Εργαλεία30 Οκτωβρίου 2026

Ανθρώπινη Δράση: Κεφάλαιο 32: ΔΗΜΕΥΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΔΙΑΝΟΜΗ

Ludwig von Mises · Human Action: A Treatise on Economics

Πραξεολόγος

← Κεφάλαιο 31: ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ (ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ)ΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 33: ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΟΡΠΟΡΑΤΙΣΜΟΣ →

Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.

Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, Human Action: A Treatise on Economics, ebook του Foundation for Economic Education (FEE), 2016, ISBN 978-1-57246-086-7 — «Published under the Creative Commons Attribution 4.0 International License». Σελίδα της έκδοσης: fee.org/ebooks/human-action-by-ludwig-von-mises. Άδεια: CC BY 4.0.

Σε δείγμα 300 παραγράφων, οι 298 του ebook του FEE ήταν ίδιες λέξη προς λέξη με το κείμενο που ακολουθεί η μετάφραση. Το FEE δεν περιέχει μερικές ενότητες που προστέθηκαν σε μεταγενέστερες εκδόσεις (π.χ. «Η ηθική καταδίκη του κέρδους», «Διαφθορά», παράγραφοι για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο)· αυτές, όπως και οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ), εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Οι πρόλογοι της ελληνικής έκδοσης και των εκδόσεων Scholar’s/4ης δεν περιλαμβάνονται εδώ.

Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.

Ελληνικά · μετάφραση: Πραξεολόγος
English · πρωτότυπο

Κεφάλαιο 32: ΔΗΜΕΥΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΔΙΑΝΟΜΗ

↗ στη σελίδα του βιβλίου

XXXII. CONFISCATION AND REDISTRIBUTION

1

1. Η φιλοσοφία της δήμευσης

↗ στη σελίδα του βιβλίου

1. The Philosophy of Confiscation

2

Ο παρεμβατισμός καθοδηγείται από την ιδέα ότι η παρέμβαση στα δικαιώματα ιδιοκτησίας δεν επηρεάζει το μέγεθος της παραγωγής. Η πλέον αφελής εκδήλωση αυτής της πλάνης παρουσιάζεται από τον δημευτικό παρεμβατισμό. Το προϊόν των παραγωγικών δραστηριοτήτων θεωρείται δεδομένο μέγεθος, ανεξάρτητο από τις απλώς συμπτωματικές διευθετήσεις της κοινωνικής τάξης. Ως καθήκον της κυβέρνησης θεωρείται η «δίκαιη» διανομή αυτού του εθνικού εισοδήματος μεταξύ των διαφόρων μελών της κοινωνίας.

INTERVENTIONISM is guided by the idea that interfering with property rights does not affect the size of production. The most naïve manifestation of this fallacy is presented by confiscatory interventionism. The yield of production activities is considered a given magnitude independent of the merely accidental arrangements of society’s social order. The task of the government is seen as the “fair” distribution of this national income among the various members of society.

3

Οι παρεμβατιστές και οι σοσιαλιστές υποστηρίζουν ότι όλα τα εμπορεύματα παράγονται μέσω μιας κοινωνικής διαδικασίας παραγωγής. Όταν αυτή η διαδικασία ολοκληρώνεται και οι καρποί της ωριμάζουν, ακολουθεί μια δεύτερη κοινωνική διαδικασία, εκείνη της διανομής του προϊόντος, η οποία αποδίδει ένα μερίδιο στον καθένα. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της καπιταλιστικής τάξης είναι ότι τα μερίδια που αποδίδονται είναι άνισα. Ορισμένοι άνθρωποι —οι επιχειρηματίες, οι κεφαλαιούχοι και οι γαιοκτήμονες— ιδιοποιούνται περισσότερα από όσα θα έπρεπε. Κατά συνέπεια, τα μερίδια των άλλων ανθρώπων περιορίζονται. Η κυβέρνηση θα έπρεπε, σύμφωνα με το δίκαιο, να απαλλοτριώνει το πλεόνασμα των προνομιούχων και να το διανέμει στους μη προνομιούχους.

The interventionists and the socialists contend that all commodities are turned out by a social process of production. When this process comes to an end and its fruits ripen, a second social process, that of distribution of the yield, follows and allots a share to each. The characteristic feature of the capitalist order is that the shares allotted are unequal. Some people—the entrepreneurs, the capitalists, and the landowners—appropriate to themselves more than they should. Accordingly, the portions of other people are curtailed. Government should by rights expropriate the surplus of the privileged and distribute it among the underprivileged.

4

Στην οικονομία της αγοράς, όμως, δεν υπάρχει αυτός ο υποτιθέμενος δυϊσμός δύο ανεξάρτητων διαδικασιών, της παραγωγής και της διανομής. Υπάρχει μόνο μία ενιαία διαδικασία. Τα αγαθά δεν παράγονται πρώτα και κατόπιν διανέμονται. Δεν υφίσταται ιδιοποίηση μεριδίων από κάποιο απόθεμα αγαθών χωρίς ιδιοκτήτη. Τα προϊόντα δημιουργούνται ως ιδιοκτησία κάποιου. Αν κάποιος επιθυμεί να τα διανείμει, πρέπει πρώτα να τα δημεύσει.

Είναι ασφαλώς πολύ εύκολο για τον κυβερνητικό μηχανισμό εξαναγκασμού και καταναγκασμού να προβεί σε δήμευση και απαλλοτρίωση. Αυτό, όμως, δεν αποδεικνύει ότι μπορεί να οικοδομηθεί πάνω σε τέτοιες δημεύσεις και απαλλοτριώσεις ένα βιώσιμο σύστημα οικονομικών σχέσεων.

Now in the market economy this alleged dualism of two independent processes, that of production and that of distribution, does not exist. There is only one process going on. Goods are not first produced and then distributed. There is no such thing as an appropriation of portions out of a stock of ownerless goods. The products come into existence as somebody’s property. If one wants to distribute them, one must first confiscate them. It is certainly very easy for the governmental apparatus of compulsion and coercion to embark upon confiscation and expropriation. But this does not prove that a durable system of economic affairs can be built upon such confiscation and expropriation.

5

Όταν οι Βίκινγκ απομακρύνονταν από μια κοινότητα αυτάρκων αγροτών την οποία είχαν λεηλατήσει, τα επιζώντα θύματα άρχιζαν και πάλι να εργάζονται, να καλλιεργούν το έδαφος και να οικοδομούν. Όταν οι πειρατές επέστρεφαν έπειτα από μερικά χρόνια, έβρισκαν και πάλι πράγματα προς αρπαγή. Ο καπιταλισμός, όμως, δεν μπορεί να αντέξει τέτοιες επανειλημμένες ληστρικές επιδρομές. Η συσσώρευση κεφαλαίου και οι επενδύσεις του βασίζονται στην προσδοκία ότι δεν θα πραγματοποιηθεί τέτοια απαλλοτρίωση. Αν αυτή η προσδοκία απουσιάζει, οι άνθρωποι θα προτιμήσουν να καταναλώσουν το κεφάλαιό τους αντί να το διαφυλάξουν για τους απαλλοτριωτές. Αυτό είναι το εγγενές σφάλμα όλων των σχεδίων που αποβλέπουν στον συνδυασμό της ιδιωτικής ιδιοκτησίας με την επανειλημμένη απαλλοτρίωση.

When the Vikings turned their backs upon a community of autarkic peasants whom they had plundered, the surviving victims began to work, to till the soil, and to build again. When the pirates returned after some years, they again found things to seize. But capitalism cannot stand such reiterated predatory raids. Its capital accumulation and investments are founded upon the expectation that no such expropriation will occur. If this expectation is absent, people will prefer to consume their capital instead of safeguarding it for the expropriators. This is the inherent error of all plans that aim at combining private ownership and reiterated expropriation.

6

2. Αγροτική μεταρρύθμιση

↗ στη σελίδα του βιβλίου

2. Land Reform

7

Οι κοινωνικοί μεταρρυθμιστές παλαιότερων εποχών απέβλεπαν αποκλειστικά στην εγκαθίδρυση μιας κοινότητας αυτάρκων αγροτών. Τα μερίδια γης που θα παραχωρούνταν σε κάθε μέλος θα έπρεπε να είναι ίσα. Στη φαντασία αυτών των ουτοπιστών δεν υπάρχει χώρος για τον καταμερισμό της εργασίας και την εξειδίκευση στους μεταποιητικούς κλάδους. Αποτελεί σοβαρό σφάλμα να αποκαλείται μια τέτοια κοινωνική τάξη αγροτικός σοσιαλισμός. Δεν είναι παρά μια παράθεση οικονομικά αυτάρκων νοικοκυριών.

The social reformers of older days aimed at the establishment of a community of autarkic fanners only. The shares of land allotted to each member were to be equal. In the imagination of these utopians there is no room for division of labor and specialization in processing trades. It is a serious mistake to call such a social order agrarian socialism. It is merely a juxtaposition of economically self-sufficient households.

8

Στην οικονομία της αγοράς, το έδαφος αποτελεί μέσο παραγωγής όπως κάθε άλλος υλικός συντελεστής παραγωγής. Τα σχέδια που αποβλέπουν σε περισσότερο ή λιγότερο ισομερή κατανομή της γης μεταξύ του αγροτικού πληθυσμού είναι, υπό τις συνθήκες της οικονομίας της αγοράς, απλώς σχέδια παραχώρησης προνομίων σε μια ομάδα λιγότερο αποτελεσματικών παραγωγών εις βάρος της συντριπτικής πλειονότητας των καταναλωτών.

Η λειτουργία της αγοράς τείνει να εξαλείφει όλους εκείνους τους αγρότες των οποίων το κόστος παραγωγής είναι υψηλότερο από το οριακό κόστος που απαιτείται για την παραγωγή της ποσότητας γεωργικών προϊόντων την οποία είναι διατεθειμένοι να αγοράσουν οι καταναλωτές. Καθορίζει τόσο το μέγεθος των αγροκτημάτων όσο και τις εφαρμοζόμενες μεθόδους παραγωγής. Αν η κυβέρνηση παρέμβει για να επιβάλει διαφορετική διευθέτηση των συνθηκών της γεωργικής παραγωγής, αυξάνει τη μέση τιμή των γεωργικών προϊόντων.

Αν, υπό συνθήκες ανταγωνισμού, m αγρότες, καθένας από τους οποίους εκμεταλλεύεται ένα αγρόκτημα 1.000 acres (περίπου 4000 στρέμματα), παράγουν όλα τα γεωργικά προϊόντα που είναι διατεθειμένοι να αγοράσουν οι καταναλωτές, και η κυβέρνηση παρέμβει προκειμένου να αντικαταστήσει τους m προηγούμενους αγρότες με αγρότες, καθένας από τους οποίους εκμεταλλεύεται αγρόκτημα 200 acres, τον λογαριασμό τον πληρώνουν οι καταναλωτές.

In the market economy the soil is a means of production like any other material factor of production. Plans aiming at a more or less equal distribution of the soil among the farming population are, under the conditions of the market economy, merely plans for granting privileges to a group of less efficient producers at the expense of the immense majority of consumers. The operation of the market tends to eliminate all those farmers whose cost of production is higher than the marginal costs needed for the production of that amount of farm products the consumers are ready to buy. It determines the size of the farms as well as the methods of production applied. If the government interferes in order to make a different arrangement of the conditions of fanning prevail, it raises the average price of farm products. If under competitive conditions m farmers, each of them operating a 1,000-acre farm, produce all those farm products the consumers are ready to acquire, and the government interferes in order to substitute 5 m farmers, each of them operating a 200-acre farm, for m, the previous number of farmers, the consumers foot the bill.

9

Είναι μάταιο να δικαιολογούνται τέτοιες αγροτικές μεταρρυθμίσεις με επίκληση του φυσικού δικαίου και άλλων μεταφυσικών ιδεών. Η απλή αλήθεια είναι ότι αυξάνουν την τιμή των γεωργικών προϊόντων και ότι βλάπτουν επίσης τη μη γεωργική παραγωγή. Επειδή απαιτείται περισσότερο εργατικό δυναμικό για την παραγωγή μιας μονάδας γεωργικού προϊόντος, περισσότεροι άνθρωποι απασχολούνται στη γεωργία και απομένουν λιγότεροι για τους μεταποιητικούς κλάδους. Η συνολική ποσότητα των διαθέσιμων προς κατανάλωση αγαθών μειώνεται και μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων ευνοείται εις βάρος της πλειονότητας.

It is vain to justify such land reforms by referring to natural law and other metaphysical ideas. The simple truth is that they enhance the price of agricultural products and that they also impair nonagricultural production. As more manpower is needed to turn out a unit of farm produce, more people are employed in farming and less are left for the processing industries. The total amount of commodities available for consumption drops and a certain group of people is favored at the expense of the majority.

10

3. Δημευτική φορολογία

↗ στη σελίδα του βιβλίου

3. Confiscatory Taxation

11

Σήμερα, το κύριο εργαλείο του δημευτικού παρεμβατισμού είναι η φορολογία. Δεν έχει σημασία αν σκοπός της φορολόγησης της περιουσίας και του εισοδήματος είναι το υποτιθέμενο κοινωνικό κίνητρο της εξίσωσης του πλούτου και των εισοδημάτων ή αν πρωταρχικό κίνητρο είναι η συγκέντρωση δημόσιων εσόδων. Εκείνο μόνο που έχει σημασία είναι το αποτέλεσμα που προκύπτει.

Today the main instrument of confiscatory interventionism is taxation. It does not matter whether the objective of estate and income taxation is the allegedly social motive of equalizing wealth and income or whether the primary motive is that of revenue. What alone counts is the resulting effect.

12

Ο μέσος άνθρωπος εξετάζει τα σχετικά προβλήματα με απροκάλυπτο φθόνο. Γιατί να είναι κάποιος πλουσιότερος από τον ίδιο; Ο υψηλόφρων ηθικολόγος συγκαλύπτει τη μνησικακία του μέσα σε φιλοσοφικές πραγματείες. Υποστηρίζει ότι ένας άνθρωπος που κατέχει δέκα εκατομμύρια δεν μπορεί να καταστεί ευτυχέστερος αν προστεθούν στην περιουσία του ακόμη ενενήντα εκατομμύρια. Αντιστρόφως, ένας άνθρωπος που κατέχει εκατό εκατομμύρια δεν θα αισθανθεί οποιαδήποτε μείωση της ευτυχίας του αν η περιουσία του περιοριστεί σε μόλις δέκα εκατομμύρια. Ο ίδιος συλλογισμός εφαρμόζεται και στα υπερβολικά εισοδήματα.

The average man looks at the problems involved with unveiled envy. Why should anybody be richer than he himself is? The lofty moralist conceals his resentment in philosophical disquisitions. He argues that a man who owns ten millions cannot be made happier by an increment of ninety millions more. Inversely, a man who owns a hundred millions does not feel any impairment of happiness if his wealth is reduced to a bare ten millions only. The same reasoning holds good for excessive incomes.

13

Μια τέτοια κρίση σημαίνει ότι το ζήτημα εξετάζεται από ατομικιστική σκοπιά. Το εφαρμοζόμενο κριτήριο είναι τα υποτιθέμενα συναισθήματα των ατόμων. Τα σχετικά προβλήματα, όμως, είναι κοινωνικά προβλήματα· πρέπει να αξιολογούνται με βάση τις κοινωνικές τους συνέπειες. Εκείνο που έχει σημασία δεν είναι ούτε η ευτυχία κάποιου Κροίσου ούτε τα προσωπικά του προτερήματα ή ελαττώματα· είναι η κοινωνία και η παραγωγικότητα της ανθρώπινης προσπάθειας.

To judge in this way means to judge from an individualistic point of view. The yardstick applied is the supposed sentiments of individuals. Yet the problems involved are social problems; they must be appraised with regard to their social consequences. What matters is neither the happiness of any Croesus nor his personal merits or demerits; it is society and the productivity of human effort.

14

Ένας νόμος που απαγορεύει σε οποιοδήποτε άτομο να συσσωρεύσει περισσότερα από δέκα εκατομμύρια ή να αποκτήσει εισόδημα μεγαλύτερο από ένα εκατομμύριο ετησίως περιορίζει τις δραστηριότητες ακριβώς εκείνων των επιχειρηματιών που επιτυγχάνουν περισσότερο από όλους να ικανοποιούν τις ανάγκες των καταναλωτών. Αν ένας τέτοιος νόμος είχε θεσπιστεί στις Ηνωμένες Πολιτείες πριν από πενήντα χρόνια, πολλοί από εκείνους που είναι σήμερα πολυεκατομμυριούχοι θα ζούσαν υπό μετριότερες συνθήκες. Όλοι, όμως, εκείνοι οι νέοι βιομηχανικοί κλάδοι που προμηθεύουν τις μάζες με αγαθά τα οποία ήταν προηγουμένως άγνωστα θα λειτουργούσαν, αν λειτουργούσαν καθόλου, σε πολύ μικρότερη κλίμακα και τα προϊόντα τους θα βρίσκονταν πέρα από τις οικονομικές δυνατότητες του κοινού ανθρώπου.

Αντιβαίνει καταφανώς στα συμφέροντα των καταναλωτών η παρεμπόδιση των αποτελεσματικότερων επιχειρηματιών να επεκτείνουν το πεδίο των δραστηριοτήτων τους μέχρι το όριο στο οποίο το κοινό εγκρίνει τον τρόπο με τον οποίο διευθύνουν τις επιχειρήσεις τους, αγοράζοντας τα προϊόντα τους. Και εδώ το ζήτημα είναι ποιος πρέπει να είναι κυρίαρχος: οι καταναλωτές ή η κυβέρνηση; Στην ανεμπόδιστη αγορά, η συμπεριφορά των καταναλωτών —οι αγορές τους ή η αποχή τους από την αγορά— καθορίζει τελικά το εισόδημα και την περιουσία κάθε ατόμου. Πρέπει να ανατεθεί στην κυβέρνηση η εξουσία να ακυρώνει τις επιλογές των καταναλωτών;

A law that prohibits any individual from accumulating more than ten millions or from making more than one million a year restricts the activities of precisely those entrepreneurs who are most successful in filling the wants of consumers. If such a law had been enacted in the United States fifty years ago, many who are multimillionaires today would live in more modest circumstances. But all those new branches of industry which supply the masses with articles unheard of before would operate, if at all, on a much smaller scale, and their products would be beyond the reach of the common man. It is manifestly contrary to the interest of the consumers to prevent the most efficient entrepreneurs from expanding the sphere of their activities up to the limit to which the public approves of their conduct of business by buying their products. Here again the issue is who should be supreme, the consumers or the government? In the unhampered market the behavior of consumers, their buying or abstention from buying, ultimately determines each individual’s income and wealth. Should one vest in the government the power to overrule the consumers’ choices?

15

Ο αδιόρθωτος κρατολάτρης αντιτείνει ότι, κατά την άποψή του, εκείνο που παρακινεί τις δραστηριότητες του μεγάλου επιχειρηματία δεν είναι η επιθυμία του πλούτου αλλά η επιθυμία της εξουσίας. Ένας τέτοιος «βασιλιάς του εμπορίου» δεν θα περιόριζε τις δραστηριότητές του αν ήταν υποχρεωμένος να παραδίδει ολόκληρο το πλεόνασμα που αποκτά στον φοροεισπράκτορα. Η δίψα του για εξουσία δεν μπορεί να εξασθενήσει εξαιτίας εκτιμήσεων απλής χρηματικής απολαβής.

Ας δεχθούμε, χάριν της συζήτησης, αυτή την ψυχολογική ερμηνεία. Σε τι άλλο, όμως, θεμελιώνεται η εξουσία ενός επιχειρηματία αν όχι στον πλούτο του; Πώς θα μπορούσαν ο Rockefeller και ο Ford να αποκτήσουν «εξουσία» αν είχαν εμποδιστεί να αποκτήσουν πλούτο; Σε τελική ανάλυση, βρίσκονται σε συγκριτικά στερεότερο έδαφος εκείνοι οι κρατολάτρες που θέλουν να απαγορεύσουν τη συσσώρευση πλούτου ακριβώς επειδή αυτή προσδίδει σε έναν άνθρωπο οικονομική ισχύ.1

The incorrigible statolatrist objects. In his opinion what motivates the activities of the great entrepreneur is not the lust for wealth, but the lust for power. Such a “royal merchant” would not restrict his activities if he had to deliver all the surplus earned to the tax collector. His lust for power cannot be weakened by any considerations of mere money making. Let us, for the sake of argument, accept this psychology. But on what else is the power of a businessman founded than on his wealth? How would Rockefeller and Ford have been in a position to acquire “power” if they had been prevented from acquiring wealth? After all, those statolatrists are on comparatively better grounds who want to prohibit the accumulation of wealth precisely because it gives a man economic power.[1]

16

Οι φόροι είναι αναγκαίοι. Το σύστημα, όμως, της φορολογίας που εισάγει διακρίσεις και το οποίο είναι καθολικά αποδεκτό υπό την παραπλανητική ονομασία της προοδευτικής φορολόγησης του εισοδήματος και των κληρονομιών δεν αποτελεί τρόπο φορολόγησης. Αποτελεί μάλλον μέθοδο συγκαλυμμένης απαλλοτρίωσης των επιτυχημένων κεφαλαιούχων και επιχειρηματιών. Όποια επιχειρήματα και αν προβάλλουν υπέρ του οι δορυφόροι των κυβερνήσεων, είναι ασυμβίβαστο με τη διατήρηση της οικονομίας της αγοράς. Μπορεί, στην καλύτερη περίπτωση, να θεωρηθεί μέσο για την εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού.

Ανατρέχοντας στην εξέλιξη των συντελεστών του φόρου εισοδήματος από τη θέσπιση του ομοσπονδιακού φόρου εισοδήματος το 1913 μέχρι σήμερα, δύσκολα μπορεί κανείς να πιστέψει ότι ο φόρος δεν θα απορροφήσει σύντομα το εκατό τοις εκατό κάθε πλεονάσματος πάνω από το μέσο ύψος του μισθού του κοινού ανθρώπου.

Taxes are necessary. But the system of discriminatory taxation universally accepted under the misleading name of progressive taxation of income and inheritance is not a mode of taxation. It is rather a mode of disguised expropriation of the successful capitalists and entrepreneurs. Whatever the governments’ satellites may advance in its favor, it is incompatible with the preservation of the market economy. It can at best be considered a means of bringing about socialism. Looking backward on the evolution of income tax rates from the beginning of the Federal income tax in 1913 until the present day, one can hardly believe that the tax will not soon absorb 100 per cent of all surplus above the customary level of a labor-union leader’s salary.

17

Η οικονομική επιστήμη δεν ασχολείται με τις νόθες μεταφυσικές θεωρίες που προβάλλονται υπέρ της φορολογικής προοδευτικότητας, αλλά με τις επιπτώσεις της στη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς. Οι παρεμβατιστές συγγραφείς και πολιτικοί εξετάζουν τα σχετικά προβλήματα από τη σκοπιά των αυθαίρετων αντιλήψεών τους σχετικά με το τι είναι «κοινωνικώς επιθυμητό». Κατά την άποψή τους, «σκοπός της φορολογίας δεν είναι ποτέ η συγκέντρωση χρημάτων», επειδή η κυβέρνηση «μπορεί να συγκεντρώσει όλα τα χρήματα που χρειάζεται τυπώνοντάς τα». Ο αληθινός σκοπός της φορολογίας είναι «να αφήνει λιγότερα στα χέρια του φορολογουμένου».2

Economics is not concerned with the spurious metaphysical doctrines advanced in favor of tax progression, but with its repercussions on the operation of the market economy. The interventionist authors and politicians look at the problems involved from the angle of their arbitrary notions of what is “socially desirable.” As they see it, “the purpose of taxation is never to raise money,” since the government “can raise all the money it needs by printing it.” The true purpose of taxation is “to leave less in the hands of the taxpayer.”[2]

18

Οι οικονομολόγοι προσεγγίζουν το ζήτημα από διαφορετική σκοπιά. Ρωτούν πρώτα: Ποιες είναι οι συνέπειες της δημευτικής φορολογίας για τη συσσώρευση κεφαλαίου; Το μεγαλύτερο μέρος εκείνου του τμήματος των υψηλότερων εισοδημάτων που αφαιρείται μέσω της φορολογίας θα είχε χρησιμοποιηθεί για τη συσσώρευση πρόσθετου κεφαλαίου. Αν το δημόσιο ταμείο χρησιμοποιεί τα έσοδα για τρέχουσες δαπάνες, το αποτέλεσμα είναι η μείωση του όγκου της συσσώρευσης κεφαλαίου.

Το ίδιο ισχύει, και μάλιστα σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό, για τους φόρους κληρονομικής περιουσίας. Εξαναγκάζουν τους κληρονόμους να πωλήσουν σημαντικό μέρος της περιουσίας του κληρονομουμένου. Το κεφάλαιο αυτό, βεβαίως, δεν καταστρέφεται· απλώς αλλάζει ιδιοκτήτη. Οι αποταμιεύσεις, όμως, των αγοραστών, οι οποίες δαπανώνται για την απόκτηση του κεφαλαίου που πωλούν οι κληρονόμοι, θα αποτελούσαν καθαρή αύξηση του διαθέσιμου κεφαλαίου. Έτσι επιβραδύνεται η συσσώρευση νέου κεφαλαίου.

Η πραγμάτωση τεχνολογικών βελτιώσεων παρεμποδίζεται· η ποσότητα του επενδεδυμένου κεφαλαίου ανά απασχολούμενο εργαζόμενο μειώνεται· ανακόπτεται η άνοδος της οριακής παραγωγικότητας της εργασίας και η συνακόλουθη άνοδος των πραγματικών μισθών. Είναι προφανώς εσφαλμένη η δημοφιλής πεποίθηση ότι αυτός ο τρόπος δημευτικής φορολογίας βλάπτει μόνο τα άμεσα θύματά του, τους πλουσίους.

Economists approach the issue from a different angle. They ask first: what are the effects of confiscatory taxation on capital accumulation? The greater part of that portion of the higher incomes which is taxed away would have been used for the accumulation of additional capital. If the treasury employs the proceeds for current expenditure, the result is a drop in the amount of capital accumulation. The same is valid, even to a greater extent, for death taxes. They force the heirs to sell a considerable part of the testator’s estate. This capital is, of course, not destroyed; it merely changes ownership. But the savings of the purchasers, which are spent for the acquisition of the capital sold by the heirs, would have constituted a net increment in capital available. Thus the accumulation of new capital is slowed down. The realization of technological improvement is impaired; the quota of capital invested per worker employed is reduced; a check is placed upon the rise in the productivity of labor and upon the concomitant rise in real wage rates. It is obvious that the popular belief that this mode of confiscatory taxation harms only the immediate victims, the rich, is false.

19

Αν οι κεφαλαιούχοι αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο ο φόρος εισοδήματος ή ο φόρος κληρονομικής περιουσίας να φθάσει το εκατό τοις εκατό, θα προτιμήσουν να καταναλώσουν τα κεφαλαιακά τους αποθέματα αντί να τα διατηρήσουν για τον φοροεισπράκτορα.

If capitalists are faced with the likelihood that the income tax or the estate tax will rise to 100 per cent, they will prefer to consume their capital funds rather than to preserve them for the tax collector.

20

Η δημευτική φορολογία ανακόπτει την οικονομική πρόοδο και βελτίωση όχι μόνο μέσω της επίδρασής της στη συσσώρευση κεφαλαίου. Δημιουργεί μια γενική τάση προς τη στασιμότητα και προς τη διατήρηση επιχειρηματικών πρακτικών οι οποίες δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν υπό τις ανταγωνιστικές συνθήκες της ανεμπόδιστης οικονομίας της αγοράς.

Confiscatory taxation results in checking economic progress and improvement not only by its effect upon capital accumulation. It brings about a general trend toward stagnation and the preservation of business practices which could not last under the competitive conditions of the unhampered market economy.

21

Εγγενές γνώρισμα του καπιταλισμού είναι ότι δεν σέβεται τα κεκτημένα συμφέροντα και εξαναγκάζει κάθε κεφαλαιούχο και επιχειρηματία να προσαρμόζει καθημερινά εκ νέου τη διεξαγωγή των δραστηριοτήτων του στη μεταβαλλόμενη διάρθρωση της αγοράς. Οι κεφαλαιούχοι και οι επιχειρηματίες δεν είναι ποτέ ελεύθεροι να χαλαρώσουν τις προσπάθειές τους. Όσο παραμένουν στην επιχειρηματική δραστηριότητα, δεν τους παρέχεται ποτέ το προνόμιο να απολαμβάνουν ήρεμα τους καρπούς των επιτευγμάτων των προγόνων τους και των δικών τους ούτε να βυθίζονται στη ρουτίνα.

Αν λησμονήσουν ότι καθήκον τους είναι να υπηρετούν τους καταναλωτές στον μέγιστο βαθμό των ικανοτήτων τους, πολύ σύντομα θα απολέσουν την εξέχουσα θέση τους και θα επιστρέψουν στις τάξεις των κοινών ανθρώπων. Η ηγετική θέση και τα κεφάλαιά τους αμφισβητούνται διαρκώς από νεοεισερχομένους.

It is an inherent feature of capitalism that it is no respecter of vested interests and forces every capitalist and entrepreneur to adjust his conduct of business anew each day to the changing structure of the market. Capitalists and entrepreneurs are never free to relax. As long as they remain in business they are never granted the privilege of quietly enjoying the fruits of their ancestors’ and their own achievements and of lapsing into a routine. If they forget that their task is to serve the consumers to the best of their abilities, they will very soon forfeit their eminent position and will be thrown back into the ranks of the common man. Their leadership and their funds are continually challenged by newcomers.

22

Κάθε ευφυής άνθρωπος είναι ελεύθερος να αναλάβει νέα επιχειρηματικά σχέδια. Μπορεί να είναι φτωχός, τα κεφάλαιά του μπορεί να είναι περιορισμένα και το μεγαλύτερο μέρος τους μπορεί να είναι δανεικό. Αν, όμως, ικανοποιεί τις ανάγκες των καταναλωτών με τον καλύτερο και φθηνότερο τρόπο, θα επιτύχει μέσω «υπερβολικών» κερδών. Επανεπενδύει το μεγαλύτερο μέρος των κερδών του στην επιχείρησή του, επιτρέποντάς της έτσι να αναπτυχθεί γρήγορα.

Η δραστηριότητα αυτών των επιχειρηματικά δραστήριων νεόπλουτων είναι εκείνη που προσδίδει στην οικονομία της αγοράς τον «δυναμισμό» της. Αυτοί οι nouveaux riches είναι οι προάγγελοι της οικονομικής βελτίωσης. Ο απειλητικός ανταγωνισμός τους εξαναγκάζει τις παλαιές επιχειρήσεις και τις μεγάλες εταιρείες είτε να προσαρμόσουν τη συμπεριφορά τους στην καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση του κοινού είτε να εγκαταλείψουν την επιχειρηματική δραστηριότητα.

Every ingenious man is free to start new business projects. He may be poor, his funds may be modest and most of them may be borrowed. But if he fills the wants of consumers in the best and cheapest way, he will succeed by means of “excessive” profits. He ploughs back the greater part of his profits into his business, thus making it grow rapidly. It is the activity of such enterprising parvenus that provides the market economy with its “dynamism.” These nouveaux riches are the harbingers of economic improvement. Their threatening competition forces the old firms and big corporations either to adjust their conduct to the best possible service of the public or to go out of business.

23

Σήμερα, όμως, οι φόροι απορροφούν συχνά το μεγαλύτερο μέρος των «υπερβολικών» κερδών του νεοεισερχομένου. Δεν μπορεί να συσσωρεύσει κεφάλαιο· δεν μπορεί να επεκτείνει τη δική του επιχείρηση· δεν θα μετατραπεί ποτέ σε μεγάλη επιχείρηση και σε ισάξιο ανταγωνιστή των κεκτημένων συμφερόντων. Οι παλαιές επιχειρήσεις δεν χρειάζεται να φοβούνται τον ανταγωνισμό του· προστατεύονται από τον φοροεισπράκτορα. Μπορούν να ενδίδουν ατιμώρητα στη ρουτίνα, να αψηφούν τις επιθυμίες του κοινού και να καθίστανται συντηρητικές.

Είναι αληθές ότι ο φόρος εισοδήματος εμποδίζει και αυτές να συσσωρεύουν νέο κεφάλαιο. Εκείνο, όμως, που έχει μεγαλύτερη σημασία γι’ αυτές είναι ότι εμποδίζει τον επικίνδυνο νεοεισερχόμενο να συσσωρεύσει οποιοδήποτε κεφάλαιο. Το φορολογικό σύστημα τους παραχωρεί ουσιαστικά προνομιακή θέση. Υπό αυτή την έννοια, η προοδευτική φορολογία ανακόπτει την οικονομική πρόοδο και ευνοεί την ακαμψία. Ενώ υπό τον ανεμπόδιστο καπιταλισμό η κυριότητα του κεφαλαίου αποτελεί ευθύνη που εξαναγκάζει τον ιδιοκτήτη να υπηρετεί τους καταναλωτές, οι σύγχρονες μέθοδοι φορολόγησης τη μετατρέπουν σε προνόμιο.

But today taxes often absorb the greater part of the newcomer’s “excessive” profits. He cannot accumulate capital; he cannot expand his own business; he will never become big business and a match for the vested interests. The old firms do not need to fear his competition; they are sheltered by the tax collector. They may with impunity indulge in routine, they may defy the wishes of the public and become conservative. It is true, the income tax prevents them, too, from accumulating new capital. But what is more important for them is that it prevents the dangerous newcomer from accumulating any capital. They are virtually privileged by the tax system. In this sense progressive taxation checks economic progress and makes for rigidity. While under unhampered capitalism the ownership of capital is a liability forcing the owner to serve the consumers, modern methods of taxation transform it into a privilege.

24

Οι παρεμβατιστές διαμαρτύρονται ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις καθίστανται άκαμπτες και γραφειοκρατικές και ότι δεν είναι πλέον δυνατόν για ικανούς νεοεισερχομένους να αμφισβητήσουν τα κεκτημένα συμφέροντα των παλαιών πλούσιων οικογενειών. Στον βαθμό, όμως, που οι διαμαρτυρίες τους είναι δικαιολογημένες, διαμαρτύρονται για καταστάσεις που αποτελούν απλώς αποτέλεσμα των δικών τους πολιτικών.

The interventionists complain that big business is getting rigid and bureaucratic and that it is no longer possible for competent newcomers to challenge the vested interests of the old rich families. However, as far as their complaints are justified, they complain about things which are merely the result of their own policies.

25

Τα κέρδη αποτελούν την κινητήρια δύναμη της οικονομίας της αγοράς. Όσο μεγαλύτερα είναι τα κέρδη, τόσο καλύτερα ικανοποιούνται οι ανάγκες των καταναλωτών. Διότι κέρδη μπορούν να αποκομιστούν μόνο μέσω της εξάλειψης των αποκλίσεων μεταξύ των απαιτήσεων των καταναλωτών και της προηγούμενης κατάστασης των παραγωγικών δραστηριοτήτων. Εκείνος που υπηρετεί καλύτερα το κοινό αποκομίζει τα υψηλότερα κέρδη. Καταπολεμώντας τα κέρδη, οι κυβερνήσεις υπονομεύουν σκόπιμα τη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς.

Profits are the driving force of the market economy. The greater the profits, the better the needs of the consumers are supplied. For profits can only be reaped by removing discrepancies between the demands of the consumers and the previous state of production activities. He who serves the public best, makes the highest profits. In fighting profits governments deliberately sabotage the operation of the market economy.

26

Δημευτική φορολογία και ανάληψη κινδύνων

Confiscatory Taxation and Risk-Taking

27

Μια δημοφιλής πλάνη θεωρεί το επιχειρηματικό κέρδος ανταμοιβή για την ανάληψη κινδύνων. Αντιμετωπίζει τον επιχειρηματία ως παίκτη τυχερών παιχνιδιών, ο οποίος συμμετέχει σε μια λαχειοφόρο αγορά αφού σταθμίσει τις ευνοϊκές πιθανότητες απόκτησης του επάθλου έναντι των δυσμενών πιθανοτήτων απώλειας του ποσού που διακινδυνεύει. Αυτή η άποψη εκδηλώνεται σαφέστερα στην περιγραφή των χρηματιστηριακών συναλλαγών ως μορφής τυχερού παιχνιδιού.

Από τη σκοπιά αυτού του διαδεδομένου μύθου, το κακό που προκαλεί η δημευτική φορολογία συνίσταται στο ότι διαταράσσει την αναλογία μεταξύ των ευνοϊκών και των δυσμενών πιθανοτήτων της λαχειοφόρου αγοράς. Τα έπαθλα μειώνονται, ενώ οι δυσμενείς κίνδυνοι παραμένουν αμετάβλητοι. Έτσι, οι κεφαλαιούχοι και οι επιχειρηματίες αποθαρρύνονται από την ανάληψη εγχειρημάτων που ενέχουν κίνδυνο.

A popular fallacy considers entrepreneurial profit a reward for risktaking. It looks upon the entrepreneur as a gambler who invests in a lottery after having weighed the favorable chances of winning a prize against the unfavorable chances of losing his stake. This opinion manifests itself most clearly in the description of stock-exchange transactions as a sort of gambling. From the point of view of this widespread fable, the evil caused by confiscatory taxation is that it disarranges the ratio between the favorable and the unfavorable chances in the lottery. The prizes are cut down, while the unfavorable hazards remain unchanged. Thus capitalists and entrepreneurs are discouraged from embarking upon risky ventures.

28

Κάθε λέξη αυτού του συλλογισμού είναι εσφαλμένη. Ο ιδιοκτήτης κεφαλαίου δεν επιλέγει μεταξύ επενδύσεων περισσότερο επικίνδυνων, λιγότερο επικίνδυνων και ασφαλών. Εξαναγκάζεται, από την ίδια τη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς, να επενδύσει τα κεφάλαιά του κατά τρόπο ώστε να εξυπηρετούνται στον μέγιστο δυνατό βαθμό οι πλέον επείγουσες ανάγκες των καταναλωτών.

Αν οι φορολογικές μέθοδοι στις οποίες καταφεύγει η κυβέρνηση προκαλέσουν ανάλωση κεφαλαίου ή περιορίσουν τη συσσώρευση νέου κεφαλαίου, απουσιάζει το κεφάλαιο που απαιτείται για τις οριακές χρήσεις και εμποδίζεται η επέκταση των επενδύσεων που θα είχε πραγματοποιηθεί αν δεν υπήρχαν αυτοί οι φόροι. Οι ανάγκες των καταναλωτών ικανοποιούνται μόνο σε μικρότερο βαθμό. Αυτό το αποτέλεσμα, όμως, δεν προκαλείται από την απροθυμία των κεφαλαιούχων να αναλάβουν κινδύνους· προκαλείται από τη μείωση της προσφοράς κεφαλαίου.

Every word in this reasoning is false. The owner of capital does not choose between more risky, less risky, and safe investments. He is forced, by the very operation of the market economy, to invest his funds in such a way as to supply the most urgent needs of the consumers to the best possible extent. If the methods of taxation resorted to by the government bring about capital consumption or restrict the accumulation of new capital, the capital required for marginal employments is lacking and an expansion of investment which would have been effected in the absence of these taxes is prevented. The wants of the consumers are satisfied to a lesser extent only. But this outcome is not caused by a reluctance of capitalists to take risks; it is caused by a drop in capital supply.

29

Δεν υπάρχει ασφαλής επένδυση. Αν οι κεφαλαιούχοι συμπεριφέρονταν με τον τρόπο που περιγράφει ο μύθος περί κινδύνου και επιδίωκαν εκείνη που θεωρούν ασφαλέστερη επένδυση, η συμπεριφορά τους θα καθιστούσε αυτή τη μορφή επένδυσης επισφαλή και ασφαλώς θα έχαναν την εισφορά τους. Ο κεφαλαιούχος δεν διαθέτει κανένα μέσο για να αποφύγει τον νόμο της αγοράς, ο οποίος επιβάλλει στον επενδυτή να συμμορφώνεται προς τις επιθυμίες των καταναλωτών και να παράγει όλα όσα μπορούν να παραχθούν υπό τη δεδομένη κατάσταση της προσφοράς κεφαλαίου, της τεχνολογικής γνώσης και των αποτιμήσεων των καταναλωτών.

Ο κεφαλαιούχος δεν επιλέγει ποτέ εκείνη την επένδυση στην οποία, σύμφωνα με τη δική του κατανόηση του μέλλοντος, ο κίνδυνος απώλειας της εισφοράς του είναι μικρότερος. Επιλέγει την επένδυση από την οποία αναμένει να αποκομίσει το υψηλότερο δυνατό κέρδος.

There is no such thing as a safe investment. If capitalists were to behave in the way the risk fable describes and were to strive after what they consider to be the safest investment, their conduct would render this line of investment unsafe and they would certainly lose their input. For the capitalist there is no means of evading the law of the market that makes it imperative for the investor to comply with the wishes of the consumers and to produce all that can be produced under the given state of capital supply, technological knowledge, and the valuations of the consumers. A capitalist never chooses that investment in which, according to his understanding of the future, the danger of losing his input is smallest. He chooses that investment in which he expects to make the highest possible profit.

30

Εκείνοι οι κεφαλαιούχοι που έχουν επίγνωση της αδυναμίας τους να κρίνουν ορθά και αυτοτελώς την πορεία της αγοράς δεν επενδύουν σε ίδια κεφάλαια, αλλά δανείζουν τα κεφάλαιά τους στους ιδιοκτήτες επιχειρηματικού κεφαλαίου. Εισέρχονται έτσι σε ένα είδος εταιρικής σχέσης με εκείνους των οποίων εμπιστεύονται την ανώτερη ικανότητα αξιολόγησης των συνθηκών της αγοράς.

Συνηθίζεται να αποκαλείται το επιχειρηματικό κεφάλαιο «κεφάλαιο κινδύνου». Όπως έχει ήδη επισημανθεί, όμως, η επιτυχία ή η αποτυχία των επενδύσεων σε προνομιούχες μετοχές, ομολογίες, χρεόγραφα, υποθήκες και άλλα δάνεια εξαρτάται τελικά από τους ίδιους παράγοντες που καθορίζουν την επιτυχία ή την αποτυχία του επενδεδυμένου επιχειρηματικού κεφαλαίου.3 Δεν υπάρχει ανεξαρτησία από τις μεταπτώσεις της αγοράς.

Those capitalists who are aware of their own lack of ability to judge correctly for themselves the trend of the market do not invest in equity capital, but lend their funds to the owners of such venture capital. They thus enter into a sort of partnership with those on whose better ability to appraise the conditions of the market they rely. It is customary to call venture capital risk capital. However, as has been pointed out, the success or failure of the investment in preferred stock, bonds, debentures, mortgages, and other loans depends ultimately also on the same factors that determine success or failure of the venture capital invested.[3] There is no such thing as independence of the vicissitudes of the market.

31

Αν η φορολογία ενίσχυε την προσφορά δανειακού κεφαλαίου εις βάρος της προσφοράς επιχειρηματικού κεφαλαίου, θα προκαλούσε πτώση του ακαθάριστου αγοραίου επιτοκίου και, ταυτόχρονα, αυξάνοντας το μερίδιο του δανειακού κεφαλαίου σε σχέση με το μερίδιο των ιδίων κεφαλαίων στη διάρθρωση του κεφαλαίου των επιχειρήσεων και των εταιρειών, θα καθιστούσε πιο επισφαλείς τις επενδύσεις σε δάνεια. Επομένως, η διαδικασία θα αυτοαναιρούνταν.

If taxation were to strengthen the supply of loan capital at the expense of the supply of venture capital, it would make the gross market rate of interest drop and at the same time, by increasing the share of borrowed capital as against the share of equity capital in the capital structure of the firms and corporations, render the investment in loans more uncertain. The process would therefore be self-liquidating.

32

Το γεγονός ότι ένας κεφαλαιούχος, κατά κανόνα, δεν συγκεντρώνει τις επενδύσεις του —είτε σε κοινές μετοχές είτε σε δάνεια— σε μία επιχείρηση ή σε έναν επιχειρηματικό κλάδο, αλλά προτιμά να κατανέμει τα κεφάλαιά του μεταξύ διαφόρων κατηγοριών επενδύσεων, δεν σημαίνει ότι θέλει να μειώσει τον «κίνδυνο του παιχνιδιού». Θέλει να βελτιώσει τις πιθανότητές του να αποκομίσει κέρδη.

The fact that a capitalist as a rule does not concentrate his investments, both in common stock and in loans, in one enterprise or one branch of business, but prefers to spread out his funds among various classes of investment, does not suggest that he wants to reduce his “gambling risk.” He wants to improve his chances of earning profits.

33

Κανείς δεν αναλαμβάνει οποιαδήποτε επένδυση αν δεν αναμένει ότι θα είναι καλή επένδυση. Κανείς δεν επιλέγει σκόπιμα μια εσφαλμένη επένδυση. Μόνο η εμφάνιση συνθηκών που δεν είχαν προβλεφθεί ορθά από τον επενδυτή μετατρέπει μια επένδυση σε εσφαλμένη επένδυση.

Nobody embarks upon any investment if he does not expect to make a good investment. Nobody deliberately chooses a malinvestment. It is only the emergence of conditions not properly anticipated by the investor that turns an investment into a malinvestment.

34

Όπως έχει ήδη επισημανθεί, δεν μπορεί να υπάρχει μη επενδεδυμένο κεφάλαιο.4 Ο κεφαλαιούχος δεν είναι ελεύθερος να επιλέξει μεταξύ επένδυσης και μη επένδυσης. Ούτε είναι ελεύθερος, κατά την επιλογή των επενδύσεών του σε κεφαλαιουχικά αγαθά, να αποκλίνει από τις κατευθύνσεις που καθορίζουν οι πλέον επείγουσες από τις ακόμη ανικανοποίητες ανάγκες των καταναλωτών. Πρέπει να προσπαθήσει να προβλέψει ορθά αυτές τις μελλοντικές ανάγκες. Οι φόροι μπορούν να μειώσουν την ποσότητα των διαθέσιμων κεφαλαιουχικών αγαθών προκαλώντας ανάλωση κεφαλαίου. Δεν περιορίζουν, όμως, τη χρησιμοποίηση όλων των διαθέσιμων κεφαλαιουχικών αγαθών.5

As has been pointed out, there cannot be such a thing as noninvested capital.[4] The capitalist is not free to choose between investment and noninvestment. Neither is he free to deviate in the choice of his investments from the lines determined by the most urgent among the yet unsatisfied wants of the consumers. He must try to anticipate these future wants correctly. Taxes may reduce the amount of additional capital available or even bring about consumption of capital previously accumulated. But they do not affect the employment of capital available, whatever its quantity may be.

35

Αν οι συντελεστές του φόρου εισοδήματος και του φόρου κληρονομικής περιουσίας για τους πολύ πλουσίους είναι υπερβολικά υψηλοί, ένας κεφαλαιούχος μπορεί να θεωρήσει ως πλέον ενδεδειγμένη επιλογή τη διατήρηση όλων των κεφαλαίων του υπό μορφή μετρητών ή άτοκων τραπεζικών υπολοίπων. Καταναλώνει μέρος του κεφαλαίου του, δεν καταβάλλει φόρο εισοδήματος και μειώνει τον φόρο κληρονομικής περιουσίας που θα πρέπει να καταβάλουν οι κληρονόμοι του. Ακόμη, όμως, και αν οι άνθρωποι συμπεριφέρονται πράγματι κατ’ αυτόν τον τρόπο, η συμπεριφορά τους δεν επηρεάζει τη χρησιμοποίηση του διαθέσιμου κεφαλαίου. Επηρεάζει τις τιμές. Κανένα κεφαλαιουχικό αγαθό, όμως, δεν παραμένει εξαιτίας της μη επενδεδυμένο. Η λειτουργία της αγοράς κατευθύνει τις επενδύσεις προς εκείνες τις κατευθύνσεις στις οποίες αναμένεται να ικανοποιήσουν την πλέον επείγουσα, ακόμη ανικανοποίητη ζήτηση του αγοραστικού κοινού.

With an excessive height of the income and estate tax rates for the very rich, a capitalist may consider it the most advisable thing to keep all his funds in cash or in bank balances not bearing any interest. He consumes part of his capital, pays no income tax and reduces the inheritance tax which his heirs will have to pay. But even if people really behave this way, their conduct does not affect the employment of the capital available. It affects prices. But no capital good remains uninvested on account of it. And the operation of the market pushes investment into those lines in which it is expected to satisfy the most urgent not yet satisfied demand of the buying public.

36

← Κεφάλαιο 31: ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ (ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ)ΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 33: ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΟΡΠΟΡΑΤΙΣΜΟΣ →

← ΠεριεχόμεναΔίγλωσση ανάγνωση: Ανθρώπινη Δράση