Ανθρώπινη Δράση: Κεφάλαιο 23: ΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ
Ludwig von Mises · Human Action: A Treatise on Economics
Πραξεολόγος
← Κεφάλαιο 22: ΟΙ ΜΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΙ ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΙΣ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 24: ΑΡΜΟΝΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ →
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, Human Action: A Treatise on Economics, ebook του Foundation for Economic Education (FEE), 2016, ISBN 978-1-57246-086-7 — «Published under the Creative Commons Attribution 4.0 International License». Σελίδα της έκδοσης: fee.org/ebooks/human-action-by-ludwig-von-mises. Άδεια: CC BY 4.0.
Σε δείγμα 300 παραγράφων, οι 298 του ebook του FEE ήταν ίδιες λέξη προς λέξη με το κείμενο που ακολουθεί η μετάφραση. Το FEE δεν περιέχει μερικές ενότητες που προστέθηκαν σε μεταγενέστερες εκδόσεις (π.χ. «Η ηθική καταδίκη του κέρδους», «Διαφθορά», παράγραφοι για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο)· αυτές, όπως και οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ), εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Οι πρόλογοι της ελληνικής έκδοσης και των εκδόσεων Scholar’s/4ης δεν περιλαμβάνονται εδώ.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
Η καταλλακτική, δηλαδή η θεωρία της οικονομίας της αγοράς, δεν αποτελεί σύστημα θεωρημάτων που ισχύουν μόνο υπό ιδεατές και απραγματοποίητες συνθήκες και εφαρμόζονται στην πραγματικότητα μόνο με ουσιώδεις περιορισμούς και τροποποιήσεις. Όλα τα θεωρήματα της καταλλακτικής ισχύουν αυστηρά και χωρίς καμία εξαίρεση για όλα τα φαινόμενα της οικονομίας της αγοράς, υπό την προϋπόθεση ότι συντρέχουν οι ιδιαίτερες συνθήκες τις οποίες προϋποθέτουν. Αποτελεί, για παράδειγμα, απλό πραγματολογικό ζήτημα το αν υφίσταται άμεση ή έμμεση ανταλλαγή. Όπου, όμως, υφίσταται έμμεση ανταλλαγή, όλοι οι γενικοί νόμοι της θεωρίας της έμμεσης ανταλλαγής ισχύουν ως προς τις πράξεις ανταλλαγής και τα μέσα ανταλλαγής. Όπως έχει ήδη επισημανθεί,1 η πραξεολογική γνώση είναι ακριβής γνώση της πραγματικότητας. Όλες οι αναφορές στα επιστημολογικά ζητήματα των φυσικών επιστημών και όλες οι αναλογίες που αντλούνται από τη σύγκριση αυτών των δύο ριζικά διαφορετικών πεδίων της πραγματικότητας και της γνώσης είναι παραπλανητικές. Εκτός από την τυπική λογική, δεν υπάρχει κανένα σύνολο «μεθοδολογικών» κανόνων που να εφαρμόζεται τόσο στη γνώση μέσω της κατηγορίας της αιτιότητας όσο και στη γνώση μέσω της κατηγορίας της τελικότητας.
ATALLACTICS, the theory of the market economy, is not a system of theorems valid only under ideal and unrealizable conditions and applicable to reality merely with essential restrictions and modifications. All the theorems of catallactics are rigidly and without any exception valid for all phenomena of the market economy, provided the particular conditions which they presuppose are present. It is, for instance, a simple question of fact whether there is direct or indirect exchange. But where there is indirect exchange, all the general laws of the theory of indirect exchange are valid with regard to the acts of exchange and the media of exchange. As has been pointed out,[1] praxeological knowledge is precise or exact knowledge of reality. All references to the epistemological issues of the natural sciences and all analogies derived from comparing these two radically different realms of reality and cognition are misleading. There is, apart from formal logic, no such thing as a set of “methodological” rules applicable both to cognition by means of the category of causality and to that by means of the category of finality.
Η πραξεολογία πραγματεύεται την ανθρώπινη δράση ως τέτοια, κατά τρόπο γενικό και καθολικό. Δεν ασχολείται ούτε με τις ιδιαίτερες συνθήκες του περιβάλλοντος εντός του οποίου δρα ο άνθρωπος ούτε με το συγκεκριμένο περιεχόμενο των αξιολογήσεων που κατευθύνουν τις πράξεις του. Για την πραξεολογία, δεδομένα αποτελούν τα σωματικά και ψυχολογικά γνωρίσματα των δρώντων ανθρώπων, οι επιθυμίες και οι αξιολογικές κρίσεις τους, καθώς και οι θεωρίες, οι διδασκαλίες και οι ιδεολογίες που αναπτύσσουν για να προσαρμόζονται σκόπιμα στις συνθήκες του περιβάλλοντός τους και, έτσι, να επιτυγχάνουν τους σκοπούς που επιδιώκουν. Αυτά τα δεδομένα, μολονότι είναι μόνιμα ως προς τη δομή τους και καθορίζονται αυστηρά από τους νόμους που διέπουν την τάξη του σύμπαντος, βρίσκονται σε αδιάκοπη ροή και μεταβολή· αλλάζουν από στιγμή σε στιγμή.2
Praxeology deals with human action as such in a general and universal way. It deals neither with the particular conditions of the environment in which man acts nor with the concrete content of the valuations which direct his actions. For praxeology data are the bodily and psychological features of the acting men, their desires and value judgments, and the theories, doctrines, and ideologies they develop in order to adjust themselves purposively to the conditions of their environment and thus to attain the ends they are aiming at. These data, although permanent in their structure and strictly determined by the laws controlling the order of the universe, are perpetually fluctuating and varying; they change from instant to instant.[2]
Η πληρότητα της πραγματικότητας μπορεί να κατακτηθεί νοητικά μόνο από έναν νου που προσφεύγει τόσο στις συλλήψεις της πραξεολογίας όσο και στην ιστορική κατανόηση· η τελευταία απαιτεί, επιπλέον, γνώση των διδασκαλιών των φυσικών επιστημών. Η γνώση και η πρόβλεψη παρέχονται από το σύνολο της γνώσης. Όσα προσφέρουν οι επιμέρους κλάδοι της επιστήμης είναι πάντοτε αποσπασματικά· πρέπει να συμπληρώνονται από τα πορίσματα όλων των άλλων κλάδων. Από τη σκοπιά του δρώντος ανθρώπου, η εξειδίκευση της γνώσης και η διαίρεσή της στις διάφορες επιστήμες αποτελούν απλώς έναν μηχανισμό καταμερισμού της εργασίας. Με τον ίδιο τρόπο που ο καταναλωτής χρησιμοποιεί τα προϊόντα διαφόρων κλάδων παραγωγής, ο δρων άνθρωπος πρέπει να θεμελιώνει τις αποφάσεις του στη γνώση που παράγουν διάφοροι κλάδοι της σκέψης και της έρευνας.
The fullness of reality can be mentally mastered only by a mind resorting both to the conception of praxeology and to the understanding of history; and the latter requires command of the teachings of the natural sciences. Cognition and prediction are provided by the totality of knowledge. What the various single branches of science offer is always fragmentary; it must be complemented by the results of all the other branches. From the point of view of acting man the specialization of knowledge and its breaking up into the various sciences is merely a device of the division of labor. In the same way in which the consumer utilizes the products of various branches of production, the actor must base his decisions on knowledge brought about by various branches of thought and investigation.
Κατά την εξέταση της πραγματικότητας δεν είναι θεμιτό να παραβλέπεται κανένας από αυτούς τους κλάδους. Η Ιστορική Σχολή και οι θεσμιστές επιδιώκουν να θέσουν εκτός νόμου τη μελέτη της πραξεολογίας και της οικονομικής επιστήμης και να ασχολούνται αποκλειστικά με την καταγραφή των δεδομένων ή, όπως τα αποκαλούν σήμερα, των θεσμών. Ωστόσο, δεν μπορεί να διατυπωθεί καμία κρίση σχετικά με αυτά τα δεδομένα χωρίς αναφορά σε ένα συγκεκριμένο σύνολο οικονομικών θεωρημάτων. Όταν ένας θεσμιστής αποδίδει ένα συγκεκριμένο γεγονός σε μια συγκεκριμένη αιτία —για παράδειγμα, τη μαζική ανεργία στις υποτιθέμενες ανεπάρκειες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής— προσφεύγει σε ένα οικονομικό θεώρημα. Όταν αντιτίθεται στην προσεκτικότερη εξέταση του θεωρήματος που εμπεριέχεται σιωπηρά στα συμπεράσματά του, επιδιώκει απλώς να αποφύγει την αποκάλυψη των σφαλμάτων του επιχειρήματός του.
Δεν υπάρχει απλή καταγραφή ανόθευτων γεγονότων, ανεξάρτητη από οποιαδήποτε αναφορά σε θεωρίες. Από τη στιγμή που δύο γεγονότα καταγράφονται από κοινού ή εντάσσονται στην ίδια κατηγορία γεγονότων, βρίσκεται ήδη σε λειτουργία κάποια θεωρία. Το ερώτημα αν υπάρχει οποιαδήποτε σχέση μεταξύ τους μπορεί να απαντηθεί μόνο μέσω μιας θεωρίας, δηλαδή, στην περίπτωση της ανθρώπινης δράσης, μέσω της πραξεολογίας. Είναι μάταιο να αναζητεί κανείς συντελεστές συσχέτισης, αν δεν ξεκινά από μια θεωρητική γνώση που έχει αποκτηθεί εκ των προτέρων. Ο συντελεστής μπορεί να έχει υψηλή αριθμητική τιμή χωρίς να υποδηλώνει οποιαδήποτε σημαντική και ουσιώδη σχέση μεταξύ των δύο ομάδων.3
It is not permissible to disregard any of these branches in dealing with reality. The Historical School and the Institutionalists want to outlaw the study of praxeology and economics and to occupy themselves merely with the registration of the data or, as they call them nowadays, the institutions. But no statement concerning these data can be made without reference to a definite set of economic theorems. When an institutionalist ascribes a definite event to a definite cause, e.g., mass unemployment to the alleged deficiencies of the capitalist mode of production, he resorts to an economic theorem. In objecting to the closer examination of the theorem tacitly implied in his conclusions, he merely wants to avoid the exposure of the fallacies of his argument. There is no such thing as a mere recording of unadulterated facts apart from any reference to theories. As soon as two events are recorded together or integrated into a class of events, a theory is operative. The question whether there is any connection between them can only be answered by a theory, i.e., in the case of human action by praxeology. It is vain to search for coefficients of correlation if one does not start from a theoretical insight acquired beforehand. The coefficient may have a high numerical value without indicating any significant and relevant connection between the two groups.[3]
Η Ιστορική Σχολή και ο θεσμισμός καταδικάζουν την οικονομική επιστήμη επειδή παραβλέπει τον ρόλο που διαδραματίζει η ισχύς στην πραγματική ζωή. Η θεμελιώδης έννοια της οικονομικής επιστήμης, δηλαδή το άτομο που επιλέγει και δρα, αποτελεί, όπως υποστηρίζουν, μη ρεαλιστική σύλληψη. Ο πραγματικός άνθρωπος δεν είναι ελεύθερος να επιλέγει και να δρα. Υπόκειται στην κοινωνική πίεση και στην κυριαρχία ακατανίκητων δυνάμεων. Τα φαινόμενα της αγοράς δεν καθορίζονται από τις αξιολογικές κρίσεις των ατόμων αλλά από την αλληλεπίδραση των σχέσεων ισχύος.
The Historical School and Institutionalism condemn economics for disregarding the role which power plays in real life. The basic notion of economics, viz., the choosing and acting individual, is, they say, an unrealistic concept. Real man is not free to choose and to act. He is subject to social pressure, to the sway of irresistible power. It is not the individuals’ value judgments, but the interactions of the forces of power that determine the market phenomena.
Αυτές οι αντιρρήσεις είναι εξίσου επίπλαστες με όλες τις άλλες διακηρύξεις των επικριτών της οικονομικής επιστήμης.
These objections are no less spurious than all other statements of the critics of economics.
Η πραξεολογία γενικά, και η οικονομική επιστήμη και η καταλλακτική ειδικότερα, ούτε υποστηρίζουν ούτε υποθέτουν ότι ο άνθρωπος είναι ελεύθερος υπό οποιαδήποτε μεταφυσική έννοια αποδίδεται στον όρο «ελευθερία». Ο άνθρωπος υπόκειται ανεπιφύλακτα στις φυσικές συνθήκες του περιβάλλοντός του. Όταν δρα, πρέπει να προσαρμόζεται στην αδυσώπητη κανονικότητα των φυσικών φαινομένων. Ακριβώς η σπανιότητα των δεδομένων από τη φύση μέσων της ευημερίας του είναι εκείνη που επιβάλλει στον άνθρωπο την ανάγκη να δρα.4
Praxeology in general and economics and catallactics in particular do not contend or assume that man is free in any metaphysical sense attached to the term freedom. Man is unconditionally subject to the natural conditions of his environment. In acting he must adjust himself to the inexorable regularity of natural phenomena. It is precisely the scarcity of the nature-given conditions of his welfare that enjoins upon man the necessity to act.[4]
Κατά τη δράση του, ο άνθρωπος καθοδηγείται από ιδεολογίες. Επιλέγει σκοπούς και μέσα υπό την επίδραση ιδεολογιών. Η ισχύς μιας ιδεολογίας είναι είτε άμεση είτε έμμεση. Είναι άμεση όταν ο δρων άνθρωπος είναι πεπεισμένος ότι το περιεχόμενο της ιδεολογίας είναι ορθό και ότι, συμμορφούμενος προς αυτήν, εξυπηρετεί άμεσα τα δικά του συμφέροντα. Είναι έμμεση όταν απορρίπτει το περιεχόμενο της ιδεολογίας ως εσφαλμένο, αλλά είναι αναγκασμένος να προσαρμόσει τις πράξεις του στο γεγονός ότι αυτή η ιδεολογία γίνεται αποδεκτή από άλλους ανθρώπους. Τα ήθη του κοινωνικού τους περιβάλλοντος αποτελούν δύναμη την οποία οι άνθρωποι είναι αναγκασμένοι να λαμβάνουν υπόψη. Όσοι αναγνωρίζουν τον επίπλαστο χαρακτήρα των γενικώς αποδεκτών αντιλήψεων και συνηθειών πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να επιλέγουν μεταξύ των πλεονεκτημάτων που μπορούν να αποκομίσουν προσφεύγοντας σε έναν αποτελεσματικότερο τρόπο δράσης και των μειονεκτημάτων που απορρέουν από την περιφρόνηση των λαϊκών προκαταλήψεων, των δεισιδαιμονιών και των εθίμων.
In acting man is directed by ideologies. He chooses ends and means under the influence of ideologies. The might of an ideology is either direct or indirect. It is direct when the actor is convinced that the content of the ideology is correct and that he serves his own interests directly in complying with it. It is indirect when the actor rejects the content of the ideology as false, but is under the necessity of adjusting his actions to the fact that this ideology is endorsed by other people. The mores of their social environment are a power which people are forced to consider. Those recognizing the spuriousness of the generally accepted opinions and habits must in each instance choose between the advantages to be derived from resorting to a more efficient mode of acting and the disadvantages resulting from the contempt of popular prejudices, superstitions, and folkways.
Το ίδιο ισχύει και ως προς τη βία. Όταν επιλέγει, ο άνθρωπος πρέπει να λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι υπάρχει ένας παράγοντας έτοιμος να ασκήσει βίαιο καταναγκασμό εναντίον του.
The same is true with regard to violence. In choosing man must take into account the fact that there is a factor ready to exercise violent compulsion upon him.
Όλα τα θεωρήματα της καταλλακτικής ισχύουν και για τις πράξεις που επηρεάζονται από τέτοιου είδους κοινωνική ή φυσική πίεση. Η άμεση ή έμμεση ισχύς μιας ιδεολογίας και η απειλή φυσικού καταναγκασμού αποτελούν απλώς δεδομένα της κατάστασης της αγοράς. Δεν έχει σημασία, για παράδειγμα, τι είδους σκέψεις παρακινούν έναν άνθρωπο να μην προσφέρει για την αγορά ενός εμπορεύματος υψηλότερη τιμή από εκείνη που πράγματι προσφέρει, με αποτέλεσμα να μην αποκτά το συγκεκριμένο αγαθό. Για τον καθορισμό της αγοραίας τιμής είναι αδιάφορο αν προτιμά αυθόρμητα να δαπανήσει τα χρήματά του για άλλους σκοπούς, αν φοβάται μήπως οι συνάνθρωποί του τον θεωρήσουν νεόπλουτο ή σπάταλο, αν φοβάται μήπως παραβιάσει ένα ανώτατο όριο τιμής που έχει επιβληθεί από την κυβέρνηση ή μήπως προκαλέσει έναν ανταγωνιστή έτοιμο να προσφύγει σε βίαια αντίποινα. Σε κάθε περίπτωση, η αποχή του από την υποβολή υψηλότερης προσφοράς συμβάλλει στον ίδιο βαθμό στη διαμόρφωση της αγοραίας τιμής.5
All the theorems of catallactics are valid also with regard to actions influenced by such social or physical pressure. The direct or indirect might of an ideology and the threat of physical compulsion are merely data of the market situation. It does not matter, for instance, what kind of considerations motivate a man not to offer a higher bid for the purchase of a commodity than the one he really makes without obtaining the good concerned. For the determination of the market price it is immaterial whether he spontaneously prefers to spend his money for other purposes or whether he is afraid of being looked upon by his fellow men as an upstart, or as a spendthrift, afraid of violating a government-decreed ceiling price or of defying a competitor ready to resort to violent revenge. In any case his abstention from bidding a higher price contributes to the same extent to the emergence of the market price.[5]
Σήμερα συνηθίζεται να χαρακτηρίζεται ως οικονομική ισχύς ή ισχύς στην αγορά η θέση που κατέχουν στην αγορά οι ιδιοκτήτες περιουσίας και οι επιχειρηματίες. Αυτή η ορολογία είναι παραπλανητική όταν εφαρμόζεται στις συνθήκες της αγοράς. Όλα όσα συμβαίνουν στην ανεμπόδιστη οικονομία της αγοράς διέπονται από τους νόμους που πραγματεύεται η καταλλακτική. Όλα τα φαινόμενα της αγοράς καθορίζονται τελικά από τις επιλογές των καταναλωτών. Αν κάποιος θέλει να εφαρμόσει την έννοια της ισχύος στα φαινόμενα της αγοράς, θα έπρεπε να πει: στην αγορά, ολόκληρη η ισχύς ανήκει στους καταναλωτές.
It is customary nowadays to signify the position which the owners of property occupy on the market as economic power. The expediency of this terminology is questionable. The term is at any rate inappropriate as far as it is intended to imply that under the impact of economic power the determination of the market phenomena is controlled by laws other than those dealt with by catallactics.
Οι επιχειρηματίες εξαναγκάζονται, από την ανάγκη πραγματοποίησης κερδών και αποφυγής ζημιών, να θεωρούν ως υπέρτατη κατευθυντήρια αρχή τους, από κάθε άποψη —ακόμη και κατά τη διευθέτηση των κακώς αποκαλούμενων «εσωτερικών» υποθέσεων των εγκαταστάσεών τους και ιδίως κατά τη διοίκηση του προσωπικού— την καλύτερη και οικονομικότερη δυνατή ικανοποίηση των καταναλωτών. Είναι εξαιρετικά άστοχο να χρησιμοποιείται ο ίδιος όρος, «ισχύς», τόσο για την ικανότητα μιας επιχείρησης να προμηθεύει τους καταναλωτές με αυτοκίνητα, υποδήματα ή μαργαρίνη καλύτερα από τους ανταγωνιστές της όσο και για τη δύναμη των ενόπλων δυνάμεων μιας κυβέρνησης να συντρίβουν κάθε αντίσταση.
— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)
Η ιδιοκτησία υλικών συντελεστών παραγωγής, όπως και η επιχειρηματική ή τεχνολογική δεξιότητα, δεν παρέχουν —στην οικονομία της αγοράς— ισχύ υπό την έννοια του καταναγκασμού. Το μόνο που παρέχουν είναι το προνόμιο της υπηρεσίας προς τους πραγματικούς κυρίους της αγοράς, τους καταναλωτές, από μια υψηλότερη θέση από εκείνη των άλλων ανθρώπων. Η ιδιοκτησία κεφαλαίου αποτελεί εντολή που ανατίθεται στους ιδιοκτήτες υπό τον όρο ότι το κεφάλαιο θα χρησιμοποιείται για την καλύτερη δυνατή ικανοποίηση των καταναλωτών. Όποιος δεν συμμορφώνεται με αυτή την επιταγή χάνει τον πλούτο του και υποβιβάζεται σε θέση στην οποία η ανικανότητά του δεν μπορεί πλέον να βλάψει την ευημερία των ανθρώπων.
— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)
3. Ο ιστορικός ρόλος του πολέμου και της κατάκτησης
↗ στη σελίδα του βιβλίου3. The Historical Role of War and Conquest
Πολλοί συγγραφείς εξυμνούν τον πόλεμο και την επανάσταση, την αιματοχυσία και την κατάκτηση. Ο Carlyle και ο Ruskin, ο Nietzsche, ο Georges Sorel και ο Spengler υπήρξαν προάγγελοι των ιδεών που έθεσαν σε εφαρμογή ο Lenin και ο Stalin, ο Hitler και ο Mussolini.
Many authors glorify war and revolution, bloodshed and conquest. Carlyle and Ruskin, Nietzsche, Georges Sorel, and Spengler were harbingers of the ideas which Lenin and Stalin, Hitler and Mussolini put into effect.
Η πορεία της ιστορίας, λένε αυτές οι φιλοσοφίες, δεν καθορίζεται από τις ευτελείς δραστηριότητες υλιστών μικροπωλητών και εμπόρων, αλλά από τις ηρωικές πράξεις πολεμιστών και κατακτητών. Οι οικονομολόγοι σφάλλουν όταν αντλούν από την εμπειρία του βραχύβιου φιλελεύθερου επεισοδίου μια θεωρία στην οποία αποδίδουν καθολική ισχύ. Αυτή η εποχή του φιλελευθερισμού, του ατομικισμού και του καπιταλισμού· της δημοκρατίας, της ανεκτικότητας και της ελευθερίας· της περιφρόνησης όλων των «αληθινών» και «αιώνιων» αξιών· και της κυριαρχίας του όχλου εξαφανίζεται πλέον και δεν θα επιστρέψει ποτέ. Η ανατέλλουσα εποχή του ανδρισμού απαιτεί μια νέα θεωρία της ανθρώπινης δράσης.
The course of history, say these philosophies, is not determined by the mean activities of materialistic peddlers and merchants, but by the heroic deeds of warriors and conquerors. The economists err in abstracting from the experience of the short-lived liberal episode a theory to which they ascribe universal validity. This epoch of liberalism, individualism, and capitalism; of democracy, tolerance, and freedom; of the disregard of all “true” and “eternal” values; and of the supremacy of the rabble is now vanishing and will never return. The dawning age of manliness requires a new theory of human action.
Ωστόσο, κανένας οικονομολόγος δεν διανοήθηκε ποτέ να αρνηθεί ότι ο πόλεμος και η κατάκτηση υπήρξαν υψίστης σημασίας στο παρελθόν και ότι οι Ούννοι και οι Τάταροι, οι Βάνδαλοι και οι Βίκινγκ, οι Νορμανδοί και οι conquistadores διαδραμάτισαν τεράστιο ρόλο στην ιστορία. Ένας από τους καθοριστικούς παράγοντες της σημερινής κατάστασης της ανθρωπότητας είναι το γεγονός ότι προηγήθηκαν χιλιάδες χρόνια ένοπλων συγκρούσεων. Εντούτοις, ό,τι απέμεινε και αποτελεί την ουσία του ανθρώπινου πολιτισμού δεν είναι η κληρονομιά που μας παρέδωσαν οι πολεμιστές. Ο πολιτισμός είναι επίτευγμα του «αστικού» πνεύματος και όχι του πνεύματος της κατάκτησης.
Οι βαρβαρικοί λαοί που δεν αντικατέστησαν τη λεηλασία με την εργασία εξαφανίστηκαν από την ιστορική σκηνή. Αν έχει απομείνει οποιοδήποτε ίχνος της ύπαρξής τους, βρίσκεται στα επιτεύγματα που πραγματοποίησαν υπό την επίδραση του πολιτισμού των υποταγμένων λαών. Ο λατινικός πολιτισμός επιβίωσε στην Ιταλία, στη Γαλλία και στην Ιβηρική Χερσόνησο παρά τις αλλεπάλληλες βαρβαρικές εισβολές. Αν τον λόρδο Clive και τον Warren Hastings δεν είχαν διαδεχθεί καπιταλιστές επιχειρηματίες, η βρετανική κυριαρχία στην Ινδία θα μπορούσε κάποια ημέρα να έχει καταστεί μια ιστορική ανάμνηση εξίσου ασήμαντη με τα εκατόν πενήντα χρόνια της τουρκικής κυριαρχίας στην Ουγγαρία.
However, no economist ever ventured to deny that war and conquest were of utmost importance in the past and that Huns and Tartars, Vandals and Vikings, Normans and conquistadors played an enormous part in history. One of the determinants of the present state of mankind is the fact that there were thousands of years of armed conflicts. Yet, what remains and is the essence of human civilization, is not the legacy inherited from the warriors. Civilization is an achievement of the “bourgeois” spirit, not of the spirit of conquest. Those barbarian peoples who did not substitute working for plundering disappeared from the historical scene. If there is still any trace left of their existence, it is in the achievements they accomplished under the influence of the civilization of the subdued peoples. Latin civilization survived in Italy, France, and the Iberian peninsula in defiance of all barbarian invasions. If capitalist entrepreneurs had not succeeded Lord Clive and Warren Hastings, British rule in India might one day become such an insignificant historical reminiscence as are the one hundred and fifty years of Turkish rule in Hungary.
Δεν είναι έργο της οικονομικής επιστήμης να εξετάσει τις προσπάθειες αναβίωσης των ιδεωδών των Βίκινγκ. Οφείλει απλώς να ανασκευάσει τον ισχυρισμό ότι η ύπαρξη ένοπλων συγκρούσεων εκμηδενίζει τις διδασκαλίες της. Σε σχέση με αυτό το πρόβλημα, πρέπει να υπογραμμιστούν και πάλι τα ακόλουθα:
It is not the task of economics to enter into an examination of the endeavors to revive the ideals of the Vikings. It has merely to refute the statements that the fact that there are armed conflicts reduces its teachings to nought. With regard to this problem there is need to emphasize again the following:
- Οι διδασκαλίες της καταλλακτικής δεν αναφέρονται σε μια συγκεκριμένη ιστορική εποχή, αλλά σε όλες τις πράξεις που χαρακτηρίζονται από δύο συνθήκες: την ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και τον καταμερισμό της εργασίας. Οποτεδήποτε και οπουδήποτε, σε μια κοινωνία στην οποία υπάρχει ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, οι άνθρωποι όχι μόνο παράγουν για την άμεση ικανοποίηση των δικών τους αναγκών αλλά καταναλώνουν επίσης αγαθά που έχουν παραχθεί από άλλους ανθρώπους, τα θεωρήματα της καταλλακτικής ισχύουν αυστηρά.
- Αν, παράλληλα με την αγορά και έξω από αυτήν, συντελούνται ληστείες και λεηλασίες, τα γεγονότα αυτά αποτελούν δεδομένα για την αγορά. Οι δρώντες άνθρωποι πρέπει να λαμβάνουν υπόψη ότι απειλούνται από δολοφόνους και ληστές. Αν οι φόνοι και οι ληστείες γίνουν τόσο διαδεδομένοι ώστε κάθε παραγωγή να φαίνεται ανώφελη, μπορεί τελικά να συμβεί να παύσει η παραγωγική εργασία και η ανθρωπότητα να βυθιστεί σε μια κατάσταση πολέμου όλων εναντίον όλων.
- Για να αποσπαστεί λεία, πρέπει να υπάρχει κάτι διαθέσιμο προς λεηλασία. Οι ήρωες μπορούν να ζουν μόνο αν υπάρχουν αρκετοί «αστοί» για να απαλλοτριωθούν. Η ύπαρξη των παραγωγών αποτελεί προϋπόθεση για την επιβίωση των κατακτητών. Οι παραγωγοί, όμως, θα μπορούσαν να ζήσουν χωρίς τους λεηλάτες.
- Υπάρχουν, βεβαίως, και άλλα νοητά συστήματα κοινωνίας που βασίζονται στον καταμερισμό της εργασίας, πέρα από το καπιταλιστικό σύστημα ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Οι υπέρμαχοι του μιλιταρισμού είναι συνεπείς όταν ζητούν την εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού. Ολόκληρο το έθνος θα πρέπει να οργανωθεί ως κοινότητα πολεμιστών, στην οποία οι μη μάχιμοι δεν θα έχουν άλλο καθήκον από το να εφοδιάζουν τις ένοπλες δυνάμεις με όλα όσα χρειάζονται. Τα προβλήματα του σοσιαλισμού εξετάζονται στο πέμπτο μέρος του παρόντος βιβλίου.
First: The teachings of catallactics do not refer to a definite epoch of history, but to all actions characterized by the two conditions private ownership of the means of production and division of labor. Whenever and wherever, in a society in which there is private owner ship of the means of production, people not only produce for the direct satisfaction of their own wants but also consume goods produced by other people, the theorems of catallactics are strictly valid.
Second: If apart from the market and outside of the market there is robbing and plundering, these facts are a datum for the market. The actors must take into account the fact that they are threatened by murderers and robbers. If killing and robbing become so prevalent that any production appears useless, it may finally happen that productive work ceases and mankind plunges into a state of war of every man against every other man.
Third: In order to seize booty, something to be plundered must be available. The heroes can only live if there are enough “bourgeois” to be expropriated. The existence of producers is a condition for the survival of conquerors. But the producers could do without the plunderers.
Fourth: There are, of course, other imaginable systems of a society based on the division of labor besides the capitalist system of private ownership of the means of production. Champions of militarism are consistent in asking for the establishment of socialism. The whole nation should be organized as a community of warriors in which the noncombatants have no other task than that of supplying the fighting forces with all they need. (The problems of socialism are dealt with in the fifth part of this book.)
Η οικονομική επιστήμη ασχολείται με τις πραγματικές πράξεις πραγματικών ανθρώπων. Τα θεωρήματά της δεν αναφέρονται ούτε σε ιδεατούς ούτε σε τέλειους ανθρώπους, ούτε στο φάντασμα ενός μυθικού οικονομικού ανθρώπου (homo oeconomicus) ούτε στη στατιστική έννοια ενός μέσου ανθρώπου (homme moyen). Ο άνθρωπος με όλες τις αδυναμίες και τους περιορισμούς του, κάθε άνθρωπος όπως πραγματικά ζει και δρα, αποτελεί το αντικείμενο της καταλλακτικής. Κάθε ανθρώπινη πράξη αποτελεί αντικείμενο της πραξεολογίας.
Economics deals with the real actions of real men. Its theorems refer neither to ideal nor to perfect men, neither to the phantom of a fabulous economic man (homo oeconomicus) nor to the statistical notion of an average man (homme moyen). Man with all his weaknesses and limitations, every man as he lives and acts, is the subject matter of catallactics. Every human action is a theme of praxeology.
Αντικείμενο της πραξεολογίας δεν είναι μόνο η μελέτη της κοινωνίας, των κοινωνικών σχέσεων και των μαζικών φαινομένων, αλλά η μελέτη όλων των ανθρώπινων πράξεων. Ο όρος «κοινωνικές επιστήμες» και όλες οι συνδηλώσεις του είναι, από αυτή την άποψη, παραπλανητικές.
The subject matter of praxeology is not only the study of society, societal relations, and mass phenomena, but the study of all human actions. The term “the social sciences” and all its connotations are in this regard misleading.
Δεν υπάρχει κανένα κριτήριο που θα μπορούσε να εφαρμόσει η επιστημονική έρευνα στην ανθρώπινη δράση πέρα από τους τελικούς σκοπούς που επιθυμεί να πραγματοποιήσει το δρων άτομο αναλαμβάνοντας μια συγκεκριμένη πράξη. Οι ίδιοι οι τελικοί σκοποί βρίσκονται πέρα και υπεράνω κάθε κριτικής. Κανείς δεν καλείται να καθορίσει τι θα μπορούσε να καταστήσει ευτυχισμένο έναν άλλο άνθρωπο. Εκείνο μόνο που μπορεί να αμφισβητήσει ένας αμερόληπτος παρατηρητής είναι αν τα μέσα που επιλέχθηκαν για την επίτευξη αυτών των τελικών σκοπών είναι ή δεν είναι κατάλληλα να επιφέρουν τα αποτελέσματα που επιδιώκει ο δρων άνθρωπος. Μόνο κατά την απάντηση αυτού του ερωτήματος είναι ελεύθερη η οικονομική επιστήμη να εκφράσει κρίση σχετικά με τις πράξεις ατόμων και ομάδων ατόμων ή σχετικά με τις πολιτικές κομμάτων, ομάδων πίεσης και κυβερνήσεων.
There is no yardstick that a scientific investigation can apply to human action other than that of the ultimate goals the acting individual wants to realize in embarking upon a definite action. The ultimate goals themselves are beyond and above any criticism. Nobody is called upon to establish what could make another man happy. What an unaffected observer can question is merely whether or not the means chosen for the attainment of these ultimate goals are fit to bring about the results sought by the actor. Only in answering this question is economics free to express an opinion about the actions of individuals and groups of individuals, or of the policies of parties, pressure groups, and governments.
Συνηθίζεται να συγκαλύπτεται η αυθαιρεσία των επιθέσεων εναντίον των αξιολογικών κρίσεων άλλων ανθρώπων με τη μετατροπή τους σε κριτική του καπιταλιστικού συστήματος ή της συμπεριφοράς των επιχειρηματιών. Η οικονομική επιστήμη είναι ουδέτερη απέναντι σε όλες αυτές τις διακηρύξεις.
It is customary to disguise the arbitrariness of the attacks launched against the value judgments of other people by converting them into a critique of the capitalist system or of the conduct of entrepreneurs. Economics is neutral with regard to all such statements.
Στον αυθαίρετο ισχυρισμό ότι «η ισορροπία μεταξύ της παραγωγής διαφορετικών αγαθών είναι ομολογουμένως ελαττωματική υπό τον καπιταλισμό»,6 ο οικονομολόγος δεν αντιτάσσει τον ισχυρισμό ότι αυτή η ισορροπία είναι άψογη. Εκείνο που υποστηρίζει ο οικονομολόγος είναι ότι, στην ανεμπόδιστη οικονομία της αγοράς, αυτή η ισορροπία συμφωνεί με τη συμπεριφορά των καταναλωτών, όπως αυτή εκδηλώνεται μέσω της δαπάνης των εισοδημάτων τους.7 Δεν αποτελεί έργο του οικονομολόγου να επικρίνει τους συνανθρώπους του και να χαρακτηρίζει ελαττωματικό το αποτέλεσμα των πράξεών τους.
To the arbitrary statement that “the balance between the production of different goods is admittedly faulty under capitalism,”[6] the economist does not oppose the statement that this balance is faultless. What the economist asserts is that in the unhampered market economy this balance is in agreement with the conduct of the consumers as displayed in the spending of their incomes.[7] It is not the task of the economist to censure his fellow men and to call the result of their actions faulty.
Η εναλλακτική λύση απέναντι στο σύστημα στο οποίο οι αξιολογικές κρίσεις των ατόμων έχουν πρωταρχική σημασία για τη διεξαγωγή των παραγωγικών διαδικασιών είναι η αυταρχική δικτατορία. Σε αυτή την περίπτωση αποφασίζουν αποκλειστικά οι αξιολογικές κρίσεις των δικτατόρων, μολονότι δεν είναι λιγότερο αυθαίρετες από εκείνες των άλλων ανθρώπων.
The alternative to the system in which the individual’s value judgments are paramount in the conduct of production processes is autocratic dictatorship. Then the value judgments of the dictators alone decide although they are not less arbitrary than those of other people.
Ο άνθρωπος ασφαλώς δεν είναι τέλειο ον. Η ανθρώπινη αδυναμία του αφήνει το αποτύπωμά της σε όλους τους ανθρώπινους θεσμούς και, συνεπώς, και στην οικονομία της αγοράς.
Man is certainly not a perfect being. His human weakness taints all human institutions and thus also the market economy.
Κάθε μεταβολή των δεδομένων της αγοράς ασκεί συγκεκριμένες επιδράσεις στην αγορά. Απαιτείται ορισμένο χρονικό διάστημα μέχρι να ολοκληρωθούν όλες αυτές οι επιδράσεις, δηλαδή μέχρι να προσαρμοστεί πλήρως η αγορά στη νέα κατάσταση πραγμάτων.
Every change in the market data has its definite effects upon the market. It takes a definite length of time before all these effects are consummated, i.e., before the market is completely adjusted to the new state of affairs.
Η καταλλακτική οφείλει να εξετάζει όλες τις συνειδητές και σκόπιμες αντιδράσεις των διαφόρων ατόμων στις μεταβολές των δεδομένων και όχι, βεβαίως, μόνο το τελικό αποτέλεσμα που επιφέρει στη διάρθρωση της αγοράς η αλληλεπίδραση αυτών των πράξεων. Ενδέχεται οι επιδράσεις μιας μεταβολής των δεδομένων να εξουδετερωθούν από τις επιδράσεις μιας άλλης μεταβολής που συντελείται, σε γενικές γραμμές, κατά τον ίδιο χρόνο και στην ίδια έκταση. Τότε, τελικά, δεν προκύπτει καμία σημαντική μεταβολή στις αγοραίες τιμές.
Ο στατιστικολόγος, ο οποίος ασχολείται αποκλειστικά με την παρατήρηση μαζικών φαινομένων και του αποτελέσματος του συνόλου των συναλλαγών της αγοράς, όπως αυτό εκδηλώνεται στις αγοραίες τιμές, παραβλέπει ότι η μη εμφάνιση μεταβολών στο ύψος των τιμών είναι απλώς συμπτωματική και δεν αποτελεί αποτέλεσμα της διατήρησης των δεδομένων και της απουσίας ειδικών ενεργειών προσαρμογής. Δεν αντιλαμβάνεται καμία κίνηση ούτε τις κοινωνικές συνέπειες τέτοιων κινήσεων. Ωστόσο, κάθε μεταβολή των δεδομένων ακολουθεί τη δική της πορεία, προκαλεί ορισμένες αντιδράσεις εκ μέρους των ατόμων που επηρεάζονται και διαταράσσει τη σχέση μεταξύ των διαφόρων μελών του συστήματος της αγοράς, ακόμη και αν τελικά δεν προκύψουν σημαντικές μεταβολές στις τιμές των διαφόρων αγαθών ούτε οποιαδήποτε μεταβολή στα αριθμητικά δεδομένα που αφορούν το συνολικό κεφάλαιο ολόκληρου του συστήματος της αγοράς.8
Catallactics has to deal with all the various individuals’ conscious and purposive reactions to the changes in the data and not, of course, merely with the final result brought about in the market structure by the interplay of these actions. It may happen that the effects of one change in the data are counteracted by the effects of another change occurring, by and large, at the same time and to the same extent. Then no considerable change in the market prices finally results. The statistician, exclusively preoccupied with the observation of mass phenomena and the outgrowth of the totality of market transactions as manifested in market prices, ignores the fact that the nonemergence of changes in the height of prices is merely accidental and not the outcome of a continuance in the data and the absence of specific adjustment activities. He fails to see any movement and the social consequences of such movements. Yet each change in the data has its own course, generates certain reactive responses on the part of the individuals affected and disturbs the relation between the various members of the market system even if eventually no considerable changes in the prices of the various goods and no changes at all in the figures concerning the total amount of capital in the whole market system result.[8]
Η οικονομική ιστορία μπορεί, ex post factum, να παράσχει αόριστες πληροφορίες σχετικά με τη διάρκεια των περιόδων προσαρμογής. Η μέθοδος απόκτησης τέτοιων πληροφοριών δεν είναι, βεβαίως, η μέτρηση αλλά η ιστορική κατανόηση. Στην πραγματικότητα, οι διάφορες διαδικασίες προσαρμογής δεν είναι απομονωμένες. Ένας απροσδιόριστος αριθμός τέτοιων διαδικασιών εκτυλίσσεται ταυτόχρονα, οι πορείες τους διασταυρώνονται και αλληλοεπηρεάζονται. Η αποσαφήνιση αυτού του περίπλοκου πλέγματος και η παρατήρηση της αλυσίδας πράξεων και αντιδράσεων που τίθεται σε κίνηση από μια συγκεκριμένη μεταβολή των δεδομένων αποτελούν δύσκολο έργο για την ιστορική κατανόηση, τα δε αποτελέσματά του είναι ως επί το πλείστον πενιχρά και αμφίβολα.
Economic history can give vague information ex post factum about the length of adjustment periods. The method of attaining such information is, of course, not measurement, but historical understanding. The various adjustment processes are in reality not isolated. Synchronously an indefinite number of them take their course, their paths intersect, and they mutually influence one another. To disentangle this intricate tissue and to observe the chain of actions and reactions set into motion by a definite change in the data is a difficult task for the historian’s understanding and the results are mostly meager and questionable.
Η κατανόηση της διάρκειας των περιόδων προσαρμογής αποτελεί επίσης το δυσκολότερο έργο για όσους επιδιώκουν να κατανοήσουν το μέλλον, δηλαδή για τους επιχειρηματίες. Ωστόσο, για την επιτυχία των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, η απλή πρόβλεψη της κατεύθυνσης προς την οποία θα αντιδράσει η αγορά σε ένα συγκεκριμένο γεγονός έχει μικρή σημασία, αν δεν συμπληρώνεται από επαρκή πρόβλεψη της διάρκειας των διαφόρων σχετικών περιόδων προσαρμογής. Τα περισσότερα σφάλματα που διαπράττουν οι επιχειρηματίες κατά τη διεξαγωγή των δραστηριοτήτων τους και τα περισσότερα λάθη που καθιστούν ελαττωματικές τις προβλέψεις των μελλοντικών επιχειρηματικών τάσεων από «ειδικούς» προγνώστες προκαλούνται από εσφαλμένες εκτιμήσεις σχετικά με τη διάρκεια των περιόδων προσαρμογής.
The understanding of the length of adjustment periods is also the most difficult task incumbent upon those eager to understand the future, the entrepreneurs. Yet for success in entrepreneurial activities, mere anticipation of the direction in which the market will react to a certain event is of little significance if it is not supplemented by an adequate anticipation of the length of the various adjustment periods involved. Most of the mistakes committed by entrepreneurs in the conduct of affairs and most of the blunders vitiating the prognoses of future business trends on the part of “expert” forecasters are caused by errors concerning the length of adjustment periods.
Κατά την εξέταση των επιδράσεων που προκαλούν οι μεταβολές των δεδομένων, συνηθίζεται να γίνεται διάκριση μεταξύ των χρονικά εγγύτερων και των χρονικά απώτερων επιδράσεων, δηλαδή μεταξύ των βραχυχρόνιων και των μακροχρόνιων επιδράσεων. Αυτή η διάκριση είναι πολύ παλαιότερη από την ορολογία με την οποία εκφράζεται σήμερα.
In dealing with effects brought about by changes in the data, it is customary to distinguish between the temporally nearer and the temporally remoter effects, viz., the short-run effects and the long run effects. This distinction is much older than the terminology in which it is expressed nowadays.
Για την ανακάλυψη των άμεσων, δηλαδή των βραχυχρόνιων, επιδράσεων που προκαλεί μια μεταβολή κάποιου δεδομένου δεν απαιτείται, κατά κανόνα, ενδελεχής έρευνα. Οι βραχυχρόνιες επιδράσεις είναι ως επί το πλείστον προφανείς και σπανίως διαφεύγουν της προσοχής ενός αφελούς παρατηρητή που δεν είναι εξοικειωμένος με διεξοδικές έρευνες. Εκείνο ακριβώς που εγκαινίασε τις οικονομικές μελέτες ήταν το γεγονός ότι ορισμένοι ιδιοφυείς άνθρωποι άρχισαν να υποψιάζονται ότι οι απώτερες συνέπειες ενός γεγονότος ενδέχεται να διαφέρουν από τις άμεσες επιδράσεις που είναι ορατές ακόμη και στον πλέον απλοϊκό μη ειδικό. Το κύριο επίτευγμα της οικονομικής επιστήμης υπήρξε η αποκάλυψη τέτοιων μακροχρόνιων επιδράσεων, οι οποίες μέχρι τότε δεν γίνονταν αντιληπτές από τον αμέτοχο παρατηρητή και παραβλέπονταν από τον πολιτικό.
In order to discover the immediate—the short-run—effects brought about by a change in a datum, there is as a rule no need to resort to a thorough investigation. The short-run effects are for the most part obvious and seldom escape the notice of a naive observer unfamiliar with searching investigations. What started economic studies was precisely the fact that some men of genius began to suspect that the remoter consequences of an event may differ from the immediate effects visible even to the most simple-minded layman. The main achievement of economics was the disclosure of such long-run effects hitherto unnoticed by the unaffected observer and neglected by the statesman.
Από τις εντυπωσιακές ανακαλύψεις τους, οι κλασικοί οικονομολόγοι συνήγαγαν έναν κανόνα πολιτικής πρακτικής. Οι κυβερνήσεις, οι πολιτικοί και τα πολιτικά κόμματα, υποστήριζαν, κατά τον σχεδιασμό και τη δράση τους πρέπει να λαμβάνουν υπόψη όχι μόνο τις βραχυχρόνιες αλλά και τις μακροχρόνιες συνέπειες των μέτρων τους. Η ορθότητα αυτού του συμπεράσματος είναι αναμφισβήτητη. Η δράση αποβλέπει στην αντικατάσταση μιας λιγότερο ικανοποιητικής κατάστασης πραγμάτων από μια περισσότερο ικανοποιητική. Το αν το αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης πράξης θα θεωρηθεί περισσότερο ή λιγότερο ικανοποιητικό εξαρτάται από την ορθή πρόβλεψη όλων των συνεπειών της, τόσο των βραχυχρόνιων όσο και των μακροχρόνιων.
From their startling discoveries the classical economists derived a rule for political practice. Governments, statesmen, and political parties, they argued, in planning and acting should consider not only the short-run consequences but also the long-run consequences of their measures. The correctness of this inference is incontestable and indisputable. Action aims at the substitution of a more satisfactory state of affairs for a less satisfactory. Whether or not the outcome of a definite action will be considered more or less satisfactory depends on a correct anticipation of all its consequences, both short run and long run.
Ορισμένοι επικρίνουν την οικονομική επιστήμη για υποτιθέμενη παραμέληση των βραχυχρόνιων επιδράσεων και για υποτιθέμενη προτίμηση προς τη μελέτη των μακροχρόνιων επιδράσεων. Η μομφή αυτή είναι παράλογη. Η οικονομική επιστήμη δεν διαθέτει άλλο μέσο για να εξετάσει τα αποτελέσματα μιας μεταβολής των δεδομένων από το να αρχίσει με τις άμεσες συνέπειές της και να αναλύσει, βήμα προς βήμα, προχωρώντας από την πρώτη αντίδραση προς τις απώτερες αντιδράσεις, όλες τις επακόλουθες συνέπειες, μέχρι να φθάσει τελικά στις έσχατες συνέπειές της. Η μακροχρόνια ανάλυση περιλαμβάνει πάντοτε και κατ’ ανάγκην πλήρως τη βραχυχρόνια ανάλυση.
Some people criticize economics for alleged neglect of the short run effects and for alleged preference given to the study of the long run effects. The reproach is nonsensical. Economics has no means of scrutinizing the results of a change in the data other than to start with its immediate consequences and to analyze, step by step, proceeding from the first reaction to the remoter reactions, all the sub sequent consequences, until it finally arrives at its ultimate consequences. The long-run analysis necessarily always fully includes the short-run analysis.
Είναι εύκολο να κατανοηθεί γιατί ορισμένα άτομα, κόμματα και ομάδες πίεσης επιθυμούν να προπαγανδίζουν την αποκλειστική κυριαρχία της αρχής της βραχυχρόνιας θεώρησης. Η πολιτική, λένε, δεν πρέπει ποτέ να ασχολείται με τις μακροχρόνιες επιδράσεις ενός μέτρου και δεν πρέπει ποτέ να απέχει από την εφαρμογή ενός μέτρου από το οποίο αναμένονται βραχυχρόνια οφέλη, μόνο και μόνο επειδή οι μακροχρόνιες επιδράσεις του είναι επιζήμιες. Σημασία έχουν μόνο οι βραχυχρόνιες επιδράσεις· «μακροχρόνια, θα είμαστε όλοι νεκροί».
Το μόνο που έχει να απαντήσει η οικονομική επιστήμη σε αυτούς τους παθιασμένους επικριτές είναι ότι κάθε απόφαση πρέπει να βασίζεται σε προσεκτική στάθμιση όλων των συνεπειών της, τόσο των βραχυχρόνιων όσο και των μακροχρόνιων. Υπάρχουν ασφαλώς, τόσο στις πράξεις των ατόμων όσο και στη διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων, καταστάσεις στις οποίες οι δρώντες μπορεί να έχουν βάσιμους λόγους να αποδεχθούν ακόμη και πολύ ανεπιθύμητες μακροχρόνιες επιδράσεις, προκειμένου να αποφύγουν βραχυχρόνιες συνθήκες που θεωρούν ακόμη πιο ανεπιθύμητες. Μερικές φορές μπορεί να είναι σκόπιμο ένας άνθρωπος να θερμάνει τη σόμπα καίγοντας τα έπιπλά του. Αν, όμως, το πράξει, πρέπει να γνωρίζει ποιες θα είναι οι απώτερες συνέπειες. Δεν πρέπει να αυταπατάται πιστεύοντας ότι ανακάλυψε μια θαυμαστή νέα μέθοδο θέρμανσης της κατοικίας του.
It is easy to understand why certain individuals, parties, and pressure groups are eager to propagate the exclusive sway of the short-run principle. Politics, they say, should never be concerned about the long-run effects of a device and should never abstain from resorting to a measure from which benefits are expected in the short run merely because its long-run effects are detrimental. What counts is only the short-run effects; “in the long run we shall all be dead.” All that economics has to answer to these passionate critics is that every decision should be based on a careful weighing of all its consequences, both those in the short run and those in the long run. There are certainly, both in the actions of individuals and in the conduct of public affairs, situations in which the actors may have good reasons to put up even with very undesirable long-run effects in order to avoid what they consider still more undesirable short-run conditions. It may sometimes be expedient for a man to heat the stove with his furniture. But if he does, he should know what the remoter effects will be. He should not delude himself by believing that he has discovered a wonderful new method of heating his premises.
Αυτό είναι όλο όσα αντιτάσσει η οικονομική επιστήμη στη μανία της αρχής της βραχυχρόνιας θεώρησης —σε αυτή την αναβίωση της περιβόητης φράσης της Madame de Pompadour, après nous le déluge, «μετά από εμάς ο κατακλυσμός»— η οποία διαδραμάτισε τόσο σημαντικό ρόλο στη σοβαρότερη κρίση του δυτικού πολιτισμού. Θα πρέπει να καταδείξει πόσο ευπρόσδεκτο υπήρξε αυτό το σύνθημα για τις κυβερνήσεις και τα κόμματα των οποίων οι πολιτικές απέβλεπαν στην ανάλωση του πνευματικού και υλικού κεφαλαίου που είχαν κληρονομήσει από τις προηγούμενες γενεές.
That is all that economics need oppose to the frenzy of the short run apostles. History, one day, will have to say much more. It will have to establish the role that the recommendation of the short-run principle—this revival of Madame de Pompadour’s notorious phrase après nous le déluge —played in the most serious crisis of Western civilization. It will have to show how welcome this slogan was to governments and parties whose policies aimed at the consumption of the spiritual and material capital inherited from earlier generations.
6. Τα όρια των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας και τα προβλήματα του εξωτερικού κόστους και των εξωτερικών οικονομιών
↗ στη σελίδα του βιβλίου6. The Limits of Property Rights and the Problems of External Costs and External Economies
Τα δικαιώματα ιδιοκτησίας, όπως οριοθετούνται από τους νόμους και προστατεύονται από τα δικαστήρια και την αστυνομία, αποτελούν προϊόν μιας εξέλιξης που διήρκεσε αιώνες. Η ιστορία αυτών των αιώνων είναι το χρονικό αγώνων που απέβλεπαν στην κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Επανειλημμένως, δεσπότες και λαϊκά κινήματα επιχείρησαν να περιορίσουν τα δικαιώματα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας ή να την καταργήσουν εντελώς. Είναι αληθές ότι αυτές οι προσπάθειες απέτυχαν. Άφησαν, όμως, τα ίχνη τους στις αντιλήψεις που καθορίζουν τη νομική μορφή και τον ορισμό της ιδιοκτησίας. Οι νομικές έννοιες της ιδιοκτησίας δεν λαμβάνουν πλήρως υπόψη την κοινωνική λειτουργία της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Υπάρχουν ορισμένες ανεπάρκειες και ασυνέπειες που αντανακλώνται στον καθορισμό των φαινομένων της αγοράς.
Property rights as they are circumscribed by laws and protected by courts and the police, are the outgrowth of an age-long evolution. The history of these ages is the record of struggles aiming at the abolition of private property. Again and again despots and popular movements have tried to restrict the rights of private property or to abolish it altogether. These endeavors, it is true, failed. But they have left traces in the ideas determining the legal form and definition of property. The legal concepts of property do not fully take account of the social function of private property. There are certain inadequacies and incongruities which are reflected in the determination of the market phenomena.
Αν εφαρμοζόταν με συνέπεια, το δικαίωμα ιδιοκτησίας θα παρείχε στον ιδιοκτήτη, αφενός, το δικαίωμα να αξιώνει όλα τα οφέλη που ενδέχεται να δημιουργήσει η χρησιμοποίηση του αγαθού και, αφετέρου, θα τον επιβάρυνε με όλα τα μειονεκτήματα που απορρέουν από τη χρησιμοποίησή του. Τότε, μόνο ο ιδιοκτήτης θα έφερε την πλήρη ευθύνη για το αποτέλεσμα. Κατά τη διαχείριση της ιδιοκτησίας του, θα λάμβανε υπόψη όλα τα αναμενόμενα αποτελέσματα της πράξης του, τόσο εκείνα που θεωρούνται ευνοϊκά όσο και εκείνα που θεωρούνται δυσμενή.
Αν, όμως, ορισμένες από τις συνέπειες της πράξης του βρίσκονται έξω από τη σφαίρα των ωφελειών που δικαιούται να αποκομίσει και των επιβαρύνσεων που καταλογίζονται σε αυτόν, δεν θα ασχοληθεί κατά τον σχεδιασμό του με όλες τις επιδράσεις της πράξης του. Θα παραβλέψει τα οφέλη που δεν αυξάνουν τη δική του ικανοποίηση και τα κόστη που δεν τον επιβαρύνουν. Η συμπεριφορά του θα αποκλίνει από την πορεία που θα ακολουθούσε αν οι νόμοι ήταν καλύτερα προσαρμοσμένοι στους οικονομικούς σκοπούς της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Θα αναλάβει ορισμένα σχέδια αποκλειστικά και μόνο επειδή οι νόμοι τον απαλλάσσουν από την ευθύνη για μέρος του προκαλούμενου κόστους. Θα απέχει από άλλα σχέδια απλώς και μόνο επειδή οι νόμοι δεν του επιτρέπουν να αποκομίσει όλα τα οφέλη που μπορούν να προκύψουν από αυτά.
Carried through consistently, the right of property would entitle the proprietor to claim all the advantages which the good’s employment may generate on the one hand and would burden him with all the disadvantages resulting from its employment on the other hand. Then the proprietor alone would be fully responsible for the outcome. In dealing with his property he would take into account all the expected results of his action, those considered favorable as well as those considered unfavorable. But if some of the consequences of his action are outside of the sphere of the benefits he is entitled to reap and of the drawbacks that are put to his debit, he will not bother in his planning about all the effects of his action. He will disregard those benefits which do not increase his own satisfaction and those costs which do not burden him. His conduct will deviate from the line which it would have followed if the laws were better adjusted to the economic objectives of private ownership. He will embark upon certain projects only because the laws release him from responsibility for some of the costs incurred. He will abstain from other projects merely because the laws prevent him from harvesting all the advantages derivable.
Οι νόμοι σχετικά με την ευθύνη και την αποζημίωση για προκληθείσες ζημίες υπήρξαν, και από ορισμένες απόψεις εξακολουθούν να είναι, ελλιπείς. Σε γενικές γραμμές, γίνεται αποδεκτή η αρχή ότι κάθε άνθρωπος ευθύνεται για τις ζημίες που προκάλεσαν οι πράξεις του σε άλλους ανθρώπους. Παρέμειναν, όμως, κενά τα οποία οι νομοθέτες άργησαν να καλύψουν. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτή η καθυστέρηση ήταν σκόπιμη, επειδή οι ατέλειες συμφωνούσαν με τα σχέδια των αρχών.
Όταν, στο παρελθόν, σε πολλές χώρες οι ιδιοκτήτες εργοστασίων και σιδηροδρόμων δεν θεωρούνταν υπεύθυνοι για τις ζημίες που προκαλούσε η λειτουργία των επιχειρήσεών τους στην περιουσία και στην υγεία των περιοίκων, των πελατών, των εργαζομένων και άλλων ανθρώπων, μέσω του καπνού, της αιθάλης, του θορύβου, της ρύπανσης των υδάτων και των ατυχημάτων που προκαλούνταν από ελαττωματικό ή ακατάλληλο εξοπλισμό, επικρατούσε η αντίληψη ότι δεν έπρεπε να υπονομεύονται η πρόοδος της εκβιομηχάνισης και η ανάπτυξη των μεταφορικών υποδομών. Οι ίδιες θεωρίες που παρακινούσαν —και εξακολουθούν να παρακινούν— πολλές κυβερνήσεις να ενθαρρύνουν τις επενδύσεις σε εργοστάσια και σιδηροδρόμους μέσω επιδοτήσεων, φορολογικών απαλλαγών, δασμών και φθηνών πιστώσεων συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας έννομης κατάστασης στην οποία η ευθύνη αυτών των επιχειρήσεων περιοριζόταν είτε τυπικά είτε στην πράξη.
Αργότερα, σε πολλές χώρες άρχισε να επικρατεί η αντίθετη τάση και η ευθύνη των βιομηχανικών επιχειρήσεων και των σιδηροδρόμων αυξήθηκε σε σύγκριση με εκείνη άλλων πολιτών και επιχειρήσεων. Και σε αυτή την περίπτωση βρίσκονταν σε λειτουργία συγκεκριμένοι πολιτικοί σκοποί. Οι νομοθέτες επιθυμούσαν να προστατεύσουν τους φτωχούς, τους μισθωτούς και τους αγρότες απέναντι στους εύπορους επιχειρηματίες και κεφαλαιούχους.
The laws concerning liability and indemnification for damages caused were and still are in some respects deficient. By and large the principle is accepted that everybody is liable to damages which his actions have inflicted upon other people. But there were loopholes left which the legislators were slow to fill. In some cases this tardiness was intentional because the imperfections agreed with the plans of the authorities. When in the past in many countries the owners of factories and railroads were not held liable for the damages which the conduct of their enterprises inflicted on the property and health of neighbors, patrons, employees, and other people through smoke, soot, noise, water pollution, and accidents caused by defective or inappropriate equipment, the idea was that one should not undermine the progress of industrialization and the development of transportation facilities. The same doctrines which prompted and still are prompting many governments to encourage investment in factories and railroads through subsidies, tax exemption, tariffs, and cheap credit were at work in the emergence of a legal state of affairs in which the liability of such enterprises was either formally or practically abated. Later again the opposite tendency began to prevail in many countries and the liability of manufacturers and railroads was increased as against that of other citizens and firms. Here again definite political objectives were operative. Legislators wished to protect the poor, the wage earners, and the peasants against the wealthy entrepreneurs and capitalists.
Είτε η απαλλαγή του ιδιοκτήτη από την ευθύνη για ορισμένα από τα μειονεκτήματα που απορρέουν από τον τρόπο διαχείρισης των υποθέσεών του αποτελεί αποτέλεσμα σκόπιμης πολιτικής των κυβερνήσεων και των νομοθετών είτε ακούσια συνέπεια της παραδοσιακής λειτουργίας των νόμων, αποτελεί σε κάθε περίπτωση ένα δεδομένο το οποίο πρέπει να λαμβάνουν υπόψη οι δρώντες άνθρωποι. Βρίσκονται αντιμέτωποι με το πρόβλημα του εξωτερικού κόστους. Ορισμένοι άνθρωποι επιλέγουν τότε συγκεκριμένους τρόπους ικανοποίησης των αναγκών τους αποκλειστικά και μόνο επειδή ένα μέρος του προκαλούμενου κόστους δεν καταλογίζεται στους ίδιους αλλά σε άλλους ανθρώπους.
Whether the proprietor’s relief from responsibility for some of the disadvantages resulting from his conduct of affairs is the outcome of a deliberate policy on the part of governments and legislators or whether it is an unintentional effect of the traditional wording of laws, it is at any rate a datum which the actors must take into account. They are faced with the problem of external costs. Then some people choose certain modes of wantsatisfaction merely on account of the fact that a part of the costs incurred are debited not to them but to other people.
Η ακραία περίπτωση παρέχεται από την περίπτωση της αδέσποτης ιδιοκτησίας, στην οποία έγινε προηγουμένως αναφορά.9 Αν η γη δεν ανήκει σε κανέναν, ακόμη και αν ο νομικός φορμαλισμός την αποκαλεί δημόσια περιουσία, χρησιμοποιείται χωρίς να λαμβάνονται καθόλου υπόψη τα μειονεκτήματα που προκύπτουν. Όσοι είναι σε θέση να ιδιοποιηθούν τις αποδόσεις —την ξυλεία και τα θηράματα των δασών, τα ψάρια των υδάτινων εκτάσεων και τα ορυκτά κοιτάσματα του υπεδάφους— δεν ενδιαφέρονται για τις μεταγενέστερες επιδράσεις του τρόπου εκμετάλλευσής τους. Για εκείνους, η διάβρωση του εδάφους, η εξάντληση των εξαντλήσιμων πόρων και οι άλλες επιβαρύνσεις της μελλοντικής χρησιμοποίησης αποτελούν εξωτερικό κόστος, το οποίο δεν υπεισέρχεται στον υπολογισμό των εισροών και των εκροών τους. Κόβουν τα δέντρα χωρίς να ενδιαφέρονται καθόλου για τους νέους βλαστούς ή την αναδάσωση. Κατά το κυνήγι και την αλιεία δεν διστάζουν να χρησιμοποιούν μεθόδους που εμποδίζουν την ανανέωση του πληθυσμού των κυνηγότοπων και των αλιευτικών περιοχών.
Κατά τις πρώτες περιόδους του ανθρώπινου πολιτισμού, όταν εξακολουθούσε να υπάρχει άφθονο έδαφος ποιότητας όχι κατώτερης από εκείνη των χρησιμοποιούμενων τεμαχίων, οι άνθρωποι δεν έβρισκαν κανένα σφάλμα σε τέτοιες ληστρικές μεθόδους. Όταν τα αποτελέσματά τους εκδηλώνονταν με μείωση των καθαρών αποδόσεων, ο γεωργός εγκατέλειπε το αγρόκτημά του και μετακινούνταν σε άλλον τόπο. Μόνο όταν μια χώρα κατοικήθηκε πυκνότερα και δεν υπήρχε πλέον ακατοίκητη γη πρώτης ποιότητας διαθέσιμη προς ιδιοποίηση άρχισαν οι άνθρωποι να θεωρούν σπάταλες αυτές τις ληστρικές μεθόδους. Τότε εδραίωσαν τον θεσμό της ιδιωτικής ιδιοκτησίας στη γη. Άρχισαν με την καλλιεργήσιμη γη και, σταδιακά, συμπεριέλαβαν τους βοσκότοπους, τα δάση και τις αλιευτικές περιοχές.
Οι νεοεγκατεστημένες υπερπόντιες αποικιακές χώρες, ιδίως οι αχανείς εκτάσεις των Ηνωμένων Πολιτειών, των οποίων οι θαυμαστές γεωργικές δυνατότητες ήταν σχεδόν αναξιοποίητες όταν έφθασαν οι πρώτοι άποικοι από την Ευρώπη, πέρασαν από τα ίδια στάδια. Μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες του δέκατου ένατου αιώνα υπήρχε πάντοτε μια γεωγραφική ζώνη ανοικτή στους νεοφερμένους —η μεθόριος. Ούτε η ύπαρξη της μεθορίου ούτε η εξαφάνισή της ήταν ιδιαιτερότητα της Αμερικής. Εκείνο που χαρακτηρίζει τις αμερικανικές συνθήκες είναι το γεγονός ότι, κατά τον χρόνο εξαφάνισης της μεθορίου, ιδεολογικοί και θεσμικοί παράγοντες παρεμπόδιζαν την προσαρμογή των μεθόδων χρησιμοποίησης της γης στη μεταβολή των δεδομένων.
The extreme instance is provided by the case of no-man’s property referred to above.[9] If land is not owned by anybody, although legal formalism may call it public property, it is utilized without any regard to the disadvantages resulting. Those who are in a position to appropriate to themselves the returns—lumber and game of the forests, fish of the water areas, and mineral deposits of the subsoil—do not bother about the later effects of their mode of exploitation. For them the erosion of the soil, the depletion of the exhaustible resources and other impairments of the future utilization are external costs not entering into their calculation of input and output. They cut down the trees without any regard for fresh shoots or reforestation. In hunting and fishing they do not shrink from methods preventing the re population of the hunting and fishing grounds. In the early days of human civilization, when soil of a quality not inferior to that of the utilized pieces was still abundant, people did not find any fault with such predatory methods. When their effects appeared in a decrease in the net returns, the ploughman abandoned his farm and moved to another place. It was only when a country was more densely settled and unoccupied first class land was no longer available for appropriation, that people began to consider such predatory methods wasteful. At that time they consolidated the institution of private property in land. They started with arable land and then, step by step, included pastures, forests, and fisheries. The newly settled colonial countries overseas, especially the vast spaces of the United States, whose marvelous agricultural potentialities were almost untouched when the first colonists from Europe arrived, passed through the same stages. Until the last decades of the nineteenth century there was always a geographic zone open to newcomers—the frontier. Neither the existence of the frontier nor its passing was peculiar to America. What characterizes American conditions is the fact that at the time the frontier disappeared ideological and institutional factors impeded the adjustment of the methods of land utilization to the change in the data.
Στις κεντρικές και δυτικές περιοχές της ηπειρωτικής Ευρώπης, όπου ο θεσμός της ιδιωτικής ιδιοκτησίας είχε εδραιωθεί σταθερά επί πολλούς αιώνες, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Δεν ετίθετο ζήτημα διάβρωσης προηγουμένως καλλιεργούμενων εδαφών. Δεν υπήρχε πρόβλημα καταστροφής των δασών, παρά το γεγονός ότι τα εγχώρια δάση αποτελούσαν επί αιώνες τη μοναδική πηγή ξυλείας για τις οικοδομές και τα ορυχεία, καθώς και καυσίμων για τη θέρμανση, τα χυτήρια, τις καμίνους, τα εργαστήρια κεραμικής και τα υαλουργεία. Οι ιδιοκτήτες των δασών ωθούνταν στη διατήρησή τους από το ίδιο τους το συμφέρον. Στις πυκνοκατοικημένες και περισσότερο εκβιομηχανισμένες περιοχές, μέχρι πριν από λίγα χρόνια, από το ένα πέμπτο έως το ένα τρίτο της επιφάνειας εξακολουθούσε να καλύπτεται από δάση πρώτης ποιότητας, τα οποία τελούσαν υπό διαχείριση σύμφωνα με τις μεθόδους της επιστημονικής δασοκομίας.10
In the central and western areas of continental Europe, where the institution of private property had been rigidly established for many centuries, things were different. There was no question of soil erosion of formerly cultivated land. There was no problem of forest devastation in spite of the fact that the domestic forests had been for ages the only source of lumber for construction and mining and of fuel for heating and for the foundries and furnaces, the potteries and the glass factories. The owners of the forests were impelled to conservation by their own selfish interests. In the most densely inhabited and industrialized areas up to a few years ago between a fifth and a third of the surface was still covered by first-class forests managed according to the methods of scientific forestry.[10]
Δεν αποτελεί έργο της καταλλακτικής θεωρίας να εκθέσει λεπτομερώς τους σύνθετους παράγοντες που διαμόρφωσαν τις σύγχρονες συνθήκες έγγειας ιδιοκτησίας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Όποιοι και αν ήταν αυτοί οι παράγοντες, δημιούργησαν μια κατάσταση στην οποία πολλοί αγρότες και επιχειρήσεις υλοτομίας είχαν λόγους να θεωρούν τα μειονεκτήματα που απέρρεαν από την παραμέληση της διατήρησης του εδάφους και των δασών ως εξωτερικό κόστος.11
It is not the task of catallactic theory to elaborate an account of the complex factors that produced modern American land-ownership conditions. Whatever these factors were, they brought about a state of affairs under which a great many farmers and the majority of the lumbering enterprises had reason to consider the disadvantages resulting from the neglect of soil and forest conservation as external costs.[11]
Είναι αληθές ότι, όταν σημαντικό μέρος του προκαλούμενου κόστους αποτελεί εξωτερικό κόστος από τη σκοπιά των δρώντων ατόμων ή επιχειρήσεων, ο οικονομικός υπολογισμός τους είναι εμφανώς ελαττωματικός και τα αποτελέσματά του παραπλανητικά. Αυτό, όμως, δεν είναι αποτέλεσμα υποτιθέμενων ανεπαρκειών που ενυπάρχουν στο σύστημα ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Αντιθέτως, είναι συνέπεια των κενών που έχουν απομείνει σε αυτό το σύστημα. Θα μπορούσε να εξαλειφθεί μέσω της μεταρρύθμισης των νόμων σχετικά με την ευθύνη για προκληθείσες ζημίες και μέσω της κατάργησης των θεσμικών εμποδίων που παρεμποδίζουν την πλήρη λειτουργία της ιδιωτικής ιδιοκτησίας.
It is true that where a considerable part of the costs incurred are external costs from the point of view of the acting individuals or firms, the economic calculation established by them is manifestly defective and their results deceptive. But this is not the outcome of alleged deficiencies inherent in the system of private ownership of the means of production. It is on the contrary a consequence of loop holes left in this system. It could be removed by a reform of the laws concerning liability for damages inflicted and by rescinding the institutional barriers preventing the full operation of private owner ship.
Η περίπτωση των εξωτερικών οικονομιών δεν αποτελεί απλώς την αντίστροφη περίπτωση του εξωτερικού κόστους. Διαθέτει δικό της πεδίο και ιδιαίτερο χαρακτήρα. Αν τα αποτελέσματα της πράξης ενός δρώντος ανθρώπου ωφελούν όχι μόνο τον ίδιο αλλά και άλλους ανθρώπους, υπάρχουν δύο ενδεχόμενα:
The case of external economies is not simply the inversion of the case of external costs. It has its own domain and character.
If the results of an actor’s action benefit not only himself, but also other people, two alternatives are possible:
- Ο δρων άνθρωπος που καταστρώνει το σχέδιο θεωρεί τόσο σημαντικά τα οφέλη που αναμένει για τον εαυτό του, ώστε είναι διατεθειμένος να καλύψει όλες τις απαιτούμενες δαπάνες. Το γεγονός ότι το σχέδιό του ωφελεί και άλλους ανθρώπους δεν θα τον εμποδίσει να πραγματοποιήσει εκείνο που προάγει τη δική του ευημερία. Όταν μια σιδηροδρομική εταιρεία κατασκευάζει αναχώματα για να προστατεύσει τις γραμμές της από χιονοστιβάδες και κατολισθήσεις χιονιού, προστατεύει επίσης τις κατοικίες των παρακείμενων εκτάσεων. Τα οφέλη, όμως, που θα αποκομίσουν οι γείτονές της δεν θα εμποδίσουν την εταιρεία να αναλάβει μια δαπάνη την οποία θεωρεί σκόπιμη.
- Οι δαπάνες ενός σχεδίου είναι τόσο μεγάλες, ώστε κανείς από εκείνους που θα ωφεληθούν από αυτό δεν είναι διατεθειμένος να τις αναλάβει στο σύνολό τους. Το σχέδιο μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο αν επαρκής αριθμός των ενδιαφερομένων συμμετάσχει στις δαπάνες.
1. The planning actor considers the advantages which he expects for himself so important that he is prepared to defray all the costs required. The fact that his project also benefits other people will not prevent him from accomplishing what promotes his own well-being. When a railroad company erects dikes to protect its tracks against snowslides and avalanches, it also protects the houses on adjacent grounds. But the benefits which its neighbors will derive will not hinder the company from embarking upon an expenditure that it deems expedient.
2. The costs incurred by a project are so great that none of those whom it will benefit is ready to expend them in full. The project can be realized only if a sufficient number of those interested in it share in the costs.
Δεν θα ήταν σχεδόν αναγκαίο να ειπωθούν περισσότερα σχετικά με τις εξωτερικές οικονομίες, αν το φαινόμενο αυτό δεν παρερμηνευόταν πλήρως στη σύγχρονη ψευδοοικονομική βιβλιογραφία.
It would hardly be necessary to say more about external economies if it were not for the fact that this phenomenon is entirely misinterpreted in current pseudo-economic literature.
Ένα σχέδιο P είναι μη επικερδές όταν και επειδή οι καταναλωτές προτιμούν την ικανοποίηση που αναμένουν από την πραγματοποίηση ορισμένων άλλων σχεδίων από την ικανοποίηση που αναμένουν από την πραγματοποίηση του P. Η πραγματοποίηση του P θα απέσυρε κεφάλαιο και εργασία από την πραγματοποίηση ορισμένων άλλων σχεδίων, για τα οποία η ζήτηση των καταναλωτών είναι περισσότερο επείγουσα. Ο μη ειδικός και ο ψευδοοικονομολόγος αδυνατούν να αναγνωρίσουν αυτό το γεγονός. Αρνούνται πεισματικά να αντιληφθούν τη σπανιότητα των συντελεστών παραγωγής. Κατά την άποψή τους, το P θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς κανένα απολύτως κόστος, δηλαδή χωρίς να χρειαστεί να εγκαταλειφθεί οποιαδήποτε άλλη ικανοποίηση. Μόνο η φαυλότητα του συστήματος του κέρδους εμποδίζει το έθνος να απολαμβάνει δωρεάν τις ικανοποιήσεις που αναμένονται από το P.
A project P is unprofitable when and because consumers prefer the satisfaction expected from the realization of some other projects to the satisfaction expected from the realization of P. The realization of P would withdraw capital and labor from the realization of some other projects for which the demand of the consumers is more urgent. The layman and the pseudo-economist fail to recognize this fact. They stubbornly refuse to notice the scarcity of the factors of production. As they see it, P could be realized without any cost at all, i.e., without foregoing any other satisfaction. It is merely the wantonness of the profit system that prevents the nation from enjoying gratuitously the pleasures expected from P.
Αυτοί οι κοντόφθαλμοι επικριτές συνεχίζουν λέγοντας ότι ο παραλογισμός του συστήματος του κέρδους γίνεται ιδιαίτερα εξοργιστικός όταν η έλλειψη αποδοτικότητας του P οφείλεται απλώς στο γεγονός ότι οι υπολογισμοί του επιχειρηματία παραβλέπουν εκείνα τα οφέλη του P τα οποία, από τη δική του σκοπιά, αποτελούν εξωτερικές οικονομίες. Από τη σκοπιά του κοινωνικού συνόλου, υποστηρίζουν, αυτά τα οφέλη δεν είναι εξωτερικά. Ωφελούν τουλάχιστον ορισμένα μέλη της κοινωνίας και θα αύξαναν τη «συνολική ευημερία». Επομένως, η μη πραγματοποίηση του P αποτελεί απώλεια για την κοινωνία.
Επειδή οι επιχειρήσεις που επιδιώκουν το κέρδος, αφοσιωμένες ολοκληρωτικά στην ιδιοτέλεια, αρνούνται να αναλάβουν τέτοια μη επικερδή σχέδια, αποτελεί καθήκον της κυβέρνησης να καλύψει το κενό. Η κυβέρνηση πρέπει είτε να τα λειτουργήσει ως δημόσιες επιχειρήσεις είτε να τα επιδοτήσει, ώστε να τα καταστήσει ελκυστικά για τον ιδιώτη επιχειρηματία και επενδυτή. Οι επιδοτήσεις μπορούν να χορηγηθούν είτε άμεσα, μέσω χρηματικών παροχών από δημόσιους πόρους, είτε έμμεσα, μέσω δασμών, την επιβάρυνση των οποίων επωμίζονται οι αγοραστές των προϊόντων.
Now, these short-sighted critics go on to say, the absurdity of the profit system becomes especially outrageous if the unprofitability of P is merely due to the fact that the entrepreneur’s calculations neglect those advantages of P which for them are external economies. From the point of view of the whole of society such advantages are not external. They benefit at least some members of society and would increase “total welfare.” The nonrealization of P is therefore a loss for society. As profit-seeking business, entirely committed to selfishness, declines to embark upon such unprofitable projects, it is the duty of government to fill the gap. Government should either run them as public enterprises or it should subsidize them in order to make them attractive for the private entrepreneur and investor. The subsidies may be granted either directly by money grants from public funds or indirectly by means of tariffs the incidence of which falls upon the buyers of the products.
Ωστόσο, τα μέσα που χρειάζεται μια κυβέρνηση για να λειτουργήσει μια μονάδα με ζημία ή για να επιδοτήσει ένα μη επικερδές σχέδιο πρέπει να αφαιρεθούν είτε από την αγοραστική και επενδυτική δύναμη των φορολογουμένων είτε από την πιστωτική αγορά. Η κυβέρνηση δεν έχει μεγαλύτερη ικανότητα από τα άτομα να δημιουργεί κάτι από το τίποτε. Ό,τι περισσότερο δαπανά η κυβέρνηση, τόσο λιγότερο δαπανά το κοινό. Τα δημόσια έργα δεν πραγματοποιούνται με τη θαυματουργή δύναμη κάποιου μαγικού ραβδιού. Χρηματοδοτούνται με πόρους που αφαιρούνται από τους πολίτες.
Αν η κυβέρνηση δεν είχε παρέμβει, οι πολίτες θα χρησιμοποιούσαν αυτούς τους πόρους για την πραγματοποίηση σχεδίων που υπόσχονταν κέρδος, την πραγματοποίηση των οποίων πρέπει τώρα να εγκαταλείψουν, επειδή τα μέσα τους περιορίστηκαν από την κυβέρνηση. Για κάθε μη επικερδές σχέδιο που πραγματοποιείται με τη βοήθεια της κυβέρνησης υπάρχει ένα αντίστοιχο σχέδιο η πραγματοποίηση του οποίου παραμελείται αποκλειστικά εξαιτίας της κυβερνητικής παρέμβασης. Ωστόσο, αυτό το μη πραγματοποιηθέν σχέδιο θα ήταν επικερδές, δηλαδή θα χρησιμοποιούσε τα σπάνια μέσα παραγωγής σύμφωνα με τις πιο επείγουσες ανάγκες των καταναλωτών.
Από τη σκοπιά των καταναλωτών, η χρησιμοποίηση αυτών των μέσων παραγωγής για την πραγματοποίηση ενός μη επικερδούς σχεδίου είναι σπάταλη. Τους στερεί ικανοποιήσεις τις οποίες προτιμούν από εκείνες που μπορεί να τους προσφέρει το σχέδιο που χρηματοδοτείται από την κυβέρνηση.
However, the means which a government needs in order to run a plant at a loss or to subsidize an unprofitable project must be withdrawn either from the taxpayers’ spending and investing power or from the loan market. The government has no more ability than individuals to create something out of nothing. What the government spends more, the public spends less. Public works are not accomplished by the miraculous power of a magic wand. They are paid for by funds taken away from the citizens. If the government had not interfered, the citizens would have employed them for the realization of profit promising projects the realization of which they must omit because their means have been curtailed by the government. For every unprofitable project that is realized by the aid of the government there is a corresponding project the realization of which is neglected merely on account of the government’s intervention. Yet this nonrealized project would have been profitable, i.e., it would have employed the scarce means of production in accordance with the most urgent needs of the consumers. From the point of view of the consumers the employment of these means of production for the realization of an unprofitable project is wasteful. It deprives them of satisfactions which they prefer to those which the government-sponsored project can furnish them.
Οι εύπιστες μάζες, οι οποίες δεν μπορούν να δουν πέρα από το άμεσο πεδίο της φυσικής τους όρασης, ενθουσιάζονται από τα θαυμαστά επιτεύγματα των κυβερνητών τους. Αδυνατούν να αντιληφθούν ότι οι ίδιες πληρώνουν τον λογαριασμό και, κατά συνέπεια, πρέπει να παραιτηθούν από πολλές ικανοποιήσεις τις οποίες θα είχαν απολαύσει αν η κυβέρνηση είχε δαπανήσει λιγότερα σε μη επικερδή σχέδια. Δεν διαθέτουν τη φαντασία που απαιτείται για να συλλάβουν τις δυνατότητες τις οποίες η κυβέρνηση δεν επέτρεψε να πραγματοποιηθούν.12
The gullible masses who cannot see beyond the immediate range of their physical eyes are enraptured by the marvelous accomplishments of their rulers. They fail to see that they themselves foot the bill and must consequently renounce many satisfactions which they would have enjoyed if the government had spent less for unprofitable projects. They have not the imagination to think of the possibilities that the government has not allowed to come into existence.[12]
Αυτοί οι ενθουσιώδεις υποστηρικτές συγχέονται ακόμη περισσότερο όταν η κυβερνητική παρέμβαση επιτρέπει σε υποοριακούς παραγωγούς να εξακολουθήσουν να παράγουν και να αντέχουν τον ανταγωνισμό αποδοτικότερων εργοστασίων, καταστημάτων ή αγροκτημάτων. Σε αυτή την περίπτωση, λένε, είναι προφανές ότι αυξάνεται η συνολική παραγωγή και ότι προστίθεται στον πλούτο κάτι που δεν θα είχε παραχθεί χωρίς τη συνδρομή των αρχών. Στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: περιορίζεται το μέγεθος τόσο της συνολικής παραγωγής όσο και του συνολικού πλούτου. Δημιουργούνται ή διατηρούνται παραγωγικές μονάδες που παράγουν με υψηλότερο κόστος, ενώ άλλες μονάδες που παράγουν με χαμηλότερο κόστος αναγκάζονται να περιορίσουν ή να διακόψουν την παραγωγή τους. Οι καταναλωτές δεν αποκτούν περισσότερα, αλλά λιγότερα.
These enthusiasts are still more bewildered if the government’s interference enables submarginal producers to continue producing and to stand the competition of more efficient plants, shops, or farms. Here, they say, it is obvious that total production is increased and something is added to the wealth that would not have been produced without the assistance of the authorities. What happens in fact is just the opposite; the magnitude of total production and of total wealth is curtailed. Outfits producing at higher costs are brought into existence or preserved while other outfits producing at lower costs are forced to curtail or to discontinue their production. The consumers are not getting more, but less.
Υπάρχει, για παράδειγμα, η ιδιαίτερα δημοφιλής αντίληψη ότι είναι ωφέλιμο να προωθεί η κυβέρνηση τη γεωργική ανάπτυξη εκείνων των περιοχών μιας χώρας που η φύση έχει προικίσει ανεπαρκώς. Το κόστος παραγωγής είναι υψηλότερο σε αυτές τις περιοχές από ό,τι σε άλλες· ακριβώς αυτό το γεγονός καθιστά μεγάλο μέρος του εδάφους τους υποοριακό. Χωρίς τη βοήθεια δημόσιων πόρων, οι αγρότες που καλλιεργούν αυτές τις υποοριακές γαίες δεν θα μπορούσαν να αντέξουν τον ανταγωνισμό των γονιμότερων αγροκτημάτων. Η γεωργία θα συρρικνωνόταν ή δεν θα αναπτυσσόταν και ολόκληρη η περιοχή θα μετατρεπόταν σε υπανάπτυκτο τμήμα της χώρας.
Έχοντας πλήρη επίγνωση αυτής της κατάστασης, οι επιχειρήσεις που επιδιώκουν το κέρδος αποφεύγουν να επενδύσουν στην κατασκευή σιδηροδρόμων που θα συνέδεαν αυτές τις δυσμενείς περιοχές με τα κέντρα κατανάλωσης. Η δυσχερής θέση των αγροτών δεν προκαλείται από την έλλειψη μεταφορικών υποδομών. Η αιτιώδης σχέση έχει την αντίθετη κατεύθυνση: επειδή οι επιχειρήσεις αντιλαμβάνονται ότι οι προοπτικές αυτών των αγροτών δεν είναι ευνοϊκές, απέχουν από επενδύσεις σε σιδηροδρόμους που είναι πιθανό να αποδειχθούν μη επικερδείς λόγω της έλλειψης επαρκούς ποσότητας εμπορευμάτων προς μεταφορά.
Αν η κυβέρνηση, ενδίδοντας στις απαιτήσεις των ενδιαφερόμενων ομάδων πίεσης, κατασκευάσει τον σιδηρόδρομο και τον λειτουργήσει με έλλειμμα, ασφαλώς ωφελεί τους ιδιοκτήτες γεωργικής γης σε αυτές τις φτωχές περιοχές της χώρας. Επειδή μέρος του κόστους που απαιτείται για τη μεταφορά των προϊόντων τους καλύπτεται από το δημόσιο ταμείο, μπορούν να ανταγωνίζονται ευκολότερα όσους καλλιεργούν γονιμότερη γη και στους οποίους δεν παρέχεται τέτοια ενίσχυση. Το όφελος, όμως, αυτών των προνομιούχων αγροτών πληρώνεται από τους φορολογουμένους, οι οποίοι πρέπει να παράσχουν τους πόρους που απαιτούνται για την κάλυψη του ελλείμματος.
Αυτό δεν επηρεάζει ούτε την αγοραία τιμή ούτε τη συνολική διαθέσιμη προσφορά γεωργικών προϊόντων. Απλώς καθιστά επικερδή τη λειτουργία αγροκτημάτων που μέχρι τότε ήταν υποοριακά και καθιστά υποοριακά άλλα αγροκτήματα, η λειτουργία των οποίων ήταν μέχρι τότε επικερδής. Μετατοπίζει την παραγωγή από γη που απαιτεί χαμηλότερο κόστος προς γη που απαιτεί υψηλότερο κόστος. Δεν αυξάνει τη συνολική προσφορά και τον πλούτο· τους περιορίζει, επειδή οι πρόσθετες ποσότητες κεφαλαίου και εργασίας που απαιτούνται για την καλλιέργεια εδαφών υψηλού κόστους αντί εδαφών χαμηλού κόστους αποσύρονται από χρήσεις στις οποίες θα καθιστούσαν δυνατή την παραγωγή άλλων καταναλωτικών αγαθών. Η κυβέρνηση επιτυγχάνει τον σκοπό της να παράσχει σε ορισμένες περιοχές της χώρας κάτι το οποίο διαφορετικά θα στερούνταν, αλλά δημιουργεί αλλού κόστη που υπερβαίνουν τα οφέλη αυτής της προνομιούχου ομάδας.
There is, for instance, the very popular idea that it is a good thing for the government to promote the agricultural development of those parts of the country which nature has poorly endowed. Costs of production are higher in these districts than in other areas; it is precisely this fact that qualifies a large part of their soil as submarginal. When unaided by public funds, the farmers tilling these submarginal lands could not stand the competition of the more fertile farms. Agriculture would shrink or fail to develop and the whole area would become a backward part of the country. In full cognizance of this state of affairs profit-seeking business avoids investing in the construction of railroads connecting such inauspicious areas with the centers of consumption. The plight of the farmers is not caused by the fact that they lack transportation facilities. The causation is the other way round; because business realizes that the prospects for these farmers are not propitious, it abstains from investing in railroads which are likely to become unprofitable for lack of a sufficient amount of goods to be shipped. If the government, yielding to the demands of the interested pressure groups, builds the railroad and runs it at a deficit, it certainly benefits the owners of farm land in those poor districts of the country. As a part of the costs that the shipping of their products requires is borne by the treasury, they find it easier to compete with those tilling more fertile land to whom such aid is denied. But the boon of these privileged farmers is paid for by the taxpayers who must provide the funds required to defray the deficit. It affects neither the market price nor the total available supply of agricultural products. It merely makes profitable the operation of farms which hitherto were submarginal and makes other farms, the operation of which was hitherto profitable, submarginal. It shifts production from land requiring lower costs to land requiring higher costs. It does not increase total supply and wealth, it curtails them, as the additional amounts of capital and labor required for the cultivation of high-cost fields instead of low-cost fields are withheld from employments in which they would have made possible the production of some other consumers’ goods. The government attains its end of benefiting some parts of the country with what they would have missed, but it produces somewhere else costs which exceed these gains of a privileged group.
Οι εξωτερικές οικονομίες της πνευματικής δημιουργίας
The External Economies of Intellectual Creation
Η ακραία περίπτωση εξωτερικών οικονομιών εμφανίζεται στην «παραγωγή» των πνευματικών θεμελίων κάθε είδους μεταποίησης και κατασκευής. Χαρακτηριστικό γνώρισμα των τύπων, δηλαδή των νοητικών μέσων που κατευθύνουν τις τεχνολογικές διαδικασίες, είναι το ανεξάντλητο των υπηρεσιών που παρέχουν. Κατά συνέπεια, αυτές οι υπηρεσίες δεν είναι σπάνιες και δεν υπάρχει ανάγκη εξοικονόμησης κατά τη χρησιμοποίησή τους. Οι εκτιμήσεις που οδήγησαν στην εγκαθίδρυση του θεσμού της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των οικονομικών αγαθών δεν αναφέρονταν σε αυτές. Παρέμειναν εκτός της σφαίρας της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, όχι επειδή είναι άυλες, ασώματες και μη απτές, αλλά επειδή η χρησιμότητά τους δεν μπορεί να εξαντληθεί.
The extreme case of external economies is shown in the “production” of the intellectual groundwork of every kind of processing and constructing. The characteristic mark of recipes, i.e., the mental devices directing the technological procedures, is the inexhaustibility of the services they render. These services are consequently not scarce, and there is no need to economize their employment. Those considerations that resulted in the establishment of the institution of private ownership of economic goods did not refer to them. They remained outside the sphere of private property not because they are immaterial, intangible, and impalpable, but because their serviceableness cannot be exhausted.
Μόνο αργότερα άρχισαν οι άνθρωποι να αντιλαμβάνονται ότι αυτή η κατάσταση πραγμάτων έχει και μειονεκτήματα. Θέτει τους παραγωγούς τέτοιων τύπων —ιδίως τους εφευρέτες τεχνολογικών μεθόδων, τους συγγραφείς και τους συνθέτες— σε ιδιαίτερη θέση. Αυτοί επιβαρύνονται με το κόστος παραγωγής, ενώ τις υπηρεσίες του προϊόντος που δημιούργησαν μπορεί να τις απολαμβάνει δωρεάν ο καθένας. Αυτό που παράγουν αποτελεί γι’ αυτούς εξ ολοκλήρου ή σχεδόν εξ ολοκλήρου εξωτερική οικονομία.
People began to realize only later that this state of affairs has its draw backs too. It places the producers of such recipes—especially the inventors of technological procedures and authors and composers—in a peculiar position. They are burdened with the costs of production, while the services of the product they have created can be gratuitously enjoyed by everybody. What they produce is for them either entirely or almost entirely external economies.
Αν δεν υπάρχουν ούτε δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας ούτε διπλώματα ευρεσιτεχνίας, οι εφευρέτες και οι συγγραφείς βρίσκονται στη θέση ενός επιχειρηματία. Διαθέτουν ένα προσωρινό πλεονέκτημα έναντι των άλλων ανθρώπων. Επειδή αρχίζουν νωρίτερα να χρησιμοποιούν οι ίδιοι την εφεύρεση ή το χειρόγραφό τους ή να το θέτουν στη διάθεση άλλων ανθρώπων —κατασκευαστών ή εκδοτών— έχουν τη δυνατότητα να αποκομίσουν κέρδη κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μέχρι να μπορέσουν όλοι να το χρησιμοποιήσουν με τον ίδιο τρόπο. Μόλις η εφεύρεση ή το περιεχόμενο του βιβλίου γίνουν ευρύτερα γνωστά, μετατρέπονται σε «ελεύθερα αγαθά» και στον εφευρέτη ή στον συγγραφέα απομένει μόνο η δόξα του.
If there are neither copyrights nor patents, the inventors and authors are in the position of an entrepreneur. They have a temporary advantage as against other people. As they start sooner in utilizing their invention or their manuscript themselves or in making it available for use to other people (manufacturers or publishers), they have the chance to earn profits in the time interval until everybody can likewise utilize it. As soon as the invention or the content of the book are publicly known, they become “free goods” and the inventor or author has only his glory.
Το σχετικό πρόβλημα δεν έχει καμία σχέση με τις δραστηριότητες της δημιουργικής ιδιοφυΐας. Αυτοί οι πρωτοπόροι και δημιουργοί πραγμάτων πρωτάκουστων δεν παράγουν ούτε εργάζονται με την έννοια με την οποία χρησιμοποιούνται αυτοί οι όροι κατά την εξέταση των υποθέσεων άλλων ανθρώπων. Δεν επιτρέπουν να επηρεαστούν από την ανταπόκριση που συναντά το έργο τους από τους συγχρόνους τους. Δεν αναμένουν ενθάρρυνση.13
The problem involved has nothing to do with the activities of the creative genius. These pioneers and originators of things unheard of do not produce and work in the sense in which these terms are employed in dealing with the affairs of other people. They do not let themselves be influenced by the response their work meets on the part of their contemporaries. They do not wait for encouragement.[13]
Η κατάσταση είναι διαφορετική για την ευρεία τάξη των επαγγελματιών της διανόησης, τις υπηρεσίες των οποίων δεν μπορεί να στερηθεί η κοινωνία. Μπορούμε να παραβλέψουμε το πρόβλημα των συγγραφέων ποιημάτων, μυθιστορημάτων και θεατρικών έργων δεύτερης διαλογής, καθώς και των συνθετών δεύτερης διαλογής, και δεν χρειάζεται να εξετάσουμε αν η απουσία των προϊόντων των προσπαθειών τους θα αποτελούσε σοβαρό μειονέκτημα για την ανθρωπότητα. Είναι, όμως, προφανές ότι η μεταβίβαση της γνώσης στην ανερχόμενη γενιά και η εξοικείωση των δρώντων ατόμων με την ποσότητα γνώσης που χρειάζονται για την πραγματοποίηση των σχεδίων τους απαιτούν διδακτικά βιβλία, εγχειρίδια, βοηθήματα και άλλα έργα τεκμηριωμένου, μη μυθοπλαστικού περιεχομένου. Είναι απίθανο να αναλάμβαναν οι άνθρωποι το επίπονο έργο της συγγραφής τέτοιων εκδόσεων, αν ο καθένας ήταν ελεύθερος να τις αναπαράγει.
Αυτό είναι ακόμη εμφανέστερο στο πεδίο των τεχνολογικών εφευρέσεων και ανακαλύψεων. Οι εκτεταμένοι πειραματισμοί που απαιτούνται για τέτοια επιτεύγματα είναι συχνά εξαιρετικά δαπανηροί. Είναι πολύ πιθανό ότι η τεχνολογική πρόοδος θα επιβραδυνόταν σοβαρά αν, για τον εφευρέτη και για εκείνους που καλύπτουν τις δαπάνες των πειραματισμών του, τα επιτευχθέντα αποτελέσματα δεν αποτελούσαν τίποτε άλλο παρά εξωτερικές οικονομίες.
It is different with the broad class of professional intellectuals whose services society cannot do without. We may disregard the problem of second-rate authors of poems, fiction, and plays and second-rate composers and need not inquire whether it would be a serious disadvantage for mankind to lack the products of their efforts. But it is obvious that handing down knowledge to the rising generation and familiarizing the acting individuals with the amount of knowledge they need for the realization of their plans requires textbooks, manuals, handbooks, and other nonfiction works. It is unlikely that people would undertake the laborious task of writing such publications if everyone were free to reproduce them. This is still more manifest in the field of technological invention and discovery. The extensive experimentation necessary for such achievements is often very expensive. It is very probable that technological progress would be seriously retarded if, for the inventor and for those who defray the expenses incurred by his experimentation, the results obtained were nothing but external economies.
Τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας και τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας αποτελούν προϊόντα της νομικής εξέλιξης των τελευταίων αιώνων. Η θέση τους στο παραδοσιακό σύστημα των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο αντιπαράθεσης. Οι άνθρωποι τα αντιμετωπίζουν με καχυποψία και τα θεωρούν ασυνήθιστα. Θεωρούνται προνόμια, κατάλοιπο της πρώιμης περιόδου της εξέλιξής τους, κατά την οποία η νομική προστασία παρεχόταν στους συγγραφείς και στους εφευρέτες μόνο δυνάμει ενός εξαιρετικού προνομίου που χορηγούσαν οι αρχές. Αντιμετωπίζονται με δυσπιστία, επειδή είναι προσοδοφόρα μόνο αν καθιστούν δυνατή την πώληση σε μονοπωλιακές τιμές.14
Επιπλέον, αμφισβητείται η δικαιοσύνη των νόμων περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας με το επιχείρημα ότι ανταμείβουν μόνο εκείνους που προσθέτουν την τελική πινελιά η οποία οδηγεί στην πρακτική αξιοποίηση των επιτευγμάτων πολλών προκατόχων τους. Αυτοί οι πρόδρομοι δεν λαμβάνουν τίποτε, μολονότι η κύρια συμβολή τους στο τελικό αποτέλεσμα ήταν συχνά πολύ σημαντικότερη από εκείνη του κατόχου του διπλώματος ευρεσιτεχνίας.
Patents and copyrights are results of the legal evolution of the last centuries. Their place in the traditional body of property rights is still controversial. People look askance at them and deem them irregular. They are considered privileges, a vestige of the rudimentary period of their evolution when legal protection was accorded to authors and inventors only by virtue of an exceptional privilege granted by the authorities. They are suspect, as they are lucrative only if they make it possible to sell at monopoly prices.[14] Moreover, the fairness of patent laws is contested on the ground that they reward only those who put the finishing touch leading to practical utilization of achievements of many predecessors. These precursors go empty-handed although their contribution to the final result was often much more weighty than that of the patentee.
Η εξέταση των επιχειρημάτων που προβάλλονται υπέρ και κατά του θεσμού των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας βρίσκεται έξω από το πεδίο της καταλλακτικής. Η καταλλακτική οφείλει απλώς να υπογραμμίσει ότι πρόκειται για πρόβλημα οριοθέτησης των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας και ότι, με την κατάργηση των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, οι συγγραφείς και οι εφευρέτες θα μετατρέπονταν, ως επί το πλείστον, σε παραγωγούς εξωτερικών οικονομιών.
It is beyond the scope of catallactics to enter into an examination of the arguments brought forward for and against the institution of copyrights and patents. It has merely to stress the point that this is a problem of the delimitation of property rights and that with the abolition of patents and copyrights authors and inventors would for the most part be producers of external economies.
Οι περιορισμοί που επιβάλλουν οι νόμοι και οι θεσμοί στην ελευθερία επιλογής και δράσης δεν είναι πάντοτε τόσο ανυπέρβλητοι, ώστε να μην μπορούν να παρακαμφθούν υπό ορισμένες συνθήκες. Σε ορισμένους ευνοουμένους μπορεί να χορηγηθεί απαλλαγή από μια υποχρέωση που δεσμεύει τους υπόλοιπους ανθρώπους, ως ρητό προνόμιο, είτε από τους ίδιους τους νόμους είτε μέσω διοικητικής πράξης των αρχών που είναι επιφορτισμένες με την εφαρμογή τους. Ορισμένοι μπορεί να είναι αρκετά αδίστακτοι ώστε να αψηφούν τους νόμους παρά την επαγρύπνηση των αρχών· η προκλητική τους τόλμη τούς εξασφαλίζει ένα οιονεί προνόμιο.
The restrictions which laws and institutions impose upon the discretion to choose and to act are not always so insurmountable that they could not be overcome under certain conditions. To some favorites exemption from the obligation binding the rest of the people may be granted as an explicit privilege either by the laws themselves or by an administrative act of the authorities entrusted with the law’s enforcement. Some may be ruthless enough to defy the laws in spite of the vigilance of the authorities; their daring insolence secures them a quasi-privilege.
Ένας νόμος τον οποίο δεν τηρεί κανείς είναι ανενεργός. Ένας νόμος που δεν ισχύει για όλους ή στον οποίο δεν υπακούουν όλοι μπορεί να παράσχει σε εκείνους που εξαιρούνται —είτε δυνάμει του ίδιου του νόμου είτε χάρη στη δική τους τόλμη— τη δυνατότητα να αποκομίσουν είτε διαφορική πρόσοδο είτε μονοπωλιακά κέρδη.
A law that nobody observes is ineffectual. A law that is not valid for all or which not all obey, may grant to those who are exempt—whether by virtue of the law itself or by virtue of their own audacity—the opportunity to reap either differential rent or monopoly gains.
Όσον αφορά τον καθορισμό των φαινομένων της αγοράς, δεν έχει σημασία αν η εξαίρεση είναι νομικά έγκυρη ως προνόμιο ή παράνομη ως οιονεί προνόμιο. Ούτε έχει σημασία αν τα κόστη στα οποία ενδέχεται να υποβληθεί το ευνοούμενο άτομο ή η ευνοούμενη επιχείρηση για την απόκτηση του προνομίου ή του οιονεί προνομίου είναι νόμιμα —για παράδειγμα, ένας φόρος που επιβάλλεται στους κατόχους αδειών— ή παράνομα —για παράδειγμα, δωροδοκίες που καταβάλλονται σε διεφθαρμένους αξιωματούχους.
Αν η απαγόρευση εισαγωγών μετριάζεται με την εισαγωγή ορισμένης ποσότητας, οι τιμές επηρεάζονται από την εισαγόμενη ποσότητα και από τα ειδικά κόστη που συνεπάγονται η απόκτηση και η χρησιμοποίηση του προνομίου ή του οιονεί προνομίου. Το αν, όμως, η εισαγωγή ήταν νόμιμη —για παράδειγμα, μέσω άδειας που χορηγήθηκε σε ορισμένους προνομιούχους στο πλαίσιο συστήματος ποσοτικού ελέγχου του εμπορίου— ή αποτελούσε παράνομο λαθρεμπόριο δεν επηρεάζει τη διάρθρωση των τιμών.
With regard to the determination of the market phenomena it does not matter whether the exemption is legally valid as a privilege or illegal as a quasi-privilege. Neither does it matter whether the costs, if any, incurred by the favored individual or firm for the acquisition of the privilege or quasiprivilege are legal (e.g., a tax levied on licensees) or illegal (e.g., bribes paid to corrupt officers). If an importation embargo is mitigated by the importation of a certain quantity, the prices are affected by the quantity imported and the specific costs incurred by the acquisition and the utilization of the privilege or quasi-privilege. But whether the importation was legal (e.g., a license granted under the system of quantitative trade control to some privileged people), or illegal contraband does not affect the price structure.
← Κεφάλαιο 22: ΟΙ ΜΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΙ ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΙΣ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 24: ΑΡΜΟΝΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ →