Εργαλεία30 Οκτωβρίου 2026

Ανθρώπινη Δράση: Κεφάλαιο 21: ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΜΙΣΘΟΙ

Ludwig von Mises · Human Action: A Treatise on Economics

Πραξεολόγος

← Κεφάλαιο 20: ΤΟΚΟΣ, ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 22: ΟΙ ΜΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΙ ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΙΣ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ →

Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.

Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, Human Action: A Treatise on Economics, ebook του Foundation for Economic Education (FEE), 2016, ISBN 978-1-57246-086-7 — «Published under the Creative Commons Attribution 4.0 International License». Σελίδα της έκδοσης: fee.org/ebooks/human-action-by-ludwig-von-mises. Άδεια: CC BY 4.0.

Σε δείγμα 300 παραγράφων, οι 298 του ebook του FEE ήταν ίδιες λέξη προς λέξη με το κείμενο που ακολουθεί η μετάφραση. Το FEE δεν περιέχει μερικές ενότητες που προστέθηκαν σε μεταγενέστερες εκδόσεις (π.χ. «Η ηθική καταδίκη του κέρδους», «Διαφθορά», παράγραφοι για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο)· αυτές, όπως και οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ), εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Οι πρόλογοι της ελληνικής έκδοσης και των εκδόσεων Scholar’s/4ης δεν περιλαμβάνονται εδώ.

Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.

Ελληνικά · μετάφραση: Πραξεολόγος
English · πρωτότυπο

Κεφάλαιο 21: ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΜΙΣΘΟΙ

↗ στη σελίδα του βιβλίου

XXI. WORK AND WAGES

1

1. Εσωστρεφής και εξωστρεφής εργασία

↗ στη σελίδα του βιβλίου

1. Introversive Labor and Extroversive Labor

2

Ένας άνθρωπος μπορεί να υπερβεί την αρνητική χρησιμότητα της εργασίας —δηλαδή να παραιτηθεί από την απόλαυση του ελεύθερου χρόνου— για διάφορους λόγους.

MAN may overcome the disutility of labor (forego the enjoyment of leisure) for various reasons.

3
  1. Μπορεί να εργάζεται για να καταστήσει τον νου και το σώμα του ισχυρά, εύρωστα και ευκίνητα. Η αρνητική χρησιμότητα της εργασίας δεν αποτελεί τίμημα που καταβάλλεται για την επίτευξη αυτών των σκοπών· η υπέρβασή της είναι αναπόσπαστη από την επιδιωκόμενη ικανοποίηση. Τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα είναι ο γνήσιος αθλητισμός, όταν ασκείται χωρίς την επιδίωξη ανταμοιβής ή κοινωνικής επιτυχίας, καθώς και η αναζήτηση της αλήθειας και της γνώσης για χάρη αυτών των ίδιων και όχι ως μέσο βελτίωσης της αποδοτικότητας και της δεξιότητας του ατόμου κατά την εκτέλεση άλλων μορφών εργασίας που αποβλέπουν σε διαφορετικούς σκοπούς.1
  2. Μπορεί να υποβάλλεται στην αρνητική χρησιμότητα της εργασίας για να υπηρετήσει τον Θεό. Θυσιάζει τον ελεύθερο χρόνο του για να ευαρεστήσει τον Θεό και για να ανταμειφθεί, αφενός, στη μετά θάνατον ζωή με αιώνια μακαριότητα και, αφετέρου, κατά την επίγεια πορεία του με την υπέρτατη αγαλλίαση που του προσφέρει η βεβαιότητα ότι εκπλήρωσε όλα τα θρησκευτικά του καθήκοντα. Αν, ωστόσο, υπηρετεί τον Θεό για να επιτύχει εγκόσμιους σκοπούς —τον επιούσιο άρτο και την επιτυχία στις κοσμικές του υποθέσεις—, η συμπεριφορά του δεν διαφέρει ουσιωδώς από τις άλλες προσπάθειες επίτευξης εγκόσμιων ωφελημάτων μέσω της καταβολής εργασίας. Το αν η θεωρία που καθοδηγεί τη συμπεριφορά του είναι ορθή και το αν οι προσδοκίες του θα πραγματοποιηθούν δεν έχουν σημασία για την καταλλακτική ταξινόμηση του τρόπου δράσης του.2
  3. Μπορεί να μοχθεί προκειμένου να αποφύγει ένα μεγαλύτερο κακό. Υποβάλλεται στην αρνητική χρησιμότητα της εργασίας για να λησμονήσει, να διαφύγει από καταθλιπτικές σκέψεις και να αποδιώξει ενοχλητικές ψυχικές διαθέσεις· η εργασία αποτελεί γι’ αυτόν, ούτως ειπείν, μια τελειοποιημένη και εκλεπτυσμένη μορφή παιχνιδιού. Αυτό το εκλεπτυσμένο παιχνίδι δεν πρέπει να συγχέεται με τα απλά παιχνίδια των παιδιών, τα οποία παράγουν απλώς ευχαρίστηση. Υπάρχουν, ωστόσο, και άλλες μορφές παιδικού παιχνιδιού. Ακόμη και τα παιδιά διαθέτουν αρκετή λεπτότητα ώστε να επιδίδονται σε εκλεπτυσμένες μορφές παιχνιδιού.
  4. Μπορεί να εργάζεται επειδή προτιμά το προϊόν που μπορεί να αποκτήσει μέσω της εργασίας από την αρνητική χρησιμότητα της εργασίας και τις απολαύσεις του ελεύθερου χρόνου.

1. He may work in order to make his mind and body strong, vigorous, and agile. The disutility of labor is not a price expended for the attainment of these goals; overcoming it is inseparable from the contentment sought. The most conspicuous examples are genuine sport, practiced without any design for reward and social success; the search for truth and knowledge pursued for its own sake and not as a means of improving one’s own efficiency and skill in the performance of other kinds of labor aiming at other ends.[1]

2. He may submit to the disutility of labor in order to serve God. He sacrifices leisure to please God and to be rewarded in the beyond by eternal bliss and in the earthly pilgrimage by the supreme delight which the certainty of having complied with all religious duties affords. (If, however, he serves God in order to attain worldly ends—his daily bread and success in his secular affairs—his conduct does not differ substantially from other endeavors to attain mundane advantages by expending labor. Whether the theory guiding his conduct is correct and whether his expectations will materialize is irrelevant to the catallactic qualification of his mode of acting.[2])

3. He may toil in order to avoid greater mischief. He submits to the disutility of labor in order to forget, to escape from depressing thoughts and to banish annoying moods; work for him is, as it were, a perfected refinement of play. This refined playing must not be confused with the simple games of children which are merely pleasure-producing. (However, there are also other children’s games. Children too are sophisticated enough to indulge in refined play.)

4. He may work because he prefers the proceeds he can earn by working to the disutility of labor and the pleasures of leisure.

4

Η εργασία των κατηγοριών 1, 2 και 3 καταβάλλεται επειδή η ίδια η υπέρβαση της αρνητικής χρησιμότητας της εργασίας —και όχι το προϊόν της— παρέχει ικανοποίηση. Το άτομο μοχθεί και κοπιάζει όχι για να φθάσει σε κάποιον σκοπό στο τέλος της πορείας, αλλά για χάρη της ίδιας της πορείας. Ο ορειβάτης δεν επιθυμεί απλώς να φθάσει στην κορυφή· επιθυμεί να φθάσει σε αυτήν αναρριχώμενος. Περιφρονεί τον οδοντωτό σιδηρόδρομο που θα τον μετέφερε στην κορυφή ταχύτερα και χωρίς κόπο, ακόμη και αν το εισιτήριο κόστιζε λιγότερο από τις δαπάνες που συνεπάγεται η ανάβαση, όπως η αμοιβή του οδηγού.

Ο μόχθος της ανάβασης δεν τον ικανοποιεί άμεσα· εμπεριέχει αρνητική χρησιμότητα της εργασίας. Ακριβώς, όμως, η υπέρβαση αυτής της αρνητικής χρησιμότητας είναι εκείνη που τον ικανοποιεί. Μια λιγότερο κοπιαστική ανάβαση δεν θα του προκαλούσε μεγαλύτερη αλλά μικρότερη ικανοποίηση.

The labor of the classes 1, 2, and 3 is expended because the disutility of labor in itself—and not its product—satisfies. One toils and troubles not in order to reach a goal at the termination of the march, but for the very sake of marching. The mountain-climber does not want simply to reach the peak, he wants to reach it by climbing. He disdains the rack railway which would bring him to the summit more quickly and without trouble even though the fare is cheaper than the costs incurred by climbing (e.g., the guide’s fee). The toil of climbing does not gratify him immediately; it involves disutility of labor. But it is precisely overcoming the disutility of labor that satisfies him. A less exerting ascent would please him not better, but less.

5

Μπορούμε να αποκαλέσουμε την εργασία των κατηγοριών 1, 2 και 3 εσωστρεφή εργασία και να τη διακρίνουμε από την εξωστρεφή εργασία της κατηγορίας 4. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η εσωστρεφής εργασία μπορεί να επιφέρει —ως παραπροϊόν, ούτως ειπείν— αποτελέσματα για την επίτευξη των οποίων άλλοι άνθρωποι θα υποβάλλονταν στην αρνητική χρησιμότητα της εργασίας. Ο ευσεβής μπορεί να περιθάλπει ασθενείς προσδοκώντας ουράνια ανταμοιβή· ο αναζητητής της αλήθειας, αφοσιωμένος αποκλειστικά στην αναζήτηση της γνώσης, μπορεί να ανακαλύψει μια επινόηση με πρακτική χρησιμότητα. Στον βαθμό αυτό, η εσωστρεφής εργασία μπορεί να επηρεάσει την προσφορά στην αγορά. Κατά κανόνα, όμως, η καταλλακτική ασχολείται μόνο με την εξωστρεφή εργασία.

We may call the labor of classes 1, 2, and 3 introversive labor and distinguish it from the extroversive labor of class 4. In some cases introversive labor may bring about—as a by-product as it were—results for the attainment of which other people would submit to the disutility of labor. The devout may nurse sick people for a heavenly reward; the truth seeker, exclusively devoted to the search for knowledge, may discover a practically useful device. To this extent introversive labor may influence the supply on the market. But as a rule catallactics is concerned only with extroversive labor.

6

Τα ψυχολογικά προβλήματα που εγείρει η εσωστρεφής εργασία δεν έχουν σημασία για την καταλλακτική. Από τη σκοπιά της οικονομικής επιστήμης, η εσωστρεφής εργασία πρέπει να ταξινομηθεί ως κατανάλωση. Η εκτέλεσή της απαιτεί κατά κανόνα όχι μόνο τις προσωπικές προσπάθειες των ενδιαφερόμενων ατόμων, αλλά και τη δαπάνη υλικών συντελεστών παραγωγής και προϊόντων της εξωστρεφούς εργασίας άλλων ανθρώπων —εργασίας που δεν παρέχει άμεση ικανοποίηση—, τα οποία πρέπει να αγοραστούν μέσω της καταβολής μισθών. Η άσκηση της θρησκείας απαιτεί χώρους λατρείας και τον εξοπλισμό τους· ο αθλητισμός απαιτεί διάφορα σύνεργα και μηχανήματα, γυμναστές και προπονητές. Όλα αυτά ανήκουν στη σφαίρα της κατανάλωσης.

The psychological problems raised by introversive labor are catallactically irrelevant. Seen from the point of view of economics introversive labor is to be qualified as consumption. Its performance as a rule requires not only the personal efforts of the individuals concerned, but also the expenditure of material factors of production and the produce of other peoples’ extroversive, not immediately gratifying labor that must be bought by the payment of wages. The practice of religion requires places of worship and their equipment; sport requires diverse utensils and apparatus, trainers and coaches. All these things belong in the orbit of consumption.

7

2. Η χαρά και η ανία της εργασίας

↗ στη σελίδα του βιβλίου

2. Joy and Tedium of Labor

8

Μόνο η εξωστρεφής εργασία, η οποία δεν παρέχει άμεση ικανοποίηση, αποτελεί αντικείμενο καταλλακτικής εξέτασης. Χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτού του είδους εργασίας είναι ότι εκτελείται για χάρη ενός σκοπού που βρίσκεται πέρα από την ίδια την εκτέλεσή της και πέρα από την αρνητική χρησιμότητα που αυτή συνεπάγεται. Οι άνθρωποι εργάζονται επειδή επιθυμούν να αποκομίσουν το προϊόν της εργασίας. Η εργασία καθαυτή προκαλεί αρνητική χρησιμότητα.

Πέρα, όμως, από αυτή την αρνητική χρησιμότητα, η οποία είναι επαχθής και θα επέβαλλε στον άνθρωπο την ανάγκη να εξοικονομεί εργασία ακόμη και αν η ικανότητά του προς εργασία δεν ήταν περιορισμένη και μπορούσε να εργάζεται απεριόριστα, εμφανίζονται ορισμένες φορές ιδιαίτερα συναισθηματικά φαινόμενα: αισθήματα χαράς ή ανίας που συνοδεύουν την εκτέλεση ορισμένων ειδών εργασίας.

Only extroversive, not immediately gratifying labor is a topic of catallactic disquisition. The characteristic mark of this kind of labor is that it is performed for the sake of an end which is beyond its performance and the disutility which it involves. People work because they want to reap the produce of labor. The labor itself causes disutility. But apart from this disutility which is irksome and would enjoin upon man the urge to economize labor even if his power to work were not limited and he were able to perform unlimited work, special emotional phenomena sometimes appear, feelings of joy or tedium, accompanying the execution of certain kinds of labor.

9

Τόσο η χαρά όσο και η ανία της εργασίας ανήκουν σε διαφορετική σφαίρα από την αρνητική χρησιμότητα της εργασίας. Επομένως, η χαρά της εργασίας δεν μπορεί ούτε να μετριάσει ούτε να εξαλείψει την αρνητική χρησιμότητά της. Ούτε πρέπει να συγχέεται με την άμεση ικανοποίηση που παρέχουν ορισμένα είδη εργασίας. Αποτελεί συνοδευτικό φαινόμενο που προέρχεται είτε από την έμμεση ικανοποίηση της εργασίας —το προϊόν ή την ανταμοιβή της— είτε από ορισμένες παρεπόμενες περιστάσεις.

Both, the joy and the tedium of labor, are in a domain other than the disutility of labor. The joy of labor therefore can neither alleviate nor remove the disutility of labor. Neither must the joy of labor be confused with the immediate gratification provided by certain kinds of work. It is an attendant phenomenon which proceeds either from labor’s mediate gratification, the produce or reward, or from some accessory circumstances.

10

Οι άνθρωποι δεν υποβάλλονται στην αρνητική χρησιμότητα της εργασίας για χάρη της χαράς που συνοδεύει την εργασία, αλλά για χάρη της έμμεσης ικανοποίησής της. Στην πραγματικότητα, η χαρά της εργασίας προϋποθέτει ως επί το πλείστον την αρνητική χρησιμότητα της συγκεκριμένης εργασίας.

People do not submit to the disutility of labor for the sake of the joy which accompanies the labor, but for the sake of its mediate gratification. In fact the joy of labor presupposes for the most part the disutility of the labor concerned.

11

Οι πηγές από τις οποίες αναβλύζει η χαρά της εργασίας είναι οι ακόλουθες:

— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)

12
  1. Η προσδοκία της έμμεσης ικανοποίησης που θα παράσχει η εργασία, δηλαδή η προεξόφληση της απόλαυσης της επιτυχίας και της απόδοσής της. Ο εργαζόμενος αντιμετωπίζει την εργασία του ως μέσο επίτευξης ενός επιδιωκόμενου σκοπού, και η πρόοδος της εργασίας τού προκαλεί χαρά ως προσέγγιση προς τον σκοπό του. Η χαρά του αποτελεί πρόγευση της ικανοποίησης που θα του παράσχει η έμμεση ανταμοιβή. Στο πλαίσιο της κοινωνικής συνεργασίας, αυτή η χαρά εκδηλώνεται ως ικανοποίηση από την ικανότητα του ατόμου να διατηρεί τη θέση του στον κοινωνικό οργανισμό και να παρέχει υπηρεσίες τις οποίες εκτιμούν οι συνάνθρωποί του, είτε αγοράζοντας το προϊόν είτε αμείβοντας την εργασία που καταβλήθηκε. Ο εργαζόμενος χαίρεται επειδή αποκτά αυτοσεβασμό και τη συνείδηση ότι συντηρεί τον εαυτό του και την οικογένειά του και ότι δεν εξαρτάται από την ευσπλαχνία των άλλων.
  2. Κατά την εκτέλεση της εργασίας του, ο εργαζόμενος απολαμβάνει την αισθητική εκτίμηση της δεξιότητάς του και του προϊόντος της. Δεν πρόκειται απλώς για τη θεωρητική απόλαυση του ανθρώπου που παρατηρεί πράγματα τα οποία κατασκεύασαν άλλοι. Είναι η υπερηφάνεια του ανθρώπου που μπορεί να πει: «Γνωρίζω πώς κατασκευάζονται τέτοια πράγματα· αυτό είναι δικό μου έργο».
  3. Όταν ολοκληρώσει ένα έργο, ο εργαζόμενος απολαμβάνει το αίσθημα ότι υπερνίκησε επιτυχώς όλον τον μόχθο και όλες τις δυσχέρειες που αυτό συνεπαγόταν. Είναι ευτυχής επειδή απαλλάχθηκε από κάτι δύσκολο, δυσάρεστο και οδυνηρό, επειδή ανακουφίστηκε για ορισμένο χρονικό διάστημα από την αρνητική χρησιμότητα της εργασίας. Είναι το αίσθημα του «το κατόρθωσα».
  4. Ορισμένα είδη εργασίας ικανοποιούν ιδιαίτερες επιθυμίες. Υπάρχουν, παραδείγματος χάριν, επαγγέλματα που ανταποκρίνονται σε ερωτικές επιθυμίες, είτε συνειδητές είτε υποσυνείδητες. Οι επιθυμίες αυτές μπορεί να είναι φυσιολογικές ή διεστραμμένες. Ακόμη και φετιχιστές, ομοφυλόφιλοι, σαδιστές και άλλοι άνθρωποι με παρεκκλίνουσες επιθυμίες μπορούν ορισμένες φορές να βρουν στην εργασία τους ευκαιρία ικανοποίησης των ιδιαίτερων ορέξεών τους. Υπάρχουν επαγγέλματα που είναι ιδιαίτερα ελκυστικά για τέτοιους ανθρώπους. Η σκληρότητα και η αιμοδιψία αναπτύσσονται πλούσια κάτω από ποικίλα επαγγελματικά προσωπεία.

The sources from which the joy of labor springs are: 1. The expectation of the labor’s mediate gratification, the anticipation of the enjoyment of its success and yield. The toiler looks at his work as a means for the attainment of an end sought, and the progress of his work delights him as an approach toward his goal. His joy is a foretaste of the satisfaction conveyed by the mediate gratification. In the frame of social cooperation this joy manifests itself in the contentment of being capable of holding one’s ground in the social organism and of rendering services which one’s fellowmen appreciate either in buying the product or in remunerating the labor expended. The worker rejoices because he gets selfrespect and the consciousness of supporting himself and his family and not being dependent on other people’s mercy.

2. In the pursuit of his work the worker enjoys the aesthetic appreciation of his skill and its product. This is not merely the contemplative pleasure of the man who views things performed by other people. It is the pride of a man who is in a position to say: I know how to make such things, this is my work.

3. Having completed a task the worker enjoys the feeling of having successfully overcome all the toil and trouble involved. He is happy in being rid of something difficult, unpleasant, and painful, in being relieved for a certain time of the disutility of labor. His is the feeling of “I have done it.”

4. Some kinds of work satisfy particular wishes. There are, for example, occupations which meet erotic desires—either conscious or subconscious ones. These desires may be normal or perverse. Also fetishists, homosexuals, sadists and other perverts can sometimes find in their work an opportunity to satisfy their strange appetites. There are occupations which are especially attractive to such people. Cruelty and blood-thirstiness luxuriantly thrive under various occupational cloaks.

13

Τα διάφορα είδη εργασίας προσφέρουν διαφορετικές προϋποθέσεις για την εμφάνιση της χαράς της εργασίας. Οι προϋποθέσεις αυτές μπορεί να είναι, σε γενικές γραμμές, περισσότερο ομοιογενείς στις κατηγορίες 1 και 3 απ’ ό,τι στην κατηγορία 2. Είναι προφανές ότι απαντούν σπανιότερα στην κατηγορία 4.

The various kinds of work offer different conditions for the appearance of the joy of labor. These conditions may be by and large more homogeneous in classes 1 and 3 than in class 2. It is obvious that they are more rarely present for class 4.

14

Η χαρά της εργασίας μπορεί να απουσιάζει ολοκληρωτικά. Ψυχικοί παράγοντες μπορούν να την εξαλείψουν πλήρως. Από την άλλη πλευρά, είναι δυνατόν να επιδιωχθεί σκοπίμως η ενίσχυσή της.

The joy of labor can be entirely absent. Psychical factors may eliminate it altogether. On the other hand one can purposely aim at increasing the joy of labor.

15

Οι οξυδερκείς γνώστες της ανθρώπινης ψυχής επιδίωκαν πάντοτε να ενισχύσουν τη χαρά της εργασίας. Μεγάλο μέρος των επιτευγμάτων των οργανωτών και των ηγετών των μισθοφορικών στρατών ανήκε σε αυτό το πεδίο. Το έργο τους ήταν εύκολο στον βαθμό που το στρατιωτικό επάγγελμα προσφέρει τις ικανοποιήσεις της κατηγορίας 4. Ωστόσο, οι ικανοποιήσεις αυτές δεν εξαρτώνται από την αφοσίωση του οπλοφόρου. Τις απολαμβάνει επίσης ο στρατιώτης που εγκαταλείπει τον πολέμαρχό του και στρέφεται εναντίον του, υπηρετώντας νέους ηγέτες.

Επομένως, ιδιαίτερο έργο των εργοδοτών των μισθοφόρων ήταν η καλλιέργεια πνεύματος σώματος και αφοσίωσης, ικανών να καταστήσουν τους μισθοφόρους τους απρόσβλητους από πειρασμούς. Υπήρχαν, βεβαίως, και αρχηγοί που δεν ενδιαφέρονταν για τέτοια άυλα ζητήματα. Στους στρατούς και στους στόλους του δέκατου όγδοου αιώνα, τα μοναδικά μέσα εξασφάλισης της υπακοής και αποτροπής της λιποταξίας ήταν οι βάρβαρες τιμωρίες.

Keen discerners of the human soul have always been intent upon enhancing the joy of labor. A great part of the achievements of the organizers and leaders of armies of mercenaries belonged to this field. Their task was easy as far as the profession of arms provides the satisfactions of class 4. However, these satisfactions do not depend on the arms-bearer’s loyalty. They also come to the soldier who leaves his warlord in the lurch and turns against him in the service of new leaders. Thus the particular task of the employers of mercenaries was to promote an esprit de corps and loyalty that could render their hirelings proof against temptations. There were also, of course, chiefs who did not bother about such impalpable matters. In the armies and navies of the eighteenth century the only means of securing obedience and preventing desertion were barbarous punishments.

16

Η σύγχρονη εκβιομηχάνιση δεν επιδίωξε σκοπίμως να αυξήσει τη χαρά της εργασίας. Στηρίχθηκε στην υλική βελτίωση που προσέφερε στους εργαζομένους τόσο υπό την ιδιότητά τους ως μισθωτών όσο και υπό την ιδιότητά τους ως καταναλωτών και αγοραστών των προϊόντων. Δεδομένου ότι οι αναζητούντες εργασία συνέρρεαν στα εργοστάσια και όλοι συναγωνίζονταν για την απόκτηση των βιομηχανικών προϊόντων, δεν φαινόταν να υπάρχει ανάγκη προσφυγής σε ειδικά μέσα.

Τα οφέλη που αποκόμιζαν οι μάζες από το καπιταλιστικό σύστημα ήταν τόσο πρόδηλα, ώστε κανένας επιχειρηματίας δεν θεωρούσε αναγκαίο να απευθύνει στους εργαζομένους φιλοκαπιταλιστική προπαγάνδα. Ο σύγχρονος καπιταλισμός αποτελεί κατ’ ουσίαν μαζική παραγωγή για τις ανάγκες των μαζών. Οι αγοραστές των προϊόντων είναι, σε γενικές γραμμές, οι ίδιοι άνθρωποι που, ως μισθωτοί, συνεργάζονται στην κατασκευή τους. Η αύξηση των πωλήσεων παρείχε στον εργοδότη αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των μαζών. Δεν ενδιαφερόταν για τα συναισθήματα των εργαζομένων του υπό την ιδιότητά τους ως εργαζομένων. Ενδιαφερόταν αποκλειστικά να τους εξυπηρετήσει υπό την ιδιότητά τους ως καταναλωτών. Ακόμη και σήμερα, απέναντι στην πλέον επίμονη και φανατική αντικαπιταλιστική προπαγάνδα, δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου αντίστοιχη αντιπροπαγάνδα.

Modern industrialism was not intent upon designedly increasing the joy of labor. It relied upon the material improvement that it brought to its employees in their capacity as wage earners as well as in their capacity as consumers and buyers of the products. In view of the fact that job-seekers thronged to the plants and everyone scrambled for the manufactures, there seemed to be no need to resort to special devices. The benefits which the masses derived from the capitalist system were so obvious that no entrepreneur considered it necessary to harangue the workers with procapitalist propaganda. Modern capitalism is essentially mass production for the needs of the masses. The buyers of the products are by and large the same people who as wage earners cooperate in their manufacturing. Rising sales provided dependable information to the employer about the improvement of the masses’ standard of living. He did not bother about the feelings of his employees as workers. He was exclusively intent upon serving them as consumers. Even today, in face of the most persistent and fanatical anticapitalist propaganda, there is hardly any counter-propaganda.

17

Αυτή η αντικαπιταλιστική προπαγάνδα αποτελεί συστηματικό σχέδιο αντικατάστασης της χαράς της εργασίας από την ανία της εργασίας. Η χαρά της εργασίας των κατηγοριών 1 και 2 εξαρτάται σε κάποιον βαθμό από ιδεολογικούς παράγοντες. Ο εργαζόμενος χαίρεται για τη θέση του στην κοινωνία και για την ενεργό συνεργασία του στην παραγωγική της προσπάθεια. Αν αυτή η ιδεολογία απαξιωθεί και αντικατασταθεί από μια άλλη, η οποία παρουσιάζει τον μισθωτό ως δυστυχές θύμα αδίστακτων εκμεταλλευτών, η χαρά της εργασίας μετατρέπεται σε αίσθημα αποστροφής και ανίας.

This anticapitalist propaganda is a systematic scheme for the substitution of tedium for the joy of labor. The joy of labor of classes 1 and 2 depends to some extent on ideological factors. The worker rejoices in his place in society and his active cooperation in its productive effort. If one disparages this ideology and replaces it by another which represents the wage earner as the distressed victim of ruthless exploiters, one turns the joy of labor into a feeling of disgust and tedium.

18

Καμία ιδεολογία, όσο εμφατικά και αν προβάλλεται και διδάσκεται, δεν μπορεί να επηρεάσει την αρνητική χρησιμότητα της εργασίας. Είναι αδύνατον να την εξαλείψει ή να τη μετριάσει μέσω πειθούς ή υπνωτικής υποβολής. Από την άλλη πλευρά, δεν μπορεί να την αυξήσει μέσω λέξεων και θεωριών. Η αρνητική χρησιμότητα της εργασίας αποτελεί ανεπιφύλακτα δεδομένο φαινόμενο. Η αυθόρμητη και ανέμελη εκτόνωση των δυνάμεων και των ζωτικών λειτουργιών του ατόμου, υπό συνθήκες ελευθερίας χωρίς συγκεκριμένο σκοπό, είναι για όλους προτιμότερη από την αυστηρή πειθαρχία της σκόπιμης προσπάθειας.

Η αρνητική χρησιμότητα της εργασίας επιβαρύνει ακόμη και τον άνθρωπο που είναι αφοσιωμένος στην εργασία του με όλη την καρδιά και την ψυχή του, ακόμη και με αυταπάρνηση. Και αυτός επιδιώκει να περιορίσει την ποσότητα της εργασίας, αν μπορεί να το πράξει χωρίς να θίξει την αναμενόμενη έμμεση ικανοποίηση, και απολαμβάνει τη χαρά της εργασίας της κατηγορίας 3.

No ideology, however impressively emphasized and taught, can affect the disutility of labor. It is impossible to remove or to alleviate it by persuasion or hypnotic suggestion. On the other hand it cannot be increased by words and doctrines. The disutility of labor is a phenomenon unconditionally given. The spontaneous and carefree discharge of one’s own energies and vital functions in aimless freedom suits everybody better than the stern restraint of purposive effort. The disutility of labor also pains a man who with heart and soul and even with self-denial is devoted to his work. He too is eager to reduce the lump of labor if it can be done without prejudice to the mediate gratification expected, and he enjoys the joy of labor of class 3.

19

Ωστόσο, η χαρά της εργασίας των κατηγοριών 1 και 2 και ορισμένες φορές ακόμη και εκείνη της κατηγορίας 3 μπορούν να εξαλειφθούν από ιδεολογικές επιδράσεις και να αντικατασταθούν από την ανία της εργασίας. Ο εργαζόμενος αρχίζει να μισεί την εργασία του, αν πειστεί ότι εκείνο που τον αναγκάζει να υποβάλλεται στην αρνητική χρησιμότητα της εργασίας δεν είναι η δική του υψηλότερη αξιολόγηση της συμφωνημένης αμοιβής, αλλά απλώς ένα άδικο κοινωνικό σύστημα.

Παραπλανημένος από τα συνθήματα της σοσιαλιστικής προπαγάνδας, αδυνατεί να αντιληφθεί ότι η αρνητική χρησιμότητα της εργασίας αποτελεί αδυσώπητο δεδομένο της ανθρώπινης κατάστασης, κάτι έσχατα δεδομένο που δεν μπορεί να εξαλειφθεί με τεχνάσματα ή μεθόδους κοινωνικής οργάνωσης. Υποκύπτει στη μαρξιστική πλάνη ότι, σε μια σοσιαλιστική κοινοπολιτεία, η εργασία δεν θα προκαλεί πόνο αλλά ευχαρίστηση.3

However, the joy of labor of classes 1 and 2 and sometimes even that of class 3 can be eliminated by ideological influences and be replaced by the tedium of labor. The worker begins to hate his work if he becomes convinced that what makes him submit to the disutility of labor is not his own higher valuation of the stipulated compensation, but merely an unfair social system. Deluded by the slogans of the socialist propagandists, he fails to realize that the disutility of labor is an inexorable fact of human conditions, something ultimately given that cannot be removed by devices or methods of social organization. He falls prey to the Marxian fallacy that in a socialist commonwealth work will arouse not pain but pleasure.[3]

20

Το γεγονός ότι η χαρά της εργασίας αντικαθίσταται από την ανία της εργασίας δεν επηρεάζει ούτε την αξιολόγηση της αρνητικής χρησιμότητας της εργασίας ούτε την αξιολόγηση του προϊόντος της εργασίας. Τόσο η ζήτηση όσο και η προσφορά εργασίας παραμένουν αμετάβλητες. Οι άνθρωποι δεν εργάζονται για χάρη της χαράς της εργασίας, αλλά για χάρη της έμμεσης ικανοποίησής της. Εκείνο που μεταβάλλεται είναι αποκλειστικά η συναισθηματική στάση του εργαζομένου.

Η εργασία του, η θέση του στο σύνθετο σύστημα του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, οι σχέσεις του με τα άλλα μέλη της κοινωνίας και με το κοινωνικό σύνολο εμφανίζονται πλέον υπό διαφορετικό πρίσμα. Οικτίρει τον εαυτό του ως ανυπεράσπιστο θύμα ενός παράλογου και άδικου συστήματος. Μετατρέπεται σε δύσθυμο γογγυστή, σε ανισόρροπη προσωπικότητα και σε εύκολη λεία κάθε είδους κομπογιαννιτών και εκκεντρικών.

Η χαρά κατά την εκτέλεση των καθηκόντων και την υπέρβαση της αρνητικής χρησιμότητας της εργασίας καθιστά τους ανθρώπους ευδιάθετους και ενισχύει την ενεργητικότητα και τις ζωτικές τους δυνάμεις. Η ανία κατά την εργασία τούς καθιστά σκυθρωπούς και νευρωτικούς. Μια κοινωνία στην οποία επικρατεί η ανία της εργασίας αποτελεί σύνολο μνησίκακων, φιλέριδων και οργισμένων δυσαρεστημένων ανθρώπων.

The fact that the tedium of labor is substituted for the joy of labor affects the valuation neither of the disutility of labor nor of the produce of labor. Both the demand for labor and the supply of labor remain unchanged. For people do not work for the sake of labor’s joy, but for the sake of the mediate gratification. What is altered is merely the worker’s emotional attitude. His work, his position in the complex of the social division of labor, his relations to other members of society and to the whole of society appear to him in a new light. He pities himself as the defenseless victim of an absurd and unjust system. He becomes an ill-humored grumbler, an unbalanced personality, an easy prey to all sorts of quacks and cranks. To be joyful in the performance of one’s tasks and in overcoming the disutility of labor makes people cheerful and strengthens their energies and vital forces. To feel tedium in working makes people morose and neurotic. A commonwealth in which the tedium of labor prevails is an assemblage of rancorous, quarrelsome, and wrathful malcontents.

21

Ωστόσο, όσον αφορά τις βουλητικές δυνάμεις που οδηγούν στην υπέρβαση της αρνητικής χρησιμότητας της εργασίας, ο ρόλος της χαράς και της ανίας της εργασίας είναι απλώς παρεπόμενος και μη απαραίτητος. Δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα εξαναγκασμού ή παρακίνησης των ανθρώπων να εργάζονται αποκλειστικά για χάρη της χαράς της εργασίας. Η χαρά της εργασίας δεν υποκαθιστά την έμμεση ικανοποίηση που παρέχει η εργασία. Το μοναδικό μέσο παρακίνησης ενός ανθρώπου να εργαστεί περισσότερο και καλύτερα είναι η προσφορά υψηλότερης ανταμοιβής. Είναι μάταιο να προσπαθεί κανείς να τον δελεάσει με τη χαρά της εργασίας. Όταν οι δικτάτορες της Σοβιετικής Ρωσίας, της ναζιστικής Γερμανίας και της φασιστικής Ιταλίας επιχείρησαν να αναθέσουν στη χαρά της εργασίας συγκεκριμένη λειτουργία στο παραγωγικό τους σύστημα, οι προσδοκίες τους διαψεύστηκαν.

However, with regard to the volitional springs for overcoming the disutility of labor, the role played by the joy and the tedium of labor is merely accidental and supererogatory. There cannot be any question of making people work for the mere sake of the joy of labor. The joy of labor is no substitute for the mediate gratification of labor. The only means of inducing a man to work more and better is to offer him a higher reward. It is vain to bait him with the joy of labor. When the dictators of Soviet Russia, Nazi Germany, and Fascist Italy tried to assign to the joy of labor a definite function in their system of production, they saw their expectations blighted.

22

Ούτε η χαρά ούτε η ανία της εργασίας μπορούν να επηρεάσουν την ποσότητα εργασίας που προσφέρεται στην αγορά. Στον βαθμό που τα συναισθήματα αυτά είναι παρόντα με την ίδια ένταση σε όλα τα είδη εργασίας, το ζήτημα είναι προφανές. Το ίδιο, όμως, ισχύει και ως προς τη χαρά και την ανία που εξαρτώνται από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης εργασίας ή από τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του εργαζομένου.

Ας εξετάσουμε, παραδείγματος χάριν, τη χαρά της κατηγορίας 4. Η επιθυμία ορισμένων ανθρώπων να αποκτήσουν θέσεις εργασίας που προσφέρουν ευκαιρίες απόλαυσης αυτών των ιδιαίτερων ικανοποιήσεων τείνει να μειώσει τα μισθολογικά ποσοστά στο συγκεκριμένο πεδίο. Ακριβώς, όμως, αυτή η επίδραση κάνει άλλους ανθρώπους, οι οποίοι ανταποκρίνονται λιγότερο σε αυτές τις αμφίβολες απολαύσεις, να προτιμούν άλλους τομείς της αγοράς εργασίας, στους οποίους μπορούν να αποκτήσουν υψηλότερο εισόδημα. Αναπτύσσεται έτσι μια αντίθετη τάση, η οποία εξουδετερώνει την πρώτη.

Neither the joy nor the tedium of labor can influence the amount of labor offered on the market. As far as these feelings are present with the same intensity in all kinds of work, the case is obvious. But it is the same with regard to joy and tedium which are conditioned by the particular features of the work concerned or the particular character of the worker. Let us look, for example, at the joy of class 4. The eagerness of certain people to get jobs which offer an opportunity for the enjoyment of these particular satisfactions tends to lower wage rates in this field. But it is precisely this effect that makes other people, less responsive to these questionable pleasures, prefer other sectors of the labor market in which they can earn more. Thus an opposite tendency develops which neutralizes the first one.

23

Η χαρά και η ανία της εργασίας αποτελούν ψυχολογικά φαινόμενα που δεν επηρεάζουν ούτε την υποκειμενική αξιολόγηση του ατόμου για την αρνητική χρησιμότητα και την έμμεση ικανοποίηση της εργασίας ούτε την τιμή που καταβάλλεται για την εργασία στην αγορά.

The joy and the tedium of labor are psychological phenomena which influence neither the individual’s subjective valuation of the disutility and the mediate gratification of labor nor the price paid for labor on the market.

24

Η εργασία είναι ένας σπάνιος συντελεστής παραγωγής. Ως τέτοιος, πωλείται και αγοράζεται στην αγορά. Η τιμή που καταβάλλεται για την εργασία περιλαμβάνεται στην τιμή που λαμβάνεται για το προϊόν ή τις υπηρεσίες, εφόσον εκείνος που εκτελεί την εργασία είναι και ο πωλητής του προϊόντος ή των υπηρεσιών. Αν η εργασία ως τέτοια πωλείται και αγοράζεται αυτοτελώς, είτε από έναν επιχειρηματία που ασχολείται με την παραγωγή προς πώληση είτε από έναν καταναλωτή που επιθυμεί να χρησιμοποιήσει για δική του κατανάλωση τις παρεχόμενες υπηρεσίες, η καταβαλλόμενη τιμή ονομάζεται μισθός.

Labor is a scarce factor of production. As such it is sold and bought on the market. The price paid for labor is included in the price allowed for the product or the services if the performer of the work is the seller of the product or the services. If bare labor is sold and bought as such, either by an entrepreneur engaged in production for sale or by a consumer eager to use the services rendered for his own consumption, the price paid is called wages.

26

Για τον δρώντα άνθρωπο, η δική του εργασία δεν αποτελεί απλώς συντελεστή παραγωγής, αλλά και πηγή απαρέσκειας· την αποτιμά όχι μόνο σε σχέση με την έμμεση ικανοποίηση που αναμένει, αλλά και σε σχέση με την απαρέσκεια που αυτή του προκαλεί. Ωστόσο, για εκείνον, όπως και για κάθε άλλον, η εργασία των άλλων ανθρώπων, όταν προσφέρεται προς πώληση στην αγορά, δεν είναι παρά ένας συντελεστής παραγωγής. Ο άνθρωπος αντιμετωπίζει την εργασία των άλλων με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει όλους τους σπάνιους υλικούς συντελεστές παραγωγής. Την αποτιμά σύμφωνα με τις αρχές που εφαρμόζει κατά την αποτίμηση όλων των άλλων αγαθών. Το ύψος των μισθών καθορίζεται στην αγορά με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο καθορίζονται οι τιμές όλων των εμπορευμάτων. Υπό αυτή την έννοια μπορούμε να πούμε ότι η εργασία είναι εμπόρευμα. Οι συναισθηματικοί συνειρμοί που οι άνθρωποι, υπό την επίδραση του μαρξισμού, συνδέουν με αυτόν τον όρο δεν έχουν σημασία. Αρκεί να παρατηρήσουμε παρεμπιπτόντως ότι οι εργοδότες αντιμετωπίζουν την εργασία όπως αντιμετωπίζουν τα εμπορεύματα, επειδή η συμπεριφορά των καταναλωτών τούς εξαναγκάζει να ενεργούν κατ’ αυτόν τον τρόπο.

For acting man his own labor is not merely a factor of production but also the source of disutility; he values it not only with regard to the mediate gratification expected but also with regard to the disutility it causes. But for him, as for everyone, other people’s labor as offered for sale on the market is nothing but a factor of production. Man deals with other people’s labor in the same way that he deals with all scarce material factors of production. He appraises it according to the principles he applies in the appraisal of all other goods. The height of wage rates is determined on the market in the same way in which the prices of all commodities are determined. In this sense we may say that labor is a commodity. The emotional associations which people, under the influence of Marxism, attach to this term do not matter. It suffices to observe incidentally that the employers deal with labor as they do with commodities because the conduct of the consumers forces them to proceed in this way.

27

Δεν είναι θεμιτό να μιλάμε για εργασία και μισθούς γενικώς χωρίς να καταφεύγουμε σε ορισμένους περιοριστικούς προσδιορισμούς. Δεν υπάρχει ούτε ενιαίος τύπος εργασίας ούτε γενικό ύψος μισθών. Η εργασία διαφέρει σημαντικά ως προς την ποιότητά της και κάθε είδος εργασίας παρέχει ειδικές υπηρεσίες. Κάθε είδος αποτιμάται ως συμπληρωματικός συντελεστής για την παραγωγή συγκεκριμένων καταναλωτικών αγαθών και υπηρεσιών. Μεταξύ της αποτίμησης της επίδοσης ενός χειρουργού και εκείνης ενός λιμενεργάτη δεν υπάρχει άμεση σχέση. Εντούτοις, εμμέσως, κάθε τομέας της αγοράς εργασίας συνδέεται με όλους τους άλλους τομείς. Μια αύξηση της ζήτησης για χειρουργικές υπηρεσίες, όσο μεγάλη και αν είναι, δεν θα οδηγήσει τους λιμενεργάτες να συρρεύσουν στην άσκηση της χειρουργικής. Ωστόσο, τα όρια μεταξύ των διαφόρων τομέων της αγοράς εργασίας δεν είναι σαφώς χαραγμένα. Επικρατεί μια συνεχής τάση μετακίνησης των εργαζομένων από τον κλάδο τους προς άλλα παρόμοια επαγγέλματα, στα οποία οι συνθήκες φαίνεται να προσφέρουν καλύτερες ευκαιρίες. Έτσι, τελικά, κάθε μεταβολή της ζήτησης ή της προσφοράς σε έναν τομέα επηρεάζει εμμέσως όλους τους άλλους. Όλες οι ομάδες ανταγωνίζονται εμμέσως μεταξύ τους. Αν περισσότεροι άνθρωποι εισέλθουν στο ιατρικό επάγγελμα, αποσύρονται άτομα από συναφή επαγγέλματα, τα οποία με τη σειρά τους αντικαθίστανται από εισροή ανθρώπων από άλλους κλάδους, και ούτω καθεξής. Υπό αυτή την έννοια υπάρχει αλληλοσύνδεση μεταξύ όλων των επαγγελματικών ομάδων, όσο διαφορετικές και αν είναι οι απαιτήσεις της καθεμιάς. Εδώ βρισκόμαστε και πάλι αντιμέτωποι με το γεγονός ότι η ανομοιογένεια ως προς την ποιότητα της εργασίας που απαιτείται για την ικανοποίηση των αναγκών είναι μεγαλύτερη από τις διαφορές στις έμφυτες ικανότητες των ανθρώπων να εκτελούν εργασία.4

It is not permissible to speak of labor and wages in general without resorting to certain restrictions. A uniform type of labor or a general rate of wages do not exist. Labor is very different in quality, and each kind of labor renders specific services. Each is appraised as a complementary factor for turning out definite consumers’ goods and services. Between the appraisal of the performance of a surgeon and that of a stevedore there is no direct connection. But indirectly each sector of the labor market is connected with all other sectors. An increase in the demand for surgical services, however great, will not make stevedores flock into the practice of surgery. Yet the lines between the various sectors of the labor market are not sharply drawn. There prevails a continuous tendency for workers to shift from their branch to other similar occupations in which conditions seem to offer better opportunities. Thus finally every change in demand or supply in one sector affects all other sectors indirectly. All groups indirectly compete with one another. If more people enter the medical profession, men are withdrawn from kindred occupations who again are replaced by an inflow of people from other branches and so on. In this sense there exists a connexity between all occupational groups however different the requirements in each of them may be. There again we are faced with the fact that the disparity in the quality of work needed for the satisfaction of wants is greater than the diversity in men’s inborn ability to perform work.[4]

28

Αλληλοσύνδεση υπάρχει όχι μόνο μεταξύ των διαφορετικών ειδών εργασίας και των τιμών που καταβάλλονται γι’ αυτά, αλλά εξίσου μεταξύ της εργασίας και των υλικών συντελεστών παραγωγής. Εντός ορισμένων ορίων, η εργασία μπορεί να υποκαταστήσει υλικούς συντελεστές παραγωγής και αντιστρόφως. Ο βαθμός στον οποίο πραγματοποιούνται τέτοιες υποκαταστάσεις εξαρτάται από το ύψος των μισθών και από τις τιμές των υλικών συντελεστών.

Connexity exists not only between different types of labor and the prices paid for them but no less between labor and the material factors of production. Within certain limits labor can be substituted for material factors of production and vice versa. The extent that such substitutions are resorted to depends on the height of wage rates and the prices of material factors.

29

Ο καθορισμός του ύψους των μισθών —όπως και ο καθορισμός των τιμών των υλικών συντελεστών παραγωγής— μπορεί να επιτευχθεί μόνο στην αγορά. Δεν υπάρχουν εξωαγοραία ύψη μισθών, όπως ακριβώς δεν υπάρχουν εξωαγοραίες τιμές. Στον βαθμό που υπάρχουν μισθοί, η εργασία αντιμετωπίζεται όπως κάθε υλικός συντελεστής παραγωγής και πωλείται και αγοράζεται στην αγορά. Ο τομέας της αγοράς παραγωγικών αγαθών στον οποίο μισθώνεται εργασία αποκαλείται συνήθως αγορά εργασίας. Όπως συμβαίνει με όλους τους άλλους τομείς της αγοράς, η αγορά εργασίας κινητοποιείται από τους επιχειρηματίες που αποβλέπουν στην πραγματοποίηση κερδών. Κάθε επιχειρηματίας επιδιώκει να αγοράσει, στη χαμηλότερη δυνατή τιμή, όλα τα είδη ειδικής εργασίας που χρειάζεται για την υλοποίηση των σχεδίων του. Ωστόσο, οι μισθοί που προσφέρει πρέπει να είναι αρκετά υψηλοί ώστε να προσελκύσουν τους εργαζομένους μακριά από τους ανταγωνιστές του. Το ανώτατο όριο των προσφορών του καθορίζεται από την πρόβλεψή του για την τιμή που μπορεί να επιτύχει για την πρόσθετη ποσότητα πωλήσιμων αγαθών την οποία αναμένει από την απασχόληση του συγκεκριμένου εργαζομένου. Το κατώτατο όριο καθορίζεται από τις προσφορές των ανταγωνιστών επιχειρηματιών, οι οποίοι καθοδηγούνται και οι ίδιοι από ανάλογους υπολογισμούς. Αυτό εννοούν οι οικονομολόγοι όταν υποστηρίζουν ότι το ύψος του μισθού για κάθε είδος εργασίας καθορίζεται από την οριακή παραγωγικότητά του. Ένας άλλος τρόπος έκφρασης της ίδιας αλήθειας είναι ότι οι μισθοί καθορίζονται, αφενός, από την προσφορά εργασίας και υλικών συντελεστών παραγωγής και, αφετέρου, από τις προβλεπόμενες μελλοντικές τιμές των καταναλωτικών αγαθών.

The determination of wage rates—like that of the prices of material factors of production—can be achieved only on the market. There is no such thing as nonmarket wage rates, just as there are no nonmarket prices. As far as there are wages, labor is dealt with like any material factor of production and sold and bought on the market. It is usual to call the sector of the market of producers’ goods on which labor is hired the labor market. As with all other sectors of the market, the labor market is actuated by the entrepreneurs intent upon making profits. Each entrepreneur is eager to buy all the kinds of specific labor he needs for the realization of his plans at the cheapest price. But the wages he offers must be high enough to take the workers away from competing entrepreneurs. The upper limit of his bidding is determined by anticipation of the price he can obtain for the increment in salable goods he expects from the employment of the worker concerned. The lower limit is determined by the bids of competing entrepreneurs who themselves are guided by analogous considerations. It is this that economists have in mind in asserting that the height of wage rates for each kind of labor is determined by its marginal productivity. Another way to express the same truth is to say that wage rates are determined by the supply of labor and of material factors of production on the one hand and by the anticipated future prices of the consumers’ goods.

30

Αυτή η καταλλακτική εξήγηση του καθορισμού των μισθών αποτέλεσε στόχο σφοδρών, αλλά εντελώς εσφαλμένων επιθέσεων. Έχει υποστηριχθεί ότι υφίσταται μονοπώλιο της ζήτησης εργασίας. Οι περισσότεροι υποστηρικτές αυτής της θεωρίας θεωρούν ότι έχουν αποδείξει επαρκώς την άποψή τους παραπέμποντας σε ορισμένες παρεμπίπτουσες παρατηρήσεις του Άνταμ Σμιθ σχετικά με «ένα είδος σιωπηρού, αλλά διαρκούς και ομοιόμορφου συνασπισμού» μεταξύ των εργοδοτών για τη συγκράτηση των μισθών σε χαμηλά επίπεδα.5 Άλλοι αναφέρονται με αόριστους όρους στην ύπαρξη επαγγελματικών ενώσεων διαφόρων ομάδων επιχειρηματιών. Η κενότητα όλης αυτής της επιχειρηματολογίας είναι προφανής. Εντούτοις, το γεγονός ότι αυτές οι συγκεχυμένες ιδέες αποτελούν το κύριο ιδεολογικό θεμέλιο του συνδικαλισμού και της εργατικής πολιτικής όλων των σύγχρονων κυβερνήσεων καθιστά αναγκαία την ανάλυσή τους με τη μέγιστη δυνατή προσοχή.

This catallactic explanation of the determination of wage rates has been the target of passionate but entirely erroneous attacks. It has been asserted that there is a monopoly of the demand for labor. Most of the supporters of this doctrine think that they have sufficiently proved their case by referring to some incidental remarks of Adam Smith concerning “a sort of tacit but constant and uniform combination” among employers to keep wages down.[5] Others refer in vague terms to the existence of trade associations of various groups of businessmen. The emptiness of all this talk is evident. However, the fact that these garbled ideas are the main ideological foundation of labor unionism and the labor policy of all contemporary governments makes it necessary to analyze them with the utmost care.

31

Οι επιχειρηματίες βρίσκονται απέναντι στους πωλητές εργασίας στην ίδια θέση στην οποία βρίσκονται απέναντι στους πωλητές των υλικών συντελεστών παραγωγής. Είναι αναγκασμένοι να αποκτούν όλους τους συντελεστές παραγωγής στη χαμηλότερη δυνατή τιμή. Αν όμως, κατά την επιδίωξη αυτού του σκοπού, ορισμένοι επιχειρηματίες, συγκεκριμένες ομάδες επιχειρηματιών ή όλοι οι επιχειρηματίες προσφέρουν τιμές ή μισθούς υπερβολικά χαμηλούς, δηλαδή ασύμβατους με την κατάσταση της ανεμπόδιστης αγοράς, θα κατορθώσουν να αποκτήσουν όσα επιθυμούν μόνο αν η είσοδος στις τάξεις των επιχειρηματιών παρεμποδίζεται από θεσμικά εμπόδια. Αν δεν εμποδίζεται η εμφάνιση νέων επιχειρηματιών ή η επέκταση των δραστηριοτήτων όσων ήδη λειτουργούν, κάθε πτώση στις τιμές των συντελεστών παραγωγής που δεν συνάδει με τη διάρθρωση της αγοράς πρέπει να δημιουργεί νέες ευκαιρίες κέρδους. Θα υπάρξουν άνθρωποι πρόθυμοι να επωφεληθούν από τη διαφορά μεταξύ του επικρατούντος μισθού και της οριακής παραγωγικότητας της εργασίας. Η ζήτησή τους για εργασία θα επαναφέρει τους μισθούς στο ύψος που υπαγορεύεται από την οριακή παραγωγικότητα της εργασίας. Ο σιωπηρός συνασπισμός μεταξύ των εργοδοτών στον οποίο αναφέρθηκε ο Άνταμ Σμιθ, ακόμη και αν υπήρχε, δεν θα μπορούσε να μειώσει τους μισθούς κάτω από το ανταγωνιστικό ύψος της αγοράς, εκτός αν η πρόσβαση στην επιχειρηματική δραστηριότητα απαιτούσε όχι μόνο ευφυΐα και κεφάλαιο —το τελευταίο είναι πάντοτε διαθέσιμο στις επιχειρήσεις που υπόσχονται τις υψηλότερες αποδόσεις— αλλά, επιπλέον, κάποιον θεσμικό τίτλο, προνόμιο ή άδεια, που θα επιφυλασσόταν σε μια τάξη προνομιούχων.

The entrepreneurs are in the same position with regard to the sellers of labor as they are with regard to the sellers of the material factors of production. They are under the necessity of acquiring all factors of production at the cheapest price. But if in the pursuit of this endeavor some entrepreneurs, certain groups of entrepreneurs, or all entrepreneurs offer prices or wage rates which are too low, i.e., do not agree with the state of the unhampered market, they will succeed in acquiring what they want to acquire only if entrance into the ranks of entrepreneurship is blocked through institutional barriers. If the emergence of new entrepreneurs or the expansion of the activities of already operating entrepreneurs is not prevented, any drop in the prices of factors of production not consonant with the structure of the market must open new chances for the earning of profits. There will be people eager to take advantage of the margin between the prevailing wage rate and the marginal productivity of labor. Their demand for labor will bring wage rates back to the height conditioned by labor’s marginal productivity. The tacit combination among the employers to which Adam Smith referred, even if it existed, could not lower wages below the competitive market rate unless access to entrepreneurship required not only brains and capital (the latter always available to enterprises promising the highest returns), but in addition also an institutional title, a patent, or a license, reserved to a class of privileged people.

32

Έχει υποστηριχθεί ότι ο αναζητών εργασία πρέπει να πουλήσει την εργασία του σε οποιαδήποτε τιμή, όσο χαμηλή και αν είναι, επειδή εξαρτάται αποκλειστικά από την ικανότητά του να εργάζεται και δεν διαθέτει άλλη πηγή εισοδήματος. Δεν μπορεί να περιμένει και εξαναγκάζεται να αρκεστεί σε οποιαδήποτε αμοιβή έχουν την καλοσύνη να του προσφέρουν οι εργοδότες. Αυτή η εγγενής αδυναμία διευκολύνει τη συντονισμένη δράση των εργοδοτών για τη μείωση των μισθών. Εκείνοι μπορούν, αν χρειαστεί, να περιμένουν περισσότερο, καθώς η ζήτησή τους για εργασία δεν είναι τόσο επείγουσα όσο η ανάγκη του εργαζομένου για τα προς το ζην.

Το επιχείρημα είναι ελαττωματικό. Θεωρεί δεδομένο ότι οι εργοδότες ιδιοποιούνται ως πρόσθετο μονοπωλιακό κέρδος τη διαφορά μεταξύ του μισθού που αντιστοιχεί στην οριακή παραγωγικότητα και του χαμηλότερου μονοπωλιακού μισθού και ότι δεν τη μεταβιβάζουν στους καταναλωτές υπό τη μορφή μειωμένων τιμών. Διότι, αν μείωναν τις τιμές ανάλογα με την πτώση του κόστους παραγωγής, οι ίδιοι, υπό την ιδιότητά τους ως επιχειρηματιών και πωλητών των προϊόντων, δεν θα αποκόμιζαν κανένα πλεονέκτημα από τη μείωση των μισθών. Ολόκληρο το όφελος θα περιερχόταν στους καταναλωτές και, συνεπώς, επίσης στους μισθωτούς υπό την ιδιότητά τους ως αγοραστών· οι ίδιοι οι επιχειρηματίες θα ωφελούνταν μόνο υπό την ιδιότητά τους ως καταναλωτών. Για να διατηρηθεί το πρόσθετο κέρδος που θα προέκυπτε από την υποτιθέμενη «εκμετάλλευση» της ασθενούς διαπραγματευτικής θέσης των εργαζομένων, θα απαιτούνταν συντονισμένη δράση των εργοδοτών υπό την ιδιότητά τους ως πωλητών των προϊόντων. Θα απαιτούνταν ένα καθολικό μονοπώλιο όλων των ειδών παραγωγικής δραστηριότητας, το οποίο μπορεί να δημιουργηθεί μόνο μέσω θεσμικού περιορισμού της πρόσβασης στην επιχειρηματικότητα.

It has been asserted that a job-seeker must sell his labor at any price, however low, as he depends exclusively on his capacity to work and has no other source of income. He cannot wait and is forced to content himself with any reward the employers are kind enough to offer him. This inherent weakness makes it easy for the concerted action of the masters to lower wage rates. They can, if need be, wait longer, as their demand for labor is not so urgent as the worker’s demand for subsistence. The argument is defective. It takes it for granted that the employers pocket the difference between the marginal-productivity wage rate and the lower monopoly rate as an extra monopoly gain and do not pass it on to the consumers in the form of a reduction in prices. For if they were to reduce prices according to the drop in costs of production, they, in their capacity of entrepreneurs and sellers of the products, would derive no advantage from cutting wages. The whole gain would go to the consumers and thereby also to the wage-earners in their capacity as buyers; the entrepreneurs themselves would be benefited only as consumers. However, to retain the extra profit resulting from the “exploitation” of the workers’ poor bargaining power would require concerted action on the part of employers in their capacity as sellers of the products. It would require a universal monopoly of all kinds of production activities which can be created only by an institutional restriction of access to entrepreneurship.

33

Το ουσιώδες σημείο είναι ότι ο υποτιθέμενος μονοπωλιακός συνασπισμός των εργοδοτών, για τον οποίο μιλούν ο Άνταμ Σμιθ και μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης, θα αποτελούσε μονοπώλιο ζήτησης. Έχουμε όμως ήδη διαπιστώσει ότι τέτοια υποτιθέμενα μονοπώλια ζήτησης είναι στην πραγματικότητα μονοπώλια προσφοράς ιδιαίτερου χαρακτήρα. Οι εργοδότες θα μπορούσαν, μέσω συντονισμένης δράσης, να μειώσουν τους μισθούς μόνο αν μονοπωλούσαν κάποιον συντελεστή απαραίτητο για κάθε είδος παραγωγής και περιόριζαν μονοπωλιακά τη χρησιμοποίησή του. Επειδή δεν υπάρχει κανένας μεμονωμένος υλικός συντελεστής απαραίτητος για κάθε είδος παραγωγής, θα έπρεπε να μονοπωλήσουν όλους τους υλικούς συντελεστές παραγωγής. Η προϋπόθεση αυτή θα υφίστατο μόνο σε μια σοσιαλιστική κοινωνία, στην οποία δεν υπάρχουν ούτε αγορά ούτε τιμές και μισθοί.

The essential point of the matter is that the alleged monopolistic combination of the employers about which Adam Smith and a great part of public opinion speak would be a monopoly of demand. But we have already seen that such alleged monopolies of demand are in fact monopolies of supply of a particular character. The employers would be in a position enabling them to lower wage rates by concerted action only if they were to monopolize a factor indispensable for every kind of production and to restrict the employment of this factor in a monopolistic way. As there is no single material factor indispensable for every kind of production, they would have to monopolize all material factors of production. This condition would be present only in a socialist community, in which there is neither a market nor prices and wage rates.

34

Ούτε θα ήταν δυνατόν οι ιδιοκτήτες των υλικών συντελεστών παραγωγής, οι κεφαλαιούχοι και οι γαιοκτήμονες, να συνασπιστούν σε ένα καθολικό καρτέλ εναντίον των συμφερόντων των εργαζομένων. Χαρακτηριστικό γνώρισμα των παραγωγικών δραστηριοτήτων στο παρελθόν και στο προβλέψιμο μέλλον είναι ότι η σπανιότητα της εργασίας υπερβαίνει τη σπανιότητα των περισσότερων πρωτογενών, δεδομένων από τη φύση υλικών συντελεστών παραγωγής. Η συγκριτικά μεγαλύτερη σπανιότητα της εργασίας καθορίζει την έκταση στην οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι συγκριτικά άφθονοι πρωτογενείς φυσικοί συντελεστές. Υπάρχει αχρησιμοποίητο έδαφος, υπάρχουν ανεκμετάλλευτα κοιτάσματα ορυκτών και ούτω καθεξής, επειδή δεν υπάρχει αρκετή διαθέσιμη εργασία για την αξιοποίησή τους. Αν οι ιδιοκτήτες της γης που καλλιεργείται σήμερα σχημάτιζαν καρτέλ με σκοπό την αποκόμιση μονοπωλιακών κερδών, τα σχέδιά τους θα ματαιώνονταν από τον ανταγωνισμό των ιδιοκτητών υποοριακών γαιών. Οι ιδιοκτήτες των παραχθέντων συντελεστών παραγωγής, από την πλευρά τους, δεν θα μπορούσαν να συνασπιστούν σε ένα ολοκληρωμένο καρτέλ χωρίς τη συνεργασία των ιδιοκτητών των πρωτογενών συντελεστών.

Neither would it be possible for the proprietors of the material factors of production, the capitalists and the landowners, to combine in a universal cartel against the interests of the workers. The characteristic mark of production activities in the past and in the foreseeable future is that the scarcity of labor exceeds the scarcity of most of the primary, nature-given material factors of production. The comparatively greater scarcity of labor determines the extent to which the comparatively abundant primary natural factors can be utilized. There is unused soil, there are unused mineral deposits and so on because there is not enough labor available for their utilization. If the owners of the soil that is tilled today were to form a cartel in order to reap monopoly gains, their plans would be frustrated by the competition of the owners of the submarginal land. The owners of the produced factors of production in their turn could not combine in a comprehensive cartel without the cooperation of the owners of the primary factors.

35

Διάφορες άλλες αντιρρήσεις έχουν προβληθεί εναντίον της θεωρίας της μονοπωλιακής εκμετάλλευσης της εργασίας από έναν σιωπηρό ή ρητό συνασπισμό εργοδοτών. Έχει αποδειχθεί ότι σε κανέναν χρόνο και σε κανέναν τόπο δεν μπορεί να διαπιστωθεί η ύπαρξη τέτοιων καρτέλ στην ανεμπόδιστη οικονομία της αγοράς. Έχει αποδειχθεί ότι δεν είναι αληθές πως οι αναζητούντες εργασία δεν μπορούν να περιμένουν και, επομένως, είναι αναγκασμένοι να αποδέχονται οποιοδήποτε ύψος μισθού, όσο χαμηλό και αν είναι, τους προσφέρουν οι εργοδότες. Δεν είναι αληθές ότι κάθε άνεργος εργαζόμενος βρίσκεται αντιμέτωπος με τη λιμοκτονία· και οι εργαζόμενοι διαθέτουν αποθέματα και μπορούν να περιμένουν· απόδειξη είναι ότι πράγματι περιμένουν. Από την άλλη πλευρά, η αναμονή μπορεί να αποβεί οικονομικά καταστροφική και για τους επιχειρηματίες και τους κεφαλαιούχους. Αν δεν μπορούν να απασχολήσουν το κεφάλαιό τους, υφίστανται ζημίες. Επομένως, όλες οι πραγματείες περί υποτιθέμενου «πλεονεκτήματος των εργοδοτών» και «μειονεκτήματος των εργαζομένων» στις διαπραγματεύσεις στερούνται ουσίας.6

Various other objections have been advanced against the doctrine of the monopolistic exploitation of labor by a tacit or avowed combine of the employers. It has been demonstrated that at no time and at no place in the unhampered market economy can the existence of such cartels be discovered. It has been shown that it is not true that the job-seekers cannot wait and are therefore under the necessity of accepting any wage rates, however low, offered to them by the employers. It is not true that every unemployed worker is faced with starvation; the workers too have reserves and can wait; the proof is that they really do wait. On the other hand waiting can be financially ruinous to the entrepreneurs and capitalists too. If they cannot employ their capital, they suffer losses. Thus all the disquisitions about an alleged “employers’ advantage” and “workers’ disadvantage” in bargaining are without substance.[6]

36

Αυτές, ωστόσο, είναι δευτερεύουσες και συμπτωματικές παρατηρήσεις. Το κεντρικό γεγονός είναι ότι μονοπώλιο της ζήτησης εργασίας δεν μπορεί να υπάρξει και δεν υπάρχει σε μια ανεμπόδιστη οικονομία της αγοράς. Θα μπορούσε να προκύψει μόνο ως συνέπεια θεσμικών περιορισμών στην πρόσβαση στην επιχειρηματικότητα.

But these are secondary and accidental considerations. The central fact is that a monopoly of the demand for labor cannot and does not exist in an unhampered market economy. It could originate only as an outgrowth of institutional restrictions of access to entrepreneurship.

37

Πρέπει να υπογραμμιστεί ακόμη ένα σημείο. Η θεωρία της μονοπωλιακής χειραγώγησης των μισθών από τους εργοδότες μιλά για την εργασία σαν να επρόκειτο για ομοιογενή οντότητα. Χρησιμοποιεί έννοιες όπως ζήτηση για «εργασία γενικώς» και προσφορά «εργασίας γενικώς». Όμως, όπως έχει ήδη επισημανθεί, τέτοιες έννοιες δεν έχουν κανένα αντίστοιχο στην πραγματικότητα. Αυτό που πωλείται και αγοράζεται στην αγορά εργασίας δεν είναι «εργασία γενικώς», αλλά συγκεκριμένη, ειδική εργασία, κατάλληλη για την παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών. Κάθε επιχειρηματίας αναζητεί εργαζομένους κατάλληλους να εκτελέσουν τα ειδικά καθήκοντα που απαιτούνται για την πραγματοποίηση των σχεδίων του. Πρέπει να αποσπάσει αυτούς τους ειδικευμένους εργαζομένους από τις απασχολήσεις στις οποίες εργάζονται εκείνη τη στιγμή. Το μόνο μέσο που διαθέτει για να το επιτύχει είναι να τους προσφέρει υψηλότερη αμοιβή.

Κάθε καινοτομία που σχεδιάζει ένας επιχειρηματίας —η παραγωγή ενός νέου προϊόντος, η εφαρμογή μιας νέας παραγωγικής μεθόδου, η επιλογή νέας τοποθεσίας για έναν συγκεκριμένο κλάδο ή απλώς η επέκταση της ήδη υφιστάμενης παραγωγής, είτε στη δική του επιχείρηση είτε σε άλλες επιχειρήσεις— απαιτεί την απασχόληση εργαζομένων που μέχρι τότε απασχολούνταν αλλού. Οι επιχειρηματίες δεν αντιμετωπίζουν απλώς έλλειψη «εργασίας γενικώς», αλλά έλλειψη εκείνων των συγκεκριμένων ειδών εργασίας που χρειάζονται για τις εγκαταστάσεις τους. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρηματιών κατά την υποβολή προσφορών για τους καταλληλότερους εργαζομένους δεν είναι λιγότερο έντονος από τον ανταγωνισμό τους για τις αναγκαίες πρώτες ύλες, τα εργαλεία και τις μηχανές, καθώς και για κεφάλαιο στην αγορά κεφαλαίου και πιστώσεων. Η επέκταση των δραστηριοτήτων τόσο των επιμέρους επιχειρήσεων όσο και ολόκληρης της κοινωνίας δεν περιορίζεται μόνο από την ποσότητα των διαθέσιμων κεφαλαιουχικών αγαθών και την προσφορά «εργασίας γενικώς». Σε κάθε κλάδο παραγωγής περιορίζεται επίσης από τη διαθέσιμη προσφορά ειδικευμένων εργαζομένων. Αυτό αποτελεί, βεβαίως, μόνο προσωρινό εμπόδιο, το οποίο εξαφανίζεται μακροπρόθεσμα, όταν περισσότεροι εργαζόμενοι, προσελκυόμενοι από τις υψηλότερες αμοιβές των ειδικευμένων εργαζομένων στους συγκριτικά υποστελεχωμένους κλάδους, εκπαιδευτούν για τα συγκεκριμένα ειδικά καθήκοντα. Σε μια μεταβαλλόμενη οικονομία, όμως, μια τέτοια έλλειψη ειδικευμένων εργαζομένων ανακύπτει εκ νέου καθημερινά και καθορίζει τη συμπεριφορά των εργοδοτών που αναζητούν εργατικό δυναμικό.

Yet one point must be stressed. The doctrine of the monopolistic manipulation of wage rates by the employers speaks of labor as if it were a homogeneous entity. It deals with such concepts as demand for “labor in general” and supply of “labor in general.” But such notions have, as has been pointed out already, no counterpart in reality. What is sold and bought on the labor market is not “labor in general,” but definite specific labor suitable to render definite services. Each entrepreneur is in search of workers who are fitted to accomplish those specific tasks which he needs for the execution of his plans. He must withdraw these specialists from the employments in which they happen to work at the moment. The only means he has to achieve this is to offer them higher pay. Every innovation which an entrepreneur plans—the production of a new article, the application of a new process of production, the choice of a new location for a specific branch or simply the expansion of production already in existence either in his own enterprise or in other enterprises—requires the employment of workers hitherto engaged somewhere else. The entrepreneurs are not merely faced with a shortage of “labor in general,” but with a shortage of those specific types of labor they need for their plants. The competition among the entrepreneurs in bidding for the most suitable hands is no less keen than their competition in bidding for the required raw materials, tools, and machines and in their bidding for capital on the capital and loan market. The expansion of the activities of the individual firms as well as of the whole society is not only limited by the amount of capital goods available and of the supply of “labor in general.” In each branch of production it is also limited by the available supply of specialists. This is, of course, only a temporary obstacle which vanishes in the long run when more workers, attracted by the higher pay of the specialists in comparatively undermanned branches, will have trained themselves for the special tasks concerned. But in the changing economy such a scarcity of specialists emerges anew daily and determines the conduct of employers in their search for workers.

38

Κάθε εργοδότης πρέπει να επιδιώκει την αγορά των αναγκαίων συντελεστών παραγωγής, συμπεριλαμβανομένης της εργασίας, στη χαμηλότερη δυνατή τιμή. Ένας εργοδότης που θα κατέβαλλε περισσότερα από όσα αντιστοιχούν στην αγοραία τιμή των υπηρεσιών που του παρέχουν οι εργαζόμενοί του θα εκτοπιζόταν σύντομα από την επιχειρηματική του θέση. Από την άλλη πλευρά, ένας εργοδότης που θα επιχειρούσε να μειώσει τους μισθούς κάτω από το ύψος που συνάδει με την οριακή παραγωγικότητα της εργασίας δεν θα κατόρθωνε να προσλάβει τον τύπο εργαζομένων που απαιτείται για την αποδοτικότερη αξιοποίηση του εξοπλισμού του. Επικρατεί μια τάση οι μισθοί να φθάνουν στο σημείο στο οποίο ισούνται με την τιμή του οριακού προϊόντος του συγκεκριμένου είδους εργασίας. Αν οι μισθοί πέσουν κάτω από αυτό το σημείο, το όφελος από την απασχόληση κάθε πρόσθετου εργαζομένου θα αυξήσει τη ζήτηση εργασίας και, ως εκ τούτου, θα προκαλέσει εκ νέου άνοδο των μισθών. Αν οι μισθοί ανέλθουν πάνω από αυτό το σημείο, η ζημία που συνεπάγεται η απασχόληση κάθε εργαζομένου θα αναγκάσει τους εργοδότες να απολύσουν εργαζομένους. Ο ανταγωνισμός των ανέργων για θέσεις εργασίας θα δημιουργήσει τάση πτώσης των μισθών.

Every employer must aim at buying the factors of production needed, inclusive of labor, at the cheapest price. An employer who paid more than agrees with the market price of the services his employees render him, would be soon removed from his entrepreneurial position. On the other hand an employer who tried to reduce wage rates below the height consonant with the marginal productivity of labor would not recruit the type of men that the most efficient utilization of his equipment requires. There prevails an inevitable tendency for wage rates to reach the point at which they are equal to the price of the marginal product of the kind of labor in question. If wage rates drop below this point, the gain derived from the employment of every additional worker will increase the demand for labor and thus make wage rates rise again. If wage rates rise above this point, the loss incurred from the employment of every worker will force the employers to discharge workers. The competition of the unemployed for jobs will create a tendency for wage rates to drop.

39

4. Καταλλακτική ανεργία

↗ στη σελίδα του βιβλίου

4. Catallactic Unemployment

40

Αν κάποιος που αναζητεί εργασία δεν μπορεί να αποκτήσει τη θέση που προτιμά, πρέπει να αναζητήσει διαφορετικό είδος απασχόλησης. Αν δεν μπορεί να βρει εργοδότη πρόθυμο να του καταβάλει όσα θα ήθελε να κερδίζει, πρέπει να μετριάσει τις αξιώσεις του. Αν αρνηθεί, δεν θα βρει καμία εργασία. Παραμένει άνεργος.

If a job-seeker cannot obtain the position he prefers, he must look for another kind of job. If he cannot find an employer ready to pay him as much as he would like to earn, he must abate his pretensions. If he refuses, he will not get any job. He remains unemployed.

41

Αυτό που προκαλεί την ανεργία είναι το γεγονός ότι —σε αντίθεση με την προαναφερθείσα θεωρία περί αδυναμίας του εργαζομένου να περιμένει— όσοι επιθυμούν να κερδίζουν μισθό μπορούν και πράγματι επιλέγουν να περιμένουν. Ένας αναζητών εργασία που δεν θέλει να περιμένει θα βρίσκει πάντοτε εργασία στην ανεμπόδιστη οικονομία της αγοράς, στην οποία υπάρχει πάντοτε αχρησιμοποίητη δυναμικότητα φυσικών πόρων και, πολύ συχνά, επίσης αχρησιμοποίητη δυναμικότητα παραχθέντων συντελεστών παραγωγής. Το μόνο που χρειάζεται είναι είτε να μειώσει το ύψος της αμοιβής που ζητεί είτε να αλλάξει επάγγελμα ή τόπο εργασίας.

What causes unemployment is the fact that—contrary to the abovementioned doctrine of the worker’s inability to wait—those eager to earn wages can and do wait. A job-seeker who does not want to wait will always get a job in the unhampered market economy in which there is always unused capacity of natural resources and very often also unused capacity of produced factors of production. It is only necessary for him either to reduce the amount of pay he is asking for or to alter his occupation or his place of work.

42

Υπήρχαν και εξακολουθούν να υπάρχουν άνθρωποι που εργάζονται μόνο για κάποιο χρονικό διάστημα και έπειτα ζουν για μια άλλη περίοδο από τις αποταμιεύσεις που συσσώρευσαν εργαζόμενοι. Σε χώρες όπου το πολιτισμικό επίπεδο των μαζών είναι χαμηλό, είναι συχνά δύσκολο να προσληφθούν εργαζόμενοι πρόθυμοι να παραμείνουν στην εργασία τους. Ο μέσος άνθρωπος εκεί είναι τόσο απαθής και αδρανής, ώστε δεν γνωρίζει άλλη χρήση για τις απολαβές του πέρα από την αγορά ελεύθερου χρόνου. Εργάζεται μόνο και μόνο για να μπορεί να παραμένει άνεργος επί ένα χρονικό διάστημα.

There were and still are people who work only for some time and then live for another period from the savings they have accumulated by working. In countries in which the cultural state of the masses is low, it is often difficult to recruit workers who are ready to stay on the job. The average man there is so callous and inert that he knows of no other use for his earnings than to buy some leisure time. He works only in order to remain unemployed for some time.

43

Η κατάσταση είναι διαφορετική στις πολιτισμένες χώρες. Εδώ ο εργαζόμενος θεωρεί την ανεργία κακό. Θα ήθελε να την αποφύγει, υπό την προϋπόθεση ότι η απαιτούμενη θυσία δεν είναι υπερβολικά επαχθής. Επιλέγει μεταξύ απασχόλησης και ανεργίας με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ενεργεί σε όλες τις άλλες πράξεις και επιλογές του: σταθμίζει τα υπέρ και τα κατά. Αν επιλέξει την ανεργία, αυτή η ανεργία αποτελεί φαινόμενο της αγοράς, η φύση του οποίου δεν διαφέρει από εκείνη των άλλων αγοραίων φαινομένων που εμφανίζονται σε μια μεταβαλλόμενη οικονομία της αγοράς. Μπορούμε να αποκαλέσουμε αυτό το είδος ανεργίας αγοραία παραγόμενη ή καταλλακτική ανεργία.

It is different in the civilized countries. Here the worker looks upon unemployment as an evil. He would like to avoid it provided the sacrifice required is not too grievous. He chooses between employment and unemployment in the same way in which he proceeds in all other actions and choices: he weighs the pros and cons. If he chooses unemployment, this unemployment is a market phenomenon whose nature is not different from other market phenomena as they appear in a changing market economy. We may call this kind of unemployment market-generated or catallactic unemployment.

44

Οι διάφορες εκτιμήσεις που μπορούν να παρακινήσουν έναν άνθρωπο να επιλέξει την ανεργία ταξινομούνται ως εξής:

The various considerations which may induce a man to decide for unemployment can be classified in this way:

45
  1. Το άτομο πιστεύει ότι σε μεταγενέστερο χρόνο θα βρει, στον τόπο κατοικίας του, μια προσοδοφόρα εργασία σε επάγγελμα που του αρέσει περισσότερο και για το οποίο έχει εκπαιδευτεί. Επιδιώκει να αποφύγει τις δαπάνες και τα άλλα μειονεκτήματα που συνεπάγεται η μετάβαση από ένα επάγγελμα σε άλλο και από έναν γεωγραφικό τόπο σε άλλον. Ενδέχεται να υπάρχουν ιδιαίτερες συνθήκες που αυξάνουν αυτά τα κόστη. Ένας εργαζόμενος που διαθέτει δική του κατοικία είναι στενότερα συνδεδεμένος με τον τόπο διαμονής του από όσους ζουν σε μισθωμένες κατοικίες. Μια έγγαμη γυναίκα έχει μικρότερη κινητικότητα από μια άγαμη. Υπάρχουν, επίσης, επαγγέλματα που περιορίζουν την ικανότητα του εργαζομένου να επιστρέψει αργότερα στην προηγούμενη εργασία του. Ένας ωρολογοποιός που εργάζεται για κάποιο διάστημα ως ξυλοκόπος ενδέχεται να χάσει την επιδεξιότητα που απαιτεί η προηγούμενη εργασία του. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, το άτομο επιλέγει την προσωρινή ανεργία επειδή πιστεύει ότι αυτή η επιλογή θα αποδειχθεί μακροπρόθεσμα περισσότερο επωφελής.
  2. Υπάρχουν επαγγέλματα των οποίων η ζήτηση υπόκειται σε σημαντικές εποχικές διακυμάνσεις. Σε ορισμένους μήνες του έτους η ζήτηση είναι πολύ έντονη, ενώ σε άλλους περιορίζεται ή εξαφανίζεται εντελώς. Η διάρθρωση των μισθών προεξοφλεί αυτές τις εποχικές διακυμάνσεις. Οι κλάδοι που υπόκεινται σε αυτές μπορούν να ανταγωνιστούν στην αγορά εργασίας μόνο αν οι μισθοί που καταβάλλουν κατά την ευνοϊκή περίοδο είναι αρκετά υψηλοί ώστε να αποζημιώνουν τους μισθωτούς για τα μειονεκτήματα που απορρέουν από την εποχική αστάθεια της ζήτησης. Πολλοί εργαζόμενοι, έχοντας αποταμιεύσει μέρος των υψηλών απολαβών τους κατά την ευνοϊκή περίοδο, παραμένουν κατόπιν άνεργοι κατά τη δυσμενή περίοδο.
  3. Το άτομο επιλέγει την προσωρινή ανεργία για λόγους που στην καθημερινή γλώσσα αποκαλούνται μη οικονομικοί ή ακόμη και ανορθολογικοί. Δεν αποδέχεται θέσεις εργασίας ασύμβατες με τις θρησκευτικές, ηθικές και πολιτικές πεποιθήσεις του. Αποφεύγει επαγγέλματα των οποίων η άσκηση θα έβλαπτε το κοινωνικό του κύρος. Αφήνεται να καθοδηγηθεί από παραδοσιακά πρότυπα σχετικά με το τι αρμόζει σε έναν αξιοπρεπή άνθρωπο και τι είναι ανάξιό του. Δεν θέλει να απωλέσει το γόητρο ή την κοινωνική του θέση.

1. The individual believes that he will find at a later date a remunerative job in his dwelling place and in an occupation which he likes better and for which he has been trained. He seeks to avoid the expenditure and other disadvantages involved in shifting from one occupation to another and from one geographical point to another. There may be special conditions increasing these costs. A worker who owns a homestead is more firmly linked with the place of his residence than people living in rented apartments. A married woman is less mobile than an unmarried girl. Then there are occupations which impair the worker’s ability to resume his previous job at a later date. A watchmaker who works for some time as a lumberman may lose the dexterity required for his previous job. In all these cases the individual chooses temporary unemployment because he believes that this choice pays better in the long run.

2. There are occupations the demand for which is subject to considerable seasonal variations. In some months of the year the demand is very intense, in other months it dwindles or disappears altogether. The structure of wage rates discounts these seasonal fluctuations. The branches of industry subject to them can compete on the labor market only if the wages they pay in the good season are high enough to indemnify the wage earners for the disadvantages resulting from the seasonal irregularity in demand. Then many of the workers, having saved a part of their ample earnings in the good season, remain unemployed in the bad season.

3. The individual chooses temporary unemployment for considerations which in popular speech are called noneconomic or even irrational. He does not take jobs which are incompatible with his religious, moral, and political convictions. He shuns occupations the exercise of which would impair his social prestige. He lets himself be guided by traditional standards of what is proper for a gentleman and what is unworthy. He does not want to lose face or caste.

46

Η ανεργία στην ανεμπόδιστη αγορά είναι πάντοτε εκούσια. Στα μάτια του ανέργου, η ανεργία αποτελεί το μικρότερο από δύο κακά μεταξύ των οποίων πρέπει να επιλέξει. Η διάρθρωση της αγοράς μπορεί ορισμένες φορές να προκαλέσει πτώση των μισθών. Ωστόσο, στην ανεμπόδιστη αγορά υπάρχει πάντοτε, για κάθε είδος εργασίας, ένα ύψος μισθού στο οποίο μπορούν να βρουν εργασία όλοι όσοι επιθυμούν να εργαστούν. Ο τελικός μισθός είναι εκείνος στον οποίο όλοι όσοι αναζητούν εργασία βρίσκουν θέσεις και όλοι οι εργοδότες προσλαμβάνουν όσους εργαζομένους επιθυμούν. Το ύψος του καθορίζεται από την οριακή παραγωγικότητα κάθε είδους εργασίας.

Unemployment in the unhampered market is always voluntary. In the eyes of the unemployed man, unemployment is the minor of two evils between which he has to choose. The structure of the market may sometimes cause wage rates to drop. But, on the unhampered market, there is always for each type of labor a rate at which all those eager to work can get a job. The final wage rate is that rate at which all job-seekers get jobs and all employers as many workers as they want to hire. Its height is determined by the marginal productivity of each type of work.

47

Οι διακυμάνσεις των μισθών είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου εκδηλώνεται στην αγορά εργασίας η κυριαρχία των καταναλωτών. Αποτελούν το μέσο κατανομής της εργασίας στους διάφορους κλάδους της παραγωγής. Τιμωρούν την ανυπακοή μειώνοντας τους μισθούς στους συγκριτικά υπερστελεχωμένους κλάδους και ανταμείβουν την υπακοή αυξάνοντας τους μισθούς στους συγκριτικά υποστελεχωμένους κλάδους. Έτσι υποβάλλουν το άτομο σε αυστηρή κοινωνική πίεση. Είναι προφανές ότι περιορίζουν εμμέσως την ελευθερία του ατόμου να επιλέγει το επάγγελμά του. Η πίεση αυτή, όμως, δεν είναι άκαμπτη. Αφήνει στο άτομο ένα περιθώριο, εντός των ορίων του οποίου μπορεί να επιλέξει μεταξύ εκείνου που του ταιριάζει περισσότερο και εκείνου που του ταιριάζει λιγότερο. Εντός αυτού του πεδίου είναι ελεύθερο να ενεργεί με δική του βούληση.

Αυτός ο βαθμός ελευθερίας είναι ο μέγιστος που μπορεί να απολαμβάνει ένα άτομο στο πλαίσιο του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας και αυτός ο βαθμός πίεσης είναι ο ελάχιστος που είναι απαραίτητος για τη διατήρηση του συστήματος κοινωνικής συνεργασίας. Υπάρχει μόνο μία εναλλακτική λύση απέναντι στην καταλλακτική πίεση που ασκεί το μισθολογικό σύστημα: η ανάθεση επαγγελμάτων και θέσεων εργασίας σε κάθε άτομο μέσω επιτακτικών διαταγμάτων μιας αρχής, ενός κεντρικού συμβουλίου που σχεδιάζει όλες τις παραγωγικές δραστηριότητες. Αυτό ισοδυναμεί με κατάργηση κάθε ελευθερίας.

Wage rate fluctuations are the device by means of which the sovereignty of the consumers manifests itself on the labor market. They are the measure adopted for the allocation of labor to the various branches of production. They penalize disobedience by cutting wage rates in the comparatively overmanned branches and recompense obedience by raising wage rates in the comparatively undermanned branches. They thus submit the individual to a harsh social pressure. It is obvious that they indirectly limit the individual’s freedom to choose his occupation. But this coercion is not rigid. It leaves to the individual a margin in the limits of which he can choose between what suits him better and what less. Within this orbit he is free to act of his own accord. This amount of freedom is the maximum of freedom that an individual can enjoy in the framework of the social division of labor, and this amount of coercion is the minimum of coercion that is indispensable for the preservation of the system of social cooperation. There is only one alternative left to the catallactic pressure exercised by the wages system: the assignment of occupations and jobs to each individual by the peremptory decrees of an authority, a central board planning all production activities. This is tantamount to the suppression of all freedom.

48

Είναι αληθές ότι, στο πλαίσιο του μισθολογικού συστήματος, το άτομο δεν είναι ελεύθερο να επιλέξει τη μόνιμη ανεργία. Κανένα άλλο νοητό κοινωνικό σύστημα, όμως, δεν θα μπορούσε να του παραχωρήσει δικαίωμα απεριόριστου ελεύθερου χρόνου. Το γεγονός ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να αποφύγει την υποταγή στην απαρέσκεια της εργασίας δεν αποτελεί προϊόν κανενός κοινωνικού θεσμού. Είναι αναπόφευκτη φυσική συνθήκη της ανθρώπινης ζωής και δράσης.

It is true that under the wages system the individual is not free to choose permanent unemployment. But no other imaginable social system could grant him a right to unlimited leisure. That man cannot avoid submitting to the disutility of labor is not an outgrowth of any social institution. It is an inescapable natural condition of human life and conduct.

49

Δεν είναι σκόπιμο να αποκαλείται η καταλλακτική ανεργία, με μια μεταφορά δανεισμένη από τη μηχανική, «ανεργία τριβής». Στη νοητική κατασκευή της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας δεν υπάρχει ανεργία, επειδή έχουμε θεμελιώσει αυτή την κατασκευή σε μια τέτοια παραδοχή. Η ανεργία είναι φαινόμενο μιας μεταβαλλόμενης οικονομίας. Το γεγονός ότι ένας εργαζόμενος, ο οποίος απολύθηκε εξαιτίας μεταβολών στη διάταξη των παραγωγικών διαδικασιών, δεν αξιοποιεί αμέσως κάθε ευκαιρία να βρει άλλη εργασία αλλά περιμένει μια ευνοϊκότερη ευκαιρία, δεν αποτελεί συνέπεια της βραδύτητας προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες συνθήκες· αποτελεί έναν από τους παράγοντες που επιβραδύνουν τον ρυθμό αυτής της προσαρμογής. Δεν είναι μια αυτόματη αντίδραση στις μεταβολές που έχουν επέλθει, ανεξάρτητη από τη βούληση και τις επιλογές των συγκεκριμένων ατόμων που αναζητούν εργασία, αλλά αποτέλεσμα των σκόπιμων ενεργειών τους. Έχει κερδοσκοπικό και όχι τριβικό χαρακτήρα.

It is not expedient to call catallactic unemployment in a metaphor borrowed from mechanics “frictional” unemployment. In the imaginary construction of the evenly rotating economy there is no unemployment because we have based this construction on such an assumption. Unemployment is a phenomenon of a changing economy. The fact that a worker discharged on account of changes occurring in the arrangement of production processes does not instantly take advantage of every opportunity to get another job but waits for a more propitious opportunity is not a consequence of the tardiness of the adjustment to the change in conditions, but is one of the factors slowing down the pace of this adjustment. It is not an automatic reaction to the changes which have occurred, independent of the will and the choices of the job-seekers concerned, but the effect of their intentional actions. It is speculative, not frictional.

50

Η καταλλακτική ανεργία δεν πρέπει να συγχέεται με τη θεσμική ανεργία. Η θεσμική ανεργία δεν είναι αποτέλεσμα των αποφάσεων των επιμέρους ατόμων που αναζητούν εργασία. Είναι το αποτέλεσμα παρεμβάσεων στα φαινόμενα της αγοράς, οι οποίες αποσκοπούν στην επιβολή, μέσω εξαναγκασμού και καταναγκασμού, μισθών υψηλότερων από εκείνους που θα καθόριζε η ανεμπόδιστη αγορά. Η εξέταση της θεσμικής ανεργίας ανήκει στην ανάλυση των προβλημάτων του παρεμβατισμού.

Catallactic unemployment must not be confused with institutional unemployment. Institutional unemployment is not the outcome of the decisions of the individual job-seekers. It is the effect of interference with the market phenomena intent upon enforcing by coercion and compulsion wage rates higher than those the unhampered market would have determined. The treatment of institutional unemployment belongs to the analysis of the problems of interventionism.

