Ανθρώπινη Δράση: Κεφάλαιο 33: ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΟΡΠΟΡΑΤΙΣΜΟΣ
Ludwig von Mises · Human Action: A Treatise on Economics
Πραξεολόγος
← Κεφάλαιο 32: ΔΗΜΕΥΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΔΙΑΝΟΜΗΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 34: ΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ →
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, Human Action: A Treatise on Economics, ebook του Foundation for Economic Education (FEE), 2016, ISBN 978-1-57246-086-7 — «Published under the Creative Commons Attribution 4.0 International License». Σελίδα της έκδοσης: fee.org/ebooks/human-action-by-ludwig-von-mises. Άδεια: CC BY 4.0.
Σε δείγμα 300 παραγράφων, οι 298 του ebook του FEE ήταν ίδιες λέξη προς λέξη με το κείμενο που ακολουθεί η μετάφραση. Το FEE δεν περιέχει μερικές ενότητες που προστέθηκαν σε μεταγενέστερες εκδόσεις (π.χ. «Η ηθική καταδίκη του κέρδους», «Διαφθορά», παράγραφοι για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο)· αυτές, όπως και οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ), εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Οι πρόλογοι της ελληνικής έκδοσης και των εκδόσεων Scholar’s/4ης δεν περιλαμβάνονται εδώ.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
Κεφάλαιο 33: ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΟΡΠΟΡΑΤΙΣΜΟΣ
↗ στη σελίδα του βιβλίουXXXIII. SYNDICALISM AND CORPORATIVISM
Ο όρος «συνδικαλισμός» χρησιμοποιείται για να δηλώσει δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.
HE term syndicalism is used to signify two entirely different things.
Ο συνδικαλισμός, όπως χρησιμοποιείται από τους οπαδούς του Georges Sorel, σημαίνει μια ιδιαίτερη επαναστατική τακτική που πρέπει να εφαρμοστεί για την πραγμάτωση του σοσιαλισμού. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, τα εργατικά συνδικάτα δεν πρέπει να σπαταλούν τις δυνάμεις τους στην προσπάθεια βελτίωσης των συνθηκών των μισθωτών εντός του πλαισίου του καπιταλισμού. Πρέπει να υιοθετήσουν την action directe, την άμεση δράση, δηλαδή να προσφύγουν χωρίς δισταγμό στη βία για να καταστρέψουν όλους τους θεσμούς του καπιταλισμού. Δεν πρέπει ποτέ να παύσουν να μάχονται —με την κυριολεκτική έννοια του όρου— για τον απώτατο σκοπό τους, τον σοσιαλισμό. Οι προλετάριοι δεν πρέπει να επιτρέψουν να εξαπατηθούν από τα συνθήματα της αστικής τάξης, όπως η ελευθερία, η δημοκρατία και η αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση. Πρέπει να αναζητήσουν τη σωτηρία τους στην ταξική πάλη, στις αιματηρές επαναστατικές εξεγέρσεις και στην ανελέητη εξόντωση της αστικής τάξης.
Syndicalism, as used by the partisans of Georges Sorel, means special revolutionary tactics to be resorted to for the realization of socialism. Labor unions, it implies, should not waste their strength in the task of improving the conditions of wage earners within the frame of capitalism. They should adopt action directe, unflinching violence to destroy all the institutions of capitalism. They should never cease to fight— in the genuine sense of the term—for their ultimate goal, socialism. The proletarians must not let themselves be fooled by the catchwords of the bourgeoisie, such as liberty, democracy, representative government. They must seek their salvation in the class struggle, in bloody revolutionary upheavals and in the pitiless annihilation of the bourgeois.
Αυτή η θεωρία διαδραμάτισε και εξακολουθεί να διαδραματίζει τεράστιο ρόλο στη σύγχρονη πολιτική. Προσέφερε ουσιώδεις ιδέες στον ρωσικό μπολσεβικισμό, στον ιταλικό φασισμό και στον γερμανικό ναζισμό. Αποτελεί, όμως, αμιγώς πολιτικό ζήτημα και μπορεί να παραβλεφθεί στο πλαίσιο μιας καταλλακτικής ανάλυσης.
This doctrine played and still plays an enormous role in modern politics. It has provided essential ideas to Russian Bolshevism, Italian Fascism, and German Nazism. But it is a purely political issue and may be disregarded in a catallactic analysis.
Η δεύτερη σημασία του όρου «συνδικαλισμός» αναφέρεται σε ένα πρόγραμμα οικονομικής οργάνωσης της κοινωνίας. Ενώ ο σοσιαλισμός αποβλέπει στην αντικατάσταση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής από την κρατική ιδιοκτησία, ο συνδικαλισμός θέλει να παραχωρήσει την ιδιοκτησία των επιχειρηματικών μονάδων στους εργαζομένους που απασχολούνται σε αυτές. Συνθήματα όπως «Οι σιδηρόδρομοι στους σιδηροδρομικούς» ή «Τα ορυχεία στους μεταλλωρύχους» αποδίδουν με τον καλύτερο τρόπο τους απώτατους σκοπούς του συνδικαλισμού.
The second meaning of the term syndicalism refers to a program of society’s economic organization. While socialism aims at the substitution of government ownership of the means of production for private ownership, syndicalism wants to give the ownership of the plants to the workers employed in them. Such slogans as “The railroads to the railroadmen” or “The mines to the miners” best indicate the ultimate goals of syndicalism.
Οι ιδέες του σοσιαλισμού και εκείνες του συνδικαλισμού υπό την έννοια της action directe αναπτύχθηκαν από διανοουμένους τους οποίους οι συνεπείς οπαδοί όλων των μαρξικών αιρέσεων δεν μπορούν παρά να χαρακτηρίζουν αστούς. Η ιδέα, όμως, του συνδικαλισμού ως συστήματος κοινωνικής οργάνωσης αποτελεί γνήσιο προϊόν του «προλεταριακού νου». Είναι ακριβώς εκείνο που ο αφελής εργαζόμενος θεωρεί δίκαιο και πρόσφορο μέσο βελτίωσης της δικής του υλικής ευημερίας: Εξαλείψτε τα αργόσχολα παράσιτα, τους επιχειρηματίες και τους κεφαλαιούχους, και παραχωρήστε τα «μη δεδουλευμένα εισοδήματά» τους στους εργαζομένους! Τίποτε δεν θα μπορούσε να είναι απλούστερο.
The ideas of socialism and those of syndicalism in the sense of action directe were developed by intellectuals whom consistent adepts of all Marxian sects cannot help describing as bourgeois. But the idea of syndicalism as a system of social organization is a genuine product of the “proletarian mind.” It is precisely what the naïve employee considers a fair and expedient means for improving his own material well-being. Eliminate the idle parasites, the entrepreneurs and capitalists, and give their “unearned incomes” to the workers! Nothing could be simpler.
Αν λαμβάναμε σοβαρά υπόψη αυτά τα σχέδια, δεν θα έπρεπε να τα εξετάσουμε στο πλαίσιο μιας συζήτησης για τα προβλήματα του παρεμβατισμού. Θα έπρεπε να αναγνωρίσουμε ότι ο συνδικαλισμός δεν είναι ούτε σοσιαλισμός ούτε καπιταλισμός ούτε παρεμβατισμός, αλλά ένα ιδιαίτερο σύστημα, διαφορετικό από αυτά τα τρία σχήματα. Ωστόσο, το συνδικαλιστικό πρόγραμμα δεν μπορεί να ληφθεί σοβαρά υπόψη και κανείς δεν το έλαβε ποτέ. Κανείς δεν υπήρξε τόσο συγκεχυμένος και άκριτος ώστε να υποστηρίξει απροκάλυπτα τον συνδικαλισμό ως κοινωνικό σύστημα.
Ο συνδικαλισμός διαδραμάτισε ρόλο στη συζήτηση των οικονομικών ζητημάτων μόνο στον βαθμό που ορισμένα προγράμματα περιείχαν, χωρίς να το αντιλαμβάνονται οι υποστηρικτές τους, συνδικαλιστικά στοιχεία. Συνδικαλιστικά στοιχεία υπάρχουν σε ορισμένους σκοπούς της κυβερνητικής και συνδικαλιστικής παρέμβασης στα φαινόμενα της αγοράς. Υπάρχουν, επιπλέον, ο συντεχνιακός σοσιαλισμός και ο κορπορατισμός, οι οποίοι ισχυρίζονταν ότι απέφευγαν την κυβερνητική παντοδυναμία που ενυπάρχει σε όλα τα σοσιαλιστικά και παρεμβατικά εγχειρήματα, νοθεύοντάς τα με μια πρόσμειξη συνδικαλισμού.
If one were to take these plans seriously, one would not have to deal with them in a discussion of the problems of interventionism. One would have to realize that syndicalism is neither socialism, nor capitalism, nor interventionism, but a system of its own different from these three schemes. However, one cannot take the syndicalist program seriously, and nobody ever has. Nobody has been so confused and injudicious as to advocate syndicalism openly as a social system. Syndicalism has played a role in the discussion of economic issues only as far as certain programs unwittingly contained syndicalist features. There are elements of syndicalism in certain objectives of government and labor-union interference with market phenomena. There are, moreover, guild socialism and corporativism, which pretended to avoid the government omnipotence inherent in all socialist and interventionist ventures by adulterating them with a syndicalist admixture.
Η ρίζα της συνδικαλιστικής ιδέας βρίσκεται στην πεποίθηση ότι οι επιχειρηματίες και οι κεφαλαιούχοι είναι ανεύθυνοι μονάρχες που είναι ελεύθεροι να διευθύνουν αυθαίρετα τις υποθέσεις τους. Μια τέτοια δικτατορία, υποστηρίζεται, δεν πρέπει να γίνεται ανεκτή. Το φιλελεύθερο κίνημα, το οποίο αντικατέστησε τον δεσποτισμό των κληρονομικών βασιλέων και αριστοκρατών με την αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση, πρέπει να ολοκληρώσει τα επιτεύγματά του αντικαθιστώντας την τυραννία των κληρονομικών κεφαλαιούχων και επιχειρηματιών με τη «βιομηχανική δημοκρατία». Η οικονομική επανάσταση πρέπει να οδηγήσει στην ολοκλήρωσή της την απελευθέρωση του λαού την οποία εγκαινίασε η πολιτική επανάσταση.
The root of the syndicalist idea is to be seen in the belief that entrepreneurs and capitalists are irresponsible autocrats who are free to conduct their affairs arbitrarily. Such a dictatorship must not be tolerated. The liberal movement, which has substituted representative government for the despotism of hereditary kings and aristocrats, must crown its achievements by substituting “industrial democracy” for the tyranny of hereditary capitalists and entrepreneurs. The economic revolution must bring to a climax the liberation of the people which the political revolution has inaugurated.
Το θεμελιώδες σφάλμα αυτού του επιχειρήματος είναι προφανές. Οι επιχειρηματίες και οι κεφαλαιούχοι δεν είναι ανεύθυνοι μονάρχες. Υπόκεινται ανεπιφύλακτα στην κυριαρχία των καταναλωτών. Η αγορά είναι δημοκρατία των καταναλωτών. Οι συνδικαλιστές επιθυμούν να τη μετατρέψουν σε δημοκρατία των παραγωγών. Αυτή η ιδέα είναι εσφαλμένη, επειδή μοναδικός σκοπός και προορισμός της παραγωγής είναι η κατανάλωση.
The fundamental error of this argument is obvious. The entrepreneurs and capitalists are not irresponsible autocrats. They are unconditionally subject to the sovereignty of the consumers. The market is a consumers’ democracy. The syndicalists want to transform it into a producers’ democracy. This idea is fallacious, for the sole end and purpose of production is consumption.
Εκείνο που ο συνδικαλιστής θεωρεί ως σοβαρότερο ελάττωμα του καπιταλιστικού συστήματος και απαξιώνει ως σκληρότητα και αναλγησία των αυταρχικών επιδιωκόντων το κέρδος αποτελεί ακριβώς αποτέλεσμα της υπεροχής των καταναλωτών. Υπό τις ανταγωνιστικές συνθήκες της ανεμπόδιστης οικονομίας της αγοράς, οι επιχειρηματίες εξαναγκάζονται να βελτιώνουν τις τεχνολογικές μεθόδους παραγωγής χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τα κεκτημένα συμφέροντα των εργαζομένων.
Ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να μην καταβάλλει ποτέ στους εργαζομένους περισσότερα από όσα αντιστοιχούν στην αποτίμηση της επίδοσής τους από τους καταναλωτές. Αν ένας εργαζόμενος ζητήσει αύξηση επειδή η σύζυγός του γέννησε ένα ακόμη παιδί και ο εργοδότης αρνηθεί με το επιχείρημα ότι το βρέφος δεν συνεισφέρει στην παραγωγική προσπάθεια του εργοστασίου, ο εργοδότης ενεργεί ως εντολοδόχος των καταναλωτών. Αυτοί οι καταναλωτές δεν είναι διατεθειμένοι να καταβάλλουν περισσότερα για οποιοδήποτε εμπόρευμα μόνο και μόνο επειδή ο εργαζόμενος έχει πολυμελή οικογένεια. Η αφέλεια των συνδικαλιστών εκδηλώνεται στο γεγονός ότι δεν θα παραχωρούσαν ποτέ στους παραγωγούς των αγαθών που χρησιμοποιούν οι ίδιοι τα ίδια προνόμια τα οποία αξιώνουν για τον εαυτό τους.
What the syndicalist considers the most serious defect of the capitalist system and disparages as the brutality and callousness of autocratic profitseekers is precisely the outcome of the supremacy of the consumers. Under the competitive conditions of the unhampered market economy the entrepreneurs are forced to improve technological methods of production without regard to the vested interests of the workers. The employer is forced never to pay workers more than corresponds to the consumers’ appraisal of their achievements. If an employee asks for a raise because his wife has borne him a new baby and the employer refuses on the ground that the infant does not contribute to the factory’s effort, the employer acts as the mandatary of the consumers. These consumers are not prepared to pay more for any commodity merely because the worker has a large family. The naïveté of the syndicalists manifests itself in the fact that they would never concede to those producing the articles which they themselves are using the same privileges which they claim for themselves.
Η συνδικαλιστική αρχή απαιτεί να αφαιρεθούν οι μετοχές κάθε εταιρείας από τους «απόντες ιδιοκτήτες» και να διανεμηθούν ισομερώς μεταξύ των εργαζομένων της· η καταβολή των τόκων και η αποπληρωμή του κεφαλαίου των χρεών πρέπει να διακοπούν. Η «διοίκηση» θα περιέλθει τότε στα χέρια ενός συμβουλίου που θα εκλέγεται από τους εργαζομένους, οι οποίοι θα είναι πλέον και μέτοχοι. Αυτός ο τρόπος δήμευσης και αναδιανομής δεν θα επιφέρει ισότητα ούτε στο εσωτερικό ενός έθνους ούτε παγκοσμίως. Θα παραχωρούσε περισσότερα στους εργαζομένους των επιχειρήσεων στις οποίες η ποσότητα του επενδεδυμένου κεφαλαίου ανά εργαζόμενο είναι μεγαλύτερη και λιγότερα σε εκείνους των επιχειρήσεων στις οποίες είναι μικρότερη.
The syndicalist principle requires that the shares of every corporation should be taken away from “absentee ownership” and be equally distributed among the employees; payment of interest and principal of debts, is to be discontinued. “Management” will then be placed in the hands of a board elected by the workers who are now also the shareholders. This mode of confiscation and redistribution will not bring about equality within the nation or the world. It would give more to the employees of those enterprises in which the quota of capital invested per worker is greater and less to those in which it is smaller.
Αποτελεί χαρακτηριστικό γεγονός ότι οι συνδικαλιστές, όταν εξετάζουν αυτά τα ζητήματα, αναφέρονται πάντοτε στη διοίκηση και ποτέ στις επιχειρηματικές δραστηριότητες. Όπως αντιλαμβάνεται τα πράγματα ο μέσος κατώτερος υπάλληλος, το μόνο που πρέπει να γίνει κατά τη διεξαγωγή των επιχειρηματικών υποθέσεων είναι η εκπλήρωση εκείνων των επικουρικών καθηκόντων που ανατίθενται στη διοικητική ιεραρχία εντός του πλαισίου των επιχειρηματικών σχεδίων.
Στα μάτια του, το επιμέρους εργοστάσιο ή εργαστήριο, όπως υπάρχει και λειτουργεί σήμερα, αποτελεί μόνιμη εγκατάσταση. Δεν θα μεταβληθεί ποτέ. Θα παράγει πάντοτε τα ίδια προϊόντα. Αγνοεί πλήρως το γεγονός ότι οι συνθήκες μεταβάλλονται αδιάκοπα και ότι η βιομηχανική διάρθρωση πρέπει να προσαρμόζεται καθημερινά στην επίλυση νέων προβλημάτων. Η κοσμοθεωρία του είναι στατική. Δεν αφήνει περιθώριο για νέους επιχειρηματικούς κλάδους, νέα προϊόντα και νέες και καλύτερες μεθόδους παραγωγής των παλαιών προϊόντων.
It is a characteristic fact that the syndicalists in dealing with these issues always refer to management and never mention entrepreneurial activities. As the average subordinate employee sees things, all that is to be done in the conduct of business is to accomplish those ancillary tasks which are entrusted to the managerial hierarchy within the frame of the entrepreneurial plans. In his eyes the individual plant or workshop as it exists and operates today is a permanent establishment. It will never change. It will always turn out the same products. He ignores completely the fact that conditions are in a ceaseless flux, and that the industrial structure must be daily adjusted to the solution of new problems. His world view is stationary. It does not allow for new branches of business, new products, and new and better methods for manufacturing the old products.
Έτσι, ο συνδικαλιστής αγνοεί τα ουσιώδη προβλήματα της επιχειρηματικότητας: την εξασφάλιση κεφαλαίου για νέους βιομηχανικούς κλάδους και για την επέκταση των ήδη υφιστάμενων, τον περιορισμό των παραγωγικών μονάδων για τα προϊόντα των οποίων μειώνεται η ζήτηση και την τεχνολογική βελτίωση. Δεν είναι άδικο να αποκαλείται ο συνδικαλισμός οικονομική φιλοσοφία των κοντόφθαλμων ανθρώπων, εκείνων των αμετακίνητων συντηρητικών οι οποίοι αντιμετωπίζουν με δυσπιστία κάθε καινοτομία και είναι τόσο τυφλωμένοι από τον φθόνο, ώστε καταριούνται εκείνους που τους προμηθεύουν με περισσότερα, καλύτερα και φθηνότερα προϊόντα. Μοιάζουν με ασθενείς οι οποίοι φθονούν τον ιατρό για την επιτυχία του να τους θεραπεύσει από κάποια ασθένεια.
Thus the syndicalist ignores the essential problems of entrepreneurship: providing the capital for new industries and the expansion of already existing industries, restricting branches for the products demand for which drops, technological improvement. It is not unfair to call syndicalism the economic philosophy of short-sighted people, of those adamant conservatives who look askance upon any innovation and are so blinded by envy that they call down curses upon those who provide them with more, better, and cheaper products. They are like patients who grudge the doctor his success in curing them of a malady.
3. Συνδικαλιστικά στοιχεία στις δημοφιλείς πολιτικές
↗ στη σελίδα του βιβλίου3. Syndicalist Elements in Popular Policies
Η δημοτικότητα του συνδικαλισμού εκδηλώνεται σε διάφορα αιτήματα της σύγχρονης οικονομικής πολιτικής. Η ουσία αυτών των πολιτικών είναι πάντοτε η παραχώρηση προνομίων σε μια μειονοτική ομάδα εις βάρος της συντριπτικής πλειονότητας. Καταλήγουν αναπόφευκτα στη μείωση του πλούτου και του εισοδήματος της πλειονότητας.
The popularity of syndicalism manifests itself in various postulates of contemporary economic policies. The essence of these policies is always to grant privileges to a minority group at the expense of the immense majority. They invariably result in impairing the wealth and income of the majority.
Πολλά εργατικά συνδικάτα επιδιώκουν να περιορίσουν τον αριθμό των εργαζομένων που απασχολούνται στον τομέα τους. Ενώ το κοινό επιθυμεί περισσότερα και φθηνότερα βιβλία, περιοδικά και εφημερίδες — και θα τα αποκτούσε υπό τις συνθήκες μιας ανεμπόδιστης αγοράς εργασίας—, τα συνδικάτα των τυπογράφων εμποδίζουν πολλούς νεοεισερχομένους να εργαστούν στα τυπογραφεία. Αποτέλεσμα είναι, βεβαίως, η αύξηση των μισθών που αποκτούν τα μέλη των συνδικάτων. Επακόλουθο, όμως, είναι η μείωση των μισθών όσων δεν γίνονται δεκτοί, καθώς και η αύξηση της τιμής των εντύπων. Το ίδιο αποτέλεσμα προκαλεί η συνδικαλιστική αντίθεση στη χρησιμοποίηση τεχνολογικών βελτιώσεων, καθώς και κάθε είδους πρακτική διατήρησης περιττών θέσεων εργασίας.
Many labor unions are intent upon restricting the number of workers employed in their field. While the public wants more and cheaper books, periodicals and newspapers, and would get them under the conditions of an unhampered labor market, the typographical unions prevent many newcomers from working in printing offices. The effect is, of course, an increase in the wages earned by the union members. But the corollary is a drop of wage rates for those not admitted and an enhancement in the price of printed matter. The same effect is brought about by union opposition to the utilization of technological improvements and by all sorts of featherbedding practices.
Ο ριζοσπαστικός συνδικαλισμός αποβλέπει στην πλήρη εξάλειψη της καταβολής μερισμάτων στους μετόχους και τόκων στους πιστωτές. Οι παρεμβατιστές, μέσα στον ενθουσιασμό τους για τις ενδιάμεσες λύσεις, επιθυμούν να κατευνάσουν τους συνδικαλιστές παραχωρώντας στους εργαζομένους μέρος των κερδών. Η συμμετοχή στα κέρδη αποτελεί ιδιαίτερα δημοφιλές σύνθημα. Δεν χρειάζεται να εξετάσουμε εκ νέου τις πλάνες που εμπεριέχονται στην υποκείμενη φιλοσοφία. Αρκεί να καταδείξουμε τις παράλογες συνέπειες στις οποίες πρέπει να οδηγήσει ένα τέτοιο σύστημα.
Radical syndicalism aims at entirely eliminating payment of dividends to shareholders and of interest to creditors. The interventionists in their enthusiasm for middle-of-the-road solutions want to appease the syndicalists by giving the employees a part of the profits. Profit-sharing is a very popular slogan. There is no need to enter anew into an examination of the fallacies implied in the underlying philosophy. It suffices to show the absurd consequences to which such a system must lead.
Μερικές φορές μπορεί να αποτελεί καλή πολιτική για ένα μικρό κατάστημα ή για μια επιχείρηση που απασχολεί εργαζομένους υψηλής ειδίκευσης να χορηγεί στους εργαζομένους πρόσθετη αμοιβή όταν οι επιχειρηματικές δραστηριότητες είναι επικερδείς. Αποτελεί, όμως, λογικό άλμα η υπόθεση ότι εκείνο που, υπό ειδικές συνθήκες, μπορεί να είναι συνετό για μια μεμονωμένη επιχείρηση θα μπορούσε να λειτουργήσει ικανοποιητικά ως γενικό σύστημα.
Δεν υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο ένας συγκολλητής θα έπρεπε να κερδίζει περισσότερα επειδή ο εργοδότης του αποκομίζει υψηλά κέρδη και ένας άλλος συγκολλητής λιγότερα επειδή ο δικός του εργοδότης αποκομίζει χαμηλότερα ή καθόλου κέρδη. Οι ίδιοι οι εργαζόμενοι θα εξεγείρονταν εναντίον μιας τέτοιας μεθόδου αμοιβής. Δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί ούτε για σύντομο χρονικό διάστημα.
It may sometimes be good policy for a small shop or for an enterprise employing highly skilled workers, to grant an extra bonus to employees if business is prosperous. But it is a non sequitur to assume that what under special conditions may be wise for an individual firm could work satisfactorily as a general system. There is no reason why one welder should make more money because his employer earns high, profits and another welder less because his employer earns lower profits or no profits at all. The workers themselves would rebel against such a method of remuneration. It could not be preserved even for a short time.
Μια καρικατούρα του σχεδίου συμμετοχής στα κέρδη αποτελεί η αρχή της φοροδοτικής ικανότητας, όπως εισήχθη πρόσφατα στο πρόγραμμα του αμερικανικού εργατικού συνδικαλισμού. Ενώ το σχέδιο συμμετοχής στα κέρδη αποβλέπει στην παραχώρηση στους εργαζομένους μέρους των κερδών που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί, το σχέδιο της φοροδοτικής ικανότητας αποβλέπει στη διανομή κερδών τα οποία ορισμένοι εξωτερικοί παρατηρητές πιστεύουν ότι ενδέχεται να αποκτήσει ο εργοδότης στο μέλλον.
Το ζήτημα συσκοτίστηκε από το γεγονός ότι η κυβέρνηση Truman, αφού αποδέχθηκε τη νέα συνδικαλιστική θεωρία, ανακοίνωσε ότι διόριζε μια επιτροπή «διαπίστωσης πραγματικών περιστατικών», η οποία θα είχε την εξουσία να εξετάζει τα λογιστικά βιβλία των εργοδοτών προκειμένου να καθορίσει την ικανότητά τους να καταβάλουν αυξημένους μισθούς. Τα λογιστικά βιβλία, όμως, μπορούν να παρέχουν πληροφορίες μόνο για τα προηγούμενα κόστη και έσοδα, καθώς και για τα προηγούμενα κέρδη και ζημίες. Οι εκτιμήσεις για τον μελλοντικό όγκο της παραγωγής, τις μελλοντικές πωλήσεις, τα μελλοντικά κόστη ή τα μελλοντικά κέρδη και τις ζημίες δεν αποτελούν πραγματικά περιστατικά αλλά κερδοσκοπικές προβλέψεις. Δεν υπάρχουν πραγματικά περιστατικά σχετικά με τα μελλοντικά κέρδη.1
A caricature of the profit-sharing scheme is the ability-to-pay principle as recently introduced into the program of American labor unionism. While the profit-sharing scheme aims at an allocation to the employees of a part of profits already earned, the ability-to-pay scheme aims at a distribution of profits which some external observers believe the employer may earn in the future. The issue has been obfuscated by the fact that the Truman Administration, after having accepted the new union doctrine, announced that it was appointing a “fact-finding” board which would have the authority to examine the books of the employers in order to determine their ability to pay an increase in wages. However, the books can provide information only about past costs and proceeds and past profits and losses. Estimates of future volume of production, future sales, future costs, or future profits or losses are not facts, but speculative anticipations. There are no facts about future profits.[1]
Δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα πραγμάτωσης του συνδικαλιστικού ιδεώδους, σύμφωνα με το οποίο τα έσοδα μιας επιχείρησης πρέπει να περιέρχονται εξ ολοκλήρου στους εργαζομένους και να μην απομένει τίποτε για την καταβολή τόκου επί του επενδεδυμένου κεφαλαίου και για τα κέρδη. Αν κάποιος επιθυμεί να καταργήσει το λεγόμενο «μη δεδουλευμένο εισόδημα», πρέπει να υιοθετήσει τον σοσιαλισμό.
There cannot be any question of realizing the syndicalist ideal according to which the proceeds of an enterprise should completely go to the employees and nothing should be left for interest on the capital invested and profits. If one wants to abolish what is called “unearned income,” one must adopt socialism.
4. Συντεχνιακός σοσιαλισμός και κορπορατισμός
↗ στη σελίδα του βιβλίου4. Guild Socialism and Corporativism
Οι ιδέες του συντεχνιακού σοσιαλισμού και του κορπορατισμού προήλθαν από δύο διαφορετικά ρεύματα σκέψης.
The ideas of guild socialism and corporativism originated from two different lines of thought.
Οι εγκωμιαστές των μεσαιωνικών θεσμών εξυμνούσαν επί μακρόν την υπεροχή των συντεχνιών. Εκείνο που χρειαζόταν για την εξάλειψη των υποτιθέμενων δεινών της οικονομίας της αγοράς ήταν απλώς η επιστροφή στις δοκιμασμένες μεθόδους του παρελθόντος. Όλες, όμως, αυτές οι επικρίσεις παρέμειναν άκαρπες. Οι επικριτές δεν επιχείρησαν ποτέ να εξειδικεύσουν τις προτάσεις τους ή να επεξεργαστούν συγκεκριμένα σχέδια οικονομικής ανασυγκρότησης της κοινωνικής τάξης. Το περισσότερο που έκαναν ήταν να επισημάνουν την υποτιθέμενη υπεροχή των παλαιών οιονεί αντιπροσωπευτικών συνελεύσεων, του τύπου των γαλλικών États-Généraux και των γερμανικών Ständische Landtage, έναντι των σύγχρονων κοινοβουλευτικών σωμάτων. Ακόμη, όμως, και ως προς αυτό το συνταγματικό ζήτημα, οι ιδέες τους ήταν μάλλον ασαφείς.
The eulogists of medieval institutions long praised the eminence of the guilds. What was needed to wash away the alleged evils of the market economy was simply to return to the well-tried methods of the past. However, all these diatribes remained sterile. The critics never attempted to particularize their suggestions or to elaborate definite plans for an economic reconstruction of the social order. The most they did was to point out the alleged superiority of the old quasi-representative assemblies of the type of the French États-Généraux and the German Ständische Landtage as against the modern parliamentary bodies. But even with regard to this constitutional issue their ideas were rather vague.
Η δεύτερη πηγή του συντεχνιακού σοσιαλισμού πρέπει να αναζητηθεί στις ιδιαίτερες πολιτικές συνθήκες της Μεγάλης Βρετανίας. Όταν η σύγκρουση με τη Γερμανία οξύνθηκε και τελικά, το 1914, οδήγησε σε πόλεμο, οι νεότεροι Βρετανοί σοσιαλιστές άρχισαν να αισθάνονται δυσφορία για το πρόγραμμά τους. Η κρατολατρία των Φαβιανών και η εξύμνηση των γερμανικών και πρωσικών θεσμών από αυτούς ήταν πράγματι παράδοξες σε μια εποχή κατά την οποία η ίδια τους η χώρα είχε εμπλακεί σε ανελέητο αγώνα εναντίον της Γερμανίας.
Ποιο ήταν το νόημα της πολεμικής αναμέτρησης με τους Γερμανούς, όταν οι πιο «προοδευτικοί» διανοούμενοι της χώρας επιθυμούσαν διακαώς την υιοθέτηση των γερμανικών κοινωνικών πολιτικών; Ήταν δυνατόν να εξυμνείται η βρετανική ελευθερία σε αντιδιαστολή προς την πρωσική δουλεία και, ταυτόχρονα, να συνιστώνται οι μέθοδοι του Bismarck και των διαδόχων του; Οι Βρετανοί σοσιαλιστές λαχταρούσαν μια ειδικά βρετανική παραλλαγή του σοσιαλισμού, όσο το δυνατόν διαφορετικότερη από την τευτονική παραλλαγή. Το πρόβλημα ήταν να κατασκευαστεί ένα σοσιαλιστικό σύστημα χωρίς ολοκληρωτική κρατική κυριαρχία και παντοδυναμία, μια ατομικιστική παραλλαγή του κολεκτιβισμού.
The second source of guild socialism is to be found in specific political conditions of Great Britain. When the conflict with Germany became aggravated and finally in 1914 led to war, the younger British socialists began to feel uneasy about their program. The state idolatry of the Fabians and their glorification of German and Prussian institutions was paradoxical indeed at a time when their own country was involved in a pitiless struggle against Germany. What was the use of fighting the Germans when the most “progressive” intellectuals of the country longed for the adoption of German social policies? Was it possible to praise British liberty as against Prussian bondage and at the same time to recommend the methods of Bismarck and his successors? British socialists yearned for a specifically British brand of socialism as different as possible from the Teutonic brand. The problem was to construct a socialist scheme without totalitarian state supremacy and omnipotence, an individualistic variety of collectivism.
Η επίλυση αυτού του προβλήματος δεν είναι λιγότερο αδύνατη από την κατασκευή ενός τριγωνικού τετραγώνου. Οι νεαροί άνδρες της Οξφόρδης, ωστόσο, επιχείρησαν με αυτοπεποίθηση να το επιλύσουν. Για το πρόγραμμά τους δανείστηκαν την ονομασία «συντεχνιακός σοσιαλισμός» από τη μικρή και ελάχιστα γνωστή ομάδα των εγκωμιαστών του Μεσαίωνα. Χαρακτήρισαν το σύστημά τους «βιομηχανική αυτοδιοίκηση», οικονομικό επακόλουθο της πλέον περίφημης αρχής της αγγλικής πολιτικής διακυβέρνησης, της τοπικής αυτοδιοίκησης. Στα σχέδιά τους απέδωσαν τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ισχυρότερη βρετανική ομάδα πίεσης, τα εργατικά συνδικάτα. Έπραξαν έτσι ό,τι μπορούσαν για να καταστήσουν το επινόημά τους ελκυστικό στους συμπατριώτες τους.
The solution of this problem is no less impossible than that of the construction of a triangular square. Yet the young men of Oxford confidently tried to solve it. They borrowed for their program the name guild socialism from the little known group of the eulogists of the Middle Ages. They characterized their scheme as industrial self-government, an economic corollary of the most renowned principle of English political rule, local government. In their plans they assigned the leading role to the most powerful British pressure group, the trade unions. Thus they did everything to make their device palatable to their countrymen.
Ούτε, όμως, αυτά τα θελκτικά διακοσμητικά στοιχεία ούτε η φορτική και θορυβώδης προπαγάνδα μπορούσαν να παραπλανήσουν τους ευφυείς ανθρώπους. Το σχέδιο ήταν αντιφατικό και καταφανώς ανεφάρμοστο. Έπειτα από λίγα μόλις χρόνια περιήλθε σε πλήρη λήθη στη χώρα στην οποία είχε γεννηθεί.
However, neither these captivating adornments nor the obtrusive and noisy propaganda could mislead intelligent people. The plan was contradictory and blatantly impracticable. After only a few years it fell into complete oblivion in the country of its origin.
Ακολούθησε, όμως, μια ανάσταση. Οι Ιταλοί φασίστες χρειάζονταν επειγόντως ένα δικό τους οικονομικό πρόγραμμα. Έχοντας αποσχιστεί από τα διεθνή κόμματα του μαρξικού σοσιαλισμού, δεν μπορούσαν πλέον να εμφανίζονται ως σοσιαλιστές. Ούτε ήταν διατεθειμένοι, ως υπερήφανοι απόγονοι των ακατανίκητων Ρωμαίων λεγεωνάριων, να κάνουν παραχωρήσεις στον δυτικό καπιταλισμό ή στον πρωσικό παρεμβατισμό, τις κίβδηλες ιδεολογίες των βαρβάρων που είχαν καταστρέψει την ένδοξη αυτοκρατορία τους. Αναζητούσαν μια κοινωνική φιλοσοφία αμιγώς και αποκλειστικά ιταλική.
Δεν έχει σημασία αν γνώριζαν ή όχι ότι το ευαγγέλιό τους δεν ήταν παρά αντίγραφο του βρετανικού συντεχνιακού σοσιαλισμού. Σε κάθε περίπτωση, το stato corporativo, το κορπορατιστικό κράτος, δεν ήταν παρά μια μετονομασμένη εκδοχή του συντεχνιακού σοσιαλισμού. Οι διαφορές αφορούσαν μόνο επουσιώδεις λεπτομέρειες.
But then came a resurrection. The Italian Fascists badly needed an economic program of their own. After having seceded from the international parties of Marxian socialism, they could no longer pose as socialists. Neither were they, the proud scions of the invincible Roman legionaries, prepared to make concessions to Western capitalism or to Prussian interventionism, the counterfeit ideologies of the barbarians who had destroyed their glorious empire. They were in search of a social philosophy, purely and exclusively Italian. Whether or not they knew that their gospel was merely a replica of British guild socialism is immaterial. At any rate, the stato corporativo was nothing but a rebaptized edition of guild socialism. The differences concerned only unimportant details.
Ο κορπορατισμός διαφημίστηκε με εντυπωσιακό τρόπο από τη μεγαλόστομη προπαγάνδα των φασιστών και η εκστρατεία τους γνώρισε συντριπτική επιτυχία. Πολλοί ξένοι συγγραφείς εξύμνησαν με υπερβολικό ενθουσιασμό τα θαυματουργά επιτεύγματα του νέου συστήματος. Οι κυβερνήσεις της Αυστρίας και της Πορτογαλίας τόνισαν ότι ήταν σταθερά προσηλωμένες στις ευγενείς ιδέες του κορπορατισμού. Η εγκύκλιος Quadragesimo anno του Πάπα Πίου ΙΑ΄, η οποία εκδόθηκε το 1931, περιείχε χωρία που μπορούσαν —χωρίς αυτό να είναι αναγκαίο— να ερμηνευθούν ως επιδοκιμασία του κορπορατισμού. Αποτελεί, πάντως, γεγονός ότι καθολικοί συγγραφείς υποστήριξαν αυτή την ερμηνεία σε βιβλία που εκδόθηκαν με το imprimatur των εκκλησιαστικών αρχών.
Corporativism was flamboyantly advertised by the bombastic propaganda of the Fascists, and the success of their campaign was overwhelming. Many foreign authors exuberantly praised the miraculous achievements of the new system. The governments of Austria and Portugal emphasized that they were firmly committed to the noble ideas of corporativism. The Pope’s encyclical Quadragesimo anno (1931) contained passages which could—but need not—be interpreted as an endorsement of corporativism. At any rate Catholic authors supported this interpretation in books which were published with the imprimatur of the Church authorities.
Ωστόσο, ούτε οι Ιταλοί φασίστες ούτε οι κυβερνήσεις της Αυστρίας και της Πορτογαλίας επιχείρησαν ποτέ σοβαρά να πραγματοποιήσουν την κορπορατιστική ουτοπία. Οι Ιταλοί προσέδωσαν σε διάφορους θεσμούς τον χαρακτηρισμό «κορπορατιστικός» και μετέτρεψαν τις πανεπιστημιακές έδρες της πολιτικής οικονομίας σε έδρες economia politica e corporativa, δηλαδή πολιτικής και κορπορατιστικής οικονομίας. Δεν τέθηκε, όμως, ποτέ ζήτημα εφαρμογής του πολυσυζητημένου ουσιώδους γνωρίσματος του κορπορατισμού: της αυτοδιοίκησης των διαφόρων κλάδων του εμπορίου και της βιομηχανίας.
Η φασιστική κυβέρνηση παρέμεινε αρχικά προσηλωμένη στις ίδιες αρχές οικονομικής πολιτικής που έχουν υιοθετήσει στην εποχή μας όλες οι κυβερνήσεις οι οποίες δεν είναι απροκάλυπτα σοσιαλιστικές, δηλαδή στον παρεμβατισμό. Αργότερα στράφηκε σταδιακά προς το γερμανικό σύστημα σοσιαλισμού, δηλαδή προς τον καθολικό κρατικό έλεγχο των οικονομικών δραστηριοτήτων.
Yet neither the Italian Fascists nor the Austrian and Portuguese governments ever made any serious attempt to realize the corporativist utopia. The Italians attached to various institutions the label corporativist and transformed the university chairs of political economy into chairs of economia politica e corporativa. But never was there any question of the much talked about essential feature of corporativism, self-government of the various branches of trade and industry. The Fascist Government clung first to the same principles of economic policies which all not outright socialist governments have adopted in our day, interventionism. Then later it turned step by step toward the German system of socialism, i.e., all-round state control of economic activities.
Η θεμελιώδης ιδέα τόσο του συντεχνιακού σοσιαλισμού όσο και του κορπορατισμού είναι ότι κάθε επιχειρηματικός κλάδος συγκροτεί ένα μονοπωλιακό σώμα, τη συντεχνία ή corporazione.2 Αυτή η οντότητα απολαμβάνει πλήρη αυτονομία· είναι ελεύθερη να ρυθμίζει όλες τις εσωτερικές της υποθέσεις χωρίς παρέμβαση εξωτερικών παραγόντων και ανθρώπων που δεν είναι οι ίδιοι μέλη της συντεχνίας. Οι αμοιβαίες σχέσεις μεταξύ των διαφόρων συντεχνιών διευθετούνται μέσω άμεσων διαπραγματεύσεων από συντεχνία σε συντεχνία ή μέσω των αποφάσεων μιας γενικής συνέλευσης των αντιπροσώπων όλων των συντεχνιών. Κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, η κυβέρνηση δεν παρεμβαίνει καθόλου. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν δεν μπορεί να επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ των διαφόρων συντεχνιών, καλείται να παρέμβει το κράτος.3
The fundamental idea both of guild socialism and of corporativism is that every branch of business forms a monopolistic body, the guild or corporazione.[2] This entity enjoys full autonomy; it is free to settle all its internal affairs without interference of external factors and of people who are not themselves members of the guild. The mutual relations between the various guilds are settled by direct bargaining from guild to guild or by the decisions of a general assembly of the delegates of all guilds. In the regular course of affairs the government does not interfere at all. Only in exceptional cases, when an agreement between the various guilds cannot be attained, is the state called in.[3]
Κατά την κατάρτιση αυτού του σχήματος, οι συντεχνιακοί σοσιαλιστές είχαν κατά νου τις συνθήκες της βρετανικής τοπικής αυτοδιοίκησης και τη σχέση μεταξύ των διαφόρων τοπικών αρχών και της κεντρικής κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου. Απέβλεπαν στην αυτοδιοίκηση κάθε βιομηχανικού κλάδου· επιθυμούσαν, όπως το διατύπωσαν οι Webb, «το δικαίωμα αυτοδιάθεσης κάθε επαγγελματικού κλάδου».4 Όπως κάθε δήμος μεριμνά για τις υποθέσεις της τοπικής του κοινότητας και η εθνική κυβέρνηση διαχειρίζεται μόνο εκείνες τις υποθέσεις που αφορούν τα συμφέροντα ολόκληρου του έθνους, έτσι και μόνο η συντεχνία θα έπρεπε να έχει δικαιοδοσία επί των εσωτερικών της υποθέσεων, ενώ η κυβέρνηση θα έπρεπε να περιορίζει την παρέμβασή της στα ζητήματα που δεν μπορούσαν να διευθετήσουν οι ίδιες οι συντεχνίες.
In drafting this scheme the guild socialists had in mind the conditions of British local government and the relation between the various local authorities and the central government of the United Kingdom. They aimed at self-government of each branch of industry; they wanted, as the Webbs put it, “the right of self-determination for each vocation.”[4] In the same way in which each municipality takes care of its local community affairs and the national government handles only those affairs which concern the interests of the whole nation, the guild alone should have jurisdiction over its internal affairs and the government should restrict its interference to those things which the guilds themselves cannot settle.
Ωστόσο, σε ένα σύστημα κοινωνικής συνεργασίας υπό τον καταμερισμό της εργασίας δεν υπάρχουν ζητήματα που να αφορούν αποκλειστικά όσους απασχολούνται σε μια συγκεκριμένη παραγωγική μονάδα, επιχείρηση ή βιομηχανικό κλάδο και να μην αφορούν τους τρίτους. Δεν υπάρχουν εσωτερικές υποθέσεις οποιασδήποτε συντεχνίας ή corporazione των οποίων η ρύθμιση να μην επηρεάζει ολόκληρο το έθνος. Ένας επιχειρηματικός κλάδος δεν υπηρετεί μόνο όσους απασχολούνται σε αυτόν· υπηρετεί τους πάντες. Αν σε οποιονδήποτε κλάδο επικρατεί αναποτελεσματικότητα, σπατάλη σπάνιων συντελεστών παραγωγής ή απροθυμία υιοθέτησης των καταλληλότερων μεθόδων παραγωγής, βλάπτονται τα υλικά συμφέροντα όλων.
Δεν μπορεί να αφεθεί στα μέλη της συντεχνίας η λήψη αποφάσεων σχετικά με την επιλογή των τεχνολογικών μεθόδων, την ποσότητα και την ποιότητα των προϊόντων, τις ώρες εργασίας και χίλια άλλα ζητήματα, επειδή αυτά αφορούν τους τρίτους εξίσου με τα ίδια τα μέλη. Στην οικονομία της αγοράς, ο επιχειρηματίας, κατά τη λήψη τέτοιων αποφάσεων, υπόκειται ανεπιφύλακτα στον νόμο της αγοράς. Είναι υπόλογος στους καταναλωτές. Αν αψηφούσε τις εντολές τους, θα υφίστατο ζημίες και πολύ σύντομα θα έχανε την επιχειρηματική του θέση.
Η μονοπωλιακή συντεχνία, όμως, δεν χρειάζεται να φοβάται τον ανταγωνισμό. Απολαμβάνει το αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα αποκλειστικής κάλυψης του παραγωγικού της πεδίου. Αν αφεθεί ελεύθερη και αυτόνομη, δεν αποτελεί υπηρέτη των καταναλωτών αλλά κύριό τους. Είναι ελεύθερη να καταφεύγει σε πρακτικές που ευνοούν τα μέλη της εις βάρος του υπόλοιπου πληθυσμού.
However, within a system of social cooperation under the division of labor there are no such things as matters of concern only to those engaged in a special plant, enterprise, or branch of industry and of no concern to outsiders. There are no internal affairs of any guild or corporazione the arrangement of which does not affect the whole nation. A branch of business does not serve only those who are occupied in it; it serves everybody. If within any branch of business there is inefficiency, a squandering of scarce factors of production, or a reluctance to adopt the most appropriate methods of production, everybody’s material interests are hurt. One cannot leave decisions concerning the choice of technological methods, the quantity and quality of products, the hours of work, and a thousand other things to the members of the guild, because they concern outsiders no less than members. In the market economy the entrepreneur in making such decisions is unconditionally subject to the law of the market. He is responsible to the consumers. If he were to defy the orders of the consumers, he would suffer losses and would very soon forfeit his entrepreneurial position. But the monopolistic guild does not need to fear competition. It enjoys the inalienable right of exclusively covering its field of production. It is, if left alone and autonomous, not the servant of the consumers, but their master. It is free to resort to practices which favor its members at the expense of the rest of the people.
Δεν έχει σημασία αν, στο εσωτερικό της συντεχνίας, κυβερνούν αποκλειστικά οι εργαζόμενοι ή αν και σε ποιον βαθμό οι κεφαλαιούχοι και οι πρώην επιχειρηματίες συμμετέχουν στη διαχείριση των υποθέσεων. Εξίσου αδιάφορο είναι αν ορισμένες θέσεις στο διοικητικό συμβούλιο της συντεχνίας παραχωρούνται σε εκπροσώπους των καταναλωτών.
Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η συντεχνία, εφόσον είναι αυτόνομη, δεν υπόκειται σε πίεση που θα την εξανάγκαζε να προσαρμόζει τις δραστηριότητές της στην καλύτερη δυνατή ικανοποίηση των καταναλωτών. Είναι ελεύθερη να δίνει προτεραιότητα στα συμφέροντα των μελών της έναντι των συμφερόντων των καταναλωτών. Στο σχήμα του συντεχνιακού σοσιαλισμού και του κορπορατισμού δεν υπάρχει τίποτε που να λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι μοναδικός σκοπός της παραγωγής είναι η κατανάλωση. Τα πράγματα αντιστρέφονται. Η παραγωγή καθίσταται αυτοσκοπός.
It is of no importance whether within the guild the workers alone rule or whether and to what extent the capitalists and the former entrepreneurs cooperate in the management of affairs. It is likewise without importance whether or not some seats in the guild’s governing board are assigned to representatives of the consumers. What counts is that the guild, if autonomous, is not subject to pressure that would force it to adjust its operations to the best possible satisfaction of the consumers. It is free to give the interests of its members precedence over the interests of consumers. There is in the scheme of guild socialism and corporativism nothing that would take into account the fact that the only purpose of production is consumption. Things are turned upside down. Production becomes an end in itself.
Όταν το αμερικανικό New Deal προχώρησε στο σχέδιο της Εθνικής Διοίκησης Ανάκαμψης, η κυβέρνηση και η ομάδα των συμβούλων της είχαν πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι αυτό που σχεδίαζαν ήταν απλώς η εγκαθίδρυση ενός διοικητικού μηχανισμού για τον πλήρη κυβερνητικό έλεγχο των επιχειρήσεων. Η κοντόφθαλμη αντίληψη των συντεχνιακών σοσιαλιστών και των κορπορατιστών εκδηλώνεται στο γεγονός ότι πίστευαν πως η αυτόνομη συντεχνία ή corporazione μπορούσε να θεωρηθεί κατάλληλος μηχανισμός ενός λειτουργικού συστήματος κοινωνικής συνεργασίας.
When the American New Deal embarked upon the National Recovery Administration scheme, the government and its brain trust were fully aware of the fact that what they planned was merely the establishment of an administrative apparatus for full government control of business. The shortsightedness of the guild socialists and corporativists is to be seen in the fact that they believed that the autonomous guild or corporazione could be considered a device for a working system of social cooperation.
Είναι πράγματι πολύ εύκολο για κάθε συντεχνία να ρυθμίσει τις υποτιθέμενες εσωτερικές της υποθέσεις κατά τρόπο που να ικανοποιεί πλήρως τα μέλη της. Λιγότερες ώρες εργασίας, υψηλοί μισθοί, καμία περαιτέρω βελτίωση των τεχνολογικών μεθόδων ή της ποιότητας των προϊόντων που θα μπορούσε να προκαλέσει δυσχέρειες στα μέλη — όλα αυτά είναι πολύ καλά για τη συντεχνία. Ποιο θα είναι, όμως, το αποτέλεσμα αν όλες οι συντεχνίες ακολουθήσουν τις ίδιες πολιτικές;
It is very easy indeed for each guild to arrange its allegedly internal affairs in such a way as to satisfy its members fully. Short hours of work, high wage rates, no further improvements in technological methods or in the quality of the products which could inconvenience the members—very well. But what will the result be if all guilds resort to the same policies?
Υπό το συντεχνιακό σύστημα δεν μπορεί πλέον να γίνεται λόγος για αγορά. Δεν υπάρχουν πλέον τιμές υπό την καταλλακτική έννοια του όρου. Δεν υπάρχουν ούτε ανταγωνιστικές ούτε μονοπωλιακές τιμές. Οι συντεχνίες που μονοπωλούν την προσφορά αγαθών ζωτικής ανάγκης αποκτούν δικτατορική θέση. Οι παραγωγοί απαραίτητων τροφίμων και καυσίμων, καθώς και οι προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας και μεταφορικών υπηρεσιών, μπορούν να καταπιέζουν ατιμώρητα ολόκληρο τον λαό.
Περιμένει κανείς πραγματικά ότι η πλειονότητα θα ανεχθεί μια τέτοια κατάσταση; Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κάθε προσπάθεια πραγμάτωσης της κορπορατιστικής ουτοπίας θα οδηγούσε μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα σε βίαιες συγκρούσεις, αν η κυβέρνηση δεν παρενέβαινε όταν οι κλάδοι ζωτικής σημασίας καταχρώνταν την προνομιακή τους θέση. Εκείνο που οι θεωρητικοί αντιλαμβάνονται μόνο ως έκτακτο μέτρο —η παρέμβαση της κυβέρνησης— θα μετατρεπόταν σε κανόνα. Ο συντεχνιακός σοσιαλισμός και ο κορπορατισμός θα μετατρέπονταν σε πλήρη κυβερνητικό έλεγχο όλων των παραγωγικών δραστηριοτήτων. Θα εξελίσσονταν σε εκείνο το σύστημα πρωσικής Zwangswirtschaft, της καταναγκαστικά διευθυνόμενης οικονομίας, το οποίο σχεδιάστηκαν για να αποφύγουν.
Under the guild system there is no longer any question of a market. There are no longer any prices in the catallactic sense of the term. There are neither competitive prices nor monopoly prices. Those guilds which monopolize the supply of vital necessities attain a dictatorial position. The producers of indispensable foodstuffs and fuel and the suppliers of electric current and of transportation can with impunity squeeze the whole people. Does anybody expect that the majority will tolerate such a state of affairs? There is no doubt that any attempt to realize the corporativist utopia would in a very short time lead to violent conflicts, if the government did not interfere when the vital industries abused their privileged position. What the doctrinaires envisage only as an exceptional measure—the interference of the government—will become the rule. Guild socialism and corporativism will turn into full government control of all production activities. They will develop into that system of Prussian Zwangswirtschaft which they were designed to avoid.
Δεν χρειάζεται να εξετάσουμε τις άλλες θεμελιώδεις ανεπάρκειες του συντεχνιακού σχήματος. Είναι εξίσου ελαττωματικό με κάθε άλλο συνδικαλιστικό σχέδιο. Δεν λαμβάνει υπόψη την ανάγκη μετατόπισης κεφαλαίου και εργασίας από έναν κλάδο σε άλλον ούτε την ανάγκη δημιουργίας νέων κλάδων παραγωγής. Παραβλέπει ολοκληρωτικά το πρόβλημα της αποταμίευσης και της συσσώρευσης κεφαλαίου. Εν συντομία, είναι παράλογο.
There is no need to deal with the other fundamental shortcomings of the guild scheme. It is as deficient as any other syndicalist project. It does not take into account the necessity of shifting capital and labor from one branch to another and of establishing new branches of production. It entirely neglects the problem of saving and capital accumulation. In short, it is nonsense.
← Κεφάλαιο 32: ΔΗΜΕΥΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΔΙΑΝΟΜΗΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 34: ΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ →