Εργαλεία30 Οκτωβρίου 2026

Ανθρώπινη Δράση: Κεφάλαιο 24: ΑΡΜΟΝΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ

Ludwig von Mises · Human Action: A Treatise on Economics

Πραξεολόγος

← Κεφάλαιο 23: ΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 25: Η ΝΟΗΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΜΙΑΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ →

Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.

Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, Human Action: A Treatise on Economics, ebook του Foundation for Economic Education (FEE), 2016, ISBN 978-1-57246-086-7 — «Published under the Creative Commons Attribution 4.0 International License». Σελίδα της έκδοσης: fee.org/ebooks/human-action-by-ludwig-von-mises. Άδεια: CC BY 4.0.

Σε δείγμα 300 παραγράφων, οι 298 του ebook του FEE ήταν ίδιες λέξη προς λέξη με το κείμενο που ακολουθεί η μετάφραση. Το FEE δεν περιέχει μερικές ενότητες που προστέθηκαν σε μεταγενέστερες εκδόσεις (π.χ. «Η ηθική καταδίκη του κέρδους», «Διαφθορά», παράγραφοι για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο)· αυτές, όπως και οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ), εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Οι πρόλογοι της ελληνικής έκδοσης και των εκδόσεων Scholar’s/4ης δεν περιλαμβάνονται εδώ.

Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.

Ελληνικά · μετάφραση: Πραξεολόγος
English · πρωτότυπο

Κεφάλαιο 24: ΑΡΜΟΝΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ

↗ στη σελίδα του βιβλίου

XXIV. HARMONY AND CONFLICT OF INTERESTS

1

1. Η απώτατη πηγή του κέρδους και της ζημίας στην αγορά

↗ στη σελίδα του βιβλίου

1. The Ultimate Source of Profit and Loss on the Market

2

Οι μεταβολές των δεδομένων, των οποίων η επανειλημμένη εμφάνιση εμποδίζει το οικονομικό σύστημα να μετατραπεί σε ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία και δημιουργεί ξανά και ξανά επιχειρηματικά κέρδη και ζημίες, είναι ευνοϊκές για ορισμένα μέλη της κοινωνίας και δυσμενείς για άλλα. Από αυτό οι άνθρωποι συμπέραναν ότι το κέρδος του ενός αποτελεί ζημία του άλλου· ότι κανείς δεν ωφελείται παρά μόνο εις βάρος άλλων. Αυτό το δόγμα είχε ήδη διατυπωθεί από ορισμένους αρχαίους συγγραφείς. Μεταξύ των νεότερων συγγραφέων, ο Montaigne ήταν ο πρώτος που το επαναδιατύπωσε· μπορούμε δικαιολογημένα να το αποκαλέσουμε δόγμα του Montaigne. Αποτελούσε την πεμπτουσία των διδασκαλιών του μερκαντιλισμού, τόσο του παλαιού όσο και του νέου. Βρίσκεται στη βάση όλων των σύγχρονων θεωριών που διδάσκουν ότι, στο πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς, επικρατεί αγεφύρωτη σύγκρουση μεταξύ των συμφερόντων των διαφόρων κοινωνικών τάξεων στο εσωτερικό ενός έθνους και, επιπλέον, μεταξύ των συμφερόντων κάθε έθνους και εκείνων όλων των άλλων εθνών.1

THE changes in the data whose reiterated emergence prevents the economic system from turning into an evenly rotating economy and produces again and again entrepreneurial profit and loss are favorable to some members of society and unfavorable to others. Hence, people concluded, the gain of one man is the damage of another; no man profits but by the loss of others. This dogma was already advanced by certain ancient authors. Among modern writers Montaigne was the first to restate it; we may fairly call it the Montaigne dogma. It was the quintessence of the doctrines of Mercantilism, old and new. It is at the bottom of all modern doctrines teaching that there prevails, within the frame of the market economy, an irreconcilable conflict among the interests of various social classes within a nation and furthermore between the interests of any nation and those of all other nations.[1]

3

Το δόγμα του Montaigne είναι πράγματι ορθό όσον αφορά τις επιδράσεις που ασκούν στις αναβαλλόμενες πληρωμές οι μεταβολές της αγοραστικής δύναμης του χρήματος οι οποίες προκαλούνται από τη μεταβολή της ποσότητας του χρήματος. Είναι, όμως, εντελώς εσφαλμένο όσον αφορά κάθε είδος επιχειρηματικού κέρδους ή ζημίας, είτε αυτά εμφανίζονται σε μια στάσιμη οικονομία, στην οποία το συνολικό ποσό των κερδών ισούται με το συνολικό ποσό των ζημιών, είτε σε μια προοδεύουσα ή οπισθοδρομούσα οικονομία, στην οποία τα δύο αυτά μεγέθη διαφέρουν.

Now the Montaigne dogma is true with regard to the effects of cashinduced changes in the purchasing power of money on deferred payments. But it is entirely wrong with regard to any kind of entrepreneurial profit or loss, whether they emerge in a stationary economy in which the total amount of profits equals the total amount of losses or in a progressing or a retrogressing economy in which these two magnitudes are different.

4

Εκείνο που δημιουργεί το κέρδος ενός ανθρώπου κατά την εξέλιξη των πραγμάτων σε μια ανεμπόδιστη κοινωνία της αγοράς δεν είναι η δυσχερής θέση και η δυστυχία του συμπολίτη του, αλλά το γεγονός ότι ανακουφίζει ή εξαλείφει πλήρως ό,τι προκαλεί στον συμπολίτη του το αίσθημα δυσφορίας. Εκείνο που βλάπτει τον ασθενή είναι η νόσος και όχι ο ιατρός που τη θεραπεύει. Το κέρδος του ιατρού δεν αποτελεί αποτέλεσμα της επιδημίας, αλλά της βοήθειας που παρέχει σε όσους έχουν προσβληθεί από αυτήν. Απώτατη πηγή του κέρδους είναι πάντοτε η πρόβλεψη των μελλοντικών συνθηκών. Όσοι κατόρθωσαν καλύτερα από τους άλλους να προβλέψουν τα μελλοντικά γεγονότα και να προσαρμόσουν τις δραστηριότητές τους στη μελλοντική κατάσταση της αγοράς αποκομίζουν κέρδη, επειδή είναι σε θέση να ικανοποιήσουν τις πιο επείγουσες ανάγκες του κοινού.

Τα κέρδη εκείνων που παρήγαγαν αγαθά και υπηρεσίες για τα οποία οι αγοραστές συναγωνίζονται μεταξύ τους δεν αποτελούν την πηγή των ζημιών εκείνων που έφεραν στην αγορά εμπορεύματα για την αγορά των οποίων το κοινό δεν είναι διατεθειμένο να καταβάλει ολόκληρο το ποσό του κόστους παραγωγής που δαπανήθηκε. Αυτές οι ζημίες προκαλούνται από την έλλειψη διορατικότητας που επέδειξαν κατά την πρόβλεψη της μελλοντικής κατάστασης της αγοράς και της ζήτησης των καταναλωτών.

What produces a man’s profit in the course of affairs within an unhampered market society is not his fellow citizen’s plight and distress, but the fact that he alleviates or entirely removes what causes his fellow citizen’s feeling of uneasiness. What hurts the sick is the plague, not the physician who treats the disease. The doctor’s gain is not an outcome of the epidemics, but of the aid he gives to those affected. The ultimate source of profits is always the foresight of future conditions. Those who succeeded better than others in anticipating future events and in adjusting their activities to the future state of the market, reap profits because they are in a position to satisfy the most urgent needs of the public. The profits of those who have produced goods and services for which the buyers scramble are not the source of the losses of those who have brought to the market commodities in the purchase of which the public is not prepared to pay the full amount of production costs expended. These losses are caused by the lack of insight displayed in anticipating the future demand of the consumers.

5

Εξωτερικά γεγονότα που επηρεάζουν τη ζήτηση και την προσφορά μπορεί μερικές φορές να επέλθουν τόσο αιφνίδια και απροσδόκητα, ώστε οι άνθρωποι να λένε ότι κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα μπορούσε να τα είχε προβλέψει. Τότε οι φθονεροί μπορεί να θεωρήσουν αδικαιολόγητα τα κέρδη εκείνων που επωφελούνται από τη μεταβολή. Τέτοιες αυθαίρετες αξιολογικές κρίσεις, όμως, δεν μεταβάλλουν την πραγματική κατάσταση των συμφερόντων. Είναι ασφαλώς προτιμότερο για έναν ασθενή να θεραπευτεί από έναν ιατρό έναντι υψηλής αμοιβής παρά να στερηθεί την ιατρική βοήθεια. Αν ίσχυε το αντίθετο, δεν θα συμβουλευόταν τον ιατρό.

External events affecting demand and supply may sometimes come so suddenly and unexpectedly that people say that no reasonable man could have foreseen them. Then the envious may consider the profits of those who gain from the change as unjustified. Yet such arbitrary value judgments do not alter the real state of interests. It is certainly better for a sick man to be cured by a doctor for a high fee than to lack medical assistance. If it were otherwise, he would not consult the physician.

6

Στην οικονομία της αγοράς δεν υπάρχουν συγκρούσεις μεταξύ των συμφερόντων των αγοραστών και των πωλητών. Υπάρχουν μειονεκτήματα που προκαλούνται από ανεπαρκή πρόβλεψη. Θα αποτελούσε καθολική ευεργεσία αν κάθε άνθρωπος και όλα τα μέλη της κοινωνίας της αγοράς προέβλεπαν πάντοτε ορθά και εγκαίρως τις μελλοντικές συνθήκες και ενεργούσαν αναλόγως. Αν συνέβαινε αυτό, η εκ των υστέρων εξέταση θα διαπίστωνε ότι ούτε το ελάχιστο μέρος κεφαλαίου και εργασίας δεν σπαταλήθηκε για την ικανοποίηση αναγκών που θεωρούνται τώρα λιγότερο επείγουσες από ορισμένες άλλες ανάγκες που παρέμειναν ανικανοποίητες. Ο άνθρωπος, όμως, δεν είναι παντογνώστης.

There are in the market economy no conflicts between the interests of the buyers and sellers. There are disadvantages caused by inadequate foresight. It would be a universal boon if every man and all the members of the market society would always foresee future conditions correctly and in time and act accordingly. If this were the case, retrospection would establish that no particle of capital and labor was wasted for the satisfaction of wants which now are considered as less urgent than some other unsatisfied wants. However, man is not omniscient.

7

Είναι εσφαλμένο να εξετάζονται αυτά τα προβλήματα από τη σκοπιά της μνησικακίας και του φθόνου. Εξίσου εσφαλμένο είναι να περιορίζεται η παρατήρηση στη στιγμιαία θέση των διαφόρων ατόμων. Πρόκειται για κοινωνικά προβλήματα, τα οποία πρέπει να κρίνονται σε σχέση με τη λειτουργία ολόκληρου του συστήματος της αγοράς. Εκείνο ακριβώς που εξασφαλίζει την καλύτερη δυνατή ικανοποίηση των απαιτήσεων κάθε μέλους της κοινωνίας είναι το γεγονός ότι όσοι κατόρθωσαν καλύτερα από τους άλλους να προβλέψουν τις μελλοντικές συνθήκες αποκομίζουν κέρδη. Αν τα κέρδη περιορίζονταν προς όφελος εκείνων που ζημιώθηκαν από κάποια μεταβολή των δεδομένων, η προσαρμογή της προσφοράς στη ζήτηση δεν θα βελτιωνόταν αλλά θα παρεμποδιζόταν. Αν εμποδίζονταν οι ιατροί να αποκτούν περιστασιακά υψηλές αμοιβές, ο αριθμός εκείνων που επιλέγουν το ιατρικό επάγγελμα δεν θα αυξανόταν αλλά, αντιθέτως, θα μειωνόταν.

It is wrong to look at these problems from the point of view of resentment and envy. It is no less faulty to restrict one’s observation to the momentary position of various individuals. These are social problems and must be judged with regard to the operation of the whole market system. What secures the best possible satisfaction of the demands of each member of society is precisely the fact that those who succeeded better than other people in anticipating future conditions are earning profits. If profits were to be curtailed for the benefit of those whom a change in the data has injured, the adjustment of supply to demand would not be improved but impaired. If one were to prevent doctors from occasionally earning high fees, one would not increase but rather decrease the number of those choosing the medical profession.

8

Η συναλλαγή είναι πάντοτε επωφελής τόσο για τον αγοραστή όσο και για τον πωλητή. Ακόμη και ένας άνθρωπος που πωλεί με ζημία βρίσκεται σε καλύτερη θέση από εκείνη στην οποία θα βρισκόταν αν δεν μπορούσε να πωλήσει καθόλου ή αν μπορούσε να πωλήσει μόνο σε ακόμη χαμηλότερη τιμή. Υφίσταται ζημία λόγω της έλλειψης πρόβλεψης που επέδειξε· η πώληση περιορίζει τη ζημία του, ακόμη και αν η τιμή που λαμβάνει είναι χαμηλή. Αν τόσο ο αγοραστής όσο και ο πωλητής δεν θεωρούσαν τη συναλλαγή ως την επωφελέστερη πράξη που θα μπορούσαν να επιλέξουν υπό τις επικρατούσες συνθήκες, δεν θα προέβαιναν σε αυτήν.

The deal is always advantageous both for the buyer and the seller. Even a man who sells at a loss is still better off than he would be if he could not sell at all, or only at a still lower price. He loses on account of his lack of foresight; the sale limits his loss even if the price received is low. If both the buyer and the seller were not to consider the transaction as the most advantageous action they could choose under the prevailing conditions, they would not enter into the deal.

9

Η διατύπωση ότι το όφελος του ενός αποτελεί ζημία του άλλου ισχύει ως προς τη ληστεία, τον πόλεμο και τη λεία. Η λεία του ληστή αποτελεί τη ζημία του θύματος που λεηλατήθηκε. Ο πόλεμος και το εμπόριο, όμως, είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Ο Voltaire έσφαλε όταν, το 1764, έγραψε στο λήμμα «Patrie» του Dictionnaire philosophique: «Το να είναι κανείς καλός πατριώτης σημαίνει να επιθυμεί η κοινότητά του να πλουτίζει μέσω του εμπορίου και να αποκτά ισχύ μέσω των όπλων· είναι προφανές ότι μια χώρα δεν μπορεί να ωφεληθεί παρά μόνο εις βάρος μιας άλλης και ότι δεν μπορεί να κατακτήσει χωρίς να προκαλέσει βλάβη σε άλλους λαούς».

Ο Voltaire, όπως και τόσοι άλλοι συγγραφείς που προηγήθηκαν και ακολούθησαν, θεώρησε περιττό να εξοικειωθεί με την οικονομική σκέψη. Αν είχε διαβάσει τα δοκίμια του συγχρόνου του David Hume, θα είχε μάθει πόσο εσφαλμένη είναι η ταύτιση του πολέμου με το εξωτερικό εμπόριο. Ο Voltaire, ο μεγάλος απομυθοποιητής πανάρχαιων δεισιδαιμονιών και λαϊκών πλανών, έπεσε χωρίς να το αντιληφθεί θύμα της πλέον καταστροφικής πλάνης.

The statement that one man’s boon is the other man’s damage is valid with regard to robbery, war, and booty. The robber’s plunder is the damage of the despoiled victim. But war and commerce are two different things. Voltaire erred when—in 1764—he wrote in the article “Patrie” of his Dictionnaire philosophique: “To be a good patriot is to wish that one’s own community should enrich itself by trade and acquire power by arms; it is obvious that a country cannot profit but at the expense of another and that it cannot conquer without inflicting harm on other people.” Voltaire, like so many other authors who preceded and followed him, deemed it superfluous to familiarize himself with economic thought. If he had read the essays of his contemporary David Hume, he would have learned how false it is to identify war and foreign trade. Voltaire, the great debunker of age-old superstitions and popular fallacies, fell prey unawares to the most disastrous fallacy.

10

Όταν ο αρτοποιός παρέχει ψωμί στον οδοντίατρο και ο οδοντίατρος απαλλάσσει τον αρτοποιό από τον πονόδοντό του, ούτε ο αρτοποιός ούτε ο οδοντίατρος ζημιώνεται. Είναι εσφαλμένο να θεωρούνται μια τέτοια ανταλλαγή υπηρεσιών και η λεηλασία του αρτοποιείου από ένοπλους κακοποιούς ως δύο εκδηλώσεις του ίδιου πράγματος. Το εξωτερικό εμπόριο διαφέρει από το εσωτερικό εμπόριο μόνο κατά το ότι τα αγαθά και οι υπηρεσίες ανταλλάσσονται πέρα από τα σύνορα που χωρίζουν τα εδάφη δύο κυρίαρχων εθνών.

Είναι τερατώδες το γεγονός ότι ο πρίγκιπας Louis-Napoléon Bonaparte, ο μεταγενέστερος αυτοκράτορας Ναπολέων Γ΄, έγραψε πολλές δεκαετίες μετά τον Hume, τον Adam Smith και τον Ricardo: «Η ποσότητα των εμπορευμάτων που εξάγει μια χώρα είναι πάντοτε ευθέως ανάλογη προς τον αριθμό των οβίδων που μπορεί να εκτοξεύσει εναντίον των εχθρών της, οποτεδήποτε το απαιτούν η τιμή και η αξιοπρέπειά της».2 Όλες οι διδασκαλίες της οικονομικής επιστήμης σχετικά με τις επιδράσεις του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας και του διεθνούς εμπορίου δεν έχουν κατορθώσει μέχρι σήμερα να εξαλείψουν τη δημοτικότητα της μερκαντιλιστικής πλάνης «ότι σκοπός του εξωτερικού εμπορίου είναι η εξαθλίωση των ξένων».3 Αποτελεί έργο της ιστορικής έρευνας να αποκαλύψει τις πηγές της δημοτικότητας αυτής και άλλων παρόμοιων αυταπατών και σφαλμάτων. Για την οικονομική επιστήμη, το ζήτημα έχει επιλυθεί προ πολλού.

When the baker provides the dentist with bread and the dentist relieves the baker’s toothache, neither the baker nor the dentist is harmed. It is wrong to consider such an exchange of services and the pillage of the baker’s shop by armed gangsters as two manifestations of the same thing. Foreign trade differs from domestic trade only in so far as goods and services are exchanged beyond the borderlines separating the territories of two sovereign nations. It is monstrous that Prince Louis Napoleon Bonaparte, the later Emperor Napoleon III, should have written many decades after Hume, Adam Smith, and Ricardo: “The quantity of merchandise which a country exports is always in direct proportion to the number of shells it can discharge upon its enemies whenever its honor and its dignity may require it.”[2] All the teachings of economics concerning the effects of the international division of labor and of international trade have up to now failed to destroy the popularity of the Mercantilist fallacy, “that the object of foreign trade is to pauperize foreigners.”[3] It is a task of historical investigation to disclose the sources of the popularity of this and other similar delusions and errors. For economics the matter is long since settled.

11

2. Ο περιορισμός της τεκνογονίας

↗ στη σελίδα του βιβλίου

2. The Limitation of Offspring

12

Η φυσική σπανιότητα των μέσων συντήρησης εξαναγκάζει κάθε έμβιο ον να αντιμετωπίζει όλα τα άλλα έμβια όντα ως θανάσιμους εχθρούς στον αγώνα για επιβίωση και δημιουργεί έναν ανελέητο βιολογικό ανταγωνισμό. Στην περίπτωση του ανθρώπου, όμως, αυτές οι αγεφύρωτες συγκρούσεις συμφερόντων εξαφανίζονται όταν, και στον βαθμό που, ο καταμερισμός της εργασίας αντικαθιστά την οικονομική αυτάρκεια των ατόμων, των οικογενειών, των φυλών και των εθνών. Εντός του κοινωνικού συστήματος δεν υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων όσο δεν έχει επιτευχθεί το άριστο μέγεθος του πληθυσμού. Όσο η απασχόληση πρόσθετων εργατικών χεριών οδηγεί σε περισσότερο από αναλογική αύξηση των αποδόσεων, η αρμονία συμφερόντων αντικαθιστά τη σύγκρουση. Οι άνθρωποι παύουν να είναι αντίπαλοι στον αγώνα για την κατανομή μεριδίων από μια αυστηρά περιορισμένη προσφορά. Μετατρέπονται σε συνεργάτες κατά την επιδίωξη σκοπών κοινών για όλους. Η αύξηση του πληθυσμού δεν περιορίζει αλλά, αντιθέτως, αυξάνει τα μέσα μερίδια των ατόμων.

The natural scarcity of the means of sustenance forces every living being to look upon all other living beings as deadly foes in the struggle for survival, and generates pitiless biological competition. But with man these irreconcilable conflicts of interests disappear when, and as far as, the division of labor is substituted for economic autarky of individuals, families, tribes, and nations. Within the system of society there is no conflict of interests as long as the optimum size of population has not been reached. As long as the employment of additional hands results in a more than proportionate increase in the returns, harmony of interests is substituted for conflict. People are no longer rivals in the struggle for the allocation of portions out of a strictly limited supply. They become cooperators in striving after ends common to all of them. An increase in population figures does not curtail, but rather augments, the average shares of the individuals.

13

Αν οι άνθρωποι επιδίωκαν μόνο τη διατροφή και τη σεξουαλική ικανοποίηση, ο πληθυσμός θα έτεινε να αυξάνεται πέρα από το άριστο μέγεθός του, μέχρι τα όρια που θέτουν τα διαθέσιμα μέσα συντήρησης. Οι άνθρωποι, όμως, επιθυμούν περισσότερα από το να ζουν και να συνουσιάζονται απλώς· θέλουν να ζουν κατά τρόπο ανθρώπινο. Είναι αληθές ότι μια βελτίωση των συνθηκών οδηγεί συνήθως σε αύξηση του πληθυσμού· αυτή η αύξηση, όμως, υπολείπεται της αύξησης των μέσων απλής συντήρησης. Αν συνέβαινε το αντίθετο, οι άνθρωποι δεν θα είχαν κατορθώσει ποτέ να δημιουργήσουν κοινωνικούς δεσμούς και να αναπτύξουν πολιτισμό. Όπως συμβαίνει με τους αρουραίους, τα ποντίκια και τα μικρόβια, κάθε αύξηση των μέσων συντήρησης θα προκαλούσε αύξηση του πληθυσμού μέχρι τα όρια της απλής συντήρησης· δεν θα απέμενε τίποτε για την επιδίωξη άλλων σκοπών.

Το θεμελιώδες σφάλμα που εμπεριείχε ο σιδηρούς νόμος των μισθών ήταν ακριβώς ότι αντιμετώπιζε τους ανθρώπους —ή τουλάχιστον τους μισθωτούς— ως όντα που κινούνται αποκλειστικά από ζωώδεις παρορμήσεις. Οι υποστηρικτές του αδυνατούσαν να αντιληφθούν ότι ο άνθρωπος διαφέρει από τα ζώα στον βαθμό που επιδιώκει και ειδικά ανθρώπινους σκοπούς, οι οποίοι μπορούν να αποκληθούν ανώτεροι ή ευγενέστεροι σκοποί.

If men were to strive only after nourishment and sexual satisfaction, population would tend to increase beyond the optimum size to the limits drawn by the sustenance available. However, men want more than merely to live and to copulate; they want to live humanly. An improvement in conditions usually results, it is true, in an increase in population figures; but this increase lags behind the increase in bare sustenance. If it were otherwise, men would have never succeeded in the establishment of social bonds and in the development of civilization. As with rats, mice, and microbes, every increase in sustenance would have made population figures rise to the limits of bare sustenance; nothing would have been left for the seeking of other ends. The fundamental error implied in the iron law of wages was precisely the fact that it looked upon men—or at least upon the wage earners—as beings exclusively driven by animal impulses. Its champions failed to realize that man differs from the beasts as far as he aims also at specifically human ends, which one may call higher or more sublime ends.

14

Ο μαλθουσιανός νόμος του πληθυσμού αποτελεί ένα από τα μεγάλα επιτεύγματα της ανθρώπινης σκέψης. Μαζί με την αρχή του καταμερισμού της εργασίας, παρείχε τα θεμέλια για τη σύγχρονη βιολογία και τη θεωρία της εξέλιξης· η σημασία αυτών των δύο θεμελιωδών θεωρημάτων για τις επιστήμες της ανθρώπινης δράσης είναι δεύτερη μόνο μετά την ανακάλυψη της κανονικότητας στην αλληλοσύνδεση και στη διαδοχή των φαινομένων της αγοράς και του αναπόφευκτου καθορισμού τους από τα δεδομένα της αγοράς. Οι αντιρρήσεις που προβάλλονται εναντίον τόσο του μαλθουσιανού νόμου όσο και του νόμου των αποδόσεων είναι μάταιες και επουσιώδεις. Και οι δύο νόμοι είναι αδιαμφισβήτητοι. Ο ρόλος, όμως, που πρέπει να τους αποδοθεί στο σώμα των επιστημών της ανθρώπινης δράσης διαφέρει από εκείνον που τους απέδωσε ο Malthus.

The Malthusian law of population is one of the great achievements of thought. Together with the principle of the division of labor it provided the foundations for modern biology and for the theory of evolution; the importance of these two fundamental theorems for the sciences of human action is second only to the discovery of the regularity in the intertwinement and sequence of market phenomena and their inevitable determination by the market data. The objections raised against the Malthusian law as well as against the law of returns are vain and trivial. Both laws are indisputable. But the role to be assigned to them within the body of the sciences of human action is different from that which Malthus attributed to them.

15

Τα μη ανθρώπινα όντα υπόκεινται πλήρως στη λειτουργία του βιολογικού νόμου που περιέγραψε ο Malthus.4 Για αυτά ισχύει χωρίς καμία εξαίρεση η διατύπωση ότι ο αριθμός τους τείνει να υπερβεί τα διαθέσιμα μέσα συντήρησης και ότι τα πλεονάζοντα άτομα εξαλείφονται εξαιτίας της ανεπάρκειας αυτών των μέσων. Όσον αφορά τα μη ανθρώπινα ζώα, η έννοια του ελάχιστου ορίου συντήρησης έχει σαφές και μονοσήμαντα καθορισμένο περιεχόμενο.

Στην περίπτωση του ανθρώπου, όμως, η κατάσταση είναι διαφορετική. Ο άνθρωπος εντάσσει την ικανοποίηση των καθαρά ζωολογικών ορμών, οι οποίες είναι κοινές σε όλα τα ζώα, σε μια κλίμακα αξιών στην οποία αποδίδεται θέση και σε ειδικά ανθρώπινους σκοπούς. Ο δρων άνθρωπος εκλογικεύει επίσης την ικανοποίηση των σεξουαλικών του επιθυμιών. Η ικανοποίησή τους αποτελεί αποτέλεσμα στάθμισης των πλεονεκτημάτων και των μειονεκτημάτων. Ο άνθρωπος δεν υποτάσσεται τυφλά σε ένα σεξουαλικό ερέθισμα όπως ο ταύρος· απέχει από τη συνουσία αν θεωρεί υπερβολικά υψηλό το κόστος, δηλαδή τα αναμενόμενα μειονεκτήματα. Υπό αυτή την έννοια μπορούμε, χωρίς οποιαδήποτε αξιολογική ή ηθική συνδήλωση, να χρησιμοποιήσουμε τον όρο «ηθικός περιορισμός» που χρησιμοποίησε ο Malthus.5

Nonhuman beings are entirely subject to the operation of the biological law described by Malthus.[4] For them the statement that their numbers tend to encroach upon the means of subsistence and that the supernumerary specimens are weeded out by want of sustenance is valid without any exception. With reference to the nonhuman animals the notion of minimum sustenance has an unequivocal, uniquely determined sense. But the case is different with man. Man integrates the satisfaction of the purely zoological impulses, common to all animals, into a scale of values, in which a place is also assigned to specifically human ends. Acting man also rationalizes the satisfaction of his sexual appetites. Their satisfaction is the outcome of a weighing of pros and cons. Man does not blindly submit to a sexual stimulation like a bull; he refrains from copulation if he deems the costs— the anticipated disadvantages—too high. In this sense we may, without any valuation or ethical connotation, apply the term moral restraint employed by Malthus.[5]

16

Ο εξορθολογισμός της σεξουαλικής επαφής εμπεριέχει ήδη τον εξορθολογισμό της τεκνογονίας. Αργότερα υιοθετήθηκαν και άλλες μέθοδοι εξορθολογισμού της αύξησης των απογόνων, οι οποίες ήταν ανεξάρτητες από την αποχή από τη συνουσία. Οι άνθρωποι κατέφυγαν στις κατάφωρα αποτρόπαιες και αποκρουστικές πρακτικές της έκθεσης ή της θανάτωσης βρεφών και της άμβλωσης. Τελικά, έμαθαν να εκτελούν τη σεξουαλική πράξη κατά τρόπο που δεν οδηγεί σε εγκυμοσύνη. Κατά τα τελευταία εκατό χρόνια, οι τεχνικές των αντισυλληπτικών μέσων τελειοποιήθηκαν και η συχνότητα της χρήσης τους αυξήθηκε σημαντικά. Οι σχετικές πρακτικές, ωστόσο, ήταν γνωστές και εφαρμόζονταν από πολύ παλαιότερα.

Rationalization of sexual intercourse already involves the rationalization of proliferation. Then later further methods of rationalizing the increase of progeny were adopted which were independent of abstention from copulation. People resorted to the egregious and repulsive practices of exposing or killing infants and of abortion. Finally they learned to perform the sexual act in such a way that no pregnancy results. In the last hundred years the technique of contraceptive devices has been perfected and the frequency of their employment increased considerably. Yet the procedures had long been known and practiced.

17

Η αφθονία που προσφέρει ο σύγχρονος καπιταλισμός στις ευρείες μάζες των καπιταλιστικών χωρών, καθώς και η βελτίωση των συνθηκών υγιεινής και των θεραπευτικών και προφυλακτικών μεθόδων που επέφερε ο καπιταλισμός, μείωσαν σημαντικά τη θνησιμότητα, ιδίως τη βρεφική, και παρέτειναν τη μέση διάρκεια ζωής. Σήμερα, στις χώρες αυτές, ο περιορισμός της τεκνογονίας μπορεί να επιτύχει τον σκοπό του μόνο αν είναι δραστικότερος από ό,τι σε προηγούμενες εποχές.

Η μετάβαση στον καπιταλισμό —δηλαδή η άρση των εμποδίων που κατά το παρελθόν δέσμευαν τη λειτουργία της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και της επιχειρηματικότητας— επηρέασε, κατά συνέπεια, βαθύτατα τα σεξουαλικά ήθη. Δεν είναι καινούργια η πρακτική του ελέγχου των γεννήσεων, αλλά απλώς το γεγονός ότι εφαρμόζεται συχνότερα. Ιδιαιτέρως νέο είναι το γεγονός ότι η πρακτική αυτή δεν περιορίζεται πλέον στα ανώτερα στρώματα του πληθυσμού, αλλά είναι κοινή σε ολόκληρο τον πληθυσμό. Διότι μία από τις σημαντικότερες κοινωνικές επιδράσεις του καπιταλισμού είναι ότι αποπρολεταριοποιεί όλα τα στρώματα της κοινωνίας. Αυξάνει το βιοτικό επίπεδο των μαζών των χειρωνάκτων εργατών σε τέτοιο ύψος, ώστε και αυτοί μετατρέπονται σε «αστούς» και σκέπτονται και ενεργούν όπως οι ευκατάστατοι πολίτες. Επιθυμώντας να διατηρήσουν το βιοτικό τους επίπεδο για τους ίδιους και για τα παιδιά τους, εφαρμόζουν έλεγχο των γεννήσεων. Με την εξάπλωση και την πρόοδο του καπιταλισμού, ο έλεγχος των γεννήσεων μετατρέπεται σε καθολική πρακτική. Η μετάβαση στον καπιταλισμό συνοδεύεται, επομένως, από δύο φαινόμενα: τη μείωση τόσο των δεικτών γονιμότητας όσο και των δεικτών θνησιμότητας. Η μέση διάρκεια ζωής παρατείνεται.

The wealth that modern capitalism bestows upon the broad masses of the capitalist countries and the improvement in hygienic conditions and therapeutical and prophylactic methods brought about by capitalism have considerably reduced mortality, especially infant mortality, and prolonged the average duration of life. Today in these countries the restriction in generating offspring can succeed only if it is more drastic than in earlier ages. The transition to capitalism—i.e., the removal of the obstacles which in former days had fettered the functioning of private initiative and enterprise—has consequently deeply influenced sexual customs. It is not the practice of birth control that is new, but merely the fact that it is more frequently resorted to. Especially new is the fact that the practice is no longer limited to the upper strata of the population, but is common to the whole population. For it is one of the most important social effects of capitalism that it deproletarianizes all strata of society. It raises the standard of living of the masses of the manual workers to such a height that they too turn into “bourgeois” and think and act like well-to-do burghers. Eager to preserve their standard of living for themselves and for their children, they embark upon birth control. With the spread and progress of capitalism, birth control becomes a universal practice. The transition to capitalism is thus accompanied by two phenomena: a decline both in fertility rates and in mortality rates. The average duration of life is prolonged.

18

Στην εποχή του Malthus δεν ήταν ακόμη δυνατόν να παρατηρηθούν αυτά τα δημογραφικά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού. Σήμερα δεν είναι πλέον θεμιτό να αμφισβητούνται. Τυφλωμένοι, όμως, από ρομαντικές προκαταλήψεις, πολλοί τα περιγράφουν ως φαινόμενα παρακμής και εκφυλισμού που χαρακτηρίζουν αποκλειστικά τους λευκούς λαούς του δυτικού πολιτισμού, οι οποίοι έχουν δήθεν γεράσει και αποδυναμωθεί. Αυτοί οι ρομαντικοί ανησυχούν σοβαρά από το γεγονός ότι οι ασιατικοί λαοί δεν εφαρμόζουν τον έλεγχο των γεννήσεων στον ίδιο βαθμό με τον οποίο εφαρμόζεται στη Δυτική Ευρώπη, στη Βόρεια Αμερική και στην Αυστραλία. Επειδή οι σύγχρονες μέθοδοι καταπολέμησης και πρόληψης των ασθενειών προκάλεσαν μείωση των δεικτών θνησιμότητας και σε αυτούς τους ανατολικούς λαούς, ο πληθυσμός τους αυξάνεται ταχύτερα από τον πληθυσμό των δυτικών εθνών. Δεν θα εκτοπίσουν τελικά, απλώς λόγω της αριθμητικής τους υπεροχής, τους λαούς ευρωπαϊκής καταγωγής οι αυτόχθονες της Ινδίας, της Μαλαισίας, της Κίνας και της Ιαπωνίας, οι οποίοι δεν συνέβαλαν οι ίδιοι στα τεχνολογικά και θεραπευτικά επιτεύγματα της Δύσης, αλλά τα έλαβαν ως απροσδόκητο δώρο;

In the days of Malthus it was not yet possible to observe these demographical characteristics of capitalism. Today it is no longer permissible to question them. But, blinded by romantic prepossessions, many describe them as phenomena of decline and degeneration peculiar only to the white-skinned peoples of Western civilization, grown old and decrepit. These romantics are seriously alarmed by the fact that the Asiatics do not practice birth control to the same extent to which it is practiced in Western Europe, North America, and Australia. As modern methods of fighting and preventing disease have brought about a drop in mortality rates with these oriental peoples too, their population figures grow more rapidly than those of the Western nations. Will not the indigenes of India, Malaya, China, and Japan, who themselves did not contribute to the technological and therapeutical achievements of the West, but received them as an unexpected present, in the end by the sheer superiority of their numbers squeeze out the peoples of European descent?

19

Αυτοί οι φόβοι είναι αβάσιμοι. Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι όλοι οι καυκάσιοι λαοί αντέδρασαν στη μείωση της θνησιμότητας που προκάλεσε ο καπιταλισμός με μείωση της γεννητικότητας. Βεβαίως, από μια τέτοια ιστορική εμπειρία δεν μπορεί να συναχθεί κανένας γενικός νόμος. Ο πραξεολογικός στοχασμός, όμως, καταδεικνύει ότι μεταξύ αυτών των δύο φαινομένων υπάρχει μια αναγκαία συνάρτηση. Η βελτίωση των εξωτερικών συνθηκών ευημερίας καθιστά δυνατή μια αντίστοιχη αύξηση του πληθυσμού. Αν, όμως, η πρόσθετη ποσότητα μέσων συντήρησης απορροφηθεί πλήρως από την ανατροφή ενός πρόσθετου αριθμού ανθρώπων, δεν απομένει τίποτε για την περαιτέρω βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Η πορεία του πολιτισμού ανακόπτεται· η ανθρωπότητα περιέρχεται σε κατάσταση στασιμότητας.

These fears are groundless. Historical experience shows that all Caucasian peoples reacted to the drop in mortality figures brought about by capitalism with a drop in the birth rate. Of course, from such historical experience no general law may be deduced. But praxeological reflection demonstrates that there exists between these two phenomena a necessary concatenation. An improvement in the external conditions of well-being makes possible a corresponding increase in population figures. However, if the additional quantity of the means of sustenance is completely absorbed by rearing an additional number of people, nothing is left for a further improvement in the standard of living. The march of civilization is arrested; mankind reaches a state of stagnation.

20

Η περίπτωση γίνεται ακόμη πιο σαφής αν υποθέσουμε ότι, από ευτυχή συγκυρία, πραγματοποιείται μια προφυλακτική εφεύρεση και ότι η πρακτική εφαρμογή της δεν απαιτεί ούτε σημαντική επένδυση κεφαλαίου ούτε σημαντικές τρέχουσες δαπάνες. Η σύγχρονη ιατρική έρευνα και, ακόμη περισσότερο, η πρακτική αξιοποίησή της απορροφούν ασφαλώς τεράστιες ποσότητες κεφαλαίου και εργασίας. Αποτελούν προϊόντα του καπιταλισμού. Δεν θα είχαν δημιουργηθεί ποτέ σε μη καπιταλιστικό περιβάλλον. Στο παρελθόν, όμως, υπήρξαν περιπτώσεις διαφορετικού χαρακτήρα. Η πρακτική του ευλογιασμού δεν προήλθε από δαπανηρή εργαστηριακή έρευνα και, στην αρχική ακατέργαστη μορφή της, μπορούσε να εφαρμοστεί με ασήμαντο κόστος.

Ποια θα ήταν, λοιπόν, τα αποτελέσματα του ευλογιασμού, αν η πρακτική του είχε γενικευθεί σε μια προκαπιταλιστική χώρα που δεν εφάρμοζε έλεγχο των γεννήσεων; Θα είχε αυξήσει τον πληθυσμό χωρίς να αυξήσει τα μέσα συντήρησης· θα είχε υποβαθμίσει το μέσο βιοτικό επίπεδο. Δεν θα αποτελούσε ευλογία αλλά κατάρα.

The case becomes still more obvious if we assume that a prophylactic invention is made by a lucky chance and that its practical application requires neither a considerable investment of capital nor considerable current expenditure. Of course, modern medical research and still more its utilization absorb huge amounts of capital and labor. They are products of capitalism. They would never have come into existence in a noncapitalist environment. But there were, in earlier days, instances of a different character. The practice of smallpox inoculation did not originate from expensive laboratory research and, in its original crude form, could be applied at trifling costs. Now, what would the results of smallpox inoculation have been if its practice had become general in a precapitalist country not committed to birth control? It would have increased population figures without increasing sustenance, it would have impaired the average standard of living. It would not have been a blessing, but a curse.

21

Οι συνθήκες στην Ασία και στην Αφρική είναι, σε γενικές γραμμές, οι ίδιες. Αυτοί οι καθυστερημένοι λαοί παραλαμβάνουν έτοιμα από τη Δύση τα μέσα καταπολέμησης και πρόληψης των ασθενειών. Είναι αληθές ότι, σε ορισμένες από αυτές τις χώρες, το εισαγόμενο ξένο κεφάλαιο και η υιοθέτηση ξένων τεχνολογικών μεθόδων από το συγκριτικά περιορισμένο εγχώριο κεφάλαιο τείνουν ταυτόχρονα να αυξήσουν την κατά κεφαλήν απόδοση της εργασίας και, έτσι, να δημιουργήσουν μια τάση βελτίωσης του μέσου βιοτικού επιπέδου. Αυτό, όμως, δεν αντισταθμίζει επαρκώς την αντίθετη τάση που απορρέει από τη μείωση των δεικτών θνησιμότητας, όταν αυτή δεν συνοδεύεται από ανάλογη μείωση των δεικτών γονιμότητας. Η επαφή με τη Δύση δεν έχει ακόμη ωφελήσει αυτούς τους λαούς, επειδή δεν έχει ακόμη επηρεάσει τον τρόπο σκέψης τους· δεν τους έχει απελευθερώσει από πανάρχαιες δεισιδαιμονίες, προκαταλήψεις και πλάνες· έχει μεταβάλει απλώς τις τεχνολογικές και θεραπευτικές τους γνώσεις.

Conditions in Asia and Africa are, by and large, the same. These backward peoples receive the devices for fighting and preventing disease ready-made from the West. Often they are not even charged for the drugs, the hospital equipment, and the services of the doctors. The Whites defray the costs, sometimes out of humanitarian considerations, sometimes impelled by their own interests. It is true that in some of these countries imported foreign capital and the adoption of foreign technological methods by the comparatively small domestic capital synchronously tend to increase the per capita output of labor and thus to bring about a tendency toward an improvement in the average standard of living. However, this does not sufficiently counterbalance the opposite tendency resulting from the drop in mortality rates not accompanied by an adequate fall in fertility rates. The contact with the West has not yet benefited these peoples because it has not yet affected their minds; it has not freed them from age-old superstitions, prejudices, and misapprehensions; it has merely altered their technological and therapeutical knowledge.

22

Οι μεταρρυθμιστές των ανατολικών λαών επιθυμούν να εξασφαλίσουν στους συμπολίτες τους την υλική ευημερία που απολαμβάνουν τα δυτικά έθνη. Παραπλανημένοι από μαρξικές, εθνικιστικές και μιλιταριστικές ιδέες, πιστεύουν ότι για την επίτευξη αυτού του σκοπού απαιτείται μόνο η εισαγωγή της ευρωπαϊκής και της αμερικανικής τεχνολογίας. Ούτε οι Σλάβοι μπολσεβίκοι και εθνικιστές ούτε οι υποστηρικτές τους στις Ινδίες, στην Κίνα και στην Ιαπωνία αντιλαμβάνονται ότι εκείνο που χρειάζονται περισσότερο οι λαοί τους δεν είναι η δυτική τεχνολογία, αλλά η κοινωνική τάξη η οποία, εκτός από τα άλλα επιτεύγματά της, δημιούργησε και αυτή την τεχνολογική γνώση. Εκείνο που τους λείπει πρωτίστως είναι η οικονομική ελευθερία και η ιδιωτική πρωτοβουλία, οι επιχειρηματίες και ο καπιταλισμός. Αυτοί, όμως, αναζητούν μόνο μηχανικούς και μηχανές.

Εκείνο που χωρίζει την Ανατολή από τη Δύση είναι το κοινωνικό και οικονομικό σύστημα. Το δυτικό πνεύμα που δημιούργησε τον καπιταλισμό είναι ξένο προς την Ανατολή. Είναι ανώφελο να εισάγονται τα υλικά παρελκόμενα του καπιταλισμού χωρίς να γίνεται δεκτός ο ίδιος ο καπιταλισμός. Κανένα επίτευγμα του καπιταλιστικού πολιτισμού δεν θα μπορούσε να είχε πραγματοποιηθεί σε μη καπιταλιστικό περιβάλλον ούτε μπορεί να διατηρηθεί σε έναν κόσμο χωρίς οικονομία της αγοράς.

The reformers of the oriental peoples want to secure for their fellow citizens the material well-being that the Western nations enjoy. Deluded by Marxian, nationalist, and militarist ideas they think that all that is needed for the attainment of this end is the introduction of European and American technology. Neither the Slavonic Bolsheviks and nationalists nor their sympathizers in the Indies, in China, and in Japan realize that what their peoples need most is not Western technology, but the social order which in addition to other achievements has generated this technological knowledge. They lack first of all economic freedom and private initiative, entrepreneurs and capitalism. But they look only for engineers and machines. What separates East and West is the social and economic system. The East is foreign to the Western spirit that has created capitalism. It is of no use to import the paraphernalia of capitalism without admitting capitalism as such. No achievement of capitalist civilization would have been accomplished in a noncapitalistic environment or can be preserved in a world without a market economy.

23

Αν οι ασιατικοί και αφρικανικοί λαοί εισέλθουν πραγματικά στην τροχιά του δυτικού πολιτισμού, θα πρέπει να υιοθετήσουν ανεπιφύλακτα την οικονομία της αγοράς. Τότε οι μάζες τους θα ξεπεράσουν τη σημερινή προλεταριακή τους εξαθλίωση και θα εφαρμόζουν τον έλεγχο των γεννήσεων όπως αυτός εφαρμόζεται σε κάθε καπιταλιστική χώρα. Η υπερβολική αύξηση του πληθυσμού δεν θα εμποδίζει πλέον τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.

Αν, όμως, οι ανατολικοί λαοί περιοριστούν και στο μέλλον στη μηχανική παραλαβή των απτών επιτευγμάτων της Δύσης, χωρίς να ενστερνιστούν τη θεμελιώδη φιλοσοφία και τις κοινωνικές ιδεολογίες της, θα παραμείνουν για πάντα στη σημερινή κατάσταση κατωτερότητας και ένδειας. Ο πληθυσμός τους μπορεί να αυξηθεί σημαντικά, αλλά δεν θα κατορθώσουν να υπερβούν την εξαθλίωση. Αυτές οι δυστυχισμένες μάζες απόρων ασφαλώς δεν θα αποτελέσουν σοβαρή απειλή για την ανεξαρτησία των δυτικών εθνών. Όσο υπάρχει ανάγκη για όπλα, οι επιχειρηματίες της κοινωνίας της αγοράς δεν θα παύσουν ποτέ να παράγουν αποτελεσματικότερα όπλα και, έτσι, να εξασφαλίζουν στους συμπατριώτες τους υπεροχή εξοπλισμού έναντι των μη καπιταλιστικών λαών της Ανατολής, οι οποίοι περιορίζονται στη μίμηση.

Τα στρατιωτικά γεγονότα και των δύο Παγκοσμίων Πολέμων απέδειξαν εκ νέου ότι οι καπιταλιστικές χώρες υπερέχουν και στην παραγωγή εξοπλισμών. Κανένας ξένος επιτιθέμενος δεν μπορεί να καταστρέψει τον καπιταλιστικό πολιτισμό, αν αυτός δεν καταστρέψει ο ίδιος τον εαυτό του. Όπου επιτρέπεται στην καπιταλιστική επιχειρηματικότητα να λειτουργεί ελεύθερα, οι ένοπλες δυνάμεις θα είναι πάντοτε τόσο καλά εξοπλισμένες, ώστε ακόμη και οι μεγαλύτεροι στρατοί των καθυστερημένων λαών δεν θα μπορούν να τους αντιπαρατεθούν ισότιμα. Ακόμη και ο κίνδυνος από την καθολική γνωστοποίηση των μεθόδων κατασκευής «μυστικών» όπλων έχει υπερβληθεί σε μεγάλο βαθμό. Αν ξεσπάσει και πάλι πόλεμος, το ερευνητικό πνεύμα του καπιταλιστικού κόσμου θα προηγείται πάντοτε των λαών που απλώς αντιγράφουν και μιμούνται αδέξια.

If the Asiatics really enter into the orbit of Western civilization, they will have to adopt the market economy without reservations. Then their masses will rise above their present proletarian wretchedness and practice birth control as it is practiced in every capitalistic country. No excessive growth of population will longer hinder the improvement in the standards of living. But if the oriental peoples in the future confine themselves to mechanical reception of the tangible achievements of the West without embracing its basic philosophy and social ideologies, they will forever remain in their present state of inferiority and destitution. Their populations may increase considerably, but they will not raise themselves above distress. These miserable masses of paupers will certainly not be a serious menace to the independence of the Western nations. As long as there is a need for weapons, the entrepreneurs of the market society will never stop producing more efficient weapons and thus securing to their countrymen a superiority of equipment over the merely imitative noncapitalistic Orientals. The military events of both World Wars have proved anew that the capitalistic countries are paramount also in armaments production. No foreign aggressor can destroy capitalist civilization if it does not destroy itself. Where capitalistic entrepreneurship is allowed to function freely, the fighting forces will always be so well equipped that the biggest armies of the backward peoples will be no match for them. There has even been great exaggeration of the danger of making the formulas for manufacturing “secret” weapons universally known. If war comes again, the searching mind of the capitalistic world will always have a head start on the peoples who merely copy and imitate clumsily.

24

Οι λαοί που ανέπτυξαν το σύστημα της οικονομίας της αγοράς και παραμένουν προσηλωμένοι σε αυτό υπερέχουν από κάθε άποψη έναντι όλων των άλλων λαών. Το γεγονός ότι επιθυμούν να διατηρήσουν την ειρήνη δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας ή ανικανότητας διεξαγωγής πολέμου. Αγαπούν την ειρήνη επειδή γνωρίζουν ότι οι ένοπλες συγκρούσεις είναι ολέθριες και αποσυνθέτουν τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας. Αν, όμως, ο πόλεμος καταστεί αναπόφευκτος, επιδεικνύουν την ανώτερη αποτελεσματικότητά τους και στις στρατιωτικές υποθέσεις. Αποκρούουν τους βάρβαρους επιτιθέμενους, όσο πολυάριθμοι και αν είναι.

The peoples who have developed the system of market economy and cling to it are in every respect superior to all other peoples. The fact that they are eager to preserve peace is not a mark of their weakness and inability to wage war. They love peace because they know that armed conflicts are pernicious and disintegrate the social division of labor. But if war becomes unavoidable, they show their superior efficiency in military affairs too. They repel the barbarian aggressors whatever their numbers may be.

25

Η σκόπιμη προσαρμογή της γεννητικότητας στην προσφορά των υλικών δυνατοτήτων ευημερίας αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση της ανθρώπινης ζωής και δράσης, του πολιτισμού και κάθε βελτίωσης του πλούτου και της ευημερίας. Το αν η μόνη ωφέλιμη μέθοδος ελέγχου των γεννήσεων είναι η αποχή από τη συνουσία αποτελεί ζήτημα που πρέπει να κριθεί από τη σκοπιά της σωματικής και ψυχικής υγιεινής. Είναι παράλογο να συγχέεται το ζήτημα με την επίκληση ηθικών επιταγών που διαμορφώθηκαν σε εποχές οι οποίες αντιμετώπιζαν διαφορετικές συνθήκες. Η πραξεολογία, ωστόσο, δεν ενδιαφέρεται για τις θεολογικές πτυχές του προβλήματος. Οφείλει απλώς να διαπιστώσει ότι, όπου δεν υπάρχει περιορισμός της τεκνογονίας, δεν μπορεί να τεθεί ζήτημα πολιτισμού και βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου.

The purposive adjustment of the birth rate to the supply of the material potentialities of well-being is an indispensable condition of human life and action, of civilization, and of any improvement in wealth and welfare. Whether the only beneficial method of birth control is abstention from coitus is a question which must be decided from the point of view of bodily and mental hygiene. It is absurd to confuse the issue by referring to ethical precepts developed in ages which were faced with different conditions. However, praxeology is not interested in the theological aspects of the problem. It has merely to establish the fact that where there is no limitation of offspring there cannot be any question of civilization and improvement in the standard of living.

26

Μια σοσιαλιστική κοινοπολιτεία θα ήταν υποχρεωμένη να ρυθμίζει τη γεννητικότητα μέσω αυταρχικού ελέγχου. Θα έπρεπε να υποτάξει σε κανονιστική πειθαρχία τη σεξουαλική ζωή των υπηκόων της, όπως και όλες τις άλλες σφαίρες της συμπεριφοράς τους. Στην οικονομία της αγοράς, κάθε άτομο επιδιώκει αυθόρμητα να μην αποκτά παιδιά τα οποία δεν θα μπορούσε να αναθρέψει χωρίς να μειώσει σημαντικά το βιοτικό επίπεδο της οικογένειάς του. Με αυτόν τον τρόπο αναχαιτίζεται η αύξηση του πληθυσμού πέρα από το άριστο μέγεθος, όπως αυτό καθορίζεται από την προσφορά του διαθέσιμου κεφαλαίου και την κατάσταση της τεχνολογικής γνώσης. Τα συμφέροντα κάθε ατόμου συμπίπτουν με εκείνα όλων των άλλων ατόμων.

A socialist commonwealth would be under the necessity of regulating the fertility rate by authoritarian control. It would have to regiment the sexual life of its wards no less than all other spheres of their conduct. In the market economy every individual is spontaneously intent upon not begetting children whom he could not rear without considerably lowering his family’s standard of life. Thus the growth of population beyond the optimum size as determined by the supply of capital available and the state of technological knowledge is checked. The interests of each individual coincide with those of all other individuals.

27

Όσοι αντιμάχονται τον έλεγχο των γεννήσεων επιθυμούν να εξαλείψουν έναν μηχανισμό απαραίτητο για τη διατήρηση της ειρηνικής ανθρώπινης συνεργασίας και του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας. Όπου το μέσο βιοτικό επίπεδο υποβαθμίζεται από την υπερβολική αύξηση του πληθυσμού, εμφανίζονται αγεφύρωτες συγκρούσεις συμφερόντων. Κάθε άτομο γίνεται και πάλι αντίπαλος όλων των άλλων ατόμων στον αγώνα για επιβίωση. Η εξόντωση των αντιπάλων αποτελεί το μοναδικό μέσο αύξησης της δικής του ευημερίας.

Οι φιλόσοφοι και οι θεολόγοι που υποστηρίζουν ότι ο έλεγχος των γεννήσεων αντιβαίνει στους νόμους του Θεού και της Φύσης αρνούνται να δουν τα πράγματα όπως πραγματικά είναι. Η φύση περιορίζει τα υλικά μέσα που απαιτούνται για τη βελτίωση της ανθρώπινης ευημερίας και την επιβίωση. Δεδομένων των φυσικών συνθηκών, ο άνθρωπος έχει μόνο δύο επιλογές: είτε τον ανελέητο πόλεμο όλων εναντίον όλων είτε την κοινωνική συνεργασία. Η κοινωνική συνεργασία, όμως, είναι αδύνατη αν οι άνθρωποι αφήνουν ανεξέλεγκτη τη φυσική ορμή της αναπαραγωγής.

Περιορίζοντας την τεκνογονία, ο άνθρωπος προσαρμόζεται στις φυσικές συνθήκες της ύπαρξής του. Ο εξορθολογισμός των σεξουαλικών παθών αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση του πολιτισμού και των κοινωνικών δεσμών. Η εγκατάλειψή του δεν θα αύξανε αλλά, μακροπρόθεσμα, θα μείωνε τον αριθμό εκείνων που επιβιώνουν και θα καθιστούσε τη ζωή όλων εξίσου στερημένη και δυστυχισμένη με τη ζωή των προγόνων μας πριν από πολλές χιλιάδες χρόνια.

Those fighting birth control want to eliminate a device indispensable for the preservation of peaceful human cooperation and the social division of labor. Where the average standard of living is impaired by the excessive increase in population figures, irreconcilable conflicts of interests arise. Each individual is again a rival of all other individuals in the struggle for survival. The annihilation of rivals is the only means of increasing one’s own well-being. The philosophers and theologians who assert that birth control is contrary to the laws of God and Nature refuse to see things as they really are. Nature straitens the material means required for the improvement of human well-being and survival. As natural conditions are, man has only the choice between the pitiless war of each against each or social cooperation. But social cooperation is impossible if people give rein to the natural impulse of proliferation. In restricting procreation man adjusts himself to the natural conditions of his existence. The rationalization of the sexual passions is an indispensable condition of civilization and societal bonds. Its abandonment would in the long run not increase but decrease the numbers of those surviving, and would render life for everyone as poor and miserable as it was many thousands of years ago for our ancestors.

28

3. Η αρμονία των «ορθώς εννοούμενων» συμφερόντων

↗ στη σελίδα του βιβλίου

3. The Harmony of the “Rightly Understood” Interests

29

Από αμνημονεύτων χρόνων οι άνθρωποι φλυαρούν για τις μακάριες συνθήκες που απολάμβαναν οι πρόγονοί τους στην αρχική «φυσική κατάσταση». Από τους αρχαίους μύθους, τους θρύλους και τα ποιήματα, η εικόνα αυτής της πρωτόγονης ευτυχίας πέρασε σε πολλές δημοφιλείς φιλοσοφίες του δέκατου έβδομου και του δέκατου όγδοου αιώνα. Στη γλώσσα τους, ο όρος «φυσικό» δήλωνε ό,τι ήταν καλό και ωφέλιμο στις ανθρώπινες υποθέσεις, ενώ ο όρος «πολιτισμός» είχε απαξιωτική συνδήλωση. Η πτώση του ανθρώπου θεωρούνταν συνέπεια της απόκλισης από τις πρωτόγονες συνθήκες εποχών κατά τις οποίες υπήρχε ελάχιστη διαφορά μεταξύ του ανθρώπου και των άλλων ζώων. Εκείνη την εποχή, υποστήριζαν αυτοί οι ρομαντικοί εγκωμιαστές του παρελθόντος, δεν υπήρχαν συγκρούσεις μεταξύ των ανθρώπων. Η ειρήνη στον Κήπο της Εδέμ παρέμενε αδιατάρακτη.

From time immemorial men have prattled about the blissful conditions their ancestors enjoyed in the original “state of nature.” From old myths, fables, and poems the image of this primitive happiness passed into many popular philosophies of the seventeenth and eighteenth centuries. In their language the term natural denoted what was good and beneficial in human affairs, while the term civilization had the connotation of opprobrium. The fall of man was seen in the deviation from the primitive conditions of ages in which there was but little difference between man and other animals. At that time, these romantic eulogists of the past asserted, there were no conflicts between men. Peace was undisturbed in the Garden of Eden.

30

Η φύση, όμως, δεν δημιουργεί ούτε ειρήνη ούτε καλή θέληση. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της «φυσικής κατάστασης» είναι η αγεφύρωτη σύγκρουση. Κάθε άτομο είναι αντίπαλος όλων των άλλων ατόμων. Τα μέσα συντήρησης είναι σπάνια και δεν εξασφαλίζουν την επιβίωση όλων. Οι συγκρούσεις δεν μπορούν ποτέ να εξαφανιστούν. Αν μια ομάδα ανθρώπων, ενωμένη με σκοπό την κατατρόπωση αντίπαλων ομάδων, κατορθώσει να εξοντώσει τους εχθρούς της, προκύπτουν νέες αντιθέσεις μεταξύ των νικητών σχετικά με τη διανομή της λείας. Πηγή των συγκρούσεων είναι πάντοτε το γεγονός ότι το μερίδιο κάθε ανθρώπου περιορίζει τα μερίδια όλων των άλλων.

Yet nature does not generate peace and good will. The characteristic mark of the “state of nature” is irreconcilable conflict. Each specimen is the rival of all other specimens. The means of subsistence are scarce and do not grant survival to all. The conflicts can never disappear. If a band of men, united with the object of defeating rival bands, succeeds in annihilating its foes, new antagonisms arise among the victors over the distribution of the booty. The source of the conflicts is always the fact that each man’s portion curtails the portions of all other men. This is a dilemma that does not allow of any peaceful solution.

31

Εκείνο που καθιστά δυνατές τις φιλικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων είναι η υψηλότερη παραγωγικότητα του καταμερισμού της εργασίας. Αυτός εξαλείφει τη φυσική σύγκρουση συμφερόντων. Διότι, όπου υπάρχει καταμερισμός της εργασίας, δεν τίθεται πλέον ζήτημα διανομής μιας προσφοράς που δεν μπορεί να αυξηθεί. Χάρη στην υψηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας που εκτελείται υπό τον καταμερισμό των καθηκόντων, η προσφορά αγαθών πολλαπλασιάζεται. Ένα υπέρτατο κοινό συμφέρον, η διατήρηση και η περαιτέρω ενίσχυση της κοινωνικής συνεργασίας, καθίσταται κυρίαρχο και εξαλείφει όλες τις ουσιώδεις αντιθέσεις. Ο καταλλακτικός ανταγωνισμός αντικαθιστά τον βιολογικό ανταγωνισμό. Δημιουργεί αρμονία μεταξύ των συμφερόντων όλων των μελών της κοινωνίας.

Η ίδια η συνθήκη από την οποία προκύπτουν οι αγεφύρωτες συγκρούσεις του βιολογικού ανταγωνισμού —δηλαδή το γεγονός ότι όλοι οι άνθρωποι επιδιώκουν, σε γενικές γραμμές, τα ίδια πράγματα— μετατρέπεται σε παράγοντα που προάγει την αρμονία των συμφερόντων. Επειδή πολλοί άνθρωποι, ή ακόμη και όλοι, επιθυμούν ψωμί, ενδύματα, υποδήματα και αυτοκίνητα, καθίσταται εφικτή η μεγάλης κλίμακας παραγωγή αυτών των αγαθών και το κόστος παραγωγής τους μειώνεται σε τέτοιον βαθμό, ώστε αυτά να είναι προσιτά σε χαμηλές τιμές. Το γεγονός ότι ο συνάνθρωπός μου επιθυμεί, όπως και εγώ, να αποκτήσει υποδήματα δεν δυσχεραίνει αλλά διευκολύνει τη δική μου απόκτηση υποδημάτων. Εκείνο που αυξάνει την τιμή των υποδημάτων είναι το γεγονός ότι η φύση δεν παρέχει αφθονότερη ποσότητα δέρματος και των άλλων απαιτούμενων πρώτων υλών και ότι πρέπει κανείς να υποβληθεί στην απαρέσκεια της εργασίας για να μετατρέψει αυτές τις πρώτες ύλες σε υποδήματα. Ο καταλλακτικός ανταγωνισμός εκείνων που, όπως εγώ, επιθυμούν να αποκτήσουν υποδήματα καθιστά τα υποδήματα φθηνότερα και όχι ακριβότερα.

What makes friendly relations between human beings possible is the higher productivity of the division of labor. It removes the natural conflict of interests. For where there is division of labor, there is no longer question of the distribution of a supply not capable of enlargement. Thanks to the higher productivity of labor performed under the division of tasks, the supply of goods multiplies. A preeminent common interest, the preservation and further intensification of social cooperation, becomes paramount and obliterates all essential collisions. Catallactic competition is substituted for biological competition. It makes for harmony of the interests of all members of society. The very condition from which the irreconcilable conflicts of biological competition arise—viz., the fact that all people by and large strive after the same things—is transformed into a factor making for harmony of interests. Because many people or even all people want bread, clothes, shoes, and cars, large-scale production of these goods becomes feasible and reduces the costs of production to such an extent that they are accessible at low prices. The fact that my fellow man wants to acquire shoes as I do, does not make it harder for me to get shoes, but easier. What enhances the price of shoes is the fact that nature does not provide a more ample supply of leather and other raw materials required, and that one must submit to the disutility of labor in order to transform these raw materials into shoes. The catallactic competition of those who, like me, are eager to have shoes makes shoes cheaper, not more expensive.

32

Αυτό είναι το νόημα του θεωρήματος περί αρμονίας των ορθώς εννοούμενων συμφερόντων όλων των μελών της κοινωνίας της αγοράς.6 Όταν οι κλασικοί οικονομολόγοι διατύπωναν αυτή τη θέση, επιδίωκαν να υπογραμμίσουν δύο σημεία. Πρώτον, ότι όλοι ενδιαφέρονται για τη διατήρηση του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, του συστήματος που πολλαπλασιάζει την παραγωγικότητα των ανθρώπινων προσπαθειών. Δεύτερον, ότι στην κοινωνία της αγοράς η ζήτηση των καταναλωτών κατευθύνει τελικά όλες τις παραγωγικές δραστηριότητες.

Το γεγονός ότι δεν μπορούν να ικανοποιηθούν όλες οι ανθρώπινες ανάγκες δεν οφείλεται σε ακατάλληλους κοινωνικούς θεσμούς ή σε ανεπάρκειες του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Αποτελεί φυσική συνθήκη της ανθρώπινης ζωής. Η πεποίθηση ότι η φύση προσφέρει στον άνθρωπο ανεξάντλητα πλούτη και ότι η ένδεια αποτελεί συνέπεια της αποτυχίας του να οργανώσει την καλή κοινωνία είναι εντελώς εσφαλμένη. Η «φυσική κατάσταση», την οποία οι μεταρρυθμιστές και οι ουτοπιστές παρουσίαζαν ως παραδεισένια, ήταν στην πραγματικότητα κατάσταση έσχατης φτώχειας και δυστυχίας. «Η φτώχεια», λέει ο Bentham, «δεν είναι έργο των νόμων· είναι η πρωταρχική κατάσταση του ανθρώπινου γένους».7 Ακόμη και εκείνοι που βρίσκονται στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας είναι σε πολύ καλύτερη θέση από εκείνη στην οποία θα βρίσκονταν αν δεν υπήρχε κοινωνική συνεργασία. Και αυτοί ωφελούνται από τη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς και συμμετέχουν στα πλεονεκτήματα της πολιτισμένης κοινωνίας.

This is the meaning of the theorem of the harmony of the rightly understood interests of all members of the market society.[6] When the classical economists made this statement, they were trying to stress two points: First, that everybody is interested in the preservation of the social division of labor, the system that multiplies the productivity of human efforts. Second, that in the market society consumers’ demand ultimately directs all production activities. The fact that not all human wants can be satisfied is not due to inappropriate social institutions or to deficiencies of the system of the market economy. It is a natural condition of human life. The belief that nature bestows upon man inexhaustible riches and that misery is an outgrowth of man’s failure to organize the good society is entirely fallacious. The “state of nature” which the reformers and utopians depicted as paradisiac was in fact a state of extreme poverty and distress. “Poverty,” says Bentham, “is not the work of the laws, it is the primitive condition of the human race.”[7] Even those at the base of the social pyramid are much better off than they would have been in the absence of social cooperation. They too are benefited by the operation of the market economy and participate in the advantages of civilized society.

33

Οι μεταρρυθμιστές του δέκατου ένατου αιώνα δεν εγκατέλειψαν τον προσφιλή μύθο του αρχικού επίγειου παραδείσου. Ο Friedrich Engels τον ενσωμάτωσε στη μαρξική εξιστόρηση της κοινωνικής εξέλιξης της ανθρωπότητας. Δεν πρόβαλλαν, όμως, πλέον τη μακαριότητα της aurea aetas, της χρυσής εποχής, ως πρότυπο κοινωνικής και οικονομικής ανασυγκρότησης. Αντιπαρέβαλλαν την υποτιθέμενη διαφθορά του καπιταλισμού προς την ιδεώδη ευτυχία που θα απολαμβάνει ο άνθρωπος στο σοσιαλιστικό Ηλύσιο του μέλλοντος.

Ο σοσιαλιστικός τρόπος παραγωγής, υποστηρίζουν, θα καταργήσει τα δεσμά μέσω των οποίων ο καπιταλισμός αναχαιτίζει την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και θα αυξήσει απεριόριστα την παραγωγικότητα της εργασίας και τον πλούτο. Η διατήρηση της ελεύθερης επιχειρηματικότητας και της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής ωφελεί αποκλειστικά τη μικρή μειονότητα των παρασιτικών εκμεταλλευτών και βλάπτει τη συντριπτική πλειονότητα των εργαζομένων. Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο της κοινωνίας της αγοράς επικρατεί αγεφύρωτη σύγκρουση μεταξύ των συμφερόντων του «κεφαλαίου» και εκείνων της «εργασίας». Αυτή η ταξική πάλη μπορεί να εξαφανιστεί μόνο όταν ο καταφανώς άδικος καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής αντικατασταθεί από ένα δίκαιο σύστημα κοινωνικής οργάνωσης, είτε τον σοσιαλισμό είτε τον παρεμβατισμό.

The nineteenth-century reformers did not drop the cherished fable of the original earthly paradise. Frederick Engels incorporated it in the Marxian account of mankind’s social evolution. However, they no longer set up the bliss of the aurea aetas as a pattern for social and economic reconstruction. They contrast the alleged depravity of capitalism with the ideal happiness man will enjoy in the socialist Elysium of the future. The socialist mode of production will abolish the fetters by means of which capitalism checks the development of the productive forces, and will increase the productivity of labor and wealth beyond all measure. The preservation of free enterprise and the private ownership of the means of production benefits exclusively the small minority of parasitic exploiters and harms the immense majority of working men. Hence there prevails within the frame of the market society an irreconcilable conflict between the interests of “capital” and those of “labor.” This class struggle can disappear only when a fair system of social organization—either socialism or interventionism—is substituted for the manifestly unfair capitalist mode of production.

34

Αυτή είναι η σχεδόν καθολικά αποδεκτή κοινωνική φιλοσοφία της εποχής μας. Δεν δημιουργήθηκε από τον Marx, μολονότι οφείλει τη δημοτικότητά της κυρίως στα έργα του Marx και των μαρξιστών. Σήμερα υποστηρίζεται όχι μόνο από τους μαρξιστές αλλά εξίσου από τα περισσότερα κόμματα που διακηρύσσουν εμφατικά τον αντιμαρξισμό τους και αποδίδουν μόνο φραστική τιμή στην ελεύθερη επιχειρηματικότητα. Αποτελεί την επίσημη κοινωνική φιλοσοφία τόσο του Ρωμαιοκαθολικισμού όσο και του Αγγλοκαθολικισμού· υποστηρίζεται από πολλούς διακεκριμένους υπέρμαχους των διαφόρων προτεσταντικών ομολογιών και της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Αποτελεί ουσιώδες μέρος των διδασκαλιών του ιταλικού φασισμού, του γερμανικού ναζισμού και όλων των παραλλαγών των παρεμβατικών θεωριών. Ήταν η ιδεολογία της Sozialpolitik των Hohenzollern στη Γερμανία, των Γάλλων βασιλοφρόνων που επιδίωκαν την παλινόρθωση του Οίκου των Bourbon-Orléans, του New Deal του προέδρου Roosevelt και των εθνικιστών της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής. Οι αντιθέσεις μεταξύ αυτών των κομμάτων και παρατάξεων αφορούν συμπτωματικά ζητήματα —όπως το θρησκευτικό δόγμα, τους συνταγματικούς θεσμούς και την εξωτερική πολιτική— και, πρωτίστως, τα ιδιαίτερα γνωρίσματα του κοινωνικού συστήματος που πρόκειται να αντικαταστήσει τον καπιταλισμό. Όλοι, όμως, συμφωνούν με τη θεμελιώδη θέση ότι η ίδια η ύπαρξη του καπιταλιστικού συστήματος βλάπτει τα ζωτικά συμφέροντα της συντριπτικής πλειονότητας των εργατών, των τεχνιτών και των μικρών αγροτών· και όλοι απαιτούν, στο όνομα της κοινωνικής δικαιοσύνης, την κατάργηση του καπιταλισμού.8

Such is the almost universally accepted social philosophy of our age. It was not created by Marx, although it owes its popularity mainly to the writings of Marx and the Marxians. It is today endorsed not only by the Marxians, but no less by most of those parties who emphatically declare their anti-Marxism, and pay Up service to free enterprise. It is the official social philosophy of Roman Catholicism as well as of Anglo-Catholicism; it is supported by many eminent champions of the various Protestant denominations and of the Orthodox Oriental Church. It is an essential part of the teachings of Italian Fascism and of German Nazism and of all varieties of interventionist doctrines. It was the ideology of the Sozialpolitik of the Hohenzollerns in Germany and the French royalists aiming at the restoration of the house of Bourbon-Orléans, of the New Deal of President Roosevelt, and of the nationalists of Asia and Latin America. The antagonisms between these parties and factions refer to accidental issues— such as religious dogma, constitutional institutions, foreign policy—and, first of all, to the characteristic features of the social system that is to be substituted for capitalism. But they all agree in the fundamental thesis that the very existence of the capitalist system harms the vital interests of the immense majority of workers, artisans, and small farmers, and they all ask in the name of social justice for the abolition of capitalism.[8]

35

Όλοι οι σοσιαλιστές και παρεμβατιστές συγγραφείς και πολιτικοί θεμελιώνουν την ανάλυση και την κριτική τους για την οικονομία της αγοράς σε δύο θεμελιώδη σφάλματα.

Πρώτον, αδυνατούν να αναγνωρίσουν τον κερδοσκοπικό χαρακτήρα που ενυπάρχει σε όλες τις προσπάθειες μέριμνας για τη μελλοντική ικανοποίηση των αναγκών, δηλαδή σε κάθε ανθρώπινη δράση. Υποθέτουν αφελώς ότι δεν μπορεί να υπάρχει καμία αμφιβολία ως προς τα μέτρα που πρέπει να εφαρμοστούν για την καλύτερη δυνατή εξασφάλιση των αναγκών των καταναλωτών. Σε μια σοσιαλιστική κοινοπολιτεία, ο τσάρος της παραγωγής —ή το κεντρικό συμβούλιο διεύθυνσης της παραγωγής— δεν θα χρειάζεται να προβεί σε κερδοσκοπικές εκτιμήσεις. Θα πρέπει «απλώς» να εφαρμόσει τα μέτρα που είναι ωφέλιμα για τους υπηκόους του.

Οι υπέρμαχοι της σχεδιασμένης οικονομίας δεν συνέλαβαν ποτέ ότι το πρόβλημα συνίσταται στην κατανομή των σπάνιων συντελεστών παραγωγής μεταξύ των διαφόρων κλάδων παραγωγής κατά τρόπο ώστε καμία ανάγκη που θεωρείται περισσότερο επείγουσα να μην παραμένει ανικανοποίητη, επειδή οι συντελεστές παραγωγής που απαιτούνται για την ικανοποίησή της χρησιμοποιήθηκαν —δηλαδή σπαταλήθηκαν— για την ικανοποίηση αναγκών που θεωρούνται λιγότερο επείγουσες. Αυτό το οικονομικό πρόβλημα δεν πρέπει να συγχέεται με το τεχνολογικό πρόβλημα. Η τεχνολογική γνώση μπορεί απλώς να μας πει τι θα μπορούσε να επιτευχθεί με βάση το σημερινό επίπεδο των επιστημονικών γνώσεών μας. Δεν απαντά στα ερωτήματα τι πρέπει να παραχθεί και σε ποιες ποσότητες ούτε ποια από τις πολυάριθμες διαθέσιμες τεχνολογικές μεθόδους πρέπει να επιλεγεί.

Παραπλανημένοι από την αδυναμία τους να αντιληφθούν αυτό το ουσιώδες ζήτημα, οι υπέρμαχοι της σχεδιασμένης κοινωνίας πιστεύουν ότι ο τσάρος της παραγωγής δεν θα σφάλλει ποτέ στις αποφάσεις του. Στην οικονομία της αγοράς, οι επιχειρηματίες και οι κεφαλαιούχοι δεν μπορούν να αποφύγουν τη διάπραξη σοβαρών σφαλμάτων, επειδή δεν γνωρίζουν ούτε τι επιθυμούν οι καταναλωτές ούτε τι πράττουν οι ανταγωνιστές τους. Ο γενικός διευθυντής ενός σοσιαλιστικού κράτους θα είναι αλάνθαστος, επειδή μόνο αυτός θα έχει την εξουσία να καθορίζει τι πρέπει να παραχθεί και με ποιον τρόπο και επειδή καμία πράξη άλλων ανθρώπων δεν θα παρεμβαίνει στα σχέδιά του.9

All socialist and interventionist authors and politicians base their analysis and critique of the market economy on two fundamental errors. First, they fail to recognize the speculative character inherent in all endeavors to provide for future want-satisfaction, i.e., in all human action. They naively assume that there cannot exist any doubt about the measures to be applied for the best possible provisioning of the consumers. In a socialist commonwealth there will be no need for the production tsar (or the central board of production management) to speculate. He will “simply” have to resort to those measures which are beneficial to his wards. The advocates of a planned economy have never conceived that the task is to provide for future wants which may differ from today’s wants and to employ the various available factors of production in the most expedient way for the best possible satisfaction of these uncertain future wants. They have not conceived that the problem is to allocate scarce factors of production to the various branches of production in such a way that no wants considered more urgent should remain unsatisfied because the factors of production required for their satisfaction were employed, i.e., wasted, for the satisfaction of wants considered less urgent. This economic problem must not be confused with the technological problem. Technological knowledge can merely tell us what could be achieved under the present state of our scientific insight. It does not answer the questions as to what should be produced and in what quantities, and which of the multitude of technological processes available should be chosen. Deluded by their failure to grasp this essential matter, the advocates of a planned society believe that the production tsar will never err in his decisions. In the market economy the entrepreneurs and capitalists cannot avoid committing serious blunders because they know neither what the consumers want nor what their competitors are doing. The general manager of a socialist state will be infallible because he alone will have the power to determine what should be produced and how, and because no action of other people will cross his plans.[9]

36

Το δεύτερο θεμελιώδες σφάλμα της σοσιαλιστικής κριτικής κατά της οικονομίας της αγοράς πηγάζει από την εσφαλμένη θεωρία της για τους μισθούς. Οι σοσιαλιστές δεν κατόρθωσαν να αντιληφθούν ότι ο μισθός είναι η τιμή που καταβάλλεται για την επίδοση του μισθωτού, δηλαδή για τη συμβολή των προσπαθειών του στη μεταποίηση του συγκεκριμένου αγαθού ή, όπως συνήθως λέγεται, για την αξία που προσθέτουν οι υπηρεσίες του στην αξία των υλικών.

Ανεξάρτητα από το αν οι μισθοί καταβάλλονται με βάση τον χρόνο εργασίας ή με το κομμάτι, ο εργοδότης αγοράζει πάντοτε την επίδοση και τις υπηρεσίες του εργαζομένου και όχι τον χρόνο του. Επομένως, δεν είναι αληθές ότι στην ανεμπόδιστη οικονομία της αγοράς ο εργαζόμενος δεν έχει προσωπικό συμφέρον για την εκτέλεση του καθήκοντός του. Οι σοσιαλιστές σφάλλουν σοβαρά όταν ισχυρίζονται ότι εκείνοι που λαμβάνουν ορισμένη αμοιβή ανά ώρα, ημέρα, εβδομάδα, μήνα ή έτος δεν παρακινούνται από το προσωπικό τους συμφέρον να εργάζονται αποτελεσματικά.

Δεν είναι τα υψηλά ιδανικά και το αίσθημα καθήκοντος εκείνα που αποτρέπουν τον εργαζόμενο, ο οποίος αμείβεται σύμφωνα με τη διάρκεια του χρόνου εργασίας, από την αμέλεια και τη χρονοτριβή στον χώρο εργασίας, αλλά πολύ ουσιαστικοί λόγοι. Όποιος εργάζεται περισσότερο και καλύτερα λαμβάνει υψηλότερη αμοιβή· και όποιος επιθυμεί να κερδίσει περισσότερα πρέπει να αυξήσει την ποσότητα και να βελτιώσει την ποιότητα της επίδοσής του. Οι σκληροτράχηλοι εργοδότες δεν είναι τόσο εύπιστοι ώστε να επιτρέπουν στους οκνηρούς εργαζομένους να τους εξαπατούν· ούτε είναι τόσο αμελείς όσο οι κυβερνήσεις που καταβάλλουν μισθούς σε πλήθη αργόσχολων γραφειοκρατών. Ούτε οι μισθωτοί είναι τόσο ανόητοι ώστε να μη γνωρίζουν ότι η οκνηρία και η αναποτελεσματικότητα τιμωρούνται αυστηρά στην αγορά εργασίας.10

The second fundamental error involved in the socialists’ critique of the market economy stems from their faulty theory of wages. They have failed to realize that wages are the price paid for the wage earner’s achievement, i.e., for the contribution of his efforts to the processing of the good concerned or, as people say, for the value which his services add to the value of the materials. No matter whether there are time wages or piece work wages, the employer always buys the worker’s performance and services, not his time. It is therefore not true that in the unhampered market economy the worker has no personal interest in the execution of his task. The socialists are badly mistaken in asserting that those paid a certain rate per hour, per day, per week, per month, or per year are not impelled by their own selfish interests when they work efficiently. It is not lofty ideals and the sense of duty that deter a worker paid according to the length of time worked from carelessness and loafing around the shop, but very substantial arguments. He who works more and better gets higher pay, and he who wants to earn more must increase the quantity and improve the quality of his performance. The hard-boiled employers are not so gullible as to let themselves be cheated by slothful employees; they are not so negligent as those governments who pay salaries to hosts of loafing bureaucrats. Neither are the wage earners so stupid as not to know that laziness and inefficiency are heavily penalized on the labor market.[10]

37

Πάνω στο σαθρό έδαφος της εσφαλμένης αντίληψής τους για την καταλλακτική φύση των μισθών, οι σοσιαλιστές συγγραφείς διατύπωσαν φανταστικούς μύθους σχετικά με την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας που αναμένεται να προκύψει από την υλοποίηση των σχεδίων τους. Υπό τον καπιταλισμό, λένε, ο ζήλος του εργαζομένου μειώνεται σοβαρά, επειδή γνωρίζει ότι δεν αποκομίζει ο ίδιος τους καρπούς της εργασίας του και ότι ο μόχθος και οι δυσχέρειές του πλουτίζουν απλώς τον εργοδότη του, αυτόν τον παρασιτικό και αργόσχολο εκμεταλλευτή. Υπό τον σοσιαλισμό, όμως, κάθε εργαζόμενος θα γνωρίζει ότι εργάζεται προς όφελος της κοινωνίας, μέρος της οποίας είναι και ο ίδιος. Αυτή η γνώση θα του παράσχει το ισχυρότερο δυνατό κίνητρο για να καταβάλει τη μέγιστη δυνατή προσπάθεια. Θα προκύψει τεράστια αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και, κατ’ επέκταση, του πλούτου.

On the shaky ground of their misconception of the catallactic nature of wages, the socialist authors have advanced fantastic fables about the increase in the productivity of labor to be expected from the realization of their plans. Under capitalism, they say, the worker’s zeal is seriously impaired because he is aware of the fact that he himself does not reap the fruits of his labor and that his toil and trouble enrich merely his employer, this parasitic and idle exploiter. But under socialism every worker will know that he works for the benefit of society, of which he himself is a part. This knowledge will provide him with the most powerful incentive to do his best. An enormous increase in the productivity of labor and thereby in wealth will result.

38

Ωστόσο, η ταύτιση των συμφερόντων κάθε εργαζομένου με εκείνα της σοσιαλιστικής κοινοπολιτείας αποτελεί καθαρά νομικιστικό και φορμαλιστικό πλάσμα, το οποίο δεν έχει καμία σχέση με την πραγματική κατάσταση. Ενώ οι θυσίες που υφίσταται ο μεμονωμένος εργαζόμενος εντείνοντας τη δική του προσπάθεια επιβαρύνουν αποκλειστικά τον ίδιο, μόνο ένα απειροελάχιστο μέρος του προϊόντος της πρόσθετης προσπάθειάς του ωφελεί τον ίδιο και βελτιώνει τη δική του ευημερία. Ενώ ο μεμονωμένος εργαζόμενος απολαμβάνει πλήρως τις ηδονές που ενδέχεται να αποκομίσει υποκύπτοντας στον πειρασμό της αμέλειας και της οκνηρίας, η επακόλουθη μείωση του κοινωνικού μερίσματος περιορίζει το δικό του μερίδιο μόνο απειροελάχιστα.

Υπό έναν τέτοιο σοσιαλιστικό τρόπο παραγωγής εξαλείφονται όλα τα προσωπικά κίνητρα που παρέχει η ιδιοτέλεια υπό τον καπιταλισμό, ενώ επιβραβεύονται η οκνηρία και η αμέλεια. Ενώ στην καπιταλιστική κοινωνία η ιδιοτέλεια παρακινεί τον καθένα να επιδεικνύει τη μέγιστη επιμέλεια, στη σοσιαλιστική κοινωνία ευνοεί την αδράνεια και τη χαλαρότητα. Οι σοσιαλιστές μπορούν να εξακολουθούν να φλυαρούν για τη θαυματουργή μεταβολή της ανθρώπινης φύσης που θα επιφέρει η έλευση του σοσιαλισμού και για την αντικατάσταση του ευτελούς εγωισμού από τον υψηλόφρονα αλτρουισμό. Δεν μπορούν, όμως, πλέον να αναπαράγουν τους μύθους σχετικά με τα θαυμαστά αποτελέσματα που θα προκαλέσει υπό τον σοσιαλισμό η ιδιοτέλεια κάθε ατόμου.11

However, the identification of the interests of each worker and those of the socialist commonwealth is a purely legalistic and formalistic fiction which has nothing to do with the real state of affairs. While the sacrifices an individual worker makes in intensifying his own exertion burden him alone, only an infinitesimal fraction of the produce of his additional exertion benefits himself and improves his own well-being. While the individual worker enjoys completely the pleasures he may reap by yielding to the temptation to carelessness and laziness, the resulting impairment of the social dividend curtails his own share only infinitesimally. Under such a socialist mode of production all personal incentives which selfishness provides under capitalism are removed, and a premium is put upon laziness and negligence. Whereas in a capitalist society selfishness incites everyone to the utmost diligence, in a socialist society it makes for inertia and laxity. The socialists may still babble about the miraculous change in human nature that the advent of socialism will effect, and about the substitution of lofty altruism for mean egotism. But they must no longer indulge in fables about the marvelous effects the selfishness of each individual will bring about under socialism.[11]

39

Κανένας συνετός άνθρωπος δεν μπορεί, βάσει αυτών των συλλογισμών, να μην καταλήξει στο συμπέρασμα ότι στην οικονομία της αγοράς η παραγωγικότητα της εργασίας είναι ασυγκρίτως υψηλότερη από εκείνη που θα επικρατούσε υπό τον σοσιαλισμό. Ωστόσο, αυτή η γνώση δεν επιλύει, από πραξεολογική, δηλαδή επιστημονική, άποψη, τη διαφορά μεταξύ των υπέρμαχων του καπιταλισμού και εκείνων του σοσιαλισμού.

No judicious man can fail to conclude from the evidence of these considerations that in the market economy the productivity of labor is incomparably higher than it would be under socialism. However, this cognition does not settle the question between the advocates of capitalism and those of socialism from a praxeological, i.e., scientific, point of view.

40

Ένας καλόπιστος υποστηρικτής του σοσιαλισμού, απαλλαγμένος από μισαλλοδοξία, προκατάληψη και κακοβουλία, θα μπορούσε ακόμη να υποστηρίξει:

«Μπορεί να είναι αληθές ότι το P , το συνολικό καθαρό εισόδημα που παράγεται σε μια κοινωνία της αγοράς, είναι μεγαλύτερο από το p , το συνολικό καθαρό εισόδημα που παράγεται σε μια σοσιαλιστική κοινωνία. Αν όμως το σοσιαλιστικό σύστημα αποδίδει σε κάθε μέλος του ίσο μερίδιο του p , δηλαδή p/z = d , τότε όλοι εκείνοι των οποίων το εισόδημα στην κοινωνία της αγοράς είναι μικρότερο από το ευνοούνται από την αντικατάσταση του καπιταλισμού με τον σοσιαλισμό. Ενδέχεται αυτή η ομάδα ανθρώπων να περιλαμβάνει την πλειονότητα του πληθυσμού. Σε κάθε περίπτωση, καθίσταται προφανές ότι η θεωρία περί αρμονίας των ορθώς εννοούμενων συμφερόντων όλων των μελών της κοινωνίας της αγοράς είναι αστήρικτη. Υπάρχει μια τάξη ανθρώπων των οποίων τα συμφέροντα βλάπτονται από την ίδια την ύπαρξη της οικονομίας της αγοράς και οι οποίοι θα βρίσκονταν σε καλύτερη θέση υπό τον σοσιαλισμό».

Οι υπέρμαχοι της οικονομίας της αγοράς αμφισβητούν την αποδεικτική ισχύ αυτού του συλλογισμού. Πιστεύουν ότι το p θα υπολείπεται τόσο πολύ του P , ώστε το d θα είναι μικρότερο ακόμη και από το εισόδημα που λαμβάνουν στην κοινωνία της αγοράς εκείνοι οι οποίοι κερδίζουν τους χαμηλότερους μισθούς. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτή η αντίρρηση είναι βάσιμη. Ωστόσο, δεν στηρίζεται σε πραξεολογικούς συλλογισμούς και, ως εκ τούτου, στερείται της αποδεικτικής και αδιαμφισβήτητης ισχύος που ενυπάρχει σε μια πραξεολογική απόδειξη. Βασίζεται σε μια κρίση συνάφειας, σε μια ποσοτική αποτίμηση της διαφοράς μεταξύ των δύο μεγεθών P και p.

Στο πεδίο της ανθρώπινης δράσης, μια τέτοια ποσοτική γνώση αποκτάται μέσω της κατανόησης, ως προς την οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί πλήρης συμφωνία μεταξύ των ανθρώπων. Η πραξεολογία, η οικονομική επιστήμη και η καταλλακτική δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη διευθέτηση τέτοιων διαφωνιών σχετικά με ποσοτικά ζητήματα.

Οι υπέρμαχοι του σοσιαλισμού θα μπορούσαν να προχωρήσουν ακόμη περισσότερο και να πουν:

A bona fide advocate of socialism who is free from bigotry, prepossession, and malice could still contend: “It may be true that P, the total net income turned out in a market society, is larger than p, the total net income turned out in a socialist society. But if the socialist system assigns to each of its members an equal share of p (viz., p/z = d), all those whose income in the market society is smaller than d are favored by the substitution of socialism for capitalism. It may happen that this group of people includes the majority of men. At any rate it becomes evident that the doctrine of the harmony between the rightly understood interests of all members of the market society is untenable. There is a class of men whose interests are hurt by the very existence of the market economy and who would be better off under socialism.” The liberals contest the conclusiveness of this reasoning. They believe that p will lag so much behind P that d will be smaller than the income which even those earning the lowest wages get in the market society. There can be no doubt that the objection raised by the liberals is well founded. However, their refutation of the socialist claims is not based on praxeological considerations and therefore lacks the apodictic and incontestable argumentative power inherent in a praxeological demonstration. It is based on a judgment of relevance, the quantitative appraisal of the difference between the two magnitudes P and p. In the field of human action such quantitative cognition is obtained by understanding, with regard to which full agreement between men cannot be reached. Praxeology, economics, and catallactics are of no use for the settlement of such dissensions concerning quantitative issues.

41

«Ας δεχτούμε ότι υπό τον σοσιαλισμό κάθε άτομο θα βρίσκεται σε χειρότερη θέση ακόμη και από τον φτωχότερο άνθρωπο υπό τον καπιταλισμό. Παρ’ όλα αυτά, απορρίπτουμε την οικονομία της αγοράς, μολονότι προμηθεύει όλους με περισσότερα αγαθά από όσα θα τους παρείχε ο σοσιαλισμός. Αποδοκιμάζουμε τον καπιταλισμό για ηθικούς λόγους, ως άδικο και ανήθικο σύστημα. Προτιμούμε τον σοσιαλισμό για λόγους που αποκαλούνται συνήθως μη οικονομικοί και αποδεχόμαστε το γεγονός ότι μειώνει την ευημερία όλων».12

Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι αυτή η υπεροπτική αδιαφορία απέναντι στην υλική ευημερία αποτελεί προνόμιο διανοουμένων κλεισμένων σε γυάλινους πύργους, απομονωμένων από την πραγματικότητα, και ασκητών αναχωρητών. Αντιθέτως, εκείνο που κατέστησε τον σοσιαλισμό δημοφιλή στη συντριπτική πλειονότητα των υποστηρικτών του ήταν η ψευδαίσθηση ότι θα τους παρείχε περισσότερες ανέσεις από τον καπιταλισμό. Όπως και αν έχει το ζήτημα, είναι προφανές ότι αυτού του είδους η φιλοσοσιαλιστική επιχειρηματολογία δεν μπορεί να αντικρουστεί από τον φιλελεύθερο συλλογισμό σχετικά με την παραγωγικότητα της εργασίας.

The advocates of socialism could even go farther and say: “Granted that each individual will be worse off under socialism than even the poorest under capitalism. Yet we spurn the market economy in spite of the fact that it supplies everybody with more goods than socialism. We disapprove of capitalism on ethical grounds as an unfair and amoral system. We prefer socialism on grounds commonly called noneconomic and put up with the fact that it impairs everybody’s material well-being.”[12] It cannot be denied that this haughty indifference with regard to material well-being is a privilege reserved to ivory-tower intellectuals, secluded from reality, and to ascetic anchorites. What made socialism popular with the immense majority of its supporters was, on the contrary, the illusion that it would supply them with more amenities than capitalism. But however this may be, it is obvious that this type of prosocialist argumentation cannot be touched by the liberal reasoning concerning the productivity of labor.

42

Αν δεν μπορούσαν να προβληθούν εναντίον των σοσιαλιστικών σχεδίων άλλες αντιρρήσεις πέρα από το ότι ο σοσιαλισμός θα μείωνε το βιοτικό επίπεδο όλων ή τουλάχιστον της συντριπτικής πλειονότητας, θα ήταν αδύνατον για την πραξεολογία να εκφέρει τελική κρίση. Οι άνθρωποι θα έπρεπε να αποφασίσουν μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού βάσει αξιολογικών κρίσεων και κρίσεων συνάφειας. Θα έπρεπε να επιλέξουν μεταξύ των δύο συστημάτων όπως επιλέγουν μεταξύ πολλών άλλων πραγμάτων. Δεν θα μπορούσε να ανακαλυφθεί κανένα αντικειμενικό κριτήριο που να καθιστά δυνατή τη διευθέτηση της διαφοράς κατά τρόπο που να μην επιδέχεται καμία αντίρρηση και να πρέπει να γίνει αποδεκτός από κάθε λογικό άνθρωπο. Η ελευθερία επιλογής και κρίσης κάθε ανθρώπου δεν θα καταργούνταν από κάποια αδυσώπητη αναγκαιότητα.

Η πραγματική κατάσταση, όμως, είναι εντελώς διαφορετική. Ο άνθρωπος δεν είναι σε θέση να επιλέξει μεταξύ αυτών των δύο συστημάτων. Η ανθρώπινη συνεργασία υπό το σύστημα του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας είναι δυνατή μόνο στην οικονομία της αγοράς. Ο σοσιαλισμός δεν αποτελεί πραγματοποιήσιμο σύστημα οικονομικής οργάνωσης της κοινωνίας, επειδή στερείται οποιασδήποτε μεθόδου οικονομικού υπολογισμού. Η εξέταση αυτού του θεμελιώδους προβλήματος αποτελεί αντικείμενο του πέμπτου μέρους του παρόντος βιβλίου.

If no other objections could be raised to the socialist plans than that socialism will lower the standard of living of all or at least of the immense majority, it would be impossible for praxeology to pronounce a final judgment. Men would have to decide the issue between capitalism and socialism on the ground of judgments of value and of judgments of relevance. They would have to choose between the two systems as they choose between many other things. No objective standard could be discovered which would make it possible to settle the dispute in a manner which allows no contradiction and must be accepted by every sane individual. The freedom of each man’s choice and discretion would not be annihilated by inexorable necessity. However, the true state of affairs is entirely different. Man is not in a position to choose between these two systems. Human cooperation under the system of the social division of labor is possible only in the market economy. Socialism is not a realizable system of society’s economic organization because it lacks any method of economic calculation. To deal with this fundamental problem is the task of the fifth part of this book.

43

Η διαπίστωση αυτής της αλήθειας δεν ισοδυναμεί με υποτίμηση της αποδεικτικής ισχύος και της πειστικότητας του αντισοσιαλιστικού επιχειρήματος που αντλείται από τη μείωση της παραγωγικότητας η οποία πρέπει να αναμένεται υπό τον σοσιαλισμό. Το βάρος αυτής της αντίρρησης κατά των σοσιαλιστικών σχεδίων είναι τόσο συντριπτικό, ώστε κανένας συνετός άνθρωπος δεν θα μπορούσε να διστάσει να επιλέξει τον καπιταλισμό. Ωστόσο, αυτό θα εξακολουθούσε να αποτελεί επιλογή μεταξύ εναλλακτικών συστημάτων οικονομικής οργάνωσης της κοινωνίας, με την προτίμηση ενός συστήματος έναντι ενός άλλου.

Δεν είναι, όμως, αυτή η πραγματική εναλλακτική λύση. Ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, επειδή η εγκαθίδρυσή του ως κοινωνικού συστήματος υπερβαίνει τις ανθρώπινες δυνατότητες. Η επιλογή είναι μεταξύ καπιταλισμού και χάους. Ο άνθρωπος που επιλέγει μεταξύ ενός ποτηριού γάλακτος και ενός ποτηριού με διάλυμα κυανιούχου καλίου δεν επιλέγει μεταξύ δύο ποτών· επιλέγει μεταξύ ζωής και θανάτου. Μια κοινωνία που επιλέγει μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού δεν επιλέγει μεταξύ δύο κοινωνικών συστημάτων· επιλέγει μεταξύ κοινωνικής συνεργασίας και αποσύνθεσης της κοινωνίας.

Ο σοσιαλισμός δεν αποτελεί εναλλακτική λύση προς τον καπιταλισμό· αποτελεί εναλλακτική λύση προς κάθε σύστημα υπό το οποίο οι άνθρωποι μπορούν να ζουν ως ανθρώπινα όντα. Η υπογράμμιση αυτού του σημείου αποτελεί έργο της οικονομικής επιστήμης, όπως έργο της βιολογίας και της χημείας είναι να διδάσκουν ότι το κυανιούχο κάλιο δεν αποτελεί τροφή αλλά θανατηφόρο δηλητήριο.

The establishment of this truth does not amount to a depreciation of the conclusiveness and the convincing power of the antisocialist argument derived from the impairment of productivity to be expected from socialism. The weight of this objection raised to the socialist plans is so overwhelming that no judicious man could hesitate to choose capitalism. Yet this would still be a choice between alternative systems of society’s economic organization, preference given to one system as against another. However, such is not the alternative. Socialism cannot be realized because it is beyond human power to establish it as a social system. The choice is between capitalism and chaos. A man who chooses between drinking a glass of milk and a glass of a solution of potassium cyanide does not choose between two beverages; he chooses between life and death. A society that chooses between capitalism and socialism does not choose between two social systems; it chooses between social cooperation and the disintegration of society. Socialism is not an alternative to capitalism; it is an alternative to any system under which men can live as human beings. To stress this point is the task of economics as it is the task of biology and chemistry to teach that potassium cyanide is not a nutriment but a deadly poison.

44

Η πειστική δύναμη του επιχειρήματος της παραγωγικότητας είναι στην πραγματικότητα τόσο ακαταμάχητη, ώστε οι υπέρμαχοι του σοσιαλισμού αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την παλαιά τακτική τους και να καταφύγουν σε νέες μεθόδους. Επιδιώκουν να αποσπάσουν την προσοχή από το ζήτημα της παραγωγικότητας προβάλλοντας το πρόβλημα του μονοπωλίου. Όλα τα σύγχρονα σοσιαλιστικά μανιφέστα πραγματεύονται εκτενώς τη μονοπωλιακή ισχύ. Πολιτικοί και καθηγητές προσπαθούν να ξεπεράσουν ο ένας τον άλλο στην περιγραφή των δεινών του μονοπωλίου. Η εποχή μας αποκαλείται εποχή του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Το κυριότερο επιχείρημα που προβάλλεται σήμερα υπέρ του σοσιαλισμού είναι η επίκληση του μονοπωλίου.

The convincing power of the productivity argument is in fact so irresistible that the advocates of socialism were forced to abandon their old tactics and to resort to new methods. They are eager to divert attention from the productivity issue by throwing into relief the monopoly problem. All contemporary socialist manifestoes expatiate on monopoly power. Statesmen and professors try to outdo one another in depicting the evils of monopoly. Our age is called the age of monopoly capitalism. The foremost argument advanced today in favor of socialism is the reference to monopoly.

45

Είναι αληθές ότι η εμφάνιση μονοπωλιακών τιμών —και όχι η ύπαρξη μονοπωλίου ως τέτοιου χωρίς μονοπωλιακές τιμές— δημιουργεί απόκλιση μεταξύ των συμφερόντων του μονοπωλητή και εκείνων των καταναλωτών. Ο μονοπωλητής δεν χρησιμοποιεί το μονοπωλούμενο αγαθό σύμφωνα με τις επιθυμίες των καταναλωτών. Στον βαθμό που υπάρχουν μονοπωλιακές τιμές, τα συμφέροντα των μονοπωλητών προηγούνται εκείνων του κοινού και περιορίζεται η δημοκρατία της αγοράς. Όσον αφορά τις μονοπωλιακές τιμές, δεν υπάρχει αρμονία αλλά σύγκρουση συμφερόντων.

Now, it is true that the emergence of monopoly prices (not of monopoly as such without monopoly prices) creates a discrepancy between the interests of the monopolist and those of the consumers. The monopolist does not employ the monopolized good according to the wishes of the consumers. As far as there are monopoly prices, the interests of the monopolist take precedence over those of the public and the democracy of the market is restricted. With regard to monopoly prices there is not harmony, but conflict of interests.

46

Είναι δυνατόν να αμφισβητηθούν αυτές οι διατυπώσεις όσον αφορά τις μονοπωλιακές τιμές που επιτυγχάνονται κατά την πώληση αντικειμένων προστατευόμενων από διπλώματα ευρεσιτεχνίας και δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι, αν δεν υπήρχε η νομοθεσία περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και πνευματικής ιδιοκτησίας, αυτά τα βιβλία, οι μουσικές συνθέσεις και οι τεχνολογικές καινοτομίες δεν θα είχαν δημιουργηθεί ποτέ. Το κοινό καταβάλλει μονοπωλιακές τιμές για πράγματα που δεν θα είχε απολαύσει καθόλου υπό καθεστώς ανταγωνιστικών τιμών. Μπορούμε, ωστόσο, δικαιολογημένα να παραβλέψουμε αυτό το ζήτημα. Έχει ελάχιστη σχέση με τη μεγάλη διαμάχη περί μονοπωλίου της εποχής μας.

Όταν οι άνθρωποι πραγματεύονται τα δεινά του μονοπωλίου, εννοούν ότι στην ανεμπόδιστη οικονομία της αγοράς επικρατεί μια γενική και αναπόφευκτη τάση αντικατάστασης των ανταγωνιστικών τιμών από μονοπωλιακές τιμές. Αυτό, λένε, αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα του «ώριμου» ή του «ύστερου» καπιταλισμού. Όποιες και αν ήταν οι συνθήκες κατά τα πρώτα στάδια της καπιταλιστικής εξέλιξης και ό,τι και αν πιστεύει κανείς για την εγκυρότητα των θέσεων των κλασικών οικονομολόγων σχετικά με την αρμονία των ορθώς εννοούμενων συμφερόντων, σήμερα δεν μπορεί πλέον να γίνεται λόγος για τέτοια αρμονία.

It is possible to contest these statements with regard to the monopoly prices received in the sale of articles under patents and copyrights. One may argue that in the absence of patent and copyright legislation these books, compositions, and technological innovations would never have come into existence. The public pays monopoly prices for things they would not have enjoyed at all under competitive prices. However, we may fairly disregard this issue. It has little to do with the great monopoly controversy of our day. When people deal with the evils of monopoly, they imply that there prevails within the unhampered market economy a general and inevitable tendency toward the substitution of monopoly prices for competitive prices. This is, they say, a characteristic mark of “mature” or “late” capitalism. Whatever conditions may have been in the earlier stages of capitalist evolution and whatever one may think about the validity of the classical economists’ statements concerning the harmony of the rightly understood interests, today there is no longer any question of such a harmony.

47

Όπως έχει ήδη επισημανθεί,13 δεν υπάρχει τέτοια τάση προς μονοπώληση. Αποτελεί γεγονός ότι, για πολλά εμπορεύματα σε πολλές χώρες, επικρατούν μονοπωλιακές τιμές και, επιπλέον, ότι ορισμένα αγαθά πωλούνται σε μονοπωλιακές τιμές στην παγκόσμια αγορά. Σχεδόν όλες, όμως, αυτές οι περιπτώσεις μονοπωλιακών τιμών αποτελούν προϊόν κυβερνητικών παρεμβάσεων στις επιχειρήσεις. Δεν δημιουργήθηκαν από την αλληλεπίδραση των παραγόντων που λειτουργούν σε μια ελεύθερη αγορά. Δεν είναι προϊόντα του καπιταλισμού, αλλά ακριβώς των προσπαθειών εξουδετέρωσης των δυνάμεων που καθορίζουν το ύψος των αγοραίων τιμών. Η αναφορά σε «μονοπωλιακό καπιταλισμό» αποτελεί διαστρέβλωση των γεγονότων. Θα ήταν ακριβέστερο να γίνεται λόγος για μονοπωλιακό παρεμβατισμό ή μονοπωλιακό κρατισμό.

As has been pointed out already,[13] there is no such tendency toward monopolization. It is a fact that with many commodities in many countries monopoly prices prevail, and, moreover, many articles are sold at monopoly prices on the world market. However, almost all of these instances of monopoly prices are the outgrowth of government interference with business. They were not created by the interplay of the factors operating on a free market. They are not products of capitalism, but precisely of the endeavors to counteract the forces determining the height of the market prices. It is a distortion of fact to speak of monopoly capitalism. It would be more appropriate to speak of monopoly interventionism or of monopoly statism.

48

Οι περιπτώσεις μονοπωλιακών τιμών που θα εμφανίζονταν ακόμη και σε μια αγορά η οποία δεν παρεμποδίζεται και δεν υπονομεύεται από τις παρεμβάσεις των διαφόρων εθνικών κυβερνήσεων και από συμπράξεις μεταξύ ομάδων κυβερνήσεων είναι ήσσονος σημασίας. Αφορούν ορισμένες πρώτες ύλες, τα κοιτάσματα των οποίων είναι λιγοστά και γεωγραφικά συγκεντρωμένα, καθώς και τοπικά μονοπώλια περιορισμένου χώρου. Αποτελεί, ωστόσο, γεγονός ότι σε αυτές τις περιπτώσεις μπορούν να επιτευχθούν μονοπωλιακές τιμές ακόμη και χωρίς κυβερνητικές πολιτικές που αποβλέπουν, άμεσα ή έμμεσα, στην εγκαθίδρυσή τους.

Είναι αναγκαίο να γίνει αντιληπτό ότι η κυριαρχία των καταναλωτών δεν είναι τέλεια και ότι υπάρχουν όρια στη λειτουργία της δημοκρατικής διαδικασίας της αγοράς. Σε ορισμένες εξαιρετικές και σπάνιες περιπτώσεις ήσσονος σημασίας υπάρχει, ακόμη και σε μια αγορά που δεν παρεμποδίζεται και δεν υπονομεύεται από κυβερνητικές παρεμβάσεις, αντίθεση μεταξύ των συμφερόντων των ιδιοκτητών συντελεστών παραγωγής και εκείνων του υπόλοιπου πληθυσμού.

Η ύπαρξη, όμως, τέτοιων αντιθέσεων δεν μειώνει καθόλου τη σύμπτωση των συμφερόντων όλων των ανθρώπων ως προς τη διατήρηση της οικονομίας της αγοράς. Η οικονομία της αγοράς αποτελεί το μοναδικό σύστημα οικονομικής οργάνωσης της κοινωνίας το οποίο μπορεί να λειτουργήσει και πράγματι έχει λειτουργήσει. Ο σοσιαλισμός είναι απραγματοποίητος, επειδή αδυνατεί να αναπτύξει μέθοδο οικονομικού υπολογισμού. Ο παρεμβατισμός πρέπει να οδηγήσει σε μια κατάσταση η οποία, από τη σκοπιά των υποστηρικτών του, είναι λιγότερο επιθυμητή από τις συνθήκες της ανεμπόδιστης οικονομίας της αγοράς τις οποίες επιδιώκει να μεταβάλει. Επιπλέον, αυτοκαταργείται μόλις η εφαρμογή του επεκταθεί πέρα από ένα περιορισμένο πεδίο.14

Υπό αυτές τις συνθήκες, η μόνη κοινωνική τάξη που μπορεί να διατηρήσει και να ενισχύσει περαιτέρω τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας είναι η οικονομία της αγοράς. Όλοι όσοι δεν επιθυμούν να αποσυνθέσουν την κοινωνική συνεργασία και να επιστρέψουν στις συνθήκες της πρωτόγονης βαρβαρότητας έχουν συμφέρον από τη διαιώνιση της οικονομίας της αγοράς.

Those instances of monopoly prices which would appear also on a market not hampered and sabotaged by the interference of the various national governments and by conspiracies between groups of governments are of minor importance. They concern some raw materials the deposits of which are few and geographically concentrated, and local limited-space monopolies. However, it is a fact that in these cases monopoly prices can be realized even in the absence of government policies aiming directly or indirectly at their establishment. It is necessary to realize that consumers’ sovereignty is not perfect and that there are limits to the operation of the democratic process of the market. There is, it is true, in some exceptional and rare cases of minor importance even on a market not hampered and sabotaged by government interference an antagonism between the interests of the owners of factors of production and those of the rest of the people. However, the existence of such antagonisms by no means impairs the concord of the interests of all people with regard to the preservation of the market economy. The market economy is the only system of society’s economic organization that can function and really has been functioning. Socialism is unrealizable because of its inability to develop a method for economic calculation. Interventionism must result in a state of affairs which, from the point of view of its advocates, is less desirable than the conditions of the unhampered market economy which it aims to alter. In addition, it liquidates itself as soon as it is pushed beyond a narrow field of application.[14] Such being the case, the only social order that can preserve and further intensify the social division of labor is the market economy. All those who do not wish to disintegrate social cooperation and to return to the conditions of primitive barbarism are interested in the perpetuation of the market economy.

49

Οι διδασκαλίες των κλασικών οικονομολόγων σχετικά με την αρμονία των ορθώς εννοούμενων συμφερόντων ήταν ανεπαρκείς, στον βαθμό που δεν αναγνώριζαν ότι η δημοκρατική διαδικασία της αγοράς δεν είναι τέλεια, επειδή σε ορισμένες περιπτώσεις ήσσονος σημασίας μπορούν να εμφανιστούν μονοπωλιακές τιμές ακόμη και στην ανεμπόδιστη οικονομία της αγοράς. Πολύ σημαντικότερη, όμως, ήταν η αδυναμία τους να αντιληφθούν ότι, και για ποιον λόγο, κανένα σοσιαλιστικό σύστημα δεν μπορεί να θεωρηθεί σύστημα οικονομικής οργάνωσης της κοινωνίας. Θεμελίωσαν τη θεωρία της αρμονίας των συμφερόντων στην εσφαλμένη παραδοχή ότι δεν υπάρχουν εξαιρέσεις στον κανόνα σύμφωνα με τον οποίο οι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής εξαναγκάζονται από τη διαδικασία της αγοράς να χρησιμοποιούν την ιδιοκτησία τους σύμφωνα με τις επιθυμίες των καταναλωτών. Σήμερα αυτό το θεώρημα πρέπει να θεμελιωθεί στη γνώση ότι υπό τον σοσιαλισμό δεν είναι εφικτός κανένας οικονομικός υπολογισμός.

The classical economists’ teachings concerning the harmony of the rightly understood interests were defective in so far as they failed to recognize the fact that the democratic process of the market is not perfect, because in some instances of minor importance, even in the unhampered market economy, monopoly prices may appear. But much more conspicuous was their failure to recognize that and why no socialist system can be considered as a system of society’s economic organization. They based the doctrine of the harmony of interests upon the erroneous assumption that there are no exceptions to the rule that the owners of the means of production are forced by the market process to employ their property according to the wishes of the consumers. Today this theorem must be based on the knowledge that no economic calculation is feasible under socialism.

50

4. Ιδιωτική ιδιοκτησία

↗ στη σελίδα του βιβλίου

4. Private Property

51

Η ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αποτελεί τον θεμελιώδη θεσμό της οικονομίας της αγοράς. Είναι ο θεσμός η παρουσία του οποίου χαρακτηρίζει την οικονομία της αγοράς ως τέτοια. Όπου απουσιάζει, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για οικονομία της αγοράς.

Private ownership of the means of production is the fundamental institution of the market economy. It is the institution the presence of which characterizes the market economy as such. Where it is absent, there is no question of a market economy.

52

Ιδιοκτησία σημαίνει πλήρης έλεγχος των υπηρεσιών που μπορούν να αντληθούν από ένα αγαθό. Αυτή η καταλλακτική έννοια της κυριότητας και των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας δεν πρέπει να συγχέεται με τον νομικό ορισμό της κυριότητας και των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, όπως αυτός διατυπώνεται στους νόμους των διαφόρων χωρών. Πρόθεση των νομοθετών και των δικαστηρίων ήταν να ορίσουν τη νομική έννοια της ιδιοκτησίας κατά τρόπο ώστε να παρέχεται στον ιδιοκτήτη πλήρης προστασία από τον κυβερνητικό μηχανισμό εξαναγκασμού και καταναγκασμού και να εμποδίζεται οποιοσδήποτε να προσβάλλει τα δικαιώματά του. Στον βαθμό που αυτός ο σκοπός επιτυγχανόταν επαρκώς, η νομική έννοια των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας αντιστοιχούσε στην καταλλακτική έννοια.

Σήμερα, όμως, υπάρχουν τάσεις κατάργησης του θεσμού της ιδιωτικής ιδιοκτησίας μέσω της τροποποίησης των νόμων που καθορίζουν την έκταση των ενεργειών τις οποίες δικαιούται να αναλαμβάνει ο ιδιοκτήτης ως προς τα πράγματα που αποτελούν ιδιοκτησία του. Ενώ διατηρούν τον όρο «ιδιωτική ιδιοκτησία», αυτές οι μεταρρυθμίσεις αποβλέπουν στην αντικατάσταση της ατομικής από τη δημόσια ιδιοκτησία. Αυτή η τάση αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα των σχεδίων διαφόρων σχολών του χριστιανικού σοσιαλισμού και του εθνικιστικού σοσιαλισμού. Ελάχιστοι, όμως, από τους υποστηρικτές αυτών των σχολών υπήρξαν τόσο οξυδερκείς όσο ο ναζιστής φιλόσοφος Othmar Spann, ο οποίος διακήρυξε ρητά ότι η υλοποίηση των σχεδίων του θα δημιουργούσε μια κατάσταση στην οποία ο θεσμός της ιδιωτικής ιδιοκτησίας θα διατηρούνταν μόνο «υπό τυπική έννοια, ενώ στην πραγματικότητα θα υπήρχε μόνο δημόσια ιδιοκτησία».15

Είναι αναγκαίο να αναφερθούν αυτά τα ζητήματα, προκειμένου να αποφεύγονται οι διαδεδομένες πλάνες και συγχύσεις. Όταν η καταλλακτική πραγματεύεται την ιδιωτική ιδιοκτησία, πραγματεύεται τον έλεγχο και όχι νομικούς όρους, έννοιες και ορισμούς. Ιδιωτική ιδιοκτησία σημαίνει ότι οι ιδιοκτήτες καθορίζουν τη χρησιμοποίηση των συντελεστών παραγωγής, ενώ δημόσια ιδιοκτησία σημαίνει ότι η κυβέρνηση ελέγχει τη χρησιμοποίησή τους.

Ownership means full control of the services that can be derived from a good. This catallactic notion of ownership and property rights is not to be confused with the legal definition of ownership and property rights as stated in the laws of various countries. It was the idea of legislators and courts to define the legal concept of property in such a way as to give to the proprietor full protection by the governmental apparatus of coercion and compulsion and to prevent anybody from encroaching upon his rights. As far as this purpose was adequately realized, the legal concept of property rights corresponded to the catallactic concept. However, nowadays there are tendencies to abolish the institution of private property by a change in the laws determining the scope of the actions which the proprietor is entitled to undertake with regard to the things which are his property. While retaining the term private property, these reforms aim at the substitution of public ownership for private ownership. This tendency is the characteristic mark of the plans of various schools of Christian socialism and of nationalist socialism. But few of the champions of these schools have been so keen as the Nazi philosopher Othmar Spann, who explicitly declared that the realization of his plans would bring about a state of affairs in which the institution of private property will be preserved only in a “formal sense, while in fact there will be only public ownership.”[15] There is need to mention these things in order to avoid popular fallacies and confusion. In dealing with private property, catallactics deals with control, not with legal terms, concepts and definitions. Private ownership means that the proprietors determine the employment of the factors of production, while public ownership means that the government controls their employment.

53

Η ιδιωτική ιδιοκτησία είναι ανθρώπινος θεσμός. Δεν είναι ιερή. Δημιουργήθηκε κατά τις πρώτες περιόδους της ιστορίας, όταν άνθρωποι, με τη δική τους δύναμη και εξουσία, ιδιοποιήθηκαν πράγματα που προηγουμένως δεν αποτελούσαν ιδιοκτησία κανενός. Επανειλημμένως, ιδιοκτήτες στερήθηκαν την περιουσία τους μέσω απαλλοτρίωσης. Η ιστορία της ιδιωτικής ιδιοκτησίας μπορεί να αναχθεί σε ένα σημείο στο οποίο αυτή προήλθε από πράξεις που ασφαλώς δεν ήταν νόμιμες. Σχεδόν κάθε ιδιοκτήτης είναι άμεσος ή έμμεσος νόμιμος διάδοχος ανθρώπων που απέκτησαν την ιδιοκτησία είτε μέσω αυθαίρετης ιδιοποίησης αδέσποτων πραγμάτων είτε μέσω της βίαιης αποστέρησης των προκατόχων τους.

Private property is a human device. It is not sacred. It came into existence in early ages of history, when people with their own power and by their own authority appropriated to themselves what had previously not been anybody’s property. Again and again proprietors were robbed of their property by expropriation. The history of private property can be traced back to a point at which it originated out of acts which were certainly not legal. Virtually every owner is the direct or indirect legal successor of people who acquired ownership either by arbitrary appropriation of ownerless things or by violent spoliation of their predecessor.

54

Ωστόσο, το γεγονός ότι ο νομικός φορμαλισμός μπορεί να αναγάγει κάθε τίτλο κυριότητας είτε σε αυθαίρετη ιδιοποίηση είτε σε βίαιη απαλλοτρίωση δεν έχει καμία απολύτως σημασία για τις συνθήκες μιας κοινωνίας της αγοράς. Η ιδιοκτησία στην οικονομία της αγοράς δεν συνδέεται πλέον με τη μακρινή προέλευση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Εκείνα τα γεγονότα ενός απώτατου παρελθόντος, κρυμμένα στο σκοτάδι της ιστορίας της πρωτόγονης ανθρωπότητας, δεν έχουν πλέον καμία σημασία για την εποχή μας.

Σε μια ανεμπόδιστη κοινωνία της αγοράς, οι καταναλωτές αποφασίζουν καθημερινά εκ νέου ποιος πρέπει να κατέχει ιδιοκτησία και πόση ιδιοκτησία πρέπει να κατέχει. Οι καταναλωτές αναθέτουν τον έλεγχο των μέσων παραγωγής σε εκείνους που γνωρίζουν πώς να τα χρησιμοποιήσουν καλύτερα για την ικανοποίηση των πιο επειγουσών αναγκών τους. Μόνο υπό νομική και φορμαλιστική έννοια μπορούν οι ιδιοκτήτες να θεωρηθούν διάδοχοι εκείνων που ιδιοποιήθηκαν ή απαλλοτρίωσαν περιουσία. Στην πραγματικότητα, αποτελούν εντολοδόχους των καταναλωτών, υποχρεωμένους από τη λειτουργία της αγοράς να τους υπηρετούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Υπό τον καπιταλισμό, η ιδιωτική ιδιοκτησία αποτελεί την ολοκλήρωση της αυτοδιάθεσης των καταναλωτών.

However, the fact that legal formalism can trace back every title either to arbitrary appropriation or to violent expropriation has no significance whatever for the conditions of a market society. Ownership in the market economy is no longer linked up with the remote origin of private property. Those events in a far-distant past, hidden in the darkness of primitive mankind’s history, are no longer of any concern for our day. For in an unhampered market society the consumers daily decide anew who should own and how much he should own. The consumers allot control of the means of production to those who know how to use them best for the satisfaction of the most urgent wants of the consumers. Only in a legal and formalistic sense can the owners be considered the successors of appropriators and expropriators. In fact, they are mandataries of the consumers, bound by the operation of the market to serve the consumers best. Capitalism is the consummation of the self-determination of the consumers.

55

Το νόημα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας στην κοινωνία της αγοράς διαφέρει ριζικά από το νόημά της υπό ένα σύστημα αυτάρκειας κάθε νοικοκυριού. Όπου κάθε νοικοκυριό είναι οικονομικά αυτάρκες, τα μέσα παραγωγής που αποτελούν ιδιωτική ιδιοκτησία υπηρετούν αποκλειστικά τον ιδιοκτήτη. Μόνο αυτός αποκομίζει όλα τα οφέλη που προκύπτουν από τη χρησιμοποίησή τους.

Στην κοινωνία της αγοράς, οι ιδιοκτήτες κεφαλαίου και γης μπορούν να απολαύσουν την ιδιοκτησία τους μόνο χρησιμοποιώντας την για την ικανοποίηση των αναγκών άλλων ανθρώπων. Πρέπει να υπηρετούν τους καταναλωτές για να αποκομίσουν οποιοδήποτε όφελος από όσα τους ανήκουν. Το ίδιο το γεγονός ότι κατέχουν μέσα παραγωγής τούς εξαναγκάζει να υποτάσσονται στις επιθυμίες του κοινού. Η ιδιοκτησία αποτελεί περιουσιακό πλεονέκτημα μόνο για εκείνους που γνωρίζουν πώς να τη χρησιμοποιούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο προς όφελος των καταναλωτών. Αποτελεί κοινωνική λειτουργία.

The meaning of private property in the market society is radically different from what it is under a system of each household’s autarky. Where each household is economically self-sufficient, the privately owned means of production exclusively serve the proprietor. He alone reaps all the benefits derived from their employment. In the market society the proprietors of capital and land can enjoy their property only by employing it for the satisfaction of other people’s wants. They must serve the consumers in order to have any advantage from what is their own. The very fact that they own means of production forces them to submit to the wishes of the public. Ownership is an asset only for those who know how to employ it in the best possible way for the benefit of the consumers. It is a social function.

56

5. Οι συγκρούσεις της εποχής μας

↗ στη σελίδα του βιβλίου

5. The Conflicts of Our Age

57

Η κοινή γνώμη εντοπίζει την πηγή των συγκρούσεων που προκαλούν τους εμφύλιους και διεθνείς πολέμους της εποχής μας στη σύγκρουση «οικονομικών» συμφερόντων που υποτίθεται ότι ενυπάρχει στην οικονομία της αγοράς. Ο εμφύλιος πόλεμος είναι, κατά την άποψη αυτή, η εξέγερση των «εκμεταλλευόμενων» μαζών εναντίον των «εκμεταλλευτριών» τάξεων. Ο πόλεμος μεταξύ κρατών αποτελεί την εξέγερση των εθνών που «δεν έχουν» εναντίον των εθνών που «έχουν», τα οποία ιδιοποιήθηκαν άδικο μερίδιο των φυσικών πόρων της γης και, με ακόρεστη απληστία, επιδιώκουν να αρπάξουν ακόμη μεγαλύτερο μέρος αυτού του πλούτου που προορίζεται για τη χρήση όλων.

Όποιος, ενώπιον αυτών των γεγονότων, μιλά για αρμονία των ορθώς εννοούμενων συμφερόντων είναι είτε ανόητος είτε επαίσχυντος απολογητής μιας καταφανώς άδικης κοινωνικής τάξης. Κανένας ευφυής και έντιμος άνθρωπος, υποστηρίζεται, δεν μπορεί να μην αντιληφθεί ότι σήμερα επικρατούν αγεφύρωτες συγκρούσεις υλικών συμφερόντων, οι οποίες μπορούν να διευθετηθούν μόνο με την προσφυγή στα όπλα.

Popular opinion sees the source of the conflicts which bring about the civil wars and international wars of our age in the collision of “economic” interests inherent in the market economy. Civil war is the rebellion of the “exploited” masses against the “exploiting” classes. Foreign war is the revolt of the “have-not” nations against those nations who have appropriated to themselves an unfair share of the earth’s natural resources and, with insatiable greed, want to snatch even more of this wealth destined for the use of all. He who in face of these facts speaks of the harmony of the rightly understood interests, is either a moron or an infamous apologist of a manifestly unjust social order. No intelligent and honest man could fail to realize that there prevail today irreconcilable conflicts of material interests which can be settled only by recourse to arms.

58

Είναι ασφαλώς αληθές ότι η εποχή μας είναι γεμάτη συγκρούσεις που γεννούν πολέμους. Αυτές οι συγκρούσεις, όμως, δεν απορρέουν από τη λειτουργία της ανεμπόδιστης κοινωνίας της αγοράς. Ίσως είναι θεμιτό να αποκαλούνται οικονομικές συγκρούσεις, επειδή αφορούν εκείνη τη σφαίρα της ανθρώπινης ζωής που στην καθημερινή γλώσσα είναι γνωστή ως σφαίρα των οικονομικών δραστηριοτήτων. Αποτελεί, όμως, σοβαρό σφάλμα να συνάγεται από αυτή την ονομασία ότι πηγή των συγκρούσεων είναι οι συνθήκες που αναπτύσσονται στο πλαίσιο μιας κοινωνίας της αγοράς.

Δεν τις δημιουργεί ο καπιταλισμός, αλλά ακριβώς οι αντικαπιταλιστικές πολιτικές που αποσκοπούν στον περιορισμό της λειτουργίας του. Αποτελούν προϊόν των παρεμβάσεων των διαφόρων κυβερνήσεων στις επιχειρήσεις, των εμποδίων στο εμπόριο και στη μετανάστευση και των διακρίσεων εις βάρος της ξένης εργασίας, των ξένων προϊόντων και του ξένου κεφαλαίου.

It is certainly true that our age is full of conflicts which generate war. However, these conflicts do not spring from the operation of the unhampered market society. It may be permissible to call them economic conflicts because they concern that sphere of human life which is, in common speech, known as the sphere of economic activities. But it is a serious blunder to infer from this appellation that the source of these conflicts are conditions which develop within the frame of a market society. It is not capitalism that produces them, but precisely the anticapitalistic policies designed to check the functioning of capitalism. They are an outgrowth of the various governments’ interference with business, of trade and migration barriers and discrimination against foreign labor, foreign products, and foreign capital.

59

Καμία από αυτές τις συγκρούσεις δεν θα μπορούσε να είχε προκύψει σε μια ανεμπόδιστη οικονομία της αγοράς. Φανταστείτε έναν κόσμο στον οποίο όλοι θα ήταν ελεύθεροι να ζουν και να εργάζονται, ως επιχειρηματίες ή ως μισθωτοί, όπου και όπως επιθυμούσαν, και αναρωτηθείτε ποιες από αυτές τις συγκρούσεις θα μπορούσαν ακόμη να υπάρχουν. Φανταστείτε έναν κόσμο στον οποίο εφαρμόζεται πλήρως η αρχή της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής· στον οποίο δεν υπάρχουν θεσμοί που παρεμποδίζουν την κινητικότητα του κεφαλαίου, της εργασίας και των εμπορευμάτων· στον οποίο οι νόμοι, τα δικαστήρια και οι διοικητικοί υπάλληλοι δεν εισάγουν διακρίσεις εις βάρος κανενός ατόμου ή ομάδας ατόμων, είτε πρόκειται για ημεδαπούς είτε για αλλοδαπούς.

Φανταστείτε μια κατάσταση πραγμάτων στην οποία οι κυβερνήσεις είναι αποκλειστικά αφοσιωμένες στην προστασία της ζωής, της υγείας και της ιδιοκτησίας του ατόμου από βίαιες και δόλιες επιθέσεις. Σε έναν τέτοιο κόσμο τα σύνορα χαράσσονται στους χάρτες, αλλά δεν εμποδίζουν κανέναν να επιδιώκει εκείνο που πιστεύει ότι θα τον καταστήσει περισσότερο ευκατάστατο. Κανένα άτομο δεν ενδιαφέρεται για την επέκταση του εδάφους του έθνους του, επειδή δεν μπορεί να αποκομίσει κανένα όφελος από μια τέτοια εδαφική διεύρυνση. Η κατάκτηση δεν αποδίδει και ο πόλεμος καθίσταται παρωχημένος.

None of these conflicts could have emerged in an unhampered market economy. Imagine a world in which everybody were free to live and work as entrepreneur or as employee where he wanted and how he chose, and ask which of these conflicts could still exist. Imagine a world in which the principle of private ownership of the means of production is fully realized, in which there are no institutions hindering the mobility of capital, labor, and commodities, in which the laws, the courts, and the administrative officers do not discriminate against any individual or group of individuals, whether native or alien. Imagine a state of affairs in which governments are devoted exclusively to the task of protecting the individual’s life, health, and property against violent and fraudulent aggression. In such a world the frontiers are drawn on the maps, but they do not hinder anybody from the pursuit of what he thinks will make him more prosperous. No individual is interested in the expansion of the size of his nation’s territory, as he cannot derive any gain from such an aggrandizement. Conquest does not pay and war becomes obsolete.

60

Κατά τις εποχές που προηγήθηκαν της ανόδου του φιλελευθερισμού και της εξέλιξης του σύγχρονου καπιταλισμού, οι άνθρωποι κατανάλωναν ως επί το πλείστον μόνο όσα μπορούσαν να παραχθούν από πρώτες ύλες διαθέσιμες στην περιοχή τους. Η ανάπτυξη του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας μετέβαλε ριζικά αυτή την κατάσταση. Τα τρόφιμα και οι πρώτες ύλες που εισάγονται από μακρινές χώρες αποτελούν αγαθά μαζικής κατανάλωσης.

Τα πλέον προηγμένα ευρωπαϊκά έθνη θα μπορούσαν να στερηθούν αυτές τις εισαγωγές μόνο με τίμημα μια πολύ σημαντική μείωση του βιοτικού τους επιπέδου. Πρέπει να πληρώνουν για τις απολύτως αναγκαίες αγορές ορυκτών, ξυλείας, πετρελαίου, δημητριακών, λιπών, καφέ, τσαγιού, κακάου, φρούτων, μαλλιού και βαμβακιού εξάγοντας μεταποιημένα προϊόντα, τα περισσότερα από τα οποία παράγονται από εισαγόμενες πρώτες ύλες. Τα ζωτικά τους συμφέροντα βλάπτονται από τις προστατευτικές εμπορικές πολιτικές των χωρών που παράγουν αυτά τα πρωτογενή προϊόντα.

In the ages preceding the rise of liberalism and the evolution of modern capitalism, people for the most part consumed only what could be produced out of raw materials available in their own neighborhood. The development of the international division of labor has radically altered this state of affairs. Food and raw materials imported from distant countries are articles of mass consumption. The most advanced European nations could do without these imports only at the price of a very considerable lowering of their standard of living. They must pay for the badly needed purchase of minerals, lumber, oil, cereals, fat, coffee, tea, cocoa, fruit, wool, and cotton by exporting manufactures, most of them processed out of imported raw materials. Their vital interests are hurt by the protectionist trade policies of the countries producing these primary products.

61

Πριν από διακόσια χρόνια, ελάχιστα ενδιέφερε τους Σουηδούς ή τους Ελβετούς το αν μια μη ευρωπαϊκή χώρα αξιοποιούσε ή όχι αποτελεσματικά τους φυσικούς πόρους της. Σήμερα, όμως, η οικονομική καθυστέρηση μιας ξένης χώρας προικισμένης με πλούσιους φυσικούς πόρους βλάπτει τα συμφέροντα όλων εκείνων των οποίων το βιοτικό επίπεδο θα μπορούσε να αυξηθεί, αν υιοθετούνταν καταλληλότερος τρόπος αξιοποίησης αυτού του φυσικού πλούτου.

Η αρχή της απεριόριστης κυριαρχίας κάθε έθνους αποτελεί, σε έναν κόσμο κυβερνητικών παρεμβάσεων στις επιχειρήσεις, πρόκληση προς όλα τα άλλα έθνη. Η σύγκρουση μεταξύ εκείνων που «δεν έχουν» και εκείνων που «έχουν» αποτελεί πραγματική σύγκρουση. Υφίσταται, όμως, μόνο σε έναν κόσμο στον οποίο κάθε κυρίαρχη κυβέρνηση είναι ελεύθερη να βλάπτει τα συμφέροντα όλων των λαών — συμπεριλαμβανομένου του δικού της— στερώντας από τους καταναλωτές τα πλεονεκτήματα που θα τους παρείχε η καλύτερη εκμετάλλευση των πόρων της χώρας της. Δεν είναι η κυριαρχία καθαυτή εκείνη που δημιουργεί τον πόλεμο, αλλά η κυριαρχία κυβερνήσεων που δεν είναι πλήρως προσηλωμένες στις αρχές της οικονομίας της αγοράς.

Two hundred years ago it was of little concern to the Swedes or the Swiss whether or not a non-European country was efficient in utilizing its natural resources. But today economic backwardness in a foreign country, endowed by rich natural resources, hurts the interests of all those whose standard of living could be raised if a more appropriate mode of utilizing this natural wealth were adopted. The principle of each nation’s unrestricted sovereignty is in a world of government interference with business a challenge to all other nations. The conflict between the have-nots and the haves is a real conflict. But it is present only in a world in which any sovereign government is free to hurt the interests of all peoples—its own included—by depriving the consumers of the advantages a better exploitation of this country’s resources would give them. It is not sovereignty as such that makes for war, but sovereignty of governments not entirely committed to the principles of the market economy.

62

Ο φιλελευθερισμός δεν θεμελίωσε και δεν θεμελιώνει τις ελπίδες του στην κατάργηση της κυριαρχίας των διαφόρων εθνικών κυβερνήσεων, ένα εγχείρημα που θα οδηγούσε σε ατέρμονους πολέμους. Αποβλέπει στη γενική αναγνώριση της ιδέας της οικονομικής ελευθερίας. Αν όλοι οι λαοί γίνουν φιλελεύθεροι και αντιληφθούν ότι η οικονομική ελευθερία εξυπηρετεί καλύτερα τα δικά τους συμφέροντα, η εθνική κυριαρχία δεν θα δημιουργεί πλέον συγκρούσεις και πολέμους.

Εκείνο που απαιτείται για να καταστεί η ειρήνη διαρκής δεν είναι ούτε διεθνείς συνθήκες και σύμφωνα ούτε διεθνή δικαστήρια και οργανισμοί, όπως η εκλιπούσα Κοινωνία των Εθνών ή ο διάδοχός της, τα Ηνωμένα Έθνη. Αν η αρχή της οικονομίας της αγοράς γίνει καθολικά αποδεκτή, τέτοια υποκατάστατα θα είναι περιττά· αν δεν γίνει αποδεκτή, θα είναι μάταια. Η διαρκής ειρήνη μπορεί να αποτελέσει μόνο προϊόν μεταβολής των ιδεολογιών. Όσο οι λαοί παραμένουν προσκολλημένοι στο δόγμα του Montaigne και πιστεύουν ότι δεν μπορούν να ευημερήσουν οικονομικά παρά μόνο εις βάρος άλλων εθνών, η ειρήνη δεν θα είναι ποτέ τίποτε περισσότερο από περίοδο προετοιμασίας για τον επόμενο πόλεμο.

Liberalism did not and does not build its hopes upon abolition of the sovereignty of the various national governments, a venture which would result in endless wars. It aims at a general recognition of the idea of economic freedom. If all peoples become liberal and conceive that economic freedom best serves their own interests, national sovereignty will no longer engender conflict and war. What is needed to make peace durable is neither international treaties and covenants nor international tribunals and organizations like the defunct League of Nations or its successor, the United Nations. If the principle of the market economy is universally accepted, such makeshifts are unnecessary; if it is not accepted, they are futile. Durable peace can only be the outgrowth of a change in ideologies. As long as the peoples cling to the Montaigne dogma and think that they cannot prosper economically except at the expense of other nations, peace will never be anything other than a period of preparation for the next war.

63

Ο οικονομικός εθνικισμός είναι ασυμβίβαστος με τη διαρκή ειρήνη. Ο οικονομικός εθνικισμός, όμως, είναι αναπόφευκτος όπου υπάρχει κυβερνητική παρέμβαση στις επιχειρήσεις. Ο προστατευτισμός είναι απαραίτητος όπου δεν υπάρχει ελεύθερο εμπόριο στο εσωτερικό της χώρας. Όπου υπάρχει κυβερνητική παρέμβαση στις επιχειρήσεις, το ελεύθερο εμπόριο, ακόμη και βραχυπρόθεσμα, θα ματαίωνε τους σκοπούς που επιδιώκονται με τα διάφορα παρεμβατικά μέτρα.16

Economic nationalism is incompatible with durable peace. Yet economic nationalism is unavoidable where there is government interference with business. Protectionism is indispensable where there is no domestic free trade. Where there is government interference with business, free trade even in the short run would frustrate the aims sought by the various interventionist measures.[16]

64

Αποτελεί ψευδαίσθηση η πεποίθηση ότι ένα έθνος θα ανεχόταν διαρκώς τις πολιτικές άλλων εθνών οι οποίες βλάπτουν τα ζωτικά συμφέροντα των δικών του πολιτών. Ας υποθέσουμε ότι τα Ηνωμένα Έθνη είχαν ιδρυθεί το 1600 και ότι οι ινδιάνικες φυλές της Βόρειας Αμερικής είχαν γίνει δεκτές ως μέλη αυτού του οργανισμού. Τότε η κυριαρχία αυτών των Ινδιάνων θα είχε αναγνωριστεί ως απαραβίαστη. Θα τους είχε παραχωρηθεί το δικαίωμα να αποκλείουν όλους τους αλλοδαπούς από την είσοδο στην επικράτειά τους και από την εκμετάλλευση των πλούσιων φυσικών πόρων της, τους οποίους οι ίδιοι δεν γνώριζαν πώς να αξιοποιήσουν. Πιστεύει πραγματικά κανείς ότι οποιαδήποτε διεθνής συνθήκη ή καταστατικός χάρτης θα μπορούσε να εμποδίσει τους Ευρωπαίους να εισβάλουν σε αυτές τις χώρες;

It is an illusion to believe that a nation would lastingly tolerate other nations’ policies which harm the vital interest of its own citizens. Let us assume that the United Nations had been established in the year 1600 and that the Indian tribes of North America had been admitted as members of this organization. Then the sovereignty of these Indians would have been recognized as inviolable. They would have been given the right to exclude all aliens from entering their territory and from exploiting its rich natural resources which they themselves did not know how to utilize. Does anybody really believe that any international covenant or charter could have prevented the Europeans from invading these countries?

65

Πολλά από τα πλουσιότερα κοιτάσματα διαφόρων ορυκτών ουσιών βρίσκονται σε περιοχές των οποίων οι κάτοικοι είναι υπερβολικά αμαθείς, αδρανείς ή νωθροί για να αξιοποιήσουν τον πλούτο με τον οποίο τους προίκισε η φύση. Αν οι κυβερνήσεις αυτών των χωρών εμποδίζουν τους αλλοδαπούς να εκμεταλλευτούν αυτά τα κοιτάσματα ή αν διαχειρίζονται τις δημόσιες υποθέσεις με τόσο αυθαίρετο τρόπο ώστε κανένας ξένος κεφαλαιούχος να μην τολμά να επενδύσει εκεί, βλάπτονται τα ζωτικά συμφέροντα όλων των ξένων λαών των οποίων η υλική ευημερία θα μπορούσε να βελτιωθεί μέσω καταλληλότερης αξιοποίησης των σχετικών κοιτασμάτων. Δεν έχει σημασία αν οι πολιτικές αυτών των κυβερνήσεων αποτελούν συνέπεια γενικής πολιτιστικής καθυστέρησης ή της υιοθέτησης των σύγχρονων ιδεών του παρεμβατισμού και του οικονομικού εθνικισμού. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο και στις δύο περιπτώσεις.

Many of the richest deposits of various mineral substances are located in areas whose inhabitants are too ignorant, too inert, or too dull to take advantage of the riches nature has bestowed upon them. If the governments of these countries prevent aliens from exploiting these deposits, or if their conduct of public affairs is so arbitrary that no foreign investments are safe, serious harm is inflicted upon all those foreign peoples whose material well-being could be improved by a more adequate utilization of the deposits concerned. It does not matter whether the policies of these governments are the outcome of a general cultural backwardness or of the adoption of the now fashionable ideas of interventionism and economic nationalism. The result is the same in both cases.

66

Δεν υπάρχει κανένα όφελος από την προσπάθεια εξαφάνισης αυτών των συγκρούσεων μέσω ευσεβών πόθων. Εκείνο που απαιτείται για να καταστεί η ειρήνη διαρκής είναι μια μεταβολή των ιδεολογιών. Αυτό που δημιουργεί τον πόλεμο είναι η οικονομική φιλοσοφία την οποία ενστερνίζονται σήμερα σχεδόν καθολικά οι κυβερνήσεις και τα πολιτικά κόμματα. Σύμφωνα με αυτή τη φιλοσοφία, στην ανεμπόδιστη οικονομία της αγοράς επικρατούν αγεφύρωτες συγκρούσεις μεταξύ των συμφερόντων των διαφόρων εθνών. Το ελεύθερο εμπόριο βλάπτει ένα έθνος· προκαλεί εξαθλίωση. Αποτελεί καθήκον της κυβέρνησης να αποτρέψει τα δεινά του ελεύθερου εμπορίου μέσω εμπορικών φραγμών.

Μπορούμε, χάριν της συζήτησης, να παραβλέψουμε το γεγονός ότι ο προστατευτισμός βλάπτει και τα συμφέροντα των εθνών που προσφεύγουν σε αυτόν. Δεν μπορεί, όμως, να υπάρξει αμφιβολία ότι ο προστατευτισμός αποβλέπει στη βλάβη των συμφερόντων των ξένων λαών και πράγματι τα βλάπτει. Αποτελεί ψευδαίσθηση η υπόθεση ότι όσοι ζημιώνονται θα ανεχθούν τον προστατευτισμό άλλων εθνών, αν πιστεύουν ότι είναι αρκετά ισχυροί ώστε να τον εξαλείψουν με τη χρήση όπλων. Η φιλοσοφία του προστατευτισμού είναι φιλοσοφία πολέμου. Οι πόλεμοι της εποχής μας δεν αντιβαίνουν στις δημοφιλείς οικονομικές θεωρίες· αντιθέτως, αποτελούν αναπόφευκτο αποτέλεσμα της συνεπούς εφαρμογής αυτών των θεωριών.

There is no use in conjuring away these conflicts by wishful thinking. What is needed to make peace durable is a change in ideologies. What generates war is the economic philosophy almost universally espoused today by governments and political parties. As this philosophy sees it, there prevail within the unhampered market economy irreconcilable conflicts between the interests of various nations. Free trade harms a nation; it brings about impoverishment. It is the duty of government to prevent the evils of free trade by trade barriers. We may, for the sake of argument, disregard the fact that protectionism also hurts the interests of the nations which resort to it. But there can be no doubt that protectionism aims at damaging the interests of foreign peoples and really does damage them. It is an illusion to assume that those injured will tolerate other nations’ protectionism if they believe that they are strong enough to brush it away by the use of arms. The philosophy of protectionism is a philosophy of war. The wars of our age are not at variance with popular economic doctrines; they are, on the contrary, the inescapable result of a consistent application of these doctrines.

67

Η Κοινωνία των Εθνών δεν απέτυχε επειδή η οργάνωσή της ήταν ανεπαρκής. Απέτυχε επειδή στερούνταν του πνεύματος του γνήσιου φιλελευθερισμού. Αποτελούσε σύναξη κυβερνήσεων εμποτισμένων με το πνεύμα του οικονομικού εθνικισμού και πλήρως προσηλωμένων στις αρχές του οικονομικού πολέμου. Ενώ οι αντιπρόσωποι επιδίδονταν σε αμιγώς ακαδημαϊκές συζητήσεις περί καλής θέλησης μεταξύ των εθνών, οι κυβερνήσεις που εκπροσωπούσαν προκαλούσαν σημαντική βλάβη σε όλα τα άλλα έθνη.

Οι δύο δεκαετίες λειτουργίας της Κοινωνίας των Εθνών χαρακτηρίστηκαν από τον αδιάλλακτο οικονομικό πόλεμο κάθε έθνους εναντίον όλων των άλλων. Ο δασμολογικός προστατευτισμός των ετών πριν από το 1914 ήταν πράγματι ήπιος σε σύγκριση με όσα αναπτύχθηκαν κατά τις δεκαετίες του 1920 και του 1930: απαγορεύσεις εισαγωγών και εξαγωγών, ποσοτικοί έλεγχοι του εμπορίου, συναλλαγματικοί έλεγχοι, νομισματικές υποτιμήσεις και ούτω καθεξής.17

The League of Nations did not fail because its organization was deficient. It failed because it lacked the spirit of genuine liberalism. It was a convention of governments imbued with the spirit of economic nationalism and entirely committed to the principles of economic warfare. While the delegates indulged in mere academic talk about good will among the nations, the governments whom they represented inflicted a good deal of evil upon all other nations. The two decades of the League’s functioning were marked by each nation’s adamant economic warfare against all other nations. The tariff protectionism of the years before 1914 was mild indeed when compared with what developed in the ’twenties and ’thirties—viz., embargoes, quantitative trade control, foreign exchange control, monetary devaluation, and so on.[17]

68

Οι προοπτικές των Ηνωμένων Εθνών δεν είναι πολύ καλύτερες αλλά μάλλον χειρότερες. Κάθε έθνος θεωρεί τις εισαγωγές, και ιδίως τις εισαγωγές μεταποιημένων αγαθών, συμφορά. Διακηρυγμένος σκοπός σχεδόν όλων των χωρών είναι να εμποδίζουν όσο το δυνατόν περισσότερο την πρόσβαση ξένων μεταποιημένων προϊόντων στις εγχώριες αγορές τους. Σχεδόν όλα τα έθνη αγωνίζονται εναντίον του φάσματος ενός δυσμενούς εμπορικού ισοζυγίου. Δεν θέλουν να συνεργαστούν· θέλουν να προστατευθούν από τους υποτιθέμενους κινδύνους της συνεργασίας.

The prospects for the United Nations are not better, but rather worse. Every nation looks upon imports, especially upon imports of manufactured goods, as upon a disaster. It is the avowed goal of almost all countries to bar foreign manufactures as much as possible from access to their domestic markets. Almost all nations are fighting against the specter of an unfavorable balance of trade. They do not want to cooperate; they want to protect themselves against the alleged dangers of cooperation.

69

← Κεφάλαιο 23: ΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 25: Η ΝΟΗΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΜΙΑΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ →

← ΠεριεχόμεναΔίγλωσση ανάγνωση: Ανθρώπινη Δράση