Ανθρώπινη Δράση: Κεφάλαιο 35: Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ
Ludwig von Mises · Human Action: A Treatise on Economics
Πραξεολόγος
← Κεφάλαιο 34: ΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 36: Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΠΑΡΕΜΒΑΤΙΣΜΟΥ →
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, Human Action: A Treatise on Economics, ebook του Foundation for Economic Education (FEE), 2016, ISBN 978-1-57246-086-7 — «Published under the Creative Commons Attribution 4.0 International License». Σελίδα της έκδοσης: fee.org/ebooks/human-action-by-ludwig-von-mises. Άδεια: CC BY 4.0.
Σε δείγμα 300 παραγράφων, οι 298 του ebook του FEE ήταν ίδιες λέξη προς λέξη με το κείμενο που ακολουθεί η μετάφραση. Το FEE δεν περιέχει μερικές ενότητες που προστέθηκαν σε μεταγενέστερες εκδόσεις (π.χ. «Η ηθική καταδίκη του κέρδους», «Διαφθορά», παράγραφοι για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο)· αυτές, όπως και οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ), εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Οι πρόλογοι της ελληνικής έκδοσης και των εκδόσεων Scholar’s/4ης δεν περιλαμβάνονται εδώ.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
Κεφάλαιο 35: Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ
↗ στη σελίδα του βιβλίουXXXV. THE WELFARE PRINCIPLE VERSUS THE MARKET PRINCIPLE
1. Η επιχειρηματολογία κατά της οικονομίας της αγοράς
↗ στη σελίδα του βιβλίου1. The Case Against the Market Economy
Οι αντιρρήσεις που προβάλλουν κατά της οικονομίας της αγοράς οι διάφορες σχολές της Sozialpolitik, της κοινωνικής πολιτικής, βασίζονται σε κάκιστη οικονομική θεωρία. Επαναλαμβάνουν αδιάκοπα όλες τις πλάνες που οι οικονομολόγοι έχουν ανασκευάσει προ πολλού. Κατηγορούν την οικονομία της αγοράς για τις συνέπειες των ίδιων των αντικαπιταλιστικών πολιτικών τις οποίες υποστηρίζουν ως αναγκαίες και ευεργετικές μεταρρυθμίσεις. Αποδίδουν στην οικονομία της αγοράς την ευθύνη για την αναπόφευκτη αποτυχία και ματαίωση του παρεμβατισμού.
THE objections which the various schools of Sozialpolitik raise against the market economy are based on very bad economics. They repeat again and again all the errors that the economists long ago exploded. They blame the market economy for the consequences of the very anticapitalistic policies which they themselves advocate as necessary and beneficial reforms. They fix on the market economy the responsibility for the inevitable failure and frustration of interventionism.
Αυτοί οι προπαγανδιστές αναγκάζονται τελικά να παραδεχθούν ότι η οικονομία της αγοράς δεν είναι, σε τελική ανάλυση, τόσο κακή όσο την παρουσιάζουν οι «ανορθόδοξες» θεωρίες τους. Παράγει και παραδίδει τα αγαθά. Από ημέρα σε ημέρα αυξάνει την ποσότητα και βελτιώνει την ποιότητα των προϊόντων. Έχει δημιουργήσει πρωτοφανή πλούτο. Ο υπέρμαχος του παρεμβατισμού αντιτείνει, όμως, ότι είναι ανεπαρκής από εκείνη που αποκαλεί κοινωνική σκοπιά. Δεν έχει εξαλείψει τη φτώχεια και την ένδεια. Αποτελεί σύστημα που παραχωρεί προνόμια σε μια μειονότητα, σε μια ανώτερη τάξη πλούσιων ανθρώπων, εις βάρος της συντριπτικής πλειονότητας. Είναι ένα άδικο σύστημα. Η αρχή της ευημερίας πρέπει να αντικαταστήσει την αρχή του κέρδους.
These propagandists must finally admit that the market economy is after all not so bad as their “unorthodox” doctrines paint it. It delivers the goods. From day to day it increases the quantity and improves the quality of products. It has brought about unprecedented wealth. But, objects the champion of interventionism, it is deficient from what he calls the social point of view. It has not wiped out poverty and destitution. It is a system that grants privileges to a minority, an upper class of rich people, at the expense of the immense majority. It is an unfair system. The principle of welfare must be substituted for that of profits.
Μπορούμε, χάριν της συζήτησης, να επιχειρήσουμε να ερμηνεύσουμε την έννοια της ευημερίας κατά τέτοιον τρόπο ώστε να είναι πιθανή η αποδοχή της από τη συντριπτική πλειονότητα των μη ασκητικών ανθρώπων. Όσο περισσότερο επιτυγχάνουμε σε αυτή την προσπάθεια, τόσο περισσότερο στερούμε από την ιδέα της ευημερίας κάθε συγκεκριμένο νόημα και περιεχόμενο. Μετατρέπεται σε άχρωμη παράφραση της θεμελιώδους κατηγορίας της ανθρώπινης δράσης, δηλαδή της επιδίωξης εξάλειψης της δυσφορίας στον μέγιστο δυνατό βαθμό.
Επειδή αναγνωρίζεται καθολικά ότι αυτός ο σκοπός μπορεί να επιτευχθεί ευκολότερα, και μάλιστα αποκλειστικά, μέσω του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, οι άνθρωποι συνεργάζονται εντός του πλαισίου κοινωνικών δεσμών. Ο κοινωνικός άνθρωπος, σε αντιδιαστολή προς τον αυτάρκη άνθρωπο, πρέπει αναγκαστικά να τροποποιήσει την αρχική βιολογική αδιαφορία του για την ευημερία των ανθρώπων που βρίσκονται έξω από τη δική του οικογένεια. Πρέπει να προσαρμόσει τη συμπεριφορά του στις απαιτήσεις της κοινωνικής συνεργασίας και να θεωρεί την επιτυχία των συνανθρώπων του απαραίτητη προϋπόθεση της δικής του επιτυχίας.
Από αυτή τη σκοπιά, μπορεί κανείς να περιγράψει τον σκοπό της κοινωνικής συνεργασίας ως την πραγματοποίηση της μεγαλύτερης δυνατής ευτυχίας για τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ανθρώπων. Δύσκολα θα τολμούσε κάποιος να αντιταχθεί σε αυτόν τον ορισμό της πλέον επιθυμητής κατάστασης και να υποστηρίξει ότι δεν είναι καλό να είναι όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι όσο το δυνατόν ευτυχέστεροι. Όλες οι επιθέσεις κατά της διατύπωσης του Bentham επικεντρώθηκαν σε ασάφειες ή παρανοήσεις σχετικές με την έννοια της ευτυχίας· δεν έθιξαν το αξίωμα ότι το αγαθό, όποιο και αν είναι, πρέπει να παρέχεται στον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ανθρώπων.
We may try, for the sake of argument, to interpret the concept of welfare in such a way that its acceptance by the immense majority of nonascetic people would be probable. The better we succeed in these endeavors, the more we deprive the idea of welfare of any concrete meaning and content. It turns into a colorless paraphrase of the fundamental category of human action, viz., the urge to remove uneasiness as far as possible. As it is universally recognized that this goal can be more readily, and even exclusively, attained by social division of labor, men cooperate within the framework of societal bonds. Social man as differentiated from autarkic man must necessarily modify his original biological indifference to the well-being of people beyond his own family. He must adjust his conduct to the requirements of social cooperation and look upon his fellow men’s success as an indispensable condition of his own. From this point of view one may describe the objective of social cooperation as the realization of the greatest happiness of the greatest number. Hardly anybody would venture to object to this definition of the most desirable state of affairs and to contend that it is not a good thing to see as many people as possible as happy as possible. All the attacks directed against the Bentham formula have centered around ambiguities or misunderstandings concerning the notion of happiness; they have not affected the postulate that the good, whatever it may be, should be imparted to the greatest number.
Αν, όμως, ερμηνεύσουμε την ευημερία κατ’ αυτόν τον τρόπο, η έννοια στερείται κάθε ειδικού νοήματος. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη δικαιολόγηση κάθε μορφής κοινωνικής οργάνωσης. Αποτελεί γεγονός ότι ορισμένοι υπερασπιστές της δουλείας των Μαύρων υποστήριζαν ότι η δουλεία ήταν το καλύτερο μέσο για να καταστούν οι Μαύροι ευτυχισμένοι και ότι ακόμη και σήμερα στον αμερικανικό Νότο πολλοί Λευκοί πιστεύουν ειλικρινά πως ο αυστηρός φυλετικός διαχωρισμός είναι εξίσου ωφέλιμος για τον έγχρωμο άνθρωπο όσο υποτίθεται ότι είναι για τον λευκό.
Κύρια θέση του ρατσισμού, στην παραλλαγή του Gobineau και του ναζισμού, είναι ότι η ηγεμονία των ανώτερων φυλών εξυπηρετεί τα αληθινά συμφέροντα ακόμη και των κατώτερων φυλών. Μια αρχή αρκετά ευρεία ώστε να καλύπτει όλες τις θεωρίες, όσο και αν αυτές συγκρούονται μεταξύ τους, είναι εντελώς άχρηστη.
However, if we interpret welfare in this manner, the concept becomes meaningless. It can be invoked for the justification of every variety of social organization. It is a fact that some of the defenders of Negro slavery contended that slavery is the best means of making the Negroes happy and that today in the South many Whites sincerely believe that rigid segregation is beneficial no less to the colored man than it allegedly is to the white man. The main thesis of racism of the Gobineau and Nazi variety is that the hegemony of the superior races is salutary to the true interests even of the inferior races. A principle that is broad enough to cover all doctrines, however conflicting with one another, is of no use at all.
Στο στόμα, όμως, των προπαγανδιστών της ευημερίας, η έννοια της ευημερίας έχει συγκεκριμένο νόημα. Χρησιμοποιούν σκόπιμα έναν όρο του οποίου η γενικώς αποδεκτή συνδήλωση αποκλείει κάθε αντίθεση. Κανένας αξιοπρεπής άνθρωπος δεν επιθυμεί να φανεί τόσο απερίσκεπτος ώστε να προβάλει αντιρρήσεις κατά της πραγμάτωσης της ευημερίας. Αντιποιούμενοι το αποκλειστικό δικαίωμα να αποκαλούν το δικό τους πρόγραμμα ευημερίας, οι προπαγανδιστές της ευημερίας επιδιώκουν να επικρατήσουν μέσω ενός ευτελούς λογικού τεχνάσματος. Θέλουν να καταστήσουν τις ιδέες τους απρόσβλητες από την κριτική, αποδίδοντάς τους μια ονομασία προσφιλή σε όλους. Η ορολογία τους υπονοεί ήδη ότι όλοι οι αντίπαλοί τους είναι κακοπροαίρετοι απατεώνες, οι οποίοι επιδιώκουν την προαγωγή των ιδιοτελών συμφερόντων τους εις βάρος της πλειονότητας των καλών ανθρώπων.
But in the mouths of the welfare propagandists the notion of welfare has a definite meaning. They intentionally employ a term the generally accepted connotation of which precludes any opposition. No decent man likes to be so rash as to raise objections against the realization of welfare. In arrogating to themselves the exclusive right to call their own program the program of welfare, the welfare propagandists want to triumph by means of a cheap logical trick. They want to render their ideas safe against criticism by attributing to them an appellation which is cherished by everybody. Their terminology already implies that all opponents are ill-intentioned scoundrels eager to foster their selfish interests to the prejudice of the majority of good people.
Η δυσχερής θέση του δυτικού πολιτισμού συνίσταται ακριβώς στο γεγονός ότι σοβαροί άνθρωποι μπορούν να καταφεύγουν σε τέτοια συλλογιστικά τεχνάσματα χωρίς να αντιμετωπίζουν αυστηρή επίκριση. Υπάρχουν μόνο δύο δυνατές εξηγήσεις. Είτε αυτοί οι αυτοαποκαλούμενοι οικονομολόγοι της ευημερίας δεν αντιλαμβάνονται οι ίδιοι το λογικά ανεπίτρεπτο του συλλογισμού τους είτε έχουν επιλέξει σκόπιμα αυτόν τον τρόπο επιχειρηματολογίας για να προφυλάξουν τις πλάνες τους πίσω από μια λέξη που προορίζεται εκ των προτέρων να αφοπλίσει όλους τους αντιπάλους. Και στις δύο περιπτώσεις, οι ίδιες τους οι πράξεις τούς καταδικάζουν.
The plight of Western civilization consists precisely in the fact that serious people can resort to such syllogistic artifices without encountering sharp rebuke. There are only two explanations open. Either these self-styled welfare economists are themselves not aware of the logical inadmissibility of their procedure, in which case they lack the indispensable power of reasoning; or they have chosen this mode of arguing purposely in order to find shelter for their fallacies behind a word which is intended beforehand to disarm all opponents. In each case their own acts condemn them.
Δεν χρειάζεται να προστεθεί τίποτε στις αναλύσεις των προηγούμενων κεφαλαίων σχετικά με τις συνέπειες όλων των παραλλαγών του παρεμβατισμού. Οι ογκώδεις τόμοι της οικονομικής της ευημερίας δεν έχουν παραγάγει κανένα επιχείρημα ικανό να ανασκευάσει τα συμπεράσματά μας. Το μόνο έργο που απομένει είναι να εξετάσουμε το κριτικό μέρος του έργου των προπαγανδιστών της ευημερίας, δηλαδή το κατηγορητήριό τους κατά της οικονομίας της αγοράς.
There is no need to add anything to the disquisitions of the preceding chapters concerning the effects of all varieties of interventionism. The ponderous volumes of welfare economics have not brought forth any arguments that could invalidate our conclusions. The only task that remains is to examine the critical part of the welfare propagandists’ work, their indictment of the market economy.
Όλη αυτή η παθιασμένη ρητορική της σχολής της ευημερίας καταλήγει τελικά σε τρία σημεία. Ο καπιταλισμός είναι κακός, λένε, επειδή υπάρχουν φτώχεια, ανισότητα εισοδημάτων και πλούτου και ανασφάλεια.
All this passionate talk of the welfare school ultimately boils down to three points. Capitalism is bad, they say, because there is poverty, inequality of incomes and wealth, and insecurity.
Μπορούμε να απεικονίσουμε τις συνθήκες μιας κοινωνίας γεωργών, στην οποία κάθε μέλος καλλιεργεί ένα τεμάχιο γης αρκετά μεγάλο ώστε να εξασφαλίζει στον ίδιο και στην οικογένειά του τα απολύτως αναγκαία μέσα διαβίωσης. Μπορούμε να συμπεριλάβουμε σε αυτή την εικόνα την ύπαρξη λίγων ειδικών, όπως τεχνιτών —για παράδειγμα, σιδηρουργών — και επαγγελματιών, όπως ιατρών. Μπορούμε ακόμη να προχωρήσουμε περισσότερο και να υποθέσουμε ότι ορισμένοι άνθρωποι δεν κατέχουν αγρόκτημα, αλλά εργάζονται ως εργάτες στα αγροκτήματα άλλων ανθρώπων. Ο εργοδότης τούς αμείβει για τη βοήθειά τους και τους φροντίζει όταν η ασθένεια ή το γήρας τούς καθιστούν ανίκανους προς εργασία.
We may depict conditions of a society of agriculturists in which every member tills a piece of land large enough to provide himself and his family with the indispensable necessities of life. We may include in such a picture the existence of a few specialists, artisans like smiths and professional men like doctors. We may even go further and assume that some men do not own a farm, but work as laborers on other people’s farms. The employer remunerates them for their help and takes care of them when sickness or old age disables them.
Αυτό το σχήμα μιας ιδεώδους κοινωνίας αποτέλεσε τη βάση πολλών ουτοπικών σχεδίων. Πραγματοποιήθηκε, σε γενικές γραμμές, για κάποιο χρονικό διάστημα σε ορισμένες κοινότητες. Η πλησιέστερη προσέγγιση προς την πραγματοποίησή του ήταν πιθανότατα η κοινοπολιτεία που εγκαθίδρυσαν οι Ιησουίτες πατέρες στη χώρα που σήμερα ονομάζεται Παραγουάη. Δεν χρειάζεται, όμως, να εξετάσουμε τα πλεονεκτήματα ενός τέτοιου συστήματος κοινωνικής οργάνωσης. Η ιστορική εξέλιξη το διέλυσε. Το πλαίσιό του ήταν υπερβολικά στενό για τον αριθμό των ανθρώπων που ζουν σήμερα στην επιφάνεια της γης.
This scheme of an ideal society was at the bottom of many utopian plans. It was by and large realized for some time in some communities. The nearest approach to its realization was probably the commonwealth which the Jesuit padres established in the country which is today Paraguay. There is, however, no need to examine the merits of such a system of social organization. Historical evolution burst it asunder. Its frame was too narrow for the number of people who are living today on the earth’s surface.
Η εγγενής αδυναμία μιας τέτοιας κοινωνίας είναι ότι η αύξηση του πληθυσμού πρέπει να οδηγήσει σε προοδευτική φτώχεια. Αν η περιουσία ενός αποβιώσαντος αγρότη διαιρεθεί μεταξύ των παιδιών του, οι αγροτικές εκμεταλλεύσεις γίνονται τελικά τόσο μικρές, ώστε δεν μπορούν πλέον να εξασφαλίσουν επαρκή μέσα συντήρησης για μια οικογένεια. Όλοι είναι γαιοκτήμονες, αλλά όλοι είναι εξαιρετικά φτωχοί. Οι συνθήκες που επικρατούσαν σε μεγάλες περιοχές της Κίνας παρέχουν θλιβερή απεικόνιση της εξαθλίωσης των καλλιεργητών μικρών τεμαχίων γης.
Η εναλλακτική προς αυτό το αποτέλεσμα είναι η εμφάνιση μιας τεράστιας μάζας ακτημόνων προλεταρίων. Τότε ένα ευρύ χάσμα χωρίζει τους απόκληρους απόρους από τους ευνοημένους αγρότες. Αποτελούν μια τάξη παριών, η ίδια η ύπαρξη των οποίων θέτει στην κοινωνία ένα άλυτο πρόβλημα. Αναζητούν μάταια μέσα βιοπορισμού. Η κοινωνία δεν έχει καμία χρήση γι’ αυτούς. Είναι ενδεείς.
The inherent weakness of such a society is that the increase in population must result in progressive poverty. If the estate of a deceased farmer is divided among his children, the holdings finally become so small that they can no longer provide sufficient sustenance for a family. Everybody is a landowner, but everybody is extremely poor. Conditions as they prevail in large areas of China provide a sad illustration of the misery of the tillers of small parcels. The alternative to this outcome is the emergence of a huge mass of landless proletarians. Then a wide gap separates the disinherited paupers from the fortunate farmers. They are a class of pariahs whose very existence presents society with an insoluble problem. They search in vain for a livelihood. Society has no use for them. They are destitute.
Όταν, κατά τις εποχές που προηγήθηκαν της ανόδου του σύγχρονου καπιταλισμού, οι πολιτικοί, οι φιλόσοφοι και οι νομικοί αναφέρονταν στους φτωχούς και στα προβλήματα της φτώχειας, εννοούσαν αυτούς τους εξαθλιωμένους πλεονάζοντες ανθρώπους. Το laissez-faire και το παρακλάδι του, το βιομηχανικό σύστημα, μετέτρεψαν τους ικανούς προς εργασία φτωχούς σε μισθωτούς. Στην ανεμπόδιστη κοινωνία της αγοράς υπάρχουν άνθρωποι με υψηλότερα και άνθρωποι με χαμηλότερα εισοδήματα. Δεν υπάρχουν πλέον άνθρωποι οι οποίοι, μολονότι είναι ικανοί και πρόθυμοι να εργαστούν, δεν μπορούν να βρουν κανονική απασχόληση επειδή δεν απομένει γι’ αυτούς θέση στο κοινωνικό σύστημα παραγωγής.
Ο φιλελευθερισμός και ο καπιταλισμός, όμως, ακόμη και κατά την περίοδο της μέγιστης ακμής τους, περιορίζονταν σε συγκριτικά μικρές περιοχές της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης, της Βόρειας Αμερικής και της Αυστραλίας. Στον υπόλοιπο κόσμο εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι εξακολουθούν να φυτοζωούν στο χείλος της λιμοκτονίας. Είναι φτωχοί ή άποροι με την παλαιά έννοια του όρου, πλεονάζοντες και περιττοί, βάρος για τον εαυτό τους και λανθάνουσα απειλή για τη μειονότητα των περισσότερο ευνοημένων συμπολιτών τους.
When in the ages preceding the rise of modern capitalism the statesmen, philosophers, and laws referred to the poor and to the problems of poverty, they meant these supernumerary wretches. Laissez faire and its offshoot, industrialism, converted the employable poor into wage earners. In the unhampered market society there are people with higher and people with lower incomes. There are no longer men who, although able and ready to work, cannot find regular jobs because there is no room left for them in the social system of production. But liberalism and capitalism were even in their heyday limited to comparatively small areas of Western and Central Europe, North America, and Australia. In the rest of the world hundreds of millions still vegetate on the verge of starvation. They are poor or paupers in the old sense of the term, supernumerary and superfluous, a burden to themselves and a latent threat to the minority of their more lucky fellow citizens.
Η ένδεια αυτών των εξαθλιωμένων μαζών —κατά κύριο λόγο έγχρωμων ανθρώπων— δεν προκαλείται από τον καπιταλισμό, αλλά από την απουσία του. Αν δεν είχε επικρατήσει το laissez-faire, η μοίρα των λαών της Δυτικής Ευρώπης θα ήταν ακόμη χειρότερη από εκείνη των ανειδίκευτων εργατών της Ασίας. Το πρόβλημα της Ασίας είναι ότι η κατά κεφαλήν ποσότητα του επενδεδυμένου κεφαλαίου είναι εξαιρετικά χαμηλή σε σύγκριση με τον κεφαλαιουχικό εξοπλισμό της Δύσης. Η επικρατούσα ιδεολογία και το κοινωνικό σύστημα που αποτελεί απόρροιά της παρεμποδίζουν την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας που επιδιώκει το κέρδος. Υπάρχει ελάχιστη εγχώρια συσσώρευση κεφαλαίου και έκδηλη εχθρότητα προς τους ξένους επενδυτές. Σε πολλές από αυτές τις χώρες, η αύξηση του πληθυσμού υπερβαίνει ακόμη και την αύξηση του διαθέσιμου κεφαλαίου.
The penury of these miserable masses of—in the main colored— people is not caused by capitalism, but by the absence of capitalism. But for the triumph of laissez faire, the lot of the peoples of Western Europe would have been even worse than that of the coolies. What is wrong with Asia is that the per capita quota of capital invested is extremely low when compared with the capital equipment of the West. The prevailing ideology and the social system which is its offshoot check the evolution of profitseeking entrepreneurship. There is very little domestic capital accumulation, and manifest hostility to foreign investors. In many of these countries the increase in population figures even outruns the increase in capital available.
Είναι εσφαλμένο να κατηγορούνται οι ευρωπαϊκές δυνάμεις για τη φτώχεια των μαζών στις πρώην αποικιακές τους αυτοκρατορίες. Επενδύοντας κεφάλαιο, οι ξένοι κυβερνήτες έκαναν ό,τι μπορούσαν για τη βελτίωση της υλικής ευημερίας. Δεν ευθύνονται οι Λευκοί για την απροθυμία των ανατολικών λαών να εγκαταλείψουν τις παραδοσιακές τους αντιλήψεις και για την απέχθειά τους προς τον καπιταλισμό ως ξένη ιδεολογία.
It is false to blame the European powers for the poverty of the masses in their colonial empires. In investing capital the foreign rulers did all they could do for an improvement in material well-being. It is not the fault of the Whites that the Oriental peoples are reluctant to abandon their traditional tenets and abhor capitalism as an alien ideology. They will very soon have succeeded in freeing themselves entirely from foreign domination. Then they will probably turn toward various brands of regimentation and totalitarianism. These will not solve their economic problems and will not make their masses more prosperous.
Στον βαθμό που υπάρχει ανεμπόδιστος καπιταλισμός, δεν μπορεί πλέον να γίνεται λόγος για φτώχεια με την έννοια με την οποία εφαρμόζεται αυτός ο όρος στις συνθήκες μιας μη καπιταλιστικής κοινωνίας. Η αύξηση του πληθυσμού δεν δημιουργεί πλεονάζοντα στόματα, αλλά πρόσθετα εργατικά χέρια, των οποίων η απασχόληση παράγει πρόσθετο πλούτο. Δεν υπάρχουν αρτιμελείς άποροι.
Από τη σκοπιά των οικονομικά καθυστερημένων εθνών, οι συγκρούσεις μεταξύ «κεφαλαίου» και «εργασίας» στις καπιταλιστικές χώρες εμφανίζονται ως συγκρούσεις στο εσωτερικό μιας προνομιούχου ανώτερης τάξης. Στα μάτια των Ασιατών, ο Αμερικανός εργάτης της αυτοκινητοβιομηχανίας είναι «αριστοκράτης». Ανήκει στο δύο τοις εκατό του παγκόσμιου πληθυσμού με τα υψηλότερα εισοδήματα.
Όχι μόνο οι έγχρωμες φυλές αλλά και οι Σλάβοι, οι Άραβες και ορισμένοι άλλοι λαοί θεωρούν το μέσο εισόδημα των πολιτών των καπιταλιστικών χωρών —περίπου του δώδεκα ή δεκαπέντε τοις εκατό της ανθρωπότητας— περιορισμό της δικής τους υλικής ευημερίας. Αδυνατούν να αντιληφθούν ότι η ευημερία αυτών των υποτιθέμενα προνομιούχων ομάδων, πέρα από τις συνέπειες των μεταναστευτικών φραγμών, δεν χρηματοδοτείται από τη δική τους φτώχεια και ότι το κύριο εμπόδιο στη βελτίωση των δικών τους συνθηκών είναι η απέχθειά τους προς τον καπιταλισμό.
As far as there is unhampered capitalism, there is no longer any question of poverty in the sense in which this term is applied to the conditions of a noncapitalistic society. The increase in population figures does not create supernumerary mouths, but additional hands whose employment produces additional wealth. There are no able-bodied paupers. Seen from the point of view of the economically backward nations, the conflicts between “capital” and “labor” in the capitalist countries appear as conflicts within a privileged upper class. In the eyes of an Indian or a Chinese coolie the American automobile worker is an “aristocrat.” He is a man who belongs to the 2 per cent of the earth’s population whose income is highest. Not only the colored races, but also the Slavs, the Arabs, and some other peoples look upon the average income of the citizens of the capitalistic countries—about 12 or 15 per cent of the total of mankind—as a curtailment of their own material well-being. They fail to realize that the prosperity of these allegedly privileged groups is, apart from the effects of migration barriers, not paid for by their own poverty, and that the main obstacle to the improvement of their own conditions is their abhorrence of capitalism.
Στο πλαίσιο του καπιταλισμού, η έννοια της φτώχειας αναφέρεται μόνο στους ανθρώπους που αδυνατούν να φροντίσουν τον εαυτό τους. Ακόμη και αν παραβλέψουμε την περίπτωση των παιδιών, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι θα υπάρχουν πάντοτε άνθρωποι ανίκανοι προς απασχόληση. Ο καπιταλισμός, βελτιώνοντας το βιοτικό επίπεδο των μαζών, τις συνθήκες υγιεινής και τις μεθόδους πρόληψης και θεραπείας, δεν εξαλείφει τη σωματική ανικανότητα.
Είναι αληθές ότι σήμερα πολλοί άνθρωποι, οι οποίοι στο παρελθόν θα ήταν καταδικασμένοι σε ισόβια αναπηρία, αποκαθίστανται πλήρως. Από την άλλη πλευρά, όμως, πολλοί άνθρωποι οι οποίοι σε παλαιότερες εποχές θα είχαν πεθάνει νωρίτερα λόγω συγγενών ελαττωμάτων, ασθενειών ή ατυχημάτων επιβιώνουν ως μόνιμα ανίκανα άτομα. Επιπλέον, η παράταση της μέσης διάρκειας ζωής τείνει να αυξάνει τον αριθμό των ηλικιωμένων που δεν είναι πλέον σε θέση να κερδίζουν τα προς το ζην.
Within the frame of capitalism the notion of poverty refers only to those people who are unable to take care of themselves. Even if we disregard the case of children, we must realize that there will always be such unemployables. Capitalism, in improving the masses’ standard of living, hygienic conditions, and methods of prophylactics and therapeutics, does not remove bodily incapacity. It is true that today many people who in the past would have been doomed to life-long disability are restored to full vigor. But on the other hand many whom innate defects, sickness, or accidents would have extinguished sooner in earlier days survive as permanently incapacitated people. Moreover, the prolongation of the average length of life tends toward an increase in the number of the aged who are no longer able to earn a living.
Το πρόβλημα των ανίκανων ατόμων αποτελεί ειδικό πρόβλημα του ανθρώπινου πολιτισμού και της κοινωνίας. Τα ανάπηρα ζώα πρέπει να πεθάνουν γρήγορα. Είτε πεθαίνουν από ασιτία είτε γίνονται λεία των εχθρών του είδους τους. Ο πρωτόγονος άνθρωπος δεν έδειχνε κανέναν οίκτο απέναντι σε όσους υστερούσαν. Πολλές φυλές εφάρμοζαν απέναντί τους εκείνες τις βάρβαρες μεθόδους ανελέητης εξόντωσης στις οποίες κατέφυγαν οι ναζί στην εποχή μας. Η ίδια η ύπαρξη ενός συγκριτικά μεγάλου αριθμού αναπήρων αποτελεί, όσο παράδοξο και αν φαίνεται, χαρακτηριστικό γνώρισμα του πολιτισμού και της υλικής ευημερίας.
The problem of the incapacitated is a specific problem of human civilization and of society. Disabled animals must perish quickly. They either die of starvation or fall prey to the foes of their species. Savage man had no pity on those who were substandard. With regard to them many tribes practiced those barbaric methods of ruthless extirpation to which the Nazis resorted in our time. The very existence of a comparatively great number of invalids is, however paradoxical, a characteristic mark of civilization and material well-being.
Η μέριμνα για εκείνους τους αναπήρους οι οποίοι στερούνται μέσων συντήρησης και δεν φροντίζονται από τους στενούς συγγενείς τους θεωρούνταν επί μακρόν έργο φιλανθρωπίας. Τα αναγκαία κεφάλαια παρέχονταν μερικές φορές από τις κυβερνήσεις, συχνότερα όμως από εθελοντικές συνεισφορές. Τα καθολικά τάγματα και οι καθολικές αδελφότητες, καθώς και ορισμένοι προτεσταντικοί θεσμοί, πραγματοποίησαν θαυμαστό έργο στη συγκέντρωση τέτοιων συνεισφορών και στην κατάλληλη χρησιμοποίησή τους. Σήμερα υπάρχουν επίσης πολλά μη θρησκευτικά ιδρύματα που τα συναγωνίζονται με ευγενή άμιλλα.
Provision for those invalids who lack means of sustenance and are not taken care of by their next of kin has long been considered a work of charity. The funds needed have sometimes been provided by governments, more often by voluntary contributions. The Catholic orders and congregations and some Protestant institutions have accomplished marvels in collecting such contributions and in using them properly. Today there are also many nondenominational establishments vying with them in noble rivalry.
Το σύστημα της φιλανθρωπίας επικρίνεται για δύο ελαττώματα. Το πρώτο είναι η ανεπάρκεια των διαθέσιμων μέσων. Όσο περισσότερο προοδεύει ο καπιταλισμός και αυξάνει τον πλούτο, τόσο επαρκέστερα καθίστανται τα φιλανθρωπικά κεφάλαια. Αφενός, οι άνθρωποι είναι περισσότερο πρόθυμοι να προσφέρουν, ανάλογα με τη βελτίωση της δικής τους ευημερίας. Αφετέρου, μειώνεται ταυτόχρονα ο αριθμός όσων έχουν ανάγκη.
Ακόμη και στους ανθρώπους με μέτρια εισοδήματα παρέχεται, μέσω της αποταμίευσης και των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, η δυνατότητα να μεριμνήσουν για τα ατυχήματα, την ασθένεια, το γήρας, την εκπαίδευση των παιδιών τους και τη συντήρηση των χηρών και των ορφανών. Είναι εξαιρετικά πιθανόν τα κεφάλαια των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων να ήταν επαρκή στις καπιταλιστικές χώρες, αν ο παρεμβατισμός δεν υπονόμευε τους θεμελιώδεις θεσμούς της οικονομίας της αγοράς.
Η πιστωτική επέκταση και η πληθωριστική αύξηση της ποσότητας του χρήματος ματαιώνουν τις προσπάθειες του «κοινού ανθρώπου» να αποταμιεύσει και να συσσωρεύσει αποθέματα για λιγότερο ευνοϊκές ημέρες. Οι άλλες πρακτικές του παρεμβατισμού, όμως, δεν είναι λιγότερο επιζήμιες για τα ζωτικά συμφέροντα των μισθωτών και των υπαλλήλων, των ελεύθερων επαγγελματιών και των ιδιοκτητών μικρών επιχειρήσεων. Το μεγαλύτερο μέρος εκείνων που βοηθούνται από τα φιλανθρωπικά ιδρύματα έχουν ανάγκη μόνο επειδή ο παρεμβατισμός τούς οδήγησε σε αυτή την κατάσταση.
Ταυτόχρονα, ο πληθωρισμός και οι προσπάθειες μείωσης του επιτοκίου κάτω από τα δυνητικά αγοραία επίπεδα απαλλοτριώνουν ουσιαστικά τα κληροδοτήματα των νοσοκομείων, των ασύλων, των ορφανοτροφείων και παρόμοιων ιδρυμάτων. Στον βαθμό που οι προπαγανδιστές της ευημερίας θρηνούν για την ανεπάρκεια των διαθέσιμων κεφαλαίων βοήθειας, θρηνούν για μία από τις συνέπειες των πολιτικών τις οποίες υποστηρίζουν οι ίδιοι.
The charity system is criticized for two defects. One is the paucity of the means available. However, the more capitalism progresses and increases wealth, the more sufficient become the charity funds. On the one hand, people are more ready to donate in proportion to the improvement in their own well-being. On the other hand, the number of the needy drops concomitantly. Even for those with moderate incomes the opportunity is offered, by saving and insurance policies, to provide for accidents, sickness, old age, the education of their children, and the support of widows and orphans. It is highly probable that the funds of the charitable institutions would be sufficient in the capitalist countries if interventionism were not to sabotage the essential institutions of the market economy. Credit expansion and inflationary increase of the quantity of money frustrate the “common man’s” attempts to save and to accumulate reserves for less propitious days. But the other procedures of interventionism are hardly less injurious to the vital interests of the wage earners and salaried employees, the professions, and the owners of small-size business. The greater part of those assisted by charitable institutions are needy only because interventionism has made them so. On the other hand, inflation and the endeavors to lower the rate of interest below the potential market rate virtually expropriate the endowments of hospitals, asylums, orphanages, and similar establishments. As far as the welfare propagandists lament the insufficiency of the funds available for assistance, they lament one of the results of the policies that they themselves are advocating.
Το δεύτερο ελάττωμα που καταλογίζεται στο σύστημα της φιλανθρωπίας είναι ότι πρόκειται απλώς για φιλανθρωπία και συμπόνια. Ο άπορος δεν έχει νομική αξίωση επί της καλοσύνης που του επιδεικνύεται. Εξαρτάται από το έλεος καλοπροαίρετων ανθρώπων και από τα αισθήματα ευσπλαχνίας που προκαλεί η δυστυχία του. Αυτό που λαμβάνει είναι εθελοντικό δώρο για το οποίο πρέπει να είναι ευγνώμων. Το να ζει κάποιος από την ελεημοσύνη είναι επαίσχυντο και ταπεινωτικό. Αποτελεί αφόρητη κατάσταση για έναν άνθρωπο που σέβεται τον εαυτό του.
The second defect charged to the charity system is that it is charity and compassion only. The indigent has no claim to the kindness shown to him. He depends on the mercy of benevolent people, on the feelings of tenderness which his distress arouses. What he receives is a voluntary gift for which he must be grateful. To be an almsman is shameful and humiliating. It is an unbearable condition for a self-respecting man.
Αυτές οι αιτιάσεις είναι δικαιολογημένες. Τέτοιες ανεπάρκειες ενυπάρχουν πράγματι σε κάθε είδος φιλανθρωπίας. Είναι ένα σύστημα που διαφθείρει τόσο τους δωρητές όσο και τους αποδέκτες. Καθιστά τους πρώτους αυτάρεσκους και τους δεύτερους υποτακτικούς και δουλοπρεπείς.
Μόνο η νοοτροπία ενός καπιταλιστικού περιβάλλοντος, όμως, κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται τον εξευτελισμό που ενυπάρχει στην προσφορά και στη λήψη ελεημοσύνης. Έξω από το πεδίο του χρηματικού δεσμού και των συναλλαγών που πραγματοποιούνται μεταξύ αγοραστών και πωλητών με αμιγώς επιχειρηματικό τρόπο, όλες οι διανθρώπινες σχέσεις στιγματίζονται από την ίδια αδυναμία. Ακριβώς την απουσία αυτού του προσωπικού στοιχείου από τις συναλλαγές της αγοράς θρηνούν όλοι όσοι κατηγορούν τον καπιταλισμό για σκληροκαρδία και αναλγησία.
Στα μάτια αυτών των επικριτών, η συνεργασία υπό την αρχή do ut des —«δίνω για να δώσεις»— απανθρωποποιεί όλους τους κοινωνικούς δεσμούς. Αντικαθιστά την αδελφική αγάπη και την προθυμία αμοιβαίας βοήθειας με συμβάσεις. Αυτοί οι επικριτές καταγγέλλουν την έννομη τάξη του καπιταλισμού επειδή παραμελεί την «ανθρώπινη πλευρά». Είναι ασυνεπείς όταν κατηγορούν το σύστημα της φιλανθρωπίας επειδή βασίζεται στα αισθήματα του ελέους.
These complaints are justified. Such shortcomings do indeed inhere in all kinds of charity. It is a system that corrupts both givers and receivers. It makes the former self-righteous and the latter submissive and cringing. However, it is only the mentality of a capitalistic environment that makes people feel the indignity of giving and receiving alms. Outside of the field of the cash nexus and of deals transacted between buyers and sellers in a purely businesslike manner, all interhuman relations are tainted by the same failing. It is precisely the absence of this personal element in market transactions that all those deplore who blame capitalism for hardheartedness and callousness. In the eyes of such critics cooperation under the do ut des principle dehumanizes all societal bonds. It substitutes contracts for brotherly love and readiness to help one another. These critics indict the legal order of capitalism for its neglect of the “human side.” They are inconsistent when they blame the charity system for its reliance upon feelings of mercy.
Η φεουδαρχική κοινωνία θεμελιωνόταν σε πράξεις χάριτος και στην ευγνωμοσύνη εκείνων που ευνοούνταν. Ο ισχυρός επικυρίαρχος παραχωρούσε ένα ευεργέτημα στον υποτελή και ο τελευταίος τού όφειλε προσωπική πίστη. Οι συνθήκες ήταν ανθρώπινες στον βαθμό που οι κατώτεροι έπρεπε να φιλούν τα χέρια των ανωτέρων τους και να τους επιδεικνύουν αφοσίωση. Σε ένα φεουδαρχικό περιβάλλον, το στοιχείο της χάριτος που ενυπήρχε στις φιλανθρωπικές πράξεις δεν προκαλούσε προσβολή. Συμφωνούσε με τη γενικώς αποδεκτή ιδεολογία και πρακτική. Μόνο στο πλαίσιο μιας κοινωνίας που βασίζεται πλήρως σε συμβατικούς δεσμούς εμφανίστηκε η ιδέα να παραχωρηθεί στον άπορο νομική αξίωση, δηλαδή δικαστικώς επιδιώξιμο δικαίωμα συντήρησης έναντι της κοινωνίας.
Feudal society was founded on acts of grace and on the gratitude of those favored. The mighty overlord bestowed a benefit upon the vassal and the latter owed him personal fidelity. Conditions were human in so far as the subordinates had to kiss their superiors’ hands and to show allegiance to them. In a feudal environment the element of grace inherent in charitable acts did not give offense. It agreed with the generally accepted ideology and practice. It is only in the setting of a society based entirely upon contractual bonds that the idea emerged of giving to the indigent a legal claim, an actionable title to sustenance against society.
Τα μεταφυσικά επιχειρήματα που προβάλλονται υπέρ ενός τέτοιου δικαιώματος συντήρησης βασίζονται στη θεωρία του φυσικού δικαίου. Ενώπιον του Θεού ή της φύσης, όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι και προικισμένοι με αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα στη ζωή. Η αναφορά, όμως, στην έμφυτη ισότητα είναι ασφαλώς ακατάλληλη κατά την εξέταση των συνεπειών της έμφυτης ανισότητας.
Αποτελεί θλιβερό γεγονός ότι η σωματική ανικανότητα εμποδίζει πολλούς ανθρώπους να διαδραματίσουν ενεργό ρόλο στην κοινωνική συνεργασία. Η λειτουργία των νόμων της φύσης είναι εκείνη που καθιστά αυτούς τους ανθρώπους απόκληρους. Είναι παραμελημένα παιδιά του Θεού ή της φύσης. Μπορούμε να υιοθετήσουμε πλήρως τις θρησκευτικές και ηθικές επιταγές που διακηρύσσουν ότι αποτελεί καθήκον του ανθρώπου να βοηθά τους άτυχους αδελφούς του τους οποίους καταδίκασε η φύση. Η αναγνώριση, όμως, αυτού του καθήκοντος δεν απαντά στο ερώτημα ποιες μέθοδοι πρέπει να χρησιμοποιηθούν για την εκπλήρωσή του.
Δεν επιβάλλει την επιλογή μεθόδων που θα έθεταν σε κίνδυνο την κοινωνία και θα μείωναν την παραγωγικότητα της ανθρώπινης προσπάθειας. Ούτε οι αρτιμελείς ούτε οι ανίκανοι θα αποκόμιζαν οποιοδήποτε όφελος από τη μείωση της διαθέσιμης ποσότητας αγαθών.
The metaphysical arguments advanced in favor of such a right to sustenance are based on the doctrine of natural right. Before God or nature all men are equal and endowed with an inalienable right to live. However, the reference to inborn equality is certainly out of place in dealing with the effects of inborn inequality. It is a sad fact that physical disability prevents many people from playing an active role in social cooperation. It is the operation of the laws of nature that makes these people outcasts. They are stepchildren of God or nature. We may fully endorse the religious and ethical precepts that declare it to be man’s duty to assist his unlucky brethren whom nature has doomed. But the recognition of this duty does not answer the question concerning what methods should be resorted to for its performance. It does not enjoin the choice of methods which would endanger society and curtail the productivity of human effort. Neither the able-bodied nor the incapacitated would derive any benefit from a drop in the quantity of goods available.
Τα σχετικά προβλήματα δεν έχουν πραξεολογικό χαρακτήρα και η οικονομική επιστήμη δεν καλείται να παράσχει την καλύτερη δυνατή λύση τους. Αφορούν την παθολογία και την ψυχολογία. Αναφέρονται στο βιολογικό γεγονός ότι ο φόβος της ένδειας και των εξευτελιστικών συνεπειών της εξάρτησης από τη φιλανθρωπία αποτελούν σημαντικούς παράγοντες για τη διατήρηση της φυσιολογικής ισορροπίας του ανθρώπου. Τον παρακινούν να διατηρείται υγιής, να αποφεύγει τις ασθένειες και τα ατυχήματα και να αναρρώνει όσο το δυνατόν ταχύτερα από τις βλάβες που έχει υποστεί.
Η εμπειρία του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, ιδίως του παλαιότερου και πληρέστερου συστήματος, του γερμανικού, κατέδειξε σαφώς τις ανεπιθύμητες συνέπειες που προκύπτουν από την εξάλειψη αυτών των κινήτρων.1 Καμία πολιτισμένη κοινότητα δεν επέτρεψε με αναλγησία στους ανίκανους να πεθάνουν. Η αντικατάσταση, όμως, της φιλανθρωπικής βοήθειας από μια νομικά επιδιώξιμη αξίωση υποστήριξης ή συντήρησης δεν φαίνεται να συμφωνεί με την ανθρώπινη φύση όπως πραγματικά είναι. Δεν είναι οι μεταφυσικές προκαταλήψεις αλλά οι εκτιμήσεις πρακτικής σκοπιμότητας εκείνες που καθιστούν μη ενδεδειγμένη τη θέσπιση ενός δικαστικώς επιδιώξιμου δικαιώματος συντήρησης.
The problems involved are not of a praxeological character, and economics is not called upon to provide the best possible solution for them. They concern pathology and psychology. They refer to the biological fact that the fear of penury and of the degrading consequences of being supported by charity are important factors in the preservation of man’s physiological equilibrium. They impel a man to keep fit, to avoid sickness and accidents, and to recover as soon as possible from injuries suffered. The experience of the social security system, especially that of the oldest scheme, the German, has clearly shown the undesirable effects resulting from the elimination of these incentives.[1] No civilized community has callously allowed the incapacitated to perish. But the substitution of a legally enforceable claim to support or sustenance for charitable relief does not seem to agree with human nature as it is. Not metaphysical prepossessions, but considerations of practical expediency make it inadvisable to promulgate an actionable right to sustenance.
Αποτελεί, επιπλέον, ψευδαίσθηση η πεποίθηση ότι η θέσπιση τέτοιων νόμων θα μπορούσε να απαλλάξει τον άπορο από τα εξευτελιστικά γνωρίσματα που ενυπάρχουν στη λήψη ελεημοσύνης. Όσο πιο γενναιόδωροι είναι αυτοί οι νόμοι, τόσο σχολαστικότερη πρέπει να είναι η εφαρμογή τους. Η διακριτική ευχέρεια των ανθρώπων τους οποίους μια εσωτερική φωνή παρακινεί σε φιλανθρωπικές πράξεις αντικαθίσταται από τη διακριτική ευχέρεια των γραφειοκρατών. Είναι δύσκολο να λεχθεί αν αυτή η μεταβολή καθιστά ευκολότερη τη μοίρα των ανίκανων ανθρώπων.
It is, moreover, an illusion to believe that the enactment of such laws can free the indigent from the degrading features inherent in receiving alms. The more open-handed these laws are, the more punctilious must their application become. The discretion of bureaucrats is substituted for the discretion of people whom an inner voice drives to acts of charity. Whether this change renders the lot of those incapacitated any easier, is hard to say.
Η ανισότητα εισοδημάτων και πλούτου αποτελεί εγγενές γνώρισμα της οικονομίας της αγοράς. Η εξάλειψή της θα κατέστρεφε ολοκληρωτικά την οικονομία της αγοράς.2
The inequality of incomes and wealth is an inherent feature of the market economy. Its elimination would entirely destroy the market economy.[2]
Αυτό που έχουν πάντοτε κατά νου όσοι ζητούν ισότητα είναι η αύξηση της δικής τους δυνατότητας κατανάλωσης. Όταν κάποιος υιοθετεί την αρχή της ισότητας ως πολιτικό αίτημα, δεν επιθυμεί να μοιραστεί το δικό του εισόδημα με εκείνους που έχουν λιγότερα. Όταν ο Αμερικανός μισθωτός αναφέρεται στην ισότητα, εννοεί ότι τα μερίσματα των μετόχων πρέπει να παραχωρηθούν στον ίδιο. Δεν προτείνει τη μείωση του δικού του εισοδήματος προς όφελος του ενενήντα πέντε τοις εκατό του παγκόσμιου πληθυσμού, του οποίου το εισόδημα είναι χαμηλότερο από το δικό του.
What those people who ask for equality have in mind is always an increase in their own power to consume. In endorsing the principle of equality as a political postulate nobody wants to share his own income with those who have less. When the American wage earner refers to equality, he means that the dividends of the stockholders should be given to him. He does not suggest a curtailment of his own income for the benefit of those 95 per cent of the earth’s population whose income is lower than his.
Ο ρόλος που διαδραματίζει η εισοδηματική ανισότητα στην κοινωνία της αγοράς δεν πρέπει να συγχέεται με τον ρόλο της στη φεουδαρχική κοινωνία ή σε άλλους τύπους μη καπιταλιστικών κοινωνιών.3 Ωστόσο, κατά την ιστορική εξέλιξη, αυτή η προκαπιταλιστική ανισότητα υπήρξε εξαιρετικά σημαντική.
The role that income inequality plays in the market society must not be confused with the role it plays in a feudal society or in other types of noncapitalistic societies.[3] Yet in the course of historical evolution this precapitalistic inequality was of momentous importance.
Ας συγκρίνουμε την ιστορία της Κίνας με εκείνη της Αγγλίας. Η Κίνα ανέπτυξε έναν πολύ υψηλό πολιτισμό. Πριν από δύο χιλιάδες χρόνια βρισκόταν πολύ μπροστά από την Αγγλία. Στα τέλη, όμως, του δέκατου ένατου αιώνα η Αγγλία ήταν πλούσια και πολιτισμένη χώρα, ενώ η Κίνα ήταν φτωχή. Ο πολιτισμός της δεν διέφερε πολύ από το στάδιο στο οποίο είχε ήδη φθάσει αιώνες νωρίτερα. Ήταν ένας πολιτισμός του οποίου η εξέλιξη είχε ανακοπεί.
Let us compare the history of China with that of England. China has developed a very high civilization. Two thousand years ago it was far ahead of England. But at the end of the nineteenth century England was a rich and civilized country while China was poor. Its civilization did not differ much from the stage it had already reached ages before. It was an arrested civilization.
Η Κίνα είχε επιχειρήσει να πραγματοποιήσει την αρχή της εισοδηματικής ισότητας σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι η Αγγλία. Οι γαιοκτησίες διαιρούνταν και υποδιαιρούνταν. Δεν υπήρχε πολυάριθμη τάξη ακτημόνων προλεταρίων. Στην Αγγλία του δέκατου όγδοου αιώνα, όμως, αυτή η τάξη ήταν πολυάριθμη. Επί πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, οι περιοριστικές πρακτικές των μη γεωργικών επιχειρήσεων, οι οποίες καθαγιάζονταν από τις παραδοσιακές ιδεολογίες, καθυστέρησαν την εμφάνιση της σύγχρονης επιχειρηματικότητας. Όταν, όμως, η φιλοσοφία του laissez-faire άνοιξε τον δρόμο στον καπιταλισμό, καταστρέφοντας πλήρως τις πλάνες του περιοριστισμού, η εξέλιξη του βιομηχανικού συστήματος μπόρεσε να προχωρήσει με επιταχυνόμενο ρυθμό, επειδή το απαιτούμενο εργατικό δυναμικό ήταν ήδη διαθέσιμο.
China had tried to realize the principle of income equality to a greater extent than did England. Land holdings were divided and subdivided. There was no class of landless proletarians. But in eighteenth-century England this class was very numerous. For a very long time the restrictive practices of nonagricultural business, sanctified by traditional ideologies, delayed the emergence of modern entrepreneurship. But when the laissez-faire philosophy had opened the way for capitalism by utterly destroying the fallacies of restrictionism, the evolution of industrialism could proceed at an accelerated pace because the labor force needed was already available.
Εκείνο που δημιούργησε την «εποχή των μηχανών» δεν ήταν, όπως φανταζόταν ο Sombart, μια ιδιαίτερη νοοτροπία πλεονεξίας, η οποία κάποια ημέρα κατέλαβε μυστηριωδώς τη σκέψη ορισμένων ανθρώπων και τους μετέτρεψε σε «καπιταλιστικούς ανθρώπους». Υπήρχαν πάντοτε άνθρωποι πρόθυμοι να αποκομίσουν κέρδος προσαρμόζοντας καλύτερα την παραγωγή στην ικανοποίηση των αναγκών του κοινού. Παρέλυαν, όμως, από την ιδεολογία που χαρακτήριζε ανήθικη την πλεονεξία και ύψωνε θεσμικά εμπόδια για να την αναχαιτίσει. Η αντικατάσταση των θεωριών που ενέκριναν το παραδοσιακό σύστημα περιορισμών από τη φιλοσοφία του laissez-faire εξάλειψε αυτά τα εμπόδια στην υλική βελτίωση και εγκαινίασε έτσι τη νέα εποχή.
What generated the “machine age” was not, as Sombart imagined, a specific mentality of acquisitiveness which one day mysteriously got hold of the minds of some people and turned them into “capitalistic men.” There have always been people ready to profit from better adjusting production to the satisfaction of the needs of the public. But they were paralyzed by the ideology that branded acquisitiveness as immoral and erected institutional barriers to check it. The substitution of the laissez-faire philosophy for the doctrines that approved of the traditional system of restrictions removed these obstacles to material improvement and thus inaugurated the new age.
Η φιλελεύθερη φιλοσοφία επιτέθηκε στο παραδοσιακό σύστημα των καστών, επειδή η διατήρησή του ήταν ασυμβίβαστη με τη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς. Υποστήριξε την κατάργηση των προνομίων, επειδή επιθυμούσε να παράσχει ελευθερία δράσης σε εκείνους τους ανθρώπους που διέθεταν την ευφυΐα να παράγουν, με τον φθηνότερο τρόπο, τη μεγαλύτερη ποσότητα προϊόντων της καλύτερης ποιότητας.
Σε αυτή την αρνητική πτυχή του προγράμματός τους, οι ωφελιμιστές και οι οικονομολόγοι συμφωνούσαν με τις ιδέες εκείνων που επιτίθεντο στα προνόμια της κοινωνικής θέσης από τη σκοπιά ενός υποτιθέμενου φυσικού δικαιώματος και της θεωρίας περί ισότητας όλων των ανθρώπων. Και οι δύο αυτές ομάδες συμφωνούσαν στην υποστήριξη της αρχής της ισότητας όλων των ανθρώπων ενώπιον του νόμου. Αυτή η ομοφωνία, όμως, δεν εξάλειψε τη θεμελιώδη αντίθεση μεταξύ των δύο ρευμάτων σκέψης.
The liberal philosophy attacked the traditional caste system because its preservation was incompatible with the operation of the market economy. It advocated the abolition of privileges because it wanted to give a free hand to those men who had the ingenuity to produce in the cheapest way the greatest quantity of products of the best quality. In this negative aspect of their program the utilitarians and economists agreed with the ideas of those who attacked the status privileges from the point of view of an alleged right of nature and the doctrine of the equality of all men. Both these groups were unanimous in the support of the principle of the equality of all men under the law. But this unanimity did not eradicate the fundamental opposition between the two lines of thought.
Κατά την άποψη της σχολής του φυσικού δικαίου, όλοι οι άνθρωποι είναι βιολογικά ίσοι και, επομένως, έχουν αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα σε ίσο μερίδιο όλων των πραγμάτων. Το πρώτο θεώρημα αντιβαίνει καταφανώς στα γεγονότα. Το δεύτερο θεώρημα, όταν ερμηνεύεται με συνέπεια, οδηγεί σε τόσο παράλογα συμπεράσματα, ώστε οι υποστηρικτές του εγκαταλείπουν εντελώς τη λογική συνέπεια και καταλήγουν να θεωρούν κάθε θεσμό, όσο μεροληπτικός και άδικος και αν είναι, συμβατό με την αναπαλλοτρίωτη ισότητα όλων των ανθρώπων.
Οι διακεκριμένοι Βιρτζίνιοι, των οποίων οι ιδέες ενέπνευσαν την Αμερικανική Επανάσταση, αποδέχθηκαν τη διατήρηση της δουλείας των Μαύρων. Το πλέον δεσποτικό σύστημα διακυβέρνησης που γνώρισε ποτέ η ιστορία, ο μπολσεβικισμός, εμφανίζεται ως η ίδια η ενσάρκωση της αρχής της ισότητας και της ελευθερίας όλων των ανθρώπων.
In the opinion of the natural law school all men are biologically equal and therefore have the inalienable right to an equal share in all things. The first theorem is manifestly contrary to fact. The second theorem leads, when consistently interpreted, to such absurdities that its supporters abandon logical consistency altogether and ultimately come to consider every institution, however discriminating and iniquitous, as compatible with the inalienable equality of all men. The eminent Virginians whose ideas animated the American Revolution acquiesced in the preservation of Negro slavery. The most despotic system of government that history has ever known, Bolshevism, parades as the very incarnation of the principle of equality and liberty of all men.
Οι φιλελεύθεροι υπέρμαχοι της ισότητας ενώπιον του νόμου είχαν πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι οι άνθρωποι γεννιούνται άνισοι και ότι ακριβώς η ανισότητά τους είναι εκείνη που δημιουργεί την κοινωνική συνεργασία και τον πολιτισμό. Κατά την άποψή τους, η ισότητα ενώπιον του νόμου δεν αποσκοπούσε στη διόρθωση των αδυσώπητων δεδομένων του σύμπαντος και στην εξαφάνιση της φυσικής ανισότητας. Αντιθέτως, αποτελούσε το μέσο για να εξασφαλιστεί σε ολόκληρη την ανθρωπότητα το μέγιστο όφελος που μπορεί να αντλήσει από αυτήν.
Στο εξής, κανένας ανθρωπογενής θεσμός δεν θα έπρεπε να εμποδίζει έναν άνθρωπο να καταλάβει τη θέση από την οποία μπορεί να υπηρετεί καλύτερα τους συμπολίτες του. Οι φιλελεύθεροι προσέγγιζαν το πρόβλημα όχι από τη σκοπιά υποτιθέμενων αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων των ατόμων, αλλά από κοινωνική και ωφελιμιστική σκοπιά. Στα μάτια τους, η ισότητα ενώπιον του νόμου είναι καλή επειδή εξυπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντα όλων. Αφήνει στους εκλογείς να αποφασίσουν ποιος πρέπει να κατέχει δημόσιο αξίωμα και στους καταναλωτές να αποφασίσουν ποιος πρέπει να διευθύνει τις παραγωγικές δραστηριότητες. Εξαλείφει έτσι τις αιτίες των βίαιων συγκρούσεων και εξασφαλίζει σταθερή πρόοδο προς μια περισσότερο ικανοποιητική κατάσταση των ανθρώπινων πραγμάτων.
The liberal champions of equality under the law were fully aware of the fact that men are born unequal and that it is precisely their inequality that generates social cooperation and civilization. Equality under the law was in their opinion not designed to correct the inexorable facts of the universe and to make natural inequality disappear. It was, on the contrary, the device to secure for the whole of mankind the maximum of benefits it can derive from it. Hence no man-made institutions should prevent a man from attaining that station in which he can best serve his fellow citizens. The liberals approached the problem not from the point of view of alleged inalienable rights of the individuals, but from the social and utilitarian angle. Equality under the law is in their eyes good because it best serves the interests of all. It leaves it to the voters to decide who should hold public office and to the consumers to decide who should direct production activities. It thus eliminates the causes of violent conflict and secures a steady progress toward a more satisfactory state of human affairs.
Ο θρίαμβος αυτής της φιλελεύθερης φιλοσοφίας δημιούργησε όλα εκείνα τα φαινόμενα που στο σύνολό τους αποκαλούνται σύγχρονος δυτικός πολιτισμός. Αυτή η νέα ιδεολογία, όμως, μπορούσε να επικρατήσει μόνο σε ένα περιβάλλον στο οποίο το ιδεώδες της εισοδηματικής ισότητας ήταν πολύ ασθενές. Αν οι Άγγλοι του δέκατου όγδοου αιώνα ήταν προσηλωμένοι στη χίμαιρα της εισοδηματικής ισότητας, η φιλοσοφία του laissez-faire δεν θα τους είχε προσελκύσει, όπως ακριβώς δεν προσελκύει σήμερα τους Κινέζους ή τους μουσουλμανικούς λαούς. Υπό αυτή την έννοια, ο ιστορικός πρέπει να αναγνωρίσει ότι η ιδεολογική κληρονομιά της φεουδαρχίας και του συστήματος των μεγάλων γαιοκτησιών συνέβαλε στην άνοδο του σύγχρονου πολιτισμού μας, όσο διαφορετική και αν ήταν από αυτόν.
The triumph of this liberal philosophy produced all those phenomena which in their totality are called modern Western civilization. However, this new ideology could triumph only within an environment in which the ideal of income equality was very weak. If the Englishmen of the eighteenth century had been preoccupied with the chimera of income equality, laissezfaire philosophy would not have appealed to them, just as it does not appeal today to the Chinese or the Mohammedans. In this sense the historian must acknowledge that the ideological heritage of feudalism and the manorial system contributed to the rise of our modern civilization, however different it is.
Οι φιλόσοφοι του δέκατου όγδοου αιώνα που ήταν ξένοι προς τις ιδέες της νέας ωφελιμιστικής θεωρίας μπορούσαν ακόμη να μιλούν για την ανωτερότητα των συνθηκών στην Κίνα και στις μουσουλμανικές χώρες. Είναι αληθές ότι γνώριζαν ελάχιστα για την κοινωνική διάρθρωση του ανατολικού κόσμου. Εκείνο που έβρισκαν αξιέπαινο στις ασαφείς πληροφορίες που είχαν αποκτήσει ήταν η απουσία κληρονομικής αριστοκρατίας και μεγάλων γαιοκτησιών. Όπως φαντάζονταν, αυτά τα έθνη είχαν επιτύχει καλύτερα από τα δικά τους την εγκαθίδρυση της ισότητας.
Those eighteenth-century philosophers who were foreign to the ideas of the new utilitarian theory could still speak of a superiority of conditions in China and in the Mohammedan countries. They knew, it is true, very little about the social structure of the oriental world. What they found praiseworthy in the dim reports they had obtained was the absence of a hereditary aristocracy and of big land holdings. As they fancied it, these nations had succeeded better in establishing equality than their own nations.
Αργότερα, κατά τον δέκατο ένατο αιώνα, αυτοί οι ισχυρισμοί επαναλήφθηκαν από τους εθνικιστές των σχετικών εθνών. Επικεφαλής της πορείας βρισκόταν ο πανσλαβισμός, οι υπέρμαχοι του οποίου εξύψωναν την υπεροχή της κοινοτικής συνεργασίας όπως αυτή είχε πραγματοποιηθεί στο ρωσικό mir και artel και στη zadruga των Γιουγκοσλάβων. Με την πρόοδο της σημασιολογικής σύγχυσης, η οποία έχει μετατρέψει το νόημα των πολιτικών όρων στο ακριβώς αντίθετό του, το επίθετο «δημοκρατικός» χρησιμοποιείται πλέον αφειδώς. Οι μουσουλμανικοί λαοί, οι οποίοι δεν γνώρισαν ποτέ άλλη μορφή διακυβέρνησης πέρα από τον απεριόριστο απολυταρχισμό, αποκαλούνται δημοκρατικοί. Οι Ινδοί εθνικιστές βρίσκουν ευχαρίστηση όταν μιλούν για την παραδοσιακή ινδουιστική δημοκρατία.
Then later in the nineteenth century these claims were renewed by the nationalists of the nations concerned. The cavalcade was headed by Panslavism, whose champions exalted the eminence of communal land tenure as realized in the Russian mir and artel and in the zadruga of the Yugoslavs. With the progress of the semantic confusion which has converted the meaning of political terms into their very opposite, the epithet “democratic” is now lavishly spent. The Moslem peoples, which never knew any form of government other than unlimited absolutism, are called democratic. Indian nationalists take pleasure in speaking of traditional Hindu democracy!
Οι οικονομολόγοι και οι ιστορικοί αδιαφορούν για όλες αυτές τις συναισθηματικές εκδηλώσεις. Όταν περιγράφουν τους πολιτισμούς των ασιατικών λαών ως κατώτερους, δεν εκφράζουν κάποια αξιολογική κρίση. Απλώς διαπιστώνουν το γεγονός ότι αυτοί οι λαοί δεν δημιούργησαν εκείνες τις ιδεολογικές και θεσμικές συνθήκες οι οποίες παρήγαγαν στη Δύση τον καπιταλιστικό πολιτισμό, την ανωτερότητα του οποίου οι Ασιάτες αποδέχονται σήμερα σιωπηρά, απαιτώντας τουλάχιστον τα τεχνολογικά και θεραπευτικά εργαλεία και παρελκόμενά του.
Ακριβώς όταν αναγνωρίζει κανείς ότι στο παρελθόν ο πολιτισμός πολλών ασιατικών λαών βρισκόταν πολύ πιο μπροστά από εκείνον των δυτικών συγχρόνων τους, ανακύπτει το ερώτημα ποια αίτια ανέκοψαν την πρόοδο στην Ανατολή. Στην περίπτωση του ινδουιστικού πολιτισμού, η απάντηση είναι προφανής. Εδώ, η σιδηρά λαβή του άκαμπτου συστήματος των καστών κατέπνιξε την ατομική πρωτοβουλία και εξουδετέρωσε εν τη γενέσει της κάθε προσπάθεια απόκλισης από τα παραδοσιακά πρότυπα.
Η Κίνα και οι μουσουλμανικές χώρες, όμως, πέρα από τη δουλεία ενός συγκριτικά μικρού αριθμού ανθρώπων, ήταν απαλλαγμένες από την ακαμψία των καστών. Κυβερνώνταν από αυταρχικούς ηγεμόνες. Οι επιμέρους υπήκοοι, όμως, ήταν ίσοι ενώπιον του μονάρχη. Ακόμη και οι δούλοι και οι ευνούχοι δεν αποκλείονταν από την πρόσβαση στα υψηλότερα αξιώματα. Σε αυτή ακριβώς την ισότητα ενώπιον του κυβερνήτη αναφέρονται σήμερα οι άνθρωποι όταν μιλούν για τα υποτιθέμενα δημοκρατικά έθιμα αυτών των ανατολικών λαών.
Economists and historians are indifferent with regard to all such emotional effusions. In describing the civilizations of the Asiatics as inferior civilizations they do not express any value judgments. They merely establish the fact that these peoples did not bring forth those ideological and institutional conditions which in the West produced that capitalist civilization the superiority of which the Asiatics today implicitly accept in clamoring at least for its technological and therapeutical implements and paraphernalia. It is precisely when one recognizes the fact that in the past the culture of many Asiatic peoples was far ahead of that of their Western contemporaries, that the question is raised as to what causes stopped progress in the East. In the case of the Hindu civilization the answer is obvious. Here the iron grip of the inflexible caste system stunted individual initiative and nipped in the bud every attempt to deviate from traditional standards. But China and the Mohammedan countries were, apart from the slavery of a comparatively small number of people, free from caste rigidity. They were ruled by autocrats. But the individual subjects were equal under the autocrat. Even slaves and eunuchs were not barred from access to the highest dignities. It is this equality before the ruler to which people refer today in speaking of the supposed democratic customs of these Orientals.
Η έννοια της οικονομικής ισότητας των υπηκόων, στην οποία ήταν προσηλωμένοι αυτοί οι λαοί και οι κυβερνήτες τους, δεν ήταν σαφώς καθορισμένη αλλά αόριστη. Ήταν, όμως, πολύ συγκεκριμένη ως προς ένα σημείο: καταδίκαζε πλήρως τη συσσώρευση μεγάλης περιουσίας από οποιοδήποτε άτομο. Οι κυβερνήτες θεωρούσαν τους πλούσιους υπηκόους απειλή για την πολιτική τους κυριαρχία. Όλοι οι άνθρωποι, κυβερνήτες και κυβερνώμενοι, ήταν πεπεισμένοι ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να συσσωρεύσει άφθονα μέσα παρά μόνο στερώντας από άλλους όσα θα έπρεπε δικαιωματικά να τους ανήκουν και ότι ο πλούτος των λίγων εύπορων αποτελεί την αιτία της φτώχειας των πολλών.
Η θέση των εύπορων επιχειρηματιών ήταν εξαιρετικά επισφαλής σε όλες τις ανατολικές χώρες. Βρίσκονταν στο έλεος των κρατικών αξιωματούχων. Ακόμη και οι γενναιόδωρες δωροδοκίες δεν μπορούσαν να τους προστατεύσουν από τη δήμευση. Ολόκληρος ο λαός πανηγύριζε κάθε φορά που ένας ευημερών επιχειρηματίας έπεφτε θύμα του φθόνου και του μίσους των διοικητικών λειτουργών.
The notion of the economic equality of the subjects to which these peoples and their rulers were committed was not well defined but vague. But it was very distinct in one respect, namely, in utterly condemning the accumulation of a large fortune by any private individual. The rulers considered wealthy subjects a threat to their political supremacy. All people, the rulers as well as the ruled, were convinced that no man can amass abundant means otherwise than by depriving others of what by rights should belong to them, and that the riches of the wealthy few are the cause of the poverty of the many. The position of wealthy businessmen was in all oriental countries extremely precarious. They were at the mercy of the officeholders. Even lavish bribes failed to protect them against confiscation. The whole people rejoiced whenever a prosperous businessman fell victim to the envy and hatred of the administrators.
Αυτό το αντιχρηματιστικό πνεύμα ανέκοψε την πρόοδο του πολιτισμού στην Ανατολή και διατήρησε τις μάζες στο χείλος της λιμοκτονίας. Επειδή η συσσώρευση κεφαλαίου παρεμποδιζόταν, δεν μπορούσε να γίνεται λόγος για τεχνολογική βελτίωση. Ο καπιταλισμός έφθασε στην Ανατολή ως εισαγόμενη ξένη ιδεολογία, η οποία επιβλήθηκε από ξένους στρατούς και στόλους είτε υπό τη μορφή της αποικιακής κυριαρχίας είτε υπό τη μορφή της εξωεδαφικής δικαιοδοσίας. Αυτές οι βίαιες μέθοδοι ασφαλώς δεν αποτελούσαν το κατάλληλο μέσο για τη μεταβολή της παραδοσιοκρατικής νοοτροπίας των ανατολικών λαών. Η αναγνώριση, όμως, αυτού του γεγονότος δεν αναιρεί τη θέση ότι η απέχθεια προς τη συσσώρευση κεφαλαίου καταδίκασε πολλές εκατοντάδες εκατομμύρια Ασιάτες στη φτώχεια και στη λιμοκτονία.
This antichrematistic spirit arrested the progress of civilization in the East and kept the masses on the verge of starvation. As capital accumulation was checked, there could be no question of technological improvement. Capitalism came to the East as an imported alien ideology, imposed by foreign armies and navies in the shape either of colonial domination or of extraterritorial jurisdiction. These violent methods were certainly not the appropriate means to change the traditionalist mentality of the Orientals. But acknowledgment of this fact does not invalidate the statement that it was the abhorrence of capital accumulation that doomed many hundreds of millions of Asiatics to poverty and starvation.
Η έννοια της ισότητας που έχουν κατά νου οι σύγχρονοι προπαγανδιστές της ευημερίας αποτελεί αντίγραφο της ασιατικής ιδέας περί ισότητας. Ενώ είναι αόριστη από κάθε άλλη άποψη, είναι απολύτως σαφής ως προς την απέχθειά της για τις μεγάλες περιουσίες. Αντιτίθεται στις μεγάλες επιχειρήσεις και στον μεγάλο πλούτο. Υποστηρίζει διάφορα μέτρα για την ανακοπή της ανάπτυξης των επιμέρους επιχειρήσεων και για τη δημιουργία μεγαλύτερης ισότητας μέσω της δημευτικής φορολόγησης των εισοδημάτων και των περιουσιών. Και απευθύνεται στον φθόνο των άκριτων μαζών.
The notion of equality which our contemporary welfare propagandists have in mind is the replica of the Asiatic idea of equality. While vague in every other respect, it is very clear in its abomination of large fortunes. It objects to big business and great riches. It advocates various measures to stunt the growth of individual enterprises and to bring about more equality by confiscatory taxation of incomes and estates. And it appeals to the envy of the injudicious masses.
Οι άμεσες οικονομικές συνέπειες των δημευτικών πολιτικών έχουν ήδη εξεταστεί.4 Είναι προφανές ότι μακροπρόθεσμα τέτοιες πολιτικές πρέπει να οδηγήσουν όχι μόνο στην επιβράδυνση ή στην πλήρη ανακοπή της περαιτέρω συσσώρευσης κεφαλαίου, αλλά και στην ανάλωση του κεφαλαίου που είχε συσσωρευτεί κατά το παρελθόν. Δεν θα ανέκοπταν μόνο την περαιτέρω πρόοδο προς μεγαλύτερη υλική ευημερία, αλλά θα αντέστρεφαν την τάση και θα προκαλούσαν προοδευτική φτωχοποίηση. Τα ιδεώδη της Ασίας θα επικρατούσαν και, τελικά, Ανατολή και Δύση θα συναντιούνταν στο ίδιο επίπεδο ένδειας.
The immediate economic consequences of confiscatory policies have been dealt with already.[4] It is obvious that in the long run such policies must result not only in slowing down or totally checking the further accumulation of capital, but also in the consumption of capital accumulated in previous days. They would not only arrest further progress toward more material prosperity, but even reverse the trend and bring about a tendency toward progressing poverty. The ideals of Asia would triumph; and finally East and West would meet on an equal level of distress.
Η σχολή της ευημερίας δεν ισχυρίζεται μόνο ότι υπερασπίζεται τα συμφέροντα ολόκληρης της κοινωνίας απέναντι στα ιδιοτελή συμφέροντα των επιχειρήσεων που επιδιώκουν το κέρδος· υποστηρίζει επίσης ότι λαμβάνει υπόψη τα μακροχρόνια και διαρκή συμφέροντα του έθνους, σε αντιδιαστολή προς τις βραχυχρόνιες επιδιώξεις των κερδοσκόπων, των προωθητών και των κεφαλαιούχων, οι οποίοι είναι αποκλειστικά προσηλωμένοι στην κερδοσκοπία και αδιαφορούν για το μέλλον ολόκληρης της κοινωνίας.
Αυτός ο δεύτερος ισχυρισμός είναι, βεβαίως, ασυμβίβαστος με την έμφαση που δίνει η σχολή στις βραχυχρόνιες πολιτικές έναντι των μακροχρόνιων εκτιμήσεων. Η συνέπεια, όμως, δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των αρετών των θεωρητικών της ευημερίας. Ας παραβλέψουμε, χάριν της συζήτησης, αυτή την αντίφαση και ας εξετάσουμε τις θέσεις τους ανεξάρτητα από την ασυνέπειά τους.
The welfare school pretends not only to stand for the interests of the whole of society as against the selfish interests of profit-seeking business; it contends moreover that it takes into account the lasting secular interests of the nation as against the short-term concerns of speculators, promoters, and capitalists who are exclusively committed to profiteering and do not bother about the future of the whole of society. This second claim is, of course, irreconcilable with the emphasis laid by the school upon short-run policies as against long-run concerns. However, consistency is not one of the virtues of the welfare doctrinaires. Let us for the sake of argument disregard this contradiction in their statements and examine them without reference to their inconsistency.
Η αποταμίευση, η συσσώρευση κεφαλαίου και η επένδυση αποσύρουν το σχετικό ποσό από την τρέχουσα κατανάλωση και το αφιερώνουν στη βελτίωση των μελλοντικών συνθηκών. Ο αποταμιευτής παραιτείται από την αύξηση της παρούσας ικανοποίησής του, προκειμένου να βελτιώσει τη δική του ευημερία και εκείνη της οικογένειάς του στο απώτερο μέλλον. Οι προθέσεις του είναι ασφαλώς ιδιοτελείς, με τη συνηθισμένη έννοια του όρου. Οι συνέπειες, όμως, της ιδιοτελούς συμπεριφοράς του είναι ευεργετικές για τα μακροχρόνια και διαρκή συμφέροντα ολόκληρης της κοινωνίας και όλων των μελών της. Η συμπεριφορά του δημιουργεί όλα εκείνα τα φαινόμενα στα οποία ακόμη και ο πλέον φανατικός προπαγανδιστής της ευημερίας αποδίδει τους χαρακτηρισμούς «οικονομική βελτίωση» και «πρόοδος».
Saving, capital accumulation, and investment withhold the amount concerned from current consumption and dedicate it to the improvement of future conditions. The saver foregoes the increase in present satisfaction in order to improve his own well-being and that of his family in the more distant future. His intentions are certainly selfish in the popular connotation of the term. But the effects of his selfish conduct are beneficial to the lasting secular interests of the whole of society as well as of all its members. His conduct produces all those phenomena to which even the most bigoted welfare propagandist attributes the epithets economic improvement and progress.
Οι πολιτικές που υποστηρίζει η σχολή της ευημερίας εξαλείφουν το κίνητρο των ιδιωτών πολιτών προς αποταμίευση. Αφενός, τα μέτρα που αποβλέπουν στον περιορισμό των μεγάλων εισοδημάτων και περιουσιών μειώνουν σοβαρά ή καταστρέφουν ολοκληρωτικά τη δυνατότητα των ευπορότερων ανθρώπων να αποταμιεύουν. Αφετέρου, τα ποσά που συνεισέφεραν προηγουμένως στη συσσώρευση κεφαλαίου οι άνθρωποι με μέτρια εισοδήματα χειραγωγούνται κατά τρόπο που τα διοχετεύει προς την κατανάλωση.
Όταν στο παρελθόν ένας άνθρωπος αποταμίευε εμπιστευόμενος χρήματα σε μια τράπεζα αποταμιεύσεων ή συνάπτοντας ασφαλιστήριο συμβόλαιο, η τράπεζα ή η ασφαλιστική εταιρεία επένδυε το αντίστοιχο ποσό. Ακόμη και αν ο αποταμιευτής κατανάλωνε αργότερα τα ποσά που είχε αποταμιεύσει, δεν προέκυπταν αποεπένδυση και ανάλωση κεφαλαίου. Οι συνολικές επενδύσεις των τραπεζών αποταμιεύσεων και των ασφαλιστικών εταιρειών αυξάνονταν σταθερά παρά τις αναλήψεις αυτές.
The policies advocated by the welfare school remove the incentive to saving on the part of private citizens. On one hand, the measures directed toward a curtailment of big incomes and fortunes seriously reduce or destroy entirely the wealthier people’s power to save. On the other hand, the sums which people with moderate incomes previously contributed to capital accumulation are manipulated in such a way as to channel them into the lines of consumption. When in the past a man saved by entrusting money to a savings bank or by taking out an insurance policy, the bank or the insurance company invested the equivalent. Even if the saver at a later date consumed the sums saved, no disinvestment and capital consumption resulted. The total investments of the savings banks and the insurance companies steadily increased in spite of these withdrawals.
Σήμερα επικρατεί τάση να ωθούνται ολοένα περισσότερο οι τράπεζες και οι ασφαλιστικές εταιρείες προς επενδύσεις σε κρατικές ομολογίες. Τα κεφάλαια των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης αποτελούνται εξ ολοκλήρου από τίτλους του δημόσιου χρέους. Στον βαθμό που ο δημόσιος δανεισμός πραγματοποιείται για τη χρηματοδότηση τρεχουσών δαπανών, η αποταμίευση του ατόμου δεν οδηγεί σε συσσώρευση κεφαλαίου.
Ενώ στην ανεμπόδιστη οικονομία της αγοράς η αποταμίευση, η συσσώρευση κεφαλαίου και η επένδυση συμπίπτουν, στην παρεμβατική οικονομία οι αποταμιεύσεις των επιμέρους πολιτών μπορούν να κατασπαταληθούν από την κυβέρνηση. Ο επιμέρους πολίτης περιορίζει την τρέχουσα κατανάλωσή του για να μεριμνήσει για το δικό του μέλλον· ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, συνεισφέρει το μερίδιό του στην περαιτέρω οικονομική πρόοδο της κοινωνίας και στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των συνανθρώπων του. Η κυβέρνηση, όμως, παρεμβαίνει και εξαλείφει τις κοινωνικώς ευεργετικές συνέπειες της ατομικής συμπεριφοράς.
Κανένα παράδειγμα δεν καταρρίπτει καλύτερα από αυτό το στερεότυπο της σχολής της ευημερίας, το οποίο αντιπαραβάλλει το ιδιοτελές και στενόμυαλο άτομο —αποκλειστικά προσηλωμένο στην απόλαυση των ηδονών της στιγμής και αδιάφορο για την ευημερία των συνανθρώπων του και για τα διαχρονικά συμφέροντα της κοινωνίας— προς τη διορατική και καλοπροαίρετη κυβέρνηση, η οποία είναι ακατάπαυστα αφοσιωμένη στην προαγωγή της διαρκούς ευημερίας ολόκληρης της κοινωνίας.
Today there prevails a tendency to push the banks and the insurance companies more and more toward investment in government bonds. The funds of the social security institutions completely consist in titles to the public debt. As far as public indebtedness was incurred by spending for current expenditure, the saving of the individual does not result in capital accumulation. While in the unhampered market economy saving, capital accumulation, and investment coincide, in the interventionist economy the individual citizens’ savings can be dissipated by the government. The individual citizen restricts his current consumption in order to provide for his own future; in doing this he contributes his share to the further economic advancement of society and to an improvement of his fellow men’s standard of living. But the government steps in and removes the socially beneficial effects of the individuals’ conduct. Nothing explodes better than this example the welfare cliché that contrasts the selfish and narrow-minded individual, exclusively committed to the enjoyment of the pleasures of the moment and having no regard for the well-being of his fellow men and for the perennial concerns of society, and the far-sighted benevolent government, unflaggingly devoted to the promotion of the lasting welfare of the whole of society.
Ο προπαγανδιστής της ευημερίας προβάλλει, πράγματι, δύο αντιρρήσεις. Πρώτον, ότι κίνητρο του ατόμου είναι η ιδιοτέλεια, ενώ η κυβέρνηση είναι εμποτισμένη με καλές προθέσεις. Ας δεχθούμε, χάριν της συζήτησης, ότι τα άτομα είναι διαβολικά και οι κυβερνήτες αγγελικοί. Εκείνο, όμως, που έχει σημασία στη ζωή και στην πραγματικότητα —παρά τα όσα υποστήριξε ο Kant— δεν είναι οι καλές προθέσεις αλλά τα επιτεύγματα. Εκείνο ακριβώς που καθιστά δυνατές την ύπαρξη και την εξέλιξη της κοινωνίας είναι το γεγονός ότι η ειρηνική συνεργασία υπό τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας εξυπηρετεί μακροπρόθεσμα καλύτερα τα ιδιοτελή συμφέροντα όλων των ατόμων. Η υπεροχή της κοινωνίας της αγοράς συνίσταται στο ότι ολόκληρη η λειτουργία της αποτελεί πραγμάτωση αυτής της αρχής.
The welfare propagandist, it is true, raises two objections. First, that the individual’s motive is selfishness, while the government is imbued with good intentions. Let us admit for the sake of argument that individuals are devilish and rulers angelic. But what counts in life and reality is—whatever Kant may have said—not good intentions, but accomplishments. What makes the existence and the evolution of society possible is precisely the fact that peaceful cooperation under the social division of labor in the long run best serves the selfish concerns of all individuals. The eminence of the market society is that its whole functioning and operation is the consummation of this principle.
Η δεύτερη αντίρρηση επισημαίνει ότι, υπό το σύστημα της ευημερίας, η ιδιωτική συσσώρευση και επένδυση κεφαλαίου πρόκειται να αντικατασταθούν από την κυβερνητική συσσώρευση κεφαλαίου και τις δημόσιες επενδύσεις. Αναφέρεται στο γεγονός ότι δεν δαπανήθηκαν για τρέχουσες δαπάνες όλα τα κεφάλαια που δανείστηκαν οι κυβερνήσεις στο παρελθόν. Σημαντικό μέρος επενδύθηκε στην κατασκευή δρόμων, σιδηροδρόμων, λιμανιών, αεροδρομίων, σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και άλλων δημόσιων έργων. Ένα άλλο, εξίσου σημαντικό μέρος, δαπανήθηκε για τη διεξαγωγή αμυντικών πολέμων οι οποίοι, κατά γενική ομολογία, δεν μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν με άλλες μεθόδους.
Η αντίρρηση, όμως, αστοχεί ως προς το ουσιώδες. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι μέρος της ατομικής αποταμίευσης χρησιμοποιείται από την κυβέρνηση για τρέχουσα κατανάλωση και ότι τίποτε δεν εμποδίζει την κυβέρνηση να αυξήσει αυτό το μέρος τόσο πολύ, ώστε να απορροφά στην πραγματικότητα ολόκληρη την αποταμίευση.
