Εργαλεία30 Οκτωβρίου 2026

Ανθρώπινη Δράση: Κεφάλαιο 34: ΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Ludwig von Mises · Human Action: A Treatise on Economics

Πραξεολόγος

← Κεφάλαιο 33: ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΟΡΠΟΡΑΤΙΣΜΟΣΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 35: Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ →

Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.

Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, Human Action: A Treatise on Economics, ebook του Foundation for Economic Education (FEE), 2016, ISBN 978-1-57246-086-7 — «Published under the Creative Commons Attribution 4.0 International License». Σελίδα της έκδοσης: fee.org/ebooks/human-action-by-ludwig-von-mises. Άδεια: CC BY 4.0.

Σε δείγμα 300 παραγράφων, οι 298 του ebook του FEE ήταν ίδιες λέξη προς λέξη με το κείμενο που ακολουθεί η μετάφραση. Το FEE δεν περιέχει μερικές ενότητες που προστέθηκαν σε μεταγενέστερες εκδόσεις (π.χ. «Η ηθική καταδίκη του κέρδους», «Διαφθορά», παράγραφοι για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο)· αυτές, όπως και οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ), εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Οι πρόλογοι της ελληνικής έκδοσης και των εκδόσεων Scholar’s/4ης δεν περιλαμβάνονται εδώ.

Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.

Ελληνικά · μετάφραση: Πραξεολόγος
English · πρωτότυπο

Κεφάλαιο 34: ΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

↗ στη σελίδα του βιβλίου

XXXIV. THE ECONOMICS OF WAR

1

1. Ο ολοκληρωτικός πόλεμος

↗ στη σελίδα του βιβλίου

1. Total War

2

Η οικονομία της αγοράς προϋποθέτει την ειρηνική συνεργασία. Καταρρέει όταν οι πολίτες μετατρέπονται σε πολεμιστές και, αντί να ανταλλάσσουν εμπορεύματα και υπηρεσίες, πολεμούν μεταξύ τους.

Οι πόλεμοι που διεξάγονταν μεταξύ πρωτόγονων φυλών δεν επηρέαζαν τη συνεργασία υπό τον καταμερισμό της εργασίας. Σε γενικές γραμμές, τέτοια συνεργασία δεν υπήρχε μεταξύ των εμπόλεμων μερών πριν από την έναρξη των εχθροπραξιών. Αυτοί οι πόλεμοι ήταν απεριόριστοι ή ολοκληρωτικοί. Απέβλεπαν στην ολοκληρωτική νίκη και στην ολοκληρωτική ήττα. Οι ηττημένοι είτε εξοντώνονταν είτε εκδιώκονταν από τους τόπους κατοικίας τους είτε υποδουλώνονταν. Η ιδέα ότι μια συνθήκη θα μπορούσε να διευθετήσει τη σύγκρουση και να επιτρέψει και στα δύο μέρη να ζουν υπό συνθήκες ειρηνικής γειτονίας ήταν ξένη προς τη σκέψη των πολεμιστών.

THE market economy involves peaceful cooperation. It bursts asunder when the citizens turn into warriors and, instead of exchanging commodities and services, fight one another. The wars fought by primitive tribes did not affect cooperation under the division of labor. Such cooperation by and large did not exist between the warring parties before the outbreak of hostilities. These wars were unlimited or total wars. They aimed at total victory and total defeat. The defeated were either exterminated or expelled from their dwelling places or enslaved. The idea that a treaty could settle the conflict and make it possible for both parties to live in peaceful neighborly conditions was not present in the minds of the fighters.

3

Το πνεύμα της κατάκτησης δεν αναγνωρίζει άλλους περιορισμούς πέρα από εκείνους που επιβάλλει μια δύναμη ικανή να αντισταθεί με επιτυχία. Αρχή της οικοδόμησης αυτοκρατοριών είναι η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη επέκταση της σφαίρας κυριαρχίας. Οι μεγάλοι Ασιάτες κατακτητές και οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες σταματούσαν μόνο όταν δεν μπορούσαν πλέον να προελάσουν. Τότε ανέβαλλαν την επίθεση για κάποια μεταγενέστερη εποχή. Δεν εγκατέλειπαν τα φιλόδοξα σχέδιά τους και δεν αντιμετώπιζαν τα ανεξάρτητα ξένα κράτη ως οτιδήποτε άλλο πέρα από στόχους μελλοντικών επιθέσεων.

The spirit of conquest does not acknowledge restraints other than those imposed by a power which resists successfully. The principle of empire building is to expand the sphere of supremacy as far as possible. The great Asiatic conquerors and the Roman Imperators were stopped only when they could not march farther. Then they postponed aggression for later days. They did not abandon their ambitious plans and did not consider independent foreign states as anything else than targets for later onslaughts.

4

Αυτή η φιλοσοφία της απεριόριστης κατάκτησης ενέπνεε και τους κυβερνήτες της μεσαιωνικής Ευρώπης. Και εκείνοι απέβλεπαν πρωτίστως στη μέγιστη δυνατή επέκταση της επικράτειάς τους. Οι θεσμοί της φεουδαρχίας, όμως, τους παρείχαν πενιχρά μόνο μέσα για τη διεξαγωγή πολέμων. Οι υποτελείς δεν ήταν υποχρεωμένοι να πολεμούν για τον κύριό τους πέρα από ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα. Η ιδιοτέλεια των υποτελών, οι οποίοι επέμεναν στα δικαιώματά τους, περιόριζε την επιθετικότητα του βασιλιά. Έτσι προέκυψε η ειρηνική συνύπαρξη αρκετών κυρίαρχων κρατών. Τον δέκατο έκτο αιώνα, ένας Γάλλος, ο Bodin, ανέπτυξε τη θεωρία της εθνικής κυριαρχίας. Τον δέκατο έβδομο αιώνα, ένας Ολλανδός, ο Grotius, προσέθεσε σε αυτήν μια θεωρία των διεθνών σχέσεων σε καιρό πολέμου και ειρήνης.

This philosophy of boundless conquest also animated the rulers of medieval Europe. They too aimed first of all at the utmost expansion of the size of their realms. But the institutions of feudalism provided them with only scanty means for warfare. Vassals were not obliged to fight for their lord more than a limited time. The selfishness of the vassals who insisted on their rights checked the king’s aggressiveness. Thus the peaceful coexistence of a number of sovereign states originated. In the sixteenth century a Frenchman, Bodin, developed the theory of national sovereignty.

In the seventeenth century a Dutchman, Grotius, added to it a theory of international relations in war and peace.

5

Με την αποσύνθεση της φεουδαρχίας, οι ηγεμόνες δεν μπορούσαν πλέον να βασίζονται στους υποτελείς που καλούνταν στα όπλα. «Εθνικοποίησαν» τις ένοπλες δυνάμεις της χώρας. Στο εξής, οι πολεμιστές ήταν μισθοφόροι του βασιλιά.

Η οργάνωση, ο εξοπλισμός και η συντήρηση αυτών των στρατευμάτων ήταν αρκετά δαπανηρά και επιβάρυναν σοβαρά τα εισοδήματα του ηγεμόνα. Οι φιλοδοξίες των ηγεμόνων ήταν απεριόριστες, αλλά οι οικονομικές εκτιμήσεις τούς εξανάγκαζαν να μετριάζουν τα σχέδιά τους. Δεν σχεδίαζαν πλέον να κατακτήσουν μια ολόκληρη χώρα. Το μόνο που επιδίωκαν ήταν η κατάκτηση λίγων πόλεων ή μιας επαρχίας. Η επιδίωξη μεγαλύτερων κατακτήσεων θα ήταν επίσης πολιτικά ασύνετη. Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις φρόντιζαν να μην επιτρέψουν σε καμία από αυτές να καταστεί υπερβολικά ισχυρή και απειλητική για τη δική τους ασφάλεια. Ένας υπερβολικά ορμητικός κατακτητής έπρεπε πάντοτε να φοβάται τον συνασπισμό όλων εκείνων που είχε τρομοκρατήσει η ισχύς του.

With the disintegration of feudalism, sovereigns could no longer rely upon summoned vassals. They “nationalized” the country’s armed forces. Henceforth, the warriors were the king’s mercenaries. The organization, equipment, and support of such troops were rather costly and a heavy burden on the ruler’s revenues. The ambitions of the princes were unbounded, but financial considerations forced them to moderate their designs. They no longer planned to conquer a whole country. All they aimed at was the conquest of a few cities or of a province. To attain more would also have been unwise politically. For the European powers were anxious not to let any one of them become too powerful and a menace to their own safety. A too impetuous conqueror must always fear a coalition of all those whom his bigness has frightened.

6

Η συνδυασμένη επίδραση των στρατιωτικών, οικονομικών και πολιτικών συνθηκών δημιούργησε τον περιορισμένο πόλεμο, ο οποίος επικράτησε στην Ευρώπη κατά τους τρεις αιώνες που προηγήθηκαν της Γαλλικής Επανάστασης. Οι πόλεμοι διεξάγονταν από συγκριτικά μικρούς στρατούς επαγγελματιών στρατιωτών. Ο πόλεμος δεν αποτελούσε υπόθεση των λαών· αφορούσε μόνο τους κυβερνήτες. Οι πολίτες απεχθάνονταν τον πόλεμο, ο οποίος τους προκαλούσε συμφορές και τους επιβάρυνε με φόρους και εισφορές. Θεωρούσαν, όμως, τους εαυτούς τους θύματα γεγονότων στα οποία δεν συμμετείχαν ενεργά.

Ακόμη και οι εμπόλεμοι στρατοί σέβονταν την «ουδετερότητα» των αμάχων. Κατά την αντίληψή τους, πολεμούσαν τον ανώτατο πολέμαρχο των εχθρικών δυνάμεων και όχι τους μη μάχιμους υπηκόους του εχθρού. Στους πολέμους που διεξάγονταν στην ευρωπαϊκή ήπειρο, η περιουσία των αμάχων θεωρούνταν απαραβίαστη. Το 1856, το Συνέδριο των Παρισίων επιχείρησε να επεκτείνει αυτή την αρχή και στον ναυτικό πόλεμο. Ολοένα περισσότεροι διακεκριμένοι στοχαστές άρχισαν να συζητούν τη δυνατότητα πλήρους κατάργησης του πολέμου.

The combined effect of military, financial, and political circumstances produced the limited warfare which prevailed in Europe in the three hundred years preceding the French Revolution. Wars were fought by comparatively small armies of professional soldiers. War was not an affair of the peoples; it concerned the rulers only. The citizens detested war which brought mischief to them and burdened them with taxes and contributions. But they considered themselves victims of events in which they did not participate actively. Even the belligerent armies respected the “neutrality” of the civilians. As they saw it, they were fighting the supreme warlord of the hostile forces, but not the noncombatant subjects of the enemy. In the wars fought on the European continent the property of civilians was considered inviolable. In 1856 the Congress of Paris made an attempt to extend this principle to naval warfare. More and more, eminent minds began to discuss the possibility of abolishing war altogether.

7

Εξετάζοντας τις συνθήκες όπως είχαν διαμορφωθεί υπό το σύστημα του περιορισμένου πολέμου, οι φιλόσοφοι έκριναν τους πολέμους ανώφελους. Άνθρωποι σκοτώνονται ή ακρωτηριάζονται, πλούτος καταστρέφεται και χώρες ερημώνονται αποκλειστικά προς όφελος βασιλέων και κυβερνουσών ολιγαρχιών. Οι ίδιοι οι λαοί δεν αποκομίζουν κανένα όφελος από τη νίκη. Οι επιμέρους πολίτες δεν πλουτίζουν όταν οι κυβερνήτες τους διευρύνουν την επικράτειά τους προσαρτώντας μια επαρχία. Για τους λαούς, οι πόλεμοι δεν αποδίδουν. Μοναδική αιτία των ένοπλων συγκρούσεων είναι η απληστία των αυταρχικών ηγεμόνων.

Η αντικατάσταση του βασιλικού δεσποτισμού από την αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση θα καταργούσε, σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, πλήρως τον πόλεμο. Οι δημοκρατίες είναι ειρηνικές. Δεν τις ενδιαφέρει αν η κυριαρχία του έθνους τους εκτείνεται σε μεγαλύτερη ή μικρότερη επικράτεια. Θα αντιμετωπίζουν τα εδαφικά προβλήματα χωρίς προκαταλήψεις και πάθη. Θα τα διευθετούν ειρηνικά. Εκείνο που απαιτείται για να καταστεί διαρκής η ειρήνη είναι η εκθρόνιση των δεσποτών.

Αυτό, βεβαίως, δεν μπορεί να επιτευχθεί ειρηνικά. Είναι αναγκαίο να συντριβούν οι μισθοφόροι των βασιλέων. Αυτός, όμως, ο επαναστατικός πόλεμος του λαού εναντίον των τυράννων θα είναι ο τελευταίος πόλεμος, ο πόλεμος που θα καταργήσει για πάντα τον πόλεμο.

Looking at conditions as they had developed under the system of limited warfare, philosophers found wars useless. Men are killed or maimed, wealth is destroyed, countries are devastated for the sole benefit of kings and ruling oligarchies. The peoples themselves do not derive any gain from victory. The individual citizens are not enriched if their rulers expand the size of their realm by annexing a province. For the people wars do not pay. The only cause of armed conflict is the greed of autocrats. The substitution of representative government for royal despotism will abolish war altogether. Democracies are peaceful. It is no concern of theirs whether their nation’s sovereignty stretches over a larger or smaller territory. They will treat territorial problems without bias and passion. They will settle them peacefully. What is needed to make peace durable is to dethrone the despots. This, of course, cannot be achieved peacefully. It is necessary to crush the mercenaries of the kings. But this revolutionary war of the peoples against the tyrants will be the last war, the war to abolish war forever.

8

Αυτή η ιδέα υπήρχε ήδη αμυδρά στη σκέψη των ηγετών της Γαλλικής Επανάστασης όταν, αφού απέκρουσαν τα εισβάλλοντα στρατεύματα της Πρωσίας και της Αυστρίας, ξεκίνησαν επιθετική εκστρατεία. Βεβαίως, υπό την ηγεσία του Ναπολέοντα υιοθέτησαν πολύ σύντομα οι ίδιοι τις πλέον αδίστακτες μεθόδους απεριόριστης επέκτασης και προσάρτησης, μέχρις ότου ένας συνασπισμός όλων των ευρωπαϊκών δυνάμεων ματαίωσε τις φιλοδοξίες τους. Η ιδέα, όμως, της διαρκούς ειρήνης αναβίωσε σύντομα. Αποτέλεσε μία από τις κύριες θέσεις του φιλελευθερισμού του δέκατου ένατου αιώνα, όπως αυτός αναπτύχθηκε με συνέπεια στις τόσο συκοφαντημένες αρχές της Σχολής του Μάντσεστερ.

This idea was already dimly present in the minds of the French revolutionary leaders when, after having repelled the invading armies of Prussia and Austria, they embarked upon a campaign of aggression. Of course, under the leadership of Napoleon they themselves very soon adopted the most ruthless methods of boundless expansion and annexation until a coalition of all European powers frustrated their ambitions. But the idea of durable peace was soon resurrected. It was one of the main points in the body of nineteenth-century liberalism as consistently elaborated in the much abused principles of the Manchester School.

9

Αυτοί οι Βρετανοί φιλελεύθεροι και οι φίλοι τους στην ηπειρωτική Ευρώπη είχαν αρκετή οξυδέρκεια ώστε να αντιληφθούν ότι εκείνο που μπορεί να διασφαλίσει τη διαρκή ειρήνη δεν είναι απλώς η διακυβέρνηση από τον λαό, αλλά η διακυβέρνηση από τον λαό υπό απεριόριστο laissez-faire. Στα μάτια τους, το ελεύθερο εμπόριο, τόσο στις εσωτερικές υποθέσεις όσο και στις διεθνείς σχέσεις, αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για τη διατήρηση της ειρήνης. Σε έναν τέτοιο κόσμο, χωρίς εμπορικούς και μεταναστευτικούς φραγμούς, δεν απομένουν κίνητρα για πόλεμο και κατάκτηση.

Πλήρως πεπεισμένοι για την αδιάσειστη πειστικότητα των φιλελεύθερων ιδεών, εγκατέλειψαν την αντίληψη περί ενός τελευταίου πολέμου που θα καταργούσε όλους τους πολέμους. Όλοι οι λαοί θα αναγνώριζαν με δική τους πρωτοβουλία τις ευεργετικές συνέπειες του ελεύθερου εμπορίου και της ειρήνης και θα περιόριζαν τους εγχώριους δεσπότες τους χωρίς οποιαδήποτε εξωτερική βοήθεια.

These British liberals and their continental friends were keen enough to realize that what can safeguard durable peace is not simply government by the people, but government by the people under unlimited laissez faire. In their eyes free trade, both in domestic affairs and in international relations, was the necessary prerequisite of the preservation of peace. In such a world without trade and migration barriers no incentives for war and conquest are left. Fully convinced of the irrefutable persuasiveness of the liberal ideas, they dropped the notion of the last war to abolish all wars. All peoples will of their own accord recognize the blessings of free trade and peace and will curb their domestic despots without any aid from abroad.

10

Οι περισσότεροι ιστορικοί αδυνατούν ολοκληρωτικά να αναγνωρίσουν τους παράγοντες που αντικατέστησαν τον «περιορισμένο» πόλεμο του ancien régime με τον «απεριόριστο» πόλεμο της εποχής μας. Κατά την άποψή τους, η μεταβολή επήλθε με τη μετάβαση από τη δυναστική στην εθνική μορφή κράτους και αποτέλεσε συνέπεια της Γαλλικής Επανάστασης. Εξετάζουν μόνο τα συνοδά φαινόμενα και συγχέουν τα αίτια με τα αποτελέσματα. Μιλούν για τη σύνθεση των στρατών, για τις αρχές της στρατηγικής και της τακτικής, για τα όπλα και τα μέσα μεταφοράς και για πολλά άλλα ζητήματα της στρατιωτικής τέχνης και της διοικητικής τεχνικής.1 Όλα αυτά, όμως, δεν εξηγούν γιατί τα σύγχρονα έθνη προτιμούν την επιθετικότητα από την ειρήνη.

Most historians entirely fail to recognize the factors which replaced the “limited” war of the ancien régime by the “unlimited” war of our age. As they see it, the change came with the shift from the dynastic to the national form of state and was a consequence of the French Revolution. They look only upon attending phenomena and confuse causes and effects. They speak of the composition of the armies, of strategical and tactical principles, of weapons and transportation facilities, and of many other matters of military art and administrative technicalities.[1] However, all these things do not explain why modern nations prefer aggression to peace.

11

Υπάρχει πλήρης συμφωνία ότι ο ολοκληρωτικός πόλεμος αποτελεί απόρροια του επιθετικού εθνικισμού. Αυτό, όμως, είναι απλώς κυκλικός συλλογισμός. Αποκαλούμε επιθετικό εθνικισμό την ιδεολογία που οδηγεί στον σύγχρονο ολοκληρωτικό πόλεμο. Ο επιθετικός εθνικισμός αποτελεί αναγκαίο παράγωγο των πολιτικών του παρεμβατισμού και του εθνικού σχεδιασμού. Ενώ το laissez-faire εξαλείφει τις αιτίες των διεθνών συγκρούσεων, η κυβερνητική παρέμβαση στις επιχειρήσεις και ο σοσιαλισμός δημιουργούν συγκρούσεις για τις οποίες δεν μπορεί να βρεθεί ειρηνική λύση.

Ενώ υπό το ελεύθερο εμπόριο και την ελευθερία της μετανάστευσης κανένα άτομο δεν ενδιαφέρεται για το εδαφικό μέγεθος της χώρας του, υπό τα προστατευτικά μέτρα του οικονομικού εθνικισμού σχεδόν κάθε πολίτης έχει ουσιώδες συμφέρον από αυτά τα εδαφικά ζητήματα. Η διεύρυνση της επικράτειας που υπάγεται στην κυριαρχία της δικής του κυβέρνησης σημαίνει γι’ αυτόν υλική βελτίωση ή, τουλάχιστον, απαλλαγή από περιορισμούς που έχει επιβάλει στην ευημερία του κάποια ξένη κυβέρνηση.

Εκείνο που μετέτρεψε τον περιορισμένο πόλεμο μεταξύ βασιλικών στρατών σε ολοκληρωτικό πόλεμο, σε σύγκρουση μεταξύ λαών, δεν ήταν οι τεχνικές λεπτομέρειες της στρατιωτικής τέχνης, αλλά η αντικατάσταση του κράτους του laissez-faire από το κράτος πρόνοιας (παροχών).

There is perfect agreement with regard to the fact that total war is an offshoot of aggressive nationalism. But this is merely circular reasoning. We call aggressive nationalism that ideology which makes for modern total war. Aggressive nationalism is the necessary derivative of the policies of interventionism and national planning. While laissez faire eliminates the causes of international conflict, government interference with business and socialism create conflicts for which no peaceful solution can be found. While under free trade and freedom of migration no individual is concerned about the territorial size of his country, under the protective measures of economic nationalism nearly every citizen has a substantial interest in these territorial issues. The enlargement of the territory subject to the sovereignty of his own government means material improvement for him or at least relief from restrictions which a foreign government has imposed upon his well-being. What has transformed the limited war between royal armies into total war, the clash between peoples, is not technicalities of military art, but the substitution of the welfare state for the laissez-faire state.

12

Αν ο Ναπολέων Α΄ είχε επιτύχει τον σκοπό του, η Γαλλική Αυτοκρατορία θα εκτεινόταν πολύ πέρα από τα σύνορα του 1815. Η Ισπανία και η Νάπολη θα κυβερνώνταν από βασιλείς του Οίκου Bonaparte-Murat αντί για βασιλείς μιας άλλης γαλλικής οικογένειας, των Βουρβόνων. Το ανάκτορο του Κάσελ θα είχε καταληφθεί από έναν Γάλλο κοσμικό αργόσχολο αντί από έναν από τους περιβόητους εκλέκτορες της οικογένειας της Έσσης. Τίποτε από όλα αυτά δεν θα είχε καταστήσει ευπορότερους τους πολίτες της Γαλλίας.

Ούτε οι πολίτες της Πρωσίας αποκόμισαν οποιοδήποτε όφελος από το γεγονός ότι, το 1866, ο βασιλιάς τους εκδίωξε τους συγγενείς του από το Αννόβερο, την Έσση-Κάσελ και το Νασάου από τις πολυτελείς κατοικίες τους. Αν, όμως, ο Hitler είχε πραγματοποιήσει τα σχέδιά του, οι Γερμανοί ανέμεναν ότι θα απολάμβαναν υψηλότερο βιοτικό επίπεδο. Ήταν πεπεισμένοι ότι η εξόντωση των Γάλλων, των Πολωνών και των Τσέχων θα καθιστούσε πλουσιότερο κάθε μέλος της δικής τους φυλής. Ο αγώνας για περισσότερο Lebensraum, περισσότερο «ζωτικό χώρο», ήταν ο δικός τους πόλεμος.

If Napoleon I had reached his goal, the French Empire would have stretched far beyond the limits of 1815. Spain and Naples would have been ruled by kings of the house of Bonaparte-Murat instead of kings of another French family, the Bourbons. The palace of Kassel would have been occupied by a French playboy instead of one of the egregious Electors of the Hesse family. All these things would not have made the citizens of France more prosperous. Neither did the citizens of Prussia win anything from the fact that their king in 1866 evicted his cousins of Hanover, Hesse- Kassel and Nassau from their luxurious residences. But if Hitler had realized his plans, the Germans expected to enjoy a higher standard of living. They were confident that the annihilation of the French, the Poles, and the Czechs would make every member of their own race richer. The struggle for more Lebensraum was their own war.

13

Υπό το laissez-faire είναι δυνατή η ειρηνική συνύπαρξη πολλών κυρίαρχων εθνών. Υπό τον κυβερνητικό έλεγχο των επιχειρήσεων είναι αδύνατη. Το τραγικό σφάλμα του προέδρου Wilson ήταν ότι αγνόησε αυτό το ουσιώδες σημείο. Ο σύγχρονος ολοκληρωτικός πόλεμος δεν έχει τίποτε κοινό με τον περιορισμένο πόλεμο των παλαιών δυναστειών. Είναι πόλεμος εναντίον των εμπορικών και μεταναστευτικών φραγμών, πόλεμος των συγκριτικά υπερπληθυσμένων χωρών εναντίον των συγκριτικά υποπληθυσμένων.

Είναι πόλεμος για την κατάργηση εκείνων των θεσμών που εμποδίζουν την εμφάνιση μιας τάσης εξίσωσης των μισθών σε ολόκληρο τον κόσμο. Είναι πόλεμος των αγροτών που καλλιεργούν φτωχά εδάφη εναντίον των κυβερνήσεων που τους αποκλείουν από την πρόσβαση σε πολύ γονιμότερα εδάφη τα οποία παραμένουν ακαλλιέργητα. Είναι, εν συντομία, πόλεμος μισθωτών και αγροτών που περιγράφουν τους εαυτούς τους ως μη προνομιούχους «μη έχοντες» εναντίον των μισθωτών και των αγροτών άλλων εθνών, τους οποίους θεωρούν προνομιούχους «έχοντες».

Under laissez faire peaceful coexistence of a multitude of sovereign nations is possible. Under government control of business it is impossible. The tragic error of President Wilson was that he ignored this essential point. Modern total war has nothing in common with the limited war of the old dynasties. It is a war against trade and migration barriers, a war of the comparatively overpopulated countries against the comparatively underpopulated. It is a war to abolish those institutions which prevent the emergence of a tendency toward an equalization of wage rates all over the world. It is a war of the farmers tilling poor soil against those governments which bar them from access to much more fertile soil lying fallow. It is, in short, a war of wage earners and farmers who describe themselves as underprivileged “have-nots” against the wage earners and farmers of other nations whom they consider privileged “haves.”

14

Η αναγνώριση αυτού του γεγονότος δεν σημαίνει ότι οι νικηφόροι πόλεμοι θα εξάλειφαν πράγματι τα δεινά για τα οποία διαμαρτύρονται οι επιτιθέμενοι. Αυτές οι συγκρούσεις ζωτικών συμφερόντων μπορούν να εξαλειφθούν μόνο μέσω της γενικής και ανεπιφύλακτης αντικατάστασης των επικρατουσών αντιλήψεων περί υποτιθέμενων αγεφύρωτων αντιθέσεων μεταξύ των διαφόρων κοινωνικών, πολιτικών, θρησκευτικών, γλωσσικών και φυλετικών υποδιαιρέσεων της ανθρωπότητας από μια φιλοσοφία αμοιβαίας συνεργασίας.

The acknowledgment of this fact does not suggest that victorious wars would really do away with those evils about which the aggressors complain. Neither does it mean that there can be any question of appeasing the aggressors by removing migration barriers. As conditions are today, the Americas and Australia in admitting German, Italian, and Japanese immigrants would merely open their doors to the vanguards of hostile armies.

15

Είναι μάταιο να εναποθέτει κανείς την εμπιστοσύνη του σε συνθήκες, διασκέψεις και γραφειοκρατικούς οργανισμούς όπως η Κοινωνία των Εθνών και τα Ηνωμένα Έθνη. Οι πληρεξούσιοι, οι γραφειοκράτες και οι ειδικοί αποδεικνύονται ανίσχυροι στον αγώνα εναντίον των ιδεολογιών. Το πνεύμα της κατάκτησης δεν μπορεί να καταπνιγεί με γραφειοκρατικές διαδικασίες. Εκείνο που απαιτείται είναι η ριζική μεταβολή των ιδεολογιών και των οικονομικών πολιτικών.

It is futile to place confidence in treaties, conferences, and such bureaucratic outfits as the League of Nations and the United Nations. Plenipotentiaries, office clerks and experts make a poor show in fighting ideologies. The spirit of conquest cannot be smothered by red tape. What is needed is a radical change in ideologies and economic policies.

16

2. Ο πόλεμος και η οικονομία της αγοράς

↗ στη σελίδα του βιβλίου

2. War and the Market Economy

17

Η οικονομία της αγοράς, λένε οι σοσιαλιστές και οι παρεμβατιστές, αποτελεί στην καλύτερη περίπτωση ένα σύστημα που μπορεί να γίνεται ανεκτό σε καιρό ειρήνης. Όταν, όμως, έρχεται ο πόλεμος, μια τέτοια επιείκεια είναι ανεπίτρεπτη. Θα έθετε σε κίνδυνο τα ζωτικά συμφέροντα του έθνους αποκλειστικά προς όφελος των ιδιοτελών συμφερόντων των κεφαλαιούχων και των επιχειρηματιών. Ο πόλεμος, και οπωσδήποτε ο σύγχρονος ολοκληρωτικός πόλεμος, απαιτεί επιτακτικά κυβερνητικό έλεγχο των επιχειρήσεων.

The market economy, say the socialists and the interventionists, is at best a system that may be tolerated in peacetime. But when war comes, such indulgence is impermissible. It would jeopardize the vital interests of the nation for the sole benefit of the selfish concerns of capitalists and entrepreneurs. War, and in any case modern total war, peremptorily requires government control of business.

18

Σχεδόν κανείς δεν υπήρξε αρκετά τολμηρός ώστε να αμφισβητήσει αυτό το δόγμα. Και στους δύο Παγκοσμίους Πολέμους χρησίμευσε ως πρόσφορο πρόσχημα για αναρίθμητα μέτρα κυβερνητικής παρέμβασης στις επιχειρήσεις, τα οποία σε πολλές χώρες οδήγησαν σταδιακά σε πλήρη «πολεμικό σοσιαλισμό». Όταν έληξαν οι εχθροπραξίες, εμφανίστηκε ένα νέο σύνθημα. Η περίοδος μετάβασης από τον πόλεμο στην ειρήνη και της «αναπροσαρμογής στην ειρηνική παραγωγή», υποστηρίχθηκε, απαιτούσε ακόμη περισσότερο κυβερνητικό έλεγχο από ό,τι η περίοδος του πολέμου.

Επιπλέον, γιατί θα έπρεπε ποτέ να επιστρέψει κανείς σε ένα κοινωνικό σύστημα που μπορεί να λειτουργεί —αν πράγματι μπορεί— μόνο κατά το διάστημα μεταξύ δύο πολέμων; Η καταλληλότερη λύση θα ήταν η μόνιμη διατήρηση του κυβερνητικού ελέγχου, ώστε η χώρα να είναι δεόντως προετοιμασμένη για κάθε πιθανή κατάσταση ανάγκης.

Hardly anybody has been bold enough to challenge this dogma. It served in both World Wars as a convenient pretext for innumerable measures of government interference with business which in many countries step by step led to full “war socialism.” When the hostilities ceased, a new slogan was launched. The period of transition from war to peace and of “reconversion,” people contended, requires even more government control than the period of war. Besides, why should one ever return to a social system which can work, if at all, only in the interval between two wars? The most appropriate thing would be to cling permanently to government control in order to be duly prepared for any possible emergency.

19

Η εξέταση των προβλημάτων που αντιμετώπισαν οι Ηνωμένες Πολιτείες κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο θα καταδείξει σαφώς πόσο εσφαλμένος είναι αυτός ο συλλογισμός.

An examination of the problems which the United States had to face in the second World War will clearly show how fallacious this reasoning is.

20

Εκείνο που χρειαζόταν η Αμερική για να κερδίσει τον πόλεμο ήταν η ριζική μετατροπή όλων των παραγωγικών της δραστηριοτήτων. Έπρεπε να εξαλειφθεί κάθε μη απολύτως απαραίτητη κατανάλωση των αμάχων. Τα εργοστάσια και τα αγροκτήματα θα έπρεπε στο εξής να παράγουν μόνο την ελάχιστη ποσότητα αγαθών για μη στρατιωτική χρήση. Κατά τα λοιπά, έπρεπε να αφοσιωθούν πλήρως στον εφοδιασμό των ενόπλων δυνάμεων.

What America needed in order to win the war was a radical conversion of all its production activities. All not absolutely indispensable civilian consumption was to be eliminated. The plants and farms were henceforth to turn out only a minimum of goods for nonmilitary use. For the rest, they were to devote themselves completely to the task of supplying the armed forces.

21

Η πραγματοποίηση αυτού του προγράμματος δεν απαιτούσε την εγκαθίδρυση ελέγχων και συστημάτων προτεραιότητας. Αν η κυβέρνηση είχε συγκεντρώσει όλα τα κεφάλαια που απαιτούνταν για τη διεξαγωγή του πολέμου φορολογώντας τους πολίτες και δανειζόμενη από αυτούς, όλοι θα είχαν εξαναγκαστεί να περιορίσουν δραστικά την κατανάλωσή τους. Οι επιχειρηματίες και οι αγρότες θα είχαν στραφεί προς την παραγωγή για την κυβέρνηση, επειδή θα είχαν μειωθεί οι πωλήσεις αγαθών στους ιδιώτες πολίτες. Η κυβέρνηση, η οποία θα είχε πλέον καταστεί ο μεγαλύτερος αγοραστής στην αγορά λόγω της εισροής φόρων και δανειακών κεφαλαίων, θα μπορούσε να αποκτήσει όλα όσα επιθυμούσε.

Ακόμη και το γεγονός ότι η κυβέρνηση επέλεξε να χρηματοδοτήσει σημαντικό μέρος των πολεμικών δαπανών αυξάνοντας την ποσότητα του χρήματος σε κυκλοφορία και δανειζόμενη από τις εμπορικές τράπεζες δεν θα είχε μεταβάλει αυτή την κατάσταση. Ο πληθωρισμός θα προκαλούσε, βεβαίως, έντονη τάση ανόδου των τιμών όλων των αγαθών και υπηρεσιών. Η κυβέρνηση θα έπρεπε να καταβάλει υψηλότερες ονομαστικές τιμές. Θα παρέμενε, όμως, ο πλέον φερέγγυος αγοραστής στην αγορά. Θα μπορούσε να προσφέρει υψηλότερες τιμές από τους πολίτες, οι οποίοι, αφενός, δεν είχαν δικαίωμα να δημιουργούν τα χρήματα που χρειάζονταν και, αφετέρου, θα πιέζονταν από τεράστιους φόρους.

The realization of this program did not require the establishment of controls and priorities. If the government had raised all the funds needed for the conduct of war by taxing the citizens and by borrowing from them, everybody would have been forced to cut down his consumption drastically. The entrepreneurs and farmers would have turned toward production for the government because the sale of goods to private citizens would have dropped. The government, now by virtue of the inflow of taxes and borrowed money the biggest buyer on the market, would have been in a position to obtain all it wanted. Even the fact that the government chose to finance a considerable part of the war expenditure by increasing the quantity of money in circulation and by borrowing from the commercial banks would not have altered this state of affairs. The inflation must, of course, bring about a marked tendency toward a rise in the prices of all goods and services. The government would have had to pay higher nominal prices. But it would still have been the most solvent buyer on the market. It would have been possible for it to outbid the citizens who on the one hand had not the right of manufacturing the money they needed and on the other hand would have been squeezed by enormous taxes.

22

Η κυβέρνηση, όμως, υιοθέτησε σκόπιμα μια πολιτική που αναγκαστικά της στέρησε τη δυνατότητα να βασιστεί στη λειτουργία της ανεμπόδιστης αγοράς. Κατέφυγε στον έλεγχο των τιμών και κατέστησε παράνομη την αύξηση των τιμών των εμπορευμάτων. Επιπλέον, καθυστέρησε πολύ να φορολογήσει τα εισοδήματα που είχαν διογκωθεί από τον πληθωρισμό. Υποχώρησε απέναντι στην αξίωση των συνδικάτων να διατηρηθούν οι καθαροί πραγματικοί μισθοί των εργαζομένων σε ύψος που θα τους επέτρεπε να διαφυλάξουν κατά τη διάρκεια του πολέμου το προπολεμικό βιοτικό τους επίπεδο.

Στην πραγματικότητα, η πολυπληθέστερη τάξη του έθνους, εκείνη που σε καιρό ειρήνης κατανάλωνε το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής ποσότητας των καταναλισκόμενων αγαθών, διέθετε τόσο περισσότερα χρήματα ώστε η αγοραστική και καταναλωτική της δύναμη ήταν μεγαλύτερη από ό,τι σε καιρό ειρήνης. Οι μισθωτοί —και, σε κάποιον βαθμό, οι αγρότες και οι ιδιοκτήτες εργοστασίων που παρήγαν για την κυβέρνηση— θα είχαν ματαιώσει τις κυβερνητικές προσπάθειες κατεύθυνσης των βιομηχανιών προς την παραγωγή πολεμικού υλικού. Θα παρακινούσαν τις επιχειρήσεις να παράγουν περισσότερα, και όχι λιγότερα, από εκείνα τα αγαθά που σε καιρό πολέμου θεωρούνται περιττές πολυτέλειες.

Αυτή η ακριβώς η συνθήκη εξανάγκασε την κυβέρνηση να καταφύγει στα συστήματα προτεραιοτήτων και διανομής με δελτίο. Οι ανεπάρκειες των μεθόδων που υιοθετήθηκαν για τη χρηματοδότηση των πολεμικών δαπανών κατέστησαν αναγκαίο τον κυβερνητικό έλεγχο των επιχειρήσεων. Αν δεν είχε προκληθεί πληθωρισμός και αν η φορολογία είχε περιορίσει το μετά φόρων εισόδημα όλων των πολιτών —και όχι μόνο όσων απολάμβαναν υψηλότερα εισοδήματα— σε ένα κλάσμα των εισοδημάτων τους κατά την περίοδο της ειρήνης, αυτοί οι έλεγχοι θα ήταν περιττοί. Η αποδοχή της θεωρίας ότι το πραγματικό εισόδημα των μισθωτών έπρεπε σε καιρό πολέμου να είναι ακόμη υψηλότερο από ό,τι σε καιρό ειρήνης κατέστησε αυτούς τους ελέγχους αναπόφευκτους.

But the government deliberately adopted a policy which was bound to make it impossible for it to rely upon the operation of the unhampered market. It resorted to price control and made it illegal to raise commodity prices. Furthermore it was very slow in taxing the incomes swollen by the inflation. It surrendered to the claim of the unions that the workers’ real take-home wages should be kept at a height which would enable them to preserve in the war their prewar standard of living. In fact, the most numerous class of the nation, the class which in peacetime consumed the greatest part of the total amount of goods consumed, had so much more money in their pockets that their power to buy and to consume was greater than in peacetime. The wage earners—and to some extent also the farmers and the owners of plants producing for the government—would have frustrated the government’s endeavors to direct industries toward the production of war materials. They would have induced business to produce more, not less, of those goods which in wartime are considered superfluous luxuries. It was this circumstance that forced the Administration to resort to the systems of priorities and of rationing. The shortcomings of the methods adopted for financing war expenditure made government control of business necessary. If no inflation had been made and if taxation had cut down the income (after taxes) of all citizens, not only of those enjoying higher incomes, to a fraction of their peacetime revenues, these controls would have been supererogatory. The endorsement of the doctrine that the wage earners’ real income must in wartime be even higher than in peacetime made them unavoidable.

23

Εκείνα που παρήγαγαν τα αγαθά τα οποία επέτρεψαν στις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις να κερδίσουν τον πόλεμο και να παράσχουν όλον τον υλικό εξοπλισμό που χρειάζονταν οι σύμμαχοί τους για τη συνεργασία τους δεν ήταν τα κυβερνητικά διατάγματα και η γραφειοκρατική εργασία των πολυάριθμων ανθρώπων που μισθοδοτούνταν από την κυβέρνηση, αλλά οι προσπάθειες της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας. Ο οικονομολόγος δεν συνάγει τίποτε από αυτά τα ιστορικά γεγονότα. Είναι, όμως, σκόπιμο να αναφερθούν, επειδή οι παρεμβατιστές θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι ένα διάταγμα που απαγορεύει τη χρησιμοποίηση χάλυβα για την κατασκευή πολυκατοικιών παράγει αυτομάτως αεροπλάνα και πολεμικά πλοία.

Not government decrees and the paper work of hosts of people on the government’s payroll, but the efforts of private enterprise produced those goods which enabled the American armed forces to win the war and to provide all the material equipment its allies needed for their cooperation. The economist does not infer anything from these historical facts. But it is expedient to mention them as the interventionists would have us believe that a decree prohibiting the employment of steel for the construction of apartment houses automatically produces airplanes and battleships.

24

Η προσαρμογή των παραγωγικών δραστηριοτήτων σε μια μεταβολή της ζήτησης των καταναλωτών αποτελεί την πηγή των κερδών. Όσο μεγαλύτερη είναι η απόκλιση μεταξύ της προηγούμενης κατάστασης των παραγωγικών δραστηριοτήτων και εκείνης που ανταποκρίνεται στη νέα διάρθρωση της ζήτησης, τόσο μεγαλύτερες προσαρμογές απαιτούνται και τόσο μεγαλύτερα κέρδη αποκομίζουν όσοι επιτυγχάνουν καλύτερα να πραγματοποιήσουν αυτές τις προσαρμογές. Η αιφνίδια μετάβαση από την ειρήνη στον πόλεμο μεταβάλλει ριζικά τη διάρθρωση της αγοράς, καθιστά απαραίτητες ριζικές αναπροσαρμογές και, έτσι, γίνεται για πολλούς πηγή υψηλών κερδών.

Οι σχεδιαστές και οι παρεμβατιστές θεωρούν τέτοια κέρδη σκάνδαλο. Κατά την άποψή τους, πρώτο καθήκον της κυβέρνησης σε καιρό πολέμου είναι να εμποδίσει την εμφάνιση νέων εκατομμυριούχων. Είναι άδικο, λένε, να επιτρέπεται σε ορισμένους ανθρώπους να γίνονται πλουσιότεροι, ενώ άλλοι σκοτώνονται ή ακρωτηριάζονται.

The adjustment of production activities to a change in the demand of consumers is the source of profits. The greater the discrepancy between the previous state of production activities and that agreeing with the new structure of demand, the greater adjustments are required and the greater profits are earned by those who succeed best in accomplishing these adjustments. The sudden transition from peace to war revolutionizes the structure of the market, makes radical readjustments indispensable and thus becomes for many a source of high profits. The planners and interventionists regard such profits as a scandal. As they see it, the first duty of government in time of war is to prevent the emergence of new millionaires. It is, they say, unfair to let some people become richer while other people are killed or maimed.

25

Τίποτε δεν είναι δίκαιο στον πόλεμο. Δεν είναι δίκαιο ότι ο Θεός τάσσεται με τα μεγάλα τάγματα και ότι εκείνοι που είναι καλύτερα εξοπλισμένοι νικούν τους ανεπαρκώς εξοπλισμένους αντιπάλους τους. Δεν είναι δίκαιο ότι εκείνοι που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή χύνουν ανώνυμα το αίμα της ζωής τους, ενώ οι διοικητές, άνετα εγκατεστημένοι στα επιτελεία εκατοντάδες μίλια πίσω από τα χαρακώματα, αποκτούν δόξα και φήμη. Δεν είναι δίκαιο ότι ο John σκοτώνεται και ο Mark μένει ανάπηρος για ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή του, ενώ ο Paul επιστρέφει στην πατρίδα σώος και αβλαβής και απολαμβάνει όλα τα προνόμια που παραχωρούνται στους βετεράνους.

Nothing is fair in war. It is not just that God is for the big battalions and that those who are better equipped defeat poorly equipped adversaries. It is not just that those in the front line shed their life-blood in obscurity, while the commanders, comfortably located in headquarters hundreds of miles behind the trenches, gain glory and fame. It is not just that John is killed and Mark crippled for the rest of his life, while Paul returns home safe and sound and enjoys all the privileges accorded to veterans.

26

Μπορεί να γίνει δεκτό ότι δεν είναι «δίκαιο» να αυξάνει ο πόλεμος τα κέρδη εκείνων των επιχειρηματιών που συμβάλλουν περισσότερο στον εξοπλισμό των ενόπλων δυνάμεων. Θα ήταν, όμως, ανόητο να αμφισβητηθεί ότι το σύστημα του κέρδους παράγει τα καλύτερα όπλα. Δεν ήταν η σοσιαλιστική Ρωσία εκείνη που ενίσχυσε την καπιταλιστική Αμερική μέσω του προγράμματος δανεισμού και εκμίσθωσης· οι Ρώσοι είχαν υποστεί οικτρές ήττες προτού πέσουν στη Γερμανία οι βόμβες αμερικανικής κατασκευής και προτού λάβουν τα όπλα που παρήγαγαν οι μεγάλες αμερικανικές επιχειρήσεις.

Το σημαντικότερο ζήτημα στον πόλεμο δεν είναι να αποτραπεί η εμφάνιση υψηλών κερδών, αλλά να εξοπλιστούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο οι στρατιώτες και οι ναύτες της χώρας. Οι χειρότεροι εχθροί ενός έθνους είναι εκείνοι οι κακόβουλοι δημαγωγοί που δίνουν προτεραιότητα στον φθόνο τους έναντι των ζωτικών συμφερόντων του εθνικού αγώνα.

It may be admitted that it is not “fair” that war enhances the profits of those entrepreneurs who contribute best to the equipment of the fighting forces. But it would be foolish to deny that the profit system produces the best weapons. It was not socialist Russia that aided capitalist America with lend-lease; the Russians were lamentably defeated before American-made bombs fell on Germany and before they got the arms manufactured by American big business. The most important thing in war is not to avoid the emergence of high profits, but to give the best equipment to one’s own country’s soldiers and sailors. The worst enemies of a nation are those malicious demagogues who would give their envy precedence over the vital interests of their nation’s cause.

27

Βεβαίως, μακροπρόθεσμα, ο πόλεμος και η διατήρηση της οικονομίας της αγοράς είναι ασυμβίβαστα. Ο καπιταλισμός αποτελεί ουσιαστικά σύστημα για ειρηνικά έθνη. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ένα έθνος που εξαναγκάζεται να αποκρούσει ξένους επιτιθέμενους πρέπει να αντικαταστήσει την ιδιωτική επιχειρηματικότητα με τον κυβερνητικό έλεγχο. Αν το έπραττε, θα στερούσε από τον εαυτό του το αποτελεσματικότερο μέσο άμυνας. Δεν υπάρχει ιστορικό παράδειγμα σοσιαλιστικού έθνους που νίκησε καπιταλιστικό έθνος. Παρά τον τόσο εξυμνημένο πολεμικό τους σοσιαλισμό, οι Γερμανοί ηττήθηκαν και στους δύο Παγκοσμίους Πολέμους.

Of course, in the long run war and the preservation of the market economy are incompatible. Capitalism is essentially a scheme for peaceful nations. But this does not mean that a nation which is forced to repel foreign aggressors must substitute government control for private enterprise. If it were to do this, it would deprive itself of the most efficient means of defense. There is no record of a socialist nation which defeated a capitalist nation. In spite of their much glorified war socialism, the Germans were defeated in both World Wars.

28

Το πραγματικό νόημα της ασυμβατότητας μεταξύ πολέμου και καπιταλισμού είναι ότι ο πόλεμος είναι ασυμβίβαστος με τον υψηλό πολιτισμό. Αν η αποτελεσματικότητα του καπιταλισμού κατευθύνεται από τις κυβερνήσεις προς την παραγωγή μέσων καταστροφής, η εφευρετικότητα της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας παράγει όπλα αρκετά ισχυρά ώστε να καταστρέψουν τα πάντα. Εκείνο ακριβώς που καθιστά τον πόλεμο και τον καπιταλισμό ασυμβίβαστους είναι η απαράμιλλη αποτελεσματικότητα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

What the incompatibility of war and capitalism really means is that war and high civilization are incompatible. If the efficiency of capitalism is directed by governments toward the output of instruments of destruction, the ingenuity of private business turns out weapons which are powerful enough to destroy everything. What makes war and capitalism incompatible with one another is precisely the unparalleled efficiency of the capitalist mode of production.

29

Η οικονομία της αγοράς, υποκείμενη στην κυριαρχία των επιμέρους καταναλωτών, παράγει αγαθά που καθιστούν τη ζωή του ατόμου περισσότερο ευχάριστη. Ικανοποιεί τη ζήτηση του ατόμου για περισσότερες ανέσεις. Αυτό ακριβώς κατέστησε τον καπιταλισμό αξιοκαταφρόνητο στα μάτια των αποστόλων της βίας. Λάτρευαν τον «ήρωα», τον καταστροφέα και φονέα, και περιφρονούσαν τον αστό και τη «νοοτροπία μικροπωλητή» που τον χαρακτήριζε, κατά τη διατύπωση του Sombart. Τώρα η ανθρωπότητα θερίζει τους καρπούς που ωρίμασαν από τους σπόρους τους οποίους έσπειραν αυτοί οι άνθρωποι.

The market economy, subject to the sovereignty of the individual consumers, turns out products which make the individual’s life more agreeable. It caters to the individual’s demand for more comfort. It is this that made capitalism despicable in the eyes of the apostles of violence. They worshiped the “hero,” the destroyer and killer, and despised the bourgeois and his “peddler mentality” (Sombart). Now mankind is reaping the fruits which ripened from the seeds sown by these men.

30

3. Πόλεμος και αυτάρκεια

↗ στη σελίδα του βιβλίου

3. War and Autarky

31

Αν ένας οικονομικά αυτάρκης άνθρωπος αρχίσει πόλεμο εναντίον ενός άλλου αυτάρκους ανθρώπου, δεν ανακύπτουν ειδικά προβλήματα «πολεμικής οικονομίας». Αν, όμως, ο ράφτης πολεμήσει εναντίον του αρτοποιού, πρέπει στο εξής να παράγει μόνος του το ψωμί του. Αν αμελήσει να το πράξει, θα περιέλθει σε δυσχερή θέση νωρίτερα από τον αντίπαλό του, τον αρτοποιό. Διότι ο αρτοποιός μπορεί να περιμένει περισσότερο για ένα καινούργιο ένδυμα από όσο μπορεί να περιμένει ο ράφτης για φρέσκο ψωμί. Επομένως, το οικονομικό πρόβλημα της διεξαγωγής πολέμου είναι διαφορετικό για τον αρτοποιό και διαφορετικό για τον ράφτη.

If an economically self-sufficient man starts a feud against another autarkic man, no specific problems of “war-economy” arise. But if the tailor goes to war against the baker, he must henceforth produce his bread for himself. If he neglects to do this, he will be in distress sooner than his adversary, the baker. For the baker can wait longer for a new suit than the tailor can for fresh bread. The economic problem of making war is therefore different for the baker and for the tailor.

32

Ο διεθνής καταμερισμός της εργασίας αναπτύχθηκε υπό την παραδοχή ότι δεν θα υπήρχαν πλέον πόλεμοι. Στη φιλοσοφία της Σχολής του Μάντσεστερ, το ελεύθερο εμπόριο και η ειρήνη θεωρούνταν αμοιβαία αλληλοεξαρτώμενα. Οι επιχειρηματίες που κατέστησαν διεθνές το εμπόριο δεν έλαβαν υπόψη το ενδεχόμενο νέων πολέμων.

The international division of labor was developed under the assumption that there would no longer be wars. In the philosophy of the Manchester School free trade and peace were seen as mutually conditioning one another. The businessmen who made trade international did not consider the possibility of new wars.

33

Ούτε τα γενικά επιτελεία και οι μελετητές της πολεμικής τέχνης έδωσαν προσοχή στη μεταβολή των συνθηκών που επέφερε ο διεθνής καταμερισμός της εργασίας. Η μέθοδος της στρατιωτικής επιστήμης συνίσταται στην εξέταση της εμπειρίας των πολέμων του παρελθόντος και στη συναγωγή γενικών κανόνων από αυτήν. Ακόμη και η σχολαστικότερη μελέτη των εκστρατειών του Turenne και του Ναπολέοντα Α΄ δεν μπορούσε να υποδείξει την ύπαρξη ενός προβλήματος που δεν υπήρχε σε εποχές κατά τις οποίες πρακτικά δεν υφίστατο διεθνής καταμερισμός της εργασίας.

Nor did general staffs and students of the art of warfare pay any attention to the change in conditions which international division of labor brought about. The method of military science consists in examining the experience of wars fought in the past and in abstracting general rules from it. Even the most scrupulous occupation with the campaigns of Turenne and Napoleon I could not suggest the existence of a problem which was not present in ages in which there was practically no international division of labor.

34

Οι Ευρωπαίοι στρατιωτικοί εμπειρογνώμονες υποτίμησαν τη μελέτη του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου. Κατά την άποψή τους, αυτός ο πόλεμος δεν είχε διδακτική αξία. Διεξήχθη από στρατούς ατάκτων, τους οποίους διοικούσαν μη επαγγελματίες στρατιωτικοί. Πολίτες όπως ο Lincoln παρενέβαιναν στη διεξαγωγή των επιχειρήσεων. Πίστευαν ότι ελάχιστα μπορούσαν να διδαχθούν από αυτή την εμπειρία.

Στον Εμφύλιο Πόλεμο, όμως, τα προβλήματα του διαπεριφερειακού καταμερισμού της εργασίας διαδραμάτισαν για πρώτη φορά αποφασιστικό ρόλο. Ο Νότος ήταν κατά κύριο λόγο γεωργικός· οι μεταποιητικές του βιομηχανίες ήταν αμελητέες. Οι Συνομόσπονδοι εξαρτώνταν από την προμήθεια βιομηχανικών προϊόντων από την Ευρώπη. Επειδή οι ναυτικές δυνάμεις της Ένωσης ήταν αρκετά ισχυρές ώστε να αποκλείσουν τις ακτές τους, σύντομα άρχισαν να στερούνται τον αναγκαίο εξοπλισμό.

The European military experts slighted the study of the American Civil War. In their eyes this war was not instructive. It was fought by armies of irregulars led by nonprofessional commanders. Civilians like Lincoln interfered with the conduct of the operations. Little, they believed, could be learned from this experience. But it was in the Civil War that, for the first time, problems of the interregional division of labor played the decisive role. The South was predominantly agricultural; its processing industries were negligible. The Confederates depended on the supply of manufactures from Europe. As the naval forces of the Union were strong enough to blockade their coast, they soon began to lack needed equipment.

35

Οι Γερμανοί αντιμετώπισαν την ίδια κατάσταση και στους δύο Παγκοσμίους Πολέμους. Εξαρτώνταν από τον εφοδιασμό με τρόφιμα και πρώτες ύλες από υπερπόντιες χώρες. Δεν μπορούσαν, όμως, να διασπάσουν τον βρετανικό αποκλεισμό. Και στους δύο πολέμους, το αποτέλεσμα κρίθηκε στις μάχες του Ατλαντικού. Οι Γερμανοί ηττήθηκαν επειδή απέτυχαν στις προσπάθειές τους να αποκόψουν τις Βρετανικές Νήσους από την πρόσβαση στην παγκόσμια αγορά και επειδή δεν κατόρθωσαν οι ίδιοι να διασφαλίσουν τις δικές τους θαλάσσιες γραμμές εφοδιασμού. Το στρατηγικό πρόβλημα καθοριζόταν από τις συνθήκες του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας.

The Germans in both World Wars had to face the same situation. They depended on the supply of foodstuffs and raw materials from overseas. But they could not run the British blockade. In both wars the outcome was decided by the battles of the Atlantic. The Germans lost because they failed in their efforts to cut off the British Isles from access to the world market and could not themselves safeguard their own maritime supply lines. The strategical problem was determined by the conditions of the international division of labor.

36

Οι Γερμανοί πολεμοκάπηλοι επιδίωκαν να υιοθετήσουν πολιτικές οι οποίες, όπως ήλπιζαν, θα επέτρεπαν στη Γερμανία να διεξαγάγει πόλεμο παρά το μειονέκτημα που δημιουργούσε η κατάστασή της στο εξωτερικό εμπόριο. Η πανάκειά τους ήταν το Ersatz, το υποκατάστατο.

The German warmongers were intent upon adopting policies which, as they hoped, could make it possible for Germany to wage a war in spite of the handicap of the foreign trade situation. Their panacea was Ersatz, the substitute.

37

Υποκατάστατο είναι ένα αγαθό το οποίο είναι είτε λιγότερο κατάλληλο είτε ακριβότερο, είτε ταυτόχρονα λιγότερο κατάλληλο και ακριβότερο, από το κατάλληλο αγαθό που προορίζεται να αντικαταστήσει. Όποτε η τεχνολογία επιτυγχάνει να παραγάγει ή να ανακαλύψει κάτι που είναι είτε καταλληλότερο είτε φθηνότερο από το πράγμα που χρησιμοποιούνταν προηγουμένως, αυτό το νέο πράγμα αποτελεί τεχνολογική καινοτομία· είναι βελτίωση και όχι Ersatz. Ουσιώδες γνώρισμα του Ersatz, όπως χρησιμοποιείται ο όρος στην οικονομικοστρατιωτική θεωρία, είναι η κατώτερη ποιότητα ή το υψηλότερο κόστος ή και τα δύο μαζί.2

A substitute is a good which is either less suitable or more expensive or both less suitable and more expensive than the proper good which it is designed to replace. Whenever technology succeeds in manufacturing or discovering something which is either more suitable or cheaper than the thing previously used, this new thing represents a technological innovation; it is improvement and not Ersatz. The essential feature of Ersatz, as this term is employed in the economico-military doctrine, is inferior quality or higher costs or both together.[2]

38

Η Wehrwirtschaftslehre, η γερμανική θεωρία της πολεμικής οικονομίας, υποστηρίζει ότι ούτε το κόστος παραγωγής ούτε η ποιότητα έχουν σημασία σε ζητήματα πολέμου. Οι επιχειρήσεις που επιδιώκουν το κέρδος ενδιαφέρονται για το κόστος παραγωγής και για την ποιότητα των προϊόντων. Το ηρωικό πνεύμα, όμως, μιας ανώτερης φυλής δεν ενδιαφέρεται για τέτοια φάσματα της κερδοσκοπικής νοοτροπίας. Το μόνο που έχει σημασία είναι η πολεμική ετοιμότητα. Ένα πολεμοχαρές έθνος πρέπει να αποβλέπει στην αυτάρκεια, ώστε να είναι ανεξάρτητο από το εξωτερικό εμπόριο. Πρέπει να ενθαρρύνει την παραγωγή υποκατάστατων, ανεξάρτητα από τις μαμωνικές εκτιμήσεις. Δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς πλήρη κυβερνητικό έλεγχο της παραγωγής, επειδή η ιδιοτέλεια των επιμέρους πολιτών θα ματαίωνε τα σχέδια του ηγέτη. Ακόμη και σε καιρό ειρήνης, πρέπει να ανατίθεται οικονομική δικτατορία στον αρχιστράτηγο.

The Wehrwirtschaftslehre, the German doctrine of the economics of war, contends that neither cost of production nor quality are important in matters of warfare. Profit-seeking business is concerned with costs of production and with the quality of the products. But the heroic spirit of a superior race does not care about such specters of the acquisitive mind. What counts alone is war preparedness. A warlike nation must aim at autarky in order to be independent of foreign trade. It must foster the production of substitutes irrespective of mammonist considerations. It cannot do without full government control of production because the selfishness of the individual citizens would thwart the plans of the leader.

Even in peacetime the commander-in-chief must be entrusted with economic dictatorship.

39

Και τα δύο θεωρήματα της θεωρίας του Ersatz είναι εσφαλμένα.

Πρώτον, δεν είναι αληθές ότι η ποιότητα και η καταλληλότητα του υποκατάστατου δεν έχουν σημασία. Αν οι στρατιώτες στέλνονται στη μάχη ανεπαρκώς σιτισμένοι και εξοπλισμένοι με όπλα κατασκευασμένα από υλικά κατώτερης ποιότητας, μειώνονται οι πιθανότητες νίκης. Οι επιχειρήσεις τους θα είναι λιγότερο επιτυχείς και οι απώλειές τους βαρύτερες. Η επίγνωση της τεχνικής κατωτερότητάς τους θα επιβαρύνει το ηθικό τους. Το Ersatz θέτει σε κίνδυνο τόσο την υλική ισχύ όσο και το ηθικό ενός στρατού.

Both theorems of the Ersatz doctrine are fallacious. First, it is not true that the quality and suitability of the substitute are of no importance. If soldiers are sent into battle badly nourished and equipped with weapons made of inferior material, the chances for victory are impaired. Their action will be less successful, and they will suffer heavier casualties. The awareness of their technical inferiority will weigh on their minds. Ersatz jeopardizes both the material strength and the morale of an army.

40

Εξίσου εσφαλμένο είναι το θεώρημα ότι το υψηλότερο κόστος παραγωγής των υποκατάστατων δεν έχει σημασία. Υψηλότερο κόστος παραγωγής σημαίνει ότι πρέπει να δαπανηθούν περισσότερη εργασία και περισσότεροι υλικοί συντελεστές παραγωγής για να επιτευχθεί το ίδιο αποτέλεσμα που ο αντίπαλος, παράγοντας το κατάλληλο προϊόν, επιτυγχάνει με μικρότερη δαπάνη. Ισοδυναμεί με κατασπατάληση σπάνιων συντελεστών παραγωγής, τόσο υλικών μέσων όσο και ανθρώπινου δυναμικού.

Μια τέτοια σπατάλη οδηγεί, σε καιρό ειρήνης, στη μείωση του βιοτικού επιπέδου και, σε καιρό πολέμου, στον περιορισμό της προσφοράς αγαθών που απαιτούνται για τη διεξαγωγή των επιχειρήσεων. Με το σημερινό επίπεδο της τεχνολογικής γνώσης, αποτελεί μικρή μόνο υπερβολή να πούμε ότι τα πάντα μπορούν να παραχθούν από οτιδήποτε. Εκείνο, όμως, που έχει σημασία είναι να επιλεγούν, από το τεράστιο πλήθος των δυνατών μεθόδων, εκείνες με τις οποίες επιτυγχάνεται η υψηλότερη παραγωγή ανά μονάδα εισροής. Κάθε απόκλιση από αυτή την αρχή επιφέρει από μόνη της την κύρωσή της. Οι συνέπειες είναι εξίσου επιζήμιες στον πόλεμο όσο και στην ειρήνη.

No less incorrect is the theorem that the higher costs of production of the substitutes do not count. Higher costs of production mean that more labor and more material factors of production must be expended in order to achieve the same effect which the adversary, producing the proper product, attains with a lower expenditure. It is tantamount to squandering scarce factors of production, material and manpower. Such waste under conditions of peace results in lowering the standard of living, and under conditions of war in cutting down the supply of goods needed for the conduct of operations. In the present state of technological knowledge it is only a slight exaggeration to say that everything can be produced out of anything. But what matters is to pick out from the great multitude of possible methods those with which output is highest per unit of input. Any deviation from this principle penalizes itself. The consequences in war are as bad as they are in peace.

41

Σε μια χώρα όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η οποία εξαρτάται σε συγκριτικά αμελητέο μόνο βαθμό από την εισαγωγή πρώτων υλών από το εξωτερικό, είναι δυνατόν να βελτιωθεί η πολεμική ετοιμότητα μέσω της παραγωγής υποκατάστατων, όπως το συνθετικό καουτσούκ. Οι δυσμενείς συνέπειες θα ήταν μικρές σε σύγκριση με τα ευεργετικά αποτελέσματα.

Μια χώρα, όμως, όπως η Γερμανία έσφαλε σοβαρά όταν υπέθεσε ότι θα μπορούσε να επικρατήσει χρησιμοποιώντας συνθετική βενζίνη, συνθετικό καουτσούκ, υποκατάστατα υφάσματα και υποκατάστατα λίπη. Και στους δύο Παγκοσμίους Πολέμους, η Γερμανία βρισκόταν στη θέση του ράφτη που πολεμούσε εναντίον του ανθρώπου ο οποίος τον προμήθευε με ψωμί. Παρά την κτηνωδία τους, οι ναζί δεν μπορούσαν να μεταβάλουν αυτό το γεγονός.

In a country like the United States, which depends only to a comparatively negligible extent on the importation of raw materials from abroad, it is possible to improve the state of war preparedness by resorting to the production of substitutes such as synthetic rubber. The disadvantageous effects would be small when weighed against the beneficial effects. But a country like Germany was badly mistaken in the assumption that it could conquer with synthetic gasoline, synthetic rubber, Ersatz textiles and Ersatz fats. In both World Wars Germany was in the position of the tailor fighting against the man who supplies him with bread. With all their brutality the Nazis could not alter this fact.

42

4. Η ματαιότητα του πολέμου

↗ στη σελίδα του βιβλίου

4. The Futility of War

43

Εκείνο που διακρίνει τον άνθρωπο από τα ζώα είναι η κατανόηση των πλεονεκτημάτων που μπορούν να προκύψουν από τη συνεργασία υπό τον καταμερισμό της εργασίας. Ο άνθρωπος περιορίζει το έμφυτο επιθετικό του ένστικτο προκειμένου να συνεργάζεται με άλλα ανθρώπινα όντα. Όσο περισσότερο επιθυμεί να βελτιώσει την υλική του ευημερία, τόσο περισσότερο πρέπει να επεκτείνει το σύστημα του καταμερισμού της εργασίας. Ταυτόχρονα, πρέπει να περιορίζει ολοένα περισσότερο το πεδίο εντός του οποίου καταφεύγει σε στρατιωτική δράση. Η εμφάνιση του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας απαιτεί την πλήρη κατάργηση του πολέμου. Αυτή είναι η ουσία της φιλοσοφίας του laissez-faire της Σχολής του Μάντσεστερ.

What distinguishes man from animals is the insight into the advantages that can be derived from cooperation under the division of labor. Man curbs his innate instinct of aggression in order to cooperate with other human beings. The more he wants to improve his material well-being, the more he must expand the system of the division of labor. Concomitantly he must more and more restrict the sphere in which he resorts to military action. The emergence of the international division of labor requires the total abolition of war. Such is the essence of the laissez-faire philosophy of Manchester.

44

Η φιλοσοφία αυτή είναι, βεβαίως, ασυμβίβαστη με την κρατολατρία. Στο πλαίσιό της, το κράτος, ο κοινωνικός μηχανισμός βίαιης επιβολής, είναι επιφορτισμένο με την προστασία της ομαλής λειτουργίας της οικονομίας της αγοράς από τις επιθέσεις αντικοινωνικών ατόμων και συμμοριών. Η λειτουργία του είναι απαραίτητη και ευεργετική, αλλά είναι μόνο επικουρική. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να ειδωλοποιείται η αστυνομική εξουσία και να της αποδίδονται παντοδυναμία και παντογνωσία.

Υπάρχουν πράγματα τα οποία ασφαλώς δεν μπορεί να επιτύχει. Δεν μπορεί να εξαφανίσει ως διά μαγείας τη σπανιότητα των συντελεστών παραγωγής· δεν μπορεί να καταστήσει τους ανθρώπους ευπορότερους· δεν μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα της εργασίας. Το μόνο που μπορεί να επιτύχει είναι να εμποδίσει τους κακοποιούς να ματαιώσουν τις προσπάθειες εκείνων των ανθρώπων που αποβλέπουν στην προαγωγή της υλικής ευημερίας.

This philosophy is, of course, incompatible with statolatry. In its context the state, the social apparatus of violent oppression, is entrusted with the protection of the smooth operation of the market economy against the onslaughts of antisocial individuals and gangs. Its function is indispensable and beneficial, but it is an ancillary function only. There is no reason to idolize the police power and ascribe to it omnipotence and omniscience. There are things which it can certainly not accomplish. It cannot conjure away the scarcity of the factors of production, it cannot make people more prosperous, it cannot raise the productivity of labor. All it can achieve is to prevent gangsters from frustrating the efforts of those people who are intent upon promoting material well-being.

45

Η φιλελεύθερη φιλοσοφία του Bentham και του Bastiat δεν είχε ακόμη ολοκληρώσει το έργο της για την εξάλειψη των εμπορικών φραγμών και της κυβερνητικής ανάμειξης στις επιχειρήσεις, όταν άρχισε να ασκεί επιρροή η κίβδηλη θεολογία του θεϊκού κράτους. Οι προσπάθειες βελτίωσης των συνθηκών των μισθωτών και των μικρών αγροτών μέσω κυβερνητικών διαταγμάτων κατέστησαν αναγκαία τη σταδιακή χαλάρωση των δεσμών που συνέδεαν την εγχώρια οικονομία κάθε χώρας με τις οικονομίες των άλλων χωρών.

Ο οικονομικός εθνικισμός, το αναγκαίο συμπλήρωμα του εγχώριου παρεμβατισμού, βλάπτει τα συμφέροντα των ξένων λαών και, έτσι, δημιουργεί διεθνείς συγκρούσεις. Υποβάλλει την ιδέα της διόρθωσης αυτής της μη ικανοποιητικής κατάστασης μέσω του πολέμου. Γιατί να ανεχθεί ένα ισχυρό έθνος την πρόκληση ενός λιγότερο ισχυρού έθνους; Δεν αποτελεί θρασύτητα εκ μέρους της μικρής Λαπουτανίας το να βλάπτει τους πολίτες της μεγάλης Ρουριτανίας μέσω τελωνειακών δασμών, μεταναστευτικών φραγμών, συναλλαγματικών ελέγχων, ποσοτικών περιορισμών του εμπορίου και απαλλοτρίωσης των ρουριτανικών επενδύσεων στη Λαπουτανία; Δεν θα ήταν εύκολο για τον στρατό της Ρουριτανίας να συντρίψει τις αξιοκαταφρόνητες δυνάμεις της Λαπουτανίας;

The liberal philosophy of Bentham and Bastiat had not yet completed its work of removing trade barriers and government meddling with business when the counterfeit theology of the divine state began to take effect. Endeavors to improve the conditions of wage earners and small farmers by government decree made it necessary to loosen more and more the ties which connected each country’s domestic economy with those of other countries. Economic nationalism, the necessary complement of domestic interventionism, hurts the interests of foreign peoples and thus creates international conflict. It suggests the idea of amending this unsatisfactory state of affairs by war. Why should a powerful nation tolerate the challenge of a less powerful nation? Is it not insolence on the part of small Laputania to injure the citizens of big Ruritania by customs, migration barriers, foreign exchange control, quantitative trade restrictions, and expropriation of Ruritanian investments in Laputania? Would it not be easy for the army of Ruritania to crush Laputania’s contemptible forces?

46

Αυτή ήταν η ιδεολογία των Γερμανών, Ιταλών και Ιαπώνων πολεμοκάπηλων. Πρέπει να παραδεχθούμε ότι ήταν συνεπείς από τη σκοπιά των νέων «ανορθόδοξων» διδασκαλιών. Ο παρεμβατισμός γεννά τον οικονομικό εθνικισμό και ο οικονομικός εθνικισμός γεννά την πολεμικότητα. Αν εμποδίζονται οι άνθρωποι και τα εμπορεύματα να διασχίσουν τα σύνορα, γιατί να μην επιχειρήσουν οι στρατοί να τους ανοίξουν τον δρόμο;

Such was the ideology of the German, Italian, and Japanese warmongers. It must be admitted that they were consistent from the point of view of the new “unorthodox” teachings. Interventionism generates economic nationalism, and economic nationalism generates bellicosity. If men and commodities are prevented from crossing the borderlines, why should not the armies try to pave the way for them?

47

Από την ημέρα κατά την οποία η Ιταλία επιτέθηκε, το 1911, στην Τουρκία, οι πολεμικές συγκρούσεις υπήρξαν αδιάκοπες. Σχεδόν πάντοτε υπήρχαν πυροβολισμοί σε κάποιο μέρος του κόσμου. Οι συνθήκες ειρήνης που συνάπτονταν δεν ήταν στην πραγματικότητα παρά συμφωνίες ανακωχής. Επιπλέον, αφορούσαν μόνο τους στρατούς των μεγάλων δυνάμεων. Ορισμένα από τα μικρότερα έθνη βρίσκονταν πάντοτε σε πόλεμο. Υπήρχαν επίσης εμφύλιοι πόλεμοι και επαναστάσεις, εξίσου ολέθριοι.

From the day when Italy, in 1911, fell upon Turkey fighting was continual. There was almost always shooting somewhere in the world. The peace treaties concluded were virtually merely armistice agreements. Moreover they had to do only with the armies of the great powers. Some of the smaller nations were always at war. In addition there were no less pernicious civil wars and revolutions.

48

Πόσο μακριά βρισκόμαστε σήμερα από τους κανόνες του διεθνούς δικαίου που αναπτύχθηκαν κατά την εποχή του περιορισμένου πολέμου! Ο σύγχρονος πόλεμος είναι ανελέητος· δεν λυπάται ούτε τις εγκύους ούτε τα βρέφη· σκοτώνει και καταστρέφει αδιακρίτως. Δεν σέβεται τα δικαιώματα των ουδέτερων. Εκατομμύρια άνθρωποι σκοτώνονται, υποδουλώνονται ή εκδιώκονται από τους τόπους κατοικίας στους οποίους έζησαν οι πρόγονοί τους επί αιώνες. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τι θα συμβεί στο επόμενο κεφάλαιο αυτού του ατέρμονου αγώνα.

How far we are today from the rules of international law developed in the age of limited warfare! Modern war is merciless, it does not spare pregnant women or infants; it is indiscriminate killing and destroying. It does not respect the rights of neutrals. Millions are killed, enslaved, or expelled from the dwelling places in which their ancestors lived for centuries. Nobody can foretell what will happen in the next chapter of this endless struggle.

49

Αυτό ελάχιστη σχέση έχει με την ατομική βόμβα. Η ρίζα του κακού δεν είναι η κατασκευή ενός νέου και φρικτότερου όπλου. Είναι το πνεύμα της κατάκτησης. Είναι πιθανόν οι επιστήμονες να ανακαλύψουν κάποιες μεθόδους άμυνας εναντίον της ατομικής βόμβας. Αυτό, όμως, δεν θα μεταβάλει την κατάσταση· απλώς θα παρατείνει για σύντομο χρονικό διάστημα τη διαδικασία της πλήρους καταστροφής του πολιτισμού.

This has nothing to do with the atomic bomb. The root of the evil is not the construction of new, more dreadful weapons. It is the spirit of conquest. It is probable that scientists will discover some methods of defense against the atomic bomb. But this will not alter things, it will merely prolong for a short time the process of the complete destruction of civilization.

50

Ο σύγχρονος πολιτισμός αποτελεί προϊόν της φιλοσοφίας του laissez-faire. Δεν μπορεί να διατηρηθεί υπό την ιδεολογία της κυβερνητικής παντοδυναμίας. Η κρατολατρία οφείλει πολλά στις θεωρίες του Hegel. Μπορεί, ωστόσο, κανείς να παραβλέψει πολλά από τα ασυγχώρητα σφάλματα του Hegel, διότι εκείνος διατύπωσε επίσης τη φράση «η αδυναμία της νίκης» — die Ohnmacht des Sieges.3 Η ήττα των επιτιθέμενων δεν αρκεί για να καταστήσει διαρκή την ειρήνη. Το κύριο ζήτημα είναι να εγκαταλειφθεί η ιδεολογία που γεννά τον πόλεμο.

Modern civilization is a product of the philosophy of laissez faire. It cannot be preserved under the ideology of government omnipotence. Statolatry owes much to the doctrines of Hegel. However, one may pass over many of Hegel’s inexcusable faults, for Hegel also coined the phrase “the futility of victory” (die Ohnmacht des Sieges).[3] To defeat the aggressors is not enough to make peace durable. The main thing is to discard the ideology that generates war.

51

← Κεφάλαιο 33: ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΟΡΠΟΡΑΤΙΣΜΟΣΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 35: Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ →

← ΠεριεχόμεναΔίγλωσση ανάγνωση: Ανθρώπινη Δράση