Ανθρώπινη Δράση: Κεφάλαιο 29: ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ
Ludwig von Mises · Human Action: A Treatise on Economics
Πραξεολόγος
← Κεφάλαιο 28: ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 30: ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΤΗ ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΩΝ ΤΙΜΩΝ →
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, Human Action: A Treatise on Economics, ebook του Foundation for Economic Education (FEE), 2016, ISBN 978-1-57246-086-7 — «Published under the Creative Commons Attribution 4.0 International License». Σελίδα της έκδοσης: fee.org/ebooks/human-action-by-ludwig-von-mises. Άδεια: CC BY 4.0.
Σε δείγμα 300 παραγράφων, οι 298 του ebook του FEE ήταν ίδιες λέξη προς λέξη με το κείμενο που ακολουθεί η μετάφραση. Το FEE δεν περιέχει μερικές ενότητες που προστέθηκαν σε μεταγενέστερες εκδόσεις (π.χ. «Η ηθική καταδίκη του κέρδους», «Διαφθορά», παράγραφοι για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο)· αυτές, όπως και οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ), εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Οι πρόλογοι της ελληνικής έκδοσης και των εκδόσεων Scholar’s/4ης δεν περιλαμβάνονται εδώ.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
Στο παρόν κεφάλαιο θα εξετάσουμε εκείνα τα μέτρα που αποσκοπούν άμεσα και πρωτίστως στην εκτροπή της παραγωγής —με την ευρύτερη έννοια του όρου, η οποία περιλαμβάνει το εμπόριο και τις μεταφορές— από την πορεία που θα ακολουθούσε στην ανεμπόδιστη οικονομία της αγοράς. Κάθε αυταρχική παρέμβαση στις επιχειρήσεις εκτρέπει, βεβαίως, την παραγωγή από την πορεία που θα ακολουθούσε αν κατευθυνόταν αποκλειστικά από τη ζήτηση των καταναλωτών, όπως αυτή εκδηλώνεται στην αγορά. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της περιοριστικής παρέμβασης στην παραγωγή είναι ότι η εκτροπή της παραγωγής δεν αποτελεί απλώς αναπόφευκτη και ακούσια δευτερογενή συνέπεια, αλλά ακριβώς το αποτέλεσμα που επιθυμεί να επιφέρει η κρατική αρχή.
Όπως κάθε άλλη πράξη παρέμβασης, τα περιοριστικά αυτά μέτρα επηρεάζουν και την κατανάλωση. Ωστόσο, και πάλι, στην περίπτωση των περιοριστικών μέτρων που εξετάζουμε στο παρόν κεφάλαιο, αυτό δεν αποτελεί τον πρωταρχικό σκοπό που επιδιώκει η αρχή. Η κυβέρνηση επιθυμεί να παρέμβει στην παραγωγή. Το γεγονός ότι το μέτρο της επηρεάζει επίσης τους τρόπους κατανάλωσης είναι, από τη δική της σκοπιά, είτε εντελώς αντίθετο προς τις προθέσεις της είτε, τουλάχιστον, μια ανεπιθύμητη συνέπεια την οποία ανέχεται επειδή είναι αναπόφευκτη και θεωρείται μικρότερο κακό σε σύγκριση με τις συνέπειες της μη παρέμβασης.
E shall deal in this chapter with those measures which are directly and primarily intended to divert production (in the broadest meaning of the word, including commerce and transportation) from the ways it would take in the unhampered market economy. Each authoritarian interference with business diverts production, of course, from the lines it would take if it were only directed by the demand of the consumers as manifested on the market. The characteristic mark of restrictive interference with production is that the diversion of production is not merely an unavoidable and unintentional secondary effect, but precisely what the authority wants to bring about. Like any other act of intervention, such restrictive measures affect consumption also. But this again, in the case of the restrictive measures we are dealing with in this chapter, is not the primary end the authority aims at. The government wants to interfere with production. The fact that its measure influences the ways of consumption also is, from its point of view, either altogether contrary to its intentions or at least an unwelcome consequence with which it puts up because it is unavoidable and is considered as a minor evil when compared with the consequences of nonintervention.
Περιορισμός της παραγωγής σημαίνει ότι η κυβέρνηση είτε απαγορεύει είτε καθιστά δυσχερέστερη ή δαπανηρότερη την παραγωγή, τη μεταφορά ή τη διανομή συγκεκριμένων αγαθών ή την εφαρμογή συγκεκριμένων μεθόδων παραγωγής, μεταφοράς ή διανομής. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η αρχή αποκλείει ορισμένα από τα διαθέσιμα μέσα ικανοποίησης των ανθρώπινων αναγκών. Αποτέλεσμα της παρέμβασής της είναι ότι οι άνθρωποι εμποδίζονται να χρησιμοποιήσουν τις γνώσεις και τις ικανότητές τους, την εργασία τους και τα υλικά μέσα παραγωγής τους κατά τον τρόπο με τον οποίο θα αποκτούσαν τις υψηλότερες αποδόσεις και θα ικανοποιούσαν τις ανάγκες τους στον μέγιστο δυνατό βαθμό. Μια τέτοια παρέμβαση καθιστά τους ανθρώπους φτωχότερους και λιγότερο ικανοποιημένους.
Restriction of production means that the government either forbids or makes more difficult or more expensive the production, transportation, or distribution of definite articles, or the application of definite modes of production, transportation, or distribution. The authority thus eliminates some of the means available for the satisfaction of human wants. The effect of its interference is that people are prevented from using their knowledge and abilities, their labor, and their material means of production in the way in which they would earn the highest returns and satisfy their needs as much as possible. Such interference makes people poorer and less satisfied.
Αυτός είναι ο πυρήνας του ζητήματος. Όλη η λεπτολογία και η σχολαστική επιχειρηματολογία που σπαταλώνται στην προσπάθεια ανασκευής αυτής της θεμελιώδους θέσης είναι μάταιες. Στην ανεμπόδιστη αγορά επικρατεί μια ακατανίκητη τάση χρησιμοποίησης κάθε συντελεστή παραγωγής για την καλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιο επειγουσών αναγκών των καταναλωτών. Αν η κυβέρνηση παρέμβει σε αυτή τη διαδικασία, μπορεί μόνο να μειώσει την ικανοποίηση· δεν μπορεί ποτέ να τη βελτιώσει.
This is the crux of the matter. All the subtlety and hair-splitting wasted in the effort to invalidate this fundamental thesis are vain. On the unhampered market there prevails an irresistible tendency to employ every factor of production for the best possible satisfaction of the most urgent needs of the consumers. If the government interferes with this process, it can only impair satisfaction; it can never improve it.
Η ορθότητα αυτής της θέσης έχει αποδειχθεί με εξαίρετο και αδιάσειστο τρόπο όσον αφορά την ιστορικά σημαντικότερη κατηγορία κυβερνητικής παρέμβασης στην παραγωγή: τους φραγμούς στο διεθνές εμπόριο. Στο πεδίο αυτό, οι διδασκαλίες των κλασικών οικονομολόγων, ιδίως εκείνες του Ricardo, είναι οριστικές και διευθετούν το ζήτημα για πάντα. Το μόνο που μπορεί να επιτύχει ένας δασμός είναι να μετατοπίσει την παραγωγή από τοποθεσίες στις οποίες η απόδοση ανά μονάδα εισροής είναι υψηλότερη προς τοποθεσίες στις οποίες είναι χαμηλότερη. Δεν αυξάνει την παραγωγή· τη μειώνει.
The correctness of this thesis has been proved in an excellent and irrefutable manner with regard to the historically most important class of government interference with production, the barriers to international trade. In this field the teachings of the classical economists, especially those of Ricardo, are final and settle the issue forever. All that a tariff can achieve is to divert production from those locations in which the output per unit of input is higher to locations in which it is lower. It does not increase production; it curtails it.
Οι άνθρωποι μιλούν εκτενώς για την υποτιθέμενη κυβερνητική ενθάρρυνση της παραγωγής. Η κυβέρνηση, όμως, δεν έχει τη δύναμη να ενθαρρύνει έναν κλάδο παραγωγής παρά μόνο περιορίζοντας άλλους κλάδους. Αποσύρει συντελεστές παραγωγής από τους κλάδους στους οποίους θα τους χρησιμοποιούσε η ανεμπόδιστη αγορά και τους κατευθύνει προς άλλους κλάδους. Ελάχιστη σημασία έχει το είδος των διοικητικών διαδικασιών στις οποίες καταφεύγει η κυβέρνηση για να επιφέρει αυτό το αποτέλεσμα. Μπορεί να χορηγεί απροκάλυπτα επιδοτήσεις ή να συγκαλύπτει την επιδότηση θεσπίζοντας δασμούς και εξαναγκάζοντας έτσι τους υπηκόους της να καλύψουν το κόστος.
Το μόνο που έχει σημασία είναι ότι οι άνθρωποι εξαναγκάζονται να στερηθούν ορισμένες ικανοποιήσεις τις οποίες αποτιμούν περισσότερο και αποζημιώνονται μόνο με ικανοποιήσεις τις οποίες αποτιμούν λιγότερο. Στη βάση του παρεμβατικού επιχειρήματος βρίσκεται πάντοτε η ιδέα ότι η κυβέρνηση ή το κράτος είναι μια οντότητα που βρίσκεται έξω και πάνω από την κοινωνική διαδικασία της παραγωγής· ότι κατέχει κάτι που δεν προέρχεται από τη φορολόγηση των υπηκόων της και ότι μπορεί να δαπανήσει αυτό το μυθικό κάτι για συγκεκριμένους σκοπούς.
Πρόκειται για τον μύθο του Άγιου Βασίλη, τον οποίο ο λόρδος Keynes ανύψωσε στην περιωπή οικονομικής θεωρίας και τον οποίο ασπάστηκαν με ενθουσιασμό όλοι όσοι αναμένουν προσωπικό όφελος από τις κυβερνητικές δαπάνες. Απέναντι σε αυτές τις δημοφιλείς πλάνες, πρέπει να υπογραμμιστεί η αυτονόητη αλήθεια ότι μια κυβέρνηση μπορεί να δαπανήσει ή να επενδύσει μόνο όσα αφαιρεί από τους πολίτες της και ότι οι πρόσθετες δαπάνες και επενδύσεις της περιορίζουν τις δαπάνες και τις επενδύσεις των πολιτών κατά ακριβώς το ίδιο ποσό.
People expatiate on alleged government encouragement of production. However, government does not have the power to encourage one branch of production except by curtailing other branches. It withdraws the factors of production from those branches in which the unhampered market would employ them and directs them into other branches. It little matters what kind of administrative procedures the government resorts to for the realization of this effect. It may subsidize openly or disguise the subsidy in enacting tariffs and thus forcing its subjects to defray the costs. What alone counts is the fact that people are forced to forego some satisfactions which they value more highly and are compensated only by satisfactions which they value less. At the bottom of the interventionist argument there is always the idea that the government or the state is an entity outside and above the social process of production, that it owns something which is not derived from taxing its subjects, and that it can spend this mythical something for definite purposes. This is the Santa Claus fable raised by Lord Keynes to the dignity of an economic doctrine and enthusiastically endorsed by all those who expect personal advantage from government spending. As against these popular fallacies there is need to emphasize the truism that a government can spend or invest only what it takes away from its citizens and that its additional spending and investment curtails the citizens’ spending and investment to the full extent of its quantity.
Μολονότι η κυβέρνηση δεν έχει τη δύναμη να καταστήσει τους ανθρώπους ευπορότερους μέσω παρεμβάσεων στις επιχειρήσεις, ασφαλώς έχει τη δύναμη να τους καταστήσει λιγότερο ικανοποιημένους μέσω του περιορισμού της παραγωγής.
While government has no power to make people more prosperous by interference with business, it certainly does have the power to make them less satisfied by restriction of production.
Το γεγονός ότι ο περιορισμός της παραγωγής συνεπάγεται πάντοτε μείωση της ικανοποίησης των επιμέρους πολιτών δεν σημαίνει ότι ένας τέτοιος περιορισμός πρέπει κατ’ ανάγκην να θεωρείται επιζήμιος. Μια κυβέρνηση δεν καταφεύγει αυθαίρετα σε περιοριστικά μέτρα. Θέλει να επιτύχει ορισμένους σκοπούς και θεωρεί τον περιορισμό κατάλληλο μέσο για την πραγματοποίηση του σχεδίου της. Επομένως, η αξιολόγηση των περιοριστικών πολιτικών εξαρτάται από την απάντηση σε δύο ερωτήματα: Είναι το μέσο που επέλεξε η κυβέρνηση κατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού; Αποζημιώνει η πραγματοποίηση αυτού του σκοπού τους επιμέρους πολίτες για τη στέρηση που υφίστανται;
Θέτοντας αυτά τα ερωτήματα, αντιμετωπίζουμε τον περιορισμό της παραγωγής όπως αντιμετωπίζουμε τους φόρους. Και η καταβολή φόρων μειώνει άμεσα την ικανοποίηση του φορολογουμένου. Αποτελεί, όμως, το τίμημα που καταβάλλει για τις υπηρεσίες τις οποίες παρέχει η κυβέρνηση στην κοινωνία και σε κάθε μέλος της. Στον βαθμό που η κυβέρνηση εκπληρώνει τις κοινωνικές λειτουργίες της και οι φόροι δεν υπερβαίνουν το ποσό που απαιτείται για τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του κυβερνητικού μηχανισμού, αποτελούν αναγκαίο κόστος και αποφέρουν το αντίστοιχο αντάλλαγμα.
The fact that restricting production invariably involves a curtailment of the individual citizens’ satisfaction does not mean that such restriction is necessarily to be regarded as a damage. A government does not wantonly resort to restrictive measures. It wants to attain certain ends and considers the restriction as the appropriate means for the realization of its plan. The appraisal of restrictive policies depends therefore on the answer to two questions: Is the means chosen by the government fitted to attain the end sought? Is the realization of this end a compensation for the individual citizens’ privation? In raising these questions we look upon restriction of production as we look upon taxes. Payment of taxes also directly curtails the taxpayer’s satisfaction. But it is the price he pays for the services which government renders to society and to each of its members. As far as the government fulfills its social functions and the taxes do not exceed the amount required for securing the smooth operation of the government apparatus, they are necessary costs and repay themselves.
Η καταλληλότητα αυτού του τρόπου εξέτασης των περιοριστικών μέτρων καθίσταται ιδιαίτερα εμφανής σε όλες εκείνες τις περιπτώσεις στις οποίες ο περιορισμός χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο της φορολογίας. Το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών για την εθνική άμυνα καλύπτεται από το δημόσιο ταμείο, μέσω των δημόσιων εσόδων. Περιστασιακά, όμως, επιλέγεται διαφορετική διαδικασία. Συμβαίνει μερικές φορές η ετοιμότητα ενός έθνους να αποκρούσει μια επίθεση να εξαρτάται από την ύπαρξη ορισμένων βιομηχανικών κλάδων οι οποίοι θα απουσίαζαν στην ανεμπόδιστη αγορά. Οι κλάδοι αυτοί πρέπει να επιδοτούνται και οι χορηγούμενες επιδοτήσεις πρέπει να θεωρούνται όπως κάθε άλλη στρατιωτική δαπάνη. Ο χαρακτήρας τους παραμένει ο ίδιος όταν η κυβέρνηση τις χορηγεί έμμεσα, επιβάλλοντας εισαγωγικούς δασμούς στα σχετικά προϊόντα. Η μόνη διαφορά είναι ότι, σε αυτή την περίπτωση, οι καταναλωτές επιβαρύνονται άμεσα με το σχετικό κόστος, ενώ στην περίπτωση της κυβερνητικής επιδότησης το καλύπτουν έμμεσα καταβάλλοντας υψηλότερους φόρους.
The adequacy of this mode of dealing with restrictive measures is especially manifest in all those cases in which restriction is resorted to as a substitute for taxation. The bulk of expenditure for national defense is defrayed by the treasury out of the public revenue. But occasionally another procedure is chosen. It happens sometimes that the nation’s preparedness to repel aggression depends on the existence of certain branches of industry which would be absent in the unhampered market. These industries must be subsidized, and the subsidies granted are to be considered as any other armaments expenditure. Their character remains the same if the government grants them indirectly by the imposition of an import duty for the products concerned. The difference is only that then the consumers are directly burdened with the costs incurred, while in the case of a government subsidy they defray these costs indirectly in paying higher taxes.
Κατά τη θέσπιση περιοριστικών μέτρων, οι κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια σχεδόν ποτέ δεν είχαν επίγνωση των συνεπειών της ανάμειξής τους στις επιχειρήσεις. Έτσι, υπέθεσαν αμέριμνα ότι οι προστατευτικοί δασμοί μπορούν να αυξήσουν το βιοτικό επίπεδο του έθνους και αρνήθηκαν επίμονα να αποδεχθούν την ορθότητα των οικονομικών διδασκαλιών σχετικά με τις συνέπειες του προστατευτισμού. Η καταδίκη του προστατευτισμού από τους οικονομολόγους είναι αδιάσειστη και απαλλαγμένη από κάθε κομματική μεροληψία. Οι οικονομολόγοι δεν υποστηρίζουν ότι η προστασία είναι κακή από τη σκοπιά κάποιας προκαθορισμένης αξιολογικής θέσης. Καταδεικνύουν ότι η προστασία δεν μπορεί να επιτύχει τους σκοπούς τους οποίους επιδιώκουν κατά κανόνα οι κυβερνήσεις όταν προσφεύγουν σε αυτήν. Δεν αμφισβητούν τον τελικό σκοπό της κυβερνητικής δράσης· απορρίπτουν απλώς το επιλεγμένο μέσο ως ακατάλληλο για την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού.
In enacting restrictive measures governments and parliaments have hardly ever been aware of the consequences of their meddling with business. Thus, they have blithely assumed that protective tariffs are capable of raising the nation’s standard of living, and they have stubbornly refused to admit the correctness of the economic teachings concerning the effects of protectionism. The economists’ condemnation of protectionism is irrefutable and free of any party bias. For the economists do not say that protection is bad from any preconceived point of view. They show that protection cannot attain those ends which the governments as a rule want to attain by resorting to it. They do not question the ultimate end of the government’s action; they merely reject the means chosen as inappropriate to realize the ends aimed at.
Τα δημοφιλέστερα από όλα τα περιοριστικά μέτρα είναι εκείνα που χαρακτηρίζονται «φιλεργατική νομοθεσία». Και εδώ οι κυβερνήσεις και η κοινή γνώμη παρερμηνεύουν σοβαρά τις συνέπειες. Πιστεύουν ότι ο περιορισμός των ωρών εργασίας και η απαγόρευση της παιδικής εργασίας επιβαρύνουν αποκλειστικά τους εργοδότες και αποτελούν «κοινωνική κατάκτηση» για τους μισθωτούς. Αυτό, όμως, ισχύει μόνο στον βαθμό που τέτοιοι νόμοι μειώνουν την προσφορά εργασίας και αυξάνουν έτσι την οριακή παραγωγικότητα της εργασίας σε σχέση με την οριακή παραγωγικότητα του κεφαλαίου.
Η μείωση της προσφοράς εργασίας οδηγεί επίσης σε μείωση της συνολικής ποσότητας των παραγόμενων αγαθών και, ως εκ τούτου, της μέσης κατά κεφαλήν κατανάλωσης. Η συνολική πίτα μικραίνει, αλλά το μέρος της μικρότερης πίτας που περιέρχεται στους μισθωτούς είναι αναλογικά μεγαλύτερο από εκείνο που λάμβαναν από τη μεγαλύτερη πίτα· ταυτόχρονα, το μερίδιο των κεφαλαιούχων μειώνεται.1 Το αν αυτό το αποτέλεσμα βελτιώνει ή επιδεινώνει τους πραγματικούς μισθούς των διαφόρων ομάδων μισθωτών εξαρτάται από τα συγκεκριμένα δεδομένα κάθε περίπτωσης.
Most popular among all restrictive measures are those styled prolabor legislation. Here too the governments and public opinion badly misjudge the effects. They believe that restricting the hours of work and prohibiting child labor exclusively burdens the employers and is a “social gain” for the wage earners. However, this is true only to the extent that such laws reduce the supply of labor and thus raise the marginal productivity of labor as against the marginal productivity of capital. But the drop in the supply of labor results also in a decrease in the total amount of goods produced and thereby in the average per capita consumption. The total cake shrinks, but the portion of the smaller cake which goes to the wage earners is proportionately higher than what they received from the bigger cake; concomitantly the portion of the capitalists drops.[1] It depends on the concrete data of each case whether or not this outcome improves or impairs the real wage rates of the various groups of wage earners.
Η δημοφιλής εκτίμηση της φιλεργατικής νομοθεσίας βασίστηκε στην πλάνη ότι οι μισθοί δεν έχουν καμία αιτιώδη σχέση με την αξία που προσθέτει η εργασία των εργαζομένων στα υλικά. Οι μισθοί, λέει ο «σιδηρούς νόμος», καθορίζονται από την ελάχιστη ποσότητα των απολύτως απαραίτητων μέσων διαβίωσης· δεν μπορούν ποτέ να αυξηθούν πάνω από το επίπεδο συντήρησης. Η διαφορά μεταξύ της αξίας που παράγει ο εργαζόμενος και του μισθού που του καταβάλλεται περιέρχεται στον εργοδότη που τον εκμεταλλεύεται. Αν αυτό το πλεόνασμα μειωθεί μέσω του περιορισμού των ωρών εργασίας, ο μισθωτός απαλλάσσεται από ένα μέρος του μόχθου και των δυσχερειών του, ο μισθός του παραμένει αμετάβλητος και ο εργοδότης στερείται μέρος του άδικου κέρδους του. Ο περιορισμός της συνολικής παραγωγής μειώνει μόνο το εισόδημα της εκμεταλλεύτριας αστικής τάξης.
The popular appraisal of prolabor legislation was based on the error that wage rates have no causal relation whatever to the value that the worker’s labor adds to the material. Wage rates, says the “iron law,” are determined by the minimum amount of indispensable necessities of life; they can never rise above the subsistence level. The difference between the value produced by the worker and the wages paid to him goes to the exploiting employer. If this surplus is curtailed by restricting the working hours, the wage earner is relieved of a part of his toil and trouble, his wages remain unchanged, and the employer is deprived of a part of his unfair profit. The restriction of total output curtails only the income of the exploiting bourgeois.
Έχει ήδη επισημανθεί ότι ο ρόλος που διαδραμάτισε η φιλεργατική νομοθεσία στην εξέλιξη του δυτικού καπιταλισμού ήταν, μέχρι πριν από λίγα χρόνια, πολύ λιγότερο σημαντικός από όσο θα υπεδείκνυε η ένταση με την οποία συζητήθηκαν δημοσίως τα σχετικά προβλήματα. Η εργατική νομοθεσία, ως επί το πλείστον, παρείχε απλώς νομική αναγνώριση σε μεταβολές των συνθηκών που είχαν ήδη συντελεστεί λόγω της ταχείας εξέλιξης των επιχειρήσεων.2 Στις χώρες, όμως, που καθυστέρησαν να υιοθετήσουν καπιταλιστικές μεθόδους παραγωγής και υστερούν ως προς την ανάπτυξη σύγχρονων μεθόδων μεταποίησης και βιομηχανικής παραγωγής, το πρόβλημα της εργατικής νομοθεσίας είναι κρίσιμο.
Παραπλανημένοι από τις νόθες θεωρίες του παρεμβατισμού, οι πολιτικοί αυτών των εθνών πιστεύουν ότι μπορούν να βελτιώσουν τη μοίρα των εξαθλιωμένων μαζών αντιγράφοντας την εργατική νομοθεσία των πλέον προηγμένων καπιταλιστικών χωρών. Αντιμετωπίζουν τα σχετικά προβλήματα σαν να έπρεπε να εξεταστούν αποκλειστικά από εκείνη που εσφαλμένα αποκαλείται «ανθρωπιστική σκοπιά» και αδυνατούν να αντιληφθούν το πραγματικό ζήτημα.
It has been pointed out already that the role which prolabor legislation played in the evolution of Western capitalism was until a few years ago much less important than would be suggested by the vehemence with which the problems involved have been publicly discussed. Labor legislation, for the most part, merely provided a legal recognition of changes in conditions already consummated by the rapid evolution of business.[2] But in the countries which were slow in adopting capitalistic modes of production and are backward in developing modern methods of processing and manufacturing, the problem of labor legislation is crucial. Deluded by the spurious doctrines of interventionism, the politicians of these nations believe that they can improve the lot of the destitute masses by copying the labor legislation of the most advanced capitalistic countries. They look upon the problems involved as if they were merely to be treated from what is erroneously called the “human angle” and fail to recognize the real issue.
Αποτελεί πράγματι θλιβερό γεγονός ότι στην Ασία πολλά εκατομμύρια μικρών παιδιών είναι άπορα και λιμοκτονούν· ότι οι μισθοί είναι εξαιρετικά χαμηλοί σε σύγκριση με τα αμερικανικά ή δυτικοευρωπαϊκά επίπεδα· ότι οι ώρες εργασίας είναι πολλές· και ότι οι υγειονομικές συνθήκες στους χώρους εργασίας είναι αξιοθρήνητες. Δεν υπάρχει, όμως, κανένα μέσο εξάλειψης αυτών των δεινών πέρα από την περισσότερη εργασία, παραγωγή και αποταμίευση και, κατά συνέπεια, τη μεγαλύτερη συσσώρευση κεφαλαίου. Αυτό είναι απαραίτητο για κάθε διαρκή βελτίωση.
Τα περιοριστικά μέτρα που υποστηρίζουν οι αυτοαποκαλούμενοι φιλάνθρωποι και ανθρωπιστές θα ήταν μάταια. Όχι μόνο δεν θα βελτίωναν τις συνθήκες, αλλά θα τις καθιστούσαν πολύ χειρότερες. Αν οι γονείς είναι υπερβολικά φτωχοί για να θρέψουν επαρκώς τα παιδιά τους, η απαγόρευση της παιδικής εργασίας καταδικάζει τα παιδιά σε λιμοκτονία. Αν η οριακή παραγωγικότητα της εργασίας είναι τόσο χαμηλή, ώστε ένας εργαζόμενος μπορεί μέσα σε δέκα ώρες να αποκτήσει μόνο έναν μισθό κατώτερο από τα αμερικανικά επίπεδα, δεν ωφελείται από τη νομοθετική επιβολή του οκταώρου.
It is a sad fact indeed that in Asia many millions of tender children are destitute and starving, that wages are extremely low when compared with American or Western European standards, that hours of work are long, and that sanitary conditions in the workshops are deplorable. But there is no means of eliminating these evils other than to work, to produce, and to save more and thus to accumulate more capital. This is indispensable for any lasting improvement. The restrictive measures advocated by self-styled philanthropists and humanitarians would be futile. They would not only fail to improve conditions, they would make things a good deal worse. If the parents are too poor to feed their children adequately, prohibition of child labor condemns the children to starvation. If the marginal productivity of labor is so low that a worker can only earn in ten hours wages which are substandard when compared with American wages, one does not benefit the laborer by decreeing the eight-hour day.
Το υπό συζήτηση πρόβλημα δεν είναι αν είναι επιθυμητή η βελτίωση της υλικής ευημερίας των μισθωτών. Οι υπέρμαχοι των εσφαλμένα αποκαλούμενων φιλεργατικών νόμων συγχέουν σκόπιμα το ζήτημα, επαναλαμβάνοντας διαρκώς ότι περισσότερος ελεύθερος χρόνος, υψηλότεροι πραγματικοί μισθοί και η απαλλαγή των παιδιών και των έγγαμων γυναικών από την ανάγκη αναζήτησης απασχόλησης θα καθιστούσαν ευτυχέστερες τις οικογένειες των εργαζομένων. Καταφεύγουν στο ψεύδος και στην ποταπή συκοφαντία όταν χαρακτηρίζουν «διώκτες των εργαζομένων» και «εχθρούς της εργασίας» εκείνους που αντιτίθενται σε τέτοιους νόμους επειδή τους θεωρούν επιζήμιους για τα ζωτικά συμφέροντα των μισθωτών.
Η διαφωνία δεν αφορά τους επιδιωκόμενους σκοπούς· αφορά αποκλειστικά τα μέσα που πρέπει να εφαρμοστούν για την πραγματοποίησή τους. Το ερώτημα δεν είναι αν είναι ή δεν είναι επιθυμητή η βελτίωση της ευημερίας των μαζών. Είναι αποκλειστικά αν τα κυβερνητικά διατάγματα που περιορίζουν τις ώρες εργασίας και την απασχόληση γυναικών και παιδιών αποτελούν τα κατάλληλα μέσα για την αύξηση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων. Πρόκειται για αμιγώς καταλλακτικό πρόβλημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από την οικονομική επιστήμη. Οι συναισθηματικές διακηρύξεις είναι άσχετες προς το ζήτημα. Αποτελούν ανεπαρκές προσωπείο του γεγονότος ότι αυτοί οι αυτάρεσκοι υπέρμαχοι των περιορισμών αδυνατούν να προβάλουν οποιαδήποτε βάσιμη αντίρρηση απέναντι στην καλά θεμελιωμένη επιχειρηματολογία των οικονομολόγων.
The problem under discussion is not the desirability of improving the wage earners’ material well-being. The advocates of what are miscalled prolabor laws intentionally confuse the issue in repeating again and again that more leisure, higher real wages, and freeing children and married women from the necessity of seeking jobs would make the families of the workers happier. They resort to falsehood and mean calumny in calling those who oppose such laws as detrimental to the vital interests of the wage earners “labor-baiters” and “enemies of labor.” The disagreement does not refer to the ends sought; it concerns solely the means to be applied for their realization. The question is not whether or not improvement of the masses’ welfare is desirable. It is exclusively whether or not government decrees restricting the hours of work and the employment of women and children are the right means for raising the workers’ standard of living. This is a purely catallactic problem to be solved by economics. Emotional talk is beside the point. It is a poor disguise for the fact that these self-righteous advocates of restriction are unable to advance any tenable objections to the economists’ well-founded argumentation.
Το γεγονός ότι το βιοτικό επίπεδο του μέσου Αμερικανού εργαζομένου είναι ασυγκρίτως πιο ικανοποιητικό από εκείνο του μέσου Ινδού εργαζομένου· ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες οι ώρες εργασίας είναι λιγότερες· και ότι τα παιδιά πηγαίνουν στο σχολείο και όχι στα εργοστάσια, δεν αποτελεί επίτευγμα της κυβέρνησης και των νόμων της χώρας. Είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι το κατά κεφαλήν επενδεδυμένο κεφάλαιο ανά εργαζόμενο είναι πολύ μεγαλύτερο από ό,τι στην Ινδία και ότι, κατά συνέπεια, η οριακή παραγωγικότητα της εργασίας είναι πολύ υψηλότερη. Αυτό δεν αποτελεί επίτευγμα των «κοινωνικών πολιτικών»· είναι αποτέλεσμα των μεθόδων του laissez-faire του παρελθόντος, οι οποίες απέφυγαν να υπονομεύσουν την εξέλιξη του καπιταλισμού. Αυτό το laissez-faire πρέπει να υιοθετήσουν οι ασιατικοί λαοί, αν θέλουν να βελτιώσουν τη μοίρα τους.
The fact that the standard of living of the average American worker is incomparably more satisfactory than that of the average Chinese worker, that in the United States hours of work are shorter and that the children are sent to school and not to the factories, is not an achievement of the government and of the laws of the country. It is the outcome of the fact that the capital invested per head of the employees is much greater than in China and that consequently the marginal productivity of labor is much higher. This is not the merit of “social policies”; it is the result of the laissez faire methods of the past which abstained from sabotaging the evolution of capitalism. It is this laissez faire that the Asiatics must adopt if they want to improve the lot of their peoples.
Η φτώχεια της Ασίας και άλλων λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών οφείλεται στις ίδιες αιτίες που καθιστούσαν τις συνθήκες μη ικανοποιητικές κατά τις πρώτες περιόδους του δυτικού καπιταλισμού. Ενώ ο πληθυσμός αυξανόταν ταχύτατα, οι περιοριστικές πολιτικές καθυστερούσαν την προσαρμογή των μεθόδων παραγωγής στις ανάγκες του αυξανόμενου αριθμού ανθρώπων που έπρεπε να τραφούν. Αποτελεί ανεξίτηλη συμβολή των οικονομολόγων του laissez-faire —τους οποίους τα τυπικά πανεπιστημιακά μας εγχειρίδια απορρίπτουν ως απαισιόδοξους και απολογητές της άδικης απληστίας της εκμεταλλεύτριας αστικής τάξης— το γεγονός ότι άνοιξαν τον δρόμο προς την οικονομική ελευθερία, η οποία ανύψωσε το μέσο βιοτικό επίπεδο σε πρωτοφανές ύψος.
The poverty of Asia and other backward countries is due to the same causes which made conditions unsatisfactory in the early periods of Western capitalism. While population figures increased rapidly, restrictive policies delayed the adjustment of production methods to the needs of the growing number of mouths. It is to the imperishable credit of the laissez faire economists, whom the typical textbooks of our universities dismiss as pessimists and apologists of the unfair greed of exploiting bourgeois, that they paved the way for economic freedom which raised the average standard of living to an unprecedented height.
Η οικονομική επιστήμη δεν είναι δογματική, όπως ισχυρίζονται οι αυτοαποκαλούμενοι «ανορθόδοξοι» υπέρμαχοι της κυβερνητικής παντοδυναμίας και της ολοκληρωτικής δικτατορίας. Η οικονομική επιστήμη ούτε εγκρίνει ούτε αποδοκιμάζει τα κυβερνητικά μέτρα που περιορίζουν την παραγωγή και το παραγόμενο προϊόν. Θεωρεί απλώς καθήκον της να αποσαφηνίζει τις συνέπειες τέτοιων μέτρων. Η επιλογή των πολιτικών που πρέπει να υιοθετηθούν ανήκει στον λαό. Κατά την επιλογή του, όμως, ο λαός δεν πρέπει να παραβλέπει τις διδασκαλίες της οικονομικής επιστήμης, αν επιθυμεί να επιτύχει τους επιδιωκόμενους σκοπούς.
Economics is not dogmatic, as the self-styled “unorthodox” advocates of government omnipotence and totalitarian dictatorship contend. Economics neither approves nor disapproves of government measures restricting production and output. It merely considers it its duty to clarify the consequences of such measures. The choice of policies to be adopted devolves upon the people. But in choosing they must not disregard the teachings of economics if they want to attain the ends sought.
Υπάρχουν ασφαλώς περιπτώσεις στις οποίες οι άνθρωποι μπορούν να θεωρήσουν δικαιολογημένα ορισμένα περιοριστικά μέτρα. Οι κανονισμοί πυρασφάλειας είναι περιοριστικοί και αυξάνουν το κόστος παραγωγής. Η μείωση, όμως, της συνολικής παραγωγής που επιφέρουν αποτελεί το τίμημα που πρέπει να καταβληθεί για την αποφυγή μιας μεγαλύτερης καταστροφής. Η απόφαση για κάθε περιοριστικό μέτρο πρέπει να λαμβάνεται βάσει σχολαστικής στάθμισης του κόστους που θα προκύψει και του οφέλους που θα αποκτηθεί. Κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα μπορούσε να αμφισβητήσει αυτόν τον κανόνα.
There are certainly cases in which people may consider definite restrictive measures as justified. Regulations concerning fire prevention are restrictive and raise the cost of production. But the curtailment of total output they bring about is the price to be paid for avoidance of greater disaster. The decision about each restrictive measure is to be made on the ground of a meticulous weighing of the costs to be incurred and the prize to be obtained. No reasonable man could possibly question this rule.
Κάθε διατάραξη των δεδομένων της αγοράς επηρεάζει τα διάφορα άτομα και τις διάφορες ομάδες ατόμων με διαφορετικό τρόπο. Για ορισμένους αποτελεί όφελος, ενώ για άλλους πλήγμα. Μόνο μετά την πάροδο κάποιου χρονικού διαστήματος, όταν η παραγωγή προσαρμοστεί στην εμφάνιση του νέου δεδομένου, εξαντλούνται αυτές οι επιδράσεις. Έτσι, ένα περιοριστικό μέτρο, ενώ θέτει τη συντριπτική πλειονότητα σε μειονεκτική θέση, μπορεί προσωρινά να βελτιώσει τη θέση ορισμένων ανθρώπων. Για εκείνους που ευνοούνται, το μέτρο ισοδυναμεί με την απόκτηση προνομίου. Ζητούν τέτοια μέτρα επειδή επιθυμούν να καταστούν προνομιούχοι.
Every disarrangement of the market data affects various individuals and groups of individuals in a different way. For some people it is a boon, for others a blow. Only after a while, when production is adjusted to the emergence of the new datum, are these effects exhausted. Thus a restrictive measure, while placing the immense majority at a disadvantage, may temporarily improve some people’s position. For those favored the measure is tantamount to the acquisition of a privilege. They are asking for such measures because they want to be privileged.
Και εδώ, το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα παρέχει ο προστατευτισμός. Η επιβολή δασμού στην εισαγωγή ενός εμπορεύματος επιβαρύνει τους καταναλωτές. Για τους εγχώριους παραγωγούς, όμως, αποτελεί όφελος. Από τη δική τους σκοπιά, η επιβολή νέων δασμών και η αύξηση των ήδη υφιστάμενων είναι εξαίρετη πολιτική.
Here again the most striking example is provided by protectionism. The imposition of a duty on the importation of a commodity burdens the consumers. But to the domestic producers it is a boon. From their point of view decreeing new tariffs and raising already existing tariffs is an excellent thing.
Το ίδιο ισχύει για πολλά άλλα περιοριστικά μέτρα. Αν η κυβέρνηση περιορίσει —είτε μέσω άμεσων περιορισμών είτε μέσω φορολογικών διακρίσεων— τις μεγάλες επιχειρήσεις και τις εταιρείες, ενισχύεται η ανταγωνιστική θέση των μικρών επιχειρήσεων. Αν περιορίσει τη λειτουργία των μεγάλων καταστημάτων και των αλυσίδων καταστημάτων, οι μικροκαταστηματάρχες χαίρονται.
The same is valid with regard to many other restrictive measures. If the government restricts—either by direct restriction or by fiscal discrimination —big business and corporations, the competitive position of small-size enterprises is strengthened. If it restricts the operation of big stores and chain stores, the small shopkeepers rejoice.
Είναι σημαντικό να γίνει αντιληπτό ότι εκείνο που οι ευνοούμενοι από αυτά τα μέτρα θεωρούν πλεονέκτημα για τους ίδιους διαρκεί μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Μακροπρόθεσμα, το προνόμιο που παρέχεται σε μια συγκεκριμένη κατηγορία παραγωγών χάνει την ικανότητά του να δημιουργεί ειδικά κέρδη. Ο προνομιούχος κλάδος προσελκύει νεοεισερχομένους και ο ανταγωνισμός τους τείνει να εξαλείψει τα ειδικά κέρδη που προέρχονται από το προνόμιο. Έτσι, η επιθυμία των ευνοουμένων του νόμου να αποκτούν προνόμια είναι ακόρεστη. Εξακολουθούν να ζητούν νέα προνόμια, επειδή τα παλαιά χάνουν την αποτελεσματικότητά τους.
It is important to realize that what those benefited by these measures consider an advantage for themselves lasts only for a limited time. In the long run the privilege accorded to a definite class of producers loses its power to create specific gains. The privileged branch attracts newcomers, and their competition tends to eliminate the specific gains derived from the privilege. Thus the eagerness of the law’s pet children to acquire privileges is insatiable. They continue to ask for new privileges because the old ones lose their power.
Από την άλλη πλευρά, η κατάργηση ενός περιοριστικού μέτρου, στην ύπαρξη του οποίου έχει ήδη προσαρμοστεί η διάρθρωση της παραγωγής, συνεπάγεται νέα διατάραξη των δεδομένων της αγοράς· ευνοεί τα βραχυχρόνια συμφέροντα ορισμένων ανθρώπων και βλάπτει τα βραχυχρόνια συμφέροντα άλλων.
Ας αποσαφηνίσουμε το ζήτημα με το παράδειγμα ενός δασμού. Ας υποθέσουμε ότι η Ρουριτανία επέβαλε πριν από χρόνια, το 1920, δασμό στην εισαγωγή δέρματος. Αυτό αποτέλεσε όφελος για τις επιχειρήσεις που τύχαινε εκείνη τη στιγμή να δραστηριοποιούνται στη βυρσοδεψία. Αργότερα, όμως, το μέγεθος του κλάδου αυξήθηκε και τα συγκυριακά κέρδη που απολάμβαναν οι βυρσοδέψες το 1920 και κατά τα επόμενα έτη σταδιακά εξανεμίστηκαν. Εκείνο που απομένει είναι απλώς το γεγονός ότι μέρος της παγκόσμιας παραγωγής δέρματος μετατοπίστηκε από τοποθεσίες στις οποίες η απόδοση ανά μονάδα εισροής είναι υψηλότερη προς τοποθεσίες στη Ρουριτανία, στις οποίες η παραγωγή απαιτεί υψηλότερο κόστος.
Οι κάτοικοι της Ρουριτανίας καταβάλλουν υψηλότερες τιμές για το δέρμα από εκείνες που θα κατέβαλλαν χωρίς τον δασμό. Επειδή μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου και της εργασίας της Ρουριτανίας απασχολείται στα βυρσοδεψεία από ό,τι θα συνέβαινε υπό συνθήκες ελεύθερου εμπορίου δέρματος, ορισμένοι άλλοι εγχώριοι κλάδοι συρρικνώθηκαν ή τουλάχιστον εμποδίστηκαν να αναπτυχθούν. Εισάγεται μικρότερη ποσότητα δέρματος από το εξωτερικό και εξάγεται μικρότερη ποσότητα ρουριτανικών προϊόντων ως αντάλλαγμα για το εισαγόμενο δέρμα. Ο όγκος του εξωτερικού εμπορίου της Ρουριτανίας περιορίζεται.
Ούτε ένας άνθρωπος σε ολόκληρο τον κόσμο δεν αποκομίζει οποιοδήποτε όφελος από τη διατήρηση του παλαιού δασμού. Αντιθέτως, όλοι ζημιώνονται από τη μείωση της συνολικής απόδοσης της παραγωγικής προσπάθειας της ανθρωπότητας. Αν η πολιτική που υιοθέτησε η Ρουριτανία ως προς το δέρμα υιοθετούνταν από όλα τα έθνη και για κάθε είδος εμπορεύματος με τον αυστηρότερο δυνατό τρόπο, ώστε να καταργηθεί πλήρως το διεθνές εμπόριο και να καταστεί κάθε έθνος απολύτως αυτάρκες, όλοι οι άνθρωποι θα έπρεπε να στερηθούν ολοκληρωτικά τα πλεονεκτήματα που τους παρέχει ο διεθνής καταμερισμός της εργασίας.
On the other hand, the repeal of a restrictive measure to the existence of which the structure of production has already been adjusted means a new disarrangement of the market data, favors the short-run interests of some people and hurts the short-run interests of other people. Let us illustrate the issue by referring to a tariff item. Ruritania years ago, let us say in 1920, decreed a tariff on the importation of leather. This was a boon for the enterprises which at the moment happened to be engaged in the tanning industry. But then later the size of the industry expanded and the windfall gains which the tanners enjoyed in 1920 and in the following years petered out. What remains is merely the fact that a part of the world’s leather production is shifted from locations in which the output per unit of input is higher, to locations in Ruritania in which production requires higher costs. The residents of Ruritania pay higher prices for leather than they would pay in the absence of the tariff. As a greater part of Ruritania’s capital and labor is employed in the tanneries than would be the case under free trade for leather, some other domestic industries shrank or were at least prevented from growing. Less leather is imported from abroad and a smaller amount of Ruritanian products is exported as payment for leather imported. The volume of Ruritania’s foreign trade is curtailed. Not a single soul in the whole world derives any advantage from the preservation of the old tariff. On the contrary, everyone is hurt by the drop in the total output of mankind’s industrial effort. If the policy adopted by Ruritania with regard to leather were to be adopted by all nations and with regard to every kind of merchandise in the most rigid way so as to abolish international trade altogether and to make every nation perfectly autarkic, all people would have to forego entirely the advantages which the international division of labor gives them.
Είναι προφανές ότι η κατάργηση του ρουριτανικού δασμού στο δέρμα πρέπει μακροπρόθεσμα να ωφελήσει τους πάντες, τόσο τους Ρουριτανούς όσο και τους αλλοδαπούς. Βραχυπρόθεσμα, όμως, θα έβλαπτε τα συμφέροντα των κεφαλαιούχων που έχουν επενδύσει στα ρουριτανικά βυρσοδεψεία. Θα έβλαπτε εξίσου τα βραχυχρόνια συμφέροντα των Ρουριτανών εργαζομένων που έχουν ειδικευτεί στη βυρσοδεψία. Ένα μέρος τους θα έπρεπε είτε να μεταναστεύσει είτε να αλλάξει επάγγελμα. Αυτοί οι κεφαλαιούχοι και εργαζόμενοι αντιμάχονται με πάθος κάθε απόπειρα μείωσης ή πλήρους κατάργησης του δασμού στο δέρμα.
It is obvious that the repeal of the Ruritanian tariff on leather must in the long run benefit everybody, Ruritanians as well as foreigners. However, in the short run it would hurt the interests of the capitalists who have invested in Ruritanian tanneries. It would no less hurt the short-run interests of the Ruritanian workers specialized in tannery work. A part of them would have either to emigrate or to change their occupation. These capitalists and workers passionately fight all attempts to lower the leather tariff or to abolish it altogether.
Αυτό καταδεικνύει σαφώς γιατί είναι πολιτικά εξαιρετικά δύσκολο να καταργηθούν μέτρα που περιορίζουν την παραγωγή, μόλις η διάρθρωση των επιχειρήσεων έχει προσαρμοστεί στην ύπαρξή τους. Μολονότι οι συνέπειές τους είναι επιζήμιες για όλους, η κατάργησή τους είναι βραχυπρόθεσμα δυσμενής για συγκεκριμένες ομάδες. Οι ειδικές αυτές ομάδες, οι οποίες ενδιαφέρονται για τη διατήρηση των περιοριστικών μέτρων, αποτελούν βεβαίως μόνο μειονότητες.
Στη Ρουριτανία, μόνο το μικρό τμήμα του πληθυσμού που απασχολείται στα βυρσοδεψεία μπορεί να ζημιωθεί από την κατάργηση του δασμού στο δέρμα. Η συντριπτική πλειονότητα αγοράζει δέρμα και δερμάτινα προϊόντα και θα ωφελούνταν από την πτώση των τιμών τους. Εκτός των συνόρων της Ρουριτανίας, θα ζημιώνονταν μόνο όσοι απασχολούνται στους κλάδους που θα συρρικνωθούν επειδή θα επεκταθεί η βιομηχανία δέρματος.
This shows clearly why it is politically extremely difficult to brush away measures restricting production once the structure of business has been adjusted to their existence. Although their effects are pernicious to everybody, their disappearance is in the short run disadvantageous to special groups. These special groups interested in the preservation of the restrictive measures are, of course, only minorities. In Ruritania only the small fraction of the population engaged in the tanneries can suffer from the abolition of the tariff on leather. The immense majority are buyers of leather and leather goods and would be benefited by a drop in their prices. Outside the boundaries of Ruritania, only those people would be hurt who are engaged in those industries which will shrink because the leather industry will expand.
Η τελευταία αντίρρηση που προβάλλουν οι αντίπαλοι του ελεύθερου εμπορίου έχει ως εξής: Ας δεχτούμε ότι μόνο οι Ρουριτανοί που ασχολούνται με τη βυρσοδεψία έχουν άμεσο συμφέρον από τη διατήρηση του δασμού στο δέρμα. Κάθε Ρουριτανός, όμως, ανήκει σε έναν από τους πολυάριθμους κλάδους παραγωγής. Αν κάθε εγχώριο προϊόν προστατεύεται από δασμούς, η μετάβαση στο ελεύθερο εμπόριο βλάπτει τα συμφέροντα κάθε κλάδου και, κατ’ επέκταση, όλων των εξειδικευμένων ομάδων κεφαλαίου και εργασίας, το σύνολο των οποίων συνιστά ολόκληρο το έθνος. Επομένως, η κατάργηση των δασμών θα ήταν βραχυπρόθεσμα επιζήμια για όλους τους πολίτες. Και σημασία έχουν μόνο τα βραχυχρόνια συμφέροντα.
The last objection advanced by the opponents of free trade runs this way: Granted that only those Ruritanians engaged in tanning hides are immediately interested in the preservation of the tariff on leather. But every Ruritanian belongs to one of the many branches of production. If each domestic product is protected by the tariff, the transition to free trade hurts the interests of each industry and thereby those of all specialized groups of capital and labor the sum of which is the whole nation. It follows that repealing the tariff would in the short run be prejudicial to all citizens. And it is short-run interests only that count.
Αυτό το επιχείρημα εμπεριέχει τρία σφάλματα.
Πρώτον, δεν είναι αληθές ότι όλοι οι βιομηχανικοί κλάδοι θα ζημιώνονταν από τη μετάβαση στο ελεύθερο εμπόριο. Αντιθέτως, οι κλάδοι στους οποίους το συγκριτικό κόστος παραγωγής είναι χαμηλότερο θα επεκτείνονταν υπό το ελεύθερο εμπόριο. Τα βραχυχρόνια συμφέροντά τους θα ευνοούνταν από την κατάργηση των δασμών. Ο δασμός στα προϊόντα που παράγουν οι ίδιοι δεν τους παρέχει κανένα πλεονέκτημα, επειδή όχι μόνο θα μπορούσαν να επιβιώσουν αλλά και θα επεκτείνονταν υπό το ελεύθερο εμπόριο. Ο δασμός στα προϊόντα για τα οποία το συγκριτικό κόστος παραγωγής είναι υψηλότερο στη Ρουριτανία από ό,τι στο εξωτερικό τούς ζημιώνει, κατευθύνοντας προς εκείνους τους άλλους κλάδους κεφάλαιο και εργασία που διαφορετικά θα ενίσχυαν τους δικούς τους.
This argument involves a threefold error. First, it is not true that all branches of industry would be hurt by the transition to free trade. On the contrary. Those branches in which the comparative costs of production are lowest will expand under free trade. Their short-run interests would be favored by the abolition of the tariff. The tariff on those products they themselves turn out is of no advantage for them, as they could not only survive, but expand under free trade. The tariff on those products for which the comparative cost is higher in Ruritania than abroad hurts them by directing capital and labor, which otherwise would have fertilized them, into those other branches.
Δεύτερον, η αρχή της βραχυχρόνιας θεώρησης είναι εντελώς εσφαλμένη. Βραχυπρόθεσμα, κάθε μεταβολή των δεδομένων της αγοράς βλάπτει όσους δεν την προέβλεψαν εγκαίρως. Ένας συνεπής υπέρμαχος της αρχής της βραχυχρόνιας θεώρησης πρέπει να υποστηρίζει την τέλεια ακαμψία και το αμετάβλητο όλων των δεδομένων και να αντιτίθεται σε κάθε μεταβολή, συμπεριλαμβανομένης κάθε θεραπευτικής και τεχνολογικής βελτίωσης.3 Αν οι άνθρωποι, κατά τη δράση τους, προτιμούσαν πάντοτε την αποφυγή ενός κακού στο εγγύτερο μέλλον από την αποφυγή ενός κακού στο απώτερο μέλλον, θα κατέρχονταν στο επίπεδο των ζώων. Η ίδια η ουσία της ανθρώπινης δράσης, σε αντιδιαστολή προς τη ζωική συμπεριφορά, συνίσταται στο ότι ο άνθρωπος παραιτείται συνειδητά από κάποια χρονικά εγγύτερη ικανοποίηση, προκειμένου να αποκομίσει μια μεγαλύτερη αλλά χρονικά απώτερη ικανοποίηση.4
Second, the short-run principle is entirely fallacious. In the short run every change in the market data hurts those who did not anticipate it in time. A consistent champion of the short-run principle must advocate perfect rigidity and immutability of all data and oppose any change, including any therapeutical and technological improvement.[3] If in acting people were always to prefer the avoidance of an evil in the nearer future to the avoidance of an evil in the remoter future, they would come down to the animal level. It is the very essence of human action as distinct from animal behavior that it consciously renounces some temporally nearer satisfaction in order to reap some greater but temporally remoter satisfaction. Time preference is not absolute with man; it is only one of the items entering into the weighing and balancing of pros and cons. Man swallows bitter pills for the sake of beneficent effects to be reaped at a later date. There cannot be any question of unconditionally preferring what is good in the short run to what is good in the long run; the intensity of the satisfaction expected from each of the alternatives must be taken into account too.
Τέλος, αν συζητείται το πρόβλημα της κατάργησης του εκτεταμένου δασμολογικού συστήματος της Ρουριτανίας, δεν πρέπει να λησμονείται ότι τα βραχυχρόνια συμφέροντα όσων δραστηριοποιούνται στη βυρσοδεψία βλάπτονται μόνο από την κατάργηση ενός από τους δασμούς, ενώ ευνοούνται από την κατάργηση των άλλων δασμών που αφορούν τα προϊόντα των κλάδων στους οποίους το συγκριτικό κόστος είναι υψηλό. Είναι αληθές ότι οι μισθοί των εργαζομένων στα βυρσοδεψεία θα μειωθούν για κάποιο διάστημα σε σχέση με τους μισθούς άλλων κλάδων και ότι θα απαιτηθεί χρόνος μέχρι να διαμορφωθεί η κατάλληλη μακροχρόνια σχέση μεταξύ των μισθών στους διάφορους κλάδους της ρουριτανικής παραγωγής. Ταυτόχρονα, όμως, με την απλώς προσωρινή μείωση των απολαβών τους, αυτοί οι εργαζόμενοι θα διαπιστώσουν μείωση των τιμών πολλών αγαθών που αγοράζουν.
Αυτή η τάση βελτίωσης των συνθηκών τους δεν αποτελεί φαινόμενο αποκλειστικά της μεταβατικής περιόδου. Αποτελεί την ολοκλήρωση των διαρκών ευεργετημάτων του ελεύθερου εμπορίου, το οποίο, μετατοπίζοντας κάθε βιομηχανικό κλάδο προς την τοποθεσία στην οποία το συγκριτικό κόστος είναι χαμηλότερο, αυξάνει την παραγωγικότητα της εργασίας και τη συνολική ποσότητα των παραγόμενων αγαθών. Πρόκειται για το διαρκές μακροχρόνιο όφελος που εξασφαλίζει το ελεύθερο εμπόριο σε κάθε μέλος της κοινωνίας της αγοράς.
Finally, if the problem of the abolition of Ruritania’s comprehensive tariff system is under discussion, one must not forget the fact that the shortrun interests of those engaged in tanning are hurt only by the abolition of one of the items of the tariff while they are favored by the abolition of the other items concerning the products of the industries in which comparative cost is high. It is true that wage rates of the tannery workers will drop for some time as against those in other branches and that some time will elapse until the appropriate long-run proportion between wage rates in the various branches of Ruritanian production will be established. But concomitantly with the merely temporary drop in their earnings, these workers will experience a drop in the prices of many articles they are buying. And this tendency toward an improvement in their conditions is not a phenomenon only of the period of transition. It is the consummation of the lasting blessings of free trade which, in shifting every branch of industry to the location in which comparative cost is lowest, increases the productivity of labor and the total quantity of goods produced. It is the lasting long-run boon which free trade secures to every member of the market society.
Η αντίθεση στην κατάργηση της δασμολογικής προστασίας θα ήταν εύλογη, από την προσωπική σκοπιά όσων δραστηριοποιούνται στη βιομηχανία δέρματος, αν ο δασμός στο δέρμα ήταν ο μοναδικός δασμός. Τότε θα μπορούσε κανείς να εξηγήσει τη στάση τους ως υπαγορευόμενη από συμφέροντα κοινωνικής θέσης, από τα συμφέροντα μιας κάστας που θα ζημιωνόταν προσωρινά από την κατάργηση ενός προνομίου, μολονότι η απλή διατήρησή του δεν της παρέχει πλέον κανένα όφελος. Σε αυτή την υποθετική περίπτωση, όμως, η αντίθεση των βυρσοδεψών θα ήταν μάταιη. Η πλειονότητα του έθνους θα την υπερνικούσε.
Εκείνο που ενισχύει τις τάξεις των προστατευτιστών είναι το γεγονός ότι ο δασμός στο δέρμα δεν αποτελεί εξαίρεση· ότι πολλοί βιομηχανικοί κλάδοι βρίσκονται σε παρόμοια θέση και αντιμάχονται την κατάργηση των δασμών που αφορούν τον δικό τους κλάδο. Αυτό, βεβαίως, δεν αποτελεί συμμαχία θεμελιωμένη στα ιδιαίτερα συμφέροντα κάθε ομάδας. Αν όλοι προστατεύονται στον ίδιο βαθμό, καθένας όχι μόνο χάνει ως καταναλωτής όσα κερδίζει ως παραγωγός, αλλά ζημιώνεται επιπλέον από τη γενική μείωση της παραγωγικότητας της εργασίας, την οποία επιφέρει η μετατόπιση των κλάδων από ευνοϊκότερες προς λιγότερο ευνοϊκές τοποθεσίες.
Αντιστρόφως, η κατάργηση όλων των δασμών θα ωφελούσε μακροπρόθεσμα τους πάντες, ενώ η βραχυχρόνια ζημία που προκαλεί στα ιδιαίτερα συμφέροντα της σχετικής ομάδας η κατάργηση ενός συγκεκριμένου δασμού αντισταθμίζεται ήδη βραχυπρόθεσμα, τουλάχιστον εν μέρει, από τις συνέπειες της κατάργησης των δασμών στα προϊόντα που αγοράζουν και καταναλώνουν τα μέλη αυτής της ομάδας.
The opposition to the abolition of tariff protection would be reasonable from the personal point of view of those engaged in the leather industry if the tariff on leather were the only tariff. Then one could explain their attitude as dictated by status interests, the interests of a caste which would be temporarily hurt by the abolition of a privilege although its mere preservation no longer confers any benefit on them. But in this hypothetical case the opposition of the tanners would be hopeless. The majority of the nation would overrule it. What strengthens the ranks of the protectionists is the fact that the tariff on leather is no exception, that many branches of industry are in a similar position and are fighting the abolition of tariff items concerning their own branch. This is, of course, not an alliance based on each group’s special group interests. If everybody is protected to the same extent, everybody not only loses as consumer as much as he gains as producer. Everybody is harmed by the general drop in the productivity of labor which the shifting of industries from more favorable to less favorable locations brings about. Conversely the abolition of all tariff items would benefit everybody in the long run, while the short-run harm which the abolition of some special tariff item brings to the special interests of the group concerned is already in the short run at least partly compensated by the consequences of the abolition of the tariff on the products the members of this group are buying and consuming.
Πολλοί άνθρωποι αντιμετωπίζουν τη δασμολογική προστασία σαν να ήταν προνόμιο που παραχωρείται στους μισθωτούς του έθνους τους και τους εξασφαλίζει, καθ’ όλη τη διάρκεια της ισχύος της, υψηλότερο βιοτικό επίπεδο από εκείνο που θα απολάμβαναν υπό το ελεύθερο εμπόριο. Αυτό το επιχείρημα προβάλλεται όχι μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά σε κάθε χώρα του κόσμου στην οποία οι μέσοι πραγματικοί μισθοί είναι υψηλότεροι από ό,τι σε κάποια άλλη χώρα.
Many people look upon tariff protection as if it were a privilege accorded to their nation’s wage earners, procuring them, for the full duration of its existence, a higher standard of living than they would enjoy under free trade. This argument is advanced not only in the United States, but in every country in the world in which average real wage rates are higher than in some other country.
Είναι αληθές ότι, υπό συνθήκες τέλειας κινητικότητας του κεφαλαίου και της εργασίας, θα επικρατούσε σε ολόκληρο τον κόσμο μια τάση εξίσωσης της τιμής που καταβάλλεται για εργασία του ίδιου είδους και της ίδιας ποιότητας.5 Ακόμη, όμως, και αν υπήρχε ελεύθερο εμπόριο προϊόντων, αυτή η τάση απουσιάζει από τον πραγματικό μας κόσμο, στον οποίο υπάρχουν φραγμοί στη μετανάστευση και θεσμοί που παρεμποδίζουν τις ξένες επενδύσεις κεφαλαίου.
Η οριακή παραγωγικότητα της εργασίας είναι υψηλότερη στις Ηνωμένες Πολιτείες από ό,τι στην Ινδία, επειδή το κατά κεφαλήν επενδεδυμένο κεφάλαιο ανά μέλος του εργατικού δυναμικού είναι μεγαλύτερο και επειδή οι Ινδοί εργαζόμενοι εμποδίζονται να μετακινηθούν στην Αμερική και να ανταγωνιστούν στην αμερικανική αγορά εργασίας. Για την εξήγηση αυτής της διαφοράς δεν χρειάζεται να εξεταστεί αν οι φυσικοί πόροι είναι ή δεν είναι αφθονότεροι στην Αμερική από ό,τι στην Ινδία ούτε αν ο Ινδός εργαζόμενος είναι ή δεν είναι φυλετικά κατώτερος από τον Αμερικανό εργαζόμενο. Όπως και αν έχουν αυτά τα ζητήματα, τα προαναφερθέντα γεγονότα —δηλαδή οι θεσμικοί περιορισμοί στην κινητικότητα του κεφαλαίου και της εργασίας — αρκούν για να εξηγήσουν την απουσία της τάσης εξίσωσης. Επειδή η κατάργηση των αμερικανικών δασμών δεν θα μπορούσε να επηρεάσει αυτά τα δύο δεδομένα, δεν θα μπορούσε να επιδεινώσει το βιοτικό επίπεδο του Αμερικανού μισθωτού.
Now, it is true that under perfect mobility of capital and labor there would prevail all over the world a tendency toward an equalization of the price paid for labor of the same kind and quality.[4] Yet, even if there were free trade for products, this tendency is absent in our real world of migration barriers and institutions hindering foreign investment of capital. The marginal productivity of labor is higher in the United States than it is in China because capital invested per head of the working population is greater, and because Chinese workers are prevented from moving to America and competing on the American labor market. There is no need, in dealing with the explanation of this difference, to investigate whether natural resources are or are not more abundant in America than in China and whether or not the Chinese worker is racially inferior to the American worker. However this may be, these facts, namely, the institutional checks upon the mobility of capital and labor, suffice to account for the absence of the equalization tendency. As the abolition of the American tariff could not affect these two facts, it could not impair the standard of living of the American wage earner in an adverse sense.
Αντιθέτως, δεδομένης μιας κατάστασης στην οποία περιορίζεται η κινητικότητα του κεφαλαίου και της εργασίας, η μετάβαση στο ελεύθερο εμπόριο προϊόντων πρέπει αναγκαστικά να αυξήσει το αμερικανικό βιοτικό επίπεδο. Οι κλάδοι στους οποίους το αμερικανικό κόστος είναι υψηλότερο —δηλαδή η αμερικανική παραγωγικότητα είναι χαμηλότερη — θα συρρικνωθούν και εκείνοι στους οποίους το κόστος είναι χαμηλότερο —δηλαδή η παραγωγικότητα υψηλότερη— θα επεκταθούν.
On the contrary. Given a state of affairs in which the mobility of capital and labor is restricted, the transition to free trade for products must necessarily raise the American standard of life. Those industries in which American costs are higher (American productivity is lower) would shrink and those in which costs are lower (productivity is higher) would expand.
Υπό το ελεύθερο εμπόριο, οι Ελβετοί ωρολογοποιοί θα επέκτειναν τις πωλήσεις τους στην αμερικανική αγορά και οι πωλήσεις των Αμερικανών ανταγωνιστών τους θα μειώνονταν. Αυτό, όμως, αποτελεί μόνο μέρος των συνεπειών του ελεύθερου εμπορίου. Παράγοντας και πωλώντας περισσότερα, οι Ελβετοί θα κέρδιζαν και θα αγόραζαν περισσότερα. Δεν έχει σημασία αν θα αγόραζαν οι ίδιοι περισσότερα προϊόντα άλλων αμερικανικών κλάδων ή αν θα αύξαναν τις εγχώριες αγορές τους και τις αγορές τους σε άλλες χώρες, για παράδειγμα στη Γαλλία. Ό,τι και αν συνέβαινε, το ισόποσο των πρόσθετων δολαρίων που κέρδισαν θα έπρεπε τελικά να επιστρέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες και να αυξήσει τις πωλήσεις ορισμένων αμερικανικών κλάδων. Αν οι Ελβετοί δεν χαρίζουν τα προϊόντα τους, πρέπει να δαπανήσουν αυτά τα δολάρια για αγορές.
It is certainly true that wage rates in Swiss watchmaking and in Chinese embroidering are low when compared with wage rates in the competing American industries. Under free trade the Swiss and the Chinese would expand their sales on the American market and the sales of their American competitors would shrink. But this is only a part of the consequences of free trade. Selling and producing more, the Swiss and Chinese would earn and buy more. It does not matter whether they themselves buy more of the products of other American industries or whether they increase their domestic purchases and those in other countries, for instance, in France. Whatever happens, the equivalent of the additional dollars they earned must finally go to the United States and increase the sales of some American industries. If the Swiss and Chinese do not give away their products as a gift, they must spend these dollars in buying.
Η αντίθετη δημοφιλής άποψη οφείλεται στην απατηλή ιδέα ότι η Αμερική θα μπορούσε να επεκτείνει τις αγορές εισαγόμενων προϊόντων μειώνοντας το συνολικό ύψος των χρηματικών υπολοίπων των πολιτών της. Πρόκειται για την περιβόητη πλάνη σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι αγοράζουν χωρίς να λαμβάνουν υπόψη το μέγεθος των χρηματικών υπολοίπων τους και σύμφωνα με την οποία η ίδια η ύπαρξη χρηματικών υπολοίπων αποτελεί απλώς συνέπεια του γεγονότος ότι απομένει κάποιο ποσό επειδή δεν υπάρχει τίποτε άλλο προς αγορά. Έχουμε ήδη καταδείξει γιατί αυτή η μερκαντιλιστική θεωρία είναι εντελώς εσφαλμένη.6
The popular opinion to the contrary is due to the illusory idea that America could expand its purchases of imported products by reducing the total sum of its citizens’ cash holdings. This is the notorious fallacy according to which people buy without regard to the size of their cash holdings, and according to which the very existence of cash holdings is simply the outcome of the fact that something is left over because there is nothing more to buy. We have already shown why this Mercantilist doctrine is entirely wrong.[5]
Εκείνο που πραγματικά επιφέρουν οι δασμοί ως προς τους μισθούς και το βιοτικό επίπεδο των μισθωτών είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.
What the tariff really brings about in the field of wage rates and the wage earners’ standard of living is something quite different.
Σε έναν κόσμο στον οποίο υπάρχει ελεύθερο εμπόριο εμπορευμάτων, ενώ περιορίζονται η μετανάστευση εργαζομένων και οι ξένες επενδύσεις, επικρατεί μια τάση διαμόρφωσης ορισμένης σχέσης μεταξύ των μισθών που καταβάλλονται για το ίδιο είδος και την ίδια ποιότητα εργασίας στις διάφορες χώρες. Δεν μπορεί να επικρατήσει τάση εξίσωσης των μισθών. Η τελική τιμή, όμως, που καταβάλλεται για την εργασία στις διάφορες χώρες βρίσκεται σε ορισμένη αριθμητική σχέση. Αυτή η τελική τιμή χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι όλοι όσοι επιθυμούν να αποκτήσουν μισθωτό εισόδημα βρίσκουν απασχόληση και όλοι όσοι επιθυμούν να απασχολήσουν εργαζομένους μπορούν να προσλάβουν όσα άτομα θέλουν. Υπάρχει «πλήρης απασχόληση».
In a world in which there is free trade for commodities, while the migration of workers and foreign investment are restricted, there prevails a tendency toward an establishment of a definite relation between the wages paid for the same kind and quality of labor in various countries. There cannot prevail a tendency toward an equalization of wage rates. But the final price to be paid for labor in various countries is in a certain numerical relation. This final price is characterized by the fact that all those eager to earn wages get a job and all those eager to employ workers are able to hire as many hands as they want. There is “full employment.”
Ας υποθέσουμε ότι υπάρχουν μόνο δύο χώρες, η Ρουριτανία και η Λαπουτανία. Στη Ρουριτανία ο τελικός μισθός είναι διπλάσιος από εκείνον της Λαπουτανίας. Η κυβέρνηση της Ρουριτανίας καταφεύγει τώρα σε ένα από εκείνα τα μέτρα που εσφαλμένα χαρακτηρίζονται «φιλεργατικά». Επιβαρύνει τους εργοδότες με πρόσθετη δαπάνη, το ύψος της οποίας είναι ανάλογο προς τον αριθμό των απασχολούμενων εργαζομένων. Για παράδειγμα, μειώνει τις ώρες εργασίας χωρίς να επιτρέπει αντίστοιχη μείωση των εβδομαδιαίων μισθών.
Αποτέλεσμα είναι η μείωση της ποσότητας των παραγόμενων αγαθών και η αύξηση της τιμής κάθε μονάδας αγαθού. Ο μεμονωμένος εργαζόμενος απολαμβάνει περισσότερο ελεύθερο χρόνο, αλλά το βιοτικό του επίπεδο μειώνεται. Τι άλλο θα μπορούσε να επιφέρει μια γενική μείωση της διαθέσιμης ποσότητας αγαθών;
Let us assume that there are two countries only—Ruritania and Mauretania. In Ruritania the final wage rate is double what it is in Mauretania. Now the government of Ruritania resorts to one of those measures which are erroneously styled “prolabor.” It burdens the employers with an additional expenditure the size of which is proportional to the number of workers employed. For example, it reduces the hours of work without permitting a corresponding drop in weekly wage rates. The result is a drop in the quantity of goods produced and a rise in the price of the unit of every good. The individual worker enjoys more leisure, but his standard of living is curtailed. What else could a general decrease in the quantity of goods available bring about?
Αυτό το αποτέλεσμα αποτελεί εσωτερικό συμβάν στη Ρουριτανία. Θα εμφανιζόταν ακόμη και αν δεν υπήρχε καθόλου εξωτερικό εμπόριο. Το γεγονός ότι η Ρουριτανία δεν είναι αυτάρκης, αλλά αγοράζει από τη Λαπουτανία και πωλεί σε αυτήν, δεν μεταβάλλει τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του. Επηρεάζει, όμως, τη Λαπουτανία. Επειδή οι Ρουριτανοί παράγουν και καταναλώνουν λιγότερα, θα αγοράζουν λιγότερα από τη Λαπουτανία. Στη Λαπουτανία δεν θα υπάρξει γενική μείωση της παραγωγής. Ορισμένοι, όμως, κλάδοι που παρήγαν για εξαγωγή στη Ρουριτανία θα πρέπει στο εξής να παράγουν για την εγχώρια λαπουτανική αγορά.
Η Λαπουτανία θα διαπιστώσει μείωση του όγκου του εξωτερικού της εμπορίου· θα καταστεί, θέλοντας και μη, περισσότερο αυτάρκης. Στα μάτια των προστατευτιστών, αυτό αποτελεί ευλογία. Στην πραγματικότητα, σημαίνει επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου· η παραγωγή με χαμηλότερο κόστος αντικαθίσταται από παραγωγή με υψηλότερο κόστος. Αυτό που βιώνει η Λαπουτανία είναι το ίδιο πράγμα που θα βίωναν οι κάτοικοι μιας αυτάρκους χώρας, αν κάποιο φυσικό συμβάν μείωνε την παραγωγικότητα ενός από τους κλάδους της. Στον βαθμό που υπάρχει καταμερισμός της εργασίας, όλοι επηρεάζονται από τη μείωση της ποσότητας που συνεισφέρουν άλλοι άνθρωποι στον εφοδιασμό της αγοράς.
This outcome is an internal event in Ruritania. It would emerge also in the absence of any foreign trade. The fact that Ruritania is not autarkic, but buys from and sells to Mauretania, does not alter its essential features. But it implicates Mauretania. As the Ruritanians produce and consume less, they will buy less from Mauretania. In Mauretania there will not be a general drop in production. But some industries which produced for export to Ruritania will henceforth have to produce for the domestic Mauretanian market. Mauretania will see the volume of its foreign trade drop; it will become, willy-nilly more autarkic. This is a blessing in the eyes of the protectionists. In truth, it means deterioration in the standard of living; production at higher costs is substituted for that at lower costs. What Mauretania experiences is the same thing that the residents of an autarkic country would experience if an act of God were to curtail the productivity of one of the country’s industries. As far as there is division of labor, everybody is affected by a drop in the amount other people contribute to supplying the market.
Ωστόσο, αυτές οι αναπόφευκτες τελικές διεθνείς συνέπειες του νέου φιλεργατικού νόμου της Ρουριτανίας δεν θα επηρεάσουν με τον ίδιο τρόπο τους διάφορους κλάδους της λαπουτανικής βιομηχανίας. Απαιτείται μια ακολουθία σταδίων και στις δύο χώρες, μέχρι να συντελεστεί τελικά η πλήρης προσαρμογή της παραγωγής στη νέα κατάσταση των δεδομένων. Αυτές οι βραχυχρόνιες επιδράσεις διαφέρουν από τις μακροχρόνιες. Είναι πιο εντυπωσιακές από τις μακροχρόνιες επιδράσεις. Ενώ σχεδόν κανείς δεν μπορεί να μην αντιληφθεί τις βραχυχρόνιες επιδράσεις, τις μακροχρόνιες αναγνωρίζουν μόνο οι οικονομολόγοι. Μολονότι δεν είναι δύσκολο να αποκρυφθούν από το κοινό οι μακροχρόνιες επιδράσεις, πρέπει να γίνει κάτι για τις εύκολα αναγνωρίσιμες βραχυχρόνιες επιδράσεις, ώστε να μη φθίνει ο ενθουσιασμός για μια τέτοια υποτιθέμενη φιλεργατική νομοθεσία.
However, these inexorable final international consequences of Ruritania’s new pro-labor law will not affect the various branches of Mauretania’s industry in the same way. A sequence of steps is needed in both countries until at last a perfect adjustment of production to the new state of data is brought about. These short-run effects are different from the long-run effects. They are more spectacular than the long-run effects. While hardly anybody can fail to notice the short-run effects, the long-run effects are recognized only by economists. While it is not difficult to conceal the long-run effects from the public, something must be done about the easily recognizable short-run effects lest the enthusiasm for such allegedly prolabor legislation fade away.
Η πρώτη βραχυχρόνια συνέπεια που εμφανίζεται είναι η εξασθένηση της ανταγωνιστικής ισχύος ορισμένων κλάδων παραγωγής της Ρουριτανίας σε σχέση με εκείνους της Λαπουτανίας. Καθώς οι τιμές αυξάνονται στη Ρουριτανία, ορισμένοι Λαπουτανοί αποκτούν τη δυνατότητα να επεκτείνουν τις πωλήσεις τους στη ρουριτανική αγορά. Πρόκειται μόνο για προσωρινή συνέπεια· τελικά, οι συνολικές πωλήσεις όλων των λαπουτανικών κλάδων στη Ρουριτανία θα μειωθούν. Είναι πιθανόν, παρά τη γενική αυτή μείωση του όγκου των λαπουτανικών εξαγωγών προς τη Ρουριτανία, ορισμένοι λαπουτανικοί κλάδοι να επεκτείνουν μακροπρόθεσμα τις πωλήσεις τους. Αυτό εξαρτάται από τη νέα διάρθρωση των συγκριτικών δαπανών. Δεν υπάρχει, όμως, καμία αναγκαία αλληλεξάρτηση μεταξύ αυτών των βραχυχρόνιων και μακροχρόνιων επιδράσεων.
Οι προσαρμογές της μεταβατικής περιόδου δημιουργούν καλειδοσκοπικά μεταβαλλόμενες καταστάσεις, οι οποίες ενδέχεται να διαφέρουν εντελώς από το τελικό αποτέλεσμα. Ωστόσο, η προσοχή του κοντόφθαλμου κοινού απορροφάται πλήρως από αυτές τις βραχυχρόνιες επιδράσεις. Οι άνθρωποι ακούν τους θιγόμενους επιχειρηματίες να διαμαρτύρονται ότι ο νέος ρουριτανικός νόμος παρέχει στους Λαπουτανούς τη δυνατότητα να τους υποσκελίζουν με χαμηλότερες τιμές τόσο στη Ρουριτανία όσο και στη Λαπουτανία. Βλέπουν ότι ορισμένοι Ρουριτανοί επιχειρηματίες αναγκάζονται να περιορίσουν την παραγωγή τους και να απολύσουν εργαζομένους. Και αρχίζουν να υποψιάζονται ότι κάτι ίσως δεν είναι ορθό στις διδασκαλίες των αυτοαποκαλούμενων «ανορθόδοξων φίλων της εργασίας».
The first short-run effect to appear is the weakening of the competitive power of some Ruritanian branches of production as against those of Mauretania. As prices rise in Ruritania, it becomes possible for some Mauretanians to expand their sales in Ruritania. This is a temporary effect only; in the end the total sales of all Mauretanian industries in Ruritania will drop. It is possible that in spite of this general drop in the total amount of Mauretanian exports to Ruritania, some of the Mauretanian industries will expand their sales in the long run. (This depends on the new configuration of comparative costs.) But there is no necessary interconnection between these short-run and long-run effects. The adjustments of the period of transition create kaleidoscopically changing situations which may differ entirely from the final outcome. Yet the short-sighted public’s attention is completely absorbed by these short-run effects. They hear the businessmen effected complain that the new Ruritanian law gives to Mauretanians the opportunity to undersell both in Ruritania and in Mauretania. They see that some Ruritanian businessmen are forced to restrict their production and to discharge workers. And they begin to suspect that something may be wrong with the teachings of the self-styled “unorthodox friends of labor.”
Η εικόνα, όμως, είναι διαφορετική αν στη Ρουριτανία υπάρχει δασμός αρκετά υψηλός ώστε να εμποδίζει τους Λαπουτανούς να επεκτείνουν, έστω και προσωρινά, τις πωλήσεις τους στη ρουριτανική αγορά. Τότε οι εντυπωσιακότερες βραχυχρόνιες επιδράσεις του νέου μέτρου συγκαλύπτονται κατά τρόπο ώστε το κοινό να μην τις αντιλαμβάνεται. Οι μακροχρόνιες επιδράσεις, βεβαίως, δεν μπορούν να αποφευχθούν. Προκαλούνται, όμως, μέσω μιας διαφορετικής ακολουθίας βραχυχρόνιων επιδράσεων, η οποία είναι λιγότερο ενοχλητική επειδή είναι λιγότερο ορατή. Οι ισχυρισμοί περί υποτιθέμενων «κοινωνικών κατακτήσεων» που προκύπτουν από τη μείωση των ωρών εργασίας δεν διαψεύδονται από την άμεση εμφάνιση συνεπειών τις οποίες όλοι —και ιδίως οι απολυμένοι εργαζόμενοι— θεωρούν ανεπιθύμητες.
But the picture is different if there is in Ruritania a tariff high enough to prevent Mauretanians from even temporarily expanding their sales on the Ruritanian market. Then the most spectacular short-run effects of the new measure are masked in such a way that the public does not become aware of them. The long-run effects, of course, cannot be avoided. But they are brought about by another sequence of short-run effects which is less offensive because less visible. The talk about alleged “social gains” produced by the shortening of the hours of work is not exploded by the immediate emergence of effects which everyone, and most of all the discharged workers, consider undesirable.
Η κύρια λειτουργία των δασμών και των άλλων προστατευτικών μηχανισμών σήμερα είναι η συγκάλυψη των πραγματικών συνεπειών των παρεμβατικών πολιτικών που υποτίθεται ότι αποβλέπουν στην αύξηση του βιοτικού επιπέδου των μαζών. Ο οικονομικός εθνικισμός αποτελεί το αναγκαίο συμπλήρωμα αυτών των δημοφιλών πολιτικών, οι οποίες ισχυρίζονται ότι βελτιώνουν την υλική ευημερία των μισθωτών, ενώ στην πραγματικότητα την υποβαθμίζουν.7
The main function of tariffs and other protectionist devices today is to disguise the real effects of interventionist policies designed to raise the standard of living of the masses. Economic nationalism is the necessary complement of these popular policies which pretend to improve the wage earners’ material well-being while they are in fact impairing it.[6]
4. Ο περιορισμός ως οικονομικό σύστημα
↗ στη σελίδα του βιβλίου4. Restriction as an Economic System
Υπάρχουν, όπως έχει καταδειχθεί, περιπτώσεις στις οποίες ένα περιοριστικό μέτρο μπορεί να επιτύχει τον σκοπό για τον οποίο εφαρμόζεται. Αν όσοι καταφεύγουν σε ένα τέτοιο μέτρο θεωρούν την επίτευξη αυτού του σκοπού σημαντικότερη από τα μειονεκτήματα που επιφέρει ο περιορισμός —δηλαδή τη μείωση της ποσότητας των υλικών αγαθών που είναι διαθέσιμα προς κατανάλωση—, η προσφυγή στον περιορισμό είναι δικαιολογημένη από τη σκοπιά των αξιολογικών τους κρίσεων. Υφίστανται κόστος και καταβάλλουν τίμημα προκειμένου να αποκτήσουν κάτι το οποίο αποτιμούν περισσότερο από εκείνο που έπρεπε να δαπανήσουν ή να στερηθούν. Κανείς, και ασφαλώς όχι ο θεωρητικός, δεν είναι σε θέση να αντιπαρατεθεί μαζί τους ως προς την ορθότητα των αξιολογικών τους κρίσεων.
There are, as has been shown, cases in which a restrictive measure can attain the end sought by its application. If those resorting to such a measure think that the attainment of this goal is more important than the disadvantages brought about by the restriction—i.e., the curtailment in the quantity of material goods available for consumption—the recourse to restriction is justified from the point of view of their value judgments. They incur costs and pay a price in order to get something that they value more than what they had to expend or to forego. Nobody, and certainly not the theorist, is in a position to argue with them about the propriety of their value judgments.
Ο μόνος κατάλληλος τρόπος εξέτασης των μέτρων που περιορίζουν την παραγωγή είναι να θεωρούνται θυσίες οι οποίες πραγματοποιούνται για την επίτευξη ενός συγκεκριμένου σκοπού. Αποτελούν οιονεί δαπάνες και οιονεί κατανάλωση. Συνιστούν χρησιμοποίηση πραγμάτων που θα μπορούσαν να παραχθούν και να καταναλωθούν με έναν τρόπο για την πραγματοποίηση ορισμένων άλλων σκοπών. Τα πράγματα αυτά εμποδίζονται να δημιουργηθούν, αλλά αυτή ακριβώς η οιονεί κατανάλωση ικανοποιεί τους δημιουργούς των σχετικών μέτρων περισσότερο από όσο θα τους ικανοποιούσε η αύξηση των διαθέσιμων αγαθών που θα προκαλούσε η παράλειψη του περιορισμού.
The only adequate mode of dealing with measures restricting production is to look at them as sacrifices made for the attainment of a definite end. They are quasi-expenditures and quasi-consumption. They are an employment of things that could be produced and consumed in one way for the realization of certain other ends. These things are prevented from coming into existence, but this quasi-consumption is precisely what satisfies the authors of these measures better than the increase in goods available which the omission of the restriction would have produced.
Ως προς ορισμένα περιοριστικά μέτρα, αυτή η άποψη γίνεται καθολικά αποδεκτή. Αν μια κυβέρνηση διατάξει να διατηρηθεί ένα τμήμα γης στη φυσική του κατάσταση ως εθνικό πάρκο και να αποκλειστεί κάθε άλλη χρήση του, κανείς δεν θα ταξινομούσε ένα τέτοιο εγχείρημα ως οτιδήποτε άλλο πέρα από δαπάνη. Η κυβέρνηση στερεί από τους πολίτες την πρόσθετη ποσότητα διαφόρων προϊόντων που θα μπορούσε να επιφέρει η καλλιέργεια αυτής της γης, προκειμένου να τους παράσχει μια διαφορετική ικανοποίηση.
With certain restrictive measures this point of view is universally adopted. If a government decrees that a piece of land should be kept in its natural state as a national park and should be withheld from any other utilization, nobody would classify such a venture as anything else than an expenditure. The government deprives the citizens of the increment in various products which the cultivation of this land could bring about, in order to provide them with another satisfaction.
Επομένως, ο περιορισμός της παραγωγής δεν μπορεί ποτέ να διαδραματίσει άλλον ρόλο πέρα από εκείνον του επικουρικού συμπληρώματος ενός συστήματος παραγωγής. Δεν μπορεί να συγκροτηθεί σύστημα οικονομικής δράσης αποκλειστικά από τέτοια περιοριστικά μέτρα. Κανένα σύνολο τέτοιων μέτρων δεν μπορεί να συνδεθεί σε ένα ολοκληρωμένο οικονομικό σύστημα. Δεν μπορούν να σχηματίσουν σύστημα παραγωγής. Ανήκουν στη σφαίρα της κατανάλωσης και όχι στη σφαίρα της παραγωγής.
It follows that restriction of production can never play any role other than that of an ancillary complement of a system of production. One cannot construct a system of economic action out of such restrictive measures alone. No complex of such measures can be linked together into an integrated economic system. They cannot form a system of production. They belong in the sphere of consumption, not in the sphere of production.
Κατά την εξέταση των προβλημάτων του παρεμβατισμού επιδιώκουμε να διερευνήσουμε τον ισχυρισμό των υπέρμαχων της κυβερνητικής παρέμβασης στις επιχειρήσεις ότι το σύστημά τους προσφέρει μια εναλλακτική λύση απέναντι στα άλλα οικονομικά συστήματα. Κανένας τέτοιος ισχυρισμός δεν μπορεί εύλογα να προβληθεί για τα μέτρα που περιορίζουν την παραγωγή. Το καλύτερο που μπορούν να επιτύχουν είναι η μείωση του παραγόμενου προϊόντος και της ικανοποίησης. Ο πλούτος παράγεται μέσω της χρησιμοποίησης ορισμένης ποσότητας συντελεστών παραγωγής. Ο περιορισμός αυτής της ποσότητας δεν αυξάνει αλλά μειώνει την ποσότητα των παραγόμενων αγαθών. Ακόμη και αν οι σκοποί που επιδιώκονται μέσω της μείωσης των ωρών εργασίας μπορούσαν να επιτευχθούν με ένα τέτοιο διάταγμα, αυτό δεν θα αποτελούσε μέτρο παραγωγής. Αποτελεί πάντοτε τρόπο περιορισμού του παραγόμενου προϊόντος.
In scrutinizing the problems of interventionism we are intent upon examining the claims of the advocates of government interference with business that their system offers an alternative to other economic systems. No such claim can reasonably be raised with regard to measures restricting production. The best they can attain is curtailment of output and satisfaction. Wealth is produced by expending a certain quantity of factors of production. Curtailing this quantity does not increase, but decreases, the amount of goods produced. Even if the ends aimed at by shortening the hours of work could be attained by such a decree, it would not be a measure of production. It is invariably a way of cutting down output.
Ο καπιταλισμός είναι σύστημα κοινωνικής παραγωγής. Ο σοσιαλισμός, λένε οι σοσιαλιστές, είναι επίσης σύστημα κοινωνικής παραγωγής. Όσον αφορά, όμως, τα μέτρα που περιορίζουν την παραγωγή, ακόμη και οι παρεμβατιστές δεν μπορούν να προβάλουν παρόμοιο ισχυρισμό. Μπορούν μόνο να ισχυριστούν ότι υπό τον καπιταλισμό παράγονται υπερβολικά πολλά και ότι επιθυμούν να εμποδίσουν την παραγωγή αυτού του πλεονάσματος, προκειμένου να πραγματοποιήσουν άλλους σκοπούς. Οι ίδιοι πρέπει να ομολογήσουν ότι υπάρχουν όρια στην εφαρμογή των περιορισμών.
Capitalism is a system of social production. Socialism, say the socialists, is also a system of social production. But with regard to measures restricting production, even the interventionists cannot raise a similar claim. They can only say that under capitalism too much is produced and that they want to prevent the production of this surplus in order to realize other ends. They themselves must confess that there are limits to the application of restriction.
Η οικονομική επιστήμη δεν υποστηρίζει ότι ο περιορισμός αποτελεί κακό σύστημα παραγωγής. Υποστηρίζει ότι δεν αποτελεί καθόλου σύστημα παραγωγής, αλλά μάλλον σύστημα οιονεί κατανάλωσης. Οι περισσότεροι από τους σκοπούς που επιθυμούν να επιτύχουν οι παρεμβατιστές μέσω περιορισμών δεν μπορούν να επιτευχθούν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Ακόμη, όμως, και όταν τα περιοριστικά μέτρα είναι κατάλληλα για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών, δεν παύουν να είναι απλώς περιοριστικά.8
Economics does not contend that restriction is a bad system of production. It asserts that it is not a system of production, at all, but rather a system of quasi-consumption. Most of the ends the interventionists want to attain by restriction cannot be attained this way. But even where restrictive measures are fit to attain the ends sought, they are only restrictive.[7]
Η τεράστια δημοτικότητα που απολαμβάνει ο περιορισμός στην εποχή μας οφείλεται στο γεγονός ότι οι άνθρωποι δεν αναγνωρίζουν τις συνέπειές του. Κατά την εξέταση του προβλήματος της μείωσης των ωρών εργασίας μέσω κυβερνητικού διατάγματος, το κοινό δεν αντιλαμβάνεται ότι η συνολική παραγωγή πρέπει να μειωθεί και ότι είναι πολύ πιθανό να μειωθεί επίσης το δυνητικό βιοτικό επίπεδο των μισθωτών. Αποτελεί δόγμα της σημερινής «ανορθοδοξίας» ότι ένα τέτοιο «φιλεργατικό» μέτρο συνιστά «κοινωνική κατάκτηση» για τους εργαζομένους και ότι το κόστος αυτής της κατάκτησης βαρύνει αποκλειστικά τους εργοδότες.
Όποιος αμφισβητεί αυτό το δόγμα χαρακτηρίζεται «δουλοπρεπής» απολογητής των άδικων αξιώσεων σκληρών εκμεταλλευτών και διώκεται ανελέητα. Υπαινίσσονται ότι επιθυμεί να επαναφέρει τους μισθωτούς στη φτώχεια και στις πολλές ώρες εργασίας των πρώτων σταδίων του σύγχρονου βιομηχανικού συστήματος.
The enormous popularity which restriction enjoys in our day is due to the fact that people do not recognize its consequences. In dealing with the problem of shortening the hours of work by government decree, the public is not aware of the fact that total output must drop and that it is very probable that the wage earners’ standard of living will be potentially lowered too. It is a dogma of present-day “unorthodoxy” that such a “prolabor” measure is a “social gain” for the workers and that the costs of these gains fall entirely upon the employers. Whoever questions this dogma is branded as a “sycophantic” apologist of the unfair pretensions of rugged exploiters, and pitilessly persecuted. It is insinuated that he wants to reduce the wage earners to the poverty and the long working hours of the early stages of modern industrialism.
Απέναντι σε όλη αυτή τη συκοφαντία, είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί εκ νέου ότι εκείνο που δημιουργεί πλούτο και ευημερία είναι η παραγωγή και όχι ο περιορισμός. Το γεγονός ότι, στις καπιταλιστικές χώρες, ο μέσος μισθωτός καταναλώνει περισσότερα αγαθά και μπορεί να απολαμβάνει περισσότερο ελεύθερο χρόνο από τους προγόνους του, καθώς και ότι μπορεί να συντηρεί τη σύζυγο και τα παιδιά του χωρίς να χρειάζεται να τα στέλνει στην εργασία, δεν αποτελεί επίτευγμα των κυβερνήσεων και των εργατικών συνδικάτων. Είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι οι επιχειρήσεις που επιδιώκουν το κέρδος συσσώρευσαν και επένδυσαν περισσότερο κεφάλαιο και, έτσι, αύξησαν την οριακή παραγωγικότητα της εργασίας.
As against all this slander it is important to emphasize again that what produces wealth and well-being is production and not restriction. That in the capitalist countries the average wage earner consumes more goods and can afford to enjoy more leisure than his ancestors, and that he can support his wife and children and need not send them to work, is not an achievement of governments and labor unions. It is the outcome of the fact that profit-seeking business has accumulated and invested more capital and thus increased a thousandfold the productivity of labor.
← Κεφάλαιο 28: ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 30: ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΤΗ ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΩΝ ΤΙΜΩΝ →