The second objection points out that under the welfare system capital accumulation by the government and public investment are to be substituted for private accumulation and investment. It refers to the fact that not all the funds which governments borrowed in the past were spent for current expenditure. A considerable part was invested in the construction of roads, railroads, harbors, airports, power stations, and other public works. Another no less conspicuous part was spent for waging wars of defense which admittedly could not be financed by other methods. The objection, however, misses the point. What matters is that a part of the individual’s saving is employed by government for current consumption, and that nothing hinders the government from so increasing this part that it in fact absorbs the whole.
Είναι προφανές ότι, αν οι κυβερνήσεις καταστήσουν αδύνατη για τους υπηκόους τους τη συσσώρευση και την επένδυση πρόσθετου κεφαλαίου, η ευθύνη για τη δημιουργία νέου κεφαλαίου —αν πρόκειται να δημιουργηθεί καθόλου— περιέρχεται στην κυβέρνηση. Ο προπαγανδιστής της ευημερίας, κατά την άποψη του οποίου ο κυβερνητικός έλεγχος αποτελεί συνώνυμο της προνοητικής φροντίδας του Θεού, η οποία καθοδηγεί σοφά και ανεπαίσθητα την ανθρωπότητα προς ανώτερα και τελειότερα στάδια μιας αναπόφευκτης εξελικτικής προόδου, αδυνατεί να αντιληφθεί την πολυπλοκότητα του προβλήματος και τις διακλαδώσεις του.
It is obvious that if governments make it impossible for their subjects to accumulate and to invest additional capital, responsibility for the formation of new capital, if there is to be any, devolves upon government. The welfare propagandist, in whose opinion government control is a synonym for God’s providential care that wisely and imperceptibly leads mankind to higher and more perfect stages of an inescapable evolutionary progress, fails to see the intricacy of the problem and its ramifications.
Όχι μόνο η περαιτέρω αποταμίευση και η συσσώρευση πρόσθετου κεφαλαίου, αλλά εξίσου και η διατήρηση του κεφαλαίου στο σημερινό του επίπεδο, απαιτούν περιορισμό της σημερινής κατανάλωσης προκειμένου να υπάρχει αφθονότερος εφοδιασμός αργότερα. Πρόκειται για αποχή, για παραίτηση από ικανοποιήσεις που θα μπορούσαν να αποκομιστούν αμέσως.5 Η οικονομία της αγοράς δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο ασκείται σε κάποιον βαθμό αυτή η αποχή και στο οποίο το προϊόν της, το συσσωρευμένο κεφάλαιο, επενδύεται προς εκείνες τις κατευθύνσεις στις οποίες ικανοποιεί καλύτερα τις πιο επείγουσες ανάγκες των καταναλωτών.
Ανακύπτουν τα ερωτήματα αν η κυβερνητική συσσώρευση κεφαλαίου μπορεί να αντικαταστήσει την ιδιωτική συσσώρευση και με ποιον τρόπο θα επένδυε μια κυβέρνηση το πρόσθετο κεφάλαιο που θα συσσώρευε. Αυτά τα προβλήματα δεν αφορούν μόνο μια σοσιαλιστική κοινοπολιτεία. Είναι εξίσου επείγοντα σε ένα παρεμβατικό σύστημα που έχει εξαλείψει πλήρως ή σχεδόν πλήρως τις συνθήκες που ευνοούν τον ιδιωτικό σχηματισμό κεφαλαίου. Ακόμη και οι Ηνωμένες Πολιτείες προσεγγίζουν καταφανώς ολοένα περισσότερο μια τέτοια κατάσταση.
Not only further saving and accumulation of additional capital, but no less the maintenance of capital at its present level, require curtailing today’s consumption in order to be more amply supplied later. It is abstinence, a refraining from satisfactions which could be reaped instantly.[5] The market economy brings about an environment in which such abstinence is practiced to a certain extent, and in which its product, the accumulated capital, is invested in those lines in which it best satisfies the most urgent needs of the consumers. The questions arise whether government accumulation of capital can be substituted for private accumulation, and in what way a government would invest additional capital accumulated. These problems do not refer only to a socialist commonwealth. They are no less urgent in an interventionist scheme that has either totally or almost totally removed the conditions making for private capital formation. Even the United States is manifestly more and more approaching such a state of affairs.
Ας εξετάσουμε την περίπτωση μιας κυβέρνησης που έχει αποκτήσει τον έλεγχο της χρησιμοποίησης σημαντικού μέρους των αποταμιεύσεων των πολιτών. Οι επενδύσεις του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών, των τραπεζών αποταμιεύσεων και των εμπορικών τραπεζών καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από τις αρχές και διοχετεύονται στο δημόσιο χρέος. Οι ιδιώτες πολίτες εξακολουθούν να είναι αποταμιευτές. Το αν, όμως, οι αποταμιεύσεις τους οδηγούν σε συσσώρευση κεφαλαίου και αυξάνουν έτσι την ποσότητα των διαθέσιμων κεφαλαιουχικών αγαθών για τη βελτίωση του παραγωγικού μηχανισμού εξαρτάται από τον τρόπο χρησιμοποίησης των κεφαλαίων που δανείζεται η κυβέρνηση.
Αν η κυβέρνηση κατασπαταλήσει αυτά τα ποσά, είτε δαπανώντας τα για τρέχουσες δαπάνες είτε πραγματοποιώντας εσφαλμένες επενδύσεις, διακόπτεται η διαδικασία συσσώρευσης κεφαλαίου την οποία εγκαινίασε η αποταμίευση των ατόμων και συνέχισαν οι επενδυτικές δραστηριότητες των τραπεζών και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Μια αντιπαραβολή των δύο μεθόδων μπορεί να αποσαφηνίσει το ζήτημα:
Let us consider the case of a government that has got control of the employment of a considerable part of the citizens’ savings. The investments of the social security system, of the private insurance companies, of savings banks, and of commercial banks are to a great extent determined by the authorities and channeled into the public debt. The private citizens are still savers. But whether or not their savings bring about capital accumulation and thus increase the quantity of capital goods available for an improvement of the apparatus of production depends on the employment of the funds borrowed by the government. If the government squanders these sums either by spending them for current expenditure or by malinvestment, the process of capital accumulation as inaugurated by the saving of individuals and continued by the investment operations of the banks and insurance enterprises is cut off. A contrast between the two ways may clarify the matter:
Κατά τη διαδικασία της ανεμπόδιστης οικονομίας της αγοράς, ο Bill αποταμιεύει εκατό δολάρια και τα καταθέτει σε μια τράπεζα αποταμιεύσεων. Αν επιλέξει με σύνεση μια τράπεζα η οποία ενεργεί συνετά κατά τη χορήγηση δανείων και την πραγματοποίηση επενδύσεων, προκύπτει αύξηση του κεφαλαίου, η οποία επιφέρει άνοδο της οριακής παραγωγικότητας της εργασίας. Από το πλεόνασμα που δημιουργείται κατ’ αυτόν τον τρόπο, ένα μέρος περιέρχεται στον Bill υπό μορφή τόκου. Αν ο Bill σφάλλει κατά την επιλογή της τράπεζάς του και εμπιστευτεί τα εκατό δολάριά του σε τράπεζα που καταρρέει, δεν λαμβάνει τίποτε.
In the process of the unhampered market economy Bill saves one hundred dollars and deposits it with a savings bank. If he is wise in choosing a bank which is wise in its lending and investing business, an increment in capital results, and brings about a rise in the productivity of labor. Out of the surplus thus produced a part goes to Bill in the shape of interest. If Bill blunders in the choice of his bank and entrusts his hundred dollars to a bank that fails, he goes empty-handed.
Κατά τη διαδικασία της κυβερνητικής παρέμβασης στην αποταμίευση και στην επένδυση, ο Paul αποταμιεύει το 1940 καταβάλλοντας εκατό δολάρια στον εθνικό οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης.6 Σε αντάλλαγμα λαμβάνει μια απαίτηση που αποτελεί ουσιαστικά ανεπιφύλακτη κυβερνητική αναγνώριση χρέους. Αν η κυβέρνηση δαπανήσει τα εκατό δολάρια για τρέχουσες δαπάνες, δεν δημιουργείται πρόσθετο κεφάλαιο και δεν προκύπτει αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Η κυβερνητική αναγνώριση χρέους αποτελεί επιταγή που εκδίδεται εις βάρος των μελλοντικών φορολογουμένων. Το 1970, κάποιος Peter ενδέχεται να υποχρεωθεί να εκπληρώσει την υπόσχεση της κυβέρνησης, μολονότι ο ίδιος δεν αποκόμισε κανένα όφελος από το γεγονός ότι ο Paul αποταμίευσε εκατό δολάρια το 1940.
In the process of government interference with saving and investment, Paul in the year 1940 saves by paying one hundred dollars to the national social security institution.[6] He receives in exchange a claim which is virtually an unconditional government IOU. If the government spends the hundred dollars for current expenditure, no additional capital comes into existence, and no increase in the productivity of labor results. The government’s IOU is a check drawn upon the future taxpayers. In 1970 a certain Peter may have to fulfill the government’s promise although he himself does not derive any benefit from the fact that Paul in 1940 saved one hundred dollars.
Καθίσταται έτσι προφανές ότι δεν χρειάζεται να εξετάσουμε τη Σοβιετική Ρωσία για να κατανοήσουμε τον ρόλο που διαδραματίζουν τα δημόσια οικονομικά στην εποχή μας. Το ευτελές επιχείρημα ότι το δημόσιο χρέος δεν αποτελεί βάρος επειδή «το οφείλουμε στους εαυτούς μας» είναι παραπλανητικό. Οι Paul του 1940 δεν το οφείλουν στους εαυτούς τους. Οι Peter του 1970 το οφείλουν στους Paul του 1940. Ολόκληρο το σύστημα αποτελεί την κορύφωση της αρχής της βραχυχρόνιας θεώρησης. Οι πολιτικοί του 1940 επιλύουν τα προβλήματά τους μεταθέτοντάς τα στους πολιτικούς του 1970. Κατά την ημερομηνία εκείνη, οι πολιτικοί του 1940 θα είναι είτε νεκροί είτε ηλικιωμένοι πολιτικοί που θα υπερηφανεύονται για το θαυμαστό επίτευγμά τους, την κοινωνική ασφάλιση.
Thus it becomes obvious that there is no need to look at Soviet Russia in order to comprehend the role that public finance plays in our day. The trumpery argument that the public debt is no burden because “we owe it to ourselves” is delusive. The Pauls of 1940 do not owe it to themselves. It is the Peters of 1970 who owe it to the Pauls of 1940. The whole system is the acme of the short-run principle. The statesmen of 1940 solve their problems by shifting them to the statesmen of 1970. On that date the statesmen of 1940 will be either dead or elder statesmen glorying in their wonderful achievement, social security.
Οι μύθοι του Άγιου Βασίλη της σχολής της ευημερίας χαρακτηρίζονται από την πλήρη αδυναμία τους να συλλάβουν τα προβλήματα του κεφαλαίου. Αυτό ακριβώς το ελάττωμα καθιστά επιτακτική την άρνηση της ονομασίας «οικονομική της ευημερίας», με την οποία περιγράφουν τις θεωρίες τους. Όποιος δεν λαμβάνει υπόψη τη σπανιότητα των διαθέσιμων κεφαλαιουχικών αγαθών δεν είναι οικονομολόγος αλλά μυθοπλάστης. Δεν ασχολείται με την πραγματικότητα, αλλά με έναν μυθικό κόσμο αφθονίας. Όλες οι διακηρύξεις της σύγχρονης σχολής της ευημερίας, όπως και εκείνες των σοσιαλιστών συγγραφέων, βασίζονται στη σιωπηρή παραδοχή ότι υπάρχει άφθονη προσφορά κεφαλαιουχικών αγαθών. Τότε, βεβαίως, φαίνεται εύκολο να βρεθεί θεραπεία για όλα τα δεινά, να δοθεί στον καθένα «σύμφωνα με τις ανάγκες του» και να καταστούν όλοι απολύτως ευτυχισμένοι.
The Santa Claus fables of the welfare school are characterized by their complete failure to grasp the problems of capital. It is precisely this defect that makes it imperative to deny them the appellation welfare economics with which they describe their doctrines. He who does not take into consideration the scarcity of capital goods available is not an economist, but a fabulist. He does not deal with reality but with a fabulous world of plenty. All the effusions of the contemporary welfare school are, like those of the socialist authors, based on the implicit assumption that there is an abundant supply of capital goods. Then, of course, it seems easy to find a remedy for all ills, to give to everybody “according to his needs” and to make everyone perfectly happy.
Είναι αληθές ότι ορισμένοι υπέρμαχοι της σχολής της ευημερίας ανησυχούν εξαιτίας μιας ασαφούς αντίληψης των σχετικών προβλημάτων. Αντιλαμβάνονται ότι το κεφάλαιο πρέπει να διατηρείται άθικτο, αν δεν πρόκειται να μειωθεί η μελλοντική παραγωγικότητα της εργασίας.7 Ακόμη, όμως, και αυτοί οι συγγραφείς αδυνατούν να κατανοήσουν ότι ακόμη και η απλή διατήρηση του κεφαλαίου εξαρτάται από την επιδέξια διαχείριση των προβλημάτων της επένδυσης· ότι αποτελεί πάντοτε καρπό επιτυχούς κερδοσκοπικής πρόβλεψης· και ότι οι προσπάθειες διατήρησης του κεφαλαίου προϋποθέτουν οικονομικό υπολογισμό και, συνεπώς, τη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς.
Οι άλλοι προπαγανδιστές της ευημερίας αγνοούν πλήρως το ζήτημα. Δεν έχει σημασία αν, ως προς αυτό, υιοθετούν το μαρξικό σχήμα ή καταφεύγουν στην επινόηση νέων χιμαιρικών εννοιών, όπως ο «αυτοδιαιωνιζόμενος χαρακτήρας» των χρήσιμων πραγμάτων.8 Σε κάθε περίπτωση, οι διδασκαλίες τους αποσκοπούν στη δικαιολόγηση της θεωρίας που κατηγορεί την υπερβολική αποταμίευση και την υποκατανάλωση για κάθε μη ικανοποιητική κατάσταση και συνιστά τη δαπάνη ως πανάκεια.
It is true that some of the champions of the welfare school feel troubled by a dim notion of the problems involved. They realize that capital must be maintained intact if the future productivity of labor is not to be impaired.[7] However, these authors too fail to comprehend that even the mere maintenance of capital depends on the skillful handling of the problems of investment, that it is always the fruit of successful speculation, and that endeavors to maintain capital intact presuppose economic calculation and thereby the operation of the market economy. The other welfare propagandists ignore the issue completely. It does not matter whether or not they endorse in this respect the Marxian scheme or resort to the invention of new chimerical notions such as “the self-perpetuating character” of useful things.[8] In any event their teachings are designed to provide a justification for the doctrine which blames oversaving and underconsumption for all that is unsatisfactory and recommends spending as a panacea.
Όταν πιέζονται από τους οικονομολόγους, ορισμένοι προπαγανδιστές της ευημερίας και σοσιαλιστές παραδέχονται ότι η επιδείνωση του μέσου βιοτικού επιπέδου μπορεί να αποφευχθεί μόνο με τη διατήρηση του ήδη συσσωρευμένου κεφαλαίου και ότι η οικονομική βελτίωση εξαρτάται από τη συσσώρευση πρόσθετου κεφαλαίου. Η διατήρηση του κεφαλαίου και η συσσώρευση νέου κεφαλαίου, λένε, θα αποτελούν στο εξής καθήκον της κυβέρνησης. Δεν θα αφήνονται πλέον στην ιδιοτέλεια των ατόμων, τα οποία ενδιαφέρονται αποκλειστικά για τον δικό τους πλουτισμό και εκείνον των οικογενειών τους· οι αρχές θα τα διαχειρίζονται από τη σκοπιά του κοινού καλού.
When pushed hard by economists, some welfare propagandists and socialists admit that impairment of the average standard of living can only be avoided by the maintenance of capital already accumulated and that economic improvement depends on accumulation of additional capital. Maintenance of capital and accumulation of new capital, they say, will henceforth be a task of government. They will no longer be left to the selfishness of individuals, exclusively concerned with their own enrichment and that of their families; the authorities will deal with them from the point of view of the common weal.
Ο πυρήνας του ζητήματος βρίσκεται ακριβώς στη λειτουργία της ιδιοτέλειας. Υπό το σύστημα της ανισότητας, αυτή η ιδιοτέλεια παρακινεί τον άνθρωπο να αποταμιεύει και να επενδύει πάντοτε τις αποταμιεύσεις του κατά τρόπο ώστε να ικανοποιούνται καλύτερα οι πλέον επείγουσες ανάγκες των καταναλωτών. Υπό το σύστημα της ισότητας, αυτό το κίνητρο εξασθενεί.
Ο περιορισμός της κατανάλωσης στο άμεσο μέλλον αποτελεί αισθητή στέρηση, πλήγμα στους ιδιοτελείς σκοπούς του ατόμου. Η αύξηση της διαθέσιμης προσφοράς σε χρονικά απώτερες περιόδους, η οποία αναμένεται να προκύψει από αυτή την άμεση στέρηση, είναι λιγότερο αντιληπτή για τη μέση διάνοια. Επιπλέον, υπό ένα σύστημα δημόσιας συσσώρευσης, τα ευεργετικά της αποτελέσματα κατανέμονται τόσο αραιά, ώστε δύσκολα εμφανίζονται σε έναν άνθρωπο ως κατάλληλη αποζημίωση για όσα στερείται σήμερα.
Η σχολή της ευημερίας υποθέτει αμέριμνα ότι η προσδοκία πως οι καρποί της σημερινής αποταμίευσης θα απολαύσουν εξίσου όλα τα μέλη της μελλοντικής γενεάς θα στρέψει την ιδιοτέλεια όλων προς περισσότερη αποταμίευση. Πέφτει έτσι θύμα ενός επακόλουθου της πλατωνικής ψευδαίσθησης ότι, αν εμποδιστούν οι άνθρωποι να γνωρίζουν ποια παιδιά είναι δικά τους, θα αναπτύξουν γονικά αισθήματα απέναντι σε όλους τους νεότερους ανθρώπους. Θα ήταν συνετό αν η σχολή της ευημερίας είχε λάβει υπόψη την παρατήρηση του Αριστοτέλη ότι το αποτέλεσμα θα είναι μάλλον να καταστούν όλοι οι γονείς εξίσου αδιάφοροι απέναντι σε όλα τα παιδιά.9
The crux of the issue lies precisely in the operation of selfishness. Under the system of inequality this selfishness impels a man to save and always to invest his savings in such a way as to fill best the most urgent needs of the consumers. Under the system of equality this motive fades. The curtailment of consumption in the immediate future is a perceptible privation, a blow to the individuals’ selfish aims. The increment in the supply available in more distant periods of the future which is expected from this immediate privation is less recognizable for the average intellect. Moreover, its beneficial effects are, under a system of public accumulation, so thinly spread out that they hardly appear to a man as an appropriate compensation for what he foregoes today. The welfare school blithely assumes that the expectation that the fruits of today’s saving will be reaped equally by the whole of the future generation will turn everybody’s selfishness toward more saving. Thus they fall prey to a corollary of Plato’s illusion that preventing people from knowing which children’s parents they are will inspire them with parental feelings toward all younger people. It would have been wise if the welfare school had been mindful of Aristotle’s observation that the result will rather be that all parents will be equally indifferent to all children.[9]
Το πρόβλημα της διατήρησης και της αύξησης του κεφαλαίου είναι άλυτο για ένα σοσιαλιστικό σύστημα που δεν μπορεί να καταφύγει στον οικονομικό υπολογισμό. Μια τέτοια σοσιαλιστική κοινοπολιτεία στερείται οποιασδήποτε μεθόδου για να εξακριβώσει αν ο κεφαλαιουχικός εξοπλισμός της μειώνεται ή αυξάνεται. Υπό τον παρεμβατισμό, όμως, και υπό ένα σοσιαλιστικό σύστημα που εξακολουθεί να είναι σε θέση να καταφεύγει στον οικονομικό υπολογισμό βάσει των τιμών που διαμορφώνονται στο εξωτερικό, τα πράγματα δεν είναι τόσο δυσμενή. Εδώ είναι τουλάχιστον δυνατόν να κατανοηθεί τι συμβαίνει.
The problem of maintaining and increasing capital is insoluble for a socialist system which cannot resort to economic calculation. Such a socialist commonwealth lacks any method of ascertaining whether its capital equipment is decreasing or increasing. But under interventionism and under a socialist system which is still in a position to resort to economic calculation on the basis of prices established abroad, things are not so bad. Here it is at least possible to comprehend what is going on.
Αν μια τέτοια χώρα κυβερνάται δημοκρατικά, τα προβλήματα της διατήρησης του κεφαλαίου και της συσσώρευσης πρόσθετου κεφαλαίου μετατρέπονται στο κύριο αντικείμενο των πολιτικών αντιπαραθέσεων. Θα εμφανιστούν δημαγωγοί που θα υποστηρίζουν ότι μπορούν να διατεθούν για τρέχουσα κατανάλωση περισσότερα από όσα είναι διατεθειμένοι να επιτρέψουν οι εκάστοτε κυβερνώντες ή τα άλλα κόμματα.
Θα είναι πάντοτε έτοιμοι να διακηρύξουν ότι, «υπό τις παρούσες συνθήκες ανάγκης», δεν μπορεί να γίνεται λόγος για συσσώρευση κεφαλαίου για τις μελλοντικές ημέρες και ότι, αντιθέτως, είναι πλήρως δικαιολογημένη η κατανάλωση μέρους του ήδη διαθέσιμου κεφαλαίου. Τα διάφορα κόμματα θα συναγωνίζονται μεταξύ τους υποσχόμενα στους εκλογείς περισσότερες κυβερνητικές δαπάνες και ταυτόχρονα μείωση όλων των φόρων που δεν επιβαρύνουν αποκλειστικά τους πλουσίους.
Κατά την εποχή του laissez-faire, οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν την κυβέρνηση ως θεσμό του οποίου η λειτουργία απαιτούσε χρηματικές δαπάνες που έπρεπε να καλυφθούν από τους φόρους των πολιτών. Στους προϋπολογισμούς των επιμέρους πολιτών, το κράτος αποτελούσε στοιχείο δαπάνης. Σήμερα, η πλειονότητα των πολιτών αντιμετωπίζει την κυβέρνηση ως φορέα διανομής παροχών. Οι μισθωτοί και οι αγρότες αναμένουν να λάβουν από το δημόσιο ταμείο περισσότερα από όσα συνεισφέρουν στα έσοδά του. Στα μάτια τους, το κράτος είναι φορέας δαπανών και όχι εισπράξεων.
Αυτές οι δημοφιλείς αντιλήψεις εκλογικεύθηκαν και ανυψώθηκαν στην περιωπή οιονεί οικονομικής θεωρίας από τον λόρδο Keynes και τους μαθητές του. Οι δαπάνες και οι ελλειμματικοί προϋπολογισμοί αποτελούν απλώς συνώνυμα της ανάλωσης κεφαλαίου. Αν οι τρέχουσες δαπάνες, όσο ωφέλιμες και αν θεωρούνται, χρηματοδοτούνται μέσω της αφαίρεσης, με φόρους κληρονομίας, εκείνων των τμημάτων των υψηλότερων εισοδημάτων που θα είχαν χρησιμοποιηθεί για επενδύσεις ή μέσω δανεισμού, η κυβέρνηση μετατρέπεται σε παράγοντα ανάλωσης κεφαλαίου.
Το γεγονός ότι στη σημερινή Αμερική υπάρχει πιθανότατα10 ακόμη πλεόνασμα της ετήσιας συσσώρευσης κεφαλαίου έναντι της ετήσιας ανάλωσης κεφαλαίου δεν αναιρεί τη θέση ότι το συνολικό πλέγμα των δημοσιονομικών πολιτικών της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, των πολιτειών και των δήμων τείνει προς την ανάλωση κεφαλαίου.
If such a country is under a democratic government, the problems of capital preservation and accumulation of additional capital become the main issue of political antagonisms. There will be demagogues to contend that more could be dedicated to current consumption than those who happen to be in power or the other parties are disposed to allow. They will always be ready to declare that “in the present emergency” there cannot be any question of piling up capital for later days and that, on the contrary, consumption of a part of the capital already available is fully justified. The various parties will outbid one another in promising the voters more government spending and at the same time a reduction of all taxes which do not exclusively burden the rich. In the days of laissez faire people looked upon government as an institution whose operation required an expenditure of money which must be defrayed by taxes paid by the citizens. In the individual citizens’ budgets the state was an item of expenditure. Today the majority of the citizens look upon government as an agency dispensing benefits. The wage earners and the farmers expect to receive from the treasury more than they contribute to its revenues. The state is in their eyes a spender, not a taker. These popular tenets were rationalized and elevated to the rank of a quasi-economic doctrine by Lord Keynes and his disciples. Spending and unbalanced budgets are merely synonyms for capital consumption. If current expenditure, however beneficial it may be considered, is financed by taxing away those parts of higher incomes which would have been employed for investment, by inheritance taxes, or by borrowing, the government becomes a factor making for capital consumption. The fact that in present-day America there is probably[10] still a surplus of annual capital accumulation over annual capital consumption does not invalidate the statement that the total complex of the financial policies of the Federal Government, the States, and the municipalities tends toward capital consumption.
Πολλοί από όσους αντιλαμβάνονται τις ανεπιθύμητες συνέπειες της ανάλωσης κεφαλαίου έχουν την τάση να πιστεύουν ότι η λαϊκή διακυβέρνηση είναι ασυμβίβαστη με υγιείς δημοσιονομικές πολιτικές. Αδυνατούν να αντιληφθούν ότι δεν πρέπει να κατηγορηθεί η δημοκρατία καθαυτή, αλλά οι θεωρίες που αποβλέπουν στην αντικατάσταση της αντίληψης του κράτους ως νυχτοφύλακα —την οποία χλεύαζε ο Lassalle — από την αντίληψη της κυβέρνησης ως Άγιου Βασίλη. Εκείνο που καθορίζει την πορεία της οικονομικής πολιτικής ενός έθνους είναι πάντοτε οι οικονομικές ιδέες που υιοθετεί η κοινή γνώμη. Καμία κυβέρνηση, είτε δημοκρατική είτε δικτατορική, δεν μπορεί να απαλλαγεί από την κυριαρχία της γενικώς αποδεκτής ιδεολογίας.
Many who are aware of the undesirable consequences of capital consumption are prone to believe that popular government is incompatible with sound financial policies. They fail to realize that not democracy as such is to be indicted, but the doctrines which aim at substituting the Santa Claus conception of government for the night watchman conception derided by Lassalle. What determines the course of a nation’s economic policies is always the economic ideas held by public opinion. No government, whether democratic or dictatorial, can free itself from the sway of the generally accepted ideology.
Όσοι υποστηρίζουν τον περιορισμό των προνομίων του κοινοβουλίου ως προς τον προϋπολογισμό και τη φορολογία ή ακόμη και την πλήρη αντικατάσταση της αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης από αυταρχική κυβέρνηση είναι τυφλωμένοι από τη χιμαιρική εικόνα ενός τέλειου αρχηγού κράτους. Αυτός ο άνθρωπος, εξίσου καλοπροαίρετος όσο και σοφός, θα ήταν ειλικρινά αφοσιωμένος στην προαγωγή της μακροχρόνιας ευημερίας των υπηκόων του.
Ο πραγματικός Führer, όμως, αποδεικνύεται θνητός άνθρωπος, ο οποίος αποβλέπει πρωτίστως στη διαιώνιση της δικής του κυριαρχίας και εκείνης της οικογένειας, των φίλων και του κόμματός του. Στον βαθμό που μπορεί να καταφύγει σε μη δημοφιλή μέτρα, το πράττει για χάρη αυτών των σκοπών. Δεν επενδύει ούτε συσσωρεύει κεφάλαιο. Κατασκευάζει οχυρά και εξοπλίζει στρατούς.
Those advocating a restriction of the parliament’s prerogatives in budgeting and taxation issues or even a complete substitution of authoritarian government for representative government are blinded by the chimerical image of a perfect chief of state. This man, no less benevolent than wise, would be sincerely dedicated to the promotion of his subjects’ lasting welfare. The real Führer, however, turns out to be a mortal man who first of all aims at the perpetuation of his own supremacy and that of his kin, his friends, and his party. As far as he may resort to unpopular measures, he does so for the sake of these objectives. He does not invest and accumulate capital. He constructs fortresses and equips armies.
Τα πολυσυζητημένα σχέδια των σοβιετικών και των ναζιστών δικτατόρων περιλάμβαναν περιορισμό της τρέχουσας κατανάλωσης χάριν της «επένδυσης». Οι ναζί δεν επιχείρησαν ποτέ να αποκρύψουν την αλήθεια ότι όλες αυτές οι επενδύσεις προορίζονταν για την προετοιμασία των επιθετικών πολέμων που σχεδίαζαν. Οι Σοβιετικοί ήταν αρχικά λιγότερο απροκάλυπτοι. Αργότερα, όμως, διακήρυξαν με υπερηφάνεια ότι ολόκληρος ο σχεδιασμός τους καθοδηγούνταν από εκτιμήσεις πολεμικής ετοιμότητας.
Η ιστορία δεν παρέχει κανένα παράδειγμα συσσώρευσης κεφαλαίου που προκλήθηκε από μια κυβέρνηση. Στον βαθμό που οι κυβερνήσεις επένδυσαν στην κατασκευή δρόμων, σιδηροδρόμων και άλλων χρήσιμων δημόσιων έργων, το απαιτούμενο κεφάλαιο είχε δημιουργηθεί από τις αποταμιεύσεις των επιμέρους πολιτών και είχε δανειστεί στην κυβέρνηση. Το μεγαλύτερο μέρος, όμως, των κεφαλαίων που συγκεντρώθηκαν μέσω του δημόσιου δανεισμού δαπανήθηκε για τρέχουσες δαπάνες. Όσα είχαν αποταμιεύσει τα άτομα κατασπαταλήθηκαν από την κυβέρνηση.
The much talked about plans of the Soviet and Nazi dictators involved restriction of current consumption for the sake of “investment.” The Nazis never tried to suppress the truth that all these investments were designed as a preparation for the wars of aggression that they planned. The Soviets were less outspoken at the beginning. But today they proudly declare that all their planning was directed by considerations of war preparedness. History does not provide any example of capital accumulation brought about by a government. As far as governments invested in the construction of roads, railroads, and other useful public works, the capital needed was provided by the savings of individual citizens and borrowed by the government. But the greater part of the public debts was spent for current expenditure. What individuals had saved was dissipated by the government.
Ακόμη και όσοι θεωρούν αξιοθρήνητη την ανισότητα του πλούτου και των εισοδημάτων δεν μπορούν να αρνηθούν ότι αυτή ευνοεί την προοδευτική συσσώρευση κεφαλαίου. Και μόνο η πρόσθετη συσσώρευση κεφαλαίου επιφέρει τεχνολογική βελτίωση, αύξηση των μισθών και άνοδο του βιοτικού επιπέδου.
Even those who look upon the inequality of wealth and incomes as a deplorable thing, cannot deny that it makes for progressing capital accumulation. And it is additional capital accumulation alone that brings about technological improvement, rising wage rates, and a higher standard of living.
Η αόριστη έννοια της ασφάλειας την οποία έχουν κατά νου οι θεωρητικοί της ευημερίας όταν διαμαρτύρονται για την ανασφάλεια αναφέρεται σε κάτι σαν εγγύηση μέσω της οποίας η κοινωνία εξασφαλίζει σε κάθε άνθρωπο, ανεξάρτητα από τα επιτεύγματά του, ένα βιοτικό επίπεδο που ο ίδιος θεωρεί ικανοποιητικό.
The vague notion of security which the welfare doctrinaires have in mind when complaining about insecurity refers to something like a warrant by means of which society guarantees to everybody, irrespective of his achievements, a standard of living which he considers satisfactory.
Τέτοια ασφάλεια, υποστηρίζουν οι εγκωμιαστές παλαιότερων εποχών, παρεχόταν υπό το κοινωνικό καθεστώς του Μεσαίωνα. Δεν χρειάζεται, όμως, να εξετάσουμε αυτούς τους ισχυρισμούς. Οι πραγματικές συνθήκες, ακόμη και κατά τον τόσο εξυμνημένο δέκατο τρίτο αιώνα, διέφεραν από την ιδεώδη εικόνα που ζωγράφισε η σχολαστική φιλοσοφία· τα σχήματα αυτά προορίζονταν να περιγράψουν τις συνθήκες όχι όπως πραγματικά ήταν, αλλά όπως θα έπρεπε να είναι. Ακόμη, όμως, και αυτές οι ουτοπίες των φιλοσόφων και των θεολόγων προβλέπουν την ύπαρξη μιας πολυάριθμης τάξης άπορων ζητιάνων, οι οποίοι εξαρτώνταν πλήρως από την ελεημοσύνη των ευπόρων. Αυτή δεν είναι ακριβώς η ιδέα της ασφάλειας που υποδηλώνει η σύγχρονη χρήση του όρου.
Security in this sense, contend the eulogists of times gone by, was provided under the social regime of the Middle Ages. There is, however, no need to enter into an examination of these claims. Real conditions even in the much-glorified thirteenth century were different from the ideal picture painted by scholastic philosophy; these schemes were meant as a description of conditions not as they were but as they ought to be. But even these utopias of the philosophers and theologians allow for the existence of a numerous class of destitute beggars, entirely dependent on alms given by the wealthy. This is not precisely the idea of security which the modern usage of the term suggests.
Η έννοια της ασφάλειας αποτελεί για τους μισθωτούς και τους μικρούς αγρότες το αντίστοιχο της έννοιας της σταθερότητας που υιοθετούν οι κεφαλαιούχοι.11 Όπως οι κεφαλαιούχοι επιθυμούν να απολαμβάνουν μόνιμα ένα εισόδημα που δεν υπόκειται στις μεταπτώσεις των μεταβαλλόμενων ανθρώπινων συνθηκών, έτσι και οι μισθωτοί και οι μικροί αγρότες επιθυμούν να καταστήσουν τα εισοδήματά τους ανεξάρτητα από την αγορά.
Και οι δύο ομάδες επιδιώκουν να αποσυρθούν από τη ροή των ιστορικών γεγονότων. Κανένα μεταγενέστερο συμβάν δεν θα πρέπει να επιδεινώσει τη δική τους θέση· από την άλλη πλευρά, βεβαίως, δεν αντιτίθενται ρητά σε μια βελτίωση της υλικής τους ευημερίας. Η διάρθρωση της αγοράς στην οποία είχαν προσαρμόσει κατά το παρελθόν τις δραστηριότητές τους δεν θα πρέπει ποτέ να μεταβληθεί κατά τρόπο που να τους εξαναγκάζει σε νέα προσαρμογή.
Ο αγρότης μιας ευρωπαϊκής ορεινής κοιλάδας εξοργίζεται όταν αντιμετωπίζει τον ανταγωνισμό Καναδών αγροτών που παράγουν με χαμηλότερο κόστος. Ο ελαιοχρωματιστής ξεχειλίζει από οργή όταν η εισαγωγή μιας νέας συσκευής επηρεάζει τις συνθήκες στον δικό του τομέα της αγοράς εργασίας. Είναι προφανές ότι οι επιθυμίες αυτών των ανθρώπων θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν μόνο σε έναν απολύτως στάσιμο κόσμο.
The concept of security is the wage earners’ and small farmers’ pendant to the concept of stability held by the capitalists.[11] In the same way in which capitalists want to enjoy permanently an income which is not subject to the vicissitudes of changing human conditions, wage earners and small farmers want to make their revenues independent of the market. Both groups are eager to withdraw from the flux of historical events. No further occurrence should impair their own position; on the other hand, of course, they do not expressly object to an improvement of their material well-being. That structure of the market to which they have in the past adjusted their activities should never be altered in such a way as to force them to a new adjustment. The farmer in a European mountain valley waxes indignant upon encountering the competition of Canadian farmers producing at lower costs. The house painter boils over with rage when the introduction of a new appliance affects conditions in his sector of the labor market. It is obvious that the wishes of these people could be fulfilled only in a perfectly stagnant world.
Χαρακτηριστικό γνώρισμα της ανεμπόδιστης κοινωνίας της αγοράς είναι ότι δεν σέβεται τα κεκτημένα συμφέροντα. Τα επιτεύγματα του παρελθόντος δεν έχουν σημασία αν αποτελούν εμπόδια στην περαιτέρω βελτίωση. Επομένως, οι υπέρμαχοι της ασφάλειας έχουν απόλυτο δίκιο όταν κατηγορούν τον καπιταλισμό για ανασφάλεια. Διαστρεβλώνουν, όμως, τα γεγονότα όταν υπονοούν ότι υπεύθυνα γι’ αυτήν είναι τα ιδιοτελή συμφέροντα των κεφαλαιούχων και των επιχειρηματιών.
Εκείνο που βλάπτει τα κεκτημένα συμφέροντα είναι η επιθυμία των καταναλωτών για την καλύτερη δυνατή ικανοποίηση των αναγκών τους. Δεν είναι η απληστία των λίγων πλουσίων, αλλά η τάση κάθε ανθρώπου να επωφελείται από κάθε διαθέσιμη ευκαιρία βελτίωσης της δικής του ευημερίας εκείνη που δημιουργεί ανασφάλεια για τους παραγωγούς. Εκείνο που εξοργίζει τον ελαιοχρωματιστή είναι το γεγονός ότι οι συμπολίτες του προτιμούν φθηνότερες κατοικίες από ακριβότερες. Και ο ίδιος ο ελαιοχρωματιστής, προτιμώντας φθηνότερα εμπορεύματα από ακριβότερα, συνεισφέρει το μερίδιό του στην εμφάνιση ανασφάλειας σε άλλους τομείς της αγοράς εργασίας.
A characteristic feature of the unhampered market society is that it is no respecter of vested interests. Past achievements do not count if they are obstacles to further improvement. The advocates of security are therefore quite correct in blaming capitalism for insecurity. But they distort the facts in implying that the selfish interests of capitalists and entrepreneurs are responsible. What harms the vested interests is the urge of the consumers for the best possible satisfaction of their needs. Not the greed of the wealthy few, but the propensity of everyone to take advantage of any opportunity offered for an improvement of his own well-being makes for producer insecurity. What makes the house painter indignant is the fact that his fellow citizens prefer cheaper houses to more expensive ones. And the house painter himself, in preferring cheaper commodities to dearer ones, contributes his share to the emergence of insecurity in other sectors of the labor market.
Είναι ασφαλώς αληθές ότι η ανάγκη επανειλημμένης προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες συνθήκες είναι επαχθής. Η μεταβολή, όμως, αποτελεί την ουσία της ζωής. Σε μια ανεμπόδιστη οικονομία της αγοράς, η απουσία ασφάλειας —δηλαδή η απουσία προστασίας των κεκτημένων συμφερόντων— αποτελεί την αρχή που προκαλεί σταθερή βελτίωση της υλικής ευημερίας.
Δεν χρειάζεται να αντιπαρατεθούμε στα βουκολικά όνειρα του Βιργιλίου και των ποιητών και ζωγράφων του δέκατου όγδοου αιώνα. Δεν χρειάζεται να εξετάσουμε το είδος της ασφάλειας που απολάμβαναν οι πραγματικοί βοσκοί. Κανείς δεν επιθυμεί πραγματικά να ανταλλάξει τη θέση του με τη δική τους.
It is certainly true that the necessity to adjust oneself again and again to changing conditions is onerous. But change is the essence of life. In an unhampered market economy the absence of security, i.e., the absence of protection for vested interests, is the principle that makes for a steady improvement in material well-being. There is no need to argue with the bucolic dreams of Virgil and of eighteenth-century poets and painters. There is no need to examine the kind of security which the real shepherds enjoyed. No one really wishes to change places with them.
Η επιθυμία για ασφάλεια έγινε ιδιαίτερα έντονη κατά τη Μεγάλη Ύφεση που άρχισε το 1929. Συνάντησε ενθουσιώδη ανταπόκριση από τα εκατομμύρια των ανέργων. «Αυτός είναι ο καπιταλισμός», φώναζαν οι ηγέτες των ομάδων πίεσης των αγροτών και των μισθωτών. Τα δεινά, όμως, δεν δημιουργήθηκαν από τον καπιταλισμό, αλλά, αντιθέτως, από τις προσπάθειες «μεταρρύθμισης» και «βελτίωσης» της λειτουργίας της οικονομίας της αγοράς μέσω του παρεμβατισμού. Η κατάρρευση υπήρξε αναγκαίο αποτέλεσμα των προσπαθειών μείωσης του επιτοκίου μέσω της πιστωτικής επέκτασης. Η θεσμική ανεργία υπήρξε αναπόφευκτο αποτέλεσμα της πολιτικής καθορισμού των μισθών πάνω από το δυνητικό αγοραίο ύψος.
The longing for security became especially intense in the great depression that started in 1929. It met with an enthusiastic response from the millions of unemployed. That is capitalism for you, shouted the leaders of the pressure groups of the farmers and the wage earners. Yet the evils were not created by capitalism, but, on the contrary, by the endeavors to “reform” and to “improve” the operation of the market economy by interventionism. The crash was the necessary outcome of the attempts to lower the rate of interest by credit expansion. Institutional unemployment was the inevitable result of the policy of minimum wage rates.
Από μία τουλάχιστον άποψη, οι σημερινοί προπαγανδιστές της ευημερίας υπερέχουν έναντι των περισσότερων παλαιότερων σχολών σοσιαλιστών και μεταρρυθμιστών. Δεν δίνουν πλέον έμφαση σε μια έννοια κοινωνικής δικαιοσύνης προς τις αυθαίρετες επιταγές της οποίας θα έπρεπε να συμμορφώνονται οι άνθρωποι, όσο καταστροφικές και αν ήταν οι συνέπειες. Υιοθετούν την ωφελιμιστική σκοπιά. Δεν αντιτίθενται στην αρχή ότι μοναδικό κριτήριο αξιολόγησης των κοινωνικών συστημάτων είναι η ικανότητά τους να πραγματοποιούν τους σκοπούς που επιδιώκουν οι δρώντες άνθρωποι.
In one respect at least present-day welfare propagandists are superior to most of the older schools of socialists and reformers. They no longer stress a concept of social justice with whose arbitrary precepts men should comply however disastrous the consequences may be. They endorse the utilitarian point of view. They do not oppose the principle that the only standard for appreciating social systems is judging them with regard to their ability to realize the ends sought by acting men.
Μόλις, όμως, αρχίζουν να εξετάζουν τη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς, λησμονούν τις ορθές προθέσεις τους. Επικαλούνται ένα σύνολο μεταφυσικών αρχών και καταδικάζουν εκ των προτέρων την οικονομία της αγοράς επειδή δεν συμμορφώνεται προς αυτές. Εισάγουν από την πίσω πόρτα την ιδέα ενός απόλυτου κριτηρίου ηθικής, την οποία είχαν αποκλείσει από την κύρια είσοδο.
Αναζητώντας θεραπείες κατά της φτώχειας, της ανισότητας και της ανασφάλειας, καταλήγουν σταδιακά να υιοθετούν όλες τις πλάνες των παλαιότερων σχολών του σοσιαλισμού και του παρεμβατισμού. Εμπλέκονται ολοένα περισσότερο σε αντιφάσεις και παραλογισμούς. Τελικά, δεν μπορούν παρά να αρπαχθούν από το ίδιο άχυρο από το οποίο επιχείρησαν να κρατηθούν όλοι οι προηγούμενοι «ανορθόδοξοι» μεταρρυθμιστές: την ανώτερη σοφία των τέλειων κυβερνητών. Η τελευταία τους λέξη είναι πάντοτε «κράτος», «κυβέρνηση», «κοινωνία» ή κάποιο άλλο επιδέξια επινοημένο συνώνυμο του υπεράνθρωπου δικτάτορα.
However, as soon as they embark upon an examination of the operation of the market economy, they forget their sound intentions. They hold up a set of metaphysical principles and condemn the market economy beforehand because it does not conform to them. They smuggle in through a back door the idea of an absolute standard of morality which they had barred from the main entrance. In searching for remedies against poverty, inequality, and insecurity, they come step by step to endorse all the fallacies of the older schools of socialism and interventionism. They become more and more entangled in contradictions and absurdities. Finally they cannot help catching at the straw at which all earlier “unorthodox” reformers tried to grasp—the superior wisdom of perfect rulers. Their last word is always state, government, society, or other cleverly designed synonyms for the superhuman dictator.
Η σχολή της ευημερίας —και πρωτίστως οι Γερμανοί Kathedersozialisten, οι «σοσιαλιστές της πανεπιστημιακής έδρας», και οι μαθητές τους, οι Αμερικανοί θεσμιστές— έχουν δημοσιεύσει πολλές χιλιάδες τόμους γεμάτους σχολαστικά τεκμηριωμένες πληροφορίες σχετικά με μη ικανοποιητικές συνθήκες. Κατά την άποψή τους, το συγκεντρωμένο υλικό καταδεικνύει σαφώς τις ανεπάρκειες του καπιταλισμού. Στην πραγματικότητα, καταδεικνύει απλώς το γεγονός ότι οι ανθρώπινες ανάγκες είναι πρακτικά απεριόριστες και ότι υπάρχει τεράστιο πεδίο για περαιτέρω βελτιώσεις. Ασφαλώς δεν αποδεικνύει καμία από τις θέσεις της θεωρίας της ευημερίας.
The welfare school, foremost among them the German Kathedersozialisten and their adepts, the American Institutionalists, have published many thousands of volumes stuffed with punctiliously documented information about unsatisfactory conditions. In their opinion the collected materials clearly illustrate the shortcomings of capitalism. In truth they merely illustrate the fact that human wants are practically unlimited and that there is an immense field open for further improvements. They certainly do not prove any of the statements of the welfare doctrine.
Δεν χρειάζεται να μας πουν ότι μια αφθονότερη προσφορά διαφόρων εμπορευμάτων θα ήταν ευπρόσδεκτη από όλους. Το ερώτημα είναι αν υπάρχει οποιοδήποτε μέσο επίτευξης μεγαλύτερης προσφοράς πέρα από την αύξηση της παραγωγικότητας της ανθρώπινης προσπάθειας μέσω της επένδυσης πρόσθετου κεφαλαίου.
Όλη η φλυαρία των προπαγανδιστών της ευημερίας αποβλέπει σε έναν μόνο σκοπό: στη συσκότιση αυτού του σημείου, του μοναδικού σημείου που έχει σημασία. Ενώ η συσσώρευση πρόσθετου κεφαλαίου αποτελεί το απαραίτητο μέσο κάθε περαιτέρω οικονομικής προόδου, αυτοί οι άνθρωποι μιλούν για «υπεραποταμίευση» και «υπερεπένδυση», για την ανάγκη αύξησης των δαπανών και περιορισμού της παραγωγής. Αποτελούν έτσι προάγγελους της οικονομικής οπισθοδρόμησης, κηρύττοντας μια φιλοσοφία παρακμής και κοινωνικής αποσύνθεσης.
Μια κοινωνία οργανωμένη σύμφωνα με τις επιταγές τους μπορεί να φαίνεται σε ορισμένους ανθρώπους δίκαιη από τη σκοπιά ενός αυθαίρετου κριτηρίου κοινωνικής δικαιοσύνης. Θα είναι, όμως, ασφαλώς μια κοινωνία προοδευτικής φτωχοποίησης όλων των μελών της.
There is no need to tell us that an ampler supply of various commodities would be welcome to all people. The question is whether there is any means of achieving a greater supply other than by increasing the productivity of labor by the investment of additional capital. All the babble of the welfare propagandists aims only at one end, namely, obscuring this point, the point that alone matters. While the accumulation of additional capital is the indispensable means for any further economic progress, these people speak of “oversaving” and “overinvestment,” of the necessity of spending more and of restricting output. Thus they are the harbingers of economic retrogression, preaching a philosophy of decay and social disintegration. A society arranged according to their precepts may appear to some people as fair from the point of view of an arbitrary standard of social justice. But it will certainly be a society of progressing poverty for all its members.
Επί περισσότερο από έναν αιώνα, η κοινή γνώμη στις δυτικές χώρες έχει παραπλανηθεί από την ιδέα ότι υπάρχει κάτι που ονομάζεται «κοινωνικό ζήτημα» ή «εργατικό πρόβλημα». Το υπονοούμενο νόημα ήταν ότι η ίδια η ύπαρξη του καπιταλισμού βλάπτει τα ζωτικά συμφέροντα των μαζών, ιδίως εκείνα των μισθωτών και των μικρών αγροτών. Η διατήρηση αυτού του καταφανώς άδικου συστήματος, υποστηριζόταν, δεν μπορεί να γίνει ανεκτή· είναι απαραίτητες ριζικές μεταρρυθμίσεις.
For a century at least public opinion in Western countries has been deluded by the idea that there is such a thing as “the social question” or “the labor problem.” The meaning implied was that the very existence of capitalism hurts the vital interests of the masses, especially those of the wage earners and the small farmers. The preservation of this manifestly unfair system cannot be tolerated; radical reforms are indispensable.
Η αλήθεια είναι ότι ο καπιταλισμός όχι μόνο πολλαπλασίασε τον πληθυσμό, αλλά ταυτόχρονα βελτίωσε το βιοτικό επίπεδο των ανθρώπων κατά πρωτοφανή τρόπο. Ούτε η οικονομική σκέψη ούτε η ιστορική εμπειρία υποδεικνύουν ότι οποιοδήποτε άλλο κοινωνικό σύστημα θα μπορούσε να είναι εξίσου ευεργετικό για τις μάζες όσο ο καπιταλισμός. Τα αποτελέσματα μιλούν από μόνα τους. Η οικονομία της αγοράς δεν χρειάζεται απολογητές και προπαγανδιστές. Μπορεί να εφαρμόσει στον εαυτό της τα λόγια του επιταφίου του Sir Christopher Wren στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Παύλου: Si monumentum requiris, circumspice.12
The truth is that capitalism has not only multiplied population figures but at the same time improved the people’s standard of living in an unprecedented way. Neither economic thinking nor historical experience suggest that any other social system could be more beneficial to the masses than capitalism. The results speak for themselves. The market economy needs no apologists and propagandists. It can apply to itself the words of Sir Christopher Wren’s epitaph in St. Paul’s: Si monumentum requiris, circumspice.[12]
← Κεφάλαιο 34: ΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 36: Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΠΑΡΕΜΒΑΤΙΣΜΟΥ →