51

5. Ακαθάριστοι και καθαροί μισθοί

↗ στη σελίδα του βιβλίου

5. Gross Wage Rates and Net Wage Rates

52

Αυτό που αγοράζει ο εργοδότης στην αγορά εργασίας και αυτό που λαμβάνει ως αντάλλαγμα για τους καταβαλλόμενους μισθούς είναι πάντοτε μια συγκεκριμένη επίδοση, την οποία αποτιμά σύμφωνα με την αγοραία τιμή της. Τα έθιμα και οι συνήθειες που επικρατούν στους διάφορους τομείς της αγοράς εργασίας δεν επηρεάζουν τις τιμές που καταβάλλονται για συγκεκριμένες ποσότητες ειδικών επιδόσεων. Οι ακαθάριστοι μισθοί τείνουν πάντοτε προς το σημείο στο οποίο ισούνται με την τιμή στην οποία μπορεί να πωληθεί στην αγορά η πρόσθετη παραγωγή που προκύπτει από την απασχόληση του οριακού εργαζομένου, αφού ληφθούν δεόντως υπόψη η τιμή των απαιτούμενων υλικών και ο πρωταρχικός τόκος επί του αναγκαίου κεφαλαίου.

What the employer buys on the labor market and what he gets in exchange for the wages paid is always a definite performance which he appraises according to its market price. The customs and usages prevailing on the various sectors of the labor market do not influence the prices paid for definite quantities of specific performances. Gross wage rates always tend toward the point at which they are equal to the price for which the increment resulting from the employment of the marginal worker can be sold on the market, due allowance being made for the price of the required materials and to originary interest on the capital needed.

53

Κατά τη στάθμιση των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων της πρόσληψης εργαζομένων, ο εργοδότης δεν αναρωτιέται τι λαμβάνει ο εργαζόμενος ως καθαρές αποδοχές. Το μόνο συναφές ερώτημα γι’ αυτόν είναι: Ποια είναι η συνολική τιμή που πρέπει να καταβάλω για να εξασφαλίσω τις υπηρεσίες αυτού του εργαζομένου; Όταν η καταλλακτική μιλά για τον καθορισμό των μισθών, αναφέρεται πάντοτε στη συνολική τιμή που πρέπει να δαπανήσει ο εργοδότης για μια συγκεκριμένη ποσότητα εργασίας συγκεκριμένου είδους, δηλαδή στους ακαθάριστους μισθούς. Αν οι νόμοι ή οι επιχειρηματικές συνήθειες εξαναγκάζουν τον εργοδότη να πραγματοποιεί και άλλες δαπάνες πέρα από τον μισθό που καταβάλλει στον εργαζόμενο, οι καθαρές αποδοχές μειώνονται αναλόγως. Τέτοιες παρεπόμενες δαπάνες δεν επηρεάζουν τον ακαθάριστο μισθό. Η επιβάρυνσή τους βαρύνει τον μισθωτό. Το συνολικό ύψος τους μειώνει τις καθαρές αποδοχές, δηλαδή τον καθαρό μισθό.

In weighing the pros and cons of the hiring of workers the employer does not ask himself what the worker gets as take-home wages. The only relevant question for him is: What is the total price I have to expend for securing the services of this worker? In speaking of the determination of wage rates catallactics always refers to the total price which the employer must spend for a definite quantity of work of a definite type, i.e., to gross wage rates. If laws or business customs force the employer to make other expenditures besides the wages he pays to the employee, the take-home wages are reduced accordingly. Such accessory expenditures do not affect the gross rate of wages. Their incidence falls entirely upon the wage-earner.

Their total amount reduces the height of take-home wages, i.e., of net wage rates.

54

Είναι αναγκαίο να κατανοηθούν οι ακόλουθες συνέπειες αυτής της κατάστασης:

It is necessary to realize the following consequences of this state of affairs:

55
  1. Δεν έχει σημασία αν οι μισθοί καταβάλλονται με βάση τον χρόνο εργασίας ή με το κομμάτι. Ακόμη και όταν οι μισθοί βασίζονται στον χρόνο εργασίας, ο εργοδότης λαμβάνει υπόψη μόνο ένα πράγμα: τη μέση επίδοση που προσδοκά να λάβει από κάθε απασχολούμενο εργαζόμενο. Ο υπολογισμός του προεξοφλεί όλες τις ευκαιρίες που προσφέρει η εργασία με βάση τον χρόνο σε φυγόπονους και απατεώνες. Απολύει τους εργαζομένους που δεν επιτυγχάνουν την ελάχιστη αναμενόμενη επίδοση. Από την άλλη πλευρά, ένας εργαζόμενος που επιθυμεί να κερδίζει περισσότερα πρέπει είτε να στραφεί στην εργασία με το κομμάτι είτε να αναζητήσει θέση στην οποία η αμοιβή είναι υψηλότερη, επειδή είναι υψηλότερη και η ελάχιστη αναμενόμενη επίδοση. Ούτε έχει σημασία, σε μια ανεμπόδιστη αγορά εργασίας, αν οι χρονικοί μισθοί καταβάλλονται ημερησίως, εβδομαδιαίως, μηνιαίως ή ως ετήσιοι μισθοί. Δεν έχει σημασία αν η προβλεπόμενη προθεσμία προειδοποίησης για την απόλυση είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη, αν οι συμβάσεις συνάπτονται για ορισμένο χρόνο ή για ολόκληρη τη ζωή του εργαζομένου, αν ο εργαζόμενος δικαιούται συνταξιοδότηση και σύνταξη για τον ίδιο, τη χήρα και τα ορφανά του, άδεια μετ’ αποδοχών ή άνευ αποδοχών, ορισμένη βοήθεια σε περίπτωση ασθένειας ή αναπηρίας ή οποιαδήποτε άλλα ωφελήματα και προνόμια. Το ερώτημα που αντιμετωπίζει ο εργοδότης είναι πάντοτε το ίδιο: Με συμφέρει ή δεν με συμφέρει να συνάψω μια τέτοια σύμβαση; Μήπως καταβάλλω υπερβολικά πολλά γι’ αυτό που λαμβάνω ως αντάλλαγμα;
  2. Κατά συνέπεια, η επιβάρυνση όλων των λεγόμενων κοινωνικών βαρών και παροχών βαρύνει τελικά τον καθαρό μισθό του εργαζομένου. Είναι αδιάφορο αν ο εργοδότης δικαιούται ή όχι να αφαιρεί από τον μισθό που καταβάλλει σε χρήμα στον εργαζόμενο τις εισφορές για κάθε είδους κοινωνική ασφάλιση. Σε κάθε περίπτωση, αυτές οι εισφορές επιβαρύνουν τον εργαζόμενο και όχι τον εργοδότη.
  3. Το ίδιο ισχύει και για τους φόρους επί των μισθών. Και εδώ είναι αδιάφορο αν ο εργοδότης έχει ή δεν έχει δικαίωμα να τους αφαιρεί από τις καθαρές αποδοχές.
  4. Ούτε αποτελεί η μείωση των ωρών εργασίας δωρεάν παροχή προς τον εργαζόμενο. Αν δεν αντισταθμίσει τις λιγότερες ώρες εργασίας αυξάνοντας αναλόγως την παραγωγή του, ο χρονικός μισθός θα μειωθεί αντίστοιχα. Αν ο νόμος που επιβάλλει τη μείωση των ωρών εργασίας απαγορεύει μια τέτοια μείωση των μισθών, εμφανίζονται όλες οι συνέπειες μιας κυβερνητικά επιβαλλόμενης αύξησης των μισθών. Το ίδιο ισχύει για όλες τις άλλες λεγόμενες κοινωνικές παροχές, όπως οι άδειες μετ’ αποδοχών και ούτω καθεξής.
  5. Αν η κυβέρνηση χορηγεί στον εργοδότη επιδότηση για την απασχόληση ορισμένων κατηγοριών εργαζομένων, οι καθαρές αποδοχές τους αυξάνονται κατά το συνολικό ποσό αυτής της επιδότησης.
  6. Αν οι αρχές χορηγούν σε κάθε απασχολούμενο εργαζόμενο, του οποίου οι ίδιες απολαβές υπολείπονται ενός ορισμένου ελάχιστου επιπέδου, επίδομα που αυξάνει το εισόδημά του έως αυτό το ελάχιστο, το ύψος των μισθών δεν επηρεάζεται άμεσα. Εμμέσως, θα μπορούσε ενδεχομένως να προκύψει πτώση των μισθών, στον βαθμό που αυτό το σύστημα θα παρακινούσε ανθρώπους οι οποίοι προηγουμένως δεν εργάζονταν να αναζητήσουν θέσεις εργασίας και, έτσι, θα προκαλούσε αύξηση της προσφοράς εργασίας.7

1. It does not matter whether wages are time wages or piecework wages. Also where there are time wages, the employer takes only one thing into account; namely, the average performance he expects to obtain from each worker employed. His calculation discounts all the opportunities time work offers to shirkers and cheaters. He discharges workers who do not perform the minimum expected. On the other hand a worker eager to earn more must either shift to piecework or seek a job in which pay is higher because the minimum of achievement expected is greater.

Neither does it matter on an unhampered labor market whether time wages are paid daily, weekly, monthly, or as annual wages. It does not matter whether the time allowed for notice of discharge is longer or shorter, whether agreements are made for definite periods or for the worker’s life time, whether the employee is entitled to retirement and a pension for himself, his widow, and his orphans, to paid or unpaid vacations, to certain assistance in case of illness or invalidism or to any other benefits and privileges. The question the employer faces is always the same: Does it or does it not pay for me to enter into such a contract? Don’t I pay too much for what I am getting in return?

2. Consequently the incidence of all so-called social burdens and gains ultimately falls upon the worker’s net wage rates. It is irrelevant whether or not the employer is entitled to deduct the contributions to all kinds of social security from the wages he pays in cash to the employee. At any rate these contributions burden the employee, not the employer.

3. The same holds true with regard to taxes on wages. Here too it does not matter whether the employer has or has not the right to deduct them from take-home wages.

4. Neither is a shortening of the hours of work a free gift to the worker. If he does not compensate for the shorter hours of work by increasing his output accordingly, time wages will drop correspondingly. If the law decreeing a shortening of the hours of work prohibits such a reduction in wage rates, all the consequences of a government-decreed rise in wage rates appear. The same is valid with regard to all other so-called social gains, such as paid vacations and so on.

5. If the government grants to the employer a subsidy for the employment of certain classes of workers, their take-home wages are increased by the total amount of such a subsidy.

6. If the authorities grant to every employed worker whose own earnings lag behind a certain minimum standard an allowance raising his income to this minimum, the height of wage rates is not directly affected. Indirectly a drop in wage rates could possibly result as far as this system could induce people who did not work before to seek jobs and thus bring about an increase in the supply of labor.[7]

56

6. Μισθοί και μέσα συντήρησης

↗ στη σελίδα του βιβλίου

6. Wages and Subsistence

57

Η ζωή του πρωτόγονου ανθρώπου ήταν ένας αδιάκοπος αγώνας ενάντια στην ανεπάρκεια των μέσων συντήρησης που του παρείχε η φύση. Σε αυτή την απεγνωσμένη προσπάθεια να εξασφαλίσουν την απλή επιβίωσή τους, αφανίστηκαν πολλά άτομα, ολόκληρες οικογένειες, φυλές και φυλετικές ομάδες. Ο πρωτόγονος άνθρωπος καταδιωκόταν διαρκώς από το φάσμα του θανάτου από ασιτία. Ο πολιτισμός μάς έχει απαλλάξει από αυτούς τους κινδύνους. Η ανθρώπινη ζωή απειλείται νυχθημερόν από αναρίθμητους κινδύνους· μπορεί να καταστραφεί ανά πάσα στιγμή από φυσικές δυνάμεις που βρίσκονται πέρα από τον ανθρώπινο έλεγχο ή, τουλάχιστον, δεν μπορούν να ελεγχθούν στο σημερινό στάδιο των γνώσεων και των δυνατοτήτων μας. Ωστόσο, ο τρόμος της ασιτίας δεν φοβίζει πλέον τους ανθρώπους που ζουν σε μια καπιταλιστική κοινωνία. Όποιος είναι ικανός να εργαστεί κερδίζει πολύ περισσότερα από όσα απαιτούνται για την απλή συντήρησή του.

The life of primitive man was an unceasing struggle against the scantiness of the nature-given means for his sustenance. In this desperate effort to secure bare survival, many individuals and whole families, tribes, and races succumbed. Primitive man was always haunted by the specter of death from starvation. Civilization has freed us from these perils. Human life is menaced day and night by innumerable dangers; it can be destroyed at any instant by natural forces which are beyond control or at least cannot be controlled at the present stage of our knowledge and our potentialities. But the horror of starvation no longer terrifies people living in a capitalist society. He who is able to work earns much more than is needed for bare sustenance.

58

Υπάρχουν, βεβαίως, και άτομα με αναπηρίες που είναι ανίκανα να εργαστούν. Υπάρχουν επίσης άτομα με μειωμένη ικανότητα εργασίας, τα οποία μπορούν να εκτελέσουν μια μικρή ποσότητα εργασίας, αλλά των οποίων η αναπηρία δεν τους επιτρέπει να κερδίζουν όσα κερδίζουν οι αρτιμελείς εργαζόμενοι· μερικές φορές οι μισθοί που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν είναι τόσο χαμηλοί, ώστε δεν θα μπορούσαν να συντηρηθούν. Αυτοί οι άνθρωποι μπορούν να παραμείνουν στη ζωή μόνο αν τους βοηθούν άλλοι. Οι στενοί συγγενείς, οι φίλοι, η φιλανθρωπία ευεργετών και κοινωφελών ιδρυμάτων, καθώς και η κοινοτική πρόνοια για τους απόρους, φροντίζουν τους ενδεείς. Όσοι ζουν από ελεημοσύνη δεν συνεργάζονται στην κοινωνική διαδικασία της παραγωγής· όσον αφορά την εξασφάλιση των μέσων για την ικανοποίηση των αναγκών, δεν δρουν· ζουν επειδή άλλοι άνθρωποι τους φροντίζουν. Τα προβλήματα της πρόνοιας για τους απόρους είναι προβλήματα οργάνωσης της κατανάλωσης και όχι οργάνωσης των παραγωγικών δραστηριοτήτων. Ως τέτοια, βρίσκονται έξω από το πλαίσιο μιας θεωρίας της ανθρώπινης δράσης, η οποία αναφέρεται μόνο στην εξασφάλιση των μέσων που απαιτούνται για την κατανάλωση και όχι στον τρόπο με τον οποίο καταναλώνονται αυτά τα μέσα. Η καταλλακτική θεωρία ασχολείται με τις μεθόδους που υιοθετούνται για τη φιλανθρωπική υποστήριξη των απόρων μόνο στον βαθμό στον οποίο αυτές ενδέχεται να επηρεάσουν την προσφορά εργασίας. Έχει συμβεί ορισμένες φορές οι πολιτικές πρόνοιας για τους απόρους να ενθαρρύνουν την απροθυμία προς εργασία και την αεργία αρτιμελών ενηλίκων.

There are also, of course, disabled people who are incapable of work. Then there are invalids who can perform a small quantity of work; but their disability prevents them from earning as much as normal workers do; sometimes the wage rates they could earn are so low that they could not maintain themselves. These people can keep body and soul together only if other people help them. The next of kin, friends, the charity of benefactors and endowments, and communal poor relief take care of the destitute. Alms-folk do not cooperate in the social process of production; as far as the provision of the means for the satisfaction of wants is concerned, they do not act; they live because other people look after them. The problems of poor relief are problems of the arrangement of consumption, not of the arrangement of production activities. They are as such beyond the frame of a theory of human action which refers only to the provision of the means required for consumption, not to the way in which these means are consumed. Catallactic theory deals with the methods adopted for the charitable support of the destitute only as far as they can possibly affect the supply of labor. It has sometimes happened that the policies applied in poor relief have encouraged unwillingness to work and the idleness of ablebodied adults.

59

Στην καπιταλιστική κοινωνία επικρατεί μια τάση σταθερής αύξησης της κατά κεφαλήν ποσότητας του επενδεδυμένου κεφαλαίου. Η συσσώρευση κεφαλαίου υπερβαίνει την αύξηση του πληθυσμού. Κατά συνέπεια, η οριακή παραγωγικότητα της εργασίας, οι πραγματικοί μισθοί και το βιοτικό επίπεδο των μισθωτών τείνουν να αυξάνονται συνεχώς. Ωστόσο, αυτή η βελτίωση της ευημερίας δεν αποτελεί εκδήλωση της λειτουργίας κάποιου αναπόφευκτου νόμου της ανθρώπινης εξέλιξης· είναι μια τάση που απορρέει από την αλληλεπίδραση δυνάμεων οι οποίες μπορούν να παραγάγουν ελεύθερα τα αποτελέσματά τους μόνο υπό τον καπιταλισμό. Είναι δυνατόν —και, αν λάβουμε υπόψη την κατεύθυνση των σημερινών πολιτικών, δεν είναι καν απίθανο— η ανάλωση κεφαλαίου, αφενός, και η αύξηση ή η ανεπαρκής μείωση του πληθυσμού, αφετέρου, να αντιστρέψουν την κατάσταση. Τότε θα μπορούσε να συμβεί οι άνθρωποι να μάθουν και πάλι τι σημαίνει ασιτία και η σχέση μεταξύ της διαθέσιμης ποσότητας κεφαλαιουχικών αγαθών και του μεγέθους του πληθυσμού να καταστεί τόσο δυσμενής, ώστε ένα μέρος των εργαζομένων να κερδίζει λιγότερα από όσα απαιτούνται για την απλή συντήρησή του. Ακόμη και η απλή προσέγγιση σε τέτοιες συνθήκες θα προκαλούσε ασφαλώς αγεφύρωτες διενέξεις στο εσωτερικό της κοινωνίας, συγκρούσεις των οποίων η βιαιότητα θα οδηγούσε αναγκαστικά στην πλήρη αποσύνθεση όλων των κοινωνικών δεσμών. Ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας δεν μπορεί να διατηρηθεί αν ένα μέρος των συνεργαζόμενων μελών της κοινωνίας είναι καταδικασμένο να κερδίζει λιγότερα από όσα απαιτούνται για την απλή συντήρησή του.

In the capitalist society there prevails a tendency toward a steady increase in the per capita quota of capital invested. The accumulation of capital soars above the increase in population figures. Consequently the marginal productivity of labor, wage rates, and the wage earners’ standard of living tend to rise continually. But this improvement in well-being is not the manifestation of the operation of an inevitable law of human evolution; it is a tendency resulting from the interplay of forces which can freely produce their effects only under capitalism. It is possible and, if we take into account the direction of present-day policies, even not unlikely that capital consumption on the one hand and an increase or an insufficient drop in population figures on the other hand will reverse things. Then it could happen that men will again learn literally what starvation means and that the relation of the quantity of capital goods available and population figures will become so unfavorable as to make part of the workers earn less than a bare subsistence. The mere approach to such conditions would certainly cause irreconcilable dissensions within society, conflicts the violence of which must result in a complete disintegration of all societal bonds. The social division of labor cannot be preserved if part of the cooperating members of society are doomed to earn less than a bare subsistence.

60

Η έννοια ενός φυσιολογικού ελάχιστου συντήρησης, στην οποία αναφέρεται ο «σιδηρούς νόμος των μισθών» και την οποία οι δημαγωγοί προβάλλουν επανειλημμένως, δεν έχει καμία χρησιμότητα για μια καταλλακτική θεωρία του καθορισμού των μισθών. Ένα από τα θεμέλια στα οποία στηρίζεται η κοινωνική συνεργασία είναι το γεγονός ότι η εργασία που εκτελείται σύμφωνα με την αρχή του καταμερισμού της εργασίας είναι τόσο πολύ παραγωγικότερη από τις προσπάθειες απομονωμένων ατόμων, ώστε οι αρτιμελείς άνθρωποι δεν βασανίζονται από τον φόβο της ασιτίας που απειλούσε καθημερινά τους προγόνους τους. Στο πλαίσιο μιας καπιταλιστικής κοινωνίας, το ελάχιστο συντήρησης δεν διαδραματίζει κανέναν καταλλακτικό ρόλο.

The notion of a physiological minimum of subsistence to which the “iron law of wages” refers and which demagogues put forward again and again is of no use for a catallactic theory of the determination of wage rates. One of the foundations upon which social cooperation rests is the fact that labor performed according to the principle of the division of labor is so much more productive than the efforts of isolated individuals that ablebodied people are not troubled by the fear of starvation which daily threatened their forebears. Within a capitalist commonwealth the minimum of subsistence plays no catallactic role.

61

Επιπλέον, η έννοια του φυσιολογικού ελάχιστου συντήρησης στερείται της ακρίβειας και της επιστημονικής αυστηρότητας που της έχουν αποδώσει οι άνθρωποι. Ο πρωτόγονος άνθρωπος, προσαρμοσμένος σε μια περισσότερο ζωώδη παρά ανθρώπινη ύπαρξη, μπορούσε να διατηρείται στη ζωή υπό συνθήκες αφόρητες για τους ευαίσθητους απογόνους του, τους καλομαθημένους από τον καπιταλισμό. Δεν υπάρχει κανένα φυσιολογικά και βιολογικά καθορισμένο ελάχιστο συντήρησης που να ισχύει για κάθε άτομο του ζωολογικού είδους Homo sapiens. Εξίσου αστήρικτη είναι η ιδέα ότι απαιτείται μια ορισμένη ποσότητα θερμίδων για να παραμένει ένας άνθρωπος υγιής και ικανός προς αναπαραγωγή και μια επιπλέον ορισμένη ποσότητα για την αναπλήρωση της ενέργειας που δαπανάται κατά την εργασία. Η επίκληση τέτοιων εννοιών, προερχόμενων από την κτηνοτροφία και τη ζωοτομία ινδικών χοιριδίων, δεν βοηθά τον οικονομολόγο στην προσπάθειά του να κατανοήσει τα προβλήματα της σκόπιμης ανθρώπινης δράσης. Ο «σιδηρούς νόμος των μισθών» και η ουσιαστικά ταυτόσημη μαρξική θεωρία, σύμφωνα με την οποία «η αξία της εργατικής δύναμης» καθορίζεται από «τον χρόνο εργασίας που είναι αναγκαίος για την παραγωγή της, συνεπώς και για την αναπαραγωγή της»,8 είναι οι λιγότερο βάσιμες από όλες τις θεωρίες που διδάχθηκαν ποτέ στο πεδίο της καταλλακτικής.

Furthermore, the notion of a physiological minimum of subsistence lacks that precision and scientific rigor which people have ascribed to it. Primitive man, adjusted to a more animal-like than human existence, could keep himself alive under conditions which are literally unbearable to his dainty scions pampered by capitalism. There is no such thing as a physiologically and biologically determined minimum of subsistence, valid for every specimen of the zoological species homo sapiens. No more tenable is the idea that a definite quantity of calories is needed to keep a man healthy and progenitive, and a further definite quantity to replace the energy expended in working. The appeal to such notions of cattle breeding and the vivisection of guinea pigs does not aid the economist in his endeavors to comprehend the problems of purposive human action. The “iron law of wages” and the essentially identical Marxian doctrine of the determination of “the value of labor power” by “the working time necessary for its production, consequently also for its reproduction,”[8] are the least tenable of all that has ever been taught in the field of catallactics.

62

Ήταν, ωστόσο, δυνατόν να αποδοθεί κάποιο νόημα στις ιδέες που υποδηλώνει ο σιδηρούς νόμος των μισθών. Αν κάποιος βλέπει στον μισθωτό απλώς ένα κινητό περιουσιακό στοιχείο και πιστεύει ότι δεν διαδραματίζει κανέναν άλλο ρόλο στην κοινωνία· αν υποθέτει ότι αυτός δεν επιδιώκει καμία άλλη ικανοποίηση εκτός από τη διατροφή και την αναπαραγωγή και δεν γνωρίζει καμία άλλη χρήση για τις απολαβές του πέρα από την εξασφάλιση αυτών των ζωωδών ικανοποιήσεων, τότε μπορεί να θεωρήσει τον σιδηρούν νόμο ως θεωρία καθορισμού των μισθών. Πράγματι, οι κλασικοί οικονομολόγοι, παγιδευμένοι στην αποτυχημένη θεωρία τους περί αξίας, δεν μπορούσαν να σκεφτούν καμία άλλη λύση στο σχετικό πρόβλημα. Για τον Torrens και τον Ricardo, το θεώρημα ότι η φυσική τιμή της εργασίας είναι η τιμή που επιτρέπει στους μισθωτούς να συντηρούνται και να διαιωνίζουν τη φυλή τους χωρίς καμία αύξηση ή μείωση του αριθμού τους αποτελούσε λογικά αναπόφευκτο συμπέρασμα της αστήρικτης θεωρίας τους περί αξίας.

Όταν, όμως, οι επίγονοί τους αντιλήφθηκαν ότι δεν μπορούσαν πλέον να αρκεστούν σε αυτόν τον καταφανώς παράλογο νόμο, κατέφυγαν σε μια τροποποίησή του που ισοδυναμούσε με πλήρη εγκατάλειψη κάθε προσπάθειας οικονομικής εξήγησης του καθορισμού των μισθών. Επιχείρησαν να διατηρήσουν την προσφιλή έννοια του ελάχιστου συντήρησης αντικαθιστώντας την έννοια του φυσιολογικού ελάχιστου με εκείνη ενός «κοινωνικού» ελάχιστου. Δεν μιλούσαν πλέον για το ελάχιστο που απαιτείται για την αναγκαία συντήρηση του εργάτη και για τη διατήρηση μιας αμείωτης προσφοράς εργασίας. Μιλούσαν, αντίθετα, για το ελάχιστο που απαιτείται για τη διατήρηση ενός βιοτικού επιπέδου καθαγιασμένου από την ιστορική παράδοση και από κληρονομημένα ήθη και συνήθειες.

Ενώ η καθημερινή εμπειρία αποδείκνυε με εντυπωσιακό τρόπο ότι, υπό τον καπιταλισμό, οι πραγματικοί μισθοί και το βιοτικό επίπεδο των μισθωτών αυξάνονταν σταθερά· ενώ γινόταν καθημερινά περισσότερο προφανές ότι τα παραδοσιακά τείχη που χώριζαν τα διάφορα στρώματα του πληθυσμού δεν μπορούσαν πλέον να διατηρηθούν, επειδή η κοινωνική βελτίωση των συνθηκών των βιομηχανικών εργατών κατεδάφιζε τις παγιωμένες αντιλήψεις περί κοινωνικής τάξης και αξιοπρέπειας, αυτοί οι θεωρητικοί διακήρυσσαν ότι τα παλαιά έθιμα και οι κοινωνικές συμβάσεις καθορίζουν το ύψος των μισθών. Μόνο άνθρωποι τυφλωμένοι από προκατασκευασμένες προκαταλήψεις και κομματική μεροληψία θα μπορούσαν να καταφύγουν σε μια τέτοια εξήγηση, σε μια εποχή κατά την οποία η βιομηχανία προσφέρει επανειλημμένως στη μαζική κατανάλωση νέα, μέχρι τότε άγνωστα εμπορεύματα και καθιστά προσιτές στον μέσο εργαζόμενο ικανοποιήσεις που κανένας βασιλιάς δεν θα μπορούσε να ονειρευτεί στο παρελθόν.

Yet it was possible to attach some meaning to the ideas implied in the iron law of wages. If one sees in the wage earner merely a chattel and believes that he plays no other role in society, if one assumes that he aims at no other satisfaction then feeding and proliferation and does not know of any employment for his earnings other than the procurement of those animal satisfactions, one may consider the iron law as a theory of the determination of wage rates. In fact the classical economists, frustrated by their abortive value theory, could not think of any other solution of the problem involved. For Torrens and Ricardo the theorem that the natural price of labor is the price which enables the wage earners to subsist and to perpetuate their race, without any increase or diminution, was the logically inescapable inference from their untenable value theory. But when their epigones saw that they could no longer satisfy themselves with this manifestly preposterous law, they resorted to a modification of it which was tantamount to a complete abandonment of any attempt to provide an economic explanation of the determination of wage rates. They tried to preserve the cherished notion of the minimum of subsistence by substituting the concept of a “social” minimum for the concept of a physiological minimum. They no longer spoke of the minimum required for the necessary subsistence of the laborer and for the preservation of an undiminished supply of labor. They spoke instead of the minimum required for the preservation of a standard of living sanctified by historical tradition and inherited customs and habits. While daily experience taught impressively that under capitalism real wage rates and the wage earners’ standard of living were steadily rising, while it became from day to day more obvious that the traditional walls separating the various strata of the population could no longer be preserved, because the social improvement in the conditions of the industrial workers demolished the vested ideas of social rank and dignity, these doctrinaires announced that old customs and social convention determine the height of wage rates. Only people blinded by preconceived prejudices and party bias could resort to such an explanation in an age in which industry supplies the consumption of the masses again and again with new commodities hitherto unknown and makes accessible to the average worker satisfactions of which no king could dream in the past.

63

Δεν είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτο ότι η Πρωσική Ιστορική Σχολή των wirtschaftliche Staatswissenschaften θεωρούσε τους μισθούς, όπως και τις τιμές των εμπορευμάτων και τα επιτόκια, «ιστορικές κατηγορίες» και ότι, κατά την εξέταση των μισθών, κατέφευγε στην έννοια του «εισοδήματος που αρμόζει στην ιεραρχική θέση του ατόμου στην κοινωνική κλίμακα». Η ουσία των διδασκαλιών αυτής της σχολής ήταν η άρνηση της ύπαρξης της οικονομικής επιστήμης και η αντικατάστασή της από την ιστορία. Είναι όμως εκπληκτικό το γεγονός ότι ο Marx και οι μαρξιστές δεν αντιλήφθηκαν πως η αποδοχή αυτής της νόθας θεωρίας διέλυε ολοκληρωτικά το οικοδόμημα του λεγόμενου μαρξικού συστήματος οικονομικής θεωρίας.

Όταν τα άρθρα και οι πραγματείες που δημοσιεύθηκαν στην Αγγλία στις αρχές της δεκαετίας του 1860 έπεισαν τον Marx ότι δεν ήταν πλέον θεμιτό να εμμένει ακλόνητα στη μισθολογική θεωρία των κλασικών οικονομολόγων, τροποποίησε τη θεωρία του για την αξία της εργατικής δύναμης. Δήλωσε ότι «η έκταση των λεγόμενων φυσικών αναγκών και ο τρόπος με τον οποίο ικανοποιούνται είναι καθαυτά προϊόν ιστορικής εξέλιξης» και «εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον βαθμό πολιτισμού που έχει επιτύχει κάθε συγκεκριμένη χώρα και, μεταξύ άλλων παραγόντων, ιδίως από τις συνθήκες, τα έθιμα και τις αξιώσεις σχετικά με το βιοτικό επίπεδο υπό τα οποία έχει διαμορφωθεί η τάξη των ελεύθερων εργατών». Έτσι, «ένα ιστορικό και ηθικό στοιχείο υπεισέρχεται στον καθορισμό της αξίας της εργατικής δύναμης».

Όταν όμως ο Marx προσθέτει ότι, παρ’ όλα αυτά, «για μια συγκεκριμένη χώρα και σε μια συγκεκριμένη εποχή, η μέση ποσότητα των απαραίτητων μέσων διαβίωσης αποτελεί δεδομένο μέγεθος»,9 αντιφάσκει προς τον εαυτό του και παραπλανά τον αναγνώστη. Αυτό που έχει κατά νου δεν είναι πλέον τα «απολύτως απαραίτητα μέσα», αλλά τα πράγματα που θεωρούνται απαραίτητα από παραδοσιακή άποψη, δηλαδή τα μέσα που απαιτούνται για τη διατήρηση ενός βιοτικού επιπέδου αντίστοιχου προς τη θέση των εργατών στην παραδοσιακή κοινωνική ιεραρχία. Η προσφυγή σε μια τέτοια εξήγηση σημαίνει ουσιαστικά παραίτηση από κάθε οικονομική ή καταλλακτική διασαφήνιση του καθορισμού των μισθών. Οι μισθοί εξηγούνται ως ιστορικό δεδομένο. Δεν θεωρούνται πλέον φαινόμενο της αγοράς, αλλά παράγοντας που προέρχεται από έξω, ανεξάρτητα από την αλληλεπίδραση των δυνάμεων που λειτουργούν στην αγορά.

It is not especially remarkable that the Prussian Historical School of the wirtschaftliche Staatswissenschaften viewed wage rates no less than commodity prices and interest rates as “historical categories” and that in dealing with wage rates it had recourse to the concept of “income adequate to the individual’s hierarchical station in the social scale of ranks.” It was the essence of the teachings of this school to deny the existence of economics and to substitute history for it. But it is amazing that Marx and the Marxians did not recognize that their endorsement of this spurious doctrine entirely disintegrated the body of the so-called Marxian system of economics. When the articles and dissertations published in England in the early ’sixties convinced Marx that it was no longer permissible to cling unswervingly to the wage theory of the classical economists, he modified his theory of the value of labor power. He declared that “the extent of the so-called natural wants and the manner in which they are satisfied, are in themselves a product of historical evolution” and “depend to a large extent on the degree of civilization attained by any given country and, among other factors, especially on the conditions and customs and pretensions concerning the standard of life under which the class of free laborers has been formed.” Thus “a historical and moral element enter into the determination of the value of labor power.” But when Marx adds that nonetheless “for a given country at any given time, the average quantity of indispensable necessaries of life is a given fact,”[9] he contradicts himself and misleads the reader. What he has in mind is no longer the “indispensable necessaries,” but the things considered indispensable from a traditional point of view, the means necessary for the preservation of a standard of living adequate to the workers’ station in the traditional social hierarchy. The recourse to such an explanation means virtually the renunciation of any economic or catallactic elucidation of the determination of wage rates. Wage rates are explained as a datum of history. They are no longer seen as a market phenomenon, but as a factor originating outside of the interplay of the forces operating on the market.

64

Εντούτοις, ακόμη και εκείνοι που πιστεύουν ότι το πραγματικό ύψος των μισθών, όπως αυτοί πράγματι καταβάλλονται και εισπράττονται, επιβάλλεται εξωτερικά στην αγορά ως δεδομένο δεν μπορούν να αποφύγουν την ανάπτυξη μιας θεωρίας που εξηγεί τον καθορισμό των μισθών ως αποτέλεσμα των αποτιμήσεων και των αποφάσεων των καταναλωτών. Χωρίς μια τέτοια καταλλακτική θεωρία των μισθών, καμία οικονομική ανάλυση της αγοράς δεν μπορεί να είναι πλήρης και λογικά ικανοποιητική. Είναι απλώς παράλογο να περιορίζονται οι καταλλακτικές αναλύσεις στα προβλήματα καθορισμού των τιμών των εμπορευμάτων και των επιτοκίων και να γίνονται αποδεκτοί οι μισθοί ως ιστορικό δεδομένο. Μια οικονομική θεωρία αντάξια αυτού του ονόματος πρέπει να είναι σε θέση να υποστηρίξει για τους μισθούς κάτι περισσότερο από το ότι καθορίζονται από ένα «ιστορικό και ηθικό στοιχείο».

Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της οικονομικής επιστήμης είναι ότι εξηγεί τις σχέσεις ανταλλαγής που εκδηλώνονται στις συναλλαγές της αγοράς ως αγοραία φαινόμενα, των οποίων ο καθορισμός υπόκειται σε μια κανονικότητα ως προς τη συνάρτηση και τη διαδοχή των γεγονότων. Αυτό ακριβώς διακρίνει την οικονομική σύλληψη από την ιστορική κατανόηση, τη θεωρία από την ιστορία.

However, even those who believe that the height of wage rates as they are actually paid and received in reality are forced upon the market from without as a datum cannot avoid developing a theory which explains the determination of wage rates as the outcome of the valuations and decisions of the consumers. Without such a catallactic theory of wages, no economic analysis of the market can be complete and logically satisfactory. It is simply nonsensical to restrict the catallactic disquisitions to the problems of the determination of commodity prices and interest rates and to accept wage rates as a historical datum. An economic theory worthy of the name must be in a position to assert with regard to wage rates more than that they are determined by a “historical and moral element.” The characteristic mark of economics is that it explains the exchange ratios manifested in market transactions as market phenomena the determination of which is subject to a regularity in the concatenation and sequence of events. It is precisely this that distinguishes economic conception from the historical understanding, theory from history.

65

Μπορούμε κάλλιστα να φανταστούμε μια ιστορική κατάσταση στην οποία το ύψος των μισθών επιβάλλεται στην αγορά μέσω εξωτερικού εξαναγκασμού και καταναγκασμού. Ένας τέτοιος θεσμικός καθορισμός των μισθών αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα γνωρίσματα της εποχής μας, της εποχής των παρεμβατικών πολιτικών. Σε σχέση, όμως, με μια τέτοια κατάσταση πραγμάτων, καθήκον της οικονομικής επιστήμης είναι να διερευνήσει ποια αποτελέσματα προκαλούνται από την απόκλιση μεταξύ δύο μισθών: αφενός, του δυνητικού μισθού που θα είχε διαμορφώσει η ανεμπόδιστη αγορά μέσω της αλληλεπίδρασης της προσφοράς και της ζήτησης εργασίας και, αφετέρου, του μισθού που ο εξωτερικός εξαναγκασμός και καταναγκασμός επιβάλλει στα μέρη των συναλλαγών της αγοράς.

We can well imagine a historical situation in which the height of wage rates is forced upon the market by the interference of external compulsion and coercion. Such institutional fixing of wage rates is one of the most important features of our age of interventionist policies. But with regard to such a state of affairs it is the task of economics to investigate what effects are brought about by the disparity between the two wage rates, the potential rate which the unhampered market would have produced by the interplay of the supply of and the demand for labor on the one hand, and on the other the rate which external compulsion and coercion impose upon the parties to the market transactions.

66

Είναι αληθές ότι οι μισθωτοί είναι εμποτισμένοι με την ιδέα πως οι μισθοί πρέπει να είναι τουλάχιστον αρκετά υψηλοί ώστε να τους επιτρέπουν να διατηρούν ένα βιοτικό επίπεδο αντίστοιχο προς τη θέση τους στην ιεραρχική διαβάθμιση της κοινωνίας. Κάθε εργαζόμενος έχει τη δική του ιδιαίτερη άποψη σχετικά με τις αξιώσεις που δικαιούται να προβάλλει λόγω «κοινωνικής θέσης», «βαθμίδας», «παράδοσης» και «εθίμου», όπως ακριβώς έχει τη δική του άποψη για την αποτελεσματικότητα και τα επιτεύγματά του. Ωστόσο, τέτοιες αξιώσεις και αυτάρεσκες παραδοχές δεν έχουν καμία σημασία για τον καθορισμό των μισθών. Δεν περιορίζουν ούτε την ανοδική ούτε την καθοδική κίνησή τους. Ο μισθωτός πρέπει μερικές φορές να αρκεστεί σε πολύ λιγότερα από όσα, κατά τη δική του κρίση, αντιστοιχούν στη θέση και στην αποτελεσματικότητά του. Αν του προσφερθούν περισσότερα από όσα ανέμενε, εισπράττει το πλεόνασμα χωρίς κανέναν ενδοιασμό.

Η εποχή του laissez-faire, για την οποία ο σιδηρούς νόμος και η θεωρία του Marx περί ιστορικά καθορισμένης διαμόρφωσης των μισθών διεκδικούν ισχύ, γνώρισε μια προοδευτική —αν και μερικές φορές προσωρινά διακοπτόμενη— τάση ανόδου των πραγματικών μισθών. Το βιοτικό επίπεδο των μισθωτών ανήλθε σε ύψος πρωτοφανές στην ιστορία και αδιανόητο σε προηγούμενες εποχές.

It is true, wage earners are imbued with the idea that wages must be at least high enough to enable them to maintain a standard of living adequate to their station in the hierarchical gradation of society. Every single worker has his particular opinion about the claims he is entitled to raise on account of “status,” “rank,” “tradition,” and “custom” in the same way as he has his particular opinion about his own efficiency and his own achievements. But such pretensions and self-complacent assumptions are without any relevance for the determination of wage rates. They limit neither the upward nor the downward movement of wage rates. The wage earner must sometimes satisfy himself with much less than what, according to his opinion, is adequate to his rank and efficiency. If he is offered more than he expected, he pockets the surplus without a qualm. The age of laissez faire for which the iron law and Marx’s doctrine of the historically determined formation of wage rates claim validity witnessed a progressive, although sometimes temporarily interrupted, tendency for real wage rates to rise. The wage earners’ standard of living rose to a height unprecedented in history and never thought of in earlier periods.

67

Τα εργατικά συνδικάτα ισχυρίζονται ότι τουλάχιστον οι ονομαστικοί μισθοί πρέπει πάντοτε να αυξάνονται ανάλογα με τις μεταβολές της αγοραστικής δύναμης της νομισματικής μονάδας, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται στον μισθωτό η αμείωτη απόλαυση του προηγούμενου βιοτικού του επιπέδου. Προβάλλουν αυτές τις αξιώσεις ακόμη και σε συνθήκες πολέμου και σε σχέση με τα μέτρα που λαμβάνονται για τη χρηματοδότηση των πολεμικών δαπανών. Κατά την άποψή τους, ακόμη και σε καιρό πολέμου ούτε ο πληθωρισμός ούτε η παρακράτηση φόρου εισοδήματος πρέπει να επηρεάζουν τον καθαρό πραγματικό μισθό του εργαζομένου.

Αυτή η θεωρία υπονοεί σιωπηρά τη θέση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου ότι «οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα» και ότι «δεν έχουν να χάσουν τίποτε άλλο παρά τις αλυσίδες τους»· συνεπώς, παραμένουν ουδέτεροι στους πολέμους που διεξάγουν οι αστοί εκμεταλλευτές και αδιαφορούν αν το έθνος τους νικήσει ή ηττηθεί. Δεν είναι έργο της οικονομικής επιστήμης να εξετάσει κριτικά αυτές τις διακηρύξεις. Οφείλει μόνο να διαπιστώσει ότι δεν έχει σημασία τι είδους δικαιολόγηση προβάλλεται υπέρ της επιβολής μισθών υψηλότερων από εκείνους που θα είχε καθορίσει η ανεμπόδιστη αγορά εργασίας. Αν, ως αποτέλεσμα τέτοιων αξιώσεων, οι πραγματικοί μισθοί αυξηθούν πράγματι πάνω από το ύψος που συνάδει με την οριακή παραγωγικότητα των διαφόρων σχετικών ειδών εργασίας, οι αναπόφευκτες συνέπειες θα εμφανιστούν ανεξάρτητα από την υποκείμενη φιλοσοφία.

Εξετάζοντας ολόκληρη την ιστορία της ανθρωπότητας, από τις πρώτες απαρχές του πολιτισμού έως την εποχή μας, έχει νόημα να διαπιστώσουμε, σε γενικές γραμμές, ότι η παραγωγικότητα της ανθρώπινης εργασίας έχει πολλαπλασιαστεί, διότι πράγματι τα μέλη ενός πολιτισμένου έθνους παράγουν σήμερα πολύ περισσότερα από όσα παρήγαν οι πρόγονοί τους. Ωστόσο, αυτή η έννοια της παραγωγικότητας της εργασίας γενικώς στερείται οποιουδήποτε πραξεολογικού ή καταλλακτικού νοήματος και δεν επιδέχεται αριθμητική έκφραση. Πολύ λιγότερο είναι θεμιτό να γίνεται επίκλησή της σε προσπάθειες αντιμετώπισης των προβλημάτων της αγοράς.

Η σημερινή συνδικαλιστική θεωρία χρησιμοποιεί μια έννοια της παραγωγικότητας της εργασίας που έχει κατασκευαστεί σκόπιμα ώστε να παράσχει μια υποτιθέμενη ηθική δικαιολόγηση για συνδικαλιστικές επιδιώξεις. Ορίζει την παραγωγικότητα είτε ως τη συνολική αγοραία αξία, εκφρασμένη σε χρήμα, που προστίθεται στα προϊόντα μέσω της επεξεργασίας τους —είτε από μία επιχείρηση είτε από όλες τις επιχειρήσεις ενός βιομηχανικού κλάδου— διαιρεμένη με τον αριθμό των απασχολούμενων εργαζομένων, είτε ως την παραγόμενη ποσότητα — της συγκεκριμένης επιχείρησης ή του συγκεκριμένου βιομηχανικού κλάδου— ανά ανθρωποώρα εργασίας. Συγκρίνοντας τα μεγέθη που υπολογίζονται κατ’ αυτόν τον τρόπο για την αρχή και το τέλος μιας ορισμένης χρονικής περιόδου, αποκαλούν «αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας» το ποσό κατά το οποίο το μέγεθος που υπολογίστηκε για τη μεταγενέστερη ημερομηνία υπερβαίνει εκείνο της προγενέστερης και ισχυρίζονται ότι ολόκληρο αυτό το ποσό ανήκει δικαιωματικά στους εργαζομένους. Απαιτούν να προστεθεί ολόκληρο το ποσό στους μισθούς που λάμβαναν οι εργαζόμενοι στην αρχή της περιόδου.

The labor unions pretend that nominal wage rates at least must always be raised in accordance with the changes occurring in the monetary unit’s purchasing power in such a way as to secure to the wage earner the unabated enjoyment of the previous standard of living. They raise these claims also with regard to wartime conditions and the measures adopted for the financing of war expenditure. In their opinion even in wartime neither inflation nor the withholding of income taxes must affect the worker’s takehome real wage rates. This doctrine tacitly implies the thesis of the Communist Manifesto that “the working men have no country” and have “nothing to lose but their chains”; consequently they are neutral in the wars waged by the bourgeois exploiters and do not care whether their nation conquers or is conquered. It is not the task of economics to scrutinize these statements. It only has to establish the fact that it does not matter what kind of justification is advanced in favor of the enforcement of wage rates higher than those the unhampered labor market would have determined. If as a result of such claims real wage rates are really raised above the height consonant with the marginal productivity of the various types of labor concerned, the unavoidable consequences must appear without any regard to the underlying philosophy.

68

Αντιμέτωποι με αυτές τις συνδικαλιστικές αξιώσεις, οι εργοδότες, ως επί το πλείστον, δεν αμφισβητούν την υποκείμενη θεωρία ούτε την έννοια της παραγωγικότητας της εργασίας που αυτή χρησιμοποιεί. Την αποδέχονται σιωπηρά όταν επισημαίνουν ότι οι μισθοί έχουν ήδη αυξηθεί κατά ολόκληρη την αύξηση της παραγωγικότητας, όπως αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με την εν λόγω μέθοδο, ή ότι έχουν ήδη αυξηθεί πέρα από αυτό το όριο.

Η διαδικασία αυτή για τον υπολογισμό της παραγωγικότητας της εργασίας που εκτελεί το εργατικό δυναμικό μιας επιχείρησης ή ενός βιομηχανικού κλάδου είναι εντελώς εσφαλμένη. Χίλιοι άνδρες που εργάζονται σαράντα ώρες την εβδομάδα σε ένα σύγχρονο αμερικανικό εργοστάσιο υποδημάτων παράγουν κάθε μήνα m ζεύγη υποδημάτων. Χίλιοι άνδρες που εργάζονται με τα παραδοσιακά, παρωχημένα εργαλεία σε μικρά βιοτεχνικά εργαστήρια, σε κάποια από τις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες της Ασίας, παράγουν κατά το ίδιο χρονικό διάστημα —ακόμη και αν εργάζονται πολύ περισσότερο από σαράντα ώρες την εβδομάδα— πολύ λιγότερα από m ζεύγη. Μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ασίας, η διαφορά παραγωγικότητας που υπολογίζεται σύμφωνα με τις μεθόδους της συνδικαλιστικής θεωρίας είναι τεράστια.

Ασφαλώς, αυτό δεν οφείλεται σε κάποια έμφυτη υπεροχή του Αμερικανού εργαζομένου. Δεν είναι περισσότερο επιμελής, σχολαστικός, επιδέξιος ή ευφυής από τους Ασιάτες. Θα μπορούσαμε μάλιστα να υποθέσουμε ότι πολλοί από όσους απασχολούνται σε ένα σύγχρονο εργοστάσιο εκτελούν πολύ απλούστερες εργασίες από εκείνες που απαιτούνται από έναν άνθρωπο που χειρίζεται τα παρωχημένα εργαλεία. Η υπεροχή του αμερικανικού εργοστασίου οφείλεται αποκλειστικά στην υπεροχή του εξοπλισμού του και στη σύνεση της επιχειρηματικής του διεύθυνσης. Αυτό που εμποδίζει τους επιχειρηματίες των λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών να υιοθετήσουν τις αμερικανικές μεθόδους παραγωγής είναι η έλλειψη συσσωρευμένου κεφαλαίου και όχι οποιαδήποτε ανεπάρκεια των εργαζομένων τους.

Την παραμονή της «Βιομηχανικής Επανάστασης», οι συνθήκες στη Δύση δεν διέφεραν πολύ από τις σημερινές συνθήκες στην Ανατολή. Η ριζική μεταβολή των συνθηκών που εξασφάλισε στις μάζες της Δύσης το σημερινό μέσο βιοτικό επίπεδο —πράγματι υψηλό σε σύγκριση με τις προκαπιταλιστικές ή τις σοβιετικές συνθήκες— υπήρξε αποτέλεσμα της συσσώρευσης κεφαλαίου μέσω αποταμίευσης και της συνετής επένδυσής του από διορατικούς επιχειρηματίες. Καμία τεχνολογική βελτίωση δεν θα ήταν δυνατή αν τα πρόσθετα κεφαλαιουχικά αγαθά που απαιτούνταν για την πρακτική αξιοποίηση των νέων εφευρέσεων δεν είχαν προηγουμένως καταστεί διαθέσιμα μέσω της αποταμίευσης.

Μολονότι οι εργαζόμενοι, υπό την ιδιότητά τους ως εργαζομένων, δεν συνέβαλαν και δεν συμβάλλουν στη βελτίωση του παραγωγικού μηχανισμού, αποτελούν —σε μια οικονομία της αγοράς που δεν υπονομεύεται από κυβερνητική ή συνδικαλιστική βία— τους κυριότερους ωφελημένους από τη συνακόλουθη βελτίωση των συνθηκών, τόσο υπό την ιδιότητά τους ως εργαζομένων όσο και υπό την ιδιότητά τους ως καταναλωτών.

Εκείνο που θέτει σε κίνηση την ακολουθία ενεργειών που καταλήγει σε βελτίωση των οικονομικών συνθηκών είναι η συσσώρευση νέου κεφαλαίου μέσω της αποταμίευσης. Αυτά τα πρόσθετα κεφάλαια καθιστούν δυνατή την εκτέλεση σχεδίων τα οποία προηγουμένως δεν μπορούσαν να πραγματοποιηθούν λόγω έλλειψης κεφαλαιουχικών αγαθών. Καθώς ξεκινούν την υλοποίηση των νέων σχεδίων, οι επιχειρηματίες ανταγωνίζονται στην αγορά για τους συντελεστές παραγωγής με όλους εκείνους που είναι ήδη απασχολημένοι σε σχέδια τα οποία είχαν αναληφθεί προηγουμένως. Στην προσπάθειά τους να εξασφαλίσουν την αναγκαία ποσότητα πρώτων υλών και εργατικού δυναμικού, ωθούν προς τα πάνω τις τιμές των πρώτων υλών και τους μισθούς. Έτσι, ήδη από την έναρξη της διαδικασίας, οι μισθωτοί αποκομίζουν ένα μέρος των ωφελειών που δημιούργησε η αποχή των αποταμιευτών από την κατανάλωση. Κατά την περαιτέρω εξέλιξη της διαδικασίας ευνοούνται και πάλι, αυτή τη φορά υπό την ιδιότητά τους ως καταναλωτών, από την πτώση των τιμών την οποία τείνει να επιφέρει η αύξηση της παραγωγής.10

Η οικονομική επιστήμη περιγράφει το τελικό αποτέλεσμα αυτής της ακολουθίας μεταβολών ως εξής: Μια αύξηση του επενδεδυμένου κεφαλαίου, με αμετάβλητο τον αριθμό των ανθρώπων που επιθυμούν να αποκτήσουν μισθωτό εισόδημα, επιφέρει άνοδο της οριακής χρησιμότητας της εργασίας και, συνεπώς, των μισθών. Αυτό που αυξάνει τους μισθούς είναι μια αύξηση του κεφαλαίου μεγαλύτερη από την αύξηση του πληθυσμού ή, με άλλα λόγια, μια αύξηση της κατά κεφαλήν ποσότητας του επενδεδυμένου κεφαλαίου.

Στην ανεμπόδιστη αγορά εργασίας, οι μισθοί τείνουν πάντοτε προς το ύψος στο οποίο ισούνται με την οριακή παραγωγικότητα κάθε είδους εργασίας, δηλαδή προς το ύψος που ισούται με την αξία η οποία προστίθεται στην αξία του προϊόντος ή αφαιρείται από αυτήν μέσω της πρόσληψης ή της απόλυσης ενός εργαζομένου. Σε αυτό το επίπεδο μισθών, όλοι όσοι αναζητούν απασχόληση βρίσκουν εργασία και όλοι όσοι επιθυμούν να απασχολήσουν εργαζομένους μπορούν να προσλάβουν όσους θέλουν. Αν οι μισθοί αυξηθούν πάνω από αυτό το αγοραίο επίπεδο, προκύπτει αναπόφευκτα ανεργία ενός μέρους του δυνητικού εργατικού δυναμικού. Δεν έχει σημασία ποια θεωρία προβάλλεται για να δικαιολογήσει την επιβολή μισθών υψηλότερων από τους δυνητικούς αγοραίους μισθούς.

The same is valid with regard to the confused doctrine that wage earners are entitled to claim for themselves all the benefits derived from improvements in what union officers call the productivity of labor. On the unhampered labor market wage rates always tend toward the point at which they coincide with the marginal productivity of labor. The concept of the productivity of labor in general is no less empty than all other universal concepts of this kind, e.g., the concept of the value of iron or gold in general. To speak of the productivity of labor in a sense other than that of the marginal productivity is meaningless. What these union officers have in mind is an ethical justification of their policies. However, the economic consequences of these policies are not affected by the pretexts advanced in their favor.

69

Οι μισθοί καθορίζονται τελικά από την αξία που αποδίδουν οι συμπολίτες του μισθωτού στις υπηρεσίες και στα επιτεύγματά του. Η εργασία αποτιμάται όπως ένα εμπόρευμα, όχι επειδή οι επιχειρηματίες και οι κεφαλαιούχοι είναι σκληρόκαρδοι και αναίσθητοι, αλλά επειδή υπόκεινται ανεπιφύλακτα στην κυριαρχία των καταναλωτών, τη συντριπτική πλειονότητα των οποίων αποτελούν σήμερα οι μισθωτοί και οι υπάλληλοι. Οι καταναλωτές δεν είναι διατεθειμένοι να ικανοποιούν τις αξιώσεις, τις υπερβολικές απαιτήσεις και την αυταρέσκεια οποιουδήποτε. Θέλουν να εξυπηρετούνται με τον οικονομικότερο τρόπο.

Wage rates are ultimately determined by the value which the wage earner’s fellow citizens attach to his services and achievements. Labor is appraised like a commodity not because the entrepreneurs and capitalists are hard-hearted and callous, but because they are unconditionally subject to the supremacy of the pitiless consumers. The consumers are not prepared to satisfy anybody’s pretensions, presumptions, and self-conceit. They want to be served in the cheapest way.

70

Σύγκριση της ιστορικής εξήγησης των μισθών με το θεώρημα της παλινδρόμησης

A Comparison Between the Historical Explanation of Wage Rates and the Regression Theorem

71

Μπορεί να είναι χρήσιμο να συγκρίνουμε τη θεωρία του μαρξισμού και της Πρωσικής Ιστορικής Σχολής, σύμφωνα με την οποία οι μισθοί αποτελούν ιστορικό δεδομένο και όχι καταλλακτικό φαινόμενο, με το θεώρημα της παλινδρόμησης της αγοραστικής δύναμης του χρήματος.11

It may be useful to compare the doctrine of Marxism and the Prussian Historical School, according to which wage rates are a historical datum and not a catallactic phenomenon, with the regression theorem of money’s purchasing power.[10]

72

Το θεώρημα της παλινδρόμησης διαπιστώνει ότι κανένα αγαθό δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο ανταλλαγής αν, στην αρχή της χρησιμοποίησής του γι’ αυτόν τον σκοπό, δεν διέθετε ανταλλακτική αξία χάρη σε άλλες χρήσεις του. Το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει ουσιωδώς τον καθημερινό καθορισμό της αγοραστικής δύναμης του χρήματος, όπως αυτός προκύπτει από την αλληλεπίδραση της προσφοράς και της ζήτησης χρήματος από ανθρώπους που επιθυμούν να διακρατούν χρηματικά υπόλοιπα. Το θεώρημα της παλινδρόμησης δεν υποστηρίζει ότι οποιαδήποτε πραγματική σχέση ανταλλαγής μεταξύ του χρήματος, αφενός, και των εμπορευμάτων και υπηρεσιών, αφετέρου, αποτελεί ιστορικό δεδομένο που δεν εξαρτάται από τη σημερινή κατάσταση της αγοράς. Εξηγεί απλώς πώς ένα νέο είδος μέσου ανταλλαγής μπορεί να αρχίσει να χρησιμοποιείται και να εξακολουθήσει να χρησιμοποιείται. Υπό αυτή την έννοια, δηλώνει ότι υπάρχει μια ιστορική συνιστώσα στην αγοραστική δύναμη του χρήματος.

The regression theorem establishes the fact that no good can be employed for the function of a medium of exchange which at the very beginning of its use for this purpose did not have exchange value on account of other employments. This fact does not substantially affect the daily determination of money’s purchasing power as it is produced by the interplay of the supply of and the demand for money on the part of people intent upon keeping cash. The regression theorem does not assert that any actual exchange ratio between money on the one hand and commodities and services on the other hand is a historical datum not dependent on today’s market situation. It merely explains how a new kind of media of exchange can come into use and remain in use. In this sense it says that there is a historical component in money’s purchasing power.

73

Η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική με τα μαρξικά και πρωσικά θεωρήματα. Όπως αντιλαμβάνεται το ζήτημα αυτή η θεωρία, το πραγματικό ύψος των μισθών που εμφανίζεται στην αγορά αποτελεί ιστορικό δεδομένο. Οι αποτιμήσεις των καταναλωτών, οι οποίοι είναι εμμέσως οι αγοραστές της εργασίας, και των μισθωτών, οι οποίοι είναι οι πωλητές της, δεν έχουν καμία επίδραση. Οι μισθοί καθορίζονται από ιστορικά γεγονότα του παρελθόντος. Δεν μπορούν ούτε να αυξηθούν πάνω από αυτό το ύψος ούτε να μειωθούν κάτω από αυτό. Το γεγονός ότι οι μισθοί είναι υψηλότεροι στην Ελβετία από ό,τι στην Ινδία μπορεί να εξηγηθεί μόνο μέσω της ιστορίας, όπως μόνο η ιστορία μπορεί να εξηγήσει γιατί ο Ναπολέων Α΄ έγινε Γάλλος και όχι Ιταλός, αυτοκράτορας και όχι Κορσικανός δικηγόρος. Κατά την εξήγηση της διαφοράς μεταξύ των μισθών των βοσκών ή των οικοδόμων στις δύο αυτές χώρες, είναι αδύνατον να γίνει επίκληση παραγόντων που λειτουργούν ανεξαιρέτως σε κάθε αγορά. Εξήγηση μπορεί να παράσχει μόνο η ιστορία των δύο αυτών εθνών.

It is quite different with the Marxian and Prussian theorem. As this doctrine sees it, the actual height of wage rates as it appears on the market is a historical datum. The valuations of the consumers who immediately are the buyers of labor and those of the wage earners, the sellers of labor, are of no avail. Wage rates are fixed by historical events of the past. They can neither rise above nor drop below this height. The fact that wage rates are today higher in Switzerland than in China can be explained only by history, just as only history can explain why Napoleon I became a Frenchman and not an Italian, an emperor and not a Corsican lawyer. It is impossible, in the explanation of the discrepancy between the wage rates of shepherds or of bricklayers in these two countries, to resort to factors unconditionally in operation on every market. An explanation can only be provided by the history of these two nations.

74

7. Η προσφορά εργασίας υπό την επίδραση της δυσφορίας της εργασίας

↗ στη σελίδα του βιβλίου

7. The Supply of Labor as Affected by the Disutility of Labor

75

Τα θεμελιώδη δεδομένα που επηρεάζουν την προσφορά εργασίας είναι τα εξής:

— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)

76
  1. Κάθε άτομο μπορεί να καταβάλει μόνο μια περιορισμένη ποσότητα εργασίας.
  2. Αυτή η ορισμένη ποσότητα δεν μπορεί να εκτελεστεί οποτεδήποτε το άτομο το επιθυμεί. Η παρεμβολή περιόδων ανάπαυσης και αναψυχής είναι απαραίτητη.
  3. Δεν είναι κάθε άτομο ικανό να εκτελεί κάθε είδος εργασίας. Υπάρχουν τόσο έμφυτες όσο και επίκτητες διαφορές ως προς τις ικανότητες εκτέλεσης ορισμένων ειδών εργασίας. Οι έμφυτες ικανότητες που απαιτούνται για ορισμένα είδη εργασίας δεν μπορούν να αποκτηθούν μέσω οποιασδήποτε εκπαίδευσης ή μαθητείας.
  4. Η ικανότητα προς εργασία πρέπει να χρησιμοποιείται και να συντηρείται με τον κατάλληλο τρόπο, προκειμένου να μην υποβαθμιστεί ή να μην εξαφανιστεί εντελώς. Απαιτείται ιδιαίτερη μέριμνα για να διατηρηθούν οι ικανότητες ενός ανθρώπου —τόσο οι έμφυτες όσο και οι επίκτητες— για όσο χρονικό διάστημα επιτρέπει η αναπόφευκτη εξασθένηση των ζωτικών του δυνάμεων.
  5. Καθώς η εργασία πλησιάζει στο σημείο στο οποίο εξαντλείται η συνολική ποσότητα εργασίας που μπορεί να εκτελέσει ο άνθρωπος εκείνη τη χρονική στιγμή και καθίσταται αναγκαία η παρεμβολή μιας περιόδου ανάπαυσης, η κόπωση μειώνει τόσο την ποσότητα όσο και την ποιότητα της επίδοσης.12
  6. Οι άνθρωποι προτιμούν την απουσία εργασίας, δηλαδή τον ελεύθερο χρόνο, από την εργασία ή, όπως το διατυπώνουν οι οικονομολόγοι, αποδίδουν απαρέσκεια στην εργασία.

The fundamental facts affecting the supply of labor are: 1. Every individual can expend only a limited quantity of labor. 2. This definite quantity cannot be performed at any time desired. The interpolation of periods of rest and recreation is indispensable.

3. Not every individual is able to perform any kind of labor. There are innate as well as acquired diversities in the abilities to perform certain types of work. The innate faculties required for certain types of work cannot be acquired by any training and schooling.

4. The capacity to work must be dealt with appropriately if it is not to deteriorate or to vanish altogether. Special care is needed to preserve a man’s abilities—both the innate and the acquired—for such a period as the unavoidable decline of his vital forces may permit.

5. As work approaches the point at which the total amount of work a man can perform at the time is exhausted and the interpolation of a period of recreation is indispensable, fatigue impairs the quantity and the quality of the performance.[11]

6. Men prefer the absence of labor, i.e., leisure, to labor, or as the economists put it: they attach disutility to labor.

77

Ο αυτάρκης άνθρωπος, ο οποίος εργάζεται σε οικονομική απομόνωση αποκλειστικά για την άμεση ικανοποίηση των δικών του αναγκών, παύει να εργάζεται στο σημείο στο οποίο αρχίζει να αποτιμά τον ελεύθερο χρόνο —την απουσία της απαρέσκειας (δυσφορίας) της εργασίας— περισσότερο από την πρόσθετη ικανοποίηση που αναμένει από την περαιτέρω εργασία. Έχοντας ικανοποιήσει τις πιο επείγουσες ανάγκες του, θεωρεί την ικανοποίηση των αναγκών που εξακολουθούν να παραμένουν ανικανοποίητες λιγότερο επιθυμητή από την ικανοποίηση της επιδίωξής του για ελεύθερο χρόνο.

The self-sufficient man who works in economic isolation for the direct satisfaction of his own needs only, stops working at the point at which he begins to value leisure, the absence of labor’s disutility, more highly than the increment in satisfaction expected from working more. Having satisfied his most urgent needs, he considers the satisfaction of the still unsatisfied needs less desirable than the satisfaction of his striving after leisure.

78

Το ίδιο ισχύει τόσο για τους μισθωτούς όσο και για τον απομονωμένο αυτάρκη εργαζόμενο. Ούτε αυτοί είναι διατεθειμένοι να εργάζονται μέχρι να εξαντλήσουν ολόκληρη την εργασιακή ικανότητα που μπορούν να διαθέσουν. Και αυτοί επιθυμούν να σταματήσουν να εργάζονται στο σημείο στο οποίο η αναμενόμενη έμμεση ικανοποίηση δεν υπερβαίνει πλέον την απαρέσκεια που συνεπάγεται η εκτέλεση πρόσθετης εργασίας.

The same is true for wage earners no less than for an isolated autarkic worker. They too are not prepared to work until they have expended the total capacity of work they are capable of expending. They too are eager to stop working at the point at which the mediate gratification expected no longer outweighs the disutility involved in the performance of additional work.

79

Η κοινή γνώμη, δέσμια αταβιστικών παραστάσεων και τυφλωμένη από μαρξιστικά συνθήματα, άργησε να αντιληφθεί αυτό το γεγονός. Ενέμενε, και ακόμη και σήμερα εμμένει, στη συνήθεια να αντιμετωπίζει τον μισθωτό ως δουλοπάροικο και τον μισθό ως το καπιταλιστικό ισοδύναμο της απλής συντήρησης που ο ιδιοκτήτης δούλων και ο ιδιοκτήτης ζώων πρέπει να εξασφαλίζουν στους δούλους και στα ζώα τους. Στα μάτια αυτής της θεωρίας, ο μισθωτός είναι ένας άνθρωπος τον οποίο η φτώχεια ανάγκασε να υποταχθεί στη δουλεία. Η κενή τυπολατρεία των αστών νομικών, μας λένε, χαρακτηρίζει αυτή την υποταγή εκούσια και ερμηνεύει τη σχέση μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου ως σύμβαση μεταξύ δύο ισότιμων μερών. Στην πραγματικότητα, όμως, ο εργαζόμενος δεν είναι ελεύθερος· ενεργεί υπό εξαναγκασμό. Πρέπει να υποταχθεί στον ζυγό μιας ουσιαστικής δουλοπαροικίας, επειδή καμία άλλη επιλογή δεν απομένει σε αυτόν, τον απόκληρο και εξοστρακισμένο της κοινωνίας. Ακόμη και το φαινομενικό δικαίωμά του να επιλέγει τον κύριό του είναι απατηλό. Ο φανερός ή σιωπηρός συνασπισμός των εργοδοτών, ο οποίος καθορίζει σε γενικές γραμμές με ομοιόμορφο τρόπο τους όρους απασχόλησης, καθιστά αυτή την ελευθερία ψευδαίσθηση.

Popular opinion, laboring under atavistic representations and blinded by Marxian slogans, was slow in grasping this fact. It clung and even today clings to the habit of looking at the wage earner as a bondsman, and at wages as the capitalist equivalent of the bare subsistence which the slave owner and the cattle owner must provide for their slaves and animals. In the eyes of this doctrine the wage earner is a man whom poverty has forced to submit to bondage. The vain formalism of the bourgeois lawyers, we are told, calls this subjection voluntary, and interprets the relation between employer and employee as a contract between two equal parties. In truth, however, the worker is not free; he acts under duress; he must submit to the yoke of virtual serfdom because as society’s disinherited outcast no other choice is left to him. Even his apparent right to choose his master is spurious. The open or silent combination of the employers fixing the conditions of employment in a uniform way by and large makes this freedom illusory.

80

Αν υποθέσει κανείς ότι οι μισθοί αποτελούν απλώς την αποζημίωση των δαπανών στις οποίες υποβάλλεται ο εργαζόμενος για τη διατήρηση και την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης ή ότι το ύψος τους καθορίζεται από την παράδοση, τότε είναι απολύτως συνεπές να θεωρεί κάθε μείωση των υποχρεώσεων που επιβάλλει στον εργαζόμενο η σύμβαση εργασίας ως μονομερές όφελος γι’ αυτόν. Αν το ύψος των μισθών δεν εξαρτάται από την ποσότητα και την ποιότητα της επίδοσης· αν ο εργοδότης δεν καταβάλλει στον εργαζόμενο την τιμή που αποδίδει η αγορά στο επίτευγμά του· αν ο εργοδότης δεν αγοράζει μια συγκεκριμένη ποσότητα και ποιότητα εργασιακής επίδοσης αλλά έναν δουλοπάροικο· αν οι μισθοί είναι τόσο χαμηλοί ώστε, για φυσικούς ή «ιστορικούς» λόγους, να μην μπορούν να μειωθούν περαιτέρω, τότε η κατάσταση του μισθωτού βελτιώνεται με την αναγκαστική συντόμευση της εργάσιμης ημέρας.

Τότε είναι θεμιτό να θεωρούνται οι νόμοι που περιορίζουν τις ώρες εργασίας ισοδύναμοι με τα διατάγματα μέσω των οποίων οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις του δέκατου έβδομου, του δέκατου όγδοου και των αρχών του δέκατου ένατου αιώνα μείωσαν σταδιακά και τελικά κατάργησαν πλήρως την απλήρωτη υποχρεωτική εργασία, την αγγαρεία (corvée), την οποία όφειλαν οι δουλοπάροικοι αγρότες στους κυρίους τους, ή με διατάξεις που ελάφρυναν την εργασία των καταδίκων. Τότε η μείωση των ημερήσιων ωρών εργασίας, την οποία επέφερε η εξέλιξη του καπιταλιστικού βιομηχανικού συστήματος, αποτιμάται ως νίκη των εκμεταλλευόμενων «μισθωτών δούλων» επί του αμείλικτου εγωισμού των βασανιστών τους. Όλοι οι νόμοι που επιβάλλουν στον εργοδότη την υποχρέωση να πραγματοποιεί συγκεκριμένες δαπάνες προς όφελος των εργαζομένων περιγράφονται ως «κοινωνικές κατακτήσεις», δηλαδή ως παροχές για την απόκτηση των οποίων οι εργαζόμενοι δεν χρειάζεται να υποστούν καμία θυσία.

If one assumes that wages are merely the reimbursement of the expenses incurred by the worker in the preservation and reproduction of labor power or that their height is determined by tradition, it is quite consistent to consider every reduction in the obligations which the labor contract imposes on the worker as a unilateral gain for the worker. If the height of wage rates does not depend on the quantity and quality of the performance, if the employer does not pay to the worker the price the market assigns to his achievement, if the employer does not buy a definite quantity and quality of workmanship, but buys a bondsman, if wage rates are so low that for natural or “historical” reasons they cannot drop any further, one improves the wage earner’s lot by forcibly shortening the length of the working day. Then it is permissible to look at the laws limiting the hours of work as tantamount to the decrees by means of which European governments of the seventeenth, eighteenth, and early nineteenth centuries step by step reduced and finally entirely abolished the amount of the unpaid statute labor (corvée) which the peasant bondsmen were liable to give to their lords, or to ordinances lightening the work to be done by convicts. Then the shortening of daily hours of work which the evolution of capitalist industrialism brought about is appraised as a victory of the exploited wage-slaves over the rugged selfishness of their tormentors. All laws imposing upon the employer the duty to make definite expenditures to the benefit of the employees are described as “social gains,” i.e., as liberalities for the attainment of which the employees do not have to make any sacrifice.

81

Θεωρείται γενικώς ότι η ορθότητα αυτής της θεωρίας αποδεικνύεται επαρκώς από το γεγονός ότι ο μεμονωμένος μισθωτός ασκεί μόνο αμελητέα επιρροή στον καθορισμό των όρων της σύμβασης εργασίας. Οι αποφάσεις σχετικά με τη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας, την εργασία τις Κυριακές και τις αργίες, τον χρόνο που διατίθεται για τα γεύματα και πολλά άλλα ζητήματα λαμβάνονται από τους εργοδότες χωρίς να ερωτώνται οι εργαζόμενοι. Ο μισθωτός δεν έχει άλλη επιλογή από το να υποταχθεί σε αυτές τις εντολές ή να λιμοκτονήσει.

It is generally assumed that the correctness of this doctrine is sufficiently demonstrated by the fact that the individual wage earner has only a negligible influence on the determination of the terms of the labor contract. The decisions concerning the length of the working day, work on Sundays and holidays, the time set for meals and many other things are made by the employers without asking the employees. The wage earner has no other choice than to yield to these orders or to starve.

82

Η θεμελιώδης πλάνη αυτού του συλλογισμού έχει ήδη επισημανθεί στις προηγούμενες ενότητες. Οι εργοδότες δεν ζητούν εργασία γενικώς, αλλά ανθρώπους κατάλληλους να εκτελέσουν το είδος εργασίας που χρειάζονται. Όπως ένας επιχειρηματίας πρέπει να επιλέξει για τις εγκαταστάσεις του την καταλληλότερη τοποθεσία, τον καταλληλότερο εξοπλισμό και τις καταλληλότερες πρώτες ύλες, έτσι πρέπει να προσλάβει και τους αποτελεσματικότερους εργαζομένους. Πρέπει να διαμορφώνει τις συνθήκες εργασίας κατά τρόπο που να φαίνονται ελκυστικές στις κατηγορίες εργαζομένων τις οποίες επιθυμεί να απασχολήσει.

Είναι αληθές ότι ο μεμονωμένος εργαζόμενος έχει πολύ μικρή επιρροή πάνω σε αυτές τις ρυθμίσεις. Όπως το ίδιο το ύψος των μισθών, οι τιμές των εμπορευμάτων και η μορφή των προϊόντων που παράγονται για μαζική κατανάλωση, έτσι και αυτές αποτελούν προϊόν της αλληλεπίδρασης αναρίθμητων ανθρώπων που συμμετέχουν στην κοινωνική διαδικασία της αγοράς. Ως τέτοιες, είναι μαζικά φαινόμενα, τα οποία ελάχιστα υπόκεινται σε τροποποίηση από ένα μεμονωμένο άτομο. Ωστόσο, αποτελεί διαστρέβλωση της αλήθειας να υποστηρίζεται ότι η ψήφος του μεμονωμένου εκλογέα δεν ασκεί καμία επιρροή επειδή απαιτούνται πολλές χιλιάδες ή ακόμη και εκατομμύρια ψήφοι για να κριθεί το αποτέλεσμα και ότι οι ψήφοι των ανθρώπων που δεν ανήκουν σε κανένα κόμμα ουσιαστικά δεν έχουν σημασία. Ακόμη και αν, χάριν της συζήτησης, δεχόταν κανείς αυτή τη θέση, θα αποτελούσε λογικό άλμα να συναγάγει ότι η αντικατάσταση των δημοκρατικών διαδικασιών από ολοκληρωτικές αρχές θα καθιστούσε τους αξιωματούχους γνησιότερους εκπροσώπους της λαϊκής βούλησης από ό,τι οι εκλογικές αναμετρήσεις.

Τα αντίστοιχα αυτών των ολοκληρωτικών μυθευμάτων στο πεδίο της οικονομικής δημοκρατίας της αγοράς είναι οι ισχυρισμοί ότι ο μεμονωμένος καταναλωτής είναι ανίσχυρος απέναντι στους προμηθευτές και ο μεμονωμένος εργαζόμενος απέναντι στους εργοδότες. Βεβαίως, δεν είναι η προτίμηση ενός μεμονωμένου ατόμου, όταν διαφέρει από την προτίμηση των πολλών, εκείνη που καθορίζει τα χαρακτηριστικά των μαζικά παραγόμενων προϊόντων που προορίζονται για μαζική κατανάλωση, αλλά οι επιθυμίες και οι προτιμήσεις της πλειονότητας. Δεν είναι ο μεμονωμένος αναζητών εργασία αλλά οι μάζες των ατόμων που αναζητούν εργασία εκείνες των οποίων η συμπεριφορά καθορίζει τους όρους των συμβάσεων εργασίας που επικρατούν σε συγκεκριμένες περιοχές ή βιομηχανικούς κλάδους. Αν συνηθίζεται το γεύμα να πραγματοποιείται μεταξύ δώδεκα και μίας, ένας μεμονωμένος εργαζόμενος που προτιμά να γευματίζει μεταξύ δύο και τριών το απόγευμα έχει ελάχιστες πιθανότητες να δει την επιθυμία του να ικανοποιείται. Ωστόσο, η κοινωνική πίεση στην οποία υπόκειται αυτό το μεμονωμένο άτομο δεν ασκείται από τον εργοδότη αλλά από τους συναδέλφους του.

The cardinal fallacy involved in this reasoning has already been pointed out in the preceding sections. The employers are not asking for labor in general, but for men who are fitted to perform the kind of labor they need. Just as an entrepreneur must choose for his plants the most suitable location, equipment, and raw materials, so he must hire the most efficient workers. He must arrange conditions of work in such a way as to make them appear attractive to those classes of workers he wants to employ. It is true that the individual worker has but little to say with regard to these arrangements. They are, like the height of wage rates itself, like commodity prices, and the shape of articles produced for mass consumption, the product of the interaction of innumerable people participating in the social process of the market. They are as such mass phenomena which ate but little subject to modification on the part of a single individual. However, it is a distortion of truth to assert that the individual voter’s ballot is without influence because many thousands or even millions of votes are required to decide the issue and that those of people not attached to any party virtually do not matter. Even if one were to admit this thesis for the sake of argument, it is a non sequitur to infer that the substitution of totalitarian principles for democratic procedures would make the officeholders more genuine representatives of the people’s will than election campaigns. The counterparts of these totalitarian fables in the field of the market’s economic democracy are the assertions that the individual consumer is powerless against the suppliers and the individual employee against the employers. It is, of course, not an individual’s taste, different from that of the many, that determines the features of articles of mass production designed for mass consumption, but the wishes and likes of the majority. It is not the individual job-seeker, but the masses of job-seekers whose conduct determines the terms of the labor contracts prevailing in definite areas or branches of industry. If it is customary to have lunch between noon and one o’clock, an individual worker who prefers to have it between two and three P.M. has little chance of having his wishes satisfied. However, the social pressure to which this solitary individual is subject in this case is not exercised by the employer, but by his fellow employees.

83

Οι εργοδότες, κατά την αναζήτηση κατάλληλων εργαζομένων, αναγκάζονται να προσαρμόζονται ακόμη και σε σοβαρές και δαπανηρές δυσχέρειες, αν δεν μπορούν να βρουν το προσωπικό που χρειάζονται με άλλους όρους. Σε πολλές χώρες, ορισμένες από τις οποίες στιγματίζονται ως κοινωνικά οπισθοδρομικές από τους υπέρμαχους του αντικαπιταλισμού, οι εργοδότες πρέπει να ικανοποιούν διάφορες επιθυμίες των εργαζομένων που υπαγορεύονται από θρησκευτικές τελετουργίες ή από ζητήματα κάστας και κοινωνικής θέσης. Πρέπει να ρυθμίζουν τις ώρες εργασίας, τις αργίες και πολλά τεχνικά ζητήματα σύμφωνα με αυτές τις αντιλήψεις, όσο επαχθής και αν είναι μια τέτοια προσαρμογή. Κάθε φορά που ένας εργοδότης απαιτεί ειδικές επιδόσεις οι οποίες φαίνονται στους εργαζομένους δυσάρεστες ή απωθητικές, πρέπει να καταβάλλει πρόσθετη αμοιβή για την επιπλέον απαρέσκεια που ο εργαζόμενος οφείλει να υποστεί.

Employers in their search for suitable workers are forced to accommodate themselves even to serious and costly inconveniences if they cannot find those needed on other terms. In many countries, some of them stigmatized as socially backward by the champions of anticapitalism, employers must yield to various wishes of workers motivated by considerations of religious ritual or caste and status. They must arrange hours of work, holidays, and many technical problems according to such opinions, however burdensome such an adjustment may be. Whenever an employer asks for special performances which appear irksome or repulsive to the employees, he must pay extra for the excess of disutility the worker must expend.

84

Οι όροι της σύμβασης εργασίας αφορούν όλες τις συνθήκες εργασίας και όχι μόνο το ύψος των μισθών. Η ομαδική εργασία στα εργοστάσια και η αλληλεξάρτηση των διαφόρων επιχειρήσεων καθιστούν αδύνατη την απόκλιση από τις ρυθμίσεις που συνηθίζονται στη συγκεκριμένη χώρα ή στον συγκεκριμένο κλάδο και, συνεπώς, οδηγούν στην ενοποίηση και στην τυποποίηση αυτών των ρυθμίσεων. Το γεγονός αυτό, όμως, ούτε αποδυναμώνει ούτε εξαλείφει τη συμβολή των εργαζομένων στη διαμόρφωσή τους. Για τους μεμονωμένους εργαζομένους, οι ρυθμίσεις αυτές αποτελούν, βεβαίως, ένα αμετάβλητο δεδομένο, όπως το δρομολόγιο των σιδηροδρόμων αποτελεί δεδομένο για τον μεμονωμένο ταξιδιώτη. Κανείς όμως δεν θα υποστήριζε ότι, κατά τον καθορισμό των δρομολογίων, η σιδηροδρομική εταιρεία αδιαφορεί για τις επιθυμίες των δυνητικών πελατών. Πρόθεσή της είναι ακριβώς να εξυπηρετήσει όσο το δυνατόν περισσότερους από αυτούς.

The terms of the labor contract refer to all working conditions, not merely to the height of wage rates. Teamwork in factories and the interdependence of various enterprises make it impossible to deviate from the arrangements customary in the country or in the branch concerned and thus result in a unification and standardization of these arrangements. But this fact neither weakens nor eliminates the employees’ contribution in their setting up. For the individual workers they are, of course, an unalterable datum as the railroad’s timetable is for the individual traveler. But nobody would contend that in determining the timetable the company does not bother about the wishes of the potential customers. Its intention is precisely to serve as many of them as possible.

85

Η ερμηνεία της εξέλιξης του σύγχρονου βιομηχανικού συστήματος έχει νοθευτεί ολοκληρωτικά από την αντικαπιταλιστική προκατάληψη των κυβερνήσεων και των συγγραφέων και ιστορικών που αυτοχαρακτηρίζονται ως φιλεργατικοί. Υποστηρίζεται ότι η αύξηση των πραγματικών μισθών, η μείωση των ωρών εργασίας, η εξάλειψη της παιδικής εργασίας και ο περιορισμός της γυναικείας εργασίας υπήρξαν αποτέλεσμα της παρέμβασης των κυβερνήσεων και των εργατικών συνδικάτων, καθώς και της πίεσης της κοινής γνώμης που κινητοποίησαν ανθρωπιστές συγγραφείς. Αν δεν υπήρχαν αυτές οι παρεμβάσεις και πιέσεις, οι επιχειρηματίες και οι κεφαλαιούχοι θα είχαν διατηρήσει για τον εαυτό τους όλα τα πλεονεκτήματα που προέκυψαν από την αύξηση των επενδύσεων κεφαλαίου και τη συνακόλουθη βελτίωση των τεχνολογικών μεθόδων. Η άνοδος του βιοτικού επιπέδου των μισθωτών επιτεύχθηκε, επομένως, εις βάρος του «μη δεδουλευμένου» εισοδήματος των κεφαλαιούχων, των επιχειρηματιών και των γαιοκτημόνων. Θεωρείται εξαιρετικά επιθυμητή η συνέχιση αυτών των πολιτικών, οι οποίες ωφελούν τους πολλούς αποκλειστικά εις βάρος λίγων ιδιοτελών εκμεταλλευτών, καθώς και ο ολοένα μεγαλύτερος περιορισμός του άδικου μεριδίου των ιδιοκτητριών τάξεων.

The interpretation of the evolution of modern industrialism has been utterly vitiated by the anticapitalistic bias of governments and the masses and the allegedly prolabor writers and historians. The rise in real wage rates, the shortening of hours of work, the elimination of child labor, and the restriction of the labor of married women, it is asserted, were the result of the interference of governments and labor unions and the pressure of public opinion aroused by humanitarian authors. But for this interference and pressure the entrepreneurs and capitalists would have retained for themselves all the advantages derived from the increase in capital investment and the consequent improvement in technological methods. The rise in the wage earners’ standard of living was thus brought about at the expense of the “unearned” income of capitalists, entrepreneurs, and landowners. It is highly desirable to continue these policies, benefiting the many at the sole expense of a few selfish exploiters, and to reduce more and more the unfair take of the propertied classes.

86

Η ανακρίβεια αυτής της ερμηνείας είναι προφανής. Όλα τα μέτρα που περιορίζουν άμεσα ή έμμεσα την προσφορά εργασίας επιβαρύνουν τους κεφαλαιούχους στον βαθμό που αυξάνουν την οριακή παραγωγικότητα της εργασίας και μειώνουν την οριακή παραγωγικότητα των υλικών συντελεστών παραγωγής. Επειδή περιορίζουν την προσφορά εργασίας χωρίς να μειώνουν την προσφορά κεφαλαίου, αυξάνουν το μερίδιο που περιέρχεται στους μισθωτούς από το συνολικό καθαρό προϊόν της παραγωγικής προσπάθειας. Ωστόσο, θα μειωθεί και αυτό το συνολικό καθαρό προϊόν, και από τα ιδιαίτερα δεδομένα κάθε περίπτωσης εξαρτάται αν το αναλογικά μεγαλύτερο μερίδιο μιας μικρότερης πίτας θα είναι μεγαλύτερο ή μικρότερο από το αναλογικά μικρότερο μερίδιο μιας μεγαλύτερης πίτας.

Τα κέρδη και το επιτόκιο δεν επηρεάζονται άμεσα από τη μείωση της συνολικής προσφοράς εργασίας. Οι τιμές των υλικών συντελεστών παραγωγής μειώνονται και οι μισθοί ανά μονάδα επίδοσης του μεμονωμένου εργαζομένου —όχι κατ’ ανάγκην και ανά απασχολούμενο εργαζόμενο— αυξάνονται. Αυξάνονται επίσης οι τιμές των προϊόντων. Το αν όλες αυτές οι μεταβολές οδηγούν σε βελτίωση ή επιδείνωση του εισοδήματος του μέσου μισθωτού αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, πραγματολογικό ζήτημα που πρέπει να κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.

The incorrectness of this interpretation is obvious. All measures restricting the supply of labor directly or indirectly burden the capitalists as far as they increase the marginal productivity of labor and reduce the marginal productivity of the material factors of production. As they restrict the supply of labor without reducing the supply of capital, they increase the portion allotted to the wage earners out of the total net produce of the production effort. But this total net produce will drop too, and it depends on the specific data of each case whether the relatively greater quota of a smaller cake will be greater or smaller than the relatively smaller quota of a bigger cake. The rate of interest and profits are not directly affected by the shortening of the total supply of labor. The prices of material factors of production drop and wage rates per unit of the individual worker’s performance (not necessarily also per capita of the workers employed) rise. The prices of the products rise too. Whether all these changes result in an improvement or in a deterioration of the average wage earner’s income is, as has been said, a question of fact in each instance.

87

Ωστόσο, η παραδοχή μας ότι τέτοια μέτρα δεν επηρεάζουν την προσφορά υλικών συντελεστών παραγωγής είναι ανεπίτρεπτη. Η μείωση των ωρών εργασίας, ο περιορισμός της νυχτερινής εργασίας και ο περιορισμός της απασχόλησης ορισμένων κατηγοριών ανθρώπων παρεμποδίζουν τη χρησιμοποίηση ενός μέρους του διαθέσιμου εξοπλισμού και ισοδυναμούν με μείωση της προσφοράς κεφαλαίου. Η συνακόλουθη εντατικοποίηση της σπανιότητας των κεφαλαιουχικών αγαθών μπορεί να εξουδετερώσει πλήρως τη δυνητική άνοδο της οριακής παραγωγικότητας της εργασίας σε σχέση με την οριακή παραγωγικότητα των κεφαλαιουχικών αγαθών.

But our assumption that such measures do not affect the supply of material factors of production is impermissible. The shortening of the hours of work, the restriction of night work and of the employment of certain classes of people impair the utilization of a part of the equipment available and are tantamount to a drop in the supply of capital. The resulting intensification of the scarcity of capital goods may entirely undo the potential rise in the marginal productivity of labor as against the marginal productivity of capital goods.

88

Αν, ταυτόχρονα με την υποχρεωτική μείωση των ωρών εργασίας, οι αρχές ή τα συνδικάτα απαγορεύουν οποιαδήποτε αντίστοιχη μείωση των μισθών την οποία θα απαιτούσε η κατάσταση της αγοράς, ή αν προϋπάρχοντες θεσμοί εμποδίζουν μια τέτοια μείωση, εμφανίζονται τα αποτελέσματα που επιφέρει κάθε προσπάθεια διατήρησης των μισθών πάνω από το δυνητικό αγοραίο επίπεδό τους: θεσμική ανεργία.

If concomitantly with the compulsory shortening of the hours of work the authorities or the unions forbid any corresponding reduction in wage rates which the state of the market would require or if previously prevailing institutions prevent such a reduction, the effects appear which every attempt to keep wage rates at a height above the potential market rate brings about: institutional unemployment.

89

Η ιστορία του καπιταλισμού, όπως αυτός λειτούργησε κατά τα τελευταία διακόσια χρόνια στον χώρο του δυτικού πολιτισμού, αποτελεί καταγραφή μιας σταθερής ανόδου του βιοτικού επιπέδου των μισθωτών. Το εγγενές γνώρισμα του καπιταλισμού είναι ότι αποτελεί μαζική παραγωγή για μαζική κατανάλωση, κατευθυνόμενη από τα ενεργητικότερα και διορατικότερα άτομα, τα οποία επιδιώκουν ακατάπαυστα τη βελτίωση. Κινητήρια δύναμή του είναι το κίνητρο του κέρδους, η λειτουργία του οποίου εξαναγκάζει τον επιχειρηματία να παρέχει συνεχώς στους καταναλωτές περισσότερες, καλύτερες και φθηνότερες ανέσεις. Πλεόνασμα κερδών έναντι ζημιών μπορεί να εμφανιστεί μόνο σε μια προοδεύουσα οικονομία και μόνο στον βαθμό στον οποίο βελτιώνεται το βιοτικό επίπεδο των μαζών.13 Επομένως, ο καπιταλισμός είναι το σύστημα υπό το οποίο τα οξύτερα και ευκινητότερα πνεύματα ωθούνται να προάγουν, στον μέγιστο δυνατό βαθμό των ικανοτήτων τους, την ευημερία της βραδυκίνητης πλειονότητας.

The history of capitalism as it has operated in the last two hundred years in the realm of Western civilization is the record of a steady rise in the wage earners’ standard of living. The inherent mark of capitalism is that it is mass production for mass consumption directed by the most energetic and far-sighted individuals, unflaggingly aiming at improvement. Its driving force is the profit-motive the instrumentality of which forces the businessman constantly to provide the consumers with more, better, and cheaper amenities. An excess of profits over losses can appear only in a progressing economy and only to the extent to which the masses’ standard of living improves.[12] Thus capitalism is the system under which the keenest and most agile minds are driven to promote to the best of their abilities the welfare of the laggard many.

90

Στο πεδίο της ιστορικής εμπειρίας είναι αδύνατον να καταφύγουμε σε μετρήσεις. Εφόσον το χρήμα δεν αποτελεί μέτρο της αξίας και της ικανοποίησης των αναγκών, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη σύγκριση του βιοτικού επιπέδου ανθρώπων σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Ωστόσο, όλοι οι ιστορικοί των οποίων η κρίση δεν συγχέεται από ρομαντικές προκαταλήψεις συμφωνούν ότι η εξέλιξη του καπιταλισμού πολλαπλασίασε τον κεφαλαιουχικό εξοπλισμό σε κλίμακα που υπερέβη κατά πολύ την ταυτόχρονη αύξηση του πληθυσμού. Ο κεφαλαιουχικός εξοπλισμός, τόσο ανά κάτοικο όσο και ανά άτομο ικανό προς εργασία, είναι σήμερα απείρως μεγαλύτερος από ό,τι ήταν πριν από πενήντα, εκατό ή διακόσια χρόνια. Ταυτόχρονα, έχει σημειωθεί τεράστια αύξηση του μεριδίου που λαμβάνουν οι μισθωτοί από τη συνολική ποσότητα των παραγόμενων εμπορευμάτων, ποσότητα η οποία είναι καθαυτή πολύ μεγαλύτερη από ό,τι στο παρελθόν.

Η συνακόλουθη άνοδος του βιοτικού επιπέδου των μαζών είναι θαυμαστή σε σύγκριση με τις συνθήκες παλαιότερων εποχών. Σε εκείνες τις «ευτυχισμένες παλιές ημέρες», ακόμη και οι πλουσιότεροι άνθρωποι ζούσαν μια ζωή που πρέπει να χαρακτηριστεί στερημένη σε σύγκριση με το μέσο βιοτικό επίπεδο του σημερινού Αμερικανού ή Αυστραλού εργαζομένου. Ο καπιταλισμός, λέει ο Marx, επαναλαμβάνοντας απερίσκεπτα τους μύθους των εγκωμιαστών του Μεσαίωνα, έχει μια αναπόφευκτη τάση να εξαθλιώνει ολοένα περισσότερο τους εργαζομένους. Η αλήθεια είναι ότι ο καπιταλισμός έχει προσφέρει αφθονία στις μάζες των μισθωτών, οι οποίοι συχνά έκαναν ό,τι μπορούσαν για να υπονομεύσουν την υιοθέτηση εκείνων των καινοτομιών που καθιστούν τη ζωή τους περισσότερο ευχάριστη. Πόσο δυστυχής θα αισθανόταν ένας Αμερικανός εργαζόμενος αν αναγκαζόταν να ζήσει όπως ένας μεσαιωνικός άρχοντας και να στερηθεί τις εγκαταστάσεις ύδρευσης και αποχέτευσης και τις άλλες συσκευές που θεωρεί απλώς αυτονόητες!

In the field of historical experience it is impossible to resort to measurement. As money is no yardstick of value and want-satisfaction, it cannot be applied for comparing the standard of living of people in various periods of time. However, all historians whose judgment is not muddled by romantic prepossessions agree that the evolution of capitalism has multiplied capital equipment on a scale which far exceeded the synchronous increase in population figures. Capital equipment both per capita of the total population and per capita of those able to work is immensely larger today than fifty, a hundred, or two hundred years ago. Concomitantly there has been a tremendous increase in the quota which the wage earners receive out of the total amount of commodities produced, an amount which in itself is much bigger than in the past. The ensuing rise in the masses’ standard of living is miraculous when compared with the conditions of ages gone by. In those merry old days even the wealthiest people led an existence which must be called straightened when compared with the average standard of the American or Australian worker of our age. Capitalism, says Marx, unthinkingly repeating the fables of the eulogists of the Middle Ages, has an inevitable tendency to impoverish the workers more and more. The truth is that capitalism has poured a horn of plenty upon the masses of wage earners who frequently did all they could to sabotage the adoption of those innovations which render their life more agreeable. How uneasy an American worker would be if he were forced to live in the manor of a medieval lord and to miss the plumbing facilities and the other gadgets he simply takes for granted!

91

Η βελτίωση της υλικής ευημερίας του εργαζομένου μετέβαλε την αποτίμηση που αποδίδει στον ελεύθερο χρόνο. Επειδή είναι καλύτερα εφοδιασμένος με τις ανέσεις της ζωής, φθάνει νωρίτερα στο σημείο στο οποίο θεωρεί κάθε περαιτέρω αύξηση της απαρέσκειας της εργασίας κακό που δεν αντισταθμίζεται πλέον από την αναμενόμενη πρόσθετη έμμεση ικανοποίηση της εργασίας. Επιθυμεί να μειώσει τις ώρες της καθημερινής εργασίας του και να απαλλάξει τη σύζυγο και τα παιδιά του από τον μόχθο και τις δυσχέρειες της αμειβόμενης απασχόλησης.

Δεν ήταν η εργατική νομοθεσία και η συνδικαλιστική πίεση εκείνες που μείωσαν τις ώρες εργασίας και απομάκρυναν τις έγγαμες γυναίκες και τα παιδιά από τα εργοστάσια· ήταν ο καπιταλισμός, ο οποίος κατέστησε τον μισθωτό τόσο ευκατάστατο ώστε να μπορεί να αγοράζει περισσότερο ελεύθερο χρόνο για τον ίδιο και για τα εξαρτώμενα από αυτόν μέλη της οικογένειάς του. Η εργατική νομοθεσία του δέκατου ένατου αιώνα, σε γενικές γραμμές, δεν πέτυχε τίποτε περισσότερο από το να παράσχει νομική επικύρωση σε μεταβολές τις οποίες είχε ήδη επιφέρει η αλληλεπίδραση των παραγόντων της αγοράς. Στον βαθμό που προηγούνταν μερικές φορές της βιομηχανικής εξέλιξης, η ταχεία αύξηση του πλούτου αποκαθιστούσε σύντομα την κατάσταση. Στον βαθμό που οι υποτιθέμενοι φιλεργατικοί νόμοι επέβαλλαν μέτρα που δεν αποτελούσαν απλώς επικύρωση ήδη συντελεσμένων μεταβολών ή πρόβλεψη μεταβολών αναμενόμενων στο άμεσο μέλλον, έβλαπταν τα υλικά συμφέροντα των εργαζομένων.

The improvement in his material well-being has changed the worker’s valuation of leisure. Better supplied with the amenities of life as he is, he sooner reaches the point at which he looks upon any further increment in the disutility of labor as an evil which is no longer outweighed by the expected further increment in labor’s mediate gratification. He is eager to shorten the hours of daily work and to spare his wife and children the toil and trouble of gainful employment. It is not labor legislation and laborunion pressure that have shortened hours of work and withdrawn married women and children from the factories; it is capitalism, which has made the wage earner so prosperous that he is able to buy more leisure time for himself and his dependents. The nineteenth century’s labor legislation by and large achieved nothing more than to provide a legal ratification for changes which the interplay of market factors had brought about previously. As far as it sometimes went ahead of industrial evolution, the quick advance in wealth soon made things right again. As far as the allegedly prolabor laws decreed measures which were not merely the ratification of changes already effected or the anticipation of changes to be expected in the immediate future, they hurt the material interests of the workers.

92

Ο όρος «κοινωνικές κατακτήσεις» είναι απολύτως παραπλανητικός. Αν ο νόμος εξαναγκάζει εργαζομένους που θα προτιμούσαν να εργάζονται σαράντα οκτώ ώρες την εβδομάδα να μην προσφέρουν περισσότερες από σαράντα ώρες εργασίας ή αν εξαναγκάζει τους εργοδότες να υποβάλλονται σε ορισμένες δαπάνες προς όφελος των εργαζομένων, δεν ευνοεί τους εργαζομένους εις βάρος των εργοδοτών. Όποιες και αν είναι οι διατάξεις ενός νόμου περί κοινωνικής ασφάλισης, η τελική τους επιβάρυνση βαρύνει τον εργαζόμενο και όχι τον εργοδότη. Επηρεάζουν το ύψος των καθαρών αποδοχών· αν αυξάνουν την τιμή που πρέπει να καταβάλει ο εργοδότης για μια μονάδα επίδοσης πάνω από το δυνητικό αγοραίο επίπεδο, δημιουργούν θεσμική ανεργία.

Η κοινωνική ασφάλιση δεν επιβάλλει στους εργοδότες την υποχρέωση να δαπανούν περισσότερα για την αγορά εργασίας. Επιβάλλει στους μισθωτούς περιορισμούς ως προς τη δαπάνη του συνολικού τους εισοδήματος. Περιορίζει την ελευθερία του εργαζομένου να διευθετεί τα οικονομικά του νοικοκυριού του σύμφωνα με τις δικές του αποφάσεις.

The term “social gains” is utterly misleading. If the law forces workers who would prefer to work forty-eight hours a week not to give more than forty hours of work, or if it forces employers to incur certain expenses for the benefit of employees, it does not favor workers at the expense of employers. Whatever the provisions of a social security law may be, their incidence ultimately burdens the employee, not the employer. They affect the amount of take-home wages; if they raise the price the employer has to pay for a unit of performance above the potential market rate, they create institutional unemployment. Social security does not enjoin upon the employers the obligation to expend more in buying labor. It imposes upon, the wage earners a restriction concerning the spending of their total income. It curtails the worker’s freedom to arrange his household according to his own decisions.

93

Το αν ένα τέτοιο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης αποτελεί καλή ή κακή πολιτική είναι ουσιαστικά πολιτικό ζήτημα. Θα μπορούσε κανείς να επιχειρήσει να το δικαιολογήσει υποστηρίζοντας ότι οι μισθωτοί στερούνται της διορατικότητας και της ηθικής δύναμης που απαιτούνται για να προνοήσουν αυθόρμητα για το μέλλον τους. Τότε, όμως, δεν είναι εύκολο να σιγήσουν οι φωνές εκείνων που ρωτούν μήπως είναι παράδοξο να ανατίθεται η ευημερία του έθνους στις αποφάσεις εκλογέων τους οποίους ο ίδιος ο νόμος θεωρεί ανίκανους να διαχειριστούν τις προσωπικές τους υποθέσεις· μήπως είναι παράλογο να αναγορεύονται υπέρτατοι στη διακυβέρνηση άνθρωποι οι οποίοι είναι καταφανώς ανίκανοι να λειτουργήσουν χωρίς κηδεμόνα. Δεν είναι τυχαίο ότι η Γερμανία, η χώρα που εγκαινίασε το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, υπήρξε η κοιτίδα και των δύο μορφών της σύγχρονης απαξίωσης της δημοκρατίας, τόσο της μαρξικής όσο και της μη μαρξικής.

Whether such a system of social security is a good or a bad policy is essentially a political problem. One may try to justify it by declaring that the wage earners lack the insight and the moral strength to provide spontaneously for their own future. But then it is not easy to silence the voices of those who ask whether it is not paradoxical to entrust the nation’s welfare to the decisions of voters whom the law itself considers incapable of managing their own affairs; whether it is not absurd to make those people supreme in the conduct of government who are manifestly in need of a guardian to prevent them from spending their own income foolishly. Is it reasonable to assign to wards the right to elect their guardians? It is no accident that Germany, the country that inaugurated the social security system, was the cradle of both varieties of modern disparagement of democracy, the Marxian as well as the non-Marxian.

94

Παρατηρήσεις σχετικά με τη δημοφιλή ερμηνεία της «Βιομηχανικής Επανάστασης»

Remarks About the Popular Interpretation of the “Industrial Revolution”

95

Υποστηρίζεται γενικώς ότι η ιστορία του σύγχρονου βιομηχανικού συστήματος και ιδίως η ιστορία της βρετανικής «Βιομηχανικής Επανάστασης» παρέχουν εμπειρική επαλήθευση της «ρεαλιστικής» ή «θεσμικής» θεωρίας και καταρρίπτουν ολοκληρωτικά τον «αφηρημένο» δογματισμό των οικονομολόγων.14

It is generally asserted that the history of modern industrialism and especially the history of the British “Industrial Revolution” provide an empirical verification of the “realistic” or “institutional” doctrine and utterly explode the “abstract” dogmatism of the economists.[13]

96

Οι οικονομολόγοι αρνούνται κατηγορηματικά ότι τα εργατικά συνδικάτα και η φιλεργατική κυβερνητική νομοθεσία μπορούν ή μπόρεσαν να ωφελήσουν διαρκώς ολόκληρη την τάξη των μισθωτών και να αυξήσουν το βιοτικό της επίπεδο. Τα γεγονότα όμως, λένε οι αντίπαλοι της οικονομικής επιστήμης, έχουν ανασκευάσει αυτές τις πλάνες. Οι πολιτικοί και οι νομοθέτες που θέσπισαν τους εργοστασιακούς νόμους επέδειξαν ορθότερη κατανόηση της πραγματικότητας από τους οικονομολόγους. Ενώ η φιλοσοφία του laissez-faire δίδασκε, χωρίς οίκτο και συμπόνια, ότι τα βάσανα των εργαζόμενων μαζών ήταν αναπόφευκτα, η κοινή λογική των μη ειδικών κατόρθωσε να καταστείλει τις χειρότερες ακρότητες των επιχειρήσεων που επιδίωκαν το κέρδος. Η βελτίωση των συνθηκών των εργαζομένων αποτελεί εξ ολοκλήρου επίτευγμα των κυβερνήσεων και των εργατικών συνδικάτων.

The economists flatly deny that labor unions and government prolabor legislation can and did lastingly benefit the whole class of wage earners and raise their standard of living. But the facts, say the anti-economists, have refuted these fallacies. The statesman and legislators who enacted the factory acts displayed a better insight into reality than the economists. While laissez-faire philosophy, without pity and compassion, taught that the sufferings of the toiling masses are unavoidable, the commonsense of laymen succeeded in quelling the worst excesses of profit-seeking business. The improvement in the conditions of the workers is entirely an achievement of governments and labor unions.

97

Τέτοιες είναι οι ιδέες που διαποτίζουν τις περισσότερες ιστορικές μελέτες σχετικά με την εξέλιξη του σύγχρονου βιομηχανικού συστήματος. Οι συγγραφείς αρχίζουν σκιαγραφώντας μια ειδυλλιακή εικόνα των συνθηκών που επικρατούσαν την παραμονή της «Βιομηχανικής Επανάστασης». Την εποχή εκείνη, μας λένε, η κατάσταση ήταν σε γενικές γραμμές ικανοποιητική. Οι αγρότες ήταν ευτυχισμένοι. Το ίδιο και οι βιομηχανικοί εργάτες στο πλαίσιο του οικοτεχνικού συστήματος. Εργάζονταν στις δικές τους κατοικίες και απολάμβαναν ορισμένη οικονομική ανεξαρτησία, επειδή διέθεταν ένα μικρό περιβόλι και τα εργαλεία τους. Έπειτα, όμως, «η Βιομηχανική Επανάσταση έπεσε πάνω σε αυτούς τους ανθρώπους σαν πόλεμος ή επιδημία».15 Το εργοστασιακό σύστημα μετέτρεψε τον ελεύθερο εργαζόμενο σε ουσιαστικό δούλο· υποβάθμισε το βιοτικό του επίπεδο στο επίπεδο της απλής συντήρησης· στοιβάζοντας γυναίκες και παιδιά στα εργοστάσια, κατέστρεψε την οικογενειακή ζωή και υπονόμευσε τα ίδια τα θεμέλια της κοινωνίας, της ηθικής και της δημόσιας υγείας. Μια μικρή μειονότητα αδίστακτων εκμεταλλευτών είχε κατορθώσει με πανουργία να επιβάλει τον ζυγό της στη συντριπτική πλειονότητα.

Such are the ideas permeating most of the historical studies dealing with the evolution of modern industrialism. The authors begin by sketching an idyllic image of conditions as they prevailed on the eve of the “Industrial Revolution.” At that time, they tell us, things were, by and large, satisfactory. The peasants were happy. So also were the industrial workers under the domestic system. They worked in their own cottages and enjoyed a certain economic independence since they owned a garden plot and their tools. But then “the Industrial Revolution fell like a war or a plague” on these people.[14] The factory system reduced the free worker to virtual slavery; it lowered his standard of living to the level of bare subsistence; in cramming women and children into the mills it destroyed family life and sapped the very foundations of society, morality, and public health. A small minority of ruthless exploiters had cleverly succeeded in imposing their yoke upon the immense majority.

98

Η αλήθεια είναι ότι οι οικονομικές συνθήκες ήταν εξαιρετικά μη ικανοποιητικές την παραμονή της Βιομηχανικής Επανάστασης. Το παραδοσιακό κοινωνικό σύστημα δεν ήταν αρκετά ευέλικτο ώστε να καλύπτει τις ανάγκες ενός ταχέως αυξανόμενου πληθυσμού. Ούτε η γεωργία ούτε οι συντεχνίες μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα πρόσθετα εργατικά χέρια. Οι επιχειρήσεις ήταν εμποτισμένες με το κληρονομημένο πνεύμα των προνομίων και του αποκλειστικού μονοπωλίου· τα θεσμικά τους θεμέλια ήταν οι άδειες και η παραχώρηση μονοπωλιακών προνομίων· η φιλοσοφία τους ήταν ο περιορισμός και η απαγόρευση τόσο του εγχώριου όσο και του εξωτερικού ανταγωνισμού.

Ο αριθμός των ανθρώπων για τους οποίους δεν απέμενε πλέον θέση στο άκαμπτο σύστημα του πατερναλισμού και της κυβερνητικής κηδεμονίας των επιχειρήσεων αυξανόταν γρήγορα. Ήταν ουσιαστικά απόκληροι. Η απαθής πλειονότητα αυτών των εξαθλιωμένων ανθρώπων ζούσε από τα ψίχουλα που έπεφταν από τα τραπέζια των κατεστημένων καστών. Κατά την περίοδο του θερισμού κέρδιζαν ένα ευτελές ποσό προσφέροντας περιστασιακή βοήθεια στα αγροκτήματα· κατά τα λοιπά, εξαρτώνταν από την ιδιωτική φιλανθρωπία και την κοινοτική πρόνοια για τους απόρους. Χιλιάδες από τους πλέον εύρωστους νέους αυτών των στρωμάτων στρατολογούνταν διά της βίας στον Βασιλικό Στρατό και στο Βασιλικό Ναυτικό· πολλοί σκοτώνονταν ή ακρωτηριάζονταν στη μάχη· πολύ περισσότεροι πέθαιναν άδοξα από τις κακουχίες της βάρβαρης πειθαρχίας, από τροπικές ασθένειες ή από σύφιλη.16 Άλλες χιλιάδες, οι τολμηρότεροι και αδίστακτοι της τάξης τους, περιφέρονταν στη χώρα ως πλάνητες, ζητιάνοι, αλήτες, ληστές και πόρνες. Οι αρχές δεν γνώριζαν άλλο τρόπο αντιμετώπισης αυτών των ανθρώπων πέρα από τα πτωχοκομεία και τα ιδρύματα καταναγκαστικής εργασίας. Η υποστήριξη που παρείχε η κυβέρνηση στη λαϊκή δυσαρέσκεια εναντίον της εισαγωγής νέων εφευρέσεων και μηχανισμών εξοικονόμησης εργασίας καθιστούσε την κατάσταση εντελώς απελπιστική.

The truth is that economic conditions were highly unsatisfactory on the eve of the Industrial Revolution. The traditional social system was not elastic enough to provide for the needs of a rapidly increasing population. Neither farming nor the guilds had any use for the additional hands. Business was imbued with the inherited spirit of privilege and exclusive monopoly; its institutional foundations were licenses and the grant of a patent of monopoly; its philosophy was restriction and the prohibition of competition both domestic and foreign. The number of people for whom there was no room left in the rigid system of paternalism and government tutelage of business grew rapidly. They were virtually outcasts. The apathetic majority of these wretched people lived from the crumbs that fell from the tables of the established castes. In the harvest season they earned a trifle by occasional help on farms; for the rest they depended upon private charity and communal poor relief. Thousands of the most vigorous youths of these strata were pressed into the service of the Royal Army and Navy; many of them were killed or maimed in action; many more perished ingloriously from the hardships of the barbarous discipline, from tropical diseases, or from syphilis.[15] Other thousands, the boldest and most ruthless of their class, infested the country as vagabonds, beggars, tramps, robbers, and prostitutes. The authorities did not know of any means to cope with these individuals other than the poorhouse and the workhouse. The support the government gave to the popular resentment against the introduction of new inventions and labor-saving devices made things quite hopeless.

99

Το εργοστασιακό σύστημα αναπτύχθηκε μέσα από έναν αδιάκοπο αγώνα εναντίον αναρίθμητων εμποδίων. Έπρεπε να αντιμετωπίσει τις λαϊκές προκαταλήψεις, τα παγιωμένα έθιμα, τους νομικά δεσμευτικούς κανόνες και κανονισμούς, την εχθρότητα των αρχών, τα κεκτημένα συμφέροντα των προνομιούχων ομάδων και τον φθόνο των συντεχνιών. Ο κεφαλαιουχικός εξοπλισμός των επιμέρους επιχειρήσεων ήταν ανεπαρκής, ενώ η εξασφάλιση πιστώσεων ήταν εξαιρετικά δύσκολη και δαπανηρή. Έλειπε η τεχνολογική και εμπορική πείρα. Οι περισσότεροι ιδιοκτήτες εργοστασίων απέτυχαν· συγκριτικά λίγοι πέτυχαν. Τα κέρδη ήταν μερικές φορές σημαντικά, αλλά το ίδιο συνέβαινε και με τις ζημίες. Χρειάστηκαν πολλές δεκαετίες μέχρι η συνήθης πρακτική της επανεπένδυσης του μεγαλύτερου μέρους των πραγματοποιούμενων κερδών να συσσωρεύσει επαρκές κεφάλαιο για τη διεξαγωγή των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων σε ευρύτερη κλίμακα.

The factory system developed in a continuous struggle against innumerable obstacles. It had to fight popular prejudice, old established customs, legally binding rules and regulations, the animosity of the authorities, the vested interests of privileged groups, the envy of the guilds. The capital equipment of the individual firms was insufficient, the provision of credit extremely difficult and costly. Technological and commercial experience was lacking. Most factory owners failed; comparatively few succeeded. Profits were sometimes considerable, but so were losses. It took many decades until the common practice of reinvesting the greater part of profits earned accumulated adequate capital for the conduct of affairs on a broader scale.

100

Το γεγονός ότι τα εργοστάσια μπόρεσαν να ευημερήσουν παρά όλα αυτά τα εμπόδια οφειλόταν σε δύο λόγους. Πρώτον, υπήρχαν οι διδασκαλίες της νέας κοινωνικής φιλοσοφίας που ανέπτυξαν οι οικονομολόγοι. Αυτοί κατεδάφισαν το κύρος του μερκαντιλισμού (εμποροκρατίας), του πατερναλισμού και του περιοριστισμού. Κατέρριψαν τη δεισιδαιμονική πεποίθηση ότι οι μηχανισμοί και οι μέθοδοι εξοικονόμησης εργασίας προκαλούν ανεργία και καταδικάζουν όλους τους ανθρώπους στη φτώχεια και στην παρακμή. Οι οικονομολόγοι του laissez-faire υπήρξαν οι πρωτοπόροι των πρωτοφανών τεχνολογικών επιτευγμάτων των τελευταίων διακοσίων ετών.

That the factories could thrive in spite of all these hindrances was due to two reasons. First there were the teachings of the new social philosophy expounded by the economists. They demolished the prestige of Mercantilism, paternalism, and restrictionism. They exploded the superstitious belief that labor-saving devices and processes cause unemployment and reduce all people to poverty and decay. The laissez-faire economists were the pioneers of the unprecedented technological achievements of the last two hundred years.

101

Υπήρχε κατόπιν ένας ακόμη παράγοντας που αποδυνάμωσε την αντίσταση στις καινοτομίες. Τα εργοστάσια απάλλαξαν τις αρχές και την κυρίαρχη έγγεια αριστοκρατία από ένα δυσάρεστο πρόβλημα που είχε καταστεί υπερβολικά μεγάλο για να το αντιμετωπίσουν. Εξασφάλισαν τα μέσα συντήρησης στις μάζες των απόρων. Άδειασαν τα πτωχοκομεία, τα ιδρύματα καταναγκαστικής εργασίας και τις φυλακές. Μετέτρεψαν τους λιμοκτονούντες ζητιάνους σε αυτοσυντηρούμενους βιοπαλαιστές.

Then there was another factor that weakened the opposition to innovations. The factories freed the authorities and the ruling landed aristocracy from an embarrassing problem that had grown too large for them. They provided sustenance for the masses of paupers. They emptied the poor houses, the workhouses, and the prisons. They converted starving beggars into self-supporting breadwinners.

102

Οι ιδιοκτήτες εργοστασίων δεν είχαν τη δύναμη να εξαναγκάσουν κανέναν να αναλάβει εργοστασιακή εργασία. Μπορούσαν να προσλάβουν μόνο ανθρώπους πρόθυμους να εργαστούν με τους μισθούς που τους προσέφεραν. Όσο χαμηλοί και αν ήταν αυτοί οι μισθοί, ήταν εντούτοις πολύ υψηλότεροι από όσα μπορούσαν να κερδίσουν οι άποροι σε οποιονδήποτε άλλο διαθέσιμο σε αυτούς τομέα. Αποτελεί διαστρέβλωση των γεγονότων ο ισχυρισμός ότι τα εργοστάσια απομάκρυναν τις νοικοκυρές από τα δωμάτια των παιδιών και τις κουζίνες και τα παιδιά από το παιχνίδι τους. Αυτές οι γυναίκες δεν είχαν τίποτε για να μαγειρέψουν και να θρέψουν τα παιδιά τους. Αυτά τα παιδιά ήταν άπορα και λιμοκτονούσαν. Το μοναδικό τους καταφύγιο ήταν το εργοστάσιο. Αυτό τα έσωσε, με την κυριολεκτική έννοια του όρου, από τον θάνατο λόγω ασιτίας.

The factory owners did not have the power to compel anybody to take a factory job. They could only hire people who were ready to work for the wages offered to them. Low as these wage rates were, they were nonetheless much more than these paupers could earn in any other field open to them. It is a distortion of facts to say that the factories carried off the housewives from the nurseries and the kitchens and the children from their play. These women had nothing to cook with and to feed their children. These children were destitute and starving. Their only refuge was the factory. It saved them, in the strict sense of the term, from death by starvation.

103

Είναι θλιβερό το γεγονός ότι υπήρχαν τέτοιες συνθήκες. Αν όμως κάποιος θέλει να κατηγορήσει τους υπευθύνους, δεν πρέπει να κατηγορήσει τους ιδιοκτήτες των εργοστασίων, οι οποίοι —ωθούμενοι, βεβαίως, από ιδιοτέλεια και όχι από «αλτρουισμό»— έκαναν ό,τι μπορούσαν για να εξαλείψουν αυτά τα δεινά. Εκείνο που είχε προκαλέσει τα δεινά ήταν η οικονομική τάξη της προκαπιταλιστικής εποχής, η τάξη των «παλιών καλών ημερών».

It is deplorable that such conditions existed. But if one wants to blame those responsible, one must not blame the factory owners who—driven by selfishness, of course, and not by “altruism”—did all they could to eradicate the evils. What had caused these evils was the economic order of the precapitalistic era, the order of the “good old days.”

104

Κατά τις πρώτες δεκαετίες της Βιομηχανικής Επανάστασης, το βιοτικό επίπεδο των εργατών των εργοστασίων ήταν συγκλονιστικά χαμηλό σε σύγκριση με τις τότε συνθήκες των ανώτερων τάξεων και με τις σημερινές συνθήκες των βιομηχανικών μαζών. Οι ώρες εργασίας ήταν πολλές και οι συνθήκες υγιεινής στα εργαστήρια αξιοθρήνητες. Η εργασιακή ικανότητα του ατόμου εξαντλούνταν γρήγορα. Παραμένει όμως το γεγονός ότι, για τον πλεονάζοντα πληθυσμό τον οποίο το κίνημα των περιφράξεων είχε καταδικάσει σε έσχατη εξαθλίωση και για τον οποίο κυριολεκτικά δεν απέμενε χώρος στο πλαίσιο του επικρατούντος συστήματος παραγωγής, η εργασία στα εργοστάσια αποτελούσε σωτηρία. Αυτοί οι άνθρωποι συνέρρεαν στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις για κανέναν άλλο λόγο πέρα από την επιθυμία τους να βελτιώσουν το βιοτικό τους επίπεδο.

In the first decades of the Industrial Revolution the standard of living of the factory workers was shockingly bad when compared with the contemporary conditions of the upper classes and with the present conditions of the industrial masses. Hours of work were long, the sanitary conditions in the workshops deplorable. The individual’s capacity to work was used up rapidly. But the fact remains that for the surplus population which the enclosure movement had reduced to dire wretchedness and for which there was literally no room left in the frame of the prevailing system of production, work in the factories was salvation. These people thronged into the plants for no reason other than the urge to improve their standard of living.

