Ανθρώπινη Δράση: Κεφάλαιο 20: ΤΟΚΟΣ, ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ
Ludwig von Mises · Human Action: A Treatise on Economics
Πραξεολόγος
← Κεφάλαιο 19: ΤΟ ΕΠΙΤΟΚΙΟΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 21: ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΜΙΣΘΟΙ →
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, Human Action: A Treatise on Economics, ebook του Foundation for Economic Education (FEE), 2016, ISBN 978-1-57246-086-7 — «Published under the Creative Commons Attribution 4.0 International License». Σελίδα της έκδοσης: fee.org/ebooks/human-action-by-ludwig-von-mises. Άδεια: CC BY 4.0.
Σε δείγμα 300 παραγράφων, οι 298 του ebook του FEE ήταν ίδιες λέξη προς λέξη με το κείμενο που ακολουθεί η μετάφραση. Το FEE δεν περιέχει μερικές ενότητες που προστέθηκαν σε μεταγενέστερες εκδόσεις (π.χ. «Η ηθική καταδίκη του κέρδους», «Διαφθορά», παράγραφοι για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο)· αυτές, όπως και οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ), εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Οι πρόλογοι της ελληνικής έκδοσης και των εκδόσεων Scholar’s/4ης δεν περιλαμβάνονται εδώ.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
Κεφάλαιο 20: ΤΟΚΟΣ, ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ
↗ στη σελίδα του βιβλίουXX. INTEREST, CREDIT EXPANSION, AND THE TRADE CYCLE
Στην οικονομία της αγοράς, στην οποία όλες οι πράξεις διαπροσωπικής ανταλλαγής πραγματοποιούνται με τη μεσολάβηση του χρήματος, η κατηγορία του πρωταρχικού τόκου εκδηλώνεται κυρίως στον τόκο των χρηματικών δανείων.
N the market economy in which all acts of interpersonal exchange are performed by the intermediary of money, the category of originary interest manifests itself primarily in the interest on money loans.
Έχει ήδη επισημανθεί ότι, στο νοητικό κατασκεύασμα της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας, το επιτόκιο του πρωταρχικού τόκου είναι ενιαίο. Σε ολόκληρο το σύστημα επικρατεί ένα μόνο επιτόκιο. Το επιτόκιο των δανείων συμπίπτει με το επιτόκιο του πρωταρχικού τόκου, όπως αυτό εκδηλώνεται στη σχέση μεταξύ των τιμών των παρόντων και των μελλοντικών αγαθών. Μπορούμε να αποκαλέσουμε αυτό το επιτόκιο ουδέτερο επιτόκιο.
It has been pointed out already that in the imaginary construction of the evenly rotating economy, the rate of originary interest is uniform. There prevails in the whole system only one rate of interest. The rate of interest on loans coincides with the rate of originary interest as manifested in the ratio between prices of present and of future goods. We may call this rate the neutral rate of interest.
Η ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία προϋποθέτει ουδέτερο χρήμα. Επειδή, όμως, το χρήμα δεν μπορεί ποτέ να είναι ουδέτερο, ανακύπτουν ιδιαίτερα προβλήματα.
The evenly rotating economy presupposes neutral money. As money can never be neutral, special problems arise.
Αν μεταβληθεί η χρηματική σχέση —δηλαδή η σχέση μεταξύ της ζήτησης και της προσφοράς χρήματος προς διακράτηση σε χρηματικά υπόλοιπα— επηρεάζονται όλες οι τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών. Οι μεταβολές αυτές, ωστόσο, δεν επηρεάζουν τις τιμές των διαφόρων αγαθών και υπηρεσιών ταυτοχρόνως και στον ίδιο βαθμό. Οι συνακόλουθες μεταβολές στον πλούτο και στο εισόδημα των διαφόρων ατόμων μπορούν επίσης να μεταβάλουν τα δεδομένα που προσδιορίζουν το ύψος του πρωταρχικού τόκου. Η τελική κατάσταση του επιτοκίου του πρωταρχικού τόκου, προς την εγκαθίδρυση της οποίας τείνει το σύστημα μετά την εμφάνιση μεταβολών στη χρηματική σχέση, δεν είναι πλέον η ίδια τελική κατάσταση προς την οποία έτεινε προηγουμένως. Έτσι, η κινητήρια δύναμη του χρήματος είναι ικανή να επιφέρει διαρκείς μεταβολές στο τελικό επιτόκιο του πρωταρχικού και του ουδέτερου τόκου.
If the money relation—i.e., the ratio between the demand for and the supply of money for cash holding—changes, all prices of goods and services are affected. These changes, however, do not affect the prices of the various goods and services at the same time and to the same extent. The resulting modifications in the wealth and income of various individuals can also alter the data determining the height of originary interest. The final state of the rate of originary interest to the establishment of which the system tends after the appearance of changes in the money relation, is no longer that final state toward which it had tended before. Thus, the driving force of money has the power to bring about lasting changes in the final rate of originary interest and neutral interest.
Υπάρχει κατόπιν ένα δεύτερο, ακόμη σημαντικότερο πρόβλημα, το οποίο μπορεί βεβαίως να θεωρηθεί και ως διαφορετική όψη του ίδιου προβλήματος. Οι μεταβολές στη χρηματική σχέση μπορούν, υπό ορισμένες συνθήκες, να επηρεάσουν αρχικά το επιτόκιο των δανείων στην αγορά δανειακών κεφαλαίων, το οποίο μπορούμε να αποκαλέσουμε ακαθάριστο χρηματικό ή αγοραίο επιτόκιο. Μπορούν άραγε τέτοιες μεταβολές στο ακαθάριστο χρηματικό επιτόκιο να προκαλέσουν διαρκή απόκλιση του καθαρού επιτοκίου που εμπεριέχεται σε αυτό από το ύψος που αντιστοιχεί στο επιτόκιο του πρωταρχικού τόκου, δηλαδή από τη διαφορά μεταξύ της αξιολόγησης παρόντων και μελλοντικών αγαθών; Μπορούν τα γεγονότα στην αγορά δανειακών κεφαλαίων να εξαλείψουν εν μέρει ή πλήρως τον πρωταρχικό τόκο;
Κανένας οικονομολόγος δεν θα δίσταζε να απαντήσει αρνητικά σε αυτά τα ερωτήματα. Τότε, όμως, ανακύπτει ένα περαιτέρω πρόβλημα: με ποιον τρόπο η αλληλεπίδραση των παραγόντων της αγοράς επαναπροσαρμόζει το ακαθάριστο χρηματικό επιτόκιο στο ύψος που καθορίζεται από το επιτόκιο του πρωταρχικού τόκου;
Then there is a second, even more momentous, problem which, of course, may also be looked upon as another aspect of the same problem. Changes in the money relation may under certain circumstances first affect the loan market in which the demand for and supply of loans influences the market rate of interest on loans, which we may call the gross money (or market) rate of interest. Can such changes in the gross money rate cause the net rate of interest included in it to deviate lastingly from the height which corresponds to the rate of originary interest, i.e., the difference between the valuation of present and future goods? Can events on the loan market partially or totally eliminate originary interest? No economist will hesitate to answer these questions in the negative. But then a further problem arises: How does the interplay of the market factors readjust the gross money rate to the height conditioned by the rate of originary interest?
Πρόκειται για θεμελιώδη προβλήματα. Αυτά ήταν τα προβλήματα που επιχείρησαν να επιλύσουν οι οικονομολόγοι κατά την εξέταση της τραπεζικής, των καταπιστευματικών μέσων και της κυκλοφοριακής πίστης, της πιστωτικής επέκτασης, της δωρεάν ή μη δωρεάν παροχής πίστωσης, των κυκλικών διακυμάνσεων της οικονομικής δραστηριότητας και όλων των άλλων προβλημάτων της έμμεσης ανταλλαγής.
These are great problems. These were the problems economists tried to solve in discussing banking, fiduciary media and circulation credit, credit expansion, gratuitousness or nongratuitousness of credit, the cyclical movements of trade, and all other problems of indirect exchange.
2. Η επιχειρηματική συνιστώσα του ακαθάριστου αγοραίου επιτοκίου
↗ στη σελίδα του βιβλίου2. The Entrepreneurial Component in the Gross Market Rate of Interest
Τα αγοραία επιτόκια των δανείων δεν είναι καθαρά επιτόκια. Μεταξύ των στοιχείων που συμβάλλουν στον προσδιορισμό τους περιλαμβάνονται και στοιχεία τα οποία δεν αποτελούν τόκο. Ο δανειστής χρήματος είναι πάντοτε επιχειρηματίας. Κάθε χορήγηση πίστωσης αποτελεί κερδοσκοπικό επιχειρηματικό εγχείρημα, του οποίου η επιτυχία ή η αποτυχία είναι αβέβαιη. Ο δανειστής βρίσκεται πάντοτε αντιμέτωπος με το ενδεχόμενο να απολέσει μέρος ή το σύνολο του δανεισθέντος κεφαλαίου. Η εκτίμηση αυτού του κινδύνου προσδιορίζει τη συμπεριφορά του κατά τη διαπραγμάτευση των όρων της σύμβασης με τον υποψήφιο οφειλέτη.
The market rates of interest on loans are not pure interest rates. Among the components contributing to their determination there are also elements which are not interest. The moneylender is always an entrepreneur. Every grant of credit is a speculative entrepreneurial venture, the success or failure of which is uncertain. The lender is always faced with the possibility that he may lose a part or the whole of the principal lent. His appraisal of this danger determines his conduct in bargaining with the prospective debtor about the terms of the contract.
Δεν μπορεί ποτέ να υπάρχει απόλυτη ασφάλεια ούτε στον χρηματικό δανεισμό ούτε στις άλλες κατηγορίες πιστωτικών συναλλαγών και ετεροχρονισμένων πληρωμών. Οι οφειλέτες, οι εγγυητές και όσοι παρέχουν άλλου είδους εξασφαλίσεις μπορεί να καταστούν αφερέγγυοι· τα ενέχυρα και οι υποθήκες μπορεί να απολέσουν την αξία τους. Ο πιστωτής είναι πάντοτε εν δυνάμει εταίρος του οφειλέτη ή εν δυνάμει κύριος του ενεχυριασμένου ή υποθηκευμένου περιουσιακού στοιχείου. Μπορεί να επηρεαστεί από τις μεταβολές στα δεδομένα της αγοράς που αφορούν τον οφειλέτη ή τις εξασφαλίσεις. Έχει συνδέσει τη μοίρα του με εκείνη του οφειλέτη ή με τις μεταβολές που επέρχονται στην τιμή του ενεχύρου.
There can never be perfect safety either in moneylending or in other classes of credit transactions and deferred payments. Debtors, guarantors, and warrantors may become insolvent, collateral and mortgages may become worthless. The creditor is always a virtual partner of the debtor or a virtual owner of the pledged and mortgaged property. He can be affected by changes in the market data concerning them. He has linked his fate with that of the debtor or with the changes occurring in the price of the collateral. Capital as such does not bear interest; it must be well employed and invested not only in order to yield interest, but also lest it disappear entirely.
Το κεφάλαιο καθαυτό δεν αποφέρει τόκο· πρέπει να χρησιμοποιηθεί και να επενδυθεί ορθά όχι μόνο για να αποφέρει τόκο, αλλά και για να μην εξαφανιστεί ολοκληρωτικά. Το απόφθεγμα pecunia pecuniam parere non potest —το χρήμα δεν μπορεί να γεννήσει χρήμα— έχει νόημα υπό αυτή την έννοια, η οποία βεβαίως διαφέρει ριζικά από εκείνη που του απέδιδαν οι αρχαίοι και μεσαιωνικοί φιλόσοφοι. Ακαθάριστο τόκο μπορούν να αποκομίσουν μόνο οι πιστωτές που επέτυχαν στις δανειοδοτικές τους δραστηριότητες. Αν αποκομίζουν οποιονδήποτε καθαρό τόκο, αυτός περιλαμβάνεται σε μια απόδοση που εμπεριέχει περισσότερα από τον καθαρό τόκο και μόνο. Ο καθαρός τόκος αποτελεί μέγεθος το οποίο μπορεί να απομονώσει από τις ακαθάριστες εισπράξεις του πιστωτή μόνο η αναλυτική σκέψη.
The dictum pecunia pecuniam parere non potest (money cannot beget money) is meaningful in this sense, which, of course, differs radically from the sense which ancient and medieval philosophers attached to it. Gross interest can be reaped only by creditors who have been successful in their lending. If they earn any net interest at all, it is included in a yield which contains more than merely net interest. Net interest is a magnitude which only analytical thinking can extract from the gross proceeds of the creditor.
Η επιχειρηματική συνιστώσα που περιλαμβάνεται στις ακαθάριστες εισπράξεις του πιστωτή προσδιορίζεται από όλους εκείνους τους παράγοντες που επιδρούν σε κάθε επιχειρηματικό εγχείρημα. Επιπλέον, συνδιαμορφώνεται από το νομικό και θεσμικό πλαίσιο. Οι συμβάσεις που παρεμβάλλουν τον οφειλέτη και την περιουσία του ή το ενέχυρο ως προστατευτικό φραγμό μεταξύ του πιστωτή και των καταστροφικών συνεπειών μιας εσφαλμένης επένδυσης του δανεισθέντος κεφαλαίου εξαρτώνται από τους νόμους και τους θεσμούς. Ο πιστωτής εκτίθεται σε μικρότερο κίνδυνο ζημίας και αποτυχίας από τον οφειλέτη μόνο στον βαθμό που αυτό το νομικό και θεσμικό πλαίσιο του επιτρέπει να επιβάλει τις αξιώσεις του έναντι οφειλετών που αρνούνται να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους. Δεν χρειάζεται, ωστόσο, η οικονομική επιστήμη να προχωρήσει σε λεπτομερή εξέταση των νομικών πτυχών που υπεισέρχονται στα ομόλογα, στις ομολογίες, στις προνομιούχες μετοχές, στις υποθήκες και στις άλλες μορφές πιστωτικών συναλλαγών.
The entrepreneurial component included in the creditor’s gross proceeds is determined by all those factors which are operative in every entrepreneurial venture. It is, moreover, codetermined by the legal and institutional setting. The contracts which place the debtor and his fortune or the collateral as a buffer between the creditor and the disastrous consequences of malinvestment of the capital lent, are conditioned by laws and institutions. The creditor is less exposed to loss and failure than the debtor only in so far as this legal and institutional framework makes it possible for him to enforce his claims against refractory debtors. There is, however, no need for economics to enter into a detailed scrutiny of the legal aspects involved in bonds and debentures, preferred stock, mortgages, and other kinds of credit transactions.
Η επιχειρηματική συνιστώσα είναι παρούσα σε κάθε μορφή δανείου. Συνηθίζεται να γίνεται διάκριση μεταξύ, αφενός, καταναλωτικών ή προσωπικών δανείων και, αφετέρου, παραγωγικών ή επιχειρηματικών δανείων. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της πρώτης κατηγορίας είναι ότι επιτρέπει στον δανειολήπτη να δαπανήσει αναμενόμενα μελλοντικά έσοδα. Αποκτώντας αξίωση επί ενός μέρους αυτών των μελλοντικών εσόδων, ο δανειστής καθίσταται ουσιαστικά επιχειρηματίας, όπως ακριβώς όταν αποκτά αξίωση επί ενός μέρους των μελλοντικών εσόδων μιας επιχείρησης. Η ιδιαίτερη αβεβαιότητα της έκβασης της δανειοδοτικής του πράξης συνίσταται στην αβεβαιότητα που περιβάλλει αυτά τα μελλοντικά έσοδα.
The entrepreneurial component is present in all species of loans. It is customary to distinguish between consumption or personal loans on the one hand, and productive or business loans on the other. The characteristic mark of the former class is that it enables the borrower to spend expected future proceeds. In acquiring a claim to a share in these future proceeds, the lender becomes an entrepreneur, as in acquiring a claim to a share in the future proceeds of a business. The particular uncertainty of the outcome of his lending consists in the uncertainty about these future proceeds.
Συνηθίζεται επίσης να γίνεται διάκριση μεταξύ ιδιωτικών και δημόσιων δανείων, δηλαδή δανείων προς κυβερνήσεις και υποδιαιρέσεις κυβερνήσεων. Η ιδιαίτερη αβεβαιότητα που ενυπάρχει σε αυτά τα δάνεια αφορά τη διάρκεια της κοσμικής εξουσίας. Οι αυτοκρατορίες μπορεί να καταρρεύσουν και οι κυβερνήσεις μπορεί να ανατραπούν από επαναστάτες οι οποίοι δεν είναι διατεθειμένοι να αναλάβουν την ευθύνη για τα χρέη που συνήψαν οι προκάτοχοί τους. Έχει ήδη επισημανθεί ότι, επιπλέον, υπάρχει κάτι θεμελιωδώς ελαττωματικό σε όλες τις μορφές μακροπρόθεσμου δημόσιου χρέους.1
It is furthermore customary to distinguish between private and public loans, i.e., loans to governments and subdivisions of governments. The particular uncertainty inherent in such loans concerns the life of secular power. Empires may crumble and governments may be overthrown by revolutionaries who are not prepared to assume responsibility for the debts contracted by their predecessors. That there is, besides, something basically vicious in all kinds of long-term government debts, has been pointed out already.[1]
Πάνω από κάθε μορφή ετεροχρονισμένης πληρωμής αιωρείται, σαν δαμόκλειος σπάθη, ο κίνδυνος της κυβερνητικής παρέμβασης. Η κοινή γνώμη ήταν πάντοτε προκατειλημμένη κατά των πιστωτών. Ταυτίζει τους πιστωτές με τους άεργους πλουσίους και τους οφειλέτες με τους εργατικούς φτωχούς. Απεχθάνεται τους πρώτους ως αδίστακτους εκμεταλλευτές και οικτίρει τους δεύτερους ως αθώα θύματα καταπίεσης. Θεωρεί ότι οι κυβερνητικές ενέργειες που αποσκοπούν στον περιορισμό των αξιώσεων των πιστωτών αποτελούν μέτρα εξαιρετικά επωφελή για τη συντριπτική πλειονότητα, εις βάρος μιας μικρής μειονότητας αδίστακτων τοκογλύφων.
Δεν αντιλήφθηκε καθόλου ότι οι καπιταλιστικές καινοτομίες του δέκατου ένατου αιώνα μετέβαλαν πλήρως τη σύνθεση των τάξεων των πιστωτών και των οφειλετών. Στην εποχή του Αθηναίου Σόλωνα, των αγροτικών νόμων της αρχαίας Ρώμης και του Μεσαίωνα, οι πιστωτές ήταν, σε γενικές γραμμές, οι πλούσιοι και οι οφειλέτες οι φτωχοί. Στη σημερινή, όμως, εποχή των ομολόγων και ομολογιών, των κτηματικών τραπεζών, των ταμιευτηρίων, των ασφαλιστηρίων ζωής και των παροχών κοινωνικής ασφάλισης, οι μάζες των ανθρώπων με πιο περιορισμένα εισοδήματα είναι μάλλον οι ίδιες πιστωτές. Από την άλλη πλευρά, οι πλούσιοι, υπό την ιδιότητά τους ως ιδιοκτητών κοινών μετοχών, εργοστασίων, γεωργικών εκμεταλλεύσεων και ακινήτων, είναι συχνότερα οφειλέτες παρά πιστωτές. Απαιτώντας την απαλλοτρίωση των πιστωτών, οι μάζες επιτίθενται εν αγνοία τους στα ίδια τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους.
Over all species of deferred payments hangs, like a sword of Damocles, the danger of government interference. Public opinion has always been biased against creditors. It identifies creditors with the idle rich and debtors with the industrious poor. It abhors the former as ruthless exploiters and pities the latter as innocent victims of oppression. It considers government action designed to curtail the claims of the creditors as measures extremely beneficial to the immense majority at the expense of a small minority of hard-boiled usurers. It did not notice at all that nineteenth-century capitalist innovations have wholly changed the composition of the classes of creditors and debtors. In the days of Solon the Athenian, of ancient Rome’s agrarian laws, and of the Middle Ages, the creditors were by and large the rich and the debtors the poor. But in this age of bonds and debentures, mortgage banks, savings banks, life insurance policies, and social security benefits, the masses of people with more moderate income are rather themselves creditors. On the other hand, the rich, in their capacity as owners of common stock, of plants, farms, and real estate, are more often debtors than creditors. In asking for the expropriation of creditors, the masses are unwittingly attacking their own particular interests.
Με την κοινή γνώμη σε αυτή την κατάσταση, η δυσμενής πιθανότητα να πληγεί ο πιστωτής από μέτρα κατά των πιστωτών δεν αντισταθμίζεται από ευνοϊκή πιθανότητα να ευνοηθεί από μέτρα κατά των οφειλετών. Αυτή η ανισορροπία θα δημιουργούσε μονομερή τάση αύξησης της επιχειρηματικής συνιστώσας που περιλαμβάνεται στο ακαθάριστο επιτόκιο, αν ο πολιτικός κίνδυνος περιοριζόταν στην αγορά δανειακών κεφαλαίων και δεν επηρέαζε σήμερα με τον ίδιο τρόπο όλες τις μορφές ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Υπό τις συνθήκες της εποχής μας, καμία μορφή επένδυσης δεν είναι ασφαλής από τους πολιτικούς κινδύνους των αντικαπιταλιστικών μέτρων. Ένας κεφαλαιούχος δεν μπορεί να μειώσει την ευπάθεια του πλούτου του προτιμώντας την άμεση επένδυση σε επιχειρήσεις από τον δανεισμό του κεφαλαίου του σε επιχειρήσεις ή στην κυβέρνηση.
With public opinion in this state, the creditor’s unfavorable chance of being harmed by anticreditor measures is not balanced by a favorable chance of being privileged by antidebtor measures. This unbalance would bring about a unilateral tendency toward a rise of the entrepreneurial component contained in the gross rate of interest if the political danger were limited to the loan market, and would not in the same way affect today all kinds of private ownership of the means of production. As things are in our day, no kind of investment is safe against the political dangers of a general expropriation of all private property. A capitalist cannot reduce the vulnerability of his wealth by preferring direct investment in business to lending his capital to business or to the government.
Οι πολιτικοί κίνδυνοι που ενυπάρχουν στον χρηματικό δανεισμό δεν επηρεάζουν το ύψος του πρωταρχικού τόκου· επηρεάζουν την επιχειρηματική συνιστώσα που περιλαμβάνεται στο ακαθάριστο αγοραίο επιτόκιο. Στην ακραία περίπτωση —δηλαδή σε μια κατάσταση όπου αναμένεται η επικείμενη ακύρωση όλων των συμβάσεων που αφορούν ετεροχρονισμένες πληρωμές— θα προκαλούσαν απεριόριστη αύξηση της επιχειρηματικής συνιστώσας.2
The political risks involved in moneylending do not affect the height of originary interest; they affect the entrepreneurial component included in the gross market rate. In the limiting case—i.e., in a situation in which the impending nullification of all contracts concerning deferred payments is generally expected—they would cause the entrepreneurial component to increase beyond all measure.[2]
3. Η προσαύξηση τιμής ως συνιστώσα του ακαθάριστου αγοραίου επιτοκίου
↗ στη σελίδα του βιβλίου3. The Price Premium as a Component of the Gross Market Rate of Interest
Το χρήμα είναι ουδέτερο αν οι χρηματογενείς μεταβολές της αγοραστικής δύναμης της νομισματικής μονάδας επηρεάζουν ταυτοχρόνως και στον ίδιο βαθμό τις τιμές όλων των εμπορευμάτων και υπηρεσιών. Με ουδέτερο χρήμα θα μπορούσε να νοηθεί ένα ουδέτερο επιτόκιο, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπήρχαν ετεροχρονισμένες πληρωμές. Αν υπάρχουν ετεροχρονισμένες πληρωμές και παραβλέψουμε την επιχειρηματική θέση του πιστωτή και τη συνακόλουθη επιχειρηματική συνιστώσα του ακαθάριστου επιτοκίου, πρέπει επιπλέον να υποθέσουμε ότι το ενδεχόμενο μελλοντικών μεταβολών της αγοραστικής δύναμης λαμβάνεται υπόψη κατά τον καθορισμό των όρων της σύμβασης.
Το κεφάλαιο πρέπει να πολλαπλασιάζεται περιοδικά με τον αριθμοδείκτη και να αυξάνεται ή να μειώνεται ανάλογα με τις μεταβολές που επήλθαν στην αγοραστική δύναμη. Με την προσαρμογή του κεφαλαίου μεταβάλλεται επίσης το ποσό επί του οποίου πρέπει να υπολογιστεί το επιτόκιο. Έτσι, το επιτόκιο αυτό είναι ουδέτερο.
Money is neutral if the cash-induced changes in the monetary unit’s purchasing power affect at the same time and to the same extent the prices of all commodities and services. With neutral money, a neutral rate of interest would be conceivable, provided there were no deferred payments. If there were deferred payments and if we disregard the entrepreneurial position of the creditor and the ensuing entrepreneurial component in the gross rate of interest, we must furthermore assume that the eventuality of future changes in purchasing power is taken into account in stipulating the terms of the contract. The principal is to be multiplied periodically by the index number and thus to be increased or decreased in accordance with the changes that have come to pass in purchasing power. With the adjustment of the principal, the amount from which the rate of interest is to be calculated changes too. Thus, this rate is a neutral rate of interest.
Με ουδέτερο χρήμα, η ουδετεροποίηση του επιτοκίου θα μπορούσε επίσης να επιτευχθεί μέσω διαφορετικής συμβατικής ρήτρας, υπό την προϋπόθεση ότι τα συμβαλλόμενα μέρη είναι σε θέση να προβλέψουν ορθά τις μελλοντικές μεταβολές της αγοραστικής δύναμης. Θα μπορούσαν να συνομολογήσουν ακαθάριστο επιτόκιο που να περιλαμβάνει πρόβλεψη για τέτοιες μεταβολές, δηλαδή μια ποσοστιαία προσαύξηση ή μείωση του επιτοκίου του πρωταρχικού τόκου. Μπορούμε να αποκαλέσουμε αυτή την προσαρμογή —θετική ή αρνητική— προσαύξηση τιμής.
Σε περίπτωση ταχέως εξελισσόμενου αποπληθωρισμού, η αρνητική προσαύξηση τιμής θα μπορούσε όχι μόνο να απορροφήσει ολόκληρο το επιτόκιο του πρωταρχικού τόκου, αλλά ακόμη και να μετατρέψει το ακαθάριστο επιτόκιο σε αρνητικό μέγεθος, δηλαδή σε ποσό που θα χρεωνόταν στον λογαριασμό του πιστωτή. Αν η προσαύξηση τιμής υπολογίζεται ορθά, ούτε η θέση του πιστωτή ούτε εκείνη του οφειλέτη επηρεάζεται από τις ενδιάμεσες μεταβολές της αγοραστικής δύναμης. Το επιτόκιο είναι ουδέτερο.
With neutral money, neutralization of the rate of interest could also be attained by another stipulation, provided the parties are in a position to anticipate correctly the future changes in purchasing power. They could stipulate a gross rate of interest containing an allowance for such changes, a percentile addendum to, or subtrahendum from, the rate of originary interest. We may call this allowance the—positive or negative—price premium. In the case of a quickly progressing deflation, the negative price premium could not only swallow the whole rate of originary interest, but even reverse the gross rate into a minus quantity, a rate to be passed on the debtor’s account. If the price premium is correctly calculated, neither the creditor’s nor the debtor’s position is affected by intervening changes in purchasing power. The rate of interest is neutral.
Όλες αυτές οι παραδοχές, όμως, δεν είναι απλώς φανταστικές· δεν μπορούν καν να συλληφθούν υποθετικά χωρίς αντίφαση. Στη μεταβαλλόμενη οικονομία, το επιτόκιο δεν μπορεί ποτέ να είναι ουδέτερο. Στη μεταβαλλόμενη οικονομία δεν υπάρχει ενιαίο επιτόκιο πρωταρχικού τόκου· επικρατεί μόνο μια τάση προς την εγκαθίδρυση αυτής της ομοιομορφίας. Προτού επιτευχθεί η τελική κατάσταση του πρωταρχικού τόκου, εμφανίζονται νέες μεταβολές στα δεδομένα, οι οποίες εκτρέπουν εκ νέου την κίνηση των επιτοκίων προς μια νέα τελική κατάσταση. Εκεί όπου τα πάντα βρίσκονται σε αδιάκοπη ροή, δεν μπορεί να εγκαθιδρυθεί ουδέτερο επιτόκιο.
However, all these assumptions are not only imaginary, they cannot even hypothetically be thought of without contradictions. In the changing economy, the rate of interest can never be neutral. In the changing economy, there is no uniform rate of originary interest; there only prevails a tendency toward the establishment of such uniformity. Before the final state of originary interest is attained, new changes in the data emerge which divert anew the movement of interest rates toward a new final state. Where everything is unceasingly in flux, no neutral rate of interest can be established.
Στον πραγματικό κόσμο όλες οι τιμές μεταβάλλονται, και οι δρώντες άνθρωποι είναι υποχρεωμένοι να λαμβάνουν πλήρως υπόψη αυτές τις μεταβολές. Οι επιχειρηματίες αναλαμβάνουν επιχειρηματικά εγχειρήματα και οι κεφαλαιούχοι μεταβάλλουν τις επενδύσεις τους ακριβώς επειδή προβλέπουν τέτοιες μεταβολές και επιθυμούν να επωφεληθούν από αυτές. Η οικονομία της αγοράς χαρακτηρίζεται κατ’ ουσίαν ως κοινωνικό σύστημα στο οποίο επικρατεί αδιάκοπη παρόρμηση προς βελτίωση.
Τα προνοητικότερα και επιχειρηματικώς δραστηριότερα άτομα ωθούνται στην επιδίωξη κέρδους μέσω της επανειλημμένης αναπροσαρμογής της διάρθρωσης των παραγωγικών δραστηριοτήτων, ώστε να ικανοποιούνται κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο οι ανάγκες των καταναλωτών: τόσο εκείνες τις οποίες οι ίδιοι οι καταναλωτές έχουν ήδη αντιληφθεί όσο και τις λανθάνουσες ανάγκες, την ικανοποίηση των οποίων δεν έχουν ακόμη συλλάβει. Αυτά τα κερδοσκοπικά εγχειρήματα των επιχειρηματικών πρωτοπόρων μεταβάλλουν εκ νέου, καθημερινά, τη διάρθρωση των τιμών και, μαζί με αυτήν, το ύψος του ακαθάριστου αγοραίου επιτοκίου.
In the world of reality all prices are fluctuating and acting men are forced to take full account of these changes. Entrepreneurs embark upon business ventures and capitalists change their investments only because they anticipate such changes and want to profit from them. The market economy is essentially characterized as a social system in which there prevails an incessant urge toward improvement. The most provident and enterprising individuals are driven to earn profit by readjusting again and again the arrangement of production activities so as to fill in the best possible way the needs of the consumers, both those needs of which the consumers themselves are already aware and those latent needs of the satisfaction of which they have not yet thought themselves. These speculative ventures of the promoters revolutionize afresh each day the structure of prices and thereby also the height of the gross market rate of interest.
Εκείνος που αναμένει άνοδο ορισμένων τιμών εισέρχεται στην αγορά δανειακών κεφαλαίων ως δανειολήπτης και είναι διατεθειμένος να αποδεχθεί υψηλότερο ακαθάριστο επιτόκιο από εκείνο που θα αποδεχόταν αν ανέμενε λιγότερο σημαντική άνοδο των τιμών ή καμία άνοδο. Από την άλλη πλευρά, ο δανειστής, αν αναμένει και ο ίδιος άνοδο των τιμών, χορηγεί δάνεια μόνο εφόσον το ακαθάριστο επιτόκιο είναι υψηλότερο από εκείνο που θα επικρατούσε υπό συνθήκες αγοράς στις οποίες αναμένονταν λιγότερο σημαντικές ή καθόλου ανοδικές μεταβολές των τιμών.
Ο δανειολήπτης δεν αποθαρρύνεται από το υψηλότερο επιτόκιο, αν το εγχείρημά του φαίνεται να προσφέρει τόσο ευνοϊκές προοπτικές ώστε να μπορεί να επωμιστεί υψηλότερο κόστος. Ο δανειστής θα απείχε από τον δανεισμό και θα εισερχόταν ο ίδιος στην αγορά ως επιχειρηματίας και πλειοδότης για εμπορεύματα και υπηρεσίες, αν το ακαθάριστο επιτόκιο δεν τον αποζημίωνε για τα κέρδη που θα μπορούσε να αποκομίσει με αυτόν τον τρόπο. Επομένως, η προσδοκία ανόδου των τιμών τείνει να αυξήσει το ακαθάριστο επιτόκιο, ενώ η προσδοκία πτώσης των τιμών τείνει να το μειώσει.
Αν οι αναμενόμενες μεταβολές στη διάρθρωση των τιμών αφορούν μόνο μια περιορισμένη ομάδα εμπορευμάτων και υπηρεσιών και αντισταθμίζονται από την προσδοκία αντίθετης μεταβολής στις τιμές άλλων αγαθών, όπως συμβαίνει όταν δεν υπάρχουν μεταβολές στη χρηματική σχέση, οι δύο αντίρροπες τάσεις αντισταθμίζονται σε γενικές γραμμές. Αν, όμως, η χρηματική σχέση μεταβληθεί αισθητά και αναμένεται γενική άνοδος ή πτώση των τιμών όλων των εμπορευμάτων και υπηρεσιών, επικρατεί η μία τάση. Σε όλες τις συναλλαγές που αφορούν ετεροχρονισμένες πληρωμές εμφανίζεται θετική ή αρνητική προσαύξηση τιμής.3
He who expects a rise in certain prices enters the loan market as a borrower and is ready to allow a higher gross rate of interest than he would allow if he were to expect a less momentous rise in prices or no rise at all. On the other hand, the lender, if he himself expects a rise in prices, grants loans only if the gross rate is higher than it would be under a state of the market in which less momentous or no upward changes in prices are anticipated. The borrower is not deterred by a higher rate if his project seems to offer such good chances that it can afford higher costs. The lender would abstain from lending and would himself enter the market as an entrepreneur and bidder for commodities and services if the gross rate of interest were not to compensate him for the profits he could reap this way. The expectation of rising prices thus has the tendency to make the gross rate of interest rise, while the expectation of dropping prices makes it drop. If the expected changes in the price structure concern only a limited group of commodities and services, and are counterbalanced by the expectation of an opposite change in the prices of other goods, as is the case in the absence of changes in the money relation, the two opposite trends by and large counterpoise each other. But if the money relation is sensibly altered and a general rise or fall in the prices of all commodities and services is expected, one tendency carries on. A positive or negative price premium emerges in all deals concerning deferred payments.[3]
Ο ρόλος της προσαύξησης τιμής στη μεταβαλλόμενη οικονομία διαφέρει από εκείνον που της αποδώσαμε στο υποθετικό και απραγματοποίητο σχήμα που αναπτύχθηκε παραπάνω. Δεν μπορεί ποτέ να εξαλείψει πλήρως, ακόμη και όσον αφορά αποκλειστικά τις πιστωτικές πράξεις, τις επιδράσεις των μεταβολών στη χρηματική σχέση· δεν μπορεί ποτέ να καταστήσει ουδέτερα τα επιτόκια. Δεν μπορεί να μεταβάλει το γεγονός ότι το χρήμα διαθέτει εγγενώς δική του κινητήρια δύναμη.
Ακόμη και αν όλοι οι παράγοντες γνώριζαν ορθά και πλήρως τα ποσοτικά δεδομένα σχετικά με τις μεταβολές στην προσφορά χρήματος υπό την ευρεία έννοια σε ολόκληρο το οικονομικό σύστημα, τις ημερομηνίες κατά τις οποίες θα επέρχονταν αυτές οι μεταβολές και ποια άτομα θα επηρεάζονταν πρώτα από αυτές, δεν θα ήταν σε θέση να γνωρίζουν εκ των προτέρων αν και σε ποιον βαθμό θα μεταβαλλόταν η ζήτηση χρήματος προς διακράτηση σε χρηματικά υπόλοιπα ούτε με ποια χρονική αλληλουχία και σε ποιον βαθμό θα μεταβάλλονταν οι τιμές των διαφόρων εμπορευμάτων.
Η προσαύξηση τιμής θα μπορούσε να αντισταθμίσει τις επιδράσεις των μεταβολών στη χρηματική σχέση επί του ουσιαστικού περιεχομένου και της οικονομικής σημασίας των πιστωτικών συμβάσεων μόνο αν η εμφάνισή της προηγούνταν των μεταβολών των τιμών που προκαλεί η μεταβολή της χρηματικής σχέσης. Θα έπρεπε να αποτελεί αποτέλεσμα ενός συλλογισμού μέσω του οποίου οι δρώντες θα επιχειρούσαν να υπολογίσουν εκ των προτέρων τον χρόνο και την έκταση αυτών των μεταβολών των τιμών για όλα τα εμπορεύματα και τις υπηρεσίες που επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα τη δική τους κατάσταση ικανοποίησης. Τέτοιοι υπολογισμοί, όμως, δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν, επειδή θα απαιτούσαν τέλεια γνώση των μελλοντικών συνθηκών και αξιολογήσεων.
The role of the price premium in the changing economy is different from that we ascribed to it in the hypothetical and unrealizable scheme developed above. It can never entirely remove, even as far as credit operations alone are concerned, the effects of changes in the money relation; it can never make interest rates neutral. It cannot alter the fact that money is essentially equipped with a driving force of its own. Even if all actors were to know correctly and completely the quantitative data concerning the changes in the supply of money (in the broader sense) in the whole economic system, the dates on which such changes were to occur and what individuals were to be first affected by them, they would not be in a position to know beforehand whether and to what extent the demand for money for cash holding would change and in what temporal sequence and to what extent the prices of the various commodities would change. The price premium could counterpoise the effects of changes in the money relation upon the substantial importance and the economic significance of credit contracts only if its appearance were to precede the occurrence of the price changes generated by the alteration in the money relation. It would have to be the result of a reasoning by virtue of which the actors try to compute in advance the date and the extent of such price changes with regard to all commodities and services which directly or indirectly count for their own state of satisfaction. However, such computations cannot be established because their performance would require a perfect knowledge of future conditions and valuations.
Η εμφάνιση της προσαύξησης τιμής δεν αποτελεί προϊόν αριθμητικής πράξης που θα μπορούσε να παράσχει αξιόπιστη γνώση και να εξαλείψει την αβεβαιότητα ως προς το μέλλον. Αποτελεί αποτέλεσμα της κατανόησης του μέλλοντος από τους επιχειρηματικούς πρωτοπόρους και των υπολογισμών τους που βασίζονται σε αυτή την κατανόηση. Εμφανίζεται βαθμιαία, μόλις αρχικά ορισμένοι και κατόπιν διαδοχικά ολοένα περισσότεροι δρώντες αντιληφθούν ότι η αγορά βρίσκεται αντιμέτωπη με χρηματογενείς μεταβολές στη χρηματική σχέση και, κατά συνέπεια, με τάση προσανατολισμένη προς ορισμένη κατεύθυνση. Η προσαύξηση τιμής εμφανίζεται μόνο όταν οι άνθρωποι αρχίσουν να αγοράζουν ή να πωλούν προκειμένου να επωφεληθούν από αυτή την τάση.
The emergence of the price premium is not the product of an arithmetical operation which could provide reliable knowledge and eliminate the uncertainty concerning the future. It is the outcome of the promoters’ understanding of the future and their calculations based on such an understanding. It comes into existence step by step as soon as first a few and then successively more and more actors become aware of the fact that the market is faced with cash-induced changes in the money relation and consequently with a trend oriented in a definite direction. Only when people begin to buy or to sell in order to take advantage of this trend, does the price premium come into existence.
Είναι αναγκαίο να γίνει αντιληπτό ότι η προσαύξηση τιμής αποτελεί απόρροια κερδοσκοπικών ενεργειών που προεξοφλούν μεταβολές στη χρηματική σχέση. Στην περίπτωση της προσδοκίας ότι μια πληθωριστική τάση θα συνεχιστεί, αυτό που προκαλεί την εμφάνισή της αποτελεί ήδη την πρώτη ένδειξη του φαινομένου το οποίο αργότερα, όταν γενικευθεί, αποκαλείται «φυγή προς τις εμπράγματες αξίες» και καταλήγει στην καταστροφική ανατιμητική έκρηξη και στην κατάρρευση του συγκεκριμένου νομισματικού συστήματος. Όπως σε κάθε περίπτωση κατανόησης των μελλοντικών εξελίξεων, οι κερδοσκόποι ενδέχεται να σφάλλουν: η πληθωριστική ή αποπληθωριστική κίνηση μπορεί να ανακοπεί ή να επιβραδυνθεί και οι τιμές μπορεί να διαμορφωθούν διαφορετικά από ό,τι ανέμεναν.
It is necessary to realize that the price premium is the outgrowth of speculations having regard for anticipated changes in the money relation. What induces it, in the case of the expectation that an inflationary trend will keep on going, is already the first sign of that phenomenon which later, when it becomes general, is called “flight into real values” and finally produces the crack-up boom and the crash of the monetary system concerned. As in every case of the understanding of future developments, it is possible that the speculators may err, that the inflationary or deflationary movement will be stopped or slowed down, and that prices will differ from what they expected.
Η αυξημένη ροπή προς αγορά ή πώληση, η οποία δημιουργεί την προσαύξηση τιμής, επηρεάζει κατά κανόνα τα βραχυπρόθεσμα δάνεια νωρίτερα και σε μεγαλύτερο βαθμό από τα μακροπρόθεσμα. Στον βαθμό που συμβαίνει αυτό, η προσαύξηση τιμής επηρεάζει πρώτα την αγορά βραχυπρόθεσμων δανείων και μόνο αργότερα, λόγω της αλληλουχίας που συνδέει όλα τα τμήματα της αγοράς, επηρεάζει και την αγορά μακροπρόθεσμων δανείων.
Υπάρχουν, ωστόσο, περιπτώσεις στις οποίες εμφανίζεται προσαύξηση τιμής στα μακροπρόθεσμα δάνεια ανεξάρτητα από όσα συμβαίνουν στα βραχυπρόθεσμα. Αυτό συνέβαινε ιδίως στον διεθνή δανεισμό κατά την εποχή που υπήρχε ακόμη ενεργός διεθνής κεφαλαιαγορά. Συνέβαινε ενίοτε οι δανειστές να διατηρούν εμπιστοσύνη ως προς τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξη του εθνικού νομίσματος μιας ξένης χώρας· στα βραχυπρόθεσμα δάνεια που συνομολογούνταν σε αυτό το νόμισμα δεν υπήρχε καθόλου προσαύξηση τιμής ή υπήρχε μόνο μικρή. Η αξιολόγηση, όμως, των μακροπρόθεσμων προοπτικών του συγκεκριμένου νομίσματος ήταν λιγότερο ευνοϊκή και, κατά συνέπεια, στις μακροπρόθεσμες συμβάσεις λαμβανόταν υπόψη σημαντική προσαύξηση τιμής. Το αποτέλεσμα ήταν ότι μακροπρόθεσμα δάνεια συνομολογημένα σε αυτό το νόμισμα μπορούσαν να εκδοθούν μόνο με υψηλότερο επιτόκιο από τα δάνεια του ίδιου οφειλέτη που συνομολογούνταν σε χρυσό ή σε ξένο νόμισμα.
The increased propensity to buy or to sell, which generates the price premium, affects as a rule short-term loans sooner and to a greater extent than long-term loans. As far as this is the case, the price premium affects the market for short-term loans first, and only later, by virtue of the concatenation of all parts of the market, also the market for long-term loans. However, there are instances in which a price premium in long-term loans appears independently of what is going on with regard to short-term loans. This was especially the case in international lending in the days in which there was still a live international capital market. It happened occasionally that lenders were confident with regard to the short-term development of a foreign country’s national currency; in short-term loans stipulated in this currency there was no price premium at all or only a slight one. But the appraisal of the long-term aspects of the currency concerned was less favorable, and in long-term contracts a considerable price premium was taken into account. The result was that long-term loans stipulated in this currency could be floated only at a higher rate than the same debtor’s loans stipulated in terms of gold or a foreign currency.
Καταδείξαμε έναν λόγο για τον οποίο η προσαύξηση τιμής μπορεί, στην καλύτερη περίπτωση, να αμβλύνει στην πράξη, αλλά δεν μπορεί ποτέ να εξαλείψει πλήρως, τις επιδράσεις των χρηματογενών μεταβολών της χρηματικής σχέσης στο περιεχόμενο των πιστωτικών συναλλαγών. Ένας δεύτερος λόγος θα εξεταστεί στην επόμενη ενότητα. Η προσαύξηση τιμής υστερεί πάντοτε χρονικά έναντι των μεταβολών της αγοραστικής δύναμης, επειδή εκείνο που τη δημιουργεί δεν είναι η ίδια η μεταβολή στην προσφορά χρήματος υπό την ευρεία έννοια, αλλά οι επιδράσεις αυτής της μεταβολής στη διάρθρωση των τιμών, οι οποίες εμφανίζονται κατ’ ανάγκην αργότερα.
Μόνο στην τελική φάση ενός αδιάκοπου πληθωρισμού μεταβάλλεται η κατάσταση. Ο πανικός της νομισματικής καταστροφής, η καταστροφική ανατιμητική έκρηξη, χαρακτηρίζεται όχι μόνο από τάση απεριόριστης ανόδου των τιμών, αλλά και από απεριόριστη αύξηση της θετικής προσαύξησης τιμής. Κανένα ακαθάριστο επιτόκιο, όσο υψηλό και αν είναι, δεν φαίνεται στον υποψήφιο δανειστή αρκετό για να τον αποζημιώσει για τις ζημίες που αναμένει από την προοδευτική πτώση της αγοραστικής δύναμης της νομισματικής μονάδας. Απέχει από τον δανεισμό και προτιμά να αγοράσει ο ίδιος «εμπράγματα» αγαθά. Η αγορά δανειακών κεφαλαίων ακινητοποιείται.
We have shown one reason why the price premium can at best practically deaden, but never eliminate entirely, the repercussions of cashinduced changes in the money relation upon the content of credit transactions. (A second reason will be dealt with in the next section.) The price premium always lags behind the changes in purchasing power because what generates it is not the change in the supply of money (in the broader sense), but the—necessarily later-occurring—effects of these changes upon the price structure. Only in the final state of a ceaseless inflation do things become different. The panic of the currency catastrophe, the crack-up boom, is not only characterized by a tendency for prices to rise beyond all measure, but also by a rise beyond all measure of the positive price premium. No gross rate of interest, however great, appears to a prospective lender high enough to compensate for the losses expected from the progressing drop in the monetary unit’s purchasing power. He abstains from lending and prefers to buy himself “real” goods. The loan market comes to a standstill.
Τα ακαθάριστα επιτόκια, όπως προσδιορίζονται στην αγορά δανειακών κεφαλαίων, δεν είναι ομοιόμορφα. Η επιχειρηματική συνιστώσα που πάντοτε περιλαμβάνουν ποικίλλει ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης συναλλαγής. Μία από τις σοβαρότερες αδυναμίες όλων των ιστορικών και στατιστικών μελετών που είναι αφιερωμένες στην κίνηση των επιτοκίων είναι ότι παραμελούν αυτόν τον παράγοντα.
Είναι μάταιο να κατατάσσονται σε χρονολογικές σειρές τα δεδομένα που αφορούν τα επιτόκια της ανοικτής αγοράς ή τα προεξοφλητικά επιτόκια των κεντρικών τραπεζών. Τα διάφορα διαθέσιμα δεδομένα για την κατάρτιση τέτοιων χρονολογικών σειρών είναι ασύμμετρα και μη συγκρίσιμα. Το προεξοφλητικό επιτόκιο της ίδιας κεντρικής τράπεζας είχε διαφορετική σημασία σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Οι θεσμικές συνθήκες που επηρεάζουν τις δραστηριότητες των κεντρικών τραπεζών, των ιδιωτικών τραπεζών και των οργανωμένων αγορών δανειακών κεφαλαίων των διαφόρων εθνών διαφέρουν σε τέτοιο βαθμό, ώστε είναι εντελώς παραπλανητική η σύγκριση των ονομαστικών επιτοκίων χωρίς πλήρη συνεκτίμηση αυτών των διαφορών.
Γνωρίζουμε a priori ότι, εφόσον οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι, οι δανειστές επιδιώκουν να προτιμούν τα υψηλά επιτόκια από τα χαμηλά, ενώ οι οφειλέτες προτιμούν τα χαμηλά από τα υψηλά. Αυτές, όμως, οι λοιπές συνθήκες δεν είναι ποτέ ίδιες. Στην αγορά δανειακών κεφαλαίων επικρατεί τάση εξίσωσης των ακαθάριστων επιτοκίων για δάνεια ως προς τα οποία είναι ίδιοι οι παράγοντες που προσδιορίζουν το ύψος της επιχειρηματικής συνιστώσας και της προσαύξησης τιμής. Αυτή η γνώση παρέχει ένα νοητικό εργαλείο για την ερμηνεία των γεγονότων που αφορούν την ιστορία των επιτοκίων. Χωρίς τη συνδρομή της, το τεράστιο διαθέσιμο ιστορικό και στατιστικό υλικό δεν θα αποτελούσε παρά συσσώρευση αριθμών χωρίς νόημα.
Κατά την κατάρτιση χρονολογικών σειρών των τιμών ορισμένων πρωτογενών εμπορευμάτων, ο εμπειρισμός διαθέτει τουλάχιστον μια φαινομενική δικαιολογία, καθώς τα σχετικά στοιχεία τιμών αναφέρονται στο ίδιο φυσικό αντικείμενο. Ακόμη και αυτή, όμως, αποτελεί νόθα δικαιολογία, επειδή οι τιμές δεν συνδέονται με τις αμετάβλητες φυσικές ιδιότητες των πραγμάτων, αλλά με τη μεταβαλλόμενη αξία που τους αποδίδουν οι δρώντες άνθρωποι. Κατά τη μελέτη των επιτοκίων δεν μπορεί να προβληθεί ούτε αυτή η ανεπαρκής δικαιολογία.
Τα ακαθάριστα επιτόκια, όπως εμφανίζονται στην πραγματικότητα, δεν έχουν τίποτε άλλο κοινό πέρα από τα χαρακτηριστικά που διακρίνει σε αυτά η καταλλακτική θεωρία. Αποτελούν σύνθετα φαινόμενα και δεν μπορούν ποτέ να χρησιμοποιηθούν για την κατασκευή μιας εμπειρικής ή a posteriori θεωρίας του τόκου. Δεν μπορούν ούτε να επαληθεύσουν ούτε να διαψεύσουν όσα διδάσκει η οικονομική επιστήμη για τα σχετικά προβλήματα. Αν αναλυθούν προσεκτικά με τη συνδρομή ολόκληρης της γνώσης που παρέχει η οικονομική επιστήμη, αποτελούν ανεκτίμητα τεκμήρια για την οικονομική ιστορία· δεν έχουν, όμως, καμία χρησιμότητα για την οικονομική θεωρία.
The gross rates of interest as determined on the loan market are not uniform. The entrepreneurial component which they always include varies according to the peculiar characteristics of the specific deal. It is one of the most serious shortcomings of all historical and statistical studies devoted to the movement of interest rates that they neglect this factor. It is useless to arrange data concerning interest rates of the open market or the discount rates of the central banks in time series. The various data available for the construction of such time series are incommensurable. The same central bank’s rate of discount meant something different in various periods of time. The institutional conditions affecting the activities of various nations’ central banks, their private banks, and their organized loan markets are so different, that it is entirely misleading to compare the nominal interest rates without paying full regard to these diversities. We know a priori that, other things being equal, the lenders are intent upon preferring high interest rates to low ones, and the debtors upon preferring low rates to high ones. But these other things are never equal. There prevails upon the loan market a tendency toward the equalization of gross interest rates for loans for which the factors determining the height of the entrepreneurial component and the price premium are equal. This knowledge provides a mental tool for the interpretation of the facts concerning the history of interest rates. Without the aid of this knowledge, the vast historical and statistical material available would be merely an accumulation of meaningless figures. In arranging time series of the prices of certain primary commodities, empiricism has at least an apparent justification in the fact that the price data dealt with refer to the same physical object. It is a spurious excuse indeed as prices are not related to the unchanging physical properties of things, but to the changing values which acting men attach to them. But in the study of interest rates, even this lame excuse cannot be advanced. Gross interest rates as they appear in reality have nothing else in common than those characteristics which catallactic theory sees in them. They are complex phenomena and can never be used for the construction of an empirical or a posteriori theory of interest. They can neither verify nor falsify what economics teaches about the problems involved. They constitute, if carefully analyzed with all the knowledge economics conveys, invaluable documentation for economic history; they are of no avail for economic theory.
Συνηθίζεται να γίνεται διάκριση μεταξύ της αγοράς βραχυπρόθεσμων δανείων —της χρηματαγοράς— και της αγοράς μακροπρόθεσμων δανείων —της κεφαλαιαγοράς. Μια περισσότερο διεισδυτική ανάλυση πρέπει να προχωρήσει ακόμη περισσότερο, ταξινομώντας τα δάνεια ανάλογα με τη διάρκειά τους. Επιπλέον, υπάρχουν διαφορές ως προς τα νομικά χαρακτηριστικά που αποδίδουν στην αξίωση του δανειστή οι όροι της σύμβασης. Εν ολίγοις, η αγορά δανειακών κεφαλαίων δεν είναι ομοιογενής. Οι εμφανέστερες, όμως, διαφορές προκύπτουν από την επιχειρηματική συνιστώσα που περιλαμβάνεται στα ακαθάριστα επιτόκια. Σε αυτήν ακριβώς αναφέρονται οι άνθρωποι όταν ισχυρίζονται ότι η πίστη βασίζεται στην εμπιστοσύνη.
It is customary to distinguish the market for short-term loans (money market) from the market for long-term loans (capital market). A more penetrating analysis must even go further in classifying loans according to their duration. Besides, there are differences with regard to the legal characteristics which the terms of the contract assign to the lender’s claim. In short, the loan market is not homogeneous. But the most conspicuous differences arise from the entrepreneurial component included in the gross rates of interest. It is this that people refer to when asserting that credit is based on trust or confidence.
Η συνάφεια μεταξύ όλων των τομέων της αγοράς δανειακών κεφαλαίων και των ακαθάριστων επιτοκίων που προσδιορίζονται σε αυτούς δημιουργείται από την εγγενή τάση των καθαρών επιτοκίων που περιλαμβάνονται στα ακαθάριστα επιτόκια προς την τελική κατάσταση του πρωταρχικού τόκου. Ως προς αυτή την τάση, η καταλλακτική θεωρία μπορεί να εξετάζει το αγοραίο επιτόκιο σαν να αποτελούσε ενιαίο φαινόμενο και να αφαιρεί τόσο την επιχειρηματική συνιστώσα, η οποία περιλαμβάνεται κατ’ ανάγκην πάντοτε στα ακαθάριστα επιτόκια, όσο και την προσαύξηση τιμής, η οποία περιλαμβάνεται περιστασιακά.
The connexity between all sectors of the loan market and the gross rates of interest determined on them is brought about by the inherent tendency of the net rates of interest included in these gross rates toward the final state of originary interest. With regard to this tendency, catallactic theory is free to deal with the market rate of interest as if it were a uniform phenomenon, and to abstract from the entrepreneurial component which is necessarily always included in the gross rates and from the price premium which is occasionally included.
Οι τιμές όλων των εμπορευμάτων και υπηρεσιών κινούνται, σε κάθε δεδομένη στιγμή, προς μια τελική κατάσταση. Αν αυτή η τελική κατάσταση επιτυγχανόταν ποτέ, η σχέση μεταξύ των τιμών των παρόντων και των μελλοντικών αγαθών θα εμφάνιζε την τελική κατάσταση του πρωταρχικού τόκου. Η μεταβαλλόμενη οικονομία, όμως, δεν φθάνει ποτέ στη νοητή τελική κατάσταση. Εμφανίζονται επανειλημμένως νέα δεδομένα και εκτρέπουν την τάση των τιμών από τον προηγούμενο σκοπό της κίνησής τους προς μια διαφορετική τελική κατάσταση, στην οποία μπορεί να αντιστοιχεί διαφορετικό επιτόκιο πρωταρχικού τόκου. Το επιτόκιο του πρωταρχικού τόκου δεν διαθέτει μεγαλύτερη μονιμότητα από τις τιμές και τα μισθολογικά ποσοστά.
The prices of all commodities and services are at any instant moving toward a final state. If this final state were ever to be reached, it would show in the ratio between the prices of present goods and future goods the final state of originary interest. However, the changing economy never reaches the imaginary final state. New data emerge again and again and divert the trend of prices from the previous goal of their movement toward a different final state to which a different rate of originary interest may correspond. In the rate of originary interest there is no more permanence than in prices and wage rates.
Οι άνθρωποι των οποίων η προνοητική δράση αποβλέπει στην προσαρμογή της χρησιμοποίησης των συντελεστών παραγωγής στις μεταβολές που επέρχονται στα δεδομένα —δηλαδή οι επιχειρηματίες και οι επιχειρηματικοί πρωτοπόροι— βασίζουν τους υπολογισμούς τους στις τιμές, στα μισθολογικά ποσοστά και στα επιτόκια, όπως αυτά προσδιορίζονται στην αγορά. Εντοπίζουν αποκλίσεις μεταξύ των παρόντων τιμών των συμπληρωματικών συντελεστών παραγωγής και των αναμενόμενων τιμών των προϊόντων, αφαιρουμένου του αγοραίου επιτοκίου, και επιδιώκουν να επωφεληθούν από αυτές.
Ο ρόλος που διαδραματίζει το επιτόκιο σε αυτούς τους συλλογισμούς του επιχειρηματία που σχεδιάζει είναι προφανής. Του υποδεικνύει μέχρι ποιο σημείο μπορεί να προχωρήσει στην απόσυρση συντελεστών παραγωγής από χρήσεις που εξυπηρετούν την ικανοποίηση αναγκών σε εγγύτερες περιόδους του μέλλοντος και στη διάθεσή τους προς ικανοποίηση αναγκών σε απώτερες περιόδους. Του υποδεικνύει ποια περίοδος παραγωγής ανταποκρίνεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, στη διαφορά που διαμορφώνει το κοινό κατά τη συγκριτική αξιολόγηση των παρόντων και των μελλοντικών αγαθών. Τον εμποδίζει να αναλάβει εγχειρήματα των οποίων η εκτέλεση δεν θα ήταν συμβατή με την περιορισμένη ποσότητα κεφαλαιουχικών αγαθών που έχει δημιουργήσει η αποταμίευση του κοινού.
Those people whose provident action is intent upon adjusting the employment of the factors of production to the changes occurring in the data—viz., the entrepreneurs and promoters—base their calculations upon the prices, wage rates, and interest rates as determined on the market. They discover discrepancies between the present prices of the complementary factors of production and the anticipated prices of the products minus the market rate of interest, and are eager to profit from them. The role which the rate of interest plays in these deliberations of the planning businessman is obvious. It shows him how far he can go in withholding factors of production from employment for want-satisfaction in nearer periods of the future and in dedicating them to want satisfaction in remoter periods. It shows him what period of production conforms in every concrete case to the difference which the public makes in the ratio of valuation between present goods and future goods. It prevents him from embarking upon projects the execution of which would not agree with the limited amount of capital goods provided by the saving of the public.
Η κινητήρια δύναμη του χρήματος μπορεί να επιδράσει κατά ιδιαίτερο τρόπο ακριβώς επηρεάζοντας αυτή την πρωταρχική λειτουργία του επιτοκίου. Οι χρηματογενείς μεταβολές στη χρηματική σχέση μπορούν, υπό ορισμένες συνθήκες, να επηρεάσουν την αγορά δανειακών κεφαλαίων προτού επηρεάσουν τις τιμές των εμπορευμάτων και της εργασίας. Η αύξηση ή η μείωση της προσφοράς χρήματος υπό την ευρεία έννοια αυξάνει ή μειώνει την προσφορά χρήματος που διοχετεύεται στην αγορά δανειακών κεφαλαίων και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, μειώνει ή αυξάνει το ακαθάριστο αγοραίο επιτόκιο, μολονότι δεν έχει επέλθει καμία μεταβολή στο επιτόκιο του πρωταρχικού τόκου.
Αν συμβεί αυτό, το αγοραίο επιτόκιο αποκλίνει από το ύψος που θα απαιτούσαν η κατάσταση του πρωταρχικού τόκου και η προσφορά κεφαλαιουχικών αγαθών που είναι διαθέσιμα για την παραγωγή. Τότε το αγοραίο επιτόκιο αδυνατεί να εκπληρώσει τη λειτουργία που διαδραματίζει στην καθοδήγηση των επιχειρηματικών αποφάσεων. Ματαιώνει τον υπολογισμό του επιχειρηματία και εκτρέπει τις πράξεις του από τις κατευθύνσεις στις οποίες θα ικανοποιούσαν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις πλέον επείγουσες ανάγκες των καταναλωτών.
It is in influencing this primordial function of the rate of interest that the driving force of money can become operative in a particular way. Cashinduced changes in the money relation can under certain circumstances affect the loan market before they affect the prices of commodities and of labor. The increase or decrease in the supply of money (in the broader sense) can increase or decrease the supply of money offered on the loan market and thereby lower or raise the gross market rate of interest although no change in the rate of original interest has taken place. If this happens, the market rate deviates from the height which the state of originary interest and the supply of capital goods available for production would require. Then the market rate of interest fails to fulfill the function it plays in guiding entrepreneurial decisions. It frustrates the entrepreneur’s calculation and diverts his actions from those lines in which they would in the best possible way satisfy the most urgent needs of the consumers.
Υπάρχει κατόπιν ένα δεύτερο σημαντικό γεγονός που πρέπει να γίνει αντιληπτό. Αν, εφόσον οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι, η προσφορά χρήματος υπό την ευρεία έννοια αυξηθεί ή μειωθεί και δημιουργήσει έτσι μια γενική τάση ανόδου ή πτώσης των τιμών, θα έπρεπε να εμφανιστεί θετική ή αρνητική προσαύξηση τιμής και να αυξήσει ή να μειώσει το ακαθάριστο αγοραίο επιτόκιο. Αν, όμως, αυτές οι μεταβολές στη χρηματική σχέση επηρεάσουν πρώτα την αγορά δανειακών κεφαλαίων, προκαλούν ακριβώς τις αντίθετες μεταβολές στη διαμόρφωση των ακαθάριστων αγοραίων επιτοκίων. Ενώ θα απαιτούνταν θετική ή αρνητική προσαύξηση τιμής για την προσαρμογή των αγοραίων επιτοκίων στις μεταβολές της χρηματικής σχέσης, τα ακαθάριστα επιτόκια στην πραγματικότητα μειώνονται ή αυξάνονται.
Αυτός είναι ο δεύτερος λόγος για τον οποίο ο μηχανισμός της προσαύξησης τιμής δεν μπορεί να εξαλείψει πλήρως τις επιδράσεις των χρηματογενών μεταβολών της χρηματικής σχέσης στο περιεχόμενο των συμβάσεων που αφορούν ετεροχρονισμένες πληρωμές. Η λειτουργία της αρχίζει υπερβολικά αργά· όπως καταδείχθηκε παραπάνω, υστερεί χρονικά έναντι των μεταβολών της αγοραστικής δύναμης. Τώρα διαπιστώνουμε ότι, υπό ορισμένες συνθήκες, οι δυνάμεις που ωθούν προς την αντίθετη κατεύθυνση εκδηλώνονται στην αγορά νωρίτερα από μια επαρκή προσαύξηση τιμής.
Then there is a second important fact to realize. If, other things being equal, the supply of money (in the broader sense) increases or decreases and thus brings about a general tendency for prices to rise or to drop, a positive or negative price premium would have to appear and to raise or lower the gross rate of market interest. But if such changes in the money relation affect first the loan market, they bring about just the opposite changes in the configuration of the gross market rates of interest. While a positive or negative price premium would be required to adjust the market rates of interest to the changes in the money relation, gross interest rates are in fact dropping or rising. This is the second reason why the instrumentality of the price premium cannot entirely eliminate the repercussions of cash-induced changes in the money relation upon the content of contracts concerning deferred payments. Its operation begins too late, it lags behind the changes in purchasing power, as has been shown above. Now we see that under certain circumstances the forces that push in the opposite direction manifest themselves sooner on the market than the price premium.
5. Οι επιδράσεις των μεταβολών της χρηματικής σχέσης στον πρωταρχικό τόκο
↗ στη σελίδα του βιβλίου5. The Effects of Changes in the Money Relation Upon Originary Interest
Όπως κάθε μεταβολή στα δεδομένα της αγοράς, έτσι και οι μεταβολές στη χρηματική σχέση μπορούν ενδεχομένως να επηρεάσουν το επιτόκιο του πρωταρχικού τόκου. Σύμφωνα με τους υποστηρικτές της πληθωριστικής ερμηνείας της ιστορίας, ο πληθωρισμός τείνει, σε γενικές γραμμές, να αυξάνει τα εισοδήματα των επιχειρηματιών. Ο συλλογισμός τους έχει ως εξής: οι τιμές των εμπορευμάτων αυξάνονται νωρίτερα και εντονότερα από τα μισθολογικά ποσοστά. Από τη μία πλευρά, οι μισθωτοί και οι υπάλληλοι, κοινωνικές κατηγορίες που δαπανούν το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους για κατανάλωση και αποταμιεύουν ελάχιστα, πλήττονται και αναγκάζονται, κατά συνέπεια, να περιορίσουν τις δαπάνες τους. Από την άλλη πλευρά, ευνοούνται τα ιδιοκτητικά στρώματα του πληθυσμού, των οποίων η ροπή προς αποταμίευση σημαντικού μέρους του εισοδήματός τους είναι πολύ ισχυρότερη· δεν αυξάνουν αναλογικά την κατανάλωσή τους, αλλά αυξάνουν επίσης την αποταμίευσή τους.
Έτσι, στην κοινωνία ως σύνολο εμφανίζεται τάση εντατικότερης συσσώρευσης νέου κεφαλαίου. Η πρόσθετη επένδυση αποτελεί επακόλουθο του περιορισμού της κατανάλωσης που επιβάλλεται σε εκείνο το μέρος του πληθυσμού το οποίο καταναλώνει το πολύ μεγαλύτερο μέρος του ετήσιου προϊόντος του οικονομικού συστήματος. Αυτή η αναγκαστική αποταμίευση μειώνει το επιτόκιο του πρωταρχικού τόκου. Επιταχύνει τον ρυθμό της οικονομικής προόδου και της βελτίωσης των τεχνολογικών μεθόδων.
Like every change in the market data, changes in the money relation can possibly influence the rate of originary interest. According to the inflationist view of history, inflation by and large tends to increase the earnings of the entrepreneurs. Commodity prices rise sooner and to a steeper level than wage rates. On the one hand, wage earners and salaried people, classes who spend the greater part of their income for consumption and save little, are adversely affected and must accordingly restrict their expenditures. On the other hand, the proprietary strata of the population, whose propensity to save a considerable part of their income is much greater, are favored; they do not increase their consumption in proportion, but also increase their savings. Thus in the community as a whole there arises a tendency toward an intensified accumulation of new capital. Additional investment is the corollary of the restriction of consumption imposed upon that part of the population which consumes the much greater part of the annual produce of the economic system. This forced saving lowers the rate of originary interest. It accelerates the pace of economic progress and the improvement in technological methods.
Είναι αληθές ότι μια τέτοια αναγκαστική αποταμίευση μπορεί να προκύψει από μια πληθωριστική κίνηση και ότι κατά το παρελθόν πράγματι προέκυψε περιστασιακά κατ’ αυτόν τον τρόπο. Κατά την εξέταση των επιδράσεων των μεταβολών της χρηματικής σχέσης στο ύψος των επιτοκίων, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι, υπό ορισμένες συνθήκες, τέτοιες μεταβολές μπορούν πράγματι να μεταβάλουν το επιτόκιο του πρωταρχικού τόκου. Πρέπει, όμως, να ληφθούν υπόψη και αρκετά άλλα γεγονότα.
It is important to realize that such forced saving can originate from an inflationary movement and actually often did so originate in the past. In dealing with the effects of changes in the money relation upon the height of interest rates, one must not neglect the fact that such changes can under certain circumstances really alter the rate of originary interest. But several other facts must be taken into account, too.
Πρώτον, πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι η αναγκαστική αποταμίευση μπορεί να προκύψει από τον πληθωρισμό, αλλά δεν αποτελεί αναγκαίο αποτέλεσμά του. Το αν η άνοδος των μισθολογικών ποσοστών θα υστερήσει ή όχι έναντι της ανόδου των τιμών των εμπορευμάτων εξαρτάται από τα ιδιαίτερα δεδομένα κάθε πληθωριστικής διαδικασίας. Η τάση μείωσης των πραγματικών μισθολογικών ποσοστών δεν αποτελεί αναπόφευκτη συνέπεια της πτώσης της αγοραστικής δύναμης της νομισματικής μονάδας. Ενδέχεται τα ονομαστικά μισθολογικά ποσοστά να αυξηθούν περισσότερο ή νωρίτερα από τις τιμές των εμπορευμάτων.4
First one must realize that forced saving can result from inflation, but need not necessarily. It depends on the particular data of each instance of inflation whether or not the rise in wage rates lags behind the rise in commodity prices. A tendency for real wage rates to drop is not an inescapable consequence of a decline in the monetary unit’s purchasing power. It could happen that nominal wage rates rise more than or sooner than commodity prices.[4]
Επιπλέον, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η ισχυρότερη ροπή των ευπορότερων τάξεων προς αποταμίευση και συσσώρευση κεφαλαίου αποτελεί απλώς ψυχολογικό και όχι πραξεολογικό γεγονός. Ενδέχεται τα άτομα στα οποία η πληθωριστική κίνηση παρέχει πρόσθετα έσοδα να μην αποταμιεύσουν και να μην επενδύσουν αυτό το όφελος, αλλά να το χρησιμοποιήσουν για να αυξήσουν την κατανάλωσή τους. Είναι αδύνατον να προβλεφθεί, με την αποδεικτική βεβαιότητα που χαρακτηρίζει όλα τα θεωρήματα της οικονομικής επιστήμης, με ποιον τρόπο θα ενεργήσουν όσοι επωφελούνται από τον πληθωρισμό. Η ιστορία μπορεί να μας πληροφορήσει για όσα συνέβησαν στο παρελθόν. Δεν μπορεί, όμως, να ισχυριστεί ότι τα ίδια πρέπει να συμβούν εκ νέου στο μέλλον.
Furthermore, it is necessary to remember that the greater propensity of the wealthier classes to save and to accumulate capital is merely a psychological and not a praxeological fact. It could happen that these people to whom the inflationary movement conveys additional proceeds do not save and invest their boon but employ it for an increase in their consumption. It is impossible to predict with the apodictic definiteness which characterizes all theorems of economics, in what way those profiting from the inflation will act. History can tell us what happened in the past. But it cannot assert that it must happen in the future.
Θα αποτελούσε σοβαρό σφάλμα η παράβλεψη του γεγονότος ότι ο πληθωρισμός δημιουργεί επίσης δυνάμεις που τείνουν προς την ανάλωση κεφαλαίου. Μία από τις συνέπειές του είναι ότι νοθεύει τον οικονομικό υπολογισμό και τη λογιστική. Δημιουργεί το φαινόμενο των πλασματικών ή φαινομενικών κερδών.
Αν οι ετήσιες ποσοστώσεις απόσβεσης προσδιορίζονται χωρίς να λαμβάνεται πλήρως υπόψη το γεγονός ότι η αντικατάσταση του φθαρμένου εξοπλισμού θα απαιτήσει υψηλότερη δαπάνη από το ποσό έναντι του οποίου αποκτήθηκε στο παρελθόν, είναι προφανώς ανεπαρκείς. Αν, κατά την πώληση αποθεμάτων και προϊόντων, ολόκληρη η διαφορά μεταξύ της τιμής που καταβλήθηκε για την απόκτησή τους και της τιμής που επιτεύχθηκε κατά την πώλησή τους καταχωρίζεται στα λογιστικά βιβλία ως πλεόνασμα, διαπράττεται το ίδιο σφάλμα. Αν η άνοδος των τιμών των μετοχών και των ακινήτων θεωρείται κέρδος, η πλάνη είναι εξίσου πρόδηλη.
Αυτά ακριβώς τα πλασματικά κέρδη κάνουν τους ανθρώπους να πιστεύουν ότι ο πληθωρισμός επιφέρει γενική ευημερία. Αισθάνονται εύποροι και γίνονται γενναιόδωροι στις δαπάνες και στην απόλαυση της ζωής. Εξωραΐζουν τις κατοικίες τους, ανεγείρουν νέες επαύλεις και ενισχύουν τις επιχειρήσεις ψυχαγωγίας. Δαπανώντας φαινομενικά κέρδη, τα οποία αποτελούν φανταστικό προϊόν εσφαλμένων υπολογισμών, αναλώνουν κεφάλαιο.
Δεν έχει σημασία ποιοι είναι αυτοί που δαπανούν. Μπορεί να είναι επιχειρηματίες ή χρηματιστηριακοί κερδοσκόποι. Μπορεί να είναι μισθωτοί, των οποίων η απαίτηση για υψηλότερη αμοιβή ικανοποιείται από επιεικείς εργοδότες που πιστεύουν ότι γίνονται πλουσιότεροι από ημέρα σε ημέρα. Μπορεί να είναι άτομα τα οποία συντηρούνται μέσω φορολογικών εσόδων που συνήθως απορροφούν μεγάλο μέρος των φαινομενικών κερδών.
It would be a serious blunder to neglect the fact that inflation also generates forces which tend toward capital consumption. One of its consequences is that it falsifies economic calculation and accounting. It produces the phenomenon of imaginary or apparent profits. If the annual depreciation quotas are determined in such a way as not to pay full regard to the fact that the replacement of worn-out equipment will require higher costs than the amount for which it was purchased in the past, they are obviously insufficient. If in selling inventories and products the whole difference between the price spent for their acquisition and the price realized in the sale is entered in the books as a surplus, the error is the same. If the rise in the prices of stocks and real estate is considered as a gain, the illusion is no less manifest. What makes people believe that inflation results in general prosperity is precisely such illusory gains. They feel lucky and become open-handed in spending and enjoying life. They embellish their homes, they build new mansions and patronize the entertainment business. In spending apparent gains, the fanciful result of false reckoning, they are consuming capital. It does not matter who these spenders are. They may be businessmen or stock jobbers. They may be wage earners whose demand for higher pay is satisfied by the easygoing employers who think that they are getting richer from day to day. They may be people supported by taxes which usually absorb a great part of the apparent gains.
Τέλος, καθώς εξελίσσεται ο πληθωρισμός, ολοένα περισσότεροι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την πτώση της αγοραστικής δύναμης. Για όσους δεν δραστηριοποιούνται προσωπικά στις επιχειρήσεις και δεν είναι εξοικειωμένοι με τις συνθήκες του χρηματιστηρίου, τα κυριότερα μέσα αποταμίευσης είναι η συσσώρευση καταθέσεων ταμιευτηρίου, η αγορά ομολόγων και η ασφάλιση ζωής. Όλες αυτές οι μορφές αποταμίευσης πλήττονται από τον πληθωρισμό. Έτσι, η αποταμίευση αποθαρρύνεται και η σπατάλη εμφανίζεται ως ενδεδειγμένη συμπεριφορά.
Η τελική αντίδραση του κοινού, η «φυγή προς τις εμπράγματες αξίες», αποτελεί απεγνωσμένη προσπάθεια διάσωσης ορισμένων υπολειμμάτων από την καταστροφική κατάρρευση. Από τη σκοπιά της διατήρησης του κεφαλαίου δεν αποτελεί θεραπεία, αλλά απλώς ανεπαρκές μέτρο έκτακτης ανάγκης. Μπορεί, στην καλύτερη περίπτωση, να διασώσει ένα μόνο μέρος των πόρων του αποταμιευτή.
Finally, with the progress of inflation more and more people become aware of the fall in purchasing power. For those not personally engaged in business and not familiar with the conditions of the stock market, the main vehicle of saving is the accumulation of savings deposits, the purchase of bonds and life insurance. All such savings are prejudiced by inflation. Thus saving is discouraged and extravagance seems to he indicated. The ultimate reaction of the public, the “flight into real values,” is a desperate attempt to salvage some debris from the ruinous breakdown. It is, viewed from the angle of capital preservation, not a remedy, but merely a poor emergency measure. It can, at best, rescue a fraction of the saver’s funds.
Η κύρια θέση των υπέρμαχων του πληθωρισμού και της πιστωτικής επέκτασης είναι, επομένως, μάλλον ασθενής. Μπορεί να γίνει δεκτό ότι, κατά το παρελθόν, ο πληθωρισμός οδήγησε ορισμένες φορές —όχι όμως πάντοτε— σε αναγκαστική αποταμίευση και αύξηση του διαθέσιμου κεφαλαίου. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να προκαλέσει τις ίδιες συνέπειες και στο μέλλον. Αντιθέτως, πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι, υπό τις σύγχρονες συνθήκες, είναι πιθανότερο να επικρατήσουν, σε περιβάλλον πληθωρισμού, οι δυνάμεις που οδηγούν σε ανάλωση κεφαλαίου παρά εκείνες που οδηγούν σε συσσώρευσή του. Σε κάθε περίπτωση, η τελική επίδραση τέτοιων μεταβολών στην αποταμίευση, στο κεφάλαιο και στο επιτόκιο του πρωταρχικού τόκου εξαρτάται από τα ιδιαίτερα δεδομένα κάθε περίπτωσης.
The main thesis of the champions of inflationism and expansionism is thus rather weak. It may be admitted that in the past inflation often, but not always, resulted in forced saving and an increase in capital available. However, this does not mean that it must produce the same effects in the future, too. On the contrary, one must realize that under modern conditions the forces driving toward capital consumption are more likely to prevail under inflationary conditions than those driving toward capital accumulation. At any rate, the final effect of such changes upon saving, capital, and the originary rate of interest depends upon the particular data of each instance.
Το ίδιο ισχύει, με τις αναγκαίες προσαρμογές, για τις ανάλογες συνέπειες και επιδράσεις μιας αποπληθωριστικής ή συσταλτικής κίνησης.
The same is valid with the necessary changes with regard to the analogous consequences and effects of a deflationist or restrictionist movement.
6. Η επίδραση του πληθωρισμού και της πιστωτικής επέκτασης στο ακαθάριστο αγοραίο επιτόκιο
↗ στη σελίδα του βιβλίου6. The Gross Market Rate of Interest as Affected by Inflation and Credit Expansion
Όποιες και αν είναι οι τελικές επιδράσεις μιας πληθωριστικής ή αποπληθωριστικής κίνησης στο ύψος του επιτοκίου του πρωταρχικού τόκου, δεν υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ αυτών και των προσωρινών μεταβολών που μπορεί να προκαλέσει στο ακαθάριστο αγοραίο επιτόκιο μια χρηματογενής μεταβολή της χρηματικής σχέσης. Αν η εισροή χρήματος και χρηματικών υποκατάστατων στο σύστημα της αγοράς ή η εκροή τους από αυτό επηρεάσει πρώτα την αγορά δανειακών κεφαλαίων, διαταράσσει προσωρινά την αντιστοιχία μεταξύ των ακαθάριστων αγοραίων επιτοκίων και του επιτοκίου του πρωταρχικού τόκου.
