Εργαλεία30 Οκτωβρίου 2026

Ανθρώπινη Δράση: Κεφάλαιο 19: ΤΟ ΕΠΙΤΟΚΙΟ

Ludwig von Mises · Human Action: A Treatise on Economics

Πραξεολόγος

← Κεφάλαιο 18: Η ΔΡΑΣΗ ΣΤΗ ΡΟΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 20: ΤΟΚΟΣ, ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ →

Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.

Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, Human Action: A Treatise on Economics, ebook του Foundation for Economic Education (FEE), 2016, ISBN 978-1-57246-086-7 — «Published under the Creative Commons Attribution 4.0 International License». Σελίδα της έκδοσης: fee.org/ebooks/human-action-by-ludwig-von-mises. Άδεια: CC BY 4.0.

Σε δείγμα 300 παραγράφων, οι 298 του ebook του FEE ήταν ίδιες λέξη προς λέξη με το κείμενο που ακολουθεί η μετάφραση. Το FEE δεν περιέχει μερικές ενότητες που προστέθηκαν σε μεταγενέστερες εκδόσεις (π.χ. «Η ηθική καταδίκη του κέρδους», «Διαφθορά», παράγραφοι για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο)· αυτές, όπως και οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ), εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Οι πρόλογοι της ελληνικής έκδοσης και των εκδόσεων Scholar’s/4ης δεν περιλαμβάνονται εδώ.

Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.

Ελληνικά · μετάφραση: Πραξεολόγος
English · πρωτότυπο

Κεφάλαιο 19: ΤΟ ΕΠΙΤΟΚΙΟ

↗ στη σελίδα του βιβλίου

XIX. THE RATE OF INTEREST

1

1. Το φαινόμενο του τόκου

↗ στη σελίδα του βιβλίου

1. The Phenomenon of Interest

2

Έχει καταδειχθεί ότι η χρονική προτίμηση αποτελεί κατηγορία εγγενή σε κάθε ανθρώπινη δράση. Η χρονική προτίμηση εκδηλώνεται στο φαινόμενο του πρωταρχικού τόκου, δηλαδή στην υποτίμηση των μελλοντικών αγαθών έναντι των παρόντων αγαθών.

T has been shown that time preference is a category inherent in every human action. Time preference manifests itself in the phenomenon of originary interest, i.e., the discount of future goods as against present goods.

3

Ο τόκος δεν είναι απλώς τόκος επί του κεφαλαίου. Δεν αποτελεί το ειδικό εισόδημα που προκύπτει από τη χρησιμοποίηση κεφαλαιουχικών αγαθών. Η αντιστοίχιση τριών συντελεστών παραγωγής —εργασίας, κεφαλαίου και γης— προς τρεις κατηγορίες εισοδήματος —μισθό, κέρδος και πρόσοδο—, όπως τη δίδαξαν οι κλασικοί οικονομολόγοι, είναι αστήρικτη. Η πρόσοδος δεν αποτελεί το ειδικό εισόδημα της γης. Αποτελεί γενικό καταλλακτικό φαινόμενο· διαδραματίζει στην απόδοση της εργασίας και των κεφαλαιουχικών αγαθών τον ίδιο ρόλο που διαδραματίζει στην απόδοση της γης. Επιπλέον, δεν υπάρχει ομοιογενής πηγή εισοδήματος η οποία θα μπορούσε να αποκληθεί κέρδος με την έννοια που απέδιδαν στον όρο αυτό οι κλασικοί οικονομολόγοι. Το κέρδος —με την έννοια του επιχειρηματικού κέρδους— και ο τόκος δεν αποτελούν χαρακτηριστικά του κεφαλαίου περισσότερο απ’ όσο αποτελούν χαρακτηριστικά της γης.

Interest is not merely interest on capital. Interest is not the specific income derived from the utilization of capital goods. The correspondence between three factors of production—labor, capital, and land—and three classes of income—wages, profit, and rent—as taught by the classical economists is untenable. Rent is not the specific revenue from land. Rent is a general catallactic phenomenon; it plays in the yield of labor and capital goods the same role it plays in the yield of land. Furthermore there is no homogeneous source of income that could be called profit in the sense in which the classical economists applied this term. Profit (in the sense of entrepreneurial profit) and interest are no more characteristic of capital than they are of land.

4

Οι τιμές των καταναλωτικών αγαθών κατανέμονται, μέσω της αλληλεπίδρασης των δυνάμεων που λειτουργούν στην αγορά, μεταξύ των διαφόρων συμπληρωματικών συντελεστών που συνεργάζονται στην παραγωγή τους. Εφόσον τα καταναλωτικά αγαθά είναι παρόντα αγαθά, ενώ οι συντελεστές παραγωγής αποτελούν μέσα για την παραγωγή μελλοντικών αγαθών, και εφόσον τα παρόντα αγαθά αξιολογούνται υψηλότερα από μελλοντικά αγαθά του ίδιου είδους και της ίδιας ποσότητας, το ποσό που κατανέμεται με αυτόν τον τρόπο υπολείπεται, ακόμη και στο νοητικό κατασκεύασμα της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας, της παρούσας τιμής των αντίστοιχων καταναλωτικών αγαθών. Αυτή η διαφορά είναι ο πρωταρχικός τόκος. Δεν συνδέεται ειδικά με καμία από τις τρεις κατηγορίες συντελεστών παραγωγής τις οποίες διέκριναν οι κλασικοί οικονομολόγοι. Το επιχειρηματικό κέρδος και η επιχειρηματική ζημία προκαλούνται από τις μεταβολές των δεδομένων και τις συνακόλουθες μεταβολές των τιμών που επέρχονται κατά την πάροδο της περιόδου παραγωγής.

The prices of consumers’ goods are by the interplay of the forces operating on the market apportioned to the various complementary factors cooperating in their production. As the consumers’ goods are present goods, while the factors of production are means for the production of future goods, and as present goods are valued higher than future goods of the same kind and quantity, the sum thus apportioned, even in the imaginary construction of the evenly rotating economy, falls behind the present price of the consumers’ goods concerned. This difference is the originary interest. It is not specifically connected with any of the three classes of factors of production which the classical economists distinguished. Entrepreneurial profit and loss are produced by changes in the data and the resulting price changes which occur in the passing of the period of production.

5

Ο αφελής συλλογισμός δεν διακρίνει κανένα πρόβλημα στο τρέχον εισόδημα που προέρχεται από το κυνήγι, την αλιεία, την κτηνοτροφία, τη δασοκομία και τη γεωργία. Η φύση γεννά ελάφια, ψάρια και βοοειδή και τα κάνει να αναπτύσσονται· κάνει τις αγελάδες να παράγουν γάλα και τις όρνιθες να γεννούν αυγά, τα δέντρα να αναπτύσσουν ξυλώδη μάζα και να καρποφορούν, και τους σπόρους να βλασταίνουν και να σχηματίζουν στάχυα. Εκείνος που έχει το δικαίωμα να ιδιοποιείται αυτόν τον επαναλαμβανόμενο πλούτο απολαμβάνει σταθερό εισόδημα. Όπως ένα ρεύμα που μεταφέρει διαρκώς νέο νερό, έτσι και η «ροή του εισοδήματος» κυλά αδιάκοπα και μεταφέρει επανειλημμένως νέο πλούτο. Ολόκληρη η διαδικασία εμφανίζεται ως φυσικό φαινόμενο. Για τον οικονομολόγο, όμως, ανακύπτει πρόβλημα ως προς τον προσδιορισμό των τιμών της γης, των βοοειδών και όλων των υπολοίπων. Αν τα μελλοντικά αγαθά δεν αγοράζονταν και δεν πωλούνταν με έκπτωση έναντι των παρόντων αγαθών, ο αγοραστής γης θα έπρεπε να καταβάλει τιμή ίση με το άθροισμα όλων των μελλοντικών καθαρών προσόδων, η οποία δεν θα άφηνε κανένα περιθώριο για επαναλαμβανόμενο τρέχον εισόδημα.

Naïve reasoning does not see any problem in the current revenue derived from hunting, fishing, cattle breeding, forestry, and agriculture.

Nature generates deer, fish, and cattle and makes them grow, causes the cows to give milk and the chickens to lay eggs, the trees to put on wood and to bear fruit, and the seeds to shoot into ears. He who has a title to appropriate for himself this recurring wealth enjoys a steady income. Like a stream which continually carries new water, the “stream of income” flows continually and conveys again and again new wealth. The whole process is plainly a natural phenomenon. But for the economist a problem is presented in the determination of prices for land, cattle, and all the rest. If future goods were not bought and sold at a discount as against present goods, the buyer of land would have to pay a price which equals the sum of all future net revenues and which would leave nothing for a current reiterated income.

6

Οι ετησίως επαναλαμβανόμενες εισπράξεις των ιδιοκτητών γης και βοοειδών δεν διαθέτουν κανένα γνώρισμα που θα τις διέκρινε καταλλακτικά από τις εισπράξεις που προέρχονται από παραχθέντες συντελεστές παραγωγής, οι οποίοι αργά ή γρήγορα αναλώνονται στις παραγωγικές διαδικασίες. Η εξουσία διάθεσης ενός τεμαχίου γης αποτελεί έλεγχο της συνεργασίας του συγκεκριμένου εδάφους στην παραγωγή όλων των καρπών που θα μπορούσαν ποτέ να καλλιεργηθούν σε αυτό· η εξουσία διάθεσης ενός ορυχείου αποτελεί έλεγχο της συνεργασίας του στην εξόρυξη όλων των μεταλλευμάτων που θα μπορούσαν ποτέ να ανασυρθούν από αυτό στην επιφάνεια. Κατά τον ίδιο τρόπο, η κυριότητα μιας μηχανής ή μιας μπάλας βαμβακιού αποτελεί έλεγχο της συνεργασίας τους στην κατασκευή όλων των αγαθών που παράγονται με τη συνδρομή τους.

Η θεμελιώδης πλάνη που εμπεριέχεται σε όλες τις προσεγγίσεις της παραγωγικότητας και της χρήσης ως προς το πρόβλημα του τόκου ήταν ότι ανήγαγαν το φαινόμενο του τόκου στις παραγωγικές υπηρεσίες που παρέχουν οι συντελεστές παραγωγής. Ωστόσο, η χρησιμότητα των συντελεστών παραγωγής προσδιορίζει τις τιμές που καταβάλλονται γι’ αυτούς και όχι τον τόκο. Οι τιμές αυτές εξαντλούν ολόκληρη τη διαφορά μεταξύ της παραγωγικότητας μιας διαδικασίας που υποβοηθείται από τη συνεργασία ενός συγκεκριμένου συντελεστή και της παραγωγικότητας μιας διαδικασίας που στερείται αυτής της συνεργασίας.

