Ανθρώπινη Δράση: Κεφάλαιο 30: ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΤΗ ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΩΝ ΤΙΜΩΝ
Ludwig von Mises · Human Action: A Treatise on Economics
Πραξεολόγος
← Κεφάλαιο 29: ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 31: ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ (ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ) →
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, Human Action: A Treatise on Economics, ebook του Foundation for Economic Education (FEE), 2016, ISBN 978-1-57246-086-7 — «Published under the Creative Commons Attribution 4.0 International License». Σελίδα της έκδοσης: fee.org/ebooks/human-action-by-ludwig-von-mises. Άδεια: CC BY 4.0.
Σε δείγμα 300 παραγράφων, οι 298 του ebook του FEE ήταν ίδιες λέξη προς λέξη με το κείμενο που ακολουθεί η μετάφραση. Το FEE δεν περιέχει μερικές ενότητες που προστέθηκαν σε μεταγενέστερες εκδόσεις (π.χ. «Η ηθική καταδίκη του κέρδους», «Διαφθορά», παράγραφοι για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο)· αυτές, όπως και οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ), εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Οι πρόλογοι της ελληνικής έκδοσης και των εκδόσεων Scholar’s/4ης δεν περιλαμβάνονται εδώ.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
Κεφάλαιο 30: ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΤΗ ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΩΝ ΤΙΜΩΝ
↗ στη σελίδα του βιβλίουXXX. INTERFERENCE WITH THE STRUCTURE OF PRICES
1. Η κυβέρνηση και η αυτονομία της αγοράς
↗ στη σελίδα του βιβλίου1. The Government and the Autonomy of the Market
Παρέμβαση στη διάρθρωση της αγοράς σημαίνει ότι η κρατική αρχή αποβλέπει στον καθορισμό των τιμών των εμπορευμάτων και των υπηρεσιών, καθώς και των επιτοκίων, σε ύψος διαφορετικό από εκείνο που θα είχε καθορίσει η ανεμπόδιστη αγορά. Θεσπίζει —ή εξουσιοδοτεί, είτε σιωπηρά είτε ρητά, συγκεκριμένες ομάδες ανθρώπων να θεσπίσουν — τιμές και συντελεστές που πρέπει να θεωρούνται είτε ανώτατα είτε κατώτατα όρια και μεριμνά για την επιβολή αυτών των διαταγμάτων μέσω εξαναγκασμού και καταναγκασμού.
INTERFERENCE with the structure of the market means that the authority aims at fixing prices for commodities and services and interest rates at a height different from what the unhampered market would have determined. It decrees, or empowers—either tacitly or expressly—definite groups of people to decree, prices and rates which are to be considered either as maxima or as minima, and it provides for the enforcement of such decrees by coercion and compulsion.
Καταφεύγοντας σε τέτοια μέτρα, η κυβέρνηση επιδιώκει να ευνοήσει είτε τον αγοραστή —όπως στην περίπτωση των ανώτατων τιμών— είτε τον πωλητή —όπως στην περίπτωση των κατώτατων τιμών. Η ανώτατη τιμή αποσκοπεί στο να επιτρέψει στον αγοραστή να αποκτήσει το αγαθό που επιθυμεί σε τιμή χαμηλότερη από εκείνη της ανεμπόδιστης αγοράς. Η κατώτατη τιμή αποσκοπεί στο να επιτρέψει στον πωλητή να διαθέσει το εμπόρευμα ή τις υπηρεσίες του σε τιμή υψηλότερη από εκείνη της ανεμπόδιστης αγοράς.
Οι ομάδες που επιθυμεί να ευνοήσει η αρχή εξαρτώνται από τον πολιτικό συσχετισμό δυνάμεων. Κατά καιρούς οι κυβερνήσεις έχουν επιβάλει ανώτατες τιμές και άλλοτε κατώτατες τιμές σε διάφορα εμπορεύματα. Ορισμένες φορές έχουν επιβάλει ανώτατους μισθούς και άλλοτε κατώτατους μισθούς. Μόνο ως προς τον τόκο δεν έχουν καταφύγει ποτέ σε κατώτατους συντελεστές· όταν παρενέβαιναν, επέβαλλαν πάντοτε ανώτατα επιτόκια. Αντιμετώπιζαν πάντοτε με δυσπιστία την αποταμίευση, την επένδυση και τον δανεισμό χρήματος.
In resorting to such measures the government wants to favor either the buyer—as in the case of maximum prices—or the seller—as in the case of minimum prices. The maximum price is designed to make it possible for the buyer to procure what he wants at a price lower than that of the unhampered market. The minimum price is designed to make it possible for the seller to dispose of his merchandise or his services at a price higher than that of the unhampered market. It depends on the political balance of forces which groups the authority wants to favor. At times governments have resorted to maximum prices, at other times to minimum prices for various commodities. At times they have decreed maximum wage rates, at other times minimum wage rates. It is only with regard to interest that they have never had recourse to minimum rates; when they have interfered, they have always decreed maximum interest rates. They have always looked askance upon saving, investing, and moneylending.
Αν αυτή η παρέμβαση στις τιμές των εμπορευμάτων, στους μισθούς και στα επιτόκια περιλαμβάνει όλες τις τιμές, όλους τους μισθούς και όλα τα επιτόκια, ισοδυναμεί με την πλήρη αντικατάσταση της οικονομίας της αγοράς από τον σοσιαλισμό γερμανικού τύπου. Τότε η αγορά, οι διαπροσωπικές ανταλλαγές, η ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, η επιχειρηματικότητα και η ιδιωτική πρωτοβουλία εξαφανίζονται ουσιαστικά ολοκληρωτικά. Κανένα άτομο δεν έχει πλέον τη δυνατότητα να επηρεάσει με δική του πρωτοβουλία την παραγωγική διαδικασία· κάθε άτομο είναι υποχρεωμένο να υπακούει στις διαταγές του ανώτατου συμβουλίου διεύθυνσης της παραγωγής.
Εκείνα που, στο σύνολο αυτών των εντολών, αποκαλούνται τιμές, μισθοί και επιτόκια δεν αποτελούν πλέον τιμές, μισθούς και επιτόκια υπό την καταλλακτική έννοια των όρων. Είναι απλώς ποσοτικοί προσδιορισμοί που καθορίζονται από τον διευθυντή χωρίς αναφορά σε κάποια διαδικασία της αγοράς. Αν οι κυβερνήσεις που καταφεύγουν στον έλεγχο των τιμών και οι μεταρρυθμιστές που τον υποστηρίζουν απέβλεπαν πάντοτε στην εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού γερμανικού τύπου, δεν θα υπήρχε λόγος να εξετάζει η οικονομική επιστήμη χωριστά τον έλεγχο των τιμών. Όλα όσα πρέπει να λεχθούν σχετικά με έναν τέτοιο έλεγχο περιλαμβάνονται ήδη στην ανάλυση του σοσιαλισμού.
If this interference with commodity prices, wage rates, and interest rates includes all prices, wage rates, and interest rates, it is tantamount to the full substitution of socialism (of the German pattern) for the market economy. Then the market, interpersonal exchange, private ownership of the means of production, entrepreneurship, and private initiative, virtually disappear altogether. No individual any longer has the opportunity to influence the process of production of his own accord; every individual is bound to obey the orders of the supreme board of production management. What in the complex of these orders are called prices, wage rates, and interest rates are no longer prices, wage rates, and interest rates in the catallactic sense of these terms. They are merely quantitative determinations fixed by the director without reference to a market process. If the governments resorting to price control and the reformers advocating price control were always intent upon the establishment of socialism of the German pattern, there would be no need for economics to deal with price control separately. All that has to be said with reference to such price control is already contained in the analysis of socialism.
Πολλοί υπέρμαχοι της κυβερνητικής παρέμβασης στις τιμές υπήρξαν και εξακολουθούν να είναι εξαιρετικά συγκεχυμένοι ως προς αυτό το ζήτημα. Απέτυχαν να αντιληφθούν τη θεμελιώδη διαφορά μεταξύ μιας οικονομίας της αγοράς και μιας κοινωνίας χωρίς αγορά. Η ασάφεια των ιδεών τους αντανακλάται σε αόριστη και διφορούμενη γλώσσα και σε μια αποπροσανατολιστική ορολογία.
Many advocates of government interference with prices have been and are very much confused with regard to this issue. They have failed to recognize the fundamental difference between a market economy and a nonmarket society. The haziness of their ideas has been reflected in vague and ambiguous language and in a bewildered terminology. They have tried to amalgamate things entirely incompatible with one another. Their main concepts are examples of the inconsistency which logicians call contradictio in adjecto.
Υπήρξαν και εξακολουθούν να υπάρχουν υπέρμαχοι του ελέγχου των τιμών που δηλώνουν ότι επιθυμούν να διατηρήσουν την οικονομία της αγοράς. Υποστηρίζουν απερίφραστα ότι ο κυβερνητικός καθορισμός των τιμών, των μισθών και των επιτοκίων μπορεί να επιτύχει τους σκοπούς για τους οποίους επιβάλλεται, χωρίς να καταργήσει ολοκληρωτικά την αγορά και την ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Διακηρύσσουν ακόμη ότι ο έλεγχος των τιμών αποτελεί το καλύτερο ή το μοναδικό μέσο για τη διατήρηση του συστήματος της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας και την αποτροπή της έλευσης του σοσιαλισμού.
Εξοργίζονται όταν κάποιος αμφισβητεί την ορθότητα της θεωρίας τους και καταδεικνύει ότι ο έλεγχος των τιμών, αν δεν πρόκειται να επιδεινώσει την κατάσταση από τη σκοπιά των κυβερνήσεων και των θεωρητικών του παρεμβατισμού, πρέπει τελικά να οδηγήσει στον σοσιαλισμό. Διαμαρτύρονται ότι δεν είναι ούτε σοσιαλιστές ούτε κομμουνιστές και ότι επιδιώκουν την οικονομική ελευθερία και όχι τον ολοκληρωτισμό.
However, there were and are advocates of price control who have openly declared that they want to preserve the market economy. They are outspoken in their assertion that government fixing of prices, wage rates, and interest rates can attain the ends the government wants to attain by their promulgation without abolishing altogether the market and private ownership of the means of production. They even declare that price control is the best or the only means of preserving the system of private enterprise and of preventing the coming of socialism. They become very indignant if somebody questions the correctness of their doctrine and shows that price control, if it is not to make things worse from the point of view of the governments and the interventionist doctrinaires, must finally result in socialism. They protest that they are neither socialists nor communists, and that they aim at economic freedom and not at totalitarianism.
Αυτές τις θέσεις των παρεμβατιστών πρέπει να εξετάσουμε. Το πρόβλημα είναι αν η αστυνομική εξουσία μπορεί να επιτύχει τους επιδιωκόμενους σκοπούς καθορίζοντας τις τιμές, τους μισθούς και τα επιτόκια σε επίπεδο διαφορετικό από εκείνο που θα είχε καθορίσει η ανεμπόδιστη αγορά. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μια ισχυρή και αποφασισμένη κυβέρνηση έχει την εξουσία να επιβάλλει τέτοια ανώτατα ή κατώτατα όρια και να τιμωρεί όσους δεν υπακούουν. Το ερώτημα, όμως, είναι αν η αρχή μπορεί πράγματι να επιτύχει τους σκοπούς που επιδιώκει μέσω αυτών των διαταγμάτων.
It is the tenets of these interventionists that we have to examine. The problem is whether it is possible for the police power to attain the ends it wants to attain by fixing prices, wage rates, and interest rates at a height different from what the unhampered market would have determined. It is beyond doubt that a strong and resolute government has the power to decree such maximum or minimum rates and to take revenge upon the disobedient. But the question is whether or not the authority can attain those ends which it wants to attain by resorting to such decrees.
Η ιστορία αποτελεί ένα μακρύ χρονικό ανώτατων ορίων τιμών και νόμων κατά της τοκογλυφίας. Επανειλημμένως, αυτοκράτορες, βασιλείς και επαναστάτες δικτάτορες επιχείρησαν να παρέμβουν στα φαινόμενα της αγοράς. Επιβλήθηκαν αυστηρές ποινές σε απείθαρχους εμπόρους και αγρότες. Πολλοί άνθρωποι έπεσαν θύματα διώξεων που απολάμβαναν την ενθουσιώδη επιδοκιμασία των μαζών. Παρ’ όλα αυτά, όλες αυτές οι προσπάθειες απέτυχαν. Η εξήγηση της αποτυχίας που παρείχαν τα συγγράμματα νομικών, θεολόγων και φιλοσόφων συμφωνούσε πλήρως με τις αντιλήψεις των κυβερνητών και των μαζών. Ο άνθρωπος, έλεγαν, είναι εκ φύσεως ιδιοτελής και αμαρτωλός, ενώ οι αρχές ήταν δυστυχώς υπερβολικά επιεικείς στην επιβολή του νόμου. Αυτό που χρειαζόταν ήταν μεγαλύτερη αποφασιστικότητα και αυστηρότητα από την πλευρά των κυβερνώντων.
History is a long record of price ceilings and anti-usury laws. Again and again emperors, kings, and revolutionary dictators have tried to meddle with the market phenomena. Severe punishment was inflicted on refractory dealers and farmers. Many people fell victim to persecutions which met with the enthusiastic approval of the masses. Nonetheless, all these endeavors failed. The explanation which the writings of lawyers, theologians, and philosophers provided for the failure was in full agreement with the ideas held by the rulers and the masses. Man, they said, is intrinsically selfish and sinful, and the authorities were unfortunately too lax in enforcing the law. What was needed was more firmness and peremptoriness on the part of those in power.
Η κατανόηση του σχετικού ζητήματος επιτεύχθηκε αρχικά σε σχέση με ένα ειδικό πρόβλημα. Διάφορες κυβερνήσεις ασκούσαν επί μακρόν τη νόθευση του νομίσματος. Αντικαθιστούσαν μέρος του χρυσού ή του αργύρου που περιείχαν προηγουμένως τα νομίσματα με ευτελέστερα και φθηνότερα μέταλλα ή μείωναν το βάρος και το μέγεθός τους. Διατηρούσαν, όμως, για τα νοθευμένα νομίσματα τις καθιερωμένες ονομασίες των παλαιών νομισμάτων και διέτασσαν να παραδίδονται και να γίνονται δεκτά στην ονομαστική τους ισοτιμία.
Αργότερα, οι κυβερνήσεις επιχείρησαν να επιβάλουν στους υπηκόους τους ανάλογους καταναγκασμούς σχετικά με τη σχέση ανταλλαγής μεταξύ χρυσού και αργύρου, καθώς και μεταξύ μεταλλικού χρήματος και πιστωτικού χρήματος ή χρήματος αναγκαστικής κυκλοφορίας. Αναζητώντας τις αιτίες που καθιστούσαν όλα αυτά τα διατάγματα ατελέσφορα, οι πρόδρομοι της οικονομικής σκέψης είχαν ήδη ανακαλύψει, κατά τους τελευταίους αιώνες του Μεσαίωνα, την κανονικότητα που αργότερα ονομάστηκε νόμος του Gresham. Απέμενε ακόμη μακρά πορεία από αυτή τη μεμονωμένη γνώση μέχρι το σημείο στο οποίο οι φιλόσοφοι του δέκατου όγδοου αιώνα αντιλήφθηκαν την αλληλεξάρτηση όλων των φαινομένων της αγοράς.
Cognizance of the issue involved was first reached with regard to a special problem. Various governments long practiced currency debasement. They substituted baser and cheaper metals for a part of the gold or silver which the coins previously contained, or they reduced the weight and the size of the coins. But they retained for the debased coins the customary names of the old ones and decreed that they should be given and received at the nominal par. Then later the governments tried to enjoin on their subjects analogous constraint with regard to the exchange ratio between gold and silver and that between metallic money and credit money or fiat money. In searching for the causes which made all such decrees abortive, the forerunners of economic thought had already discovered by the last centuries of the Middle Ages the regularity which was later called Gresham’s Law. There was still a long way to go from this isolated insight to the point where the philosophers of the eighteenth century became aware of the interconnectedness of all market phenomena.
Κατά την περιγραφή των πορισμάτων των συλλογισμών τους, οι κλασικοί οικονομολόγοι και οι διάδοχοί τους χρησιμοποιούσαν μερικές φορές ιδιωματικές εκφράσεις που μπορούσαν εύκολα να παρερμηνευθούν από όσους επιθυμούσαν να τις παρερμηνεύσουν. Μιλούσαν περιστασιακά για το «ανέφικτο» του ελέγχου των τιμών. Εκείνο που πραγματικά εννοούσαν δεν ήταν ότι τέτοια διατάγματα είναι αδύνατον να εκδοθούν, αλλά ότι δεν μπορούν να επιτύχουν τους σκοπούς που επιδιώκουν οι κυβερνήσεις και ότι επιδεινώνουν, αντί να βελτιώνουν, την κατάσταση. Κατέληξαν ότι τέτοια διατάγματα αντιβαίνουν στον σκοπό τους και είναι ακατάλληλα.
In describing the results of their reasoning the classical economists and their successors sometimes resorted to idiomatic expressions which could easily be misinterpreted by those who wanted to misinterpret them. They occasionally spoke of the “impossibility” of price control. What they really meant was not that such decrees are impossible, but that they cannot attain those ends which the governments are trying to attain and that they make things worse, not better. They concluded that such decrees are contrary to purpose and inexpedient.
Πρέπει να γίνει σαφώς αντιληπτό ότι το πρόβλημα του ελέγχου των τιμών δεν αποτελεί απλώς ένα από τα προβλήματα που πρέπει να εξετάσει η οικονομική επιστήμη ούτε ένα πρόβλημα ως προς το οποίο μπορεί να προκύψει διαφωνία μεταξύ διαφορετικών οικονομολόγων. Το σχετικό ζήτημα είναι μάλλον το εξής: Υπάρχει πράγματι οικονομική επιστήμη; Υπάρχει οποιαδήποτε κανονικότητα στη διαδοχή και στην αλληλεξάρτηση των φαινομένων της αγοράς;
Όποιος απαντά αρνητικά σε αυτά τα δύο ερωτήματα αρνείται την ίδια τη δυνατότητα, τον ορθολογικό χαρακτήρα και την ύπαρξη της οικονομικής επιστήμης ως κλάδου της γνώσης. Επιστρέφει στις πεποιθήσεις που επικρατούσαν στις εποχές πριν από την ανάπτυξη της οικονομικής επιστήμης. Διακηρύσσει ως αναληθή τη θέση ότι υπάρχουν οικονομικοί νόμοι και ότι οι τιμές, οι μισθοί και τα επιτόκια καθορίζονται μονοσήμαντα από τα δεδομένα της αγοράς. Υποστηρίζει ότι η αστυνομία έχει την εξουσία να καθορίζει αυτά τα φαινόμενα της αγοράς κατά βούληση.
Ένας υπέρμαχος του σοσιαλισμού δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκην να αρνείται την οικονομική επιστήμη· τα αξιώματά του δεν συνεπάγονται αναγκαστικά την απροσδιοριστία των φαινομένων της αγοράς. Ο παρεμβατιστής, όμως, όταν υποστηρίζει τον έλεγχο των τιμών, δεν μπορεί παρά να ακυρώνει την ίδια την ύπαρξη της οικονομικής επιστήμης. Τίποτε δεν απομένει από αυτήν αν κάποιος αρνηθεί τον νόμο της αγοράς.
It is necessary to see clearly that the problem of price control is not merely one of the problems to be dealt with by economics, not a problem with regard to which there can arise disagreement among various economists. The issue involved is rather: Is there any such thing as economics? Is there any regularity in the sequence and interconnectedness of the market phenomena? He who answers these two questions in the negative denies the very possibility, rationality, and existence of economics as a branch of knowledge. He returns to the beliefs held in the ages which preceded the evolution of economics. He declares to be untrue the assertion that there is any economic law and that prices, wage rates, and interest rates are uniquely determined by the data of the market. He contends that the police have the power to determine these market phenomena ad libitum. An advocate of socialism need not necessarily negate economics; his postulates do not necessarily imply the indeterminateness of the market phenomena. But the interventionist, in advocating price control, cannot help nullifying the very existence of economics. Nothing is left of economics if one denies the law of the market.
Η Γερμανική Ιστορική Σχολή υπήρξε συνεπής στη ριζική καταδίκη της οικονομικής επιστήμης και στις προσπάθειές της να την αντικαταστήσει με τις wirtschaftliche Staatswissenschaften, δηλαδή με τη μελέτη των οικονομικών πτυχών της πολιτικής επιστήμης. Το ίδιο ίσχυε για πολλούς οπαδούς του βρετανικού φαβιανισμού και του αμερικανικού θεσμισμού. Εκείνοι, όμως, οι συγγραφείς που δεν απορρίπτουν πλήρως την οικονομική επιστήμη και ταυτόχρονα ισχυρίζονται ότι ο έλεγχος των τιμών μπορεί να επιτύχει τους επιδιωκόμενους σκοπούς περιπίπτουν σε οικτρή αντίφαση.
Είναι λογικά αδύνατον να συμφιλιωθεί η σκοπιά του οικονομολόγου με εκείνη του παρεμβατιστή. Αν οι τιμές καθορίζονται μονοσήμαντα από τα δεδομένα της αγοράς, δεν μπορούν να χειραγωγούνται ελεύθερα μέσω του κυβερνητικού καταναγκασμού. Το κυβερνητικό διάταγμα αποτελεί απλώς ένα νέο δεδομένο και οι συνέπειές του καθορίζονται από τη λειτουργία της αγοράς. Δεν παράγει κατ’ ανάγκην τα αποτελέσματα που επιθυμεί να επιτύχει η κυβέρνηση όταν προσφεύγει σε αυτό. Ενδέχεται μάλιστα το τελικό αποτέλεσμα της παρέμβασης να είναι, από τη σκοπιά των κυβερνητικών προθέσεων, ακόμη πιο ανεπιθύμητο από την προηγούμενη κατάσταση την οποία επιθυμούσε να μεταβάλει η κυβέρνηση.
The German Historical School was consistent in its radical condemnation of economics and in its endeavors to substitute wirtschaftliche Staatswissenschaften (the economic aspects of political science) for economics. So were many adepts of British Fabianism and American Institutionalism. But those authors who do not totally reject economics and yet assert that price control can attain the ends sought lamentably contradict themselves. It is logically impossible to reconcile the point of view of the economist and that of the interventionist. If prices are uniquely determined by the market data, they cannot be freely manipulated by government compulsion. The government’s decree is just a new datum, and its effects are determined by the operation of the market. It need not necessarily produce those results which the government wants to realize in resorting to it. It may happen that the final outcome of the interference is, from the point of view of the government’s intention, even more undesirable than the previous state of affairs which the government wanted to alter.
Αυτές οι θέσεις δεν ανασκευάζονται με την τοποθέτηση του όρου «οικονομικός νόμος» μέσα σε εισαγωγικά ή με την επίκριση της έννοιας του νόμου. Όταν μιλάμε για τους νόμους της φύσης, εννοούμε ότι υπάρχει μια αδυσώπητη αλληλεξάρτηση των φυσικών και βιολογικών φαινομένων και ότι ο δρων άνθρωπος πρέπει να προσαρμοστεί σε αυτή την κανονικότητα αν επιθυμεί να επιτύχει. Όταν μιλάμε για τους νόμους της ανθρώπινης δράσης, αναφερόμαστε στο γεγονός ότι μια τέτοια αδυσώπητη αλληλεξάρτηση φαινομένων υπάρχει και στο πεδίο της ανθρώπινης δράσης ως τέτοιας και ότι ο δρων άνθρωπος πρέπει επίσης να αναγνωρίσει αυτή την κανονικότητα, αν θέλει να επιτύχει.
Η πραγματικότητα των νόμων της πραξεολογίας αποκαλύπτεται στον άνθρωπο από τις ίδιες ενδείξεις που αποκαλύπτουν την πραγματικότητα των φυσικών νόμων: από το γεγονός ότι η δύναμή του να επιτύχει τους επιλεγμένους σκοπούς είναι περιορισμένη και υπόκειται σε όρους. Αν δεν υπήρχαν νόμοι, ο άνθρωπος είτε θα ήταν παντοδύναμος και δεν θα αισθανόταν ποτέ κάποια δυσφορία την οποία δεν θα μπορούσε να εξαλείψει αμέσως και ολοκληρωτικά είτε δεν θα μπορούσε καθόλου να δράσει.
One does not invalidate these propositions by putting the term economic law in quotation marks and by finding fault with the notion of the law. In speaking of the laws of nature we have in mind the fact that there prevails an inexorable interconnectedness of physical and biological phenomena and that acting man must submit to this regularity if he wants to succeed. In speaking of the laws of human action we refer to the fact that such an inexorable interconnectedness of phenomena is present also in the field of human action as such and that acting man must recognize this regularity too if he wants to succeed. The reality of the laws of praxeology is revealed to man by the same signs that reveal the reality of natural law, namely, the fact that his power to attain his ends is restricted and conditioned. In the absence of laws man would either be omnipotent and would never feel any uneasiness which he could not remove instantly and totally, or he could not act at all.
Αυτοί οι νόμοι του σύμπαντος δεν πρέπει να συγχέονται με τους ανθρώπινα θεσπισμένους νόμους της χώρας και με τις ανθρώπινες ηθικές επιταγές. Οι νόμοι του σύμπαντος, για τους οποίους παρέχουν γνώση η φυσική, η βιολογία και η πραξεολογία, είναι ανεξάρτητοι από την ανθρώπινη βούληση· αποτελούν πρωτογενή οντολογικά δεδομένα που περιορίζουν αυστηρά την ανθρώπινη ικανότητα δράσης. Οι ηθικές επιταγές και οι νόμοι της χώρας είναι μέσα με τα οποία οι άνθρωποι επιδιώκουν να επιτύχουν ορισμένους σκοπούς. Το αν αυτοί οι σκοποί μπορούν πράγματι να επιτευχθούν με αυτόν τον τρόπο εξαρτάται από τους νόμους του σύμπαντος.
Οι ανθρώπινα θεσπισμένοι νόμοι είναι κατάλληλοι αν μπορούν να επιτύχουν αυτούς τους σκοπούς και αντιβαίνουν στον σκοπό τους αν δεν μπορούν. Υπόκεινται σε εξέταση ως προς την καταλληλότητα ή την ακαταλληλότητά τους. Όσον αφορά τους νόμους του σύμπαντος, κάθε αμφιβολία περί της καταλληλότητάς τους είναι περιττή και μάταιη. Είναι αυτό που είναι και λειτουργούν αφ’ εαυτών. Η παραβίασή τους επιφέρει από μόνη της την κύρωσή της. Οι ανθρώπινα θεσπισμένοι νόμοι, αντιθέτως, πρέπει να επιβάλλονται μέσω ειδικών κυρώσεων.
These laws of the universe must not be confused with the man-made laws of the country and with man-made moral precepts. The laws of the universe about which physics, biology, and praxeology provide knowledge are independent of the human will, they are primary ontological facts rigidly restricting man’s power to act. The moral precepts and the laws of the country are means by which men seek to attain certain ends. Whether or not these ends can really be attained this way depends on the laws of the universe. The man-made laws are suitable if they are fit to attain these ends and contrary to purpose if they are not. They are open to examination from the point of view of their suitableness or unsuitableness. With regard to the laws of the universe any doubt of their suitableness is supererogatory and vain. They are what they are and take care of themselves. Their violation penalizes itself. But the man-made laws need to be enforced by special sanctions.
Μόνο οι παράφρονες τολμούν να αγνοούν τους φυσικούς και βιολογικούς νόμους. Είναι, όμως, πολύ συνηθισμένο να περιφρονούνται οι πραξεολογικοί νόμοι. Οι κυβερνώντες δεν θέλουν να παραδεχθούν ότι η εξουσία τους περιορίζεται από οποιουσδήποτε νόμους πέρα από εκείνους της φυσικής και της βιολογίας. Ποτέ δεν αποδίδουν τις αποτυχίες και τις ματαιώσεις τους στην παραβίαση οικονομικών νόμων.
Only the insane venture to disregard physical and biological laws. But it is quite common to disdain economic laws. Rulers do not like to admit that their power is restricted by any laws other than those of physics and biology. They never ascribe their failures and frustrations to the violation of economic law.
Πρωτοστάτης στην απόρριψη της οικονομικής γνώσης υπήρξε η Γερμανική Ιστορική Σχολή. Ήταν αβάστακτη για αυτούς τους καθηγητές η ιδέα ότι τα υψηλά τους είδωλα, οι εκλέκτορες του Βρανδεμβούργου από τον Οίκο των Hohenzollern και οι βασιλείς της Πρωσίας, δεν διέθεταν παντοδυναμία. Για να ανασκευάσουν τις διδασκαλίες των οικονομολόγων, βυθίστηκαν σε παλαιά έγγραφα και συνέταξαν πολυάριθμους τόμους για την ιστορία της διοίκησης αυτών των ένδοξων ηγεμόνων. Αυτό, έγραφαν, αποτελεί ρεαλιστική προσέγγιση των προβλημάτων του κράτους και της κυβέρνησης. Εδώ βρίσκει κανείς ανόθευτα γεγονότα και πραγματική ζωή, όχι τις άψυχες αφαιρέσεις και τις εσφαλμένες γενικεύσεις των Βρετανών θεωρητικών.
Στην πραγματικότητα, το μόνο που καταγράφουν αυτοί οι ογκώδεις τόμοι είναι ένα μακρύ χρονικό πολιτικών και μέτρων που απέτυχαν ακριβώς επειδή αγνόησαν τους οικονομικούς νόμους. Δεν θα μπορούσε ποτέ να γραφτεί διδακτικότερη ιστορική μελέτη περίπτωσης από τα Acta Borussica.
Foremost in the repudiation of economic knowledge was the German Historical School. It was an unbearable idea to these professors that their lofty idols, the Hohenzollern Electors of Brandenburg and Kings of Prussia, should have lacked omnipotence. To refute the teachings of the economists, they buried themselves in old documents and compiled numerous volumes dealing with the history of the administration of these glorious princes. This, they wrote, is a realistic approach to the problems of state and government. Here you find unadulterated facts and real life, not the bloodless abstractions and faulty generalizations of the British doctrinaires. In truth, all that these ponderous tomes report is a long record of policies and measures which failed precisely because of their neglect of economic law. No more instructive case history could ever be written than these Acta Borussica.
Η οικονομική επιστήμη, ωστόσο, δεν μπορεί να αρκεστεί σε μια τέτοια παράθεση παραδειγμάτων. Πρέπει να προβεί σε ακριβή εξέταση του τρόπου με τον οποίο αντιδρά η αγορά στην κυβερνητική παρέμβαση στη διάρθρωση των τιμών.
However, economics cannot acquiesce in such exemplification. It must enter into a precise scrutiny of the mode in which the market reacts to government interference with the price structure.
2. Η αντίδραση της αγοράς στην κυβερνητική παρέμβαση
↗ στη σελίδα του βιβλίου2. The Market’s Reaction to Government Interference
Χαρακτηριστικό γνώρισμα της αγοραίας τιμής είναι ότι τείνει να εξισώνει την προσφορά και τη ζήτηση. Το μέγεθος της ζήτησης συμπίπτει με το μέγεθος της προσφοράς όχι μόνο στη νοητική κατασκευή της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας. Η έννοια της απλής κατάστασης ηρεμίας, όπως αναπτύσσεται από τη στοιχειώδη θεωρία των τιμών, αποτελεί πιστή περιγραφή όσων συμβαίνουν στην αγορά κάθε στιγμή. Κάθε απόκλιση μιας αγοραίας τιμής από το ύψος στο οποίο εξισώνονται η προσφορά και η ζήτηση είναι —στην ανεμπόδιστη αγορά— αυτοαναιρούμενη.
The characteristic feature of the market price is that it equalizes supply and demand. The size of the demand coincides with the size of supply not only in the imaginary construction of the evenly rotating economy. The notion of the plain state of rest as developed by the elementary theory of prices is a faithful description of what comes to pass in the market at every instant. Any deviation of a market price from the height at which supply and demand are equal is—in the unhampered market—self-liquidating.
Αν, όμως, η κυβέρνηση καθορίσει τις τιμές σε ύψος διαφορετικό από εκείνο που θα είχε καθορίσει η αγορά αν αφηνόταν ελεύθερη, διαταράσσεται αυτή η ισορροπία προσφοράς και ζήτησης. Στην περίπτωση ανώτατων τιμών υπάρχουν δυνητικοί αγοραστές οι οποίοι δεν μπορούν να αγοράσουν, μολονότι είναι πρόθυμοι να καταβάλουν την τιμή που όρισε η αρχή ή ακόμη και υψηλότερη τιμή. Στην περίπτωση κατώτατων τιμών υπάρχουν δυνητικοί πωλητές οι οποίοι δεν μπορούν να πωλήσουν, μολονότι είναι πρόθυμοι να πωλήσουν στην τιμή που όρισε η αρχή ή ακόμη και σε χαμηλότερη τιμή.
Η τιμή δεν μπορεί πλέον να διαχωρίσει τους δυνητικούς αγοραστές και πωλητές που μπορούν να αγοράσουν ή να πωλήσουν από εκείνους που δεν μπορούν. Αναγκαστικά τίθεται σε λειτουργία μια διαφορετική αρχή κατανομής των σχετικών αγαθών και υπηρεσιών και επιλογής των προσώπων που θα λάβουν μερίδια από τη διαθέσιμη προσφορά. Ενδέχεται να μπορούν να αγοράσουν μόνο όσοι φθάνουν πρώτοι ή μόνο όσοι αποκτούν προνομιακή θέση χάρη σε ιδιαίτερες περιστάσεις, όπως οι προσωπικές διασυνδέσεις, ή μόνο τα αδίστακτα άτομα που εκδιώκουν τους ανταγωνιστές τους μέσω εκφοβισμού ή βίας.