Το αγοραίο επιτόκιο αυξάνεται ή μειώνεται εξαιτίας της μείωσης ή της αύξησης της ποσότητας χρήματος που προσφέρεται προς δανεισμό, χωρίς η μεταβολή αυτή να σχετίζεται με τις μεταβολές στο επιτόκιο του πρωταρχικού τόκου οι οποίες ενδέχεται να επέλθουν αργότερα ως αποτέλεσμα των μεταβολών της χρηματικής σχέσης. Το αγοραίο επιτόκιο αποκλίνει από το ύψος που προσδιορίζεται από το επιτόκιο του πρωταρχικού τόκου και τίθενται σε λειτουργία δυνάμεις οι οποίες τείνουν να το επαναπροσαρμόσουν στη σχέση που αντιστοιχεί στον πρωταρχικό τόκο.
Ενδέχεται, κατά τη χρονική περίοδο που απαιτείται για αυτή την προσαρμογή, να μεταβληθεί το ύψος του πρωταρχικού τόκου, και η μεταβολή αυτή μπορεί επίσης να προκληθεί από την πληθωριστική ή αποπληθωριστική διαδικασία που επέφερε την αρχική απόκλιση. Τότε το τελικό επιτόκιο του πρωταρχικού τόκου, το οποίο προσδιορίζει το τελικό αγοραίο επιτόκιο προς το οποίο τείνει η επαναπροσαρμογή, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επικρατούσε την παραμονή της διαταραχής. Ένα τέτοιο γεγονός μπορεί να επηρεάσει τα δεδομένα της διαδικασίας προσαρμογής, αλλά δεν επηρεάζει την ουσία της.
Whatever the ultimate effects of an inflationary or deflationary movement upon the height of the rate of originary interest may be, there is no correspondence between them and the temporary alterations which a cash-induced change in the money relation can bring about in the gross market rate of interest. If the inflow of money and money-substitutes into the market system or the outflow from it affects the loan market first, it temporarily disarranges the congruity between the gross market rates of interest and the rate of originary interest. The market rate rises or drops on account of the decrease or increase in the amount of money offered for lending, with no correlation to changes in the originary rate of interest which in the later course of events can possibly occur from the changes in the money relation. The market rate deviates from the height determined by that of the originary rate of interest, and forces come into operation which tend to adjust it anew to the ratio which corresponds to that of originary interest. It may happen that in the period of time which this adjustment requires, the height of originary interest varies, and this change can also be caused by the inflationary or deflationary process which brought about the deviation. Then the final rate of originary interest determining the final market rate toward which the readjustment tends is not the same rate which prevailed on the eve of the disarrangement. Such an occurrence may affect the data of the process of adjustment, but it does not affect its essence.
Το προς εξέταση φαινόμενο είναι το ακόλουθο: το επιτόκιο του πρωταρχικού τόκου προσδιορίζεται από την υποτίμηση των μελλοντικών αγαθών έναντι των παρόντων αγαθών. Είναι κατ’ ουσίαν ανεξάρτητο από την προσφορά χρήματος και χρηματικών υποκατάστατων, παρά το γεγονός ότι οι μεταβολές στην προσφορά χρήματος και χρηματικών υποκατάστατων μπορούν να επηρεάσουν εμμέσως το ύψος του. Το ακαθάριστο αγοραίο επιτόκιο, όμως, μπορεί να επηρεαστεί από τις μεταβολές στη χρηματική σχέση. Πρέπει, συνεπώς, να πραγματοποιηθεί επαναπροσαρμογή. Ποια είναι η φύση της διαδικασίας που την επιφέρει;
The phenomenon to be dealt with is this: The rate of originary interest is determined by the discount of future goods as against present goods. It is essentially independent of the supply of money and money-substitutes, notwithstanding the fact that changes in the supply of money and moneysubstitutes can indirectly affect its height. But the gross market rate of interest can be affected by changes in the money relation. A readjustment must take place. What is the nature of the process which brings it about?
Στην παρούσα ενότητα ασχολούμαστε μόνο με τον πληθωρισμό και την πιστωτική επέκταση. Για λόγους απλούστευσης, υποθέτουμε ότι ολόκληρη η πρόσθετη ποσότητα χρήματος και χρηματικών υποκατάστατων διοχετεύεται στην αγορά δανειακών κεφαλαίων και φθάνει στην υπόλοιπη αγορά μόνο μέσω των χορηγούμενων δανείων. Αυτό αντιστοιχεί ακριβώς στις συνθήκες μιας επέκτασης της κυκλοφοριακής πίστης.5 Η εξέτασή μας ισοδυναμεί, επομένως, με ανάλυση της διαδικασίας που προκαλεί η πιστωτική επέκταση.
In this section we are concerned only with inflation and credit expansion. For the sake of simplicity we assume that the whole additional amount of money and money-substitutes flows into the loan market and reaches the rest of the market only via the loans granted. This corresponds precisely to the conditions of an expansion of circulation credit.[5] Our scrutiny thus amounts to an analysis of the process caused by credit expansion.
Κατά την ανάλυση αυτή πρέπει να αναφερθούμε εκ νέου στην προσαύξηση τιμής. Έχει ήδη επισημανθεί ότι στην αρχή μιας πιστωτικής επέκτασης δεν εμφανίζεται θετική προσαύξηση τιμής. Η προσαύξηση τιμής δεν μπορεί να εμφανιστεί προτού η πρόσθετη προσφορά χρήματος υπό την ευρεία έννοια αρχίσει ήδη να επηρεάζει τις τιμές των εμπορευμάτων και των υπηρεσιών. Ενόσω, όμως, συνεχίζεται η πιστωτική επέκταση και διοχετεύονται στην αγορά δανειακών κεφαλαίων πρόσθετες ποσότητες καταπιστευματικών μέσων, εξακολουθεί να ασκείται πίεση στο ακαθάριστο αγοραίο επιτόκιο.
Το ακαθάριστο αγοραίο επιτόκιο θα έπρεπε να αυξάνεται λόγω της θετικής προσαύξησης τιμής, η οποία θα έπρεπε να αυξάνεται διαρκώς καθώς εξελίσσεται η επεκτατική διαδικασία. Επειδή, όμως, η πιστωτική επέκταση συνεχίζεται, το ακαθάριστο αγοραίο επιτόκιο εξακολουθεί να υπολείπεται του ύψους στο οποίο θα κάλυπτε τόσο τον πρωταρχικό τόκο όσο και τη θετική προσαύξηση τιμής.
In dealing with this analysis, we must refer again to the price premium. It has been mentioned already that at the very beginning of a credit expansion no positive price premium arises. A price premium cannot appear until the additional supply of money (in the broader sense) has already begun to affect the prices of commodities and services. But as long as credit expansion goes on and additional quantities of fiduciary media are hurled on the loan market, there continues a pressure upon the gross market rate of interest. The gross market rate would have to rise on account of the positive price premium which, with the progress of the expansionist process, would have to rise continually. But as credit expansion goes on, the gross market rate continues to lag behind the height at which it would cover both originary interest plus the positive price premium.
Είναι αναγκαίο να τονιστεί αυτό το σημείο, επειδή ανασκευάζει τις συνήθεις μεθόδους με τις οποίες οι άνθρωποι διακρίνουν μεταξύ εκείνων που θεωρούν χαμηλά και υψηλά επιτόκια. Κατά κανόνα, λαμβάνεται υπόψη μόνο το αριθμητικό ύψος των επιτοκίων ή η τάση που εμφανίζεται στην κίνησή τους. Η κοινή γνώμη διατηρεί συγκεκριμένες αντιλήψεις σχετικά με ένα «κανονικό» επιτόκιο, το οποίο τοποθετεί κάπου μεταξύ 3% και 5%. Όταν το αγοραίο επιτόκιο υπερβαίνει αυτό το ύψος ή όταν τα αγοραία επιτόκια —ανεξάρτητα από το αριθμητικό τους επίπεδο— αυξάνονται σε σχέση με το προηγούμενο ύψος τους, οι άνθρωποι πιστεύουν ότι δικαιούνται να κάνουν λόγο για υψηλά ή αυξανόμενα επιτόκια.
Απέναντι σε αυτές τις πλάνες πρέπει να τονιστεί ότι, υπό συνθήκες γενικής ανόδου των τιμών —δηλαδή πτώσης της αγοραστικής δύναμης της νομισματικής μονάδας—, το ακαθάριστο αγοραίο επιτόκιο μπορεί να θεωρηθεί αμετάβλητο σε σχέση με τις συνθήκες μιας περιόδου κατά την οποία η αγοραστική δύναμη παραμένει σε γενικές γραμμές σταθερή μόνο εφόσον περιλαμβάνει μια σε γενικές γραμμές επαρκή θετική προσαύξηση τιμής.
Υπό αυτή την έννοια, το προεξοφλητικό επιτόκιο της γερμανικής Reichsbank, ύψους 90%, ήταν το φθινόπωρο του 1923 χαμηλό —πράγματι, γελοία χαμηλό— επειδή υπολειπόταν σημαντικά της προσαύξησης τιμής και δεν άφηνε κανένα περιθώριο για τις άλλες συνιστώσες του ακαθάριστου αγοραίου επιτοκίου. Κατ’ ουσίαν, το ίδιο φαινόμενο εκδηλώνεται σε κάθε περίπτωση παρατεταμένης πιστωτικής επέκτασης. Τα ακαθάριστα αγοραία επιτόκια αυξάνονται κατά την περαιτέρω εξέλιξη κάθε επέκτασης, παραμένουν όμως χαμηλά, επειδή δεν αντιστοιχούν στο ύψος που απαιτεί η αναμενόμενη περαιτέρω γενική άνοδος των τιμών.
It is necessary to stress this point because it explodes the customary methods according to which people distinguish between what they consider low and high rates of interest. It is usual to take into account merely the arithmetical height of the rates or the trend which appears in their movement. Public opinion has definite ideas about a “normal” rate, something between 3 and 5 per cent. When the market rate rises above this height or when the market rates—without regard to their arithmetical ratio —are rising above their previous height, people believe that they are right in speaking of high or rising interest rates. As against these errors, it is necessary to emphasize that under the conditions of a general rise in prices (drop in the monetary unit’s purchasing power) the gross market rate of interest can be considered as unchanged with regard to conditions of a period of a by and large unchanging purchasing power only if it includes a by and large adequate positive price premium. In this sense, the German Reichsbank’s discount rate of 90 per cent was, in the fall of 1923, a low rate —indeed a ridiculously low rate—as it considerably lagged behind the price premium and did not leave anything for the other components of the gross market rate of interest. Essentially the same phenomenon manifests itself in every instance of a prolonged credit expansion. Gross market rates of interest rise in the further course of every expansion, but they are nonetheless low as they do not correspond to the height required by the expected further general rise in prices.
Κατά την ανάλυση της διαδικασίας της πιστωτικής επέκτασης, ας υποθέσουμε ότι η διαδικασία προσαρμογής του οικονομικού συστήματος στα δεδομένα της αγοράς και η κίνησή του προς την εγκαθίδρυση τελικών τιμών και επιτοκίων διαταράσσονται από την εμφάνιση ενός νέου δεδομένου: μιας πρόσθετης ποσότητας καταπιστευματικών μέσων που προσφέρεται στην αγορά δανειακών κεφαλαίων.
Στο ακαθάριστο αγοραίο επιτόκιο που επικρατούσε την παραμονή αυτής της διαταραχής, όλοι όσοι ήταν διατεθειμένοι να δανειστούν χρήματα με αυτό το επιτόκιο —με τη δέουσα συνεκτίμηση της επιχειρηματικής συνιστώσας σε κάθε περίπτωση— μπορούσαν να δανειστούν όσα επιθυμούσαν. Πρόσθετα δάνεια μπορούν να διατεθούν μόνο με χαμηλότερο ακαθάριστο αγοραίο επιτόκιο.
Δεν έχει σημασία αν αυτή η πτώση του ακαθάριστου αγοραίου επιτοκίου εκδηλώνεται ως αριθμητική μείωση του ποσοστού που συνομολογείται στις δανειακές συμβάσεις. Ενδέχεται τα ονομαστικά επιτόκια να παραμείνουν αμετάβλητα και η επέκταση να εκδηλωθεί στο γεγονός ότι, με αυτά τα επιτόκια, συνάπτονται δάνεια τα οποία προηγουμένως δεν θα είχαν χορηγηθεί λόγω του ύψους της επιχειρηματικής συνιστώσας που θα έπρεπε να περιλαμβάνεται σε αυτά. Και ένα τέτοιο αποτέλεσμα ισοδυναμεί με πτώση των ακαθάριστων αγοραίων επιτοκίων και επιφέρει τις ίδιες συνέπειες.
In analyzing the process of credit expansion, suppose we assume that the economic system’s process of adjustment to the market data and of movement toward the establishment of final prices and interest rates is disturbed by the appearance of a new datum, namely, an additional quantity of fiduciary media offered on the loan market. At the gross market rate which prevailed on the eve of this disturbance, all those who were ready to borrow money at this rate, due allowance being made for the entrepreneurial component of each instance, could borrow as much as they wanted. Additional loans can be placed only at a lower gross market rate. It does not matter whether this drop in the gross market rate expresses itself in an arithmetical drop in the percentage stipulated in the loan contracts. It could happen that the nominal interest rates remain unchanged and that the expansion manifests itself in the fact that at these rates loans are negotiated which would not have been made before on account of the height of the entrepreneurial component included. Such an outcome too amounts to a drop in gross market rates and brings about the same consequences.
Η πτώση του ακαθάριστου αγοραίου επιτοκίου επηρεάζει τον υπολογισμό του επιχειρηματία σχετικά με τις προοπτικές κερδοφορίας των εξεταζόμενων εγχειρημάτων. Μαζί με τις τιμές των υλικών συντελεστών παραγωγής, τα μισθολογικά ποσοστά και τις αναμενόμενες μελλοντικές τιμές των προϊόντων, τα επιτόκια αποτελούν στοιχεία που υπεισέρχονται στον υπολογισμό του επιχειρηματία που σχεδιάζει.
Το αποτέλεσμα αυτού του υπολογισμού δείχνει στον επιχειρηματία αν ένα συγκεκριμένο εγχείρημα θα είναι ή όχι επικερδές. Του δείχνει ποιες επενδύσεις μπορούν να πραγματοποιηθούν υπό τη δεδομένη σχέση μεταξύ της αξιολόγησης των μελλοντικών και των παρόντων αγαθών από το κοινό. Εναρμονίζει τις ενέργειές του με αυτή την αξιολόγηση. Τον εμποδίζει να αναλάβει εγχειρήματα των οποίων η πραγμάτωση θα αποδοκιμαζόταν από το κοινό εξαιτίας της διάρκειας του χρόνου αναμονής που απαιτούν. Τον εξαναγκάζει να χρησιμοποιήσει το διαθέσιμο απόθεμα κεφαλαιουχικών αγαθών κατά τρόπο που να ικανοποιεί κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις πλέον επείγουσες ανάγκες των καταναλωτών.
A drop in the gross market rate of interest affects the entrepreneur’s calculation concerning the chances of the profitability of projects considered. Along with the prices of the material factors of production, wage rates, and the anticipated future prices of the products, interest rates are items that enter into the planning businessman’s calculation. The result of this calculation shows the businessman whether or not a definite project will pay. It shows him what investments can be made under the given state of the ratio in the public’s valuation of future goods as against present goods. It brings his actions into agreement with this valuation. It prevents him from embarking upon projects the realization of which would be disapproved by the public because of the length of the waiting time they require. It forces him to employ the available stock of capital goods in such a way as to satisfy best the most urgent wants of the consumers.
Τώρα, όμως, η πτώση των επιτοκίων νοθεύει τον υπολογισμό του επιχειρηματία. Μολονότι η ποσότητα των διαθέσιμων κεφαλαιουχικών αγαθών δεν αυξήθηκε, ο υπολογισμός χρησιμοποιεί αριθμητικά δεδομένα που θα ήταν κατάλληλα μόνο αν είχε πράγματι επέλθει τέτοια αύξηση. Επομένως, το αποτέλεσμα αυτών των υπολογισμών είναι παραπλανητικό. Ορισμένα εγχειρήματα εμφανίζονται ως κερδοφόρα και πραγματοποιήσιμα, ενώ ένας ορθός υπολογισμός, βασισμένος σε επιτόκιο που δεν έχει υποστεί χειραγώγηση μέσω πιστωτικής επέκτασης, θα τα εμφάνιζε ως απραγματοποίητα. Οι επιχειρηματίες αρχίζουν να εκτελούν αυτά τα εγχειρήματα. Οι επιχειρηματικές δραστηριότητες εντείνονται. Αρχίζει η οικονομική άνθηση.
But now the drop in interest rates falsifies the businessman’s calculation. Although the amount of capital goods available did not increase, the calculation employs figures which would be utilizable only if such an increase had taken place. The result of such calculations is therefore misleading. They make some projects appear profitable and realizable which a correct calculation, based on an interest rate not manipulated by credit expansion, would have shown as unrealizable. Entrepreneurs embark upon the execution of such projects. Business activities are stimulated. A boom begins.
Η πρόσθετη ζήτηση των επιχειρηματιών που επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους τείνει να αυξήσει τις τιμές των παραγωγικών αγαθών και τα μισθολογικά ποσοστά. Με την άνοδο των μισθολογικών ποσοστών αυξάνονται και οι τιμές των καταναλωτικών αγαθών. Επιπλέον, οι επιχειρηματίες συμβάλλουν και οι ίδιοι στην άνοδο των τιμών των καταναλωτικών αγαθών, επειδή, παραπλανημένοι από τα πλασματικά κέρδη που εμφανίζουν οι επιχειρηματικοί τους λογαριασμοί, είναι πρόθυμοι να αυξήσουν την κατανάλωσή τους.
Η γενική άνοδος των τιμών διαδίδει αισιοδοξία. Αν είχαν αυξηθεί μόνο οι τιμές των παραγωγικών αγαθών και δεν είχαν επηρεαστεί οι τιμές των καταναλωτικών αγαθών, οι επιχειρηματίες θα είχαν περιέλθει σε αμηχανία. Θα αμφέβαλλαν για την ορθότητα των σχεδίων τους, επειδή η αύξηση του κόστους παραγωγής θα είχε ανατρέψει τους υπολογισμούς τους. Καθησυχάζονται, όμως, από το γεγονός ότι η ζήτηση καταναλωτικών αγαθών εντείνεται και καθιστά δυνατή την αύξηση των πωλήσεων παρά την άνοδο των τιμών. Έτσι, διατηρούν την πεποίθηση ότι η παραγωγή θα αποδειχθεί επικερδής παρά το υψηλότερο κόστος που συνεπάγεται. Είναι αποφασισμένοι να συνεχίσουν.
The additional demand on the part of the expanding entrepreneurs tends to raise the prices of producers’ goods and wage rates. With the rise in wage rates the prices of consumers’ goods rise too. Besides, the entrepreneurs are contributing a share to the rise in the prices of consumers’ goods as they too, deluded by the illusory gains which their business accounts show, are ready to consume more. The general upswing in prices spreads optimism. If only the prices of producers’ goods had risen and those of consumers’ goods had not been affected, the entrepreneurs would have become embarrassed. They would have had doubts concerning the soundness of their plans, as the rise in costs of production would have upset their calculations. But they are reassured by the fact that the demand for consumers’ goods is intensified and makes it possible to expand sales in spite of rising prices. Thus they are confident that production will pay, notwithstanding the higher costs it involves. They are resolved to go on.
Βεβαίως, για να συνεχιστεί η παραγωγή στη διευρυμένη κλίμακα που προκάλεσε η πιστωτική επέκταση, όλοι οι επιχειρηματίες —τόσο εκείνοι που επέκτειναν τις δραστηριότητές τους όσο και εκείνοι που εξακολουθούν να παράγουν μόνο εντός των προηγούμενων ορίων— χρειάζονται πρόσθετα κεφάλαια, επειδή το κόστος παραγωγής είναι πλέον υψηλότερο.
Αν η πιστωτική επέκταση συνίσταται απλώς σε μία μοναδική και μη επαναλαμβανόμενη διοχέτευση ορισμένης ποσότητας καταπιστευματικών μέσων στην αγορά δανειακών κεφαλαίων και κατόπιν παύσει εντελώς, η οικονομική άνθηση πρέπει πολύ σύντομα να τερματιστεί. Οι επιχειρηματίες δεν μπορούν να εξασφαλίσουν τα κεφάλαια που χρειάζονται για να συνεχίσουν τα εγχειρήματά τους. Το ακαθάριστο αγοραίο επιτόκιο αυξάνεται, επειδή η αυξημένη ζήτηση δανείων δεν αντισταθμίζεται από αντίστοιχη αύξηση της διαθέσιμης προς δανεισμό ποσότητας χρήματος. Οι τιμές των εμπορευμάτων μειώνονται, επειδή ορισμένοι επιχειρηματίες πωλούν τα αποθέματά τους και άλλοι απέχουν από νέες αγορές. Η έκταση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων συρρικνώνεται εκ νέου.
Η οικονομική άνθηση τερματίζεται επειδή οι δυνάμεις που την προκάλεσαν δεν λειτουργούν πλέον. Η πρόσθετη ποσότητα κυκλοφοριακής πίστης έχει εξαντλήσει τις επιδράσεις της στις τιμές και στα μισθολογικά ποσοστά. Οι τιμές, τα μισθολογικά ποσοστά και τα χρηματικά υπόλοιπα των διαφόρων ατόμων προσαρμόζονται στη νέα χρηματική σχέση. Κινούνται προς την τελική κατάσταση που αντιστοιχεί σε αυτή τη χρηματική σχέση, χωρίς να διαταράσσονται από περαιτέρω διοχετεύσεις πρόσθετων καταπιστευματικών μέσων. Το επιτόκιο του πρωταρχικού τόκου που αντιστοιχεί σε αυτή τη νέα διάρθρωση της αγοράς επιδρά πλέον με όλη του τη δύναμη στο ακαθάριστο αγοραίο επιτόκιο. Το ακαθάριστο αγοραίο επιτόκιο δεν υπόκειται πλέον στις διαταρακτικές επιδράσεις των χρηματογενών μεταβολών της προσφοράς χρήματος υπό την ευρεία έννοια.
Of course, in order to continue production on the enlarged scale brought about by the expansion of credit, all entrepreneurs, those who did expand their activities no less than those who produce only within the limits in which they produced previously, need additional funds as the costs of production are now higher. If the credit expansion consists merely in a single, not repeated injection of a definite amount of fiduciary media into the loan market and then ceases altogether, the boom must very soon stop. The entrepreneurs cannot procure the funds they need for the further conduct of their ventures. The gross market rate of interest rises because the increased demand for loans is not counterpoised by a corresponding increase in the quantity of money available for lending. Commodity prices drop because some entrepreneurs are selling inventories and others abstain from buying. The size of business activities shrinks again. The boom ends because the forces which brought it about are no longer in operation. The additional quantity of circulation credit has exhausted its operation upon prices and wage rates. Prices, wage rates, and the various individuals’ cash holdings are adjusted to the new money relation; they move toward the final state which corresponds to this money relation, without being disturbed by further injections of additional fiduciary media. The rate of originary interest which is coordinated to this new structure of the market acts with full momentum upon the gross market rate of interest. The gross market rate is no longer subject to disturbing influences exercised by cash-induced changes in the supply of money (in the broader sense).
Η κύρια αδυναμία όλων των προσπαθειών να εξηγηθεί η οικονομική άνθηση —δηλαδή η γενική τάση επέκτασης της παραγωγής και ανόδου όλων των τιμών— χωρίς αναφορά σε μεταβολές της προσφοράς χρήματος ή καταπιστευματικών μέσων έγκειται στο ότι παραβλέπουν αυτή την περίσταση. Γενική άνοδος των τιμών μπορεί να εμφανιστεί μόνο αν υπάρξει είτε μείωση της προσφοράς όλων των εμπορευμάτων είτε αύξηση της προσφοράς χρήματος υπό την ευρεία έννοια.
Ας δεχθούμε προσωρινά, χάριν του επιχειρήματος, ότι είναι ορθοί οι ισχυρισμοί αυτών των μη νομισματικών εξηγήσεων της οικονομικής άνθησης και του οικονομικού κύκλου. Οι τιμές αυξάνονται και οι επιχειρηματικές δραστηριότητες επεκτείνονται, μολονότι δεν έχει αυξηθεί η προσφορά χρήματος. Τότε πρέπει πολύ σύντομα να εμφανιστεί τάση πτώσης των τιμών, να αυξηθεί η ζήτηση δανείων, να αυξηθούν τα ακαθάριστα αγοραία επιτόκια και να τερματιστεί η βραχύβια άνθηση.
Στην πραγματικότητα, κάθε μη νομισματική θεωρία του οικονομικού κύκλου προϋποθέτει σιωπηρά —ή θα έπρεπε λογικά να προϋποθέτει— ότι η πιστωτική επέκταση αποτελεί συνοδευτικό φαινόμενο της οικονομικής άνθησης.6 Δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσει ότι, ελλείψει τέτοιας πιστωτικής επέκτασης, δεν θα μπορούσε να εμφανιστεί οικονομική άνθηση και ότι η αύξηση της προσφοράς χρήματος υπό την ευρεία έννοια αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση της γενικής ανοδικής κίνησης των τιμών. Επομένως, αν εξεταστούν προσεκτικά, οι ισχυρισμοί των μη νομισματικών εξηγήσεων των κυκλικών διακυμάνσεων περιορίζονται στη θέση ότι η πιστωτική επέκταση, μολονότι αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση της οικονομικής άνθησης, δεν αρκεί από μόνη της για να την προκαλέσει και ότι απαιτούνται ορισμένες πρόσθετες συνθήκες για την εμφάνισή της.
The main deficiency of all attempts to explain the boom—viz., the general tendency to expand production and of all prices to rise—without reference to changes in the supply of money or fiduciary media, is to be seen in the fact that they disregard this circumstance. A general rise in prices can only occur if there is either a drop in the supply of all commodities or an increase in the supply of money (in the broader sense). Let us, for the sake of argument, admit for the moment that the statements of these nonmonetary explanations of the boom and the trade cycle are correct. Prices advance and business activities expand although no increase in the supply of money has occurred. Then very soon a tendency toward a drop in prices must arise, the demand for loans must increase, the gross market rates of interest must rise, and the short-lived boom comes to an end. In fact, every nonmonetary trade-cycle doctrine tacitly assumes—or ought logically to assume—that credit expansion is an attendant phenomenon of the boom.[6] It cannot help admitting that in the absence of such a credit expansion no boom could emerge and that the increase in the supply of money (in the broader sense) is a necessary condition of the general upward movement of prices. Thus on close inspection the statements of the nonmonetary explanations of cyclical fluctuations shrink to the assertion that credit expansion, while an indispensable requisite of the boom, is in itself alone not sufficient to bring it about and that some further conditions are required for its appearance.
Ακόμη, όμως, και υπό αυτή την περιορισμένη έννοια, οι διδασκαλίες των μη νομισματικών θεωριών είναι αβάσιμες. Είναι προφανές ότι κάθε πιστωτική επέκταση πρέπει να προκαλέσει την οικονομική άνθηση που περιγράφηκε παραπάνω. Η τάση της πιστωτικής επέκτασης να δημιουργεί οικονομική άνθηση μπορεί να μην εκδηλωθεί μόνο αν κάποιος άλλος παράγοντας αντισταθμίσει ταυτοχρόνως την ανάπτυξή της.
Αν, παραδείγματος χάριν, ενώ οι τράπεζες επεκτείνουν την πίστωση, αναμένεται ότι η κυβέρνηση θα αφαιρέσει πλήρως μέσω φορολογίας τα «υπερβάλλοντα» κέρδη των επιχειρηματιών ή ότι θα διακόψει την περαιτέρω πρόοδο της πιστωτικής επέκτασης μόλις η «εκκίνηση της αντλίας» προκαλέσει άνοδο των τιμών, δεν μπορεί να αναπτυχθεί οικονομική άνθηση. Οι επιχειρηματίες θα απέχουν από την επέκταση των εγχειρημάτων τους με τη βοήθεια των φθηνών πιστώσεων που προσφέρουν οι τράπεζες, επειδή δεν μπορούν να προσδοκούν αύξηση των κερδών τους. Είναι αναγκαίο να αναφερθεί αυτό το γεγονός, επειδή εξηγεί την αποτυχία των μέτρων «εκκίνησης της αντλίας» του New Deal και άλλων γεγονότων της δεκαετίας του 1930.
Yet, even in this restricted sense, the teachings of the nonmonetary doctrines are vain. It is evident that every expansion of credit must bring about the boom as described above. The boom-creating tendency of credit expansion can fail to come only if another factor simultaneously counterbalances its growth. If, for instance, while the banks expand credit, it is expected that the government will completely tax away the businessmen’s “excess” profits or that it will stop the further progress of credit expansion as soon as “pump-priming” will have resulted in rising prices, no boom can develop. The entrepreneurs will abstain from expanding their ventures with the aid of the cheap credits offered by the banks because they cannot expect to increase their gains. It is necessary to mention this fact because it explains the failure of the New Deal’s pumppriming measures and other events of the ’thirties.
Η οικονομική άνθηση μπορεί να διαρκέσει μόνο ενόσω η πιστωτική επέκταση εξελίσσεται με διαρκώς επιταχυνόμενο ρυθμό. Τερματίζεται μόλις παύσουν να διοχετεύονται στην αγορά δανειακών κεφαλαίων πρόσθετες ποσότητες καταπιστευματικών μέσων. Δεν θα μπορούσε, όμως, να διαρκέσει επ’ αόριστον ακόμη και αν ο πληθωρισμός και η πιστωτική επέκταση συνεχίζονταν χωρίς τέλος. Τότε θα προσέκρουε στα όρια που εμποδίζουν την απεριόριστη επέκταση της κυκλοφοριακής πίστης. Θα οδηγούσε στην καταστροφική ανατιμητική έκρηξη και στην κατάρρευση ολόκληρου του νομισματικού συστήματος.
The boom can last only as long as the credit expansion progresses at an ever-accelerated pace. The boom comes to an end as soon as additional quantities of fiduciary media are no longer thrown upon the loan market. But it could not last forever even if inflation and credit expansion were to go on endlessly. It would then encounter the barriers which prevent the boundless expansion of circulation credit. It would lead to the crack-up boom and the breakdown of the whole monetary system.
Η ουσία της νομισματικής θεωρίας συνίσταται στη διαπίστωση ότι οι χρηματογενείς μεταβολές της χρηματικής σχέσης δεν επηρεάζουν τις διάφορες τιμές, τα μισθολογικά ποσοστά και τα επιτόκια ούτε ταυτοχρόνως ούτε στον ίδιο βαθμό. Αν απουσίαζε αυτή η ανομοιομορφία, το χρήμα θα ήταν ουδέτερο. Οι μεταβολές στη χρηματική σχέση δεν θα επηρέαζαν τη διάρθρωση των επιχειρήσεων, την έκταση και την κατεύθυνση της παραγωγής στους διάφορους βιομηχανικούς κλάδους, την κατανάλωση ούτε τον πλούτο και το εισόδημα των διαφόρων στρωμάτων του πληθυσμού. Τότε ούτε το ακαθάριστο αγοραίο επιτόκιο θα επηρεαζόταν —προσωρινά ή διαρκώς — από μεταβολές στη σφαίρα του χρήματος και της κυκλοφοριακής πίστης.
Το γεγονός ότι τέτοιες μεταβολές μπορούν να τροποποιήσουν το επιτόκιο του πρωταρχικού τόκου οφείλεται στις μεταβολές που επιφέρει αυτή η ανομοιομορφία στον πλούτο και στο εισόδημα των διαφόρων ατόμων. Το γεγονός ότι, πέρα από αυτές τις μεταβολές στο επιτόκιο του πρωταρχικού τόκου, επηρεάζεται προσωρινά το ακαθάριστο αγοραίο επιτόκιο αποτελεί αφ’ εαυτού εκδήλωση αυτής της ανομοιομορφίας. Αν η πρόσθετη ποσότητα χρήματος εισέλθει στο οικονομικό σύστημα κατά τρόπο ώστε να φθάσει στην αγορά δανειακών κεφαλαίων μόνο αφού έχει ήδη προκαλέσει άνοδο στις τιμές των εμπορευμάτων και στα μισθολογικά ποσοστά, οι άμεσες προσωρινές επιδράσεις της στο ακαθάριστο αγοραίο επιτόκιο θα είναι είτε ασθενείς είτε εντελώς απούσες. Όσο νωρίτερα φθάνει στην αγορά δανειακών κεφαλαίων η εισρέουσα πρόσθετη προσφορά χρήματος ή καταπιστευματικών μέσων, τόσο εντονότερα επηρεάζεται το ακαθάριστο αγοραίο επιτόκιο.
The essence of monetary theory is the cognition that cash-induced changes in the money relation affect the various prices, wage rates, and interest rates neither at the same time nor to the same extent. If this unevenness were absent, money would be neutral; changes in the money relation would not affect the structure of business, the size and direction of production in the various branches of industry, consumption, and the wealth and income of the various strata of the population. Then the gross market rate of interest too would not be affected—either temporarily or lastingly— by changes in the sphere of money and circulation credit. The fact that such changes can modify the rate of originary interest is caused by the changes which this unevenness brings about in the wealth and income of various individuals. The fact that, apart from these changes in the rate of originary interest, the gross market rate is temporarily affected is in itself a manifestation of this unevenness. If the additional quantity of money enters the economic system in such a way as to reach the loan market only at a date at which it has already made commodity prices and wage rates rise, these immediate temporary effects upon the gross market rate of interest will be either slight or entirely absent. The gross market rate of interest is the more violently affected, the sooner the inflowing additional supply of money or fiduciary media reaches the loan market.
Όταν, υπό συνθήκες πιστωτικής επέκτασης, ολόκληρη η πρόσθετη ποσότητα χρηματικών υποκατάστατων δανείζεται στις επιχειρήσεις, η παραγωγή επεκτείνεται. Οι επιχειρηματίες προβαίνουν είτε σε οριζόντια επέκταση της παραγωγής —δηλαδή επέκταση χωρίς επιμήκυνση της περιόδου παραγωγής στον επιμέρους κλάδο— είτε σε διαχρονική επέκταση —δηλαδή σε επιμήκυνση της περιόδου παραγωγής. Και στις δύο περιπτώσεις, οι πρόσθετες εγκαταστάσεις απαιτούν την επένδυση πρόσθετων συντελεστών παραγωγής.
Η ποσότητα, όμως, των διαθέσιμων προς επένδυση κεφαλαιουχικών αγαθών δεν έχει αυξηθεί. Ούτε προκαλεί η πιστωτική επέκταση τάση περιορισμού της κατανάλωσης. Είναι αληθές, όπως επισημάνθηκε παραπάνω κατά την εξέταση της αναγκαστικής αποταμίευσης, ότι στη μεταγενέστερη εξέλιξη της επέκτασης ένα μέρος του πληθυσμού θα εξαναγκαστεί να περιορίσει την κατανάλωσή του. Το αν, όμως, η αναγκαστική αποταμίευση ορισμένων ομάδων του πληθυσμού θα υπεραντισταθμίσει την αύξηση της κατανάλωσης άλλων ομάδων και θα οδηγήσει έτσι σε καθαρή αύξηση της συνολικής αποταμίευσης σε ολόκληρο το σύστημα της αγοράς εξαρτάται από τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε περίπτωσης πιστωτικής επέκτασης.
Σε κάθε περίπτωση, άμεση συνέπεια της πιστωτικής επέκτασης είναι η αύξηση της κατανάλωσης εκείνων των μισθωτών των οποίων οι αμοιβές αυξήθηκαν εξαιτίας της εντονότερης ζήτησης εργασίας από τους επιχειρηματίες που επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους. Ας υποθέσουμε, χάριν του επιχειρήματος, ότι η αυξημένη κατανάλωση αυτών των μισθωτών που ευνοούνται από τον πληθωρισμό και η αναγκαστική αποταμίευση των άλλων ομάδων που πλήττονται από αυτόν είναι ίσες και ότι, επομένως, δεν επήλθε καμία μεταβολή στο συνολικό ύψος της κατανάλωσης.
Τότε η κατάσταση είναι η ακόλουθη: η παραγωγή μεταβλήθηκε κατά τρόπο που επιμήκυνε τη διάρκεια του χρόνου αναμονής. Η ζήτηση καταναλωτικών αγαθών, όμως, δεν μειώθηκε, ώστε η διαθέσιμη προσφορά να επαρκέσει για μεγαλύτερη χρονική περίοδο. Το γεγονός αυτό προκαλεί, βεβαίως, άνοδο των τιμών των καταναλωτικών αγαθών και δημιουργεί έτσι τάση προς αναγκαστική αποταμίευση. Ωστόσο, αυτή η άνοδος των τιμών των καταναλωτικών αγαθών ενισχύει την τάση των επιχειρήσεων προς περαιτέρω επέκταση. Από το γεγονός ότι η ζήτηση και οι τιμές αυξάνονται, οι επιχειρηματίες συνάγουν ότι είναι συμφέρον να επενδύσουν και να παραγάγουν περισσότερο. Συνεχίζουν, και οι εντατικότερες δραστηριότητές τους προκαλούν περαιτέρω άνοδο στις τιμές των παραγωγικών αγαθών, στα μισθολογικά ποσοστά και, μέσω αυτών, εκ νέου στις τιμές των καταναλωτικών αγαθών. Η οικονομική άνθηση συνεχίζεται ενόσω οι τράπεζες επεκτείνουν ολοένα περισσότερο την πίστωση.
When under the conditions of credit expansion the whole amount of the additional money substitutes is lent to businessmen, production is expanded. The entrepreneurs embark either upon lateral expansion of production (viz., the expansion of production without lengthening the period of production in the individual industry) or upon longitudinal expansion (viz., the lengthening of the period of production). In either case, the additional plants require the investment of additional factors of production. But the amount of capital goods available for investment has not increased. Neither does credit expansion bring about a tendency toward a restriction of consumption. It is true, as has been pointed out above in dealing with forced saving, that in the further progress of the expansion a part of the population will be compelled to restrict its consumption. But it depends on the particular conditions of each instance of credit expansion whether this forced saving of some groups of the people will overcompensate the increase in consumption on the part of other groups and will thus result in a net increase in the total amount of saving in the whole market system. At any rate, the immediate consequence of credit expansion is a rise in consumption on the part of those wage earners whose wages have risen on account of the intensified demand for labor displayed by the expanding entrepreneurs. Let us for the sake of argument assume that the increased consumption of these wage earners favored by the inflation and the forced saving of other groups prejudiced by the inflation are equal in amount and that no change in the total amount of consumption has occurred. Then the situation is this: Production has been altered in such a way that the length of waiting time has been extended. But the demand for consumers’ goods has not dropped so as to make the available supply last for a longer period. Of course, this fact results in a rise in the prices of consumers’ goods and thus brings about the tendency toward forced saving. However, this rise in the prices of consumers’ goods strengthens the tendency of business to expand. The entrepreneurs draw from the fact that demand and prices are rising the inference that it will pay to invest and to produce more. They go on and their intensified activities bring about a further rise in the prices of producers’ goods, in wage rates, and thereby again in the prices of consumers’ goods. Business booms as long as the banks are willing to expand credit more and more.
Την παραμονή της πιστωτικής επέκτασης βρίσκονταν σε λειτουργία όλες οι παραγωγικές διαδικασίες οι οποίες, υπό τα δεδομένα της αγοράς, θεωρούνταν επικερδείς. Το σύστημα κινούνταν προς μια κατάσταση στην οποία θα απασχολούνταν όλοι όσοι επιθυμούσαν να αποκτήσουν εισόδημα από εργασία και όλοι οι μη μετατρέψιμοι συντελεστές παραγωγής θα χρησιμοποιούνταν στον βαθμό που επέτρεπαν η ζήτηση των καταναλωτών και η διαθέσιμη προσφορά μη ειδικών υλικών συντελεστών και εργασίας.
Περαιτέρω επέκταση της παραγωγής είναι δυνατή μόνο αν αυξηθεί η ποσότητα των κεφαλαιουχικών αγαθών μέσω πρόσθετης αποταμίευσης, δηλαδή μέσω πλεονασμάτων που παράγονται αλλά δεν καταναλώνονται. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της οικονομικής άνθησης που προκαλεί η πιστωτική επέκταση είναι ότι δεν έχουν καταστεί διαθέσιμα τέτοια πρόσθετα κεφαλαιουχικά αγαθά. Τα κεφαλαιουχικά αγαθά που απαιτούνται για την επέκταση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων πρέπει να αποσυρθούν από άλλους κλάδους παραγωγής.
On the eve of the credit expansion all those production processes were in operation which, under the given state of the market data, were deemed profitable. The system was moving toward a state in which all those eager to earn wages would be employed and all nonconvertible factors of production would be employed to the extent that the demand of the consumers and the available supply of nonspecific material factors and of labor would permit. A further expansion of production is possible only if the amount of capital goods is increased by additional saving, i.e., by surpluses produced and not consumed. The characteristic mark of the credit-expansion boom is that such additional capital goods have not been made available. The capital goods required for the expansion of business activities must be withdrawn from other lines of production.
Ας συμβολίσουμε με p τη συνολική προσφορά κεφαλαιουχικών αγαθών που ήταν διαθέσιμη την παραμονή της πιστωτικής επέκτασης και με g τη συνολική ποσότητα καταναλωτικών αγαθών την οποία τα κεφαλαιουχικά αυτά αγαθά μπορούσαν, κατά τη διάρκεια μιας ορισμένης χρονικής περιόδου, να καταστήσουν διαθέσιμη προς κατανάλωση χωρίς να θίγεται η περαιτέρω παραγωγή. Οι επιχειρηματίες, παρασυρμένοι από την πιστωτική επέκταση, αναλαμβάνουν τώρα την παραγωγή μιας πρόσθετης ποσότητας g3 αγαθών του ίδιου είδους με εκείνα που παρήγαν ήδη και μιας ποσότητας g4 αγαθών ενός είδους που δεν παρήγαν προηγουμένως. Για την παραγωγή του g3 απαιτείται ποσότητα κεφαλαιουχικών αγαθών p3 και για την παραγωγή του g4 ποσότητα p4. Επειδή, όμως, σύμφωνα με τις παραδοχές μας, η ποσότητα των διαθέσιμων κεφαλαιουχικών αγαθών παρέμεινε αμετάβλητη, οι ποσότητες p3 και p4 απουσιάζουν. Ακριβώς αυτό το γεγονός διακρίνει την «τεχνητή» οικονομική άνθηση που προκαλεί η πιστωτική επέκταση από μια «κανονική» επέκταση της παραγωγής, την οποία μπορεί να επιφέρει μόνο η προσθήκη των p3 και p4 στο p.
We may call p the total supply of capital goods available on the eve of the credit expansion, and g the total amount of consumers’ goods which these p could, over a definite period of time, make available for consumption without prejudice to further production. Now the entrepreneurs, enticed by credit expansion, embark upon the production of an additional quantity of g of goods of the same kind which they already used to produce, and of a quantity of g of goods of a kind not produced by them before. For the production of g a supply of p of capital goods is needed, and for the production of g a supply of p. But as, according to our assumptions, the amount of capital goods available has remained unaltered, the quantities p and p are lacking. It is precisely this fact that distinguishes the “artificial” boom created by credit expansion from a “normal” expansion of production which only the addition of p and p to p can bring about.
Ας συμβολίσουμε με r εκείνη την ποσότητα κεφαλαιουχικών αγαθών η οποία, από τα ακαθάριστα έσοδα της παραγωγής κατά τη διάρκεια μιας ορισμένης χρονικής περιόδου, πρέπει να επανεπενδυθεί για την αντικατάσταση των τμημάτων του p που αναλώθηκαν στην παραγωγική διαδικασία. Αν το r χρησιμοποιηθεί για αυτή την αντικατάσταση, θα είναι δυνατόν να παραχθεί εκ νέου το g κατά την επόμενη χρονική περίοδο. Αν το r αποσυρθεί από αυτή τη χρήση, το θα μειωθεί κατά r και το p − r θα παραγάγει κατά την επόμενη χρονική περίοδο μόνο g − a.
Μπορούμε να υποθέσουμε περαιτέρω ότι το οικονομικό σύστημα που επηρεάζεται από την πιστωτική επέκταση είναι αναπτυσσόμενο. Κατά τη χρονική περίοδο πριν από την πιστωτική επέκταση, παρήγαγε κατά τον «κανονικό», ούτως ειπείν, τρόπο ένα πλεόνασμα κεφαλαιουχικών αγαθών p1 + p2 . Αν δεν είχε μεσολαβήσει η πιστωτική επέκταση, το θα είχε χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή μιας πρόσθετης ποσότητας του είδους των αγαθών που παράγονταν προηγουμένως και το p2 για την παραγωγή της ποσότητας g2 ενός είδους αγαθών που δεν παραγόταν προηγουμένως.
Η συνολική ποσότητα κεφαλαιουχικών αγαθών που βρίσκεται στη διάθεση των επιχειρηματιών και ως προς την οποία είναι ελεύθεροι να καταστρώσουν σχέδια είναι r + p1 + p2 . Παραπλανημένοι, όμως, από το φθηνό χρήμα, ενεργούν σαν να ήταν διαθέσιμη η ποσότητα r + p1 + p2 + p3 + p4 και σαν να ήταν σε θέση να παραγάγουν όχι μόνο g + g1 + g2 , αλλά επιπλέον και g3 + g4 . Πλειοδοτούν ο ένας έναντι του άλλου ανταγωνιζόμενοι για μερίδιο σε μια προσφορά κεφαλαιουχικών αγαθών που δεν επαρκεί για την υλοποίηση των υπερφιλόδοξων σχεδίων τους.
Let us call r that amount of capital goods which, out of the gross proceeds of production over a definite period of time, must be reinvested for the replacement of those parts of p used up in the process of production. If r is employed for such replacement, one will be in a position to turn out g again in the following period of time; if r is withheld from this employment, p will be reduced by r, and p–r will turn out in the following period of time only g–a. We may further assume that the economic system affected by credit expansion is a progressing system. It produced “normally,” as it were, in the period of time preceding the credit expansion a surplus of capital goods p + p. If no credit expansion had intervened, p would have been employed for the production of an additional quantity of g of the kind of goods produced previously, and p for the production of the supply g of a kind of goods not produced before. The total amount of capital goods which are at the entrepreneurs’ disposal and with regard to which they are free to make plans is r + p + p. However, deluded by the cheap money, they act as if r + p + p + p + p were available and as if they were in a position to produce not only g + g + g but beyond this also g + g. They outbid one another in competing for a share of a supply of capital goods which is insufficient for the realization of their overambitious plans.
Η επακόλουθη άνοδος των τιμών των παραγωγικών αγαθών μπορεί αρχικά να υπερβεί την άνοδο των τιμών των καταναλωτικών αγαθών. Μπορεί έτσι να δημιουργήσει τάση μείωσης του επιτοκίου του πρωταρχικού τόκου. Με την περαιτέρω εξέλιξη, όμως, της επεκτατικής κίνησης, η άνοδος των τιμών των καταναλωτικών αγαθών θα υπερβεί την άνοδο των τιμών των παραγωγικών αγαθών.
Η αύξηση των μισθών και των ημερομισθίων, καθώς και τα πρόσθετα κέρδη των κεφαλαιούχων, των επιχειρηματιών και των γεωργών —μολονότι μεγάλο μέρος τους είναι απλώς φαινομενικό— εντείνουν τη ζήτηση καταναλωτικών αγαθών. Δεν χρειάζεται να εξετάσουμε εδώ λεπτομερώς τον ισχυρισμό των υποστηρικτών της πιστωτικής επέκτασης ότι η οικονομική άνθηση μπορεί, μέσω αναγκαστικής αποταμίευσης, να αυξήσει πράγματι τη συνολική προσφορά καταναλωτικών αγαθών. Σε κάθε περίπτωση, είναι βέβαιο ότι η εντατικοποιημένη ζήτηση καταναλωτικών αγαθών επηρεάζει την αγορά σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία οι πρόσθετες επενδύσεις δεν είναι ακόμη σε θέση να αποδώσουν τα προϊόντα τους.
Το χάσμα μεταξύ των τιμών των παρόντων και των μελλοντικών αγαθών διευρύνεται εκ νέου. Η τάση αύξησης του επιτοκίου του πρωταρχικού τόκου αντικαθιστά την αντίθετη τάση που ενδέχεται να είχε εκδηλωθεί κατά τα πρώτα στάδια της επέκτασης.
The ensuing boom in the prices of producers’ goods may at the beginning outrun the rise in the prices of consumers’ goods. It may thus bring about a tendency toward a fall in the originary rate of interest. But with the further progress of the expansionist movement the rise in the prices of the consumers’ goods will outstrip the rise in the prices of producers’ goods. The rise in wages and salaries and the additional gains of the capitalists, entrepreneurs, and farmers, although a great part of them is merely apparent, intensify the demand for consumers’ goods. There is no need to enter into a scrutiny of the assertion of the advocates of credit expansion that the boom can, by means of forced saving, really increase the total supply of consumers’ goods. At any rate, it is certain that the intensified demand for consumers’ goods affects the market at a time when the additional investments are not yet in a position to turn out their products. The gulf between the prices of present goods and those of future goods widens again. A tendency toward a rise in the rate of originary interest is substituted for the tendency toward the opposite which may have come into operation at the earlier stages of the expansion.
Αυτή η τάση αύξησης του επιτοκίου του πρωταρχικού τόκου και η εμφάνιση θετικής προσαύξησης τιμής εξηγούν ορισμένα χαρακτηριστικά της οικονομικής άνθησης. Οι τράπεζες βρίσκονται αντιμέτωπες με αυξημένη ζήτηση δανείων και προκαταβολών εκ μέρους των επιχειρήσεων. Οι επιχειρηματίες είναι διατεθειμένοι να δανειστούν με υψηλότερα ακαθάριστα επιτόκια. Συνεχίζουν να δανείζονται παρά το γεγονός ότι οι τράπεζες χρεώνουν υψηλότερο τόκο.
Από αριθμητική άποψη, τα ακαθάριστα επιτόκια αυξάνονται πάνω από το ύψος που είχαν την παραμονή της επέκτασης. Παρ’ όλα αυτά, από καταλλακτική άποψη εξακολουθούν να υπολείπονται του ύψους στο οποίο θα κάλυπταν τον πρωταρχικό τόκο, την επιχειρηματική συνιστώσα και την προσαύξηση τιμής. Οι τράπεζες πιστεύουν ότι έχουν πράξει όλα όσα απαιτούνται για να αναχαιτίσουν τη «μη υγιή» κερδοσκοπία, όταν δανείζουν με επαχθέστερους όρους. Θεωρούν εσφαλμένες τις επικρίσεις εκείνων που τις κατηγορούν ότι υποδαυλίζουν την ξέφρενη οικονομική άνθηση της αγοράς.
Δεν αντιλαμβάνονται ότι, διοχετεύοντας ολοένα περισσότερα καταπιστευματικά μέσα στην αγορά, τροφοδοτούν στην πραγματικότητα την άνθηση. Η διαρκής αύξηση της προσφοράς καταπιστευματικών μέσων είναι εκείνη που δημιουργεί, τροφοδοτεί και επιταχύνει την οικονομική άνθηση. Η κατάσταση των ακαθάριστων αγοραίων επιτοκίων αποτελεί απλώς απόρροια αυτής της αύξησης. Αν κάποιος επιθυμεί να διαπιστώσει αν υπάρχει ή όχι πιστωτική επέκταση, πρέπει να εξετάσει την κατάσταση της προσφοράς καταπιστευματικών μέσων και όχι το αριθμητικό ύψος των επιτοκίων.
This tendency toward a rise in the rate of originary interest and the emergence of a positive price premium explain some characteristics of the boom. The banks are faced with an increased demand for loans and advances on the part of business. The entrepreneurs are prepared to borrow money at higher gross rates of interest. They go on borrowing in spite of the fact that the banks charge more interest. Arithmetically, the gross rates of interest are rising above their height on the eve of the expansion. Nonetheless, they lag catallactically behind the height at which they would cover originary interest plus entrepreneurial component and price premium. The banks believe that they have done all that is needed to stop “unsound” speculation when they lend on more onerous terms. They think that those critics who blame them for fanning the flames of the boom-frenzy of the market are wrong. They fail to see that in injecting more and more fiduciary media into the market they are in fact kindling the boom. It is the continuous increase in the supply of the fiduciary media that produces, feeds, and accelerates the boom. The state of the gross market rates of interest is only an outgrowth of this increase. If one wants to know whether or not there is credit expansion, one must look at the state of the supply of fiduciary media, not at the arithmetical state of interest rates.
Συνηθίζεται να περιγράφεται η οικονομική άνθηση ως υπερεπένδυση. Ωστόσο, πρόσθετη επένδυση είναι δυνατή μόνο στον βαθμό που υπάρχει διαθέσιμη πρόσθετη προσφορά κεφαλαιουχικών αγαθών. Επειδή, πέρα από την αναγκαστική αποταμίευση, η ίδια η άνθηση δεν οδηγεί σε περιορισμό αλλά μάλλον σε αύξηση της κατανάλωσης, δεν εξασφαλίζει περισσότερα κεφαλαιουχικά αγαθά για νέες επενδύσεις. Η ουσία της οικονομικής άνθησης που προκαλεί η πιστωτική επέκταση δεν είναι η υπερεπένδυση, αλλά η επένδυση σε εσφαλμένες κατευθύνσεις, δηλαδή η εσφαλμένη επένδυση.
Οι επιχειρηματίες χρησιμοποιούν τη διαθέσιμη προσφορά σαν να ήταν σε θέση να χρησιμοποιήσουν προσφορά r + p1 + p2 + p3 + p4 . Αναλαμβάνουν επέκταση των επενδύσεων σε κλίμακα για την οποία δεν επαρκούν τα διαθέσιμα κεφαλαιουχικά αγαθά. Τα σχέδιά τους είναι απραγματοποίητα εξαιτίας της ανεπαρκούς προσφοράς κεφαλαιουχικών αγαθών. Αργά ή γρήγορα πρέπει να αποτύχουν. Το αναπόφευκτο τέλος της πιστωτικής επέκτασης καθιστά ορατά τα σφάλματα που διαπράχθηκαν.
Υπάρχουν εγκαταστάσεις που δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν επειδή δεν υπάρχουν οι μονάδες που απαιτούνται για την παραγωγή των συμπληρωματικών συντελεστών παραγωγής· εγκαταστάσεις των οποίων τα προϊόντα δεν μπορούν να πωληθούν επειδή οι καταναλωτές ενδιαφέρονται περισσότερο να αγοράσουν άλλα αγαθά, τα οποία όμως δεν παράγονται σε επαρκείς ποσότητες· και εγκαταστάσεις των οποίων η κατασκευή δεν μπορεί να συνεχιστεί και να ολοκληρωθεί, επειδή έχει καταστεί προφανές ότι δεν θα είναι επικερδείς.
It is customary to describe the boom as overinvestment. However, additional investment is only possible to the extent that there is an additional supply of capital goods available. As, apart from forced saving, the boom itself does not result in a restriction but rather in an increase in consumption, it does not procure more capital goods for new investment. The essence of the credit-expansion boom is not overinvestment, but investment in wrong lines, i.e., malinvestment. The entrepreneurs employ the available supply of r + p + p as if they were in a position to employ a supply of r + p + p + p + p. They embark upon an expansion of investment on a scale for which the capital goods available do not suffice. Their projects are unrealizable on account of the insufficient supply of capital goods. They must fail sooner or later. The unavoidable end of the credit expansion makes the faults committed visible. There are plants which cannot be utilized because the plants needed for the production of the complementary factors of production are lacking; plants the products of which cannot be sold because the consumers are more intent upon purchasing other goods which, however, are not produced in sufficient quantities; plants the construction of which cannot be continued and finished because it has become obvious that they will not pay.
Η εσφαλμένη αντίληψη ότι ουσιώδες γνώρισμα της οικονομικής άνθησης είναι η υπερεπένδυση και όχι η εσφαλμένη επένδυση οφείλεται στη συνήθεια να κρίνονται οι συνθήκες μόνο βάσει όσων είναι ορατά και απτά. Ο παρατηρητής διακρίνει μόνο τις εσφαλμένες επενδύσεις που είναι ορατές και αδυνατεί να αντιληφθεί ότι οι εγκαταστάσεις αυτές αποτελούν εσφαλμένες επενδύσεις ακριβώς επειδή απουσιάζουν άλλες εγκαταστάσεις: εκείνες που απαιτούνται για την παραγωγή των συμπληρωματικών συντελεστών παραγωγής και εκείνες που απαιτούνται για την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών τα οποία ζητούνται εντονότερα από το κοινό.
Οι τεχνολογικές συνθήκες καθιστούν αναγκαία την έναρξη κάθε επέκτασης της παραγωγής με την προηγούμενη διεύρυνση των μονάδων που παράγουν αγαθά των τάξεων οι οποίες βρίσκονται χρονικά περισσότερο απομακρυσμένες από τα έτοιμα καταναλωτικά αγαθά. Για να αυξηθεί η παραγωγή υποδημάτων, ενδυμάτων, αυτοκινήτων, επίπλων και κατοικιών, πρέπει να αυξηθεί πρώτα η παραγωγή σιδήρου, χάλυβα, χαλκού και άλλων παρόμοιων αγαθών.
Όταν χρησιμοποιείται η προσφορά r + p1 + p2 , η οποία θα επαρκούσε για την παραγωγή g + g1 + g2 , σαν να ήταν r + p1 + p2 + p3 + p4 και σαν να επαρκούσε για την παραγωγή g + g1 + g2 + g3 + g4 , πρέπει αρχικά να αυξηθεί η παραγωγή εκείνων των προϊόντων και κατασκευών που απαιτούνται πρώτα για φυσικούς και τεχνολογικούς λόγους.
Το σύνολο της επιχειρηματικής τάξης βρίσκεται, ούτως ειπείν, στη θέση ενός αρχιτέκτονα και εργολάβου στον οποίο έχει ανατεθεί η ανέγερση ενός κτιρίου με περιορισμένη ποσότητα οικοδομικών υλικών. Αν ο άνθρωπος αυτός υπερεκτιμήσει την ποσότητα της διαθέσιμης προσφοράς, καταστρώνει ένα σχέδιο για την εκτέλεση του οποίου δεν επαρκούν τα μέσα που έχει στη διάθεσή του. Προσδίδει υπερβολικές διαστάσεις στις χωματουργικές εργασίες και στα θεμέλια και μόνο αργότερα, καθώς προχωρεί η κατασκευή, ανακαλύπτει ότι δεν διαθέτει τα υλικά που απαιτούνται για την ολοκλήρωση του οικοδομήματος. Είναι προφανές ότι το σφάλμα του εργολάβου μας δεν ήταν η υπερεπένδυση, αλλά η ακατάλληλη χρησιμοποίηση των μέσων που είχε στη διάθεσή του.
The erroneous belief that the essential feature of the boom is overinvestment and not malinvestment is due to the habit of judging conditions merely according to what is perceptible and tangible. The observer notices only the malinvestments which are visible and fails to recognize that these establishments are malinvestments only because of the fact that other plants—those required for the production of the complementary factors of production and those required for the production of consumers’ goods more urgently demanded by the public—are lacking. Technological conditions make it necessary to start an expansion of production by expanding first the size of the plants producing the goods of those orders which are farthest removed from the finished consumers’ goods. In order to expand the production of shoes, clothes, motorcars, furniture, houses, one must begin with increasing the production of iron, steel, copper, and other such goods. In employing the supply of r + p + p which would suffice for the production of a + g + g as if it were r + p + p + p + p and would suffice for the production of a + g + g + g + g, one must first engage in increasing the output of those products and structures which for physical reasons are first required. The whole entrepreneurial class is, as it were, in the position of a master-builder whose task it is to erect a building out of a limited supply of building materials. If this man overestimates the quantity of the available supply, he drafts a plan for the execution of which the means at his disposal are not sufficient. He oversizes the groundwork and the foundations and only discovers later in the progress of the construction that he lacks the material needed for the completion of the structure. It is obvious that our master-builder’s fault was not overinvestment, but an inappropriate employment of the means at his disposal.
Εξίσου εσφαλμένη είναι η αντίληψη ότι τα γεγονότα που οδήγησαν στην κρίση ισοδυναμούσαν με υπερβολική μετατροπή «κυκλοφορούντος» κεφαλαίου σε «πάγιο» κεφάλαιο. Ο επιμέρους επιχειρηματίας, όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με την πιστωτική στενότητα της κρίσης, δικαίως μετανιώνει που δαπάνησε υπερβολικά πολλά για τη διεύρυνση της παραγωγικής του μονάδας και την αγορά διαρκούς εξοπλισμού· θα βρισκόταν σε καλύτερη θέση αν τα κεφάλαια που χρησιμοποιήθηκαν για αυτούς τους σκοπούς εξακολουθούσαν να είναι διαθέσιμα για την τρέχουσα διεξαγωγή των εργασιών του.
Ωστόσο, κατά το σημείο καμπής στο οποίο η άνοδος μετατρέπεται σε ύφεση, δεν παρατηρείται έλλειψη πρώτων υλών, πρωτογενών εμπορευμάτων, ημικατεργασμένων προϊόντων και τροφίμων. Αντιθέτως, η κρίση χαρακτηρίζεται ακριβώς από το γεγονός ότι τα αγαθά αυτά προσφέρονται σε τόσο μεγάλες ποσότητες, ώστε οι τιμές τους μειώνονται απότομα.
It is no less erroneous to believe that the events which resulted in the crisis amounted to an undue conversion of “circulating” capital into “fixed” capital. The individual entrepreneur, when faced with the credit stringency of the crisis, is right in regretting that he has expended too much for an expansion of his plant and for the purchase of durable equipment; he would have been in a better situation if the funds used for these purposes were still at his disposal for the current conduct of business. However, raw materials, primary commodities, half-finished manufactures and foodstuffs are not lacking at the turning point at which the upswing turns into the depression. On the contrary, the crisis is precisely characterized by the fact that these goods are offered in such quantities as to make their prices drop sharply.
Οι παραπάνω διαπιστώσεις εξηγούν γιατί η διεύρυνση της παραγωγικής δυναμικότητας και της παραγωγής των βαριών βιομηχανιών, καθώς και της παραγωγής διαρκών παραγωγικών αγαθών, αποτελεί το εμφανέστερο γνώρισμα της οικονομικής άνθησης. Οι συντάκτες των χρηματοοικονομικών και εμπορικών χρονικών είχαν δίκιο όταν, επί περισσότερο από έναν αιώνα, αντιμετώπιζαν τους δείκτες παραγωγής αυτών των βιομηχανιών, καθώς και των κατασκευαστικών κλάδων, ως ενδείξεις των οικονομικών διακυμάνσεων. Έσφαλλαν μόνο όταν αναφέρονταν σε υποτιθέμενη υπερεπένδυση.
The foregoing statements explain why an expansion in the production facilities and the production of the heavy industries, and in the production of durable producers’ goods, is the most conspicuous mark of the boom. The editors of the financial and commercial chronicles were right when— for more than a hundred years—they looked upon production figures of these industries as well as of the construction trades as an index of business fluctuations. They were only mistaken in referring to an alleged overinvestment.
Βεβαίως, η οικονομική άνθηση επηρεάζει και τις βιομηχανίες καταναλωτικών αγαθών. Και αυτές επενδύουν περισσότερο και διευρύνουν την παραγωγική τους δυναμικότητα. Ωστόσο, οι νέες εγκαταστάσεις και οι νέες πτέρυγες που προστίθενται στις ήδη υπάρχουσες εγκαταστάσεις δεν είναι πάντοτε εκείνες των οποίων τα προϊόντα ζητούνται εντονότερα από το κοινό. Μπορεί κάλλιστα να ανταποκρίνονταν στο συνολικό σχέδιο που απέβλεπε στην παραγωγή των g + g1 + g2 + g3 + g4 . Η αποτυχία αυτού του υπερδιογκωμένου σχεδίου αποκαλύπτει την ακαταλληλότητά τους.
Of course, the boom affects also the consumers’ goods industries. They too invest more and expand their production capacity. However, the new plants and the new annexes added to the already existing plants are not always those for the products of which the demand of the public is most intense. They may well have agreed with the whole plan aiming at the production of r + g + g + g + g. The failure of this oversized plan discloses their inappropriateness.
Η απότομη άνοδος των τιμών των εμπορευμάτων δεν αποτελεί πάντοτε συνοδευτικό φαινόμενο της οικονομικής άνθησης. Η αύξηση της ποσότητας των καταπιστευματικών μέσων έχει ασφαλώς πάντοτε τη δυνητική επίδραση να αυξήσει τις τιμές. Ενδέχεται, όμως, να λειτουργούν ταυτοχρόνως προς την αντίθετη κατεύθυνση δυνάμεις αρκετά ισχυρές ώστε να διατηρούν την άνοδο των τιμών εντός στενών ορίων ή ακόμη και να την εξαλείφουν πλήρως.
Η ιστορική περίοδος κατά την οποία η ομαλή λειτουργία της οικονομίας της αγοράς διακόπηκε επανειλημμένως από επεκτατικά εγχειρήματα υπήρξε εποχή συνεχούς οικονομικής προόδου. Η σταθερή πρόοδος στη συσσώρευση νέου κεφαλαίου καθιστούσε δυνατή την τεχνολογική βελτίωση. Αυξανόταν το προϊόν ανά μονάδα εισροής και οι επιχειρήσεις κατέκλυζαν τις αγορές με διαρκώς μεγαλύτερες ποσότητες φθηνών αγαθών. Αν η ταυτόχρονη αύξηση της προσφοράς χρήματος υπό την ευρεία έννοια ήταν μικρότερη από όση πράγματι υπήρξε, θα είχε εκδηλωθεί τάση πτώσης των τιμών όλων των εμπορευμάτων.
Ως πραγματικό ιστορικό γεγονός, η πιστωτική επέκταση ήταν πάντοτε ενσωματωμένη σε ένα περιβάλλον στο οποίο ισχυροί παράγοντες αντιστάθμιζαν την τάση της να αυξάνει τις τιμές. Κατά κανόνα, η συνισταμένη της σύγκρουσης των αντίρροπων δυνάμεων ήταν η επικράτηση εκείνων που προκαλούσαν άνοδο των τιμών. Υπήρξαν, όμως, και ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις στις οποίες η ανοδική κίνηση των τιμών ήταν μόνο ασθενής. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ήταν η αμερικανική οικονομική άνθηση της περιόδου 1926–1929.7
A sharp rise in commodity prices is not always an attending phenomenon of the boom. The increase of the quantity of fiduciary media certainly always has the potential effect of making prices rise. But it may happen that at the same time forces operating in the opposite direction are strong enough to keep the rise in prices within narrow limits or even to remove it entirely. The historical period in which the smooth working of the market economy was again and again interrupted through expansionist ventures was an epoch of continuous economic progress. The steady advance in the accumulation of new capital made technological improvement possible. Output per unit of input was increased and business filled the markets with increasing quantities of cheap goods. If the synchronous increase in the supply of money (in the broader sense) had been less plentiful than it really was, a tendency toward a drop in the prices of all commodities would have taken effect. As an actual historical event credit expansion was always embedded in an environment in which powerful factors were counteracting its tendency to raise prices. As a rule the resultant of the clash of opposite forces was a preponderance of those producing a rise in prices. But there were some exceptional instances too in which the upward movement of prices was only slight. The most remarkable example was provided by the American boom of 1926–29.
Τα ουσιώδη χαρακτηριστικά μιας πιστωτικής επέκτασης δεν επηρεάζονται από μια τέτοια ιδιαίτερη διαμόρφωση των δεδομένων της αγοράς. Εκείνο που παρακινεί έναν επιχειρηματία να αναλάβει συγκεκριμένα εγχειρήματα δεν είναι αφ’ εαυτών οι υψηλές ή οι χαμηλές τιμές, αλλά η απόκλιση μεταξύ του κόστους παραγωγής — συμπεριλαμβανομένου του τόκου επί του απαιτούμενου κεφαλαίου— και των αναμενόμενων τιμών των προϊόντων.
Η μείωση του ακαθάριστου αγοραίου επιτοκίου που προκαλείται από την πιστωτική επέκταση έχει πάντοτε ως αποτέλεσμα να εμφανίζονται ως κερδοφόρα ορισμένα εγχειρήματα που προηγουμένως δεν εμφανίζονταν ως τέτοια. Ωθεί τις επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν το r + p1 + p2 σαν να ήταν r + p1 + p2 + p3 + p4 . Δημιουργεί κατ’ ανάγκην μια διάρθρωση επενδύσεων και παραγωγικών δραστηριοτήτων η οποία δεν συμβιβάζεται με την πραγματική προσφορά κεφαλαιουχικών αγαθών και πρέπει τελικά να καταρρεύσει.
Το γεγονός ότι οι σχετικές μεταβολές των τιμών εκτυλίσσονται ορισμένες φορές πάνω στο υπόβαθρο μιας γενικής τάσης αύξησης της αγοραστικής δύναμης και δεν αντιστρέφουν εμφανώς αυτή την τάση, αλλά τη μετατρέπουν μόνο σε κάτι που μπορεί, σε γενικές γραμμές, να αποκληθεί σταθερότητα των τιμών, μεταβάλλει απλώς ορισμένα επουσιώδη χαρακτηριστικά της διαδικασίας.
The essential features of a credit expansion are not affected by such a particular constellation of the market data. What induces an entrepreneur to embark upon definite projects is neither high prices nor low prices as such, but a discrepancy between the costs of production, inclusive of interest on the capital required, and the anticipated prices of the products. A lowering of the gross market rate of interest as brought about by credit expansion always has the effect of making some projects appear profitable which did not appear so before. It actuates business to employ r + p + p as if it were r + p + p + p + p. It necessarily brings about a structure of investment and production activities which is at variance with the real supply of capital goods and must finally collapse. That sometimes the price changes involved are laid against a background of a general tendency toward a rise in purchasing power and do not convert this tendency into its manifest opposite but only into something which may by and large be called price stability, modifies merely some accessories of the process.
Όποιες και αν είναι οι συνθήκες, είναι βέβαιο ότι καμία τραπεζική χειραγώγηση δεν μπορεί να παράσχει στο οικονομικό σύστημα κεφαλαιουχικά αγαθά. Εκείνο που απαιτείται για μια υγιή επέκταση της παραγωγής είναι πρόσθετα κεφαλαιουχικά αγαθά και όχι χρήμα ή καταπιστευματικά μέσα. Η οικονομική άνθηση που προκαλεί η πιστωτική επέκταση οικοδομείται πάνω στην άμμο των τραπεζογραμματίων και των καταθέσεων. Πρέπει να καταρρεύσει.
However conditions may be, it is certain that no manipulations of the banks can provide the economic system with capital goods. What is needed for a sound expansion of production is additional capital goods, not money or fiduciary media. The boom is built on the sands of banknotes and deposits. It must collapse.
Η κατάρρευση εμφανίζεται μόλις οι τράπεζες ανησυχήσουν από τον επιταχυνόμενο ρυθμό της οικονομικής άνθησης και αρχίσουν να απέχουν από την περαιτέρω επέκταση της πίστωσης. Η άνθηση θα μπορούσε να συνεχιστεί μόνο ενόσω οι τράπεζες ήταν πρόθυμες να χορηγούν απλόχερα όλες τις πιστώσεις που χρειάζονταν οι επιχειρήσεις για την εκτέλεση των υπερβολικών εγχειρημάτων τους, τα οποία ήταν εντελώς ασυμβίβαστα με την πραγματική κατάσταση της προσφοράς συντελεστών παραγωγής και με τις αξιολογήσεις των καταναλωτών.
Αυτά τα απατηλά σχέδια, τα οποία υπέβαλε η νόθευση του επιχειρηματικού υπολογισμού που προκάλεσε η πολιτική φθηνού χρήματος, μπορούν να προωθηθούν μόνο αν είναι δυνατή η εξασφάλιση νέων πιστώσεων με ακαθάριστα αγοραία επιτόκια τεχνητά μειωμένα κάτω από το ύψος στο οποίο θα διαμορφώνονταν σε μια ανεμπόδιστη αγορά δανειακών κεφαλαίων. Αυτό ακριβώς το περιθώριο τους προσδίδει την απατηλή εμφάνιση κερδοφορίας. Η μεταβολή της συμπεριφοράς των τραπεζών δεν δημιουργεί την κρίση. Απλώς καθιστά ορατή την καταστροφή που προκάλεσαν τα σφάλματα τα οποία διέπραξαν οι επιχειρήσεις κατά την περίοδο της άνθησης.
The breakdown appears as soon as the banks become frightened by the accelerated pace of the boom and begin to abstain from further expansion of credit. The boom could continue only as long as the banks were ready to grant freely all those credits which business needed for the execution of its excessive projects, utterly disagreeing with the real state of the supply of factors of production and the valuations of the consumers. These illusory plans, suggested by the falsification of business calculation as brought about by the cheap money policy, can be pushed forward only if new credits can be obtained at gross market rates which are artificially lowered below the height they would reach at an unhampered loan market. It is this margin that gives them the deceptive appearance of profitability. The change in the banks’ conduct does not create the crisis. It merely makes visible the havoc spread by the faults which business has committed in the boom period.
Η οικονομική άνθηση δεν θα μπορούσε να διαρκέσει επ’ αόριστον ακόμη και αν οι τράπεζες παρέμεναν πεισματικά προσηλωμένες στις επεκτατικές πολιτικές τους. Κάθε προσπάθεια υποκατάστασης των ανύπαρκτων κεφαλαιουχικών αγαθών —δηλαδή των ποσοτήτων p3 και p4 — με πρόσθετα καταπιστευματικά μέσα είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Αν η πιστωτική επέκταση δεν ανακοπεί εγκαίρως, η οικονομική άνθηση μετατρέπεται σε καταστροφική ανατιμητική έκρηξη· αρχίζει η φυγή προς τις εμπράγματες αξίες και ολόκληρο το νομισματικό σύστημα καταρρέει. Κατά κανόνα, όμως, οι τράπεζες στο παρελθόν δεν οδήγησαν τα πράγματα έως τα άκρα. Ανησύχησαν σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία η τελική καταστροφή εξακολουθούσε να βρίσκεται αρκετά μακριά.8
Neither could the boom last endlessly if the banks were to cling stubbornly to their expansionist policies. Any attempt to substitute additional fiduciary media for nonexisting capital goods (namely, the quantities p and p.) is doomed to failure. If the credit expansion is not stopped in time, the boom turns into the crack-up boom; the flight into real values begins, and the whole monetary system founders. However, as a rule, the banks in the past have not pushed things to extremes. They have become alarmed at a date when the final catastrophe was still far away.[7]
Μόλις τερματιστεί η εισροή πρόσθετων καταπιστευματικών μέσων, καταρρέει ο χάρτινος πύργος της οικονομικής άνθησης. Οι επιχειρηματίες πρέπει να περιορίσουν τις δραστηριότητές τους, επειδή στερούνται τα κεφάλαια που απαιτούνται για τη συνέχισή τους στην υπερδιογκωμένη κλίμακα. Οι τιμές μειώνονται απότομα, επειδή οι επιχειρήσεις που βρίσκονται σε δυσχερή θέση επιχειρούν να αποκτήσουν χρηματικά διαθέσιμα εκποιώντας τα αποθέματά τους σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές. Τα εργοστάσια κλείνουν, η συνέχιση των κατασκευαστικών έργων που βρίσκονται σε εξέλιξη διακόπτεται και οι εργαζόμενοι απολύονται. Επειδή, αφενός, πολλές επιχειρήσεις χρειάζονται απεγνωσμένα χρήματα για να αποφύγουν την πτώχευση και, αφετέρου, καμία επιχείρηση δεν απολαμβάνει πλέον εμπιστοσύνη, η επιχειρηματική συνιστώσα του ακαθάριστου αγοραίου επιτοκίου εκτινάσσεται σε υπερβολικό ύψος.
As soon as the afflux of additional fiduciary media comes to an end, the airy castle of the boom collapses. The entrepreneurs must restrict their activities because they lack the funds for their continuation on the exaggerated scale. Prices drop suddenly because these distressed firms try to obtain cash by throwing inventories on the market dirt cheap. Factories are closed, the continuation of construction projects in progress is halted, workers are discharged. As on the one hand many firms badly need money in order to avoid bankruptcy, and on the other hand no firm any longer enjoys confidence, the entrepreneurial component in the gross market rate of interest jumps to an excessive height.
Τυχαίες θεσμικές και ψυχολογικές περιστάσεις μετατρέπουν συνήθως την εκδήλωση της κρίσης σε πανικό. Η περιγραφή αυτών των φρικτών γεγονότων μπορεί να αφεθεί στους ιστορικούς. Δεν αποτελεί έργο της καταλλακτικής θεωρίας να απεικονίσει λεπτομερώς τις συμφορές των ημερών και των εβδομάδων του πανικού ούτε να επιμείνει στις ενίοτε αλλόκοτες όψεις τους.
Η οικονομική επιστήμη δεν ενδιαφέρεται για ό,τι είναι τυχαίο και εξαρτάται από τις ιδιαίτερες ιστορικές συνθήκες κάθε περίπτωσης. Αντιθέτως, σκοπός της είναι να διακρίνει το ουσιώδες και αναγκαίο από το απλώς συμπτωματικό. Δεν ενδιαφέρεται για τις ψυχολογικές όψεις του πανικού, αλλά μόνο για το γεγονός ότι μια οικονομική άνθηση που προκαλείται από πιστωτική επέκταση πρέπει αναπόφευκτα να οδηγήσει σε μια διαδικασία την οποία η καθημερινή γλώσσα αποκαλεί ύφεση.
Πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι η ύφεση αποτελεί στην πραγματικότητα διαδικασία επαναπροσαρμογής, μέσω της οποίας οι παραγωγικές δραστηριότητες εναρμονίζονται εκ νέου με τη δεδομένη κατάσταση των δεδομένων της αγοράς: τη διαθέσιμη προσφορά συντελεστών παραγωγής, τις αξιολογήσεις των καταναλωτών και, ιδίως, την κατάσταση του πρωταρχικού τόκου, όπως αυτή εκδηλώνεται στις αξιολογήσεις του κοινού.
Accidental institutional and psychological circumstances generally turn the outbreak of the crisis into a panic. The description of these awful events can be left to the historians. It is not the task of catallactic theory to depict in detail the calamities of panicky days and weeks and to dwell upon their sometimes grotesque aspects. Economics is not interested in what is accidental and conditioned by the individual historical circumstances of each instance. Its aim is, on the contrary, to distinguish what is essential and apodictically necessary from what is merely adventitious. It is not interested in the psychological aspects of the panic, but only in the fact that a creditexpansion boom must unavoidably lead to a process which everyday speech calls the depression. It must realize that the depression is in fact the process of readjustment, of putting production activities anew in agreement with the given state of the market data: the available supply of factors of production, the valuations of the consumers, and particularly also the state of originary interest as manifested in the public’s valuations.
Τα δεδομένα αυτά, όμως, δεν είναι πλέον όμοια με εκείνα που επικρατούσαν την παραμονή της επεκτατικής διαδικασίας. Πολλά πράγματα έχουν μεταβληθεί. Η αναγκαστική αποταμίευση και, σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό, η κανονική εκούσια αποταμίευση ενδέχεται να έχουν δημιουργήσει νέα κεφαλαιουχικά αγαθά, τα οποία δεν κατασπαταλήθηκαν πλήρως μέσω των εσφαλμένων επενδύσεων και της υπερκατανάλωσης που προκάλεσε η οικονομική άνθηση. Η ανομοιομορφία που ενυπάρχει σε κάθε πληθωριστική κίνηση έχει επιφέρει μεταβολές στον πλούτο και στο εισόδημα διαφόρων ατόμων και ομάδων ατόμων.
Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε αιτιώδη σχέση με την πιστωτική επέκταση, ενδέχεται να έχει μεταβληθεί τόσο το μέγεθος του πληθυσμού όσο και τα χαρακτηριστικά των ατόμων που τον αποτελούν· η τεχνολογική γνώση μπορεί να έχει προοδεύσει και η ζήτηση ορισμένων αγαθών μπορεί να έχει μεταβληθεί. Η τελική κατάσταση προς την εγκαθίδρυση της οποίας τείνει η αγορά δεν είναι πλέον η ίδια με εκείνη προς την οποία έτεινε πριν από τις διαταραχές που προκάλεσε η πιστωτική επέκταση.
These data, however, are no longer identical with those that prevailed on the eve of the expansionist process. A good many things have changed. Forced saving and, to an even greater extent, regular voluntary saving may have provided new capital goods which were not totally squandered through malinvestment and overconsumption as induced by the boom. Changes in the wealth and income of various individuals and groups of individuals have been brought about by the unevenness inherent in every inflationary movement. Apart from any causal relation to the credit expansion, population may have changed with regard to figures and the characteristics of the individuals comprising them; technological knowledge may have advanced, demand for certain goods may have been altered. The final state to the establishment of which the market tends is no longer the same toward which it tended before the disturbances created by the credit expansion.
Ορισμένες από τις επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά την περίοδο της οικονομικής άνθησης εμφανίζονται, όταν αποτιμώνται με τη νηφάλια κρίση της περιόδου επαναπροσαρμογής, η οποία δεν συσκοτίζεται πλέον από τις ψευδαισθήσεις της ανόδου, ως απολύτως μάταιες αποτυχίες. Πρέπει απλώς να εγκαταλειφθούν, επειδή τα τρέχοντα μέσα που απαιτούνται για την περαιτέρω εκμετάλλευσή τους δεν μπορούν να ανακτηθούν από την πώληση των προϊόντων τους. Αυτό το «κυκλοφορούν» κεφάλαιο απαιτείται περισσότερο επειγόντως σε άλλους κλάδους ικανοποίησης αναγκών· η απόδειξη είναι ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί με μεγαλύτερη κερδοφορία σε άλλα πεδία.
Άλλες εσφαλμένες επενδύσεις προσφέρουν κάπως ευνοϊκότερες προοπτικές. Είναι βεβαίως αληθές ότι, αν οι υπολογισμοί είχαν πραγματοποιηθεί ορθά, κανείς δεν θα είχε αναλάβει να τοποθετήσει κεφαλαιουχικά αγαθά σε αυτές. Οι μη μετατρέψιμες επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν για λογαριασμό τους αποτελούν ασφαλώς σπατάλη. Επειδή, όμως, είναι μη μετατρέψιμες και αποτελούν τετελεσμένο γεγονός, θέτουν ένα νέο πρόβλημα για την περαιτέρω δράση.
Αν τα αναμενόμενα έσοδα από την πώληση των προϊόντων τους υπερβαίνουν το τρέχον λειτουργικό κόστος, η συνέχιση της λειτουργίας τους είναι επικερδής. Μολονότι οι τιμές που είναι διατεθειμένο να καταβάλει το αγοραστικό κοινό για τα προϊόντα τους δεν είναι αρκετά υψηλές ώστε να καταστήσουν επικερδές το σύνολο της μη μετατρέψιμης επένδυσης, επαρκούν για να καταστήσουν επικερδές ένα μέρος της, όσο μικρό και αν είναι. Το υπόλοιπο της επένδυσης πρέπει να θεωρηθεί δαπάνη χωρίς οποιοδήποτε αντιστάθμισμα, δηλαδή κεφάλαιο που κατασπαταλήθηκε και χάθηκε.
Some of the investments made in the boom period appear, when appraised with the sober judgment of the readjustment period, no longer dimmed by the illusions of the upswing, as absolutely hopeless failures. They must simply be abandoned because the current means required for their further exploitation cannot be recovered in selling their products; this “circulating” capital is more urgently needed in other branches of wantsatisfaction; the proof is that it can be employed in a more profitable way in other fields. Other malinvestments offer somewhat more favorable chances. It is, of course, true that one would not have embarked upon putting capital goods into them if one had correctly calculated. The inconvertible investments made on their behalf are certainly wasted. But as they are inconvertible, a fait accompli, they present further action with a new problem. If the proceeds which the sale of their products promises are expected to exceed the costs of current operation, it is profitable to carry on. Although the prices which the buying public is prepared to allow for their products are not high enough to make the whole of the inconvertible investment profitable, they are sufficient to make a fraction, however small, of the investment profitable. The rest of the investment must be considered as expenditure without any offset, as capital squandered and lost.
Αν το αποτέλεσμα αυτό εξεταστεί από τη σκοπιά των καταναλωτών, το συμπέρασμα είναι βεβαίως το ίδιο. Οι καταναλωτές θα βρίσκονταν σε καλύτερη θέση αν οι ψευδαισθήσεις που δημιούργησε η πολιτική φθηνού χρήματος δεν είχαν παρασύρει τους επιχειρηματίες να κατασπαταλήσουν σπάνια κεφαλαιουχικά αγαθά επενδύοντάς τα για την ικανοποίηση λιγότερο επειγουσών αναγκών και αποσύροντάς τα έτσι από κλάδους παραγωγής στους οποίους θα είχαν ικανοποιήσει περισσότερο επείγουσες ανάγκες.
Υπό τις παρούσες, όμως, συνθήκες, δεν έχουν άλλη επιλογή από το να συμβιβαστούν με ό,τι είναι αμετάκλητο. Πρέπει, προς το παρόν, να παραιτηθούν από ορισμένες ανέσεις τις οποίες θα μπορούσαν να απολαύσουν αν η οικονομική άνθηση δεν είχε προκαλέσει εσφαλμένες επενδύσεις. Από την άλλη πλευρά, μπορούν να βρουν μερική αντιστάθμιση στο γεγονός ότι είναι πλέον διαθέσιμες σε αυτούς ορισμένες απολαύσεις που θα παρέμεναν απρόσιτες, αν η ομαλή πορεία των οικονομικών δραστηριοτήτων δεν είχε διαταραχθεί από τα όργια της άνθησης.
Πρόκειται μόνο για ασθενή αντιστάθμιση, επειδή η ζήτησή τους για εκείνα τα άλλα αγαθά που δεν αποκτούν λόγω της ακατάλληλης χρησιμοποίησης των κεφαλαιουχικών αγαθών είναι εντονότερη από τη ζήτησή τους για αυτά τα, ούτως ειπείν, «υποκατάστατα». Είναι, όμως, η μοναδική επιλογή που τους απομένει υπό τις διαμορφωμένες πλέον συνθήκες και τα δεδομένα.
If one looks at this outcome from the point of view of the consumers, the result is, of course, the same. The consumers would be better off if the illusions created by the easy-money policy had not enticed the entrepreneurs to waste scarce capital goods by investing them for the satisfaction of less urgent needs and withholding them from lines of production in which they would have satisfied more urgent needs. But as things are now, they cannot but put up with what is irrevocable. They must for the time being renounce certain amenities which they could have enjoyed if the boom had not engendered malinvestment. But, on the other hand, they can find partial compensation in the fact that some enjoyments are now available to them which would have been beyond their reach if the smooth course of economic activities had not been disturbed by the orgies of the boom. It is slight compensation only, as their demand for those other things which they do not get because of inappropriate employment of capital goods is more intense than their demand for these “substitutes,” as it were. But it is the only choice left to them as conditions and data are now.
Το τελικό αποτέλεσμα της πιστωτικής επέκτασης είναι η γενική πτώχευση. Ορισμένοι άνθρωποι ενδέχεται να αύξησαν τον πλούτο τους· δεν επέτρεψαν στη μαζική υστερία να συσκοτίσει την κρίση τους και αξιοποίησαν εγκαίρως τις ευκαιρίες που προσέφερε η κινητικότητα του επιμέρους επενδυτή. Άλλα άτομα και ομάδες ατόμων ενδέχεται να ευνοήθηκαν, χωρίς δική τους πρωτοβουλία, απλώς λόγω της χρονικής υστέρησης μεταξύ της ανόδου των τιμών των αγαθών που πωλούν και εκείνων που αγοράζουν. Η συντριπτική πλειονότητα, όμως, πρέπει να επωμιστεί το κόστος των εσφαλμένων επενδύσεων και της υπερκατανάλωσης της περιόδου της οικονομικής άνθησης.
The final outcome of the credit expansion is general impoverishment. Some people may have increased their wealth; they did not let their reasoning be obfuscated by the mass hysteria, and took advantage in time of the opportunities offered by the mobility of the individual investor. Other individuals and groups of individuals may have been favored, without any initiative of their own, by the mere time lag between the rise in the prices of the goods they sell and those they buy. But the immense majority must foot the bill for the malinvestments and the overconsumption of the boom episode.
Πρέπει να προφυλασσόμαστε από μια εσφαλμένη ερμηνεία του όρου «πτώχευση». Δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην πτώχευση σε σύγκριση με τις συνθήκες που επικρατούσαν την παραμονή της πιστωτικής επέκτασης. Το αν θα επέλθει ή όχι πτώχευση υπό αυτή την έννοια εξαρτάται από τα ιδιαίτερα δεδομένα κάθε περίπτωσης· δεν μπορεί να υποστηριχθεί αποδεικτικά από την καταλλακτική θεωρία.
Εκείνο που έχει κατά νου η καταλλακτική όταν υποστηρίζει ότι η πτώχευση αποτελεί αναπόφευκτο αποτέλεσμα της πιστωτικής επέκτασης είναι η πτώχευση σε σύγκριση με την κατάσταση που θα είχε διαμορφωθεί αν δεν είχαν υπάρξει η πιστωτική επέκταση και η οικονομική άνθηση. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της οικονομικής ιστορίας υπό τον καπιταλισμό είναι η αδιάκοπη οικονομική πρόοδος, η σταθερή αύξηση της διαθέσιμης ποσότητας κεφαλαιουχικών αγαθών και η συνεχής τάση βελτίωσης του γενικού βιοτικού επιπέδου.
Ο ρυθμός αυτής της προόδου είναι τόσο ταχύς, ώστε κατά τη διάρκεια μιας περιόδου οικονομικής άνθησης μπορεί κάλλιστα να υπερβεί τις ταυτόχρονες ζημίες που προκαλούνται από τις εσφαλμένες επενδύσεις και την υπερκατανάλωση. Τότε το οικονομικό σύστημα ως σύνολο είναι ευπορότερο στο τέλος της οικονομικής άνθησης απ’ ό,τι ήταν κατά την έναρξή της. Εμφανίζεται πτωχευμένο μόνο αν συγκριθεί με τις δυνατότητες που υπήρχαν για την επίτευξη μιας ακόμη καλύτερης κατάστασης ικανοποίησης.
One must guard oneself against a misinterpretation of this term impoverishment. It does not mean impoverishment when compared with the conditions that prevailed on the eve of the credit expansion. Whether or not an impoverishment in this sense takes place depends on the particular data of each case; it cannot be predicated apodictically by catallactics. What catallactics has in mind when asserting that impoverishment is an unavoidable outgrowth of credit expansion is impoverishment as compared with the state of affairs which would have developed in the absence of credit expansion and the boom. The characteristic mark of economic history under capitalism is unceasing economic progress, a steady increase in the quantity of capital goods available, and a continuous trend toward an improvement in the general standard of living. The pace of this progress is so rapid that, in the course of a boom period, it may well outstrip the synchronous losses caused by malinvestment and overconsumption. Then the economic system as a whole is more prosperous at the end of the boom than it was at its very beginning; it appears impoverished only when compared with the potentialities which existed for a still better state of satisfaction.
Η υποτιθέμενη απουσία υφέσεων υπό ολοκληρωτική διοίκηση
The Alleged Absence of Depressions Under Totalitarian Management
Πολλοί σοσιαλιστές συγγραφείς τονίζουν ότι η επανεμφάνιση οικονομικών κρίσεων και επιχειρηματικών υφέσεων αποτελεί φαινόμενο εγγενές στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Αντιθέτως, υποστηρίζουν, ένα σοσιαλιστικό σύστημα είναι προστατευμένο από αυτό το δεινό.
Many socialist authors emphasize that the recurrence of economic crises and business depressions is a phenomenon inherent in the capitalist mode of production. On the other hand, a socialist system is safe against this evil.
Όπως έχει ήδη καταστεί προφανές και θα καταδειχθεί εκ νέου αργότερα, οι κυκλικές διακυμάνσεις της οικονομικής δραστηριότητας δεν αποτελούν φαινόμενο που προέρχεται από τη σφαίρα της ανεμπόδιστης αγοράς, αλλά προϊόν της κυβερνητικής παρέμβασης στις επιχειρηματικές συνθήκες, η οποία αποσκοπεί στη μείωση του επιτοκίου κάτω από το ύψος στο οποίο θα το είχε καθορίσει η ελεύθερη αγορά.9 Στο σημείο αυτό πρέπει να εξετάσουμε μόνο την υποτιθέμενη σταθερότητα την οποία εξασφαλίζει ο σοσιαλιστικός σχεδιασμός.
As has already become obvious and will be shown later again, the cyclical fluctuations of business are not an occurrence originating in the sphere of the unhampered market, but a product of government interference with business conditions designed to lower the rate of interest below the height at which the free market would have fixed it.[8] At this point we have only to deal with the alleged stability as secured by socialist planning.
Είναι ουσιώδες να γίνει αντιληπτό ότι εκείνο που προκαλεί την εμφάνιση της οικονομικής κρίσης είναι η δημοκρατική διαδικασία της αγοράς. Οι καταναλωτές αποδοκιμάζουν τη χρησιμοποίηση των συντελεστών παραγωγής που πραγματοποίησαν οι επιχειρηματίες. Εκδηλώνουν την αποδοκιμασία τους μέσω της συμπεριφοράς τους, αγοράζοντας ή απέχοντας από την αγορά.
Οι επιχειρηματίες, παραπλανημένοι από τις ψευδαισθήσεις του τεχνητά μειωμένου ακαθάριστου αγοραίου επιτοκίου, απέτυχαν να επενδύσουν σε εκείνους τους κλάδους στους οποίους θα ικανοποιούνταν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο οι πλέον επείγουσες ανάγκες του κοινού. Μόλις τερματιστεί η πιστωτική επέκταση, τα σφάλματα αυτά καθίστανται εμφανή. Η συμπεριφορά των καταναλωτών εξαναγκάζει τους επιχειρηματίες να προσαρμόσουν εκ νέου τις δραστηριότητές τους προς την καλύτερη δυνατή ικανοποίηση των αναγκών. Αυτή η διαδικασία εκκαθάρισης των σφαλμάτων που διαπράχθηκαν κατά την οικονομική άνθηση και επαναπροσαρμογής στις επιθυμίες των καταναλωτών αποκαλείται ύφεση.
It is essential to realize that what makes the economic crisis emerge is the democratic process of the market. The consumers disapprove of the employment of the factors of production as effected by the entrepreneurs. They manifest their disapprobation by their conduct in buying and abstention from buying. The entrepreneurs, misled by the illusions of the artificially lowered gross market rate of interest, have failed to invest in those lines in which the most urgent needs of the public would have been satisfied in the best possible way. As soon as the credit expansion comes to an end, these faults become manifest. The attitudes of the consumers force the businessmen to adjust their activities anew to the best possible wantsatisfaction. It is this process of liquidation of the faults committed in the boom and of readjustment to the wishes of the consumers which is called the depression.
Σε μια σοσιαλιστική οικονομία, όμως, έχουν σημασία μόνο οι αξιολογικές κρίσεις της κυβέρνησης και οι άνθρωποι στερούνται κάθε μέσου για να επιβάλουν τις δικές τους αξιολογικές κρίσεις. Ένας δικτάτορας δεν ενδιαφέρεται αν οι μάζες εγκρίνουν ή όχι την απόφασή του σχετικά με το πόσα μέσα θα αφιερωθούν στην τρέχουσα κατανάλωση και πόσα σε πρόσθετες επενδύσεις. Αν ο δικτάτορας επενδύσει περισσότερο και περιορίσει έτσι τα μέσα που είναι διαθέσιμα για την τρέχουσα κατανάλωση, οι άνθρωποι πρέπει να τρώνε λιγότερο και να σιωπούν.
Δεν εμφανίζεται κρίση, επειδή οι υπήκοοι δεν έχουν τη δυνατότητα να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους. Εκεί όπου δεν υπάρχουν καθόλου επιχειρηματικές δραστηριότητες, αυτές δεν μπορούν να είναι ούτε καλές ούτε κακές. Μπορεί να υπάρχουν λιμοκτονία και πείνα, αλλά όχι ύφεση με την έννοια που χρησιμοποιείται ο όρος κατά την εξέταση των προβλημάτων μιας οικονομίας της αγοράς. Εκεί όπου τα άτομα δεν είναι ελεύθερα να επιλέξουν, δεν μπορούν να διαμαρτυρηθούν κατά των μεθόδων που εφαρμόζουν όσοι κατευθύνουν την πορεία των παραγωγικών δραστηριοτήτων.
But in a socialist economy it is only the government’s value judgments that count, and the people are deprived of any means of making their own value judgments prevail. A dictator does not bother about whether or not the masses approve of his decision concerning how much to devote for current consumption and how much for additional investment. If the dictator invests more and thus curtails the means available for current consumption, the people must eat less and hold their tongues. No crisis emerges because the subjects have no opportunity to utter their dissatisfaction. Where there is no business at all, business can be neither good nor bad. There may be starvation, and famine, but no depression in the sense in which this term is used in dealing with the problems of a market economy. Where the individuals are not free to choose, they cannot protest against the methods applied by those directing the course of production activities.
Δεν αποτελεί απάντηση σε αυτά η ένσταση ότι η κοινή γνώμη στις καπιταλιστικές χώρες ευνοεί την πολιτική του φθηνού χρήματος. Οι μάζες παραπλανώνται από τους ισχυρισμούς ψευδοειδικών ότι το φθηνό χρήμα μπορεί να τις καταστήσει εύπορες χωρίς οποιοδήποτε κόστος. Δεν αντιλαμβάνονται ότι οι επενδύσεις μπορούν να επεκταθούν μόνο στον βαθμό που συσσωρεύεται περισσότερο κεφάλαιο μέσω αποταμίευσης. Εξαπατώνται από τα παραμύθια των νομισματικών εκκεντρικών. Εκείνο, όμως, που έχει σημασία στην πραγματικότητα δεν είναι τα παραμύθια, αλλά η συμπεριφορά των ανθρώπων. Αν οι άνθρωποι δεν είναι διατεθειμένοι να αποταμιεύσουν περισσότερο περιορίζοντας την τρέχουσα κατανάλωσή τους, απουσιάζουν τα μέσα για ουσιώδη επέκταση των επενδύσεων. Τα μέσα αυτά δεν μπορούν να παρασχεθούν μέσω της εκτύπωσης τραπεζογραμματίων και της δημιουργίας πιστώσεων στα τραπεζικά βιβλία.
It is no answer to this to object that public opinion in the capitalist countries favors the policy of cheap money. The masses are misled by the assertions of the pseudo-experts that cheap money can make them prosperous at no expense whatever. They do not realize that investment can be expanded only to the extent that more capital is accumulated by saving. They are deceived by the fairy tales of monetary cranks. Yet what counts in reality is not fairy tales, but people’s conduct. If men are not prepared to save more by cutting down their current consumption, the means for a substantial expansion of investment are lacking. These means cannot be provided by printing banknotes and by credit on the bank books.
Αποτελεί συνηθισμένο φαινόμενο το άτομο, υπό την ιδιότητά του ως ψηφοφόρου, να αντιφάσκει ουσιαστικά προς τη συμπεριφορά του στην αγορά. Μπορεί, παραδείγματος χάριν, να ψηφίζει υπέρ μέτρων που θα αυξήσουν την τιμή ενός εμπορεύματος ή όλων των εμπορευμάτων, ενώ υπό την ιδιότητά του ως αγοραστή επιθυμεί οι τιμές αυτές να παραμείνουν χαμηλές. Τέτοιες αντιφάσεις προκύπτουν από την άγνοια και το σφάλμα. Δεδομένης της ανθρώπινης φύσης, μπορούν να εμφανίζονται. Απουσιάζουν, όμως, σε μια κοινωνική οργάνωση στην οποία το άτομο δεν είναι ούτε ψηφοφόρος ούτε αγοραστής ή στην οποία η ψηφοφορία και η αγορά αποτελούν απλώς προσχήματα.
It is a common phenomenon that the individual in his capacity as a voter virtually contradicts his conduct on the market. Thus, for instance, he may vote for measures which will raise the price of one commodity or of all commodities, while as a buyer he wants to see these prices low. Such conflicts arise out of ignorance and error. As human nature is, they can happen. But in a social organization in which the individual is neither a voter nor a buyer, or in which voting and buying are merely a sham, they are absent.
7. Η επίδραση του αποπληθωρισμού και της πιστωτικής συστολής στο ακαθάριστο αγοραίο επιτόκιο
↗ στη σελίδα του βιβλίου7. The Gross Market Rate of Interest as Affected by Deflation and Credit Contraction
Υποθέτουμε ότι, κατά τη διάρκεια μιας αποπληθωριστικής διαδικασίας, ολόκληρη η ποσότητα κατά την οποία μειώνεται η προσφορά χρήματος υπό την ευρεία έννοια αποσύρεται από την αγορά δανειακών κεφαλαίων. Τότε η αγορά δανειακών κεφαλαίων και το ακαθάριστο αγοραίο επιτόκιο επηρεάζονται ήδη από την αρχή της διαδικασίας, σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία οι τιμές των εμπορευμάτων και των υπηρεσιών δεν έχουν ακόμη μεταβληθεί από την εν εξελίξει μεταβολή της χρηματικής σχέσης.
Μπορούμε, παραδείγματος χάριν, να υποθέσουμε ότι μια κυβέρνηση η οποία επιδιώκει τον αποπληθωρισμό εκδίδει ένα δάνειο και καταστρέφει το χαρτονόμισμα που δανείστηκε. Μια τέτοια διαδικασία υιοθετήθηκε επανειλημμένως κατά τους δύο τελευταίους αιώνες. Σκοπός ήταν, έπειτα από παρατεταμένη περίοδο πληθωριστικής πολιτικής, να επανέλθει η εθνική νομισματική μονάδα στην προηγούμενη μεταλλική της ισοτιμία. Στις περισσότερες περιπτώσεις, βεβαίως, τα αποπληθωριστικά σχέδια εγκαταλείφθηκαν σύντομα, καθώς η εφαρμογή τους αντιμετώπιζε εντεινόμενη αντίδραση και, επιπλέον, επιβάρυνε σοβαρά το δημόσιο ταμείο.
Ή μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι τράπεζες, θορυβημένες από τη δυσμενή εμπειρία της κρίσης που προκάλεσε η πιστωτική επέκταση, επιδιώκουν να αυξήσουν τα αποθέματα που διατηρούν έναντι των υποχρεώσεών τους και, ως εκ τούτου, περιορίζουν την ποσότητα της κυκλοφοριακής πίστης. Μια τρίτη δυνατότητα θα ήταν η κρίση να έχει οδηγήσει σε πτώχευση τράπεζες που χορηγούσαν κυκλοφοριακή πίστη και η εξάλειψη των καταπιστευματικών μέσων που είχαν εκδώσει αυτές οι τράπεζες να μειώνει την προσφορά πίστωσης στην αγορά δανειακών κεφαλαίων.
We assume that in the course of a deflationary process the whole amount by which the supply of money (in the broader sense) is reduced is taken from the loan market. Then the loan market and the gross market rate of interest are affected at the very beginning of the process, at a moment at which the prices of commodities and services are not yet altered by the change going on in the money relation. We may, for instance, posit that a government aiming at deflation floats a loan and destroys the paper money borrowed. Such a procedure has been, in the last two hundred years, adopted again and again. The idea was to raise, after a prolonged period of inflationary policy, the national monetary unit to its previous metallic parity. Of course, in most cases the deflationary projects were soon abandoned as their execution encountered increasing opposition and, moreover, heavily burdened the treasury. Or we may assume that the banks, frightened by their adverse experience in the crisis brought about by credit expansion, are intent upon increasing the reserves held against their liabilities and therefore restrict the amount of circulation credit. A third possibility would be that the crisis has resulted in the bankruptcy of banks which granted circulation credit and that the annihilation of the fiduciary media issued by these banks reduces the supply of credit on the loan market.
Σε αυτές τις περιπτώσεις εμφανίζεται προσωρινή τάση ανόδου του ακαθάριστου αγοραίου επιτοκίου. Εγχειρήματα τα οποία προηγουμένως θα εμφανίζονταν επικερδή παύουν να εμφανίζονται ως τέτοια. Αναπτύσσεται τάση πτώσης των τιμών των συντελεστών παραγωγής και, αργότερα, πτώσης και των τιμών των καταναλωτικών αγαθών. Η επιχειρηματική δραστηριότητα ατονεί. Το αδιέξοδο τερματίζεται μόνο όταν οι τιμές και τα μισθολογικά ποσοστά προσαρμοστούν, σε γενικές γραμμές, στη νέα χρηματική σχέση. Τότε προσαρμόζεται στη νέα κατάσταση και η αγορά δανειακών κεφαλαίων, και το ακαθάριστο αγοραίο επιτόκιο δεν διαταράσσεται πλέον από την ανεπάρκεια χρήματος που προσφέρεται για δανειοδοτήσεις.
Επομένως, μια χρηματογενής άνοδος του ακαθάριστου αγοραίου επιτοκίου προκαλεί προσωρινή στασιμότητα της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Ο αποπληθωρισμός και η πιστωτική συστολή, όπως ακριβώς ο πληθωρισμός και η πιστωτική επέκταση, αποτελούν παράγοντες που διαταράσσουν την ομαλή πορεία των οικονομικών δραστηριοτήτων. Αποτελεί, όμως, σφάλμα να αντιμετωπίζονται ο αποπληθωρισμός και η συστολή ως απλά κατοπτρικά είδωλα του πληθωρισμού και της επέκτασης.
In all these cases a temporary tendency toward a rise in the gross market rate of interest ensues. Projects which would have appeared profitable before appear so no longer. A tendency develops toward a fall in the prices of factors of production and later toward a fall in the prices of consumers’ goods also. Business becomes slack. The deadlock ceases only when prices and wage rates are by and large adjusted to the new money relation. Then the loan market too adapts itself to the new state of affairs, and the gross market rate of interest is no longer disarranged by a shortage of money offered for advances. Thus a cash-induced rise in the gross market rate of interest produces a temporary stagnation of business. Deflation and credit contraction no less than inflation and credit expansion are elements disarranging the smooth course of economic activities, and sources of disturbance. However, it is a blunder to look upon deflation and contraction as if they were simply counterparts of inflation and expansion.
Η επέκταση δημιουργεί αρχικά την απατηλή εικόνα ευημερίας. Είναι εξαιρετικά δημοφιλής, επειδή φαίνεται να καθιστά την πλειονότητα —αν όχι τους πάντες— ευπορότερη. Διαθέτει ισχυρή σαγηνευτική δύναμη. Για την ανακοπή της απαιτείται ιδιαίτερη ηθική αποφασιστικότητα. Αντιθέτως, η συστολή δημιουργεί αμέσως συνθήκες τις οποίες όλοι είναι πρόθυμοι να καταδικάσουν ως επιβλαβείς. Η αντιδημοτικότητά της είναι ακόμη μεγαλύτερη από τη δημοτικότητα της επέκτασης. Προκαλεί σφοδρή αντίδραση. Πολύ σύντομα, οι πολιτικές δυνάμεις που την αντιμάχονται καθίστανται ακατανίκητες.
Expansion produces first the illusory appearance of prosperity. It is extremely popular because it seems to make the majority, even everybody, more affluent. It has an enticing quality. A special moral effort is needed to stop it. On the other hand, contraction immediately produces conditions which everybody is ready to condemn as evil. Its unpopularity is even greater than the popularity of expansion. It creates violent opposition. Very soon the political forces fighting it become irresistible.
Ο πληθωρισμός μέσω χρήματος αναγκαστικής κυκλοφορίας και τα φθηνά δάνεια προς την κυβέρνηση παρέχουν πρόσθετους πόρους στο δημόσιο ταμείο· ο αποπληθωρισμός εξαντλεί τα ταμεία του. Η πιστωτική επέκταση αποτελεί ευεργέτημα για τις τράπεζες, ενώ η συστολή συνεπάγεται απώλειες. Ο πληθωρισμός και η επέκταση εμπεριέχουν πειρασμό, ενώ ο αποπληθωρισμός και η συστολή προκαλούν αποστροφή.
Fiat money inflation and cheap loans to the government convey additional funds to the treasury; deflation depletes the treasury’s vaults. Credit expansion is a boon for the banks, contraction is a forfeiture. There is a temptation in inflation and expansion and a repellent in deflation and contraction.
Η ανομοιότητα, όμως, μεταξύ αυτών των δύο αντίθετων τρόπων νομισματικής και πιστωτικής χειραγώγησης δεν συνίσταται μόνο στο γεγονός ότι ο ένας είναι δημοφιλής, ενώ ο άλλος αποστρέφεται καθολικά. Ο αποπληθωρισμός και η συστολή είναι λιγότερο πιθανό να προκαλέσουν εκτεταμένη καταστροφή από τον πληθωρισμό και την επέκταση, όχι απλώς επειδή εφαρμόζονται σπάνια. Είναι λιγότερο καταστροφικοί και εξαιτίας των εγγενών συνεπειών τους.
Η επέκταση κατασπαταλά σπάνιους συντελεστές παραγωγής μέσω εσφαλμένων επενδύσεων και υπερκατανάλωσης. Μόλις τερματιστεί, απαιτείται επίπονη διαδικασία ανάκαμψης για να εξαλειφθεί η πτώχευση που άφησε πίσω της. Η συστολή, αντιθέτως, δεν προκαλεί ούτε εσφαλμένες επενδύσεις ούτε υπερκατανάλωση. Ο προσωρινός περιορισμός της επιχειρηματικής δραστηριότητας που δημιουργεί μπορεί, σε γενικές γραμμές, να αντισταθμιστεί από τη μείωση της κατανάλωσης των απολυμένων μισθωτών και των ιδιοκτητών των υλικών συντελεστών παραγωγής, οι πωλήσεις των οποίων μειώνονται. Δεν αφήνει μακροχρόνιες πληγές. Όταν η συστολή τερματιστεί, η διαδικασία επαναπροσαρμογής δεν χρειάζεται να αποκαταστήσει ζημίες που προκλήθηκαν από ανάλωση κεφαλαίου.
But the dissimilarity between the two opposite modes of money and credit manipulation not only consists in the fact that while one of them is popular the other is universally loathed. Deflation and contraction are less likely to spread havoc than inflation and expansion not merely because they are only rarely resorted to. They are less disastrous also on account of their inherent effects. Expansion squanders scarce factors of production by malinvestment and overconsumption. If it once comes to an end, a tedious process of recovery is needed in order to wipe out the impoverishment it has left behind. But contraction produces neither malinvestment nor overconsumption. The temporary restriction in business activities that it engenders may by and large be offset by the drop in consumption on the part of the discharged wage earners and the owners of the material factors of production the sales of which drop. No protracted scars are left. When the contraction comes to an end, the process of readjustment does not need to make good for losses caused by capital consumption.
Ο αποπληθωρισμός και η πιστωτική συστολή δεν διαδραμάτισαν ποτέ αξιοσημείωτο ρόλο στην οικονομική ιστορία. Τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα ήταν η επιστροφή της Μεγάλης Βρετανίας στην προπολεμική χρυσή ισοτιμία της στερλίνας, τόσο μετά τον πληθωρισμό της περιόδου των Ναπολεόντειων Πολέμων όσο και μετά τον πληθωρισμό του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Και στις δύο περιπτώσεις, το Κοινοβούλιο και η κυβέρνηση υιοθέτησαν την αποπληθωριστική πολιτική χωρίς να έχουν σταθμίσει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των δύο διαθέσιμων μεθόδων επιστροφής στον κανόνα του χρυσού. Κατά τη δεύτερη δεκαετία του δέκατου ένατου αιώνα θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν, επειδή η νομισματική θεωρία δεν είχε ακόμη διασαφηνίσει τα σχετικά προβλήματα. Περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, όμως, η ίδια επιλογή αποτελούσε απλώς εκδήλωση ασυγχώρητης άγνοιας τόσο της οικονομικής επιστήμης όσο και της νομισματικής ιστορίας.10
Deflation and credit restriction never played a noticeable role in economic history. The outstanding examples were provided by Great Britain’s return, both after the wartime inflation of the Napoleonic wars and after that of the first World War, to the prewar gold parity of the sterling. In each case Parliament and Cabinet adopted the deflationist policy without having weighed the pros and cons of the two methods open for a return to the gold standard. In the second decade of the nineteenth century they could be exonerated, as at that time monetary theory had not yet clarified the problems involved. More than a hundred years later it was simply a display of inexcusable ignorance of economics as well as of monetary history.[9]
Η άγνοια εκδηλώνεται επίσης στη σύγχυση μεταξύ, αφενός, του αποπληθωρισμού και της πιστωτικής συστολής και, αφετέρου, της διαδικασίας επαναπροσαρμογής στην οποία πρέπει να καταλήξει κάθε οικονομική άνθηση που προκαλείται από πιστωτική επέκταση. Το αν η κρίση θα επιφέρει ή όχι περιορισμό της ποσότητας των καταπιστευματικών μέσων εξαρτάται από τη θεσμική διάρθρωση του πιστωτικού συστήματος που δημιούργησε την άνθηση. Ένας τέτοιος περιορισμός μπορεί να επέλθει όταν η κρίση οδηγεί σε πτώχευση τράπεζες που χορηγούν κυκλοφοριακή πίστη και η μείωση αυτή δεν αντισταθμίζεται από αντίστοιχη επέκταση των υπόλοιπων τραπεζών.
Δεν αποτελεί, όμως, αναγκαίο συνοδευτικό φαινόμενο της ύφεσης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι δεν εμφανίστηκε στην Ευρώπη κατά τα τελευταία ογδόντα έτη και ότι ο βαθμός στον οποίο εμφανίστηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες υπό τον Νόμο περί Ομοσπονδιακού Αποθεματικού Συστήματος (Fed) του 1913 έχει διογκωθεί υπερβολικά. Η πιστωτική στενότητα που χαρακτηρίζει την κρίση δεν προκαλείται από συστολή, αλλά από την αποχή από περαιτέρω πιστωτική επέκταση. Πλήττει όλες τις επιχειρήσεις —όχι μόνο εκείνες που είναι ούτως ή άλλως καταδικασμένες, αλλά εξίσου και εκείνες των οποίων η δραστηριότητα είναι υγιής και θα μπορούσε να ευημερήσει αν υπήρχε διαθέσιμη κατάλληλη πίστωση.
Επειδή οι εκκρεμείς οφειλές δεν εξοφλούνται, οι τράπεζες στερούνται τα μέσα για να χορηγήσουν πιστώσεις ακόμη και στις πιο εύρωστες επιχειρήσεις. Η κρίση γενικεύεται και εξαναγκάζει όλους τους κλάδους της οικονομικής δραστηριότητας και όλες τις επιχειρήσεις να περιορίσουν την έκταση των δραστηριοτήτων τους. Δεν υπάρχει, όμως, κανένα μέσο αποφυγής αυτών των δευτερογενών συνεπειών της προηγούμενης οικονομικής άνθησης.
Ignorance manifests itself also in the confusion of deflation and contraction and of the process of readjustment into which every expansionist boom must lead. It depends on the institutional structure of the credit system which created the boom whether or not the crisis brings about a restriction in the amount of fiduciary media. Such a restriction may occur when the crisis results in the bankruptcy of banks granting circulation credit and the falling off is not counterpoised by a corresponding expansion on the part of the remaining banks. But it is not necessarily an attendant phenomenon of the depression; it is beyond doubt that it has not appeared in the last eighty years in Europe and that the extent to which it occurred in the United States under the Federal Reserve Act of 1913 has been grossly exaggerated. The dearth of credit which marks the crisis is caused not by contraction but by the abstention from further credit expansion. It hurts all enterprises—not only those which are doomed at any rate, but no less those whose business is sound and could flourish if appropriate credit were available. As the outstanding debts are not paid back, the banks lack the means to grant credits even to the most solid firms. The crisis becomes general and forces all branches of business and all firms to restrict the scope of their activities. But there is no means of avoiding these secondary consequences of the preceding boom. They are inevitable.
Μόλις εμφανιστεί η ύφεση, εγείρεται γενικός θρήνος για τον αποπληθωρισμό και οι άνθρωποι απαιτούν τη συνέχιση της επεκτατικής πολιτικής. Είναι αληθές ότι, ακόμη και χωρίς περιορισμό της διαθέσιμης προσφοράς καθαυτού χρήματος και καταπιστευματικών μέσων, η ύφεση δημιουργεί μια χρηματογενή τάση αύξησης της αγοραστικής δύναμης της νομισματικής μονάδας. Κάθε επιχείρηση επιδιώκει να αυξήσει τα χρηματικά της υπόλοιπα, και αυτές οι προσπάθειες επηρεάζουν τη σχέση μεταξύ της προσφοράς χρήματος υπό την ευρεία έννοια και της ζήτησης χρήματος υπό την ευρεία έννοια προς διακράτηση σε χρηματικά υπόλοιπα. Αυτό μπορεί ορθώς να αποκληθεί αποπληθωρισμός.
Αποτελεί, όμως, σοβαρό σφάλμα η πεποίθηση ότι η πτώση των τιμών των εμπορευμάτων προκαλείται από αυτή την επιδίωξη μεγαλύτερων χρηματικών υπολοίπων. Η αιτιώδης σχέση λειτουργεί προς την αντίθετη κατεύθυνση. Οι τιμές των συντελεστών παραγωγής —τόσο των υλικών όσο και των ανθρώπινων— είχαν φθάσει σε υπερβολικό ύψος κατά την περίοδο της οικονομικής άνθησης. Πρέπει να μειωθούν προτού η επιχειρηματική δραστηριότητα καταστεί εκ νέου επικερδής. Οι επιχειρηματίες αυξάνουν τα χρηματικά τους υπόλοιπα επειδή απέχουν από την αγορά αγαθών και την πρόσληψη εργαζομένων ενόσω η διάρθρωση των τιμών και των μισθών δεν έχει προσαρμοστεί στην πραγματική κατάσταση των δεδομένων της αγοράς. Επομένως, κάθε προσπάθεια της κυβέρνησης ή των εργατικών συνδικάτων να εμποδίσει ή να καθυστερήσει αυτή την προσαρμογή απλώς παρατείνει τη στασιμότητα.
As soon as the depression appears, there is a general lament over deflation and people clamor for a continuation of the expansionist policy. Now, it is true that even with no restrictions in the supply of money proper and fiduciary media available, the depression brings about a cash-induced tendency toward an increase in the purchasing power of the monetary unit. Every firm is intent upon increasing its cash holdings, and these endeavors affect the ratio between the supply of money (in the broader sense) and the demand for money (in the broader sense) for cash holding. This may be properly called deflation. But it is a serious blunder to believe that the fall in commodity prices is caused by this striving after greater cash holding. The causation is the other way around. Prices of the factors of production— both material and human—have reached an excessive height in the boom period. They must come down before business can become profitable again. The entrepreneurs enlarge their cash holding because they abstain from buying goods and hiring workers as long as the structure of prices and wages is not adjusted to the real state of the market data. Thus any attempt of the government or the labor unions to prevent or to delay this adjustment merely prolongs the stagnation.
Ακόμη και οικονομολόγοι απέτυχαν συχνά να κατανοήσουν αυτή την αιτιώδη αλληλουχία. Υποστήριξαν τα εξής: η διάρθρωση των τιμών, όπως διαμορφώθηκε κατά την οικονομική άνθηση, υπήρξε προϊόν της επεκτατικής πίεσης. Αν τερματιστεί η περαιτέρω αύξηση των καταπιστευματικών μέσων, πρέπει να ανακοπεί η ανοδική κίνηση των τιμών και των μισθών. Αν, όμως, δεν υπάρξει αποπληθωρισμός, δεν μπορεί να προκύψει πτώση των τιμών και των μισθολογικών ποσοστών.
Even economists often failed to comprehend this concatenation. They argued thus: The structure of prices as it developed in the boom was a product of the expansionist pressure. If the further increase in fiduciary media comes to an end, the upward movement of prices and wages must stop. But, if there were no deflation, no drop in prices and wage rates could result.
Ο συλλογισμός αυτός θα ήταν ορθός αν η πληθωριστική πίεση δεν είχε επηρεάσει την αγορά δανειακών κεφαλαίων προτού εξαντλήσει τις άμεσες επιδράσεις της στις τιμές των εμπορευμάτων. Ας υποθέσουμε ότι η κυβέρνηση μιας απομονωμένης χώρας εκδίδει πρόσθετο χαρτονόμισμα προκειμένου να καταβάλει επιδόματα σε πολίτες μέτριου εισοδήματος. Η προκαλούμενη άνοδος των τιμών των εμπορευμάτων θα διατάρασσε την παραγωγή· θα έτεινε να μετατοπίσει την παραγωγή από τα καταναλωτικά αγαθά που αγοράζουν συνήθως οι μη επιδοτούμενες ομάδες του έθνους προς εκείνα που ζητούν οι επιδοτούμενες ομάδες.
Αν αργότερα εγκαταλειφθεί η πολιτική επιδότησης ορισμένων ομάδων με αυτόν τον τρόπο, θα μειωθούν οι τιμές των αγαθών που ζητούσαν όσοι προηγουμένως επιδοτούνταν, ενώ οι τιμές των αγαθών που ζητούσαν όσοι προηγουμένως δεν επιδοτούνταν θα αυξηθούν εντονότερα. Δεν θα εμφανιστεί, όμως, τάση επιστροφής της αγοραστικής δύναμης της νομισματικής μονάδας στην κατάσταση που επικρατούσε πριν από τον πληθωρισμό. Η διάρθρωση των τιμών θα έχει επηρεαστεί διαρκώς από το πληθωριστικό εγχείρημα, αν η κυβέρνηση δεν αποσύρει από την αγορά την πρόσθετη ποσότητα χαρτονομίσματος που διοχέτευσε υπό μορφή επιδομάτων.
This reasoning would be correct if the inflationary pressure had not affected the loan market before it had exhausted its direct effects upon commodity prices. Let us assume that a government of an isolated country issues additional paper money in order to pay doles to the citizens of moderate income. The rise in commodity prices thus brought about would disarrange production; it would tend to shift production from the consumers’ goods regularly bought by the nonsubsidized groups of the nation to those which the subsidized groups are demanding. If the policy of subsidizing some groups in this way is later abandoned, the prices of the goods demanded by those formerly subsidized will drop and the prices of the goods demanded by those formerly nonsubsidized will rise more sharply. But there will be no tendency of the monetary unit’s purchasing power to return to the state of the pre-inflation period. The structure of prices will be lastingly affected by the inflationary venture if the government does not withdraw from the market the additional quantity of paper money it has injected in the shape of subsidies.
Οι συνθήκες είναι διαφορετικές στην περίπτωση πιστωτικής επέκτασης που επηρεάζει πρώτα την αγορά δανειακών κεφαλαίων. Σε αυτή την περίπτωση, οι πληθωριστικές επιδράσεις πολλαπλασιάζονται από τις συνέπειες της εσφαλμένης επένδυσης κεφαλαίου και της υπερκατανάλωσης. Πλειοδοτώντας ο ένας έναντι του άλλου στον αγώνα τους για μεγαλύτερο μερίδιο στην περιορισμένη προσφορά κεφαλαιουχικών αγαθών και εργασίας, οι επιχειρηματίες ωθούν τις τιμές σε ύψος στο οποίο μπορούν να διατηρηθούν μόνο ενόσω η πιστωτική επέκταση συνεχίζεται με επιταχυνόμενο ρυθμό. Η απότομη πτώση των τιμών όλων των εμπορευμάτων και υπηρεσιών είναι αναπόφευκτη μόλις διακοπεί η περαιτέρω εισροή πρόσθετων καταπιστευματικών μέσων.
Conditions are different under a credit expansion which first affects the loan market. In this case the inflationary effects are multiplied by the consequences of capital malinvestment and overconsumption. Overbidding one another in the struggle for a greater share in the limited supply of capital goods and labor, the entrepreneurs push prices to a height at which they can remain only as long as the credit expansion goes on at an accelerated pace. A sharp drop in the prices of all commodities and services is unavoidable as soon as the further inflow of additional fiduciary media stops.
Όσο διαρκεί η οικονομική άνθηση, επικρατεί γενική τάση αγοράς όσων περισσότερων αγαθών είναι δυνατόν, επειδή αναμένεται περαιτέρω άνοδος των τιμών. Αντιθέτως, κατά την ύφεση οι άνθρωποι απέχουν από τις αγορές, επειδή αναμένουν ότι οι τιμές θα εξακολουθήσουν να μειώνονται. Η ανάκαμψη και η επιστροφή στην «ομαλότητα» μπορούν να αρχίσουν μόνο όταν οι τιμές και τα μισθολογικά ποσοστά έχουν μειωθεί τόσο, ώστε επαρκής αριθμός ανθρώπων να θεωρεί ότι δεν θα υποχωρήσουν περαιτέρω. Επομένως, το μοναδικό μέσο συντόμευσης της περιόδου υποτονικής επιχειρηματικής δραστηριότητας είναι η αποφυγή κάθε προσπάθειας καθυστέρησης ή ανακοπής της πτώσης των τιμών και των μισθολογικών ποσοστών.
While the boom is in progress, there prevails a general tendency to buy as much as one can buy because a further rise in prices is anticipated. In the depression, on the other hand, people abstain from buying because they expect that prices will continue to drop. The recovery and the return to “normalcy” can only begin when prices and wage rates are so low that a sufficient number of people assume that they will not drop still more. Therefore the only means to shorten the period of bad business is to avoid any attempts to delay or to check the fall in prices and wage rates.
Μόνο όταν αρχίσει να διαμορφώνεται η ανάκαμψη αρχίζει να εκδηλώνεται στη διάρθρωση των τιμών η μεταβολή της χρηματικής σχέσης που προκλήθηκε από την αύξηση της ποσότητας των καταπιστευματικών μέσων.
Only when the recovery begins to take shape does the change in the money relation, as effected by the increase in the quantity of fiduciary media, begin to manifest itself in the structure of prices.
Η διαφορά μεταξύ πιστωτικής επέκτασης και απλού πληθωρισμού
The Difference Between Credit Expansion and Simple Inflation
Κατά την εξέταση των συνεπειών της πιστωτικής επέκτασης υποθέσαμε ότι ολόκληρη η ποσότητα των πρόσθετων καταπιστευματικών μέσων εισέρχεται στο σύστημα της αγοράς μέσω της αγοράς δανειακών κεφαλαίων, με τη μορφή πιστώσεων προς τις επιχειρήσεις. Όλα όσα διατυπώθηκαν σχετικά με τις επιδράσεις της πιστωτικής επέκτασης αναφέρονται σε αυτή την προϋπόθεση.
In dealing with the consequences of credit expansion we assumed that the total amount of additional fiduciary media enters the market system via the loan market as advances to business. All that has been predicated with regard to the effects of credit expansion refers to this condition.
Υπάρχουν, ωστόσο, περιπτώσεις στις οποίες οι νομικές και τεχνικές μέθοδοι της πιστωτικής επέκτασης χρησιμοποιούνται για μια διαδικασία καταλλακτικά εντελώς διαφορετική από τη γνήσια πιστωτική επέκταση. Λόγοι πολιτικής και θεσμικής σκοπιμότητας καθιστούν ορισμένες φορές συμφέρουσα για μια κυβέρνηση την αξιοποίηση των τραπεζικών διευκολύνσεων ως υποκατάστατου της έκδοσης κυβερνητικού χρήματος αναγκαστικής κυκλοφορίας. Το δημόσιο ταμείο δανείζεται από την τράπεζα και η τράπεζα παρέχει τα απαιτούμενα κεφάλαια εκδίδοντας πρόσθετα τραπεζογραμμάτια ή πιστώνοντας την κυβέρνηση σε καταθετικό λογαριασμό.
Από νομική άποψη, η τράπεζα καθίσταται πιστωτής του δημόσιου ταμείου. Στην πραγματικότητα, ολόκληρη η συναλλαγή ισοδυναμεί με πληθωρισμό μέσω χρήματος αναγκαστικής κυκλοφορίας. Τα πρόσθετα καταπιστευματικά μέσα εισέρχονται στην αγορά μέσω του δημόσιου ταμείου, ως πληρωμές για διάφορα στοιχεία κυβερνητικής δαπάνης. Αυτή η πρόσθετη κυβερνητική ζήτηση είναι εκείνη που παρακινεί τις επιχειρήσεις να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους.
Η έκδοση αυτών των νεοδημιουργημένων ποσών χρήματος αναγκαστικής κυκλοφορίας δεν παρεμβαίνει άμεσα στο ακαθάριστο αγοραίο επιτόκιο, ανεξάρτητα από το επιτόκιο που καταβάλλει η κυβέρνηση στην τράπεζα. Πέρα από την εμφάνιση θετικής προσαύξησης τιμής, επηρεάζουν την αγορά δανειακών κεφαλαίων και το ακαθάριστο αγοραίο επιτόκιο μόνο αν ένα μέρος τους φθάσει στην αγορά δανειακών κεφαλαίων σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία οι επιδράσεις τους στις τιμές των εμπορευμάτων και στα μισθολογικά ποσοστά δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί.
There are, however, instances in which the legal and technical methods of credit expansion are used for a procedure catallactically utterly different from genuine credit expansion. Political and institutional convenience sometimes makes it expedient for a government to take advantage of the facilities of banking as a substitute for issuing government fiat money. The treasury borrows from the bank, and the bank provides the funds needed by issuing additional banknotes or crediting the government on a deposit account. Legally the bank becomes the treasury’s creditor. In fact the whole transaction amounts to fiat money inflation. The additional fiduciary media enter the market by way of the treasury as payment for various items of government expenditure. It is this additional government demand that incites business to expand its activities. The issuance of these newly created fiat money sums does not directly interfere with the gross market rate of interest, whatever the rate of interest may be which the government pays to the bank. They affect the loan market and the gross market rate of interest, apart from the emergence of a positive price premium, only if a part of them reaches the loan market at a time at which their effects upon commodity prices and wage rates have not yet been consummated.
Τέτοιες ήταν, παραδείγματος χάριν, οι συνθήκες στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Πέρα από την πολιτική πιστωτικής επέκτασης την οποία η κυβέρνηση είχε ήδη υιοθετήσει πριν από την έναρξη του πολέμου, το κράτος δανείστηκε εκτεταμένα από τις εμπορικές τράπεζες. Από τεχνική άποψη, επρόκειτο για πιστωτική επέκταση· κατ’ ουσίαν, όμως, αποτελούσε υποκατάστατο της έκδοσης greenbacks, δηλαδή μη εξαργυρώσιμου κρατικού χαρτονομίσματος.
Σε άλλες χώρες χρησιμοποιήθηκαν ακόμη πιο περίπλοκες τεχνικές. Έτσι, παραδείγματος χάριν, το Γερμανικό Ράιχ πωλούσε κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ομόλογα στο κοινό. Η Reichsbank χρηματοδοτούσε αυτές τις αγορές δανείζοντας στους αγοραστές το μεγαλύτερο μέρος των απαιτούμενων κεφαλαίων, με ενέχυρο τα ίδια τα ομόλογα. Πέρα από το μέρος που κατέβαλλε ο αγοραστής από τα δικά του κεφάλαια, ο ρόλος της τράπεζας και του κοινού στην όλη συναλλαγή ήταν απλώς τυπικός. Στην πραγματικότητα, τα πρόσθετα τραπεζογραμμάτια αποτελούσαν μη μετατρέψιμο χαρτονόμισμα.
Such were, for example, the conditions in the United States in the second World War. Apart from the credit expansion policy, which the Administration had already adopted before the outbreak of the war, the government borrowed heavily from the commercial banks. This was technically credit expansion; essentially it was a substitute for the issuance of greenbacks. Even more complicated techniques were resorted to in many countries. Thus, for instance, the German Reich in the first World War sold bonds to the public. The Reichsbank financed these purchases by lending the greater part of the funds needed to the buyers against the same bonds as collateral. Apart from the fraction which the buyer contributed from his own funds, the role that the Bank and the public played in the whole transaction was merely formal. Virtually, the additional banknotes were inconvertible paper money.
Είναι σημαντικό να λαμβάνονται υπόψη αυτά τα γεγονότα, ώστε να μη συγχέονται οι συνέπειες της γνήσιας πιστωτικής επέκτασης με εκείνες του πληθωρισμού μέσω κυβερνητικά δημιουργούμενου χρήματος αναγκαστικής κυκλοφορίας.
It is important to pay heed to these facts in order not to confuse the consequences of credit expansion proper and those of government-made fiat money inflation.
8. Η νομισματική θεωρία ή θεωρία της κυκλοφοριακής πίστης του οικονομικού κύκλου
↗ στη σελίδα του βιβλίου8. The Monetary or Circulation Credit Theory of the Trade Cycle
Η θεωρία των κυκλικών διακυμάνσεων της οικονομικής δραστηριότητας, όπως διατυπώθηκε από τη βρετανική Νομισματική Σχολή, ήταν ανεπαρκής από δύο απόψεις.
The theory of the cyclical fluctuations of business as elaborated by the British Currency School was in two respects unsatisfactory.
Πρώτον, απέτυχε να αναγνωρίσει ότι η κυκλοφοριακή πίστη μπορεί να χορηγηθεί όχι μόνο μέσω της έκδοσης τραπεζογραμματίων που υπερβαίνουν τα χρηματικά αποθέματα των τραπεζών, αλλά και μέσω της δημιουργίας τραπεζικών καταθέσεων διαθέσιμων μέσω επιταγής, οι οποίες υπερβαίνουν αυτά τα αποθέματα —δηλαδή μέσω λογιστικού χρήματος ή καταθετικού νομίσματος. Κατά συνέπεια, δεν αντιλήφθηκε ότι οι πληρωτέες εν όψει καταθέσεις μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν ως μηχανισμός πιστωτικής επέκτασης.
Το σφάλμα αυτό δεν έχει μεγάλη βαρύτητα, επειδή μπορεί εύκολα να διορθωθεί. Αρκεί να τονιστεί ότι όλα όσα αφορούν την πιστωτική επέκταση ισχύουν για κάθε μορφή της, ανεξάρτητα από το αν τα πρόσθετα καταπιστευματικά μέσα έχουν τη μορφή τραπεζογραμματίων ή καταθέσεων. Ωστόσο, οι διδασκαλίες της Νομισματικής Σχολής ενέπνευσαν τη βρετανική νομοθεσία που αποσκοπούσε στην αποτροπή της επανεμφάνισης οικονομικών ανθήσεων προκαλούμενων από πιστωτική επέκταση και των αναγκαίων συνεπειών τους, δηλαδή των υφέσεων, σε μια εποχή κατά την οποία αυτή η θεμελιώδης αδυναμία δεν είχε ακόμη αναγνωριστεί αρκετά ευρέως.
Ο Νόμος του Peel του 1844 και οι απομιμήσεις του σε άλλες χώρες δεν πέτυχαν τους επιδιωκόμενους σκοπούς, και η αποτυχία αυτή κλόνισε το κύρος της Νομισματικής Σχολής. Η Τραπεζική Σχολή θριάμβευσε χωρίς να το αξίζει.
First it failed to recognize that circulation credit can be granted not only by the issue of banknotes in excess of the banks’ holding of cash reserves, but also by creating bank deposits subject to check in excess of such reserves (checkbook money, deposit currency). Consequently it did not realize that deposits payable on demand can also be used as a device of credit expansion. This error is of little weight, as it can be easily amended. It is enough to stress the point that all that refers to credit expansion is valid for all varieties of credit expansion no matter whether the additional fiduciary media are banknotes or deposits. However, the teachings of the Currency School inspired British legislation designed to prevent the return of credit-expansion booms and their necessary consequence, depressions, at a time when this fundamental defect was not yet unmasked. Peel’s Act of 1844 and its imitations in other countries did not attain the ends sought, and this failure shook the prestige of the Currency School. The Banking School triumphed undeservedly.
Η δεύτερη αδυναμία της θεωρίας της Νομισματικής Σχολής ήταν σημαντικότερη. Περιόρισε τον συλλογισμό της στο πρόβλημα της εξωτερικής εκροής χρηματικών αποθεμάτων. Εξέτασε μόνο μια ειδική περίπτωση: την πιστωτική επέκταση σε μία μόνο χώρα, ενώ στις άλλες περιοχές είτε δεν υπάρχει πιστωτική επέκταση είτε πραγματοποιείται σε μικρότερο βαθμό. Αυτό αρκούσε, σε γενικές γραμμές, για να εξηγήσει τις βρετανικές κρίσεις του πρώτου μισού του δέκατου ένατου αιώνα. Άγγιζε, όμως, μόνο την επιφάνεια του προβλήματος.
Το ουσιώδες ερώτημα δεν τέθηκε καθόλου. Δεν πραγματοποιήθηκε καμία προσπάθεια διασαφήνισης των συνεπειών μιας γενικής πιστωτικής επέκτασης που δεν περιορίζεται σε ορισμένο αριθμό τραπεζών με περιορισμένη πελατεία. Δεν αναλύθηκαν οι αμοιβαίες σχέσεις μεταξύ της προσφοράς χρήματος υπό την ευρεία έννοια και του επιτοκίου. Τα ποικίλα σχέδια για τη μείωση ή την πλήρη κατάργηση του τόκου μέσω τραπεζικής μεταρρύθμισης χλευάστηκαν υπεροπτικά ως κομπογιαννιτισμός, αλλά δεν αναλύθηκαν κριτικά ούτε αναιρέθηκαν. Η αφελής παραδοχή περί ουδετερότητας του χρήματος επικυρώθηκε σιωπηρά. Έτσι, αφέθηκε ελεύθερο το πεδίο σε όλες τις μάταιες προσπάθειες ερμηνείας των κρίσεων και των οικονομικών διακυμάνσεων μέσω της θεωρίας της άμεσης ανταλλαγής. Πέρασαν πολλές δεκαετίες προτού λυθούν τα μάγια.
The second shortcoming of the Currency Theory was more momentous. It restricted its reasoning to the problem of the external drain. It dealt only with a particular case, viz., credit expansion in one country only while there is either no credit expansion or only credit expansion to a smaller extent in other areas. This was, by and large, sufficient to explain the British crisis of the first part of the nineteenth century. But it touched only the surface of the problem. The essential question was not raised at all. Nothing was done to clarify the consequences of a general expansion of credit not confined to a number of banks with a restricted clientele. The reciprocal relations between the supply of money (in the broader sense) and the rate of interest were not analyzed. The multifarious projects to lower or to abolish interest altogether by means of a banking reform were haughtily derided as quackery, but not critically dissected and refuted. The naïve presumption of money’s neutrality was tacitly ratified. Thus a free hand was left to all futile attempts to interpret crises and business fluctuations by means of the theory of direct exchange. Many decades passed before the spell was broken.
Το εμπόδιο που έπρεπε να υπερβεί η νομισματική θεωρία ή θεωρία της κυκλοφοριακής πίστης δεν ήταν μόνο το θεωρητικό σφάλμα, αλλά και η πολιτική προκατάληψη. Η κοινή γνώμη τείνει να βλέπει στον τόκο απλώς ένα θεσμικό εμπόδιο στην επέκταση της παραγωγής. Δεν αντιλαμβάνεται ότι η υποτίμηση των μελλοντικών αγαθών έναντι των παρόντων αποτελεί αναγκαία και αιώνια κατηγορία της ανθρώπινης δράσης και δεν μπορεί να καταργηθεί μέσω τραπεζικών χειραγωγήσεων.
Στα μάτια των εκκεντρικών και των δημαγωγών, ο τόκος αποτελεί προϊόν των σκοτεινών μηχανορραφιών αδίστακτων εκμεταλλευτών. Η πανάρχαια αποδοκιμασία του τόκου αναβίωσε πλήρως μέσω του σύγχρονου παρεμβατισμού. Αυτός παραμένει προσηλωμένος στο δόγμα ότι ένα από τα κυριότερα καθήκοντα μιας χρηστής κυβέρνησης είναι να μειώσει το επιτόκιο στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό ή να το καταργήσει πλήρως.
Όλες οι σύγχρονες κυβερνήσεις είναι φανατικά προσηλωμένες στην πολιτική του εύκολου χρήματος. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η βρετανική κυβέρνηση υποστήριξε ότι η πιστωτική επέκταση επιτέλεσε «το θαύμα ... της μετατροπής μιας πέτρας σε ψωμί».11 Ένας πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Αποθεματικής Τράπεζας της Νέας Υόρκης δήλωσε ότι «η πλήρης απελευθέρωση από την εγχώρια χρηματαγορά είναι εφικτή για κάθε κυρίαρχο εθνικό κράτος στο οποίο υπάρχει θεσμός που λειτουργεί κατά τον τρόπο μιας σύγχρονης κεντρικής τράπεζας και του οποίου το νόμισμα δεν είναι μετατρέψιμο σε χρυσό ή σε κάποιο άλλο εμπόρευμα».12
Πολλές κυβερνήσεις, πανεπιστήμια και ινστιτούτα οικονομικής έρευνας επιδοτούν γενναιόδωρα δημοσιεύσεις των οποίων κύριος σκοπός είναι να εξυμνούν τα ευεργετήματα της αχαλίνωτης πιστωτικής επέκτασης και να συκοφαντούν όλους τους αντιπάλους της ως κακόβουλους υπερασπιστές των ιδιοτελών συμφερόντων των τοκογλύφων.
The hindrance that the monetary or circulation credit theory had to overcome was not merely theoretical error but also political bias. Public opinion is prone to see in interest nothing but a merely institutional obstacle to the expansion of production. It does not realize that the discount of future goods as against present goods is a necessary and eternal category of human action and cannot be abolished by bank manipulation. In the eyes of cranks and demagogues, interest is a product of the sinister machinations of rugged exploiters. The age-old disapprobation of interest has been fully revived by modern interventionism. It clings to the dogma that it is one of the foremost duties of good government to lower the rate of interest as far as possible or to abolish it altogether. All present-day governments are fanatically committed to an easy money policy. As has been mentioned already, the British Government has asserted that credit expansion has performed “the miracle . . . of turning a stone into bread.”[10] A Chairman of the Federal Reserve Bank of New York has declared that “final freedom from the domestic money market exists for every sovereign national state where there exists an institution which functions in the manner of a modern central bank, and whose currency is not convertible into gold or into some other commodity.”[11] Many governments, universities, and institutes of economic research lavishly subsidize publications whose main purpose is to praise the blessings of unbridled credit expansion and to slander all opponents as ill-intentioned advocates of the selfish interests of usurers.
Η κυματοειδής κίνηση που επηρεάζει το οικονομικό σύστημα —η επανεμφάνιση περιόδων οικονομικής άνθησης τις οποίες ακολουθούν περίοδοι ύφεσης— αποτελεί αναπόφευκτο αποτέλεσμα των επανειλημμένων προσπαθειών μείωσης του ακαθάριστου αγοραίου επιτοκίου μέσω πιστωτικής επέκτασης. Δεν υπάρχει κανένα μέσο αποφυγής της τελικής κατάρρευσης μιας άνθησης που προκλήθηκε από πιστωτική επέκταση. Η μόνη εναλλακτική επιλογή είναι αν η κρίση θα επέλθει νωρίτερα, ως αποτέλεσμα της εκούσιας εγκατάλειψης της περαιτέρω πιστωτικής επέκτασης, ή αργότερα, ως τελική και ολοκληρωτική καταστροφή του συγκεκριμένου νομισματικού συστήματος.
The wavelike movement affecting the economic system, the recurrence of periods of boom which are followed by periods of depression, is the unavoidable outcome of the attempts, repeated again and again, to lower the gross market rate of interest by means of credit expansion. There is no means of avoiding the final collapse of a boom brought about by credit expansion. The alternative is only whether the crisis should come sooner as the result of a voluntary abandonment of further credit expansion, or later as a final and total catastrophe of the currency system involved.
Η μοναδική ένσταση που προβλήθηκε ποτέ κατά της θεωρίας της κυκλοφοριακής πίστης είναι πράγματι ασθενής. Έχει υποστηριχθεί ότι η μείωση του ακαθάριστου αγοραίου επιτοκίου κάτω από το ύψος στο οποίο θα είχε διαμορφωθεί σε μια ανεμπόδιστη αγορά δανειακών κεφαλαίων μπορεί να εμφανίζεται όχι ως αποτέλεσμα σκόπιμης πολιτικής των τραπεζών ή των νομισματικών αρχών, αλλά ως ακούσια συνέπεια του συντηρητισμού τους. Αντιμέτωπες με μια κατάσταση η οποία, αν αφηνόταν να εξελιχθεί ελεύθερα, θα οδηγούσε σε άνοδο του αγοραίου επιτοκίου, οι τράπεζες απέχουν από τη μεταβολή του επιτοκίου που χρεώνουν στις πιστώσεις και περιπίπτουν έτσι, είτε το επιθυμούν είτε όχι, σε πιστωτική επέκταση.13
Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι. Ακόμη, όμως, και αν δεχόμασταν την ορθότητά τους χάριν του επιχειρήματος, δεν θα επηρέαζαν καθόλου την ουσία της νομισματικής εξήγησης του οικονομικού κύκλου. Δεν έχει σημασία ποιες συγκεκριμένες συνθήκες παρακινούν τις τράπεζες να επεκτείνουν την πίστωση και να μειώσουν το ακαθάριστο αγοραίο επιτόκιο κάτω από το επίπεδο που θα είχε προσδιορίσει η ανεμπόδιστη αγορά.
Εκείνο που έχει αποκλειστική σημασία είναι ότι οι τράπεζες και οι νομισματικές αρχές καθοδηγούνται από την αντίληψη ότι το ύψος των επιτοκίων, όπως προσδιορίζεται από την ελεύθερη αγορά δανειακών κεφαλαίων, αποτελεί κακό· ότι σκοπός μιας χρηστής οικονομικής πολιτικής είναι να το μειώσει· και ότι η πιστωτική επέκταση αποτελεί κατάλληλο μέσο για την επίτευξη αυτού του σκοπού, χωρίς να βλάπτει κανέναν εκτός από τους παρασιτικούς χρηματικούς δανειστές. Αυτή η πλάνη είναι εκείνη που τους ωθεί να αναλάβουν εγχειρήματα τα οποία πρέπει τελικά να επιφέρουν την ύφεση.
The only objection ever raised against the circulation credit theory is lame indeed. It has been asserted that the lowering of the gross market rate of interest below the height it would have reached on an unhampered loan market may appear not as the outcome of an intentional policy on the part of the banks or the monetary authorities but as the unintentional effect of their conservatism. Faced with a situation which would, when left alone, result in a raise in the market rate, the banks refrain from altering the interest they charge on advances and thus willy-nilly tumble into expansion. [12] These assertions are unwarranted. But if we are prepared to admit their correctness for the sake of argument, they do not affect at all the essence of the monetary explanation of the trade cycle. It is of no concern what the particular conditions are that induce the banks to expand credit and to underbid the gross market rate of interest which the unhampered market would have determined. What counts is solely that the banks and the monetary authorities are guided by the idea that the height of interest rates as the free loan market determines it is an evil, that it is the objective of a good economic policy to lower it, and that credit expansion is an appropriate means of achieving this end without harm to anybody but parasitic moneylenders. It is this infatuation that causes them to embark upon ventures which must finally bring about the slump.
Αν ληφθούν υπόψη αυτά τα γεγονότα, θα μπορούσε κανείς να μπει στον πειρασμό να αποφύγει κάθε συζήτηση των σχετικών προβλημάτων στο πλαίσιο της θεωρίας της καθαρής οικονομίας της αγοράς και να τη μεταφέρει στην ανάλυση του παρεμβατισμού, δηλαδή της κυβερνητικής παρέμβασης στα φαινόμενα της αγοράς. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πιστωτική επέκταση αποτελεί ένα από τα πρωταρχικά ζητήματα του παρεμβατισμού. Παρ’ όλα αυτά, η κατάλληλη θέση για την ανάλυση των σχετικών προβλημάτων δεν βρίσκεται στη θεωρία του παρεμβατισμού, αλλά στη θεωρία της καθαρής οικονομίας της αγοράς. Διότι το πρόβλημα που πρέπει να εξετάσουμε είναι κατ’ ουσίαν η σχέση μεταξύ της προσφοράς χρήματος και του επιτοκίου, πρόβλημα του οποίου οι συνέπειες της πιστωτικής επέκτασης αποτελούν απλώς ειδική περίπτωση.
If one takes these facts into consideration one could be tempted to abstain from any discussion of the problems involved in the frame of the theory of the pure market economy and to relegate it to the analysis of interventionism, the interference of government with the market phenomena. It is beyond doubt that credit expansion is one of the primary issues of interventionism. Nevertheless the right place for the analysis of the problems involved is not in the theory of interventionism but in that of the pure market economy. For the problem we have to deal with is essentially the relation between the supply of money and the rate of interest, a problem of which the consequences of credit expansion are only a particular instance.
Όλα όσα διατυπώθηκαν σχετικά με τις επιδράσεις της πιστωτικής επέκτασης ισχύουν επίσης για κάθε αύξηση της προσφοράς καθαυτού χρήματος, στον βαθμό που αυτή η πρόσθετη προσφορά φθάνει στην αγορά δανειακών κεφαλαίων σε πρώιμο στάδιο της εισροής της στο σύστημα της αγοράς. Αν η πρόσθετη ποσότητα χρήματος αυξήσει την ποσότητα χρήματος που προσφέρεται προς δανεισμό σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία οι τιμές των εμπορευμάτων και τα μισθολογικά ποσοστά δεν έχουν ακόμη προσαρμοστεί πλήρως στη μεταβολή της χρηματικής σχέσης, οι επιδράσεις δεν διαφέρουν από εκείνες της πιστωτικής επέκτασης.
Αναλύοντας το πρόβλημα της πιστωτικής επέκτασης, η καταλλακτική ολοκληρώνει τις διδασκαλίες της θεωρίας του χρήματος και του τόκου. Καταρρίπτει εμμέσως τις πανάρχαιες πλάνες σχετικά με τον τόκο και ανασκευάζει τα φανταστικά σχέδια «κατάργησής» του μέσω νομισματικής ή πιστωτικής μεταρρύθμισης.
Everything that has been asserted with regard to credit expansion is equally valid with regard to the effects of any increase in the supply of money proper as far as this additional supply reaches the loan market at an early stage of its inflow into the market system. If the additional quantity of money increases the quantity of money offered for loans at a time when commodity prices and wage rates have not yet been completely adjusted to the change in the money relation, the effects are no different from those of a credit expansion. In analyzing the problem of credit expansion, catallactics completes the structure of the theory of money and of interest. It implicitly demolishes the age-old errors concerning interest and explodes the fantastic plans to “abolish” interest by means of monetary or credit reform.
Εκείνο που διαφοροποιεί την πιστωτική επέκταση από μια αύξηση της προσφοράς χρήματος, όπως αυτή μπορεί να εμφανιστεί σε μια οικονομία που χρησιμοποιεί αποκλειστικά εμπορευματικό χρήμα και καθόλου καταπιστευματικά μέσα, οφείλεται στις διαφορές ως προς το μέγεθος της αύξησης και τη χρονική αλληλουχία των επιδράσεών της στα διάφορα μέρη της αγοράς. Ακόμη και μια ταχεία αύξηση της παραγωγής πολύτιμων μετάλλων δεν μπορεί ποτέ να αποκτήσει την έκταση που μπορεί να λάβει η πιστωτική επέκταση.
Ο κανόνας του χρυσού αποτελούσε αποτελεσματικό περιορισμό της πιστωτικής επέκτασης, επειδή εξανάγκαζε τις τράπεζες να μην υπερβαίνουν ορισμένα όρια στα επεκτατικά τους εγχειρήματα.14 Οι πληθωριστικές δυνατότητες του ίδιου του κανόνα του χρυσού περιορίζονταν από τις διακυμάνσεις της εξόρυξης χρυσού. Επιπλέον, μόνο ένα μέρος του πρόσθετου χρυσού αύξανε αμέσως την προσφορά χρήματος στην αγορά δανειακών κεφαλαίων. Το μεγαλύτερο μέρος επηρέαζε πρώτα τις τιμές των εμπορευμάτων και τα μισθολογικά ποσοστά και έφθανε στην αγορά δανειακών κεφαλαίων μόνο σε μεταγενέστερο στάδιο της πληθωριστικής διαδικασίας.
What differentiates credit expansion from an increase in the supply of money as it can appear in an economy employing only commodity money and no fiduciary media at all is conditioned by divergences in the quantity of the increase and in the temporal sequence of its effects on the various parts of the market. Even a rapid increase in the production of the precious metals can never have the range which credit expansion can attain. The gold standard was an efficacious check upon credit expansion, as it forced the banks not to exceed certain limits in their expansionist ventures.[13] The gold standard’s own inflationary potentialities were kept within limits by the vicissitudes of gold mining. Moreover, only a part of the additional gold immediately increased the supply offered on the loan market. The greater part acted first upon commodity prices and wage rates and affected the loan market only at a later stage of the inflationary process.
Ωστόσο, η συνεχής αύξηση της ποσότητας του εμπορευματικού χρήματος ασκούσε σταθερή επεκτατική πίεση στην αγορά δανειακών κεφαλαίων. Κατά τους τελευταίους αιώνες, το ακαθάριστο αγοραίο επιτόκιο υφίστατο διαρκώς την επίδραση της εισροής πρόσθετου χρήματος στην αγορά δανειακών κεφαλαίων. Βεβαίως, κατά τα τελευταία εκατόν πενήντα έτη στις αγγλοσαξονικές χώρες και κατά τα τελευταία εκατό έτη στις χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης, η πίεση αυτή υπερκαλύφθηκε κατά πολύ από τις επιδράσεις της ταυτόχρονης ανάπτυξης της κυκλοφοριακής πίστης που χορηγούσαν οι τράπεζες, πέραν των επανειλημμένων κατά καιρούς άμεσων προσπαθειών τους να μειώσουν το ακαθάριστο αγοραίο επιτόκιο μέσω εντατικότερης πιστωτικής επέκτασης.
Έτσι, λειτουργούσαν ταυτοχρόνως και αλληλοενισχύονταν τρεις τάσεις προς τη μείωση του ακαθάριστου αγοραίου επιτοκίου. Η πρώτη αποτελούσε απόρροια της σταθερής αύξησης της ποσότητας του εμπορευματικού χρήματος. Η δεύτερη αποτελούσε απόρροια της αυθόρμητης ανάπτυξης καταπιστευματικών μέσων στο πλαίσιο των τραπεζικών εργασιών. Η τρίτη αποτελούσε καρπό των σκόπιμων πολιτικών κατά του τόκου, τις οποίες υποστήριζαν οι αρχές και ενέκρινε η κοινή γνώμη. Είναι, βεβαίως, αδύνατον να εξακριβωθούν ποσοτικά οι επιδράσεις της συνδυασμένης λειτουργίας τους και η συμβολή καθεμιάς από αυτές· απάντηση σε ένα τέτοιο ερώτημα μπορεί να παράσχει μόνο η ιστορική κατανόηση.
However, the continuous increase in the quantity of commodity money exercised a steady expansionist pressure on the loan market. The gross market rate of interest was, in the course of the last centuries, continually subject to the impact of an inflow of additional money into the loan market. Of course, this pressure for the last hundred and fifty years in the Anglo- Saxon countries and for the last hundred years in the countries of the European continent, was far exceeded by the effects of the synchronous development of circulation credit as granted by the banks apart from their— from time to time reiterated—straightforward endeavors to lower the gross market rate of interest by an intensified expansion of credit. Thus three tendencies toward a lowering of the gross market rate of interest were operating at the same time and strengthening one another. One was the outgrowth of the steady increase in the quantity of commodity money, the second the outgrowth of a spontaneous development of fiduciary media in banking operations, the third the fruit of intentional anti-interest policies sponsored by the authorities and approved by public opinion. It is, of course, impossible to ascertain in a quantitative way the effect of their joint operation and the contribution of each of them; an answer to such a question can only be provided by historical understanding.
Ο καταλλακτικός συλλογισμός μπορεί απλώς να καταδείξει ότι μια ασθενής αλλά συνεχής πίεση στο ακαθάριστο αγοραίο επιτόκιο, η οποία προέρχεται από τη συνεχή αύξηση της ποσότητας του χρυσού, καθώς και από μια μικρή αύξηση της ποσότητας των καταπιστευματικών μέσων που δεν διογκώνεται υπερβολικά ούτε εντείνεται από σκόπιμη πολιτική εύκολου χρήματος, μπορεί να αντισταθμιστεί από τις δυνάμεις επαναπροσαρμογής και προσαρμογής που ενυπάρχουν στην οικονομία της αγοράς. Η προσαρμοστικότητα των επιχειρήσεων, όταν δεν υπονομεύεται σκόπιμα από δυνάμεις εξωγενείς προς την αγορά, είναι αρκετά ισχυρή ώστε να αντισταθμίσει τις επιδράσεις που μπορούν ενδεχομένως να προκαλέσουν τέτοιες μικρές διαταραχές στην αγορά δανειακών κεφαλαίων.
What catallactic reasoning can show us is merely that a slight although continuous pressure on the gross market rate of interest as originating from a continuous increase in the quantity of gold, and also from a slight increase in the quantity of fiduciary media, which is not overdone and intensified by purposeful easy money policy, can be counterpoised by the forces of readjustment and accommodation inherent in the market economy. The adaptability of business not purposely sabotaged by forces extraneous to the market is powerful enough to offset the effects which such slight disturbances of the loan market can possibly bring about.
Οι στατιστικολόγοι επιχείρησαν να διερευνήσουν τα μακρά κύματα των οικονομικών διακυμάνσεων με στατιστικές μεθόδους. Τέτοιες προσπάθειες είναι μάταιες. Η ιστορία του σύγχρονου καπιταλισμού αποτελεί καταγραφή σταθερής οικονομικής προόδου, η οποία διακόπτεται επανειλημμένως από πυρετώδεις οικονομικές ανθήσεις και τις συνέπειές τους, τις υφέσεις. Είναι γενικά δυνατόν να διακριθούν στατιστικά αυτές οι επαναλαμβανόμενες ταλαντώσεις από τη γενική τάση αύξησης του επενδεδυμένου κεφαλαίου και της ποσότητας των παραγόμενων προϊόντων. Είναι αδύνατον να ανακαλυφθεί οποιαδήποτε ρυθμική διακύμανση στην ίδια τη γενική τάση.