Η διαφορά μεταξύ του αθροίσματος των τιμών των συμπληρωματικών συντελεστών παραγωγής και της τιμής των προϊόντων, η οποία εμφανίζεται ακόμη και όταν δεν μεταβάλλονται τα σχετικά δεδομένα της αγοράς, αποτελεί αποτέλεσμα της υψηλότερης αξιολόγησης των παρόντων αγαθών έναντι των μελλοντικών αγαθών. Καθώς προχωρεί η παραγωγή, οι συντελεστές παραγωγής μετασχηματίζονται ή ωριμάζουν σε παρόντα αγαθά υψηλότερης αξίας. Αυτή η αύξηση αποτελεί την πηγή των ειδικών προσόδων που περιέρχονται στους ιδιοκτήτες των συντελεστών παραγωγής, δηλαδή του πρωταρχικού τόκου.

The yearly recurring proceeds of the owners of land and cattle are not marked by any characteristic which would catallactically distinguish them from the proceeds stemming from produced factors of production which are used up sooner or later in the processes of production. The power of disposal over a piece of land is the control of this field’s cooperation in the production of all the fruit which can ever be grown on it, and the power of disposal over a mine is the control of its cooperation in the extraction of all the minerals which can ever be brought to the surface from it. In the same way the ownership of a machine or a bale of cotton is the control of its cooperation in the manufacture of all goods which are produced with its cooperation. The fundamental fallacy implied in all the productivity and use approaches to the problem of interest was that they traced back the phenomenon of interest to these productive services rendered by the factors of production. However, the serviceableness of the factors of production determines the prices paid for them, not interest. These prices exhaust the whole difference between the productivity of a process aided by a definite factor’s cooperation and that of a process lacking this cooperation. The difference between the sum of the prices of the complementary factors of production and the products which emerges even in the absence of changes in the market data concerned, is an outcome of the higher valuation of present goods as compared with future goods. As production goes on, the factors of production are transformed or ripen into present goods of a higher value. This increment is the source of specific proceeds flowing into the hands of the owners of the factors of production, of originary interest.

7

Οι ιδιοκτήτες των υλικών συντελεστών παραγωγής —σε αντιδιαστολή προς τους αμιγείς επιχειρηματίες του νοητικού κατασκευάσματος της ενοποίησης των καταλλακτικών λειτουργιών— αποκομίζουν δύο καταλλακτικά διαφορετικά στοιχεία: αφενός, τις τιμές που καταβάλλονται για την παραγωγική συνεργασία των συντελεστών τους οποίους ελέγχουν και, αφετέρου, τον τόκο. Τα δύο αυτά στοιχεία δεν πρέπει να συγχέονται. Δεν είναι θεμιτό, κατά την εξήγηση του τόκου, να γίνεται αναφορά στις υπηρεσίες που παρέχουν οι συντελεστές παραγωγής κατά την παραγωγή των προϊόντων.

The owners of the material factors of production—as distinct from the pure entrepreneurs of the imaginary construction of an integration of catallactic functions—harvest two catallactically different items: the prices paid for the productive cooperation of the factors they control on the one hand and interest on the other hand. These two things must not be confused. It is not permissible to refer, in the explanation of interest, to the services rendered by the factors of production in the turning out of products.

8

Ο τόκος αποτελεί ομοιογενές φαινόμενο. Δεν υπάρχουν διαφορετικές πηγές τόκου. Ο τόκος επί διαρκών αγαθών και ο τόκος επί καταναλωτικής πίστης, όπως και όλα τα άλλα είδη τόκου, απορρέουν από την υψηλότερη αξιολόγηση των παρόντων αγαθών έναντι των μελλοντικών αγαθών.

Interest is a homogeneous phenomenon. There are no different sources of interest. Interest on durable goods and interest on consumption-credit are like other kinds of interest an outgrowth of the higher valuation of present goods as against future goods.

9

2. Ο πρωταρχικός τόκος

↗ στη σελίδα του βιβλίου

2. Originary Interest

10

Ο πρωταρχικός τόκος (originary interest) είναι η σχέση μεταξύ της αξίας που αποδίδεται στην ικανοποίηση αναγκών στο άμεσο μέλλον και της αξίας που αποδίδεται στην ικανοποίηση αναγκών σε απώτερες περιόδους του μέλλοντος. Εκδηλώνεται στην οικονομία της αγοράς ως υποτίμηση των μελλοντικών αγαθών έναντι των παρόντων αγαθών. Αποτελεί σχέση μεταξύ τιμών εμπορευμάτων και όχι αυτοτελή τιμή. Επικρατεί τάση εξίσωσης αυτής της σχέσης για όλα τα εμπορεύματα. Στο νοητικό κατασκεύασμα της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας, το επιτόκιο του πρωταρχικού τόκου είναι το ίδιο για όλα τα εμπορεύματα.

Originary interest is the ratio of the value assigned to want-satisfaction in the immediate future and the value assigned to want-satisfaction in remoter periods of the future. It manifests itself in the market economy in the discount of future goods as against present goods. It is a ratio of commodity prices, not a price in itself. There prevails a tendency toward the equalization of this ratio for all commodities. In the imaginary construction of the evenly rotating economy the rate of originary interest is the same for all commodities.

11

Ο πρωταρχικός τόκος δεν είναι «η τιμή που καταβάλλεται για τις υπηρεσίες του κεφαλαίου».1 Η υψηλότερη παραγωγικότητα των περισσότερο χρονοβόρων, έμμεσων μεθόδων παραγωγής, στην οποία αναφέρονται ο Böhm-Bawerk και ορισμένοι μεταγενέστεροι οικονομολόγοι κατά την εξήγηση του τόκου, δεν εξηγεί το φαινόμενο. Αντιθέτως, το φαινόμενο του πρωταρχικού τόκου εξηγεί γιατί χρησιμοποιούνται λιγότερο χρονοβόρες μέθοδοι παραγωγής, παρά το γεγονός ότι περισσότερο χρονοβόρες μέθοδοι θα απέδιδαν μεγαλύτερο προϊόν ανά μονάδα εισροής.

Επιπλέον, το φαινόμενο του πρωταρχικού τόκου εξηγεί γιατί τα χρησιμοποιήσιμα τεμάχια γης μπορούν να αγοράζονται και να πωλούνται σε πεπερασμένες τιμές. Αν οι μελλοντικές υπηρεσίες που μπορεί να παράσχει ένα τεμάχιο γης αξιολογούνταν με τον ίδιο τρόπο όπως οι παρούσες υπηρεσίες του, καμία πεπερασμένη τιμή δεν θα ήταν αρκετά υψηλή ώστε να παρακινήσει τον ιδιοκτήτη του να το πωλήσει. Η γη δεν θα μπορούσε ούτε να αγοραστεί ούτε να πωληθεί έναντι ορισμένων χρηματικών ποσών, ούτε να ανταλλαχθεί με αγαθά που μπορούν να παράσχουν μόνο πεπερασμένο αριθμό υπηρεσιών. Τα τεμάχια γης θα ανταλλάσσονταν μόνο με άλλα τεμάχια γης. Μια οικοδομή που μπορεί να αποφέρει επί δέκα έτη ετήσια πρόσοδο 100 USD θα αποτιμάτο —αν παραβλεφθεί το έδαφος πάνω στο οποίο είναι κτισμένη— στην αρχή του δεύτερου έτους σε 900 USD, και ούτω καθεξής.

Originary interest is not “the price paid for the services of capital.”[1] The higher productivity of more time-consuming roundabout methods of production which is referred to by Böhm-Bawerk and by some later economists in the explanation of interest, does not explain the phenomenon. It is, on the contrary, the phenomenon of originary interest that explains why less time-consuming methods of production are resorted to in spite of the fact that more time-consuming methods would render a higher output per unit of input. Moreover, the phenomenon of originary interest explains why pieces of usable land can be sold and bought at finite prices. If the future services which a piece of land can render were to be valued in the same way in which its present services are valued, no finite price would be high enough to impel its owner to sell it. Land could neither be bought nor sold against definite amounts of money, nor bartered against goods which can render only a finite number of services. Pieces of land would be bartered only against other pieces of land. A superstructure that can yield during a period of ten years an annual revenue of one hundred dollars would be priced (apart from the soil on which it is built) at the beginning of this period at one thousand dollars, at the beginning of the second year at nine hundred dollars, and so on.

12

Ο πρωταρχικός τόκος δεν αποτελεί τιμή που προσδιορίζεται στην αγορά από την αλληλεπίδραση της ζήτησης και της προσφοράς κεφαλαίου ή κεφαλαιουχικών αγαθών. Το ύψος του δεν εξαρτάται από την έκταση αυτής της ζήτησης και προσφοράς. Αντιθέτως, το επιτόκιο του πρωταρχικού τόκου προσδιορίζει τόσο τη ζήτηση όσο και την προσφορά κεφαλαίου και κεφαλαιουχικών αγαθών. Προσδιορίζει ποιο μέρος της διαθέσιμης προσφοράς αγαθών θα αφιερωθεί στην κατανάλωση στο άμεσο μέλλον και ποιο μέρος στην πρόνοια για απώτερες περιόδους του μέλλοντος.

Originary interest is not a price determined on the market by the interplay of the demand for and the supply of capital or capital goods. Its height does not depend on the extent of this demand and supply. It is rather the rate of originary interest that determines both the demand for and the supply of capital and capital goods. It determines how much of the available supply of goods is to be devoted to consumption in the immediate future and how much to provision for remoter periods of the future.

13

Οι άνθρωποι δεν αποταμιεύουν και δεν συσσωρεύουν κεφάλαιο επειδή υπάρχει τόκος. Ο τόκος δεν αποτελεί ούτε το κίνητρο της αποταμίευσης ούτε την ανταμοιβή ή την αποζημίωση που παρέχεται για την αποχή από την άμεση κατανάλωση. Αποτελεί τη σχέση που διαμορφώνεται κατά την αμοιβαία αξιολόγηση των παρόντων αγαθών έναντι των μελλοντικών αγαθών.

People do not save and accumulate capital because there is interest. Interest is neither the impetus to saving nor the reward or the compensation granted for abstaining from immediate consumption. It is the ratio in the mutual valuation of present goods as against future goods.

14

Η αγορά δανειακών κεφαλαίων δεν προσδιορίζει το επιτόκιο. Προσαρμόζει το επιτόκιο των δανείων στο επιτόκιο του πρωταρχικού τόκου, όπως αυτό εκδηλώνεται στην υποτίμηση των μελλοντικών αγαθών έναντι των παρόντων.

The loan market does not determine the rate of interest. It adjusts the rate of interest on loans to the rate of originary interest as manifested in the discount of future goods.

15

Ο πρωταρχικός τόκος αποτελεί κατηγορία της ανθρώπινης δράσης. Λειτουργεί σε κάθε αξιολόγηση εξωτερικών πραγμάτων και δεν μπορεί ποτέ να εξαφανιστεί. Αν κάποια ημέρα επανερχόταν η κατάσταση που επικρατούσε στο τέλος της πρώτης χιλιετίας της χριστιανικής εποχής, όταν ορισμένοι άνθρωποι πίστευαν ότι πλησίαζε το οριστικό τέλος όλων των εγκόσμιων πραγμάτων, οι άνθρωποι θα έπαυαν να μεριμνούν για τις μελλοντικές εγκόσμιες ανάγκες. Οι συντελεστές παραγωγής θα καθίσταντο στα μάτια τους άχρηστοι και άνευ αξίας. Η υποτίμηση των μελλοντικών αγαθών έναντι των παρόντων δεν θα εξαφανιζόταν. Αντιθέτως, θα αυξανόταν πέρα από κάθε όριο.

Από την άλλη πλευρά, η εξαφάνιση του πρωταρχικού τόκου θα σήμαινε ότι οι άνθρωποι αδιαφορούν πλήρως για την ικανοποίηση αναγκών σε εγγύτερες περιόδους του μέλλοντος. Θα σήμαινε ότι, αντί ενός μήλου διαθέσιμου σήμερα, αύριο, σε ένα έτος ή σε δέκα έτη, προτιμούν δύο μήλα διαθέσιμα σε χίλια ή δέκα χιλιάδες έτη.

Originary interest is a category of human action. It is operative in any valuation of external things and can never disappear. If one day the state of affairs were to return which was actual at the close of the first millennium of the Christian era when people believed that the ultimate end of all earthly things was impending, men would stop providing for future secular wants. The factors of production would in their eyes become useless and worthless. The discount of future goods as against present goods would not vanish. It would, on the contrary, increase beyond all measure. On the other hand, the fading away of originary interest would mean that people do not care at all for want-satisfaction in nearer periods of the future. It would mean that they prefer to an apple available today, tomorrow, in one year or in ten years, two apples available in a thousand or ten thousand years.

16

Δεν μπορούμε καν να συλλάβουμε έναν κόσμο στον οποίο ο πρωταρχικός τόκος δεν θα υπήρχε ως αμείλικτο στοιχείο κάθε μορφής δράσης. Είτε υπάρχει είτε δεν υπάρχει καταμερισμός της εργασίας και κοινωνική συνεργασία, και είτε η κοινωνία είναι οργανωμένη βάσει ιδιωτικού είτε βάσει δημόσιου ελέγχου των μέσων παραγωγής, ο πρωταρχικός τόκος είναι πάντοτε παρών. Σε μια σοσιαλιστική κοινοπολιτεία ο ρόλος του δεν θα διέφερε από εκείνον που διαδραματίζει στην οικονομία της αγοράς.

We cannot even think of a world in which originary interest would not exist as an inexorable element in every kind of action. Whether there is or is not division of labor and social cooperation and whether society is organized on the basis of private or of public control of the means of production, originary interest is always present. In a socialist commonwealth its role would not differ from that in the market economy.

17

Ο Böhm-Bawerk αποκάλυψε οριστικά τις πλάνες των αφελών εξηγήσεων του τόκου βάσει της παραγωγικότητας, δηλαδή της αντίληψης ότι ο τόκος αποτελεί έκφραση της φυσικής παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής. Ωστόσο, ο ίδιος ο Böhm-Bawerk θεμελίωσε σε κάποιον βαθμό τη θεωρία του στην προσέγγιση της παραγωγικότητας. Αναφερόμενος, κατά την εξήγησή του, στην τεχνολογική υπεροχή των περισσότερο χρονοβόρων, έμμεσων παραγωγικών διαδικασιών, αποφεύγει τη χονδροειδή μορφή των αφελών πλανών της παραγωγικότητας. Στην πραγματικότητα, όμως, επιστρέφει —έστω και υπό λεπτότερη μορφή— στην προσέγγιση της παραγωγικότητας.

Οι μεταγενέστεροι οικονομολόγοι οι οποίοι, παραμελώντας την ιδέα της χρονικής προτίμησης, τόνισαν αποκλειστικά την ιδέα της παραγωγικότητας που περιέχεται στη θεωρία του Böhm-Bawerk δεν μπορούν παρά να συμπεράνουν ότι ο πρωταρχικός τόκος πρέπει να εξαφανιστεί, αν οι άνθρωποι φθάσουν κάποια ημέρα σε μια κατάσταση όπου καμία περαιτέρω επιμήκυνση της περιόδου παραγωγής δεν θα μπορούσε να προκαλέσει περαιτέρω αύξηση της παραγωγικότητας.2 Αυτό, όμως, είναι απολύτως εσφαλμένο. Ο πρωταρχικός τόκος δεν μπορεί να εξαφανιστεί ενόσω υπάρχει σπανιότητα και, κατά συνέπεια, δράση.

Böhm-Bawerk has once for all unmasked the fallacies of the naïve productivity explanations of interest, i.e., of the idea that interest is the expression of the physical productivity of factors of production. However, Böhm-Bawerk has himself based his own theory to some extent on the productivity approach. In referring in his explanation to the technological superiority of more time-consuming, roundabout processes of production, he avoids the crudity of the naïve productivity fallacies. But in fact he returns, although in a subtler form, to the productivity approach. Those later economists who, neglecting the time-preference idea, have stressed exclusively the productivity idea contained in Böhm-Bawerk’s theory cannot help concluding that originary interest must disappear if men were one day to reach a state of affairs in which no further lengthening of the period of production could bring about a further increase in productivity.[2] This is, however, utterly wrong. Originary interest cannot disappear as long as there is scarcity and therefore action.

18

Ενόσω ο κόσμος δεν έχει μετατραπεί σε χώρα της αφθονίας, οι άνθρωποι βρίσκονται αντιμέτωποι με τη σπανιότητα και πρέπει να δρουν και να εξοικονομούν. Αναγκάζονται να επιλέγουν μεταξύ ικανοποίησης σε εγγύτερες και απώτερες περιόδους του μέλλοντος, επειδή δεν μπορεί να επιτευχθεί πλήρης ικανοποίηση ούτε στις πρώτες ούτε στις δεύτερες. Επομένως, μια μεταβολή στη χρησιμοποίηση συντελεστών παραγωγής, η οποία τους αποσύρει από χρήσεις που εξυπηρετούν την ικανοποίηση αναγκών στο απώτερο μέλλον, πρέπει κατ’ ανάγκην να επιδεινώσει την κατάσταση της ικανοποίησης στο εγγύτερο μέλλον και να τη βελτιώσει στο απώτερο μέλλον. Αν υποθέταμε ότι αυτό δεν συμβαίνει, θα περιερχόμασταν σε άλυτες αντιφάσεις.

Μπορούμε, το πολύ, να συλλάβουμε μια κατάσταση στην οποία η τεχνολογική γνώση και δεξιότητα έχουν φθάσει σε σημείο πέρα από το οποίο δεν είναι δυνατή καμία περαιτέρω πρόοδος για τους θνητούς ανθρώπους. Δεν μπορούν πλέον να επινοηθούν νέες διαδικασίες που αυξάνουν το προϊόν ανά μονάδα εισροής. Αν, όμως, υποθέτουμε ότι ορισμένοι συντελεστές παραγωγής είναι σπάνιοι, δεν πρέπει να υποθέτουμε ότι χρησιμοποιούνται πλήρως όλες οι διαδικασίες που —αν παραβλεφθεί ο χρόνος τον οποίο απορροφούν— είναι οι παραγωγικότερες, και ότι δεν χρησιμοποιείται καμία διαδικασία χαμηλότερου προϊόντος ανά μονάδα εισροής απλώς επειδή αποδίδει το τελικό της αποτέλεσμα νωρίτερα από άλλες, φυσικώς παραγωγικότερες διαδικασίες.

Η σπανιότητα των συντελεστών παραγωγής σημαίνει ότι είμαστε σε θέση να καταστρώσουμε σχέδια για τη βελτίωση της ευημερίας μας, των οποίων η πραγμάτωση δεν είναι εφικτή εξαιτίας της ανεπαρκούς ποσότητας των διαθέσιμων μέσων. Ακριβώς η αδυναμία πραγμάτωσης τέτοιων επιθυμητών βελτιώσεων συνιστά το στοιχείο της σπανιότητας. Ο συλλογισμός των σύγχρονων υποστηρικτών της προσέγγισης της παραγωγικότητας παραπλανάται από τις συνδηλώσεις του όρου του Böhm-Bawerk «έμμεσες μέθοδοι παραγωγής» και από την ιδέα της τεχνολογικής βελτίωσης την οποία αυτός υποβάλλει.

Αν, όμως, υπάρχει σπανιότητα, πρέπει πάντοτε να υπάρχει κάποια αναξιοποίητη τεχνολογική δυνατότητα βελτίωσης της ευημερίας μέσω επιμήκυνσης της περιόδου παραγωγής σε ορισμένους κλάδους, ανεξάρτητα από το αν έχει μεταβληθεί ή όχι το επίπεδο της τεχνολογικής γνώσης. Αν τα μέσα είναι σπάνια, αν εξακολουθεί να υπάρχει η πραξεολογική συσχέτιση σκοπών και μέσων, υπάρχουν κατ’ ανάγκην ανικανοποίητες ανάγκες τόσο ως προς τις εγγύτερες όσο και ως προς τις απώτερες περιόδους του μέλλοντος. Υπάρχουν πάντοτε αγαθά από την απόκτηση των οποίων πρέπει να παραιτηθούμε, επειδή η οδός που οδηγεί στην παραγωγή τους είναι υπερβολικά μακρά και θα μας εμπόδιζε να ικανοποιήσουμε περισσότερο επείγουσες ανάγκες. Το γεγονός ότι δεν μεριμνούμε αφθονότερα για το μέλλον αποτελεί αποτέλεσμα της στάθμισης της ικανοποίησης σε εγγύτερες περιόδους του μέλλοντος έναντι της ικανοποίησης σε απώτερες περιόδους. Η σχέση που προκύπτει από αυτή την αξιολόγηση είναι ο πρωταρχικός τόκος.

As long as the world is not transformed into a land of Cockaigne, men are faced with scarcity and must act and economize; they are forced to choose between satisfaction in nearer and in remoter periods of the future because neither for the former nor for the latter can full contentment be attained. Then a change in the employment of factors of production which withdraws such factors from their employment for want-satisfaction in the nearer future and devotes them to want-satisfaction in the remoter future must necessarily impair the state of satisfaction in the nearer future and improve it in the remoter future. If we were to assume that this is not the case, we should become embroiled in insoluble contradictions. We may at best think of a state of affairs in which technological knowledge and skill have reached a point beyond which no further progress is possible for mortal men. No new processes increasing the output per unit of input can henceforth be invented. But if we suppose that some factors of production are scarce, we must not assume that all processes which—apart from the time they absorb—are the most productive ones are fully utilized, and that no process rendering a smaller output per unit of input is resorted to merely because of the fact that it produces its final result sooner than other, physically more productive processes. Scarcity of factors of production means that we are in a position to draft plans for the improvement of our well-being the realization of which is unfeasible because of the insufficient quantity of the means available. It is precisely the unfeasibility of such desirable improvements that constitutes the element of scarcity. The reasoning of the modern supporters of the productivity approach is misled by the connotations of Böhm-Bawerk’s term roundabout methods of production and the idea of technological improvement which it suggests. However, if there is scarcity, there must always be an unused technological opportunity to improve the state of well-being by a lengthening of the period of production in some branches of industry, regardless of whether or not the state of technological knowledge has changed. If the means are scarce, if the praxeological correlation of ends and means still exists, there are by logical necessity unsatisfied wants with regard both to nearer and to remoter periods of the future. There are always goods the procurement of which we must forego because the way that leads to their production is too long and would prevent us from satisfying more urgent needs. The fact that we do not provide more amply for the future is the outcome of a weighing of satisfaction in nearer periods of the future against satisfaction in remoter periods of the future. The ratio which is the outcome of this valuation is originary interest.

19

Σε έναν τέτοιο κόσμο τέλειας τεχνολογικής γνώσης, ένας επιχειρηματικός πρωτοπόρος καταστρώνει ένα σχέδιο A, σύμφωνα με το οποίο πρέπει να κατασκευαστούν ένα ξενοδοχείο σε γραφική αλλά δυσπρόσιτη ορεινή περιοχή και οι δρόμοι που οδηγούν σε αυτό. Εξετάζοντας τη δυνατότητα υλοποίησης του σχεδίου, διαπιστώνει ότι τα διαθέσιμα μέσα δεν επαρκούν για την εκτέλεσή του. Υπολογίζοντας τις προοπτικές κερδοφορίας της επένδυσης, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι αναμενόμενες εισπράξεις δεν είναι αρκετά υψηλές ώστε να καλύψουν το κόστος των υλικών και της εργασίας που πρέπει να δαπανηθούν, καθώς και τον τόκο επί του επενδυόμενου κεφαλαίου. Εγκαταλείπει την εκτέλεση του σχεδίου A και αναλαμβάνει αντ’ αυτού την υλοποίηση ενός άλλου σχεδίου, του B.

Σύμφωνα με το σχέδιο B, το ξενοδοχείο θα ανεγερθεί σε πιο προσιτή τοποθεσία, η οποία δεν προσφέρει όλα τα πλεονεκτήματα του γραφικού τοπίου που είχε επιλεγεί στο σχέδιο A, αλλά στην οποία μπορεί να κατασκευαστεί είτε με χαμηλότερο κόστος είτε σε συντομότερο χρόνο. Αν στον υπολογισμό δεν υπεισερχόταν τόκος επί του επενδυόμενου κεφαλαίου, θα μπορούσε να δημιουργηθεί η ψευδαίσθηση ότι η κατάσταση των δεδομένων της αγοράς —η προσφορά κεφαλαιουχικών αγαθών και οι αξιολογήσεις του κοινού— επιτρέπει την εκτέλεση του σχεδίου A. Ωστόσο, η υλοποίηση του σχεδίου A θα απέσυρε σπάνιους συντελεστές παραγωγής από χρήσεις στις οποίες θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν ανάγκες που οι καταναλωτές θεωρούν πιο επείγουσες. Θα αποτελούσε πρόδηλη εσφαλμένη επένδυση, κατασπατάληση των διαθέσιμων μέσων.

In such a world of perfect technological knowledge a promoter drafts a plan A according to which a hotel in picturesque, but not easily accessible, mountain districts and the roads leading to it should be built. In examining the practicability of this plan he discovers that the means available are not sufficient for its execution. Calculating the prospects of the profitability of the investment, he comes to the conclusion that the expected proceeds are not great enough to cover the costs of material and labor to be expended and interest on the capital to be invested. He renounces the execution of project A and embarks instead upon the realization of another plan, B. According to plan B the hotel is to be erected in a more easily accessible location which does not offer all the advantages of the picturesque landscape which plan A had selected, but in which it can be built either with lower costs of construction or finished in a shorter time. If no interest on the capital invested were to enter into the calculation, the illusion could arise that the state of the market data—supply of capital goods and the valuations of the public—allows for the execution of plan A. However, the realization of plan A would withdraw scarce factors of production from employments in which they could satisfy wants considered more urgent by the consumers. It would mean a manifest malinvestment, a squandering of the means available.

20

Η επιμήκυνση της περιόδου παραγωγής μπορεί να αυξήσει την ποσότητα του προϊόντος ανά μονάδα εισροής ή να καταστήσει δυνατή την παραγωγή αγαθών που δεν μπορούν να παραχθούν καθόλου εντός συντομότερης περιόδου παραγωγής. Δεν είναι, όμως, αληθές ότι ο καταλογισμός της αξίας αυτού του πρόσθετου πλούτου στα κεφαλαιουχικά αγαθά που απαιτούνται για την επιμήκυνση της περιόδου παραγωγής δημιουργεί τον τόκο. Αν υιοθετούσε κανείς αυτή την υπόθεση, θα υπέπιπτε εκ νέου στα πλέον κατάφωρα σφάλματα της προσέγγισης της παραγωγικότητας, τα οποία αναίρεσε αδιαμφισβήτητα ο Böhm-Bawerk. Η συμβολή των συμπληρωματικών συντελεστών παραγωγής στο αποτέλεσμα της διαδικασίας αποτελεί τον λόγο για τον οποίο θεωρούνται πολύτιμοι· εξηγεί τις τιμές που καταβάλλονται γι’ αυτούς και λαμβάνεται πλήρως υπόψη κατά τον προσδιορισμό αυτών των τιμών. Δεν απομένει κανένα μη καταλογισμένο υπόλοιπο το οποίο θα μπορούσε να εξηγήσει τον τόκο.

A lengthening of the period of production can increase the quantity of output per unit of input or produce goods which cannot be produced at all within a shorter period of production. But it is not true that the imputation of the value of this additional wealth to the capital goods required for the lengthening of the period of production generates interest. If one were to assume this, one would relapse into the crassest errors of the productivity approach, irrefutably exploded by Böhm-Bawerk. The contribution of the complementary factors of production to the result of the process is the reason for their being considered as valuable; it explains the prices paid for them and is fully taken into account in the determination of these prices. No residuum is left that is not accounted for and could explain interest.

21

Έχει υποστηριχθεί ότι στο νοητικό κατασκεύασμα της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας δεν θα εμφανιζόταν τόκος.3 Μπορεί, ωστόσο, να καταδειχθεί ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι ασυμβίβαστος με τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται το κατασκεύασμα της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας.

It has been asserted that in the imaginary construction of the evenly rotating economy no interest would appear.[3] However, it can be shown that this assertion is incompatible with the assumptions on which the construction of the evenly rotating economy is based.

22

Αρχίζουμε με τη διάκριση μεταξύ δύο μορφών αποταμίευσης: της απλής αποταμίευσης και της καπιταλιστικής αποταμίευσης. Η απλή αποταμίευση είναι απλώς η συσσώρευση καταναλωτικών αγαθών για μεταγενέστερη κατανάλωση. Η καπιταλιστική αποταμίευση είναι η συσσώρευση αγαθών που προορίζονται για τη βελτίωση των παραγωγικών διαδικασιών. Σκοπός της απλής αποταμίευσης είναι η μεταγενέστερη κατανάλωση· αποτελεί απλώς αναβολή της κατανάλωσης. Αργά ή γρήγορα, τα συσσωρευμένα αγαθά θα καταναλωθούν και δεν θα απομείνει τίποτε.

Σκοπός της καπιταλιστικής αποταμίευσης είναι πρωτίστως η βελτίωση της παραγωγικότητας της προσπάθειας. Συσσωρεύει κεφαλαιουχικά αγαθά τα οποία χρησιμοποιούνται για περαιτέρω παραγωγή και δεν αποτελούν απλώς αποθέματα για μεταγενέστερη κατανάλωση. Το όφελος που απορρέει από την καπιταλιστική αποταμίευση είναι η αύξηση της ποσότητας των παραγόμενων αγαθών ή η παραγωγή αγαθών που δεν θα μπορούσαν να παραχθούν καθόλου χωρίς τη συνδρομή της.

Κατά την κατασκευή της εικόνας μιας ομοιόμορφα περιστρεφόμενης —στατικής— οικονομίας, οι οικονομολόγοι παραβλέπουν τη διαδικασία συσσώρευσης κεφαλαίου. Τα κεφαλαιουχικά αγαθά θεωρούνται δεδομένα και παραμένουν αμετάβλητα, καθώς, σύμφωνα με τις υποκείμενες παραδοχές, δεν επέρχεται καμία μεταβολή στα δεδομένα. Δεν υπάρχει ούτε συσσώρευση νέου κεφαλαίου μέσω αποταμίευσης ούτε ανάλωση του διαθέσιμου κεφαλαίου μέσω πλεονάσματος της κατανάλωσης έναντι του εισοδήματος, δηλαδή έναντι της τρέχουσας παραγωγής μείον τα μέσα που απαιτούνται για τη διατήρηση του κεφαλαίου. Έργο μας τώρα είναι να καταδείξουμε ότι οι παραδοχές αυτές είναι ασυμβίβαστες με την ιδέα ότι δεν υπάρχει τόκος.

We begin with the distinction between two classes of saving: plain saving and capitalist saving. Plain saving is merely the piling up of consumers’ goods for later consumption. Capitalist saving is the accumulation of goods which are designed for an improvement of production processes. The aim of plain saving is later consumption; it is merely postponement of consumption. Sooner or later the goods accumulated will be consumed and nothing will be left. The aim of capitalist saving is first an improvement in the productivity of effort. It accumulates capital goods which are employed for further production and are not merely reserves for later consumption. The boon derived from plain saving is later consumption of the stock not instantly consumed but accumulated for later use. The boon derived from capitalist saving is the increase of the quantity of goods produced or the production of goods which could not be produced at all without its aid. In constructing the image of an evenly rotating (static) economy, economists disregard the process of capital accumulation; the capital goods are given and remain, as, according to the underlying assumptions, no changes occur in the data. There is neither accumulation of new capital through saving, nor consumption of capital available through a surplus of consumption over income, i.e., current production minus the funds required for the maintenance of capital. It is now our task to demonstrate that these assumptions are incompatible with the idea that there is no interest.

23

Δεν χρειάζεται να επιμείνουμε, στο πλαίσιο αυτού του συλλογισμού, στην απλή αποταμίευση. Σκοπός της απλής αποταμίευσης είναι η πρόνοια για ένα μέλλον στο οποίο ο αποταμιευτής θα μπορούσε ενδεχομένως να είναι λιγότερο επαρκώς εφοδιασμένος απ’ ό,τι στο παρόν. Ωστόσο, μία από τις θεμελιώδεις παραδοχές που χαρακτηρίζουν το νοητικό κατασκεύασμα της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας είναι ότι το μέλλον δεν διαφέρει καθόλου από το παρόν, ότι οι δρώντες έχουν πλήρη επίγνωση αυτού του γεγονότος και ότι ενεργούν αναλόγως. Επομένως, στο πλαίσιο αυτού του κατασκευάσματος δεν απομένει χώρος για το φαινόμενο της απλής αποταμίευσης.

There is no need to dwell, in this reasoning, upon plain saving. The objective of plain saving is to provide for a future in which the saver could possibly be less amply supplied than in the present. Yet, one of the fundamental assumptions characterizing the imaginary construction of the evenly rotating economy is that the future does not differ at all from the present, that the actors are fully aware of this fact and act accordingly. Hence, in the frame of this construction, no room is left for the phenomenon of plain saving.

24

Τα πράγματα είναι διαφορετικά ως προς τον καρπό της καπιταλιστικής αποταμίευσης, δηλαδή το συσσωρευμένο απόθεμα κεφαλαιουχικών αγαθών. Στην ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία δεν υπάρχει ούτε αποταμίευση και συσσώρευση πρόσθετων κεφαλαιουχικών αγαθών ούτε ανάλωση των ήδη υφιστάμενων κεφαλαιουχικών αγαθών. Και τα δύο φαινόμενα θα ισοδυναμούσαν με μεταβολή των δεδομένων και θα διατάρασσαν έτσι την ομοιόμορφη περιστροφή ενός τέτοιου νοητικού συστήματος.

Το μέγεθος της αποταμίευσης και της συσσώρευσης κεφαλαίου κατά το παρελθόν —δηλαδή κατά την περίοδο που προηγήθηκε της εγκαθίδρυσης της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας— είχε προσαρμοστεί στο ύψος του επιτοκίου. Αν, με την εγκαθίδρυση των συνθηκών της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας, οι ιδιοκτήτες των κεφαλαιουχικών αγαθών έπαυαν να εισπράττουν τόκο, θα ανατρέπονταν οι συνθήκες που καθόριζαν την κατανομή των διαθέσιμων αποθεμάτων αγαθών προς ικανοποίηση αναγκών στις διάφορες περιόδους του μέλλοντος. Η μεταβληθείσα κατάσταση πραγμάτων θα απαιτούσε νέα κατανομή.

Ακόμη και στην ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία δεν μπορεί να εξαφανιστεί η διαφορά στην αξιολόγηση της ικανοποίησης αναγκών σε διαφορετικές περιόδους του μέλλοντος. Ακόμη και στο πλαίσιο αυτού του νοητικού κατασκευάσματος, οι άνθρωποι θα αποδίδουν υψηλότερη αξία σε ένα μήλο διαθέσιμο σήμερα απ’ ό,τι σε ένα μήλο διαθέσιμο σε δέκα ή εκατό χρόνια. Αν ο κεφαλαιούχος έπαυε να εισπράττει τόκο, θα διαταρασσόταν η ισορροπία μεταξύ της ικανοποίησης σε εγγύτερες και απώτερες περιόδους του μέλλοντος.

Το γεγονός ότι ένας κεφαλαιούχος διατηρούσε το κεφάλαιό του ακριβώς στο ύψος των 100.000 USD εξαρτιόταν από το ότι 100.000 USD διαθέσιμα σήμερα ήταν γι’ αυτόν ισοδύναμα με 105.000 USD διαθέσιμα δώδεκα μήνες αργότερα. Τα 5.000 USD ήταν, κατά την κρίση του, αρκετά για να αντισταθμίσουν τα πλεονεκτήματα που θα ανέμενε από την άμεση κατανάλωση μέρους αυτού του ποσού. Αν καταργούνταν οι πληρωμές τόκου, θα επακολουθούσε ανάλωση κεφαλαίου.

It is different with the fruit of capitalist saving, the accumulated stock of capital goods. There is in the evenly rotating economy neither saving and accumulation of additional capital goods nor eating up of already existing capital goods. Both phenomena would amount to a change in the data and would thus disturb the even rotation of the imaginary system. Now, the magnitude of saving and capital accumulation in the past—i.e., in the period preceding the establishment of the evenly rotating economy—was adjusted to the height of the rate of interest. If—with the establishment of the conditions of the evenly rotating economy—the owners of the capital goods were no longer to receive any interest, the conditions which were operative in the allocation of the available stocks of goods to the satisfaction of wants in the various periods of the future would be upset. The altered state of affairs requires a new allocation. Also in the evenly rotating economy the difference in the valuation of want-satisfaction in various periods of the future cannot disappear. Also in the frame of this imaginary construction, people will assign a higher value to an apple available today as against an apple available in ten or a hundred years. If the capitalist no longer receives interest, the balance between satisfaction in nearer and remoter periods of the future is disarranged. The fact that a capitalist has maintained his capital at just 100,000 dollars was conditioned by the fact that 100,000 present dollars were equal to 105,000 dollars available twelve months later. These 5,000 dollars were in his eyes sufficient to outweigh the advantages to be expected from an instantaneous consumption of a part of this sum. If interest payments are eliminated, capital consumption ensues.

25

Αυτή είναι η ουσιώδης ανεπάρκεια του στατικού συστήματος όπως το παρουσιάζει ο Schumpeter. Δεν αρκεί να υποθέτουμε ότι ο κεφαλαιουχικός εξοπλισμός ενός τέτοιου συστήματος συσσωρεύθηκε στο παρελθόν, ότι είναι σήμερα διαθέσιμος στο μέτρο αυτής της προηγούμενης συσσώρευσης και ότι στο εξής διατηρείται αμετάβλητος σε αυτό το επίπεδο. Πρέπει επίσης να αποδώσουμε, στο πλαίσιο αυτού του νοητικού συστήματος, κάποιον ρόλο στη λειτουργία των δυνάμεων που επιφέρουν αυτή τη διατήρηση. Αν εξαλειφθεί ο ρόλος του κεφαλαιούχου ως αποδέκτη τόκου, αντικαθίσταται από τον ρόλο του κεφαλαιούχου ως καταναλωτή κεφαλαίου. Δεν υπάρχει πλέον κανένας λόγος για τον οποίο ο ιδιοκτήτης κεφαλαιουχικών αγαθών θα έπρεπε να απέχει από τη χρησιμοποίησή τους για κατανάλωση.

Υπό τις παραδοχές που εμπεριέχονται στο νοητικό κατασκεύασμα των στατικών συνθηκών —της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας— δεν υπάρχει ανάγκη να διατηρούνται ως απόθεμα για δύσκολες ημέρες. Ακόμη, όμως, και αν υποθέταμε, κατά τρόπο αρκετά ασυνεπή, ότι ένα μέρος τους αφιερώνεται σε αυτόν τον σκοπό και, ως εκ τούτου, αποσύρεται από την τρέχουσα κατανάλωση, θα καταναλωνόταν τουλάχιστον εκείνο το μέρος του κεφαλαίου που αντιστοιχεί στο ποσό κατά το οποίο η καπιταλιστική αποταμίευση υπερβαίνει την απλή αποταμίευση.4

This is the essential deficiency of the static system as Schumpeter depicts it. It is not sufficient to assume that the capital equipment of such a system has been accumulated in the past, that it is now available to the extent of this previous accumulation and is henceforth unalterably maintained at this level. We must also assign in the frame of this imaginary system a role to the operation of forces which bring about such a maintenance. If one eliminates the capitalist’s role as receiver of interest, one replaces it by the capitalist’s role as consumer of capital. There is no longer any reason why the owner of capital goods should abstain from employing them for consumption. Under the assumptions implied in the imaginary construction of static conditions (the evenly rotating economy) there is no need to keep them in reserve for rainy days. But even if, inconsistently enough, we were to assume that a part of them is devoted to this purpose and therefore withheld from current consumption, at least that part of capital will be consumed which corresponds to the amount that capitalist saving exceeds plain, saving.[4]

26

Αν δεν υπήρχε πρωταρχικός τόκος, τα κεφαλαιουχικά αγαθά δεν θα αφιερώνονταν στην άμεση κατανάλωση και το κεφάλαιο δεν θα αναλωνόταν. Αντιθέτως, υπό μια τέτοια αδιανόητη και ασύλληπτη κατάσταση πραγμάτων δεν θα υπήρχε καθόλου κατανάλωση, αλλά μόνο αποταμίευση, συσσώρευση κεφαλαίου και επένδυση. Εκείνο που θα οδηγούσε σε ανάλωση κεφαλαίου δεν θα ήταν η αδύνατη εξαφάνιση του πρωταρχικού τόκου, αλλά η κατάργηση της καταβολής τόκου στους ιδιοκτήτες του κεφαλαίου. Οι κεφαλαιούχοι θα κατανάλωναν τα κεφαλαιουχικά αγαθά και το κεφάλαιό τους ακριβώς επειδή υπάρχει πρωταρχικός τόκος και η παρούσα ικανοποίηση αναγκών προτιμάται από τη μεταγενέστερη.

If there were no originary interest, capital goods would not be devoted to immediate consumption and capital would not be consumed. On the contrary, under such an unthinkable and unimaginable state of affairs there would be no consumption at all, but only saving, accumulation of capital, and investment. Not the impossible disappearance of originary interest, but the abolition of payment of interest to the owners of capital, would result in capital consumption. The capitalists would consume their capital goods and their capital precisely because there is originary interest and present wantsatisfaction is preferred to later satisfaction.

27

Επομένως, δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα κατάργησης του τόκου μέσω θεσμών, νόμων ή τραπεζικών μεθοδεύσεων. Εκείνος που επιθυμεί να «καταργήσει» τον τόκο θα πρέπει να παρακινήσει τους ανθρώπους να αποτιμούν ένα μήλο διαθέσιμο σε εκατό χρόνια εξίσου υψηλά με ένα μήλο διαθέσιμο σήμερα. Εκείνο που μπορεί να καταργηθεί μέσω νόμων και διαταγμάτων είναι απλώς το δικαίωμα των κεφαλαιούχων να εισπράττουν τόκο. Τέτοια διατάγματα, όμως, θα προκαλούσαν ανάλωση κεφαλαίου και πολύ σύντομα θα επανέφεραν την ανθρωπότητα στην αρχική κατάσταση της φυσικής ένδειας.

Therefore there cannot be any question of abolishing interest by any institutions, laws, and devices of bank manipulation. He who wants to “abolish” interest will have to induce people to value an apple available in a hundred years no less than a present apple. What can be abolished by laws and decrees is merely the right of the capitalists to receive interest. But such laws would bring about capital consumption and would very soon throw mankind back into the original state of natural poverty.

28

3. Το ύψος των επιτοκίων

↗ στη σελίδα του βιβλίου

3. The Height of Interest Rates

29

Στην απλή αποταμίευση και στην καπιταλιστική αποταμίευση μεμονωμένων οικονομικών δρώντων, η διαφορετική αξιολόγηση της ικανοποίησης αναγκών σε διάφορες περιόδους του μέλλοντος εκδηλώνεται στον βαθμό στον οποίο οι άνθρωποι μεριμνούν αφθονότερα για τις εγγύτερες απ’ ό,τι για τις απώτερες περιόδους του μέλλοντος. Υπό τις συνθήκες μιας οικονομίας της αγοράς και εφόσον συντρέχουν οι παραδοχές που εμπεριέχονται στο νοητικό κατασκεύασμα της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας, το επιτόκιο του πρωταρχικού τόκου ισούται με τη σχέση μεταξύ ενός ορισμένου χρηματικού ποσού που είναι διαθέσιμο σήμερα και του ποσού που θα είναι διαθέσιμο σε μεταγενέστερη ημερομηνία και θεωρείται ισοδύναμό του.

In plain saving and in the capitalist saving of isolated economic actors the difference in the valuation of want satisfaction in various periods of the future manifests itself in the extent to which people provide in a more ample way for nearer than for remoter periods of the future. Under the conditions of a market economy the rate of originary interest is, provided the assumptions involved in the imaginary construction of the evenly rotating economy are present, equal to the ratio of a definite amount of money available today and the amount available at a later date which is considered as its equivalent.

30

Το επιτόκιο του πρωταρχικού τόκου κατευθύνει τις επενδυτικές δραστηριότητες των επιχειρηματιών. Προσδιορίζει τη διάρκεια του χρόνου αναμονής και της περιόδου παραγωγής σε κάθε βιομηχανικό κλάδο.

The rate of originary interest directs the investment activities of the entrepreneurs. It determines the length of waiting time and of the period of production in every branch of industry.

31

Συχνά τίθεται το ερώτημα ποιο επιτόκιο, ένα «υψηλό» ή ένα «χαμηλό», ενθαρρύνει περισσότερο την αποταμίευση και τη συσσώρευση κεφαλαίου και ποιο τις ενθαρρύνει λιγότερο. Το ερώτημα στερείται νοήματος. Όσο μικρότερη είναι η έκπτωση που επιβάλλεται στα μελλοντικά αγαθά τόσο χαμηλότερο είναι το επιτόκιο του πρωταρχικού τόκου. Οι άνθρωποι δεν αποταμιεύουν περισσότερο επειδή αυξάνεται το επιτόκιο του πρωταρχικού τόκου, ούτε το επιτόκιο αυτό μειώνεται λόγω αύξησης του ύψους της αποταμίευσης. Οι μεταβολές στα επιτόκια του πρωταρχικού τόκου και στο ύψος της αποταμίευσης αποτελούν —εφόσον οι λοιποί παράγοντες, και ιδίως οι θεσμικές συνθήκες, παραμένουν αμετάβλητοι— δύο όψεις του ίδιου φαινομένου. Η εξαφάνιση του πρωταρχικού τόκου θα ισοδυναμούσε με την εξαφάνιση της κατανάλωσης. Η απεριόριστη αύξηση του πρωταρχικού τόκου θα ισοδυναμούσε με την εξαφάνιση της αποταμίευσης και κάθε μέριμνας για το μέλλον.

People often raise the question of which rate of interest, a “high” or a “low,” stimulates saving and capital accumulation more and which less. The question makes no sense. The lower the discount attached to future goods is, the lower is the rate of originary interest. People do not save more because the rate of originary interest rises, and the rate of originary interest does not drop on account of an increase in the amount of saving. Changes in the originary rates of interest and in the amount of saving are—other things, especially the institutional conditions, being equal—two aspects of the same phenomenon. The disappearance of originary interest would be tantamount to the disappearance of consumption. The increase of originary interest beyond all measure would be tantamount to the disappearance of saving and any provision for the future.

32

Η ποσότητα της διαθέσιμης προσφοράς κεφαλαιουχικών αγαθών δεν επηρεάζει ούτε το επιτόκιο του πρωταρχικού τόκου ούτε το ύψος της περαιτέρω αποταμίευσης. Ακόμη και η αφθονότερη προσφορά κεφαλαίου δεν επιφέρει κατ’ ανάγκην ούτε μείωση του επιτοκίου του πρωταρχικού τόκου ούτε εξασθένηση της ροπής προς αποταμίευση. Η αύξηση της συσσώρευσης κεφαλαίου και της κατά κεφαλήν ποσότητας επενδεδυμένου κεφαλαίου, η οποία αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα των οικονομικώς προηγμένων εθνών, δεν μειώνει κατ’ ανάγκην το επιτόκιο του πρωταρχικού τόκου ούτε εξασθενεί τη ροπή των ατόμων προς πρόσθετη αποταμίευση.

Κατά την εξέταση αυτών των προβλημάτων, οι άνθρωποι παραπλανώνται ως επί το πλείστον επειδή συγκρίνουν μόνο τα αγοραία επιτόκια, όπως αυτά προσδιορίζονται στην αγορά δανειακών κεφαλαίων. Ωστόσο, αυτά τα ακαθάριστα επιτόκια δεν εκφράζουν απλώς το ύψος του πρωταρχικού τόκου. Περιλαμβάνουν, όπως θα καταδειχθεί αργότερα, και άλλα στοιχεία, η επίδραση των οποίων εξηγεί γιατί τα ακαθάριστα επιτόκια είναι κατά κανόνα υψηλότερα στις φτωχότερες χώρες απ’ ό,τι στις πλουσιότερες.

The quantity of the available supply of capital goods influences neither the rate of originary interest nor the amount of further saving. Even the most plentiful supply of capital need not necessarily bring about either a lowering of the rate of originary interest or a drop in the propensity to save. The increase in capital accumulation and the per capita quota of capital invested which is a characteristic mark of economically advanced nations does not necessarily either lower the rate of originary interest or weaken the propensity of individuals to make additional savings. People are, in dealing with these problems, for the most part misled by comparing merely the market rates of interest as they are determined on the loan market. However, these gross rates are not merely expressive of the height of originary interest. They contain, as will be shown later, other elements besides, the effect of which accounts for the fact that the gross rates are as a rule higher in poorer countries than in richer ones.

33

Υποστηρίζεται γενικά ότι, εφόσον οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι, όσο καλύτερα είναι εφοδιασμένα τα άτομα για το άμεσο μέλλον τόσο καλύτερα μεριμνούν για τις ανάγκες του απώτερου μέλλοντος. Κατά συνέπεια, λέγεται ότι το συνολικό ύψος της αποταμίευσης και της συσσώρευσης κεφαλαίου σε ένα οικονομικό σύστημα εξαρτάται από την κατανομή του πληθυσμού σε ομάδες διαφορετικών εισοδηματικών επιπέδων. Σε μια κοινωνία με κατά προσέγγιση ισότητα εισοδημάτων, υποστηρίζεται, υπάρχει λιγότερη αποταμίευση απ’ ό,τι σε μια κοινωνία όπου επικρατεί μεγαλύτερη ανισότητα.

Οι παρατηρήσεις αυτές περιέχουν κάποιον πυρήνα αλήθειας. Αποτελούν, όμως, προτάσεις σχετικά με ψυχολογικά γεγονότα και, ως τέτοιες, στερούνται της καθολικής ισχύος και αναγκαιότητας που ενυπάρχουν στις πραξεολογικές προτάσεις. Επιπλέον, στις λοιπές συνθήκες των οποίων προϋποτίθεται η ισότητα περιλαμβάνονται οι αξιολογήσεις των διαφόρων ατόμων, δηλαδή οι υποκειμενικές αξιολογικές κρίσεις τους κατά τη στάθμιση των πλεονεκτημάτων και των μειονεκτημάτων της άμεσης κατανάλωσης και της αναβολής της. Υπάρχουν ασφαλώς πολλά άτομα των οποίων τη συμπεριφορά περιγράφουν ορθά αυτές οι παρατηρήσεις, αλλά υπάρχουν και άλλα που ενεργούν διαφορετικά. Οι Γάλλοι αγρότες, μολονότι στην πλειονότητά τους διέθεταν μέτριο πλούτο και εισόδημα, ήταν ευρέως γνωστοί κατά τον δέκατο ένατο αιώνα για τις συνήθειες λιτότητάς τους, ενώ εύπορα μέλη της αριστοκρατίας και κληρονόμοι τεράστιων περιουσιών που είχαν συσσωρευθεί στο εμπόριο και στη βιομηχανία ήταν εξίσου γνωστοί για τη σπατάλη τους.

It is generally asserted that, other things being equal, the better individuals are supplied for the immediate future, the better they provide for wants for the remoter future. Consequently, it is said, the amount of total saving and capital accumulation within an economic system depends on the arrangement of the population into groups of different income levels. In a society with approximate income equality there is, it is said, less saving than in a society in which there is more inequality. There is a grain of truth in such observations. However, they are statements about psychological facts and as such lack the universal validity and necessity inherent in praxeological statements. Moreover, the other things the equality of which they presuppose comprehend the various individuals’ valuations, their subjective value judgments in weighing the pros and cons of immediate consumption and of postponement of consumption. There are certainly many individuals whose behavior they describe correctly, but there also are other individuals who act in a different way. The French peasants, although for the most part people of moderate wealth and income, were in the nineteenth century widely known for their parsimonious habits, while the wealthy members of the aristocracy and the heirs of huge fortunes amassed in commerce and industry were no less renowned for their profligacy.

34

Επομένως, είναι αδύνατον να διατυπωθεί οποιοδήποτε πραξεολογικό θεώρημα σχετικά με τη σχέση μεταξύ, αφενός, της ποσότητας κεφαλαίου που είναι διαθέσιμη σε ολόκληρο το έθνος ή σε επιμέρους άτομα και, αφετέρου, του ύψους της αποταμίευσης ή της ανάλωσης κεφαλαίου και του ύψους του επιτοκίου του πρωταρχικού τόκου. Η κατανομή των σπάνιων πόρων προς ικανοποίηση αναγκών σε διάφορες περιόδους του μέλλοντος προσδιορίζεται από αξιολογικές κρίσεις και, εμμέσως, από όλους εκείνους τους παράγοντες που συγκροτούν την ατομικότητα του δρώντος ανθρώπου.

It is therefore impossible to formulate any praxeological theorem concerning the relation of the amount of capital available in the whole nation or to individual people on the one hand and the amount of saving or capital consumption and the height of the originary rate of interest on the other hand. The allocation of scarce resources to want satisfaction in various periods of the future is determined by value judgments and indirectly by all those factors which constitute the individuality of the acting man.

35

4. Ο πρωταρχικός τόκος στη μεταβαλλόμενη οικονομία

↗ στη σελίδα του βιβλίου

4. Originary Interest in the Changing Economy

36

Έως τώρα εξετάσαμε το πρόβλημα του πρωταρχικού τόκου υπό ορισμένες παραδοχές: ότι η διακίνηση των αγαθών πραγματοποιείται με τη χρησιμοποίηση ουδέτερου χρήματος· ότι η αποταμίευση, η συσσώρευση κεφαλαίου και ο προσδιορισμός των επιτοκίων δεν παρεμποδίζονται από θεσμικά εμπόδια· και ότι ολόκληρη η οικονομική διαδικασία εκτυλίσσεται στο πλαίσιο μιας ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας. Στο επόμενο κεφάλαιο θα εγκαταλείψουμε τις δύο πρώτες από αυτές τις παραδοχές. Εδώ επιθυμούμε να εξετάσουμε τον πρωταρχικό τόκο σε μια μεταβαλλόμενη οικονομία.

So far we have dealt with the problem of originary interest under certain assumptions: that the turnover of goods is effected by the employment of neutral money; that saving, capital accumulation, and the determination of interest rates are not hampered by institutional obstacles; and that the whole economic process goes on in the frame of an evenly rotating economy. We shall eliminate the first two of these assumptions in the following chapter. Now we want to deal with originary interest in a changing economy.

37

Εκείνος που επιθυμεί να μεριμνήσει για την ικανοποίηση μελλοντικών αναγκών πρέπει να προβλέψει ορθά αυτές τις ανάγκες. Αν αποτύχει να κατανοήσει το μέλλον, η πρόνοιά του θα αποδειχθεί λιγότερο ικανοποιητική ή εντελώς μάταιη. Δεν υπάρχει αφηρημένη αποταμίευση που θα μπορούσε να μεριμνήσει για όλες τις κατηγορίες ικανοποίησης αναγκών και θα παρέμενε ουδέτερη απέναντι στις μεταβολές των συνθηκών και των αξιολογήσεων.

Επομένως, στη μεταβαλλόμενη οικονομία ο πρωταρχικός τόκος δεν μπορεί ποτέ να εμφανιστεί σε καθαρή και ανόθευτη μορφή. Μόνο στο νοητικό κατασκεύασμα της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας η απλή πάροδος του χρόνου ωριμάζει τον πρωταρχικό τόκο. Με την πάροδο του χρόνου και την πρόοδο της παραγωγικής διαδικασίας, όλο και περισσότερη αξία προστίθεται, ούτως ειπείν, στους συμπληρωματικούς συντελεστές παραγωγής· με την ολοκλήρωση της παραγωγικής διαδικασίας, η πάροδος του χρόνου έχει δημιουργήσει στην τιμή του προϊόντος ολόκληρη την αναλογία του πρωταρχικού τόκου.

Στη μεταβαλλόμενη οικονομία, κατά τη διάρκεια της περιόδου παραγωγής επέρχονται ταυτοχρόνως και άλλες μεταβολές στις αξιολογήσεις. Ορισμένα αγαθά αξιολογούνται υψηλότερα απ’ ό,τι προηγουμένως και άλλα χαμηλότερα. Οι μεταβολές αυτές αποτελούν την πηγή από την οποία προκύπτουν τα επιχειρηματικά κέρδη και οι επιχειρηματικές ζημίες. Μόνο οι επιχειρηματίες οι οποίοι, κατά τον σχεδιασμό τους, προέβλεψαν ορθά τη μελλοντική κατάσταση της αγοράς είναι σε θέση να αποκομίσουν, μέσω της πώλησης των προϊόντων, ένα πλεόνασμα έναντι του κόστους παραγωγής που δαπανήθηκε —συμπεριλαμβανομένου του καθαρού πρωταρχικού τόκου. Ένας επιχειρηματίας που απέτυχε στην κερδοσκοπική κατανόηση του μέλλοντος μπορεί να πωλήσει τα προϊόντα του —αν κατορθώσει εν γένει να τα πωλήσει— μόνο σε τιμές οι οποίες δεν καλύπτουν πλήρως τις δαπάνες του συν τον πρωταρχικό τόκο επί του επενδεδυμένου κεφαλαίου.

He who wants to provide for the satisfaction of future needs must correctly anticipate these needs. If he fails in this understanding of the future, his provision will prove less satisfactory or totally futile. There is no such thing as an abstract saving that could provide for all classes of wantsatisfaction and would be neutral with regard to changes occurring in conditions and valuations. Originary interest can therefore in the changing economy never appear in a pure unalloyed form. It is only in the imaginary construction of the evenly rotating economy that the mere passing of time matures originary interest; in the passage of time and with the progress of the process of production more and more value accrues, as it were, to the complementary factors of production; with the termination of the process of production the lapse of time has generated in the price of the product the full quota of originary interest. In the changing economy during the period of production there also arise synchronously other changes in valuations. Some goods are valued higher than previously, some lower. These alterations are the source from which entrepreneurial profits and losses stem. Only those entrepreneurs who in their planning have correctly anticipated the future state of the market are in a position to reap, in selling the products, an excess over the costs of production (inclusive of net originary interest) expended. An entrepreneur who has failed in his speculative understanding of the future can sell his products, if at all, only at prices which do not cover completely his expenditures plus originary interest on the capital invested.

38

Όπως το επιχειρηματικό κέρδος και η επιχειρηματική ζημία, έτσι και ο τόκος δεν αποτελεί τιμή, αλλά μέγεθος το οποίο πρέπει να απομονωθεί, μέσω ιδιαίτερου τρόπου υπολογισμού, από την τιμή των προϊόντων των επιτυχημένων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Στην ορολογία της βρετανικής κλασικής οικονομικής επιστήμης, η ακαθάριστη διαφορά μεταξύ της τιμής στην οποία πωλείται ένα εμπόρευμα και του κόστους που δαπανήθηκε για την παραγωγή του — χωρίς να περιλαμβάνεται ο τόκος επί του επενδεδυμένου κεφαλαίου— αποκαλούνταν κέρδος.5 Η σύγχρονη οικονομική επιστήμη αντιλαμβάνεται αυτό το μέγεθος ως σύνθεση καταλλακτικά ανόμοιων στοιχείων.

Το πλεόνασμα των ακαθάριστων εισπράξεων έναντι των δαπανών, το οποίο οι κλασικοί οικονομολόγοι αποκαλούσαν κέρδος, περιλαμβάνει την τιμή της εργασίας του ίδιου του επιχειρηματία που χρησιμοποιήθηκε στην παραγωγική διαδικασία, τον τόκο επί του επενδεδυμένου κεφαλαίου και, τέλος, το καθαυτό επιχειρηματικό κέρδος. Αν από την πώληση των προϊόντων δεν προκύψει κανένα τέτοιο πλεόνασμα, ο επιχειρηματίας όχι μόνο δεν αποκομίζει καθαυτό επιχειρηματικό κέρδος, αλλά δεν λαμβάνει ούτε το ισοδύναμο της αγοραίας αξίας της εργασίας που συνεισέφερε ούτε τόκο επί του επενδεδυμένου κεφαλαίου.

Like entrepreneurial profit and loss, interest is not a price, but a magnitude which is to be disengaged by a particular mode of computation from the price of the products of successful business operations. The gross difference between the price at which a commodity is sold and the costs expended in its production (exclusive of interest on the capital invested) was called profit in the terminology of British classical economics.[5] Modern economics conceives this magnitude as a complex of catallactically disparate items. The excess of gross receipts over expenditures which the classical economists called profit includes the price for the entrepreneur’s own labor employed in the process of production, interest on the capital invested, and finally entrepreneurial profit proper. If such an excess has not been reaped at all in the sale of the products, the entrepreneur not only fails to get profit proper, he receives neither an equivalent for the market value of the labor he has contributed nor interest on the capital invested.

39

Ο διαχωρισμός του ακαθάριστου κέρδους —με την κλασική έννοια του όρου— σε επιχειρηματική αμοιβή, τόκο και επιχειρηματικό κέρδος δεν αποτελεί απλώς επινόηση της οικονομικής θεωρίας. Αναπτύχθηκε, με την προοδευτική τελειοποίηση των επιχειρηματικών πρακτικών λογιστικής και υπολογισμού, στο πεδίο της εμπορικής πρακτικής, ανεξάρτητα από τους συλλογισμούς των οικονομολόγων. Ο συνετός και ορθολογικός επιχειρηματίας δεν αποδίδει πρακτική σημασία στη συγκεχυμένη και αδιαφοροποίητη έννοια του κέρδους που χρησιμοποιούσαν οι κλασικοί οικονομολόγοι.

Η έννοια του κόστους παραγωγής που χρησιμοποιεί περιλαμβάνει τη δυνητική αγοραία τιμή των υπηρεσιών που συνεισφέρει ο ίδιος, τον τόκο που καταβάλλεται επί του δανειακού κεφαλαίου και τον δυνητικό τόκο που θα μπορούσε να αποκομίσει, υπό τις συνθήκες της αγοράς, αν δάνειζε σε άλλους το δικό του κεφάλαιο το οποίο έχει επενδύσει στην επιχείρηση. Μόνο το πλεόνασμα των εισπράξεων έναντι του κόστους που υπολογίζεται με αυτόν τον τρόπο αποτελεί, στα μάτια του, επιχειρηματικό κέρδος.6

The breaking down of gross profit (in the classical sense of the term) into managerial wages, interest, and entrepreneurial profit is not merely a device of economic theory. It developed, with progressing perfection in business practices of accountancy and calculation, in the field of commercial routine independently of the reasoning of the economists. The judicious and sensible businessman does not attach practical significance to the confused and garbled concept of profit as employed by the classical economists. His notion of costs of production includes the potential market price of his own services contributed, the interest paid on capital borrowed, and the potential interest he could earn, according to the conditions of the market, on his own capital invested in the enterprise by lending it to other people. Only the excess of proceeds over the costs so calculated is in his eyes entrepreneurial profit.[6]

40

Η απόσπαση της επιχειρηματικής αμοιβής από το σύμπλεγμα όλων των άλλων στοιχείων που περιλαμβάνονταν στην έννοια του κέρδους της κλασικής οικονομικής επιστήμης δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο πρόβλημα. Δυσκολότερος είναι ο διαχωρισμός του επιχειρηματικού κέρδους από τον πρωταρχικό τόκο. Στη μεταβαλλόμενη οικονομία, ο τόκος που συνομολογείται στις δανειακές συμβάσεις αποτελεί πάντοτε ακαθάριστο μέγεθος, από το οποίο το καθαρό επιτόκιο του πρωταρχικού τόκου πρέπει να συναχθεί μέσω ιδιαίτερης διαδικασίας υπολογισμού και αναλυτικού επιμερισμού.

Έχει ήδη καταδειχθεί ότι κάθε πράξη δανεισμού, ακόμη και αν παραβλεφθεί το πρόβλημα των μεταβολών στην αγοραστική δύναμη της νομισματικής μονάδας, εμπεριέχει ένα στοιχείο επιχειρηματικού εγχειρήματος. Η χορήγηση πίστωσης αποτελεί κατ’ ανάγκην πάντοτε επιχειρηματική κερδοσκοπία, η οποία ενδέχεται να αποτύχει και να οδηγήσει σε απώλεια μέρους ή του συνόλου του δανεισθέντος ποσού. Κάθε τόκος που συνομολογείται και καταβάλλεται επί δανείων περιλαμβάνει όχι μόνο τον πρωταρχικό τόκο αλλά και επιχειρηματικό κέρδος.

The precipitation of entrepreneurial wages from the complex of all the other items included in the profit concept of classical economics presents no particular problem. It is more difficult to sunder entrepreneurial profit from originary interest. In the changing economy interest stipulated in loan contracts is always a gross magnitude out of which the pure rate of originary interest must be computed by 2 particular process of computation and analytical repartition. It has been shown already that in every act of lending, even apart from the problem of changes in the monetary unit’s purchasing power, there is an element of entrepreneurial venture. The granting of credit is necessarily always an entrepreneurial speculation which can possibly result in failure and the loss of a part or of the total amount lent. Every interest stipulated and paid in loans includes not only originary interest but also entrepreneurial profit.

41

Το γεγονός αυτό παραπλάνησε επί μεγάλο χρονικό διάστημα τις προσπάθειες διατύπωσης μιας ικανοποιητικής θεωρίας του τόκου. Μόνο η επεξεργασία του νοητικού κατασκευάσματος της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας κατέστησε δυνατό τον ακριβή διαχωρισμό του πρωταρχικού τόκου από το επιχειρηματικό κέρδος και την επιχειρηματική ζημία.

This fact for a long time misled the attempts to construct a satisfactory theory of interest. It was only the elaboration of the imaginary construction of the evenly rotating economy that made it possible to distinguish precisely between originary interest and entrepreneurial profit and loss.

42

5. Ο υπολογισμός του τόκου

↗ στη σελίδα του βιβλίου

5. The Computation of Interest

43

Ο πρωταρχικός τόκος απορρέει από αξιολογήσεις που μεταβάλλονται και διακυμαίνονται αδιάκοπα. Μεταβάλλεται και διακυμαίνεται μαζί τους. Η συνήθεια του υπολογισμού του τόκου σε ετήσια βάση αποτελεί απλώς εμπορική πρακτική και εύχρηστο κανόνα υπολογισμού. Δεν επηρεάζει το ύψος των επιτοκίων, όπως αυτό προσδιορίζεται από την αγορά.

Originary interest is the outgrowth of valuations unceasingly fluctuating and changing. It fluctuates and changes with them. The custom of computing interest pro anno is merely commercial usage and a convenient rule of reckoning. It does not affect the height of the interest rates as determined by the market.

44

Οι δραστηριότητες των επιχειρηματιών τείνουν προς την εγκαθίδρυση ενιαίου επιτοκίου πρωταρχικού τόκου σε ολόκληρη την οικονομία της αγοράς. Αν σε έναν τομέα της αγοράς εμφανιστεί περιθώριο μεταξύ των τιμών των παρόντων και των μελλοντικών αγαθών το οποίο αποκλίνει από το περιθώριο που επικρατεί σε άλλους τομείς, δημιουργείται τάση εξίσωσης μέσω της επιδίωξης των επιχειρηματιών να εισέλθουν στους τομείς όπου το περιθώριο είναι υψηλότερο και να αποφύγουν εκείνους όπου είναι χαμηλότερο. Το τελικό επιτόκιο του πρωταρχικού τόκου είναι το ίδιο σε όλα τα τμήματα της αγοράς της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας.

The activities of the entrepreneurs tend toward the establishment of a uniform rate of originary interest in the whole market economy. If there turns up in one sector of the market a margin between the prices of present goods and those of future goods which deviates from the margin prevailing in other sectors, a trend toward equalization is brought about by the striving of businessmen to enter those sectors in which this margin is higher and to avoid those in which it is lower. The final rate of originary interest is the same in all parts of the market of the evenly rotating economy.

45

Οι αξιολογήσεις που προκαλούν την εμφάνιση του πρωταρχικού τόκου προτιμούν την ικανοποίηση σε εγγύτερη περίοδο του μέλλοντος από ικανοποίηση του ίδιου είδους και της ίδιας έκτασης σε απώτερη περίοδο του μέλλοντος. Τίποτε δεν δικαιολογεί την υπόθεση ότι αυτή η υποτίμηση της ικανοποίησης σε απώτερες περιόδους προχωρεί κατά συνεχή και ομοιόμορφο τρόπο. Αν το υποθέταμε, θα υπονοούσαμε ότι η περίοδος πρόνοιας είναι άπειρη. Ωστόσο, το γεγονός και μόνο ότι τα άτομα διαφέρουν ως προς την πρόνοιά τους για τις μελλοντικές ανάγκες και ότι ακόμη και στον προνοητικότερο δρώντα η πρόνοια πέρα από μια ορισμένη περίοδο φαίνεται περιττή δεν μας επιτρέπει να θεωρήσουμε άπειρη την περίοδο πρόνοιας.

The valuations resulting in the emergence of originary interest prefer satisfaction in a nearer period of the future to satisfaction of the same kind and extent in a remoter period of the future. Nothing would justify the assumption that this discounting of satisfaction in remoter periods progresses continuously and evenly. If we were to assume this, we would imply that the period of provision is infinite. However, the mere fact that individuals differ in their provision for future needs and that even to the most provident actor provision beyond a definite period appears supererogatory, forbids us to think of the period of provision as infinite.

46

Οι πρακτικές της αγοράς δανειακών κεφαλαίων δεν πρέπει να μας παραπλανούν. Συνηθίζεται να συνομολογείται ενιαίο επιτόκιο για ολόκληρη τη διάρκεια μιας δανειακής σύμβασης7 και να εφαρμόζεται ενιαίο επιτόκιο κατά τον υπολογισμό του ανατοκισμού. Ο πραγματικός προσδιορισμός των επιτοκίων είναι ανεξάρτητος από αυτά και από άλλα αριθμητικά τεχνάσματα υπολογισμού του τόκου.

Αν το επιτόκιο καθορίζεται συμβατικά και αμετάβλητα για ορισμένη χρονική περίοδο, οι ενδιάμεσες μεταβολές του αγοραίου επιτοκίου αντανακλώνται σε αντίστοιχες μεταβολές των τιμών που καταβάλλονται για το κεφάλαιο της απαίτησης, αφού ληφθεί δεόντως υπόψη το γεγονός ότι το ποσό του κεφαλαίου που πρέπει να εξοφληθεί κατά τη λήξη του δανείου έχει καθοριστεί αμετάβλητα. Δεν επηρεάζεται το αποτέλεσμα αν ο υπολογισμός πραγματοποιείται με αμετάβλητο επιτόκιο και μεταβαλλόμενες τιμές του κεφαλαίου, με μεταβαλλόμενα επιτόκια και αμετάβλητο ποσό κεφαλαίου ή με μεταβολές και στα δύο μεγέθη.

The usages of the loan market must not mislead us. It is customary to stipulate a uniform rate of interest for the whole duration of a loan contract[7] and to apply a uniform rate in computing compound interest. The real determination of interest rates is independent of these and other arithmetical devices of interest computation. If the rate of interest is unalterably fixed by contract for a period of time, intervening changes in the market rate of interest are reflected in corresponding changes in the prices paid for the principal, due allowance being made for the fact that the amount of principal to be paid back at the maturity of the loan is unalterably stipulated. It does not affect the result whether one calculates with an unchanging rate of interest and changing prices of the principal or with changing interest rates and an unchanging amount of the principal, or with changes in both magnitudes.

47

Οι όροι μιας δανειακής σύμβασης δεν είναι ανεξάρτητοι από τη συνομολογημένη διάρκεια του δανείου. Οι δανειακές συμβάσεις αξιολογούνται και αποτιμώνται διαφορετικά ανάλογα με τη συνομολογημένη διάρκειά τους, όχι μόνο επειδή τα στοιχεία του ακαθάριστου αγοραίου επιτοκίου που το διαφοροποιούν από το επιτόκιο του πρωταρχικού τόκου επηρεάζονται από τις διαφορές στη διάρκεια του δανείου, αλλά και εξαιτίας παραγόντων που προκαλούν μεταβολές στο ίδιο το επιτόκιο του πρωταρχικού τόκου.

The terms of a loan contract are not independent of the stipulated duration of the loan. Not only because those components of the gross rate of market interest which made it deviate from the rate of originary interest are affected by differences in the duration of the loan, but also on account of factors which bring about changes in the rate of originary interest, loan contracts are valued and appraised differently according to the duration of the loan stipulated.

48

← Κεφάλαιο 18: Η ΔΡΑΣΗ ΣΤΗ ΡΟΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 20: ΤΟΚΟΣ, ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ →

← ΠεριεχόμεναΔίγλωσση ανάγνωση: Ανθρώπινη Δράση