Αν η αρχή δεν θέλει να καθορίζεται η κατανομή της διαθέσιμης προσφοράς από την τύχη ή τη βία και να επικρατήσουν χαοτικές συνθήκες, πρέπει να ρυθμίσει η ίδια την ποσότητα που επιτρέπεται να αγοράσει κάθε άτομο. Πρέπει να καταφύγει στη διανομή με δελτίο.1
But if the government fixes prices at a height different from what the market would have fixed if left alone, this equilibrium of demand and supply is disturbed. Then there are—with maximum prices—potential buyers who cannot buy although they are ready to pay the price fixed by the authority, or even a higher price. Then there are—with minimum prices— potential sellers who cannot sell although they are ready to sell at the price fixed by the authority, or even at a lower price. The price can no longer segregate those potential buyers and sellers who can buy or sell from those who cannot. A different principle for the allocation of the goods and services concerned and for the selection of those who are to receive portions of the supply available necessarily comes into operation. It may be that only those are in a position to buy who come first, or only those to whom particular circumstances (such as personal connections) assign a privileged position, or only those ruthless fellows who chase away their rivals by resorting to intimidation or violence. If the authority does not want chance or violence to determine the allocation of the supply available and conditions to become chaotic, it must itself regulate the amount which each individual is permitted to buy. It must resort to rationing.[1]
Η διανομή με δελτίο, όμως, δεν αγγίζει τον πυρήνα του προβλήματος. Η κατανομή των ήδη παραχθέντων και διαθέσιμων ποσοτήτων προσφοράς μεταξύ των διαφόρων ατόμων που επιθυμούν να αποκτήσουν ορισμένη ποσότητα των σχετικών αγαθών αποτελεί μόνο δευτερεύουσα λειτουργία της αγοράς. Η πρωταρχική της λειτουργία είναι η κατεύθυνση της παραγωγής. Κατευθύνει τη χρησιμοποίηση των συντελεστών παραγωγής προς εκείνες τις κατευθύνσεις στις οποίες ικανοποιούν τις πιο επείγουσες ανάγκες των καταναλωτών.
Αν το ανώτατο όριο τιμής που επιβάλλει η κυβέρνηση αφορά μόνο ένα καταναλωτικό αγαθό ή περιορισμένο αριθμό καταναλωτικών αγαθών, ενώ οι τιμές των συμπληρωματικών συντελεστών παραγωγής παραμένουν ελεύθερες, η παραγωγή των σχετικών καταναλωτικών αγαθών θα μειωθεί. Οι οριακοί παραγωγοί θα διακόψουν την παραγωγή τους για να μην υποστούν ζημίες. Οι μη απολύτως ειδικοί συντελεστές παραγωγής θα χρησιμοποιηθούν σε μεγαλύτερο βαθμό για την παραγωγή άλλων αγαθών που δεν υπόκεινται σε ανώτατα όρια τιμών. Μεγαλύτερο μέρος των απολύτως ειδικών συντελεστών παραγωγής θα παραμείνει αχρησιμοποίητο από όσο θα παρέμενε αν δεν υπήρχαν ανώτατα όρια τιμών.
Αναδύεται έτσι μια τάση μετατόπισης των παραγωγικών δραστηριοτήτων από την παραγωγή των αγαθών που υπόκεινται στις ανώτατες τιμές προς την παραγωγή άλλων αγαθών. Αυτό το αποτέλεσμα, όμως, αντιβαίνει καταφανώς στις προθέσεις της κυβέρνησης. Καταφεύγοντας σε ανώτατα όρια τιμών, η αρχή ήθελε να καταστήσει τα σχετικά εμπορεύματα ευκολότερα προσιτά στους καταναλωτές. Θεωρούσε ακριβώς αυτά τα εμπορεύματα τόσο ζωτικής σημασίας, ώστε τα επέλεξε για ειδική μεταχείριση προκειμένου να καταστεί δυνατή η άφθονη προμήθειά τους ακόμη και στους φτωχούς. Αποτέλεσμα, όμως, της κυβερνητικής παρέμβασης είναι η μείωση ή η πλήρης διακοπή της παραγωγής αυτών των εμπορευμάτων. Πρόκειται για ολοκληρωτική αποτυχία.
But rationing does not affect the core of the issue. The allocation of portions of the supply already produced and available to the various individuals eager to obtain a quantity of the goods concerned is only a secondary function of the market. Its primary function is the direction of production. It directs the employment of the factors of production into those channels in which they satisfy the most urgent needs of the consumers. If the government’s price ceiling refers only to one consumers’ good or to a limited amount of consumers’ goods while the prices of the complementary factors of production are left free, production of the consumers’ goods concerned will drop. The marginal producers will discontinue producing them lest they suffer losses. The not absolutely specific factors of production will be employed to a greater extent for the production of other goods not subject to price ceilings. A greater part of the absolutely specific factors of production will remain unused than would have remained in the absence of price ceilings. There emerges a tendency to shift production activities from the production of the goods affected by the maximum prices into the production of other goods. This outcome is, however, manifestly contrary to the intentions of the government. In resorting to price ceilings the authority wanted to make the commodities concerned more easily accessible to the consumers. It considered precisely those commodities so vital that it singled them out for a special measure in order to make it possible even for poor people to be amply supplied with them. But the result of the government’s interference is that production of these commodities drops or stops altogether. It is a complete failure.
Θα ήταν μάταιο να επιχειρήσει η κυβέρνηση να εξαλείψει αυτές τις ανεπιθύμητες συνέπειες θεσπίζοντας επίσης ανώτατες τιμές για τους συντελεστές παραγωγής που απαιτούνται για την παραγωγή των καταναλωτικών αγαθών των οποίων καθόρισε τις τιμές. Ένα τέτοιο μέτρο θα ήταν επιτυχές μόνο αν όλοι οι απαιτούμενοι συντελεστές παραγωγής ήταν απολύτως ειδικοί. Επειδή αυτό δεν μπορεί ποτέ να συμβαίνει, η κυβέρνηση πρέπει να προσθέτει στο πρώτο της μέτρο — τον καθορισμό της τιμής ενός μόνο καταναλωτικού αγαθού κάτω από τη δυνητική αγοραία τιμή— ολοένα περισσότερα ανώτατα όρια τιμών, όχι μόνο για όλα τα άλλα καταναλωτικά αγαθά και για όλους τους υλικούς συντελεστές παραγωγής, αλλά εξίσου και για την εργασία.
Πρέπει να εξαναγκάσει κάθε επιχειρηματία, κεφαλαιούχο και εργαζόμενο να συνεχίσει να παράγει στις τιμές, στους μισθούς και στα επιτόκια που έχει καθορίσει η κυβέρνηση· να παράγει τις ποσότητες που τον διατάζει η κυβέρνηση να παράγει· και να πωλεί τα προϊόντα σε εκείνους τους ανθρώπους —παραγωγούς ή καταναλωτές— που ορίζει η κυβέρνηση. Αν ένας κλάδος παραγωγής εξαιρούνταν από αυτή την κανονιστική πειθάρχηση, το κεφάλαιο και η εργασία θα εισέρρεαν σε αυτόν· η παραγωγή θα περιοριζόταν ακριβώς στους άλλους — υποκείμενους σε ρυθμίσεις— κλάδους που η κυβέρνηση θεωρούσε τόσο σημαντικούς, ώστε παρενέβη στη διεξαγωγή των δραστηριοτήτων τους.
It would be vain for the government to try to remove these undesired consequences by decreeing maximum prices likewise for the factors of production needed for the production of the consumers’ goods the prices of which it has fixed. Such a measure would be successful only if all factors of production required were absolutely specific. As this can never be the case, the government must add to its first measure, fixing the price of only one consumers’ good below the potential market price, more and more price ceilings, not only for all other consumers’ goods and for all material factors of production, but no less for labor. It must compel every entrepreneur, capitalist, and employee to continue producing at the prices, wage rates, and interest rates which the government has fixed, to produce those quantities which the government orders them to produce, and to sell the products to those people—producers or consumers—whom the government determines. If one branch of production were to be exempt from this regimentation, capital and labor would flow into it; production would be restricted precisely in those other—regimented—branches which the government considered so important that it interfered with the conduct of their affairs.
Η οικονομική επιστήμη δεν υποστηρίζει ότι η μεμονωμένη κυβερνητική παρέμβαση στις τιμές ενός μόνο ή λίγων εμπορευμάτων είναι άδικη, κακή ή ανέφικτη. Υποστηρίζει ότι μια τέτοια παρέμβαση παράγει αποτελέσματα αντίθετα προς τον σκοπό της και ότι επιδεινώνει, αντί να βελτιώνει, την κατάσταση από τη σκοπιά της κυβέρνησης και εκείνων που υποστηρίζουν την παρέμβασή της.
Πριν από την κυβερνητική παρέμβαση, τα σχετικά αγαθά ήταν, κατά την κρίση της κυβέρνησης, υπερβολικά ακριβά. Ως αποτέλεσμα της ανώτατης τιμής, η προσφορά τους μειώνεται ή εξαφανίζεται ολοκληρωτικά. Η κυβέρνηση παρενέβη επειδή θεωρούσε αυτά τα εμπορεύματα ιδιαίτερα ζωτικά, αναγκαία και απαραίτητα. Η ενέργειά της, όμως, περιόρισε τη διαθέσιμη προσφορά. Επομένως, από τη σκοπιά της κυβέρνησης, η ενέργεια αυτή είναι παράλογη και ανόητη.
Economics does not say that isolated government interference with the prices of only one commodity or a few commodities is unfair, bad, or unfeasible. It says that such interference produces results contrary to its purpose, that it makes conditions worse, not better, from the point of view of the government and those backing its interference. Before the government interfered, the goods concerned were, in the eyes of the government, too dear. As a result of the maximum price their supply dwindles or disappears altogether. The government interfered because it considered these commodities especially vital, necessary, indispensable. But its action curtailed the supply available. It is therefore, from the point of view of the government, absurd and nonsensical.
Αν η κυβέρνηση δεν είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί αυτό το ανεπιθύμητο αποτέλεσμα και προχωρεί ολοένα περισσότερο· αν καθορίσει τις τιμές όλων των αγαθών και υπηρεσιών όλων των τάξεων και υποχρεώσει όλους τους ανθρώπους να συνεχίσουν να παράγουν και να εργάζονται σε αυτές τις τιμές και με αυτούς τους μισθούς, καταργεί πλήρως την αγορά. Τότε η οικονομία της αγοράς αντικαθίσταται από τη σχεδιασμένη οικονομία, δηλαδή από τον σοσιαλισμό του γερμανικού τύπου της Zwangswirtschaft, της καταναγκαστικά διευθυνόμενης οικονομίας. Οι καταναλωτές δεν κατευθύνουν πλέον την παραγωγή μέσω των αγορών τους και της αποχής τους από την αγορά· την κατευθύνει αποκλειστικά η κυβέρνηση.
If the government is unwilling to acquiesce in this undesired and undesirable outcome and goes further and further, if it fixes the prices of all goods and services of all orders and obliges all people to continue producing and working at these prices and wage rates, it eliminates the market altogether. Then the planned economy, socialism of the German Zwangswirtschaft pattern, is substituted for the market economy. The consumers no longer direct production by their buying and abstention from buying; the government alone directs it.
Υπάρχουν μόνο δύο εξαιρέσεις στον κανόνα σύμφωνα με τον οποίο οι ανώτατες τιμές περιορίζουν την προσφορά και, επομένως, δημιουργούν μια κατάσταση αντίθετη προς τους σκοπούς για τους οποίους επιβλήθηκαν. Η μία αφορά την απόλυτη πρόσοδο και η άλλη τις μονοπωλιακές τιμές.
There are only two exceptions to the rule that maximum prices restrict supply and thus bring about a state of affairs which is contrary to the aims sought by their imposition. One refers to absolute rent, the other to monopoly prices.
Η ανώτατη τιμή οδηγεί σε περιορισμό της προσφοράς επειδή οι οριακοί παραγωγοί υφίστανται ζημίες και πρέπει να διακόψουν την παραγωγή. Οι μη ειδικοί συντελεστές παραγωγής χρησιμοποιούνται για την παραγωγή άλλων προϊόντων που δεν υπόκεινται σε ανώτατα όρια τιμών. Η χρησιμοποίηση των απολύτως ειδικών συντελεστών παραγωγής περιορίζεται. Υπό τις συνθήκες της ανεμπόδιστης αγοράς, αυτοί θα είχαν χρησιμοποιηθεί μέχρι το όριο που καθορίζεται από την απουσία δυνατότητας χρησιμοποίησης των μη ειδικών συμπληρωματικών συντελεστών για την ικανοποίηση περισσότερο επειγουσών αναγκών. Τώρα μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο μικρότερο μέρος της διαθέσιμης προσφοράς αυτών των απολύτως ειδικών συντελεστών· ταυτόχρονα αυξάνεται το μέρος της προσφοράς που παραμένει αχρησιμοποίητο.
Αν, όμως, η προσφορά αυτών των απολύτως ειδικών συντελεστών είναι τόσο περιορισμένη, ώστε υπό τις τιμές της ανεμπόδιστης αγοράς χρησιμοποιούνταν ολόκληρη η διαθέσιμη ποσότητά τους, υπάρχει ένα περιθώριο εντός του οποίου η κυβερνητική παρέμβαση δεν περιορίζει την προσφορά του προϊόντος. Η ανώτατη τιμή δεν περιορίζει την παραγωγή όσο δεν έχει απορροφήσει πλήρως την απόλυτη πρόσοδο του οριακού προμηθευτή του απολύτως ειδικού συντελεστή. Σε κάθε περίπτωση, όμως, δημιουργεί απόκλιση μεταξύ της ζήτησης και της προσφοράς του προϊόντος.
The maximum price results in a restriction of supply because the marginal producers suffer losses and must discontinue production. The nonspecific factors of production are employed for the production of other products not subject to price ceilings. The utilization of the absolutely specific factors of production shrinks. Under unhampered market conditions they would have been utilized up to the limit determined by the absence of an opportunity to use the nonspecific among the complementary factors for the satisfaction of more urgent wants. Now only a smaller part of the available supply of these absolutely specific factors can be utilized; concomitantly that part of the supply that remains unused increases. But if the supply of these absolutely specific factors is so scanty that under the prices of the unhampered market their total supply was utilized, a margin is given within which the government’s interference does not curtail the supply of the product. The maximum price does not restrict production as long as it has not entirely absorbed the absolute rent of the marginal supplier of the absolutely specific factor. But at any rate it results in a discrepancy between the demand for and the supply of the product.
Έτσι, το ποσό κατά το οποίο η αστική πρόσοδος ενός τεμαχίου γης υπερβαίνει τη γεωργική πρόσοδο παρέχει ένα περιθώριο εντός του οποίου μπορεί να λειτουργήσει ο έλεγχος των μισθωμάτων χωρίς να περιορίσει την προσφορά μισθώσιμων χώρων. Αν τα ανώτατα μισθώματα κλιμακώνονται κατά τρόπο ώστε να μην αφαιρούν ποτέ από οποιονδήποτε ιδιοκτήτη τόσο μεγάλο ποσό ώστε να προτιμήσει τη χρησιμοποίηση της γης για γεωργία αντί για την ανέγερση κτιρίων, δεν επηρεάζουν την προσφορά κατοικιών και επαγγελματικών χώρων. Αυξάνουν, όμως, τη ζήτηση για τέτοιες κατοικίες και χώρους και δημιουργούν έτσι ακριβώς την έλλειψη την οποία οι κυβερνήσεις ισχυρίζονται ότι καταπολεμούν μέσω των ανώτατων μισθωμάτων.
Το αν οι αρχές καταφεύγουν ή όχι στη διανομή του διαθέσιμου χώρου με δελτίο έχει από καταλλακτική άποψη δευτερεύουσα σημασία. Σε κάθε περίπτωση, τα ανώτατα όρια των μισθωμάτων δεν καταργούν το καταλλακτικό φαινόμενο της αστικής προσόδου. Απλώς μεταφέρουν την πρόσοδο από το εισόδημα του ιδιοκτήτη στο εισόδημα του μισθωτή.
Thus the amount by which the urban rent of a piece of land exceeds the agricultural rent provides a margin in which rent control can operate without restricting the supply of rental space. If the maximum rents are graduated in such a way as never to take away from any proprietor so much that he prefers to use the land for agriculture rather than for the construction of buildings, they do not affect the supply of apartments and business premises. However, they increase the demand for such apartments and premises and thus create the very shortage that the governments pretend to fight by their rent ceilings. Whether or not the authorities resort to rationing the space available is catallactically of minor importance. At any rate, their price ceilings do not abolish the catallactic phenomenon of the urban rent. They merely transfer the rent from the landlord’s income into the tenant’s income.
Στην πράξη, βεβαίως, οι κυβερνήσεις που καταφεύγουν στον περιορισμό των μισθωμάτων δεν προσαρμόζουν ποτέ τα ανώτατα όριά τους σε αυτές τις εκτιμήσεις. Είτε παγώνουν αυστηρά τα ακαθάριστα μισθώματα στο ύψος που επικρατούσε την παραμονή της παρέμβασής τους είτε επιτρέπουν μόνο περιορισμένη προσαύξησή τους. Επειδή η αναλογία μεταξύ των δύο στοιχείων που περιλαμβάνονται στο ακαθάριστο μίσθωμα —της καθαυτό αστικής προσόδου και της τιμής που καταβάλλεται για τη χρησιμοποίηση του κτιρίου— διαφέρει ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε κατοικίας, οι συνέπειες των ανώτατων μισθωμάτων διαφέρουν επίσης σημαντικά.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η απαλλοτρίωση του ιδιοκτήτη προς όφελος του μισθωτή αφορά μόνο ένα μέρος της διαφοράς μεταξύ της αστικής και της γεωργικής προσόδου· σε άλλες περιπτώσεις, υπερβαίνει κατά πολύ αυτή τη διαφορά. Όπως και αν έχουν τα πράγματα, ο περιορισμός των μισθωμάτων δημιουργεί στεγαστική έλλειψη. Αυξάνει τη ζήτηση χωρίς να αυξάνει την προσφορά.
In practice, of course, governments resorting to rent restriction never adjust their ceilings to these considerations. They either rigidly freeze gross rents as they prevailed on the eve of their interference or allow only a limited addition to these gross rents. As the proportion between the two items included in the gross rent, urban rent proper and price paid for the utilization of the superstructure, varies according to the special circumstances of each dwelling, the effect of the rent ceilings is also very different. In some cases the expropriation of the owner to the benefit of the renter involves only a fraction of the difference between the urban rent and the agricultural rent; in other cases it far exceeds this difference. But however this may be, the rent restriction creates a housing shortage. It increases demand without increasing supply.
Αν τα ανώτατα μισθώματα επιβάλλονται όχι μόνο στους ήδη διαθέσιμους μισθώσιμους χώρους αλλά και στα κτίρια που πρόκειται ακόμη να κατασκευαστούν, η ανέγερση νέων κτιρίων παύει να είναι επικερδής. Είτε σταματά εντελώς είτε περιορίζεται σε χαμηλό επίπεδο· έτσι, η έλλειψη διαιωνίζεται. Αλλά ακόμη και αν τα μισθώματα των νέων κτιρίων παραμείνουν ελεύθερα, η ανέγερση νέων οικοδομών μειώνεται. Οι δυνητικοί επενδυτές αποθαρρύνονται, επειδή λαμβάνουν υπόψη τον κίνδυνο να κηρύξει αργότερα η κυβέρνηση μια νέα κατάσταση έκτακτης ανάγκης και να απαλλοτριώσει μέρος των εσόδων τους, όπως έκανε με τα παλαιά κτίρια.
If maximum rents are decreed not only for already available rental space, but also for buildings still to be constructed, the construction of new buildings is no longer remunerative. It either stops altogether or slumps to a low level; the shortage is perpetuated. But even if rents in new buildings are left free, construction of new buildings drops. Prospective investors are deterred because they take into account the danger that the government will at a later date declare a new emergency and expropriate a part of their revenues in the same way as it did with the old buildings.
Η δεύτερη εξαίρεση αφορά τις μονοπωλιακές τιμές. Η διαφορά μεταξύ μιας μονοπωλιακής τιμής και της ανταγωνιστικής τιμής του σχετικού εμπορεύματος παρέχει ένα περιθώριο εντός του οποίου θα μπορούσαν να επιβληθούν ανώτατες τιμές χωρίς να ματαιωθούν οι σκοποί που επιδιώκει η κυβέρνηση. Αν η ανταγωνιστική τιμή είναι p και η χαμηλότερη μεταξύ των δυνατών μονοπωλιακών τιμών είναι m , μια ανώτατη τιμή c, όπου c είναι υψηλότερη από p και χαμηλότερη από m, θα καθιστούσε ασύμφορη για τον πωλητή την αύξηση της τιμής πάνω από το p . Η ανώτατη τιμή θα μπορούσε να αποκαταστήσει την ανταγωνιστική τιμή και να αυξήσει τη ζήτηση, την παραγωγή και την προσφερόμενη προς πώληση ποσότητα. Μια ασαφής κατανόηση αυτής της αλληλουχίας βρίσκεται στη βάση ορισμένων προτάσεων που ζητούν κυβερνητική παρέμβαση για τη διατήρηση του ανταγωνισμού και για την κατά το δυνατόν επωφελέστερη λειτουργία του.
The second exception refers to monopoly prices. The difference between a monopoly price and the competitive price of the commodity in question provides a margin in which maximum prices could be enforced without defeating the ends sought by the government. If the competitive price is p and the lowest among the possible monopoly prices m, a ceiling price of c, c being lower than m, would make it disadvantageous for the seller to raise the price above p. The maximum price would reestablish the competitive price and increase demand, production, and the supply offered for sale. A dim cognizance of this concatenation is at the bottom of some suggestions asking for government interference in order to preserve competition and to make it operate as beneficially as possible.
Μπορούμε, χάριν της συζήτησης, να παραβλέψουμε το γεγονός ότι όλα αυτά τα μέτρα θα φαίνονταν παράδοξα σε σχέση με όλες εκείνες τις περιπτώσεις μονοπωλιακών τιμών που αποτελούν αποτέλεσμα κυβερνητικής παρέμβασης. Αν η κυβέρνηση αντιτίθεται στις μονοπωλιακές τιμές των νέων εφευρέσεων, θα πρέπει να σταματήσει να χορηγεί διπλώματα ευρεσιτεχνίας. Θα ήταν παράλογο να χορηγεί διπλώματα ευρεσιτεχνίας και στη συνέχεια να τους αφαιρεί κάθε αξία, εξαναγκάζοντας τον κάτοχό τους να πωλεί στην ανταγωνιστική τιμή. Αν η κυβέρνηση δεν εγκρίνει τα καρτέλ, θα έπρεπε μάλλον να απέχει από όλα τα μέτρα —όπως οι εισαγωγικοί δασμοί— που παρέχουν στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να δημιουργούν συμπράξεις.
We may for the sake of argument pass over the fact that all such proposals are unrealistic with regard to all those instances of monopoly prices which are the outcome of government interference. If the government objects to monopoly prices for new inventions, it should stop granting patents, It would be absurd to grant patents and then to deprive them of any value by forcing the patentee to sell at the competitive price. If the government does not approve of cartels, it should rather abstain from all measures (such as import duties) which provide business with the opportunity to erect combines.
Τα πράγματα είναι διαφορετικά στις σπάνιες περιπτώσεις στις οποίες εμφανίζονται μονοπωλιακές τιμές χωρίς κυβερνητική συνδρομή. Εδώ οι κυβερνητικές ανώτατες τιμές θα μπορούσαν να αποκαταστήσουν ανταγωνιστικές συνθήκες, αν ήταν δυνατόν να υπολογιστεί θεωρητικά σε ποιο ύψος θα είχε καθορίσει την τιμή μια μη υφιστάμενη ανταγωνιστική αγορά. Έχει ήδη αποδειχθεί ότι όλες οι προσπάθειες κατασκευής μη αγοραίων τιμών είναι μάταιες.2 Τα μη ικανοποιητικά αποτελέσματα όλων των προσπαθειών προσδιορισμού της δίκαιης ή ορθής τιμής των υπηρεσιών των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας είναι γνωστά σε όλους τους ειδικούς.
Things are different in those instances in which monopoly prices come into existence without assistance from the governments. Here governmental maximum prices could reestablish competitive conditions if it were possible to find out by academic computation at which height a nonexisting competitive market would have determined the price. That all endeavors to construct nonmarket prices are vain has been shown.[2] The unsatisfactory results of all attempts to determine what the fair or correct price for the services of public utilities should be are well known to all experts.
Η αναφορά σε αυτές τις δύο εξαιρέσεις εξηγεί γιατί, σε ορισμένες εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις, οι ανώτατες τιμές, όταν εφαρμόζονται με πολύ μεγάλη προσοχή εντός στενού περιθωρίου, δεν περιορίζουν την προσφορά του σχετικού εμπορεύματος ή της σχετικής υπηρεσίας. Δεν επηρεάζει, όμως, την ορθότητα του γενικού κανόνα ότι οι ανώτατες τιμές δημιουργούν μια κατάσταση η οποία, από τη σκοπιά της κυβέρνησης που τις επιβάλλει, είναι πιο ανεπιθύμητη από τις συνθήκες που θα επικρατούσαν χωρίς τον έλεγχο των τιμών.
Reference to these two exceptions explains why in some rare cases maximum prices, when applied with very great caution within a narrow margin, do not restrict the supply of the commodity or the service concerned. It does not affect the correctness of the general rule that maximum prices bring about a state of affairs which, from the point of view of the government decreeing them, is more undesirable than conditions as they would have been in the absence of price control.
Παρατηρήσεις σχετικά με τα αίτια της παρακμής του αρχαίου πολιτισμού
↗ στη σελίδα του βιβλίουObservations on the Causes of the Decline of Ancient Civilization
Η γνώση των συνεπειών της κυβερνητικής παρέμβασης στις αγοραίες τιμές μάς επιτρέπει να κατανοήσουμε τα οικονομικά αίτια ενός ιστορικού γεγονότος τεράστιας σημασίας: της παρακμής του αρχαίου πολιτισμού.
Knowledge of the effects of government interference with market prices makes us comprehend the economic causes of a momentous historical event, the decline of ancient civilization.
Μπορεί να παραμείνει ανοικτό το ζήτημα αν είναι ή δεν είναι ορθό να χαρακτηριστεί καπιταλιστική η οικονομική οργάνωση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Σε κάθε περίπτωση, είναι βέβαιο ότι η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του δεύτερου αιώνα, κατά την εποχή των Αντωνίνων, των «καλών» αυτοκρατόρων, είχε φθάσει σε υψηλό επίπεδο κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας και διαπεριφερειακού εμπορίου.
Αρκετά μητροπολιτικά κέντρα, σημαντικός αριθμός πόλεων μεσαίου μεγέθους και πολλές μικρές πόλεις αποτελούσαν τις έδρες ενός εκλεπτυσμένου πολιτισμού. Οι κάτοικοι αυτών των αστικών συγκεντρώσεων προμηθεύονταν τρόφιμα και πρώτες ύλες όχι μόνο από τις γειτονικές αγροτικές περιοχές αλλά και από μακρινές επαρχίες. Μέρος αυτών των προμηθειών εισέρρεε στις πόλεις ως εισόδημα των εύπορων κατοίκων τους, οι οποίοι κατείχαν έγγεια ιδιοκτησία. Σημαντικό μέρος, όμως, αγοραζόταν ως αντάλλαγμα για τις αγορές των προϊόντων της μεταποιητικής δραστηριότητας των κατοίκων των πόλεων από τον αγροτικό πληθυσμό.
Υπήρχε εκτεταμένο εμπόριο μεταξύ των διαφόρων περιοχών της αχανούς αυτοκρατορίας. Όχι μόνο στους μεταποιητικούς κλάδους αλλά και στη γεωργία υπήρχε τάση προς περαιτέρω εξειδίκευση. Οι διάφορες περιοχές της αυτοκρατορίας δεν ήταν πλέον οικονομικά αυτάρκεις. Ήταν αλληλεξαρτώμενες.
It may be left undecided whether or not it is correct to call the economic organization of the Roman Empire capitalism. At any rate it is certain that the Roman Empire in the second century, the age of the Antonines, the “good” emperors, had reached a high stage of the social division of labor and of interregional commerce. Several metropolitan centers, a considerable number of middle-sized towns, and many small towns were the seats of a refined civilization. The inhabitants of these urban agglomerations were supplied with food and raw materials not only from the neighboring rural districts, but also from distant provinces. A part of these provisions flowed into the cities as revenue of their wealthy residents who owned landed property. But a considerable part was bought in exchange for the rural population’s purchases of the products of the citydwellers’ processing activities. There was an extensive trade between the various regions of the vast empire. Not only in the processing industries, but also in agriculture there was a tendency toward further specialization.
The various parts of the empire were no longer economically self-sufficient. They were mutually interdependent.
Εκείνο που προκάλεσε την παρακμή της αυτοκρατορίας και τη φθορά του πολιτισμού της ήταν η αποσύνθεση αυτής της οικονομικής αλληλεξάρτησης και όχι οι βαρβαρικές εισβολές. Οι ξένοι επιτιθέμενοι εκμεταλλεύτηκαν απλώς την ευκαιρία που τους πρόσφερε η εσωτερική αδυναμία της αυτοκρατορίας. Από στρατιωτική άποψη, οι φυλές που εισέβαλαν στην αυτοκρατορία κατά τον τέταρτο και τον πέμπτο αιώνα δεν ήταν πιο επικίνδυνες από τους στρατούς που οι λεγεώνες είχαν συντρίψει με ευκολία σε προγενέστερες εποχές. Η αυτοκρατορία, όμως, είχε αλλάξει. Η οικονομική και κοινωνική της διάρθρωση είχε ήδη γίνει μεσαιωνική.
What brought about the decline of the empire and the decay of its civilization was the disintegration of this economic interconnectedness, not the barbarian invasions. The alien aggressors merely took advantage of an opportunity which the internal weakness of the empire offered to them. From a military point of view the tribes which invaded the empire in the fourth and fifth centuries were not more formidable than the armies which the legions had easily defeated in earlier times. But the empire had changed. Its economic and social structure was already medieval.
Η ελευθερία που παραχωρούσε η Ρώμη στο εμπόριο και στις συναλλαγές ήταν πάντοτε περιορισμένη. Ως προς την εμπορία δημητριακών και άλλων ειδών πρώτης ανάγκης, ήταν ακόμη πιο περιορισμένη από ό,τι ως προς τα άλλα εμπορεύματα. Θεωρούνταν άδικο και ανήθικο να ζητείται για τα σιτηρά, το λάδι και το κρασί —τα βασικά αγαθά εκείνης της εποχής— τιμή υψηλότερη από τις καθιερωμένες τιμές, ενώ οι δημοτικές αρχές έσπευδαν να καταστείλουν ό,τι θεωρούσαν αισχροκέρδεια.
Έτσι παρεμποδίστηκε η ανάπτυξη ενός αποτελεσματικού χονδρικού εμπορίου αυτών των αγαθών. Η πολιτική της annona, η οποία ισοδυναμούσε με κρατικοποίηση ή δημοτικοποίηση του εμπορίου σιτηρών, αποσκοπούσε στην κάλυψη των κενών. Τα αποτελέσματά της, όμως, ήταν μάλλον μη ικανοποιητικά. Στις αστικές συγκεντρώσεις επικρατούσε έλλειψη σιτηρών και οι γεωργοί διαμαρτύρονταν ότι η καλλιέργειά τους δεν ήταν επικερδής.3 Η παρέμβαση των αρχών διατάρασσε την προσαρμογή της προσφοράς στην αυξανόμενη ζήτηση.
The freedom that Rome granted to commerce and trade had always been restricted. With regard to the marketing of cereals and other vital necessities it was even more restricted than with regard to other commodities. It was deemed unfair and immoral to ask for grain, oil, and wine, the staples of these ages, more than the customary prices, and the municipal authorities were quick to check what they considered profiteering. Thus the evolution of an efficient wholesale trade in these commodities was prevented. The policy of the annona, which was tantamount to a nationalization or municipalization of the grain trade, aimed at filling the gaps. But its effects were rather unsatisfactory. Grain was scarce in the urban agglomerations, and the agriculturists complained about the unremunerativeness of grain growing.[3] The interference of the authorities upset the adjustment of supply to the rising demand.
Η κρίσιμη αναμέτρηση ήλθε όταν, κατά τις πολιτικές αναταραχές του τρίτου και του τέταρτου αιώνα, οι αυτοκράτορες κατέφυγαν στη νόθευση του νομίσματος. Σε συνδυασμό με το σύστημα ανώτατων τιμών, η πρακτική της νόθευσης παρέλυσε πλήρως τόσο την παραγωγή όσο και τη διάθεση των βασικών ειδών διατροφής και αποσύνθεσε την οικονομική οργάνωση της κοινωνίας. Όσο μεγαλύτερο ζήλο επέδειξαν οι αρχές στην επιβολή των ανώτατων τιμών, τόσο πιο απελπιστικές έγιναν οι συνθήκες των αστικών μαζών που εξαρτώνταν από την αγορά τροφίμων. Το εμπόριο σιτηρών και άλλων ειδών πρώτης ανάγκης εξαφανίστηκε ολοκληρωτικά.
Για να αποφύγουν τη λιμοκτονία, οι άνθρωποι εγκατέλειψαν τις πόλεις, εγκαταστάθηκαν στην ύπαιθρο και προσπάθησαν να καλλιεργήσουν οι ίδιοι σιτηρά, λάδι, κρασί και άλλα είδη πρώτης ανάγκης. Από την άλλη πλευρά, οι ιδιοκτήτες των μεγάλων κτημάτων περιόρισαν την πλεονάζουσα παραγωγή δημητριακών και άρχισαν να παράγουν στις αγροικίες τους —τις villae— τα βιοτεχνικά προϊόντα που χρειάζονταν.
Η μεγάλης κλίμακας γεωργική παραγωγή τους, η οποία είχε ήδη τεθεί σε σοβαρό κίνδυνο εξαιτίας της αναποτελεσματικότητας της δουλικής εργασίας, έχασε ολοκληρωτικά την οικονομική της λογική όταν εξαφανίστηκε η δυνατότητα πώλησης σε επικερδείς τιμές. Επειδή ο ιδιοκτήτης του κτήματος δεν μπορούσε πλέον να πωλεί στις πόλεις, δεν μπορούσε πλέον ούτε να αγοράζει από τους τεχνίτες των πόλεων. Αναγκάστηκε να αναζητήσει υποκατάστατο για την κάλυψη των αναγκών του, απασχολώντας τεχνίτες για δικό του λογαριασμό στην αγροικία του.
Εγκατέλειψε τη γεωργία μεγάλης κλίμακας και μετατράπηκε σε γαιοκτήμονα που εισέπραττε μισθώματα από μισθωτές ή μεριδιούχους καλλιεργητές. Αυτοί οι coloni ήταν είτε απελεύθεροι δούλοι είτε προλετάριοι των πόλεων που εγκαταστάθηκαν στα χωριά και στράφηκαν στην καλλιέργεια του εδάφους. Αναδύθηκε μια τάση προς την εγκαθίδρυση της αυτάρκειας κάθε γαιοκτησίας. Η οικονομική λειτουργία των πόλεων, του εμπορίου, των συναλλαγών και των αστικών βιοτεχνιών συρρικνώθηκε. Η Ιταλία και οι επαρχίες της αυτοκρατορίας επέστρεψαν σε λιγότερο ανεπτυγμένο στάδιο του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας. Η εξαιρετικά ανεπτυγμένη οικονομική διάρθρωση του αρχαίου πολιτισμού υποχώρησε προς εκείνο που είναι σήμερα γνωστό ως φεουδαρχική οργάνωση των γαιοκτησιών του Μεσαίωνα.
The showdown came when in the political troubles of the third and fourth centuries the emperors resorted to currency debasement. With the system of maximum prices the practice of debasement completely paralyzed both the production and the marketing of the vital foodstuffs and disintegrated society’s economic organization. The more eagerness the authorities displayed in enforcing the maximum prices, the more desperate became the conditions of the urban masses dependent on the purchase of food. Commerce in grain and other necessities vanished altogether. To avoid starving, people deserted the cities, settled on the countryside, and tried to grow grain, oil, wine, and other necessities for themselves. On the other hand, the owners of the big estates restricted their excess production of cereals and began to produce in their farmhouses—the villae—the products of handicraft which they needed. For their big-scale farming, which was already seriously jeopardized because of the inefficiency of slave labor, lost its rationality completely when the opportunity to sell at remunerative prices disappeared. As the owner of the estate could no longer sell in the cities, he could no longer patronize the urban artisans either. He was forced to look for a substitute to meet his needs by employing handicraftsmen on his own account in his villa. He discontinued big-scale farming and became a landlord receiving rents from tenants or sharecroppers. These coloni were either freed slaves or urban proletarians who settled in the villages and turned to tilling the soil. A tendency toward the establishment of autarky of each landlord’s estate emerged. The economic function of the cities, of commerce, trade, and urban handicrafts, shrank. Italy and the provinces of the empire returned to a less advanced state of the social division of labor. The highly developed economic structure of ancient civilization retrograded to what is now known as the manorial organization of the Middle Ages.
Οι αυτοκράτορες θορυβήθηκαν από αυτό το αποτέλεσμα, το οποίο υπονόμευε τη δημοσιονομική και στρατιωτική ισχύ της κυβέρνησής τους. Τα αντίμετρά τους, όμως, ήταν μάταια, επειδή δεν έθιγαν τη ρίζα του κακού. Ο εξαναγκασμός και ο καταναγκασμός στους οποίους κατέφυγαν δεν μπορούσαν να αντιστρέψουν την τάση προς την κοινωνική αποσύνθεση, η οποία, αντιθέτως, προκαλούνταν ακριβώς από την υπερβολική χρήση εξαναγκασμού και καταναγκασμού.
Κανένας Ρωμαίος δεν αντιλαμβανόταν ότι η διαδικασία είχε προκληθεί από την κυβερνητική παρέμβαση στις τιμές και από τη νόθευση του νομίσματος. Ήταν μάταιο να θεσπίζουν οι αυτοκράτορες νόμους εναντίον του κατοίκου της πόλης ο οποίος «relicta civitate rus habitare maluerit», δηλαδή εγκατέλειψε την πόλη και προτίμησε να κατοικήσει στην ύπαιθρο.4 Το σύστημα της leiturgia, των δημόσιων υπηρεσιών που ήταν υποχρεωμένοι να παρέχουν οι εύποροι πολίτες, επιτάχυνε απλώς την υποχώρηση του καταμερισμού της εργασίας. Οι νόμοι σχετικά με τις ειδικές υποχρεώσεις των πλοιοκτητών, των navicularii, δεν είχαν μεγαλύτερη επιτυχία στην ανάσχεση της παρακμής της ναυσιπλοΐας από όση είχαν οι νόμοι για το εμπόριο σιτηρών στην ανάσχεση της συρρίκνωσης του εφοδιασμού των πόλεων με γεωργικά προϊόντα.
The emperors were alarmed with that outcome, which undermined the financial and military power of their government. But their counteraction was futile as it did not affect the root of the evil. The compulsion and coercion to which they resorted could not reverse the trend toward social disintegration which, on the contrary, was caused precisely by too much compulsion and coercion. No Roman was aware of the fact that the process was induced by the government’s interference with prices and by currency debasement. It was vain for the emperors to promulgate laws against the city-dweller who “relicta civitate rus habitare maluerit.”[4] The system of the leiturgia, the public services to be rendered by the wealthy citizens, only accelerated the retrogression of the division of labor. The laws concerning the special obligations of the shipowners, the navicularii, were no more successful in checking the decline of navigation than the laws concerning grain dealing in checking the shrinkage in the cities’ supply of agricultural products.
Ο θαυμαστός πολιτισμός της αρχαιότητας αφανίστηκε επειδή δεν προσάρμοσε τον ηθικό κώδικα και το νομικό του σύστημα στις απαιτήσεις της οικονομίας της αγοράς. Μια κοινωνική τάξη είναι καταδικασμένη αν οι πράξεις που απαιτούνται για την ομαλή λειτουργία της απορρίπτονται από τους κανόνες της ηθικής, κηρύσσονται παράνομες από τους νόμους της χώρας και διώκονται ως εγκληματικές από τα δικαστήρια και την αστυνομία.
Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κατέρρευσε επειδή στερούνταν του πνεύματος του φιλελευθερισμού και της ελεύθερης επιχειρηματικότητας. Η πολιτική του παρεμβατισμού και το πολιτικό της επακόλουθο, η αρχή του Führer, αποσύνθεσαν την πανίσχυρη αυτοκρατορία, όπως αναγκαστικά θα αποσυνθέτουν και θα καταστρέφουν πάντοτε κάθε κοινωνική οντότητα.
The marvelous civilization of antiquity perished because it did not adjust its moral code and its legal system to the requirements of the market economy. A social order is doomed if the actions which its normal functioning requires are rejected by the standards of morality, are declared illegal by the laws of the country, and are prosecuted as criminal by the courts and the police. The Roman Empire crumbled to dust because it lacked the spirit of liberalism and free enterprise. The policy of interventionism and its political corollary, the Führer principle, decomposed the mighty empire as they will by necessity always disintegrate and destroy any social entity.
Η ίδια η ουσία της σοφίας των παρεμβατιστών πολιτικών συνίσταται στην αύξηση της τιμής της εργασίας είτε μέσω κυβερνητικού διατάγματος είτε μέσω βίαιης δράσης ή απειλής τέτοιας δράσης εκ μέρους των εργατικών συνδικάτων. Η αύξηση των μισθών πάνω από το επίπεδο στο οποίο θα τους καθόριζε η ανεμπόδιστη αγορά θεωρείται αξίωμα των αιώνιων νόμων της ηθικής, καθώς και οικονομική αναγκαιότητα. Όποιος τολμά να αμφισβητήσει αυτό το ηθικό και οικονομικό δόγμα περιφρονείται ως διεφθαρμένος και αμαθής.
Πολλοί σύγχρονοί μας αντιμετωπίζουν τους ανθρώπους που είναι αρκετά παράτολμοι ώστε να «διασχίσουν μια γραμμή απεργιακής περιφρούρησης» όπως αντιμετώπιζαν οι πρωτόγονες φυλές εκείνους που παραβίαζαν τις επιταγές των αντιλήψεων περί ταμπού. Εκατομμύρια άνθρωποι πανηγυρίζουν όταν αυτοί οι απεργοσπάστες λαμβάνουν την τιμωρία που τους αξίζει από τα χέρια των απεργών, ενώ η αστυνομία, οι εισαγγελείς και τα ποινικά δικαστήρια τηρούν υπερήφανη ουδετερότητα ή τάσσονται απροκάλυπτα στο πλευρό των απεργών.
The very essence of the interventionist politicians’ wisdom is to raise the price of labor either by government decree or by violent action on the part of labor unions. To raise wage rates above the height at which the unhampered market would determine them is considered a postulate of the eternal laws of morality as well as indispensable from the economic point of view. Whoever dares to challenge this ethical and economic dogma is scorned both as depraved and ignorant. Many of our contemporaries look upon people who are foolhardy enough “to cross a picket line” as primitive tribesmen looked upon those who violated the precepts of taboo conceptions. Millions are jubilant if such scabs receive their well-deserved punishment from the hands of the strikers while the police, the public attorneys, and the penal courts preserve a lofty neutrality.
Ο αγοραίος μισθός τείνει προς ένα ύψος στο οποίο όλοι όσοι επιθυμούν να αποκτήσουν μισθωτό εισόδημα βρίσκουν απασχόληση και όλοι όσοι επιθυμούν να προσλάβουν εργαζομένους μπορούν να προσλάβουν όσους θέλουν. Τείνει προς τη διαμόρφωση αυτού που σήμερα αποκαλείται πλήρης απασχόληση. Όπου δεν υπάρχει ούτε κυβερνητική ούτε συνδικαλιστική παρέμβαση στην αγορά εργασίας, υπάρχει μόνο εκούσια ή καταλλακτική ανεργία.
Μόλις, όμως, εξωτερικές πιέσεις και καταναγκασμός, είτε εκ μέρους της κυβέρνησης είτε εκ μέρους των συνδικάτων, επιχειρήσουν να καθορίσουν τους μισθούς σε υψηλότερο σημείο, εμφανίζεται θεσμική ανεργία. Ενώ στην ανεμπόδιστη αγορά εργασίας επικρατεί τάση εξαφάνισης της καταλλακτικής ανεργίας, η θεσμική ανεργία δεν μπορεί να εξαφανιστεί όσο η κυβέρνηση ή τα συνδικάτα επιτυγχάνουν να επιβάλλουν την εντολή τους.
Αν ο κατώτατος μισθός αφορά μόνο μέρος των διαφόρων επαγγελμάτων, ενώ άλλοι τομείς της αγοράς εργασίας παραμένουν ελεύθεροι, όσοι χάνουν τις θέσεις τους εξαιτίας του εισέρχονται στους ελεύθερους κλάδους και αυξάνουν την προσφορά εργασίας σε αυτούς. Όταν ο συνδικαλισμός περιοριζόταν κυρίως στην ειδικευμένη εργασία, η αύξηση των μισθών που επιτύγχαναν τα συνδικάτα δεν οδηγούσε σε θεσμική ανεργία. Απλώς μείωνε το ύψος των μισθών στους κλάδους στους οποίους δεν υπήρχαν αποτελεσματικά συνδικάτα ή δεν υπήρχαν καθόλου συνδικάτα. Η αύξηση των μισθών των συνδικαλισμένων εργαζομένων είχε ως επακόλουθο τη μείωση των μισθών των μη συνδικαλισμένων εργαζομένων.
Με την εξάπλωση, όμως, της κυβερνητικής παρέμβασης στους μισθούς και της κυβερνητικής υποστήριξης του συνδικαλισμού, οι συνθήκες μεταβλήθηκαν. Η θεσμική ανεργία έχει καταστεί χρόνιο ή μόνιμο μαζικό φαινόμενο.
The market wage rate tends toward a height at which all those eager to earn wages get jobs and all those eager to employ workers can hire as many as they want. It tends toward the establishment of what is nowadays called full employment. Where there is neither government nor union interference with the labor market, there is only voluntary or catallactic unemployment. But as soon as external pressure and compulsion, be it on the part of the government or on the part of the unions, tries to fix wage rates at a higher point, institutional unemployment emerges. While there prevails on the unhampered labor market a tendency for catallactic unemployment to disappear, institutional unemployment cannot disappear as long as the government or the unions are successful in the enforcement of their fiat. If the minimum wage rate refers only to a part of the various occupations while other sectors of the labor market are left free, those losing their jobs on its account enter the free branches of business and increase the supply of labor in them. When unionism was restricted to skilled labor mainly, the wage rise achieved by the unions did not lead to institutional unemployment. It merely lowered the height of wage rates in those branches in which there were no efficient unions or no unions at all. The corollary of the rise in wages for organized workers was a drop in wages for unorganized workers. But with the spread of government interference with wages and with government support of unionism, conditions have changed. Institutional unemployment has become a chronic or permanent mass phenomenon.
Γράφοντας το 1930, ο λόρδος Beveridge, ο οποίος αργότερα τάχθηκε υπέρ της κυβερνητικής και συνδικαλιστικής παρέμβασης στην αγορά εργασίας, επισήμανε ότι τη δυνητική επίδραση μιας «πολιτικής υψηλών μισθών» ως προς την πρόκληση ανεργίας «δεν την αρνείται καμία αρμόδια αυθεντία».5 Πράγματι, η άρνηση αυτής της επίδρασης ισοδυναμεί με πλήρη απόρριψη κάθε κανονικότητας στη διαδοχή και στην αλληλεξάρτηση των φαινομένων της αγοράς.
Οι παλαιότεροι οικονομολόγοι που έβλεπαν με συμπάθεια τα συνδικάτα είχαν πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι η συνδικαλιστική οργάνωση μπορεί να επιτύχει τους σκοπούς της μόνο όταν περιορίζεται σε μια μειονότητα εργαζομένων. Ενέκριναν τον συνδικαλισμό ως μηχανισμό ωφέλιμο για τα ομαδικά συμφέροντα μιας προνομιούχου εργατικής αριστοκρατίας και δεν ασχολούνταν με τις συνέπειές του για τους υπόλοιπους μισθωτούς.6 Κανείς δεν κατόρθωσε ποτέ να αποδείξει ότι ο συνδικαλισμός θα μπορούσε να βελτιώσει τις συνθήκες και να αυξήσει το βιοτικό επίπεδο όλων όσοι επιθυμούν να αποκτήσουν μισθωτό εισόδημα.
Writing in 1930, Lord Beveridge, now an enthusiastic advocate of government and union meddling with the labor market, pointed out that the potential effect of “a high-wages policy” in causing unemployment is “not denied by any competent authority.”[5] In fact, to deny this effect is tantamount to a complete disavowal of any regularity in the sequence and interconnectedness of market phenomena. Those earlier economists who sympathized with the unions were fully aware of the fact that unionization can achieve its ends only when restricted to a minority of workers. They approved of unionism as a device beneficial to the group interests of a privileged labor aristocracy, and did not concern themselves about its consequences for the rest of the wage earners.[6] No one has ever succeeded in the effort to demonstrate that unionism could improve the conditions and raise the standard of living of all those eager to earn wages.
Είναι επίσης σημαντικό να θυμόμαστε ότι ούτε ο Karl Marx υποστήριζε πως τα συνδικάτα μπορούσαν να αυξήσουν το μέσο επίπεδο των μισθών. Κατά την άποψή του, «η γενική τάση της καπιταλιστικής παραγωγής δεν είναι η αύξηση αλλά η μείωση του μέσου επιπέδου των μισθών». Δεδομένης αυτής της τάσης, το μόνο που μπορεί να επιτύχει ο συνδικαλισμός ως προς τους μισθούς είναι «να αξιοποιεί κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις περιστασιακές ευκαιρίες για την προσωρινή βελτίωσή τους».7
Για τον Marx, τα συνδικάτα είχαν σημασία μόνο στον βαθμό που επιτίθεντο «στο ίδιο το σύστημα της μισθωτής δουλείας και στις σημερινές μεθόδους παραγωγής».8 Έπρεπε να κατανοήσουν ότι «αντί για το συντηρητικό σύνθημα “Ένας δίκαιος ημερήσιος μισθός για μια δίκαιη ημερήσια εργασία!”, όφειλαν να αναγράψουν στη σημαία τους το επαναστατικό σύνθημα “Κατάργηση του μισθωτού συστήματος!”».9
Οι συνεπείς μαρξιστές αντιτίθεντο πάντοτε στις προσπάθειες επιβολής κατώτατων μισθών, θεωρώντας τες επιζήμιες για τα συμφέροντα ολόκληρης της εργατικής τάξης. Από την αρχή του σύγχρονου εργατικού κινήματος υπήρχε πάντοτε αντίθεση μεταξύ των συνδικάτων και των επαναστατών σοσιαλιστών. Τα παλαιότερα βρετανικά και αμερικανικά συνδικάτα ήταν αποκλειστικά προσηλωμένα στην επιβολή υψηλότερων μισθών. Αντιμετώπιζαν με δυσπιστία τόσο τον «ουτοπικό» όσο και τον «επιστημονικό» σοσιαλισμό.
Στη Γερμανία υπήρχε αντιπαλότητα μεταξύ των οπαδών της μαρξικής πίστης και των ηγετών των συνδικάτων. Τελικά, κατά τις τελευταίες δεκαετίες πριν από την έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, τα συνδικάτα επικράτησαν. Ουσιαστικά προσηλύτισαν το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα στις αρχές του παρεμβατισμού και του συνδικαλισμού. Στη Γαλλία, ο Georges Sorel επιδίωκε να εμποτίσει τα συνδικάτα με εκείνο το πνεύμα αδίστακτης επιθετικότητας και επαναστατικής μαχητικότητας που ο Marx επιθυμούσε να τους μεταδώσει.
Σήμερα, σε κάθε μη σοσιαλιστική χώρα, υπάρχει έκδηλη σύγκρουση μεταξύ δύο ασυμφιλίωτων παρατάξεων στο εσωτερικό των συνδικάτων. Η μία ομάδα θεωρεί τον συνδικαλισμό μέσο βελτίωσης των συνθηκών των εργαζομένων στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Η άλλη επιθυμεί να οδηγήσει τα συνδικάτα στις τάξεις του μαχητικού κομμουνισμού και τα εγκρίνει μόνο στον βαθμό που αποτελούν πρωτοπορία για τη βίαιη ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος.
It is important to remember also that Karl Marx did not contend that unions could raise the average standard of wages. As he saw it, “the general tendency of capitalistic production is not to raise, but to sink the average standard of wages.” Such being the tendency of things, all that unionism can achieve with regard to wages is “making the best of the occasional chances for their temporary improvement.”[7] The unions counted for Marx only as far as they attacked “the very system of wage slavery and presentday methods of production.”[8] They should understand that “instead of the conservative motto, A fair day’s wages for a fair day’s work! they ought to inscribe on their banner the revolutionary watchword, Abolition of the wages system.”[9] Consistent Marxians always opposed attempts to impose minimum wage rates as detrimental to the interests of the whole labor class. From the beginning of the modern labor movement there was always an antagonism between the unions and the revolutionary socialists. The older British and American unions were exclusively dedicated to the enforcement of higher wage rates. They looked askance upon socialism, “utopian” as well as “scientific.” In Germany there was a rivalry between the adepts of the Marxian creed and the union leaders. Finally, in the last decades preceding the outbreak of the first World War, the unions triumphed. They virtually converted the Social Democratic Party to the principles of interventionism and unionism. In France, Georges Sorel aimed at imbuing the unions with that spirit of ruthless aggression and revolutionary bellicosity which Marx wanted to impart to them. There is today in every nonsocialist country a manifest conflict between two irreconcilable factions within the unions. One group considers unionism a device for the improvement of the workers’ conditions within the frame of capitalism. The other group wants to drive the unions into the ranks of militant communism and approves of them only as far as they are the pioneers of a violent overthrow of the capitalistic system.
Τα προβλήματα του εργατικού συνδικαλισμού έχουν συσκοτιστεί και συγχυστεί ολοκληρωτικά από ψευδοανθρωπιστικές φλυαρίες. Οι υπέρμαχοι των κατώτατων μισθών, είτε αυτοί θεσπίζονται και επιβάλλονται από την κυβέρνηση είτε μέσω βίαιης δράσης, υποστηρίζουν ότι αγωνίζονται για τη βελτίωση των συνθηκών των εργαζόμενων μαζών. Δεν επιτρέπουν σε κανέναν να αμφισβητήσει το δόγμα τους ότι οι κατώτατοι μισθοί αποτελούν το μοναδικό κατάλληλο μέσο για τη μόνιμη αύξηση των μισθών όλων όσοι επιθυμούν να αποκτήσουν μισθωτό εισόδημα. Υπερηφανεύονται ότι είναι οι μόνοι αληθινοί φίλοι της «εργασίας», του «κοινού ανθρώπου», της «προόδου» και των αιώνιων αρχών της «κοινωνικής δικαιοσύνης».
The problems of labor unionism have been obfuscated and utterly confused by pseudo-humanitarian blather. The advocates of minimum wage rates, whether decreed and enforced by the government or by violent union action, contend that they are fighting for the improvement of the conditions of the working masses. They do not permit anyone to question their dogma that minimum wage rates are the only appropriate means of raising wage rates permanently and for all those eager to earn wages. They pride themselves on being the only true friends of “labor,” of the “common man,” of “progress,” and of the eternal principles of “social justice.”
Το πρόβλημα, όμως, είναι ακριβώς αν υπάρχει οποιοδήποτε μέσο αύξησης του βιοτικού επιπέδου όλων όσοι επιθυμούν να εργαστούν πέρα από την αύξηση της οριακής παραγωγικότητας της εργασίας, μέσω της επιτάχυνσης της αύξησης του κεφαλαίου σε σχέση με τον πληθυσμό. Οι θεωρητικοί των συνδικάτων επιδιώκουν να συσκοτίσουν αυτό το πρωταρχικό ζήτημα. Δεν αναφέρονται ποτέ στο μοναδικό σημείο που έχει σημασία, δηλαδή στη σχέση μεταξύ του αριθμού των εργαζομένων και της διαθέσιμης ποσότητας κεφαλαιουχικών αγαθών.
Ορισμένες, όμως, πολιτικές των συνδικάτων εμπεριέχουν σιωπηρή αναγνώριση της ορθότητας των καταλλακτικών θεωρημάτων σχετικά με τον καθορισμό των μισθών. Τα συνδικάτα επιδιώκουν να περιορίσουν την προσφορά εργασίας μέσω νόμων κατά της μετανάστευσης και μέσω της παρεμπόδισης των μη μελών και των νεοεισερχομένων να ανταγωνιστούν στους συνδικαλισμένους τομείς της αγοράς εργασίας. Αντιτίθενται επίσης στην εξαγωγή κεφαλαίου. Αυτές οι πολιτικές θα ήταν παράλογες αν ήταν αληθές ότι η κατά κεφαλήν διαθέσιμη ποσότητα κεφαλαίου δεν έχει σημασία για τον καθορισμό των μισθών.
However, the problem is precisely whether there is any means for raising the standard of living of all those eager to work other than raising the marginal productivity of labor by accelerating the increase of capital as compared with population. The union doctrinaires are intent upon obscuring this primary issue. They never refer to the only point that matters, viz., the relation between the number of workers and the quantity of capital goods available. But certain policies of the unions involve a tacit acknowledgment of the correctness of the catallactic theorems concerning the determination of wage rates. Unions are anxious to cut down the supply of labor by antiimmigration laws and by preventing outsiders and newcomers from competing in the unionized sectors of the labor market. They are opposed to the export of capital. These policies would be nonsensical if it were true that the per capita quota of capital available is of no importance for determination of wage rates.
Η ουσία της συνδικαλιστικής θεωρίας εμπεριέχεται στο σύνθημα της εκμετάλλευσης. Σύμφωνα με τη συνδικαλιστική παραλλαγή της θεωρίας της εκμετάλλευσης, η οποία διαφέρει από τη μαρξική πίστη, η εργασία αποτελεί τη μοναδική πηγή του πλούτου και η δαπάνη εργασίας το μοναδικό πραγματικό κόστος. Δικαιωματικά, όλα τα έσοδα από την πώληση των προϊόντων θα έπρεπε να ανήκουν στους εργαζομένους. Ο χειρώνακτας εργάτης έχει δίκαιη αξίωση επί του «πλήρους προϊόντος της εργασίας».
Η αδικία που διαπράττει ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής εις βάρος του εργαζομένου εντοπίζεται στο γεγονός ότι επιτρέπει στους γαιοκτήμονες, στους κεφαλαιούχους και στους επιχειρηματίες να παρακρατούν μέρος του μεριδίου των εργαζομένων. Το μερίδιο που περιέρχεται σε αυτά τα παράσιτα αποκαλείται μη δεδουλευμένο εισόδημα. Οι εργαζόμενοι έχουν δίκιο, σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, να επιδιώκουν τη σταδιακή αύξηση των μισθών μέχρι το σημείο στο οποίο δεν θα απομένει τελικά τίποτε για τη συντήρηση μιας τάξης αργόσχολων και κοινωνικά άχρηστων εκμεταλλευτών.
Επιδιώκοντας αυτόν τον σκοπό, τα συνδικάτα ισχυρίζονται ότι συνεχίζουν τον αγώνα που διεξήγαγαν προγενέστερες γενεές για τη χειραφέτηση των δούλων και των δουλοπαροίκων και για την κατάργηση των φόρων, των εισφορών, της δεκάτης και της απλήρωτης υποχρεωτικής εργασίας με τα οποία επιβαρυνόταν η αγροτιά προς όφελος των αριστοκρατών γαιοκτημόνων. Το εργατικό κίνημα είναι, κατά την άποψή τους, αγώνας για την ελευθερία και την ισότητα και για τη δικαίωση των αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων του ανθρώπου. Η τελική του νίκη θεωρείται αναμφισβήτητη, επειδή αποτελεί αναπόφευκτη τάση της ιστορικής εξέλιξης η εξάλειψη όλων των ταξικών προνομίων και η σταθερή εγκαθίδρυση του βασιλείου της ελευθερίας και της ισότητας. Οι προσπάθειες των αντιδραστικών εργοδοτών να ανακόψουν την πρόοδο είναι καταδικασμένες.
The essence of the union doctrine is implied in the slogan exploitation. According to the union variety of the exploitation doctrine, which differs in some points from the Marxian creed, labor is the only source of wealth, and expenditure of labor the only real costs. By rights, all proceeds from the sale of products should belong to the workers. The worker has a fair claim to the whole produce of labor. The wrong that the capitalistic mode of production does to the worker consists in the fact that it permits landowners, capitalists, and entrepreneurs to withhold a part of the workers’ portion. The share which goes to these parasites is unearned income. It is manifestly a predatory revenue, a theft. The workers are right in their endeavors to raise wage rates step by step to such a height that finally nothing will be left for the support of a class of idle and socially useless exploiters. In aiming at this end, they continue the battle which earlier generations fought for the emancipation of slaves and serfs and for the abolition of the imposts, tributes, tithes, and unpaid statute labor with which the peasantry was burdened for the benefit of aristocratic landlords. The labor movement is a struggle for freedom and equality, and for the vindication of the inalienable rights of man. Its ultimate victory is beyond doubt, for it is the inevitable trend of historical evolution to wipe out all class privileges and to establish firmly the realm of freedom and equality. The attempts of reactionary employers to halt progress are doomed.
Αυτές είναι οι θέσεις της σημερινής κοινωνικής θεωρίας. Είναι αληθές ότι ορισμένοι άνθρωποι, μολονότι συμφωνούν πλήρως με τις φιλοσοφικές της ιδέες, υποστηρίζουν τα πρακτικά συμπεράσματα των ριζοσπαστών μόνο με ορισμένες επιφυλάξεις και περιορισμούς. Αυτοί οι μετριοπαθείς δεν προτείνουν την πλήρη κατάργηση του μεριδίου της «διοίκησης»· θα ικανοποιούνταν με τον περιορισμό του σε ένα «δίκαιο» ποσό. Επειδή οι απόψεις σχετικά με τη δικαιοσύνη των εισοδημάτων των επιχειρηματιών και των κεφαλαιούχων διαφέρουν σημαντικά, η διαφορά μεταξύ της άποψης των ριζοσπαστών και εκείνης των μετριοπαθών έχει μικρή σημασία.
Και οι μετριοπαθείς εγκρίνουν την αρχή ότι οι πραγματικοί μισθοί πρέπει πάντοτε να αυξάνονται και ποτέ να μη μειώνονται. Κατά τη διάρκεια και των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, ελάχιστες φωνές στις Ηνωμένες Πολιτείες αμφισβήτησαν την αξίωση των συνδικάτων ότι οι καθαρές αποδοχές των μισθωτών, ακόμη και σε κατάσταση εθνικής ανάγκης, έπρεπε να αυξάνονται ταχύτερα από το κόστος ζωής.
Such are the tenets of present-day social doctrine. It is true that some people, although in perfect agreement with its philosophical ideas, support the practical conclusions derived by the radicals only with certain reservations and qualifications. These moderates do not propose to abolish “management’s” share altogether; they would be satisfied with cutting it down to a “fair” amount. As the opinions concerning the fairness of the revenues of the entrepreneurs and capitalists vary widely, the difference between the point of view of the radicals and that of the moderates is of little moment. The moderates also endorse the principle that real wage rates should always rise and never drop. In both world wars few voices in the United States disputed the claim of the unions that the wage earners’ takehome pay, even in a national emergency, should go up faster than the cost of living.
All these sentimental disquisitions leave out of consideration the problems that matter, viz., the economic aspects of the issue. They take no notice of institutional unemployment, the inescapable result of raising wage rates above the height determined by the unhampered market.
Σύμφωνα με τη συνδικαλιστική θεωρία, δεν υπάρχει καμία βλάβη από τη μερική ή πλήρη δήμευση του ειδικού εισοδήματος των κεφαλαιούχων και των επιχειρηματιών. Κατά την εξέταση αυτού του ζητήματος, οι συνδικαλιστές μιλούν για τα κέρδη με την έννοια που απέδιδαν στον όρο οι κλασικοί οικονομολόγοι. Δεν διακρίνουν μεταξύ του επιχειρηματικού κέρδους, του τόκου επί του χρησιμοποιούμενου κεφαλαίου και της αποζημίωσης για τις τεχνικές υπηρεσίες που παρέχει ο επιχειρηματίας.
Θα εξετάσουμε αργότερα τις συνέπειες της δήμευσης του τόκου και των κερδών, καθώς και τα συνδικαλιστικά στοιχεία που εμπεριέχονται στην αρχή της «φοροδοτικής ικανότητας» και στα σχέδια συμμετοχής στα κέρδη.10 Έχουμε ήδη εξετάσει το επιχείρημα της αγοραστικής δύναμης, όπως προβάλλεται υπέρ μιας πολιτικής αύξησης των μισθών πάνω από τα δυνητικά αγοραία επίπεδά τους.11 Απομένει να εξεταστεί το περιεχόμενο του υποτιθέμενου φαινομένου Ricardo.
As the union doctrine sees it, there is no harm in confiscating the specific revenue of the capitalists and entrepreneurs partially or altogether. In dealing with this issue they speak of profits in the sense in which the classical economists applied this term. They do not distinguish between entrepreneurial profit, interest on the capital employed, and compensation for the technical services rendered by the entrepreneur. We will deal later with the consequences resulting from the confiscation of interest and profits and with the syndicalist elements involved in the “ability to pay” principle and in profit-sharing schemes.[10] We have examined the purchasing power argument as advanced in favor of a policy of raising wage rates above the potential market rates.[11] What remains is to scrutinize the purport of the alleged Ricardo effect.
Ο Ricardo είναι ο δημιουργός της θέσης ότι η αύξηση των μισθών θα ενθαρρύνει τους κεφαλαιούχους να υποκαταστήσουν την εργασία με μηχανήματα και αντιστρόφως.12 Επομένως, συμπεραίνουν οι απολογητές των συνδικάτων, μια πολιτική αύξησης των μισθών, ανεξάρτητα από το ύψος στο οποίο θα είχαν διαμορφωθεί στην ανεμπόδιστη αγορά εργασίας, είναι πάντοτε ωφέλιμη. Δημιουργεί τεχνολογική βελτίωση και αυξάνει την παραγωγικότητα της εργασίας. Οι υψηλότεροι μισθοί καλύπτουν πάντοτε μόνοι τους το κόστος τους. Εξαναγκάζοντας τους απρόθυμους εργοδότες να αυξήσουν τους μισθούς, τα συνδικάτα γίνονται πρωτοπόροι της προόδου και της ευημερίας.
Ricardo is the author of the proposition that a rise in wages will encourage capitalists to substitute machinery for labor and vice versa.[12] Hence, conclude the union apologists, a policy of raising wage rates, irrespective of what they would have been on the unhampered labor market, is always beneficial. It generates technological improvement and raises the productivity of labor. Higher wages always pay for themselves. In forcing the reluctant employers to raise wage rates, the unions become the pioneers of progress and prosperity.
Πολλοί οικονομολόγοι αποδέχονται τη ρικαρδιανή θέση, μολονότι ελάχιστοι είναι αρκετά συνεπείς ώστε να εγκρίνουν και το συμπέρασμα που συνάγουν από αυτήν οι απολογητές των συνδικάτων. Το φαινόμενο Ricardo αποτελεί, σε γενικές γραμμές, κοινό τόπο της δημοφιλούς οικονομικής σκέψης. Παρ’ όλα αυτά, το σχετικό θεώρημα αποτελεί μία από τις χειρότερες οικονομικές πλάνες.
Many economists approve of the Ricardian proposition although few of them are consistent enough to endorse the inference the union apologists draw from it. The Ricardo effect is by and large a stock-in-trade of popular economics. Nonetheless, the theorem involved is one of the worst economic fallacies.
Η σύγχυση αρχίζει με την παρερμηνεία της διατύπωσης ότι τα μηχανήματα «υποκαθιστούν» την εργασία. Εκείνο που συμβαίνει είναι ότι η εργασία καθίσταται αποτελεσματικότερη με τη βοήθεια των μηχανημάτων. Η ίδια εισροή εργασίας οδηγεί σε μεγαλύτερη ποσότητα ή σε καλύτερη ποιότητα προϊόντων. Η χρησιμοποίηση των μηχανημάτων δεν οδηγεί καθαυτή άμεσα σε μείωση του αριθμού των εργαζομένων που απασχολούνται στην παραγωγή του σχετικού αγαθού A.
Εκείνο που προκαλεί αυτή τη δευτερογενή συνέπεια είναι το γεγονός ότι —εφόσον οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι— η αύξηση της διαθέσιμης προσφοράς του A μειώνει την οριακή χρησιμότητα μιας μονάδας του A σε σχέση με εκείνη των μονάδων άλλων αγαθών και ότι, ως εκ τούτου, η εργασία αποσύρεται από την παραγωγή του A και χρησιμοποιείται για την παραγωγή άλλων αγαθών.
Η τεχνολογική βελτίωση στην παραγωγή του A καθιστά δυνατή την πραγματοποίηση ορισμένων σχεδίων που προηγουμένως δεν μπορούσαν να εκτελεστούν, επειδή οι απαιτούμενοι εργαζόμενοι απασχολούνταν στην παραγωγή του A, για το οποίο η ζήτηση των καταναλωτών ήταν περισσότερο επείγουσα. Η μείωση του αριθμού των εργαζομένων στον κλάδο του A προκαλείται από την αυξημένη ζήτηση αυτών των άλλων κλάδων, στους οποίους παρέχεται η δυνατότητα επέκτασης. Παρεμπιπτόντως, αυτή η γνώση καταρρίπτει όλες τις διακηρύξεις περί «τεχνολογικής ανεργίας».
The confusion starts with the misinterpretation of the statement that machinery is “substituted” for labor. What happens is that labor is rendered more efficient by the aid of machinery. The same input of labor leads to a greater quantity or a better quality of products. The employment of machinery itself does not directly result in a reduction of the number of hands employed in the production of the article A concerned. What brings about this secondary effect is the fact that—other things being equal—an increase in the available supply of A lowers the marginal utility of a unit of A as against that of the units of other articles and that therefore labor is withdrawn from the production of A and employed in the turning out of other articles. The technological improvement in the production of A makes it possible to realize certain projects which could not be executed before because the workers required were employed for the production of A for which consumers’ demand was more urgent. The reduction of the number of workers in the A industry is caused by the increased demand of these other branches to which the opportunity to expand is offered. Incidentally, this insight explodes all talk about “technological unemployment.”
Τα εργαλεία και τα μηχανήματα δεν είναι πρωτίστως μέσα εξοικονόμησης εργασίας, αλλά μέσα αύξησης του προϊόντος ανά μονάδα εισροής. Εμφανίζονται ως μέσα εξοικονόμησης εργασίας μόνο όταν εξετάζονται αποκλειστικά από τη σκοπιά του συγκεκριμένου επιχειρηματικού κλάδου. Από τη σκοπιά των καταναλωτών και του κοινωνικού συνόλου, εμφανίζονται ως μέσα αύξησης της παραγωγικότητας της ανθρώπινης προσπάθειας. Αυξάνουν την προσφορά και καθιστούν δυνατή την κατανάλωση περισσότερων υλικών αγαθών και την απόλαυση περισσότερου ελεύθερου χρόνου. Το ποια αγαθά θα καταναλωθούν σε μεγαλύτερη ποσότητα και σε ποιον βαθμό θα προτιμήσουν οι άνθρωποι να απολαύσουν περισσότερο ελεύθερο χρόνο εξαρτάται από τις αξιολογικές τους κρίσεις.
Tools and machinery are primarily not labor-saving devices, but means to increase output per unit of input. They appear as labor-saving devices if looked upon exclusively from the point of view of the individual branch of business concerned. Seen from the point of view of the consumers and the whole of society, they appear as instruments that raise the productivity of human effort. They increase supply and make it possible to consume more material goods and to enjoy more leisure. Which goods will be consumed in greater quantity and to what extent people will prefer to enjoy more leisure depends on people’s value judgments.
Η χρησιμοποίηση περισσότερων και καλύτερων εργαλείων είναι εφικτή μόνο στον βαθμό που είναι διαθέσιμο το απαιτούμενο κεφάλαιο. Η αποταμίευση —δηλαδή το πλεόνασμα της παραγωγής έναντι της κατανάλωσης— αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση κάθε περαιτέρω βήματος προς την τεχνολογική βελτίωση. Η απλή τεχνολογική γνώση είναι άχρηστη αν λείπει το απαιτούμενο κεφάλαιο. Οι Ινδοί επιχειρηματίες γνωρίζουν τις αμερικανικές μεθόδους παραγωγής. Εκείνο που τους εμποδίζει να τις υιοθετήσουν δεν είναι το χαμηλό επίπεδο των ινδικών μισθών, αλλά η έλλειψη κεφαλαίου.
The employment of more and better tools is feasible only to the extent that the capital required is available. Saving—that is, a surplus of production over consumption—is the indispensable condition of every further step toward technological improvement. Mere technological knowledge is of no use if the capital needed is lacking. Chinese businessmen are familiar with American ways of production. What prevents them from adopting the American methods is not the lowness of Chinese wages, but lack of capital.
Από την άλλη πλευρά, η καπιταλιστική αποταμίευση οδηγεί αναγκαστικά στη χρησιμοποίηση πρόσθετων εργαλείων και μηχανημάτων. Ο ρόλος που διαδραματίζει στην οικονομία της αγοράς η απλή αποταμίευση, δηλαδή η συσσώρευση αποθεμάτων καταναλωτικών αγαθών ως εφεδρεία για δύσκολες ημέρες, είναι αμελητέος. Υπό τον καπιταλισμό, η αποταμίευση αποτελεί κατά κανόνα καπιταλιστική αποταμίευση. Το πλεόνασμα της παραγωγής έναντι της κατανάλωσης επενδύεται είτε άμεσα στην επιχείρηση ή στο αγρόκτημα του ίδιου του αποταμιευτή είτε έμμεσα στις επιχειρήσεις άλλων ανθρώπων, μέσω καταθέσεων αποταμίευσης, κοινών και προνομιούχων μετοχών, ομολογιών, χρεογράφων και υποθηκών.13
Στον βαθμό που οι άνθρωποι διατηρούν την κατανάλωσή τους κάτω από το καθαρό εισόδημά τους, δημιουργείται πρόσθετο κεφάλαιο και ταυτόχρονα χρησιμοποιείται για την επέκταση του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού του παραγωγικού μηχανισμού. Όπως έχει επισημανθεί, αυτό το αποτέλεσμα δεν μπορεί να επηρεαστεί από οποιαδήποτε ταυτόχρονη τάση αύξησης των χρηματικών υπολοίπων.14 Αφενός, εκείνο που απαιτείται ανεπιφύλακτα για τη χρησιμοποίηση περισσότερων και καλύτερων εργαλείων είναι η πρόσθετη συσσώρευση κεφαλαίου. Αφετέρου, δεν υπάρχει άλλη διαθέσιμη χρήση για το πρόσθετο κεφάλαιο πέρα από εκείνη που παρέχει η εφαρμογή περισσότερων και καλύτερων εργαλείων.
On the other hand, capitalist saving necessarily causes employment of additional tools and machinery. The role that plain saving, i.e., the piling up of stocks of consumers’ goods as a reserve for rainy days, plays in the market economy is negligible. Under capitalism saving is as a rule capitalist saving. The excess of production over consumption is invested either directly in the saver’s own business or farm or indirectly in other peoples’ enterprises through the instrumentality of savings deposits, common and preferred stock, bonds, debentures, and mortgages.[13] To the extent to which people keep their consumption below their net income, additional capital is created and at the same time employed for the expansion of the capital equipment of the apparatus of production. As has been pointed out, this outcome cannot be affected by any synchronous tendency toward an increase in cash holdings.[14] On one hand, what is unconditionally needed for the employment of more and better tools is additional accumulation of capital. On the other hand, there is no employment available for additional capital other than that provided by the application of more and better tools.
Η θέση του Ricardo και η συνδικαλιστική θεωρία που προέρχεται από αυτήν αντιστρέφουν τη σχέση αιτίου και αποτελέσματος. Η τάση προς υψηλότερους μισθούς δεν αποτελεί την αιτία αλλά το αποτέλεσμα της τεχνολογικής βελτίωσης. Οι επιχειρήσεις που επιδιώκουν το κέρδος εξαναγκάζονται να χρησιμοποιούν τις αποτελεσματικότερες μεθόδους παραγωγής. Εκείνο μόνο που περιορίζει τις προσπάθειες ενός επιχειρηματία να βελτιώσει τον εξοπλισμό της επιχείρησής του είναι η έλλειψη κεφαλαίου. Αν δεν είναι διαθέσιμο το απαιτούμενο κεφάλαιο, καμία παρέμβαση στους μισθούς δεν μπορεί να το δημιουργήσει.
Ricardo’s proposition and the union doctrine derived from it turn things upside down. A tendency toward higher wage rates is not the cause, but the effect, of technological improvement. Profit-seeking business is compelled to employ the most efficient methods of production. What checks a businessman’s endeavors to improve the equipment of his firm is only lack of capital. If the capital required is not available, no meddling with wage rates can provide it.
Το μόνο που μπορούν να επιτύχουν οι κατώτατοι μισθοί ως προς τη χρησιμοποίηση μηχανημάτων είναι να μετατοπίσουν τις πρόσθετες επενδύσεις από έναν κλάδο σε άλλον. Ας υποθέσουμε ότι σε μια οικονομικά καθυστερημένη χώρα, τη Ρουριτανία, το συνδικάτο των λιμενεργατών επιτυγχάνει να εξαναγκάσει τους επιχειρηματίες να καταβάλλουν μισθούς συγκριτικά πολύ υψηλότερους από εκείνους που καταβάλλονται στους υπόλοιπους βιομηχανικούς κλάδους της χώρας. Ενδέχεται τότε η πλέον επικερδής χρήση του πρόσθετου κεφαλαίου να είναι η χρησιμοποίηση μηχανικών μέσων κατά τη φόρτωση και εκφόρτωση των πλοίων.
Το κεφάλαιο, όμως, που χρησιμοποιείται κατ’ αυτόν τον τρόπο αποσύρεται από άλλους κλάδους της ρουριτανικής οικονομίας, στους οποίους, αν δεν υπήρχε η συνδικαλιστική πολιτική, θα είχε χρησιμοποιηθεί με περισσότερο επικερδή τρόπο. Συνέπεια των υψηλών μισθών των λιμενεργατών δεν είναι η αύξηση αλλά η μείωση της συνολικής παραγωγής της Ρουριτανίας.15
All that minimum wage rates can accomplish with regard to the employment of machinery is to shift additional investment from one branch into another. Let us assume that in an economically backward country, Ruritania, the stevedores’ union succeeds in forcing the entrepreneurs to pay wage rates which are comparatively much higher than those paid in the rest of the country’s industries. Then it may result that the most profitable employment for additional capital is to utilize mechanical devices in the loading and unloading of ships. But the capital thus employed is withheld from other branches of Ruritania’s business in which, in the absence of the union’s policy, it would have been employed in a more profitable way. The effect of the high wages of the stevedores is not an increase, but a drop in Ruritania’s total production.[15]
Οι πραγματικοί μισθοί μπορούν να αυξηθούν μόνο στον βαθμό που —εφόσον οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι— το κεφάλαιο καθίσταται αφθονότερο. Αν η κυβέρνηση ή τα συνδικάτα επιτύχουν να επιβάλουν μισθούς υψηλότερους από εκείνους που θα καθόριζε η ανεμπόδιστη αγορά εργασίας, η προσφορά εργασίας υπερβαίνει τη ζήτησή της. Εμφανίζεται θεσμική ανεργία.
Real wage rates can rise only to the extent that, other things being equal, capital becomes more plentiful. If the government or the unions succeed in enforcing wage rates which are higher than those the unhampered labor market would have determined, the supply of labor exceeds the demand for labor. Institutional unemployment emerges.
Σταθερά προσηλωμένες στις αρχές του παρεμβατισμού, οι κυβερνήσεις προσπαθούν να περιορίσουν αυτό το ανεπιθύμητο αποτέλεσμα της παρέμβασής τους καταφεύγοντας στα μέτρα που σήμερα αποκαλούνται πολιτική πλήρους απασχόλησης: επιδόματα ανεργίας, διαιτησία στις εργατικές διαφορές, δημόσια έργα μέσω γενναιόδωρων δημόσιων δαπανών, πληθωρισμό και πιστωτική επέκταση. Όλα αυτά τα θεραπευτικά μέσα είναι χειρότερα από το κακό που προορίζονται να εξαλείψουν.
Firmly committed to the principles of interventionism, governments try to check this undesired result of their interference by resorting to those measures which are nowadays called full-employment policy: unemployment doles, arbitration of labor disputes, public works by means of lavish public spending, inflation, and credit expansion. All these remedies are worse than the evil they are designed to remove.
Η βοήθεια που παρέχεται στους ανέργους δεν εξαλείφει την ανεργία. Διευκολύνει τους ανέργους να παραμένουν αδρανείς. Όσο περισσότερο πλησιάζει το επίδομα στο ύψος στο οποίο θα είχε καθορίσει τον μισθό η ανεμπόδιστη αγορά, τόσο μικρότερο κίνητρο παρέχει στον δικαιούχο να αναζητήσει νέα εργασία. Αποτελεί μέσο παράτασης της ανεργίας και όχι εξάλειψής της. Οι καταστροφικές δημοσιονομικές συνέπειες των επιδομάτων ανεργίας είναι προφανείς.
Assistance granted to the unemployed does not dispose of unemployment. It makes it easier for the unemployed to remain idle. The nearer the allowance comes to the height at which the unhampered market would have fixed the wage rate, the less incentive it offers to the beneficiary to look for a new job. It is a means of making unemployment last rather than of making it disappear. The disastrous financial implications of unemployment benefits are manifest.
Η διαιτησία δεν αποτελεί κατάλληλη μέθοδο διευθέτησης διαφορών σχετικά με το ύψος των μισθών. Αν η απόφαση των διαιτητών καθορίσει τους μισθούς ακριβώς στο δυνητικό αγοραίο επίπεδο ή κάτω από αυτό, είναι περιττή. Αν καθορίσει τους μισθούς πάνω από το δυνητικό αγοραίο επίπεδο, οι συνέπειες είναι ίδιες με εκείνες που προκαλεί οποιαδήποτε άλλη μέθοδος επιβολής κατώτατων μισθών πάνω από το αγοραίο ύψος, δηλαδή θεσμική ανεργία.
Δεν έχει σημασία σε ποιο πρόσχημα καταφεύγει ο διαιτητής για να δικαιολογήσει την απόφασή του. Εκείνο που έχει σημασία δεν είναι αν οι μισθοί είναι «δίκαιοι» ή «άδικοι» σύμφωνα με κάποιο αυθαίρετο κριτήριο, αλλά αν προκαλούν ή δεν προκαλούν πλεόνασμα προσφοράς εργασίας έναντι της ζήτησης εργασίας. Ίσως φαίνεται δίκαιο σε ορισμένους ανθρώπους να καθορίζονται οι μισθοί σε ύψος που καταδικάζει μεγάλο μέρος του δυνητικού εργατικού δυναμικού σε μόνιμη ανεργία. Κανείς, όμως, δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι αυτό είναι σκόπιμο και ωφέλιμο για την κοινωνία.
Arbitration is not an appropriate method for the settlement of disputes concerning the height of wage rates. If the arbitrators’ award fixes wage rates exactly at the potential market rate or below that rate, it is supererogatory. If it fixes wage rates above the potential market rate, the consequences are the same that any other mode of fixing minimum wage rates above the market height brings about, viz., institutional unemployment. It does not matter to what pretext the arbitrator resorts in order to justify his decision. What matters is not whether wages are “fair” or “unfair” by some arbitrary standard, but whether they do or do not bring about an excess of supply of labor over demand for labor. It may seem fair to some people to fix wage rates at such a height that a great part of the potential labor force is doomed to lasting unemployment. But nobody can assert that it is expedient and beneficial to society.
Αν οι κυβερνητικές δαπάνες για δημόσια έργα χρηματοδοτούνται μέσω της φορολόγησης των πολιτών ή του δανεισμού από αυτούς, η δυνατότητα των πολιτών να δαπανούν και να επενδύουν περιορίζεται στον ίδιο βαθμό στον οποίο διευρύνεται η δυνατότητα του δημόσιου ταμείου. Δεν δημιουργούνται πρόσθετες θέσεις εργασίας.
If government spending is financed by taxing the citizens or borrowing from them, the citizens’ power to spend and invest is curtailed to the same extent as that of the public treasury expands. No additional jobs are created.
Αν, όμως, η κυβέρνηση χρηματοδοτήσει το πρόγραμμα δαπανών της μέσω πληθωρισμού —μέσω αύξησης της ποσότητας του χρήματος και πιστωτικής επέκτασης— προκαλεί μια γενική, χρηματικά προκαλούμενη αύξηση των τιμών όλων των εμπορευμάτων και υπηρεσιών. Αν, κατά τη διάρκεια ενός τέτοιου πληθωρισμού, η αύξηση των μισθών υστερεί αρκετά από την αύξηση των τιμών των εμπορευμάτων, η θεσμική ανεργία μπορεί να μειωθεί ή να εξαφανιστεί εντελώς. Εκείνο, όμως, που προκαλεί τη μείωση ή την εξαφάνισή της είναι ακριβώς το γεγονός ότι αυτό το αποτέλεσμα ισοδυναμεί με μείωση των πραγματικών μισθών.
Ο λόρδος Keynes θεωρούσε την πιστωτική επέκταση αποτελεσματική μέθοδο εξάλειψης της ανεργίας· πίστευε ότι η «σταδιακή και αυτόματη μείωση των πραγματικών μισθών ως αποτέλεσμα της ανόδου των τιμών» δεν θα συναντούσε τόσο έντονη αντίσταση από τους εργαζομένους όσο οποιαδήποτε προσπάθεια μείωσης των χρηματικών μισθών.16 Η επιτυχία, όμως, ενός τέτοιου πανούργου σχεδίου θα απαιτούσε απίθανο βαθμό άγνοιας και ανοησίας εκ μέρους των μισθωτών. Όσο οι εργαζόμενοι πιστεύουν ότι οι κατώτατοι μισθοί τούς ωφελούν, δεν θα επιτρέψουν να εξαπατηθούν από τέτοια ευφυολογήματα.
But if the government finances its spending program by inflation—by an increase in the quantity of money and by credit expansion—it causes a general cash-induced rise in the prices of all commodities and services. If in the course of such an inflation the rise in wage rates sufficiently lags behind the rise in the prices of commodities, institutional unemployment may shrink or disappear altogether. But what makes it shrink or disappear is precisely the fact that such an outcome is tantamount to a drop in real wage rates. Lord Keynes considered credit expansion an efficient method for the abolition of unemployment; he believed that “gradual and automatic lowering of real wages as a result of rising prices” would not be so strongly resisted by labor as any attempt to lower money wage rates.[16] However, the success of such a cunning plan would require an unlikely degree of ignorance and stupidity on the part of the wage earners. As long as workers believe that minimum wage rates benefit them, they will not let themselves be cheated by such clever tricks.
Στην πράξη, όλοι αυτοί οι μηχανισμοί μιας υποτιθέμενης πολιτικής πλήρους απασχόλησης οδηγούν τελικά στην εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού γερμανικού τύπου. Επειδή τα μέλη ενός διαιτητικού δικαστηρίου που διορίζονται από τους εργοδότες και εκείνα που διορίζονται από τα συνδικάτα δεν συμφωνούν ποτέ ως προς τη δικαιοσύνη ενός συγκεκριμένου μισθού, η απόφαση περιέρχεται ουσιαστικά στα μέλη που διορίζει η κυβέρνηση. Έτσι, η εξουσία καθορισμού του ύψους των μισθών ανατίθεται στην κυβέρνηση.
In practice all these devices of an alleged full employment policy finally lead to the establishment of socialism of the German pattern. As the members of an arbitration court whom the employers have appointed and those whom the unions have appointed never agree with regard to the fairness of a definite rate, the decision virtually devolves upon the members appointed by the government. The power to determine the height of wage rates is thus vested in the government.
Όσο περισσότερο επεκτείνονται τα δημόσια έργα και όσο περισσότερες δραστηριότητες αναλαμβάνει η κυβέρνηση για να καλύψει το κενό που υποτίθεται ότι αφήνει η «ανικανότητα της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας να παράσχει θέσεις εργασίας σε όλους», τόσο περισσότερο συρρικνώνεται το πεδίο της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας. Έτσι, βρισκόμαστε και πάλι αντιμέτωποι με την εναλλακτική επιλογή μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού. Δεν μπορεί να γίνεται λόγος για μια διαρκή πολιτική κατώτατων μισθών.
The more public works expand and the more the government undertakes in order to fill the gap left by “private enterprise’s inability to provide jobs for all,” the more the realm of private enterprise shrinks. Thus we are again faced with the alternative of capitalism or socialism. There cannot be any question of a lasting policy of minimum wage rates.
Το μοναδικό καταλλακτικό πρόβλημα σχετικά με τα εργατικά συνδικάτα είναι το ερώτημα αν είναι ή δεν είναι δυνατόν να αυξηθούν, μέσω πίεσης και καταναγκασμού, οι μισθοί όλων όσοι επιθυμούν να αποκτήσουν μισθωτό εισόδημα πάνω από το ύψος που θα καθόριζε η ανεμπόδιστη αγορά.
The only catallactic problem with regard to labor unions is the question of whether or not it is possible to raise by pressure and compulsion the wage rates of all those eager to earn wages above the height the unhampered market would have determined.
Σε όλες τις χώρες, τα εργατικά συνδικάτα έχουν αποκτήσει στην πράξη το προνόμιο της βίαιης δράσης. Οι κυβερνήσεις έχουν εγκαταλείψει προς όφελός τους το ουσιώδες γνώρισμα της κυβερνητικής εξουσίας, δηλαδή την αποκλειστική εξουσία και το αποκλειστικό δικαίωμα προσφυγής σε βίαιο εξαναγκασμό και καταναγκασμό. Βεβαίως, οι νόμοι που καθιστούν ποινικό αδίκημα την προσφυγή οποιουδήποτε πολίτη σε βίαιη δράση —εκτός από την περίπτωση της αυτοάμυνας— δεν έχουν καταργηθεί ή τροποποιηθεί επισήμως. Στην πράξη, όμως, η συνδικαλιστική βία γίνεται ανεκτή εντός ευρέων ορίων.
Τα εργατικά συνδικάτα είναι ουσιαστικά ελεύθερα να εμποδίζουν διά της βίας οποιονδήποτε να αψηφά τις εντολές τους σχετικά με τους μισθούς και τις άλλες συνθήκες εργασίας. Είναι ελεύθερα να προκαλούν ατιμώρητα σωματικές βλάβες στους απεργοσπάστες και στους επιχειρηματίες ή στους εντολοδόχους επιχειρηματιών που απασχολούν απεργοσπάστες. Είναι ελεύθερα να καταστρέφουν την περιουσία αυτών των εργοδοτών και ακόμη να τραυματίζουν τους πελάτες που συναλλάσσονται με τα καταστήματά τους. Οι αρχές, με την επιδοκιμασία της κοινής γνώμης, ανέχονται τέτοιες πράξεις. Η αστυνομία δεν σταματά αυτούς τους παραβάτες, οι εισαγγελείς δεν τους παραπέμπουν σε δίκη και δεν παρέχεται στα ποινικά δικαστήρια η ευκαιρία να κρίνουν τις πράξεις τους.
Σε ακραίες περιπτώσεις, όταν οι βίαιες πράξεις υπερβαίνουν ορισμένα όρια, επιχειρούνται κάποιες αδύναμες και διστακτικές προσπάθειες καταστολής και πρόληψης. Κατά κανόνα, όμως, αποτυγχάνουν. Η αποτυχία τους οφείλεται μερικές φορές στη γραφειοκρατική αναποτελεσματικότητα ή στην ανεπάρκεια των μέσων που διαθέτουν οι αρχές, αλλά συχνότερα στην απροθυμία ολόκληρου του κυβερνητικού μηχανισμού να παρέμβει αποτελεσματικά.17
In all countries the labor unions have actually acquired the privilege of violent action. The governments have abandoned in their favor the essential attribute of government, the exclusive power and right to resort to violent coercion and compulsion. Of course, the laws which make it a criminal offense for any citizen to resort—except in case of self-defense—to violent action have not been formally repealed or amended. However, actually labor union violence is tolerated within broad limits. The labor unions are practically free to prevent by force anybody from defying their orders concerning wage rates and other labor conditions. They are free to inflict with impunity bodily evils upon strikebreakers and upon entrepreneurs and mandataries of entrepreneurs who employ strikebreakers. They are free to destroy property of such employers and even to injure customers patronizing their shops. The authorities, with the approval of public opinion, condone such acts. The police do not stop such offenders, the state attorneys do not arraign them, and no opportunity is offered to the penal courts to pass judgment on their actions. In excessive cases, if the deeds of violence go too far, some lame and timid attempts at repression and prevention are ventured. But as a rule they fail. Their failure is sometimes due to bureaucratic inefficiency or to the insufficiency of the means at the disposal of the authorities, but more often to the unwillingness of the whole governmental apparatus to interfere successfully.
Αυτή είναι επί μακρόν η κατάσταση σε όλες τις μη σοσιαλιστικές χώρες. Ο οικονομολόγος, όταν διαπιστώνει αυτά τα γεγονότα, ούτε επιρρίπτει μομφή ούτε διατυπώνει κατηγορία. Εξηγεί απλώς ποιες συνθήκες έδωσαν στα συνδικάτα την εξουσία να επιβάλλουν τους κατώτατους μισθούς τους και ποιο είναι το πραγματικό νόημα του όρου «συλλογική διαπραγμάτευση».
Such has been the state of affairs for a long time in all nonsocialist countries. The economist in establishing these facts neither blames nor accuses. He merely explains what conditions have given to the unions the power to enforce their minimum wage rates and what the real meaning of the term collective bargaining is.
Όπως εξηγούν τον όρο οι υπέρμαχοι των συνδικάτων, η συλλογική διαπραγμάτευση σημαίνει απλώς ότι η διαπραγμάτευση του συνδικάτου αντικαθιστά την ατομική διαπραγμάτευση των επιμέρους εργαζομένων. Στην πλήρως ανεπτυγμένη οικονομία της αγοράς, η διαπραγμάτευση για τα εμπορεύματα και τις υπηρεσίες των οποίων ομοιογενείς μονάδες αγοράζονται και πωλούνται συχνά σε μεγάλες ποσότητες δεν διεξάγεται με τον τρόπο με τον οποίο αποτελούν αντικείμενο συναλλαγής τα μη ανταλλάξιμα εμπορεύματα και οι μη ομοιογενείς υπηρεσίες.
Ο αγοραστής ή ο πωλητής ομοιογενών καταναλωτικών αγαθών ή υπηρεσιών καθορίζει δοκιμαστικά μια τιμή και την προσαρμόζει αργότερα ανάλογα με την ανταπόκριση που συναντά η προσφορά του από τους ενδιαφερομένους, μέχρι να μπορεί να αγοράσει ή να πωλήσει την ποσότητα που σχεδιάζει. Από τεχνική άποψη δεν είναι εφικτή καμία άλλη διαδικασία. Το πολυκατάστημα δεν μπορεί να παζαρεύει με κάθε πελάτη του. Καθορίζει την τιμή ενός αγαθού και περιμένει. Αν το κοινό δεν αγοράζει επαρκείς ποσότητες, μειώνει την τιμή.
Ένα εργοστάσιο που χρειάζεται πεντακόσιους συγκολλητές καθορίζει έναν μισθό που, όπως αναμένει, θα του επιτρέψει να προσλάβει πεντακόσιους ανθρώπους. Αν εμφανιστεί μικρότερος αριθμός, είναι αναγκασμένο να προσφέρει υψηλότερο μισθό. Κάθε εργοδότης πρέπει να αυξάνει τους προσφερόμενους μισθούς μέχρι το σημείο στο οποίο κανένας ανταγωνιστής δεν αποσπά τους εργαζομένους προσφέροντάς τους περισσότερα. Εκείνο ακριβώς που καθιστά μάταιη την επιβολή κατώτατων μισθών είναι το γεγονός ότι, όταν οι μισθοί αυξάνονται πάνω από αυτό το σημείο, δεν εμφανίζονται ανταγωνιστές με αρκετά μεγάλη ζήτηση εργασίας ώστε να απορροφήσουν ολόκληρη την προσφορά.
As union advocates explain the term collective bargaining, it merely means the substitution of a union’s bargaining for the individual bargaining of the individual workers. In the fully developed market economy bargaining concerning those commodities and services of which homogeneous items are frequently bought and sold in great quantities is not effected by the manner in which nonfungible commodities and services are traded. The buyer or seller of fungible consumers’ goods or of fungible services fixes a price tentatively and adjusts it later according to the response his offer meets from those interested until he is in a position to buy or to sell as much as he plans. Technically no other procedure is feasible. The department store cannot haggle with its patrons. It fixes the price of an article and waits. If the public does not buy sufficient quantities, it lowers the price. A factory that needs five hundred welders fixes a wage rate which, as it expects, will enable it to hire five hundred men. If only a minor number turns up, it is forced to allow a higher rate. Every employer must raise the wages he offers up to the point at which no competitor lures the workers away by overbidding. What makes the enforcement of minimum wage rates futile is precisely the fact that with wages raised above this point competitors do not turn up with a demand for labor big enough to absorb the whole supply.
Αν τα συνδικάτα αποτελούσαν πράγματι φορείς διαπραγμάτευσης, η συλλογική τους διαπραγμάτευση δεν θα μπορούσε να αυξήσει τους μισθούς πάνω από το σημείο της ανεμπόδιστης αγοράς. Όσο εξακολουθούν να υπάρχουν διαθέσιμοι άνεργοι εργαζόμενοι, ο εργοδότης δεν έχει κανέναν λόγο να αυξήσει την προσφορά του. Η πραγματική συλλογική διαπραγμάτευση δεν θα διέφερε από καταλλακτική άποψη από την ατομική διαπραγμάτευση. Όπως και η ατομική διαπραγμάτευση, θα έδινε ουσιαστική φωνή σε όσους αναζητούν εργασία αλλά δεν έχουν ακόμη βρει τις θέσεις που επιθυμούν.
If the unions were really bargaining agencies, their collective bargaining could not raise the height of wage rates above the point of the unhampered market. As long as there still are unemployed workers available, there is no reason for an employer to raise his offer. Real collective bargaining would not differ catallactically from individual bargaining. It would, like individual bargaining, give a virtual voice to those job-seekers who have not yet found the jobs they are looking for.
Εκείνο, όμως, που οι συνδικαλιστές ηγέτες και η «φιλεργατική» νομοθεσία αποκαλούν ευφημιστικά συλλογική διαπραγμάτευση έχει εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα. Είναι διαπραγμάτευση υπό την απειλή των όπλων. Είναι διαπραγμάτευση μεταξύ ενός ένοπλου μέρους, έτοιμου να χρησιμοποιήσει τα όπλα του, και ενός άοπλου μέρους που τελεί υπό καταναγκασμό. Δεν αποτελεί συναλλαγή της αγοράς. Αποτελεί υπαγόρευση που επιβάλλεται στον εργοδότη. Οι συνέπειές της δεν διαφέρουν από εκείνες ενός κυβερνητικού διατάγματος για την επιβολή του οποίου χρησιμοποιούνται η αστυνομική εξουσία και τα ποινικά δικαστήρια. Προκαλεί θεσμική ανεργία.
However, what is euphemistically called collective bargaining by union leaders and “pro-labor” legislation is of a quite different character. It is bargaining at the point of a gun. It is bargaining between an armed party, ready to use its weapons, and an unarmed party under duress. It is not a market transaction. It is a dictate forced upon the employer. And its effects do not differ from those of a government decree for the enforcement of which the police power and the penal courts are used. It produces institutional unemployment.
Η πραγμάτευση των σχετικών προβλημάτων από την κοινή γνώμη και από τον τεράστιο όγκο της ψευδοοικονομικής βιβλιογραφίας είναι εντελώς παραπλανητική. Το ζήτημα δεν είναι το δικαίωμα σύστασης ενώσεων. Είναι αν οποιαδήποτε ένωση ιδιωτών πολιτών πρέπει να διαθέτει το προνόμιο να καταφεύγει ατιμώρητα σε βίαιες πράξεις. Πρόκειται για το ίδιο πρόβλημα που αφορά τις δραστηριότητες της Ku Klux Klan.
The treatment of the problems involved by public opinion and the vast number of pseudo-economic writings is utterly misleading. The issue is not the right to form associations. It is whether or not any association of private citizens should be granted the privilege of resorting with impunity to violent action. It is the same problem that relates to the activities of the Ku Klux Klan.
Ούτε είναι ορθό να εξετάζεται το ζήτημα από τη σκοπιά ενός «δικαιώματος στην απεργία». Το πρόβλημα δεν είναι το δικαίωμα στην απεργία, αλλά το δικαίωμα εξαναγκασμού άλλων ανθρώπων —μέσω εκφοβισμού ή βίας— να απεργήσουν, καθώς και το περαιτέρω δικαίωμα παρεμπόδισης οποιουδήποτε να εργαστεί σε επιχείρηση στην οποία ένα συνδικάτο έχει κηρύξει απεργία. Όταν τα συνδικάτα επικαλούνται το δικαίωμα στην απεργία για να δικαιολογήσουν τέτοιους εκφοβισμούς και βίαιες πράξεις, η θέση τους δεν είναι ισχυρότερη από εκείνη μιας θρησκευτικής ομάδας η οποία θα επικαλούνταν το δικαίωμα της ελευθερίας της συνείδησης για να δικαιολογήσει τη δίωξη των διαφωνούντων.
Neither is it correct to look upon the matter from the point of view of a “right to strike.” The problem is not the right to strike, but the right—by intimidation or violence—to force other people to strike, and the further right to prevent anybody from working in a shop in which a union has called a strike. When the unions invoke the right to strike in justification of such intimidation and deeds of violence, they are on no better ground than a religious group would be in invoking the right of freedom of conscience as a justification of persecuting dissenters.
Όταν στο παρελθόν οι νόμοι ορισμένων χωρών στερούσαν από τους εργαζομένους το δικαίωμα να ιδρύουν συνδικάτα, καθοδηγούνταν από την αντίληψη ότι τέτοια συνδικάτα δεν είχαν κανέναν άλλο σκοπό πέρα από την προσφυγή στη βία και στον εκφοβισμό. Όταν οι αρχές στο παρελθόν διέτασσαν μερικές φορές τις ένοπλες δυνάμεις τους να προστατεύσουν τους εργοδότες, τους εντολοδόχους τους και την περιουσία τους από τις επιθέσεις των απεργών, δεν διέπρατταν πράξεις εχθρικές προς την «εργασία». Έπρατταν απλώς ό,τι κάθε κυβέρνηση θεωρεί πρωταρχικό της καθήκον. Προσπαθούσαν να διατηρήσουν το αποκλειστικό τους δικαίωμα προσφυγής στη βίαιη δράση.
When in the past the laws of some countries denied to employees the right to form unions, they were guided by the idea that such unions have no objective other than to resort to violent action and intimidation. When the authorities in the past sometimes directed their armed forces to protect the employers, their mandataries, and their property against the onslaught of strikers, they were not guilty of acts hostile to “labor.” They simply did what every government considers its main duty. They tried to preserve their exclusive right to resort to violent action.
Δεν χρειάζεται η οικονομική επιστήμη να εξετάσει τα προβλήματα των απεργιών για τη διεκδίκηση συνδικαλιστικής δικαιοδοσίας ούτε τους διάφορους νόμους —ιδίως εκείνους του αμερικανικού New Deal— που ομολογουμένως μεροληπτούσαν εις βάρος των εργοδοτών και παραχωρούσαν προνομιακή θέση στα συνδικάτα. Υπάρχει μόνο ένα σημείο που έχει σημασία: Αν ένα κυβερνητικό διάταγμα ή η συνδικαλιστική πίεση και ο καταναγκασμός καθορίσουν τους μισθούς πάνω από το ύψος των δυνητικών αγοραίων μισθών, προκαλείται θεσμική ανεργία.
There is no need for economics to enter into an examination of the problems of jurisdictional strikes and of various laws, especially of the American New Deal, which were admittedly loaded against the employers and which assigned a privileged position to the unions. There is only one point that matters. If a government decree or labor union pressure and compulsion fix wage rates above the height of the potential market rates, institutional unemployment results.
← Κεφάλαιο 29: ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 31: ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ (ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ) →