Ανθρώπινη Δράση: Κεφάλαιο 28: ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
Ludwig von Mises · Human Action: A Treatise on Economics
Πραξεολόγος
← Κεφάλαιο 27: Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΚΑΙ Η ΑΓΟΡΑΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 29: ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ →
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, Human Action: A Treatise on Economics, ebook του Foundation for Economic Education (FEE), 2016, ISBN 978-1-57246-086-7 — «Published under the Creative Commons Attribution 4.0 International License». Σελίδα της έκδοσης: fee.org/ebooks/human-action-by-ludwig-von-mises. Άδεια: CC BY 4.0.
Σε δείγμα 300 παραγράφων, οι 298 του ebook του FEE ήταν ίδιες λέξη προς λέξη με το κείμενο που ακολουθεί η μετάφραση. Το FEE δεν περιέχει μερικές ενότητες που προστέθηκαν σε μεταγενέστερες εκδόσεις (π.χ. «Η ηθική καταδίκη του κέρδους», «Διαφθορά», παράγραφοι για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο)· αυτές, όπως και οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ), εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Οι πρόλογοι της ελληνικής έκδοσης και των εκδόσεων Scholar’s/4ης δεν περιλαμβάνονται εδώ.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
Η διατήρηση σε λειτουργία του κοινωνικού μηχανισμού εξαναγκασμού και καταναγκασμού απαιτεί τη δαπάνη εργασίας και αγαθών. Υπό ένα φιλελεύθερο σύστημα διακυβέρνησης, αυτές οι δαπάνες είναι μικρές σε σύγκριση με το άθροισμα των εισοδημάτων των ατόμων. Όσο περισσότερο διευρύνει η κυβέρνηση το πεδίο των δραστηριοτήτων της, τόσο περισσότερο αυξάνεται ο προϋπολογισμός της.
O keep the social apparatus of coercion and compulsion running requires expenditure of labor and commodities. Under a liberal system of government these expenditures are small compared with the sum of the individuals’ incomes. The more the government expands the sphere of its activities, the more its budget increases.
Αν η ίδια η κυβέρνηση κατέχει και διαχειρίζεται εργοστάσια, αγροκτήματα, δάση και ορυχεία, θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο κάλυψης μέρους ή του συνόλου των χρηματοδοτικών της αναγκών από τους τόκους και τα κέρδη που αποκομίζει. Η κρατική διαχείριση επιχειρηματικών μονάδων, όμως, είναι κατά κανόνα τόσο αναποτελεσματική, ώστε οδηγεί σε ζημίες αντί για κέρδη. Οι κυβερνήσεις πρέπει να καταφεύγουν στη φορολογία, δηλαδή να αντλούν έσοδα εξαναγκάζοντας τους υπηκόους τους να παραδίδουν μέρος της περιουσίας ή του εισοδήματός τους.
If the government itself owns and operates plants, farms, forests, and mines, it might consider covering a part or the whole of its financial needs from interest and profit earned. But government operation of business enterprises as a rule is so inefficient that it results in losses rather than in profits. Governments must resort to taxation, i.e., they must raise revenues by forcing the subjects to surrender a part of their wealth or income.
Είναι νοητός ένας ουδέτερος τρόπος φορολόγησης, ο οποίος δεν θα εξέτρεπε τη λειτουργία της αγοράς από την πορεία που θα ακολουθούσε χωρίς οποιαδήποτε φορολογία. Ωστόσο, τόσο η εκτεταμένη βιβλιογραφία σχετικά με τα προβλήματα της φορολογίας όσο και οι κυβερνητικές πολιτικές σχεδόν ποτέ δεν έδωσαν προσοχή στο πρόβλημα του ουδέτερου φόρου. Ενδιαφέρθηκαν πολύ περισσότερο για την ανακάλυψη του δίκαιου φόρου.
A neutral mode of taxation is conceivable that would not divert the operation of the market from the lines in which it would develop in the absence of any taxation. However, the vast literature on problems of taxation as well as the policies of governments have hardly ever given thought to the problem of the neutral tax. They have been more eager to find the just tax.
Ο ουδέτερος φόρος θα επηρέαζε τις συνθήκες των πολιτών μόνο στον βαθμό που απαιτεί το γεγονός ότι μέρος της διαθέσιμης εργασίας και των διαθέσιμων υλικών αγαθών απορροφάται από τον κρατικό μηχανισμό. Στη νοητική κατασκευή της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας, το δημόσιο ταμείο επιβάλλει διαρκώς φόρους και δαπανά ολόκληρο το ποσό που συγκεντρώνει —ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο — για την κάλυψη των εξόδων που συνεπάγονται οι δραστηριότητες των κρατικών λειτουργών. Μέρος του εισοδήματος κάθε πολίτη δαπανάται για δημόσιες δαπάνες.
Αν υποθέσουμε ότι σε μια τέτοια ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία επικρατεί τέλεια ισότητα εισοδήματος, κατά τρόπο ώστε το εισόδημα κάθε νοικοκυριού να είναι ανάλογο προς τον αριθμό των μελών του, τόσο ένας κατά κεφαλήν φόρος όσο και ένας αναλογικός φόρος εισοδήματος θα αποτελούσαν ουδέτερους φόρους. Υπό αυτές τις παραδοχές, δεν θα υπήρχε καμία διαφορά μεταξύ τους. Μέρος του εισοδήματος κάθε πολίτη θα απορροφούνταν από τις δημόσιες δαπάνες και δεν θα εμφανίζονταν δευτερογενείς επιδράσεις της φορολογίας.
The neutral tax would affect the conditions of the citizens only to the extent required by the fact that a part of the labor and material goods available is absorbed by the government apparatus. In the imaginary construction of the evenly rotating economy the treasury continually levies taxes and spends the whole amount raised, neither more nor less, for defraying the costs incurred by the activities of the government’s officers. A part of each citizen’s income is spent for public expenditure. If we assume that in such an evenly rotating economy there prevails perfect income equality in such a way that every household’s income is proportional to the number of its members, both a head tax and a proportional income tax would be neutral taxes. Under these assumptions there would be no difference between them. A part of each citizen’s income would be absorbed by public expenditure, and no secondary effects of taxation would emerge.
Η μεταβαλλόμενη οικονομία διαφέρει ολοκληρωτικά από αυτή τη νοητική κατασκευή μιας ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας με εισοδηματική ισότητα. Η συνεχής μεταβολή και η ανισότητα του πλούτου και του εισοδήματος αποτελούν ουσιώδη και αναγκαία γνωρίσματα της μεταβαλλόμενης οικονομίας της αγοράς, του μοναδικού πραγματικού και λειτουργικού συστήματος οικονομίας της αγοράς. Στο πλαίσιο ενός τέτοιου συστήματος κανένας φόρος δεν μπορεί να είναι ουδέτερος. Η ίδια η ιδέα ενός ουδέτερου φόρου είναι εξίσου απραγματοποίητη με την ιδέα του ουδέτερου χρήματος. Βεβαίως, όμως, οι λόγοι αυτής της αναπόφευκτης μη ουδετερότητας είναι διαφορετικοί στην περίπτωση των φόρων από ό,τι στην περίπτωση του χρήματος.
The changing economy is entirely different from this imaginary construction of an evenly rotating economy with income equality. Continuous change and the inequality of wealth and income are essential and necessary features of the changing market economy, the only real and working system of the market economy. In the frame of such a system no tax can be neutral. The very idea of a neutral tax is as unrealizable as that of neutral money. But, of course, the reasons for this inescapable nonneutrality are different in the case of taxes from what they are in the case of money.
Ένας κατά κεφαλήν φόρος, ο οποίος φορολογεί κάθε πολίτη εξίσου και ομοιόμορφα, χωρίς να λαμβάνει καθόλου υπόψη το ύψος του εισοδήματος και της περιουσίας του, επιβαρύνει περισσότερο όσους διαθέτουν περιορισμένους πόρους από εκείνους που διαθέτουν αφθονότερους. Περιορίζει την παραγωγή των αγαθών που καταναλώνουν οι μάζες εντονότερα από την παραγωγή των αγαθών που καταναλώνονται κυρίως από τους ευπορότερους πολίτες. Από την άλλη πλευρά, τείνει να περιορίζει την αποταμίευση και τη συσσώρευση κεφαλαίου λιγότερο από ό,τι μια περισσότερο επαχθής φορολόγηση των ευπορότερων πολιτών.
Δεν επιβραδύνει, στον ίδιο βαθμό με τη φορολογία που εισάγει διακρίσεις εις βάρος όσων διαθέτουν υψηλότερα εισοδήματα και μεγαλύτερη περιουσία, την τάση μείωσης της οριακής παραγωγικότητας των κεφαλαιουχικών αγαθών σε σχέση με την οριακή παραγωγικότητα της εργασίας και, κατά συνέπεια, δεν επιβραδύνει στον ίδιο βαθμό την τάση ανόδου των μισθών.
A head tax that taxes every citizen equally and uniformly without any regard to the size of his income and wealth, falls more heavily upon those with more moderate means than upon those with more ample means. It restricts the production of the articles consumed by the masses more sharply than that of the articles mainly consumed by the wealthier citizens. On the other hand, it curtails saving and capital accumulation less than a more burdensome taxation of the wealthier citizens does. It does not slow down the tendency toward a drop in the marginal productivity of capital goods as against the marginal productivity of labor to the same extent as does taxation discriminating against those with higher income and wealth, and consequently it does not to the same extent retard the tendency toward a rise in wage rates.
Οι πραγματικές δημοσιονομικές πολιτικές όλων των χωρών καθοδηγούνται σήμερα αποκλειστικά από την ιδέα ότι οι φόροι πρέπει να κατανέμονται σύμφωνα με τη «φοροδοτική ικανότητα» κάθε πολίτη. Στους συλλογισμούς που οδήγησαν τελικά στη γενική αποδοχή της αρχής της φοροδοτικής ικανότητας υπήρχε κάποια ασαφής αντίληψη ότι η βαρύτερη φορολόγηση των ευπόρων σε σχέση με όσους διαθέτουν περιορισμένα μέσα καθιστά έναν φόρο κάπως περισσότερο ουδέτερο.
Όπως και αν έχει το ζήτημα, είναι βέβαιο ότι κάθε αναφορά στη φορολογική ουδετερότητα σύντομα εγκαταλείφθηκε πλήρως. Η αρχή της φοροδοτικής ικανότητας ανυψώθηκε στην περιωπή αξιώματος κοινωνικής δικαιοσύνης. Όπως αντιλαμβάνονται σήμερα το ζήτημα οι άνθρωποι, οι δημοσιονομικοί και προϋπολογιστικοί σκοποί της φορολογίας έχουν μόνο δευτερεύουσα σημασία. Πρωταρχική λειτουργία της φορολογίας είναι η μεταρρύθμιση των κοινωνικών συνθηκών σύμφωνα με τις επιταγές της δικαιοσύνης. Από αυτή τη σκοπιά, ένας φόρος εμφανίζεται τόσο περισσότερο ικανοποιητικός όσο λιγότερο ουδέτερος είναι και όσο περισσότερο χρησιμεύει ως μέσο εκτροπής της παραγωγής και της κατανάλωσης από τις κατευθύνσεις προς τις οποίες θα τις οδηγούσε η ανεμπόδιστη αγορά.
The actual fiscal policies of all countries are today exclusively guided by the idea that taxes should be apportioned according to each citizen’s “ability to pay.” In the considerations which finally resulted in the general acceptance of the ability-to-pay principle there was some dim conception that taxing the well-to-do more heavily than those with moderate means renders a tax somewhat more neutral. However this may be, it is certain that any reference to tax neutrality was very soon entirely discarded. The ability-to-pay principle has been raised to the dignity of a postulate of social justice. As people see it today, the fiscal and budgetary objectives of taxation are of secondary importance only. The primary function of taxation is to reform social conditions according to justice. Taxation is a method of government interference with business. A tax is the more satisfactory the less neutral it is and the more it serves as a device for diverting production and consumption from those lines into which the unhampered market would have directed them.
Η ιδέα της κοινωνικής δικαιοσύνης που εμπεριέχεται στην αρχή της φοροδοτικής ικανότητας είναι εκείνη της πλήρους οικονομικής ισότητας όλων των πολιτών. Όσο εξακολουθεί να υπάρχει οποιαδήποτε ανισότητα εισοδήματος και πλούτου, μπορεί εξίσου εύλογα να υποστηριχθεί ότι αυτά τα υψηλότερα εισοδήματα και οι μεγαλύτερες περιουσίες, όσο μικρό και αν είναι το απόλυτο μέγεθός τους, υποδηλώνουν πλεονάζουσα φοροδοτική ικανότητα η οποία πρέπει να φορολογηθεί, όπως μπορεί να υποστηριχθεί ότι οποιεσδήποτε υφιστάμενες ανισότητες εισοδήματος και πλούτου υποδηλώνουν διαφορές στη φοροδοτική ικανότητα. Το μοναδικό λογικό σημείο τερματισμού της θεωρίας της φοροδοτικής ικανότητας είναι η πλήρης εξίσωση των εισοδημάτων και της περιουσίας μέσω της δήμευσης όλων των εισοδημάτων και περιουσιών που υπερβαίνουν το χαμηλότερο ποσό το οποίο κατέχει οποιοσδήποτε.1
The idea of social justice implied in the ability-to-pay principle is that of perfect financial equality of all citizens. As long as any inequality of income or wealth remains it can as plausibly be argued that these larger incomes and fortunes, however small their absolute amount, indicate some excess of ability to be levied upon, as it can be argued that any existing inequalities of income and wealth indicate differences in ability. The only logical stopping place of the ability-to-pay doctrine is at the complete equalization of incomes and wealth by confiscation of all incomes and fortunes above the lowest amount in the hands of anyone.[1]
Η έννοια του καθολικού φόρου αποτελεί την αντίθεση της έννοιας του ουδέτερου φόρου. Ο καθολικός φόρος αφαιρεί πλήρως μέσω της φορολογίας —δηλαδή δημεύει— όλα τα εισοδήματα και τις περιουσίες. Στη συνέχεια, η κυβέρνηση, από το κοινό ταμείο που έχει πληρωθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο, χορηγεί σε κάθε άνθρωπο ένα επίδομα για την κάλυψη των δαπανών συντήρησής του. Ή, πράγμα που καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα, η κυβέρνηση, κατά τη φορολόγηση, αφήνει αφορολόγητο το ποσό που θεωρεί ότι αποτελεί το δίκαιο μερίδιο κάθε ανθρώπου και συμπληρώνει τα μερίδια όσων διαθέτουν λιγότερα μέχρι του ύψους του δίκαιου μεριδίου τους.
The notion of the total tax is the antithesis of the notion of the neutral tax. The total tax completely taxes away—confiscates—all incomes and estates. Then the government, out of the community chest thus filled, gives to everybody an allowance for defraying the costs of his sustenance. Or, what comes to the same thing, the government in taxing leaves free that amount which it considers everybody’s fair share and completes the shares of those who have less up to the amount of their fair share.
Η ιδέα του καθολικού φόρου δεν μπορεί να αναπτυχθεί μέχρι τις έσχατες λογικές της συνέπειες. Αν οι επιχειρηματίες και οι κεφαλαιούχοι δεν αποκομίζουν κανένα προσωπικό όφελος ούτε υφίστανται οποιαδήποτε προσωπική ζημία από τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούν τα μέσα παραγωγής, καθίστανται αδιάφοροι ως προς την επιλογή μεταξύ των διαφόρων τρόπων δράσης. Η κοινωνική τους λειτουργία εξαφανίζεται και μετατρέπονται σε αδιάφορους και ανεύθυνους διαχειριστές δημόσιας περιουσίας. Δεν είναι πλέον υποχρεωμένοι να προσαρμόζουν την παραγωγή στις επιθυμίες των καταναλωτών.
Αν δημεύεται μέσω της φορολογίας μόνο το εισόδημα, ενώ το ίδιο το απόθεμα κεφαλαίου παραμένει αφορολόγητο, παρέχεται στους ιδιοκτήτες κίνητρο να καταναλώσουν μέρος του κεφαλαίου τους και, έτσι, να βλάψουν τα συμφέροντα όλων. Ένας καθολικός φόρος εισοδήματος θα αποτελούσε εξαιρετικά ακατάλληλο μέσο για τη μετατροπή του καπιταλισμού σε σοσιαλισμό. Αν ο καθολικός φόρος επιβαρύνει την περιουσία εξίσου με το εισόδημα, δεν αποτελεί πλέον φόρο, δηλαδή μέσο συγκέντρωσης κρατικών εσόδων εντός μιας οικονομίας της αγοράς. Μετατρέπεται σε μέτρο μετάβασης προς τον σοσιαλισμό. Μόλις εφαρμοστεί πλήρως, ο σοσιαλισμός έχει αντικαταστήσει τον καπιταλισμό.
The idea of the total tax cannot be thought out to its ultimate logical consequences. If the entrepreneurs and capitalists do not derive any personal benefit or damage from their utilization of the means of production, they become indifferent with regard to the choice between various modes of conduct. Their social function fades away, and they become disinterested irresponsible administrators of public property. They are no longer bound to adjust production to the wishes of the consumers. If only the income is taxed away while the capital stock itself is left free, an incentive is offered to the owners to consume parts of their wealth and thus to hurt the interests of everyone. A total income tax would be a very inept means for the realization of socialism. If the total tax affects wealth no less than income, it is no longer a tax, i.e., a device for collecting government revenue within a market economy. It becomes a measure for the transition to socialism. As soon as it is consummated, socialism has been substituted for capitalism.
Ακόμη και αν θεωρηθεί μέθοδος πραγμάτωσης του σοσιαλισμού, ο καθολικός φόρος είναι αμφισβητήσιμος. Ορισμένοι σοσιαλιστές διατύπωσαν σχέδια φορολογικής μεταρρύθμισης που θα προωθούσαν τον σοσιαλισμό. Συνιστούσαν είτε φόρο κληρονομιών και δωρεών με συντελεστή εκατό τοις εκατό είτε την πλήρη φορολογική δήμευση της γαιοπροσόδου ή όλων των μη δεδουλευμένων εισοδημάτων —δηλαδή, σύμφωνα με τη σοσιαλιστική ορολογία, όλων των εσόδων που δεν προέρχονται από την εκτέλεση χειρωνακτικής εργασίας. Η εξέταση αυτών των σχεδίων είναι περιττή. Αρκεί να γνωρίζουμε ότι είναι εντελώς ασυμβίβαστα με τη διατήρηση της οικονομίας της αγοράς.
Even when looked upon as a method for the realization of socialism, the total tax is disputable. Some socialists launched plans for a prosocialist tax reform. They recommended either a 100 per cent estate and gift tax or taxing away totally the rent of land or all unearned income—i.e., in the socialist terminology, all revenue not derived from labor performed. The examination of these projects is superfluous. It is enough to know that they are utterly incompatible with the preservation of the market economy.
3. Δημοσιονομικοί και μη δημοσιονομικοί σκοποί της φορολογίας
↗ στη σελίδα του βιβλίου3. Fiscal and Nonfiscal Objectives of Taxation
Οι δημοσιονομικοί και οι μη δημοσιονομικοί σκοποί της φορολογίας δεν συμφωνούν μεταξύ τους.
The fiscal and nonfiscal objectives of taxation do not agree with one another.
Ας εξετάσουμε, για παράδειγμα, τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης στα οινοπνευματώδη ποτά. Αν θεωρηθούν πηγή κρατικών εσόδων, όσο περισσότερα αποφέρουν τόσο καλύτεροι φαίνονται. Βεβαίως, επειδή ο φόρος αυξάνει αναγκαστικά την τιμή του ποτού, περιορίζει τις πωλήσεις και την κατανάλωση. Είναι αναγκαίο να εξακριβωθεί μέσω δοκιμών ποιος φορολογικός συντελεστής μεγιστοποιεί τα έσοδα.
Αν, όμως, οι φόροι στα οινοπνευματώδη ποτά θεωρηθούν μέσο για τον μεγαλύτερο δυνατό περιορισμό της κατανάλωσής τους, όσο υψηλότερος είναι ο συντελεστής τόσο καλύτερος θεωρείται. Αν αυξηθεί πέρα από ορισμένο όριο, ο φόρος προκαλεί σημαντική μείωση της κατανάλωσης και, ταυτόχρονα, των εσόδων. Αν ο φόρος επιτύχει πλήρως τον μη δημοσιονομικό σκοπό του και αποτρέψει εντελώς τους ανθρώπους από την κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών, τα έσοδά του είναι μηδενικά. Δεν υπηρετεί πλέον κανέναν δημοσιονομικό σκοπό· οι επιδράσεις του είναι αποκλειστικά απαγορευτικές.
Το ίδιο ισχύει όχι μόνο για κάθε μορφή έμμεσης φορολογίας, αλλά εξίσου και για την άμεση φορολογία. Οι φόροι που εισάγουν διακρίσεις εις βάρος των εταιρειών και των μεγάλων επιχειρήσεων θα οδηγούσαν, αν αυξάνονταν πέρα από ορισμένο όριο, στην πλήρη εξαφάνιση των εταιρειών και των μεγάλων επιχειρήσεων. Οι εισφορές επί του κεφαλαίου, οι φόροι κληρονομιών και περιουσίας και οι φόροι εισοδήματος αυτοαναιρούνται με παρόμοιο τρόπο, αν οδηγηθούν στα άκρα.
Consider, for instance, excise duties on liquor. If one considers them as a source of government revenue, the more they yield the better they appear. Of course, as the duty must enhance the price of the beverage, it restricts sales and consumption. It is necessary to find out by testing under what rate of duty the yield becomes highest. But if one looks at liquor taxes as a means of reducing the consumption of liquor as much as possible, the rate is better the higher it is. Pushed beyond a certain limit, the tax makes consumption drop considerably, and also the revenue concomitantly. If the tax fully attains its nonfiscal objective of weaning people entirely from drinking alcoholic beverages, the revenue is zero. It no longer serves any fiscal purpose; its effects are merely prohibitive. The same is valid not only with regard to all kinds of indirect taxation but no less for direct taxation. Discriminating taxes levied upon corporations and big business would, if raised above a certain limit, result in the total disappearance of corporations and big business. Capital levies, inheritance and estate taxes, and income taxes are similarly self-defeating if carried to extremes.
Δεν υπάρχει λύση για την αγεφύρωτη σύγκρουση μεταξύ των δημοσιονομικών και των μη δημοσιονομικών σκοπών της φορολογίας. Η εξουσία φορολόγησης εμπεριέχει, όπως εύστοχα παρατήρησε ο αρχιδικαστής Marshall, την εξουσία καταστροφής. Αυτή η εξουσία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την καταστροφή της οικονομίας της αγοράς, και πολλές κυβερνήσεις και πολιτικά κόμματα είναι σταθερά αποφασισμένα να τη χρησιμοποιήσουν γι’ αυτόν τον σκοπό.
Με την αντικατάσταση του καπιταλισμού από τον σοσιαλισμό εξαφανίζεται ο δυϊσμός της συνύπαρξης δύο διακριτών σφαιρών δράσης. Η κυβέρνηση καταπίνει ολόκληρο το πεδίο των αυτόνομων πράξεων του ατόμου και καθίσταται ολοκληρωτική. Δεν εξαρτάται πλέον, για τη χρηματοδότησή της, από τα μέσα που αποσπά από τους πολίτες. Δεν υπάρχει πλέον διάκριση μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών πόρων.
There is no solution for the irreconcilable conflict between the fiscal and the nonfiscal ends of taxation. The power to tax is, as Chief Justice Marshall pertinently observed, the power to destroy. This power can be used for the destruction of the market economy, and it is the firm resolution of many governments and parties to use it for this purpose. With the substitution of socialism for capitalism, the dualism of the coexistence of two distinct spheres of action disappears. The government swallows the whole orbit of the individuals’ autonomous actions and becomes totalitarian. It no longer depends for its financial support on the means exacted from the citizens. There is no longer any such thing as a separation of public funds and private funds.
Η φορολογία αποτελεί ζήτημα της οικονομίας της αγοράς. Ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της οικονομίας της αγοράς είναι ότι η κυβέρνηση δεν παρεμβαίνει στα φαινόμενα της αγοράς και ότι ο τεχνικός της μηχανισμός είναι τόσο περιορισμένος, ώστε η συντήρησή του απορροφά μόνο ένα μικρό μέρος του συνολικού αθροίσματος των εισοδημάτων των επιμέρους πολιτών. Τότε οι φόροι αποτελούν κατάλληλο μέσο για την εξασφάλιση των πόρων που χρειάζεται η κυβέρνηση. Είναι κατάλληλοι επειδή είναι χαμηλοί και δεν διαταράσσουν αισθητά την παραγωγή και την κατανάλωση. Αν οι φόροι αυξηθούν πέρα από ένα μέτριο όριο, παύουν να αποτελούν φόρους και μετατρέπονται σε μέσα καταστροφής της οικονομίας της αγοράς.
Taxation is a matter of the market economy. It is one of the characteristic features of the market economy that the government does not interfere with the market phenomena and that its technical apparatus is so small that its maintenance absorbs only a modest fraction of the total sum of the individual citizens’ incomes. Then taxes are an appropriate vehicle for providing the funds needed by the government. They are appropriate because they are low and do not perceptibly disarrange production and consumption. If taxes grow beyond a moderate limit, they cease to be taxes and turn into devices for the destruction of the market economy.
Αυτή η μεταμόρφωση των φόρων σε όπλα καταστροφής αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα των σύγχρονων δημόσιων οικονομικών. Δεν εξετάζουμε τις εντελώς αυθαίρετες αξιολογικές κρίσεις σχετικά με το αν η βαριά φορολογία αποτελεί κατάρα ή ευλογία και αν οι δαπάνες που χρηματοδοτούνται από τα φορολογικά έσοδα είναι ή δεν είναι συνετές και ωφέλιμες.2 Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι όσο βαρύτερη γίνεται η φορολογία, τόσο λιγότερο συμβιβάζεται με τη διατήρηση της οικονομίας της αγοράς.
Δεν χρειάζεται να θέσουμε το ερώτημα αν είναι ή δεν είναι αληθές ότι «καμία χώρα δεν καταστράφηκε ποτέ από μεγάλες χρηματικές δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν από το κοινό και για το κοινό».3 Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η οικονομία της αγοράς μπορεί να καταστραφεί από υψηλές δημόσιες δαπάνες και ότι πολλοί άνθρωποι επιδιώκουν να την καταστρέψουν με αυτόν τον τρόπο.
This metamorphosis of taxes into weapons of destruction is the mark of present-day public finance. We do not deal with the quite arbitrary value judgments concerning the problems of whether heavy taxation is a curse or a benefit and whether the expenditures financed by the tax yield are or are not wise and beneficial.[2] What matters is that the heavier taxation becomes, the less compatible it is with the preservation of the market economy. There is no need to raise the question of whether or not it is true that “no country was ever yet ruined by large expenditures of money by the public and for the public.”[3] It cannot be denied that the market economy can be ruined by large public expenditures and that it is the intention of many people to ruin it in this way.
Οι επιχειρηματίες διαμαρτύρονται για τον καταπιεστικό χαρακτήρα των υψηλών φόρων. Οι πολιτικοί ανησυχούν για τον κίνδυνο «να φαγωθεί ο σπόρος για τη σπορά». Ωστόσο, ο πραγματικός πυρήνας του φορολογικού ζητήματος βρίσκεται στο παράδοξο ότι όσο περισσότερο αυξάνονται οι φόροι, τόσο περισσότερο υπονομεύουν την οικονομία της αγοράς και, ταυτόχρονα, το ίδιο το φορολογικό σύστημα. Καθίσταται έτσι πρόδηλο ότι, σε τελική ανάλυση, η διατήρηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας είναι ασυμβίβαστη με τα δημευτικά μέτρα. Κάθε συγκεκριμένος φόρος, όπως και ολόκληρο το φορολογικό σύστημα ενός έθνους, αυτοαναιρείται όταν οι συντελεστές του υπερβούν ορισμένο ύψος.
Businessmen complain about the oppressiveness of heavy taxes. Statesmen are alarmed about the danger of “eating the seedcorn.” Yet, the true crux of the taxation issue is to be seen in the paradox that the more taxes increase, the more they undermine the market economy and concomitantly the system of taxation itself. Thus the fact becomes manifest that ultimately the preservation of private property and confiscatory measures are incompatible. Every specific tax, as well as a nation’s whole tax system, becomes self-defeating above a certain height of the rates.
4. Οι τρεις κατηγορίες φορολογικού παρεμβατισμού
↗ στη σελίδα του βιβλίου4. The Three Classes of Tax Interventionism
Οι διάφορες μέθοδοι φορολόγησης που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη ρύθμιση της οικονομίας —δηλαδή ως μέσα μιας παρεμβατικής πολιτικής— μπορούν να ταξινομηθούν σε τρεις κατηγορίες:
The various methods of taxation which can be used for the regulation of the economy—i.e., as instruments of an interventionist policy—can be classified in three groups:
- Ο φόρος αποβλέπει στην πλήρη καταστολή ή στον περιορισμό της παραγωγής συγκεκριμένων εμπορευμάτων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο παρεμβαίνει έμμεσα και στην κατανάλωση. Δεν έχει σημασία αν ο σκοπός αυτός επιδιώκεται μέσω της επιβολής ειδικών φόρων ή μέσω της απαλλαγής ορισμένων προϊόντων από έναν γενικό φόρο που επιβάλλεται σε όλα τα άλλα προϊόντα ή σε εκείνα τα προϊόντα τα οποία θα προτιμούσαν οι καταναλωτές αν δεν υπήρχαν φορολογικές διακρίσεις. Η φορολογική απαλλαγή χρησιμοποιείται ως μέσο παρεμβατισμού στην περίπτωση των τελωνειακών δασμών. Το εγχώριο προϊόν δεν επιβαρύνεται από τον δασμό, ο οποίος επιβάλλεται μόνο στα εμπορεύματα που εισάγονται από το εξωτερικό. Πολλές χώρες καταφεύγουν σε φορολογικές διακρίσεις για τη ρύθμιση της εγχώριας παραγωγής. Επιχειρούν, για παράδειγμα, να ενθαρρύνουν την παραγωγή κρασιού —προϊόντος μικρών ή μεσαίων αμπελουργικών εκμεταλλεύσεων— έναντι της παραγωγής μπίρας —προϊόντος μεγάλων ζυθοποιιών— υποβάλλοντας την μπίρα σε βαρύτερο ειδικό φόρο κατανάλωσης από το κρασί.
- Ο φόρος απαλλοτριώνει μέρος του εισοδήματος ή της περιουσίας.
- Ο φόρος απαλλοτριώνει πλήρως το εισόδημα και την περιουσία.
1. The tax aims at totally suppressing or at restricting the production of definite commodities. It thus indirectly interferes with consumption too. It does not matter whether this end is aimed at by the imposition of special taxes or by exempting certain products from a general tax imposed upon all other products or upon those products which the consumers would have preferred in the absence of fiscal discrimination. Tax exemption is employed as an instrument of interventionism in the case of customs duties. The domestic product is not burdened by the tariff which affects only the merchandise imported from abroad. Many countries resort to tax discrimination in regulating domestic production. They try, for instance, to encourage the production of wine, a product of small or medium-size grape growers, as against the production of beer, a product of big-size breweries, by submitting beer to a more burdensome excise tax than wine.
Δεν χρειάζεται να εξετάσουμε την τρίτη κατηγορία, επειδή αποτελεί απλώς μέσο για την πραγμάτωση του σοσιαλισμού και, ως τέτοιο, βρίσκεται έξω από το πεδίο του παρεμβατισμού. Η πρώτη κατηγορία δεν διαφέρει ως προς τις επιδράσεις της από τα περιοριστικά μέτρα που εξετάζονται στο επόμενο κεφάλαιο. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τα δημευτικά μέτρα που εξετάζονται στο Κεφάλαιο XXXII.
2. The tax expropriates a part of income or wealth. 3. The tax expropriates income and wealth entirely. We do not have to deal with the third class, as it is merely a means for the realization of socialism and as such is outside the scope of interventionism.
The first class is in its effects not different from the restrictive measures dealt with in the following chapter.
The second class encompasses confiscatory measures dealt with in Chapter XXXII.
← Κεφάλαιο 27: Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΚΑΙ Η ΑΓΟΡΑΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 29: ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ →