Εργαλεία30 Οκτωβρίου 2026

Ανθρώπινη Δράση: Κεφάλαιο 22: ΟΙ ΜΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΙ ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΙΣ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

Ludwig von Mises · Human Action: A Treatise on Economics

Πραξεολόγος

← Κεφάλαιο 21: ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΜΙΣΘΟΙΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 23: ΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ →

Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.

Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, Human Action: A Treatise on Economics, ebook του Foundation for Economic Education (FEE), 2016, ISBN 978-1-57246-086-7 — «Published under the Creative Commons Attribution 4.0 International License». Σελίδα της έκδοσης: fee.org/ebooks/human-action-by-ludwig-von-mises. Άδεια: CC BY 4.0.

Σε δείγμα 300 παραγράφων, οι 298 του ebook του FEE ήταν ίδιες λέξη προς λέξη με το κείμενο που ακολουθεί η μετάφραση. Το FEE δεν περιέχει μερικές ενότητες που προστέθηκαν σε μεταγενέστερες εκδόσεις (π.χ. «Η ηθική καταδίκη του κέρδους», «Διαφθορά», παράγραφοι για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο)· αυτές, όπως και οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ), εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Οι πρόλογοι της ελληνικής έκδοσης και των εκδόσεων Scholar’s/4ης δεν περιλαμβάνονται εδώ.

Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.

Ελληνικά · μετάφραση: Πραξεολόγος
English · πρωτότυπο

Κεφάλαιο 22: ΟΙ ΜΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΙ ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΙΣ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

↗ στη σελίδα του βιβλίου

XXII. THE NONHUMAN ORIGINAL FACTORS OF PRODUCTION

1

1. Γενικές παρατηρήσεις σχετικά με τη θεωρία της γαιοπροσόδου

↗ στη σελίδα του βιβλίου

1. General Observations Concerning the Theory of Rent

2

Στο πλαίσιο της ρικαρδιανής οικονομικής θεωρίας, η έννοια της γαιοπροσόδου αποτέλεσε μια προσπάθεια πραγμάτευσης των προβλημάτων τα οποία η σύγχρονη οικονομική επιστήμη προσεγγίζει μέσω της ανάλυσης της οριακής χρησιμότητας.1 Η θεωρία του Ricardo φαίνεται μάλλον ανεπαρκής όταν κρίνεται από τη σκοπιά της σημερινής γνώσης· δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η μέθοδος της θεωρίας της υποκειμενικής αξίας είναι κατά πολύ ανώτερη. Ωστόσο, η φήμη της θεωρίας της γαιοπροσόδου είναι απολύτως δικαιολογημένη· η επιμέλεια που καταβλήθηκε για τη θεμελίωση και την τελειοποίησή της απέφερε εξαίρετους καρπούς. Δεν υπάρχει κανένας λόγος η ιστορία της οικονομικής σκέψης να αισθάνεται ντροπή για τη θεωρία της γαιοπροσόδου.2

N the frame of Ricardian economics the idea of rent was an attempt at a treatment of those problems which modern economics approaches by means of marginal-utility analysis.[1] Ricardo’s theory appears rather unsatisfactory when judged from the point of view of present-day insight; there is no doubt that the method of the subjective-value theory is far superior. Yet the renown of the rent theory is well deserved; the care bestowed upon its initiation and perfection brought forth fine fruits. There is no reason for the history of economic thought to feel ashamed of the rent theory.[2]

3

Το γεγονός ότι γαίες διαφορετικής ποιότητας και γονιμότητας, δηλαδή γαίες που αποδίδουν διαφορετικές ποσότητες προϊόντος ανά μονάδα εισροής, αποτιμώνται διαφορετικά δεν θέτει κανένα ιδιαίτερο πρόβλημα στη σύγχρονη οικονομική επιστήμη. Στον βαθμό που η θεωρία του Ricardo αναφέρεται στη διαβάθμιση της αποτίμησης και της εκτίμησης των τεμαχίων γης, εμπεριέχεται πλήρως στη σύγχρονη θεωρία των τιμών των συντελεστών παραγωγής. Δεν είναι το περιεχόμενο της θεωρίας της γαιοπροσόδου εκείνο που είναι προβληματικό, αλλά η εξαιρετική θέση που της αποδόθηκε στο σύνολο του οικονομικού συστήματος. Η διαφορική πρόσοδος αποτελεί γενικό φαινόμενο και δεν περιορίζεται στον καθορισμό των τιμών της γης. Η περίτεχνη διάκριση μεταξύ «προσόδων» και «οιονεί προσόδων» είναι επίπλαστη. Η γη και οι υπηρεσίες που παρέχει αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο όπως οι άλλοι συντελεστές παραγωγής και οι υπηρεσίες τους. Ο έλεγχος ενός καλύτερου εργαλείου αποφέρει «πρόσοδο» σε σύγκριση με τις αποδόσεις λιγότερο κατάλληλων εργαλείων, τα οποία πρέπει να χρησιμοποιηθούν εξαιτίας της ανεπαρκούς προσφοράς καταλληλότερων εργαλείων. Ο ικανότερος και πιο επιμελής εργαζόμενος αποκτά «πρόσοδο» σε σύγκριση με τους μισθούς που κερδίζουν οι λιγότερο επιδέξιοι και λιγότερο εργατικοί ανταγωνιστές του.

The fact that land of different quality and fertility, i.e., yielding different returns per unit of input, is valued differently does not pose any special problem to modern economics. As far as Ricardo’s theory refers to the graduation in the valuation and appraisement of pieces of land, it is completely comprehended in the modern theory of the prices of factors of production. It is not the content of the rent theory that is objectionable, but the exceptional position assigned to it in the complex of the economic system. Differential rent is a general phenomenon and is not limited to the determination of the prices of land. The sophisticated distinction between “rents” and “quasi-rents” is spurious. Land and the services it renders are dealt with in the same way as other factors of production and their services. Control of a better tool yields “rent” when compared with the returns of less suitable tools which must be utilized on account of the insufficient supply of more suitable ones. The abler and more zealous worker earns a “rent” when compared with the wages earned by his less skillful and less industrious competitors.

4

Τα προβλήματα που προοριζόταν να επιλύσει η έννοια της γαιοπροσόδου δημιουργήθηκαν, ως επί το πλείστον, από τη χρήση ακατάλληλων όρων. Οι γενικές έννοιες που χρησιμοποιούνται στην καθημερινή γλώσσα και στην κοινή σκέψη δεν διαμορφώθηκαν με γνώμονα τις απαιτήσεις της πραξεολογικής και οικονομικής έρευνας. Οι πρώτοι οικονομολόγοι έσφαλαν όταν τις υιοθέτησαν χωρίς επιφυλάξεις και δισταγμούς. Μόνο αν κάποιος προσκολλάται αφελώς σε γενικούς όρους όπως «γη» ή «εργασία» προβληματίζεται από το ερώτημα γιατί η γη και η εργασία αποτιμώνται και εκτιμώνται διαφορετικά. Όποιος δεν επιτρέπει να εξαπατηθεί από απλές λέξεις, αλλά εξετάζει τη σημασία ενός συντελεστή για την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών, θεωρεί αυτονόητο ότι διαφορετικές υπηρεσίες αποτιμώνται και εκτιμώνται διαφορετικά.

The problems which the rent concept was designed to solve were for the most part generated by the employment of inappropriate terms. The general notions as used in everyday language and mundane thought were not formed with regard to the requirements of praxeological and economic investigation. The early economists were mistaken in adopting them without scruple and hesitation. Only if one clings naively to general terms such as land or labor, is one puzzled by the question why land and labor are differently valued and appraised. He who does not allow himself to be fooled by mere words, but looks at a factor’s relevance for the satisfaction of human wants, considers it a matter of course that different services are valued and appraised differently.

5

Η σύγχρονη θεωρία της αξίας και των τιμών δεν βασίζεται στην ταξινόμηση των συντελεστών παραγωγής σε γη, κεφάλαιο και εργασία. Η θεμελιώδης διάκρισή της είναι εκείνη μεταξύ αγαθών ανώτερης και κατώτερης τάξης, μεταξύ παραγωγικών και καταναλωτικών αγαθών. Όταν διακρίνει, εντός της κατηγορίας των συντελεστών παραγωγής, τους πρωτογενείς, δεδομένους από τη φύση συντελεστές από τους παραχθέντες συντελεστές παραγωγής, δηλαδή τα ενδιάμεσα προϊόντα, και, επιπλέον, εντός της κατηγορίας των πρωτογενών συντελεστών, τους μη ανθρώπινους, εξωτερικούς συντελεστές από τους ανθρώπινους συντελεστές, δηλαδή την εργασία, δεν διασπά την ενότητα του συλλογισμού της σχετικά με τον καθορισμό των τιμών των συντελεστών παραγωγής. Ο νόμος που διέπει τον καθορισμό των τιμών των συντελεστών παραγωγής είναι ο ίδιος για όλες τις κατηγορίες και για όλα τα επιμέρους είδη αυτών των συντελεστών.

Το γεγονός ότι διαφορετικές υπηρεσίες που παρέχονται από τέτοιους συντελεστές αποτιμώνται, εκτιμώνται και αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο μπορεί να εκπλήξει μόνο όσους αδυνατούν να αντιληφθούν αυτές τις διαφορές ως προς τη χρησιμότητα των υπηρεσιών. Όποιος είναι τυφλός απέναντι στην καλλιτεχνική αξία ενός πίνακα μπορεί να θεωρεί παράξενο το γεγονός ότι οι συλλέκτες πληρώνουν περισσότερα για έναν πίνακα του Velázquez από ό,τι για έναν πίνακα κάποιου λιγότερο προικισμένου καλλιτέχνη· για τον γνώστη, αυτό είναι αυτονόητο. Ο αγρότης δεν εκπλήσσεται όταν οι αγοραστές καταβάλλουν υψηλότερες τιμές και οι μισθωτές υψηλότερα μισθώματα για γονιμότερη γη από ό,τι για λιγότερο γόνιμη. Ο μόνος λόγος για τον οποίο οι παλαιοί οικονομολόγοι προβληματίζονταν από αυτό το γεγονός ήταν ότι χρησιμοποιούσαν έναν γενικό όρο, τη «γη», ο οποίος παραβλέπει τις διαφορές παραγωγικότητας.

The modern theory of value and prices is not based on the classification of the factors of production as land, capital, and labor. Its fundamental distinction is between goods of higher and of lower orders, between producers’ goods and consumers’ goods. When it distinguishes within the class of factors of production the original (nature-given) factors from the produced factors of production (the intermediary products) and furthermore within the class of original factors the nonhuman (external) factors from the human factors (labor), it does not break up the uniformity of its reasoning concerning the determination of the prices of the factors of production. The law controlling the determination of the prices of the factors of production is the same with all classes and specimens of these factors. The fact that different services rendered by such factors are valued, appraised, and dealt with in a different way can only amaze people who fail to notice these differences in serviceableness. He who is blind to the merits of a painting may consider it strange that collectors should pay more for a painting of Velasquez than for a painting of a less gifted artist; for the connoisseur it is self-evident. It does not astonish the farmer that buyers pay higher prices and tenants higher leases for more fertile land than for less fertile. The only reason why the old economists were puzzled by this fact was that they operated with a general term land that neglects differences in productivity.

6

Η μεγαλύτερη συμβολή της ρικαρδιανής θεωρίας της γαιοπροσόδου είναι η αναγνώριση του γεγονότος ότι η οριακή γη δεν αποφέρει καμία πρόσοδο. Από αυτή τη γνώση απομένει μόνο ένα βήμα μέχρι την ανακάλυψη της αρχής του αξιολογικού υποκειμενισμού. Ωστόσο, τυφλωμένοι από την έννοια του πραγματικού κόστους, ούτε οι κλασικοί οικονομολόγοι ούτε οι επίγονοί τους πραγματοποίησαν αυτό το βήμα.

The greatest merit of the Ricardian theory of rent is the cognizance of the fact that the marginal land does not yield any rent. From this knowledge there is but one step to the discovery of the principle of valuational subjectivism. Yet blinded by the real cost notion neither the classical economists nor their epigones took this step.

7

Ενώ η έννοια της διαφορικής προσόδου μπορεί, σε γενικές γραμμές, να υιοθετηθεί από τη θεωρία της υποκειμενικής αξίας, η δεύτερη έννοια της προσόδου που προήλθε από τη ρικαρδιανή οικονομική θεωρία, δηλαδή η έννοια της υπολειμματικής προσόδου, πρέπει να απορριφθεί ολοκληρωτικά. Αυτή η ιδέα του υπολειμματικού δικαιούχου βασίζεται στην έννοια του πραγματικού ή φυσικού κόστους, η οποία δεν έχει κανένα νόημα στο πλαίσιο της σύγχρονης εξήγησης των τιμών των συντελεστών παραγωγής. Ο λόγος για τον οποίο η τιμή του κρασιού Βουργουνδίας είναι υψηλότερη από εκείνη του Chianti δεν είναι ότι η τιμή των αμπελώνων της Βουργουνδίας είναι υψηλότερη από εκείνη των αμπελώνων της Τοσκάνης. Η αιτιώδης σχέση έχει την αντίθετη κατεύθυνση. Επειδή οι άνθρωποι είναι πρόθυμοι να καταβάλουν υψηλότερες τιμές για το κρασί Βουργουνδίας από ό,τι για το Chianti, οι αμπελουργοί είναι πρόθυμοι να καταβάλουν υψηλότερες τιμές για τους αμπελώνες της Βουργουνδίας από ό,τι για εκείνους της Τοσκάνης.

While the differential-rent idea, by and large, can be adopted by the subjective-value theory, the second rent concept derived from Ricardian economics, viz., the residual-rent concept, must be rejected altogether. This residual-claimant idea is based on the notion of real or physical costs that does not make any sense in the frame of the modern explanation of the prices of factors of production. The reason why the price of Burgundy is higher than that of Chianti is not the higher price of the vineyards of Burgundy as against those of Tuscany. The causation is the other way around. Because people are ready to pay higher prices for Burgundy than for Chianti, winegrowers are ready to pay higher prices for the vineyards of Burgundy than for those of Tuscany.

8

Στα μάτια του λογιστή, τα κέρδη εμφανίζονται ως το μερίδιο που απομένει μετά την εξόφληση όλων των δαπανών παραγωγής. Στην ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία, ένα τέτοιο πλεόνασμα των τιμών των προϊόντων πάνω από το κόστος δεν θα μπορούσε ποτέ να εμφανιστεί. Στη μεταβαλλόμενη οικονομία μπορούν να εμφανιστούν, προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, διαφορές μεταξύ των τιμών των προϊόντων και του αθροίσματος των τιμών που δαπάνησε ο επιχειρηματίας για την αγορά των συμπληρωματικών συντελεστών παραγωγής, πλέον του τόκου επί του επενδεδυμένου κεφαλαίου· μπορούν, δηλαδή, να εμφανιστούν είτε κέρδη είτε ζημίες. Αυτές οι διαφορές προκαλούνται από τις μεταβολές που επέρχονται στις τιμές των προϊόντων κατά το μεσολαβούν χρονικό διάστημα. Όποιος επιτυγχάνει καλύτερα από τους άλλους να προβλέψει εγκαίρως αυτές τις μεταβολές και ενεργεί αναλόγως αποκομίζει κέρδη. Όποιος αποτυγχάνει στην προσπάθειά του να προσαρμόσει τα επιχειρηματικά του εγχειρήματα στη μελλοντική κατάσταση της αγοράς τιμωρείται με ζημίες.

Profits are not a share left over when all costs of production have been paid. In the evenly rotating economy such a surplus of the prices of products over and above costs could never appear. In the changing economy differences between the prices of the products and the sum of the prices that the entrepreneur has expended for the purchase of the complementary factors of production plus interest on the capital invested can appear in either direction, i.e., either as profit or as loss. These differences are caused by changes which arise in the prices of the products in the time interval. He who succeeds better than others in anticipating these changes in time and acts accordingly, reaps profits. He who fails in his endeavors to adjust his entrepreneurial ventures to the future state of the market is penalized by losses.

9

Η κύρια αδυναμία της ρικαρδιανής οικονομικής θεωρίας ήταν ότι αποτελούσε θεωρία της διανομής του συνολικού προϊόντος των κοινών προσπαθειών ενός έθνους. Όπως και οι άλλοι υπέρμαχοι της κλασικής οικονομικής θεωρίας, ο Ricardo δεν κατόρθωσε να απαλλαγεί από τη μερκαντιλιστική εικόνα της Volkswirtschaft, της εθνικής οικονομίας ως ενιαίου συνόλου. Στη σκέψη του, το πρόβλημα του καθορισμού των τιμών υποτασσόταν στο πρόβλημα της διανομής του πλούτου. Ο συνήθης χαρακτηρισμός της οικονομικής του φιλοσοφίας ως «της φιλοσοφίας των βιομηχανικών μεσαίων τάξεων της Αγγλίας της εποχής του»3 αστοχεί ως προς το ουσιώδες. Αυτοί οι Άγγλοι επιχειρηματίες των αρχών του δέκατου ένατου αιώνα δεν ενδιαφέρονταν για το συνολικό προϊόν της βιομηχανίας και τη διανομή του. Καθοδηγούνταν από την επιδίωξη της πραγματοποίησης κερδών και της αποφυγής ζημιών.

The main deficiency of Ricardian economics was that it was a theory of the distribution of a total product of a nation’s joint efforts. Like the other champions of classical economics Ricardo failed to free himself from the Mercantilist image of the Volkswirtschaft. In his thought the problem of the determination of prices was subordinated to the problem of the distribution of wealth. The customary characterization of his economic philosophy as “that of the manufacturing middle classes of contemporary England”[3] misses the point. These English businessmen of the early nineteenth century were not interested in the total product of industry and its distribution. They were guided by the urge to make profits and to avoid losses.

10

Η κλασική οικονομική θεωρία έσφαλε όταν απέδωσε στη γη διακριτή θέση στο θεωρητικό της σχήμα. Η γη είναι, από οικονομική άποψη, συντελεστής παραγωγής και οι νόμοι που καθορίζουν τη διαμόρφωση των τιμών της είναι οι ίδιοι με εκείνους που καθορίζουν τη διαμόρφωση των τιμών των άλλων συντελεστών παραγωγής. Όλες οι ιδιαιτερότητες των οικονομικών διδασκαλιών σχετικά με τη γη αναφέρονται σε ορισμένες ιδιαιτερότητες των σχετικών δεδομένων.

Classical economics erred when it assigned to land a distinct place in its theoretical scheme. Land is, in the economic sense, a factor of production, and the laws determining the formation of the prices of land are the same that determine the formation of the prices of other factors of production. All peculiarities of the economic teachings concerning land refer to some peculiarities of the data involved.

11

2. Ο παράγοντας του χρόνου στη χρησιμοποίηση της γης

↗ στη σελίδα του βιβλίου

2. The Time Factor in Land Utilization

12

Αφετηρία των οικονομικών διδασκαλιών σχετικά με τη γη είναι η διάκριση μεταξύ δύο κατηγοριών πρωτογενών συντελεστών παραγωγής: των ανθρώπινων και των μη ανθρώπινων συντελεστών. Επειδή η χρησιμοποίηση των μη ανθρώπινων συντελεστών συνδέεται κατά κανόνα με την εξουσία χρησιμοποίησης ενός τμήματος της επιφάνειας της γης, αναφερόμαστε σε αυτούς χρησιμοποιώντας τον όρο «γη».4

The starting point of the economic teachings concerning land is the distinction between two classes of original factors of production, viz., human and nonhuman factors. As the utilization of the nonhuman factors is as rule connected with the power to utilize a piece of the earth, we speak of land when referring to them.[4]

13

Κατά την εξέταση των οικονομικών προβλημάτων της γης, δηλαδή των μη ανθρώπινων πρωτογενών συντελεστών παραγωγής, πρέπει να διαχωρίζεται σαφώς η πραξεολογική από την κοσμολογική σκοπιά. Ίσως είναι απολύτως εύλογο η κοσμολογία, κατά τη μελέτη των κοσμικών συμβάντων, να μιλά για μονιμότητα και για διατήρηση της μάζας και της ενέργειας. Αν συγκρίνει κανείς το πεδίο εντός του οποίου η ανθρώπινη δράση είναι ικανή να επηρεάσει τις φυσικές περιβαλλοντικές συνθήκες της ανθρώπινης ζωής με τη λειτουργία των φυσικών οντοτήτων, είναι θεμιτό να αποκαλεί τις φυσικές δυνάμεις άφθαρτες και μόνιμες ή — ακριβέστερα— απρόσβλητες από καταστροφή μέσω ανθρώπινης δράσης.

Σε σχέση με τις τεράστιες χρονικές περιόδους στις οποίες αναφέρεται η κοσμολογία, η διάβρωση του εδάφους, με την ευρύτερη έννοια του όρου, ακόμη και όταν έχει την ένταση που μπορεί να προκαλέσει η ανθρώπινη παρέμβαση, δεν έχει σημασία. Κανείς δεν γνωρίζει σήμερα αν, μετά την πάροδο εκατομμυρίων ετών, κοσμικές μεταβολές θα μετατρέψουν ερήμους και άγονα εδάφη σε γαίες που, από τη σκοπιά των σημερινών γνώσεών μας, θα πρέπει να χαρακτηριστούν εξαιρετικά γόνιμες, και τους πλέον οργιώδεις τροπικούς κήπους σε άγονη γη. Ακριβώς επειδή κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τέτοιες μεταβολές ούτε να επιχειρήσει να επηρεάσει τα κοσμικά συμβάντα που ενδέχεται να τις προκαλέσουν, είναι περιττό να διατυπώνονται εικασίες γι’ αυτές κατά την εξέταση των προβλημάτων της ανθρώπινης δράσης.5

In dealing with the economic problems of land, i.e., the nonhuman original factors of production, one must neatly separate the praxeological point of view from the cosmological point of view. It may make good sense for cosmology in its study of cosmic events to speak of permanency and of the conservation of mass and energy. If one compares the orbit within which human action is able to affect the natural environmental conditions of human life with the operation of natural entities, it is permissible to call the natural powers indestructible and permanent or—more precisely—safe against destruction by human action. For the great periods of time to which cosmology refers, soil erosion (in the broadest sense of the term) of such an intensity as can be effected by human interference is of no importance. Nobody knows today whether or not cosmic changes will in millions of years transform deserts and barren soil into land that from the point of view of our present-day knowledge will have to be described as extremely fertile and the most luxuriant tropical gardens into sterile land. Precisely because nobody can anticipate such changes nor venture to influence the cosmic events which possibly could bring them about, it is supererogatory to speculate about them in dealing with the problems of human action.[5]

14

Οι φυσικές επιστήμες μπορούν να υποστηρίζουν ότι οι δυνάμεις του εδάφους από τις οποίες εξαρτάται η χρησιμότητά του για τη δασοκομία, την κτηνοτροφία, τη γεωργία και την αξιοποίηση των υδάτων αναγεννώνται περιοδικά. Μπορεί να είναι αληθές ότι ακόμη και οι ανθρώπινες προσπάθειες που αποβλέπουν σκόπιμα στη μέγιστη δυνατή καταστροφή της παραγωγικής ικανότητας του φλοιού της γης θα μπορούσαν, στην καλύτερη περίπτωση, να επιτύχουν τον σκοπό τους μόνο σε μικρά τμήματά του. Τα γεγονότα αυτά, όμως, δεν έχουν καθοριστική σημασία για την ανθρώπινη δράση.

Η περιοδική αναγέννηση των παραγωγικών δυνάμεων του εδάφους δεν αποτελεί ένα άκαμπτο δεδομένο που θα έφερνε τον άνθρωπο αντιμέτωπο με μία και μοναδική, προδιαγεγραμμένη κατάσταση. Είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί το έδαφος κατά τρόπο ώστε η αναγέννηση αυτή να επιβραδυνθεί και να αναβληθεί ή ώστε η παραγωγική δύναμη του εδάφους είτε να εξαφανιστεί εντελώς για ορισμένο χρονικό διάστημα είτε να μπορεί να αποκατασταθεί μόνο μέσω σημαντικής εισροής κεφαλαίου και εργασίας. Κατά τη διαχείριση του εδάφους, ο άνθρωπος πρέπει να επιλέγει μεταξύ διαφόρων μεθόδων που διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τη διατήρηση και την αναγέννηση της παραγωγικής του δύναμης.

Όπως σε κάθε άλλο κλάδο παραγωγής, έτσι και στη διεξαγωγή του κυνηγιού, της αλιείας, της βόσκησης, της κτηνοτροφίας, της καλλιέργειας φυτών, της υλοτομίας και της αξιοποίησης των υδάτων υπεισέρχεται ο παράγοντας του χρόνου. Και εδώ ο άνθρωπος πρέπει να επιλέξει μεταξύ ικανοποίησης στο εγγύτερο και στο απώτερο μέλλον. Και εδώ το φαινόμενο του πρωταρχικού τόκου, το οποίο ενυπάρχει σε κάθε ανθρώπινη δράση, διαδραματίζει τον κυρίαρχο ρόλο του.

The natural sciences may assert that those powers of the soil that condition its serviceableness for forestry, cattle breeding, agriculture, and water utilization regenerate themselves periodically. It may be true that even human endeavors deliberately directed toward the utmost devastation of the productive capacity of the earth’s crust could at best succeed only with regard to small parts of it. But these facts do not strictly count for human action. The periodical regeneration of the soil’s productive powers is not a rigid datum that would face man with a uniquely determined situation. It is possible to use the soil in such a way that this regeneration is slowed down and postponed or the soil’s productive power either vanishes altogether for a definite period of time or can only be restored by means of a considerable input of capital and labor. In dealing with the soil man has to choose between various methods different from one another with regard to the preservation and regeneration of its productive power. No less than in any other branch of production, the time factor enters also into the conduct of hunting, fishing, grazing, cattle breeding, plant growing, lumbering and water utilization. Here too man must choose between satisfaction in nearer and in more remote periods of the future. Here too the phenomenon of originary interest, entailed in every human action, plays its paramount role.

15

Υπάρχουν θεσμικές συνθήκες που παρακινούν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα να προτιμούν την ικανοποίηση στο εγγύτερο μέλλον και να αδιαφορούν πλήρως ή σχεδόν πλήρως για την ικανοποίηση στο απώτερο μέλλον. Αν, αφενός, το έδαφος δεν ανήκει σε μεμονωμένους ιδιοκτήτες και, αφετέρου, όλοι ή ορισμένοι άνθρωποι που ευνοούνται από ειδικά προνόμια ή από την πραγματική κατάσταση των πραγμάτων είναι ελεύθεροι να το χρησιμοποιούν προσωρινά προς ίδιον όφελος, δεν αποδίδεται καμία προσοχή στο μέλλον. Το ίδιο συμβαίνει όταν ο ιδιοκτήτης αναμένει ότι θα απαλλοτριωθεί στο όχι πολύ μακρινό μέλλον.

Και στις δύο περιπτώσεις, οι δρώντες αποβλέπουν αποκλειστικά στην άντληση όσο το δυνατόν μεγαλύτερου άμεσου οφέλους. Δεν ενδιαφέρονται για τις χρονικά απώτερες συνέπειες των μεθόδων εκμετάλλευσής τους. Το αύριο δεν έχει σημασία γι’ αυτούς. Η ιστορία της υλοτομίας, του κυνηγιού και της αλιείας παρέχει άφθονα παραδείγματα· πολλά παραδείγματα μπορούν, όμως, να βρεθούν και σε άλλους κλάδους χρησιμοποίησης του εδάφους.

There are institutional conditions that cause the persons involved to prefer satisfaction in the nearer future and to disregard entirely or almost entirely satisfaction in the more distant future. If the soil is on the one hand not owned by individual proprietors and on the other hand all, or certain people favored by special privilege or by the actual state of affairs, are free to make use of it temporarily for their own benefit, no heed is paid to the future. The same is the case when the proprietor expects that he will be expropriated in a not too distant future. In both cases the actors are exclusively intent upon squeezing out as much as possible for their immediate advantage. They do not concern themselves about the temporally more remote consequences of their methods of exploitation. Tomorrow does not count for them. The history of lumbering, hunting, and fishing provides plenty of illustrative experience; but many examples can also be found in other branches of soil utilization.

16

Από τη σκοπιά των φυσικών επιστημών, η συντήρηση των κεφαλαιουχικών αγαθών και η διατήρηση των δυνάμεων του εδάφους ανήκουν σε δύο εντελώς διαφορετικές κατηγορίες. Οι παραχθέντες συντελεστές παραγωγής φθείρονται, αργά ή γρήγορα, ολοκληρωτικά κατά τη διεξαγωγή των παραγωγικών διαδικασιών και μετατρέπονται σταδιακά σε καταναλωτικά αγαθά, τα οποία τελικά καταναλώνονται. Αν κάποιος δεν θέλει να εξαφανιστούν τα αποτελέσματα της παρελθούσας αποταμίευσης και συσσώρευσης κεφαλαίου, πρέπει, εκτός από καταναλωτικά αγαθά, να παράγει και την ποσότητα κεφαλαιουχικών αγαθών που απαιτείται για την αντικατάσταση όσων έχουν φθαρεί. Αν το παραμελούσε, τελικά θα κατανάλωνε, κατά κάποιον τρόπο, τα κεφαλαιουχικά αγαθά. Θα θυσίαζε το μέλλον για χάρη του παρόντος· θα ζούσε σήμερα μέσα στην αφθονία και αργότερα θα αντιμετώπιζε στερήσεις.

From the point of view of the natural sciences, the maintenance of capital goods and the preservation of the powers of the soil belong to two entirely different categories. The produced factors of production perish sooner or later entirely in the pursuit of production processes, and piecemeal are transformed into consumers’ goods which are eventually consumed. If one does not want to make the results of past saving and capital accumulation disappear, one must, apart from consumers’ goods, also produce that amount of capital goods which is needed for the replacement of those worn out. If one were to neglect this, one would finally consume, as it were, the capital goods. One would sacrifice the future to the present; one would live in luxury today and be in want later.

17

Συχνά, όμως, λέγεται ότι τα πράγματα είναι διαφορετικά όσον αφορά τις δυνάμεις της γης. Αυτές δεν μπορούν να καταναλωθούν. Ωστόσο, μια τέτοια διατύπωση έχει νόημα μόνο από τη σκοπιά της γεωλογίας. Από τη γεωλογική σκοπιά, όμως, θα μπορούσε ή θα έπρεπε κανείς εξίσου να αρνηθεί ότι ο εξοπλισμός ενός εργοστασίου ή ένας σιδηρόδρομος μπορούν να «αναλωθούν». Το χαλίκι και οι λίθοι της υποδομής ενός σιδηροδρόμου, καθώς και ο σίδηρος και ο χάλυβας των σιδηροτροχιών, των γεφυρών, των βαγονιών και των κινητήριων μηχανών δεν χάνονται υπό την κοσμολογική έννοια. Μόνο από πραξεολογική σκοπιά είναι θεμιτό να μιλάμε για κατανάλωση ή ανάλωση ενός εργαλείου, ενός σιδηροδρόμου ή ενός χαλυβουργείου.

Με την ίδια οικονομική έννοια μιλάμε και για την ανάλωση των παραγωγικών δυνάμεων του εδάφους. Στη δασοκομία, στη γεωργία και στην αξιοποίηση των υδάτων, οι δυνάμεις αυτές αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο όπως οι άλλοι συντελεστές παραγωγής. Και όσον αφορά τις δυνάμεις του εδάφους, οι δρώντες πρέπει να επιλέγουν μεταξύ παραγωγικών διαδικασιών που παρέχουν υψηλότερη απόδοση εις βάρος της παραγωγικότητας σε μεταγενέστερες περιόδους και διαδικασιών που δεν μειώνουν τη μελλοντική φυσική παραγωγικότητα. Είναι δυνατόν να αντληθούν τόσα πολλά από το έδαφος, ώστε η μεταγενέστερη χρησιμοποίησή του να αποφέρει μικρότερες αποδόσεις ανά μονάδα χρησιμοποιούμενων ποσοτήτων κεφαλαίου και εργασίας ή να μην αποφέρει πρακτικά καμία απόδοση.

But, it is often said, it is different with the powers of land. They cannot be consumed. Such a statement is meaningful, however, only from the point of view of geology. But from the geological point of view one could, or should, no less deny that factory equipment or a railroad can be “eaten up.” The gravel and stones of a railroad’s substructure and the iron and steel of the rails, bridges, cars, and engines do not perish in a cosmic sense. Only from the praxeological point of view is it permissible to speak of the consumption, the eating up, of a tool, a railroad, or a steel mill. In the same economic sense we speak of the consumption of the productive powers of the soil. In forestry, agriculture, and water utilization these powers are dealt with in the same way as other factors of production. With regard to the powers of the soil, too, the actors must choose between processes of production which render higher output at the expense of productivity in later periods and processes which do not impair future physical productivity. It is possible to extract so much from the soil that its later utilization will render smaller returns (per unit of the quantities of capital and labor employed) or practically no returns at all.

18

Είναι αληθές ότι υπάρχουν φυσικά όρια στην καταστροφική δύναμη του ανθρώπου. Τα όρια αυτά προσεγγίζονται νωρίτερα στην υλοτομία, στο κυνήγι και στην αλιεία από ό,τι στην καλλιέργεια του εδάφους. Το γεγονός αυτό, όμως, συνεπάγεται μόνο ποσοτική και όχι ποιοτική διαφορά μεταξύ της αποσυσσώρευσης κεφαλαίου και της διάβρωσης του εδάφους.

It is true that there are physical limits to the devastating powers of man. (These limits are sooner reached in lumbering, hunting, and fishing than in tilling the soil.) But this fact results only in a quantitative, not in a qualitative difference between capital decumulation and soil erosion.

19

Ο Ricardo χαρακτηρίζει τις δυνάμεις του εδάφους «πρωτογενείς και άφθαρτες».6 Η σύγχρονη οικονομική επιστήμη, όμως, πρέπει να υπογραμμίσει ότι η αποτίμηση και η εκτίμηση δεν διαφοροποιούν μεταξύ πρωτογενών και παραχθέντων συντελεστών παραγωγής και ότι η κοσμολογική αφθαρσία της μάζας και της ενέργειας, όποια και αν είναι η σημασία της, δεν προσδίδει στη χρησιμοποίηση της γης χαρακτήρα ριζικά διαφορετικό από εκείνον των άλλων κλάδων παραγωγής.

Ricardo calls the powers of the soil “original and indestructible.”[6] However, modern economics must stress the point that valuation and appraisement do not differentiate between original and produced factors of production, and that the cosmological indestructibility of mass and energy, whatever it may mean, does not enjoin upon land utilization a character radically different from other branches of production.

20

3. The Submarginal Land

21

Οι υπηρεσίες που μπορεί να παράσχει ένα συγκεκριμένο τεμάχιο γης μέσα σε μια ορισμένη χρονική περίοδο είναι περιορισμένες. Αν ήταν απεριόριστες, οι άνθρωποι δεν θα θεωρούσαν τη γη συντελεστή παραγωγής και οικονομικό αγαθό. Ωστόσο, η διαθέσιμη ποσότητα εδάφους είναι τόσο μεγάλη και η φύση τόσο γενναιόδωρη, ώστε η γη εξακολουθεί να βρίσκεται σε αφθονία. Γι’ αυτό χρησιμοποιούνται μόνο τα παραγωγικότερα τεμάχια γης. Υπάρχουν γαίες τις οποίες οι άνθρωποι θεωρούν —είτε λόγω της φυσικής παραγωγικότητάς τους είτε λόγω της τοποθεσίας τους— υπερβολικά φτωχές ώστε να αξίζει η καλλιέργειά τους. Κατά συνέπεια, η οριακή γη, δηλαδή η φτωχότερη καλλιεργούμενη γη, δεν αποφέρει καμία πρόσοδο υπό τη ρικαρδιανή έννοια.7 Η υποοριακή γη θα θεωρούνταν εντελώς άνευ αξίας, αν δεν αποτιμούνταν θετικά ενόψει της προσδοκίας ότι θα χρησιμοποιηθεί σε μεταγενέστερο χρόνο.8

The services a definite piece of land can render in a definite period of time are limited. If they were unlimited, men would not consider land a factor of production and an economic good. However, the quantity of soil available is so vast, nature is so prodigal, that land is still abundant. Therefore, only the most productive pieces of land are utilized. There is land which people consider—either with regard to its physical productivity or with regard to its location—as too poor to be worth cultivating. Consequently the marginal soil, i.e., the poorest soil cultivated, yields no rent in the Ricardian sense.[7] Submarginal land would be considered entirely worthless if one were not to appraise it positively in anticipation of its being utilized in later days.[8]

22

Το γεγονός ότι η οικονομία της αγοράς δεν διαθέτει αφθονότερη προσφορά γεωργικών προϊόντων οφείλεται στη σπανιότητα του κεφαλαίου και της εργασίας και όχι στη σπανιότητα καλλιεργήσιμης γης. Μια αύξηση της διαθέσιμης επιφάνειας γης θα αύξανε —εφόσον οι λοιποί παράγοντες παρέμεναν αμετάβλητοι— την προσφορά δημητριακών και κρέατος μόνο αν η γονιμότητα της πρόσθετης γης υπερέβαινε εκείνη της οριακής γης που καλλιεργούνταν ήδη. Από την άλλη πλευρά, η προσφορά γεωργικών προϊόντων θα αυξανόταν με κάθε αύξηση της διαθέσιμης ποσότητας εργασίας και κεφαλαίου, υπό την προϋπόθεση ότι οι καταναλωτές δεν θεωρούν κάποια άλλη χρησιμοποίηση της πρόσθετης ποσότητας κεφαλαίου και εργασίας καταλληλότερη για την ικανοποίηση των πιο επειγουσών αναγκών τους.9

The fact that the market economy does not have a more ample supply of agricultural products is caused by the scarcity of capital and labor, not by a scarcity of cultivable land. An increase in the surface of land available would—other things being equal—increase the supply of cereals and meat only if the additional land’s fertility exceeded that of the marginal land already previously cultivated. On the other hand, the supply of agricultural products would be increased by any increase in the amount of labor and capital available, provided the consumers do not consider another employment of the additional amount of capital and labor more appropriate to fill their most urgent wants.[9]

23

Οι χρήσιμες ορυκτές ουσίες που περιέχονται στο έδαφος είναι ποσοτικά περιορισμένες. Είναι αληθές ότι ορισμένες από αυτές αποτελούν προϊόν φυσικών διαδικασιών που εξακολουθούν να συντελούνται και να αυξάνουν τα υφιστάμενα κοιτάσματα. Ωστόσο, η βραδύτητα και η μεγάλη διάρκεια αυτών των διαδικασιών τις καθιστούν ασήμαντες για την ανθρώπινη δράση. Ο άνθρωπος πρέπει να λαμβάνει υπόψη ότι τα διαθέσιμα κοιτάσματα αυτών των ορυκτών είναι περιορισμένα. Κάθε επιμέρους ορυχείο ή πετρελαιοπηγή είναι εξαντλήσιμα· πολλά έχουν ήδη εξαντληθεί.

Μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα ανακαλυφθούν νέα κοιτάσματα και ότι θα επινοηθούν τεχνολογικές μέθοδοι οι οποίες θα καταστήσουν δυνατή την αξιοποίηση κοιτασμάτων που σήμερα δεν μπορούν να τύχουν εκμετάλλευσης καθόλου ή μπορούν να αξιοποιηθούν μόνο με δυσανάλογα υψηλό κόστος. Μπορούμε επίσης να υποθέσουμε ότι η περαιτέρω πρόοδος της τεχνολογικής γνώσης θα επιτρέψει στις μεταγενέστερες γενεές να χρησιμοποιήσουν ουσίες που δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν σήμερα. Όλα αυτά, όμως, δεν έχουν σημασία για τη σημερινή διεξαγωγή των εξορυκτικών εργασιών και των γεωτρήσεων πετρελαίου. Τα κοιτάσματα ορυκτών ουσιών και η εκμετάλλευσή τους δεν χαρακτηρίζονται από γνωρίσματα που θα προσέδιδαν ιδιαίτερο χαρακτήρα στην ανθρώπινη δράση που ασχολείται με αυτά. Για την καταλλακτική, η διάκριση μεταξύ του εδάφους που χρησιμοποιείται στη γεωργία και εκείνου που χρησιμοποιείται στην εξόρυξη αποτελεί απλώς διάκριση μεταξύ διαφορετικών δεδομένων.

The useful mineral substances contained in the soil ate limited in quantity. It is true that some of them are the outgrowth of natural processes which are still going on and increasing the existing deposits. However, the slowness and length of these processes makes them insignificant for human action. Man must take into account that the available deposits of these minerals are limited. Every single mine or oil source is exhaustible; many of them are already exhausted. We may hope that new deposits will be discovered and that technological procedures will be invented which will make it possible to utilize deposits which today cannot be exploited at all or only at unreasonable costs. We may also assume that the further progress of technological knowledge will enable later generations to utilize substances which cannot be utilized today. But all these things do not matter for the present-day conduct of mining and oil drilling. The deposits of mineral substances and their exploitation are not characterized by features which would give a particular mark to human action dealing with them. For catallactics the distinction between soil used in agriculture and that used in mining is merely a distinction of data.

24

Μολονότι οι διαθέσιμες ποσότητες αυτών των ορυκτών ουσιών είναι περιορισμένες και μολονότι μπορούμε, σε θεωρητικό επίπεδο, να ασχοληθούμε με το ενδεχόμενο να εξαντληθούν πλήρως κάποια ημέρα, οι δρώντες άνθρωποι δεν θεωρούν αυτά τα κοιτάσματα αυστηρά περιορισμένα. Στις δραστηριότητές τους λαμβάνουν υπόψη το γεγονός ότι συγκεκριμένα ορυχεία και πηγάδια θα εξαντληθούν, αλλά δεν αποδίδουν σημασία στο γεγονός ότι, σε κάποια άγνωστη μελλοντική ημερομηνία, ενδέχεται να εξαντληθούν όλα τα κοιτάσματα ορισμένων ορυκτών. Για τη σημερινή δράση, η προσφορά αυτών των ουσιών φαίνεται τόσο άφθονη, ώστε δεν επιχειρείται η πλήρης εκμετάλλευση όλων των κοιτασμάτων τους στον βαθμό που θα επέτρεπε η υφιστάμενη τεχνολογική γνώση. Τα ορυχεία χρησιμοποιούνται μόνο στον βαθμό στον οποίο δεν υπάρχει κάποια πιο επείγουσα χρήση για τις απαιτούμενες ποσότητες κεφαλαίου και εργασίας. Υπάρχουν, επομένως, υποοριακά κοιτάσματα τα οποία δεν χρησιμοποιούνται καθόλου.

Σε κάθε ορυχείο που βρίσκεται σε λειτουργία, η έκταση της παραγωγής καθορίζεται από τη σχέση μεταξύ των τιμών των προϊόντων και των τιμών των απαιτούμενων μη ειδικών συντελεστών παραγωγής.

Although the available quantities of these mineral substances are limited, and although we may academically concern ourselves with the possibility that they will be entirely exhausted one day, acting men do not consider these deposits rigidly limited. Their activities take into account the fact that definite mines and wells will become exhausted, but they do not pay heed to the fact that at an unknown later date all the deposits of certain minerals may come to an end. For to present-day action the supply of these substances appears to be so abundant that one does not venture to exploit all their deposits to the full extent which the state of technological knowledge permits. The mines are utilized only as far as there is no more urgent employment available for the required quantities of capital and labor. There are therefore submarginal deposits that are not utilized at all. In every mine operated the extent of the production is determined by the relation between the prices of the products and those of the required nonspecific factors of production.

25

4. Η γη ως χώρος εγκατάστασης

↗ στη σελίδα του βιβλίου

4. The Land as Standing Room

26

Η χρησιμοποίηση της γης για την εγκατάσταση ανθρώπινων κατοικιών, εργαστηρίων και μέσων μεταφοράς αποσύρει τεμάχια εδάφους από άλλες χρήσεις.

The employment of land for the location of human residences, workshops, and means of transportation withdraws pieces of soil from other employments.

27

Η ιδιαίτερη θέση που απέδιδαν παλαιότερες θεωρίες στην πρόσοδο των αστικών οικοπέδων δεν χρειάζεται να μας απασχολήσει εδώ. Δεν είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτο ότι οι άνθρωποι καταβάλλουν υψηλότερες τιμές για τη γη την οποία αποτιμούν περισσότερο ως χώρο κατοικίας από ό,τι για τη γη την οποία αποτιμούν λιγότερο. Αποτελεί πραγματικό γεγονός ότι, για εργαστήρια, αποθήκες και σιδηροδρομικούς σταθμούς διαλογής, οι άνθρωποι προτιμούν τοποθεσίες που μειώνουν το κόστος μεταφοράς και ότι είναι πρόθυμοι να καταβάλουν υψηλότερες τιμές για τέτοιες γαίες, ανάλογα με τις αναμενόμενες εξοικονομήσεις.

The particular place which older theories attributed to urban site rent need not here concern us. It is not especially noteworthy that people pay higher prices for land they value more for housing than for land which they value less. It is a matter of fact that for workshops, warehouses, and railroad yards people prefer locations which reduce costs of transportation, and that they are ready to pay higher prices for such land in accordance with the economies expected.

28

Η γη χρησιμοποιείται επίσης για χώρους αναψυχής και κήπους, για πάρκα και για την απόλαυση του μεγαλείου και της ομορφιάς της φύσης. Με την ανάπτυξη της αγάπης για τη φύση, αυτού του ιδιαιτέρως χαρακτηριστικού γνωρίσματος της «αστικής» νοοτροπίας, η ζήτηση για τέτοιες απολαύσεις αυξήθηκε θεαματικά. Το έδαφος των μεγάλων οροσειρών, το οποίο κάποτε θεωρούνταν απλώς μια άγονη και ζοφερή έκταση βράχων και παγετώνων, εκτιμάται σήμερα ιδιαίτερα ως πηγή των υψηλότερων απολαύσεων.

Land is also used for pleasure grounds and gardens, for parks and for the enjoyment of the grandeur and beauty of nature. With the development of the love of nature, this very characteristic feature of “bourgeois” mentality, the demand for such enjoyments increased enormously. The soil of the high mountain chains, once merely considered a barren dreariness of rocks and glaciers, is today highly appreciated as the source of the most lofty pleasures.

29

Από αμνημονεύτων χρόνων, η πρόσβαση σε αυτούς τους χώρους ήταν ελεύθερη για όλους. Ακόμη και αν η γη ανήκει σε ιδιώτες, οι ιδιοκτήτες κατά κανόνα δεν έχουν το δικαίωμα να την αποκλείσουν από τους περιηγητές και τους ορειβάτες ή να απαιτήσουν εισιτήριο εισόδου. Όποιος έχει την ευκαιρία να επισκεφθεί αυτές τις περιοχές έχει το δικαίωμα να απολαύσει ολόκληρο το μεγαλείο τους και, κατά κάποιον τρόπο, να τις θεωρήσει δικές του. Ο τυπικός ιδιοκτήτης δεν αποκομίζει κανένα όφελος από την ικανοποίηση που παρέχει η ιδιοκτησία του στους επισκέπτες. Αυτό, όμως, δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι η συγκεκριμένη γη υπηρετεί την ανθρώπινη ευημερία και εκτιμάται αναλόγως.

Το έδαφος υπόκειται σε δουλεία που παρέχει σε όλους το δικαίωμα να διέρχονται και να κατασκηνώνουν σε αυτό. Εφόσον δεν είναι δυνατή καμία άλλη χρησιμοποίηση της συγκεκριμένης περιοχής, αυτή η δουλεία εξαντλεί πλήρως όλα τα πλεονεκτήματα που θα μπορούσε να αποκομίσει ο ιδιοκτήτης από την κυριότητά του. Επειδή οι ιδιαίτερες υπηρεσίες που μπορούν να προσφέρουν αυτοί οι βράχοι και οι παγετώνες είναι πρακτικά ανεξάντλητες, δεν φθείρονται και δεν απαιτούν καμία εισροή κεφαλαίου και εργασίας για τη διατήρησή τους, αυτή η ρύθμιση δεν επιφέρει τις συνέπειες που εμφανίστηκαν όπου εφαρμόστηκε σε δάση, κυνηγότοπους και αλιευτικές περιοχές.

Αν, κοντά σε αυτές τις οροσειρές, ο διαθέσιμος χώρος για την κατασκευή καταφυγίων, ξενοδοχείων και μέσων μεταφοράς, όπως οι οδοντωτοί σιδηρόδρομοι, είναι περιορισμένος, οι ιδιοκτήτες αυτών των σπάνιων τεμαχίων γης μπορούν να τα πωλήσουν ή να τα εκμισθώσουν με ευνοϊκότερους όρους και, έτσι, να ιδιοποιηθούν μέρος των πλεονεκτημάτων που αποκομίζουν οι περιηγητές από την ελεύθερη πρόσβαση στις κορυφές. Αν δεν συμβαίνει αυτό, οι περιηγητές απολαμβάνουν δωρεάν όλα αυτά τα πλεονεκτήματα.

From time immemorial access to these spaces has been free to everybody. Even if the land is owned by private individuals, the owners as a rule have not the right to close it to tourists and mountain-climbers or to ask an entrance fee. Whoever has the opportunity to visit these areas, has the right to enjoy all their grandeur, and to consider them his own, as it were. The nominal owner does not derive any advantage from the satisfaction his property gives to the visitors. But this does not alter the fact that this land serves human well-being and is appreciated accordingly. The ground is subject to an easement that entitles everybody to pass along and to camp on it. As no other utilization of the area concerned is possible, this servitude completely exhausts all the advantages the proprietor could reap from his ownership. Since the particular services which these rocks and glaciers can render are practically inexhaustible, do not wear out, and do not require any input of capital and labor for their conservation, this arrangement does not bring about those consequences which appeared wherever it was applied to lumbering, hunting, and fishing grounds. If, in the neighborhood of these mountain chains, the space available for the construction of shelters, hotels, and means of transportation (e.g., rack railroads) is limited, the owners of these scarce pieces of soil can sell or rent them on more propitious terms and thus divert to themselves a part of the advantages the tourists reap from the free accessibility of the peaks. If this is not the case, the tourists enjoy all these advantages gratuitously.

30

5. Οι τιμές της γης

↗ στη σελίδα του βιβλίου

5. The Prices of Land

31

Στη νοητική κατασκευή της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας, η αγορά και η πώληση των υπηρεσιών συγκεκριμένων τεμαχίων γης δεν διαφέρουν καθόλου από την αγορά και την πώληση των υπηρεσιών άλλων συντελεστών παραγωγής. Όλοι αυτοί οι συντελεστές αποτιμώνται σύμφωνα με τις υπηρεσίες που θα παράσχουν σε διάφορες περιόδους του μέλλοντος, αφού ληφθεί δεόντως υπόψη η χρονική προτίμηση. Για την οριακή γη —και, βεβαίως, για την υποοριακή γη— δεν καταβάλλεται καμία τιμή. Η προσοδοφόρος γη, δηλαδή η γη που, σε σύγκριση με την οριακή γη, αποφέρει υψηλότερη παραγωγή ανά μονάδα εισροής κεφαλαίου και εργασίας, αποτιμάται σύμφωνα με τον βαθμό της υπεροχής της. Η τιμή της ισούται με το άθροισμα όλων των μελλοντικών προσόδων της, καθεμία από τις οποίες προεξοφλείται με βάση το επιτόκιο του πρωταρχικού τόκου.10

In the imaginary construction of the evenly rotating economy buying and selling of the services of definite pieces of land does not differ at all from buying and selling the services of other factors of production. All these factors are appraised according to the services they will render in various periods of the future, due allowance being made for time preference. For the marginal land (and, of course, for the submarginal land) no price is paid at all. Rent-bearing land (i.e., land that, compared with the marginal land, bears a higher output per unit of input of capital and labor) is appraised in accordance with the degree of its superiority. Its price is the sum of all its future rents, each of them discounted at the rate of originary interest.[10]

32

Στη μεταβαλλόμενη οικονομία, όσοι αγοράζουν και πωλούν γη λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις αναμενόμενες μεταβολές στις αγοραίες τιμές των υπηρεσιών που παρέχει το έδαφος. Μπορεί, βεβαίως, να σφάλλουν στις προσδοκίες τους· αυτό, όμως, είναι διαφορετικό ζήτημα. Επιχειρούν, στον μέγιστο βαθμό των ικανοτήτων τους, να προβλέψουν τα μελλοντικά γεγονότα που ενδέχεται να μεταβάλουν τα δεδομένα της αγοράς και ενεργούν σύμφωνα με αυτές τις εκτιμήσεις. Αν πιστεύουν ότι η ετήσια καθαρή απόδοση του συγκεκριμένου τεμαχίου γης θα αυξηθεί, η τιμή του θα είναι υψηλότερη από ό,τι θα ήταν αν δεν υπήρχαν αυτές οι προσδοκίες.

Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, με την περιαστική γη κοντά σε πόλεις των οποίων ο πληθυσμός αυξάνεται ή με τα δάση και την καλλιεργήσιμη γη σε χώρες στις οποίες οι ομάδες πίεσης είναι πιθανό να επιτύχουν, μέσω δασμών, την αύξηση των τιμών της ξυλείας και των δημητριακών. Από την άλλη πλευρά, οι φόβοι σχετικά με την ολική ή μερική δήμευση της καθαρής απόδοσης της γης τείνουν να μειώνουν τις τιμές της. Στην καθημερινή επιχειρηματική γλώσσα, οι άνθρωποι μιλούν για την «κεφαλαιοποίηση» της προσόδου και παρατηρούν ότι ο συντελεστής κεφαλαιοποίησης διαφέρει μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών γης και μεταβάλλεται ακόμη και μεταξύ διαφορετικών τεμαχίων της ίδιας κατηγορίας. Αυτή η ορολογία είναι μάλλον ακατάλληλη, καθώς παρουσιάζει εσφαλμένα τη φύση της διαδικασίας.

In the changing economy people buying and selling land take due account of expected changes in the market prices for the services rendered by the soil. Of course, they may err in their expectations; but this is another thing. They try to anticipate to the best of their abilities future events that may alter the market data and they act in accordance with these opinions. If they believe that the annual net yield of the piece of land concerned will rise, the price will be higher than it would have been in the absence of such expectations. This is, for instance, the case with suburban land in the neighborhood of cities growing in population or with forests and arable land in countries in which pressure groups are likely to succeed in raising, by means of tariffs, the prices of timber and cereals. On the other hand, fears concerning the total or partial confiscation of the net yield of land tend to lower the prices of land. In everyday business language people speak of the “capitalization” of the rent and observe that the rate of capitalization is different with different classes of land and varies even within the same class with different pieces of soil. This terminology is rather inexpedient as it misrepresents the nature of the process.

33

Με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο οι αγοραστές και οι πωλητές γης λαμβάνουν υπόψη τα αναμενόμενα μελλοντικά γεγονότα που θα μειώσουν την καθαρή απόδοση, αντιμετωπίζουν και τους φόρους. Οι φόροι που επιβάλλονται στη γη μειώνουν την αγοραία τιμή της κατά το προεξοφλημένο ποσό της μελλοντικής επιβάρυνσής τους. Η επιβολή ενός νέου φόρου αυτού του είδους, ο οποίος κατά πάσα πιθανότητα δεν θα καταργηθεί, επιφέρει άμεση πτώση της αγοραίας τιμής των σχετικών τεμαχίων γης. Πρόκειται για το φαινόμενο που η θεωρία της φορολογίας αποκαλεί απόσβεση ή κεφαλαιοποίηση των φόρων.

In the same way in which buyers and sellers of land take into account anticipated future events that will reduce the net return, they deal with taxes. Taxes levied upon land reduce its market price to the extent of the discounted amount of their future burden. The introduction of a new tax of this kind which is likely not to be abolished results in an immediate drop in the market price of the pieces of land concerned. This is the phenomenon that the theory of taxation calls amortization of taxes.

34

Σε πολλές χώρες, οι ιδιοκτήτες γης ή ορισμένων κτημάτων απολάμβαναν ειδικά πολιτικά και νομικά προνόμια ή μεγάλο κοινωνικό κύρος. Και τέτοιοι θεσμοί μπορούν να διαδραματίσουν ρόλο στον καθορισμό των τιμών της γης.

In many countries the owners of land or of certain estates enjoyed special political legal privileges or a great social prestige. Such institutions too can play a role in the determination of the prices of land.

35

Ο μύθος του εδάφους

↗ στη σελίδα του βιβλίου

The Myth of the Soil

36

Οι ρομαντικοί καταδικάζουν τις οικονομικές θεωρίες σχετικά με τη γη λόγω της ωφελιμιστικής στενότητάς τους. Οι οικονομολόγοι, λένε, εξετάζουν τη γη από τη σκοπιά του αναίσθητου κερδοσκόπου, ο οποίος υποβιβάζει όλες τις αιώνιες αξίες σε χρηματικούς όρους και όρους κέρδους. Ωστόσο, η πατρογονική γη είναι πολύ περισσότερο από έναν απλό συντελεστή παραγωγής. Είναι η ανεξάντλητη πηγή της ανθρώπινης ενέργειας και της ανθρώπινης ζωής. Η γεωργία δεν είναι απλώς ένας κλάδος παραγωγής μεταξύ πολλών άλλων. Είναι η μόνη φυσική και αξιοσέβαστη δραστηριότητα του ανθρώπου, η μόνη αξιοπρεπής συνθήκη μιας αληθινά ανθρώπινης ύπαρξης.

Είναι άδικο να κρίνεται αποκλειστικά σε σχέση με τις καθαρές αποδόσεις που μπορούν να αντληθούν από το έδαφος. Το έδαφος δεν παράγει μόνο τους καρπούς που τρέφουν το σώμα μας· παράγει πρωτίστως τις ηθικές και πνευματικές δυνάμεις του πολιτισμού. Οι πόλεις, οι μεταποιητικές βιομηχανίες και το εμπόριο αποτελούν φαινόμενα διαφθοράς και παρακμής· η ύπαρξή τους είναι παρασιτική· καταστρέφουν όσα ο καλλιεργητής πρέπει να δημιουργεί ξανά και ξανά.

Romanticists condemn the economic theories concerning land for their utilitarian narrow-mindedness. Economists, they say, look upon land from the point of view of the callous speculator who degrades all eternal values to terms of money and profit. Yet, the glebe is much more than a mere factor of production. It is the inexhaustible source of human energy and human life. Agriculture is not simply one branch of production among many other branches. It is the only natural and respectable activity of man, the only dignified condition of a really human existence. It is iniquitous to judge it merely with regard to the net returns to be squeezed out of the soil. The soil not only bears the fruits that nourish our body; it produces first of all the moral and spiritual forces of civilization. The cities, the processing industries, and commerce are phenomena of depravity and decay; their existence is parasitic; they destroy what the ploughman must create again and again.

37

Πριν από χιλιάδες χρόνια, όταν οι άνθρωποι που ζούσαν σε φυλές αλιέων και κυνηγών άρχισαν να καλλιεργούν το έδαφος, η ρομαντική ονειροπόληση ήταν άγνωστη. Αν, όμως, ζούσαν ρομαντικοί σε εκείνες τις εποχές, θα εξυμνούσαν τις υψηλές ηθικές αξίες του κυνηγιού και θα στιγμάτιζαν την καλλιέργεια του εδάφους ως φαινόμενο διαφθοράς. Θα επέκριναν τον καλλιεργητή επειδή βεβήλωνε το έδαφος που οι θεοί είχαν παραχωρήσει στον άνθρωπο ως κυνηγότοπο και επειδή το υποβίβαζε σε μέσο παραγωγής.

Thousands of years ago, when fishing and hunting tribesmen began to cultivate the soil, romantic reverie was unknown. But if there had lived romanticists in those ages, they would have eulogized the lofty moral values of the hunt and would have stigmatized soil cultivation as a phenomenon of depravity. They would have reproached the ploughman for desecrating the soil that the gods had given to man as a hunting ground and for degrading it to a means of production.

38

Στις προρομαντικές εποχές, κανείς δεν θεωρούσε στις πράξεις του το έδαφος ως οτιδήποτε άλλο πέρα από πηγή ανθρώπινης ευημερίας, ως μέσο προαγωγής της ευμάρειας. Οι μαγικές τελετές και πρακτικές που αφορούσαν το έδαφος δεν απέβλεπαν σε τίποτε άλλο παρά στη βελτίωση της γονιμότητάς του και στην αύξηση της ποσότητας των καρπών που επρόκειτο να συγκομιστούν. Αυτοί οι άνθρωποι δεν επιζητούσαν κάποια unio mystica, κάποια μυστική ένωση με τις μυστηριώδεις δυνάμεις και ισχείς που κρύβονταν στο έδαφος. Το μόνο που επιδίωκαν ήταν μεγαλύτερες και καλύτερες σοδειές. Κατέφευγαν σε μαγικές τελετουργίες και επικλήσεις επειδή, κατά την άποψή τους, αυτή ήταν η αποτελεσματικότερη μέθοδος για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών. Οι εκλεπτυσμένοι απόγονοί τους έσφαλαν όταν ερμήνευσαν αυτές τις τελετές από «ιδεαλιστική» σκοπιά.

Ένας πραγματικός αγρότης δεν επιδίδεται σε εκστατικές φλυαρίες για το έδαφος και τις μυστηριώδεις δυνάμεις του. Για εκείνον, η γη είναι συντελεστής παραγωγής και όχι αντικείμενο συναισθηματικής λατρείας. Επιθυμεί περισσότερη γη επειδή θέλει να αυξήσει το εισόδημά του και να βελτιώσει το βιοτικό του επίπεδο. Οι αγρότες αγοράζουν και πωλούν γη και τη βαρύνουν με υποθήκες· πωλούν τα προϊόντα της γης και αγανακτούν έντονα αν οι τιμές δεν είναι τόσο υψηλές όσο θα επιθυμούσαν.

In the preromantic ages in his actions no one considered the soil as anything other than a source of human well-being, a means to promote welfare. The magic rites and observances concerning the soil aimed at nothing else than improvement of the soil’s fertility and increase in the quantity of fruits to be harvested. These people did not seek the unio mystica with the mysterious powers and forces hidden in the soil. All they aimed at was bigger and better crops. They resorted to magic rituals and adjurations because in their opinion this was the most efficient method of attaining the ends sought. Their sophisticated progeny erred when they interpreted these ceremonies from an “idealistic” point of view. A real peasant does not indulge in ecstatic babble about the soil and its mysterious powers. For him land is a factor of production, not an object of sentimental emotions. He covets more land because he desires to increase his income and to improve his standard of living. Farmers buy and sell land and mortgage it; they sell the produce of land and become very indignant if the prices are not as high as they want them to be.

39

Η αγάπη για τη φύση και η εκτίμηση της ομορφιάς του τοπίου ήταν ξένες προς τον αγροτικό πληθυσμό. Οι κάτοικοι των πόλεων τις έφεραν στην ύπαιθρο. Οι κάτοικοι των πόλεων ήταν εκείνοι που άρχισαν να εκτιμούν τη γη ως φύση, ενώ οι άνθρωποι της υπαίθρου την αποτιμούσαν μόνο από τη σκοπιά της παραγωγικότητάς της για το κυνήγι, την υλοτομία, την καλλιέργεια και την κτηνοτροφία. Από αμνημονεύτων χρόνων, οι βράχοι και οι παγετώνες των Άλπεων ήταν, στα μάτια των ορεσίβιων, απλώς άχρηστη γη. Μόνο όταν οι κάτοικοι των πόλεων αποτόλμησαν να αναρριχηθούν στις κορυφές και έφεραν χρήματα στις κοιλάδες άλλαξαν εκείνοι γνώμη. Οι πρωτοπόροι της ορειβασίας και της χιονοδρομίας γίνονταν αντικείμενο χλευασμού από τον γηγενή πληθυσμό, μέχρις ότου οι ντόπιοι αντιλήφθηκαν ότι μπορούσαν να αποκομίσουν κέρδος από αυτή την ιδιορρυθμία.

Love of nature and appreciation of the beauties of the landscape were foreign to the rural population. The inhabitants of the cities brought them to the countryside. It was the city-dwellers who began to appreciate the land as nature, while the countrymen valued it only from the point of view of its productivity for hunting, lumbering, crop raising and cattle breeding. From time immemorial the rocks and glaciers of the Alps were merely waste land in the eyes of the mountaineers. Only when the townsfolk ventured to climb the peaks, and brought money into the valleys, did they change their minds. The pioneers of mountain climbing and skiing were ridiculed by the indigenous population until they found out that they could derive gain from this eccentricity.

40

Δεν ήταν οι βοσκοί αλλά οι εκλεπτυσμένοι αριστοκράτες και κάτοικοι των πόλεων οι δημιουργοί της βουκολικής ποίησης. Ο Δάφνις και η Χλόη είναι δημιουργήματα φαντασιών πολύ απομακρυσμένων από τις πρακτικές μέριμνες της γης. Εξίσου απομακρυσμένος από το έδαφος είναι και ο σύγχρονος πολιτικός μύθος του εδάφους. Δεν άνθισε πάνω στα βρύα των δασών και στο χώμα των αγρών, αλλά στα λιθόστρωτα των πόλεων και στα χαλιά των σαλονιών. Οι αγρότες τον χρησιμοποιούν επειδή τον θεωρούν πρακτικό μέσο για την απόκτηση πολιτικών προνομίων που αυξάνουν τις τιμές των προϊόντων και των αγροκτημάτων τους.

Not shepherds, but sophisticated aristocrats and city-dwellers were the authors of bucolic poetry. Daphnis and Chloë are creations of fancies far removed from earthy concerns. No less removed from the soil is the modern political myth of the soil. It did not blossom from the moss of the forests and the loam of the fields, but from the pavements of the cities and the carpets of the salons. The farmers make use of it because they find it a practical means of obtaining political privileges which raise the prices of their products and of their farms.

41

← Κεφάλαιο 21: ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΜΙΣΘΟΙΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 23: ΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ →

← ΠεριεχόμεναΔίγλωσση ανάγνωση: Ανθρώπινη Δράση