Ανθρώπινη Δράση: Κεφάλαιο 31: ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ (ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ)
Ludwig von Mises · Human Action: A Treatise on Economics
Πραξεολόγος
← Κεφάλαιο 30: ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΤΗ ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΩΝ ΤΙΜΩΝΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 32: ΔΗΜΕΥΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΔΙΑΝΟΜΗ →
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, Human Action: A Treatise on Economics, ebook του Foundation for Economic Education (FEE), 2016, ISBN 978-1-57246-086-7 — «Published under the Creative Commons Attribution 4.0 International License». Σελίδα της έκδοσης: fee.org/ebooks/human-action-by-ludwig-von-mises. Άδεια: CC BY 4.0.
Σε δείγμα 300 παραγράφων, οι 298 του ebook του FEE ήταν ίδιες λέξη προς λέξη με το κείμενο που ακολουθεί η μετάφραση. Το FEE δεν περιέχει μερικές ενότητες που προστέθηκαν σε μεταγενέστερες εκδόσεις (π.χ. «Η ηθική καταδίκη του κέρδους», «Διαφθορά», παράγραφοι για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο)· αυτές, όπως και οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ), εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Οι πρόλογοι της ελληνικής έκδοσης και των εκδόσεων Scholar’s/4ης δεν περιλαμβάνονται εδώ.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
Κεφάλαιο 31: ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ (ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ)
↗ στη σελίδα του βιβλίουXXXI. CURRENCY AND CREDIT MANIPULATION
Τα μέσα ανταλλαγής και το χρήμα αποτελούν φαινόμενα της αγοράς. Εκείνο που καθιστά ένα πράγμα μέσο ανταλλαγής ή χρήμα είναι η συμπεριφορά των μερών στις συναλλαγές της αγοράς. Οι αρχές έχουν λόγο να ασχοληθούν με νομισματικά ζητήματα κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ασχολούνται με όλα τα άλλα αντικείμενα ανταλλαγής: όταν καλούνται να αποφασίσουν αν η αδυναμία ενός από τα μέρη μιας ανταλλαγής να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις δικαιολογεί την άσκηση καταναγκασμού από τον κυβερνητικό μηχανισμό βίαιης επιβολής.
Αν αμφότερα τα μέρη εκπληρώνουν αμέσως και ταυτόχρονα τις αμοιβαίες υποχρεώσεις τους, κατά κανόνα δεν προκύπτουν συγκρούσεις που θα παρακινούσαν κάποιο από αυτά να προσφύγει στη δικαιοσύνη. Αν, όμως, οι υποχρεώσεις του ενός ή και των δύο μερών αναβάλλονται χρονικά, ενδέχεται τα δικαστήρια να κληθούν να αποφασίσουν με ποιον τρόπο πρέπει να εκπληρωθούν οι όροι της σύμβασης. Αν πρόκειται για την καταβολή ενός χρηματικού ποσού, αυτό συνεπάγεται το καθήκον προσδιορισμού του νοήματος που πρέπει να αποδοθεί στους νομισματικούς όρους της σύμβασης.
MEDIA of exchange and money are market phenomena. What makes a thing a medium of exchange or money is the conduct of parties to market transactions. An occasion for dealing with monetary problems appears to the authorities in the same way in which they concern themselves with all other objects exchanged, namely, when they are called upon to decide whether or not the failure of one of the parties to an act of exchange to comply with his contractual obligations justifies compulsion on the part of the government apparatus of violent oppression. If both parties discharge their mutual obligations instantly and synchronously, as a rule no conflicts arise which would induce one of the parties to apply to the judiciary. But if one or both parties’ obligations are temporally deferred, it may happen that the courts are called to decide how the terms of the contract are to be complied with. If payment of a sum of money is involved, this implies the task of determining what meaning is to be attached to the monetary terms used in the contract.
Επομένως, εναπόκειται στους νόμους της χώρας και στα δικαστήρια να ορίσουν τι είχαν κατά νου τα συμβαλλόμενα μέρη όταν αναφέρονταν σε ένα χρηματικό ποσό και να καθορίσουν πώς πρέπει να εξοφληθεί η υποχρέωση καταβολής αυτού του ποσού σύμφωνα με τους συμφωνημένους όρους. Πρέπει να προσδιορίσουν τι αποτελεί και τι δεν αποτελεί νόμιμο μέσο πληρωμής.
Κατά την επιτέλεση αυτού του καθήκοντος, οι νόμοι και τα δικαστήρια δεν δημιουργούν το χρήμα. Ένα πράγμα καθίσταται χρήμα μόνο χάρη στο γεγονός ότι όσοι ανταλλάσσουν εμπορεύματα και υπηρεσίες το χρησιμοποιούν ευρέως ως μέσο ανταλλαγής. Στην ανεμπόδιστη οικονομία της αγοράς, όταν οι νόμοι και οι δικαστές αποδίδουν σε κάποιο πράγμα την ιδιότητα του νόμιμου μέσου πληρωμής, απλώς προσδιορίζουν τι εννοούσαν τα μέρη, σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες, όταν αναφέρονταν στη συναλλαγή τους σε συγκεκριμένο είδος χρήματος. Ερμηνεύουν τα εμπορικά έθιμα με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ενεργούν όταν καλούνται να προσδιορίσουν το νόημα οποιωνδήποτε άλλων όρων χρησιμοποιούνται στις συμβάσεις.
Thus it devolves upon the laws of the country and upon the courts to define what the parties to the contract had in mind when speaking of a sum of money and to establish how the obligation to pay such a sum is to be settled in accordance with the terms agreed upon. They have to determine what is and what is not legal tender. In attending to this task the laws and the courts do not create money. A thing becomes money only by virtue of the fact that those exchanging commodities and services commonly use it as a medium of exchange. In the unhampered market economy the laws and the judges in attributing legal tender quality to a certain thing merely establish what, according to the usages of trade, was intended by the parties when they referred in their deal to a definite kind of money. They interpret the customs of the trade in the same way in which they proceed when called to determine what is the meaning of any other terms used in contracts.
Η νομισματοκοπία υπήρξε επί μακρόν προνόμιο των ηγεμόνων της χώρας. Αρχικά, όμως, αυτή η κυβερνητική δραστηριότητα δεν είχε άλλον σκοπό πέρα από τη σφράγιση και την πιστοποίηση των μέτρων και των σταθμών. Η σφραγίδα της αρχής που τοποθετούνταν επάνω σε ένα τεμάχιο μετάλλου υποτίθεται ότι πιστοποιούσε το βάρος και την καθαρότητά του.
Όταν αργότερα οι ηγεμόνες κατέφυγαν στην αντικατάσταση μέρους των πολύτιμων μετάλλων με ευτελέστερα και φθηνότερα μέταλλα, διατηρώντας παράλληλα τη συνηθισμένη ονομαστική αξία και την ονομασία των νομισμάτων, ενήργησαν κρυφά και με πλήρη επίγνωση ότι επιχειρούσαν δολίως να εξαπατήσουν το κοινό. Μόλις οι άνθρωποι ανακάλυπταν αυτά τα τεχνάσματα, τα νοθευμένα νομίσματα γίνονταν δεκτά με έκπτωση έναντι των παλαιότερων και καλύτερων νομισμάτων.
Οι κυβερνήσεις αντέδρασαν καταφεύγοντας στον εξαναγκασμό και στον καταναγκασμό. Κατέστησαν παράνομη τη διάκριση, στις εμπορικές συναλλαγές και στην εξόφληση αναβαλλόμενων πληρωμών, μεταξύ «καλού» και «κακού» χρήματος και επέβαλαν ανώτατες τιμές εκφρασμένες σε «κακό» χρήμα. Το αποτέλεσμα, όμως, δεν ήταν εκείνο που επιδίωκαν. Τα διατάγματά τους δεν κατόρθωσαν να ανακόψουν τη διαδικασία προσαρμογής των τιμών των εμπορευμάτων —εκφρασμένων στο νοθευμένο νόμισμα— προς την πραγματική κατάσταση της νομισματικής σχέσης. Επιπλέον, εμφανίστηκαν οι συνέπειες που περιγράφει ο νόμος του Gresham.
Mintage has long been a prerogative of the rulers of the country. However, this government activity had originally no objective other than the stamping and certifying of weights and measures. The authority’s stamp placed upon a piece of metal was supposed to certify its weight and fineness. When later princes resorted to substituting baser and cheaper metals for a part of the precious metals while retaining the customary face and name of the coins, they did it furtively and in full awareness of the fact that they were engaged in a fraudulent attempt to cheat the public. As soon as people found out these artifices, the debased coins were dealt with at a discount as against the old better ones. The governments reacted by resorting to compulsion and coercion. They made it illegal to discriminate in trade and in the settlement of deferred payments between “good” money and “bad” money and decreed maximum prices in terms of “bad” money. However, the result obtained was not that which the governments aimed at. Their decrees failed to stop the process which adjusted commodity prices (in terms of the debased currency) to the actual state of the money relation. Moreover, the effects appeared which Gresham’s Law describes.
Η ιστορία της κυβερνητικής παρέμβασης στο νόμισμα δεν αποτελεί, ωστόσο, απλώς χρονικό πρακτικών νόθευσης και αποτυχημένων προσπαθειών αποτροπής των αναπόφευκτων καταλλακτικών συνεπειών τους. Υπήρξαν κυβερνήσεις που δεν αντιμετώπιζαν το προνόμιο της νομισματοκοπίας ως μέσο εξαπάτησης εκείνου του μέρους του κοινού που εμπιστευόταν την εντιμότητα των κυβερνητών του και, λόγω άγνοιας, ήταν πρόθυμο να αποδεχθεί τα νοθευμένα νομίσματα στην ονομαστική τους αξία. Αυτές οι κυβερνήσεις θεωρούσαν την παραγωγή νομισμάτων όχι πηγή συγκαλυμμένου δημοσιονομικού κέρδους, αλλά δημόσια υπηρεσία που αποσκοπούσε στη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της αγοράς.
Αλλά ακόμη και αυτές οι κυβερνήσεις —από άγνοια και ερασιτεχνισμό— κατέφευγαν συχνά σε μέτρα που ισοδυναμούσαν με παρέμβαση στη διάρθρωση των τιμών, μολονότι δεν είχαν σχεδιαστεί σκόπιμα ως τέτοια. Επειδή δύο πολύτιμα μέταλλα χρησιμοποιούνταν παράλληλα ως χρήμα, οι αρχές πίστεψαν αφελώς ότι ήταν καθήκον τους να ενοποιήσουν το νομισματικό σύστημα θεσπίζοντας μια άκαμπτη σχέση ανταλλαγής μεταξύ χρυσού και αργύρου.
Το διμεταλλικό σύστημα αποδείχθηκε πλήρης αποτυχία. Δεν οδήγησε σε διμεταλλισμό αλλά σε εναλλασσόμενο νομισματικό κανόνα. Το μέταλλο το οποίο, σε σύγκριση με την εκάστοτε κατάσταση της κυμαινόμενης αγοραίας σχέσης ανταλλαγής μεταξύ χρυσού και αργύρου, ήταν υπερτιμημένο στη νομικά καθορισμένη σχέση κυριαρχούσε στην εγχώρια κυκλοφορία, ενώ το άλλο μέταλλο εξαφανιζόταν. Τελικά, οι κυβερνήσεις εγκατέλειψαν τις μάταιες προσπάθειές τους και αποδέχθηκαν τον μονομεταλλισμό.
Η πολιτική αγοράς αργύρου που ασκούσαν επί πολλές δεκαετίες οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αποτελούσε πλέον, στην πραγματικότητα, μέσο νομισματικής πολιτικής. Ήταν απλώς ένα σχέδιο αύξησης της τιμής του αργύρου προς όφελος των ιδιοκτητών των ορυχείων αργύρου, των εργαζομένων τους και των πολιτειών εντός των οποίων βρίσκονταν τα ορυχεία. Επρόκειτο για ανεπαρκώς συγκαλυμμένη επιδότηση. Η νομισματική σημασία της συνίστατο απλώς στο γεγονός ότι χρηματοδοτούνταν με την έκδοση πρόσθετων χαρτονομισμάτων δολαρίου, των οποίων η ιδιότητα ως νόμιμου μέσου πληρωμής δεν διέφερε ουσιωδώς από εκείνη των τραπεζογραμματίων του Ομοσπονδιακού Αποθεματικού Συστήματος, μολονότι έφεραν την πρακτικά άνευ σημασίας ένδειξη «Πιστοποιητικό Αργύρου».
The history of government interference with currency is, however, not merely a record of debasement practices and of abortive attempts to avoid their inescapable catallactic consequences. There were governments that did not look upon their mintage prerogative as a means of cheating that part of the public who placed confidence in their rulers’ integrity and who, out of ignorance, were ready to accept the debased coins at their face value. These governments considered the manufacturing of coins not as a source of surreptitious fiscal lucre but as a public service designed to safeguard a smooth functioning of the market. But even these governments—out of ignorance and dilettantism—often resorted to measures which were tantamount to interference with the price structure, although they were not deliberately planned as such. As two precious metals were used side by side as money, the authorities naively believed that it was their task to unify the currency system by decreeing a rigid exchange ratio between gold and silver. The bimetallic system proved a complete failure. It did not bring about bimetallism, but an alternating standard. That metal which, compared with the instantaneous state of the fluctuating market exchange rate between gold and silver, was overvalued in the legally fixed ratio, predominated in domestic circulation, while the other metal disappeared. Finally the governments abandoned their vain attempts and acquiesced to monometallism. The present silver purchase policy of the American Government is not seriously a device of monetary policy. It is merely a device for raising the price of silver for the benefit of the owners of silver mines, their employees, and the states within whose boundaries the mines are located. It is a hardly disguised subsidy. Its monetary significance consists exclusively in the fact that it is financed by issuing additional dollar notes whose legal tender quality does not differ essentially from that of the Federal Reserve notes, although they bear the practically meaningless imprint “Silver Certificate.”
Η οικονομική ιστορία παρέχει, ωστόσο, και παραδείγματα καλά σχεδιασμένων και επιτυχημένων νομισματικών πολιτικών εκ μέρους κυβερνήσεων των οποίων μοναδική πρόθεση ήταν να εξοπλίσουν τις χώρες τους με ένα ομαλά λειτουργούν νομισματικό σύστημα. Ο φιλελευθερισμός του laissez-faire δεν κατάργησε το παραδοσιακό κυβερνητικό προνόμιο της νομισματοκοπίας. Στα χέρια, όμως, φιλελεύθερων κυβερνήσεων ο χαρακτήρας αυτού του κρατικού μονοπωλίου μεταβλήθηκε πλήρως.
Οι ιδέες που το θεωρούσαν εργαλείο παρεμβατικής πολιτικής εγκαταλείφθηκαν. Δεν χρησιμοποιούνταν πλέον για δημοσιονομικούς σκοπούς ούτε για την ευνοϊκή μεταχείριση ορισμένων ομάδων του πληθυσμού εις βάρος άλλων. Οι νομισματικές δραστηριότητες της κυβέρνησης απέβλεπαν σε έναν μόνο σκοπό: να διευκολύνουν και να απλοποιούν τη χρήση του μέσου ανταλλαγής το οποίο η συμπεριφορά των ανθρώπων είχε καταστήσει χρήμα. Υπήρχε συμφωνία ότι το νομισματικό σύστημα ενός έθνους έπρεπε να είναι υγιές.
Η αρχή της νομισματικής υγείας σήμαινε ότι τα πρότυπα νομίσματα —εκείνα, δηλαδή, στα οποία οι νόμοι απέδιδαν απεριόριστη ισχύ νόμιμου μέσου πληρωμής— έπρεπε να αποτελούν δεόντως ελεγμένες και σφραγισμένες ράβδους πολύτιμου μετάλλου, νομισματοκοπημένες κατά τρόπο που να καθιστά εύκολη την ανίχνευση της περικοπής των άκρων, της φθοράς και της παραχάραξης. Στη σφραγίδα της κυβέρνησης δεν αποδιδόταν καμία άλλη λειτουργία πέρα από την πιστοποίηση του βάρους και της καθαρότητας του περιεχόμενου μετάλλου.
Τα νομίσματα που είχαν φθαρεί από τη χρήση ή είχαν με οποιονδήποτε άλλο τρόπο χάσει βάρος πέρα από τα πολύ στενά όρια της επιτρεπόμενης απόκλισης έχαναν την ιδιότητά τους ως νόμιμου μέσου πληρωμής· οι ίδιες οι αρχές τα απέσυραν από την κυκλοφορία και τα επανανομισματοκοπούσαν. Ο αποδέκτης ενός άθικτου νομίσματος δεν χρειαζόταν να καταφύγει στη ζυγαριά και στη δοκιμή με οξύ για να γνωρίζει το βάρος και την περιεκτικότητά του.
Από την άλλη πλευρά, τα άτομα είχαν το δικαίωμα να προσκομίζουν πολύτιμο μέταλλο στο νομισματοκοπείο και να το μετατρέπουν σε πρότυπα νομίσματα είτε δωρεάν είτε έναντι νομισματοκοπτικού δικαιώματος, το οποίο κατά κανόνα δεν υπερέβαινε το πραγματικό κόστος της διαδικασίας. Έτσι, τα διάφορα εθνικά νομίσματα μετατράπηκαν σε γνήσια χρυσά νομίσματα. Επιτεύχθηκε σταθερότητα στη σχέση ανταλλαγής μεταξύ του εγχώριου νόμιμου μέσου πληρωμής και εκείνων όλων των άλλων χωρών που είχαν υιοθετήσει τις ίδιες αρχές υγιούς χρήματος. Ο διεθνής κανόνας του χρυσού δημιουργήθηκε χωρίς διακρατικές συνθήκες και θεσμούς.
Yet economic history also provides instances of well-designed and successful monetary policies on the part of governments whose only intention was to equip their countries with a smoothly working currency system. Laissez-faire liberalism did not abolish the traditional government prerogative of mintage. But in the hands of the liberal governments the character of this state monopoly was completely altered. The ideas which considered it an instrument of interventionist policies were discarded. No longer was it used for fiscal purposes or for favoring some groups of the people at the expense of other groups. The government’s monetary activities aimed at one objective only: to facilitate and to simplify the use of the medium of exchange which the conduct of the people had made money. A nation’s currency system, it was agreed, should be sound. The principle of soundness meant that the standard coins—i.e., those to which unlimited legal tender power was assigned by the laws—should be properly assayed and stamped bars of bullion coined in such a way as to make the detection of clipping, abrasion, and counterfeiting easy. To the government’s stamp no function was attributed other than to certify the weight and the fineness of the metal contained. Pieces worn by usage or in any other way reduced in weight beyond the very narrow limits of tolerated allowance lost their legal tender quality; the authorities themselves withdrew such pieces from circulation and reminted them. For the receiver of an undefaced coin there was no need to resort to the scales and to the melting pot in order to know its weight and content. On the other hand, individuals were entitled to bring bullion to the mint and to have it transformed into standard coins either free of charge or against payment of a seigniorage generally not surpassing the actual expenses of the process. Thus the various national currencies became genuine gold currencies. Stability in the exchange ratio between the domestic legal tender and that of all other countries which had adopted the same principles of sound money was thus brought about. The international gold standard came into being without intergovernmental treaties and institutions.
Σε πολλές χώρες, η εμφάνιση του κανόνα του χρυσού πραγματοποιήθηκε μέσω της λειτουργίας του νόμου του Gresham. Ο ρόλος που διαδραμάτισε η κυβερνητική πολιτική σε αυτή τη διαδικασία στη Μεγάλη Βρετανία περιορίστηκε απλώς στην επικύρωση των αποτελεσμάτων που είχε επιφέρει η λειτουργία του νόμου του Gresham· μετέτρεψε μια de facto κατάσταση σε νομική κατάσταση.
Σε άλλες χώρες, οι κυβερνήσεις εγκατέλειψαν σκόπιμα τον διμεταλλισμό ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία η μεταβολή της αγοραίας σχέσης μεταξύ χρυσού και αργύρου θα είχε οδηγήσει στην αντικατάσταση του τότε επικρατούντος de facto χρυσού νομίσματος από ένα de facto αργυρό νόμισμα. Σε όλα αυτά τα έθνη, η επίσημη υιοθέτηση του κανόνα του χρυσού δεν απαιτούσε καμία άλλη συμβολή από τη διοίκηση και τη νομοθετική εξουσία πέρα από τη θέσπιση των αναγκαίων νόμων.
In many countries the emergence of the gold standard was effected by the operation of Gresham’s Law. The role that government policies played in the process in Great Britain consisted merely in ratifying the results brought about by the operation of Gresham’s Law; it transformed a de facto state of affairs into a legal state. In other countries the governments deliberately abandoned bimetallism just at the moment when the change in the market ratio between gold and silver would have brought about a substitution of a de facto silver currency for the then prevailing de facto gold currency. With all these nations the formal adoption of the gold standard required no other contribution on the part of the administration and the legislature than the enactment of laws.
Η κατάσταση ήταν διαφορετική στις χώρες που ήθελαν να αντικαταστήσουν ένα —de facto ή de jure— αργυρό ή χάρτινο νόμισμα με τον κανόνα του χρυσού. Όταν η Γερμανική Αυτοκρατορία, κατά τη δεκαετία του 1870, θέλησε να υιοθετήσει τον κανόνα του χρυσού, το νόμισμα του έθνους ήταν αργυρό. Δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει το σχέδιό της αντιγράφοντας απλώς τη διαδικασία εκείνων των χωρών στις οποίες η θέσπιση του κανόνα του χρυσού αποτελούσε απλώς επικύρωση της πραγματικής κατάστασης. Έπρεπε να αντικαταστήσει τα πρότυπα αργυρά νομίσματα που βρίσκονταν στα χέρια του κοινού με χρυσά νομίσματα. Επρόκειτο για χρονοβόρα και περίπλοκη χρηματοοικονομική διαδικασία, η οποία συνεπαγόταν τεράστιες κυβερνητικές αγορές χρυσού και πωλήσεις αργύρου. Παρόμοιες ήταν οι συνθήκες στις χώρες που αποσκοπούσαν στην αντικατάσταση του πιστωτικού χρήματος ή του χρήματος αναγκαστικής κυκλοφορίας με χρυσό.
It was different in those countries which wanted to substitute the gold standard for a—de facto or de jure—silver or paper currency. When the German Reich in the ’seventies of the nineteenth century wanted to adopt the gold standard, the nation’s currency was silver. It could not realize its plan by simply imitating the procedure of those countries in which the enactment of the gold standard was merely a ratification of the actual state of affairs. It had to exchange the silver standard coins in the hands of the public against gold coins. This was a time-absorbing and complicated financial operation involving vast government purchases of gold and sales of silver. Conditions were similar in those countries which aimed at the substitution of gold for credit money or fiat money.
Είναι σημαντικό να κατανοηθούν αυτά τα γεγονότα, επειδή καταδεικνύουν τη διαφορά μεταξύ των συνθηκών που επικρατούσαν κατά τη φιλελεύθερη εποχή και εκείνων που επικρατούν σήμερα, στην εποχή του παρεμβατισμού.
It is important to realize these facts because they illustrate the difference between conditions as they prevailed in the liberal age and those prevailing today in the age of interventionism.
2. Η παρεμβατική πτυχή της νομοθεσίας περί νόμιμου μέσου πληρωμής
↗ στη σελίδα του βιβλίου2. The Interventionist Aspect of Legal Tender Legislation
Η απλούστερη και παλαιότερη μορφή νομισματικού παρεμβατισμού είναι η νόθευση των νομισμάτων ή η μείωση του βάρους ή του μεγέθους τους με σκοπό την ελάφρυνση των χρεών. Η αρχή αποδίδει στις φθηνότερες νομισματικές μονάδες την πλήρη ισχύ νόμιμου μέσου πληρωμής που αποδιδόταν προηγουμένως στις καλύτερες μονάδες. Όλες οι αναβαλλόμενες πληρωμές μπορούν νομίμως να εξοφληθούν με την καταβολή του οφειλόμενου ποσού στα ευτελέστερα νομίσματα, σύμφωνα με την ονομαστική τους αξία. Οι οφειλέτες ευνοούνται εις βάρος των πιστωτών.
Ταυτόχρονα, όμως, οι μελλοντικές πιστωτικές συναλλαγές καθίστανται επαχθέστερες για τους οφειλέτες. Εμφανίζεται τάση ανόδου των ακαθάριστων αγοραίων επιτοκίων, καθώς τα μέρη λαμβάνουν υπόψη την πιθανότητα επανάληψης τέτοιων μέτρων ελάφρυνσης των χρεών. Ενώ η ελάφρυνση των χρεών βελτιώνει τη θέση όσων ήταν ήδη χρεωμένοι κατά τον χρόνο εφαρμογής της, επιδεινώνει τη θέση όσων επιθυμούν ή είναι υποχρεωμένοι να συνάψουν νέα χρέη.
Έχει εφαρμοστεί επίσης, αν και σπάνια, το αντίθετο της ελάφρυνσης των χρεών: η επιβάρυνση των χρεών μέσω νομισματικών μέτρων. Ποτέ, όμως, δεν σχεδιάστηκε σκόπιμα ως μέσο ευνοϊκής μεταχείρισης των πιστωτών εις βάρος των οφειλετών. Όποτε πραγματοποιήθηκε, αποτέλεσε ακούσια συνέπεια νομισματικών μεταβολών που θεωρήθηκαν επιτακτικές από άλλες απόψεις.
The simplest and oldest variety of monetary interventionism is debasement of coins or diminution of their weight or size for the sake of debt abatement. The authority assigns to the cheaper currency full legal tender power. All deferred payments can be legally discharged by payment of the amount due in the meaner coins according to their face value. Debtors are favored at the expense of creditors. But at the same time future credit transactions are made more onerous for debtors. A tendency for gross market rates of interest to rise ensues as the parties take into account the chances for a repetition of such measures of debt abatement. While debt abatement improves the conditions of those who were already indebted at the moment, it impairs the position of those eager or obliged to contract new debts.
Καταφεύγοντας σε τέτοιες νομισματικές μεταβολές, οι κυβερνήσεις αποδέχονταν τις συνέπειές τους για τις αναβαλλόμενες πληρωμές είτε επειδή θεωρούσαν τα μέτρα αναπόφευκτα είτε επειδή υπέθεταν ότι οι πιστωτές και οι οφειλέτες, κατά τον καθορισμό των συμβατικών όρων, είχαν ήδη προβλέψει αυτές τις μεταβολές και τις είχαν λάβει δεόντως υπόψη.
Τα καλύτερα παραδείγματα παρέχουν οι εξελίξεις στη Μεγάλη Βρετανία μετά τους Ναπολεόντειους Πολέμους και, εκ νέου, μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Και στις δύο περιπτώσεις, η Μεγάλη Βρετανία επέστρεψε, κάποιο διάστημα μετά τη λήξη των εχθροπραξιών και μέσω αποπληθωριστικής πολιτικής, στην προπολεμική χρυσή ισοτιμία της στερλίνας.
Απορρίφθηκε η ιδέα της αντικατάστασης του πολεμικού κανόνα πιστωτικού χρήματος από τον κανόνα του χρυσού μέσω της αποδοχής της ήδη συντελεσμένης μεταβολής στην αγοραία σχέση ανταλλαγής μεταξύ της στερλίνας και του χρυσού και της υιοθέτησης αυτής της σχέσης ως νέας νόμιμης ισοτιμίας. Αυτή η δεύτερη εναλλακτική αντιμετωπίστηκε με περιφρόνηση ως μορφή εθνικής χρεοκοπίας, μερική αποκήρυξη του δημόσιου χρέους και κακόβουλη προσβολή των δικαιωμάτων όλων εκείνων των οποίων οι απαιτήσεις είχαν δημιουργηθεί κατά την περίοδο πριν από την αναστολή της άνευ όρων μετατρεψιμότητας των τραπεζογραμματίων της Τράπεζας της Αγγλίας.
Οι άνθρωποι τελούσαν υπό την ψευδαίσθηση ότι τα δεινά που είχε προκαλέσει ο πληθωρισμός μπορούσαν να θεραπευτούν μέσω ενός μεταγενέστερου αποπληθωρισμού. Ωστόσο, η επιστροφή στην προπολεμική χρυσή ισοτιμία δεν μπορούσε να αποζημιώσει τους πιστωτές για τη ζημία που είχαν υποστεί, στον βαθμό που οι οφειλέτες είχαν εξοφλήσει τα παλαιά τους χρέη κατά την περίοδο της νομισματικής υποτίμησης. Επιπλέον, αποτέλεσε όφελος για όλους όσοι είχαν δανείσει κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου και πλήγμα για όλους όσοι είχαν δανειστεί.
Οι πολιτικοί, όμως, που ήταν υπεύθυνοι για την αποπληθωριστική πολιτική δεν αντιλαμβάνονταν τη σημασία των ενεργειών τους. Απέτυχαν να διακρίνουν συνέπειες οι οποίες ήταν ανεπιθύμητες ακόμη και από τη δική τους σκοπιά· και, αν τις είχαν αναγνωρίσει εγκαίρως, δεν θα γνώριζαν πώς να τις αποφύγουν. Η διαχείρισή τους ευνόησε πράγματι τους πιστωτές εις βάρος των οφειλετών και ιδίως τους κατόχους κρατικών ομολογιών εις βάρος των φορολογουμένων. Κατά τη δεκαετία του 1820 επιδείνωσε σοβαρά τη δυσχερή θέση της βρετανικής γεωργίας και, εκατό χρόνια αργότερα, τη θέση του βρετανικού εξαγωγικού εμπορίου.
Παρ’ όλα αυτά, θα ήταν εσφαλμένο να χαρακτηριστούν αυτές οι δύο βρετανικές νομισματικές μεταρρυθμίσεις ως ολοκλήρωση ενός παρεμβατισμού που αποσκοπούσε σκόπιμα στην επιβάρυνση των χρεών. Η επιβάρυνση των χρεών ήταν απλώς ακούσια συνέπεια μιας πολιτικής που επιδίωκε άλλους σκοπούς.
Όποτε εφαρμόζεται η ελάφρυνση των χρεών, οι εμπνευστές της διαμαρτύρονται ότι το μέτρο δεν πρόκειται ποτέ να επαναληφθεί. Τονίζουν ότι έκτακτες συνθήκες, οι οποίες δεν θα παρουσιαστούν ποτέ ξανά, δημιούργησαν μια κατάσταση ανάγκης που καθιστά απαραίτητη την προσφυγή σε επιβλαβή μέσα, τα οποία θα ήταν απολύτως κατακριτέα υπό οποιεσδήποτε άλλες περιστάσεις. «Μία φορά και ποτέ ξανά», διακηρύσσουν.
Είναι εύκολο να κατανοηθεί γιατί οι εμπνευστές και οι υποστηρικτές της ελάφρυνσης των χρεών είναι υποχρεωμένοι να δίνουν τέτοιες υποσχέσεις. Αν η πλήρης ή μερική ακύρωση των απαιτήσεων των πιστωτών καταστεί πάγια πολιτική, ο χρηματικός δανεισμός θα παύσει ολοκληρωτικά. Η συμφωνία για αναβαλλόμενες πληρωμές εξαρτάται από την προσδοκία ότι δεν θα διαταχθεί τέτοια ακύρωση.
The antitype of debt abatement—debt aggravation through monetary measures—has also been practiced, though rarely. However, it has never deliberately been planned as a device to favor the creditors at the expense of the debtors. Whenever it came to pass, it was the unintentional effect of monetary changes considered as peremptory from other points of view. In resorting to such monetary changes governments put up with their effects upon deferred payments either because they considered the measures unavoidable or because they assumed that creditors and debtors, in determining the terms of the contract, had already foreseen these changes and duly taken them into account. The best examples are provided by British events after the Napoleonic wars and again after the first World War. In both instances Great Britain some time after the end of hostilities returned, by means of a deflationary policy, to the prewar gold parity of the pound sterling. The idea of engineering the substitution of the gold standard for the war-time credit-money standard by acquiescing in the change in the market exchange ratio between the pound and gold, which had already taken place, and of adopting this ratio as the new legal parity, was rejected. This second alternative was scorned as a kind of national bankruptcy, as a partial repudiation of the public debt, and as a malicious infringement upon the rights of all those whose claims had originated in the period preceding the suspension of the unconditional convertibility of the banknotes of the Bank of England. People labored under the delusion that the evils caused by inflation could be cured by a subsequent deflation. Yet the return to the prewar gold parity could not indemnify the creditors for the damage they had suffered as far as the debtors had repaid their old debts during the period of money depreciation. Moreover, it was a boon to all those who had lent during this period and a blow to all those who had borrowed. But the statesmen who were responsible for the deflationary policy were not aware of the import of their action. They failed to see consequences which were, even in their eyes, undesirable, and if they had recognized them in time, they would not have known how to avoid them. Their conduct of affairs really favored the creditors at the expense of the debtors, especially the holders of the government bonds at the expense of the taxpayers. In the ’twenties of the nineteenth century it aggravated seriously the distress of British agriculture and a hundred years later the plight of British export trade. Nonetheless, it would be a mistake to call these two British monetary reforms the consummation of an interventionism intentionally aiming at debt aggravation. Debt aggravation was merely an attending phenomenon of a policy aiming at other ends. Whenever debt abatement is resorted to, its authors protest that the measure will never be repeated. They emphasize that extraordinary conditions which will never again present themselves have created an emergency which makes indispensable recourse to noxious devices, absolutely reprehensible under any other circumstances. Once and never again, they declare. It is easy to conceive why the authors and supporters of debt abatement are compelled to make such promises. If total or partial nullification of the creditors’ claims becomes a regular policy, lending of money will stop altogether. The stipulation of deferred payments depends on the expectation that no such nullification will be decreed.
Επομένως, δεν είναι θεμιτό να θεωρείται η ελάφρυνση των χρεών εργαλείο ενός συστήματος οικονομικής πολιτικής που θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως εναλλακτική λύση προς οποιοδήποτε άλλο σύστημα μόνιμης οικονομικής οργάνωσης της κοινωνίας. Δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση εργαλείο εποικοδομητικής δράσης. Είναι μια βόμβα που καταστρέφει και δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο πέρα από το να καταστρέφει. Αν χρησιμοποιηθεί μόνο μία φορά, είναι ακόμη δυνατή η ανασυγκρότηση του κλονισμένου πιστωτικού συστήματος. Αν, όμως, τα πλήγματα επαναληφθούν, το αποτέλεσμα είναι η ολοκληρωτική καταστροφή.
It is therefore not permissible to look upon debt abatement as a device of a system of economic policies which could be considered as an alternative to any other system of society’s permanent economic organization. It is by no means a tool of constructive action. It is a bomb that destroys and can do nothing but destroy. If it is applied only once, a reconstruction of the shattered credit system is still possible. But if the blows are repeated, total destruction results.
Δεν είναι ορθό να εξετάζονται ο πληθωρισμός και ο αποπληθωρισμός αποκλειστικά από τη σκοπιά των συνεπειών τους για τις αναβαλλόμενες πληρωμές. Έχει ήδη καταδειχθεί ότι οι προκαλούμενες από το χρήμα μεταβολές της αγοραστικής δύναμης δεν επηρεάζουν τις τιμές των διαφόρων εμπορευμάτων και υπηρεσιών ταυτόχρονα και στον ίδιο βαθμό, καθώς και ποιον ρόλο διαδραματίζει στην αγορά αυτή η ανομοιομορφία.1
Αν, όμως, κάποιος εξετάζει τον πληθωρισμό και τον αποπληθωρισμό ως μέσα αναδιάταξης των σχέσεων μεταξύ πιστωτών και οφειλετών, δεν μπορεί να μην αντιληφθεί ότι οι σκοποί τους οποίους επιδιώκει η κυβέρνηση μέσω αυτών επιτυγχάνονται μόνο σε εξαιρετικά ατελή βαθμό και ότι, επιπλέον, εμφανίζονται συνέπειες που είναι, από τη σκοπιά της κυβέρνησης, εξαιρετικά μη ικανοποιητικές. Όπως συμβαίνει με κάθε άλλη μορφή κυβερνητικής παρέμβασης στη διάρθρωση των τιμών, τα επιτυγχανόμενα αποτελέσματα όχι μόνο αντιβαίνουν στις προθέσεις της κυβέρνησης αλλά δημιουργούν μια κατάσταση η οποία, κατά την κρίση της ίδιας της κυβέρνησης, είναι περισσότερο ανεπιθύμητη από τις συνθήκες της ανεμπόδιστης αγοράς.
It is not correct to look upon inflation and deflation exclusively from the point of view of their effects upon deferred payments. It has been shown that cash-induced changes in purchasing power do not affect the prices of the various commodities and services at the same time and to the same extent, and what role this unevenness plays in the market.[1] But if one regards inflation and deflation as means of rearranging the relations between creditors and debtors, one cannot fail to realize that the ends sought by the government resorting to them are attained only in a very imperfect degree and that, besides, consequences appear which, from the government’s point of view, are highly unsatisfactory. As is the case with every other variety of government interference with the price structure, the results obtained not only are contrary to the intentions of the government but produce a state of affairs which, in the opinion of the government, is more undesirable than conditions on the unhampered market.
Στον βαθμό που μια κυβέρνηση καταφεύγει στον πληθωρισμό για να ευνοήσει τους οφειλέτες εις βάρος των πιστωτών, επιτυγχάνει τον σκοπό της μόνο ως προς εκείνες τις αναβαλλόμενες πληρωμές που είχαν συμφωνηθεί προηγουμένως. Ο πληθωρισμός δεν καθιστά φθηνότερη τη σύναψη νέων δανείων· αντιθέτως, την καθιστά ακριβότερη λόγω της εμφάνισης θετικού τιμολογιακού υπερτιμήματος. Αν ο πληθωρισμός οδηγηθεί στις έσχατες συνέπειές του, παύει ολοκληρωτικά κάθε σύναψη συμφωνιών για αναβαλλόμενες πληρωμές εκφρασμένες στο πληθωριστικό νόμισμα.
As far as a government resorts to inflation in order to favor the debtors at the expense of the creditors, it succeeds only with regard to those deferred payments which were stipulated before. Inflation does not make it cheaper to contract new loans; it makes it, on the contrary, more expensive by the appearance of a positive price premium. If inflation is pushed to its ultimate consequences, it makes any stipulation of deferred payments in terms of the inflated currency cease altogether.
3. Η εξέλιξη των σύγχρονων μεθόδων νομισματικής χειραγώγησης
↗ στη σελίδα του βιβλίου3. The Evolution of Modern Methods of Currency Manipulation
Ένα μεταλλικό νόμισμα δεν υπόκειται σε κυβερνητική χειραγώγηση. Βεβαίως, η κυβέρνηση έχει την εξουσία να θεσπίζει νόμους περί νόμιμου μέσου πληρωμής. Τότε, όμως, η λειτουργία του νόμου του Gresham επιφέρει αποτελέσματα που ενδέχεται να ματαιώσουν τους σκοπούς της κυβέρνησης. Από αυτή τη σκοπιά, ο μεταλλικός κανόνας εμφανίζεται ως εμπόδιο σε όλες τις προσπάθειες παρέμβασης στα φαινόμενα της αγοράς μέσω νομισματικών πολιτικών.
A metallic currency is not subject to government manipulation. Of course, the government has the power to enact legal tender laws. But then the operation of Gresham’s Law brings about results which may frustrate the aims sought by the government. Seen from this point of view, a metallic standard appears as an obstacle to all attempts to interfere with the market phenomena by monetary policies.
Κατά την εξέταση της εξέλιξης που έδωσε στις κυβερνήσεις την εξουσία να χειραγωγούν τα εθνικά νομισματικά τους συστήματα, πρέπει να αρχίσουμε αναφέροντας μία από τις σοβαρότερες ανεπάρκειες των κλασικών οικονομολόγων. Τόσο ο Adam Smith όσο και ο David Ricardo θεωρούσαν σπατάλη το κόστος που συνεπαγόταν η διατήρηση ενός μεταλλικού νομίσματος. Κατά την άποψή τους, η αντικατάσταση του μεταλλικού χρήματος από χαρτονόμισμα θα καθιστούσε δυνατή τη χρησιμοποίηση του κεφαλαίου και της εργασίας που απαιτούνταν για την παραγωγή της αναγκαίας για νομισματικούς σκοπούς ποσότητας χρυσού και αργύρου στην παραγωγή αγαθών ικανών να ικανοποιήσουν άμεσα ανθρώπινες ανάγκες.
Με αφετηρία αυτή την παραδοχή, ο Ricardo επεξεργάστηκε τις περίφημες Proposals for an Economical and Secure Currency, οι οποίες δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά το 1816. Το σχέδιο του Ricardo περιέπεσε στη λήθη. Μόνο πολλές δεκαετίες μετά τον θάνατό του υιοθέτησαν αρκετές χώρες τις βασικές αρχές του, υπό την ονομασία «κανόνας χρυσού συναλλάγματος», με σκοπό να μειώσουν την υποτιθέμενη σπατάλη που συνεπαγόταν η λειτουργία του κανόνα του χρυσού, ο οποίος σήμερα αποδοκιμάζεται ως «κλασικός» ή «ορθόδοξος».
In examining the evolution which gave governments the power to manipulate their national currency systems, we must begin by mentioning one of the most serious shortcomings of the classical economists. Both Adam Smith and David Ricardo looked upon the costs involved in the preservation of a metallic currency as a waste. As they saw it, the substitution of paper money for metallic money would make it possible to employ capital and labor, required for the production of the quantity of gold and silver needed for monetary purposes, for the production of goods which could directly satisfy human wants. Starting from this assumption, Ricardo elaborated his famous Proposals for an Economical and Secure Currency, first published in 1816. Ricardo’s plan fell into oblivion. It was not until many decades after his death that several countries adopted its basic principles under the label gold exchange standard in order to reduce the alleged waste involved in the operation of the gold standard nowadays decried as “classical” or “orthodox.”
Υπό τον κλασικό κανόνα του χρυσού, μέρος των χρηματικών υπολοίπων των ατόμων αποτελείται από χρυσά νομίσματα. Υπό τον κανόνα χρυσού συναλλάγματος, τα χρηματικά υπόλοιπα των ατόμων αποτελούνται εξ ολοκλήρου από χρηματικά υποκατάστατα. Αυτά τα χρηματικά υποκατάστατα είναι μετατρέψιμα, στη νόμιμη ισοτιμία, σε χρυσό ή σε ξένο συνάλλαγμα χωρών που λειτουργούν υπό τον κανόνα του χρυσού ή τον κανόνα χρυσού συναλλάγματος. Η διάρθρωση, όμως, των νομισματικών και τραπεζικών θεσμών αποσκοπεί στο να εμποδίζει το κοινό να αποσύρει χρυσό από την Κεντρική Τράπεζα για τη διατήρηση εγχώριων χρηματικών υπολοίπων. Πρωταρχικός σκοπός της μετατρεψιμότητας είναι η διασφάλιση της σταθερότητας των συναλλαγματικών ισοτιμιών.
Under the classical gold standard a part of the cash holdings of individuals consists in gold coins. Under the gold exchange standard the cash holdings of individuals consist entirely in money-substitutes. These money-substitutes are redeemable at the legal par in gold or foreign exchange of countries under the gold standard or the gold exchange standard. But the arrangement of monetary and banking institutions aims at preventing the public from withdrawing gold from the Central Bank for domestic cash holdings. The first objective of redemption is to secure the stability of foreign exchange rates.
Κατά την εξέταση των προβλημάτων του κανόνα χρυσού συναλλάγματος, όλοι οι οικονομολόγοι —συμπεριλαμβανομένου του συγγραφέα του παρόντος βιβλίου— απέτυχαν να αντιληφθούν ότι αυτός θέτει στα χέρια των κυβερνήσεων την εξουσία να χειραγωγούν με ευκολία τα νομισματικά συστήματα των χωρών τους. Οι οικονομολόγοι υπέθεταν αμέριμνα ότι καμία κυβέρνηση πολιτισμένου έθνους δεν θα χρησιμοποιούσε σκόπιμα τον κανόνα χρυσού συναλλάγματος ως εργαλείο πληθωριστικής πολιτικής.
Βεβαίως, δεν πρέπει να υπερβάλλεται ο ρόλος που διαδραμάτισε ο κανόνας χρυσού συναλλάγματος στα πληθωριστικά εγχειρήματα των τελευταίων δεκαετιών. Ο κύριος παράγοντας ήταν η φιλοπληθωριστική ιδεολογία. Ο κανόνας χρυσού συναλλάγματος αποτέλεσε απλώς πρόσφορο όχημα για την πραγματοποίηση των πληθωριστικών σχεδίων. Η απουσία του δεν εμπόδισε την υιοθέτηση πληθωριστικών μέτρων.
Το 1933 οι Ηνωμένες Πολιτείες λειτουργούσαν, σε γενικές γραμμές, ακόμη υπό τον κλασικό κανόνα του χρυσού. Το γεγονός αυτό δεν ανέκοψε τον πληθωρισμό του New Deal. Με μία κίνηση —μέσω της δήμευσης των αποθεμάτων χρυσού των πολιτών τους— οι Ηνωμένες Πολιτείες κατάργησαν τον κλασικό κανόνα του χρυσού και υποτίμησαν το δολάριο έναντι του χρυσού.
In dealing with the problems of the gold exchange standard all economists—including the author of this book—failed to realize the fact that it places in the hands of governments the power to manipulate their nations’ currency easily. Economists blithely assumed that no government of a civilized nation would use the gold exchange standard intentionally as an instrument of inflationary policy. Of course, one must not exaggerate the role that the gold exchange standard played in the inflationary ventures of the last decades. The main factor was the proinflationary ideology. The gold exchange standard was merely a convenient vehicle for the realization of the inflationary plans. Its absence did not hinder the adoption of inflationary measures. The United States was in 1933 by and large still under the classical gold standard. This fact did not stop the New Deal’s inflationism. The United States at one stroke—by confiscating its citizens’ gold holdings —abolished the classical gold standard and devalued the dollar against gold.
Η νέα παραλλαγή του κανόνα χρυσού συναλλάγματος, όπως αναπτύχθηκε κατά τα έτη μεταξύ του Πρώτου και του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, μπορεί να αποκληθεί ευέλικτος κανόνας χρυσού συναλλάγματος ή, χάριν συντομίας, ευέλικτος κανόνας. Υπό αυτό το σύστημα, η Κεντρική Τράπεζα ή το Ταμείο Εξισορρόπησης Συναλλάγματος —ή όπως αλλιώς ονομάζεται ο αντίστοιχος κρατικός θεσμός— ανταλλάσσει ελεύθερα τα χρηματικά υποκατάστατα που αποτελούν το εθνικό νόμιμο μέσο πληρωμής είτε με χρυσό είτε με ξένο συνάλλαγμα και αντιστρόφως.
Η σχέση με την οποία πραγματοποιούνται αυτές οι συναλλαγές δεν είναι αμετάβλητα καθορισμένη, αλλά υπόκειται σε μεταβολές. Η ισοτιμία είναι ευέλικτη, όπως λέγεται. Αυτή η ευελιξία, όμως, είναι σχεδόν πάντοτε καθοδική. Οι αρχές χρησιμοποίησαν την εξουσία τους για να μειώσουν την ισοδυναμία του εθνικού νομίσματος σε όρους χρυσού και σε όρους εκείνων των ξένων νομισμάτων των οποίων η ισοδυναμία έναντι του χρυσού δεν είχε μειωθεί· δεν τόλμησαν ποτέ να την αυξήσουν.
Αν αυξανόταν η ισοτιμία έναντι του νομίσματος κάποιου άλλου έθνους, η μεταβολή αποτελούσε απλώς ολοκλήρωση μιας μείωσης που είχε ήδη επέλθει στην ισοδυναμία εκείνου του άλλου νομίσματος, εκφρασμένη σε χρυσό ή στα νομίσματα άλλων εθνών που είχαν παραμείνει αμετάβλητα. Σκοπός της ήταν να εναρμονίσει την αποτίμηση αυτού του συγκεκριμένου ξένου νομίσματος με την αποτίμηση του χρυσού και των νομισμάτων άλλων ξένων εθνών.
The new variety of the gold exchange standard as it developed in the years between the first and the second World Wars may be called the flexible gold exchange standard or, for the sake of simplicity, the flexible standard. Under this system the Central Bank or the Foreign Exchange Equalization Account (or whatever the name of the equivalent governmental institution may be) freely exchanges the money-substitutes which are the country’s national legal tender either against gold or against foreign exchange, and vice versa. The ratio at which these exchange deals are transacted is not invariably fixed, but subject to changes. The parity is flexible, as people say. This flexibility, however, is practically always a downward flexibility. The authorities used their power to lower the equivalence of the national currency in terms of gold and of those foreign currencies whose equivalence against gold did not drop; they never ventured to raise it. If the parity against another nation’s currency was raised, the change was only the consummation of a drop that had occurred in that other currency’s equivalence (in terms of gold or of other nations’ currencies which had remained unchanged). Its aim was to bring the appraisal of this definite foreign currency into agreement with the appraisal of gold and the currencies of other foreign nations.
Αν η καθοδική μεταβολή της ισοτιμίας είναι ιδιαίτερα αισθητή, αποκαλείται υποτίμηση. Αν η μεταβολή της ισοτιμίας δεν είναι τόσο μεγάλη, οι συντάκτες των χρηματοοικονομικών εκθέσεων την περιγράφουν ως εξασθένηση της διεθνούς αποτίμησης του σχετικού νομίσματος.2 Και στις δύο περιπτώσεις συνηθίζεται να γίνεται αναφορά στο γεγονός με τη διατύπωση ότι η σχετική χώρα αύξησε την τιμή του χρυσού.
If the downward jump of the parity is very conspicuous, it is called a devaluation. If the alteration of the parity is not so great, editors of financial reports describe it as a weakening in the international appraisal of the currency concerned.[2] In both cases it is usual to refer to the event by declaring that the country concerned has raised the price of gold.
Ο χαρακτηρισμός του ευέλικτου κανόνα από καταλλακτική σκοπιά δεν πρέπει να συγχέεται με την περιγραφή του από νομική σκοπιά. Οι καταλλακτικές πτυχές του ζητήματος δεν επηρεάζονται από τα σχετικά συνταγματικά προβλήματα. Είναι αδιάφορο αν η εξουσία μεταβολής της ισοτιμίας ανήκει στη νομοθετική ή στην εκτελεστική εξουσία της κυβέρνησης. Είναι επίσης αδιάφορο αν η εξουσιοδότηση που παρέχεται στη διοίκηση είναι απεριόριστη ή αν —όπως συνέβαινε στις Ηνωμένες Πολιτείες υπό τη νομοθεσία του New Deal— περιορίζεται από ένα κατώτατο σημείο πέρα από το οποίο οι κρατικοί λειτουργοί δεν είναι ελεύθεροι να προβούν σε περαιτέρω υποτίμηση.
Εκείνο μόνο που έχει σημασία για την οικονομική πραγμάτευση του ζητήματος είναι ότι η αρχή των ευέλικτων ισοτιμιών αντικατέστησε την αρχή της άκαμπτης ισοτιμίας. Όποια και αν είναι η συνταγματική κατάσταση, καμία κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να προβεί στην «αύξηση της τιμής του χρυσού» αν η κοινή γνώμη αντιτασσόταν σε μια τέτοια χειραγώγηση. Αν, από την άλλη πλευρά, η κοινή γνώμη ευνοεί μια τέτοια ενέργεια, κανένας νομικός τεχνικός περιορισμός δεν μπορεί να την ανακόψει πλήρως ή ακόμη και να την καθυστερήσει για σύντομο χρονικό διάστημα.
Όσα συνέβησαν στη Μεγάλη Βρετανία το 1931, στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1933 και στη Γαλλία και την Ελβετία το 1936 καταδεικνύουν σαφώς ότι ο μηχανισμός της αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης μπορεί να λειτουργήσει με τη μέγιστη ταχύτητα, αν η κοινή γνώμη υιοθετεί την άποψη των αποκαλούμενων ειδικών σχετικά με τη σκοπιμότητα και την αναγκαιότητα της υποτίμησης ενός νομίσματος.
The characterization of the flexible standard from the catallactic point of view must not be confused with its description from the legal point of view. The catallactic aspects of the issue are not affected by the constitutional problems involved. It is immaterial whether the power to alter the parity is vested in the legislative or in the administrative branch of the government. It is immaterial whether the authorization given to the administration is unlimited or, as was the case in the United States under New Deal legislation, limited by a terminal point beyond which the officers are not free to devalue further. What counts alone for the economic treatment of the matter is that the principle of flexible parities has been substituted for the principle of the rigid parity. Whatever the constitutional state of affairs may be, no government could embark upon “raising the price of gold” if public opinion were opposed to such a manipulation. If, on the other hand, public opinion favors such a step, no legal technicalities could check it altogether or even delay it for a short time. What happened in Great Britain in 1931, in the United States in 1933, and in France and Switzerland in 1936 clearly shows that the apparatus of representative government is able to work with the utmost speed if public opinion endorses the so-called experts’ opinion concerning the expediency and necessity of a currency’s devaluation.
Ένας από τους κύριους σκοπούς της νομισματικής υποτίμησης — είτε μεγάλης είτε μικρής κλίμακας— είναι, όπως θα καταδειχθεί στην επόμενη ενότητα, η αναδιάταξη των συνθηκών του εξωτερικού εμπορίου. Αυτές οι επιδράσεις στο εξωτερικό εμπόριο καθιστούν αδύνατο για ένα μικρό έθνος να ακολουθήσει τη δική του πορεία στη νομισματική χειραγώγηση, ανεξάρτητα από όσα πράττουν οι χώρες με τις οποίες διατηρεί τις στενότερες εμπορικές σχέσεις.
Τέτοια έθνη είναι αναγκασμένα να ακολουθούν τη νομισματική πολιτική μιας ξένης χώρας. Όσον αφορά τη νομισματική πολιτική, μετατρέπονται οικειοθελώς σε δορυφόρους μιας ξένης δύναμης. Διατηρώντας άκαμπτη την ισοτιμία του δικού τους νομίσματος έναντι του νομίσματος μιας νομισματικά «επικυρίαρχης χώρας», ακολουθούν όλες τις μεταβολές που επιφέρει η «επικυρίαρχη χώρα» στην ισοτιμία του δικού της νομίσματος έναντι του χρυσού και των νομισμάτων των άλλων εθνών. Προσχωρούν σε ένα νομισματικό συνασπισμό και εντάσσουν τη χώρα τους σε μια νομισματική περιοχή. Ο περισσότερο συζητημένος τέτοιος συνασπισμός ή περιοχή είναι ο συνασπισμός ή η περιοχή της στερλίνας.
One of the main objectives of currency devaluation—whether largescale or small-scale—is, as will be shown in the next section, to rearrange foreign trade conditions. These effects upon foreign trade make it impossible for a small nation to take its own course in currency manipulation irrespective of what those countries are doing with whom its trade relations are closest. Such nations are forced to follow in the wake of a foreign country’s monetary policies. As far as monetary policy is concerned they voluntarily become satellites of a foreign power. By keeping their own country’s currency rigidly at par against the currency of a monetary “suzerain-country,” they follow all the alterations which the “suzerain” brings about in its own currency’s parity against gold and the other nation’s currencies. They join a monetary bloc and integrate their country into a monetary area. The most talked about bloc or area is the sterling bloc or area.
Ο ευέλικτος κανόνας δεν πρέπει να συγχέεται με τις συνθήκες που επικρατούν στις χώρες στις οποίες η κυβέρνηση έχει απλώς διακηρύξει μια επίσημη ισοτιμία του εγχώριου νομίσματος έναντι του χρυσού και του ξένου συναλλάγματος, χωρίς να καθιστά αυτή την ισοτιμία πραγματικά ισχύουσα. Χαρακτηριστικό γνώρισμα του ευέλικτου κανόνα είναι ότι οποιαδήποτε ποσότητα εγχώριων χρηματικών υποκατάστατων μπορεί πράγματι να ανταλλαγεί, στην επιλεγμένη ισοτιμία, με χρυσό ή ξένο συνάλλαγμα και αντιστρόφως.
Στην ισοτιμία αυτή, η Κεντρική Τράπεζα —ή όπως αλλιώς ονομάζεται η κρατική υπηρεσία στην οποία έχει ανατεθεί το σχετικό καθήκον— αγοράζει και πωλεί οποιαδήποτε ποσότητα εγχώριου νομίσματος και ξένου νομίσματος τουλάχιστον μίας από τις χώρες που λειτουργούν είτε υπό τον κανόνα του χρυσού είτε υπό τον ευέλικτο κανόνα. Τα εγχώρια τραπεζογραμμάτια είναι πράγματι μετατρέψιμα.
The flexible standard must not be confused with conditions in those countries in which the government has merely proclaimed an official parity of its domestic currency against gold and foreign exchange without making this parity effective. The characteristic feature of the flexible standard is that any amount of domestic money-substitutes can in fact be freely exchanged at the parity chosen against gold or foreign exchange, and vice versa. At this parity the Central Bank (or whatever the name of the government agency entrusted with the task may be) freely buys and sells any amount of domestic currency and of foreign currency of at least one of those countries which themselves are either under the gold standard or under the flexible standard. The domestic banknotes are really redeemable.
Αν απουσιάζει αυτό το ουσιώδες γνώρισμα του ευέλικτου κανόνα, τα διατάγματα που διακηρύσσουν μια συγκεκριμένη ισοτιμία έχουν εντελώς διαφορετικό νόημα και επιφέρουν εντελώς διαφορετικές συνέπειες.3
In the absence of this essential feature of the flexible standard, decrees proclaiming a definite parity have a quite different meaning and bring about quite different effects.[3]
4. Οι σκοποί της νομισματικής υποτίμησης
↗ στη σελίδα του βιβλίου4. The Objectives of Currency Devaluation
Ο ευέλικτος νομισματικός κανόνας αποτελεί εργαλείο για τη μεθοδευμένη πρόκληση πληθωρισμού. Ο μοναδικός λόγος για τον οποίο υιοθετήθηκε ήταν να καταστήσει τεχνικά όσο το δυνατόν απλούστερη για τις αρχές την επανειλημμένη εφαρμογή πληθωριστικών μέτρων.
The flexible standard is an instrument for the engineering of inflation. The only reason for its acceptance was to make reiterated inflationary moves technically as simple as possible for the authorities.
Κατά την περίοδο της οικονομικής άνθησης που έληξε το 1929, τα εργατικά συνδικάτα είχαν κατορθώσει, σε όλες σχεδόν τις χώρες, να επιβάλουν μισθούς υψηλότερους από εκείνους που θα είχε καθορίσει η αγορά, αν αυτή παρεμποδιζόταν μόνο από τους φραγμούς στη μετανάστευση. Οι μισθοί αυτοί είχαν ήδη προκαλέσει σε πολλές χώρες σημαντική θεσμική ανεργία, ενώ η πιστωτική επέκταση συνεχιζόταν ακόμη με επιταχυνόμενο ρυθμό. Όταν τελικά εκδηλώθηκε η αναπόφευκτη οικονομική ύφεση και οι τιμές των εμπορευμάτων άρχισαν να μειώνονται, τα εργατικά συνδικάτα, με τη σταθερή υποστήριξη των κυβερνήσεων —ακόμη και εκείνων που κατηγορούνταν ως εχθρικές προς τους εργαζομένους— επέμειναν πεισματικά στην πολιτική των υψηλών μισθών. Είτε αρνήθηκαν κατηγορηματικά να επιτρέψουν οποιαδήποτε μείωση των ονομαστικών μισθών είτε παραχώρησαν μόνο ανεπαρκείς μειώσεις.
Το αποτέλεσμα ήταν μια τεράστια αύξηση της θεσμικής ανεργίας. Από την άλλη πλευρά, όσοι εργαζόμενοι διατήρησαν τις θέσεις τους βελτίωσαν το βιοτικό τους επίπεδο, επειδή αυξήθηκαν οι πραγματικοί ωριαίοι μισθοί τους. Το βάρος των επιδομάτων ανεργίας κατέστη αφόρητο. Τα εκατομμύρια των ανέργων αποτελούσαν σοβαρή απειλή για την εσωτερική ειρήνη. Το φάσμα της επανάστασης καταδίωκε τις βιομηχανικές χώρες. Οι συνδικαλιστές ηγέτες, όμως, παρέμεναν αδιάλλακτοι και κανένας πολιτικός δεν είχε το θάρρος να τους αμφισβητήσει απροκάλυπτα.
In the boom period that ended in 1929 labor unions had succeeded in almost all countries in enforcing wage rates higher than those which the market, if manipulated only by migration barriers, would have determined. These wage rates already produced in many countries institutional unemployment of a considerable amount while credit expansion was still going on at an accelerated pace. When finally the inescapable depression came and commodity prices began to drop, the labor unions, firmly supported by the governments, even by those disparaged as anti-labor, clung stubbornly to their high-wages policy. They either flatly denied permission for any cut in nominal wage rates or conceded only insufficient cuts. The result was a tremendous increase in institutional unemployment. (On the other hand, those workers who retained their jobs improved their standard of living as their hourly real wages went up.) The burden of unemployment doles became unbearable. The millions of unemployed were a serious menace to domestic peace. The industrial countries were haunted by the specter of revolution. But union leaders were intractable, and no statesman had the courage to challenge them openly.
Μπροστά σε αυτή τη δυσχερή κατάσταση, οι τρομοκρατημένοι κυβερνώντες θυμήθηκαν ένα προσωρινό τέχνασμα που συνιστούσαν από παλιά οι θεωρητικοί του πληθωρισμού. Επειδή τα συνδικάτα αντιτίθεντο στην προσαρμογή των μισθών προς την κατάσταση των νομισματικών σχέσεων και των τιμών των εμπορευμάτων, οι κυβερνήσεις επέλεξαν να προσαρμόσουν τη νομισματική σχέση και τις τιμές των εμπορευμάτων προς το ύψος των μισθών. Κατά την άποψή τους, δεν ήταν οι μισθοί υπερβολικά υψηλοί· η νομισματική μονάδα του έθνους τους ήταν υπερτιμημένη σε όρους χρυσού και ξένου συναλλάγματος και έπρεπε να αναπροσαρμοστεί. Η υποτίμηση αποτελούσε την πανάκεια.
In this plight the frightened rulers bethought themselves of a makeshift long since recommended by inflationist doctrinaires. As unions objected to an adjustment of wages to the state of the money relation and commodity prices, they chose to adjust the money relation and commodity prices to the height of wage rates. As they saw it, it was not wage rates that were too high; their own nation’s monetary unit was overvalued in terms of gold and foreign exchange and had to be readjusted. Devaluation was the panacea.
Οι σκοποί της υποτίμησης ήταν οι εξής:
- Να διατηρηθεί το ύψος των ονομαστικών μισθών ή ακόμη και να δημιουργηθούν οι αναγκαίες συνθήκες για την περαιτέρω αύξησή τους, ενώ οι πραγματικοί μισθοί θα έπρεπε μάλλον να μειωθούν.
- Να αυξηθούν, εκφρασμένες σε εγχώριο χρήμα, οι τιμές των εμπορευμάτων και ιδίως των γεωργικών προϊόντων ή, τουλάχιστον, να ανακοπεί η περαιτέρω πτώση τους.
- Να ευνοηθούν οι οφειλέτες εις βάρος των πιστωτών.
- Να ενθαρρυνθούν οι εξαγωγές και να περιοριστούν οι εισαγωγές.
- Να προσελκυστούν περισσότεροι ξένοι τουρίστες και να καταστεί ακριβότερη, σε όρους εγχώριου χρήματος, η επίσκεψη των πολιτών της χώρας σε ξένες χώρες.
The objectives of devaluation were: 1. To preserve the height of nominal wage rates or even to create the conditions required for their further increase, while real wage rates should rather sink.
2. To make commodity prices, especially the prices of farm products, rise in terms of domestic money or, at least, to check their further drop.
3. To favor the debtors at the expense of the creditors. 4. To encourage exports and to reduce imports. 5. To attract more foreign tourists and to make it more expensive (in terms of domestic money) for the country’s own citizens to visit foreign countries.
Ωστόσο, ούτε οι κυβερνήσεις ούτε οι συγγραφείς που υπερασπίζονταν την πολιτική τους ήταν αρκετά ειλικρινείς ώστε να παραδεχθούν απροκάλυπτα ότι ένας από τους κύριους σκοπούς της υποτίμησης ήταν η μείωση του ύψους των πραγματικών μισθών. Προτιμούσαν, ως επί το πλείστον, να περιγράφουν τον σκοπό της υποτίμησης ως εξάλειψη μιας υποτιθέμενης «θεμελιώδους ανισορροπίας» μεταξύ του εγχώριου και του διεθνούς «επιπέδου» των τιμών. Μιλούσαν για την ανάγκη μείωσης του εγχώριου κόστους παραγωγής. Φρόντιζαν, όμως, να μην αναφέρουν ότι ένα από τα δύο στοιχεία κόστους τα οποία ανέμεναν να μειωθούν μέσω της υποτίμησης ήταν οι πραγματικοί μισθοί· το άλλο ήταν ο συμβατικά καθορισμένος τόκος επί των μακροπρόθεσμων επιχειρηματικών χρεών και το κεφάλαιο αυτών των χρεών.
However, neither the governments nor the literary champions of their policy were frank enough to admit openly that one of the main purposes of devaluation was a reduction in the height of real wage rates. They preferred for the most part to describe the objective of devaluation as the removal of an alleged “fundamental disequilibrium” between the domestic and the international “level” of prices. They spoke of the necessity of lowering domestic costs of production. But they were anxious not to mention that one of the two cost items they expected to lower by devaluation was real wage rates, the other being interest stipulated on long-term business debts and the principal of such debts.
Είναι αδύνατον να ληφθούν σοβαρά υπόψη τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν υπέρ της υποτίμησης. Ήταν εντελώς συγκεχυμένα και αντιφατικά. Διότι η υποτίμηση δεν αποτελούσε πολιτική που προέκυψε από ψύχραιμη στάθμιση των πλεονεκτημάτων και των μειονεκτημάτων της. Αποτελούσε συνθηκολόγηση των κυβερνήσεων ενώπιον των συνδικαλιστών ηγετών, οι οποίοι δεν ήθελαν να χάσουν το κύρος τους παραδεχόμενοι ότι η μισθολογική πολιτική τους είχε αποτύχει και είχε προκαλέσει θεσμική ανεργία πρωτοφανούς έκτασης. Αποτελούσε απελπισμένο τέχνασμα αδύναμων και ανίκανων πολιτικών, οι οποίοι παρακινούνταν από την επιθυμία να παρατείνουν την παραμονή τους στην εξουσία.
Κατά τη δικαιολόγηση της πολιτικής τους, αυτοί οι δημαγωγοί δεν ενδιαφέρονταν για τις αντιφάσεις. Υπόσχονταν στις μεταποιητικές βιομηχανίες και στους αγρότες ότι η υποτίμηση θα προκαλούσε άνοδο των τιμών. Ταυτόχρονα, όμως, υπόσχονταν στους καταναλωτές ότι ένας αυστηρός έλεγχος των τιμών θα απέτρεπε κάθε αύξηση του κόστους ζωής.
It is impossible to take seriously the arguments advanced in favor of devaluation. They were utterly confused and contradictory. For devaluation was not a policy that originated from a cool weighing of the pros and cons. It was a capitulation of governments to union leaders who did not want to lose face by admitting that their wage policy had failed and had produced institutional unemployment on an unprecedented scale. It was a desperate makeshift of weak and inept statesmen who were motivated by their wish to prolong their tenure of office. In justifying their policy, these demagogues did not bother about contradictions. They promised the processing industries and the farmers that devaluation would make prices rise. But at the same time they promised the consumers that rigid price control would prevent any increase in the cost of living.
Σε τελική ανάλυση, οι κυβερνήσεις μπορούσαν ακόμη να δικαιολογήσουν τη συμπεριφορά τους επικαλούμενες το γεγονός ότι, υπό τη δεδομένη κατάσταση της κοινής γνώμης, η οποία βρισκόταν ολοκληρωτικά υπό την επίδραση των θεωρητικών πλανών του εργατικού συνδικαλισμού, δεν μπορούσε να εφαρμοστεί καμία άλλη πολιτική. Καμία τέτοια δικαιολογία, όμως, δεν μπορεί να προβληθεί υπέρ των συγγραφέων που χαιρέτισαν την ευελιξία των συναλλαγματικών ισοτιμιών ως το τέλειο και πλέον επιθυμητό νομισματικό σύστημα.
Ενώ οι κυβερνήσεις εξακολουθούσαν να τονίζουν ότι η υποτίμηση αποτελούσε έκτακτο μέτρο που δεν επρόκειτο να επαναληφθεί, αυτοί οι συγγραφείς διακήρυσσαν ότι ο ευέλικτος κανόνας ήταν το καταλληλότερο νομισματικό σύστημα και επιχειρούσαν με ζήλο να καταδείξουν τα υποτιθέμενα δεινά που ενυπάρχουν στη σταθερότητα των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Μέσα στον τυφλό ζήλο τους να ικανοποιήσουν τις κυβερνήσεις και τις ισχυρές ομάδες πίεσης της συνδικαλισμένης εργασίας και της γεωργίας, υπερέβαλαν σε τεράστιο βαθμό την επιχειρηματολογία υπέρ των ευέλικτων ισοτιμιών.
Τα μειονεκτήματα, όμως, της ευελιξίας του νομισματικού κανόνα έγιναν πολύ σύντομα εμφανή. Ο ενθουσιασμός για την υποτίμηση εξαφανίστηκε γρήγορα. Κατά τα έτη του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, μόλις λίγο περισσότερο από μία δεκαετία μετά την ημέρα κατά την οποία η Μεγάλη Βρετανία είχε καθιερώσει το πρότυπο του ευέλικτου κανόνα, ακόμη και ο λόρδος Keynes και οι οπαδοί του ανακάλυψαν ότι η σταθερότητα των συναλλαγματικών ισοτιμιών έχει τα πλεονεκτήματά της. Ένας από τους διακηρυγμένους σκοπούς του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου είναι η σταθεροποίηση των συναλλαγματικών ισοτιμιών.
After all, the governments could still excuse their conduct by referring to the fact that under the given state of public opinion, entirely under the sway of the doctrinal fallacies of labor unionism, no other policy could be resorted to. No such excuse can be advanced for those authors who hailed the flexibility of foreign exchange rates as the perfect and most desirable monetary system. While governments were still anxious to emphasize that devaluation was an emergency measure not to be repeated again, these authors proclaimed the flexible standard as the most appropriate monetary system and were eager to demonstrate the alleged evils inherent in stability of foreign exchange rates. In their blind zeal to please the governments and the powerful pressure groups of unionized labor and farming, they overstated tremendously the case of flexible parities. But the drawbacks of standard flexibility became manifest very soon. The enthusiasm for devaluation vanished quickly. In the years of the second World War, hardly more than a decade after the day when Great Britain had set the pattern for the flexible standard, even Lord Keynes and his adepts discovered that stability of foreign exchange rates has its merits. One of the avowed objectives of the International Monetary Fund is to stabilize foreign exchange rates.
Αν κάποιος εξετάσει την υποτίμηση όχι με τα μάτια ενός απολογητή των κυβερνητικών και συνδικαλιστικών πολιτικών αλλά με τα μάτια ενός οικονομολόγου, πρέπει πρωτίστως να υπογραμμίσει ότι όλες οι υποτιθέμενες ευεργετικές της συνέπειες είναι μόνο προσωρινές. Επιπλέον, εξαρτώνται από την προϋπόθεση ότι μόνο μία χώρα υποτιμά το νόμισμά της, ενώ οι άλλες χώρες απέχουν από την υποτίμηση των δικών τους νομισμάτων. Αν οι άλλες χώρες υποτιμήσουν στον ίδιο βαθμό, δεν επέρχεται καμία μεταβολή στο εξωτερικό εμπόριο. Αν υποτιμήσουν σε μεγαλύτερο βαθμό, όλες αυτές οι παροδικές ευεργετικές συνέπειες, όποιες και αν είναι, ευνοούν αποκλειστικά εκείνες. Επομένως, η γενική αποδοχή των αρχών του ευέλικτου κανόνα πρέπει να οδηγήσει σε έναν αγώνα μεταξύ των εθνών για αμοιβαία υπερκέραση. Στο τέλος αυτού του ανταγωνισμού βρίσκεται η πλήρης καταστροφή των νομισματικών συστημάτων όλων των εθνών.
If one looks at devaluation not with the eyes of an apologist of government and union policies, but with the eyes of an economist, one must first of all stress the point that all its alleged blessings are temporary only. Moreover, they depend on the condition that only one country devalues while the other countries abstain from devaluing their own currencies. If the other countries devalue in the same proportion, no changes in foreign trade appear. If they devalue to a greater extent, all these transitory blessings, whatever they may be, favor them exclusively. A general acceptance of the principles of the flexible standard must therefore result in a mutual overbidding between the nations. At the end of this race is the complete destruction of all nations’ monetary systems.
Τα πολυσυζητημένα πλεονεκτήματα που υποτίθεται ότι εξασφαλίζει η υποτίμηση στο εξωτερικό εμπόριο και στον τουρισμό οφείλονται εξ ολοκλήρου στο γεγονός ότι η προσαρμογή των εγχώριων τιμών και μισθών στην κατάσταση που δημιουργεί η υποτίμηση απαιτεί χρόνο. Όσο αυτή η διαδικασία προσαρμογής δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, οι εξαγωγές ενθαρρύνονται και οι εισαγωγές αποθαρρύνονται. Αυτό, όμως, σημαίνει απλώς ότι, κατά το χρονικό αυτό διάστημα, οι πολίτες της χώρας που υποτιμά το νόμισμά της λαμβάνουν λιγότερα για όσα πωλούν στο εξωτερικό και καταβάλλουν περισσότερα για όσα αγοράζουν από το εξωτερικό· ταυτόχρονα, πρέπει να περιορίσουν την κατανάλωσή τους.
Αυτή η συνέπεια μπορεί να εμφανίζεται ως όφελος κατά την άποψη εκείνων που θεωρούν το εμπορικό ισοζύγιο κριτήριο της ευημερίας ενός έθνους. Σε απλή γλώσσα πρέπει να περιγραφεί ως εξής: Ο Βρετανός πολίτης πρέπει να εξάγει περισσότερα βρετανικά αγαθά για να αγοράσει την ποσότητα τσαγιού που, πριν από την υποτίμηση, αποκτούσε έναντι μικρότερης ποσότητας εξαγόμενων βρετανικών αγαθών.
The much talked about advantages which devaluation secures in foreign trade and tourism, are entirely due, to the fact that the adjustment of domestic prices and wage rates to the state of affairs created by devaluation requires some time. As long as this adjustment process is not yet completed, exporting is encouraged and importing is discouraged. However, this merely means that in this interval the citizens of the devaluating country are getting less for what they are selling abroad and paying more for what they are buying abroad; concomitantly they must restrict their consumption. This effect may appear as a boon in the opinion of those for whom the balance of trade is the yardstick of a nation’s welfare. In plain language it is to be described in this way: The British citizen must export more British goods in order to buy that quantity of tea which he received before the devaluation for a smaller quantity of exported British goods.
Η υποτίμηση, λένε οι υποστηρικτές της, μειώνει το βάρος των χρεών. Αυτό είναι ασφαλώς αληθές. Ευνοεί τους οφειλέτες εις βάρος των πιστωτών. Στα μάτια εκείνων που δεν έχουν ακόμη διδαχθεί ότι, υπό τις σύγχρονες συνθήκες, οι πιστωτές δεν πρέπει να ταυτίζονται με τους πλουσίους ούτε οι οφειλέτες με τους φτωχούς, αυτό θεωρείται ευεργετικό. Το πραγματικό αποτέλεσμα είναι ότι οι χρεωμένοι ιδιοκτήτες ακινήτων και γεωργικής γης, καθώς και οι μέτοχοι χρεωμένων εταιρειών, αποκομίζουν κέρδη εις βάρος της πλειονότητας των ανθρώπων των οποίων οι αποταμιεύσεις έχουν επενδυθεί σε ομολογίες, χρεόγραφα, καταθέσεις ταμιευτηρίου και ασφαλιστήρια συμβόλαια.
The devaluation, say its champions, reduces the burden of debts. This is certainly true. It favors debtors at the expense of creditors. In the eyes of those who still have not learned that under modern conditions the creditors must not be identified with the rich nor the debtors with the poor, this is beneficial. The actual effect is that the indebted owners of real estate and farm land and the shareholders of indebted corporations are helped to the disadvantage of the enormous majority whose savings are invested in bonds, debentures, savings-bank deposits, and insurance policies.
Πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη τα εξωτερικά δάνεια. Όταν η Μεγάλη Βρετανία, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γαλλία, η Ελβετία και ορισμένες άλλες ευρωπαϊκές πιστώτριες χώρες υποτίμησαν τα νομίσματά τους, προσέφεραν ένα δώρο στους αλλοδαπούς οφειλέτες τους.
There are also foreign loans to be considered. When Great Britain, the United States, France, Switzerland, and some other European creditor countries devalued their currencies, they made a gift to their foreign debtors.
Ένα από τα κύρια επιχειρήματα που προβάλλονται υπέρ του ευέλικτου κανόνα είναι ότι μειώνει το επιτόκιο στην εγχώρια χρηματαγορά. Υπό τον κλασικό κανόνα του χρυσού και τον άκαμπτο κανόνα χρυσού συναλλάγματος, λέγεται, μια χώρα πρέπει να προσαρμόζει το εγχώριο επιτόκιο στις συνθήκες της διεθνούς χρηματαγοράς. Υπό τον ευέλικτο κανόνα είναι ελεύθερη να ακολουθεί, κατά τον καθορισμό των επιτοκίων, μια πολιτική που καθοδηγείται αποκλειστικά από εκτιμήσεις σχετικές με την εγχώρια ευημερία της.
One of the main arguments advanced in favor of the flexible standard is that it lowers the rate of interest on the domestic money market. Under the classical gold standard and the rigid gold exchange standard, it is said, a country must adjust the domestic rate of interest to conditions on the international money market. Under the flexible standard it is free to follow in the determination of interest rates a policy exclusively guided by considerations of its own domestic welfare.
Το επιχείρημα είναι προφανώς αστήρικτο όσον αφορά εκείνες τις χώρες στις οποίες το συνολικό ποσό των χρεών προς ξένες χώρες υπερβαίνει το συνολικό ποσό των δανείων που έχουν χορηγηθεί σε ξένες χώρες. Όταν, κατά τη διάρκεια του δέκατου ένατου αιώνα, ορισμένα από αυτά τα οφειλέτρια έθνη υιοθέτησαν πολιτική υγιούς χρήματος, οι επιχειρήσεις και οι πολίτες τους μπορούσαν να συνάπτουν εξωτερικά χρέη εκφρασμένα στο εθνικό τους νόμισμα. Η δυνατότητα αυτή εξαφανίστηκε ολοκληρωτικά μετά τη μεταβολή της νομισματικής πολιτικής αυτών των χωρών. Κανένας ξένος τραπεζίτης δεν θα συνήπτε δάνειο σε ιταλικές λιρέτες ούτε θα επιχειρούσε να διαθέσει στην αγορά έκδοση ομολογιών εκφρασμένων σε λιρέτες.
Όσον αφορά τις εξωτερικές πιστώσεις, καμία μεταβολή στις εγχώριες νομισματικές συνθήκες μιας οφειλέτριας χώρας δεν μπορεί να προσφέρει οποιοδήποτε όφελος. Όσον αφορά τις εγχώριες πιστώσεις, η υποτίμηση μειώνει μόνο τα χρέη που είχαν συναφθεί προηγουμένως. Αυξάνει το ακαθάριστο αγοραίο επιτόκιο των νέων χρεών, επειδή προκαλεί την εμφάνιση θετικού τιμολογιακού υπερτιμήματος.
The argument is obviously untenable with regard to those countries in which the total amount of debts to foreign countries exceeds the total amount of loans granted to foreign countries. When in the course of the nineteenth century some of these debtor nations adopted a sound money policy, their firms and citizens could contract foreign debts in terms of their national currency. This opportunity disappeared altogether with the change in these countries’ monetary policies. No American banker would contract a loan in Italian lire or try to float an issue of lire bonds. As far as foreign credits are concerned, no change in a debtor country’s domestic currency conditions can be of any avail. As far as domestic credits are concerned, devaluation abates only the already previously contracted debts. It enhances the gross market rate of interest of new debts as it makes a positive price premium appear.
Το ίδιο ισχύει και για τις συνθήκες των επιτοκίων στις πιστώτριες χώρες. Δεν χρειάζεται να προστεθεί τίποτε στην απόδειξη ότι ο τόκος δεν αποτελεί νομισματικό φαινόμενο και δεν μπορεί να επηρεαστεί μακροπρόθεσμα από νομισματικά μέτρα.
This is valid also with regard to interest rate conditions in the creditor nations. There is no need to add anything to the demonstration that interest is not a monetary phenomenon and cannot in the long run be affected by monetary measures.
Είναι αληθές ότι οι υποτιμήσεις στις οποίες κατέφυγαν διάφορες κυβερνήσεις μεταξύ του 1931 και του 1938 μείωσαν τους πραγματικούς μισθούς σε ορισμένες χώρες και, έτσι, περιόρισαν την έκταση της θεσμικής ανεργίας. Επομένως, ο ιστορικός, όταν εξετάζει αυτές τις υποτιμήσεις, μπορεί να πει ότι ήταν επιτυχείς, επειδή απέτρεψαν μια επαναστατική εξέγερση των καθημερινά αυξανόμενων μαζών των ανέργων και επειδή, υπό τις επικρατούσες ιδεολογικές συνθήκες, δεν μπορούσε να εφαρμοστεί κανένα άλλο μέσο σε αυτή την κρίσιμη κατάσταση.
Ο ιστορικός, όμως, θα πρέπει επίσης να προσθέσει ότι η θεραπεία δεν έθιξε τις βαθύτερες αιτίες της θεσμικής ανεργίας, δηλαδή τις εσφαλμένες θέσεις του εργατικού συνδικαλισμού. Η υποτίμηση αποτέλεσε πανούργο μηχανισμό παράκαμψης της κυριαρχίας της συνδικαλιστικής θεωρίας. Λειτούργησε επειδή δεν έπληξε το κύρος του συνδικαλισμού. Ακριβώς όμως επειδή άφησε άθικτη τη δημοτικότητά του, μπορούσε να λειτουργήσει μόνο για σύντομο χρονικό διάστημα. Οι συνδικαλιστές ηγέτες έμαθαν να διακρίνουν μεταξύ ονομαστικών και πραγματικών μισθών. Σήμερα η πολιτική τους αποβλέπει στην αύξηση των πραγματικών μισθών. Δεν μπορούν πλέον να εξαπατηθούν μέσω μιας μείωσης της αγοραστικής δύναμης της νομισματικής μονάδας. Η υποτίμηση έχει απολέσει τη χρησιμότητά της ως μέσο μείωσης της θεσμικής ανεργίας.
It is true that the devaluations which were resorted to by various governments between 1931 and 1938 made real wage rates drop in some countries and thus reduced the amount of institutional unemployment. The historian in dealing with these devaluations may therefore say that they were a success as they prevented a revolutionary upheaval of the daily increasing masses of unemployed and as, under the prevailing ideological conditions, no other means could be resorted to in this critical situation. But the historian will no less have to add that the remedy did not affect the root causes of institutional unemployment, the faulty tenets of labor unionism. Devaluation was a cunning device to elude the sway of the union doctrine. It worked because it did not impair the prestige of unionism. But precisely because it left the popularity of unionism untouched, it could work only for a short time. Union leaders learned to distinguish between nominal wage rates and real wage rates. Today their policy aims at raising real wage rates. They can no longer be cheated by a drop in the monetary unit’s purchasing power. Devaluation has worn out its usefulness as a device for reducing institutional unemployment.
Η γνώση αυτών των γεγονότων παρέχει το κλειδί για την ορθή αξιολόγηση του ρόλου που διαδραμάτισαν οι θεωρίες του λόρδου Keynes κατά τα έτη μεταξύ του Πρώτου και του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Keynes δεν προσέθεσε καμία νέα ιδέα στο σώμα των πληθωριστικών πλανών που είχαν ανασκευαστεί χιλιάδες φορές από τους οικονομολόγους. Οι διδασκαλίες του ήταν ακόμη πιο αντιφατικές και ασυνεπείς από εκείνες των προκατόχων του, οι οποίοι, όπως ο Silvio Gesell, απορρίπτονταν ως νομισματικοί εκκεντρικοί. Απλώς γνώριζε πώς να περιβάλει την έκκληση υπέρ του πληθωρισμού και της πιστωτικής επέκτασης με την εκλεπτυσμένη ορολογία της μαθηματικής οικονομικής.
Οι παρεμβατιστές συγγραφείς αδυνατούσαν να προβάλουν εύλογα επιχειρήματα υπέρ της πολιτικής των αλόγιστων δαπανών· απλώς δεν μπορούσαν να θεμελιώσουν επιχειρηματολογία εναντίον του οικονομικού θεωρήματος σχετικά με τη θεσμική ανεργία. Υπό αυτές τις συνθήκες, χαιρέτισαν την «κεϋνσιανή επανάσταση» με τους στίχους του Wordsworth: «Ήταν ευδαιμονία να ζει κανείς σε εκείνη την αυγή, αλλά το να είναι νέος ήταν πραγματικός παράδεισος».4 Επρόκειτο, όμως, μόνο για βραχυχρόνιο παράδεισο.
Μπορούμε να δεχθούμε ότι, για τις βρετανικές και τις αμερικανικές κυβερνήσεις κατά τη δεκαετία του 1930, δεν απέμενε άλλη οδός πέρα από τη νομισματική υποτίμηση, τον πληθωρισμό και την πιστωτική επέκταση, τους μη ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και τις ελλειμματικές δαπάνες. Οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να απαλλαγούν από την πίεση της κοινής γνώμης. Δεν μπορούν να εξεγερθούν εναντίον της επικράτησης γενικώς αποδεκτών ιδεολογιών, όσο εσφαλμένες και αν είναι. Αυτό, όμως, δεν απαλλάσσει τους κατόχους δημόσιων αξιωμάτων, οι οποίοι θα μπορούσαν να παραιτηθούν αντί να εφαρμόσουν καταστροφικές για τη χώρα πολιτικές. Ακόμη λιγότερο απαλλάσσει τους συγγραφείς που επιχείρησαν να παράσχουν επίφαση επιστημονικής δικαιολόγησης στην πλέον χονδροειδή από όλες τις λαϊκές πλάνες, δηλαδή στον πληθωρισμό.
Cognizance of these facts provides a key for a correct appraisal of the role which Lord Keynes’s doctrines played in the years between the first and second World Wars. Keynes did not add any new idea to the body of inflationist fallacies, a thousand times refuted by economists. His teachings were even more contradictory and inconsistent than those of his predecessors who, like Silvio Gesell, were dismissed as monetary cranks. He merely knew how to cloak the plea for inflation and credit expansion in the sophisticated terminology of mathematical economics. The interventionist writers were at a loss to advance plausible arguments in favor of the policy of reckless spending; they simply could not find a case against the economic theorem concerning institutional unemployment. In this juncture they greeted the “Keynesian Revolution” with the verses of Wordsworth: “Bliss was it in that dawn to be alive, but to be young was very heaven.”[4] It was, however, a short-run heaven only. We may admit that for the British and American governments in the ’thirties no way was left other than that of currency devaluation, inflation and credit expansion, unbalanced budgets, and deficit spending. Governments cannot free themselves from the pressure of public opinion. They cannot rebel against the preponderance of generally accepted ideologies, however fallacious. But this does not excuse the officeholders who could resign rather than carry out policies disastrous for the country. Still less does it excuse authors who tried to provide a would-be scientific justification for the crudest of all popular fallacies, viz., inflationism.
Έχει ήδη επισημανθεί ότι θα αποτελούσε σφάλμα να θεωρείται η πιστωτική επέκταση αποκλειστικά τρόπος κυβερνητικής παρέμβασης στην αγορά. Τα καταπιστευματικά μέσα δεν δημιουργήθηκαν ως εργαλεία κυβερνητικών πολιτικών που απέβλεπαν σκόπιμα σε υψηλές τιμές και υψηλούς ονομαστικούς μισθούς, στη μείωση του αγοραίου επιτοκίου και στην ελάφρυνση των χρεών. Αναπτύχθηκαν μέσα από τη συνήθη τραπεζική δραστηριότητα.
Όταν οι τραπεζίτες, των οποίων οι αποδείξεις για καταθέσεις όψεως χρησιμοποιούνταν από το κοινό ως χρηματικά υποκατάστατα, άρχισαν να δανείζουν μέρος των κεφαλαίων που είχαν κατατεθεί σε αυτούς, δεν είχαν κατά νου τίποτε άλλο πέρα από τη δική τους επιχειρηματική δραστηριότητα. Θεωρούσαν ακίνδυνο το να μη διατηρούν στα θησαυροφυλάκιά τους, ως ταμειακό απόθεμα, ολόκληρο το ισόποσο των αποδείξεων που είχαν εκδώσει. Ήταν πεπεισμένοι ότι θα βρίσκονταν πάντοτε σε θέση να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους και να εξαγοράζουν χωρίς καθυστέρηση τα εκδοθέντα τραπεζογραμμάτια, ακόμη και αν δάνειζαν μέρος των καταθέσεων. Τα τραπεζογραμμάτια μετατράπηκαν σε καταπιστευματικά μέσα στο πλαίσιο της λειτουργίας της ανεμπόδιστης οικονομίας της αγοράς. Δημιουργός της πιστωτικής επέκτασης ήταν ο τραπεζίτης και όχι η κρατική αρχή.
It has been pointed out that it would be an error to look upon credit expansion exclusively as a mode of government interference with the market. The fiduciary media did not come into existence as instruments of government policies deliberately aiming at high prices and high nominal wage rates, at lowering the market rate of interest and at debt abatement. They evolved out of the regular business of banking. When the bankers, whose receipts for call money deposited were dealt with by the public as money-substitutes, began to lend a part of the funds deposited with them, they had nothing else in view than their own business. They considered it harmless not to keep the whole equivalent of the receipts issued as a cash reserve in their vaults. They were confident that they would always be in a position to comply with their obligations and, without delay, redeem the notes issued even if they were to lend a part of the deposits. Banknotes became fiduciary media within the operation of the unhampered market economy. The begetter of credit expansion was the banker, not the authority.
Σήμερα, όμως, η πιστωτική επέκταση αποτελεί αποκλειστικά κυβερνητική πρακτική. Στον βαθμό που οι ιδιωτικές τράπεζες και οι τραπεζίτες συμβάλλουν στην έκδοση καταπιστευματικών μέσων, ο ρόλος τους είναι απλώς επικουρικός και αφορά μόνο τεχνικά ζητήματα. Οι κυβερνήσεις και μόνο κατευθύνουν την πορεία των πραγμάτων. Έχουν αποκτήσει πλήρη κυριαρχία σε όλα τα ζητήματα που αφορούν το μέγεθος της κυκλοφοριακής πίστης.
Ενώ η έκταση της πιστωτικής επέκτασης που μπορούν να προκαλέσουν οι ιδιωτικές τράπεζες και οι τραπεζίτες σε μια ανεμπόδιστη αγορά είναι αυστηρά περιορισμένη, οι κυβερνήσεις επιδιώκουν τον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό πιστωτικής επέκτασης. Η πιστωτική επέκταση αποτελεί το κυριότερο εργαλείο των κυβερνήσεων στον αγώνα τους εναντίον της οικονομίας της αγοράς. Στα χέρια τους είναι το μαγικό ραβδί που προορίζεται να εξαφανίσει τη σπανιότητα των κεφαλαιουχικών αγαθών, να μειώσει ή να καταργήσει πλήρως το επιτόκιο, να χρηματοδοτήσει γενναιόδωρες κυβερνητικές δαπάνες, να απαλλοτριώσει τους κεφαλαιούχους, να δημιουργήσει αιώνιες περιόδους οικονομικής άνθησης και να καταστήσει τους πάντες ευημερούντες.
But today credit expansion is an exclusive prerogative of government. As far as private banks and bankers are instrumental in issuing fiduciary media, their role is merely ancillary and concerns only technicalities. The governments alone direct the course of affairs. They have attained full supremacy in all matters concerning the size of circulation credit. While the size of the credit expansion that private banks and bankers are able to engineer on an unhampered market is strictly limited, the governments aim at the greatest possible amount of credit expansion. Credit expansion is the government’s foremost tool in their struggle against the market economy. In their hands it is the magic wand designed to conjure away the scarcity of capital goods, to lower the rate of interest or to abolish it altogether, to finance lavish government spending, to expropriate the capitalists, to contrive everlasting booms, and to make everybody prosperous.
Οι αναπόφευκτες συνέπειες της πιστωτικής επέκτασης καταδεικνύονται από τη θεωρία του οικονομικού κύκλου. Ακόμη και εκείνοι οι οικονομολόγοι που εξακολουθούν να αρνούνται την ορθότητα της νομισματικής θεωρίας ή της θεωρίας της κυκλοφοριακής πίστης για τις κυκλικές διακυμάνσεις των επιχειρήσεων δεν τόλμησαν ποτέ να αμφισβητήσουν την αποδεικτική ισχύ και το αδιάσειστο των όσων υποστηρίζει αυτή η θεωρία σχετικά με τις αναγκαίες συνέπειες της πιστωτικής επέκτασης.
Και αυτοί οι οικονομολόγοι πρέπει να παραδεχθούν —και πράγματι παραδέχονται— ότι η άνθηση εξαρτάται πάντοτε από την πιστωτική επέκταση· ότι δεν θα μπορούσε να εμφανιστεί και να συνεχιστεί χωρίς πιστωτική επέκταση· και ότι μετατρέπεται σε ύφεση όταν σταματήσει η περαιτέρω πρόοδος της πιστωτικής επέκτασης. Η εξήγηση που παρέχουν για τον οικονομικό κύκλο καταλήγει στην πραγματικότητα στον ισχυρισμό ότι αυτό που προκαλεί αρχικά την άνθηση δεν είναι η πιστωτική επέκταση αλλά άλλοι παράγοντες. Η πιστωτική επέκταση, η οποία ακόμη και κατά τη δική τους άποψη αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση της γενικής οικονομικής άνθησης, δεν είναι, λένε, αποτέλεσμα μιας πολιτικής που αποβλέπει σκόπιμα σε χαμηλά επιτόκια και στην ενθάρρυνση πρόσθετων επενδύσεων για τις οποίες δεν υπάρχουν τα αναγκαία κεφαλαιουχικά αγαθά. Αποτελεί κάτι που εμφανίζεται πάντοτε με θαυματουργό τρόπο, χωρίς ενεργό παρέμβαση των αρχών, όταν αυτοί οι παράγοντες αρχίζουν να λειτουργούν.
The inescapable consequences of credit expansion are shown by the theory of the trade cycle. Even those economists who still refuse to acknowledge the correctness of the monetary or circulation credit theory of the cyclical fluctuations of business have never dared to question the conclusiveness and irrefutability of what this theory asserts with regard to the necessary effects of credit expansion. These economists too must admit and do admit that the upswing is invariably conditioned by credit expansion, that it could not come into being and continue without credit expansion, and that it turns into depression when the further progress of credit expansion stops. Their explanation of the trade cycle in fact boils down to the assertion that what first generates the upswing is not credit expansion, but other factors. The credit expansion which even in their opinion is an indispensable requisite of the general boom, is, they say, not the outcome of a policy deliberately aiming at low interest rates and at encouraging additional investment for which the capital goods needed are lacking. It is something which, without active interference on the part of the authorities, in a miraculous way always appears whenever these other factors begin their operation.
Είναι προφανές ότι αυτοί οι οικονομολόγοι αντιφάσκουν προς τον εαυτό τους όταν αντιτίθενται στα σχέδια εξάλειψης των οικονομικών διακυμάνσεων μέσω αποχής από την πιστωτική επέκταση. Οι υποστηρικτές των αφελών πληθωριστικών αντιλήψεων περί ιστορίας είναι συνεπείς όταν συνάγουν από τις —βεβαίως εντελώς εσφαλμένες και αντιφατικές— θέσεις τους ότι η πιστωτική επέκταση αποτελεί οικονομική πανάκεια. Εκείνοι, όμως, που δεν αρνούνται ότι η πιστωτική επέκταση προκαλεί την άνθηση, η οποία αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση της επακόλουθης ύφεσης, αντιφάσκουν με την ίδια τους τη θεωρία όταν καταπολεμούν τις προτάσεις περιορισμού της πιστωτικής επέκτασης.
Τόσο οι εκπρόσωποι των κυβερνήσεων και των ισχυρών ομάδων πίεσης όσο και οι υπέρμαχοι της δογματικής «ανορθοδοξίας» που κυριαρχεί στα πανεπιστημιακά τμήματα οικονομικών συμφωνούν ότι πρέπει να επιχειρείται η αποτροπή της επανεμφάνισης των υφέσεων και ότι η επίτευξη αυτού του σκοπού απαιτεί την αποτροπή των οικονομικών ανθήσεων. Δεν μπορούν να προβάλουν βάσιμα επιχειρήματα εναντίον των προτάσεων αποχής από πολιτικές που ενθαρρύνουν την πιστωτική επέκταση. Αρνούνται, όμως, πεισματικά να ακούσουν οποιαδήποτε τέτοια ιδέα. Απαξιώνουν με πάθος τα σχέδια αποτροπής της πιστωτικής επέκτασης ως μέσα που θα διαιώνιζαν τις υφέσεις. Η στάση τους καταδεικνύει σαφώς την ορθότητα της θέσης ότι ο οικονομικός κύκλος αποτελεί προϊόν πολιτικών που αποβλέπουν σκόπιμα στη μείωση του επιτοκίου και στη δημιουργία τεχνητών περιόδων οικονομικής άνθησης.
It is obvious that these economists contradict themselves in opposing plans to eliminate the fluctuations of business by abstention from credit expansion. The naïve supporters of the inflationist view of history are consistent when they infer from their—of course, utterly fallacious and contradictory—tenets that credit expansion is the economic panacea. But those who do not deny that credit expansion is an indispensable condition of the boom, disagree with their own doctrine in fighting the proposals to curb credit expansion. Both the spokesmen of the governments and the powerful pressure groups and the champions of the dogmatic “unorthodoxy” that dominates the university departments of economics agree that one should try to avert the recurrence of depressions and that the realization of this end requires the prevention of booms. They cannot advance tenable arguments against the proposals to abstain from policies encouraging credit expansion. But they stubbornly refuse to listen to any such idea. They passionately disparage the plans to prevent credit expansion as devices which would perpetuate depressions. This attitude clearly demonstrates the correctness of the statement that the trade cycle is the product of policies intentionally aimed at lowering the rate of interest and engendering artificial booms.
Αποτελεί γεγονός ότι σήμερα τα μέτρα που αποβλέπουν στη μείωση του επιτοκίου θεωρούνται γενικώς εξαιρετικά επιθυμητά και ότι η πιστωτική επέκταση αντιμετωπίζεται ως αποτελεσματικό μέσο επίτευξης αυτού του σκοπού. Αυτή η προκατάληψη παρακινεί όλες τις κυβερνήσεις να αντιμάχονται τον κανόνα του χρυσού. Όλα τα πολιτικά κόμματα και όλες οι ομάδες πίεσης είναι σταθερά προσηλωμένα στην πολιτική του φθηνού χρήματος.5
It is a fact that today measures aimed at lowering the rate of interest are generally considered highly desirable and that credit expansion is viewed as the efficacious means for the attainment of this end. It is this prepossession that impels all governments to fight the gold standard. Expansionism is the great slogan of our day. All political parties and all pressure groups are firmly committed to an easy money policy.[5]
Σκοπός της πιστωτικής επέκτασης είναι να ευνοήσει τα συμφέροντα ορισμένων ομάδων του πληθυσμού εις βάρος άλλων. Αυτό αποτελεί, βεβαίως, το καλύτερο αποτέλεσμα που μπορεί να επιτύχει ο παρεμβατισμός όταν δεν βλάπτει τα συμφέροντα όλων των ομάδων. Μπορεί, ενώ καθιστά ολόκληρη την κοινωνία φτωχότερη, να πλουτίζει ορισμένα στρώματα. Το ποιες ομάδες ανήκουν στην τελευταία αυτή κατηγορία εξαρτάται από τα ιδιαίτερα δεδομένα κάθε περίπτωσης.
The objective of credit expansion is to favor the interests of some groups of the population at the expense of others. This is, of course, the best that interventionism can attain when it does not hurt the interests of all groups. But while making the whole community poorer, it may still enrich some strata. Which groups belong to the latter class depends on the special data of each case.
Η ιδέα που δημιούργησε αυτό που αποκαλείται ποιοτικός έλεγχος της πίστης είναι να διοχετεύεται η πρόσθετη πίστη κατά τρόπο ώστε οι υποτιθέμενες ευεργετικές συνέπειες της πιστωτικής επέκτασης να συγκεντρώνονται σε ορισμένες ομάδες και να στερούνται από άλλες. Οι πιστώσεις, υποστηρίζεται, δεν πρέπει να κατευθύνονται προς το χρηματιστήριο ούτε να προκαλούν απότομη άνοδο των τιμών των μετοχών. Θα πρέπει μάλλον να ωφελούν τη «νόμιμη παραγωγική δραστηριότητα» των μεταποιητικών βιομηχανιών, των ορυχείων, του «νόμιμου εμπορίου» και, πρωτίστως, της γεωργίας.
Άλλοι υπέρμαχοι του ποιοτικού ελέγχου της πίστης επιθυμούν να εμποδίσουν τη χρησιμοποίηση των πρόσθετων πιστώσεων για επενδύσεις σε πάγιο κεφάλαιο και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, την ακινητοποίησή τους. Αντίθετα, πρέπει να χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ρευστοποιήσιμων αγαθών. Σύμφωνα με αυτά τα σχέδια, οι αρχές δίνουν στις τράπεζες συγκεκριμένες οδηγίες σχετικά με τα είδη δανείων που πρέπει ή απαγορεύεται να χορηγούν.
The idea which generated what is called qualitative credit control is to channel the additional credit in such a way as to concentrate the alleged blessings of credit expansion upon certain groups and to withhold them from other groups. The credits should not go to the stock exchange, it is argued, and should not make stock prices soar. They should rather benefit the “legitimate productive activity” of the processing industries, of mining, of “legitimate commerce,” and, first of all, of farming. Other advocates of qualitative credit control want to prevent the additional credits from being used for investment in fixed capital and thus immobilized. They are to be used, instead, for the production of liquid goods. According to these plans the authorities give the banks concrete directions concerning the types of loans they should grant or are forbidden to grant.
Όλα αυτά τα σχέδια είναι, όμως, μάταια. Η διάκριση κατά τη χορήγηση δανείων δεν αποτελεί υποκατάστατο των περιορισμών στην πιστωτική επέκταση, οι οποίοι είναι το μοναδικό μέσο που θα μπορούσε πράγματι να αποτρέψει την άνοδο των χρηματιστηριακών τιμών και την επέκταση των επενδύσεων σε πάγιο κεφάλαιο. Ο τρόπος με τον οποίο η πρόσθετη ποσότητα πίστης εισέρχεται στην αγορά δανειακών κεφαλαίων έχει μόνο δευτερεύουσα σημασία. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι εισρέει νεοδημιουργηθείσα πίστη.
Αν οι τράπεζες χορηγήσουν περισσότερες πιστώσεις στους αγρότες, οι αγρότες αποκτούν τη δυνατότητα να εξοφλήσουν δάνεια που είχαν λάβει από άλλες πηγές και να καταβάλλουν τοις μετρητοίς το τίμημα των αγορών τους. Αν χορηγήσουν περισσότερες πιστώσεις στις επιχειρήσεις ως κεφάλαιο κίνησης, απελευθερώνουν κεφάλαια που προηγουμένως ήταν δεσμευμένα σε αυτή τη χρήση. Σε κάθε περίπτωση, δημιουργούν αφθονία διαθέσιμου χρήματος, οι κάτοχοι του οποίου προσπαθούν να βρουν την επικερδέστερη δυνατή επένδυση. Πολύ γρήγορα αυτά τα κεφάλαια βρίσκουν διέξοδο στο χρηματιστήριο ή σε επενδύσεις πάγιου κεφαλαίου. Η ιδέα ότι είναι δυνατή η πιστωτική επέκταση χωρίς να αυξηθούν οι τιμές των μετοχών και να επεκταθούν οι πάγιες επενδύσεις είναι παράλογη.6
However, all such schemes are vain. Discrimination in lending is no substitute for checks placed on credit expansion, the only means that could really prevent a rise in stock exchange quotations and an expansion of investment in fixed capital. The mode in which the additional amount of credit finds its way into the loan market is only of secondary importance. What matters is that there is an inflow of newly created credit. If the banks grant more credits to the farmers, the farmers are in a position to repay loans received from other sources and to pay cash for their purchases. If they grant more credits to business as circulating capital, they free funds which were previously tied up for this use. In any case they create an abundance of disposable money for which its owners try to find the most profitable investment. Very promptly these funds find outlets in the stock exchange or in fixed investment. The notion that it is possible to pursue a credit expansion without making stock prices rise and fixed investment expand is absurd.[6]
Μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες, η τυπική εξέλιξη των γεγονότων υπό συνθήκες πιστωτικής επέκτασης καθοριζόταν από δύο δεδομένα: πρώτον, ότι επρόκειτο για πιστωτική επέκταση υπό τον κανόνα του χρυσού· και, δεύτερον, ότι δεν αποτελούσε αποτέλεσμα συντονισμένης δράσης των διαφόρων εθνικών κυβερνήσεων και των κεντρικών τραπεζών των οποίων τη συμπεριφορά κατεύθυναν αυτές οι κυβερνήσεις.
Το πρώτο από αυτά τα δεδομένα σήμαινε ότι οι κυβερνήσεις δεν ήταν διατεθειμένες να εγκαταλείψουν τη μετατρεψιμότητα των τραπεζογραμματίων της χώρας τους σύμφωνα με την αυστηρά καθορισμένη ισοτιμία. Το δεύτερο δεδομένο οδηγούσε σε έλλειψη ποσοτικής ομοιομορφίας ως προς το μέγεθος της πιστωτικής επέκτασης. Ορισμένες χώρες προηγούνταν των άλλων και οι τράπεζές τους αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο σοβαρής εξωτερικής εκροής των αποθεμάτων τους σε χρυσό και ξένο συνάλλαγμα.
Για να διατηρήσουν τη φερεγγυότητά τους, αυτές οι τράπεζες ήταν αναγκασμένες να καταφύγουν σε δραστικό πιστωτικό περιορισμό. Έτσι προκάλεσαν τον πανικό και εγκαινίασαν την ύφεση στην εγχώρια αγορά. Ο πανικός εξαπλωνόταν πολύ σύντομα σε άλλες χώρες. Οι επιχειρηματίες σε αυτές τις άλλες χώρες τρομοκρατούνταν και αύξαναν τον δανεισμό τους, προκειμένου να ενισχύσουν τα ρευστά διαθέσιμά τους έναντι κάθε πιθανού ενδεχομένου. Ακριβώς αυτή η αυξημένη ζήτηση νέων πιστώσεων παρακινούσε τις νομισματικές αρχές των χωρών τους, ήδη θορυβημένες από την κρίση στην πρώτη χώρα, να καταφύγουν και αυτές σε πιστωτική συρρίκνωση. Έτσι, μέσα σε λίγες ημέρες ή εβδομάδες, η ύφεση μετατρεπόταν σε διεθνές φαινόμενο.
The typical course of events under credit expansion was until a few years ago determined by two facts: that it was credit expansion under the gold standard, and that it was not the outcome of concerted action on the part of the various national governments and the central banks whose conduct these governments directed. The first of these facts meant that governments were not prepared to abandon the convertibility of their country’s banknotes according to the rigidly fixed parity. The second fact resulted in a lack of quantitative uniformity in the size of credit expansion. Some countries got ahead of other countries and their banks were faced with the danger of a serious external drain upon their reserves in gold and foreign exchange. In order to preserve their own solvency, these banks were forced to take recourse to drastic credit restriction. Thus they created the panic and inaugurated the depression on the domestic market. The panic very soon spread to other countries. Businessmen in these other countries became frightened and increased their borrowing in order to strengthen their liquid funds for all possible events. It was precisely this increased demand for new credits which impelled the monetary authorities of their own countries, already alarmed by the crisis in the first country, also to resort to contraction. Thus within a few days or weeks the depression became an international phenomenon.
Η πολιτική της υποτίμησης μετέβαλε σε κάποιον βαθμό αυτή την τυπική ακολουθία των γεγονότων. Όταν απειλούνται από εξωτερική εκροή αποθεμάτων, οι νομισματικές αρχές δεν καταφεύγουν πάντοτε στον πιστωτικό περιορισμό και στην αύξηση του επιτοκίου που επιβάλλει το σύστημα της κεντρικής τράπεζας. Υποτιμούν το νόμισμα. Η υποτίμηση, όμως, δεν επιλύει το πρόβλημα.
Αν η κυβέρνηση αδιαφορεί για το ύψος στο οποίο μπορούν να ανέλθουν οι συναλλαγματικές ισοτιμίες, μπορεί για κάποιο χρονικό διάστημα να συνεχίσει να εμμένει στην πιστωτική επέκταση. Κάποια ημέρα, όμως, η καταστροφική ανατιμητική έκρηξη θα αφανίσει το νομισματικό της σύστημα. Από την άλλη πλευρά, αν η αρχή θέλει να αποφύγει την ανάγκη επανειλημμένης υποτίμησης με επιταχυνόμενο ρυθμό, πρέπει να ρυθμίσει την εγχώρια πιστωτική πολιτική κατά τρόπο ώστε να μην προηγείται στην πιστωτική επέκταση των άλλων χωρών, έναντι των οποίων επιθυμεί να διατηρήσει σταθερή την ισοτιμία του εγχώριου νομίσματος.
The policy of devaluation has to some extent altered this typical sequence of events. Menaced by an external drain, the monetary authorities do not resort to credit restriction and to raising the rate of interest charged by the central banking system. They devalue. Yet devaluation does not solve the problem. If the government does not care how far foreign exchange rates may rise, it can for some time continue to cling to credit expansion. But one day the crack-up boom will annihilate its monetary system. On the other hand, if the authority wants to avoid the necessity of devaluing again and again at an accelerated pace, it must arrange its domestic credit policy in such a way as not to outrun in credit expansion the other countries against which it wants to keep its domestic currency at par.
Πολλοί οικονομολόγοι θεωρούν δεδομένο ότι οι προσπάθειες των αρχών να επεκτείνουν την πίστη θα προκαλούν πάντοτε την ίδια, σχεδόν κανονική εναλλαγή μεταξύ περιόδων οικονομικής άνθησης και επακόλουθης ύφεσης. Υποθέτουν ότι οι συνέπειες της πιστωτικής επέκτασης δεν θα διαφέρουν στο μέλλον από εκείνες που παρατηρήθηκαν στη Μεγάλη Βρετανία από τα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα και στη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική από τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα.
Μπορούμε, όμως, να αναρωτηθούμε αν οι συνθήκες δεν έχουν μεταβληθεί. Οι διδασκαλίες της νομισματικής θεωρίας του οικονομικού κύκλου είναι σήμερα τόσο γνωστές ακόμη και έξω από τον κύκλο των οικονομολόγων, ώστε η αφελής αισιοδοξία που ενέπνεε τους επιχειρηματίες κατά τις περιόδους οικονομικής άνθησης του παρελθόντος έχει δώσει τη θέση της σε κάποιον σκεπτικισμό. Είναι πιθανόν οι επιχειρηματίες να αντιδρούν στο μέλλον στην πιστωτική επέκταση με τρόπο διαφορετικό από εκείνον με τον οποίο αντιδρούσαν στο παρελθόν. Είναι πιθανόν να αποφεύγουν να χρησιμοποιούν το διαθέσιμο φθηνό χρήμα για την επέκταση των δραστηριοτήτων τους, επειδή θα έχουν κατά νου το αναπόφευκτο τέλος της οικονομικής άνθησης. Ορισμένες ενδείξεις προμηνύουν μια τέτοια μεταβολή. Είναι, όμως, πολύ νωρίς για να διατυπωθεί οριστική κρίση.
Προς μια άλλη κατεύθυνση, η νομισματική θεωρία του οικονομικού κύκλου έχει ασφαλώς επηρεάσει την εξέλιξη των γεγονότων. Μολονότι κανένας αξιωματούχος —είτε εργάζεται στις υπηρεσίες μιας κυβερνητικής οικονομικής διοίκησης ή μιας κεντρικής τράπεζας είτε διδάσκει σε ένα νεοορθόδοξο πανεπιστήμιο— δεν είναι διατεθειμένος να το παραδεχθεί, η κοινή γνώμη δεν αρνείται πλέον, σε γενικές γραμμές, τις δύο κύριες θέσεις της θεωρίας της κυκλοφοριακής πίστης: ότι αιτία της ύφεσης είναι η προηγούμενη οικονομική άνθηση και ότι αυτή η άνθηση προκαλείται από την πιστωτική επέκταση.
Η επίγνωση αυτών των γεγονότων ανησυχεί τον οικονομικό Τύπο μόλις εμφανίζονται οι πρώτες ενδείξεις της άνθησης. Τότε ακόμη και οι αρχές αρχίζουν να μιλούν για την ανάγκη αποτροπής μιας περαιτέρω ανόδου των τιμών και των κερδών και αρχίζουν πράγματι να περιορίζουν την πίστη. Η οικονομική άνθηση τερματίζεται νωρίς και αρχίζει η ύφεση.
Αποτέλεσμα είναι ότι, κατά την τελευταία δεκαετία, η διάρκεια του οικονομικού κύκλου μειώθηκε σημαντικά. Εξακολούθησε να υπάρχει εναλλαγή οικονομικής άνθησης και ύφεσης, αλλά οι φάσεις διαρκούσαν λιγότερο και διαδέχονταν η μία την άλλη συχνότερα. Αυτό απέχει πολύ από την «κλασική» περίοδο των δέκα και μισού ετών του αγροτικού κύκλου του William Stanley Jevons. Και, το σημαντικότερο, επειδή η οικονομική άνθηση τερματίζεται νωρίτερα, η έκταση των εσφαλμένων επενδύσεων είναι μικρότερη και, κατά συνέπεια, η επακόλουθη ύφεση είναι επίσης ηπιότερη.
Many economists take it for granted that the attempts of the authorities to expand credit will always bring about the same almost regular alternation between periods of booming trade and of subsequent depression. They assume that the effects of credit expansion will in the future not differ from those that have been observed since the end of the eighteenth century in Great Britain and since the middle of the nineteenth century in Western and Central Europe and in North America. But we may wonder whether conditions have not changed. The teachings of the monetary theory of the trade cycle are today so well known even outside of the circle of economists, that the naïve optimism which inspired the entrepreneurs in the boom periods of the past has given way to a certain skepticism. It may be that businessmen will in the future react to credit expansion in a manner other than they have in the past. It may be that they will avoid using for an expansion of their operations the easy money available because they will keep in mind the inevitable end of the boom. Some signs forebode such a change. But it is too early to make a positive statement.
Ουσιώδες στοιχείο των «ανορθόδοξων» θεωριών που προβάλλουν τόσο όλοι οι σοσιαλιστές όσο και όλοι οι παρεμβατιστές είναι ότι η επανεμφάνιση των υφέσεων αποτελεί φαινόμενο εγγενές στην ίδια τη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς. Ενώ, όμως, οι σοσιαλιστές υποστηρίζουν ότι μόνο η αντικατάσταση του καπιταλισμού από τον σοσιαλισμό μπορεί να εξαλείψει το κακό, οι παρεμβατιστές αποδίδουν στην κυβέρνηση την εξουσία να διορθώσει τη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς κατά τρόπο ώστε να επιτύχει αυτό που αποκαλούν «οικονομική σταθερότητα».
Αυτοί οι παρεμβατιστές θα είχαν δίκιο αν τα σχέδιά τους κατά της ύφεσης αποσκοπούσαν στη ριζική εγκατάλειψη των πολιτικών πιστωτικής επέκτασης. Απορρίπτουν, όμως, εκ των προτέρων αυτή την ιδέα. Εκείνο που επιθυμούν είναι η ολοένα μεγαλύτερη επέκταση της πίστης και η αποτροπή των υφέσεων μέσω της υιοθέτησης ειδικών «αντικυκλικών» μέτρων.
An essential element of the “unorthodox” doctrines, advanced both by all socialists and by all interventionists, is that the recurrence of depressions is a phenomenon inherent in the very operation, of the market economy. But while the socialists contend that only the substitution of socialism for capitalism can eradicate the evil, the interventionists ascribe to the government the power to correct the operation of the market economy in such a way as to bring about what they call “economic stability.” These interventionists would be right if their antidepression plans were to aim at a radical abandonment of credit expansion policies. However, they reject this idea in advance. What they want is to expand credit more and more and to prevent depressions by the adoption of special “contracyclical” measures.
Στο πλαίσιο αυτών των σχεδίων, η κυβέρνηση εμφανίζεται ως θεότητα που βρίσκεται και δρα έξω από τη σφαίρα των ανθρώπινων υποθέσεων, είναι ανεξάρτητη από τις πράξεις των υπηκόων της και έχει την εξουσία να παρεμβαίνει σε αυτές από έξω. Διαθέτει μέσα και κεφάλαια που δεν παρέχονται από τον λαό και μπορούν να χρησιμοποιηθούν ελεύθερα για οποιονδήποτε σκοπό επιθυμούν οι κυβερνώντες. Το μόνο που απαιτείται για την πλέον ευεργετική αξιοποίηση αυτής της δύναμης είναι να ακολουθηθούν οι συμβουλές των ειδικών.
In the context of these plans the government appears as a deity that stands and works outside the orbit of human affairs, that is independent of the actions of its subjects, and has the power to interfere with these actions from without. It has at its disposal means and funds that are not provided by the people and can be freely used for whatever purposes the rulers are prepared to employ them for. What is needed to make the most beneficent use of this power is merely to follow the advice given by the experts.
Το περισσότερο διαφημιζόμενο από αυτά τα προτεινόμενα θεραπευτικά μέσα είναι ο αντικυκλικός χρονικός προγραμματισμός των δημόσιων έργων και των δαπανών για δημόσιες επιχειρήσεις. Η ιδέα δεν είναι τόσο νέα όσο θέλουν να μας κάνουν να πιστεύουμε οι υπέρμαχοί της. Όταν εμφανιζόταν ύφεση στο παρελθόν, η κοινή γνώμη ζητούσε πάντοτε από την κυβέρνηση να αναλάβει δημόσια έργα, προκειμένου να δημιουργήσει θέσεις εργασίας και να ανακόψει την πτώση των τιμών.
Το πρόβλημα, όμως, είναι πώς θα χρηματοδοτηθούν αυτά τα δημόσια έργα. Αν η κυβέρνηση φορολογήσει τους πολίτες ή δανειστεί από αυτούς, δεν προσθέτει τίποτε σε αυτό που οι κεϋνσιανοί αποκαλούν συνολικό ύψος της δαπάνης. Περιορίζει τη δυνατότητα του ιδιώτη πολίτη να καταναλώνει ή να επενδύει στον ίδιο βαθμό στον οποίο αυξάνει τη δική της. Αν, όμως, η κυβέρνηση καταφύγει στις προσφιλείς πληθωριστικές μεθόδους χρηματοδότησης, επιδεινώνει αντί να βελτιώνει την κατάσταση. Μπορεί κατ’ αυτόν τον τρόπο να καθυστερήσει για σύντομο χρονικό διάστημα την εκδήλωση της ύφεσης. Όταν, όμως, έλθει η αναπόφευκτη εξόφληση του λογαριασμού, η κρίση θα είναι τόσο βαρύτερη όσο περισσότερο την ανέβαλε η κυβέρνηση.
The most advertised among these suggested remedies is contracyclical timing of public works and expenditure on public enterprises. The idea is not so new as its champions would have us believe. When depression came, in the past, public opinion always asked the government to embark upon public works in order to create jobs and to stop the drop in prices. But the problem is how to finance these public works. If the government taxes the citizens or borrows from them, it does not add anything to what the Keynesians call the aggregate amount of spending. It restricts the private citizen’s power to consume or to invest to the same extent that it increases its own. If, however, the government resorts to the cherished inflationary methods of financing, it makes things worse, not better. It may thus delay for a short time the outbreak of the slump. But when the unavoidable payoff does come, the crisis is the heavier the longer the government has postponed it.
Οι παρεμβατιστές ειδικοί αδυνατούν να συλλάβουν τα πραγματικά προβλήματα που εμπλέκονται. Κατά την άποψή τους, το κύριο ζήτημα είναι «να σχεδιαστούν εγκαίρως οι δημόσιες κεφαλαιουχικές δαπάνες και να συσσωρευτεί ένα απόθεμα πλήρως επεξεργασμένων κεφαλαιουχικών σχεδίων, τα οποία θα μπορούν να τεθούν σε εφαρμογή μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα». Αυτή, λένε, «είναι η ορθή πολιτική, την οποία συνιστούμε να υιοθετήσουν όλες οι χώρες».7
Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι η επεξεργασία σχεδίων αλλά η εξασφάλιση των υλικών μέσων για την εκτέλεσή τους. Οι παρεμβατιστές πιστεύουν ότι αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί εύκολα με τον περιορισμό των κυβερνητικών δαπανών κατά την περίοδο οικονομικής άνθησης και την αύξησή τους όταν εμφανιστεί η ύφεση.
The interventionist experts are at a loss to grasp the real problems involved. As they see it, the main thing is “to plan public capital expenditure well in advance and to accumulate a shelf of fully worked out capital projects which can be put into operation at short notice.” This, they say, “is the right policy and one which we recommend all countries should adopt.”[7] However, the problem is not to elaborate projects, but to provide the material means for their execution. The interventionists believe that this could be easily achieved by holding back government expenditure in the boom and increasing it when the depression comes.
Ο περιορισμός των κυβερνητικών δαπανών μπορεί ασφαλώς να είναι ωφέλιμος. Δεν παρέχει, όμως, τα κεφάλαια που χρειάζεται μια κυβέρνηση για τη μεταγενέστερη αύξηση των δαπανών της. Ένα άτομο μπορεί να διαχειριστεί κατ’ αυτόν τον τρόπο τις υποθέσεις του. Μπορεί να συσσωρεύει αποταμιεύσεις όταν το εισόδημά του είναι υψηλό και να τις δαπανά αργότερα, όταν το εισόδημά του μειωθεί. Η κατάσταση, όμως, είναι διαφορετική για ένα έθνος ή για όλα τα έθνη από κοινού.
Το δημόσιο ταμείο μπορεί να αποθησαυρίσει σημαντικό μέρος των άφθονων φορολογικών εσόδων που εισρέουν στα δημόσια ταμεία ως αποτέλεσμα της οικονομικής άνθησης. Στον βαθμό και για όσο χρονικό διάστημα αποσύρει αυτά τα κεφάλαια από την κυκλοφορία, η πολιτική του είναι πράγματι αποπληθωριστική και αντικυκλική και μπορεί, σε αυτή την έκταση, να εξασθενίσει την άνθηση που δημιούργησε η πιστωτική επέκταση. Όταν, όμως, αυτά τα κεφάλαια δαπανηθούν ξανά, μεταβάλλουν τη νομισματική σχέση και δημιουργούν μια χρηματικά προκαλούμενη τάση μείωσης της αγοραστικής δύναμης της νομισματικής μονάδας. Αυτά τα κεφάλαια δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να παράσχουν τα κεφαλαιουχικά αγαθά που απαιτούνται για την εκτέλεση των δημόσιων έργων που είχαν τεθεί στο απόθεμα.
Now, restriction of government expenditure may certainly be a good thing. But it does not provide the funds a government needs for a later expansion of its expenditure. An individual may conduct his affairs in this way. He may accumulate savings when his income is high and spend them later when his income drops. But it is different with a nation or all nations together. The treasury may hoard a considerable part of the lavish revenue from taxes which flows into the public exchequer as a result of the boom. As far and as long as it withholds these funds from circulation, its policy is really deflationary and contracyclical and may to this extent weaken the boom created by credit expansion. But when these funds are spent again, they alter the money relation and create a cash-induced tendency toward a drop in the monetary unit’s purchasing power. By no means can these funds provide the capital goods required for the execution of the shelved public works.
Το θεμελιώδες σφάλμα αυτών των σχεδίων συνίσταται στο ότι αγνοούν τη σπανιότητα των κεφαλαιουχικών αγαθών. Κατά την άποψή τους, η ύφεση προκαλείται απλώς από κάποια μυστηριώδη έλλειψη ροπής των ανθρώπων τόσο προς κατανάλωση όσο και προς επένδυση. Ενώ το μοναδικό πραγματικό πρόβλημα είναι η μεγαλύτερη παραγωγή και η μικρότερη κατανάλωση, ώστε να αυξηθεί το διαθέσιμο απόθεμα κεφαλαιουχικών αγαθών, οι παρεμβατιστές επιθυμούν να αυξήσουν τόσο την κατανάλωση όσο και την επένδυση.
Θέλουν η κυβέρνηση να αναλάβει σχέδια που είναι μη επικερδή ακριβώς επειδή οι συντελεστές παραγωγής που απαιτούνται για την εκτέλεσή τους πρέπει να αποσυρθούν από άλλες χρήσεις, στις οποίες θα ικανοποιούσαν ανάγκες που οι καταναλωτές θεωρούν περισσότερο επείγουσες. Δεν αντιλαμβάνονται ότι τέτοια δημόσια έργα πρέπει να εντείνουν σημαντικά το πραγματικό κακό, δηλαδή την έλλειψη κεφαλαιουχικών αγαθών.
The fundamental error of the interventionists consists in the fact that they ignore the shortage of capital goods. In their eyes the depression is merely caused by a mysterious lack of the people’s propensity both to consume and to invest. While the only real problem is to produce more and to consume less in order to increase the stock of capital goods available, the interventionists want to increase both consumption and investment. They want the government to embark upon projects which are unprofitable precisely because the factors of production needed for their execution must be withdrawn from other lines of employment in which they would fulfill wants the satisfaction of which the consumers consider more urgent. They do not realize that such public works must considerably intensify the real evil, the shortage of capital goods.
Θα μπορούσε, βεβαίως, να εξεταστεί ένας άλλος τρόπος χρησιμοποίησης των αποταμιεύσεων που πραγματοποιεί η κυβέρνηση κατά την περίοδο οικονομικής άνθησης. Το δημόσιο ταμείο θα μπορούσε να επενδύσει το πλεόνασμά του στην αγορά μεγάλων αποθεμάτων όλων εκείνων των υλικών τα οποία θα χρειαστεί αργότερα, όταν εμφανιστεί η ύφεση, για την εκτέλεση των σχεδιασμένων δημόσιων έργων, καθώς και των καταναλωτικών αγαθών που θα ζητήσουν όσοι απασχοληθούν σε αυτά. Αν, όμως, οι αρχές ενεργούσαν κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα ενέτειναν σημαντικά την οικονομική άνθηση, θα επιτάχυναν την εκδήλωση της κρίσης και θα καθιστούσαν σοβαρότερες τις συνέπειές της.8
One could, of course, think of another mode for the employment of the savings the government makes in the boom period. The treasury could invest its surplus in buying large stocks of all those materials which it will later, when the depression comes, need for the execution of the public works planned and of the consumers’ goods which those occupied in these public works will ask for. But if the authorities were to act in this way, they would considerably intensify the boom, accelerate the outbreak of the crisis, and make its consequences more serious.[8]
Όλη αυτή η συζήτηση περί αντικυκλικών κυβερνητικών δραστηριοτήτων αποβλέπει σε έναν μόνο σκοπό: να αποσπάσει την προσοχή του κοινού από την αναγνώριση της πραγματικής αιτίας των κυκλικών διακυμάνσεων των επιχειρήσεων. Όλες οι κυβερνήσεις είναι σταθερά προσηλωμένες στην πολιτική χαμηλών επιτοκίων, πιστωτικής επέκτασης και πληθωρισμού. Όταν εμφανίζονται οι αναπόφευκτες συνέπειες αυτών των βραχυχρόνιων πολιτικών, γνωρίζουν μόνο μία θεραπεία: να συνεχίσουν τις πληθωριστικές τους επιχειρήσεις.
All this talk about contracyclical government activities aims at one goal only, namely, to divert the public’s attention from cognizance of the real cause of the cyclical fluctuations of business. All governments are firmly committed to the policy of low interest rates, credit expansion, and inflation. When the unavoidable aftermath of these short-term policies appears, they know only of one remedy—to go on in inflationary ventures.
6. Συναλλαγματικός έλεγχος και διμερείς συμφωνίες ανταλλαγών
↗ στη σελίδα του βιβλίου6. Foreign Exchange Control and Bilateral Exchange Agreements
Αν μια κυβέρνηση καθορίσει την ισοτιμία του εγχώριου πιστωτικού χρήματος ή χρήματος αναγκαστικής κυκλοφορίας έναντι του χρυσού ή του ξένου συναλλάγματος σε σημείο υψηλότερο από εκείνο της αγοράς —αν, δηλαδή, καθορίσει ανώτατες τιμές για τον χρυσό και το ξένο συνάλλαγμα κάτω από τη δυνητική αγοραία τιμή— εμφανίζονται οι συνέπειες που περιγράφει ο νόμος του Gresham. Δημιουργείται μια κατάσταση η οποία αποκαλείται, πολύ ανεπαρκώς, έλλειψη ξένου συναλλάγματος.
If a government fixes the parity of its domestic credit or fiat money against gold or foreign exchange at a higher point than the market—that is, if it fixes maximum prices for gold and foreign exchange below the potential market price—the effects appear which Gresham’s Law describes. A state of affairs results which—very inadequately—is called a scarcity of foreign exchange.
Χαρακτηριστικό γνώρισμα ενός οικονομικού αγαθού είναι ότι η διαθέσιμη προσφορά του δεν είναι τόσο άφθονη ώστε να καθιστά δυνατή κάθε επιθυμητή χρήση του. Ένα αντικείμενο που δεν βρίσκεται σε ανεπαρκή προσφορά δεν αποτελεί οικονομικό αγαθό· κανείς δεν ζητεί ούτε καταβάλλει τιμή γι’ αυτό. Επειδή το χρήμα πρέπει αναγκαστικά να αποτελεί οικονομικό αγαθό, η έννοια ενός χρήματος που δεν θα ήταν σπάνιο είναι παράλογη.
Εκείνο, όμως, που έχουν κατά νου οι κυβερνήσεις οι οποίες διαμαρτύρονται για την έλλειψη ξένου συναλλάγματος είναι κάτι διαφορετικό. Είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της πολιτικής τους για τον καθορισμό των τιμών. Σημαίνει ότι, στην τιμή που καθόρισε αυθαίρετα η κυβέρνηση, η ζήτηση υπερβαίνει την προσφορά.
Αν η κυβέρνηση, έχοντας μειώσει μέσω του πληθωρισμού την αγοραστική δύναμη της εγχώριας νομισματικής μονάδας έναντι του χρυσού, του ξένου συναλλάγματος, των εμπορευμάτων και των υπηρεσιών, απέχει από κάθε απόπειρα ελέγχου των συναλλαγματικών ισοτιμιών, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για έλλειψη υπό την έννοια με την οποία χρησιμοποιεί τον όρο η κυβέρνηση. Όποιος είναι πρόθυμος να καταβάλει την αγοραία τιμή μπορεί να αγοράσει όσο ξένο συνάλλαγμα επιθυμεί.
It is the characteristic mark of an economic good that the supply available is not so plentiful as to make any intended utilization of it possible. An object that is not in short supply is not an economic good; no prices are asked for it or paid for it. As money must necessarily be an economic good, the notion of a money that would not be scarce is absurd. What those governments who complain about a scarcity of foreign exchange have in mind is, however, something different. It is the unavoidable outcome of their policy of price fixing. It means that at the price arbitrarily fixed by the government demand exceeds supply. If the government, having by means of inflation reduced the purchasing power of the domestic monetary unit against gold, foreign exchange, and commodities and services, abstains from any attempt at controlling foreign exchange rates, there cannot be any question of a scarcity in the sense in which the government uses this term. He who is ready to pay the market price would be in a position to buy as much foreign exchange as he wants.
Η κυβέρνηση, όμως, είναι αποφασισμένη να μην ανεχθεί καμία άνοδο των συναλλαγματικών ισοτιμιών, εκφρασμένων στο πληθωριστικό εγχώριο νόμισμα. Στηριζόμενη στους δικαστικούς λειτουργούς και στους αστυνομικούς της, απαγορεύει κάθε συναλλαγή σε ξένο συνάλλαγμα με όρους διαφορετικούς από την επιβεβλημένη ανώτατη τιμή.
But the government is resolved not to tolerate any rise in foreign exchange rates (in terms of the inflated domestic currency). Relying upon its magistrates and constables, it prohibits any dealings in foreign exchange on terms different from the ordained maximum price.
Όπως αντιλαμβάνονται το ζήτημα η κυβέρνηση και οι υποστηρικτές της, η άνοδος των συναλλαγματικών ισοτιμιών προκλήθηκε από το δυσμενές ισοζύγιο πληρωμών και από τις αγορές των κερδοσκόπων. Για να εξαλείψει το κακό, η κυβέρνηση καταφεύγει σε μέτρα που περιορίζουν τη ζήτηση ξένου συναλλάγματος. Στο εξής, μόνο εκείνοι οι άνθρωποι που το χρειάζονται για συναλλαγές τις οποίες εγκρίνει η κυβέρνηση πρέπει να έχουν δικαίωμα αγοράς ξένου συναλλάγματος. Τα εμπορεύματα των οποίων η εισαγωγή θεωρείται περιττή από την κυβέρνηση δεν πρέπει πλέον να εισάγονται. Απαγορεύεται η καταβολή τόκων και κεφαλαίου επί χρεών προς αλλοδαπούς. Οι πολίτες δεν πρέπει πλέον να ταξιδεύουν στο εξωτερικό.
Η κυβέρνηση δεν αντιλαμβάνεται ότι τέτοια μέτρα δεν μπορούν ποτέ να «βελτιώσουν» το ισοζύγιο πληρωμών. Αν μειωθούν οι εισαγωγές, μειώνονται ταυτόχρονα και οι εξαγωγές. Οι πολίτες που εμποδίζονται να αγοράσουν ξένα αγαθά, να εξοφλήσουν εξωτερικά χρέη και να ταξιδέψουν στο εξωτερικό δεν θα διατηρήσουν στα χρηματικά τους διαθέσιμα το ποσό του εγχώριου χρήματος που παραμένει έτσι στην κατοχή τους. Θα αυξήσουν τις αγορές είτε καταναλωτικών είτε παραγωγικών αγαθών και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα δημιουργήσουν περαιτέρω τάση ανόδου των εγχώριων τιμών. Όσο περισσότερο, όμως, αυξάνονται οι τιμές, τόσο περισσότερο θα παρεμποδίζονται οι εξαγωγές.
As the government and its satellites see it, the rise in foreign exchange rates was caused by an unfavorable balance of payments and by the purchases of speculators. In order to remove the evil, the government resorts to measures restricting the demand for foreign exchange. Only those people should henceforth have the right to buy foreign exchange who need it for transactions of which the government approves. Commodities the importation of which is superfluous in the opinion of the government should no longer be imported. Payment of interest and principal on debts due to foreigners is prohibited. Citizens must no longer travel abroad. The government does not realize that such measures can never “improve” the balance of payments. If imports drop, exports drop concomitantly. The citizens who are prevented from buying foreign goods, from paying back foreign debts, and from traveling abroad, will not keep the amount of domestic money thus left to them in their cash holdings. They will increase their buying either of consumers’ or of producers’ goods and thus bring about a further tendency for domestic prices to rise. But the more prices rise, the more will exports be checked.
Τώρα η κυβέρνηση προχωρεί ένα βήμα παραπέρα. Κρατικοποιεί τις συναλλαγές σε ξένο συνάλλαγμα. Κάθε πολίτης που αποκτά —για παράδειγμα μέσω εξαγωγών— κάποια ποσότητα ξένου συναλλάγματος είναι υποχρεωμένος να την πωλήσει, στην επίσημη ισοτιμία, στην υπηρεσία συναλλαγματικού ελέγχου. Αν αυτή η διάταξη, η οποία ισοδυναμεί με εξαγωγικό δασμό, εφαρμοζόταν αποτελεσματικά, το εξαγωγικό εμπόριο θα μειωνόταν δραστικά ή θα έπαυε εντελώς.
Η κυβέρνηση ασφαλώς δεν επιθυμεί αυτό το αποτέλεσμα. Δεν θέλει, όμως, ούτε να παραδεχθεί ότι η παρέμβασή της απέτυχε ολοκληρωτικά να επιτύχει τους επιδιωκόμενους σκοπούς και ότι δημιούργησε μια κατάσταση η οποία είναι, ακόμη και από τη δική της σκοπιά, πολύ χειρότερη από την προηγούμενη. Έτσι, η κυβέρνηση καταφεύγει σε ένα προσωρινό τέχνασμα. Επιδοτεί το εξαγωγικό εμπόριο σε τέτοιον βαθμό, ώστε να αντισταθμίζονται οι ζημίες που προκαλεί η πολιτική της στους εξαγωγείς.
Now the government goes a step further. It nationalizes foreign exchange transactions. Every citizen who acquires—through exporting, for example—an amount of foreign exchange, is bound to sell it at the official rate to the office of foreign exchange control. If this provision, which is tantamount to an export duty, were to be effectively enforced, export trade would shrink greatly or cease altogether. The government certainly does not like this result. But neither does it want to admit that its interference has utterly failed to achieve the ends sought and has produced a state of affairs which is, from the government’s own point of view, much worse even than the previous state of affairs. So the government resorts to a makeshift. It subsidizes the export trade to such an extent that the losses which its policy inflicts upon the exporters are compensated.
Από την άλλη πλευρά, η κυβερνητική υπηρεσία συναλλαγματικού ελέγχου, εμμένοντας πεισματικά στο πλάσμα ότι οι συναλλαγματικές ισοτιμίες δεν έχουν «πραγματικά» αυξηθεί και ότι η επίσημη ισοτιμία είναι η πραγματική ισοτιμία, πωλεί ξένο συνάλλαγμα στους εισαγωγείς στην επίσημη αυτή ισοτιμία. Αν αυτή η πολιτική εφαρμοζόταν πράγματι, θα ισοδυναμούσε με την καταβολή επιδομάτων στους σχετικούς εμπόρους. Θα αποκόμιζαν απροσδόκητα κέρδη από την πώληση των εισαγόμενων εμπορευμάτων στην εγχώρια αγορά.
Έτσι, η αρχή καταφεύγει σε νέα προσωρινά τεχνάσματα. Είτε αυξάνει τους εισαγωγικούς δασμούς είτε επιβάλλει ειδικούς φόρους στους εισαγωγείς είτε επιβαρύνει με κάποιον άλλον τρόπο τις αγορές ξένου συναλλάγματος που πραγματοποιούν.
On the other hand, the government bureau of foreign exchange control, stubbornly clinging to the fiction that foreign exchange rates have not “really” risen and that the official rate is an effective rate, sells foreign exchange to importers at this official rate. If this policy were to be really followed, it would be equivalent to paying bonuses to the merchants concerned. They would reap windfall profits in selling the imported commodity on the domestic market. Thus the authority resorts to further makeshifts. It either raises import duties or levies special taxes on the importers or burdens their purchases of foreign exchange in some other way.
Τότε, βεβαίως, ο συναλλαγματικός έλεγχος λειτουργεί. Λειτουργεί, όμως, μόνο επειδή αναγνωρίζει στην πράξη την αγοραία συναλλαγματική ισοτιμία. Ο εξαγωγέας λαμβάνει για τις εισπράξεις του σε ξένο συνάλλαγμα την επίσημη ισοτιμία συν την επιδότηση, τα οποία από κοινού ισούνται με την αγοραία ισοτιμία. Ο εισαγωγέας καταβάλλει για το ξένο συνάλλαγμα την επίσημη ισοτιμία συν ένα ειδικό υπερτίμημα, φόρο ή δασμό, τα οποία από κοινού ισούνται με την αγοραία ισοτιμία. Οι μόνοι άνθρωποι που είναι υπερβολικά αμβλείς για να αντιληφθούν τι πράγματι συμβαίνει και επιτρέπουν να εξαπατηθούν από τη γραφειοκρατική ορολογία είναι οι συγγραφείς βιβλίων και άρθρων για τις νέες μεθόδους νομισματικής διαχείρισης και τη νέα νομισματική εμπειρία.
Then, of course, foreign exchange control works. But it works only because it virtually acknowledges the market rate of foreign exchange. The exporter gets for his proceeds in foreign exchange the official rate plus the subsidy, which together equal the market rate. The importer pays for foreign exchange the official rate plus a special premium, tax, or duty, which together equal the market rate. The only people who are too dull to grasp what is really going on and let themselves be fooled by the bureaucratic terminology, are the authors of books and articles on new methods of monetary management and on new monetary experience.
Η μονοπώληση από την κυβέρνηση της αγοράς και της πώλησης ξένου συναλλάγματος αναθέτει στις αρχές τον έλεγχο του εξωτερικού εμπορίου. Δεν επηρεάζει τον καθορισμό των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Δεν έχει σημασία αν η κυβέρνηση καθιστά ή όχι παράνομη τη δημοσίευση των πραγματικών και αποτελεσματικών συναλλαγματικών ισοτιμιών από τον Τύπο. Στον βαθμό που εξακολουθεί να διεξάγεται εξωτερικό εμπόριο, ισχύουν μόνο αυτές οι πραγματικές και αποτελεσματικές ισοτιμίες.
The monopolization of buying and selling of foreign exchange by the government vests the control of foreign trade in the authorities. It does not affect the determination of foreign exchange rates. It does not matter whether or not the government makes it illegal for the press to publish the real and effective rates of foreign exchange. As far as foreign trade is still carried on, only these real and effective rates are in force.
Για να συγκαλύψουν καλύτερα την πραγματική κατάσταση, οι κυβερνήσεις επιδιώκουν να εξαλείψουν κάθε αναφορά στην πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία. Το εξωτερικό εμπόριο, πιστεύουν, δεν θα πρέπει πλέον να διεξάγεται μέσω του χρήματος. Θα πρέπει να διεξάγεται μέσω αντιπραγματισμού. Συνάπτουν συμφωνίες αντιπραγματισμού και συμψηφισμού με ξένες κυβερνήσεις. Καθεμία από τις δύο συμβαλλόμενες χώρες πρέπει να πωλεί στην άλλη ορισμένη ποσότητα αγαθών και υπηρεσιών και να λαμβάνει ως αντάλλαγμα ορισμένη ποσότητα άλλων αγαθών και υπηρεσιών.
In order to conceal better the true state of affairs, governments are intent upon eliminating all reference to the real foreign exchange rate. Foreign trade, they think, should no longer be transacted by the intermediary of money. It should be barter. They enter into barter and clearing agreements with foreign governments. Each of the two contracting countries should sell to the other country a quantity of goods and services and receive in exchange a quantity of other goods and services. In the text of these treaties any reference to the real market rates of foreign exchange is carefully avoided. However, both parties calculate their sales and their purchases in terms of the world market prices expressed in gold. These clearing and barter agreements substitute bilateral trade between two countries for the triangular or multilateral trade of the liberal age. But they in no way affect the fact that a country’s national currency has lost a part of its purchasing power against gold, foreign exchange, and commodities.
As a policy of foreign trade nationalization, foreign exchange control is a step on the way toward a substitution of socialism for the market economy. From any other point of view it is abortive. It can certainly neither in the short run nor in the long run affect the determination of the rate of foreign exchange.
Στο κείμενο αυτών των συνθηκών αποφεύγεται προσεκτικά κάθε αναφορά στις πραγματικές αγοραίες συναλλαγματικές ισοτιμίες. Ωστόσο, αμφότερα τα μέρη υπολογίζουν τις πωλήσεις και τις αγορές τους βάσει των τιμών της παγκόσμιας αγοράς, εκφρασμένων σε χρυσό. Αυτές οι συμφωνίες συμψηφισμού και αντιπραγματισμού αντικαθιστούν το τριγωνικό ή πολυμερές εμπόριο της φιλελεύθερης εποχής με διμερές εμπόριο μεταξύ δύο χωρών. Δεν επηρεάζουν, όμως, με κανέναν τρόπο το γεγονός ότι το εθνικό νόμισμα μιας χώρας έχει χάσει μέρος της αγοραστικής του δύναμης έναντι του χρυσού, του ξένου συναλλάγματος και των εμπορευμάτων.
The barter and clearing agreements which the Nazi Government of the Reich concluded with various foreign countries have been misinterpreted by the vast literature on the subject. As these misinterpretations are the basis of many current errors concerning monetary problems, it seems expedient to devote a few remarks to them.
The considerations which motivated foreign governments to enter into such agreements with the Reich were not uniform. Neither were the political and economic consequences of these agreements homogeneous. We may deal with the problems involved by discussing first the case of the agreement with Switzerland and then those with the countries of the European southeast.
The Swiss banks had, before Hitler seized power, lent comparatively enormous sums to German business. Moreover, one of Switzerland’s main industries, tourism, depended to a great extent on German patrons. The German foreign exchange control laws gave the German authorities the power to prohibit all payments to Swiss banks and to prevent Germans from visiting the country. The clearing agreement was the only means for the Swiss to salvage at least a part of their German assets and to induce the Reich to permit a limited number of Germans to spend a holiday in the Swiss hotels.
The case of the Balkan agreements is even more interesting as their meaning was still more distorted by misinterpretation.
Let us look at an example. The Reich and one of the southeastern countries of Europe—we may call it Balkania—concluded an agreement concerning the mutual exchange of commodities, which could be bought or sold on the world market for 20 million dollars. Balkania had to give a world-market value of 10 million dollars in food and raw materials, Germany had to give a world-market value of 10 million dollars in manufactured goods. The peculiar feature of the bargain was that these commodities bought and sold were in the terms of the contract not valued according to their world-market price, but at a higher rate, let us say 10 per cent above the prices of the world market. For the goods Germany had to buy, Balkania was charged 11 million instead of 10, but on the other hand Balkania was credited for the goods it sold with 11 million instead of 10. This overvaluation was totally, or at least to a great extent, concealed in the rate of exchange between the Reichsmark and the balkan, the monetary unit of Balkania’s currency system, which the barter agreement fixed at a level different from the actual rate of exchange.
Let us assume that the dollar was actually worth 10 balkans on the world market. By virtue of the barter agreement, Balkania sold to Germany food and raw materials for which English businessmen offered too million balkans, for 110 million, and bought manufactured goods which she could buy from English or American exporters for 100 million balkans, for 110 million.
In order to understand the meaning of this strange procedure, we have to realize that the loss and the gain from these overvaluations compensated each other only for the whole nations, but not for the individual citizens. For socialist Germany, where under Hitler all business was nationalized, this made no difference at all. But in Balkania domestic production and domestic trade were still based on private ownership; only the foreign trade of Balkania was controlled by the government. There it was of great consequence that those burdened by the overvaluation of the imported goods and those favored by the overvaluation of the exported goods were not the same people. The terms of the barter agreement resulted, therefore, in a shift of income from some groups of citizens (of course, the black sheep of the government) to other groups of citizens (of course, the government’s pet children). The government of Balkania distributed the boon of the transaction in this way:
1. Higher prices paid to the producers of the exported food and raw materials 5 million 2. Gains (legal and illegal) of the government agency entrusted with the execution of the barter agreement and of the “friends” of the government managing it 1 million 3. Gains retained by the treasury 5 million The losses of the transaction, on the other hand, were distributed in this way:
Ως πολιτική κρατικοποίησης του εξωτερικού εμπορίου, ο συναλλαγματικός έλεγχος αποτελεί βήμα προς την αντικατάσταση της οικονομίας της αγοράς από τον σοσιαλισμό. Από οποιαδήποτε άλλη σκοπιά είναι ατελέσφορος. Ασφαλώς δεν μπορεί να επηρεάσει ούτε βραχυπρόθεσμα ούτε μακροπρόθεσμα τον καθορισμό της συναλλαγματικής ισοτιμίας.
1. Higher prices of imported commodities paid by those who were favored by the higher prices of the exported goods 1 million 2. Higher prices of imported goods paid by other citizens 5 million 3. Higher prices of imported goods paid by the government (e.g., for arms, railroad equipment, etc.) 4 million It is obvious that the friends of the government and the peasants producing food and raw materials realized gains of 5 million, whereas the nonagricultural sections of the population were burdened with 5 million additional expenditure. Such an effect was in line with Balkania’s whole economic policy; like many other contemporary governments, the rulers of Balkania made every effort to favor the agricultural section of the population at the expense of the nonagricultural section.
The political consequences of these agreements were twofold: Balkania’s government became dependent on the Reich, but its power at home increased. The government now disposed of a fund which could be used for the benefit of its friends, who were on the payroll of the company or government agency entrusted with the execution of the barter agreement. Moreover, the government had the power to discriminate against those groups of the peasantry who did not support the government or who were members of a linguistic or religious minority. The products which had to be exported to Germany were purchased only from the sympathetic producers. The nonsympathisers were barred from the enjoyment of the benefits of the treaty; they had to sell their entire crop at the lower prices corresponding to the world market prices. In Yugoslavia, for instance, the Catholic Croat peasants complained that the government purchased only from Serbs. It is impossible to discover whether this complaint was really well founded; in any case, the Croats did not blame the Nazis, they blamed the Yugoslavian government.
The barter agreements gave Germany a kind of monopoly of the trade with the countries of southeastern Europe which could not fail to link these countries politically with the Reich. From the Nazi point of view, this practice meant a skillful use of the domestic economic antagonisms within these countries for the achievement of their own political ends. To the governments of the Balkan states, these barter agreements offered an opportunity of initiating a policy favoring the farming class at the expense of the nonagricultural classes. What the industrial countries of Western and Central Europe achieved by tariffs and other measures discriminating against the products of foreign agriculture and what the United States achieved by some of the agricultural measures of the New Deal, was in Rumania, Hungary, Bulgaria, and Yugoslavia achieved by the barter treaties with Germany.
Faced with the problem of this German economic offensive in the Balkans, Great Britain was helpless. It had to withdraw from markets where it could buy only at prices higher than those in other countries. Consequently, the governments of the Balkan countries concerned declared that there were no pounds available for the payment of imports from Great Britain and refused to grant import licenses. Commerce between Great Britain and these countries was severely restricted.
The same was no less true with regard to all other countries of Western Europe and of America.
Such was the true nature of these much talked about clearing agreements which were hailed by many authors as the dawn of a new age of monetary management.
← Κεφάλαιο 30: ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΤΗ ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΩΝ ΤΙΜΩΝΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 32: ΔΗΜΕΥΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΔΙΑΝΟΜΗ →