Εργαλεία30 Οκτωβρίου 2026

Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος, με το έργο «Εξουσία και Αγορά»: Εισαγωγή στη δεύτερη έκδοση του Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος

Murray N. Rothbard · Man, Economy, and State with Power and Market

Πραξεολόγος

← Εισαγωγή ΜεταφραστήΠεριεχόμεναΠρόλογος στην αναθεωρημένη έκδοση →

Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.

Αγγλικό πρωτότυπο: Murray N. Rothbard, Man, Economy, and State with Power and Market, Scholar’s Edition, 2η έκδοση, Ludwig von Mises Institute, 2009. © 2009 Ludwig von Mises Institute. Πηγή: mises.org/library/book/man-economy-and-state-power-and-market.

Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Η «Εισαγωγή Μεταφραστή» υπάρχει μόνο στα ελληνικά. Τα σχήματα και οι πίνακες βρίσκονται στη σελίδα του βιβλίου.

Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.

Ελληνικά · μετάφραση: Πραξεολόγος
English · πρωτότυπο

Εισαγωγή στη δεύτερη έκδοση του Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Introduction to the Second Edition of Man, Economy, and State with Power and Market

1

Του Joseph T. Salerno

— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)

2

Ο MURRAY ROTHBARD* άρχισε να εργάζεται πάνω σε αυτό το μνημειώδες έργο την 1η Ιανουαρίου 1952.1 Στις 5 Μαΐου 1959, ο Rothbard έγραψε στον πνευματικό του καθοδηγητή, Ludwig von Mises, αναγγέλλοντάς του: «È finito!».2 Τα περισσότερα από επτά χρόνια που χρειάστηκε ο Rothbard για να ολοκληρώσει το Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος συνέπεσαν με μία από τις πιο άγονες και οπισθοδρομικές, έως τότε, δεκαετίες στην ιστορία της επιστημονικής οικονομικής σκέψης, από τη γέννηση της επιστήμης στη συστηματική πραγματεία του Richard Cantillon, που δημοσιεύθηκε το 1755.3 Δεδομένου του προοδευτικού εκφυλισμού της οικονομικής σκέψης καθ’ όλη τη δεκαετία του 1950, η τελική έκδοση της πραγματείας του Rothbard το 1962 αποτέλεσε ορόσημο στην ανάπτυξη της ορθής οικονομικής θεωρίας και γεγονός που διέσωσε την επιστήμη από την αυτοκαταστροφή.

MURRAY ROTHBARD BEGAN WORK ON this magnum opus on January 1, 1952. On May 5, 1959 Rothbard wrote to his mentor, Ludwig von Mises, informing him, “È finito!” The more than seven years that it took Rothbard to complete Man, Economy, and State elapsed during, what was up to that time, one of the most sterile and retrogressive decades in the history of scientific economics, dating back to the birth of the science in the systematic treatise of Richard Cantillon published in 1755. In view of the progressive degeneration of economic thought throughout the 1950s, the eventual publication of Rothbard’s treatise in 1962 was a milestone in the development of sound economic theory and an event that rescued the science from self-destruction.

3

Η εποχή της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης εγκαινιάστηκε με την έκδοση του θεμελιώδους έργου του Carl Menger, Αρχές οικονομικής επιστήμης, το 1871. Σε αυτό το ολιγοσέλιδο βιβλίο, ο Menger παρουσίασε την ορθή προσέγγιση της θεωρητικής έρευνας στην οικονομική επιστήμη και ανέπτυξε ορισμένες από τις άμεσες συνεπαγωγές της. Ειδικότερα, ο Menger επιδίωξε να εντοπίσει τους αιτιώδεις νόμους που καθόριζαν τις τιμές τις οποίες παρατηρούσε να καταβάλλονται καθημερινά στις πραγματικές αγορές.4 Ο δηλωμένος στόχος του ήταν να διατυπώσει μια ρεαλιστική θεωρία των τιμών, η οποία θα παρείχε μια ενοποιημένη εξήγηση της διαμόρφωσης των φαινομένων της αγοράς, έγκυρη σε κάθε χρόνο και τόπο.5 Οι έρευνες του Menger τον οδήγησαν στην ανακάλυψη ότι όλες οι αγοραίες τιμές, τα επίπεδα των μισθών, οι πρόσοδοι και τα επιτόκια μπορούσαν τελικά να αναχθούν στις επιλογές και τις πράξεις των καταναλωτών, οι οποίοι επιδίωκαν να ικανοποιήσουν τις σημαντικότερες ανάγκες τους «οικονομώντας» σπάνια μέσα ή «οικονομικά αγαθά». Έτσι, για τον Menger, όλες οι τιμές, οι πρόσοδοι, τα επίπεδα των μισθών και τα επιτόκια ήταν το αποτέλεσμα των αξιολογικών κρίσεων μεμονωμένων καταναλωτών, οι οποίοι επέλεγαν μεταξύ συγκεκριμένων μονάδων διαφορετικών αγαθών σύμφωνα με τις υποκειμενικές τους αξίες ή τις «οριακές χρησιμότητές» τους, για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο που επινόησε ο μαθητής του Friedrich Wieser. Με αυτή τη θεμελιώδη διαπίστωση γεννήθηκε η σύγχρονη οικονομική επιστήμη.

The era of modern economics emerged with the publication of Carl Menger’s seminal work, Principles of Economics, in 1871. In this slim book, Menger set forth the correct approach to theoretical research in economics and elaborated some of its immediate implications. In particular, Menger sought to identify the causal laws determining the prices that he observed being paid daily in actual markets. His stated goal was to formulate a realistic price theory that would provide an integrated explanation of the formation of market phenomena valid for all times and places. Menger’s investigations led him to the discovery that all market prices, wage rates, rents, and interest rates could ultimately be traced back to the choices and actions of consumers striving to satisfy their most important wants by “economizing” scarce means or “economic goods.” Thus, for Menger, all prices, rents, wage, and interest rates were the outcome of the value judgments of individual consumers who chose between concrete units of different goods according to their subjective values or “marginal utilities” to use the term coined by his student Friedrich Wieser. With this insight was born modern economics.

4

Η αιτιώδης-ρεαλιστική προσέγγιση του Menger στη συγκρότηση της οικονομικής θεωρίας άρχισε σύντομα να προσελκύει εξέχοντες οπαδούς τόσο στην Αυστρία όσο και, αργότερα, σε ολόκληρη την ηπειρωτική Ευρώπη και στις αγγλόφωνες χώρες. Αυτό που έμελλε να ονομαστεί «Αυστριακή Σχολή» αναπτύχθηκε ραγδαία ως προς το κύρος και τον αριθμό των μελών του, και έως τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο η θεωρητική έρευνα που βασιζόταν στην αιτιώδη-ρεαλιστική προσέγγιση θεωρούνταν η αιχμή της οικονομικής επιστήμης. Για διάφορους λόγους, μετά τον πόλεμο η σχολή υπέστη μια εκπληκτικά ταχεία παρακμή, ιδίως στη Μεγάλη Βρετανία και στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και στην Αυστρία. Ήδη κατά τη δεκαετία του 1920, η αιτιώδης-ρεαλιστική προσέγγιση είχε επισκιαστεί από την προσέγγιση της μερικής ισορροπίας του Alfred Marshall στη Μεγάλη Βρετανία, στις ΗΠΑ και ακόμη και σε τμήματα της ηπειρωτικής Ευρώπης. Η αίγλη της υποχώρησε ακόμη περισσότερο με την εισαγωγή της μαθηματικής προσέγγισης της γενικής ισορροπίας του Léon Walras στον αγγλόφωνο κόσμο στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Λίγο αργότερα, η προσέγγιση του Menger σχεδόν ενταφιάστηκε από την κεϋνσιανή επανάσταση. Ως εκ τούτου, έως την έναρξη του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου είχε παύσει να υπάρχει ένα δίκτυο οικονομολόγων με συνείδηση της κοινής τους ταυτότητας και θεσμική παρουσία, οι οποίοι να ασχολούνται ενεργά με τη διδασκαλία και την έρευνα στην παράδοση του Menger.6

Menger’s causal-realist approach to economic theorizing quickly began to attract outstanding followers both in Austria and, later, throughout Continental Europe and the Anglophone countries. What came to be called the “Austrian School” grew rapidly in prestige and numbers and by World War I theoretical research based on the causal-realist approach was considered the cutting edge of economic science. For various reasons, the school suffered an amazingly rapid decline, especially in Great Britain and the United States but also in Austria, after the war. By the 1920s, the causal-realist approach had been overshadowed by the partial equilibrium approach of Alfred Marshall in Great Britain, the U.S., and even parts of Continental Europe. Its star fell further with the importation of the mathematical general equilibrium approach of Léon Walras into the Englishspeaking world in the early 1930s. A little later Menger’s approach was nearly buried by the Keynesian Revolution. Hence, by the advent of World War Two there ceased to be a self-conscious, institutionally-embedded network of economists actively engaged in teaching and research in the Mengerian tradition.

5

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, μια νέα και ασφυκτική ορθοδοξία, γνωστή ως «νεοκλασική σύνθεση», είχε επιβληθεί στην οικονομική επιστήμη, ιδίως στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτή η αποκαλούμενη «σύνθεση» ήταν στην πραγματικότητα ένα συνονθύλευμα των τριών ετερόκλητων προσεγγίσεων που είχαν παραμερίσει την αιτιώδη-ρεαλιστική προσέγγιση του Menger κατά τον Μεσοπόλεμο. Ανακάτευε αδιακρίτως τις προσεγγίσεις των Marshall και Walras στον προσδιορισμό των τιμών με την κεϋνσιανή μακροοικονομική. Οι δύο πρώτες προσεγγίσεις επικεντρώνονταν στενά στην ανάλυση του προσδιορισμού μη πραγματικών τιμών ισορροπίας, είτε σε μεμονωμένες αγορές —μερική ισορροπία— είτε σε όλες τις αγορές ταυτόχρονα —γενική ισορροπία. Η κεϋνσιανή μακροοικονομική αρνούνταν εντελώς την αποτελεσματικότητα του συστήματος τιμών στον συντονισμό των διαφόρων τομέων μιας οικονομίας που αντιμετώπιζε «ανεπάρκεια της συνολικής ζήτησης». Αυτή η τελευταία κατάσταση υποτίθεται ότι είχε προκαλέσει τη Μεγάλη Ύφεση, ενώ ο Keynes και οι οπαδοί του ισχυρίζονταν επιπλέον ότι αποτελούσε ενδημικό χαρακτηριστικό της οικονομίας της αγοράς. Η νεοκλασική σύνθεση διακήρυσσε, επομένως, ότι το σύστημα τιμών λειτουργούσε αποτελεσματικά ως προς την κατανομή των σπάνιων πόρων μόνον εφόσον η κυβέρνηση χρησιμοποιούσε επιδέξια τη δημοσιονομική και τη νομισματική πολιτική, ώστε να διατηρεί στην οικονομία ένα επίπεδο συνολικής ζήτησης ή συνολικής δαπάνης επαρκές για να απορροφήσει την παραγωγή που αντιστοιχούσε σε πλήρη απασχόληση.

After World War II, a new and stifling orthodoxy known as the “neoclassical synthesis” had descended upon economics, especially in the United States. This so-called “synthesis” was actually a hodgepodge of the three disparate approaches that had overwhelmed the Mengerian causal-realist approach in the interwar period. It jumbled together the Marshallian and Walrasian approaches to price determination with Keynesian macroeconomics. The first two approaches focused narrowly on analyzing the determination of unreal, equilibrium prices either in single markets (partial equilibrium) or in all markets simultaneously (general equilibrium). Keynesian macroeconomics denied the efficacy of the price system altogether in coordinating the various sectors of an economy confronted with the “failure of aggregate demand.” This latter condition was supposed to have caused the Great Depression and was further alleged by Keynes and his followers to be an endemic feature of the market economy. The neoclassical synthesis thus proclaimed that the price system worked efficiently to allocate scarce resources only if the government deftly employed fiscal and monetary policies to maintain a level of aggregate demand or total spending in the economy that was sufficient to absorb a full employment level of output.

6

Αυτή η νέα ορθοδοξία προωθούσε επίσης την υπερεξειδίκευση και την αντίστοιχη διάσπαση της οικονομικής επιστήμης σε ένα συνονθύλευμα στεγανών επιμέρους κλάδων. Ακόμη και ο θεωρητικός πυρήνας της οικονομικής επιστήμης είχε πλέον διαιρεθεί σε «μικροοικονομική» και «μακροοικονομική», οι οποίες φαινομενικά συνδέονταν ελάχιστα μεταξύ τους. Τα εξειδικευμένα περιοδικά πολλαπλασιάζονταν, επιφέροντας ριζική αλλαγή στην ερευνητική κουλτούρα, με ιδιαίτερη έμφαση στη συγγραφή και την ανάγνωση των πιο πρόσφατων άρθρων των περιοδικών. Τα λίγα βιβλία που εκδίδονταν ήταν τεχνικές μονογραφίες ή υπεραπλουστευμένα διδακτικά εγχειρίδια· η εποχή της μεγάλης συστηματικής πραγματείας περί οικονομικής θεωρίας είχε φτάσει στο τέλος της.7

This new orthodoxy also promoted hyper-specialization and a corresponding disintegration of economic science into a clutter of compartmentalized sub-disciplines. Even the theoretical core of economics was now split into “microeconomics” and “macroeconomics,” which had seemingly very little connection to each another. Specialized journals proliferated and resulted in a radical change in the research culture, with a premium on the writing and reading of the latest journal articles. The few books that were published were technical monographs or dumbed-down textbooks; the era of the great systematic treatise on economic theory was at a close.

7

Σχεδόν ο μόνος που αντιστάθηκε σε αυτή τη διανοητική επανάσταση ήταν ο Ludwig von Mises. Με την έκδοση, το 1940, του Nationalökonomie, του γερμανόγλωσσου προδρόμου της Ανθρώπινης δράσης, ο Mises αποκατέστησε μόνος του και προήγαγε σημαντικά το σύστημα της αιτιώδους-ρεαλιστικής οικονομικής θεωρίας.8 Ειδικότερα, ενοποίησε τη θεωρία της αξίας και των τιμών του Menger με τη δική του προγενέστερη αναδιατύπωση της νομισματικής θεωρίας. Επιπλέον, θεμελίωσε αυστηρά ολόκληρο το σύστημα της οικονομικής θεωρίας σε μια ευρύτερη επιστήμη της ανθρώπινης δράσης, την οποία ο ίδιος είχε εκθέσει σε προηγούμενα έργα του και τώρα ανέπτυσσε περαιτέρω. Αυτή την επιστήμη της ανθρώπινης δράσης την ονόμασε πλέον «πραξεολογία». Δυστυχώς, η μεγάλη πραγματεία του Mises αγνοήθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά από τη μεταπολεμική κοινότητα των οικονομολόγων.9 Ωστόσο, μολονότι δεν κατόρθωσε να εμπνεύσει μια άμεση αναζωογόνηση του επιστημονικού κινήματος του Menger, η Ανθρώπινη δράση έθεσε πράγματι τα θεμέλια για τη μεταγενέστερη αναβίωσή του. Το έναυσμα για αυτή την αναβίωση επρόκειτο να δώσει η έκδοση του Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος το 1962.10

Almost the sole holdout against this intellectual revolution was Ludwig von Mises. With the publication in 1940 of Nationalökonomie, the German-language forerunner of Human Action, Mises single-handedly recovered and greatly advanced the system of causal-realistic economic theory. In particular, he integrated Mengerian value and price theory with his own earlier restatement of monetary theory. In addition, he provided a rigorous foundation for the entire system of economic theory in a broader science of human action that he himself had expounded in earlier works and now further elaborated. This science of human action he now dubbed, “praxeology.” Unfortunately, Mises’s great treatise was almost completely ignored by the postwar economics profession. However, while it failed to inspire an immediate renewal of the Mengerian scientific movement, Human Action did lay the foundations for its later revival. This revival was to be ignited by the publication of Man, Economy, and State in 1962.

8

Όταν ο Rothbard άρχισε να εργάζεται πάνω σε αυτό που επρόκειτο να εξελιχθεί σε ολοκληρωμένη πραγματεία, αντιλαμβανόταν το εγχείρημα ως ένα βιβλίο κατάλληλο τόσο για μη ειδικούς αναγνώστες όσο και για πανεπιστημιακή διδασκαλία, το οποίο θα έφερνε «στην επιφάνεια και θα αποσαφήνιζε τον βαθμιαίο, βήμα προς βήμα χαρακτήρα του οικοδομήματος που είχε κατασκευάσει ο Mises, αλλά που λίγο πολύ θεωρούσε δεδομένο ότι οι αναγνώστες του θα κατανοούσαν».11 Αυτό ήταν αναγκαίο επειδή η Ανθρώπινη δράση απευθυνόταν σε επιστημονικό κοινό, και ο Mises είχε, κατά συνέπεια, θεωρήσει τους αναγνώστες του ήδη σε μεγάλο βαθμό εξοικειωμένους με πολλές από τις έννοιες και τα θεωρήματα αυτού που αποκαλούσε «σύγχρονη υποκειμενιστική οικονομική θεωρία». Έτσι, ο Rothbard σκόπευε «να κάνει για τον Mises ό,τι έκανε ο McCulloch για τον Ricardo», δηλαδή να καταστήσει το έργο του κατανοητό σε ένα ευφυές αναγνωστικό κοινό μη ειδικών.12

When Rothbard initiated work on what would turn out to be a full-blown treatise, he conceived of the project as a book suitable both for lay readers and for college instruction that would bring “to the surface and [clarify] the step-by-step nature of the edifice which Mises had constructed but more or less had taken for granted that his readers would understand.” This was necessary because Human Action was addressed to a scholarly audience, and Mises had accordingly assumed a great deal of familiarity among his readers with many of the concepts and theorems of what he called “modern subjectivist economics.” Thus Rothbard intended “to do for Mises, what McCulloch did for Ricardo,” that is, to make his work comprehensible to an intelligent lay readership.

9

Ο Rothbard, όμως, συνειδητοποίησε σύντομα ότι το αρχικό του σχέδιο ήταν εσφαλμένο και έπρεπε να εγκαταλειφθεί για τρεις λόγους. Πρώτον, η παραδοσιακή μορφή του διδακτικού εγχειριδίου ήταν υπερβολικά ασυστηματοποίητη ως προς τη διάταξη και την πραγμάτευση των διαφόρων θεμάτων, ώστε να επιτρέπει την ανάπτυξη της οικονομικής θεωρίας με τον λογικό, βήμα προς βήμα τρόπο που είχε οραματιστεί ο Rothbard. Ως εκ τούτου, δεν επαρκούσε για να μεταδώσει μια «αίσθηση της μεγάλης εμβέλειας, του συνεκτικού συστήματος που ενοποιεί και διαπερνά όλες τις όψεις της ορθής οικονομικής διδασκαλίας».13 Δεύτερον, ο Rothbard ανακάλυψε ότι υπήρχαν «πολλά κενά» στο «οικονομικό όργανον» του Mises, τα οποία έπρεπε να «συμπληρώσει» ο ίδιος.14 Επιπλέον, οι βήμα προς βήμα παραγωγικοί συλλογισμοί του Rothbard τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι η θεωρία του Mises περί μονοπωλίου, την οποία ασπαζόταν η πλειονότητα των οικονομολόγων της παράδοσης του Menger, ήταν ανεπανόρθωτα ελαττωματική και έπρεπε να αναθεωρηθεί πλήρως. Το βιβλίο, επομένως, αποδεικνυόταν ότι θα «περιλάμβανε σημαντική πρωτότυπη συμβολή» εκ μέρους του Rothbard. Τρίτον, καθώς προχωρούσε στη συγγραφή του βιβλίου, ο Rothbard ερευνούσε ταυτόχρονα τη βιβλιογραφία και διάβαζε εκτενώς, και άρχισε να συνειδητοποιεί ότι η Ανθρώπινη δράση είχε αναδυθεί από μια πολύ ευρεία παράδοση, η οποία περιλάμβανε πολύ περισσότερους οικονομολόγους από τον Mises, τους διάσημους προκατόχους του και τους άμεσους μαθητές του —όπως ο Friedrich A. Hayek— στην ίδια την αυστριακή κοιτίδα της σχολής. Επιπλέον, καθώς ο Rothbard διάβαζε και έγραφε, του γινόταν ολοένα σαφέστερο ότι τα διάφορα νήματα αυτής της θεωρητικής παράδοσης, η οποία περιλάμβανε πολλές σημαντικές αμερικανικές και βρετανικές συμβολές πέρα από τα μεγάλα αυστριακά έργα, δεν είχαν ακόμη ενοποιηθεί πλήρως ούτε οι αρχές τους είχαν αποτυπωθεί ολοκληρωμένα σε μια συστηματική πραγματεία. Κατά συνέπεια, ο Rothbard συμπέρανε ότι «πολλά ουσιώδη σημεία πρέπει να συναχθούν με πρωτότυπους παραγωγικούς συλλογισμούς ή με τη βοήθεια άλλων έργων» και, επομένως, «το βιβλίο δεν μπορεί να είναι απλώς μια παράφραση της Ανθρώπινης δράσης».15 Το σχεδιαζόμενο βιβλίο του Rothbard μεταμορφώθηκε έτσι, κατά την ίδια τη διαδικασία της συγγραφής του, από μια απλή έκθεση των αρχών της παραδεδομένης διδασκαλίας της Αυστριακής Σχολής υπό στενή έννοια σε μια πραγματεία που ανέπτυσσε ένα πλήρες σύστημα οικονομικής θεωρίας και περιλάμβανε πολλά πρωτότυπα, ακόμη και ριζικά νέα, παραγωγικά συμπεράσματα και θεωρήματα.

But Rothbard quickly realized that his original plan was flawed and had to be abandoned for three reasons. First the traditional textbook format was too disorganized in its arrangement and treatment of various topics to accommodate the development of economic theory in the logical step-by-step manner that Rothbard had envisioned. As such, it was inadequate to convey a “sense of the grand sweep, of the coherent system integrating and pervading all aspects of sound economic doctrine.” Second, Rothbard discovered that there existed “a lot of gaps” in Mises’s “economic organon” that he had to “fill in” himself. In addition, Rothbard’s step-by-step deductions led him to the conclusion that Mises’s theory of monopoly, which was held by most economists in the Mengerian tradition, was irreparably flawed and had to be completely revised. The book was thus turning out “to involve a good deal of original contribution” on Rothbard’s part. Third, as he proceeded in writing the book, Rothbard was concurrently researching the literature and reading widely, and he began to realize that Human Action had emerged from a very broad tradition that included many more economists than just Mises and his famous predecessors and direct protégés (e.g., Friedrich A. Hayek) in the native Austrian School. Moreover, as Rothbard read and wrote it became increasingly clear to him that the various strands of this theoretical tradition, which included many important American and British contributions in addition to the great Austrian works, had not yet been completely integrated and their principles fully delineated in a systematic treatise. Accordingly, Rothbard concluded, “many essential points must be deduced originally or with the help of other works” and therefore “the book cannot simply be a paraphrase of Human Action.” Rothbard’s proposed book was thus transformed, in the very process of its writing, from a straightforward exposition of the principles of received doctrine of the Austrian School narrowly conceived to a treatise elaborating a complete system of economic theory and featuring many original, and even radically new, deductions and theorems.

10

Ο ίδιος ο Mises αναγνώρισε αμέσως τη βαθιά πρωτοτυπία και τη σημασία της συμβολής του Rothbard. Στην κριτική του για το Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος, ο Mises έγραψε ότι ο Rothbard

Mises himself immediately recognized the profound originality and significance of Rothbard’s contribution. In his review of Man, Economy, and State, Mises wrote that Rothbard

11

εντάσσεται στις τάξεις των επιφανών οικονομολόγων δημοσιεύοντας ένα ογκώδες έργο, μια συστηματική πραγματεία περί οικονομικής επιστήμης. … Σε κάθε κεφάλαιο της πραγματείας του, ο Rothbard … υιοθετεί τις καλύτερες διδασκαλίες των προκατόχων του … και προσθέτει σε αυτές εξαιρετικά σημαντικές παρατηρήσεις. …16

joins the ranks of eminent economists by publishing a voluminous work, a systematic treatise on economadopt[s] the best teachings of his predecessors . . . and add[s] to them highly important observations. . . .16

12

Ο Mises συνέχισε χαρακτηρίζοντας το έργο του Rothbard ως

Mises went on to characterize Rothbard’s work as

13

… μια συμβολή που εγκαινιάζει νέα εποχή στη γενική επιστήμη της ανθρώπινης δράσης, την πραξεολογία, και στο πρακτικά σημαντικότερο και έως τώρα καλύτερα επεξεργασμένο τμήμα της, την οικονομική επιστήμη. Στο εξής, όλες οι ουσιώδεις μελέτες σε αυτούς τους γνωστικούς κλάδους θα πρέπει να λαμβάνουν πλήρως υπόψη τις θεωρίες και τις κριτικές που αναπτύσσει ο Δρ. Rothbard.17

. . . an epochal contribution to the general science of human action, praxeology, and its practically most important and up-to-now best elaborated part, economics. Henceforth, all essential studies in these branches of knowledge will have to take full account of the theories and criticisms expounded by Dr. Rothbard.17

14

Δεδομένων των απαιτητικών επιστημονικών κριτηρίων του Mises και της γνωστής του φειδούς στους επαίνους για επιστημονικές συμβολές, πρόκειται πράγματι για εξαιρετικά υψηλό έπαινο για ένα βιβλίο που εκδόθηκε από έναν οικονομολόγο ηλικίας τριάντα έξι ετών.18 Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι ο Mises θεωρούσε προφανώς πως το έργο του Rothbard εγκαινίαζε μια νέα εποχή στη σύγχρονη οικονομική επιστήμη.

Given Mises’s exacting scholarly standards and his well-known parsimony in paying compliments for scientific contributions, this is high praise indeed for a book published by a thirty-six year old economist. More importantly, Mises evidently viewed Rothbard’s work as opening a new epoch in modern economic science.

15

Ο ίδιος ο Rothbard δεν δίσταζε να επισημαίνει τα σημεία στα οποία θεωρούσε ότι η πραγματεία του είχε αποκλίνει από το έργο του Mises ή το είχε προαγάγει. Πρώτη μεταξύ των θεωρητικών καινοτομιών του Rothbard ήταν η διατύπωση μιας πλήρους και ενοποιημένης θεωρίας της παραγωγής. Προηγουμένως, η θεωρία της παραγωγής στην αιτιώδη-ρεαλιστική ανάλυση βρισκόταν σε κατάσταση αταξίας και αποτελούνταν από μια σειρά ανεξάρτητων και αντικρουόμενων ρευμάτων σκέψης, τα οποία πραγματεύονταν απομονωμένα το κεφάλαιο και τον τόκο, τη θεωρία της οριακής παραγωγικότητας, τη θεωρία της προσόδου, την επιχειρηματικότητα και ούτω καθεξής. Κάπως έκπληκτος από αυτό το χάσμα στη θεωρία της παραγωγής, ο Rothbard σχολίασε:

Rothbard himself was not reluctant to indicate the respects in which he considered his treatise to have been a departure from or an advance upon Mises’s work. Foremost, among Rothbard’s theoretical innovations was his formulation of a complete and integrated theory of production. Previously, production theory in causal-realist analysis was in disarray and had consisted of a number of independent and conflicting strands of thought that treated capital and interest, marginal productivity theory, rent theory, entrepreneurship and so on in isolation. Somewhat surprised by this yawning gap in production theory, Rothbard commented:

16

Ο Mises παρέχει ελάχιστες λεπτομέρειες σχετικά με τη θεωρία της παραγωγής και, κατά συνέπεια, χρειάστηκε να κάνω πολλές άκαρπες αρχικές απόπειρες και να καταβάλω μεγάλη προσπάθεια που αποδείχθηκε μάταιη, προτού καταλήξω σε αυτό που με ικανοποιούσε ως καλή Θεωρία της Παραγωγής. (Αυτό συνεπαγόταν την απελευθέρωση από το 90 τοις εκατό της ύλης των σημερινών διδακτικών εγχειριδίων.)19

Mises has very little detail on production theory, and as a consequence it took me many false starts, and lots of what turned out to be wasted effort, before I arrived at what satisfied me as a good Production Theory. (It’s involved emancipation from 90 percent of current textbook material.)19

17

Στο Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος, ο Rothbard αναπτύσσει μια ενιαία και συστηματική πραγμάτευση της δομής της παραγωγής, της θεωρίας του κεφαλαίου και του τόκου, του προσδιορισμού των τιμών των συντελεστών παραγωγής, της θεωρίας της προσόδου και του ρόλου της επιχειρηματικότητας στην παραγωγή. Επιπλέον, η θεωρία της παραγωγής παρουσιάζεται ως μέρος του πυρήνα της οικονομικής ανάλυσης και καταλαμβάνει πέντε από τα δώδεκα κεφάλαια του βιβλίου και περίπου το 30 τοις εκατό του κειμένου του. Ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του Rothbard στη θεωρία της παραγωγής ήταν η ανάπτυξη μιας θεωρίας του κεφαλαίου και του τόκου που ενοποιούσε την ανάλυση της χρονικής δομής της παραγωγής των Knut Wicksell και Hayek με τη θεωρία της αμιγούς χρονικής προτίμησης που είχαν εκθέσει οι Frank A. Fetter και Ludwig von Mises. Μολονότι οι ρίζες και των δύο αυτών ρευμάτων σκέψης μπορούν να αναχθούν στο έργο του Böhm-Bawerk, η δική του έκθεση ήταν συγκεχυμένη και δημιουργούσε φαινομενικά ανεπίλυτες αντιφάσεις μεταξύ τους.20 Στη συνέχεια αναπτύχθηκαν χωριστά, έως ότου ο Rothbard αποκάλυψε την εγγενή λογική τους σύνδεση.

In Man, Economy, and State, Rothbard elaborates a unified and systematic treatment of the structure of production, the theory of capital and interest, factor pricing, rent theory, and the role of entrepreneurship in production. Furthermore, production theory is presented as part of the core of economic analysis and covers five of the book’s twelve chapters and approximately 30 percent of its text. One of Rothbard’s greatest accomplishments in production theory was the development of a capital and interest theory that integrated the temporal production-structure analysis of Knut Wicksell and Hayek with the pure-time-preference theory expounded by Frank A. Fetter and Ludwig von Mises. Although the roots of both of these strands of thought can be traced back to Böhm-Bawerk’s work, his exposition was confused and raised seemingly insoluble contradictions between the two. They were subsequently developed separately until Rothbard revealed their inherent logical connection.

18

Παρά τον πλουσιοπάροχο έπαινο του Mises για το βιβλίο ως άλμα προόδου που εγκαινίαζε νέα εποχή στην οικονομική επιστήμη, καθώς και την ευρεία αναγνώριση, μεταξύ πολλών οπαδών, παρατηρητών και επικριτών του σύγχρονου αυστριακού κινήματος, ότι το Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος αποτελεί πράγματι θεμελιώδες έργο στην αναγέννηση της σύγχρονης αυστριακής οικονομικής σκέψης, υπάρχουν δύο κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με το βιβλίο τα οποία, παραδόξως, δεν έχουν ποτέ καν εξεταστεί, πόσο μάλλον επιλυθεί. Το πρώτο ερώτημα αφορά την ακριβή έννοια υπό την οποία η πραγματεία του Rothbard μπορεί να χαρακτηριστεί έργο «αυστριακής οικονομικής θεωρίας», καθώς και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Rothbard αντιλαμβανόταν τη σύνδεση μεταξύ της πραγματείας του και αυτού του σώματος παραδεδομένης διδασκαλίας. Το δεύτερο ερώτημα αφορά την αντίληψη του Rothbard για τη σχέση μεταξύ του θεωρητικού συστήματος που εκτίθεται στην πραγματεία του και της νεοκλασικής σύνθεσης της δεκαετίας του 1950. Όπως θα δούμε, οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα δεν είναι μόνο απροσδόκητες, αλλά και μεστές συνεπειών για την ερμηνεία των πρόσφατων εξελίξεων στην αυστριακή οικονομική σκέψη και την αξιολόγηση των μελλοντικών δυνατοτήτων και προοπτικών της.

Despite Mises’s lavish praise for the book as an epochal leap forward in economic science as well as general recognition among many adherents, observers, and critics of the contemporary Austrian movement that Man, Economy, and State is indeed a foundational work in the renaissance of modern Austrian economics, there are two crucial questions regarding the book that, surprisingly, have never even been addressed, let alone resolved. The first question relates to the precise sense in which Rothbard’s treatise can be described as a work in “Austrian economics” and how Rothbard himself conceived the connection between his treatise and this body of received doctrine. The second question concerns Rothbard’s perception of the relationship of the theoretical system expounded in his treatise and the neoclassical synthesis of the 1950s. As we shall see, the answers to these questions are not only surprising but are pregnant with implications for interpreting recent developments in Austrian economics and evaluating its future possibilities and prospects.

19

Προτού εξετάσουμε το ζήτημα της θεωρητικής συγγένειας μεταξύ του Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος και της αυστριακής οικονομικής θεωρίας, είναι διδακτικό να διερευνήσουμε τη στάση του Mises απέναντι στην Αυστριακή Σχολή, επειδή δεν είναι τόσο απλή όσο συνήθως υποτίθεται και επηρέασε σαφώς την άποψη του Rothbard. Ήδη από το 1932, ο Mises είχε υποστηρίξει ότι όλες οι ουσιώδεις ιδέες της Αυστριακής Σχολής οικονομικής σκέψης είχαν ενσωματωθεί στο κυρίαρχο ρεύμα αυτού που αποκαλούσε «σύγχρονη υποκειμενιστική οικονομική θεωρία».21 Σύμφωνα με τον Mises,

Before addressing the question of the doctrinal filiation between Man, Economy, and State and Austrian economics, it is instructive to examine Mises’s attitude toward the Austrian School because it is not as straightforward as is generally supposed and it clearly influenced Rothbard’s view. As early as 1932, Mises had argued that all the essential ideas of the Austrian School of economics had been absorbed into the mainstream of what he called “modern subjectivist economics.” According to Mises,

20

η Αυστριακή και η Αγγλοαμερικανική Σχολή, καθώς και η Σχολή της Λωζάννης … διαφέρουν μόνο ως προς τον τρόπο με τον οποίο εκφράζουν την ίδια θεμελιώδη ιδέα και … τις χωρίζουν περισσότερο η ορολογία τους και οι ιδιομορφίες της παρουσίασής τους παρά η ουσία των διδασκαλιών τους.22

the Austrian and the Anglo-American Schools and the School of Lausanne . . . differ only in their mode of expressing the same fundamental idea and . . . are divided more by their terminology and by peculiarities of presentation than by the substance of their teachings.22

21

Ομολογουμένως, αυτή η άποψη διατυπώθηκε σε ένα συνέδριο οικονομικής επιστήμης στη Γερμανία, στο οποίο συμμετείχαν πολυάριθμοι εκπρόσωποι των υπολειμμάτων της Γερμανικής Ιστορικής Σχολής, που εξακολουθούσαν να ασκούν επιρροή και αντιστρατεύονταν κάθε είδος οικονομικής θεωρίας. Μπορεί ασφαλώς να υποστηριχθεί εύλογα ότι, δεδομένου αυτού του πλαισίου, οι παρατηρήσεις του Mises αποσκοπούσαν σε μια γενική υπεράσπιση της θεωρητικής έρευνας στην οικονομική επιστήμη. Πράγματι, έναν χρόνο νωρίτερα ο Mises είχε γράψει:

Now admittedly this opinion was delivered at an economics conference in Germany that was heavily attended by the still influential remnants of the German Historical School who were antagonistic to economic theory of all kinds. It certainly can be reasonably argued that, given this venue, Mises’s remarks were intended as a generic defense of theoretical research in economics. In fact, a year earlier Mises had written,

22

Στο πεδίο της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης, η Αυστριακή Σχολή έχει καταδείξει την ανωτερότητά της έναντι της Σχολής της Λωζάννης και των συγγενών προς αυτήν σχολών, οι οποίες προκρίνουν τις μαθηματικές διατυπώσεις, αποσαφηνίζοντας την αιτιώδη σχέση μεταξύ αξίας και κόστους και αποφεύγοντας ταυτόχρονα την έννοια της συνάρτησης, η οποία στην επιστήμη μας είναι παραπλανητική.23

Within the field of modern economics the Austrian School has shown its superiority to the School of Lausanne and the schools related to the latter, which favor mathematical formulations, by clarifying the causal relationship between value and cost, while at the same time eschewing the concept of function, which in our science is misleading.23

23

Παρά την παραπάνω επιφύλαξη, ο Mises εξακολούθησε να υποστηρίζει ότι η ονομασία «Αυστριακή Σχολή» αποτελούσε αναχρονισμό, ισχυριζόμενος στην τελευταία δημοσίευση της σταδιοδρομίας του, το 1969, ότι η Αυστριακή Σχολή αποτελούσε κλειστό κεφάλαιο στην ιστορία της οικονομικής σκέψης ήδη περίπου από την εποχή του θανάτου του Menger, το 1921. Έως τότε, σύμφωνα με τον Mises,

In spite of the foregoing caveat, Mises continued to maintain that the label “Austrian School” was an anachronism, arguing in the last publication of his career in 1969, that the Austrian School constituted a closed chapter in the history of economic thought from about the time of Menger’s death in 1921. By that time, according to Mises,

24

όλες οι ουσιώδεις ιδέες της Αυστριακής Σχολής είχαν γίνει, σε γενικές γραμμές, αποδεκτές ως αναπόσπαστο μέρος της οικονομικής θεωρίας … και δεν γινόταν πλέον διάκριση μεταξύ μιας Αυστριακής Σχολής και της υπόλοιπης οικονομικής σκέψης. Η ονομασία «Αυστριακή Σχολή» κατέστη το όνομα που δόθηκε σε ένα σημαντικό κεφάλαιο της ιστορίας της οικονομικής σκέψης· δεν ήταν πλέον το όνομα της συγκεκριμένης αίρεσης με διδασκαλίες διαφορετικές από εκείνες που ασπάζονταν οι άλλοι οικονομολόγοι.24

all the essential ideas of the Austrian School were by and large accepted as an integral part of economic theory . . . [and] one no longer distinguished between an Austrian School and other economics. The appellation “Austrian School” became the name given to an important chapter of the history of economic thought; it was no longer the name of the specific sect with doctrines different from those held by other economists.24

25

Όπως σημειώθηκε, ο Mises χρησιμοποιούσε τον όρο «σύγχρονη υποκειμενιστική οικονομική θεωρία» για να περιγράψει τη νέα σύνθεση θεωρητικών προσεγγίσεων που πίστευε ότι είχε αρχίσει να αναδύεται κατά τη δεκαετία του 1920. Υπάρχουν δύο προβλήματα με αυτή την ονομασία, τα οποία ενδέχεται να εξηγούν την αμφίθυμη στάση του Mises απέναντι στην υπαγωγή των σχολών του Marshall και της Λωζάννης σε αυτήν. Πρώτον, έως τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι περισσότεροι θεωρητικοί οικονομολόγοι δήλωναν τουλάχιστον στα λόγια την αποδοχή κάποιας εκδοχής της θεωρίας της υποκειμενικής αξίας, οπότε ο υποκειμενισμός δεν αποτελούσε πλέον διακριτικό γνώρισμα μιας ιδιαίτερης προσέγγισης της θεωρητικής έρευνας. Δεύτερον, όπως έχουμε δει στη δική μας εποχή, ο υποκειμενισμός είναι ένας διαβόητα ελαστικός όρος, ο οποίος μπορεί να διευρυνθεί ώστε να δηλώνει ακόμη και τη μηδενιστική προσέγγιση της οικονομικής θεωρίας που είναι γνωστό ότι υποστήριξαν ο George Shackle, ο Ludwig Lachmann της ύστερης περιόδου και αρκετοί μεταμοντερνιστές και ερμηνευτικοί οικονομολόγοι.25

As noted, Mises used the term “modern subjectivist economics” to describe the new synthesis of theoretical approaches that he believed had begun to emerge in the 1920s. There are two problems with this label, which may explain Mises’s ambivalent attitude toward the inclusion of the Marshallian and Lausanne Schools under its head. First, by World War I most theoretical economists at least paid lip service to some version of subjective-value theory, so that subjectivism was no longer a distinguishing characteristic of a unique approach to theoretical research. Second, as we have seen in our own time, the term subjectivism is a notoriously elastic term that can be stretched to denote even the nihilistic approach to economic theory famously propounded by George Shackle, the later Ludwig Lachmann, and a number of post-modernist and hermeneutical economists.

26

Ο Rothbard ακολούθησε προφανώς τον Mises ερμηνεύοντας τον όρο «Αυστριακή Σχολή» ως την ονομασία ενός σημαντικού κινήματος στην ιστορία της οικονομικής σκέψης. Στο κείμενο του Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος, ο Rothbard χρησιμοποιεί τους όρους «αυστριακός» ή «Αυστριακή Σχολή» τουλάχιστον δέκα φορές μέσα σε εισαγωγικά, όπως φυσικά θα έκανε αν αναφερόταν σε ένα κίνημα που είχε μόνο ιστορική σημασία για τον σύγχρονο αναγνώστη. Τις λίγες φορές που χρησιμοποιεί αυτούς τους όρους χωρίς εισαγωγικά, αυτοί παραπέμπουν σαφώς σε ιστορικές διδασκαλίες ή αντιπαραθέσεις, όπως «η θεωρία των τιμών της Αυστριακής Σχολής και του Wicksteed» ή η διαμάχη της Αυστριακής Σχολής με τον Alfred Marshall σχετικά με τη σχέση μεταξύ τιμών και κόστους. Τη μοναδική φορά που ο Rothbard αναφέρει τον όρο «αυστριακός» στον Πρόλογο της πρώτης έκδοσης, το κάνει στη φράση «οι “Αυστριακοί” οικονομολόγοι», θέτοντας τη λέξη εντός εισαγωγικών και χρησιμοποιώντας την σε μια πρόταση της οποίας τα ρήματα βρίσκονται σε παρελθοντικό χρόνο.26

Rothbard evidently followed Mises in construing the term “Austrian School” as the designation for an important movement in the history of economic thought. In the text of Man, Economy, and State, Rothbard uses the terms “Austrian” or “Austrian School” at least ten times enclosed in quotation marks, as he naturally would if he were referring to a movement that had only historical significance to the contemporary reader. The few times he uses these terms without quotation marks, they clearly refer to historical doctrines or controversies such as “the Austrian-Wicksteedian theory of price” or the Austrian School versus Alfred Marshall on the relationship between prices and costs. The single time that Rothbard mentions “Austrian” in his Preface to the first edition, he does so in the phrase “the ‘Austrian’ economists,” placing the word in quotation marks and using it in a sentence featuring verbs in the past tense.

27

Αυτή η ερμηνευτική εξέταση του κειμένου δεν αποσκοπεί να υποδηλώσει ότι ο Rothbard δεν θεωρούσε το έργο του συνέχεια της μεγάλης παράδοσης που εγκαινίασαν οι πρώτοι Αυστριακοί οικονομολόγοι. Πράγματι, ο Rothbard έγραψε για

This textual exegesis is not meant to imply that Rothbard did not consider his work as continuing the great tradition originated by the early Austrian economists. Indeed Rothbard wrote of

28

τον μύθο που επικρατεί μεταξύ των οικονομολόγων ότι η Αυστριακή Σχολή είναι ουσιαστικά νεκρή και δεν έχει πλέον τίποτε να προσφέρει, και ότι καθετί διαχρονικής αξίας που είχε να προσφέρει είχε ουσιαστικά διατυπωθεί και ενσωματωθεί στις Αρχές του Alfred Marshall.27

the myth among economists that the Austrian School is effectively dead and has no more to contribute and that everything of lasting worth that it had to offer was effectively stated and integrated in Alfred Marshall’s Principles.27

29

Το ζητούμενο είναι, αντιθέτως, ότι στόχος του Rothbard ήταν να ανακτήσει και να προαγάγει μια πολύ ευρύτερη θεωρητική παράδοση, της οποίας τα έργα των Menger και Böhm-Bawerk αποτελούσαν αναμφισβήτητα την κεντρική ρίζα. Έτσι, στον Πρόλογό του, ο Rothbard δήλωνε: «Αυτό το βιβλίο, λοιπόν, αποτελεί μια προσπάθεια να καλυφθεί μέρος του τεράστιου κενού των 40 ετών».28 Το «κενό» στο οποίο αναφέρεται εδώ ο Rothbard χωρίζει την έκδοση του Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος από την έκδοση των τριών τελευταίων συστηματικών πραγματειών οικονομικής επιστήμης που είχαν εμφανιστεί στα αγγλικά, των Philip Wicksteed (1910), Frank Fetter (1910) και Frank Taussig (1911).29 Οι πραγματείες των Wicksteed και Fetter, ειδικότερα, εντάσσονταν σε αυτό που ο Rothbard αποκαλούσε «πραξεολογική παράδοση». Η διαδικασία τους, όπως και η δική του, ήταν «να οικοδομούν αργά και λογικά, επάνω στα βασικά αξιώματα, ένα ενοποιημένο και συνεκτικό οικοδόμημα οικονομικής αλήθειας».30 Ο κύριος λόγος για τον οποίο η πραγματεία του περιέχει πολυάριθμες αναφορές στην ιστορική Αυστριακή Σχολή ήταν ότι ο Rothbard έκρινε πως τα μέλη αυτής της σχολής είχαν «αντιληφθεί καλύτερα αυτή τη μέθοδο και την είχαν χρησιμοποιήσει πληρέστερα και πειστικότερα. Ήταν, εν ολίγοις, οι κλασικοί χρήστες της “πραξεολογικής” μεθόδου».31

Rather, the point is that Rothbard’s goal was to recover and advance a much broader doctrinal tradition, for which Menger’s and Böhm-Bawerk’s works were indisputably the taproot. Thus in his Preface, Rothbard stated, “This book, then, is an attempt to fill part of the enormous gap of 40 year’s time.” The “gap” Rothbard is here referring to separates the publication of Man, Economy, and State and that of the last three systematic economics treatises to appear in English, by Philip Wicksteed (1910), Frank Fetter (1910), and Frank Taussig (1911). The treatises of Wicksteed and Fetter in particular were in what Rothbard called “the praxeological tradition.” Their procedure, like his own, was “slowly and logically to build on the basic axioms an integrated and coherent edifice of economic truth.” The main reason that his treatise contains numerous references to the historical Austrian school was because Rothbard judged the members of this school to have “best perceived this method and used it most fully and cogently. They were the classic employers, in short, of the ‘praxeologic’ method.”

30

Σε αντίθεση με τη «σύγχρονη υποκειμενιστική οικονομική θεωρία» του Mises, η αναφορά του Rothbard στην «πραξεολογική μέθοδο» χάραζε μια σαφή διαχωριστική γραμμή μεταξύ εκείνων που χρησιμοποιούσαν τη διαδικασία του Menger για τη λογική παραγωγή οικονομικών νόμων από ορισμένα βασικά δεδομένα της πραγματικότητας και εκείνων που δεν τη χρησιμοποιούσαν. Η «πραξεολογία» ήταν η ρητή και συνειδητή επεξεργασία, από τον Mises, αυτής της σεβάσμιας διαδικασίας ανακάλυψης των αιτιωδών νόμων που διέπουν τα φαινόμενα της αγοράς. Η πρώιμη Αυστριακή Σχολή και οι οπαδοί της, ακόμη και ορισμένοι από τους καλύτερους κλασικούς οικονομολόγους, είχαν χρησιμοποιήσει αυτή την ερευνητική μέθοδο χωρίς να έχουν πλήρη επίγνωσή της. Η πραξεολογική μέθοδος εκκινεί από την αυταπόδεικτη πραγματικότητα της ανθρώπινης δράσης και τις άμεσες συνεπαγωγές της. Στη συνέχεια εισάγει άλλες εμπειρικές παραδοχές, οι οποίες αντανακλούν τις συγκεκριμένες συνθήκες της δράσης από τις οποίες αναδύονται τα ιστορικά προσδιορισμένα φαινόμενα της αγοράς που επιδιώκει να αναλύσει ο οικονομολόγος. Αφορά, επομένως, κατ’ ανάγκην πραγματικά πράγματα. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν έχει καμία χρήση για πλάσματα και επινοήματα όπως η «αντιπροσωπευτική επιχείρηση», η «τέλεια ανταγωνιστική αγορά» ή η «συνάρτηση κοινωνικής ευημερίας»· ούτε ασχολείται με την ύπαρξη, τη μοναδικότητα και τη σταθερότητα της γενικής ισορροπίας.

In contrast to Mises’s “modern subjectivist economics,” Rothbard’s reference to the “praxeologic method” drew a bright line between those who employed Menger’s procedure in logically deducing economic laws from a few basic facts of reality and those who did not. “Praxeology” was Mises’s explicit and self-conscious elaboration of this venerable procedure for discovering the causal laws governing market phenomena. The early Austrian School and their followers, and even some of the better classical economists, had used this research method without being fully aware of it. The praxeological method begins with the self-evident reality of human action and its immediate implications. It then introduces other empirical postulates that reflect the concrete conditions of action from which emerge the historically specific market phenomena that the economist seeks to analyze. It is, therefore, necessarily about real things. It is for this reason that it has no use for fictions and figments like the “representative firm,” “the perfectly competitive market,” or “the social welfare function”; nor does it concern itself with the existence, uniqueness, and stability of general equilibrium.

31

Η εξαιρετικά επιλεκτική χρήση νοητικών κατασκευών από την πραξεολογική μέθοδο έχει έναν και μόνο σκοπό: τη συστηματική ανάπτυξη ενός ενιαίου σώματος θεωρίας, το οποίο περιλαμβάνει προτάσεις με ουσιαστικό νόημα σχετικά με τα αίτια των οικονομικών φαινομένων στον κόσμο όπως είναι, όπως υπήρξε ή όπως είναι πιθανό να είναι. Όπως το διατύπωσε ο Mises, η πραξεολογική μέθοδος

The highly selective use that the praxeological method makes of imaginary constructs has a single aim: the systematic elaboration of a unified body of theory comprising meaningful propositions about the causes of economic phenomena in the world as it is, has been, or is likely to be. As Mises put it, the praxeological method,

32

… μελετά τη δράση υπό μη πραγματοποιημένες και μη πραγματοποιήσιμες συνθήκες μόνο από δύο απόψεις. Ασχολείται με καταστάσεις οι οποίες, μολονότι δεν είναι πραγματικές στον παρόντα και στον παρελθόντα κόσμο, θα μπορούσαν ενδεχομένως να γίνουν πραγματικές σε κάποια μελλοντική χρονική στιγμή. Και εξετάζει μη πραγματικές και μη πραγματοποιήσιμες συνθήκες, εφόσον μια τέτοια έρευνα είναι αναγκαία για την ικανοποιητική κατανόηση όσων συμβαίνουν υπό τις συνθήκες που υφίστανται στην πραγματικότητα.32

. . . studies acting under unrealized and unrealizable conditions only from two points of view. It deals with states of affairs which, although not real in the present and past world, could possibly become real at some future date. And it examines unreal and unrealizable conditions if such an inquiry is needed for a satisfactory grasp of what is going on under the conditions present in reality.32

33

Ο Mises κατέληγε: «Η ιδιαίτερη μέθοδος της οικονομικής επιστήμης είναι η μέθοδος των νοητικών κατασκευών. … Είναι η μόνη μέθοδος πραξεολογικής και οικονομικής έρευνας».33

Mises concluded, “The specific method of economics is the of praxeological and economic inquiry.”

34

Ο Rothbard έλαβε σοβαρά υπόψη αυτή τη ρήση του Mises και, επί επτά χρόνια, αφοσιώθηκε στην εφαρμογή και την τελειοποίηση της μεθόδου αυτής κατά την ανάπτυξη ενός ενοποιημένου συστήματος οικονομικής θεωρίας. Αυτό εξηγεί γιατί ο Rothbard αναγνώριζε στη χρήση της πραξεολογικής μεθόδου, και όχι σε έναν αόριστο υποκειμενιστικό προσανατολισμό, το διακριτικό γνώρισμα και την αποφασιστική δοκιμασία της επιστημονικής οικονομικής σκέψης. Κατά τη μακρά περίοδο της αδιάλειπτης προσπάθειας για τη συγγραφή του παρόντος τόμου, ο Rothbard αναδείχθηκε έτσι σε αριστοτέχνη της πραξεολογικής ερευνητικής μεθόδου. Όχι μόνο χρησιμοποίησε με δεξιοτεχνία τις διάφορες νοητικές κατασκευές των οποίων τη φύση και την ειδική χρήση είχε διατυπώσει ρητά ο Mises στην Ανθρώπινη δράση, αλλά επινόησε και νέες, όπου ήταν αναγκαίο, για να διευκολύνει την παραγωγική συναγωγή νέων θεωρημάτων που θα φώτιζαν ανεξήγητες όψεις της οικονομικής πραγματικότητας.34

Rothbard took Mises’s dictum seriously and for seven years immersed himself in employing and perfecting this method in elaborating an integrated system of economic theory. This explains why Rothbard identified the use of the praxeological method, rather than a loose subjectivist orientation, as the hallmark and acid test of scientific economics. During the long period of sustained effort in writing the present volume, Rothbard thus became a master practitioner of the praxeological research method. He not only skillfully used the various imaginary constructs whose nature and specific use Mises had explicitly formulated in Human Action, but also devised new ones as needed to assist in the deduction of new theorems to elucidate unexplained features of economic reality.

35

Ας εξετάσουμε ένα λεπτομερές παράδειγμα για να καταδείξουμε τη διαδικασία του Rothbard. Αντιμετωπίζοντας το απαιτητικό έργο της αποσαφήνισης και συστηματοποίησης της αιτιώδους-ρεαλιστικής θεωρίας της παραγωγής, ο Rothbard υποθέτει έναν νοητό κόσμο ειδικών συντελεστών παραγωγής, στον οποίο κάθε μεμονωμένος εργαζόμενος, κάθε γεωτεμάχιο και κάθε κεφαλαιουχικό αγαθό είναι αμετάκλητα δεσμευμένα στην παραγωγή ενός και μόνο προϊόντος και δεν μπορούν να μεταφερθούν προς χρήση σε οποιαδήποτε άλλη παραγωγική διαδικασία.35 Ο Rothbard συλλαμβάνει επίσης δύο παραλλαγές αυτού του κόσμου. Στην πρώτη, οι συντελεστές που συνεργάζονται σε κάθε στάδιο μιας δεδομένης παραγωγικής διαδικασίας κατέχουν από κοινού το προϊόν —δηλαδή το κεφαλαιουχικό αγαθό— αυτού του σταδίου και, εφόσον οι υπηρεσίες όλων των κεφαλαιουχικών αγαθών ενσωματώνονται στο τελικό προϊόν, όλοι οι συντελεστές κατέχουν, κατά συνέπεια, από κοινού το τελικό αγαθό που πωλείται στους καταναλωτές έναντι χρήματος. Οι χρηματικές εισπράξεις διανέμονται στη συνέχεια σύμφωνα με τους όρους μιας εκούσιας σύμβασης μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών των συντελεστών. Στη δεύτερη παραλλαγή, ένας μεμονωμένος κεφαλαιούχος ή μια κοινοπραξία κεφαλαιούχων αμείβει τους διάφορους συντελεστές που συμμετέχουν στην ενιαία διαδικασία πριν από την πώληση του τελικού προϊόντος στην αγορά και, ως αντάλλαγμα, αποκτά την κυριότητα των κεφαλαιουχικών αγαθών κάθε σταδίου, καθώς και του αποθέματος τελικών καταναλωτικών αγαθών και των χρηματικών εσόδων από την πώλησή του στους καταναλωτές.36 Και στις δύο παραλλαγές της κατασκευής, υποτίθεται μια ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία, ώστε να γίνει αφαίρεση από τα προβλήματα της επιχειρηματικότητας.

Let us take a detailed example to illustrate Rothbard’s procedure. In confronting the daunting task of untangling and systematizing causal-realist production theory, Rothbard postulates an imaginary world of specific factors, in which each and every individual laborer, parcel of land, and capital good is irrevocably committed to the production of a single product and cannot be converted to use in any other production process. Rothbard also imagines two variations of this world. In the first, the cooperating factors in each stage of a given production process jointly own the product (i.e., capital good) of that stage and, since the services of all capital goods are embodied in the final product, therefore all factors jointly own the final good that is sold to consumers in exchange for money. The money receipts are then distributed according to the terms of a voluntary contract among all joint factor owners. In the second variation, a single capitalist or consortium of capitalists pay the various factors participating in the amalgamated process in advance of the sale of the final product on the market and in exchange receive ownership of the capital goods from every stage as well as the stock of final consumer goods and the money revenue obtained from its sale to consumers. In both variations of the construct, an evenly rotating economy is assumed in order to abstract from the problems of entrepreneurship.

36

Με τη βοήθεια αυτής της κατασκευής, ο Rothbard συνάγει παραγωγικά ορισμένα σημαντικά θεωρήματα και αρχές της παραγωγής. Πρώτον, στην περίπτωση της από κοινού κυριότητας του προϊόντος από τους συνεργαζόμενους συντελεστές γης και εργασίας, δεν υπάρχουν ανεξάρτητοι, πρωταρχικοί ιδιοκτήτες κεφαλαιουχικών αγαθών, τα οποία αποτελούν ενδιάμεσα αγαθά στην παραγωγική διαδικασία και, επομένως, μπορούν να αναχθούν στις εισροές εργασίας και γης που συνεργάστηκαν για την παραγωγή τους. Δεύτερον, και κατά συνέπεια, όλο το εισόδημα στην παραγωγή συνίσταται σε μισθούς και γαιοπροσόδους· τα κεφαλαιουχικά αγαθά, τα οποία είναι απλώς ενδιάμεσοι σταθμοί στην πορεία προς το τελικό προϊόν, δεν αποφέρουν καμία καθαρή πρόσοδο στους ιδιοκτήτες τους. Τρίτον, όλοι οι συνεργαζόμενοι εργαζόμενοι και ιδιοκτήτες γης πρέπει να περιμένουν για το εισόδημά τους από την έναρξη της παραγωγικής διαδικασίας έως την ολοκλήρωσή της και την επακόλουθη πώληση του τελικού προϊόντος στους καταναλωτές. Επομένως, τέταρτον, το ύψος του συνολικού εισοδήματος των συνεργαζόμενων ιδιοκτητών των συντελεστών εξαρτάται αποκλειστικά και πλήρως από τη ζήτηση των καταναλωτών για το προϊόν τους. Μια σχετική μετατόπιση της σχετικής καταναλωτικής ζήτησης μεταξύ τελικών αγαθών θα επιβαρύνει αποκλειστικά και πλήρως τους ειδικούς συντελεστές που συμμετέχουν στην παραγωγή των επηρεαζόμενων προϊόντων.

With the assistance of this construct, Rothbard deduces a number of important theorems and principles of production. First, in the case of joint ownership of the product by the collaborating land and labor factors, there are no independent, primordial owners of capital goods, which are intermediate goods in the production process and therefore resolvable into the labor and land inputs that cooperated in producing them. Second, and consequently, all income in production consists of wages and land rents—capital goods, which are merely way stations on the path to the final product, do not earn any net rents for their owners. Third, all cooperating laborers and land owners must wait for their income from the inception of the productive process to its termination and the subsequent sale of the final product to consumers. Therefore, fourth, the size of the aggregate income of the cooperating factor owners depends solely and completely on the demand of consumers for their product. A relative shift in relative consumer demand between final goods will fall solely and completely on the specific factors that are involved in the production of the affected products.

37

Μόλις εισαχθεί ο κεφαλαιούχος σε αυτόν τον πλασματικό κόσμο, καθίσταται αμέσως προφανής μια πέμπτη αρχή: η λειτουργία του κεφαλαιούχου είναι να απαλλάσσει τους ιδιοκτήτες των συντελεστών από το βάρος της αναμονής για την απόκτηση εισοδήματος, καθώς τους προκαταβάλλει παρούσες χρηματικές πληρωμές από τις συσσωρευμένες αποταμιεύσεις του για το κοινό προϊόν των υπηρεσιών της εργασίας και της γης τους. Ως αντάλλαγμα για αυτούς τους παρόντες μισθούς και προσόδους, ο κεφαλαιούχος λαμβάνει απόδοση υπό μορφή τόκου επί των επενδεδυμένων κεφαλαίων του, η οποία βασίζεται στη χρονική προτίμηση και αντανακλά την έκπτωση στην αξία των αναμενόμενων μελλοντικών χρηματικών εσόδων που πρόκειται να εισπράξει, σε σχέση με τις παρούσες χρηματικές πληρωμές που πραγματοποιεί για τις υπηρεσίες των συντελεστών. Αντιστρόφως, οι ιδιοκτήτες των συντελεστών συναινούν σε αυτή την αφαίρεση από το πλήρες τίμημα πώλησης του προϊόντος τους, η οποία ενσωματώνεται στις προεξοφλημένες πληρωμές μισθών και προσόδων που λαμβάνουν από τον κεφαλαιούχο, επειδή αυτές οι παρούσες πληρωμές τούς αποδεσμεύουν από τη χρονική διάσταση της παραγωγικής διαδικασίας. Μια έκτη αρχή είναι ότι, ακόμη και σε έναν κόσμο όπου ολόκληρη η παραγωγική διαδικασία ανήκει σε κεφαλαιούχους, τα κεφαλαιουχικά αγαθά εξακολουθούν να μην δημιουργούν καθαρό χρηματικό εισόδημα για τους ιδιοκτήτες τους, επειδή η καθαρή απόδοση υπό μορφή τόκου που αποκομίζουν οι κεφαλαιούχοι-ιδιοκτήτες προέρχεται εξ ολοκλήρου από την έκπτωση που ενσωματώνεται στους παρόντες μισθούς και προσόδους οι οποίοι καταβάλλονται στους ιδιοκτήτες των συντελεστών εργασίας και γης, που είναι οι μόνοι αποδέκτες καθαρού εισοδήματος σε έναν κόσμο χωρίς κεφαλαιούχους. Έτσι, τα εισοδήματα από μισθούς, προσόδους και τόκους εξαντλούν, από λογική άποψη, το σύνολο των εισπράξεων από την πώληση του τελικού προϊόντος, χωρίς να αφήνουν υπόλοιπο για καθαρές πληρωμές προς τα κεφαλαιουχικά αγαθά.37

Once the capitalist is introduced into this fictitious world, a fifth principle becomes immediately evident: the function of the capitalist is to relieve the factor owners of the burden of waiting for income, as he advances them present money payments from his accumulated savings for the joint product of their labor and land services. In exchange for these present wages and rents, the capitalist receives an interest return on his invested funds, which is based on time preference and reflects the value discount of the anticipated future monetary revenues he will be receiving relative to the present money payments he expends on the factor services. Conversely, the factor owners agree to this deduction from the full-sale proceeds of their product that is embodied in their discounted wage and rent payments from the capitalist, because these present payments unshackle them from the temporal dimension of the production process. A sixth principle is that, even in a world of capitalist ownership of the entire production process, capital goods still do not generate a net monetary income for their owners, because the net interest return obtained by the capitalist-owners is fully derived from the discount incorporated into the present wages and rents paid to owners of labor and land factors, who are the only net recipients of incomes in a world without capitalists. Thus wage, rent, and interest incomes logically exhaust the entire proceeds from the sale of the final product, leaving no remainder for net payments to capital goods.

38

Αυτή η ανάλυση του υποθετικού κόσμου των αμιγώς ειδικών συντελεστών του Rothbard είναι επίσης μεστή συνεπαγωγών για τον ρόλο του υποκειμενικού κόστους στην παραγωγή και στον προσδιορισμό των τιμών. Δεδομένου ότι οι ειδικοί συντελεστές γης και τα κεφαλαιουχικά αγαθά δεν έχουν εναλλακτικές χρήσεις σε αυτόν τον νοητό κόσμο, ένα άμεσο συμπέρασμα είναι ότι η χρήση τους στην παραγωγή είναι «χωρίς κόστος» και οι αντίστοιχες καμπύλες προσφοράς τους είναι πλήρως ανελαστικές. Αντιθέτως, η εργασία, όσο ειδική και αν είναι ως προς μια συγκεκριμένη παραγωγική διαδικασία, έχει κόστος χρήσης, επειδή διαθέτει μια εναλλακτική χρήση στην παραγωγή «ελεύθερου χρόνου», ο οποίος είναι ένα καταναλωτικό αγαθό που μπορεί να παραχθεί ακαριαία. Έτσι, σε έναν κόσμο χωρίς κεφαλαιούχους, η εργασία συνεπάγεται τη δυσαρέσκεια από τη στέρηση τόσο του ελεύθερου χρόνου όσο και των παρόντων αγαθών. Η εμφάνιση των κεφαλαιούχων στο προσκήνιο μειώνει, αλλά δεν εξαλείφει, τη δυσαρέσκεια της εργασίας. Αυτά τα συμπεράσματα καταδεικνύουν με ενάργεια την αρχή ότι όλα τα κόστη παραγωγής είναι, σε τελική ανάλυση και κατ’ ουσίαν, υποκειμενικά. Οι προτιμήσεις για ελεύθερο χρόνο και οι χρονικές προτιμήσεις καθορίζουν, επομένως, τα έσχατα κόστη παραγωγής, και αυτά τα κόστη είναι αμιγώς υποκειμενικά και συνίστανται στην αξιολόγηση των χρησιμοτήτων από τις οποίες παραιτούνται οι παραγωγοί έναντι των αναμενόμενων χρηματικών εσόδων από τους καταναλωτές. Μόλις οι παραγωγοί υποστούν όλα αυτά τα υποκειμενικά κόστη, τα αποθέματα των διαφόρων ειδών καταναλωτικών αγαθών προκύπτουν από την παραγωγική διαδικασία έτοιμα προς πώληση στους καταναλωτές. Εκτός αν οι παραγωγοί τους έχουν κάποια άμεση χρήση για τα αγαθά, η πώλησή τους στους καταναλωτές δεν συνεπάγεται απολύτως κανένα κόστος και οι σχετικές τιμές τους καθορίζονται αποκλειστικά από τη δομή των κλιμάκων αξιών των καταναλωτών. Κατά συνέπεια, αν εξαιρεθεί η κερδοσκοπία επί μελλοντικών μεταβολών των τιμών, οι καμπύλες προσφοράς των διαφόρων αποθεμάτων καταναλωτικών αγαθών είναι επίσης πλήρως ανελαστικές. Συνοψίζοντας, τα «κόστη παραγωγής» —δηλαδή η δυσαρέσκεια της εργασίας και της αναμονής που έχουν ήδη υποστεί οι παραγωγοί ή οι χρησιμότητες του ελεύθερου χρόνου και της άμεσης απόλαυσης από τις οποίες έχουν ήδη παραιτηθεί— δεν διαδραματίζουν απολύτως κανέναν ρόλο στον προσδιορισμό των τιμών των υφιστάμενων αποθεμάτων καταναλωτικών αγαθών.

This analysis of Rothbard’s hypothetical world of purely specific factors also is pregnant with implications for the role of subjective costs in production and pricing. Given that specific land factors and capital goods have no alternative uses in this imagined world, an immediate inference is that their use in production is “costless” and their respective supply curves perfectly inelastic. Labor, specific to a particular production process though it may be, in contrast, is costly to use because it has an alternative use in the production of “leisure,” which is an instantaneously producible consumers’ good. Thus, in a world without capitalists, labor involves the disutility of foregoing both leisure and present goods. The arrival of capitalists on the scene reduces, but does not eradicate, the disutility of labor. These inferences starkly demonstrate the principle that all production costs are ultimately and essentially subjective. Leisure preferences and time preferences thus determine the ultimate costs of production and these costs are purely subjective and consist of the valuation of the forgone utilities of the producers against the anticipated monetary revenues from consumers. Once these (subjective) producers’ costs have all been incurred, the stocks of the various kinds of consumers’ goods emerge from the production process ready for sale to consumers. Unless their producers have a direct use for the goods, their sale to consumers is completely costless and their relative prices are determined solely by the structure of value scale of consumers. Hence, barring speculation on future price variations, the supply curves for the various stocks of consumer goods are also perfectly inelastic. In sum, “production costs”—that is, the disutilities of labor and waiting that have already been incurred, or the utilities of leisure and immediate enjoyment that have already been forgone, by producers—have no role whatever in determining the prices of the existing stocks of consumers goods.

39

Ο Rothbard χρησιμοποιεί επίσης την πλασματική κατασκευή που διατύπωσε για να καταρρίψει τη θεωρία των τιμών του Marshall, σύμφωνα με την οποία οι τιμές καθορίζονταν από τις δύο λεπίδες ενός ψαλιδιού: οι υποκειμενικές αξίες των καταναλωτών αποτελούσαν τη μία λεπίδα, ενώ τα αντικειμενικά ή πραγματικά κόστη παραγωγής αποτελούσαν την άλλη. Μολονότι ο Marshall και οι σύγχρονοι οπαδοί του παραδέχονται ότι, στο παροδικό άμεσο χρονικό διάστημα, η λεπίδα της υποκειμενικής αξίας υπερισχύει στον προσδιορισμό των τιμών, υποστηρίζουν ότι στη μακροχρόνια ισορροπία, όπου αποκαλύπτονται οι μόνιμες τάσεις της οικονομίας, κυριαρχεί η λεπίδα του κόστους παραγωγής, επειδή η τιμή κάθε προϊόντος εξισώνεται με το μέσο κόστος παραγωγής του. Έτσι, οι οπαδοί του Marshall συνάγουν επιφανειακά ότι, επομένως, τα κόστη πρέπει να καθορίζουν τις τιμές. Ωστόσο, ο Rothbard καταδεικνύει εύκολα ότι αυτή η εξίσωση μεταξύ τιμής και μέσου κόστους στη μακροχρόνια ισορροπία ή στην ERE, η οποία δεν είναι η ίδια πραγματική αλλά αποτελεί χρήσιμη νοητική κατασκευή, είναι το αποτέλεσμα των ίδιων αρχών που διέπουν τον προσδιορισμό των πραγματικών τιμών οι οποίες επικρατούν κάθε στιγμή και στις οποίες πραγματοποιούνται οι ανταλλαγές στις αγορές του πραγματικού κόσμου. Σε έναν κόσμο όπου όλοι οι συντελεστές είναι αμιγώς ειδικοί ως προς μία και μόνη παραγωγική διαδικασία, ο Rothbard δείχνει ότι μακροχρόνια, όταν απουσιάζουν τα επιχειρηματικά σφάλματα και τα κέρδη και οι ζημίες έχουν εξαλειφθεί πλήρως, οι συνολικές πληρωμές προς όλους τους συντελεστές που συνεργάζονται σε μια δεδομένη παραγωγική διαδικασία καθορίζονται αυστηρά από τα συνολικά έσοδα που προκύπτουν από τις δαπάνες των καταναλωτών για το τελικό προϊόν, αφαιρουμένης της απόδοσης υπό μορφή τόκου προς τους κεφαλαιούχους, και πρέπει να αντιστοιχούν απολύτως σε αυτά. Αν δεχθούμε αυτό το παραγωγικό συμπέρασμα και διαιρέσουμε τόσο τα συνολικά έσοδα όσο και τις συνολικές πληρωμές προς τους συντελεστές με την ποσότητα του προϊόντος, προκύπτει ότι η κατεύθυνση της αιτιότητας στην ισότητα μεταξύ τιμής και μέσου κόστους, ιδίως μακροχρόνια, είναι από την πρώτη προς το δεύτερο.

Rothbard also wields the fictive construction he formulated to demolish Marshallian price theory, according to which prices were determined by two blades of a scissors: the subjective values of consumers composing one blade while the objective or real costs of production compose the other blade. While Marshall and his contemporary followers concede that, in the transient immediate run the subjective-value blade predominates in determining prices, they maintain that in the long-run equilibrium, where the permanent tendencies of the economy reveal themselves, the cost of production blade governs because the price of every product conforms to its average cost of production. Thus Marshallians superficially conclude that costs must therefore determine prices. However, Rothbard easily demonstrates that this conformity between price and average cost in long-run equilibrium or the ERE, which itself is not real but a useful imaginary construction, is the result of the same principles governing the determination of the actual prices that momentarily prevail and at which exchanges take place in realworld markets. In a world where all factors are purely specific to a single production process, Rothbard shows that in the long run, where entrepreneurial errors are absent and profits and losses have been totally eliminated, the aggregate payments to all factors cooperating in a given production process are rigidly governed by and must perfectly correspond to the aggregate revenues spent on the final product by consumers minus the interest return to capitalists. Accepting this deduction and dividing both aggregate revenues and aggregate factor payments by the quantity of product implies that the direction of causation of the equality between price and average cost, especially in the long run, runs from the former to the latter.

40

Η διατύπωση και η αξιοποίηση, από τον Rothbard, αυτού του νοητού κόσμου αμιγώς ειδικών συντελεστών αποτελεί υποδειγματική εφαρμογή της πραξεολογικής μεθόδου στη θεωρητική έρευνα. Όπως επισήμανε ο Mises,

Rothbard’s formulation and deployment of this imaginary world of purely specific factors epitomizes the application of the praxeological method in theoretical research. As Mises pointed out,

41

Η βασική αρχή για τον σχεδιασμό νοητικών κατασκευών είναι να γίνεται αφαίρεση από τη λειτουργία ορισμένων συνθηκών που υφίστανται στην πραγματική δράση. Τότε είμαστε σε θέση να συλλάβουμε τις υποθετικές συνέπειες της απουσίας αυτών των συνθηκών και να κατανοήσουμε τα αποτελέσματα της ύπαρξής τους.38

The main formula for designing of imaginary constructions is to abstract from the operation of some conditions present in actual action. Then we are in a position to grasp the hypothetical consequences of the absence of these conditions and to conceive the effects of their existence.38

42

Έτσι, ο Rothbard υποθέτει αρχικά ότι, σε αυτόν τον κόσμο, όλες οι παραγωγικές διαδικασίες ανήκουν στους ίδιους τους συνεργαζόμενους συντελεστές, οι οποίοι πρέπει να παραμένουν χωρίς εισόδημα έως ότου παραχθεί το τελικό προϊόν και πωληθεί στους καταναλωτές. Αναλύοντας πρώτα αυτή την κατάσταση αφαιρώντας την ύπαρξη του κεφαλαιούχου, μπορούμε να συλλάβουμε τη λειτουργία του ως εκείνου που προκαταβάλλει τις συσσωρευμένες αποταμιεύσεις του στους συντελεστές πριν από την πώληση του τελικού προϊόντος και να κατανοήσουμε τη φύση του εισοδήματός του ως απόδοσης που απορρέει από τη χρονική προτίμηση, η οποία έχει ήδη θεμελιωθεί πολύ νωρίτερα στην αλυσίδα των πραξεολογικών παραγωγικών συλλογισμών ως άμεσο συμπέρασμα από το Αξίωμα της Δράσης. Υποθέτοντας την απουσία του κεφαλαιούχου, έχουμε επίσης υποθέσει την απουσία χρηματικού κόστους παραγωγής, καθώς οι μόνες χρηματικές πληρωμές γίνονται απευθείας από τους καταναλωτές προς τους ιδιοκτήτες των συντελεστών που κατέχουν από κοινού το τελικό προϊόν. Αυτό μας επιτρέπει να δούμε ότι τα συνολικά χρηματικά κόστη καθορίζονται ουσιαστικά από αυτές τις συνολικές χρηματικές δαπάνες των καταναλωτών και ισούνται με αυτές, με τη διαμεσολάβηση των κεφαλαιούχων που έχουν προηγουμένως προκαταβάλει παρόντες μισθούς και προσόδους στους ιδιοκτήτες των συντελεστών.

Thus Rothbard first imagines that in this world all production processes are owned by the cooperating factors themselves, who must endure without income until the final product has emerged and is sold to consumers. By first analyzing the state of affairs in abstraction from the existence of the capitalist, we are able to grasp his function of advancing his accumulated savings to the factors before the sale of the final product and to comprehend the nature of his income as a return to time preference, which has been previously established much earlier in the chain of praxeological deductions as an immediate inference from the Action Axiom. In assuming away the capitalist we have also assumed away monetary costs of production, since the only money payments are directly from consumers to the joint factor owners of the final product. This enables us to see that total monetary costs are essentially determined by and equal to these total money expenditures by consumers as mediated through capitalists who have previously advanced present wages and rents to the factor owners.

43

Σε μεταγενέστερα κεφάλαια, ο Rothbard εγκαταλείπει την υπόθεση των αμιγώς ειδικών συντελεστών και εισάγει στην ανάλυσή του διαφορετικούς βαθμούς ειδικότητας μεταξύ των συντελεστών. Οι επιδράσεις των σχετικά μη ειδικών συντελεστών στην παραγωγική διαδικασία μπορούν πλέον να προσδιοριστούν εξετάζοντας πώς η παρουσία τους τροποποιεί τα αποτελέσματα ενός υποθετικού κόσμου αμιγώς ειδικών συντελεστών. Εφόσον οι μη ειδικοί συντελεστές μπορούν να μεταφερθούν προς χρήση σε ευρύ φάσμα παραγωγικών διαδικασιών, μια σχετική μετατόπιση της καταναλωτικής ζήτησης, ceteris paribus (εφόσον οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι), θα μεταβάλει την κατανομή τους, επηρεάζοντας μόνο προσωρινά τις τιμές τους. Οι αρχές, όμως, που έχουν ήδη συναχθεί σχετικά με τους ειδικούς συντελεστές εξακολουθούν να ισχύουν σε αυτόν τον πιο σύνθετο κόσμο, και έτσι μπορούμε να συμπεράνουμε ότι οι τιμές των σχετικά ειδικών συντελεστών σε οποιαδήποτε διαδικασία θα υποστούν το κύριο βάρος της μεταβολής των συνολικών καταναλωτικών δαπανών για ένα δεδομένο τελικό προϊόν. Έτσι, για παράδειγμα, στην περίπτωση μιας σχετικής μείωσης της ζήτησης για διαμάντια, εφόσον οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι, οι κεφαλαιακές αξίες των αδαμαντωρυχείων και οι μισθοί των ιδιαίτερα ειδικευμένων κοσμηματοποιών θα μειωθούν επίσης, ενώ οι μισθοί των εργατών των αδαμαντωρυχείων και οι πρόσοδοι των ηλεκτρογεννητριών θα μεταβληθούν ελάχιστα, καθώς αυτοί οι μη ειδικοί συντελεστές θα μετακινηθούν σε άλλες χρήσεις. Επιπλέον, η εισαγωγή μη ειδικών συντελεστών στην ανάλυση θα κάνει μεγάλο μέρος του χρηματικού κόστους παραγωγής να εμφανίζεται στον κεφαλαιούχο που απασχολεί τους συντελεστές ως δεδομένο, ανεξάρτητα από τη ζήτηση για το συγκεκριμένο αγαθό του. Κατά συνέπεια, ο κεφαλαιούχος θα αντιδράσει σε μια μεταβολή του κόστους του προσαρμόζοντας το επίπεδο παραγωγής του, ακριβώς όπως θα έκανε στην περίπτωση μιας μεταβολής της ζήτησης για το προϊόν του. Επομένως, ελλείψει μιας μακράς αλυσίδας παραγωγικών συλλογισμών που χρησιμοποιεί νοητικές κατασκευές, κατά τον τρόπο του Rothbard και των προγενέστερων Αυστριακών, μια επιφανειακή θεώρηση του ζητήματος θα κάνει τη μεταφορά του Marshall για τις δύο λεπίδες του ψαλιδιού να φαίνεται εύλογη αναπαράσταση της πραγματικότητας. Χωρίς την επιμελή εφαρμογή της πραξεολογικής μεθόδου, θα ήταν αδύνατο να γίνει αντιληπτό ότι η ζήτηση των καταναλωτών για τα προϊόντα ενός ευρέος φάσματος παραγωγικών διαδικασιών, όπως διαμεσολαβείται από τις προσφορές των κεφαλαιούχων-επιχειρηματιών, είναι εκείνη που καθορίζει τελικά και αποκλειστικά τις τιμές όλων των συντελεστών, τόσο των σχετικά μη ειδικών όσο και των αμιγώς ειδικών.

In later chapters, Rothbard proceeds to drop the assumption of purely specific factors and admits varying degrees of specificity among factors into his analysis. The effects of relatively nonspecific factors in the production process can now be identified by investigating how their presence modifies the outcomes of a hypothetical world of purely specific factors. Since nonspecific factors can be converted to use in a wide range of production processes, a relative shift in consumer demand, ceteris paribus, will alter their allocation while only temporarily affecting their prices. But the principles already deduced regarding specific factors still hold sway in this more complex world and so we are able to conclude that prices of the relatively specific factors in any process will bear the brunt of the change in aggregate consumer expenditures on a given final product. Thus, for instance, in the case of a relative decline of the demand for diamonds, all other things equal, the capital values of diamond mines and the wages of highly skilled jewelers will also decline while the wages of diamond miners and rents of electric generators will undergo little change as these nonspecific factors shift to other employments. Furthermore, introduction of nonspecific factors into the analysis will make a large part of the monetary costs of production appear to be given to the capitalist-employer of factors independently of the demand for his particular good. As a result, the capitalist will react to a change in his costs by adjusting his level of production, just as he would in the case of a change in the demand for his product. Hence, in the absence of a long chain of deductive reasoning utilizing imaginary constructs, à la Rothbard and earlier Austrians, a superficial view of the matter will render Marshall’s metaphor of the two blades of the scissors as a plausible representation of reality. Without sedulous employment of the praxeological method, it would be impossible to conceive that it is the demands of consumers for the outputs of a wide range of production processes, as mediated through the bids of capitalist-entrepreneurs, as ultimately and exclusively determinative of the prices of all factors, relatively nonspecific as well as purely specific.

44

Αυτή η πραξεολογική μέθοδος, την οποία ο Rothbard εφάρμοσε με τόση δεξιοτεχνία, είχε χρησιμοποιηθεί, έστω άρρητα και αδρά, ως το κύριο εργαλείο θεωρητικής έρευνας στην οικονομική επιστήμη έως και τη δεκαετία του 1930. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Rothbard, ήταν ακριβώς «η δυσπιστία του Marshall απέναντι στις “μακρές αλυσίδες παραγωγικών συλλογισμών”», μαζί με «την όλη ώθηση του Cambridge προς» τη διατύπωση συντομευτικών υποθέσεων, σχεδιασμένων ώστε να καθιστούν τη θεωρία τους περισσότερο ελέγξιμη, που οδήγησαν στη σταδιακή αποσύνθεση της πραξεολογικής μεθόδου και στην αντικατάστασή της από τον θετικισμό.39 Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, η πραξεολογική μέθοδος και η λεκτική λογική είχαν επισκιαστεί από τον θετικισμό και τα μαθηματικά υποδείγματα. Για παράδειγμα, ο κορυφαίος οικονομολόγος της μεταπολεμικής εποχής, Paul Samuelson, υποστήριζε πλέον ότι έργο της οικονομικής θεωρίας ήταν να «οργανώνει τα γεγονότα σε χρήσιμα και νοηματοδοτημένα» σχήματα και, με αυτόν τον τρόπο, να παρέχει οικονομικές ως προς τα μέσα περιγραφές της σύνθετης πραγματικότητας.40 Τα οικονομικά θεωρήματα έπρεπε, επομένως, να διατυπώνονται κατά τρόπο που να έχει «λειτουργικό νόημα». Σύμφωνα με τον Samuelson, ένα θεώρημα με νόημα ήταν «απλώς μια υπόθεση σχετικά με εμπειρικά δεδομένα, η οποία θα μπορούσε νοητά να διαψευστεί, έστω και μόνο υπό ιδανικές συνθήκες». Το αν ένα τέτοιο θεώρημα ήταν «ψευδές», «ασήμαντης σπουδαιότητας» ή ακόμη και «απροσδιόριστης» εγκυρότητας ήταν λιγότερο σημαντικό για τον Samuelson από το να διατυπώνεται ως πρόταση που θα μπορούσε κατ’ αρχήν να διαψευστεί εμπειρικά.41 Για τον Samuelson, τα θεωρήματα θα ενσωματώνονταν και θα εκφράζονταν έτσι σε εξαιρετικά απλουστευμένα μαθηματικά υποδείγματα, τα οποία θα μπορούσαν να υποβληθούν σε εμπειρικούς ελέγχους εφόσον υπήρχαν διαθέσιμα δεδομένα. Επειδή, ομολογουμένως, τα απαιτούμενα δεδομένα ήταν σπάνια προσιτά, το περισσότερο που θα μπορούσε να αναμένεται από τέτοια αφηρημένα υποδείγματα ήταν ότι «συχνά υποδεικνύουν τον δρόμο προς ένα στοιχείο αλήθειας που ενυπάρχει σε μια σύνθετη κατάσταση» και ότι «παρέχουν ανεκτά ακριβείς προεκτάσεις και παρεμβολές».42 Ωστόσο, σε μια αναδρομική αποτίμηση, ο Samuelson εξέφρασε τη λύπη του για την έλλειψη επιτυχίας της αδρής θετικής μεθόδου στην οικονομική επιστήμη, γράφοντας:

This praxeological method so masterfully deployed by Rothbard had been used, even if implicitly and crudely, as the primary tool of theoretical research in economics up through the 1930s. However, as Rothbard points out, it was precisely “Marshall’s distrust of ‘long chains of deduction,’” in addition to “the whole Cambridge impetus toward” making short-cut assumptions designed to make their theory more testable was one of the factors that led to the gradual breakdown of the praxeological method and its replacement by positivism. By the early 1950s the praxeological method and verbal logic had been eclipsed by positivism and mathematical models. For example, the leading economist of the postwar era, Paul Samuelson now maintained that the task of economic theory was to “organize the facts into useful and meaningful” patterns and in so doing to provide economical descriptions of complex reality. Economic theorems, then, had to be framed in a manner that was “operationally meaningful.” According to Samuelson, a meaningful theorem was “simply a hypothesis about empirical data that could conceivably be refuted, if only under ideal conditions.” Whether such a theorem was “false,” or “of trivial importance,” or even of “indeterminate” validity was not as important to Samuelson as it being framed as a proposition capable in principle of empirical refutation. For Samuelson, theorems would thus be embodied and expressed in highly simplified mathematical models that could be subjected to empirical tests if the data were available. Since, admittedly, the requisite data were rarely accessible the most that could be expected from such abstract models was that they “often point the way to an element of truth present in a complex situation” and that they “afford tolerably accurate extrapolations and interpolations.” However, in a retrospective, Samuelson lamented the lack of success of the crude positive method in economics, writing:

45

Όταν ήμουν 20 ετών … περίμενα ότι η νέα οικονομετρία θα μας επέτρεπε να περιορίσουμε τις αβεβαιότητες των οικονομικών θεωριών μας. Θα μπορούσαμε να ελέγχουμε και να απορρίπτουμε ψευδείς θεωρίες. Θα μπορούσαμε να συνάγουμε νέες, καλές θεωρίες. … Αποδείχθηκε ότι δεν είναι δυνατόν να προσεγγίσουμε στενά μια αδιαμφισβήτητη αλήθεια και φαίνεται αντικειμενικά ότι δεν συσσωρεύεται ένα συγκλίνον σώμα οικονομετρικών ευρημάτων, που να συγκλίνει προς μια ελέγξιμη αλήθεια.43

When I was 20 . . . I expected that the new econometrics would enable us to narrow down the uncertainties of our economic theories. We would be able to test and reject false theories. We would be able to infer new good theories. . . [I]t has turned out not to be possible to arrive at a close approximation to indisputable truth [and] it seems objectively to be the case that there does not accumulate a convergent body of econometric findings, convergent on a testable truth.43

46

Ασφαλώς, αυτό δεν σημαίνει ότι κλονίστηκε η πίστη του Samuelson στη θετικιστική μέθοδο. Αντιθέτως, επιβεβαίωσε την προϋπάρχουσα πεποίθησή του ότι η αλήθεια είναι πολύπλευρη και, επομένως, «η ακρίβεια ως προς τα αιτιοκρατικά γεγονότα ή τους νόμους των πιθανοτήτων μπορεί, στην καλύτερη περίπτωση, να είναι μόνο μερική και προσεγγιστική».44

Of course this does not mean that Samuelson’s faith in the positivist method was shaken. Rather, it confirmed his prior belief that truth was multifaceted and therefore “Precision in deterministic facts or in probability laws can at best be only partial and approximate.”

47

Αν ο Samuelson υποβάθμιζε την επίτευξη της αλήθειας ως στόχο της θεωρητικής έρευνας υπέρ της διατύπωσης θεωρημάτων με λειτουργικό νόημα, η άλλη ενσάρκωση του θετικισμού στη μεταπολεμική οικονομική επιστήμη, ο Milton Friedman, απέρριπτε κάθε αναφορά στην αλήθεια και στον ρεαλισμό κατά την αξιολόγηση της εγκυρότητας των οικονομικών θεωρημάτων. Απορρίπτοντας τον αδρό λογικό θετικισμό του Samuelson, ο Friedman θριαμβολογούσε για το ψεύδος ή τον «μη ρεαλιστικό χαρακτήρα» των υποθέσεων ενός θεωρήματος και πρότεινε τη φαινομενικά πιο εκλεπτυσμένη εναλλακτική της «διαψευσιοκρατίας», η οποία υποτίθεται ότι βασιζόταν στη φιλοσοφία της επιστήμης του Karl Popper.45 Η θέση του Friedman συνοψίστηκε εύστοχα στη δήλωση του Mark Blaug: «Καμία υπόθεση σχετικά με την οικονομική συμπεριφορά δεν είναι απολύτως αληθής και κανένα θεωρητικό συμπέρασμα δεν ισχύει σε κάθε χρόνο και τόπο. …».46

If Samuelson downplayed the attainment of truth as a goal of theoretical research in favor of the formulation of operationally meaningful theorems, the other avatar of positivism in postwar economics, Milton Friedman, jettisoned all references to truth and realism in assessing the validity of economic theorems. Rejecting Samuelson’s crude logical positivism, Friedman reveled in the falsity or “unrealism” of a theorem’s assumptions and offered the seemingly more sophisticated alternative of “falsificationism,” which was allegedly based on Karl Popper’s philosophy of science. Friedman’s position was concisely summed up in Mark Blaug’s statement, “No assumptions about economic behavior are absolutely true and no theoretical conclusions are valid for all times and places. . . .”

48

Παρά την τυπική προσήλωση του μεγαλύτερου μέρους της κοινότητας των οικονομολόγων στις θετικιστικές μεθόδους κατά τη δεκαετία του 1950, η προσπάθεια του Rothbard να ανακτήσει και να ανασυγκροτήσει το οικοδόμημα της ορθής οικονομικής θεωρίας τον ώθησε να ερευνήσει εξονυχιστικά τη σύγχρονη βιβλιογραφία για νέες ιδέες και διαπιστώσεις, με την ίδια προσοχή με την οποία είχε εξετάσει τα συγγράμματα των προκατόχων του στην αιτιώδη-ρεαλιστική παράδοση. Η πραγματεία του Rothbard περιέχει παραπομπές σε περισσότερα από 150 βιβλία, άρθρα περιοδικών, πρακτικά συνεδρίων, κυβερνητικά έγγραφα, διατριβές και μονογραφίες ινστιτούτων πολιτικής και έρευνας που δημοσιεύθηκαν μεταξύ της εμφάνισης της Ανθρώπινης δράσης το 1949 και του Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος το 1962.47 Η βαθιά ενασχόληση του Rothbard με τη σύγχρονη βιβλιογραφία απέδωσε καρπούς, καθώς ανακάλυψε ότι πολλά από αυτά τα έργα περιείχαν έρευνα που αποσαφήνιζε, εκλέπτυνε ή προήγαγε την αιτιώδη-ρεαλιστική θεωρία, και ενσωμάτωσε πρόθυμα αυτές τις συμβολές στο δικό του έργο.

Despite the formal adherence by most of the profession to positivist methods during the 1950s, Rothbard’s quest to recover and reconstruct the edifice of sound economic theory drove him to scour the contemporary literature for new ideas and insights as carefully as he had scrutinized the writings of his predecessors in the causal-realist tradition. Rothbard’s treatise contains citations from over 150 books, journal articles, conference proceedings, government documents, dissertations, and policy and research institute monographs published between the appearance of Human Action in 1949 and Man, Economy, and State in 1962. Rothbard’s deep engagement with the contemporary literature paid off as he discovered that many of these works contained research that clarified, refined or advanced causal-realist theory and he eagerly integrated these contributions into his own work.

49

Για παράδειγμα, στην αξιοσημείωτη ανάπτυξη μιας εξήγησης του κόστους της επιχείρησης και της απόδοσης της επένδυσης, η οποία αποκλίνει έντονα από τη θεωρία της επιχείρησης του Marshall, ο Rothbard επηρεάστηκε σημαντικά από δύο παραγνωρισμένα άρθρα που συνέγραψαν οι André Gabor και I.F. Pierce σχετικά με τη θεωρία της επιχείρησης «της Αυστριακής Σχολής και του Wicksell».48 Ο Rothbard παραπέμπει σε μια ανάλυση του οικονομολόγου του Cambridge Roy Harrod, πέρα από μια ανάλυση του Böhm-Bawerk, ως πηγή για τον δικό του πρωτοποριακό εντοπισμό μιας τέταρτης συνιστώσας στο ακαθάριστο επιχειρηματικό εισόδημα του κεφαλαιούχου-επιχειρηματία. Αυτή η πρόσοδος «κυριότητας» ή «λήψης αποφάσεων» είναι διακριτή από τους τεκμαρτούς μισθούς της διοίκησης, την απόδοση υπό μορφή τόκου επί του επενδεδυμένου κεφαλαίου και το καθαρό κέρδος, και προστίθεται σε αυτά.49 Στην εξαντλητική κριτική του στις θεωρίες του τέλειου και του μονοπωλιακού ανταγωνισμού, καθώς και στην πρωτότυπη διατύπωση μιας θετικής θεωρίας του ανταγωνισμού ως δυναμικής διαδικασίας, ο Rothbard παραπέμπει ευνοϊκά στις συμβολές αρκετών συγχρόνων του από το κυρίαρχο ρεύμα, μεταξύ των οποίων οι G. Warren Nutter, Wayne Leeman, Marshall I. Goldman και Reuben Kessel. Ο Rothbard επιφυλάσσει ιδιαίτερο έπαινο σε ένα βιβλίο του Lawrence Abbott, που εκδόθηκε το 1952 με τίτλο Ποιότητα και ανταγωνισμός, χαρακτηρίζοντάς το «ένα από τα εξέχοντα θεωρητικά έργα των τελευταίων ετών».50,51 Πράγματι, η θεωρία του ανταγωνισμού ως αντιπαλότητας που αναπτύσσει ο Rothbard επηρεάζεται σαφώς από τα επιχειρήματα του Abbott σχετικά με την κεντρική σημασία των ποιοτικών διαστάσεων του ανταγωνισμού.

For example in his notable development of an explanation of the firm’s costs and return on investment that sharply deviates from the Marshallian theory of the firm, Rothbard was heavily influenced by two neglected articles coauthored by André Gabor and I.F. Pierce on “the Austro-Wicksellian” theory of the firm. Rothbard cites a discussion by the Cambridge economist Roy Harrod, in addition to a discussion by Böhm-Bawerk, as a source for his own path-breaking identification of a fourth component in the gross business income of the capitalist-entrepreneur. This “ownership” or “decision-making” rent is distinct from and in addition to implicit wages of management, interest return on invested capital, and pure profit. In his thoroughgoing critique of the theories of perfect and monopolistic competition doctrines and his original formulation of a positive theory of competition as a dynamic process, Rothbard favorably cites the contributions of a number of his mainstream contemporaries including: G. Warren Nutter; Wayne Leeman; Marshall I. Goldman; and Reuben Kessel. Rothbard singles out a book by Lawrence Abbott published in 1952 titled Quality and Competition for special praise, characterizing it as “one of the outstanding theoretical works of recent years.”50,51 Indeed, the theory of rivalrous competition that Rothbard expounds is clearly influenced by Abbott’s arguments on the central importance of the qualitative dimensions of competition.

50

Το γεγονός ότι η θεωρητική έρευνα που χρησιμοποιούσε τη λεκτική λογική και την πραξεολογική μέθοδο εξακολουθούσε να είναι σχετικά διαδεδομένη μεταξύ των πανεπιστημιακών οικονομολόγων ακόμη και κατά τη δεκαετία του 1950 αναδεικνύει τις βαθιές και ανθεκτικές ρίζες της αιτιώδους-ρεαλιστικής παράδοσης. Εξηγεί επίσης γιατί ο Rothbard δεν διέβλεπε ακόμη κανένα πλεονέκτημα στην υιοθέτηση της ονομασίας «αυστριακός» για να διαφοροποιήσει την πραγματεία του από τη σύγχρονη οικονομική επιστήμη. Πράγματι, σε ιδιωτική αλληλογραφία με ημερομηνία τον Φεβρουάριο του 1954, ο Rothbard εξέφραζε την πεποίθηση ότι οι θεωρητικοί οικονομολόγοι του κυρίαρχου ρεύματος μπορούσαν ακόμη να προσελκυστούν εκ νέου στο αιτιώδες-ρεαλιστικό ερευνητικό πρόγραμμα και ότι το υπό συγγραφή έργο του

The fact that theoretical research employing verbal logic and the praxeological method still remained relatively pervasive among academic economists even as late as the 1950s highlights the deep and hardy roots of the causal-realist tradition. It is also accounts for the reason why Rothbard did not yet perceive any advantage in appropriating the label “Austrian” to differentiate his treatise from contemporary economics. In fact, in private correspondence dated February 1954, Rothbard expressed confidence that mainstream economic theorists could still be drawn back toward the causal-realist research program and that his work in progress

51

πιστεύω ότι θα επιβληθεί στην προσοχή της κοινότητας των οικονομολόγων ως πραγματεία, λόγω των σημαντικών αναπτύξεών του σε εκείνα τα πεδία που δεν ανέπτυξε ο Mises, των διαφορών του από τον Mises σε τομείς όπως το μονοπώλιο, η ηθική της τραπεζικής και η κυβέρνηση … και των ανασκευών της τρέχουσας οικονομικής θεωρίας που περιέχει.52

will, I believe, command the attention of the profession as a treatise because of its considerable elaborations in those areas not developed by Mises, its differences from Mises in such areas as monopoly, banking ethics, and government . . . and its refutations of current economic theory.52

52

Μολονότι, εκ των υστέρων, μπορεί να μπούμε στον πειρασμό να απορρίψουμε την τολμηρή πρόβλεψη του Rothbard ως ξέσπασμα νεανικής αισιοδοξίας, αυτή κάθε άλλο παρά αντανακλά τη στάση κάποιου που σκοπεύει να έρθει σε πλήρη ρήξη με την επικρατούσα διδασκαλία και να ιδρύσει μια ετερόδοξη σχολή σκέψης.

While in retrospect we may be tempted to dismiss Rothbard’s bold prediction as a burst of youthful optimism, it hardly reflects the attitude of someone intent on completely breaking with the prevailing doctrine and founding a heterodox school of thought.

53

Με την έλευση της δεκαετίας του 1970, ωστόσο, η οικονομική θεωρία του κυρίαρχου ρεύματος είχε βυθιστεί σε σχεδόν απύθμενα βάθη, εκφυλιζόμενη σε μια σειρά χαλαρά συνδεδεμένων μαθηματικών υποδειγμάτων που είχαν ελάχιστη επαφή με την πραγματικότητα. Σύμφωνα με την επικρατούσα θετικιστική μεθοδολογία του Friedman, η προσωρινή «εγκυρότητα» —ποτέ η αλήθεια— αυτών των υποδειγμάτων υποτίθεται ότι θεμελιωνόταν μέσω εμπειρικών ελέγχων της ικανότητάς τους να προβλέπουν ή, ακριβέστερα, να «προβλέπουν αναδρομικά», με τη χρήση των μεθόδων της οικονομετρίας. Τα τελευταία απομεινάρια της προσέγγισης του Menger εξαφανίστηκαν έτσι από τα προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών στην οικονομική επιστήμη, ενώ η αιτιώδης-ρεαλιστική θεωρητική έρευνα είχε πλέον εξοριστεί πλήρως από τα ακαδημαϊκά περιοδικά, τα οποία είχαν καταστεί το κύριο, αν όχι το μοναδικό, μέσο δημοσίευσης της έρευνας της οικονομικής επιστήμης του κυρίαρχου ρεύματος.

By the advent of the 1970s, however, mainstream economic theory had sunk to almost unfathomable depths, degenerating into a series of loosely related mathematical models which had little contact with reality. Following the prevailing Friedmanitepositivist methodology, the tentative “validity”—never the truth—of these models was putatively established by empirically testing their ability to predict or, more accurately, “retrodict” using the methods of econometrics. The last vestiges of the Mengerian approach thus disappeared from the curricula of graduate economics programs and causal-realist theoretical research was now completely banished from academic journals, which had become the main, if not the only, research outlet for mainstream economics.

54

Περίπου την ίδια εποχή με αυτή τη ριζική μεταβολή στην οικονομική θεωρία και μέθοδο, άρχισε να συγκροτείται, έξω από το επίσημο θεσμικό πλαίσιο της πανεπιστημιακής οικονομικής επιστήμης, ένα νέο διανοητικό κίνημα, άμεσα εμπνευσμένο από την ανασυγκρότηση του αιτιώδους-ρεαλιστικού θεωρητικού οργάνου από τον Rothbard στο Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος. Το κίνημα αυτό αποτελούνταν κυρίως από μεταπτυχιακούς φοιτητές και νεότερα μέλη του διδακτικού προσωπικού ακαδημαϊκών ιδρυμάτων των ΗΠΑ, που είχαν απογοητευτεί από την ορθόδοξη νεοκλασική σύνθεση. Η σύνθεση αυτή είχε αρχίσει να αποσυντίθεται με την αποτυχία των πολιτικών της «Νέας Οικονομικής» των Kennedy–Johnson να αναχαιτίσουν τον πληθωρισμό του πολέμου του Βιετνάμ και με την επακόλουθη εμφάνιση στασιμοπληθωρισμού στις αρχές της δεκαετίας του 1970.

Around the same time as this sea change in economic theory and method, there began to coalesce outside the formal institution of academic economics a new intellectual movement that was directly inspired by Rothbard’s reconstruction of the causal-realist theoretical organon in Man, Economy, and State. This movement comprised mainly graduate students and younger faculty members associated with U.S. academic institutions who were disaffected with the orthodox neoclassical synthesis, which had begun to break down with the failure of the Kennedy-Johnson “New Economic” policies to rein in the Vietnam War inflation and the subsequent emergence of stagflation in the early 1970s.

55

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970, το νέο κίνημα είχε αναπτυχθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε παρουσιάστηκε η ευκαιρία να αποκτήσει θεσμική υπόσταση και να προβληθεί η ύπαρξή του μέσω ενός επίσημου ακαδημαϊκού συνεδρίου για την αυστριακή οικονομική θεωρία, το οποίο πραγματοποιήθηκε στο South Royalton του Vermont τον Ιούνιο του 1974. Η ονομασία «αυστριακή» επιλέχθηκε για αυτή τη νέα διανοητική τάση κυρίως για λόγους στρατηγικής. Εφόσον το κίνημα του Rothbard υιοθετούσε μια μέθοδο και ένα σώμα διδασκαλίας που είχαν πλέον ελάχιστο κοινό έδαφος με την εδραιωμένη θετικιστική ορθοδοξία, η ονομασία εξασφάλιζε τουλάχιστον στο κίνημα μια αναγνωρίσιμη σύνδεση με ένα από τα μεγάλα ρεύματα της πρώιμης οριακής σκέψης που είχαν τροφοδοτήσει αυτό το σύγχρονο κυρίαρχο ρεύμα. Το όνομα προσέδιδε επίσης αμέσως στο κίνημα το μεγάλο κύρος που συνδεόταν με τα γνωστά ονόματα των ιδρυτικών μελών της Αυστριακής Σχολής, όπως οι Carl Menger, Eugen von Böhm-Bawerk και Friedrich von Wieser, και των μεταγενέστερων εκπροσώπων της, Ludwig von Mises και Friedrich A. Hayek. Το κύρος της «αυστριακής» επωνυμίας ενισχύθηκε περαιτέρω όταν ο Hayek τιμήθηκε από κοινού με το Βραβείο Nobel Οικονομικών αργότερα το ίδιο έτος. Ο όρος είχε το πρόσθετο πλεονέκτημα ότι προσδιόριζε τον γενικό θεωρητικό προσανατολισμό του κινήματος.

By the mid-1970s the new movement had grown to such an extent that the opportunity presented itself to institutionalize and promote its existence by means of a formal academic conference on Austrian economics, which was held at South Royalton, Vermont, in June 1974. The appellation “Austrian” was chosen for this new intellectual tendency mainly for strategic reasons. Since the Rothbardian movement embraced a method and body of doctrine that now shared very little common ground with the entrenched positivist orthodoxy, the label at least provided the movement with a recognizable affiliation with one of the great streams of early marginalist thought that had fed into this modern mainstream. The name also instantly endowed the movement with the great cachet associated with the well-known names of the founding members of the Austrian School, such as Carl Menger, Eugen von Böhm-Bawerk, and Friedrich von Wieser and its later representatives Ludwig von Mises and Friedrich A. Hayek. The prestige of the “Austrian” brand name was further enhanced when Hayek became a corecipient of the Nobel Prize in economics later in the year. The term had the additional virtue of identifying the movement’s general theoretical orientation.

56

Ο Rothbard και οι οπαδοί του υιοθέτησαν πρόθυμα τη νέα ονομασία και άρχισαν να αναφέρονται στον εαυτό τους ως μέλη ή οπαδούς της σύγχρονης Αυστριακής Σχολής, η οποία τοποθετούνταν πλέον ως ετερόδοξος αμφισβητίας της «οικονομικής επιστήμης του κυρίαρχου ρεύματος». Παρά τα σημαντικά βραχυπρόθεσμα στρατηγικά πλεονεκτήματά της, ωστόσο, η απόδοση της ονομασίας «αυστριακή» στη σχολή σκέψης που συγκροτήθηκε στο συνέδριο του South Royalton έχει δημιουργήσει μακροχρόνια αρκετά σοβαρά προβλήματα. Πρώτον, έχει συσκοτίσει τον βαθμό στον οποίο η σύγχρονη Αυστριακή Σχολή εμπνεύστηκε άμεσα από τον Rothbard. Πράγματι, δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η μεγάλη πλειονότητα των περίπου τριάντα συμμετεχόντων στο συνέδριο του South Royalton ασπαζόταν το σώμα της αιτιώδους-ρεαλιστικής θεωρίας που αναπτύσσεται στο Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος. Δεύτερον, αποκρύπτει το γεγονός, που σημειώθηκε παραπάνω, ότι κατά τη συγγραφή αυτής της πραγματείας ο Rothbard άντλησε από ένα πολύ ευρύτερο φάσμα βιβλιογραφίας από εκείνο που προερχόταν από την αρχική Αυστριακή Σχολή και τους άμεσους πνευματικούς απογόνους της. Τρίτον, η ονομασία αποσπά την προσοχή από την πρωταρχική αποστολή του Rothbard κατά τη συγγραφή της πραγματείας του, η οποία ήταν να απαλλάξει τη σύγχρονη οικονομική επιστήμη από τα ξένα προς αυτήν στοιχεία του θετικισμού και του μαθηματικού φορμαλισμού και να την ανασυγκροτήσει σε συνεπώς αιτιώδεις-ρεαλιστικές βάσεις. Δεν μπορεί να επαναληφθεί αρκετά συχνά ή να τονιστεί αρκετά έντονα ότι σκοπός του Rothbard, όταν έγραφε το Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος, δεν ήταν να προκαλέσει μια ριζική ρήξη με την καθιερωμένη οικονομική θεωρία και να ιδρύσει μια ετερόδοξη σχολή σκέψης που θα απέρριπτε όλες τις μορφές ανάλυσης ισορροπίας και τη χρήση νοητικών κατασκευών. Πράγματι, όπως είδαμε, μία από τις σημαντικότερες συμβολές του Rothbard στην πραγματεία του είναι η σχολαστική αποσαφήνιση του περιεχομένου και της ορθής χρήσης πλασματικών κατασκευών και νοητών καταστάσεων του κόσμου για τη συναγωγή προτάσεων με ουσιαστικό νόημα σχετικά με τους αιτιώδεις προσδιοριστικούς παράγοντες των παρατηρήσιμων οικονομικών φαινομένων.

Rothbard and his followers eagerly embraced the new designation and began to refer to themselves as members or followers of the modern Austrian School, which was now positioned as a heterodox challenger to “mainstream economics.” Despite its significant short-run strategic virtues, however, branding the school of thought that coalesced at the South Royalton conference as “Austrian” has engendered a number of serious problems in the long run. First, it has come to obscure the extent to which the modern Austrian School was directly inspired by Rothbard. Indeed it is no exaggeration to say that a large majority of the thirty or so participants in the South Royalton conference adhered to the body of causal-realist theory elaborated in Man, Economy, and State. Second, it conceals the fact, noted above, that in writing this treatise, Rothbard drew from a much broader range of literature than that emanating from the original Austrian School and its direct intellectual descendents. Third, the label diverts attention from Rothbard’s primary mission in writing his treatise, which has to purge modern economic science of its alien positivist and mathematical formalist elements and to reconstruct it along consistently causal-realist lines. It cannot be stated too often or too emphatically that engineering a radical break from standard economic theory and establishing a heterodox school of thought that rejected all forms of equilibrium analysis and the use of imaginary constructs was not Rothbard’s purpose in writing Man, Economic, and State. Indeed, as we have seen, one of Rothbard’s most important contributions in his treatise is his painstaking explication of the content and the proper use of fictitious constructs and imaginary states of the world in deriving meaningful propositions about the causal determinants of observable economic phenomena.

57

Το τελευταίο και ίσως σημαντικότερο μειονέκτημα της εφαρμογής του όρου «αυστριακός» χωρίς περαιτέρω προσδιορισμό στο οικονομικό κίνημα μετά το South Royalton είναι ότι ευνοεί τη σύγχυση μεταξύ των πολύ διαφορετικών και αντικρουόμενων ερευνητικών προγραμμάτων που έχουν αναπτυχθεί κάτω από αυτό το αδιαφανές σημασιολογικό πέπλο. Ο Rothbard αναγνώρισε και αποδοκίμασε αυτή την κατάσταση στον Πρόλογο της αναθεωρημένης έκδοσης του Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος, που δημοσιεύθηκε το 1993:

The last and perhaps most significant disadvantage of applying the unqualified term “Austrian” to the post-South Royalton economics movement is the fact that it fosters a conflation of the very different and conflicting research programs that have grown up under this opaque semantic veil. Rothbard recognized and lamented this state of affairs in the Preface to the revised edition of Man, Economy, and State published in 1993:

58

Στην πραγματικότητα, ο αριθμός των Αυστριακών έχει αυξηθεί τόσο πολύ και η συζήτηση έχει διευρυνθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε έχουν ανακύψει διαφορές απόψεων και διακλαδώσεις της σκέψης, που σε ορισμένες περιπτώσεις εξελίσσονται σε γνήσιες συγκρούσεις ιδεών. Ωστόσο, όλες αυτές έχουν συγχωνευθεί αδιακρίτως και στριμωχτεί μαζί από μη Αυστριακούς, ακόμη και από ορισμένους μέσα στη σχολή, προκαλώντας μεγάλη διανοητική σύγχυση, έλλειψη σαφήνειας και απροκάλυπτα σφάλματα. Η θετική πλευρά αυτών των εξελισσόμενων διαφωνιών είναι ότι κάθε πλευρά έχει αποσαφηνίσει και καταστήσει ακριβέστερες τις θεμελιώδεις προκείμενες και την κοσμοαντίληψή της. Πράγματι, τα τελευταία χρόνια έχει καταστεί φανερό ότι υπάρχουν τρία συγκρουόμενα παραδείγματα εντός της αυστριακής οικονομικής σκέψης: το αρχικό παράδειγμα του Mises ή πραξεολογικό παράδειγμα, στο οποίο προσχωρεί ο συγγραφέας του παρόντος· το παράδειγμα του Hayek, το οποίο δίνει έμφαση στη «γνώση» και στην «ανακάλυψη» αντί στην πραξεολογική «δράση» και «επιλογή», και του οποίου κύριος εκπρόσωπος είναι σήμερα ο καθηγητής Israel Kirzner· και η μηδενιστική άποψη του εκλιπόντος Ludwig Lachmann, μια θεσμιστική προσέγγιση εχθρική προς τη θεωρία, αντλημένη από τον Άγγλο «υποκειμενιστή» κεϋνσιανό G.L.S Shackle.

In fact, the number of Austrians has grown so large, and the discussion so broad, that differences of opinion and branches of thought have arisen, in some cases developing into genuine clashes of thought. Yet they have all been conflated and jammed together by non- Austrians and even by some within the school, giving rise to a great deal of intellectual confusion, lack of clarity, and outright error. The good side of these developing disputes is that each side has clarified and sharpened its underlying premises and world-view. It has indeed become evident in recent years that there are three clashing paradigms within Austrian economics: the original Misesian or praxeological paradigm, to which the present author adheres; the Hayekian paradigm, stressing “knowledge” and “discovery” rather than praxeological “action” and “choice,” and whose leading exponent now is Professor Israel Kirzner; and the nihilistic view of the late Ludwig Lachmann, an institutionalist anti-theory approach taken from the English “subjectivist” Keynesian G.L.S Shackle. (p. xiv)

59

Μολονότι αυτή η περιγραφή αποδίδει με ακρίβεια την κατάσταση της αυστριακής οικονομικής σκέψης στις αρχές της δεκαετίας του 1990, έκτοτε η κατάσταση έχει γίνει ακόμη πιο συγκρουσιακή και συγκεχυμένη. Ενώ η επιρροή του κλάδου του Lachmann έχει κάπως υποχωρήσει, έχει αναπτυχθεί μια νέα, άκρως εκλεκτικιστική τάση, η οποία προτείνει να συσσωρεύσει στοιχεία επιλεγμένα αδιακρίτως από τους Menger, Mises, Hayek, Lachmann, Kirzner και Rothbard μαζί με τυχαίες ιδέες από την οικονομική σκέψη του Adam Smith, τη Θεωρία της Δημόσιας Επιλογής, τη Νέα Θεσμική Οικονομική, την οικονομική του κόστους συναλλαγών, την κατασκευή υποδειγμάτων της θεωρίας παιγνίων, την ερμηνευτική οικονομική και τις εθνογραφικές και ιστορικές μελέτες περιπτώσεων, όλα υπό την ονομασία αυστριακή οικονομική θεωρία ή «καλή οικονομική επιστήμη». Περιττό να λεχθεί ότι η κατάσταση είναι σήμερα ακόμη λιγότερο ικανοποιητική απ’ ό,τι ήταν όταν ο Rothbard έγραψε το παραπάνω απόσπασμα. Όσοι ενδιαφέρονται να διεξαγάγουν θεωρητική έρευνα στην αιτιώδη-ρεαλιστική παράδοση του Menger θεωρούνται πλέον από την κοινότητα των οικονομολόγων, χάρη στην αυστριακή ονομασία, μέρος ενός κατακερματισμένου και αλληλοσπαρασσόμενου ετερόδοξου κινήματος, το οποίο ενδιαφέρεται περισσότερο να συζητά δυσνόητα μεταοικονομικά ζητήματα ή να επινοεί εξηγήσεις «αυθόρμητης τάξης» για ελάχιστα γνωστά ιστορικά επεισόδια παρά να αναλύει τα «πεζά» ζητήματα που βρίσκονται στον πυρήνα της οικονομικής επιστήμης του κυρίαρχου ρεύματος —τη θεωρία της αξίας, τη θεωρία των τιμών, τη θεωρία του κεφαλαίου, τη νομισματική θεωρία και τους οικονομικούς κύκλους.

While this accurately describes the state of Austrian economics in the early 1990s, the situation has become even more contentious and muddled since then. While the Lachmannian branch has waned somewhat in influence, a new, wildly eclectic tendency has developed which proposes to agglomerate indiscriminately selected elements of Menger, Mises, Hayek, Lachmann, Kirzner, and Rothbard with random insights from Adam Smith’s economics, Public Choice Theory, New Institutional Economics, transaction costs economics, game theoretic modeling, hermeneutical economics, and ethnographic and historical case studies, all under the rubric of Austrian economics or “good economics.” Needless to say, the situation is even less satisfactory now than it was when Rothbard penned the passage above. Those interested in pursuing theoretical research in the Mengerian causal-realist tradition are now viewed by the profession, thanks to the Austrian label, as part of a splintered and feuding heterodox movement more interested in discoursing on metaeconomic esoterica or devising “spontaneous-order” explanations for obscure historical episodes than in analyzing the “mundane” issues at the heart of mainstream economics—value theory, price theory, capital theory, monetary theory, and business cycles.

60

Ευτυχώς, το Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος δείχνει τον δρόμο εξόδου από αυτό το τέλμα σύγχυσης, το οποίο απειλεί να οδηγήσει όλους τους κλάδους της αυστριακής οικονομικής σκέψης σε μόνιμη και ολοκληρωτική περιθωριοποίηση. Κάθε σελίδα της πραγματείας του Rothbard διαπνέεται από τη βαθιά επίγνωση ότι το αιτιώδες-ρεαλιστικό θεωρητικό σύστημα που εξέθετε βρισκόταν στον κύριο κορμό μιας διεθνούς οικονομικής παράδοσης που είχε τις απαρχές της στην Οριακή Επανάσταση. Η πραγματεία του, επομένως, δεν προοριζόταν να αποτελέσει το πρόγραμμα ενός νέου ετερόδοξου κινήματος ή την αναβίωση ενός παλαιού· αντιπροσώπευε μάλλον μια προσπάθεια να ανασυγκροτηθεί η ορθόδοξη οικονομική επιστήμη πάνω στο ακλόνητο θεμέλιο της πραξεολογικής μεθόδου και να χρησιμοποιηθεί αυτή η μέθοδος για την ουσιαστική προαγωγή της θεωρίας. Υπό μια κρίσιμη έννοια, η οικονομική επιστήμη είχε προσωρινά χάσει τον προσανατολισμό της και είχε αρχίσει να απομακρύνεται από την πλούσια κληρονομιά της, και ο Rothbard επιδίωκε να την επαναφέρει στην πορεία της. Κατά συνέπεια, δεν παραχώρησε ποτέ την κύρια παράδοση της οικονομικής επιστήμης στους θιασώτες της κατασκευής μαθηματικών υποδειγμάτων και της θετικιστικής μεθόδου, τους οποίους θεωρούσε μια ανορθολογική αίρεση που είχε σφετεριστεί την οικονομική επιστήμη και της οποίας οι ανόητες δοξασίες αργά ή γρήγορα θα κατέληγαν στον κάλαθο των αχρήστων της ιστορίας των ιδεών.

Fortunately, Man, Economy, and State points the way out of this morass of confusion, which threatens permanent and wholesale marginalization of all branches of Austrian economics. Every page of Rothbard’s treatise is imbued with a profound awareness that the causal-realist theoretical system that he was expounding was in the mainstream of an international economic tradition that originated in the Marginalist Revolution. His treatise thus was not intended as the program for a new heterodox movement or the revival of an old one; rather it represented an endeavor to reconstruct orthodox economics on the unshakeable foundation of the praxeological method and to use this method to substantively advance the theory. In a crucial sense, economic science had temporarily lost its bearings and was beginning to stray from its rich heritage and Rothbard aimed at setting it back on course. Consequently, he never conceded the mainstream of economic science to the disciples of mathematical modeling and the positivist method, whom he regarded as an irrationalist cult that had hijacked economics and whose silly doctrines would sooner or later wind up in the dustbin of intellectual history.

61

Ο Rothbard δικαιώθηκε. Η κατασκευή μαθηματικών υποδειγμάτων αποδείχθηκε μάταιη και φορμαλιστική άσκηση, ανίκανη να εξηγήσει τις διεθνείς νομισματικές κρίσεις, τις χρηματιστηριακές φούσκες και τις φούσκες ακινήτων, καθώς και τις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές κρίσεις που έχουν συγκλονίσει τον κόσμο μας τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Γίνεται ολοένα πιο φανερό, ακόμη και στους επαγγελματίες οικονομολόγους, ότι η δαιδαλώδης θετικιστική παρέκκλιση οδήγησε σε διανοητικό αδιέξοδο. Γι’ αυτό αφθονούν πλέον παράδοξες ετερόδοξες αιρέσεις, όπως η συμπεριφορική οικονομική, η πειραματική οικονομική, η βιβλιογραφία της «ευτυχίας», η νευροοικονομική κ.λπ. Ορισμένοι οικονομολόγοι με προσανατολισμό υπέρ της αγοράς έχουν μάλιστα εγκαταλείψει εντελώς τη σύγχρονη οικονομική θεωρία για τη λιγότερο αυστηρή ρητορική και τις μεταφορές του «αόρατου χεριού» του Adam Smith και της «αυθόρμητης τάξης» του Hayek.53

Rothbard has been proven correct. Mathematical modeling has revealed itself to be a vain and formalistic exercise incapable of explaining the international currency crises, stock-market and real-estate bubbles, and the global financial crises that have wracked our world in the past two decades. It is increasingly evident even to professional economists that the tortuous positivist detour has led to an intellectual dead end. Hence, bizarre heterodox sects such as behavioral economics, experimental economics, the “happiness” literature, neuro-economics, etc., now abound. Some market-oriented economists have even abandoned modern economic theory altogether for the less rigorous rhetoric and metaphors of Adam Smith’s “invisible hand” and Hayek’s “spontaneous order.”

62

Η νεκρώσιμη καμπάνα ηχεί πλέον για τους μαθηματικούς και θετικιστές σφετεριστές της κυρίαρχης θέσης στην οικονομική επιστήμη. Οι καιροί είναι τώρα ώριμοι για να ανακτήσουν οι Αυστριακοί τη θέση που δικαιωματικά τους ανήκει ως αληθινών εκπροσώπων της κεντρικής τάσης της σύγχρονης οικονομικής θεωρίας, επιβεβαιώνοντας την πραξεολογική μέθοδο ως την ερευνητική μέθοδο της οικονομικής επιστήμης. Οι θαυμαστοί καρποί αυτής της μεθόδου βρίσκονται μπροστά μας, στην ενοποιημένη θεωρητική δομή που εκτίθεται στο Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος.

The death knell is now tolling for the mathematical and positivist pretenders to the mainstream of economics. The time is now ripe for Austrians to recover their rightful position as the true representatives of the central tendency of modern economic theory by affirming the praxeological method as the research method of economics. The prodigious fruits of this method stand before us in the integrated theoretical structure expounded in Man, Economy, and State.

63

Υποσημειώσεις του πρωτοτύπου

↗ στη σελίδα του βιβλίου

— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)

64

* Η Εισαγωγή αντλεί σε σημαντικό βαθμό από τις πληροφορίες και το υλικό που περιέχονται στο Αρχείο Murray N. Rothbard. Το Αρχείο Rothbard φυλάσσεται σήμερα στο Ludwig von Mises Institute, στο Auburn της Alabama, και περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, επιστολές και αλληλογραφία του Murray Rothbard (1940–1994), υπομνήματα και αδημοσίευτα δοκίμια (1945–1994), καθώς και προσχέδια δημοσιευμένων έργων.

— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)

65

← Εισαγωγή ΜεταφραστήΠεριεχόμεναΠρόλογος στην αναθεωρημένη έκδοση →

← ΠεριεχόμεναΔίγλωσση ανάγνωση: Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος, με το έργο «Εξουσία και Αγορά»