Statisticians have tried to investigate the long waves of business fluctuations with statistical methods. Such attempts are futile. The history of modern capitalism is a record of steady economic progress, again and again interrupted by feverish booms and their aftermath, depressions. It is generally possible to discern statistically these recurring oscillations from the general trend toward an increase in the amount of capital invested and the quantity of products turned out. It is impossible to discover any rhythmical fluctuation in the general trend itself.
9. Η οικονομία της αγοράς υπό την επίδραση της επανεμφάνισης του οικονομικού κύκλου
↗ στη σελίδα του βιβλίου9. The Market Economy as Affected by the Recurrence of the Trade Cycle
Η δημοτικότητα του πληθωρισμού και της πιστωτικής επέκτασης —η απώτατη πηγή των επανειλημμένων προσπαθειών να καταστούν οι άνθρωποι ευπορότεροι μέσω πιστωτικής επέκτασης και, συνεπώς, η αιτία των κυκλικών διακυμάνσεων της οικονομικής δραστηριότητας— εκδηλώνεται ευκρινώς στην καθιερωμένη ορολογία. Η οικονομική άνθηση αποκαλείται ευνοϊκή οικονομική συγκυρία, ευημερία και άνοδος. Το αναπόφευκτο επακόλουθό της, δηλαδή η επαναπροσαρμογή των συνθηκών στα πραγματικά δεδομένα της αγοράς, αποκαλείται κρίση, κατάρρευση, δυσμενής οικονομική συγκυρία και ύφεση. Οι άνθρωποι αντιστέκονται στη διαπίστωση ότι το διαταρακτικό στοιχείο πρέπει να αναζητηθεί στις εσφαλμένες επενδύσεις και στην υπερκατανάλωση της περιόδου της άνθησης και ότι μια τέτοια τεχνητά προκαλούμενη άνθηση είναι καταδικασμένη. Αναζητούν τη φιλοσοφική λίθο που θα την έκανε να διαρκέσει.
The popularity of inflation and credit expansion, the ultimate source of the repeated attempts to render people prosperous by credit expansion, and thus the cause of the cyclical fluctuations of business, manifests itself clearly in the customary terminology. The boom is called good business, prosperity, and upswing. Its unavoidable aftermath, the readjustment of conditions to the real data of the market, is called crisis, slump, bad business, depression. People rebel against the insight that the disturbing element is to be seen in the malinvestment and the overconsumption of the boom period and that such an artificially induced boom is doomed. They are looking for the philosophers’ stone to make it last.
Έχει ήδη επισημανθεί υπό ποια έννοια μπορούμε να αποκαλούμε οικονομική πρόοδο τη βελτίωση της ποιότητας και την αύξηση της ποσότητας των προϊόντων. Αν εφαρμόσουμε αυτό το κριτήριο στις διάφορες φάσεις των κυκλικών διακυμάνσεων της οικονομικής δραστηριότητας, πρέπει να χαρακτηρίσουμε την οικονομική άνθηση ως οπισθοδρόμηση και την ύφεση ως πρόοδο. Η άνθηση κατασπαταλά σπάνιους συντελεστές παραγωγής μέσω εσφαλμένων επενδύσεων και περιορίζει το διαθέσιμο απόθεμα μέσω υπερκατανάλωσης· τα υποτιθέμενα ευεργετήματά της εξαγοράζονται με πτώχευση. Η ύφεση, αντιθέτως, αποτελεί την οδό επιστροφής σε μια κατάσταση στην οποία όλοι οι συντελεστές παραγωγής χρησιμοποιούνται για την καλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πλέον επειγουσών αναγκών των καταναλωτών.
It has been pointed out already in what respect we are free to call an improvement in the quality and an increase in the quantity of products economic progress. If we apply this yardstick to the various phases of the cyclical fluctuations of business, we must call the boom retrogression and the depression progress. The boom squanders through malinvestment scarce factors of production and reduces the stock available through overconsumption; its alleged blessings are paid for by impoverishment. The depression, on the other hand, is the way back to a state of affairs in which all factors of production are employed for the best possible satisfaction of the most urgent needs of the consumers.
Έχουν καταβληθεί απεγνωσμένες προσπάθειες να ανακαλυφθεί κάποια θετική συμβολή της οικονομικής άνθησης στην οικονομική πρόοδο. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στον ρόλο της αναγκαστικής αποταμίευσης στην ενίσχυση της συσσώρευσης κεφαλαίου. Το επιχείρημα είναι αβάσιμο. Έχει ήδη καταδειχθεί ότι είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν η αναγκαστική αποταμίευση μπορεί ποτέ να επιτύχει κάτι περισσότερο από την αντιστάθμιση ενός μέρους της ανάλωσης κεφαλαίου που προκαλεί η άνθηση. Αν όσοι εξυμνούν τις υποτιθέμενες ευεργετικές συνέπειες της αναγκαστικής αποταμίευσης ήταν συνεπείς, θα υποστήριζαν ένα φορολογικό σύστημα που θα επιδοτούσε τους πλουσίους μέσω φόρων εισπραττόμενων από ανθρώπους περιορισμένων εισοδημάτων. Η αναγκαστική αποταμίευση που θα επιτυγχανόταν με αυτή τη μέθοδο θα προκαλούσε καθαρή αύξηση της ποσότητας του διαθέσιμου κεφαλαίου, χωρίς να επιφέρει ταυτοχρόνως ανάλωση κεφαλαίου πολύ μεγαλύτερης έκτασης.
Desperate attempts have been made to find in the boom some positive contribution to economic progress. Stress has been laid upon the role forced saving plays in fostering capital accumulation. The argument is vain. It has been shown already that it is very questionable whether forced saving can ever achieve more than to counterbalance a part of the capital consumption generated by the boom. If those praising the allegedly beneficial effects of forced saving were consistent, they would advocate a fiscal system subsidizing the rich out of taxes collected from people with modest incomes. The forced saving achieved by this method would provide a net increase in the amount of capital available without simultaneously bringing about capital consumption of a much greater size.
Οι υποστηρικτές της πιστωτικής επέκτασης έχουν επίσης τονίσει ότι ορισμένες από τις εσφαλμένες επενδύσεις που πραγματοποιούνται κατά την οικονομική άνθηση καθίστανται αργότερα επικερδείς. Οι επενδύσεις αυτές, λένε, πραγματοποιήθηκαν υπερβολικά νωρίς, δηλαδή σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία η κατάσταση της προσφοράς κεφαλαιουχικών αγαθών και οι αξιολογήσεις των καταναλωτών δεν επέτρεπαν ακόμη την κατασκευή τους. Η ζημία που προκλήθηκε, ωστόσο, δεν ήταν τόσο μεγάλη, επειδή τα εγχειρήματα αυτά θα είχαν ούτως ή άλλως πραγματοποιηθεί σε μεταγενέστερο χρόνο.
Μπορεί να γίνει δεκτό ότι η περιγραφή αυτή είναι κατάλληλη για ορισμένες περιπτώσεις εσφαλμένων επενδύσεων που προκλήθηκαν από μια οικονομική άνθηση. Κανείς, όμως, δεν θα τολμούσε να ισχυριστεί ότι η διαπίστωση αυτή είναι ορθή για όλα τα εγχειρήματα των οποίων η εκτέλεση ενθαρρύνθηκε από τις ψευδαισθήσεις που δημιούργησε η πολιτική εύκολου χρήματος. Όπως και αν έχουν τα πράγματα, αυτό δεν μπορεί να επηρεάσει τις συνέπειες της άνθησης ούτε να αναιρέσει ή να αμβλύνει τη συνακόλουθη ύφεση. Οι συνέπειες των εσφαλμένων επενδύσεων εμφανίζονται ανεξάρτητα από το αν αυτές θα αποδειχθούν υγιείς επενδύσεις σε μεταγενέστερο χρόνο, υπό μεταβληθείσες συνθήκες. Όταν, το 1845, κατασκευάστηκε στην Αγγλία μια σιδηροδρομική γραμμή η οποία δεν θα είχε κατασκευαστεί ελλείψει πιστωτικής επέκτασης, οι συνθήκες των επόμενων ετών δεν επηρεάζονταν από την προοπτική ότι το 1870 ή το 1880 θα υπήρχαν διαθέσιμα τα κεφαλαιουχικά αγαθά που απαιτούνταν για την κατασκευή της. Το μεταγενέστερο όφελος από το γεγονός ότι η συγκεκριμένη σιδηροδρομική γραμμή δεν χρειαζόταν πλέον να κατασκευαστεί με νέα δαπάνη κεφαλαίου και εργασίας δεν αντιστάθμιζε, το 1847, τις ζημίες που είχαν προκληθεί από την πρόωρη κατασκευή της.
Advocates of credit expansion have furthermore emphasized that some of the malinvestments made in the boom later become profitable. These investments, they say, were made too early, i.e., at a date when the state of the supply of capital goods and the valuations of the consumers did not yet allow their construction. However, the havoc caused was not too bad, as these projects would have been executed anyway at a later date. It may be admitted that this description is adequate with regard to some instances of malinvestment induced by a boom. But nobody would dare to assert that the statement is correct with regard to all projects whose execution has been encouraged by the illusions created by the easy money policy. However this may be, it cannot influence the consequences of the boom and cannot undo or deaden the ensuing depression. The effects of the malinvestment appear without regard to whether or not these malinvestments will appear as sound investments at a later time under changed conditions. When, in 1845, a railroad was constructed in England which would not have been constructed in the absence of credit expansion, conditions in the following years were not affected by the prospect that in 1870 or 1880 the capital goods required for its construction would be available. The gain which later resulted from the fact that the railroad concerned did not have to be built by a fresh expenditure of capital and labor, was in 1847 no compensation for the losses incurred by its premature construction.
Η οικονομική άνθηση προκαλεί πτώχευση. Ακόμη καταστροφικότερη, όμως, είναι η ηθική φθορά που επιφέρει. Καθιστά τους ανθρώπους απογοητευμένους και αποθαρρυμένους. Όσο πιο αισιόδοξοι ήταν κατά την απατηλή ευημερία της άνθησης, τόσο μεγαλύτερες είναι η απόγνωση και η αίσθηση ματαίωσής τους. Το άτομο είναι πάντοτε πρόθυμο να αποδώσει την καλή του τύχη στη δική του ικανότητα και να τη θεωρήσει δικαιολογημένη ανταμοιβή για το ταλέντο, την επιμέλεια και την εντιμότητά του. Τις αντιξοότητες, όμως, τις αποδίδει πάντοτε σε άλλους ανθρώπους και, προπαντός, στον παραλογισμό των κοινωνικών και πολιτικών θεσμών. Δεν κατηγορεί τις αρχές επειδή ενθάρρυναν την οικονομική άνθηση. Τις λοιδορεί για την αναπόφευκτη κατάρρευση. Κατά την κοινή γνώμη, η μόνη θεραπεία για τα δεινά που προκάλεσαν ο πληθωρισμός και η πιστωτική επέκταση είναι περισσότερος πληθωρισμός και περισσότερη πιστωτική επέκταση.
The boom produces impoverishment. But still more disastrous are its moral ravages. It makes people despondent and dispirited. The more optimistic they were under the illusory prosperity of the boom, the greater is their despair and their feeling of frustration. The individual is always ready to ascribe his good luck to his own efficiency and to take it as a welldeserved reward for his talent, application, and probity. But reverses of fortune he always charges to other people, and most of all to the absurdity of social and political institutions. He does not blame the authorities for having fostered the boom. He reviles them for the necessary collapse. In the opinion of the public, more inflation and more credit expansion are the only remedy against the evils which inflation and credit expansion have brought about.
Υπάρχουν, λένε, εργοστάσια και γεωργικές εκμεταλλεύσεις των οποίων η παραγωγική δυναμικότητα είτε δεν χρησιμοποιείται καθόλου είτε δεν χρησιμοποιείται πλήρως. Υπάρχουν σωροί απούλητων εμπορευμάτων και πλήθη ανέργων εργαζομένων. Υπάρχουν, όμως, και μάζες ανθρώπων που θα ήταν ευτυχείς αν μπορούσαν να ικανοποιήσουν πληρέστερα τις ανάγκες τους. Εκείνο που λείπει είναι απλώς η πίστωση. Η πρόσθετη πίστωση θα επέτρεπε στους επιχειρηματίες να επαναλάβουν ή να επεκτείνουν την παραγωγή. Οι άνεργοι θα έβρισκαν εκ νέου εργασία και θα μπορούσαν να αγοράσουν τα προϊόντα. Ο συλλογισμός αυτός φαίνεται εύλογος. Είναι, ωστόσο, εντελώς εσφαλμένος.
Here, they say, are plants and farms whose capacity to produce is either not used at all or not to their full extent. Here are piles of unsalable commodities and hosts of unemployed workers. But here are also masses of people who would be lucky if they only could satisfy their wants more amply. All that is lacking is credit. Additional credit would enable the entrepreneurs to resume or to expand production. The unemployed would find jobs again and could buy the products. This reasoning seems plausible. Nonetheless it is utterly wrong.
Αν τα εμπορεύματα δεν μπορούν να πωληθούν και οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να βρουν εργασία, ο μόνος δυνατός λόγος είναι ότι οι απαιτούμενες τιμές και οι απαιτούμενοι μισθοί είναι υπερβολικά υψηλοί. Εκείνος που επιθυμεί να πωλήσει τα αποθέματά του ή την ικανότητά του προς εργασία πρέπει να μειώσει την απαίτησή του ώσπου να βρει αγοραστή. Αυτός είναι ο νόμος της αγοράς. Αυτός είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου η αγορά κατευθύνει τις δραστηριότητες κάθε ατόμου προς εκείνες τις κατευθύνσεις στις οποίες μπορούν να συμβάλουν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο στην ικανοποίηση των αναγκών των καταναλωτών.
Οι εσφαλμένες επενδύσεις της οικονομικής άνθησης διοχέτευσαν μη μετατρέψιμους συντελεστές παραγωγής σε ορισμένους κλάδους εις βάρος άλλων κλάδων στους οποίους ήταν περισσότερο επιτακτικά αναγκαίοι. Υπάρχει δυσαναλογία στην κατανομή των μη μετατρέψιμων συντελεστών μεταξύ των διαφόρων βιομηχανικών κλάδων. Η δυσαναλογία αυτή μπορεί να θεραπευθεί μόνο μέσω της συσσώρευσης νέου κεφαλαίου και της χρησιμοποίησής του στους κλάδους στους οποίους απαιτείται περισσότερο επειγόντως. Πρόκειται για βραδεία διαδικασία. Όσο διαρκεί, είναι αδύνατον να αξιοποιηθεί πλήρως η παραγωγική δυναμικότητα ορισμένων εγκαταστάσεων για τις οποίες απουσιάζουν οι συμπληρωματικές παραγωγικές εγκαταστάσεις.
If commodities cannot be sold and workers cannot find jobs, the reason can only be that the prices and wages asked are too high. He who wants to sell his inventories or his capacity to work must reduce his demand until he finds a buyer. Such is the law of the market. Such is the device by means of which the market directs every individual’s activities into those lines in which they can best contribute to the satisfaction of the wants of the consumers. The malinvestments of the boom have misplaced inconvertible factors of production in some lines at the expense of other lines in which they were more urgently needed. There is disproportion in the allocation of nonconvertible factors to the various branches of industry. This disproportion can be remedied only by the accumulation of new capital and its employment in those branches in which it is most urgently required. This is a slow process. While it is in progress, it is impossible to utilize fully the productive capacity of some plants for which the complementary production facilities are lacking.
Είναι μάταιη η ένσταση ότι υπάρχει επίσης αχρησιμοποίητη δυναμικότητα σε εγκαταστάσεις που παράγουν αγαθά χαμηλού βαθμού ειδικότητας. Η υποτονικότητα των πωλήσεων αυτών των αγαθών, λέγεται, δεν μπορεί να εξηγηθεί από τη δυσαναλογία του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού των διαφόρων κλάδων· μπορούν να χρησιμοποιηθούν και απαιτούνται για πολλές διαφορετικές χρήσεις. Και αυτό, όμως, αποτελεί πλάνη.
Αν τα χαλυβουργεία και τα σιδηρουργεία, τα ορυχεία χαλκού και τα πριονιστήρια δεν μπορούν να λειτουργήσουν με την πλήρη δυναμικότητά τους, ο μόνος δυνατός λόγος είναι ότι δεν υπάρχουν αρκετοί αγοραστές στην αγορά πρόθυμοι να αγοράσουν ολόκληρη την παραγωγή τους σε τιμές που καλύπτουν το τρέχον κόστος λειτουργίας τους. Εφόσον το μεταβλητό κόστος μπορεί να συνίσταται μόνο στις τιμές άλλων προϊόντων και στους μισθούς, και εφόσον το ίδιο ισχύει και για τις τιμές αυτών των άλλων προϊόντων, αυτό σημαίνει πάντοτε ότι τα μισθολογικά ποσοστά είναι υπερβολικά υψηλά για να εξασφαλίσουν εργασία σε όλους όσοι επιθυμούν να εργαστούν και για να καταστήσουν δυνατή την πλήρη αξιοποίηση του μη μετατρέψιμου εξοπλισμού, εντός των ορίων που επιβάλλει η ανάγκη να μην αποσύρονται μη ειδικά κεφαλαιουχικά αγαθά και εργασία από χρήσεις στις οποίες ικανοποιούν περισσότερο επείγουσες ανάγκες.
It is vain to object that there is also unused capacity of plants turning out goods whose specific character is low. The slack in the sale of these goods, it is said, cannot be explained by disproportionality in the capital equipment of various branches; they can be used and are needed for many different employments. This too is an error. If steel and iron works, copper mines, and sawmills cannot be operated to their full capacity, the reason can only be that there are not enough buyers on the market ready to purchase their whole output at prices which cover the costs of their current exploitation. As the variable costs can merely consist in prices of other products and in wages, and as the same is valid with regard to the prices of these other products, this always means that wage rates are too high to provide all those eager to work with jobs and to employ the inconvertible equipment to the full limits drawn by the requirement that nonspecific capital goods and labor should not be withdrawn from employments in which they fill more urgent needs.
Από την κατάρρευση της οικονομικής άνθησης υπάρχει μόνο μία οδός επιστροφής σε μια κατάσταση στην οποία η προοδευτική συσσώρευση κεφαλαίου διασφαλίζει σταθερή βελτίωση της υλικής ευημερίας: πρέπει, μέσω νέας αποταμίευσης, να συσσωρευθούν τα κεφαλαιουχικά αγαθά που απαιτούνται για τον αρμονικό εξοπλισμό όλων των παραγωγικών κλάδων με το αναγκαίο κεφάλαιο. Πρέπει να παρασχεθούν τα κεφαλαιουχικά αγαθά που απουσιάζουν από τους κλάδους οι οποίοι παραμελήθηκαν αδικαιολόγητα κατά την άνθηση. Τα μισθολογικά ποσοστά πρέπει να μειωθούν· οι άνθρωποι πρέπει να περιορίσουν προσωρινά την κατανάλωσή τους ώσπου να αποκατασταθεί το κεφάλαιο που κατασπαταλήθηκε μέσω εσφαλμένων επενδύσεων. Όσοι απεχθάνονται αυτές τις δυσχέρειες της περιόδου επαναπροσαρμογής πρέπει να απέχουν εγκαίρως από την πιστωτική επέκταση.
Out of the collapse of the boom there is only one way back to a state of affairs in which progressive accumulation of capital safeguards a steady improvement of material well-being: new saving must accumulate the capital goods needed for a harmonious equipment of all branches of production with the capital required. One must provide the capital goods lacking in those branches which were unduly neglected in the boom. Wage rates must drop; people must restrict their consumption temporarily until the capital wasted by malinvestment is restored. Those who dislike these hardships of the readjustment period must abstain in time from credit expansion.
Δεν ωφελεί να παρεμβαίνει κανείς στη διαδικασία επαναπροσαρμογής μέσω νέας πιστωτικής επέκτασης. Στην καλύτερη περίπτωση, αυτή απλώς θα διέκοπτε, θα διατάρασσε και θα παρέτεινε τη θεραπευτική διαδικασία της ύφεσης· στη χειρότερη, θα προκαλούσε νέα οικονομική άνθηση με όλες τις αναπόφευκτες συνέπειές της.
There is no use in interfering by means of a new credit expansion with the process of readjustment. This would at best only interrupt, disturb, and prolong the curative process of the depression, if not bring about a new boom with all its inevitable consequences.
Η διαδικασία επαναπροσαρμογής, ακόμη και αν δεν υπάρξει νέα πιστωτική επέκταση, καθυστερεί εξαιτίας των ψυχολογικών συνεπειών της απογοήτευσης και της ματαίωσης. Οι άνθρωποι αργούν να απαλλαγούν από την αυταπάτη της απατηλής ευημερίας. Οι επιχειρηματίες προσπαθούν να συνεχίσουν μη επικερδή εγχειρήματα· κλείνουν τα μάτια τους απέναντι σε μια οδυνηρή διαπίστωση. Οι εργαζόμενοι καθυστερούν να μειώσουν τις απαιτήσεις τους στο επίπεδο που απαιτεί η κατάσταση της αγοράς· επιθυμούν, αν είναι δυνατόν, να αποφύγουν τη μείωση του βιοτικού τους επιπέδου και την αλλαγή επαγγέλματος και τόπου κατοικίας.
Όσο μεγαλύτερη ήταν η αισιοδοξία των ανθρώπων κατά τις ημέρες της ανόδου, τόσο περισσότερο αποθαρρυμένοι είναι μετά την κατάρρευση. Έχουν χάσει προσωρινά την αυτοπεποίθηση και το επιχειρηματικό τους πνεύμα σε τέτοιο βαθμό, ώστε δεν κατορθώνουν καν να αξιοποιήσουν ευνοϊκές ευκαιρίες. Το χειρότερο, όμως, είναι ότι οι άνθρωποι παραμένουν αδιόρθωτοι. Έπειτα από μερικά χρόνια καταφεύγουν εκ νέου στην πιστωτική επέκταση και η παλιά ιστορία επαναλαμβάνεται.
The process of readjustment, even in the absence of any new credit expansion, is delayed by the psychological effects of disappointment and frustration. People are slow to free themselves from the self-deception of delusive prosperity. Businessmen try to continue unprofitable projects; they shut their eyes to an insight that hurts. The workers delay reducing their claims to the level required by the state of the market; they want, if possible, to avoid lowering their standard of living and changing their occupation and their dwelling place. People are the more discouraged the greater their optimism was in the days of the upswing. They have for the moment lost self-confidence and the spirit of enterprise to such an extent that they even fail to take advantage of good opportunities. But the worst is that people are incorrigible. After a few years they embark anew upon credit expansion, and the old story repeats itself.
Ο ρόλος των αχρησιμοποίητων συντελεστών παραγωγής στα πρώτα στάδια μιας οικονομικής άνθησης
The Role Played by Unemployed Factors of Production in the First Stages of a Boom
Στη μεταβαλλόμενη οικονομία υπάρχουν πάντοτε απούλητα αποθέματα —πέραν των ποσοτήτων που πρέπει να διατηρούνται για τεχνικούς λόγους—, άνεργοι εργαζόμενοι και αχρησιμοποίητη δυναμικότητα μη μετατρέψιμων παραγωγικών εγκαταστάσεων. Το σύστημα κινείται προς μια κατάσταση στην οποία δεν θα υπάρχουν ούτε άνεργοι εργαζόμενοι ούτε πλεονάζοντα αποθέματα.15 Επειδή, όμως, η εμφάνιση νέων δεδομένων εκτρέπει διαρκώς την πορεία προς έναν νέο σκοπό, οι συνθήκες της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας δεν πραγματώνονται ποτέ.
There are in the changing economy always unsold inventories (exceeding those quantities which for technical reasons must be kept in stock), unemployed workers, and unused capacity of inconvertible production facilities. The system is moving toward a state in which there will be neither unemployed workers nor surplus inventories.[14] But as the appearance of new data continually diverts the course toward a new goal, the conditions of the evenly rotating economy are never realized.
Η ύπαρξη αχρησιμοποίητης δυναμικότητας σε μη μετατρέψιμες επενδύσεις αποτελεί απόρροια σφαλμάτων που διαπράχθηκαν κατά το παρελθόν. Οι παραδοχές των επενδυτών αποδείχθηκαν, υπό το φως των μεταγενέστερων γεγονότων, εσφαλμένες· η αγορά ζητεί εντονότερα άλλα αγαθά από εκείνα που μπορούν να παραγάγουν αυτές οι εγκαταστάσεις.
Η συσσώρευση υπερβολικών αποθεμάτων και η καταλλακτική ανεργία των εργαζομένων έχουν κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Ο κάτοχος του αποθέματος αρνείται να πωλήσει στην αγοραία τιμή, επειδή ελπίζει να επιτύχει υψηλότερη τιμή σε μεταγενέστερο χρόνο. Ο άνεργος εργαζόμενος αρνείται να αλλάξει επάγγελμα ή τόπο κατοικίας ή να αρκεστεί σε χαμηλότερη αμοιβή, επειδή ελπίζει ότι αργότερα θα βρει, στον τόπο κατοικίας του και στον κλάδο δραστηριότητας που προτιμά, εργασία με υψηλότερη αμοιβή. Και οι δύο διστάζουν να προσαρμόσουν τις απαιτήσεις τους στην παρούσα κατάσταση της αγοράς, επειδή αναμένουν κάποια μεταβολή των δεδομένων που θα αλλάξει τις συνθήκες προς όφελός τους. Ο δισταγμός τους αποτελεί μία από τις αιτίες για τις οποίες το σύστημα δεν έχει ακόμη προσαρμοστεί στις συνθήκες της αγοράς.
The presence of unused capacity of inconvertible investments is an outgrowth of errors committed in the past. The assumptions made by the investors were, as later events proved, not correct; the market asks more intensively for other goods than for those which these plants can turn out. The piling up of excessive inventories and the catallactic unemployment of workers are speculative. The owner of the stock refuses to sell at the market price because he hopes to obtain a higher price at a later date. The unemployed worker refuses to change his occupation or his residence or to content himself with lower pay because he hopes to obtain at a later date a job with higher pay in the place of his residence and in the branch of business he likes best. Both hesitate to adjust their claims to the present situation of the market because they wait for a change in the data which will alter conditions to their advantage. Their hesitation is one of the reasons why the system has not reached the state of the evenly rotating economy.
Οι υποστηρικτές της πιστωτικής επέκτασης ισχυρίζονται ότι εκείνο που απαιτείται είναι περισσότερα καταπιστευματικά μέσα. Τότε οι εγκαταστάσεις θα λειτουργήσουν με πλήρη δυναμικότητα, τα αποθέματα θα πωληθούν σε τιμές τις οποίες οι ιδιοκτήτες τους θεωρούν ικανοποιητικές και οι άνεργοι θα βρουν εργασία με μισθούς που θεωρούν ικανοποιητικούς.
Αυτή η εξαιρετικά δημοφιλής θεωρία συνεπάγεται ότι η άνοδος των τιμών, η οποία προκαλείται από τα πρόσθετα καταπιστευματικά μέσα, θα επηρέαζε ταυτοχρόνως και στον ίδιο βαθμό όλα τα άλλα εμπορεύματα και τις υπηρεσίες, ενώ οι ιδιοκτήτες των πλεοναζόντων αποθεμάτων και οι άνεργοι εργαζόμενοι θα αρκούνταν στις ονομαστικές τιμές και στους ονομαστικούς μισθούς που ζητούν —μάταια, βεβαίως— σήμερα. Διότι, αν συνέβαινε αυτό, οι πραγματικές τιμές και τα πραγματικά μισθολογικά ποσοστά που θα λάμβαναν αυτοί οι ιδιοκτήτες απούλητων αποθεμάτων και οι άνεργοι εργαζόμενοι θα μειώνονταν, σε σχέση με τις τιμές των άλλων εμπορευμάτων και υπηρεσιών, έως το ύψος στο οποίο πρέπει να μειωθούν για να βρεθούν αγοραστές και εργοδότες.
The advocates of credit expansion argue that what is wanted is more fiduciary media. Then the plants will work at full capacity, the inventories will be sold at prices their owners consider satisfactory, and the unemployed will get jobs at wages they consider satisfactory. This very popular doctrine implies that the rise in prices, brought about by the additional fiduciary media, would at the same time and to the same extent affect all other commodities and services, while the owners of the excessive inventories and the unemployed workers would content themselves with those nominal prices and wages they are asking—in vain, of course—today. For if this were to happen, the real prices and the real wage rates obtained by these owners of unsold inventories and unemployed workers would drop —in proportion to the prices of other commodities and services—to the height to which they must drop in order to find buyers and employers.
Η πορεία της οικονομικής άνθησης δεν επηρεάζεται ουσιωδώς από το γεγονός ότι, την παραμονή της, υπάρχουν αχρησιμοποίητη δυναμικότητα, απούλητα πλεονάζοντα αποθέματα και άνεργοι εργαζόμενοι. Ας υποθέσουμε ότι υπάρχουν αχρησιμοποίητες εγκαταστάσεις εξόρυξης χαλκού, απούλητοι σωροί χαλκού και άνεργοι εργάτες ορυχείων χαλκού. Η τιμή του χαλκού βρίσκεται σε επίπεδο στο οποίο η εξόρυξη δεν είναι επικερδής για ορισμένα ορυχεία· οι εργάτες τους απολύονται και υπάρχουν κερδοσκόποι που απέχουν από την πώληση των αποθεμάτων τους.
Εκείνο που απαιτείται για να καταστούν εκ νέου επικερδή αυτά τα ορυχεία, να βρουν εργασία οι άνεργοι και να πωληθούν τα αποθέματα χωρίς να μειωθούν οι τιμές κάτω από το κόστος παραγωγής είναι μια αύξηση p της ποσότητας των διαθέσιμων κεφαλαιουχικών αγαθών, αρκετά μεγάλη ώστε να καταστήσει δυνατή τέτοια αύξηση των επενδύσεων και της έκτασης της παραγωγής και της κατανάλωσης, ώστε να προκύψει επαρκής αύξηση της ζήτησης χαλκού.
Αν, όμως, αυτή η αύξηση p δεν εμφανιστεί και οι επιχειρηματίες, εξαπατημένοι από την πιστωτική επέκταση, ενεργήσουν παρ’ όλα αυτά σαν να ήταν πράγματι διαθέσιμη, οι συνθήκες στην αγορά χαλκού, ενόσω διαρκεί η άνθηση, θα είναι σαν να είχε πράγματι προστεθεί το στην ποσότητα των διαθέσιμων κεφαλαιουχικών αγαθών. Όλα, όμως, όσα έχουν διατυπωθεί για τις αναπόφευκτες συνέπειες της πιστωτικής επέκτασης ισχύουν και σε αυτή την περίπτωση.
Η μόνη διαφορά είναι ότι, όσον αφορά τον χαλκό, η ακατάλληλη επέκταση της παραγωγής δεν χρειάζεται να επιτευχθεί μέσω της απόσυρσης κεφαλαίου και εργασίας από χρήσεις στις οποίες θα ικανοποιούσαν καλύτερα τις ανάγκες των καταναλωτών. Ως προς τον χαλκό, η νέα οικονομική άνθηση συναντά μια εσφαλμένη επένδυση κεφαλαίου και μια εσφαλμένη χρησιμοποίηση εργασίας που είχαν ήδη πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια μιας προηγούμενης άνθησης και δεν είχαν ακόμη απορροφηθεί από τη διαδικασία επαναπροσαρμογής.
The course of the boom is not substantially affected by the fact that at its eve there are unused capacity, unsold surplus inventories, and unemployed workers. Let us assume that there are unused facilities for the mining of copper, unsold piles of copper, and unemployed workers of copper mines. The price of copper is at a level at which mining does not pay for some mines; their workers are discharged; there are speculators who abstain from selling their stocks. What is needed in order to make these mines profitable again, to give jobs to the unemployed, and to sell the piles without forcing prices down below costs of production, is an increment p in the amount of capital goods available large enough to make possible such an increase in investment and in the size of production and consumption that an adequate rise in the demand for copper ensues. If, however, this increment p does not appear and the entrepreneurs, deceived by the credit expansion, nevertheless act as if p had really been available, conditions on the copper market, while the boom lasts, are as if p had really been added to the amount of capital goods available. But everything that has been predicated about the inevitable consequences of credit expansion fits this case too. The only difference is that, as far as copper is concerned, the inappropriate expansion of production need not be achieved by the withdrawal of capital and labor from employments in which they would better have filled the wants of the consumers. As far as copper is concerned, the new boom encounters a piece of malinvestment of capital and malemployment of labor already effected in a previous boom, which the process of readjustment has not yet absorbed.
Καθίσταται έτσι προφανές πόσο μάταιη είναι η δικαιολόγηση μιας νέας πιστωτικής επέκτασης με αναφορά στην αχρησιμοποίητη δυναμικότητα, στα απούλητα —ή, όπως λέγεται εσφαλμένα, «μη πωλήσιμα»— αποθέματα και στους άνεργους εργαζομένους. Η έναρξη μιας νέας πιστωτικής επέκτασης συναντά κατάλοιπα προηγούμενων εσφαλμένων επενδύσεων και εσφαλμένης χρησιμοποίησης εργασίας, τα οποία δεν έχουν ακόμη εξαλειφθεί κατά τη διαδικασία επαναπροσαρμογής, και φαινομενικά θεραπεύει τα σχετικά σφάλματα. Στην πραγματικότητα, όμως, αποτελεί απλώς διακοπή της διαδικασίας επαναπροσαρμογής και της επιστροφής σε υγιείς συνθήκες.16
Η ύπαρξη αχρησιμοποίητης δυναμικότητας και ανεργίας δεν αποτελεί έγκυρο επιχείρημα κατά της ορθότητας της θεωρίας της κυκλοφοριακής πίστης. Η πεποίθηση των υποστηρικτών της πιστωτικής επέκτασης και του πληθωρισμού ότι η αποχή από περαιτέρω πιστωτική επέκταση και πληθωρισμό θα διαιώνιζε την ύφεση είναι απολύτως εσφαλμένη. Τα μέσα που προτείνουν αυτοί οι συγγραφείς δεν θα έκαναν την οικονομική άνθηση να διαρκέσει επ’ αόριστον. Απλώς θα διατάρασσαν τη διαδικασία ανάκαμψης.
Thus it becomes obvious how vain it is to justify a new credit expansion by referring to unused capacity, unsold—or, as people say incorrectly, “unsaleable”—stocks, and unemployed workers. The beginning of a new credit expansion runs across remainders of preceding malinvestment and malemployment, not yet obliterated in the course of the readjustment process, and seemingly remedies the faults involved. In fact, however, this is merely an interruption of the process of readjustment and of the return to sound conditions.[15] The existence of unused capacity and unemployment is not a valid argument against the correctness of the circulation credit theory. The belief of the advocates of credit expansion and inflation that abstention from further credit expansion and inflation would perpetuate the depression is utterly false. The remedies these authors suggest would not make the boom last forever. They would merely upset the process of recovery.
Οι πλάνες των μη νομισματικών εξηγήσεων του οικονομικού κύκλου
The Fallacies of the Nonmonetary Explanations of the Trade Cycle
Κατά την εξέταση των μάταιων προσπαθειών ερμηνείας των κυκλικών διακυμάνσεων της οικονομικής δραστηριότητας μέσω μη νομισματικών θεωριών, πρέπει πρωτίστως να τονιστεί ένα σημείο το οποίο έχει έως τώρα παραμεληθεί αδικαιολόγητα.
In dealing with the futile attempts to explain the cyclical fluctuations of business by a nonmonetary doctrine, one point must first of all be stressed which has hitherto been unduly neglected.
Υπήρξαν σχολές σκέψης για τις οποίες ο τόκος αποτελούσε απλώς το τίμημα που καταβάλλεται για την απόκτηση της δυνατότητας διάθεσης ορισμένης ποσότητας χρήματος ή χρηματικών υποκατάστατων. Από αυτή την πεποίθηση συνήγαγαν, απολύτως λογικά, ότι η εξάλειψη της σπανιότητας του χρήματος και των χρηματικών υποκατάστατων θα καταργούσε πλήρως τον τόκο και θα οδηγούσε στη δωρεάν παροχή πίστωσης.
Αν, όμως, κάποιος δεν υιοθετεί αυτή την άποψη και κατανοεί τη φύση του πρωταρχικού τόκου, ανακύπτει ένα πρόβλημα την εξέταση του οποίου δεν πρέπει να αποφεύγει. Μια πρόσθετη προσφορά πίστωσης, η οποία προκαλείται από την αύξηση της ποσότητας του χρήματος ή των καταπιστευματικών μέσων, έχει ασφαλώς τη δύναμη να μειώσει το ακαθάριστο αγοραίο επιτόκιο. Αν ο τόκος δεν αποτελεί απλώς νομισματικό φαινόμενο και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να μειωθεί διαρκώς ή να εξαλειφθεί μέσω οποιασδήποτε αύξησης —όσο μεγάλη και αν είναι— της προσφοράς χρήματος και καταπιστευματικών μέσων, εναπόκειται στην οικονομική επιστήμη να καταδείξει με ποιον τρόπο αποκαθίσταται το ύψος του επιτοκίου που αντιστοιχεί στην κατάσταση των μη νομισματικών δεδομένων της αγοράς.
Πρέπει να εξηγήσει τι είδους διαδικασία εξαλείφει τη χρηματογενή απόκλιση του αγοραίου επιτοκίου από την κατάσταση που εναρμονίζεται με τη σχέση μεταξύ της αξιολόγησης παρόντων και μελλοντικών αγαθών από τους ανθρώπους. Αν η οικονομική επιστήμη αδυνατούσε να το επιτύχει, θα παραδεχόταν εμμέσως ότι ο τόκος αποτελεί νομισματικό φαινόμενο και ότι θα μπορούσε ακόμη και να εξαφανιστεί πλήρως ως αποτέλεσμα μεταβολών στη χρηματική σχέση.
There were schools of thought for whom interest was merely a price paid for obtaining the disposition of a quantity of money or money substitutes. From this belief they quite logically drew the inference that abolishing the scarcity of money and money-substitutes would abolish interest altogether and result in the gratuitousness of credit. If, however, one does not endorse this view and comprehends the nature of originary interest, a problem presents itself the treatment of which one must not evade. An additional supply of credit, brought about by an increase in the quantity of money or fiduciary media, has certainly the power to lower the gross market rate of interest. If interest is not merely a monetary phenomenon and consequently cannot be lastingly lowered or brushed away by any increase, however large, in the supply of money and fiduciary media, it devolves upon economics to show how the height of the rate of interest conforming to the state of the market’s nonmonetary data reestablishes itself. It must explain what kind of process removes the cashinduced deviation of the market rate from that state which is consonant with the ratio in people’s valuation of present and future goods. If economics were at a loss to achieve this, it would implicitly admit that interest is a monetary phenomenon and could even disappear completely in the course of changes in the money relation.
Για τις μη νομισματικές εξηγήσεις του οικονομικού κύκλου, πρωταρχικό δεδομένο αποτελεί η εμπειρική διαπίστωση ότι υπάρχουν επαναλαμβανόμενες υφέσεις. Οι υποστηρικτές τους δεν διακρίνουν αρχικά, στο δικό τους σχήμα της αλληλουχίας των οικονομικών γεγονότων, κανένα στοιχείο που θα μπορούσε να υποδείξει μια ικανοποιητική ερμηνεία αυτών των αινιγματικών διαταραχών. Αναζητούν απεγνωσμένα κάποια πρόχειρη λύση, την οποία θα μπορούσαν να προσαρτήσουν στις διδασκαλίες τους ως υποτιθέμενη θεωρία του οικονομικού κύκλου.
For the nonmonetary explanations of the trade cycle the experience that there are recurrent depressions is the primary thing. Their champions first do not see in their scheme of the sequence of economic events any clue which could suggest a satisfactory interpretation of these enigmatic disorders. They desperately search for a makeshift in order to patch it onto their teachings as an alleged cycle theory.
Τα πράγματα είναι διαφορετικά ως προς τη νομισματική θεωρία ή τη θεωρία της κυκλοφοριακής πίστης. Η σύγχρονη νομισματική θεωρία εξάλειψε τελικά όλες τις αντιλήψεις περί υποτιθέμενης ουδετερότητας του χρήματος. Απέδειξε αδιαμφισβήτητα ότι στην οικονομία της αγοράς λειτουργούν παράγοντες για τους οποίους μια θεωρία που αγνοεί την κινητήρια δύναμη του χρήματος δεν έχει τίποτε να πει.
Το καταλλακτικό σύστημα που ενσωματώνει τη γνώση της μη ουδετερότητας και της κινητήριας δύναμης του χρήματος εγείρει κατ’ ανάγκην το ερώτημα πώς οι μεταβολές στη χρηματική σχέση επηρεάζουν το επιτόκιο, αρχικά βραχυπρόθεσμα και αργότερα μακροπρόθεσμα. Το σύστημα θα ήταν ανεπαρκές αν δεν μπορούσε να απαντήσει σε αυτά τα ερωτήματα. Θα ήταν αντιφατικό αν παρείχε απάντηση η οποία δεν θα εξηγούσε ταυτοχρόνως τις κυκλικές διακυμάνσεις της οικονομικής δραστηριότητας. Ακόμη και αν δεν είχαν υπάρξει ποτέ καταπιστευματικά μέσα και κυκλοφοριακή πίστη, η σύγχρονη καταλλακτική θα ήταν υποχρεωμένη να εγείρει το πρόβλημα των σχέσεων μεταξύ των μεταβολών στη χρηματική σχέση και του επιτοκίου.
The case is different with the monetary or circulation credit theory. Modern monetary theory has finally cleared away all notions of an alleged neutrality of money. It has proved irrefutably that there are in the market economy factors operating about which a doctrine ignorant of the driving force of money has nothing to say. The catallactic system that involves the knowledge of money’s non-neutrality and driving force presses the questions of how changes in the money relation affect the rate of interest first in the short run and later in the long run. The system would be defective if it could not answer these questions. It would be contradictory if it were to provide an answer which would not simultaneously explain the cyclical fluctuations of trade. Even if there had never been such things as fiduciary media and circulation credit, modern catallactics would have been forced to raise the problem concerning the relations between changes in the money relation and the rate of interest.
Έχει ήδη επισημανθεί ότι κάθε μη νομισματική εξήγηση του οικονομικού κύκλου είναι υποχρεωμένη να παραδεχθεί ότι η αύξηση της ποσότητας χρήματος ή καταπιστευματικών μέσων αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την εμφάνιση της οικονομικής άνθησης. Είναι προφανές ότι μια γενική τάση ανόδου των τιμών, η οποία δεν προκαλείται από γενική μείωση της παραγωγής και της προσφοράς εμπορευμάτων προς πώληση, δεν μπορεί να εμφανιστεί αν δεν έχει αυξηθεί η προσφορά χρήματος υπό την ευρεία έννοια.
Τώρα μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι όσοι αντιμάχονται τη νομισματική εξήγηση αναγκάζονται να προσφύγουν για δεύτερο λόγο στη θεωρία την οποία δυσφημούν. Μόνο αυτή η θεωρία απαντά στο ερώτημα πώς η εισροή πρόσθετου χρήματος και καταπιστευματικών μέσων επηρεάζει την αγορά δανειακών κεφαλαίων και το αγοραίο επιτόκιο. Μόνο όσοι θεωρούν τον τόκο απλό προϊόν μιας θεσμικώς προσδιοριζόμενης σπανιότητας χρήματος μπορούν να αποφύγουν την έμμεση αναγνώριση της θεωρίας της κυκλοφοριακής πίστης του οικονομικού κύκλου. Αυτό εξηγεί γιατί κανένας επικριτής δεν διατύπωσε ποτέ κάποια βάσιμη ένσταση κατά αυτής της θεωρίας.
It has been mentioned already that every nonmonetary explanation of the cycle is bound to admit that an increase in the quantity of money or fiduciary media is an indispensable condition of the emergence of a boom. It is obvious that a general tendency of prices to rise which is not caused by a general drop in production and in the supply of commodities offered for sale, cannot appear if the supply of money (in the broader sense) has not increased. Now we can see that those fighting the monetary explanation are also forced to resort to the theory they slander for a second reason. For this theory alone answers the question of how an inflow of additional money and fiduciary media affects the loan market and the market rate of interest. Only those for whom interest is merely the outgrowth of an institutionally conditioned scarcity of money can dispense with an implicit acknowledgment of the circulation credit theory of the cycle. This explains why no critic has ever advanced any tenable objection against this theory.
Ο φανατισμός με τον οποίο οι υποστηρικτές όλων αυτών των μη νομισματικών θεωριών αρνούνται να αναγνωρίσουν τα σφάλματά τους αποτελεί, βεβαίως, εκδήλωση πολιτικής προκατάληψης. Οι μαρξιστές εγκαινίασαν την πρακτική της ερμηνείας της εμπορικής κρίσης ως εγγενούς δεινού του καπιταλισμού, ως αναγκαίου προϊόντος της «αναρχίας» της παραγωγής του.17 Οι μη μαρξιστές σοσιαλιστές και οι παρεμβατιστές επιθυμούν εξίσου διακαώς να αποδείξουν ότι η οικονομία της αγοράς δεν μπορεί να αποφύγει την επανεμφάνιση των υφέσεων. Επιτίθενται στη νομισματική θεωρία με ακόμη μεγαλύτερη ένταση, επειδή η νομισματική και πιστωτική χειραγώγηση αποτελεί σήμερα το κυριότερο μέσο με το οποίο οι αντικαπιταλιστικές κυβερνήσεις επιδιώκουν να εγκαθιδρύσουν την κρατική παντοδυναμία.18
The fanaticism with which the supporters of all these nonmonetary doctrines refuse to acknowledge their errors is, of course, a display of political bias. The Marxians have inaugurated the usage of interpreting the commercial crisis as an inherent evil of capitalism, as the necessary outgrowth of its “anarchy” of production.[16] The non-Marxian socialists and the interventionists are no less anxious to demonstrate that the market economy cannot avoid the return of depressions. They are the more eager to assail the monetary theory as currency and credit manipulation is today the main instrument by means of which the anticapitalist governments are intent upon establishing government omnipotence.[17]
Οι προσπάθειες σύνδεσης των οικονομικών υφέσεων με κοσμικές επιδράσεις —χαρακτηριστικότερη από τις οποίες υπήρξε η θεωρία των ηλιακών κηλίδων του William Stanley Jevons— απέτυχαν ολοκληρωτικά. Η οικονομία της αγοράς έχει κατορθώσει να προσαρμόσει, με αρκετά ικανοποιητικό τρόπο, την παραγωγή και τη διάθεση των προϊόντων σε όλες τις φυσικές συνθήκες της ανθρώπινης ζωής και του περιβάλλοντός της. Είναι εντελώς αυθαίρετη η υπόθεση ότι υπάρχει ένα μόνο φυσικό γεγονός —δηλαδή οι υποτιθέμενα ρυθμικές διακυμάνσεις των συγκομιδών— το οποίο η οικονομία της αγοράς δεν γνωρίζει πώς να αντιμετωπίσει. Γιατί αδυνατούν οι επιχειρηματίες να αναγνωρίσουν το γεγονός των διακυμάνσεων των συγκομιδών και να προσαρμόσουν τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες κατά τρόπο ώστε να προεξοφλήσουν τις καταστροφικές επιδράσεις τους στα σχέδιά τους;
The attempts to connect business depressions with cosmic influences, the most remarkable of which was William Stanley Jevons’ sunspot theory, failed utterly. The market economy has succeeded in a fairly satisfactory way in adjusting production and marketing to all the natural conditions of human life and its environment. It is quite arbitrary to assume that there is just one natural fact—namely, allegedly rhythmic harvest variations—with which the market economy does not know how to cope. Why do entrepreneurs fail to recognize the fact of crop fluctuations and to adjust business activities in such a way as to discount their disastrous effects upon their plans?
Καθοδηγούμενες από το μαρξιστικό σύνθημα περί «αναρχίας της παραγωγής», οι σύγχρονες μη νομισματικές θεωρίες του οικονομικού κύκλου εξηγούν τις κυκλικές διακυμάνσεις της οικονομικής δραστηριότητας μέσω μιας τάσης, υποτίθεται εγγενούς στην καπιταλιστική οικονομία, προς την ανάπτυξη δυσαναλογιών στο μέγεθος των επενδύσεων που πραγματοποιούνται στους διάφορους βιομηχανικούς κλάδους.
Ωστόσο, ακόμη και αυτές οι θεωρίες της δυσαναλογίας δεν αμφισβητούν ότι κάθε επιχειρηματίας επιδιώκει να αποφύγει τέτοια σφάλματα, τα οποία πρέπει να του επιφέρουν σοβαρές οικονομικές ζημίες. Η ουσία της δραστηριότητας των επιχειρηματιών και των κεφαλαιούχων συνίσταται ακριβώς στην αποχή από εγχειρήματα τα οποία θεωρούν μη επικερδή. Αν υποθέσει κανείς ότι επικρατεί τάση αποτυχίας των επιχειρηματιών σε αυτές τις προσπάθειες, υπονοεί ότι όλοι οι επιχειρηματίες είναι κοντόφθαλμοι. Είναι υπερβολικά ανόητοι για να αποφύγουν ορισμένες παγίδες και, ως εκ τούτου, επαναλαμβάνουν διαρκώς τα ίδια σφάλματα κατά τη διεξαγωγή των υποθέσεών τους. Ολόκληρη η κοινωνία καλείται να επωμιστεί το κόστος των ανεπαρκειών των βραδύνοων κερδοσκόπων, επιχειρηματικών πρωτοπόρων και επιχειρηματιών.
Guided by the Marxian slogan “anarchy of production,” the presentday nonmonetary cycle doctrines explain the cyclical fluctuations of trade in terms of a tendency, allegedly inherent in the capitalist economy, to develop disproportionality in the size of investments made in various branches of industry. Yet even these disproportionality doctrines do not contest the fact that every businessman is eager to avoid such mistakes, which must bring him serious financial losses. The essence of the activities of entrepreneurs and capitalists is precisely not to embark upon projects which they consider unprofitable. If one assumes that there prevails a tendency for businessmen to fail in these endeavors, one implies that all businessmen are short-sighted. They are too dull to avoid certain pitfalls, and thus blunder again and again in their conduct of affairs. The whole of society has to foot the bill for the shortcomings of the thick-headed speculators, promoters, and entrepreneurs.
Είναι προφανές ότι οι άνθρωποι είναι σφαλεροί και ότι οι επιχειρηματίες ασφαλώς δεν είναι απαλλαγμένοι από αυτή την ανθρώπινη αδυναμία. Δεν πρέπει, όμως, να λησμονείται ότι στην αγορά λειτουργεί αδιάκοπα μια διαδικασία επιλογής. Επικρατεί συνεχής τάση απομάκρυνσης των λιγότερο αποτελεσματικών επιχειρηματιών, δηλαδή εκείνων που αποτυγχάνουν στις προσπάθειές τους να προβλέψουν ορθά τις μελλοντικές απαιτήσεις των καταναλωτών.
Αν μια ομάδα επιχειρηματιών παράγει εμπορεύματα σε ποσότητα που υπερβαίνει τη ζήτηση των καταναλωτών και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να πωλήσει αυτά τα αγαθά σε τιμές που καλύπτουν το κόστος της και υφίσταται ζημίες, άλλες ομάδες, οι οποίες παράγουν τα πράγματα που ζητεί εντονότερα το κοινό, αποκομίζουν ακόμη μεγαλύτερα κέρδη. Ορισμένοι επιχειρηματικοί κλάδοι βρίσκονται σε δυσχερή θέση, ενώ άλλοι ευημερούν. Δεν μπορεί να εμφανιστεί γενική ύφεση της οικονομικής δραστηριότητας.
Now it is obvious that men are fallible, and businessmen are certainly not free from this human weakness. But one should not forget that on the market a process of selection is in continual operation. There prevails an unceasing tendency to weed out the less efficient entrepreneurs, that is, those who fail in their endeavors to anticipate correctly the future demands of the consumers. If one group of entrepreneurs produces commodities in excess of the demand of the consumers and consequently cannot sell these goods at remunerative prices and suffers losses, other groups who produce those things for which the public scrambles make all the greater profits. Some sectors of business are distressed while others thrive. No general depression of trade can emerge.
Οι υποστηρικτές, όμως, των θεωριών που εξετάζουμε συλλογίζονται διαφορετικά. Υποθέτουν ότι όχι μόνο ολόκληρη η επιχειρηματική τάξη, αλλά όλοι οι άνθρωποι πλήττονται από τύφλωση. Η επιχειρηματική τάξη δεν αποτελεί κλειστή κοινωνική τάξη στην οποία απαγορεύεται η πρόσβαση των τρίτων. Κάθε δραστήριος άνθρωπος είναι δυνητικά σε θέση να ανταγωνιστεί όσους ανήκουν ήδη στην τάξη των επιχειρηματιών. Η ιστορία του καπιταλισμού παρέχει αναρίθμητα παραδείγματα νεοεισερχομένων χωρίς περιουσία, οι οποίοι σημείωσαν λαμπρή επιτυχία αναλαμβάνοντας την παραγωγή εκείνων των αγαθών που, κατά τη δική τους κρίση, ήταν κατάλληλα να ικανοποιήσουν τις πλέον επείγουσες ανάγκες των καταναλωτών.
Επομένως, η υπόθεση ότι όλοι οι επιχειρηματίες υποπίπτουν τακτικά σε ορισμένα σφάλματα υπονοεί σιωπηρά ότι όλοι οι άνθρωποι της πράξης στερούνται νοημοσύνης. Υπονοεί ότι κανείς από όσους δραστηριοποιούνται στις επιχειρήσεις και κανείς από όσους εξετάζουν το ενδεχόμενο να εισέλθουν σε αυτές, αν τους προσφερθεί κάποια ευκαιρία εξαιτίας των ανεπαρκειών των ήδη δραστηριοποιούμενων, δεν είναι αρκετά οξυδερκής ώστε να κατανοήσει την πραγματική κατάσταση της αγοράς.
Από την άλλη πλευρά, οι θεωρητικοί, οι οποίοι δεν δραστηριοποιούνται οι ίδιοι στη διεξαγωγή των επιχειρηματικών υποθέσεων και απλώς φιλοσοφούν για τις πράξεις των άλλων, θεωρούν ότι είναι αρκετά ευφυείς ώστε να ανακαλύπτουν τις πλάνες που παρασύρουν όσους ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα. Αυτοί οι παντογνώστες καθηγητές δεν εξαπατώνται ποτέ από τα σφάλματα που συσκοτίζουν την κρίση όλων των άλλων. Γνωρίζουν επακριβώς τι δεν λειτουργεί ορθά στην ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριότητα. Επομένως, η αξίωσή τους να περιβληθούν με δικτατορικές εξουσίες για τον έλεγχο των επιχειρήσεων θεωρείται πλήρως δικαιολογημένη.
But the proponents of the doctrines we have to deal with argue differently. They assume that not only the whole entrepreneurial class but all of the people are struck with blindness. As the entrepreneurial class is not a closed social order to which access is denied to outsiders, as every enterprising man is virtually in a position to challenge those who already belong to the class of entrepreneurs, as the history of capitalism provides innumerable examples of penniless newcomers who brilliantly succeeded in embarking upon the production of those goods which according to their own judgment were fitted to satisfy the most urgent needs of consumers, the assumption that all entrepreneurs regularly fall prey to certain errors tacitly implies that all practical men lack intelligence. It implies that nobody who is engaged in business and nobody who considers engaging in business if some opportunity is offered to him by the shortcomings of those already engaged in it, is shrewd enough to understand the real state of the market. But on the other hand the theorists, who are not themselves active in the conduct of affairs and merely philosophize about other people’s actions, consider themselves smart enough to discover the fallacies leading astray those doing business. These omniscient professors are never deluded by the errors which cloud the judgment of everyone else. They know precisely what is wrong with private enterprise. Their claims to be invested with dictatorial powers to control business are therefore fully justified.
Το εντυπωσιακότερο στοιχείο αυτών των θεωριών είναι ότι υπονοούν επιπλέον πως οι επιχειρηματίες, λόγω της στενότητας της διάνοιάς τους, παραμένουν πεισματικά προσκολλημένοι στις εσφαλμένες διαδικασίες τους, παρά το γεγονός ότι οι λόγιοι έχουν προ πολλού αποκαλύψει τα σφάλματά τους. Μολονότι κάθε εγχειρίδιο τα ανασκευάζει, οι επιχειρηματίες δεν μπορούν να αποφύγουν την επανάληψή τους. Προφανώς, δεν υπάρχει κανένα μέσο αποτροπής της επανεμφάνισης της οικονομικής ύφεσης πέρα από την ανάθεση — σύμφωνα με τις ουτοπικές ιδέες του Πλάτωνα— της υπέρτατης εξουσίας στους φιλοσόφους.
The most amazing thing about these doctrines is that they furthermore imply that businessmen, in their littleness of mind, obstinately cling to their erroneous procedures in spite of the fact that the scholars have long since unmasked their faults. Although every textbook explodes them, the businessmen cannot help repeating them. There is manifestly no means to prevent the recurrence of economic depression other than to entrust—in accordance with Plato’s utopian ideas—supreme power to the philosophers.
Ας εξετάσουμε εν συντομία τις δύο δημοφιλέστερες εκδοχές αυτών των θεωριών της δυσαναλογίας.
Let us examine briefly the two most popular varieties of these disproportionality doctrines.
Πρώτη είναι η θεωρία των διαρκών αγαθών. Τα αγαθά αυτά διατηρούν τη χρησιμότητά τους επί ορισμένο χρονικό διάστημα. Όσο διαρκεί η ωφέλιμη ζωή τους, ο αγοραστής που έχει αποκτήσει μια μονάδα απέχει από την αντικατάστασή της με αγορά νέας. Έτσι, μόλις όλοι οι άνθρωποι πραγματοποιήσουν τις αγορές τους, η ζήτηση νέων προϊόντων περιορίζεται. Η επιχειρηματική δραστηριότητα επιδεινώνεται. Η ανάκαμψη καθίσταται δυνατή μόνο όταν, έπειτα από την παρέλευση ορισμένου χρόνου, οι παλαιές κατοικίες, τα αυτοκίνητα, τα ψυγεία και τα παρόμοια αγαθά φθαρούν και οι ιδιοκτήτες τους υποχρεωθούν να αγοράσουν νέα.
There is first the durable goods doctrine. These goods retain their serviceableness for some time. As long as their life period lasts, the buyer who has acquired a piece abstains from replacing it by the purchase of a new one. Thus, once all people have made their purchases, the demand for new products dwindles. Business becomes bad. A revival is possible only when, after the lapse of some time, the old houses, cars, refrigerators, and the like are worn out, and their owners must buy new ones.
Κατά κανόνα, όμως, οι επιχειρηματίες είναι περισσότερο προνοητικοί απ’ όσο υποθέτει αυτή η θεωρία. Επιδιώκουν να προσαρμόσουν την έκταση της παραγωγής τους στο αναμενόμενο μέγεθος της ζήτησης των καταναλωτών. Οι αρτοποιοί λαμβάνουν υπόψη το γεγονός ότι κάθε νοικοκυρά χρειάζεται καθημερινά μια νέα φραντζόλα ψωμί, ενώ οι κατασκευαστές φερέτρων λαμβάνουν υπόψη ότι οι συνολικές ετήσιες πωλήσεις φερέτρων δεν μπορούν να υπερβούν τον αριθμό των ανθρώπων που πεθαίνουν κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου. Η βιομηχανία μηχανών συνυπολογίζει τη μέση «διάρκεια ζωής» των προϊόντων της, όπως ακριβώς πράττουν οι ράφτες, οι υποδηματοποιοί, οι κατασκευαστές αυτοκινήτων, ραδιοφώνων και ψυγείων, καθώς και οι κατασκευαστικές επιχειρήσεις.
Υπάρχουν ασφαλώς πάντοτε επιχειρηματικοί πρωτοπόροι οι οποίοι, υπό την επήρεια απατηλής αισιοδοξίας, τείνουν να επεκτείνουν υπερβολικά τις επιχειρήσεις τους. Κατά την επιδίωξη τέτοιων εγχειρημάτων αποσπούν συντελεστές παραγωγής από άλλες μονάδες του ίδιου κλάδου και από άλλους βιομηχανικούς κλάδους. Έτσι, η υπερβολική επέκτασή τους οδηγεί σε σχετικό περιορισμό της παραγωγής σε άλλα πεδία. Ένας κλάδος εξακολουθεί να επεκτείνεται, ενώ άλλοι συρρικνώνονται, μέχρις ότου η έλλειψη κερδοφορίας του πρώτου και η κερδοφορία των δεύτερων αναδιατάξουν τις συνθήκες. Τόσο η προηγούμενη άνθηση όσο και η επακόλουθη ύφεση αφορούν μόνο ένα μέρος των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.
However, businessmen are as a rule more provident than this doctrine assumes. They are intent upon adjusting the size of their production to the anticipated size of consumers’ demand. The bakers take account of the fact that every day a housewife needs a new loaf of bread, and the manufacturers of coffins take into account the fact that the total annual sale of coffins cannot exceed the number of people deceased during this period. The machine industry reckons with the average “life” of its products no less than do the tailors, the shoemakers, the manufacturers of motorcars, radio sets, and refrigerators, and the construction firms. There are, to be sure, always promoters who in a mood of deceptive optimism are prone to overexpand their enterprises. In the pursuit of such projects they snatch away factors of production from other plants of the same industry and from other branches of industry. Thus their overexpansion results in a relative restriction of output in other fields. One branch goes on expanding while others shrink until the unprofitability of the former and the profitability of the latter rearranges conditions. Both the preceding boom and the following slump concern only a part of business.
Η δεύτερη εκδοχή αυτών των θεωριών της δυσαναλογίας είναι γνωστή ως αρχή της επιτάχυνσης. Μια προσωρινή αύξηση της ζήτησης ενός ορισμένου εμπορεύματος οδηγεί σε αύξηση της παραγωγής του. Αν αργότερα η ζήτηση μειωθεί εκ νέου, οι επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν για αυτή την επέκταση της παραγωγής εμφανίζονται ως εσφαλμένες επενδύσεις. Αυτό καθίσταται ιδιαιτέρως επιβλαβές στο πεδίο των διαρκών παραγωγικών αγαθών.
Αν η ζήτηση για το καταναλωτικό αγαθό a αυξηθεί κατά 10% , οι επιχειρήσεις αυξάνουν κατά 10% τον εξοπλισμό p που απαιτείται για την παραγωγή του. Η επακόλουθη αύξηση της ζήτησης για το p είναι τόσο σημαντικότερη σε σχέση με την προηγούμενη ζήτηση για το p , όσο μεγαλύτερη είναι η διάρκεια χρησιμότητας μιας μονάδας του p και, κατά συνέπεια, όσο μικρότερη ήταν η προηγούμενη ζήτηση για την αντικατάσταση των φθαρμένων μονάδων του.
Αν η διάρκεια ζωής μιας μονάδας του p είναι δέκα έτη, η ετήσια ζήτηση για το p προς αντικατάσταση ανερχόταν στο 10% του αποθέματος του p που χρησιμοποιούσε προηγουμένως ο κλάδος. Επομένως, η αύξηση κατά 10% της ζήτησης για το a διπλασιάζει τη ζήτηση για το p και οδηγεί σε επέκταση κατά 100% του εξοπλισμού που απαιτείται για την παραγωγή του p . Αν, κατόπιν, η ζήτηση για το παύσει να αυξάνεται, το 50% της παραγωγικής δυναμικότητας του παραμένει αχρησιμοποίητο. Αν η ετήσια αύξηση της ζήτησης για το μειωθεί από 10% σε 5% , δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί το 25% της παραγωγικής δυναμικότητας του r.
The second variety of these disproportionality doctrines is known as the acceleration principle. A temporary rise in the demand for a certain commodity results in increased production of the commodity concerned. If, then, demand later drops again, the investments made for this expansion of production appear as malinvestments. This becomes especially pernicious in the field of durable producers’ goods. If the demand for the consumers’ good a increases by 10 per cent, business increases the equipment p required for its production by 10 per cent. The resulting rise in the demand for p is the more momentous in proportion to the previous demand for p, the longer the duration of serviceableness of a piece of p is and the smaller consequently the previous demand for the replacement of worn-out pieces of p was. If the life of a piece of p is 10 years, the annual demand for p for replacement was 10 per cent of the stock of p previously employed by the industry. The rise of 10 per cent in the demand for a doubles therefore the demand for p and results in a 100 per cent expansion in the equipment r needed for the production of p. If then the demand for a stops increasing, 50 per cent of the production capacity of r remains idle. If the annual increase in the demand for a drops from 10 per cent to 5 per cent, 25 per cent of the production capacity of r cannot be used.
Το θεμελιώδες σφάλμα αυτής της θεωρίας είναι ότι αντιμετωπίζει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες ως τυφλή, αυτόματη αντίδραση στην εκάστοτε κατάσταση της ζήτησης. Κάθε φορά που αυξάνεται η ζήτηση και καθιστά έναν επιχειρηματικό κλάδο περισσότερο επικερδή, υποτίθεται ότι οι παραγωγικές εγκαταστάσεις επεκτείνονται αμέσως και αναλογικά. Η άποψη αυτή είναι αστήρικτη.
Οι επιχειρηματίες σφάλλουν συχνά και πληρώνουν ακριβά τα σφάλματά τους. Εκείνος, όμως, που θα ενεργούσε με τον τρόπο που περιγράφει η αρχή της επιτάχυνσης δεν θα ήταν επιχειρηματίας, αλλά άψυχο αυτόματο. Ο πραγματικός επιχειρηματίας είναι κερδοσκόπος,19 ένας άνθρωπος που επιδιώκει να αξιοποιήσει την κρίση του σχετικά με τη μελλοντική διάρθρωση της αγοράς σε επιχειρηματικές δραστηριότητες οι οποίες υπόσχονται κέρδη.
Αυτή η ιδιαίτερη, προγνωστική κατανόηση των συνθηκών του αβέβαιου μέλλοντος δεν υπόκειται σε κανόνες ούτε σε συστηματοποίηση. Δεν μπορεί ούτε να διδαχθεί ούτε να αποτελέσει αντικείμενο μάθησης. Αν συνέβαινε διαφορετικά, όλοι θα μπορούσαν να αναλάβουν επιχειρηματική δραστηριότητα με τις ίδιες προοπτικές επιτυχίας. Εκείνο που διακρίνει τον επιτυχημένο επιχειρηματία και επιχειρηματικό πρωτοπόρο από τους άλλους ανθρώπους είναι ακριβώς το γεγονός ότι δεν επιτρέπει να καθοδηγείται από όσα υπήρχαν και υπάρχουν, αλλά οργανώνει τις υποθέσεις του βάσει της κρίσης του για το μέλλον.
Βλέπει το παρελθόν και το παρόν όπως και οι άλλοι άνθρωποι· κρίνει, όμως, διαφορετικά το μέλλον. Κατά τις ενέργειές του καθοδηγείται από μια κρίση για το μέλλον η οποία αποκλίνει από τις κρίσεις του πλήθους. Η κινητήρια δύναμη των πράξεών του είναι ότι αποτιμά τους συντελεστές παραγωγής και τις μελλοντικές τιμές των εμπορευμάτων που μπορούν να παραχθούν από αυτούς διαφορετικά από τους άλλους ανθρώπους.
Αν η παρούσα διάρθρωση των τιμών καθιστά εξαιρετικά επικερδή τη δραστηριότητα όσων πωλούν σήμερα τα συγκεκριμένα αγαθά, η παραγωγή τους θα επεκταθεί μόνο στον βαθμό που οι επιχειρηματίες πιστεύουν ότι η ευνοϊκή συγκυρία της αγοράς θα διαρκέσει αρκετά ώστε να καταστήσει επικερδείς τις νέες επενδύσεις. Αν οι επιχειρηματίες δεν το αναμένουν, ακόμη και τα πολύ υψηλά κέρδη των επιχειρήσεων που βρίσκονται ήδη σε λειτουργία δεν θα προκαλέσουν επέκταση.
Ακριβώς αυτή η απροθυμία των κεφαλαιούχων και των επιχειρηματιών να επενδύσουν σε κλάδους τους οποίους θεωρούν μη επικερδείς επικρίνεται σφοδρά από ανθρώπους που δεν κατανοούν τη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς. Μηχανικοί με τεχνοκρατική νοοτροπία παραπονούνται ότι η κυριαρχία του κινήτρου του κέρδους εμποδίζει τον επαρκή εφοδιασμό των καταναλωτών με όλα τα αγαθά που θα μπορούσε να τους παράσχει η τεχνολογική γνώση. Οι δημαγωγοί καταφέρονται εναντίον της απληστίας των κεφαλαιούχων, οι οποίοι υποτίθεται ότι επιδιώκουν τη διατήρηση της σπανιότητας.
The fundamental error of this doctrine is that it considers entrepreneurial activities as a blindly automatic response to the momentary state of demand. Whenever demand increases and renders a branch of business more profitable, production facilities are supposed instantly to expand in proportion. This view is untenable. Entrepreneurs often err. They pay heavily for their errors. But whoever acted in the way the acceleration principle describes would not be an entrepreneur, but a soulless automaton. Yet the real entrepreneur is a speculator,[18] a man eager to utilize his opinion about the future structure of the market for business operations promising profits. This specific anticipative understanding of the conditions of the uncertain future defies any rules and systematization. It can be neither taught nor learned. If it were different, everybody could embark upon entrepreneurship with the same prospect of success. What distinguishes the successful entrepreneur and promoter from other people is precisely the fact that he does not let himself be guided by what was and is, but arranges his affairs on the ground of his opinion about the future. He sees the past and the present as other people do; but he judges the future in a different way. In his actions he is directed by an opinion about the future which deviates from those held by the crowd. The impulse of his actions is that he appraises the factors of production and the future prices of the commodities which can be produced out of them in a different way from other people. If the present structure of prices renders very profitable the business of those who are today selling the articles concerned, their production will expand only to the extent that entrepreneurs believe that the favorable market constellation will last long enough to make new investments pay. If entrepreneurs do not expect this, even very high profits of the enterprises already operating will not bring about an expansion. It is exactly this reluctance of the capitalists and entrepreneurs to invest in lines which they consider unprofitable that is violently criticized by people who do not comprehend the operation of the market economy. Technocratically minded engineers complain that the supremacy of the profit motive prevents consumers from being amply supplied with all those goods with which technological knowledge could provide them. Demagogues cry out against the greed of capitalists intent upon preserving scarcity.
Μια ικανοποιητική εξήγηση των οικονομικών διακυμάνσεων δεν πρέπει να θεμελιώνεται στο γεγονός ότι μεμονωμένες επιχειρήσεις ή ομάδες επιχειρήσεων κρίνουν εσφαλμένα τη μελλοντική κατάσταση της αγοράς και, ως εκ τούτου, πραγματοποιούν εσφαλμένες επενδύσεις. Αντικείμενο της θεωρίας του οικονομικού κύκλου είναι η γενική άνοδος των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, η ροπή προς επέκταση της παραγωγής σε όλους τους βιομηχανικούς κλάδους και η επακόλουθη γενική ύφεση. Τα φαινόμενα αυτά δεν μπορούν να προκληθούν από το γεγονός ότι η αύξηση των κερδών σε ορισμένους επιχειρηματικούς κλάδους οδηγεί στην επέκτασή τους και σε αντίστοιχη δυσανάλογη επένδυση στις βιομηχανίες που κατασκευάζουν τον αναγκαίο για αυτή την επέκταση εξοπλισμό.
A satisfactory explanation of business fluctuations must not be built upon the fact that individual firms or groups of firms misjudge the future state of the market and therefore make bad investments. The objective of the trade cycle theory is the general upswing of business activities, the propensity to expand production in all branches of industry, and the following general depression. These phenomena cannot be brought about by the fact that increased profits in some branches of business result in their expansion and a corresponding overproportional investment in the industries manufacturing the equipment needed for such an expansion.
Είναι ευρέως γνωστό ότι, όσο προχωρεί η οικονομική άνθηση, τόσο δυσκολότερη καθίσταται η αγορά μηχανημάτων και άλλου εξοπλισμού. Οι μονάδες που παράγουν αυτά τα αγαθά είναι κατακλυσμένες από παραγγελίες. Οι πελάτες τους πρέπει να περιμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι να παραδοθούν οι μηχανές που παρήγγειλαν. Αυτό καταδεικνύει σαφώς ότι οι βιομηχανίες παραγωγικών αγαθών δεν επεκτείνουν τις δικές τους παραγωγικές εγκαταστάσεις τόσο γρήγορα όσο υποθέτει η αρχή της επιτάχυνσης.
It is a very well known fact that the more the boom progresses, the harder it becomes to buy machines and other equipment. The plants producing these things are overloaded with orders. Their customers must wait a long time until the machines ordered are delivered. This clearly shows that the producers’ goods industries are not so quick in the expansion of their own production facilities as the acceleration principle assumes.
Ακόμη και αν, χάριν του επιχειρήματος, δεχόμασταν ότι οι κεφαλαιούχοι και οι επιχειρηματίες συμπεριφέρονται κατά τον τρόπο που περιγράφουν οι θεωρίες της δυσαναλογίας, θα παρέμενε ανεξήγητο πώς θα μπορούσαν να συνεχίσουν χωρίς πιστωτική επέκταση. Η επιδίωξη τέτοιων πρόσθετων επενδύσεων αυξάνει τις τιμές των συμπληρωματικών συντελεστών παραγωγής και το επιτόκιο στην αγορά δανειακών κεφαλαίων. Αυτές οι συνέπειες θα περιόριζαν πολύ σύντομα τις επεκτατικές τάσεις, αν δεν υπήρχε πιστωτική επέκταση.
But even if, for the sake of argument, we were ready to admit that capitalists and entrepreneurs behave in the way the disproportionality doctrines describe, it remains inexplicable how they could go on in the absence of credit expansion. The striving after such additional investments raises the prices of the complementary factors of production and the rate of interest on the loan market. These effects would curb the expansionist tendencies very soon if there were no credit expansion.
Οι υποστηρικτές των θεωριών της δυσαναλογίας επικαλούνται ορισμένα φαινόμενα στον γεωργικό τομέα ως επιβεβαίωση του ισχυρισμού τους περί εγγενούς έλλειψης προνοητικότητας της ιδιωτικής επιχειρηματικής δραστηριότητας. Δεν είναι, όμως, θεμιτό να επιχειρείται η απόδειξη χαρακτηριστικών γνωρισμάτων της ελεύθερης ανταγωνιστικής επιχειρηματικής δραστηριότητας, όπως αυτή λειτουργεί στην οικονομία της αγοράς, μέσω αναφοράς στις συνθήκες που επικρατούν στη σφαίρα της μεσαίας και μικρής γεωργικής παραγωγής.
Σε πολλές χώρες, η σφαίρα αυτή έχει απομακρυνθεί θεσμικά από την κυριαρχία της αγοράς και των καταναλωτών. Η κυβερνητική παρέμβαση επιδιώκει να προστατεύσει τον γεωργό από τις μεταβολές της αγοράς. Οι γεωργοί αυτοί δεν λειτουργούν σε ελεύθερη αγορά· απολαμβάνουν προνόμια και ευνοϊκή μεταχείριση μέσω διαφόρων μηχανισμών. Η σφαίρα των παραγωγικών τους δραστηριοτήτων αποτελεί, ούτως ειπείν, προστατευμένη ζώνη, στην οποία διατηρούνται τεχνητά, εις βάρος των μη γεωργικών στρωμάτων του πληθυσμού, η τεχνολογική καθυστέρηση, η στενόμυαλη ακαμψία και η επιχειρηματική αναποτελεσματικότητα. Αν σφάλλουν κατά τη διεξαγωγή των υποθέσεών τους, η κυβέρνηση εξαναγκάζει τους καταναλωτές, τους φορολογουμένους και τους ενυπόθηκους δανειστές να επωμιστούν το κόστος.
The supporters of the disproportionality doctrines refer to certain occurrences in the field of farming as a confirmation of their assertion concerning the inherent lack of provision on the part of private business. However, it is impermissible to demonstrate characteristic features of free competitive enterprise as operating in the market economy by pointing to conditions in the sphere of medium-size and small farming. In many countries this sphere is institutionally removed from the supremacy of the market and the consumers. Government interference is eager to protect the farmer against the vicissitudes of the market. These farmers do not operate in a free market; they are privileged and pampered by various devices. The orbit of their production activities is a reservation, as it were, in which technological backwardness, narrow-minded obstinacy, and entrepreneurial inefficiency are artificially preserved at the expense of the nonagricultural strata of the people. If they blunder in their conduct of affairs, the government forces the consumers, the taxpayers, and the mortgagees to foot the bill.
Είναι αληθές ότι υπάρχει το φαινόμενο του κύκλου καλαμποκιού και χοίρων, καθώς και ανάλογα φαινόμενα στην παραγωγή άλλων γεωργικών προϊόντων. Η επανεμφάνιση, όμως, τέτοιων κύκλων οφείλεται στο γεγονός ότι οι κυρώσεις που επιβάλλει η αγορά στους αναποτελεσματικούς και αδέξιους επιχειρηματίες δεν πλήττουν μεγάλο μέρος των γεωργών. Οι γεωργοί αυτοί δεν λογοδοτούν για τις πράξεις τους, επειδή αποτελούν τα ευνοούμενα τέκνα των κυβερνήσεων και των πολιτικών. Αν δεν συνέβαινε αυτό, θα είχαν προ πολλού πτωχεύσει και οι πρώην γεωργικές εκμεταλλεύσεις τους θα βρίσκονταν υπό τη διαχείριση ικανότερων ανθρώπων.
It is true that there is such a thing as the corn-hog cycle and analogous happenings in the production of other farm products. But the recurrence of such cycles is due to the fact that the penalties which the market applies against inefficient and clumsy entrepreneurs do not affect a great part of the farmers. These farmers are not answerable for their actions because they are the pet children of governments and politicians. If it were not so, they would long since have gone bankrupt and their former farms would be operated by more intelligent people.
— (δεν υπάρχει στη μετάφραση)
Among the champions of economics some private bankers were prominent; in particular, the elaboration of the early form of the theory of business fluctuations, the Currency Theory, was for the most part an achievement of British bankers. But the management of central banks and the conduct of the various governments’ monetary policies was as a rule entrusted to men who did not find any fault with boundless credit expansion and took offense at every criticism of their expansionist ventures. [8] Cf. below, pp. 787–789. [9] See below, p. 778. [10] See above, p. 467. [11] Beardsley Ruml, “Taxes for Revenue Are Obsolete,” American Affairs, VIII (1946), 35–36. [12] Machlup (The Stock Market, Credit and Capital Formation, p. 248) calls this conduct of the banks “passive inflationism.” [13] Cf. below, p. 472. [14] In the evenly rotating economy also there may be unused capacity of inconvertible equipment. Its nonutilization does not disturb the equilibrium any more than the fallowness of submarginal soil. [15] Hayek (Prices and Production [2d ed. London, 1935], pp. 96 ff.) reaches the same conclusion by way of a somewhat different chain of reasoning. [16] About the fundamental fault of the Marxian and all other underconsumption theories, cf. above, p. 298. [17] About these currency and credit manipulations, cf. below, pp. 774–799. [18] It is noteworthy that the same term is employed to signify the premeditation and the ensuing actions of the promoters and entrepreneurs and the purely academic reasoning of theorists that does not directly result in any action.
← Κεφάλαιο 19: ΤΟ ΕΠΙΤΟΚΙΟΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 21: ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΜΙΣΘΟΙ →