —είναι χρήσιμα στην παραγωγή ενός και μόνο καταναλωτικού αγαθού. Έτσι, όταν, σε παλαιότερες εποχές, τα εκχυλίσματα του μανδραγόρα θεωρούνταν χρήσιμα για τη θεραπεία ασθενειών, ο μανδραγόρας αποτελούσε έναν απολύτως ειδικό συντελεστή παραγωγής —ήταν χρήσιμος αποκλειστικά για αυτόν τον σκοπό. Όταν οι ιδέες των ανθρώπων άλλαξαν και ο μανδραγόρας θεωρήθηκε άχρηστος, το φυτό έχασε εντελώς την αξία του. Άλλα παραγωγικά αγαθά μπορεί να είναι σχετικά μη ειδικά και να μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε μεγάλη ποικιλία χρήσεων. Δεν θα μπορούσαν ποτέ να είναι απολύτως μη ειδικά —εξίσου χρήσιμα σε κάθε παραγωγή καταναλωτικών αγαθών—, διότι σε αυτή την περίπτωση θα αποτελούσαν γενικές συνθήκες ευημερίας, διαθέσιμες σε απεριόριστη αφθονία για κάθε σκοπό. Δεν θα υπήρχε ανάγκη να χρησιμοποιούνται με οικονομία. Οι σπάνιοι συντελεστές, ωστόσο, συμπεριλαμβανομένων των σχετικά μη ειδικών, πρέπει να διατίθενται στις πιο επιτακτικές χρήσεις τους. Όπως ακριβώς μια διαθέσιμη ποσότητα καταναλωτικών αγαθών θα κατευθυνθεί πρώτα στην ικανοποίηση των πιο επιτακτικών αναγκών, κατόπιν των αμέσως επόμενων κ.ο.κ., έτσι και μια διαθέσιμη ποσότητα συντελεστών θα κατανεμηθεί από τους δρώντες πρώτα στις πιο επιτακτικές χρήσεις για την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών, κατόπιν στις αμέσως επόμενες κ.ο.κ. Η απώλεια μίας μονάδας από τη διαθέσιμη ποσότητα ενός συντελεστή θα συνεπάγεται την απώλεια της λιγότερο επιτακτικής από τις χρήσεις που εξυπηρετούνται επί του παρόντος.
Factors of production are valued in accordance with their anticipated contribution in the eventual production of consumers’ goods. Factors, however, differ in the degree of their specifity, i.e., the variety of consumers’ goods in the production of which they can be of service. Certain goods are completely specific—are useful in producing only one consumers’ good. Thus, when, in past ages, extracts from the mandrake weed were considered useful in healing ills, the mandrake weed was a completely specific factor of production—it was useful purely for this purpose. When the ideas of people changed, and the mandrake was considered worthless, the weed lost its value completely. Other producers’ goods may be relatively nonspecific and capable of being used in a wide variety of employments. They could never be perfectly nonspecific—equally useful in all production of consumers’ goods—for in that case they would be general conditions of welfare available in unlimited abundance for all purposes. There would be no need to economize them. Scarce factors, however, including the relatively nonspecific ones, must be employed in their most urgent uses. Just as a supply of consumers’ goods will go first toward satisfying the most urgent wants, then to the next most urgent wants, etc., so a supply of factors will be allocated by actors first to the most urgent uses in producing consumers’ goods, then to the next most urgent uses, etc. The loss of a unit of a supply of a factor will entail the loss of the least urgent of the presently satisfied uses.
Όσο λιγότερο ειδικός είναι ένας συντελεστής τόσο περισσότερο μπορεί να μεταφερθεί από τη μία χρήση στην άλλη. Ο μανδραγόρας έχασε την αξία του επειδή δεν μπορούσε να μεταφερθεί σε άλλες χρήσεις. Συντελεστές όπως ο σίδηρος ή το ξύλο, ωστόσο, μπορούν να μεταφερθούν σε μεγάλη ποικιλία χρήσεων. Αν ένα είδος καταναλωτικού αγαθού πάψει να χρησιμοποιείται, η παραγωγή σιδήρου μπορεί να ανακατευθυνθεί από αυτή σε άλλη γραμμή παραγωγής. Από την άλλη πλευρά, μόλις το σιδηρομετάλλευμα μετασχηματιστεί σε μηχάνημα, γίνεται λιγότερο εύκολα μετατρέψιμο και συχνά απολύτως ειδικό ως προς το προϊόν. Όταν οι συντελεστές χάνουν μεγάλο μέρος της αξίας τους ως αποτέλεσμα μείωσης της αξίας του καταναλωτικού αγαθού, θα μεταφερθούν, εφόσον είναι δυνατόν, σε άλλη χρήση μεγαλύτερης αξίας. Αν, παρά τη μείωση της αξίας του προϊόντος, δεν υπάρχει καλύτερη χρήση στην οποία μπορεί να μεταφερθεί ο συντελεστής, θα παραμείνει σε εκείνη τη γραμμή παραγωγής ή θα πάψει εντελώς να χρησιμοποιείται, αν το καταναλωτικό αγαθό δεν έχει πλέον αξία.
The less specific a factor is, the more convertible it is from one use to another. The mandrake weed lost its value because it could not be converted to other uses. Factors such as iron or wood, however, are convertible into a wide variety of uses. If one type of consumers’ good falls into disuse, iron output can be shifted from that to another line of production. On the other hand, once the iron ore has been transformed into a machine, it becomes less easily convertible and often completely specific to the product. When factors lose a large part of their value as a result of a decline in the value of the consumers’ good, they will, if possible, be converted to another use of greater value. If, despite the decline in the value of the product, there is no better use to which the factor can be converted, it will stay in that line of product or cease being used altogether if the consumers’ good no longer has value.
Για παράδειγμα, ας υποθέσουμε ότι τα πούρα χάνουν ξαφνικά την αξία τους ως καταναλωτικά αγαθά· δεν είναι πλέον επιθυμητά. Εκείνα τα μηχανήματα παραγωγής πούρων που δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν με οποιονδήποτε άλλο τρόπο θα καταστούν άνευ αξίας. Τα φύλλα καπνού, ωστόσο, θα χάσουν μέρος της αξίας τους, αλλά ενδέχεται να μπορούν να μεταφερθούν σε χρήσεις όπως η παραγωγή τσιγάρων, με μικρή απώλεια αξίας. Η εξάλειψη κάθε επιθυμίας για καπνό, όμως, θα προκαλέσει πολύ ευρύτερη απώλεια στην αξία των συντελεστών, μολονότι μέρος της γης μπορεί να διασωθεί με τη μεταστροφή από την παραγωγή καπνού στην παραγωγή βαμβακιού.
For example, suppose that cigars suddenly lose their value as consumers’ goods; they are no longer desired. Those cigar machines which are not usable in any other capacity will become, valueless. Tobacco leaves, however, will lose some of their value, but may be convertible to uses such as cigarette production with little loss of value. (A loss of all desire for tobacco, however, will result in a far wider loss in the value of the factors, although part of the land may be salvaged by shifting from tobacco to the production of cotton.)
Ας υποθέσουμε, από την άλλη πλευρά, ότι, κάποιο διάστημα αφότου τα πούρα χάσουν την αξία τους, αυτό το αγαθό επανέρχεται στην προτίμηση του κοινού και ανακτά την προηγούμενη αξία του. Τα μηχανήματα παραγωγής πούρων, που είχαν καταστεί άνευ αξίας, ανακτούν τώρα τη μεγάλη αξία που είχαν χάσει. Από την άλλη πλευρά, τα φύλλα καπνού, η γη κ.λπ., που είχαν μεταφερθεί από τα πούρα σε άλλες χρήσεις, θα επανέλθουν στην παραγωγή πούρων. Αυτοί οι συντελεστές θα αυξηθούν σε αξία, αλλά η αύξησή τους, όπως και η προηγούμενη απώλειά τους, θα είναι μικρότερη από την αύξηση του απολύτως ειδικού συντελεστή. Αυτά αποτελούν παραδείγματα ενός γενικού νόμου: ότι μια μεταβολή στην αξία του προϊόντος προκαλεί μεγαλύτερη μεταβολή στην αξία των ειδικών συντελεστών απ’ ό,τι στην αξία των σχετικά μη ειδικών συντελεστών.
Suppose, on the other hand, that some time after cigars lose their value this commodity returns to public favor and regains its former value. The cigar machines, which had been rendered valueless, now recoup their great loss in value. On the other hand, the tobacco leaves, land, etc., which had shifted from cigars to other uses will reshift into the production of cigars. These factors will gain in value, but their gain, as was their previous loss, will be less than the gain of the completely specific factor. These are examples of a general law that a change in the value of the product causes a greater change in the value of the specific factors than in that of the relatively nonspecific factors.
Για να καταδείξουμε περαιτέρω τη σχέση μεταξύ μετατρεψιμότητας και αξιολόγησης, ας υποθέσουμε ότι οι συμπληρωματικοί συντελεστές 10X, 5Y και 8Z παράγουν ποσότητα 20P. Πρώτον, ας υποθέσουμε ότι καθένας από αυτούς τους συντελεστές είναι απολύτως ειδικός και ότι κανένα μέρος της διαθέσιμης ποσότητας των συντελεστών δεν μπορεί να αντικατασταθεί από άλλες μονάδες. Τότε, αν χαθεί η διαθέσιμη ποσότητα ενός από τους συντελεστές —έστω 10X—, χάνεται ολόκληρο το προϊόν και οι άλλοι συντελεστές καθίστανται άνευ αξίας. Σε αυτή την περίπτωση, η διαθέσιμη ποσότητα του συντελεστή από την οποία πρέπει να παραιτηθεί ο δρων ή την οποία πρέπει να χάσει ισούται σε αξία με την αξία ολόκληρου του προϊόντος —20P —, ενώ οι άλλοι συντελεστές έχουν μηδενική αξία. Ένα παράδειγμα παραγωγής με αμιγώς ειδικούς συντελεστές είναι ένα ζευγάρι παπούτσια· η ενδεχόμενη απώλεια του ενός παπουτσιού αξιολογείται στην αξία ολόκληρου του ζευγαριού, ενώ το άλλο παπούτσι καθίσταται άνευ αξίας σε περίπτωση απώλειας. Έτσι, από κοινού, οι συντελεστές 10X, 5Y και 8Z παράγουν ένα προϊόν που κατατάσσεται, ας πούμε, στην 11η θέση της κλίμακας αξιών του δρώντος. Αν χαθεί η διαθέσιμη ποσότητα ενός από τους συντελεστές, οι άλλοι συμπληρωματικοί συντελεστές καθίστανται εντελώς άνευ αξίας.
To further illustrate the relation between convertibility and valuation, let us assume that complementary factors 10X, 5Y, and 8Z produce a supply of 20P. First, suppose that each of these factors is completely specific and that none of the supply of the factors can be replaced by other units. Then, if the supply of one of the factors is lost (say 10X), the entire product is lost, and the other factors become valueless. In that case, the supply of that factor which must be given up or lost equals in value the value of the entire product—20P, while the other factors have a zero value. An example of production with purely specific factors is a pair of shoes; the prospect of a loss of one shoe is valued at the value of the entire pair, while the other shoe becomes valueless in case of a loss. Thus, jointly, factors 10X, 5Y, and 8Z produce a product that is valued, say, as rank 11 on the actor’s value scale. Lose the supply of one of the factors, and the other complementary factors become completely valueless.
Ας υποθέσουμε τώρα, δεύτερον, ότι καθένας από τους συντελεστές είναι μη ειδικός: ότι τα 10X μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε άλλη γραμμή παραγωγής, η οποία θα αποφέρει ένα προϊόν που κατατάσσεται, ας πούμε, στην 21η θέση της κλίμακας αξιών· ότι τα 5Y, σε άλλη χρήση, θα αποφέρουν ένα προϊόν που κατατάσσεται στη 15η θέση της κλίμακας αξιών του δρώντος· και ότι τα 8Z μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να αποφέρουν ένα προϊόν που κατατάσσεται στην 30ή θέση. Σε αυτή την περίπτωση, η απώλεια των 10X θα σήμαινε ότι, αντί να ικανοποιείται μια ανάγκη που κατέχει την 11η θέση, οι μονάδες των Y και Z θα μεταφέρονταν στην αμέσως επόμενη σε αξία χρήση τους και θα ικανοποιούνταν αντ’ αυτής ανάγκες που κατέχουν τη 15η και την 30ή θέση. Γνωρίζουμε ότι ο δρων προτιμούσε την ικανοποίηση μιας ανάγκης που κατέχει την 11η θέση από την ικανοποίηση αναγκών που κατέχουν τη 15η και την 30ή θέση· διαφορετικά, οι συντελεστές δεν θα είχαν εξαρχής χρησιμοποιηθεί στην παραγωγή του P. Τώρα, όμως, η απώλεια αξίας απέχει πολύ από το να είναι ολική, αφού οι άλλοι συντελεστές μπορούν ακόμη να αποφέρουν απόδοση σε άλλες χρήσεις.
Now, let us assume, secondly, that each of the factors is nonspecific: that 10X can be used in another line of production that will yield a product, say, ranked 21st on the value scale; that 5Y in another use will yield a product ranked 15th on the actor’s value scale; and that 8Z can be used to yield a product ranked 30th. In that case, the loss of 10X would mean that instead of satisfying a want of rank 11, the units of Y and Z would be shifted to their next most valuable use, and wants ranked 15th and 30th would be satisfied instead. We know that the actor preferred the satisfaction of a want ranked 11th to the satisfaction of wants ranked 15th and 30th; otherwise the factors would not have been engaged in producing P in the first place. But now the loss of value is far from total, since the other factors can still yield a return in other uses.
Οι μετατρέψιμοι συντελεστές θα κατανεμηθούν μεταξύ διαφορετικών γραμμών παραγωγής σύμφωνα με τις ίδιες αρχές βάσει των οποίων τα καταναλωτικά αγαθά κατανέμονται μεταξύ των σκοπών που μπορούν να εξυπηρετήσουν. Κάθε μονάδα της διαθέσιμης ποσότητας θα κατανεμηθεί για την ικανοποίηση της πιο επιτακτικής από τις ανάγκες που δεν έχουν ακόμη ικανοποιηθεί, δηλαδή εκεί όπου η αξία του οριακού της προϊόντος είναι η υψηλότερη. Η απώλεια μίας μονάδας του συντελεστή θα στερήσει από τον δρώντα μόνο τη λιγότερο σημαντική από τις χρήσεις που εξυπηρετούνται επί του παρόντος, δηλαδή εκείνη τη χρήση στην οποία η αξία του οριακού προϊόντος είναι η χαμηλότερη. Αυτή η επιλογή είναι ανάλογη με εκείνη των προηγούμενων παραδειγμάτων, στα οποία συγκρινόταν η οριακή χρησιμότητα ενός αγαθού με την οριακή χρησιμότητα ενός άλλου. Αυτό το χαμηλότερα καταταγμένο οριακό προϊόν μπορεί να θεωρηθεί ότι προσδιορίζει την αξία του οριακού προϊόντος οποιασδήποτε μονάδας του συντελεστή, όταν λαμβάνονται υπόψη όλες οι χρήσεις. Έτσι, στην παραπάνω περίπτωση, ας υποθέσουμε ότι ο X είναι συντελεστής που μπορεί να μεταφερθεί σε μυριάδες διαφορετικές χρήσεις. Αν μία μονάδα του X έχει οριακό προϊόν, ας πούμε, 3P, οριακό προϊόν σε άλλη χρήση 2Q, 5R κ.λπ., ο δρων κατατάσσει τις αξίες αυτών των οριακών προϊόντων του X στην κλίμακα αξιών του. Ας υποθέσουμε ότι τα κατατάσσει με την εξής σειρά: 4S, 3P, 2Q, 5R. Ας υποθέσουμε, στην περίπτωση αυτή, ότι βρίσκεται αντιμέτωπος με την απώλεια μίας μονάδας του X. Θα παραιτηθεί από τη χρήση μίας μονάδας του X στην παραγωγή του R, όπου το οριακό προϊόν κατατάσσεται χαμηλότερα. Ακόμη και αν η απώλεια συμβεί στην παραγωγή του P, δεν θα παραιτηθεί από τα 3P, αλλά θα μεταφέρει μία μονάδα του X από τη χαμηλότερης αξίας χρήση R και θα παραιτηθεί από τα 5R. Έτσι, όπως ακριβώς ο δρων παραιτήθηκε από τη χρήση ενός αλόγου για ιππασία αναψυχής και όχι για την έλξη άμαξας, μεταφέροντάς το από την πρώτη στη δεύτερη χρήση, έτσι και ο δρων που, για παράδειγμα, χάνει ένα cord ξυλείας προοριζόμενο για την κατασκευή ενός σπιτιού θα παραιτηθεί από ένα cord προοριζόμενο για μια υπηρεσία μικρότερης αξίας για αυτόν —ας πούμε, την κατασκευή ενός έλκηθρου. Επομένως, η αξία του οριακού προϊόντος μίας μονάδας ενός συντελεστή θα ισούται με την αξία του στην οριακή του χρήση, δηλαδή σε εκείνη τη χρήση που εξυπηρετείται από το απόθεμα του συντελεστή και της οποίας το οριακό προϊόν κατατάσσεται χαμηλότερα στην κλίμακα αξιών του.
Convertible factors will be allocated among different lines of production according to the same principles as consumers’ goods are allocated among the ends they can serve. Each unit of supply will be allocated to satisfy the most urgent of the not yet satisfied wants, i.e., where the value of its marginal product is the highest. A loss of a unit of the factor will deprive the actor of only the least important of the presently satisfied uses, i.e., that use in which the value of the marginal product is the lowest. This choice is analogous to that involved in previous examples comparing the marginal utility of one good with the marginal utility of another. This lowest-ranked marginal product may be considered the value of the marginal product of any unit of the factor, with all uses taken into account. Thus, in the above case, suppose that X is a convertible factor in a myriad of different uses. If one unit of X has a marginal product of say, 3P, a marginal product in another use of 2Q, 5R, etc., the actor ranks the values of these marginal products of X on his value scale. Suppose that he ranks them in this order: 4S, 3P, 2Q, 5R. In that case, suppose he is faced with the loss of one unit of X. He will give up the use of a unit of X in production of R, where the marginal product is ranked lowest. Even if the loss takes place in the production of P, he will not give up 3P, but shift a unit of X from the less valuable use R and give up 5R. Thus, just as the actor gave up the use of a horse in pleasure riding and not in wagon-pulling by shifting from the former to the latter use, so the actor who (for example) loses a cord of wood intended for building a house will give up a cord intended for a service less valuable to him—say, building a sled. Thus, the value of the marginal product of a unit of a factor will be equal to its value in its marginal use, i.e., that use served by the stock of the factor whose marginal product is ranked lowest on his value scale.
Μπορούμε τώρα να δούμε πληρέστερα γιατί, σε περιπτώσεις όπου τα προϊόντα παράγονται με ειδικούς και μετατρέψιμους συντελεστές, ισχύει ο γενικός νόμος ότι η αξία των μετατρέψιμων συντελεστών μεταβάλλεται λιγότερο από εκείνη των ειδικών συντελεστών ως απόκριση σε μια μεταβολή της αξίας του P ή των συνθηκών παραγωγής του. Η αξία μίας μονάδας ενός μετατρέψιμου συντελεστή καθορίζεται όχι από τις συνθήκες χρησιμοποίησής του σε ένα είδος προϊόντος, αλλά από την αξία του οριακού του προϊόντος όταν λαμβάνονται υπόψη όλες οι χρήσεις του. Εφόσον ένας ειδικός συντελεστής μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο σε μία γραμμή παραγωγής, η αξία ανά μονάδα του καθορίζεται ως ίση με την αξία του οριακού προϊόντος μόνο σε εκείνη τη γραμμή παραγωγής. Επομένως, στη διαδικασία της αξιολόγησης, οι ειδικοί συντελεστές ανταποκρίνονται πολύ εντονότερα στις συνθήκες οποιασδήποτε δεδομένης παραγωγικής διαδικασίας απ’ ό,τι οι μη ειδικοί συντελεστές.83
We now can see further why, in cases where products are made with specific and convertible factors, the general law holds that the value of convertible factors changes less than that of specific factors in response to a change in the value of P or in the conditions of its production. The value of a unit of a convertible factor is set, not by the conditions of its employment in one type of product, but by the value of its marginal product when all its uses are taken into consideration. Since a specific factor is usable in only one line of production, its unit value is set as equal to the value of the marginal product in that line of production alone. Hence, in the process of valuation, the specific factors are far more responsive to conditions in any given process of production than are the nonspecific factors.
Όπως και με το πρόβλημα των άριστων αναλογιών, η διαδικασία καταλογισμού αξίας από το καταναλωτικό αγαθό στους συντελεστές εγείρει πάρα πολλά προβλήματα που θα εξεταστούν σε μεταγενέστερα κεφάλαια. Εφόσον ένα προϊόν δεν μπορεί να μετρηθεί σε σχέση με άλλα προϊόντα και οι μονάδες διαφορετικών συντελεστών δεν μπορούν να συγκριθούν μεταξύ τους, πώς μπορεί να καταλογιστεί αξία όταν, όπως σε μια σύγχρονη οικονομία, η δομή της παραγωγής είναι πολύ σύνθετη, με μυριάδες προϊόντα και με μετατρέψιμους και μη μετατρέψιμους συντελεστές; Θα δούμε ότι ο καταλογισμός αξίας είναι εύκολος για απομονωμένους δρώντες τύπου Crusoe, αλλά ότι απαιτούνται ειδικές συνθήκες για να καταστεί δυνατή, σε μια σύνθετη οικονομία, τόσο η διαδικασία καταλογισμού αξίας όσο και η διαδικασία κατανομής των συντελεστών. Ειδικότερα, οι διάφορες μονάδες προϊόντων και συντελεστών —όχι, ασφαλώς, οι αξίες— πρέπει να καταστούν σύμμετρες και συγκρίσιμες.
As with the problem of optimum proportions, the process of value imputation from consumers’ good to factors raises a great many problems which will be discussed in later chapters. Since one product cannot be measured against other products, and units of different factors cannot be compared with one another, how can value be imputed when, as in a modern economy, the structure of production is very complex, with myriads of products and with convertible and inconvertible factors? It will be seen that value imputation is easy for isolated Crusoe-type actors, but that special conditions are needed to enable the value-imputing process, as well as the factor-allocating process, to take place in a complex economy. In particular, the various units of products and factors (not the values, of course) must be made commensurable and comparable.
8. Συντελεστές παραγωγής: Εργασία έναντι ελεύθερου χρόνου
↗ στη σελίδα του βιβλίου8. Factors of Production: Labor versus Leisure
Αφήνοντας κατά μέρος το πρόβλημα της κατανομής της παραγωγής στις περισσότερο επιθυμητές κατευθύνσεις και της μέτρησης ενός προϊόντος σε σχέση με ένα άλλο, είναι προφανές ότι κάθε άνθρωπος επιθυμεί να μεγιστοποιήσει την παραγωγή του σε καταναλωτικά αγαθά ανά μονάδα χρόνου. Προσπαθεί να εκπληρώσει όσο το δυνατόν περισσότερους από τους σημαντικούς σκοπούς του και το συντομότερο δυνατόν. Για να αυξήσει, όμως, την παραγωγή των καταναλωτικών αγαθών του, πρέπει να αμβλύνει τη σπανιότητα των σπάνιων συντελεστών παραγωγής· πρέπει να αυξήσει τη διαθέσιμη ποσότητα αυτών των σπάνιων συντελεστών. Οι συντελεστές που παρέχονται από τη φύση περιορίζονται από το περιβάλλον του και, επομένως, δεν μπορούν να αυξηθούν. Του απομένει, συνεπώς, η επιλογή να αυξήσει τη διαθέσιμη ποσότητα κεφαλαιουχικών αγαθών του ή να αυξήσει τη δαπάνη εργασίας του.
Setting aside the problem of allocating production along the most desired lines and of measuring one product against another, it is evident that every man desires to maximize his production of consumers’ goods per unit of time. He tries to satisfy as many of his important ends as possible, and at the earliest possible time. But in order to increase the production of his consumers’ goods, he must relieve the scarcity of the scarce factors of production; he must increase the available supply of these scarce factors. The nature-given factors are limited by his environment and therefore cannot be increased. This leaves him with the choice of increasing his supply of capital goods or of increasing his expenditure of labor.
Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ένας άλλος τρόπος αύξησης της παραγωγής του είναι να βελτιώσει τις τεχνικές του γνώσεις σχετικά με το πώς να παράγει τα επιθυμητά αγαθά —να βελτιώσει τις συνταγές του. Μια συνταγή, ωστόσο, μπορεί μόνο να θέσει τα απώτατα όρια των αυξήσεων της παραγωγής του· οι πραγματικές αυξήσεις μπορούν να επιτευχθούν αποκλειστικά με την αύξηση της διαθέσιμης ποσότητας παραγωγικών συντελεστών. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι ο Robinson Crusoe αποβιβάζεται, χωρίς εξοπλισμό, σε ένα ερημονήσι. Μπορεί να είναι ικανός μηχανικός και να γνωρίζει πλήρως τις αναγκαίες διαδικασίες για να κατασκευάσει μια έπαυλη για τον εαυτό του. Χωρίς όμως την αναγκαία διαθέσιμη ποσότητα συντελεστών, αυτή η γνώση δεν θα αρκούσε για την κατασκευή της έπαυλης.
It might be asserted that another way of increasing his production is to improve his technical knowledge of how to produce the desired goods—to improve his recipes. A recipe, however, can only set outer limits on his increases in production; the actual increases can be accomplished solely by an increase in the supply of productive factors. Thus, suppose that Robinson Crusoe lands, without equipment, on a desert island. He may be a competent engineer and have full knowledge of the necessary processes involved in constructing a mansion for himself. But without the necessary supply of factors available, this knowledge could not suffice to construct the mansion.
Ένας τρόπος, λοιπόν, με τον οποίο ο άνθρωπος μπορεί να αυξήσει την παραγωγή του ανά μονάδα χρόνου είναι να αυξήσει τη δαπάνη εργασίας του. Πρώτον, ωστόσο, οι δυνατότητες αυτής της επέκτασης είναι αυστηρά περιορισμένες —από τον αριθμό των ανθρώπων που υπάρχουν σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή και από τον αριθμό των ωρών της ημέρας. Δεύτερον, η επέκταση αυτή περιορίζεται από την ικανότητα κάθε εργαζομένου, και η ικανότητα αυτή τείνει να ποικίλλει. Και, τέλος, υπάρχει ένας τρίτος περιορισμός στην προσφορά εργασίας: είτε η εργασία παρέχει άμεση ικανοποίηση από μόνη της είτε όχι, συνεπάγεται πάντοτε την παραίτηση από τον ελεύθερο χρόνο, ένα επιθυμητό αγαθό.84
One method, then, by which man may increase his production per unit of time is by increasing his expenditure of labor. In the first place, however, the possibilities for this expansion are strictly limited—by the number of people in existence at any time and by the number of hours in the day. Secondly, it is limited by the ability of each laborer, and this ability tends to vary. And, finally, there is a third limitation on the supply of labor: whether or not the work is directly satisfying in itself, labor always involves the forgoing of leisure, a desirable good.
Μπορούμε να συλλάβουμε έναν κόσμο στον οποίο ο ελεύθερος χρόνος δεν είναι επιθυμητός και η εργασία είναι απλώς ένας χρήσιμος σπάνιος συντελεστής που πρέπει να χρησιμοποιείται με οικονομία. Σε έναν τέτοιο κόσμο, η συνολική προσφορά διαθέσιμης εργασίας θα ισούνταν με τη συνολική ποσότητα εργασίας που θα ήταν ικανοί να δαπανήσουν οι άνθρωποι. Όλοι θα ήταν πρόθυμοι να εργάζονται στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους, αφού η αυξημένη εργασία θα οδηγούσε σε αυξημένη παραγωγή επιθυμητών καταναλωτικών αγαθών. Όλος ο χρόνος που δεν απαιτούνταν για τη συντήρηση και τη διατήρηση της ικανότητας προς εργασία θα αφιερωνόταν στην εργασία.85 Μια τέτοια κατάσταση θα μπορούσε νοητά να υπάρξει και θα μπορούσε να αναπτυχθεί οικονομική ανάλυση σε αυτή τη βάση. Γνωρίζουμε, ωστόσο, από την εμπειρική παρατήρηση ότι μια τέτοια κατάσταση είναι πολύ σπάνια στην ανθρώπινη δράση. Για όλους σχεδόν τους δρώντες, ο ελεύθερος χρόνος είναι καταναλωτικό αγαθό, το οποίο πρέπει να σταθμίζεται έναντι της προοπτικής απόκτησης άλλων καταναλωτικών αγαθών, συμπεριλαμβανομένης της ενδεχόμενης ικανοποίησης από την ίδια την προσπάθεια. Όσο περισσότερο εργάζεται ένας άνθρωπος τόσο λιγότερο ελεύθερο χρόνο μπορεί να απολαύσει. Η αυξημένη εργασία μειώνει, επομένως, τη διαθέσιμη ποσότητα ελεύθερου χρόνου και τη χρησιμότητα που αυτή παρέχει. Κατά συνέπεια, «οι άνθρωποι εργάζονται μόνο όταν αποδίδουν στην απόδοση της εργασίας μεγαλύτερη αξία απ’ ό,τι στη μείωση της ικανοποίησης που επιφέρει ο περιορισμός του ελεύθερου χρόνου».86 Είναι δυνατόν σε αυτή την «απόδοση» σε ικανοποίηση που αποφέρει η εργασία να περιλαμβάνεται και η ικανοποίηση από την ίδια την εργασία, από την εκούσια δαπάνη ενέργειας σε ένα παραγωγικό έργο. Όταν δεν υπάρχουν τέτοιες ικανοποιήσεις από την εργασία, τότε απλώς η αναμενόμενη αξία του προϊόντος που αποφέρει η προσπάθεια θα σταθμίζεται έναντι της δυσαρέσκειας που συνεπάγεται η παραίτηση από τον ελεύθερο χρόνο —της χρησιμότητας του ελεύθερου χρόνου από τον οποίο παραιτείται ο δρων. Όταν η εργασία παρέχει εγγενείς ικανοποιήσεις, η χρησιμότητα του προϊόντος που αποφέρει θα περιλαμβάνει τη χρησιμότητα που παρέχεται από την ίδια την προσπάθεια. Καθώς όμως αυξάνεται η ποσότητα της προσπάθειας, η χρησιμότητα των ικανοποιήσεων που παρέχονται από την ίδια την εργασία μειώνεται, όπως μειώνεται και η χρησιμότητα των διαδοχικών μονάδων του τελικού προϊόντος. Τόσο η οριακή χρησιμότητα του τελικού προϊόντος όσο και η οριακή χρησιμότητα της ικανοποίησης από την εργασία μειώνονται με την αύξηση της ποσότητάς τους, επειδή και τα δύο αγαθά ακολουθούν τον καθολικό νόμο της οριακής χρησιμότητας.
We can conceive of a world in which leisure is not desired and labor is merely a useful scarce factor to be economized. In such a world, the total supply of available labor would be equal to the total quantity of labor that men would be capable of expending. Everyone would be eager to work to the maximum of capacity, since increased work would lead to increased production of desired consumers’ goods. All time not required for maintaining and preserving the capacity to work would be spent in labor. Such a situation could conceivably exist, and an economic analysis could be worked out on that basis. We know from empirical observation, however, that such a situation is very rare for human action. For almost all actors, leisure is a consumers’ good, to be weighed in the balance against the prospect of acquiring other consumers’ goods, including possible satisfaction from the effort itself. The more a man labors, the less leisure he can enjoy. Increased labor therefore reduces the available supply of leisure and the utility that it affords. Consequently, “people work only when they value the return of labor higher than the decrease in satisfaction brought about by the curtailment of leisure.” It is possible that included in this “return” of satisfaction yielded by labor may be satisfaction in the labor itself, in the voluntary expenditure of energy on a productive task. When such satisfactions from labor do not exist, then simply the expected value of the product yielded by the effort will be weighed against the disutility involved in giving up leisure—the utility of the leisure forgone. Where labor does provide intrinsic satisfactions, the utility of the product yielded will include the utility provided by the effort itself. As the quantity of effort increases, however, the utility of the satisfactions provided by labor itself declines, and the utility of the successive units of the final product declines as well. Both the marginal utility of the final product and the marginal utility of labor-satisfaction decline with an increase in their quantity, because both goods follow the universal law of marginal utility.
Όταν εξετάζει το ενδεχόμενο να δαπανήσει την εργασία του, ο άνθρωπος δεν λαμβάνει υπόψη μόνο ποιοι είναι οι υψηλότερης αξίας σκοποί που αυτή μπορεί να εξυπηρετήσει —όπως κάνει με όλους τους άλλους συντελεστές—, σκοποί στους οποίους μπορεί να περιλαμβάνεται η ικανοποίηση που απορρέει από την ίδια την παραγωγική εργασία· σταθμίζει επίσης την προοπτική να απόσχει από τη δαπάνη εργασίας, προκειμένου να αποκτήσει το καταναλωτικό αγαθό του ελεύθερου χρόνου. Ο ελεύθερος χρόνος, όπως κάθε άλλο αγαθό, υπόκειται στον νόμο της οριακής χρησιμότητας. Η πρώτη μονάδα ελεύθερου χρόνου ικανοποιεί μια επιθυμία που γίνεται αισθητή ως ιδιαίτερα επιτακτική· η επόμενη μονάδα εξυπηρετεί έναν σκοπό χαμηλότερης αξίας· η τρίτη μονάδα έναν σκοπό ακόμη χαμηλότερης αξίας κ.ο.κ. Η οριακή χρησιμότητα του ελεύθερου χρόνου μειώνεται καθώς αυξάνεται η διαθέσιμη ποσότητά του, και αυτή η χρησιμότητα ισούται με την αξία του σκοπού από τον οποίο θα έπρεπε να παραιτηθεί ο δρων με την απώλεια της μονάδας ελεύθερου χρόνου. Στην περίπτωση αυτή, όμως, η οριακή δυσαρέσκεια της εργασίας —με όρους ελεύθερου χρόνου από τον οποίο παραιτείται ο δρων— αυξάνεται με κάθε αύξηση της ποσότητας της εκτελούμενης εργασίας.
In considering an expenditure of his labor, man not only takes into account which are the most valuable ends it can serve (as he does with all other factors), these ends possibly including the satisfaction derived from productive labor itself, but he also weighs the prospect of abstaining from the expenditure of labor in order to obtain the consumers’ good, leisure. Leisure, like any other good, is subject to the law of marginal utility. The first unit of leisure satisfies a most urgently felt desire; the next unit serves a less highly valued end; the third unit a still less highly valued end, etc. The marginal utility of leisure decreases as the supply increases, and this utility is equal to the value of the end that would have to be forgone with the loss of the unit of leisure. But in that case, the marginal disutility of work (in terms of leisure forgone) increases with every increase in the amount of labor performed.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η ίδια η εργασία μπορεί να είναι καθαυτή δυσάρεστη, όχι μόνο λόγω του ελεύθερου χρόνου από τον οποίο παραιτείται ο δρων, αλλά και λόγω συγκεκριμένων συνθηκών που συνδέονται με τη συγκεκριμένη εργασία και τις οποίες ο δρων θεωρεί δυσάρεστες. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η οριακή δυσαρέσκεια της εργασίας περιλαμβάνει τόσο τη δυσαρέσκεια που οφείλεται σε αυτές τις συνθήκες όσο και τη δυσαρέσκεια που οφείλεται στον ελεύθερο χρόνο από τον οποίο παραιτείται. Τις οδυνηρές όψεις της εργασίας, όπως και την παραίτηση από τον ελεύθερο χρόνο, τις υπομένει χάριν της απόδοσης σε τελικό προϊόν. Η προσθήκη του στοιχείου της δυσφορίας σε ορισμένα είδη εργασίας μπορεί να ενισχύσει και ασφαλώς δεν αντισταθμίζει την αυξανόμενη οριακή δυσαρέσκεια που επιβάλλεται από τη συσσώρευση του ελεύθερου χρόνου από τον οποίο παραιτείται ο δρων, καθώς αυξάνεται ο χρόνος που αφιερώνεται στην εργασία.
In some cases, labor itself may be positively disagreeable, not only because of the leisure forgone, but also because of specific conditions attached to the particular labor that the actor finds disagreeable. In these cases, the marginal disutility of labor includes both the disutility due to these conditions and the disutility due to leisure forgone. The painful aspects of labor, like the forgoing of leisure, are endured for the sake of the yield of the final product. The addition of the element of disagreeableness in certain types of labor may reinforce and certainly does not counteract the increasing marginal disutility imposed by the cumulation of leisure forgone as the time spent in labor increases.
Έτσι, για κάθε άτομο και κάθε είδος εκτελούμενης εργασίας, η στάθμιση της οριακής χρησιμότητας του προϊόντος των ενδεχόμενων μονάδων προσπάθειας έναντι της οριακής δυσαρέσκειας της προσπάθειας θα περιλαμβάνει την ικανοποίηση ή τη δυσφορία από την ίδια την εργασία, πέρα από την αξιολόγηση του τελικού προϊόντος και του ελεύθερου χρόνου από τον οποίο παραιτείται ο δρων. Η ίδια η εργασία μπορεί να παρέχει θετική ικανοποίηση, να προκαλεί πραγματικό πόνο ή δυσφορία ή να είναι ουδέτερη. Στις περιπτώσεις, ωστόσο, όπου η ίδια η εργασία παρέχει θετικές ικανοποιήσεις, αυτές είναι συνυφασμένες με την προοπτική απόκτησης του τελικού προϊόντος και δεν μπορούν να διαχωριστούν από αυτήν. Αν στερηθεί το τελικό προϊόν, ο άνθρωπος θα θεωρήσει την εργασία του άνευ νοήματος και άχρηστη, και η ίδια η εργασία δεν θα παρέχει πλέον θετικές ικανοποιήσεις. Εκείνες οι δραστηριότητες που αναλαμβάνονται αποκλειστικά για αυτές τις ίδιες δεν είναι εργασία, αλλά αμιγές παιχνίδι, καταναλωτικά αγαθά καθαυτά. Το παιχνίδι, ως καταναλωτικό αγαθό, υπόκειται στον νόμο της οριακής χρησιμότητας, όπως όλα τα αγαθά, και ο χρόνος που αφιερώνεται στο παιχνίδι θα σταθμίζεται έναντι της χρησιμότητας που μπορεί να προκύψει από άλλα αποκτήσιμα αγαθά.87
Thus, for each person and type of labor performed, the balancing of the marginal utility of the product of prospective units of effort as against the marginal disutility of effort will include the satisfaction or dissatisfaction with the work itself, in addition to the evaluation of the final product and of the leisure forgone. The labor itself may provide positive satisfaction, positive pain or dissatisfaction, or it may be neutral. In cases where the labor itself provides positive satisfactions, however, these are intertwined with and cannot be separated from the prospect of obtaining the final product. Deprived of the final product, man will consider his labor senseless and useless, and the labor itself will no longer bring positive satisfactions. Those activities which are engaged in purely for their own sake are not labor but are pure play, consumers’ goods in themselves. Play, as a consumers’ good, is subject to the law of marginal utility as are all goods, and the time spent in play will be balanced against the utility to be derived from other obtainable goods.
Κατά τη δαπάνη οποιασδήποτε ώρας εργασίας, επομένως, ο άνθρωπος σταθμίζει τη δυσαρέσκεια της εργασίας που συνεπάγεται — συμπεριλαμβανομένου του ελεύθερου χρόνου από τον οποίο παραιτείται, καθώς και κάθε δυσφορίας που απορρέει από την ίδια την εργασία— έναντι της χρησιμότητας της συμβολής που θα έχει εκείνη την ώρα στην παραγωγή επιθυμητών αγαθών —συμπεριλαμβανομένων των μελλοντικών αγαθών και κάθε ευχαρίστησης από την ίδια την εργασία —, δηλαδή έναντι της αξίας του οριακού του προϊόντος. Σε κάθε ώρα θα δαπανά την προσπάθειά του για την παραγωγή εκείνου του αγαθού του οποίου το οριακό προϊόν κατέχει την υψηλότερη θέση στην κλίμακα αξιών του. Αν πρέπει να παραιτηθεί από μία ώρα εργασίας, θα παραιτηθεί από μία μονάδα εκείνου του αγαθού του οποίου η οριακή χρησιμότητα είναι η χαμηλότερη στην κλίμακα αξιών του. Σε κάθε σημείο θα σταθμίζει τη χρησιμότητα του προϊόντος στην κλίμακα αξιών του έναντι της δυσαρέσκειας από την περαιτέρω εργασία. Γνωρίζουμε ότι η οριακή χρησιμότητα που έχουν για έναν άνθρωπο τα αγαθά τα οποία παρέχονται από την προσπάθεια θα μειώνεται καθώς αυξάνεται η δαπάνη προσπάθειάς του. Από την άλλη πλευρά, με κάθε νέα δαπάνη προσπάθειας, η οριακή δυσαρέσκεια της προσπάθειας εξακολουθεί να αυξάνεται. Επομένως, ο άνθρωπος θα δαπανά την εργασία του όσο η οριακή χρησιμότητα της απόδοσης υπερβαίνει την οριακή δυσαρέσκεια της εργασιακής προσπάθειας. Θα σταματήσει να εργάζεται όταν η οριακή δυσαρέσκεια της εργασίας είναι μεγαλύτερη από την οριακή χρησιμότητα των πρόσθετων αγαθών που παρέχει η προσπάθεια.88
In the expenditure of any hour of labor, therefore, man weighs the disutility of the labor involved (including the leisure forgone plus any dissatisfaction stemming from the work itself) against the utility of the contribution he will make in that hour to the production of desired goods (including future goods and any pleasure in the work itself), i.e., with the value of his marginal product. In each hour he will expend his effort toward producing that good whose marginal product is highest on his value scale. If he must give up an hour of labor, he will give up a unit of that good whose marginal utility is lowest on his value scale. At each point he will balance the utility of the product on his value scale against the disutility of further work. We know that a man’s marginal utility of goods provided by effort will decline as his expenditure of effort increases. On the other hand, with each new expenditure of effort, the marginal disutility of the effort continues to increase. Therefore, a man will expend his labor as long as the marginal utility of the return exceeds the marginal disutility of the labor effort. A man will stop work when the marginal disutility of labor is greater than the marginal utility of the increased goods provided by the effort.
Τότε, καθώς αυξάνεται η κατανάλωση ελεύθερου χρόνου του, η οριακή χρησιμότητα του ελεύθερου χρόνου θα μειώνεται, ενώ η οριακή χρησιμότητα των αγαθών από τα οποία παραιτείται θα αυξάνεται, έως ότου τελικά η χρησιμότητα των οριακών προϊόντων από τα οποία παραιτείται γίνει μεγαλύτερη από την οριακή χρησιμότητα του ελεύθερου χρόνου και ο δρων αρχίσει πάλι να εργάζεται.
Then, as his consumption of leisure increases, the marginal utility of leisure will decline, while the marginal utility of the goods forgone increases, until finally the utility of the marginal products forgone becomes greater than the marginal utility of leisure, and the actor will resume labor again.
Αυτή η ανάλυση των νόμων της εργασιακής προσπάθειας έχει συναχθεί παραγωγικά από τις συνεπαγωγές του αξιώματος της δράσης και από την υπόθεση ότι ο ελεύθερος χρόνος αποτελεί καταναλωτικό αγαθό.
This analysis of the laws of labor effort has been deduced from the implications of the action axiom and the assumption of leisure as a consumers’ good.
Καθώς τα στοιχεία που παρέχονται από τη φύση περιορίζονται από το περιβάλλον του και η εργασία του περιορίζεται τόσο από τη διαθέσιμη ποσότητά της όσο και από τη δυσαρέσκεια που συνεπάγεται, υπάρχει μόνο ένας τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος μπορεί να αυξήσει την παραγωγή του σε καταναλωτικά αγαθά ανά μονάδα χρόνου — αυξάνοντας την ποσότητα των κεφαλαιουχικών αγαθών. Ξεκινώντας με εργασία χωρίς τη βοήθεια κεφαλαιουχικών αγαθών και με τη φύση, πρέπει, για να αυξήσει την παραγωγικότητά του, να συνδυάσει την εργασιακή του ενέργεια με τα στοιχεία της φύσης ώστε να σχηματίσει κεφαλαιουχικά αγαθά. Τα αγαθά αυτά δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν αμέσως για την ικανοποίηση των αναγκών του, αλλά πρέπει να μετασχηματιστούν μέσω περαιτέρω εργασίας σε κεφαλαιουχικά αγαθά κατώτερης τάξης και, τελικά, στα επιθυμητά καταναλωτικά αγαθά.
With the nature-given elements limited by his environment, and his labor restricted both by its available supply and its disutility, there is only one way by which man can increase his production of consumers’ goods per unit of time—by increasing the quantity of capital goods. Beginning with unaided labor and nature, he must, to increase his productivity, mix his labor energy with the elements of nature to form capital goods. These goods are not immediately serviceable in satisfying his wants, but must be transformed by further labor into lower-order capital goods, and finally into the desired consumers’ goods.
Για να φωτίσουμε με σαφήνεια τη φύση του σχηματισμού κεφαλαίου και τη θέση του κεφαλαίου στην παραγωγή, ας ξεκινήσουμε με το υποθετικό παράδειγμα του Robinson Crusoe, αποκλεισμένου σε ένα ερημονήσι. Υποθέτουμε ότι ο Robinson, όταν αποβιβάζεται, βρίσκεται χωρίς τη βοήθεια κεφαλαιουχικών αγαθών οποιουδήποτε είδους. Το μόνο που έχει στη διάθεσή του είναι η δική του εργασία και τα στοιχεία που του παρέχει η φύση. Είναι προφανές ότι, χωρίς κεφάλαιο, θα μπορεί να ικανοποιήσει μόνο λίγες ανάγκες, από τις οποίες θα επιλέξει τις πιο επιτακτικές. Ας πούμε ότι τα μόνα αγαθά που είναι διαθέσιμα χωρίς τη βοήθεια κεφαλαίου είναι τα μούρα και ο ελεύθερος χρόνος. Ας υποθέσουμε ότι διαπιστώνει πως μπορεί να συλλέγει 20 βρώσιμα μούρα την ώρα και, σε αυτή τη βάση, εργάζεται 10 ώρες συλλέγοντας μούρα και απολαμβάνει 14 ώρες ελεύθερου χρόνου την ημέρα. Είναι προφανές ότι, χωρίς τη βοήθεια κεφαλαίου, τα μόνα αγαθά που είναι διαθέσιμα σε αυτόν για κατανάλωση είναι αγαθά με τη συντομότερη περίοδο παραγωγής. Ο ελεύθερος χρόνος είναι το μόνο αγαθό που παράγεται σχεδόν ακαριαία, ενώ τα μούρα έχουν πολύ σύντομη περίοδο παραγωγής. Είκοσι μούρα έχουν περίοδο παραγωγής μίας ώρας. Αγαθά με μεγαλύτερες περιόδους παραγωγής δεν είναι διαθέσιμα σε αυτόν, εκτός αν αποκτήσει κεφαλαιουχικά αγαθά.
In order to illuminate clearly the nature of capital formation and the position of capital in production, let us start with the hypothetical example of Robinson Crusoe stranded on a desert island. Robinson, on landing, we assume, finds himself without the aid of capital goods of any kind. All that is available is his own labor and the elements given him by nature. It is obvious that without capital he will be able to satisfy only a few wants, of which he will choose the most urgent. Let us say that the only goods available without the aid of capital are berries and leisure. Say that he finds that he can pick 20 edible berries an hour, and, on this basis, works 10 hours in berry-picking and enjoys 14 hours a day of leisure. It is evident that, without the aid of capital, the only goods open to him for consumption are goods with the shortest period of production. Leisure is the one good that is produced almost instantaneously, while berries have a very short production period. Twenty berries have a production period of one hour. Goods with longer periods of production are not available to him unless he acquires capital goods.
Υπάρχουν δύο τρόποι με τους οποίους οι μακρύτερες διαδικασίες παραγωγής μέσω της χρήσης κεφαλαίου μπορούν να αυξήσουν την παραγωγικότητα: (1) μπορούν να εξασφαλίσουν μεγαλύτερη παραγωγή του ίδιου αγαθού ανά μονάδα χρόνου· ή (2) μπορούν να επιτρέψουν στον δρώντα να καταναλώσει αγαθά που δεν είναι καθόλου διαθέσιμα με συντομότερες διαδικασίες παραγωγής.
There are two ways in which longer processes of production through the use of capital may increase productivity: (1) they may provide a greater production of the same good per unit of time; or (2) they may allow the actor to consume goods that are not available at all with shorter processes of production.
Ως παράδειγμα του πρώτου τύπου αύξησης της παραγωγικότητας, ο Robinson μπορεί να κρίνει ότι, αν διέθετε ένα μακρύ ραβδί, θα μπορούσε να τινάζει πολλά μούρα από τα δέντρα αντί να τα συλλέγει με το χέρι. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε ενδεχομένως να αυξήσει την παραγωγή του σε 50 μούρα την ώρα. Πώς θα μπορούσε να αποκτήσει το ραβδί; Προφανώς, πρέπει να δαπανήσει εργασία για να προμηθευτεί τα υλικά, να τα μεταφέρει, να τα διαμορφώσει σε ραβδί κ.λπ. Ας πούμε ότι θα απαιτούνταν 10 ώρες για αυτό το έργο. Αυτό σημαίνει ότι, για να αποκτήσει το ραβδί, ο Crusoe πρέπει να παραιτηθεί από την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών 10 ωρών. Πρέπει να θυσιάσει είτε 10 ώρες ελεύθερου χρόνου είτε 10 ώρες συλλογής μούρων με απόδοση 20 την ώρα —200 μούρα— είτε κάποιον συνδυασμό των δύο. Πρέπει να θυσιάσει, επί 10 ώρες, την απόλαυση καταναλωτικών αγαθών και να δαπανήσει την εργασία του για την παραγωγή ενός κεφαλαιουχικού αγαθού —του ραβδιού— που δεν θα του είναι άμεσα χρήσιμο. Θα μπορέσει να αρχίσει να χρησιμοποιεί το κεφαλαιουχικό αγαθό ως έμμεσο βοήθημα για τη μελλοντική παραγωγή μόνο αφού παρέλθουν οι 10 ώρες. Στο μεταξύ, πρέπει να παραιτηθεί από την ικανοποίηση των αναγκών του. Πρέπει να περιορίσει την κατανάλωσή του επί 10 ώρες και να μεταφέρει την εργασία του, για αυτή την περίοδο, από την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών που παρέχουν άμεση ικανοποίηση στην παραγωγή κεφαλαιουχικών αγαθών, τα οποία θα αποδείξουν τη χρησιμότητά τους μόνο στο μέλλον. Ο περιορισμός της κατανάλωσης ονομάζεται αποταμίευση και η μεταφορά εργασίας και γης στον σχηματισμό κεφαλαιουχικών αγαθών ονομάζεται επένδυση.
As an example of the first type of increase in productivity, Robinson may decide that if he had the use of a long stick, he could shake many berries off the trees instead of picking them by hand. In that way he might be able to step up his production to 50 berries an hour. How might he go about acquiring the stick? Obviously, he must expend labor in getting the materials, transporting them, shaping them into a stick, etc. Let us say that 10 hours would be necessary for this task. This means that to obtain the stick, Crusoe must forgo 10 hours’ production of consumers’ goods. He must either sacrifice 10 hours of leisure or 10 hours of berries at 20 per hour (200 berries), or some combination of the two. He must sacrifice, for 10 hours, the enjoyment of consumers’ goods, and expend his labor on producing a capital good—the stick—which will be of no immediate use to him. He will be able to begin using the capital good as an indirect aid to future production only after the 10 hours are up. In the meantime, he must forgo the satisfaction of his wants. He must restrict his consumption for 10 hours and transfer his labor for that period from producing immediately satisfying consumers’ goods into the production of capital goods, which will prove their usefulness only in the future. The restriction of consumption is called saving, and the transfer of labor and land to the formation of capital goods is called investment.
Βλέπουμε τώρα τι εμπεριέχεται στη διαδικασία σχηματισμού κεφαλαίου. Ο δρων πρέπει να αποφασίσει αν θα περιορίσει ή όχι την κατανάλωσή του και αν θα επενδύσει στην παραγωγή κεφαλαιουχικών αγαθών, σταθμίζοντας τους ακόλουθους παράγοντες: Υπερτερεί η χρησιμότητα που αποφέρει η αυξημένη παραγωγικότητα της μακρύτερης διαδικασίας παραγωγής έναντι της θυσίας παρόντων αγαθών στην οποία πρέπει να προβώ για να αποκτήσω καταναλωτικά αγαθά στο μέλλον; Έχουμε ήδη δει παραπάνω το καθολικό γεγονός της χρονικής προτίμησης —ότι ο άνθρωπος θα προτιμά πάντοτε να αποκτά μια δεδομένη ικανοποίηση νωρίτερα παρά αργότερα. Εδώ, ο δρων πρέπει να σταθμίσει την επιθυμία του να αποκτήσει περισσότερες ικανοποιήσεις ανά μονάδα χρόνου έναντι του γεγονότος ότι, για να το επιτύχει, πρέπει να παραιτηθεί από ικανοποιήσεις στο παρόν, ώστε να αυξήσει την παραγωγή του στο μέλλον. Η χρονική προτίμησή του υπέρ του παρόντος έναντι του μέλλοντος εξηγεί τη δυσαρέσκεια που του προκαλεί η αναμονή, η οποία πρέπει να σταθμιστεί έναντι της χρησιμότητας που θα παράσχουν τελικά το κεφαλαιουχικό αγαθό και η μακρύτερη διαδικασία παραγωγής. Το τι θα επιλέξει εξαρτάται από την κλίμακα αξιών του. Είναι δυνατόν, για παράδειγμα, αν πίστευε ότι το ραβδί θα του εξασφάλιζε μόνο 30 μούρα την ώρα και θα απαιτούσε 20 ώρες για να κατασκευαστεί, να μην αποφάσιζε να αποταμιεύσει και να επενδύσει. Από την άλλη πλευρά, αν το ραβδί απαιτούσε πέντε ώρες για να κατασκευαστεί και μπορούσε να του εξασφαλίσει 100 μούρα την ώρα, θα μπορούσε να λάβει την απόφαση με ευκολία.
We see now what is involved in the process of capital formation. The actor must decide whether or not to restrict his consumption and invest in the production of capital goods, by weighing the following factors: Does the utility yielded by the increased productivity of the longer process of production outweigh the sacrifice that I must make of present goods to acquire consumers’ goods in the future? We have already seen above the universal fact of time preference—that a man will always prefer obtaining a given satisfaction earlier than later. Here, the actor must balance his desire to acquire more satisfactions per unit of time as against the fact that, to do so, he must give up satisfactions in the present to increase his production in the future. His time preference for present over future accounts for his disutility of waiting, which must be balanced against the utility that will be eventually provided by the capital good and the longer process of production. How he chooses depends on his scale of values. It is possible, for example, that if he thought the stick would provide him with only 30 berries an hour and would take 20 hours to make, he would not make the saving-investment decision. On the other hand, if the stick took five hours to make and could provide him with 100 berries an hour, he might make the decision readily.
Αν αποφασίσει να επενδύσει 10 ώρες στην αύξηση των κεφαλαιουχικών αγαθών του, υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους οποίους θα μπορούσε να περιορίσει την κατανάλωσή του. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, μπορεί να περιορίσει οποιονδήποτε συνδυασμό μούρων και ελεύθερου χρόνου. Αφήνοντας κατά μέρος τον ελεύθερο χρόνο για λόγους απλούστευσης, μπορεί να αποφασίσει να διακόψει αμέσως τη συλλογή για μία ολόκληρη ημέρα και να μην παραγάγει καθόλου μούρα, ολοκληρώνοντας το ραβδί σε μία ημέρα. Ή μπορεί να αποφασίσει να συλλέγει μούρα επί οκτώ ώρες αντί για 10 και να αφιερώνει τις άλλες δύο ώρες την ημέρα στην κατασκευή του ραβδιού, οπότε η ολοκλήρωσή του θα απαιτήσει πέντε ημέρες. Η μέθοδος που θα επιλέξει εξαρτάται από τη φύση της κλίμακας αξιών του. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να περιορίσει την κατανάλωσή του κατά ποσότητα που αντιστοιχεί σε 10 ώρες εργασίας —200 μούρα. Ο ρυθμός αυτού του περιορισμού θα εξαρτηθεί από το πόσο επιτακτικά επιθυμεί την αυξημένη παραγωγή σε σύγκριση με το πόσο επιτακτικά επιθυμεί να διατηρήσει την παρούσα διαθέσιμη ποσότητα μούρων.
If he decides to invest 10 hours in adding to his capital goods, there are many ways in which he might restrict his consumption. As mentioned above, he can restrict any combination of berries or leisure. Setting aside leisure for purposes of simplification, he may decide to take a whole day off at once and produce no berries at all, completing the stick in one day. Or, he may decide to pick berries for eight hours instead of 10, and devote the other two hours a day to making the stick, in which case the completion of the stick will take five days. Which method he will choose depends on the nature of his value scale. In any case, he must restrict his consumption by 10 hours’ worth of labor—200 berries. The rate of his restriction will depend on how urgently he wants the increased production, as compared with the urgency with which he desires to maintain his present supply of berries.
Από αναλυτική άποψη, υπάρχει μικρή διαφορά μεταξύ του να εργάζεται για την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών, να συσσωρεύει ένα απόθεμά τους και κατόπιν να αφιερώνει ολόκληρο τον χρόνο εργασίας του στο κεφαλαιουχικό αγαθό και του να εργάζεται ταυτόχρονα για το κεφαλαιουχικό αγαθό και τα καταναλωτικά αγαθά. Εφόσον οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι, ωστόσο, είναι δυνατόν μία από τις μεθόδους να αποδειχθεί παραγωγικότερη· μπορεί, για παράδειγμα, ο δρων να ολοκληρώσει το έργο σε λιγότερο χρόνο αν εργαστεί σε αυτό αδιάλειπτα. Σε αυτή την περίπτωση, θα τείνει να επιλέξει την πρώτη μέθοδο. Από την άλλη πλευρά, τα μούρα μπορεί να τείνουν να αλλοιώνονται αν συσσωρευτούν, και αυτό θα τον οδηγούσε να επιλέξει τη δεύτερη οδό. Η απόφασή του θα προκύψει από τη στάθμιση των διαφόρων παραγόντων στην κλίμακα αξιών του.
Analytically, there is little difference between working on consumers’ goods, accumulating a stock of them, and then working full time on the capital good, and working on the capital good and consumer goods simultaneously. Other things being equal, however, it is possible that one of the methods will prove more productive; thus, it may be that the actor can complete the task in less time if he works on it continuously. In that case, he will tend to choose the former method. On the other hand, the berries might tend to spoil if accumulated, and this would lead him to choose the latter route. A balance of the various factors on his value scale will result in his decision.
Ας υποθέσουμε ότι ο Robinson έλαβε την απόφασή του και, έπειτα από πέντε ημέρες, αρχίζει να χρησιμοποιεί το ραβδί. Την έκτη ημέρα και εφεξής, λοιπόν, θα αρχίσουν να παράγονται 500 μούρα την ημέρα, και αυτός θα δρέψει τους καρπούς της επένδυσής του σε κεφαλαιουχικά αγαθά.
Let us assume that Robinson has made his decision, and, after five days, begins to use the stick. On the sixth day and thereafter, then, 500 berries a day will begin to pour forth, and he will harvest the fruits of his investment in capital goods.
Ο Crusoe μπορεί να χρησιμοποιήσει την αυξημένη παραγωγικότητά του τόσο για να αυξήσει τις ώρες ελεύθερου χρόνου του όσο και για να αυξήσει την παραγωγή μούρων. Έτσι, μπορεί να αποφασίσει να μειώσει την ημερήσια εργασία του από 10 ώρες σε οκτώ. Η παραγωγή μούρων θα αυξηθεί τότε, χάρη στο ραβδί, από 200 σε 400 μούρα την ημέρα, ενώ ο Crusoe θα μπορεί να αυξήσει τις ώρες ελεύθερου χρόνου του από 14 σε 16 την ημέρα. Προφανώς, ο Crusoe μπορεί να επιλέξει να απολαύσει την αυξημένη παραγωγικότητά του μέσω διαφόρων συνδυασμών αυξημένης παραγωγής του ίδιου του αγαθού και αυξημένου ελεύθερου χρόνου.89
Crusoe can use his increased productivity to increase his hours of leisure as well as to increase his output of berries. Thus, he might decide to cut his daily labor from 10 hours to eight. His output of berries will then be increased, because of the stick, from 200 to 400 berries per day, while Crusoe is able to increase his hours of leisure from 14 to 16 per day. Obviously, Crusoe can choose to take his increased productivity in various combinations of increased output of the good itself and of increased leisure.
Ακόμη σημαντικότερη από τη χρήση του για την αύξηση της παραγωγής ανά μονάδα χρόνου είναι η λειτουργία του κεφαλαίου που επιτρέπει στον άνθρωπο να αποκτά αγαθά τα οποία δεν θα μπορούσε διαφορετικά να αποκτήσει καθόλου. Μια πολύ σύντομη περίοδος παραγωγής επιτρέπει στον Crusoe να παράγει ελεύθερο χρόνο και τουλάχιστον κάποια μούρα, αλλά χωρίς τη βοήθεια κεφαλαίου δεν μπορεί να ικανοποιήσει καμία από τις άλλες ανάγκες του. Για να αποκτήσει κρέας, πρέπει να διαθέτει τόξο και βέλη· για να αποκτήσει ψάρια, πρέπει να διαθέτει καλάμι ή δίχτυ· για να αποκτήσει καταφύγιο, πρέπει να διαθέτει κορμούς δέντρων ή καραβόπανο και ένα τσεκούρι για να κόβει το ξύλο. Για να ικανοποιήσει οποιαδήποτε τέτοια ανάγκη, πρέπει να περιορίσει την κατανάλωσή του και να επενδύσει την εργασία του στην παραγωγή κεφαλαιουχικών αγαθών. Με άλλα λόγια, πρέπει να αναλάβει μακρύτερες διαδικασίες παραγωγής από εκείνες που απαιτούσε η συλλογή μούρων· πρέπει να αφιερώσει χρόνο στην παραγωγή των ίδιων των κεφαλαιουχικών αγαθών προτού μπορέσει να τα χρησιμοποιήσει για να απολαύσει καταναλωτικά αγαθά. Σε κάθε περίπτωση, οι αποφάσεις που λαμβάνει όταν προχωρεί σε σχηματισμό κεφαλαίου θα προκύπτουν από τη στάθμιση, στην κλίμακα αξιών του, της χρησιμότητας της αναμενόμενης αυξημένης παραγωγικότητας έναντι της δυσαρέσκειας που απορρέει από τη χρονική προτίμησή του υπέρ των παρουσών έναντι των μελλοντικών ικανοποιήσεων.
Even more important than its use in increasing output per unit of time is the function of capital in enabling man to acquire goods which he could not at all obtain otherwise. A very short period of production enables Crusoe to produce leisure and at least some berries, but without the aid of capital he cannot attain any of his other wants at all. To acquire meat he must have a bow and arrows, to acquire fish he must have a pole or net, to acquire shelter he must have logs of wood, or canvas, and an axe to cut the wood. To satisfy any such wants, he must restrict his consumption and invest his labor in the production of capital goods. In other words, he must embark on lengthier processes of production than had been involved in culling berries; he must take time out to produce the capital goods themselves before he can use them to enjoy consumers’ goods. In each case, the decisions that he makes in embarking on capital formation will be a result of weighing on his value scale the utility of the expected increased productivity as against the disutility of his time preference for present as compared to future satisfactions.
Είναι προφανές ότι ο παράγοντας που συγκρατεί κάθε άνθρωπο από το να επενδύει ολοένα μεγαλύτερο μέρος της γης και της εργασίας του σε κεφαλαιουχικά αγαθά είναι η χρονική προτίμησή του υπέρ των παρόντων αγαθών. Αν ο άνθρωπος, εφόσον οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι, δεν προτιμούσε την ικανοποίηση στο παρόν από την ικανοποίηση στο μέλλον, δεν θα κατανάλωνε ποτέ· θα επένδυε όλο τον χρόνο και την εργασία του στην αύξηση της παραγωγής μελλοντικών αγαθών. Το «να μην καταναλώνει ποτέ», όμως, είναι παραλογισμός, αφού η κατανάλωση αποτελεί τον σκοπό κάθε παραγωγής. Επομένως, σε οποιαδήποτε δεδομένη χρονική στιγμή, όλοι οι άνθρωποι θα έχουν επενδύσει σε όλες τις συντομότερες περιόδους παραγωγής για να ικανοποιήσουν τις πιο επιτακτικά αισθητές ανάγκες που επιτρέπει η γνώση τους για τις συνταγές· κάθε περαιτέρω σχηματισμός κεφαλαίου θα κατευθυνθεί σε μακρύτερες διαδικασίες παραγωγής. Εφόσον οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι —δηλαδή η σχετική επιτακτικότητα των αναγκών που πρόκειται να ικανοποιηθούν και η γνώση του δρώντος για τις συνταγές—, κάθε περαιτέρω επένδυση θα αφορά μια μακρύτερη διαδικασία παραγωγής από εκείνη που βρίσκεται τώρα σε εξέλιξη.
It is obvious that the factor which holds every man back from investing more and more of his land and labor in capital goods is his time preference for present goods. If man, other things being equal, did not prefer satisfaction in the present to satisfaction in the future, he would never consume; he would invest all his time and labor in increasing the production of future goods. But “never consuming” is an absurdity, since consuming is the end of all production. Therefore, at any given point in time, all men will have invested in all the shorter periods of production to satisfy the most urgently felt wants that their knowledge of recipes allows; any further formation of capital will go into longer processes of production. Other things being equal (i.e., the relative urgency of wants to be satisfied, and the actor’s knowledge of recipes), any further investment will be in a longer process of production than is now under way.
Εδώ είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι «μια περίοδος παραγωγής» δεν περιλαμβάνει μόνο τον χρόνο που δαπανάται για την κατασκευή του ίδιου του κεφαλαιουχικού αγαθού, αλλά αναφέρεται στον χρόνο αναμονής από την έναρξη της παραγωγής του κεφαλαιουχικού αγαθού έως την παραγωγή του καταναλωτικού αγαθού. Στην περίπτωση του ραβδιού και των μούρων, οι δύο χρόνοι είναι ίδιοι, αλλά αυτό συνέβαινε μόνο επειδή το ραβδί ήταν κεφαλαιουχικό αγαθό πρώτης τάξης, δηλαδή απείχε μόλις ένα στάδιο από την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών. Ας εξετάσουμε, για παράδειγμα, μια πιο σύνθετη περίπτωση —την κατασκευή ενός τσεκουριού από τον Crusoe, προκειμένου να κόψει ξύλα για να κατασκευάσει ένα σπίτι για τον εαυτό του. Ο Crusoe πρέπει να αποφασίσει αν το σπίτι που θα αποκτήσει αξίζει ή όχι τα καταναλωτικά αγαθά από τα οποία θα παραιτηθεί στο μεταξύ. Ας πούμε ότι θα χρειαστεί 50 ώρες για να κατασκευάσει το τσεκούρι και κατόπιν άλλες 200 ώρες, με τη βοήθεια του τσεκουριού, για να κόψει και να μεταφέρει ξύλα ώστε να χτίσει ένα σπίτι. Η μακρύτερη διαδικασία παραγωγής για την οποία πρέπει να αποφασίσει ο Crusoe αποτελείται τώρα από τρία στάδια, συνολικής διάρκειας 250 ωρών. Πρώτον, η εργασία και η φύση παράγουν το τσεκούρι, ένα κεφαλαιουχικό αγαθό δεύτερης τάξης· δεύτερον, η εργασία, μαζί με το τσεκούρι και τα στοιχεία που παρέχει η φύση, παράγει κορμούς δέντρων, ένα κεφαλαιουχικό αγαθό πρώτης τάξης· τέλος, η εργασία και οι κορμοί συνδυάζονται για να αποφέρουν το επιθυμητό καταναλωτικό αγαθό — ένα σπίτι. Η διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας είναι ολόκληρο το χρονικό διάστημα από τη στιγμή που ο δρων πρέπει να αρχίσει την εργασία του έως τη στιγμή που παράγεται το καταναλωτικό αγαθό.
Here it is important to realize that “a period of production” does not involve only the amount of time spent on making the actual capital good, but refers to the amount of waiting-time from the start of producing the capital good until the consumers’ good is produced. In the case of the stick and the berries, the two times are identical, but this was so only because the stick was a first-order capital good, i.e., it was but one stage removed from the output of consumers’ goods. Let us take, for example, a more complex case—the building by Crusoe of an axe in order to chop wood to produce a house for himself. Crusoe must decide whether or not the house he will gain will be worth the consumers’ goods forgone in the meantime. Let us say it will take Crusoe 50 hours to produce the axe, and then a further 200 hours, with the help of the axe, to chop and transport wood in order to build a house. The longer process of production which Crusoe must decide upon is now a three-stage one, totaling 250 hours. First, labor and nature produce the axe, a second-order capital good; second, labor, plus the axe, plus nature-given elements, produces logs-of-wood, a first-order capital good; finally, labor and the logs of wood combine to yield the desired consumers’ good—a house. The length of the process of production is the entire length of time from the point at which an actor must begin his labor to the point at which the consumers’ good is yielded.
Και πάλι, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι, όταν εξετάζει τη διάρκεια μιας παραγωγικής διαδικασίας, ο δρων δεν ενδιαφέρεται για την προηγούμενη ιστορία ως τέτοια. Η διάρκεια μιας παραγωγικής διαδικασίας για τον δρώντα είναι ο χρόνος αναμονής από τη στιγμή που αρχίζει η δράση του. Έτσι, αν ο Crusoe ήταν αρκετά τυχερός ώστε να βρει ένα τσεκούρι σε καλή κατάσταση, το οποίο είχε αφήσει κάποιος προηγούμενος κάτοικος, θα υπολόγιζε την περίοδο παραγωγής του σε 200 ώρες αντί για 250. Το τσεκούρι θα του παρεχόταν από το περιβάλλον του.
Again, it must be observed that, in considering the length of a process of production, the actor is not interested in past history as such. The length of a process of production for an actor is the waiting-time from the point at which his action begins. Thus, if Crusoe were lucky enough to find an axe in good condition left by some previous inhabitant, he would reckon his period of production at 200 hours instead of 250. The axe would be given to him by his environment.
Αυτό το παράδειγμα καταδεικνύει μια θεμελιώδη αλήθεια για τα κεφαλαιουχικά αγαθά: Το κεφάλαιο είναι ένας ενδιάμεσος σταθμός στην πορεία προς την απόλαυση καταναλωτικών αγαθών. Όποιος κατέχει κεφάλαιο έχει προχωρήσει κατά τόσο περισσότερο στον χρόνο, στην πορεία προς το επιθυμητό καταναλωτικό αγαθό. Ο Crusoe χωρίς το τσεκούρι απέχει 250 ώρες από το επιθυμητό σπίτι του· ο Crusoe με το τσεκούρι απέχει μόνο 200 ώρες. Αν οι κορμοί βρίσκονταν ήδη έτοιμοι και στοιβαγμένοι κατά την άφιξή του, θα ήταν κατά τόσο πλησιέστερα στον στόχο του· και αν το σπίτι υπήρχε εξαρχής, θα εκπλήρωνε την επιθυμία του αμέσως. Θα είχε προχωρήσει περισσότερο προς τον στόχο του χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω περιορισμός της κατανάλωσης. Έτσι, ο ρόλος του κεφαλαίου είναι να φέρνει τους ανθρώπους χρονικά πιο κοντά στον στόχο τους κατά την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών. Αυτό ισχύει τόσο στην περίπτωση όπου παράγονται νέα καταναλωτικά αγαθά όσο και στην περίπτωση όπου παράγονται μεγαλύτερες ποσότητες ήδη παραγόμενων αγαθών. Έτσι, στην προηγούμενη περίπτωση, χωρίς το ραβδί, ο Crusoe απείχε 25 ώρες από την παραγωγή 500 μούρων· με το ραβδί, απέχει μόνο 10 ώρες. Στις περιπτώσεις όπου το κεφάλαιο καθιστά δυνατή την απόκτηση νέων αγαθών —αγαθών που δεν θα μπορούσαν να αποκτηθούν διαφορετικά—, αποτελεί έναν απολύτως απαραίτητο, και όχι απλώς διευκολυντικό, ενδιάμεσο σταθμό προς το επιθυμητό καταναλωτικό αγαθό.
This example illustrates a fundamental truth about capital goods: Capital is a way station along the road to the enjoyment of consumers’ goods. He who possesses capital is that much further advanced in time on the road to the desired consumers’ good. Crusoe without the axe is 250 hours away from his desired house; Crusoe with the axe is only 200 hours away. If the logs of wood had been piled up ready-made on his arrival, he would be that much closer to his objective; and if the house were there to begin with, he would achieve his desire immediately. He would be further advanced toward his goal without the necessity of further restriction of consumption. Thus, the role of capital is to advance men in time toward their objective in producing consumers’ goods. This is true for both the case where new consumers’ goods are being produced and the case where more old goods are being produced. Thus, in the previous case, without the stick, Crusoe was 25 hours away from an output of 500 berries; with the stick, he is only 10 hours away. In those cases where capital enables the acquisition of new goods—of goods which could not be obtained otherwise—it is an absolutely indispensable, as well as convenient, way station toward the desired consumers’ good.
Είναι προφανές ότι, για κάθε σχηματισμό κεφαλαίου, πρέπει να υπάρχει αποταμίευση —περιορισμός της απόλαυσης καταναλωτικών αγαθών στο παρόν— και επένδυση των αντίστοιχων πόρων στην παραγωγή κεφαλαιουχικών αγαθών. Αυτή η απόλαυση καταναλωτικών αγαθών —η ικανοποίηση αναγκών— ονομάζεται κατανάλωση. Η αποταμίευση μπορεί να προκύψει ως αποτέλεσμα αύξησης της διαθέσιμης ποσότητας καταναλωτικών αγαθών, μέρος της οποίας ο δρων αποφασίζει να αποταμιεύσει αντί να την καταναλώσει ολόκληρη. Σε κάθε περίπτωση, η κατανάλωση πρέπει πάντοτε να είναι μικρότερη από την ποσότητα που θα μπορούσε να εξασφαλιστεί. Έτσι, αν η σοδειά στο ερημονήσι βελτιωθεί και ο Crusoe διαπιστώσει ότι μπορεί να συλλέγει 240 μούρα σε 10 ώρες χωρίς τη βοήθεια ραβδιού, μπορεί τώρα να αποταμιεύει 40 μούρα την ημέρα επί πέντε ημέρες, πράγμα που θα του επιτρέψει να επενδύσει την εργασία του σε ένα ραβδί χωρίς να μειώσει την κατανάλωση μούρων από τα αρχικά 200. Η αποταμίευση συνεπάγεται περιορισμό της κατανάλωσης σε σύγκριση με την ποσότητα που θα μπορούσε να καταναλωθεί· δεν συνεπάγεται πάντοτε πραγματική μείωση της καταναλισκόμενης ποσότητας σε σχέση με το προηγούμενο επίπεδο κατανάλωσης.
It is evident that, for any formation of capital, there must be saving—a restriction of the enjoyment of consumers’ goods in the present—and the investment of the equivalent resources in the production of capital goods. This enjoyment of consumers’ goods—the satisfaction of wants—is called consumption. The saving might come about as a result of an increase in the available supply of consumers’ goods, which the actor decides to save in part rather than consume fully. At any rate, consumption must always be less than the amount that could be secured. Thus, if the harvest on the desert island improves, and Crusoe finds that he can pick 240 berries in 10 hours without the aid of a stick, he may now save 40 berries a day for five days, enabling him to invest his labor in a stick, without cutting back his berry consumption from the original 200 berries. Saving involves the restriction of consumption compared to the amount that could be consumed; it does not always involve an actual reduction in the amount consumed over the previous level of consumption.
Όλα τα κεφαλαιουχικά αγαθά είναι φθαρτά. Εκείνα τα λίγα προϊόντα που δεν είναι φθαρτά αλλά μόνιμα καθίστανται, από κάθε ουσιαστική άποψη, μέρος της γης. Κατά τα λοιπά, όλα τα κεφαλαιουχικά αγαθά είναι φθαρτά και αναλώνονται κατά τις διαδικασίες παραγωγής. Μπορούμε, επομένως, να πούμε ότι τα κεφαλαιουχικά αγαθά, κατά την παραγωγή, μετασχηματίζονται στα προϊόντα τους. Στην περίπτωση ορισμένων κεφαλαιουχικών αγαθών, αυτό είναι απολύτως εμφανές από φυσική άποψη. Έτσι, είναι προφανές, για παράδειγμα, ότι, όταν 100 λίβρες ψωμιού στο στάδιο της χονδρικής συνδυάζονται με άλλους συντελεστές για να παραχθούν 100 λίβρες ψωμιού στο στάδιο της λιανικής, ο πρώτος συντελεστής μετασχηματίζεται αμέσως και πλήρως στον δεύτερο. Η ανάλωση των κεφαλαιουχικών αγαθών είναι εντυπωσιακά σαφής. Ολόκληρο το κεφαλαιουχικό αγαθό αναλώνεται σε κάθε παραγωγική πράξη. Και τα άλλα κεφαλαιουχικά αγαθά, ωστόσο, αναλώνονται, αλλά όχι τόσο απότομα. Ένα φορτηγό που μεταφέρει ψωμί μπορεί να έχει διάρκεια ζωής 15 ετών, που αντιστοιχεί, ας πούμε, σε 3.000 τέτοιες μετατροπές του ψωμιού από το στάδιο της χονδρικής στο στάδιο της λιανικής. Σε αυτή την περίπτωση, μπορούμε να πούμε ότι το 1/3.000 του φορτηγού αναλώνεται κάθε φορά που πραγματοποιείται η παραγωγική διαδικασία. Ομοίως, ένας μύλος που μετατρέπει το σιτάρι σε αλεύρι μπορεί να έχει ωφέλιμη ζωή 20 ετών, οπότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι το 1/20 του μύλου αναλώνεται στην παραγωγή αλευριού κάθε έτους. Κάθε συγκεκριμένο κεφαλαιουχικό αγαθό έχει διαφορετική ωφέλιμη ζωή και, επομένως, διαφορετικό ρυθμό ανάλωσης ή, όπως ονομάζεται, απόσβεσης. Τα κεφαλαιουχικά αγαθά διαφέρουν ως προς τη διάρκεια παροχής υπηρεσιών τους.
All capital goods are perishable. Those few products that are not perishable but permanent become, to all intents and purposes, part of the land. Otherwise, all capital goods are perishable, used up during the processes of production. We can therefore say that capital goods, during production, are transformed into their products. With some capital goods, this is physically quite evident. Thus, it is obvious, for example, that when 100 pounds of bread-at-wholesale are combined with other factors to produce 100 pounds of bread at retail, the former factor is immediately and completely transformed into the latter factor. The using up of capital goods is dramatically clear. The whole of the capital good is used up in each production-event. The other capital goods, however, are also used up, but not as suddenly. A truck transporting bread may have a life of 15 years, amounting to, say, 3,000 of such conversions of bread from the wholesale to the retail stage. In this case, we may say that /3,000 of the truck is used up each time the production process occurs. Similarly, a mill converting wheat into flour may have a useful life of 20 years, in which case we could say that l/20 of the mill was used up in each year’s production of flour. Each particular capital good has a different useful life and therefore a different rate of being used up, or, as it is called, of depreciation. Capital goods vary in the duration of their serviceableness.
Ας επιστρέψουμε τώρα στον Crusoe και στο ραβδί. Ας υποθέσουμε ότι το ραβδί θα έχει ωφέλιμη ζωή 10 ημερών και ότι έτσι την εκτιμά ο Crusoe, μετά την πάροδο των οποίων φθείρεται πλήρως και η παραγωγή του Crusoe επανέρχεται στο προηγούμενο επίπεδο των 20 μούρων την ώρα. Βρίσκεται ξανά εκεί από όπου ξεκίνησε.
Let us now return to Crusoe and the stick. Let us assume that the stick will have a useful life of 10 days, and is so estimated by Crusoe, after which it wears out, and Crusoe’s output reverts to its previous level of 20 berries per hour. He is back where he started.
Ο Crusoe, επομένως, βρίσκεται αντιμέτωπος με μια επιλογή, αφού αρχίσει να χρησιμοποιεί το ραβδί. Το «βιοτικό του επίπεδο» —τώρα, ας πούμε, στα 500 μούρα την ημέρα συν 14 ώρες ελεύθερου χρόνου— έχει βελτιωθεί, και δεν θα του αρέσει η προοπτική της μείωσης στα 200 όταν το ραβδί αχρηστευθεί. Αν επιθυμεί, λοιπόν, να διατηρήσει αμετάβλητο το βιοτικό του επίπεδο, πρέπει, στη διάρκεια των 10 ημερών, να εργαστεί για την κατασκευή ενός άλλου ραβδιού, το οποίο θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αντικαταστήσει το παλιό όταν αυτό φθαρεί πλήρως. Αυτή η πράξη κατασκευής ενός άλλου ραβδιού συνεπάγεται μια πρόσθετη πράξη αποταμίευσης. Για να επενδύσει σε ένα αντικατάστατο του ραβδιού, πρέπει και πάλι να αποταμιεύσει —να περιορίσει την κατανάλωσή του σε σύγκριση με την παραγωγή που θα μπορούσε να είναι διαθέσιμη. Έτσι, θα πρέπει και πάλι να αποταμιεύσει ποσότητα μούρων —ή ελεύθερου χρόνου— που αντιστοιχεί σε 10 ώρες εργασίας και να αφιερώσει αυτές τις ώρες σε επένδυση σε ένα αγαθό που χρησιμεύει μόνο έμμεσα για τη μελλοντική παραγωγή. Ας υποθέσουμε ότι το κάνει μεταφέροντας μία ώρα την ημέρα από την παραγωγή μούρων στην εργασία κατασκευής ενός άλλου ραβδιού. Με αυτόν τον τρόπο περιορίζει την κατανάλωση μούρων, επί 10 ημέρες, στα 450 την ημέρα. Έχει περιορίσει την κατανάλωση σε σχέση με το μέγιστο δυνατό επίπεδό της, μολονότι εξακολουθεί να βρίσκεται σε πολύ καλύτερη κατάσταση από την αρχική, στην οποία δεν διέθετε βοήθημα.
Crusoe is therefore faced with a choice, after his stick comes into use. His “standard of living” (now, say, at 500 berries a day plus 14 hours of leisure) has improved, and he will not like the prospect of a reduction to 200 when the stick gives out. If he wishes to maintain his standard of living intact, therefore, he must, during the 10 days, work on building another stick, which can be used to replace the old one when it wears out. This act of building another stick involves a further act of saving. In order to invest in a replacement for the stick, he must again save—restrict his consumption as compared to the production that might be available. Thus, he will again have to save 10 hours’ worth of labor in berries (or leisure) and devote them to investing in a good that is only indirectly serviceable for future production. Suppose that he does this by shifting one hour a day from his berry production to the labor of producing another stick. By doing so, he restricts his berry consumption, for 10 days, to 450 a day. He has restricted consumption from his maximum, although he is still much better off than in his original, unaided state.
Έτσι, η κεφαλαιακή δομή ανανεώνεται στο τέλος των 10 ημερών μέσω αποταμίευσης και επένδυσης σε αντικατάσταση. Κατόπιν, ο Crusoe βρίσκεται και πάλι αντιμέτωπος με την επιλογή να καταναλώνει τη μέγιστη παραγωγή του των 500 μούρων την ημέρα και να βρεθεί ξανά στο επίπεδο των 200 την ημέρα μετά την πάροδο άλλων 10 ημερών ή να προβεί σε τρίτη πράξη αποταμίευσης, προκειμένου να μεριμνήσει για την αντικατάσταση του δεύτερου ραβδιού όταν αυτό φθαρεί πλήρως.90
Thus, the capital structure is renewed at the end of the 10 days, by saving and investing in a replacement. After that, Crusoe is again faced with the choice of taking his maximum production of 500 berries per day and finding himself back to a 200-per-day level at the end of 10 more days, or of making a third act of saving in order to provide for replacement of the second stick when it wears out.
Αν ο Crusoe αποφασίσει να μην αντικαταστήσει το πρώτο ή το δεύτερο ραβδί και αποδεχθεί μια μεταγενέστερη πτώση της παραγωγής για να αποφύγει την παρούσα αποταμίευση, καταναλώνει κεφάλαιο. Με άλλα λόγια, επιλέγει να καταναλώσει αντί να αποταμιεύσει και να διατηρήσει την κεφαλαιακή δομή του και τον μελλοντικό ρυθμό παραγωγής του. Η κατανάλωση του κεφαλαίου του επιτρέπει στον Crusoe να αυξήσει τώρα την κατανάλωσή του από 450 σε 500 μούρα την ημέρα, αλλά σε κάποια μελλοντική χρονική στιγμή —εδώ, σε 10 ημέρες— θα αναγκαστεί να τη μειώσει ξανά στα 200 μούρα. Είναι σαφές ότι εκείνο που οδήγησε τον Crusoe να καταναλώσει κεφάλαιο είναι η χρονική προτίμησή του, η οποία, στην περίπτωση αυτή, τον οδήγησε να προτιμήσει περισσότερη παρούσα κατανάλωση, με τίμημα μεγαλύτερες απώλειες μελλοντικής κατανάλωσης.
If Crusoe decides not to replace the first or the second stick, and accepts a later drop in output to avoid undergoing present saving, he is consuming capital. In other words, he is electing to consume instead of to save and maintain his capital structure and future rate of output. Consuming his capital enables Crusoe to increase his consumption now from 450 to 500 berries per day, but at some point in the future (here in 10 days), he will be forced to cut his consumption back to 200 berries. It is clear that what has led Crusoe to consume capital is his time preference, which in this case has led him to prefer more present consumption to greater losses in future consumption.
Έτσι, κάθε δρων, σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, έχει την επιλογή: (α) να αυξήσει την κεφαλαιακή δομή του, (β) να διατηρήσει άθικτο το κεφάλαιό του ή (γ) να καταναλώσει το κεφάλαιό του. Οι επιλογές (α) και (β) συνεπάγονται πράξεις αποταμίευσης. Η πορεία που θα υιοθετηθεί θα εξαρτηθεί από τη στάθμιση, εκ μέρους του δρώντος, της δυσαρέσκειας της αναμονής, όπως αυτή καθορίζεται από τη χρονική προτίμησή του, έναντι της χρησιμότητας που θα παρασχεθεί στο μέλλον από την αύξηση της κατανάλωσης καταναλωτικών αγαθών του.
Thus, any actor, at any point in time, has the choice of: (a) adding to his capital structure, (b) maintaining his capital intact, or (c) consuming his capital. Choices (a) and (b) involve acts of saving. The course adopted will depend on the actor’s weighing his disutility of waiting, as determined by his time preference, against the utility to be provided in the future by the increase in his intake of consumers’ goods.
Σε αυτό το σημείο της συζήτησης για τη φθορά και την αντικατάσταση των κεφαλαιουχικών αγαθών, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι ένα κεφαλαιουχικό αγαθό σπανίως διατηρεί πλήρως τις «δυνάμεις» του να συμβάλλει στην παραγωγή και κατόπιν χάνει ξαφνικά ολόκληρη την ικανότητά του να παρέχει υπηρεσίες. Όπως το διατυπώνει ο καθηγητής Benham, «τα κεφαλαιουχικά αγαθά συνήθως δεν παραμένουν σε άριστη τεχνική κατάσταση για να καταρρεύσουν κατόπιν ξαφνικά, όπως η θαυμαστή “μονόιππη άμαξα”».91 Η παραγωγή μούρων του Crusoe, αντί να παραμένει στα 500 επί 10 ημέρες και κατόπιν να πέφτει ξανά στα 200 την 11η ημέρα, είναι πιθανό να μειώνεται με κάποιον ρυθμό προτού το ραβδί καταστεί εντελώς άχρηστο.
At this point in the discussion of the wearing out and replacement of capital goods we may observe that a capital good rarely retains its full “powers” to aid in production and then suddenly lose all its serviceability. In the words of Professor Benham, “capital goods do not usually remain in perfect technical condition and then suddenly collapse, like the wonderful ‘one-hoss shay.’” Crusoe’s berry output, instead of remaining 500 for 10 days and then falling back to 200 on the 11th day, is likely to decline at some rate before the stick becomes completely useless.
Μπορεί τώρα να καταστεί διαθέσιμη μια άλλη μέθοδος διατήρησης του κεφαλαίου. Έτσι, ο Crusoe μπορεί να διαπιστώσει ότι, αφιερώνοντας λίγο χρόνο στην επισκευή του ραβδιού, αποκόπτοντας τα ασθενέστερα τμήματά του κ.λπ., μπορεί να παρατείνει τη ζωή του και να διατηρήσει την παραγωγή μούρων για περισσότερο χρόνο. Εν ολίγοις, μπορεί να αυξήσει την κεφαλαιακή δομή του μέσω επισκευών.
Another method of maintaining capital may now prove available. Thus, Crusoe may find that, by spending a little time repairing the stick, breaking off weaker parts, etc., he may be able to prolong its life and maintain his output of berries longer. In short, he may be able to add to his capital structure via repairs.
Και εδώ θα σταθμίσει την πρόσθετη αύξηση της μελλοντικής παραγωγής καταναλωτικών αγαθών έναντι της παρούσας απώλειας καταναλωτικών αγαθών την οποία πρέπει να υποστεί δαπανώντας την εργασία του σε επισκευές. Η πραγματοποίηση επισκευών απαιτεί, επομένως, μια αυτοτελή πράξη αποταμίευσης και μια επιλογή υπέρ της αποταμίευσης. Είναι απολύτως δυνατόν, για παράδειγμα, ο Crusoe να αποφασίσει να αντικαταστήσει το ραβδί και να δαπανήσει την εργασία του για αυτόν τον σκοπό, αλλά να μη θεωρήσει ότι αξίζει να το επισκευάσει. Η πορεία που θα αποφασίσει να ακολουθήσει εξαρτάται από την αξιολόγησή του για τα διάφορα εναλλακτικά αποτελέσματα παραγωγής και από τον βαθμό χρονικής προτίμησής του.
Here again he will balance the added increase in future output of consumers’ goods against the present loss in consumers’ goods which he must endure by expending his labor on repairs. Making repairs therefore requires an independent act of saving and a choice to save. It is entirely possible, for example, that Crusoe will decide to replace the stick, and spend his labor on that purpose, but will not consider it worthwhile to repair it. Which course he decides to take depends on his valuation of the various alternative outputs and his rate of time preference.
Η απόφαση ενός δρώντος σχετικά με τα αντικείμενα στα οποία θα επενδύσει θα εξαρτηθεί από την αναμενόμενη χρησιμότητα του μελλοντικού καταναλωτικού αγαθού, τη διάρκειά του και το μήκος του χρόνου αναμονής του. Έτσι, μπορεί να επενδύσει πρώτα σε ένα ραβδί και κατόπιν να αποφασίσει ότι δεν θα άξιζε να επενδύσει σε δεύτερο ραβδί· αντιθέτως, θα ήταν καλύτερο να αρχίσει να κατασκευάζει το τσεκούρι προκειμένου να αποκτήσει ένα σπίτι. Ή μπορεί πρώτα να κατασκευάσει τόξο και βέλη για να κυνηγά θηράματα και κατόπιν να αρχίσει να εργάζεται για ένα σπίτι. Εφόσον η οριακή χρησιμότητα του αποθέματος ενός αγαθού μειώνεται καθώς το απόθεμα αυξάνεται, όσο μεγαλύτερο απόθεμα ενός καταναλωτικού αγαθού διαθέτει τόσο πιθανότερο είναι να διαθέσει τις νέες αποταμιεύσεις του σε διαφορετικό καταναλωτικό αγαθό, αφού το δεύτερο αγαθό θα έχει τώρα υψηλότερη οριακή χρησιμότητα ως προϊόν της επενδεδυμένης εργασίας και αναμονής του, ενώ η οριακή χρησιμότητα του πρώτου θα είναι χαμηλότερη.
An actor’s decision on what objects to invest in will depend on the expected utility of the forthcoming consumers’ good, its durability, and the length of his waiting-time. Thus, he may first invest in a stick and then decide it would not be worthwhile to invest in a second stick; instead, it would be better to begin building the axe in order to obtain a house. Or he may first make a bow and arrows with which to hunt game, and after that begin working on a house. Since the marginal utility of the stock of a good declines as the stock increases, the more he has of the stock of one consumers’ good, the more likely he will be to expend his new savings on a different consumers’ good, since the second good will now have a higher marginal utility of product to his invested labor and waiting, and the marginal utility of the first will be lower.
Αν δύο καταναλωτικά αγαθά έχουν την ίδια αναμενόμενη οριακή χρησιμότητα ως προς τις καθημερινές υπηρεσίες που παρέχουν και την ίδια περίοδο αναμονής, αλλά το ένα είναι περισσότερο διαρκές από το άλλο, τότε ο δρων θα επιλέξει να επενδύσει στην παραγωγή του πρώτου. Από την άλλη πλευρά, αν το σύνολο των υπηρεσιών δύο αναμενόμενων καταναλωτικών αγαθών είναι το ίδιο και η διάρκεια της περιόδου παραγωγής τους επίσης ίδια, η επένδυση θα κατευθυνθεί στο λιγότερο διαρκές αγαθό, αφού το σύνολο των ικανοποιήσεων που παρέχει επέρχεται νωρίτερα από εκείνο του άλλου. Επίσης, όταν επιλέγει να επενδύσει στο ένα ή στο άλλο από δύο καταναλωτικά αγαθά, ο δρων θα επιλέξει, εφόσον οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι, εκείνο το αγαθό που έχει τη συντομότερη περίοδο παραγωγής, όπως εξετάστηκε παραπάνω.
If two consumers’ goods have the same expected marginal utility in daily serviceability and have the same period of waiting time, but one is more durable than the other, then the actor will choose to invest in production of the former. On the other hand, if the total serviceableness of two expected consumers’ goods is the same, and their length of period of production is the same, the less durable good will be invested in, since its total satisfactions arrive earlier than the other. Also, in choosing between investing in one or the other of two consumers’ goods, the actor will, other things being equal, choose that good with the shorter period of production, as has been discussed above.
Κάθε δρων θα εξακολουθεί να αποταμιεύει και να επενδύει τους πόρους του σε διάφορα αναμενόμενα μελλοντικά καταναλωτικά αγαθά όσο η χρησιμότητα, όπως εκτιμάται στο παρόν, του οριακού προϊόντος κάθε μονάδας που αποταμιεύεται και επενδύεται είναι μεγαλύτερη από τη χρησιμότητα των παρόντων καταναλωτικών αγαθών που θα μπορούσε να αποκτήσει αν δεν πραγματοποιούσε αυτή την αποταμίευση. Αυτή η τελευταία χρησιμότητα —των παρόντων καταναλωτικών αγαθών από τα οποία παραιτείται— είναι η «δυσαρέσκεια της αναμονής». Μόλις αυτή γίνει μεγαλύτερη από τη χρησιμότητα της απόκτησης περισσότερων αγαθών στο μέλλον μέσω της αποταμίευσης, ο δρων θα πάψει να αποταμιεύει.
Any actor will continue to save and invest his resources in various expected future consumers’ goods as long as the utility, considered in the present, of the marginal product of each unit saved and invested is greater than the utility of present consumers’ goods which he could obtain by not performing that saving. The latter utility—of present consumers’ goods forgone—is the “disutility of waiting.” Once the latter becomes greater than the utility of obtaining more goods in the future through saving, the actor will cease to save.
Λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική επιτακτικότητα των αναγκών, ο άνθρωπος, όπως καταδείχθηκε παραπάνω, τείνει να επενδύει πρώτα σε εκείνα τα καταναλωτικά αγαθά που έχουν τις συντομότερες διαδικασίες παραγωγής. Επομένως, οποιαδήποτε δεδομένη αποταμίευση θα επενδυθεί είτε στη διατήρηση της παρούσας κεφαλαιακής δομής είτε στην προσθήκη σε αυτήν κεφαλαίου σε ολοένα πιο απομακρυσμένα στάδια παραγωγής, δηλαδή σε μακρύτερες διαδικασίες παραγωγής. Έτσι, κάθε νέα αποταμίευση —πέραν της διατήρησης της δομής— θα τείνει να επιμηκύνει τις παραγωγικές διαδικασίες και να κατευθύνεται σε επενδύσεις σε κεφαλαιουχικά αγαθά ολοένα ανώτερων τάξεων.
Allowing for the relative urgency of wants, man, as has been demonstrated above, tends to invest first in those consumers’ goods with the shortest processes of production. Therefore, any given saving will be invested either in maintaining the present capital structure or in adding to it capital in more and more remote stages of production, i.e., in longer processes of production. Thus, any new saving (beyond maintaining the structure) will tend to lengthen production processes and invest in higher and higher orders of capital goods.
Σε μια σύγχρονη οικονομία, η κεφαλαιακή δομή περιλαμβάνει αγαθά που απέχουν σχεδόν απείρως από τα τελικά καταναλωτικά αγαθά. Είδαμε παραπάνω ορισμένα από τα στάδια που εμπλέκονται στην παραγωγή ενός συγκριτικά πολύ απλού αγαθού, όπως ένα σάντουιτς με ζαμπόν. Ο εργάτης σε ένα ορυχείο σιδήρου απέχει πράγματι πολύ από το σάντουιτς με ζαμπόν στην πολυθρόνα του Jones.
In a modern economy, the capital structure contains goods of almost infinite remoteness from the eventual consumers’ goods. We saw above some of the stages involved in the production of a comparatively very simple good like a ham sandwich. The laborer in an iron mine is far removed indeed from the ham sandwich in Jones’ armchair.
Είναι προφανές ότι τα προβλήματα μέτρησης που ανέκυψαν στις προηγούμενες ενότητες θα μπορούσαν να δημιουργήσουν σοβαρή δυσκολία στην αποταμίευση και στην επένδυση. Πώς γνωρίζουν οι δρώντες πότε αυξάνεται ή καταναλώνεται η κεφαλαιακή δομή τους, όταν τα είδη κεφαλαιουχικών και καταναλωτικών αγαθών είναι πολυάριθμα; Προφανώς, ο Crusoe γνωρίζει πότε έχει περισσότερα ή λιγότερα μούρα, αλλά πώς μπορεί μια σύγχρονη σύνθετη οικονομία, με αναρίθμητα κεφαλαιουχικά και καταναλωτικά αγαθά, να λαμβάνει τέτοιες αποφάσεις; Η απάντηση σε αυτό το πρόβλημα, η οποία επίσης στηρίζεται στη συμμετρησιμότητα διαφορετικών αγαθών, θα εξεταστεί σε μεταγενέστερα κεφάλαια.
It is evident that the problems of measurement that arose in previous sections would be likely to pose a grave difficulty in saving and investing. How do actors know when their capital structure is being added to or consumed, when the types of capital goods and consumers’ goods are numerous? Obviously, Crusoe knows when he has more or fewer berries, but how can a modern complex economy, with innumerable capital goods and consumers’ goods, make such decisions? The answer to this problem, which also rests on the commensurability of different goods, will be discussed in later chapters.
Παρατηρώντας την αυξημένη παραγωγή που καθίσταται δυνατή με τη χρήση κεφαλαιουχικών αγαθών, μπορεί κανείς πολύ εύκολα να καταλήξει να αποδίδει κάποιο είδος ανεξάρτητης παραγωγικής δύναμης στο κεφάλαιο και να λέει ότι τρεις τύποι παραγωγικών δυνάμεων υπεισέρχονται στην παραγωγή καταναλωτικών αγαθών: η εργασία, η φύση και το κεφάλαιο. Θα ήταν εύκολο να συναχθεί αυτό το συμπέρασμα, αλλά θα ήταν εντελώς εσφαλμένο. Τα κεφαλαιουχικά αγαθά δεν διαθέτουν δική τους ανεξάρτητη παραγωγική δύναμη· σε τελική ανάλυση, ανάγονται πλήρως στην εργασία και στη γη που τα παρήγαγαν, καθώς και στον χρόνο. Τα κεφαλαιουχικά αγαθά είναι «αποθηκευμένη» εργασία, γη και χρόνος· είναι ενδιάμεσοι σταθμοί στην πορεία προς την τελική απόκτηση των καταναλωτικών αγαθών στα οποία μετασχηματίζονται. Σε κάθε βήμα αυτής της πορείας, πρέπει να υποβάλλονται σε επεξεργασία από την εργασία, σε συνδυασμό με τη φύση, προκειμένου να συνεχίζεται η παραγωγική διαδικασία. Το κεφάλαιο δεν είναι ανεξάρτητος παραγωγικός συντελεστής όπως οι άλλοι δύο. Μια εξαιρετική απεικόνιση αυτής της αλήθειας έχει δοθεί από τον Böhm-Bawerk:
In observing the increased output made possible by the use of capital goods, one may very easily come to attribute some sort of independent productive power to capital and to say that three types of productive forces enter into the production of consumers’ goods: labor, nature, and capital. It would be easy to draw this conclusion, but completely fallacious. Capital goods have no independent productive power of their own; in the last analysis they are completely reducible to labor and land, which produced them, and time. Capital goods are “stored-up” labor, land, and time; they are intermediate way stations on the road to the eventual attainment of the consumers’ goods into which they are transformed. At every step of the way, they must be worked on by labor, in conjunction with nature, in order to continue the process of production. Capital is not an independent productive factor like the other two. An excellent illustration of this truth has been provided by Böhm-Bawerk:
Η ακόλουθη αναλογία θα το καταστήσει απολύτως σαφές. Ένας άνθρωπος ρίχνει μια πέτρα σε έναν άλλο άνθρωπο και τον σκοτώνει. Σκότωσε η πέτρα τον άνθρωπο; Αν το ερώτημα τεθεί χωρίς να δοθεί κάποια ιδιαίτερη έμφαση, μπορεί να απαντηθεί καταφατικά χωρίς δισταγμό. Τι θα συνέβαινε όμως αν ο δολοφόνος, κατά τη δίκη του, υπερασπιζόταν τον εαυτό του λέγοντας ότι δεν ήταν αυτός, αλλά η πέτρα που σκότωσε τον άνθρωπο; Αν εκλαμβάναμε τις λέξεις με αυτή την έννοια, θα εξακολουθούσαμε να λέμε ότι η πέτρα σκότωσε τον άνθρωπο και θα αθωώναμε τον δολοφόνο; Με μια τέτοια ακριβώς έμφαση διερευνούν οι οικονομολόγοι την ανεξάρτητη παραγωγικότητα του κεφαλαίου. … Δεν ρωτούμε για εξαρτημένα ενδιάμεσα αίτια, αλλά για έσχατα ανεξάρτητα στοιχεία. Το ερώτημα δεν είναι αν το κεφάλαιο συμβάλλει στην επίτευξη ενός παραγωγικού αποτελέσματος —όπως η πέτρα στη θανάτωση του ανθρώπου —, αλλά αν, δεδομένου του παραγωγικού αποτελέσματος, κάποιο μέρος του οφείλεται στο κεφάλαιο τόσο ολοκληρωτικά και αποκλειστικά, ώστε απλώς να μην μπορεί να αποδοθεί στους άλλους δύο αναγνωρισμένους πρωταρχικούς συντελεστές, τη φύση και την εργασία.
The following analogy will make it perfectly clear. A man throws a stone at another man and kills him. Has the stone killed the man? If the question is put without laying any special emphasis it may be answered without hesitation in the affirmative. But how if the murderer, on his trial, were to defend himself by saying that it was not he but the stone that had killed the man? Taking the words in this sense, should we still say that the stone had killed the man, and acquit the murderer? Now it is with an emphasis like this that economists inquire as to the indeing about dependent intermediate causes, but about ultimate independent elements. The question is not whether capital plays a part in the bringing about of a productive result—such as the stone does in the killing of the man—but whether, granted the productive result, some part of it is due to capital so entirely and peculiarly that it simply cannot be put to the credit of the two other recognized elementary factors, nature and labor.
Ο Böhm-Bawerk απαντά αρνητικά, επισημαίνοντας ότι τα κεφαλαιουχικά αγαθά είναι απλώς ενδιάμεσοι σταθμοί στην παραγωγική διαδικασία, που υφίστανται επεξεργασία σε κάθε δυνατό στάδιο από τις δυνάμεις της εργασίας και της γης:
Böhm-Bawerk replies in the negative, pointing out that capital goods are purely way stations in the process of production, worked on at every possible stage by the forces of labor and land:
Αν σήμερα, συνδυάζοντας την εργασία μου με τις φυσικές δυνάμεις, κατασκευάζω τούβλα από πηλό και αύριο, συνδυάζοντας την εργασία μου με τα δώρα της φύσης, αποκτώ ασβέστη και μεθαύριο παρασκευάζω κονίαμα και έτσι κατασκευάζω έναν τοίχο, μπορεί να ειπωθεί για οποιοδήποτε μέρος του τοίχου ότι δεν το κατασκευάσαμε εγώ και οι φυσικές δυνάμεις; Και πάλι, προτού ένα έργο μεγάλης διάρκειας, όπως η κατασκευή ενός σπιτιού, ολοκληρωθεί πλήρως, πρέπει φυσικά κάποια στιγμή να έχει ολοκληρωθεί κατά το ένα τέταρτο, κατόπιν κατά το ήμισυ και έπειτα κατά τα τρία τέταρτα. Τι θα λέγαμε τώρα αν κάποιος περιέγραφε αυτά τα αναπόφευκτα στάδια του έργου ως ανεξάρτητες προϋποθέσεις της κατασκευής σπιτιού και υποστήριζε ότι, για την κατασκευή ενός σπιτιού, χρειαζόμαστε, πέρα από οικοδομικά υλικά και εργασία, ένα σπίτι ολοκληρωμένο κατά το ένα τέταρτο, ένα σπίτι ολοκληρωμένο κατά το ήμισυ και ένα σπίτι ολοκληρωμένο κατά τα τρία τέταρτα; Ως προς τη μορφή, ίσως είναι λιγότερο κραυγαλέο, αλλά ως προς την ουσία δεν είναι ούτε κατ’ ελάχιστον ορθότερο να αναγάγουμε εκείνα τα ενδιάμεσα βήματα στην πρόοδο του έργου, τα οποία εξωτερικά λαμβάνουν τη μορφή κεφαλαίου, σε ανεξάρτητο παράγοντα παραγωγής δίπλα στη φύση και στην εργασία.92
If, today, by allying my labor with natural powers, I make bricks out of clay, and tomorrow, by allying my labor with natural gifts, I obtain lime, and the day after that make mortar and so construct a wall, can it be said of any part of the wall that I and the natural powers have not made it? Again, before a lengthy piece of work, such as the building of a house, is quite finished, it naturally must be at one time a fourth finished, then a half finished, then three-quarters finished. What now would be said if one were to describe these inevitable stages of the work as independent requisites of house-building, and maintain that, for the building of a house, we require, besides building materials and labor, a quarter-finished house, a half-finished house, a three-quarters finished house? In form perhaps it is less striking, but in effect it is not a whit more correct, to elevate those intermediate steps in the progress of the work, which outwardly take the shape of capital, into an independent agent of production by the side of nature and labor.35
Και αυτό ισχύει ανεξάρτητα από το πόσα στάδια εμπλέκονται ή από το πόσο απέχει το κεφαλαιουχικό αγαθό από το τελικό καταναλωτικό αγαθό.
And this holds true regardless of how many stages are involved or how remote the capital good is from the ultimate consumers’ good.
Εφόσον η επένδυση σε κεφαλαιουχικά αγαθά συνεπάγεται προσανατολισμό προς το μέλλον, ένας από τους κινδύνους που πρέπει πάντοτε να αντιμετωπίζει ο δρων είναι η αβεβαιότητα των μελλοντικών συνθηκών. Η άμεση παραγωγή καταναλωτικών αγαθών συνεπάγεται πολύ σύντομη περίοδο παραγωγής, οπότε η αβεβαιότητα που αναλαμβάνεται δεν είναι ούτε κατά προσέγγιση τόσο μεγάλη όσο η αβεβαιότητα των μακρύτερων διαδικασιών παραγωγής, η οποία γίνεται ολοένα σημαντικότερη καθώς επιμηκύνεται η περίοδος παραγωγής.93
Since investment in capital goods involves looking toward the future, one of the risks that an actor must always cope with is the uncertainty of future conditions. Producing consumers’ goods directly involves a very short period of production, so that the uncertainty incurred is not nearly as great as the uncertainty of longer processes of production, an uncertainty that becomes more and more important as the period of production lengthens.
Ας υποθέσουμε ότι ο Crusoe, ενώ αποφασίζει για την επένδυσή του στο ραβδί, πιστεύει πως υπάρχει σημαντική πιθανότητα να βρει ένα άλσος όπου τα μούρα αφθονούν, εξασφαλίζοντάς του παραγωγή 50 ή περισσότερων μούρων την ώρα χωρίς τη βοήθεια ραβδιού, και όπου τα μούρα θα ήταν επίσης τόσο κοντά του ώστε το ραβδί να καθίσταται άχρηστο. Σε αυτή την περίπτωση, όσο πιθανότερη θεωρεί την εύρεση του άλσους τόσο λιγότερο πιθανό είναι να αποφασίσει να επενδύσει στο ραβδί, το οποίο τότε δεν θα του ήταν χρήσιμο. Όσο μεγαλύτερη είναι η αμφιβολία για τη χρησιμότητα που θα έχει το ραβδί όταν ετοιμαστεί τόσο μικρότερη είναι η πιθανότητα επένδυσης σε αυτό και τόσο μεγαλύτερη η πιθανότητα είτε επένδυσης σε άλλο αγαθό είτε κατανάλωσης αντί αποταμίευσης. Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι υπάρχει ένα είδος «έκπτωσης λόγω αβεβαιότητας» στην αναμενόμενη μελλοντική χρησιμότητα της επένδυσης, η οποία μπορεί να είναι τόσο μεγάλη ώστε να παρακινήσει τον δρώντα να μην πραγματοποιήσει την επένδυση. Ο παράγοντας της αβεβαιότητας λειτουργεί σε αυτή την περίπτωση μαζί με τον παράγοντα της χρονικής προτίμησης εις βάρος της επένδυσης, και ο δρων σταθμίζει απέναντί τους την αναμενόμενη χρησιμότητα της μελλοντικής παραγωγής.
Suppose that Crusoe, while deciding on his investment in the stick, believes that there is a good possibility of his finding a grove where berries are in abundance, giving him an output of 50 or more berries per hour without the aid of a stick, and also where the berries would be so close as to render the stick useless. In that case, the more likely he thinks are the chances of finding the grove, the less likely he is to make the decision to invest in the stick, which would then be of no help to him. The greater the doubt about the usefulness the stick will have after it is ready, the less likelihood of investing in it, and the more likelihood of either investing in another good or of consuming instead of saving. We can consider that there is a sort of “uncertainty discount” on the expected future utility of the investment that may be so large as to induce the actor not to make the investment. The uncertainty factor in this case works with the time-preference factor to the disadvantage of the investment, against which the actor balances the expected utility of future output.
Από την άλλη πλευρά, η αβεβαιότητα μπορεί να λειτουργήσει ως πρόσθετο κίνητρο για την πραγματοποίηση της επένδυσης. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι ο Crusoe πιστεύει πως μια φυτική ασθένεια μπορεί πολύ σύντομα να πλήξει τα μούρα και ότι, αν συμβεί αυτό, η παραγωγή μούρων χωρίς βοήθημα θα μειωθεί επικίνδυνα. Αν εμφανιζόταν η ασθένεια, ο Crusoe θα είχε μεγάλη ανάγκη το ραβδί ακόμη και για να διατηρήσει την παραγωγή του στο παρόν χαμηλό επίπεδο. Έτσι, η δυνατότητα το ραβδί να του φανεί ακόμη χρησιμότερο απ’ όσο αναμένει θα αυξήσει την αναμενόμενη χρησιμότητα της επένδυσής του, και όσο μεγαλύτερη θεωρεί ο Crusoe την πιθανότητα αυτού του ενδεχομένου τόσο πιθανότερο είναι να επενδύσει στο ραβδί. Επομένως, ο παράγοντας της αβεβαιότητας μπορεί να λειτουργήσει προς οποιαδήποτε από τις δύο κατευθύνσεις, ανάλογα με τη συγκεκριμένη κατάσταση.
On the other hand, uncertainty may work as an added spur to making the investment. Thus, suppose that Crusoe believes that a blight may strike the berries very shortly and that if this happens, his unaided berry-output would dangerously decline. If the blight struck, Crusoe would be in great need of the stick to even maintain his output at the present low level. Thus, the possibility that the stick may be of even greater use to him than he anticipates will add to the expected utility of his investment, and the greater the chance of this possibility in Crusoe’s view, the more likely he will be to invest in the stick. Thus, the uncertainty factor may work in either direction, depending on the specific situation involved.
Μπορούμε να εξηγήσουμε ολόκληρη την πράξη λήψης της απόφασης για το αν θα πραγματοποιηθεί ή όχι μια πράξη σχηματισμού κεφαλαίου ως στάθμιση σχετικών χρησιμοτήτων, «προεξοφλημένων» με βάση τον βαθμό χρονικής προτίμησης του δρώντος, καθώς και τον παράγοντα της αβεβαιότητας. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, αρχικά, για λόγους απλούστευσης, ότι ο Crusoe, κατασκευάζοντας το ραβδί, παραιτείται από παρόντα αγαθά που αντιστοιχούν σε 10 ώρες εργασίας, δηλαδή 200 μούρα, και έχει αποκτήσει 1.500 μούρα τρεις ημέρες αργότερα ως αποτέλεσμα της επενδυτικής απόφασης. Αν τα 1.500 μούρα ήταν αμέσως διαθέσιμα, δεν θα υπήρχε αμφιβολία ότι θα παραιτούνταν από 200 μούρα για να αποκτήσει 1.500. Έτσι, 1.500 μούρα στο παρόν θα μπορούσαν να κατέχουν την τέταρτη θέση στην κλίμακα αξιών του, ενώ 200 μούρα την 11η θέση:
We may explain the entire act of deciding whether or not to perform an act of capital formation as the balancing of relative utilities, “discounted” by the actor’s rate of time preference and also by the uncertainty factor. Thus, first let us assume, for purposes of simplification, that Crusoe, in making the stick, forgoes 10 hours’ worth of present goods, i.e., 200 berries, and has acquired 1,500 berries three days later as a result of the investment decision. If the 1,500 berries had been immediately available, there would be no doubt that he would have given up 200 berries to acquire 1,500. Thus, 1,500 berries in the present might have a rank of four on his value scale, while 200 berries have a rank of 11:
Πώς, λοιπόν, θα αποφασίσει ο Crusoe μεταξύ 200 μούρων στο παρόν και 1.500 μούρων σε τρεις ημέρες από τώρα; Εφόσον όλες οι επιλογές πρέπει να γίνονται σε μία κλίμακα αξιών, ο Crusoe πρέπει να κατατάξει τη χρησιμότητα 1.500 μούρων σε τρεις ημέρες από τώρα έναντι της χρησιμότητας 200 μούρων τώρα. Αν η πρώτη είναι μεγαλύτερη —υψηλότερη στην κλίμακα αξιών του—, θα αποφασίσει να αποταμιεύσει και να επενδύσει στο ραβδί. Αν η δεύτερη είναι μεγαλύτερη και τα 200 μούρα από τα οποία παραιτείται έχουν μεγαλύτερη αξία από την προσδοκία 1.500 μούρων σε τρεις ημέρες από τώρα, τότε η χρονική προτίμησή του έχει υπερισχύσει της αυξημένης χρησιμότητας του αποθέματος και δεν θα αποφασίσει να αποταμιεύσει και να επενδύσει. Έτσι, η κλίμακα αξιών του δρώντος μπορεί να είναι:
Now, how will Crusoe decide between 200 berries in the present and 1,500 berries three days from now? Since all choices have to be made on one value scale, Crusoe must grade the utility of 1,500 berries three days from now as against the utility of 200 berries now. If the former is greater (higher on his value scale) he will make the decision to save and invest in the stick. If the latter is greater, and his 200 berries forgone have a greater value than the expectation of 1,500 berries three days from now, then his time preference has conquered the increased utility of stock, and he will not make the saving-investment decision. Thus, the actor’s value scale may be:
Στην περίπτωση (β) θα αποφασίσει να επενδύσει· στην περίπτωση (α) δεν θα επενδύσει. Μπορούμε να πούμε ότι η αξία 1.500 μούρων σε τρεις ημέρες από τώρα είναι η παρούσα αξία του μελλοντικού αγαθού. Το αναμενόμενο μελλοντικό αγαθό προεξοφλείται από τον δρώντα σύμφωνα με τον βαθμό χρονικής προτίμησής του. Η παρούσα αξία του αναμενόμενου μελλοντικού αγαθού συγκρίνεται με την παρούσα αξία του παρόντος αγαθού στην κλίμακα αξιών του δρώντος, και η απόφαση για αποταμίευση και επένδυση λαμβάνεται αναλόγως. Είναι σαφές ότι όσο υψηλότερο είναι το ποσοστό προεξόφλησης τόσο χαμηλότερη θα είναι η παρούσα αξία του μελλοντικού αγαθού και τόσο μεγαλύτερη η πιθανότητα αποχής από την επένδυση. Από την άλλη πλευρά, όσο χαμηλότερο είναι το ποσοστό προεξόφλησης τόσο υψηλότερη θα είναι η παρούσα αξία των μελλοντικών αγαθών στην κλίμακα αξιών του δρώντος και τόσο μεγαλύτερη η πιθανότητα να υπερβαίνει την αξία των παρόντων αγαθών από τα οποία παραιτείται και, επομένως, να πραγματοποιήσει την επένδυση.
In case (b) he will make the decision to invest; in case (a) he will not. We can say that the value of 1,500 berries three days from now is the present value of the future good. The expected future good is discounted by the actor according to his rate of time preference. The present value of his expected future good is compared to the present value of the present good on the actor’s value scale, and the decision to save and invest is made accordingly. It is clear that the higher the rate of discount, the lower the present value of the future good will be, and the greater the likelihood of abstaining from the investment. On the other hand, the lower the rate of discount, the higher the present value of future goods will be on the actor’s value scale, and the greater the likelihood of its being greater than the value of present goods forgone, and hence of his making the investment.
Έτσι, η επενδυτική απόφαση θα καθοριστεί από το ποια είναι μεγαλύτερη: η παρούσα αξία του μελλοντικού αγαθού ή η παρούσα αξία των παρόντων αγαθών από τα οποία παραιτείται ο δρων. Η παρούσα αξία του μελλοντικού αγαθού, με τη σειρά της, καθορίζεται από την αξία που θα είχε το μελλοντικό αγαθό αν ήταν αμέσως παρόν —ας την ονομάσουμε «αναμενόμενη μελλοντική αξία του μελλοντικού αγαθού»— και από τον βαθμό χρονικής προτίμησης. Όσο μεγαλύτερη είναι η πρώτη τόσο μεγαλύτερη θα είναι η παρούσα αξία του μελλοντικού αγαθού· όσο μεγαλύτερος είναι ο δεύτερος —το ποσοστό προεξόφλησης των μελλοντικών έναντι των παρόντων αγαθών— τόσο χαμηλότερη είναι η παρούσα αξία.
Thus, the investment decision will be determined by which is greater: the present value of the future good or the present value of present goods forgone. The present value of the future good, in turn, is determined by the value that the future good would have if immediately present (say, the “expected future value of the future good”); and by the rate of time preference. The greater the former, the greater will be the present value of the future good; the greater the latter (the rate of discount of future compared to present goods), the lower the present value.
Σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, ο δρων έχει στη διάθεσή του ένα φάσμα επενδυτικών αποφάσεων, με διαφορετικές δυνητικές χρησιμότητες για τα προϊόντα που θα παρασχεθούν.94 Έχει επίσης έναν ορισμένο βαθμό χρονικής προτίμησης, βάσει του οποίου θα προεξοφλήσει αυτές τις αναμενόμενες μελλοντικές χρησιμότητες στην παρούσα αξία τους. Το πόσο θα αποταμιεύσει και θα επενδύσει σε οποιαδήποτε περίοδο θα καθοριστεί με τη σύγκριση αυτών των παρουσών αξιών με την αξία των καταναλωτικών αγαθών από τα οποία παραιτείται λαμβάνοντας την επενδυτική απόφαση. Καθώς λαμβάνει τη μία επενδυτική απόφαση μετά την άλλη, θα επιλέγει να κατανέμει τους πόρους του πρώτα σε επενδύσεις με την υψηλότερη παρούσα αξία, κατόπιν σε εκείνες με την αμέσως επόμενη κ.ο.κ. Καθώς συνεχίζει να επενδύει —σε οποιαδήποτε δεδομένη χρονική στιγμή—, η παρούσα αξία των μελλοντικών χρησιμοτήτων θα μειώνεται. Από την άλλη πλευρά, εφόσον παραιτείται από ολοένα μεγαλύτερη διαθέσιμη ποσότητα καταναλωτικών αγαθών στο παρόν, η χρησιμότητα των καταναλωτικών αγαθών από τα οποία παραιτείται —του ελεύθερου χρόνου και άλλων— θα αυξάνεται, βάσει του νόμου της οριακής χρησιμότητας. Θα πάψει να αποταμιεύει και να επενδύει στο σημείο όπου η αξία των αγαθών από τα οποία παραιτείται υπερβαίνει την παρούσα αξία των μελλοντικών χρησιμοτήτων που πρόκειται να προκύψουν. Αυτό θα καθορίσει τον ρυθμό αποταμίευσης και επένδυσης ενός δρώντος σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή.
At any point in time, an actor has a range of investment decisions open to him of varying potential utilities for the products that will be provided. He also has a certain rate of time preference by which he will discount these expected future utilities to their present value. How much he will save and invest in any period will be determined by comparing these present values with the value of the consumers’ goods forgone in making the investment decision. As he makes one investment decision after another, he will choose to allocate his resources first to investments of highest present value, then to those of next highest, etc. As he continues investing (at any given time), the present value of the future utilities will decline. On the other hand, since he is giving up a larger and larger supply of consumers’ goods in the present, the utility of the consumers’ goods that he forgoes (leisure and others) will increase—on the basis of the law of marginal utility. He will cease saving and investing at the point at which the value of goods forgone exceeds the present value of the future utilities to be derived. This will determine an actor’s rate of saving and investing at any time.
Είναι προφανές ότι το πρόβλημα ανακύπτει και πάλι: Πώς μπορούν οι δρώντες να προσδιορίζουν και να συγκρίνουν βαθμούς χρονικής προτίμησης για αναρίθμητα δυνατά αγαθά και μέσα σε μια σύνθετη, σύγχρονη οικονομία; Και εδώ επίσης, η απάντηση για μια σύνθετη οικονομία βρίσκεται στην εξασφάλιση συμμετρησιμότητας μεταξύ όλων των διαφόρων αγαθών, παρόντων και μελλοντικών, όπως θα εξεταστεί σε μεταγενέστερα κεφάλαια.
It is evident that the problem again arises: How can actors decide and compare time-preference rates for innumerable possible goods and in a complex, modern economy? And here too, the answer for a complex economy lies in establishing commensurability among all the various commodities, present and future, as will be discussed in later chapters.
Οι παράγοντες αβεβαιότητας υπεισέρχονται τώρα στην απόφαση του δρώντος με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Η λεπτή διαδικασία στάθμισης όλων των διαφόρων παραγόντων της κατάστασης είναι μια σύνθετη διαδικασία που πραγματοποιείται στον νου κάθε δρώντος σύμφωνα με την κατανόηση που έχει για την κατάσταση. Πρόκειται για απόφαση που εξαρτάται αποκλειστικά από την ατομική κρίση, τις υποκειμενικές εκτιμήσεις κάθε δρώντος. Η «καλύτερη» απόφαση δεν μπορεί να προσδιοριστεί εκ των προτέρων με ακρίβεια ή ποσοτικά μέσω αντικειμενικών μεθόδων. Αυτή η διαδικασία πρόβλεψης των μελλοντικών συνθηκών που θα εμφανιστούν κατά την πορεία της δράσης του είναι μια διαδικασία στην οποία πρέπει να επιδίδεται κάθε δρων. Αυτή η αναγκαιότητα εικασίας σχετικά με την πορεία των συναφών συνθηκών και την πιθανή μεταβολή τους κατά την επικείμενη δράση ονομάζεται πράξη επιχειρηματικότητας. Έτσι, τουλάχιστον σε κάποιον βαθμό, κάθε άνθρωπος είναι επιχειρηματίας. Κάθε δρων διαμορφώνει τη δική του εκτίμηση για την κατάσταση αβεβαιότητας που αφορά την επικείμενη δράση του.
Now, the uncertainty factors enter into the actor’s decision in one way or the other. The delicate procedure of weighing all the various factors in the situation is a complex process that takes place in the mind of every actor according to his understanding of the situation. It is a decision depending purely on the individual judgment, the subjective estimates, of each actor. The “best” decision cannot be exactly, or quantitatively, decided upon in advance by objective methods. This process of forecasting the future conditions that will occur during the course of his action is one that must be engaged in by every actor. This necessity of guessing the course of the relevant conditions and their possible change during the forthcoming action is called the act of entrepreneurship. Thus, to some extent at least, every man is an entrepreneur. Every actor makes his estimate of the uncertainty situation with regard to his forthcoming action.
Οι έννοιες της επιτυχίας ή της αποτυχίας στην επιχειρηματικότητα μπορούν, επομένως, να συναχθούν από την ύπαρξη της δράσης. Ο σχετικά επιτυχημένος επιχειρηματίας είναι εκείνος που έχει προβλέψει ορθά τις μεταβολές των συνθηκών που θα λάβουν χώρα κατά τη δράση και έχει επενδύσει αναλόγως. Είναι ο Crusoe που αποφάσισε να μην κατασκευάσει το ραβδί επειδή η κρίση του τού υποδεικνύει ότι σύντομα θα βρει ένα νέο άλσος με μούρα, το οποίο στη συνέχεια πράγματι βρίσκει. Από την άλλη πλευρά, ο σχετικά αποτυχημένος επιχειρηματίας είναι εκείνος που έχει σφάλει σοβαρά στην πρόβλεψή του για τις συναφείς μεταβολές των συνθηκών που πραγματοποιούνται κατά την πορεία της δράσης του. Είναι ο Crusoe που δεν φρόντισε να εξασφαλίσει ένα ραβδί για την αντιμετώπιση της φυτικής ασθένειας. Ο επιτυχημένος δρων, ο επιτυχημένος επιχειρηματίας, διατυπώνει ορθές εκτιμήσεις· ο αποτυχημένος επιχειρηματίας είναι εκείνος που διατυπώνει εσφαλμένες εκτιμήσεις.
The concepts of success or failure in entrepreneurship are thus deducible from the existence of action. The relatively successful entrepreneur is the one who has guessed correctly the changes in conditions to take place during the action, and has invested accordingly. He is the Crusoe who has decided not to build the stick because his judgment tells him that he will soon find a new grove of berries, which he then finds. On the other hand, the relatively unsuccessful entrepreneur is the one who has been badly mistaken in his forecast of the relevant changes in conditions taking place during the course of his action. He is the Crusoe who has failed to provide himself with a stick against the blight. The successful actor, the successful entrepreneur, makes correct estimates; the unsuccessful entrepreneur is the one who makes erroneous estimates.
Ας υποθέσουμε τώρα ότι έχει ήδη πραγματοποιηθεί μια επένδυση και έχουν ήδη κατασκευαστεί κεφαλαιουχικά αγαθά με έναν στόχο κατά νου, όταν η μεταβολή των συνθηκών αποκαλύπτει ότι έχει γίνει λάθος. Ο δρων βρίσκεται τότε αντιμέτωπος με το πρόβλημα να προσδιορίσει τι θα κάνει με το κεφαλαιουχικό αγαθό. Η απάντηση εξαρτάται από τη μετατρεψιμότητα του κεφαλαιουχικού αγαθού. Αν το αγαθό καταστεί άνευ αξίας στη χρήση για την οποία προορίζεται, ο δρων, μολονότι έσφαλε επενδύοντας εξαρχής σε αυτό, το έχει τώρα στη διάθεσή του και πρέπει να το αξιοποιήσει όσο καλύτερα μπορεί. Αν υπάρχει άλλη χρήση στην οποία ο δρων μπορεί να μεταφέρει με ευχέρεια το κεφαλαιουχικό αγαθό, θα το κάνει. Έτσι, αν ο Crusoe διαπιστώσει ότι ένα νέο άλσος έχει καταστήσει το ραβδί του άχρηστο για τη συλλογή μούρων, μπορεί να το χρησιμοποιήσει ως μπαστούνι για το περπάτημα. Δεν θα είχε επενδύσει αρχικά σε αυτό αν γνώριζε ότι θα ήταν άχρηστο για τη συλλογή μούρων, αλλά τώρα που το έχει, το στρέφει στην πιο επιτακτική διαθέσιμη χρήση του. Από την άλλη πλευρά, μπορεί να κρίνει ότι δεν αξίζει ιδιαίτερα να αφιερώσει χρόνο στην αντικατάσταση του ραβδιού, τώρα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για το περπάτημα. Ή, αφού εργαστεί 50 ώρες και κατασκευάσει ένα τσεκούρι, μπορεί να βρει ένα σπίτι που έχει αφήσει κάποιος προηγούμενος κάτοικος. Το τσεκούρι, ωστόσο, μπορεί να μεταφερθεί σε μια χρήση ελαφρώς χαμηλότερης αξίας —ας πούμε, στην κατασκευή τόξου και βελών για κυνήγι ή στην κατασκευή βάρκας για ψάρεμα. Το τσεκούρι μπορεί να είναι τόσο πολύτιμο σε αυτές τις χρήσεις ώστε ο Crusoe να εξακολουθήσει να εργάζεται για να το αντικαθιστά και να το διατηρεί σε λειτουργία.
Suppose now that an investment has already been made, and capital goods have already been built with a goal in view, when changing conditions reveal that an error has been made. The actor is then faced with the problem of determining what to do with the capital good. The answer depends on the convertibility of the capital good. If the good becomes worthless in the use for which it is intended, the actor, though having made an error in investing in it in the first place, now has it on his hands and has to make the best of it. If there is another use to which the actor can conveniently transfer the capital good, he will do so. Thus, if Crusoe finds that a new grove has rendered his stick useless for berry-picking, he may use it as a walking stick. He would not have invested in it originally if he had known it would be useless for berry-picking, but now that he has it, he turns it to its most urgent available use. On the other hand, he may feel that it is hardly worthwhile to spend time replacing the stick, now that it is usable only for walking purposes. Or, after working 50 hours and building an axe, he may find a house left by some previous inhabitant. The axe, however, may be convertible to use in something just a bit lower in value—say, building a bow and arrows for hunting or building a boat for fishing. The axe may be so valuable in these uses that Crusoe will still work to replace and maintain it in operation.
Είναι σαφές ότι το συσσωρευμένο απόθεμα κεφαλαιουχικών αγαθών —ή, άλλωστε, διαρκών καταναλωτικών αγαθών— ασκεί μια συντηρητική δύναμη στην παρούσα δράση. Ο δρων στο παρόν επηρεάζεται από τις δικές του πράξεις —ή από τις πράξεις κάποιου άλλου— στο παρελθόν, ακόμη και αν αυτές υπήρξαν ως έναν βαθμό εσφαλμένες. Έτσι, ο Crusoe μπορεί να βρει ένα τσεκούρι ήδη διαθέσιμο, κατασκευασμένο από προηγούμενο κάτοικο. Μπορεί να μην είναι το είδος τσεκουριού που ο Crusoe θα θεωρούσε το καλύτερο διαθέσιμο. Ωστόσο, μπορεί να αποφασίσει, αν το τσεκούρι είναι λειτουργικό, να το χρησιμοποιήσει ως κεφαλαιουχικό αγαθό και να περιμένει έως ότου φθαρεί πλήρως προτού το αντικαταστήσει με ένα της δικής του επιλογής. Από την άλλη πλευρά, μπορεί να κρίνει ότι είναι τόσο στομωμένο ώστε να είναι ελάχιστα χρήσιμο και να αρχίσει αμέσως να εργάζεται για την κατασκευή δικού του τσεκουριού.
It is clear that the accumulated stock of capital goods (or, for that matter, durable consumers’ goods) imposes a conservative force on present-day action. The actor in the present is influenced by his (or someone else’s) actions in the past, even if the latter were to some extent in error. Thus, Crusoe might find an axe already available, built by a previous inhabitant. It might not be the sort of axe that Crusoe would consider the best available. However, he may decide, if it is a serviceable axe, to use it as a capital good and to wait until it wears out before replacing it with one of his choosing. On the other hand, he may feel that it is so blunt as to be of little use, and begin immediately to work on an axe of his own.
Η συντηρητική επίδραση του παρελθόντος ασκεί παρόμοια επιρροή στο ζήτημα της τοποθεσίας, μια άλλη όψη του ίδιου προβλήματος. Έτσι, ο Crusoe μπορεί να έχει ήδη χτίσει το σπίτι του, να έχει εκχερσώσει ένα χωράφι κ.λπ. σε ένα τμήμα του νησιού. Έπειτα, μια ημέρα, περιδιαβαίνοντας το νησί, μπορεί να βρει μια περιοχή στο άλλο άκρο του με πολύ μεγαλύτερα πλεονεκτήματα ως προς το ψάρεμα, τους καρπούς κ.λπ. Αν δεν είχε επενδύσει σε κεφαλαιουχικά αγαθά ή διαρκή καταναλωτικά αγαθά, θα μετέφερε αμέσως την εγκατάστασή του σε αυτή την περιοχή μεγαλύτερης αφθονίας. Έχει όμως ήδη επενδύσει σε ορισμένα κεφαλαιουχικά αγαθά: κάποια, όπως το τσεκούρι, μπορούν εύκολα να μεταφερθούν στη νέα τοποθεσία· άλλα, όπως το εκχερσωμένο χωράφι και το σπίτι, δεν μπορούν να αλλάξουν τοποθεσία. Επομένως, πρέπει να σταθμίσει στην κλίμακα αξιών του τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της μετακίνησης: τα αφθονότερα ψάρια και τους καρπούς έναντι της ανάγκης να εργαστεί για να χτίσει νέο σπίτι, να εκχερσώσει νέα έκταση κ.λπ. Μπορεί να αποφασίσει, για παράδειγμα, να παραμείνει στο σπίτι και στην εκχερσωμένη έκταση έως ότου φθαρούν σε ορισμένο βαθμό, χωρίς να εργαστεί για την αντικατάστασή τους, και κατόπιν να μετακινηθεί στη νέα τοποθεσία.
The conservatism of the past exercises a similar influence on the question of location, another aspect of the same problem. Thus, Crusoe may already have built his house, cleared a field, etc., in one portion of the island. Then, one day, in walking around the island, he might find a section at the other end with far greater advantages in fishing, fruits, etc. If he had not invested in any capital goods or durable consumers’ goods, he would immediately shift his location to this more abundant area. However, he has already invested in certain capital goods: some, such as the axe, are easily convertible to the new location; others, such as the cleared field and the house, cannot be converted in their location. Therefore, he has to decide on his value scale between the advantages and disadvantages of moving: the more abundant fish and fruits versus the necessity of working to build a new house, make a new clearing, etc. He might decide, for example, to stay in the house and clearing until they have worn down to a certain point, without working on a replacement, and then shift to the new location.
Αν ένας δρων αποφασίσει να εγκαταλείψει μη μετατρέψιμο κεφάλαιο, όπως το ραβδί ή το εκχερσωμένο χωράφι, υπέρ της παραγωγής άλλων κεφαλαιουχικών και καταναλωτικών αγαθών, δεν σπαταλά, όπως μπορεί να νομίζουν ορισμένοι, τους πόρους του επιτρέποντας την εμφάνιση «αχρησιμοποίητης δυναμικότητας» των πόρων του. Όταν ο Crusoe εγκαταλείπει την εκχερσωμένη έκταση, το ραβδί ή το σπίτι του —το οποίο μπορεί σε αυτό το πλαίσιο να θεωρηθεί ισοδύναμο με κεφάλαιο—, εγκαταλείπει μη μετατρέψιμο κεφάλαιο προκειμένου να χρησιμοποιήσει την εργασία του σε συνδυασμό με φυσικά στοιχεία ή κεφαλαιουχικά αγαθά που πιστεύει ότι θα του αποφέρουν μεγαλύτερη χρησιμότητα. Ομοίως, αν αρνείται να εισχωρήσει βαθιά στη ζούγκλα για μούρα, δεν «σπαταλά» τη μη μετατρέψιμη διαθέσιμη ποσότητα γης και μούρων του, διότι κρίνει ότι αυτή η ενέργεια έχει πολύ μικρότερη χρησιμότητα από άλλες χρήσεις στις οποίες θα μπορούσε να διαθέσει την εργασία και τον χρόνο του. Η ύπαρξη ενός κεφαλαιουχικού αγαθού που δεν χρησιμοποιείται αποκαλύπτει ένα σφάλμα που έκανε ο ίδιος ή κάποιος προηγούμενος δρων στο παρελθόν, αλλά υποδηλώνει ότι ο δρων προσδοκά να αποκτήσει μεγαλύτερη χρησιμότητα από άλλες χρήσεις της εργασίας του απ’ όση θα μπορούσε να αποκτήσει συνεχίζοντας να χρησιμοποιεί το κεφαλαιουχικό αγαθό στην αρχικά προβλεπόμενη χρήση του ή μεταφέροντάς το σε κάποια άλλη χρήση.95
If an actor decides to abandon nonconvertible capital, such as the stick or the cleared field, in favor of producing other capital and consumers’ goods, he is not, as some may think, wasting his resources by allowing the emergence of “unused capacity” of his resources. When Crusoe abandons his clearing or stick or house (which may be considered in this connection as equivalent to capital), he is abandoning nonconvertible capital for the sake of using his labor in combination with natural elements or capital goods that he believes will yield him a greater utility. Similarly, if he refuses to go deep into a jungle for berries, he is not “wasting” his nonconvertible supply of land-and-berries, for he judges doing so of far less utility than other uses that he could make of his labor and time. The existence of a capital good not in use reveals an error made by this or by some previous actor in the past, but indicates that the actor expects to acquire a greater utility from other uses of his labor than he could obtain by continuing the capital good in its originally intended use or by converting it to some other use.
Αυτή η συζήτηση παρέχει το κλειδί για την ανάλυση του τρόπου με τον οποίο οι δρώντες θα χρησιμοποιήσουν τους πρωτογενείς συντελεστές παραγωγής που παρέχονται από τη φύση. Σε πολλές περιπτώσεις, οι δρώντες μπορούν να επιλέξουν μεταξύ των διαφορετικών στοιχείων που παρέχει η φύση. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι ο Crusoe, κατά τις εξερευνήσεις του στο νησί, διαπιστώνει ότι, μεταξύ των πιθανών τοποθεσιών όπου μπορεί να εγκατασταθεί, ορισμένες αποδίδουν άφθονα μούρα —αφήνοντας κατά μέρος την παραγωγή άλλων καταναλωτικών αγαθών—, άλλες λιγότερα και άλλες είναι άχρηστες και άγονες. Είναι σαφές ότι, εφόσον οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι, θα εγκατασταθεί στην πιο εύφορη —στην «καλύτερη» γη— και θα χρησιμοποιήσει αυτόν τον συντελεστή στον βαθμό που καθορίζεται από τη χρησιμότητα του προϊόντος του, τη δυνατότητα επένδυσης σε χρήσιμα κεφαλαιουχικά αγαθά πάνω στη γη, την αξία που αποδίδει στον ελεύθερο χρόνο κ.λπ. Οι φτωχότερες εκτάσεις γης θα παραμείνουν αχρησιμοποίητες. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, αυτή η εξέλιξη είναι αναμενόμενη· δεν υπάρχει λόγος έκπληξης μπροστά σε τέτοιες ενδείξεις «αχρησιμοποίητων πόρων». Από την άλλη πλευρά, αν εξαντληθούν οι καλύτερες εκτάσεις, τότε ο Crusoe θα προχωρήσει στη χρησιμοποίηση ορισμένων από τις αμέσως καλύτερες, έως ότου η χρησιμότητα της παραγόμενης ποσότητας πάψει να υπερβαίνει τη χρησιμότητα του ελεύθερου χρόνου από τον οποίο παραιτείται. Ο όρος «αμέσως καλύτερες» περιλαμβάνει όλους τους συναφείς παράγοντες, όπως την παραγωγικότητα, την εύκολη πρόσβαση στην καλύτερη γη κ.λπ.
This discussion provides the clue to an analysis of how actors will employ the original nature-given factors of production. In many cases, actors have their choice among the varying elements provided by nature. Thus, suppose that Crusoe, in his explorations of the island, finds that among the possible locations where he can settle, some are abundant in their output of berries (setting aside their production of other consumers’ goods), some less so, and some useless and barren. Clearly, other considerations being equal, he will settle on the most fertile—the “best” land—and employ this factor as far as is determined by the utility of its product, the possibility of investing in useful capital goods on the land, the value he places on leisure, etc. The poorer areas of land will remain unused. As stated above, this development is to be expected; there is no reason to be surprised at such evidence of “unused resources.” On the other hand, if the better areas are used up, then Crusoe will go on to utilize some of the next best areas, until the utility of the supply produced fails to exceed the utility of his leisure forgone. (“Next best” includes all the relevant factors, such as productivity, convenient access to the best land, etc.)
Οι εκτάσεις που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν, αλλά τις οποίες ο δρων επιλέγει να μη θέσει σε χρήση επειδή αυτό δεν θα «συνέφερε» με όρους χρησιμοτήτων από τις οποίες θα παραιτούνταν, ονομάζονται υποοριακές εκτάσεις. Δεν αποτελούν αντικείμενα δράσης επί του παρόντος, αλλά ο δρων τις έχει κατά νου για ενδεχόμενη μελλοντική χρήση.
Areas of potential use, but which the actor chooses not to bring into use because it would not “pay” in terms of utilities forgone, are called submarginal areas. They are not objects of action at the moment, but the actor has them in mind for possible future use.
Από την άλλη πλευρά, το νησί του Crusoe μπορεί να είναι τόσο μικρό ή τόσο άγονο ώστε να πρέπει να τεθούν σε χρήση όλες οι διαθέσιμες χρήσιμες χερσαίες ή υδάτινες περιοχές του. Έτσι, ο Crusoe μπορεί να χρειάζεται να εξερευνά ολόκληρο το νησί για την ημερήσια παραγωγή του των 200 μούρων. Σε αυτή την περίπτωση, αν οι πόροι του είναι τέτοιοι ώστε να πρέπει πάντοτε να χρησιμοποιεί όλους τους δυνητικά χρήσιμους συντελεστές που παρέχονται από τη φύση, είναι προφανές ότι ο δρων βρίσκεται αρκετά κοντά στο επίπεδο της στοιχειώδους επιβίωσης.
On the other hand, Crusoe’s island may be so small or so barren that all his available useful land or water areas must be pressed into use. Thus, Crusoe might have to explore the whole island for his daily output of 200 berries. In that case, if his resources are such that he must always employ all the possibly useful nature-given factors, it is obvious that the actor is pretty close to the bare survival level.
Στις περιπτώσεις όπου οι συντελεστές που παρέχονται από τη φύση υφίστανται επεξεργασία, «βελτιώνονται» και συντηρούνται μέσω της ανθρώπινης εργασίας, μετατρέπονται ουσιαστικά, με αυτόν τον τρόπο, σε κεφαλαιουχικά αγαθά. Έτσι, η γη που έχει εκχερσωθεί, καλλιεργηθεί, οργωθεί κ.λπ. μέσω της ανθρώπινης εργασίας έχει καταστεί κεφαλαιουχικό αγαθό. Αυτή η γη είναι παραγόμενο αγαθό και όχι πρωτογενώς δοσμένο αγαθό. Οι αποφάσεις σχετικά με το αν και κατά πόσο θα βελτιωθεί το έδαφος ή με το αν θα συντηρηθεί ή θα εξαχθεί από αυτό η μέγιστη ποσότητα παρόντων καταναλωτικών αγαθών εις βάρος μελλοντικών απωλειών —«διάβρωση»— βρίσκονται στην ίδια ακριβώς βάση με όλες τις αποφάσεις σχηματισμού κεφαλαίου. Εξαρτώνται από τη σύγκριση της αναμενόμενης χρησιμότητας της μελλοντικής παραγωγής με τη χρησιμότητα των παρόντων καταναλωτικών αγαθών από τα οποία παραιτείται ο δρων.
In those cases where nature-given factors are worked on, “improved,” and maintained by human labor, these are, in effect, thereby changed into capital goods. Thus, land that has been cleared, tilled, plowed, etc., by human labor has become a capital good. This land is a produced good, and not an originally given good. Decisions concerning whether and how much to improve the soil, or whether to maintain it or extract the maximum present consumers’ goods at the expense of future losses (“erosion”), are on exactly the same footing as all capitalformation decisions. They depend on a comparison of the expected utility of future production as against the utility of present consumers’ goods forgone.
Είναι σαφές ότι ο σχηματισμός κεφαλαίου και η συνακόλουθη επιμήκυνση της περιόδου παραγωγής παρατείνουν την περίοδο πρόνοιας του δρώντος. Ο σχηματισμός κεφαλαίου επιμηκύνει τη μελλοντική περίοδο για την οποία μεριμνά ώστε να ικανοποιήσει ανάγκες. Η δράση περιλαμβάνει την πρόβλεψη αναγκών που θα γίνουν αισθητές στο μέλλον, την εκτίμηση της σχετικής επιτακτικότητάς τους και την ανάληψη ενεργειών για την ικανοποίησή τους. Όσο περισσότερο κεφάλαιο επενδύουν οι άνθρωποι τόσο μεγαλύτερη θα τείνει να είναι η περίοδος πρόνοιάς τους. Τα αγαθά που καταναλώνονται άμεσα και στο παρόν είναι παρόντα αγαθά. Ένα μελλοντικό αγαθό είναι η παρούσα προσδοκία απόλαυσης ενός καταναλωτικού αγαθού σε κάποια μελλοντική χρονική στιγμή. Ένα μελλοντικό αγαθό μπορεί να είναι απαίτηση επί μελλοντικών καταναλωτικών αγαθών ή μπορεί να είναι κεφαλαιουχικό αγαθό που θα μετασχηματιστεί σε καταναλωτικό αγαθό στο μέλλον. Εφόσον ένα κεφαλαιουχικό αγαθό είναι ενδιάμεσος σταθμός —και οι συντελεστές που παρέχονται από τη φύση είναι αρχικοί σταθμοί — στην πορεία προς τα καταναλωτικά αγαθά, τόσο τα κεφαλαιουχικά αγαθά όσο και οι συντελεστές που παρέχονται από τη φύση είναι μελλοντικά αγαθά.
It is clear that capital formation and the concomitant lengthening of the period of production prolong the period of provision of the actor. Capital formation lengthens the period in the future for which he is providing for the satisfaction of wants. Action involves the anticipation of wants that will be felt in the future, an estimate of their relative urgency, and the setting about to satisfy them. The more capital men invest, the longer their period of provision will tend to be. Goods being directly and presently consumed are present goods. A future good is the present expectation of enjoying a consumers’ good at some point in the future. A future good may be a claim on future consumers’ goods, or it may be a capital good, which will be transformed into a consumers’ good in the future. Since a capital good is a way station (and nature-given factors are original stations) on the route to consumers’ goods, capital goods and nature-given factors are both future goods.
Ομοίως, η περίοδος πρόνοιας μπορεί να παραταθεί με την επιμήκυνση της διάρκειας παροχής υπηρεσιών των παραγόμενων καταναλωτικών αγαθών. Ένα σπίτι έχει μεγαλύτερη διάρκεια από μια σοδειά μούρων, για παράδειγμα, και η επένδυση του Crusoe σε ένα σπίτι επιμηκύνει σημαντικά την περίοδο πρόνοιάς του. Ένα διαρκές καταναλωτικό αγαθό καταναλώνεται μόνο εν μέρει από ημέρα σε ημέρα, έτσι ώστε η κατανάλωση κάθε ημέρας να αφορά παρόν αγαθό, ενώ το εναπομένον απόθεμα αποτελεί μελλοντικό αγαθό. Έτσι, αν κατασκευαστεί ένα σπίτι που θα διαρκέσει 3.000 ημέρες, η χρήση μίας ημέρας θα καταναλώσει το 1/3.000 του, ενώ το υπόλοιπο θα καταναλωθεί στο μέλλον. Το ένα τρισχιλιοστό του σπιτιού είναι παρόν αγαθό, ενώ το εναπομένον μέρος είναι μελλοντικό αγαθό.96
Similarly, the period of provision can be prolonged by lengthening the duration of serviceableness of the consumers’ goods being produced. A house has a longer durability than a crop of berries, for example, and Crusoe’s investment in a house considerably lengthens his period of provision. A durable consumers’ good is consumed only partially from day to day, so that each day’s consumption is that of a present good, while the stock of the remainder is a future good. Thus, if a house is built and will last 3,000 days, one day’s use will consume /3,000 of it, while the remainder will be consumed in the future. One three-thousandth of the house is a present good, while the remaining part is a future good.
Μπορεί να προστεθεί ότι μια άλλη μέθοδος επιμήκυνσης της περιόδου παραγωγής είναι η απλή συσσώρευση αποθεμάτων καταναλωτικών αγαθών που θα καταναλωθούν στο μέλλον αντί στο παρόν. Για παράδειγμα, ο Crusoe μπορεί να αποταμιεύσει ένα απόθεμα 100 μούρων για να καταναλωθούν λίγες ημέρες ή μία εβδομάδα αργότερα. Αυτό συχνά ονομάζεται απλή αποταμίευση, σε αντιδιαστολή προς την κεφαλαιακή αποταμίευση, στην οποία η αποταμίευση υπεισέρχεται στη διαδικασία σχηματισμού κεφαλαίου.97 Θα δούμε, ωστόσο, ότι δεν υπάρχει ουσιώδης διαφορά μεταξύ των δύο τύπων αποταμίευσης και ότι η απλή αποταμίευση είναι επίσης κεφαλαιακή αποταμίευση, καθώς και αυτή καταλήγει σε σχηματισμό κεφαλαίου. Πρέπει να έχουμε κατά νου το κρίσιμο γεγονός ότι η έννοια του «αγαθού» αναφέρεται σε ένα πράγμα του οποίου οι μονάδες, κατά την πεποίθηση του δρώντος, παρέχουν ίσες υπηρεσίες. Δεν αναφέρεται στα φυσικά ή χημικά χαρακτηριστικά του αγαθού. Θυμόμαστε την κριτική μας στη διαδεδομένη εσφαλμένη ένσταση προς το καθολικό γεγονός της χρονικής προτίμησης —ότι, σε οποιονδήποτε δεδομένο χειμώνα, ο πάγος το επόμενο καλοκαίρι προτιμάται από τον πάγο τώρα.98 Αυτό δεν ήταν περίπτωση προτίμησης της κατανάλωσης του ίδιου αγαθού στο μέλλον έναντι της κατανάλωσής του στο παρόν. Αν ο Crusoe έχει απόθεμα πάγου τον χειμώνα και αποφασίσει να «αποταμιεύσει» μέρος του έως το επόμενο καλοκαίρι, αυτό σημαίνει ότι ο «πάγος το καλοκαίρι» είναι διαφορετικό αγαθό, με διαφορετική ένταση ικανοποίησης, από τον «πάγο τον χειμώνα», παρά τις φυσικές ομοιότητές τους. Η περίπτωση των μούρων ή οποιουδήποτε άλλου αγαθού είναι παρόμοια. Αν ο Crusoe αποφασίσει να αναβάλει την κατανάλωση μέρους του αποθέματός του σε μούρα, αυτό πρέπει να σημαίνει ότι το μέρος αυτό θα παρέχει μεγαλύτερη ένταση ικανοποίησης αν καταναλωθεί αργότερα παρά τώρα —αρκετά μεγαλύτερη, μάλιστα, ώστε να υπερνικήσει τη χρονική προτίμησή του υπέρ του παρόντος. Οι λόγοι μιας τέτοιας διαφοράς μπορεί να είναι πολυάριθμοι και να περιλαμβάνουν τις αναμενόμενες προτιμήσεις και τις συνθήκες προσφοράς κατά τη μελλοντική εκείνη χρονική στιγμή. Σε κάθε περίπτωση, τα «μούρα που θα καταναλωθούν σε μία εβδομάδα από τώρα» καθίστανται αγαθό υψηλότερης αξίας από τα «μούρα που θα καταναλωθούν τώρα», και ο αριθμός των μούρων που θα μεταφερθούν από τη σημερινή κατανάλωση στην κατανάλωση της επόμενης εβδομάδας θα καθοριστεί από τη συμπεριφορά της φθίνουσας οριακής χρησιμότητας των μούρων της επόμενης εβδομάδας —καθώς αυξάνεται η διαθέσιμη ποσότητά τους—, της αυξανόμενης οριακής χρησιμότητας των σημερινών μούρων —καθώς μειώνεται η διαθέσιμη ποσότητά τους— και του βαθμού χρονικής προτίμησης. Ας υποθέσουμε ότι, ως αποτέλεσμα αυτών των παραγόντων, ο Crusoe αποφασίζει να μεταφέρει 100 μούρα για αυτόν τον σκοπό. Σε αυτή την περίπτωση, αυτά τα 100 μούρα αφαιρούνται από την κατηγορία των καταναλωτικών αγαθών και μεταφέρονται σε εκείνη των κεφαλαιουχικών αγαθών. Πρόκειται, ωστόσο, για το είδος κεφαλαιουχικών αγαθών που, όπως το κρασί, χρειάζονται μόνο χρόνο ωρίμανσης για να μετατραπούν σε καταναλωτικά αγαθά, χωρίς δαπάνη εργασίας —εκτός από την ενδεχόμενη πρόσθετη εργασία αποθήκευσης και εξαγωγής των μούρων από την αποθήκευση.
It may be added that another method of lengthening the period of production is the simple accumulation of stocks of consumers’ goods to be consumed in the future instead of the present. For example, Crusoe might save a stock of 100 berries to be consumed a few days or a week later. This is often called plain saving, as distinguished from capitalist saving, in which saving enters into the process of capital formation. We shall see, however, that there is no essential difference between the two types of saving and that plain saving is also capitalist saving in that it too results in capital formation. We must keep in mind the vital fact that the concept of a “good” refers to a thing the units of which the actor believes afford equal serviceability. It does not refer to the physical or chemical characteristics of the good. We remember our critique of the popular fallacious objection to the universal fact of time preference—that, in any given winter, ice the next summer is preferred to ice now. This was not a case of preferring the consumption of the same good in the future to its consumption in the present. If Crusoe has a stock of ice in the winter and decides to “save” some until next summer, this means that “ice-in-the-summer” is a different good, with a different intensity of satisfaction, from “ice-in-the-winter,” despite their physical similarities. The case of berries or of any other good is similar. If Crusoe decides to postpone consuming a portion of his stock of berries, this must mean that this portion will have a greater intensity of satisfaction if consumed later than now—enough greater, in fact, to overcome his time preference for the present. The reasons for such difference may be numerous, involving anticipated tastes and conditions of supply on that future date. At any rate, “berries-eaten-a-week-from-now” become a more highly valued good than “berries-eaten-now,” and the number of berries that will be shifted from today’s to next week’s consumption will be determined by the behavior of the diminishing marginal utility of next week’s berries (as the supply increases), the increasing marginal utility of today’s berries (as the supply decreases), and the rate of time preference. Suppose that as a resultant of these factors, Crusoe decides to shift 100 berries for this purpose. In that case, these 100 berries are removed from the category of consumers’ goods and shifted to that of capital goods. These are the sort of capital goods, however, which, like wine, need only maturing time to be transferred into consumers’ goods, without the expenditure of labor (except the possible extra labor of storing and unstoring the berries).
Είναι σαφές, επομένως, ότι και η συσσώρευση ενός αποθέματος καταναλωτικών αγαθών αποτελεί αποταμίευση που κατευθύνεται σε σχηματισμό κεφαλαίου.99 Τα αποταμιευμένα αγαθά καθίστανται αμέσως κεφαλαιουχικά αγαθά, τα οποία αργότερα ωριμάζουν σε καταναλωτικά αγαθά υψηλότερης αξίας. Δεν υπάρχει ουσιώδης διαφορά μεταξύ των δύο τύπων αποταμίευσης.
It is clear, therefore, that the accumulation of a stock of consumers’ goods is also saving that goes into capital formation. The saved goods immediately become capital goods, which later mature into more highly valued consumers’ goods. There is no essential difference between the two types of saving.
Έχουμε διατυπώσει τη θέση ότι κάθε δράση περιλαμβάνει μια ανταλλαγή —την παραίτηση από μια κατάσταση πραγμάτων υπέρ εκείνης που ο δρων αναμένει ότι θα είναι περισσότερο ικανοποιητική.100 Μπορούμε τώρα να αναπτύξουμε τις συνεπαγωγές αυτής της αλήθειας υπό το φως των πολυάριθμων παραδειγμάτων που δόθηκαν στο παρόν κεφάλαιο. Κάθε όψη της δράσης περιλάμβανε μια επιλογή μεταξύ εναλλακτικών δυνατοτήτων —την παραίτηση από ορισμένα αγαθά χάριν της απόκτησης άλλων. Οπουδήποτε και αν εμφανιζόταν η επιλογή —είτε μεταξύ χρήσεων διαρκών καταναλωτικών αγαθών ή κεφαλαιουχικών αγαθών είτε μεταξύ αποταμίευσης και κατανάλωσης, εργασίας και ελεύθερου χρόνου κ.λπ.—, τέτοιες επιλογές μεταξύ εναλλακτικών δυνατοτήτων, τέτοιες παραιτήσεις από ένα πράγμα υπέρ κάποιου άλλου, ήταν πάντοτε παρούσες. Σε κάθε περίπτωση, ο δρων υιοθετούσε την πορεία που πίστευε ότι θα του παρείχε την υψηλότερη χρησιμότητα στην κλίμακα αξιών του· και, σε κάθε περίπτωση, παραιτούνταν από αυτό που πίστευε ότι θα αποδεικνυόταν χαμηλότερη χρησιμότητα.
We have stated that all action involves an exchange—a giving up of a state of affairs for what the actor expects will be a more satisfactory state. We may now elaborate on the implications of this truth, in the light of the numerous examples that have been given in this chapter. Every aspect of action has involved a choice among alternatives—a giving up of some goods for the sake of acquiring others. Wherever the choice occurred—whether among uses of durable consumers’ goods, or of capital goods; saving versus consumption; labor versus leisure; etc.—such choices among alternatives, such renouncing of one thing in favor of another, were always present. In each case, the actor adopted the course that he believed would afford him the highest utility on his value scale; and in each case, the actor gave up what he believed would turn out to be a lesser utility.
Προτού αναλύσουμε περαιτέρω το φάσμα των εναλλακτικών επιλογών, είναι αναγκαίο να τονίσουμε ότι ο άνθρωπος πρέπει πάντοτε να δρα. Εφόσον βρίσκεται πάντοτε σε θέση να βελτιώσει την κατάστασή του, ακόμη και το «να μην κάνει τίποτε» αποτελεί μορφή δράσης. Το «να μην κάνει τίποτε» —ή να διαθέτει όλο τον χρόνο του ως ελεύθερο χρόνο— είναι μια επιλογή που θα επηρεάσει τη διαθέσιμη ποσότητα καταναλωτικών αγαθών του. Επομένως, ο άνθρωπος πρέπει πάντοτε να επιλέγει και να δρα.
Before analyzing the range of alternative choices further, it is necessary to emphasize that man must always act. Since he is always in a position to improve his lot, even “doing nothing” is a form of acting. “Doing nothing”—or spending all of his time in leisure—is a choice that will affect his supply of consumers’ goods. Therefore, man must always be engaged in choosing and in action.
Εφόσον ο άνθρωπος δρα πάντοτε, πρέπει πάντοτε να προσπαθεί να φτάσει όσο το δυνατόν ψηλότερα στην κλίμακα αξιών του, όποιο και αν είναι το είδος της εξεταζόμενης επιλογής. Πρέπει πάντοτε να υπάρχει περιθώριο ανόδου στην κλίμακα αξιών του· διαφορετικά, όλες οι ανθρώπινες ανάγκες θα ήταν πλήρως ικανοποιημένες και η δράση θα εξαφανιζόταν. Εφόσον αυτό δεν μπορεί να συμβαίνει, σημαίνει ότι κάθε δρων έχει πάντοτε ανοικτή μπροστά του την προοπτική να βελτιώσει την κατάστασή του, να αποκτήσει αξία υψηλότερη από εκείνη από την οποία παραιτείται, δηλαδή να αποκομίσει ψυχικό κέρδος. Εκείνο από το οποίο παραιτείται μπορεί να ονομαστεί κόστος του, δηλαδή οι χρησιμότητες από τις οποίες παραιτείται για να βρεθεί σε καλύτερη κατάσταση. Έτσι, το κόστος του δρώντος συνίσταται στις ευκαιρίες απόλαυσης καταναλωτικών αγαθών από τις οποίες παραιτείται. Ομοίως, η μεγαλύτερη χρησιμότητα που προσδοκά να αποκτήσει λόγω της δράσης μπορεί να θεωρηθεί ψυχικό εισόδημα ή ψυχικό έσοδό του, το οποίο, με τη σειρά του, θα ισούται με τη χρησιμότητα των αγαθών που θα καταναλώσει ως αποτέλεσμα της δράσης. Επομένως, κατά την έναρξη οποιασδήποτε δράσης, ο δρων θα πιστεύει ότι αυτή η πορεία δράσης, μεταξύ των εναλλακτικών δυνατοτήτων, θα μεγιστοποιήσει το ψυχικό εισόδημα ή το ψυχικό έσοδό του, δηλαδή θα τον οδηγήσει όσο το δυνατόν ψηλότερα στην κλίμακα αξιών του.
Since man is always acting, he must always be engaged in trying to attain the greatest height on his value scale, whatever the type of choice under consideration. There must always be room for improvement in his value scale; otherwise all of man’s wants would be perfectly satisfied, and action would disappear. Since this cannot be the case, it means that there is always open to each actor the prospect of improving his lot, of attaining a value higher than he is giving up, i.e., of making a psychic profit. What he is giving up may be called his costs, i.e., the utilities that he is forgoing in order to attain a better position. Thus, an actor’s costs are his forgone opportunities to enjoy consumers’ goods. Similarly, the (greater) utility that he expects to acquire because of the action may be considered his psychic income, or psychic revenue, which in turn will be equal to the utility of the goods he will consume as a result of the action. Hence, at the inauguration of any action, the actor will believe that this course of action will, among the alternatives, maximize his psychic income or psychic revenue, i.e., attain the greatest height on his value scale.
Παράρτημα Α: Πραξεολογία και οικονομική επιστήμη
↗ στη σελίδα του βιβλίουAppendix A: Praxeology and Economics
Το παρόν κεφάλαιο αποτέλεσε έκθεση ενός μέρους της πραξεολογικής ανάλυσης —της ανάλυσης που συγκροτεί το σώμα της οικονομικής θεωρίας. Η ανάλυση αυτή λαμβάνει ως θεμελιώδη προκείμενή της την ύπαρξη της ανθρώπινης δράσης. Αφού καταδειχθεί ότι η ανθρώπινη δράση αποτελεί αναγκαίο γνώρισμα της ύπαρξης των ανθρώπινων όντων, η υπόλοιπη πραξεολογία —και ο επιμέρους κλάδος της, η οικονομική θεωρία— συνίσταται στην ανάπτυξη των λογικών συνεπαγωγών της έννοιας της δράσης. Η οικονομική ανάλυση έχει την ακόλουθη μορφή:
This chapter has been an exposition of part of praxeological analysis—the analysis that forms the body of economic theory. This analysis takes as its fundamental premise the existence of human action. Once it is demonstrated that human action is a necessary attribute of the existence of human beings, the rest of praxeology (and its subdivision, economic theory) consists of the elaboration of the logical implications of the concept of action. Economic analysis is of the form:
- 1. Δεχόμαστε ως αληθές το A —το αξίωμα της δράσης.
- 2. Αν A, τότε B· αν B, τότε C· αν C, τότε D κ.ο.κ. — σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής.
- 3. Επομένως, δεχόμαστε ως αληθή τα B, C, D κ.ο.κ.
(1)Assert A—action axiom.
(2)If A, then B; if B, then C; if C, then D, etc.—by
(3)Therefore, we assert (the truth of) B, C, D, etc.
Είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι η οικονομική επιστήμη δεν διατυπώνει νόμους σχετικά με το περιεχόμενο των ανθρώπινων σκοπών. Τα παραδείγματα που δώσαμε, όπως το σάντουιτς με ζαμπόν, τα μούρα κ.λπ., είναι απλώς επεξηγηματικές περιπτώσεις και δεν αποσκοπούν στη διατύπωση οποιουδήποτε ισχυρισμού σχετικά με το περιεχόμενο των στόχων ενός ανθρώπου σε οποιαδήποτε δεδομένη χρονική στιγμή. Η έννοια της δράσης περιλαμβάνει τη χρήση σπάνιων μέσων για την ικανοποίηση των πιο επιτακτικών αναγκών σε κάποια μελλοντική χρονική στιγμή, και οι αλήθειες της οικονομικής θεωρίας αφορούν τις τυπικές σχέσεις μεταξύ σκοπών και μέσων, όχι το συγκεκριμένο περιεχόμενό τους. Οι σκοποί ενός ανθρώπου μπορεί να είναι «εγωιστικοί» ή «αλτρουιστικοί», «εκλεπτυσμένοι» ή «χυδαίοι». Μπορεί να δίνουν έμφαση στην απόλαυση «υλικών αγαθών» και ανέσεων ή να προκρίνουν τον ασκητικό βίο. Η οικονομική επιστήμη δεν ασχολείται με το περιεχόμενό τους, και οι νόμοι της ισχύουν ανεξάρτητα από τη φύση αυτών των σκοπών.
It is important to realize that economics does not propound any laws about the content of man’s ends. The examples that we have given, such as ham sandwich, berries, etc., are simply illustrative instances, and are not meant to assert anything about the content of a man’s goals at any given time. The concept of action involves the use of scarce means for satisfying the most urgent wants at some point in the future, and the truths of economic theory involve the formal relations between ends and means, and not their specific contents. A man’s ends may be “egoistic” or “altruistic,” “refined” or “vulgar.” They may emphasize the enjoyment of “material goods” and comforts, or they may stress the ascetic life. Economics is not concerned with their content, and its laws apply regardless of the nature of these ends.
Η πραξεολογία, επομένως, διαφέρει από την ψυχολογία ή από την ηθική φιλοσοφία. Εφόσον όλοι αυτοί οι επιστημονικοί κλάδοι ασχολούνται με τις υποκειμενικές αποφάσεις των επιμέρους ανθρώπινων νόων, πολλοί παρατηρητές θεώρησαν ότι είναι κατά βάση ταυτόσημοι. Αυτό δεν ισχύει καθόλου. Η ψυχολογία και η ηθική ασχολούνται με το περιεχόμενο των ανθρώπινων σκοπών· θέτουν τα ερωτήματα: γιατί ο άνθρωπος επιλέγει τους τάδε σκοπούς ή σε ποιους σκοπούς θα έπρεπε οι άνθρωποι να αποδίδουν αξία; Η πραξεολογία και η οικονομική επιστήμη ασχολούνται με οποιουσδήποτε δεδομένους σκοπούς και με τις τυπικές συνεπαγωγές του γεγονότος ότι οι άνθρωποι έχουν σκοπούς και χρησιμοποιούν μέσα για να τους επιτύχουν. Η πραξεολογία και η οικονομική επιστήμη είναι, επομένως, κλάδοι χωριστοί και διακριτοί από τους άλλους.
Praxeology, therefore, differs from psychology or from the philosophy of ethics. Since all these disciplines deal with the subjective decisions of individual human minds, many observers have believed that they are fundamentally identical. This is not the case at all. Psychology and ethics deal with the content of human ends; they ask, why does the man choose such and such ends, or what ends should men value? Praxeology and economics deal with any given ends and with the formal implications of the fact that men have ends and employ means to attain them. Praxeology and economics are therefore disciplines separate and distinct from the others.
Έτσι, όλες οι εξηγήσεις του νόμου της οριακής χρησιμότητας με ψυχολογικά ή φυσιολογικά θεμέλια είναι εσφαλμένες. Για παράδειγμα, πολλοί συγγραφείς έχουν βασίσει τον νόμο της οριακής χρησιμότητας σε έναν υποτιθέμενο «νόμο του κορεσμού των αναγκών», σύμφωνα με τον οποίο ένας άνθρωπος μπορεί να φάει έναν ορισμένο αριθμό από μπάλες παγωτού κάθε φορά κ.λπ. και κατόπιν να φτάσει σε κορεσμό. Το αν αυτό ισχύει ή όχι στην ψυχολογία είναι εντελώς άσχετο με την οικονομική επιστήμη. Αυτοί οι συγγραφείς κατέληξαν εσφαλμένα στο συμπέρασμα ότι, στις πρώτες μονάδες της διαθέσιμης ποσότητας, μια δεύτερη μονάδα μπορεί να είναι πιο ευχάριστη από την πρώτη και ότι, επομένως, η οριακή χρησιμότητα μπορεί αρχικά να αυξάνεται προτού μειωθεί. Αυτό είναι εντελώς εσφαλμένο. Ο νόμος της οριακής χρησιμότητας δεν εξαρτάται από καμία φυσιολογική ή ψυχολογική υπόθεση, αλλά βασίζεται στην πραξεολογική αλήθεια ότι η πρώτη μονάδα ενός αγαθού θα χρησιμοποιηθεί για την ικανοποίηση της πιο επιτακτικής ανάγκης, η δεύτερη μονάδα για την αμέσως επόμενη πιο επιτακτική ανάγκη κ.ο.κ. Πρέπει να θυμόμαστε ότι αυτές οι «μονάδες» πρέπει να έχουν ίση δυνητική ικανότητα παροχής υπηρεσιών.
Thus, all explanations of the law of marginal utility on psychological or physiological grounds are erroneous. For example, many writers have based the law of marginal utility on an alleged “law of the satiation of wants,” according to which a man can eat so many scoops of ice cream at one time, etc., and then becomes satiated. Whether or not this is true in psychology is completely irrelevant to economics. These writers erroneously concluded that, at the beginning of the supply, a second unit may be more enjoyable than the first, and therefore that marginal utility may increase at first before declining. This is completely fallacious. The law of marginal utility depends on no physiological or psychological assumptions but is based on the praxeological truth that the first unit of a good will be used to satisfy the most urgent want, the second unit the next most urgent want, etc. It must be remembered that these “units” must be of equal potential serviceability.
Για παράδειγμα, είναι εσφαλμένη η ακόλουθη επιχειρηματολογία: Τα αυγά είναι το υπό εξέταση αγαθό. Είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να χρειάζεται τέσσερα αυγά για να φτιάξει ένα κέικ. Σε αυτή την περίπτωση, το δεύτερο αυγό μπορεί να διατεθεί σε λιγότερο επιτακτική χρήση από το πρώτο και το τρίτο σε λιγότερο επιτακτική χρήση από το δεύτερο. Ωστόσο, εφόσον το τέταρτο αυγό επιτρέπει την παραγωγή ενός κέικ που διαφορετικά δεν θα ήταν διαθέσιμο, η οριακή χρησιμότητα του τέταρτου αυγού είναι μεγαλύτερη από εκείνη του τρίτου.
For example, it is erroneous to argue as follows: Eggs are the good in question. It is possible that a man needs four eggs to bake a cake. In that case, the second egg may be used for a less urgent use than the first egg, and the third egg for a less urgent use than the second. However, since the fourth egg allows a cake to be produced that would not otherwise be available, the marginal utility of the fourth egg is greater than that of the third egg.
Αυτό το επιχείρημα παραβλέπει το γεγονός ότι ένα «αγαθό» δεν είναι η φυσική ύλη, αλλά οποιαδήποτε ύλη της οποίας οι μονάδες θα αποτελούν διαθέσιμη ποσότητα με ίση ικανότητα παροχής υπηρεσιών ανά μονάδα. Εφόσον το τέταρτο αυγό δεν έχει ίση ικανότητα παροχής υπηρεσιών με το πρώτο ούτε είναι εναλλάξιμο με αυτό, τα δύο αυγά δεν αποτελούν μονάδες της ίδιας διαθέσιμης ποσότητας και, επομένως, ο νόμος της οριακής χρησιμότητας δεν εφαρμόζεται καθόλου σε αυτή την περίπτωση. Για να αντιμετωπιστούν τα αυγά, σε αυτή την περίπτωση, ως ομοιογενείς μονάδες ενός αγαθού, θα ήταν αναγκαίο να θεωρηθεί κάθε σύνολο τεσσάρων αυγών ως μία μονάδα.
This argument neglects the fact that a “good” is not the physical material, but any material whatever of which the units will constitute an equally serviceable supply. Since the fourth egg is not equally serviceable and interchangeable with the first egg, the two eggs are not units of the same supply, and therefore the law of marginal utility does not apply to this case at all. To treat eggs in this case as homogeneous units of one good, it would be necessary to consider each set of four eggs as a unit.
Για να συνοψίσουμε τη σχέση και τις διακρίσεις μεταξύ της πραξεολογίας και καθενός από τους άλλους επιστημονικούς κλάδους, μπορούμε να τις περιγράψουμε ως εξής:
To sum up the relationship and the distinctions between praxeology and each of the other disciplines, we may describe them as follows:
- - Γιατί ο άνθρωπος επιλέγει διάφορους σκοπούς: ψυχολογία.
- - Ποιοι θα έπρεπε να είναι οι σκοποί των ανθρώπων: ηθική φιλοσοφία· επίσης, φιλοσοφία της αισθητικής.
- - Πώς να χρησιμοποιούνται τα μέσα για την επίτευξη σκοπών: τεχνολογία.
- - Ποιοι είναι και ποιοι υπήρξαν οι σκοποί του ανθρώπου και πώς χρησιμοποίησε ο άνθρωπος μέσα για να τους επιτύχει: ιστορία.
- - Οι τυπικές συνεπαγωγές του γεγονότος ότι οι άνθρωποι χρησιμοποιούν μέσα για να επιτύχουν διάφορους επιλεγμένους σκοπούς: πραξεολογία.
Why man chooses various ends: psychology. z What men’s ends should be: philosophy of ethics. z also: philosophy of aesthetics. How to use means to arrive at ends: technology. z What man’s ends are and have been, and how z man has used means in order to attain them: history. The formal implications of the fact that men use z means to attain various chosen ends: praxeology.
Ποια είναι η σχέση μεταξύ πραξεολογίας και οικονομικής ανάλυσης; Η οικονομική επιστήμη είναι επιμέρους κλάδος της πραξεολογίας — μέχρι σήμερα ο μόνος πλήρως ανεπτυγμένος επιμέρους κλάδος της. Με την πραξεολογία ως γενική, τυπική θεωρία της ανθρώπινης δράσης, η οικονομική επιστήμη περιλαμβάνει την ανάλυση της δράσης ενός απομονωμένου ατόμου —την οικονομική του Crusoe— και την ιδιαίτερα ανεπτυγμένη ανάλυση της διαπροσωπικής ανταλλαγής —την καταλλακτική. Η υπόλοιπη πραξεολογία αποτελεί ανεξερεύνητο πεδίο. Έχουν γίνει προσπάθειες διατύπωσης μιας λογικής θεωρίας του πολέμου και της βίαιης δράσης, και η βία υπό τη μορφή της κυβέρνησης έχει εξεταστεί από την πολιτική φιλοσοφία και από την πραξεολογία κατά την ιχνηλάτηση των επιδράσεων της βίαιης παρέμβασης στην ελεύθερη αγορά. Έχει αναπτυχθεί μια θεωρία παιγνίων και έχουν γίνει ενδιαφέρουσες πρώτες απόπειρες λογικής ανάλυσης της ψηφοφορίας.
What is the relationship between praxeology and economic analysis? Economics is a subdivision of praxeology—so far the only fully elaborated subdivision. With praxeology as the general, formal theory of human action, economics includes the analysis of the action of an isolated individual (Crusoe economics) and, especially elaborate, the analysis of interpersonal exchange (catallactics). The rest of praxeology is an unexplored area. Attempts have been made to formulate a logical theory of war and violent action, and violence in the form of government has been treated by political philosophy and by praxeology in tracing the effects of violent intervention in the free market. A theory of games has been elaborated, and interesting beginnings have been made in a logical analysis of voting.
Έχει προταθεί ότι, εφόσον η πραξεολογία και η οικονομική επιστήμη αποτελούνται από λογικές αλυσίδες συλλογισμών βασισμένες σε λίγες καθολικά γνωστές προκείμενες, για να είναι πραγματικά επιστημονική αυτή η ανάλυση θα έπρεπε να αναπτύσσεται με τον συμβολισμό της μαθηματικής λογικής.101 Αυτό συνιστά μια παράδοξη παρανόηση του ρόλου της μαθηματικής λογικής ή «λογιστικής». Πρώτον, το μεγάλο προτέρημα των λεκτικών προτάσεων είναι ότι καθεμία έχει νόημα. Από την άλλη πλευρά, τα αλγεβρικά και λογικά σύμβολα, όπως χρησιμοποιούνται στη λογιστική, δεν έχουν από μόνα τους νόημα. Η πραξεολογία δέχεται ως αληθές το αξίωμα της δράσης και από αυτό — μαζί με λίγα εμπειρικά αξιώματα, όπως η ύπαρξη ποικιλίας πόρων και ατόμων— συνάγονται παραγωγικά, βάσει των κανόνων της λογικής συναγωγής, όλες οι προτάσεις της οικονομικής επιστήμης, καθεμία από τις οποίες είναι λεκτική και έχει νόημα. Αν χρησιμοποιούνταν η συμβολική διάταξη της λογιστικής, η κάθε πρόταση δεν θα είχε νόημα. Η λογιστική, επομένως, είναι πολύ καταλληλότερη για τις φυσικές επιστήμες, όπου, σε αντίθεση με την επιστήμη της ανθρώπινης δράσης, είναι γνωστά τα συμπεράσματα και όχι τα αξιώματα. Στις φυσικές επιστήμες, οι προκείμενες είναι απλώς υποθετικές και από αυτές συνάγονται λογικά συμπεράσματα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν εξυπηρετεί κανέναν σκοπό το να έχουν νόημα οι προτάσεις σε κάθε βήμα της πορείας και, επομένως, η συμβολική και η μαθηματική γλώσσα είναι χρησιμότερες.
The suggestion has been made that, since praxeology and economics are logical chains of reasoning based on a few universally known premises, to be really scientific it should be elaborated according to the symbolic notations of mathematical logic. This represents a curious misconception of the role of mathematical logic, or “logistics.” In the first place, it is the great quality of verbal propositions that each one is meaningful. On the other hand, algebraic and logical symbols, as used in logistics, are not in themselves meaningful. Praxeology asserts the action axiom as true, and from this (together with a few empirical axioms—such as the existence of a variety of resources and individuals) are deduced, by the rules of logical inference, all the propositions of economics, each one of which is verbal and meaningful. If the logistic array of symbols were used, each proposition would not be meaningful. Logistics, therefore, is far more suited to the physical sciences, where, in contrast to the science of human action, the conclusions rather than the axioms are known. In the physical sciences, the premises are only hypothetical, and logical deductions are made from them. In these cases, there is no purpose in having meaningful propositions at each step of the way, and therefore symbolic and mathematical language is more useful.
Το να αναπτύσσει κανείς απλώς την οικονομική επιστήμη λεκτικά, κατόπιν να τη μεταφράζει σε σύμβολα της λογιστικής και, τέλος, να μεταφράζει εκ νέου τις προτάσεις στα αγγλικά δεν έχει νόημα και παραβιάζει τη θεμελιώδη επιστημονική αρχή του ξυραφιού του Occam, η οποία απαιτεί τη μεγαλύτερη δυνατή απλότητα στην επιστήμη και την αποφυγή του περιττού πολλαπλασιασμού οντοτήτων ή διαδικασιών.
Simply to develop economics verbally, then to translate into logistic symbols, and finally to retranslate the propositions back into English, makes no sense and violates the fundamental scientific principle of Occam’s razor, which calls for the greatest possible simplicity in science and the avoidance of unnecessary multiplication of entities or processes.
Αντίθετα με ό,τι θα μπορούσε να πιστεύει κανείς, η χρήση της λεκτικής λογικής δεν υστερεί έναντι της λογιστικής. Αντιθέτως, η δεύτερη αποτελεί απλώς ένα βοηθητικό εργαλείο που βασίζεται στην πρώτη. Διότι η τυπική λογική ασχολείται με τους αναγκαίους και θεμελιώδεις νόμους της σκέψης, οι οποίοι πρέπει να εκφράζονται λεκτικά, ενώ η λογιστική είναι μόνο ένα συμβολικό σύστημα που χρησιμοποιεί ως θεμέλιό του αυτή την τυπική λεκτική λογική. Επομένως, η πραξεολογία και η οικονομική επιστήμη δεν χρειάζεται να απολογούνται ούτε στο ελάχιστο για τη χρήση της λεκτικής λογικής — της θεμελιώδους βάσης της συμβολικής λογικής, η οποία έχει νόημα σε κάθε βήμα της πορείας.102
Contrary to what might be believed, the use of verbal logic is not inferior to logistics. On the contrary, the latter is merely an auxiliary device based on the former. For formal logic deals with the necessary and fundamental laws of thought, which must be verbally expressed, and logistics is only a symbolic system that uses this formal verbal logic as its foundation. Therefore, praxeology and economics need not be apologetic in the slightest for the use of verbal logic—the fundamental basis of symbolic logic, and meaningful at each step of the route.
Συχνά διατυπώνεται η κατηγορία ότι κάθε θεωρία που θεμελιώνεται σε μια λογική διάκριση μέσων και σκοπών είναι μη ρεαλιστική, επειδή τα δύο συχνά συνενώνονται ή συγχωνεύονται σε ένα. Ωστόσο, αν ο άνθρωπος δρα σκόπιμα, τότε κατευθύνεται προς σκοπούς και, όποια πορεία και αν ακολουθήσει, πρέπει, εξ αυτού και μόνο, να χρησιμοποιεί μέσα για να τους επιτύχει. Η διάκριση μεταξύ μέσων και σκοπών είναι αναγκαία λογική διάκριση, ριζωμένη σε κάθε ανθρώπινη —και, πράγματι, σε κάθε σκόπιμη— δράση. Είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς νόημα σε οποιαδήποτε άρνηση αυτής της πρωταρχικής αλήθειας. Το μόνο νόημα που μπορεί να έχει η κατηγορία αφορά εκείνες τις περιπτώσεις όπου ορισμένα αντικείμενα ή, μάλλον, ορισμένες πορείες δράσης καθίστανται αυτοσκοποί, καθώς και μέσα για άλλους σκοπούς. Αυτό, ασφαλώς, μπορεί να συμβαίνει συχνά. Δεν υπάρχει, ωστόσο, καμία δυσκολία να ενσωματωθούν αυτές οι περιπτώσεις σε μια ανάλυση, όπως έγινε παραπάνω. Έτσι, ένας άνθρωπος μπορεί να εργάζεται σε μια ορισμένη θέση όχι μόνο για την αμοιβή, αλλά και επειδή απολαμβάνει την εργασία ή την τοποθεσία. Επιπλέον, κάθε επιθυμία για χρήμα είναι επιθυμία για ένα μέσο προς άλλους σκοπούς. Οι επικριτές της πραξεολογίας συγχέουν την αναγκαία και αιώνια διάκριση σκοπών και μέσων ως κατηγοριών με τη συχνή σύμπτωσή τους σε έναν συγκεκριμένο πόρο ή σε μια συγκεκριμένη πορεία δράσης.
It is often charged that any theory grounded on a logical separation of means and ends is unrealistic because the two are often amalgamated or fused into one. Yet if man acts purposively, he therefore drives toward ends, and whatever route he takes, he must, ipso facto, employ means to achieve them. The distinction between means and ends is a necessary logical distinction rooted in all human—indeed, all purposive—action. It is difficult to see the sense in any denial of this primordial truth. The only sense to the charge concerns those cases where certain objects, or rather certain routes of action, become ends in themselves as well as means to other ends. This, of course, can often happen. There is no difficulty, however, in incorporating them into an analysis, as has been done above. Thus, a man may work at a certain job not only for the pay, but also because he enjoys the work or the location. Moreover, any desire for money is a desire for a means to other ends. The critics of praxeology confuse the necessary and eternal separation of ends and means as categories with their frequent coincidence in a particular concrete resource or course of action.
← Πρόλογος στην αναθεωρημένη έκδοσηΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 2. Άμεση Ανταλλαγή →