105

Η ιδεολογία του laissez-faire και το επακόλουθό της, η «Βιομηχανική Επανάσταση», κατεδάφισαν τα ιδεολογικά και θεσμικά εμπόδια στην πρόοδο και στην ευημερία. Κατέλυσαν την κοινωνική τάξη στο πλαίσιο της οποίας ένας διαρκώς αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων ήταν καταδικασμένος σε έσχατη ένδεια και στέρηση. Οι μεταποιητικοί κλάδοι των προηγούμενων εποχών εξυπηρετούσαν σχεδόν αποκλειστικά τις ανάγκες των ευκατάστατων. Η επέκτασή τους περιοριζόταν από την ποσότητα των ειδών πολυτελείας που μπορούσαν να αγοράσουν τα πλουσιότερα στρώματα του πληθυσμού. Όσοι δεν ασχολούνταν με την παραγωγή πρωτογενών αγαθών μπορούσαν να εξασφαλίσουν τα προς το ζην μόνο στον βαθμό που οι ανώτερες τάξεις ήταν διατεθειμένες να χρησιμοποιούν τις δεξιότητες και τις υπηρεσίες τους.

Τώρα, όμως, άρχισε να λειτουργεί μια διαφορετική αρχή. Το εργοστασιακό σύστημα εγκαινίασε έναν νέο τρόπο τόσο εμπορίας όσο και παραγωγής. Χαρακτηριστικό γνώρισμά του ήταν ότι τα βιομηχανικά προϊόντα δεν προορίζονταν μόνο για την κατανάλωση λίγων ευκατάστατων ανθρώπων αλλά για την κατανάλωση εκείνων που μέχρι τότε διαδραμάτιζαν αμελητέο μόνο ρόλο ως καταναλωτές. Σκοπός του εργοστασιακού συστήματος ήταν η παραγωγή φθηνών αγαθών για τους πολλούς. Το κλασικό εργοστάσιο των πρώτων χρόνων της Βιομηχανικής Επανάστασης ήταν το κλωστήριο βάμβακος. Τα βαμβακερά προϊόντα που παρήγε δεν ήταν αγαθά τα οποία ζητούσαν οι πλούσιοι. Οι εύποροι αυτοί άνθρωποι παρέμεναν προσκολλημένοι στο μετάξι, στο λινό και στη βατίστα.

Κάθε φορά που το εργοστάσιο, με τις μεθόδους μαζικής παραγωγής μέσω μηχανοκίνητων μηχανών, εισερχόταν σε έναν νέο κλάδο παραγωγής, άρχιζε με την παραγωγή φθηνών αγαθών για τις ευρείες μάζες. Τα εργοστάσια στράφηκαν στην παραγωγή περισσότερο εκλεπτυσμένων και, συνεπώς, ακριβότερων αγαθών μόνο σε μεταγενέστερο στάδιο, όταν η πρωτοφανής βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των μαζών που τα ίδια είχαν προκαλέσει κατέστησε επικερδή την εφαρμογή των μεθόδων μαζικής παραγωγής και σε αυτά τα καλύτερης ποιότητας είδη. Έτσι, για παράδειγμα, τα εργοστασιακά υποδήματα αγοράζονταν επί πολλά χρόνια μόνο από τους «προλετάριους», ενώ οι πλουσιότεροι καταναλωτές εξακολουθούσαν να προτιμούν τους υποδηματοποιούς κατά παραγγελία. Τα πολυσυζητημένα εργαστήρια εξαντλητικής εργασίας δεν παρήγαν ενδύματα για τους πλούσιους, αλλά για ανθρώπους περιορισμένων οικονομικών μέσων. Οι κομψές κυρίες και οι ευγενείς προτιμούσαν, και εξακολουθούν να προτιμούν, φορέματα και κοστούμια κατά παραγγελία.

The laissez-faire ideology and its offshoot, the “Industrial Revolution,” blasted the ideological and institutional barriers to progress and welfare. They demolished the social order in which a constantly increasing number of people were doomed to abject need and destitution. The processing trades of earlier ages had almost exclusively catered to the wants of the well-to-do. Their expansion was limited by the amount of luxuries the wealthier strata of the population could afford. Those not engaged in the production of primary commodities could earn a living only as far as the upper classes were disposed to utilize their skill and services. But now a different principle came into operation. The factory system inaugurated a new mode of marketing as well as of production. Its characteristic feature was that the manufactures were not designed for the consumption of a few well-to-do only, but for the consumption of those who had hitherto played but a negligible role as consumers. Cheap things for the many, was the objective of the factory system. The classical factory of the early days of the Industrial Revolution was the cotton mill. Now, the cotton goods it turned out were not something the rich were asking for. These wealthy people clung to silk, linen, and cambric. Whenever the factory with its methods of mass production by means of power-driven machines invaded a new branch of production, it started with the production of cheap goods for the broad masses. The factories turned to the production of more refined and therefore more expensive goods only at a later stage, when the unprecedented improvement in the masses’ standard of living which they caused made it profitable to apply the methods of mass production also to these better articles. Thus, for instance, the factory-made shoe was for many years bought only by the “proletarians” while the wealthier consumers continued to patronize the custom shoemakers. The much talked about sweatshops did not produce clothes for the rich, but for people in modest circumstances. The fashionable ladies and gentlemen preferred and still do prefer custom-made frocks and suits.

106

Το εξέχον γεγονός της Βιομηχανικής Επανάστασης είναι ότι εγκαινίασε μια εποχή μαζικής παραγωγής για τις ανάγκες των μαζών. Οι μισθωτοί δεν είναι πλέον άνθρωποι που μοχθούν αποκλειστικά για την ευημερία άλλων. Είναι οι ίδιοι οι κύριοι καταναλωτές των προϊόντων που παράγουν τα εργοστάσια. Οι μεγάλες επιχειρήσεις εξαρτώνται από τη μαζική κατανάλωση. Στη σημερινή Αμερική δεν υπάρχει ούτε ένας κλάδος μεγάλων επιχειρήσεων που να μην εξυπηρετεί τις ανάγκες των μαζών. Η ίδια η αρχή της καπιταλιστικής επιχειρηματικότητας συνίσταται στην εξυπηρέτηση του κοινού ανθρώπου. Υπό την ιδιότητά του ως καταναλωτή, ο κοινός άνθρωπος είναι ο κυρίαρχος, του οποίου η αγορά ή η αποχή από την αγορά αποφασίζει την τύχη των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Στην οικονομία της αγοράς δεν υπάρχει άλλος τρόπος απόκτησης και διατήρησης του πλούτου πέρα από την καλύτερη και φθηνότερη δυνατή προμήθεια των μαζών με όλα τα αγαθά που ζητούν.

The outstanding fact about the Industrial Revolution is that it opened an age of mass production for the needs of the masses. The wage earners are no longer people toiling merely for other people’s well-being. They themselves are the main consumers of the products the factories turn out. Big business depends upon mass consumption. There is, in present-day America, not a single branch of big business that would not cater to the needs of the masses. The very principle of capitalist entrepreneurship is to provide for the common man. In his capacity as consumer the common man is the sovereign whose buying or abstention from buying decides the fate of entrepreneurial activities. There is in the market economy no other means of acquiring and preserving wealth than by supplying the masses in the best and cheapest way with all the goods they ask for.

107

Τυφλωμένοι από τις προκαταλήψεις τους, πολλοί ιστορικοί και συγγραφείς απέτυχαν εντελώς να αναγνωρίσουν αυτό το θεμελιώδες γεγονός. Κατά την άποψή τους, οι μισθωτοί μοχθούν προς όφελος άλλων ανθρώπων. Ποτέ δεν θέτουν το ερώτημα ποιοι είναι αυτοί οι «άλλοι» άνθρωποι.

Blinded by their prejudices, many historians and writers have entirely failed to recognize this fundamental fact. As they see it, wage earners toil for the benefit of other people. They never raise the question who these “other” people are.

108

Ο κύριος και η κυρία Hammond μάς λένε ότι οι εργαζόμενοι ήταν ευτυχέστεροι το 1760 από ό,τι το 1830.17 Πρόκειται για αυθαίρετη αξιολογική κρίση. Δεν υπάρχει κανένα μέσο σύγκρισης και μέτρησης της ευτυχίας διαφορετικών ανθρώπων ή των ίδιων ανθρώπων σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Θα μπορούσαμε, χάριν της συζήτησης, να δεχτούμε ότι ένα άτομο που γεννήθηκε το 1740 ήταν ευτυχέστερο το 1760 από ό,τι το 1830. Ας μην ξεχνούμε, όμως, ότι το 1770 —σύμφωνα με την εκτίμηση του Arthur Young— η Αγγλία είχε 8,5 εκατομμύρια κατοίκους, ενώ το 1831 —σύμφωνα με την απογραφή— ο αριθμός ανερχόταν σε 16 εκατομμύρια.18 Αυτή η εντυπωσιακή αύξηση κατέστη δυνατή κυρίως χάρη στη Βιομηχανική Επανάσταση. Όσον αφορά αυτούς τους επιπλέον Άγγλους, ο ισχυρισμός των διακεκριμένων ιστορικών μπορεί να γίνει αποδεκτός μόνο από εκείνους που συμμερίζονται τους μελαγχολικούς στίχους του Σοφοκλή: «Το να μη γεννηθεί κανείς είναι, πέρα από κάθε αμφιβολία, το καλύτερο· όταν όμως ένας άνθρωπος έχει ήδη αντικρίσει το φως της ημέρας, το αμέσως καλύτερο είναι να επιστρέψει το ταχύτερο στον τόπο από τον οποίο ήρθε».

Mr. and Mrs. Hammond tell us that the workers were happier in 1760 than they were in 1830.[16] This is an arbitrary value judgment. There is no means of comparing and measuring the happiness of different people and of the same people at different times. We may agree for the sake of argument that an individual who was born in 1740 was happier in 1760 than in 1830. But let us not forget that in 1770 (according to the estimate of Arthur Young) England had 8.5 million inhabitants, while in 1831 (according to the census) the figure was 16 million.[17] This conspicuous increase was mainly conditioned by the Industrial Revolution. With regard to these additional Englishmen the assertion of the eminent historians can only be approved by those who endorse the melancholy verses of Sophocles: “Not to be born is, beyond all question, the best; but when a man has once seen the light of day, this is next best, that speedily he should return to that place whence he came.”

109

Οι πρώτοι βιομήχανοι ήταν, ως επί το πλείστον, άνθρωποι που προέρχονταν από τα ίδια κοινωνικά στρώματα από τα οποία προέρχονταν και οι εργαζόμενοί τους. Ζούσαν πολύ λιτά, δαπανούσαν μόνο ένα μικρό μέρος των απολαβών τους για τα νοικοκυριά τους και επανεπένδυαν το υπόλοιπο στην επιχείρηση. Καθώς, όμως, οι επιχειρηματίες γίνονταν πλουσιότεροι, οι γιοι των επιτυχημένων επιχειρηματιών άρχισαν να διεισδύουν στους κύκλους της κυρίαρχης τάξης. Οι ευγενείς φθονούσαν τον πλούτο των νεόπλουτων και δυσανασχετούσαν με τη συμπάθειά τους προς το μεταρρυθμιστικό κίνημα. Αντεπιτέθηκαν διερευνώντας τις υλικές και ηθικές συνθήκες των εργατών των εργοστασίων και θεσπίζοντας εργοστασιακή νομοθεσία.

The early industrialists were for the most part men who had their origin in the same social strata from which their workers came. They lived very modestly, spent only a fraction of their earnings for their households and put the rest back into the business. But as the entrepreneurs grew richer, the sons of successful businessmen began to intrude into the circles of the ruling class. The highborn gentlemen envied the wealth of the parvenus and resented their sympathies with the reform movement. They hit back by investigating the material and moral conditions of the factory hands and enacting factory legislation.

110

Η ιστορία του καπιταλισμού στη Μεγάλη Βρετανία, όπως και σε όλες τις άλλες καπιταλιστικές χώρες, αποτελεί καταγραφή μιας αδιάκοπης τάσης βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου των μισθωτών. Αυτή η εξέλιξη συνέπεσε, αφενός, με την ανάπτυξη της φιλεργατικής νομοθεσίας και την εξάπλωση του εργατικού συνδικαλισμού και, αφετέρου, με την αύξηση της οριακής παραγωγικότητας της εργασίας. Οι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η βελτίωση των υλικών συνθηκών των εργαζομένων οφείλεται στην αύξηση της κατά κεφαλήν ποσότητας του επενδεδυμένου κεφαλαίου και στα τεχνολογικά επιτεύγματα που κατέστησε δυνατά η χρησιμοποίηση αυτού του πρόσθετου κεφαλαίου.

Στον βαθμό που η εργατική νομοθεσία και η συνδικαλιστική πίεση δεν υπερέβαιναν τα όρια όσων θα είχαν αποκτήσει οι εργαζόμενοι χωρίς αυτές, ως αναγκαία συνέπεια της επιτάχυνσης της συσσώρευσης κεφαλαίου σε σχέση με την αύξηση του πληθυσμού, ήταν περιττές. Στον βαθμό που υπερέβαιναν αυτά τα όρια, ήταν επιζήμιες για τα συμφέροντα των μαζών. Καθυστερούσαν τη συσσώρευση κεφαλαίου, επιβραδύνοντας έτσι την τάση ανόδου της οριακής παραγωγικότητας της εργασίας και των μισθών. Παραχωρούσαν προνόμια σε ορισμένες ομάδες μισθωτών εις βάρος άλλων ομάδων. Δημιουργούσαν μαζική ανεργία και μείωναν την ποσότητα των προϊόντων που ήταν διαθέσιμα στους εργαζομένους υπό την ιδιότητά τους ως καταναλωτών.

The history of capitalism in Great Britain as well as in all other capitalist countries is a record of an unceasing tendency toward the improvement in the wage earners’ standard of living. This evolution coincided with the development of prolabor legislation and the spread of labor unionism on the one hand and with the increase in the marginal productivity of labor on the other hand. The economists assert that the improvement in the workers’ material conditions is due to the increase in the per capita quota of capital invested and the technological achievements which the employment of this additional capital brought about. As far as labor legislation and union pressure did not exceed the limits of what the workers would have got without them as a necessary consequence of the acceleration of capital accumulation as compared with population, they were superfluous. As far as they exceeded these limits, they were harmful to the interests of the masses. They delayed the accumulation of capital thus slowing down the tendency toward a rise in the marginal productivity of labor and in wage rates. They conferred privileges on some groups of wage earners at the expense of other groups. They created mass unemployment and decreased the amount of products available for the workers in their capacity as consumers.

111

Οι απολογητές της κυβερνητικής παρέμβασης στις επιχειρήσεις και του εργατικού συνδικαλισμού αποδίδουν όλες τις βελτιώσεις των συνθηκών των εργαζομένων στις ενέργειες των κυβερνήσεων και των συνδικάτων. Αν δεν υπήρχαν αυτά, υποστηρίζουν, το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων δεν θα ήταν σήμερα υψηλότερο από ό,τι ήταν κατά τα πρώτα χρόνια του εργοστασιακού συστήματος.

The apologists of government interference with business and of labor unionism ascribe all the improvements in the conditions of the workers to the actions of governments and unions. Except for them, they contend, the workers’ standard of living would be no higher today than it was in the early years of the factory system.

112

Είναι προφανές ότι αυτή η διαμάχη δεν μπορεί να επιλυθεί με επίκληση της ιστορικής εμπειρίας. Όσον αφορά τη διαπίστωση των γεγονότων, δεν υπάρχει διαφωνία μεταξύ των δύο πλευρών. Η αντίθεσή τους αφορά την ερμηνεία των γεγονότων, και αυτή η ερμηνεία πρέπει να καθοδηγείται από τη θεωρία που έχει επιλεγεί. Οι επιστημολογικές και λογικές εκτιμήσεις που καθορίζουν την ορθότητα ή την ανακρίβεια μιας θεωρίας προηγούνται λογικά και χρονικά της διασαφήνισης του σχετικού ιστορικού προβλήματος. Τα ιστορικά γεγονότα καθαυτά ούτε αποδεικνύουν ούτε διαψεύδουν οποιαδήποτε θεωρία. Πρέπει να ερμηνεύονται υπό το φως της θεωρητικής γνώσης.

It is obvious that this controversy cannot be settled by appeal to historical experience. With regard to the establishment of the facts there is no disagreement between the two groups. Their antagonism concerns the interpretation of events, and this interpretation must be guided by the theory chosen. The epistemological and logical considerations which determine the correctness or incorrectness of a theory are logically and temporally antecedent to the elucidation of the historical problem involved. The historical facts as such neither prove nor disprove any theory. They need to be interpreted in the light of theoretical insight.

113

Οι περισσότεροι συγγραφείς που έγραψαν την ιστορία των συνθηκών εργασίας υπό τον καπιταλισμό αγνοούσαν την οικονομική επιστήμη και υπερηφανεύονταν για αυτή την άγνοια. Ωστόσο, αυτή η περιφρόνηση για την ορθή οικονομική συλλογιστική δεν σήμαινε ότι προσέγγιζαν το αντικείμενο των μελετών τους χωρίς προειλημμένες αντιλήψεις και χωρίς μεροληψία υπέρ κάποιας θεωρίας. Καθοδηγούνταν από τις δημοφιλείς πλάνες σχετικά με την κυβερνητική παντοδυναμία και τις υποτιθέμενες ευεργετικές συνέπειες του εργατικού συνδικαλισμού. Είναι αναμφισβήτητο ότι τόσο οι Webb όσο και ο Lujo Brentano, μαζί με πλήθος ελασσόνων συγγραφέων, ήταν ήδη από την έναρξη των μελετών τους εμποτισμένοι με φανατική αποστροφή προς την οικονομία της αγοράς και ενθουσιώδη αποδοχή των θεωριών του σοσιαλισμού και του παρεμβατισμού.

Ήταν ασφαλώς έντιμοι και ειλικρινείς στις πεποιθήσεις τους και προσπαθούσαν να κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούσαν. Η ειλικρίνεια και η εντιμότητά τους μπορεί να τους απαλλάσσουν ως άτομα· δεν τους απαλλάσσουν όμως ως ιστορικούς. Όσο αγνές και αν είναι οι προθέσεις ενός ιστορικού, δεν υπάρχει δικαιολογία για την προσφυγή του σε εσφαλμένες θεωρίες. Πρώτο καθήκον του ιστορικού είναι να εξετάζει με τη μέγιστη δυνατή προσοχή όλες τις θεωρίες τις οποίες χρησιμοποιεί κατά την πραγμάτευση του αντικειμένου του έργου του. Αν παραμελεί να το πράξει και υιοθετεί αφελώς τις παραποιημένες και συγκεχυμένες ιδέες της κοινής γνώμης, δεν είναι ιστορικός αλλά απολογητής και προπαγανδιστής.

Most of the authors who wrote the history of the conditions of labor under capitalism were ignorant of economics and boasted of this ignorance. However, this contempt for sound economic reasoning did not mean that they approached the topic of their studies without prepossession and without bias in favor of any theory. They were guided by the popular fallacies concerning governmental omnipotence and the alleged blessings of labor unionism. It is beyond question that the Webbs as well as Lujo Brentano and a host of minor authors were at the very start of their studies imbued with a fanatical dislike of the market economy and an enthusiastic endorsement of the doctrines of socialism and interventionism. They were certainly honest and sincere in their convictions and tried to do their best. Their candor and probity exonerates them as individuals; it does not exonerate them as historians. However pure the intentions of a historian may be, there is no excuse for his recourse to fallacious doctrines. The first duty of a historian is to examine with the utmost care all the doctrines to which he resorts in dealing with the subject matter of his work. If he neglects to do this and naively espouses the garbled and confused ideas of popular opinion, he is not a historian but an apologist and propagandist.

114

Η αντίθεση μεταξύ των δύο αντιτιθέμενων απόψεων δεν αποτελεί απλώς ιστορικό πρόβλημα. Αφορά εξίσου τα πλέον φλέγοντα προβλήματα της σημερινής εποχής. Αποτελεί το αντικείμενο της διαμάχης γύρω από εκείνο που στη σημερινή Αμερική αποκαλείται πρόβλημα των εργασιακών σχέσεων.

The antagonism between the two opposite points of view is not merely a historical problem. It refers no less to the most burning problems of the present day. It is the matter of controversy in what is called in present-day America the problem of industrial relations.

115

Ας υπογραμμίσουμε μόνο μία πτυχή του ζητήματος. Τεράστιες περιοχές —η Ανατολική Ασία, οι Ανατολικές Ινδίες, η Νότια και Νοτιοανατολική Ευρώπη και η Λατινική Αμερική— έχουν επηρεαστεί μόνο επιφανειακά από τον σύγχρονο καπιταλισμό. Οι συνθήκες σε αυτές τις χώρες, σε γενικές γραμμές, δεν διαφέρουν από τις συνθήκες της Αγγλίας την παραμονή της «Βιομηχανικής Επανάστασης». Υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι για τους οποίους δεν απομένει καμία ασφαλής θέση στο παραδοσιακό οικονομικό πλαίσιο. Η μοίρα αυτών των εξαθλιωμένων μαζών μπορεί να βελτιωθεί μόνο μέσω της εκβιομηχάνισης. Εκείνο που χρειάζονται περισσότερο είναι επιχειρηματίες και κεφαλαιούχοι.

Επειδή οι ίδιες οι ανόητες πολιτικές τους στέρησαν από αυτά τα έθνη την περαιτέρω αξιοποίηση της βοήθειας που τους παρείχε μέχρι τότε το εισαγόμενο ξένο κεφάλαιο, πρέπει να προχωρήσουν σε εγχώρια συσσώρευση κεφαλαίου. Πρέπει να διέλθουν όλα τα στάδια από τα οποία αναγκάστηκε να περάσει η εξέλιξη του δυτικού βιομηχανικού συστήματος. Πρέπει να αρχίσουν με συγκριτικά χαμηλούς μισθούς και πολλές ώρες εργασίας. Παραπλανημένοι, όμως, από τις θεωρίες που επικρατούν στη σημερινή Δυτική Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική, οι πολιτικοί τους πιστεύουν ότι μπορούν να ακολουθήσουν διαφορετική πορεία. Ενθαρρύνουν τη συνδικαλιστική πίεση και την υποτιθέμενη φιλεργατική νομοθεσία. Ο παρεμβατικός ριζοσπαστισμός τους καταπνίγει εν τη γενέσει της κάθε προσπάθεια δημιουργίας εγχώριων βιομηχανιών. Ο επίμονος δογματισμός τους καταδικάζει σε όλεθρο τους Ινδούς και Κινέζους χειρώνακτες, τους Μεξικανούς ακτήμονες εργάτες και εκατομμύρια άλλους ανθρώπους που αγωνίζονται απελπισμένα στο χείλος της ασιτίας.

Let us stress one aspect of the matter only. Vast areas—Eastern Asia, the East Indies, Southern and Southeastern Europe, Latin America—are only superficially affected by modern capitalism. Conditions in these countries by and large do not differ from those of England on the eve of the “Industrial Revolution.” There are millions and millions of people for whom there is no secure place left in the traditional economic setting. The fate of these wretched masses can be improved only by industrialization. What they need most is entrepreneurs and capitalists. As their own foolish policies have deprived these nations of the further enjoyment of the assistance imported foreign capital hitherto gave them, they must embark upon domestic capital accumulation. They must go through all the stages through which the evolution of Western industrialism had to pass. They must start with comparatively low wage rates and long hours of work. But, deluded by the doctrines prevailing in present-day Western Europe and North America, their statesmen think that they can proceed in a different way. They encourage labor-union pressure and alleged prolabor legislation. Their interventionist radicalism nips in the bud all attempts to create domestic industries. These men do not comprehend that industrialization cannot begin with the adoption of the precepts of the International Labor Office and the principles of the American Congress of Industrial Organizations. Their stubborn dogmatism spells the doom of the Indian and Chinese coolies, the Mexican peons, and millions of other peoples, desperately struggling on the verge of starvation.

116

8. Οι μισθοί υπό την επίδραση των μεταβολών της αγοράς

↗ στη σελίδα του βιβλίου

8. Wage Rates as Affected by the Vicissitudes of the Market

117

Η εργασία είναι συντελεστής παραγωγής. Η τιμή που μπορεί να επιτύχει στην αγορά ο πωλητής εργασίας εξαρτάται από τα δεδομένα της αγοράς.

Labor is a factor of production. The price which the seller of labor can obtain on the market depends on the data of the market.

118

Η ποσότητα και η ποιότητα της εργασίας που είναι ικανό να προσφέρει ένα άτομο καθορίζονται από τα έμφυτα και τα επίκτητα χαρακτηριστικά του. Οι έμφυτες ικανότητες δεν μπορούν να μεταβληθούν με καμία σκόπιμη ενέργεια. Αποτελούν την κληρονομιά με την οποία το προίκισαν οι πρόγονοί του κατά τη γέννησή του. Μπορεί να φροντίσει αυτά τα χαρίσματα και να καλλιεργήσει τα ταλέντα του· μπορεί να τα προφυλάξει από την πρόωρη εξασθένηση· δεν μπορεί, όμως, ποτέ να υπερβεί τα όρια που έχει θέσει η φύση στις δυνάμεις και στις ικανότητές του. Μπορεί να επιδείξει μεγαλύτερη ή μικρότερη επιδεξιότητα στις προσπάθειές του να πωλήσει την εργασιακή του ικανότητα στην υψηλότερη τιμή που μπορεί να επιτευχθεί στην αγορά υπό τις επικρατούσες συνθήκες· δεν μπορεί, όμως, να αλλάξει τη φύση του προκειμένου να την προσαρμόσει καλύτερα στην κατάσταση των δεδομένων της αγοράς.

Αποτελεί ευτύχημα γι’ αυτόν αν οι συνθήκες της αγοράς είναι τέτοιες ώστε ένα είδος εργασίας που είναι ικανός να εκτελέσει να αμείβεται πλουσιοπάροχα· το γεγονός ότι τα έμφυτα ταλέντα του εκτιμώνται ιδιαίτερα από τους συνανθρώπους του είναι ζήτημα τύχης και όχι προσωπικής αξίας. Αν η δεσποινίς Greta Garbo είχε ζήσει εκατό χρόνια νωρίτερα, πιθανότατα θα κέρδιζε πολύ λιγότερα από όσα κέρδισε στην εποχή του κινηματογράφου. Όσον αφορά τα έμφυτα ταλέντα της, βρίσκεται σε θέση παρόμοια με εκείνη ενός αγρότη του οποίου το αγρόκτημα μπορεί να πωληθεί σε υψηλή τιμή, επειδή η επέκταση μιας γειτονικής πόλης το μετέτρεψε σε αστική γη.

The quantity and the quality of labor which an individual is fitted to deliver is determined by his innate and acquired characteristics. The innate abilities cannot be altered by any purposeful conduct. They are the individual’s heritage with which his ancestors have endowed him on the day of his birth. He can bestow care upon these gifts and cultivate his talents, he can keep them from prematurely withering away; but he can never cross the boundaries which nature has drawn to his forces and abilities. He can display more or less skill in his endeavors to sell his capacity to work at the highest price which is obtainable on the market under prevailing conditions; but he cannot change his nature in order to adjust it better to the state of the market data. It is good luck for him if market conditions are such that a kind of labor which he is able to perform is lavishly remunerated; it is chance, not personal merit if his innate talents are highly appreciated by his fellow men. Miss Greta Garbo, if she had lived a hundred years earlier, would probably have earned much less than she did in this age of moving pictures. As far as her innate talents are concerned, she is in a position similar to that of a farmer whose farm can be sold at a high price because the expansion of a neighboring city converted it into urban soil.

119

Εντός των άκαμπτων ορίων που χαράσσουν οι έμφυτες ικανότητές του, η εργασιακή ικανότητα ενός ανθρώπου μπορεί να τελειοποιηθεί μέσω εκπαίδευσης για την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων. Το άτομο —ή οι γονείς του— υποβάλλεται σε δαπάνες για μια εκπαίδευση, καρπός της οποίας είναι η απόκτηση της ικανότητας εκτέλεσης ορισμένων ειδών εργασίας. Αυτή η μόρφωση και εκπαίδευση εντείνουν τη μονομέρεια ενός ανθρώπου· τον καθιστούν ειδικό. Κάθε εξειδικευμένη εκπαίδευση ενισχύει τον ειδικό χαρακτήρα της εργασιακής του ικανότητας.

Ο μόχθος και οι δυσχέρειες, η απαρέσκεια των προσπαθειών στις οποίες πρέπει να υποβληθεί ένα άτομο για να αποκτήσει αυτές τις ειδικές ικανότητες, η απώλεια δυνητικών απολαβών κατά την περίοδο της εκπαίδευσης και οι απαιτούμενες χρηματικές δαπάνες αναλαμβάνονται με την προσδοκία ότι η μεταγενέστερη αύξηση των απολαβών θα τις αντισταθμίσει. Αυτές οι δαπάνες αποτελούν επένδυση και, ως τέτοιες, έχουν κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Το αν θα αποδειχθούν ή όχι επικερδείς εξαρτάται από τη μελλοντική κατάσταση της αγοράς. Εκπαιδεύοντας τον εαυτό του, ο εργαζόμενος γίνεται κερδοσκόπος και επιχειρηματίας. Η μελλοντική κατάσταση της αγοράς θα καθορίσει αν η επένδυσή του θα αποφέρει κέρδος ή ζημία.

Within the rigid limits drawn by his innate abilities, a man’s capacity to work can be perfected by training for the accomplishment of definite tasks. The individual—or his parents—incurs expenses for a training the fruit of which consists in the acquisition of the ability to perform certain kinds of work. Such schooling and training intensify a man’s one-sidedness; they make him a specialist. Every special training enhances the specific character of a man’s capacity to work. The toil and trouble, the disutility of the efforts to which an individual must submit in order to acquire these special abilities, the loss of potential earnings during the training period, and the money expenditure required are laid out in the expectation that the later increment in earnings will compensate for them. These expenses are an investment and as such speculative. It depends on the future state of the market whether or not they will pay. In training himself the worker becomes a speculator and entrepreneur. The future state of the market will determine whether profit or loss results from his investment.

120

Επομένως, ο μισθωτός έχει παγιωμένα συμφέροντα υπό διττή έννοια: ως άνθρωπος με ορισμένες έμφυτες ιδιότητες και ως άνθρωπος που έχει αποκτήσει ορισμένες ειδικές δεξιότητες.

Thus the wage earner has vested interests in a twofold sense as a man with definite innate qualities and as a man who has acquired definite special skills.

121

Ο μισθωτός πωλεί την εργασία του στην αγορά στην τιμή που του επιτρέπει να επιτύχει η αγορά σήμερα. Στη νοητική κατασκευή της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας, το άθροισμα των τιμών που πρέπει να δαπανήσει ο επιχειρηματίας για όλους τους συμπληρωματικούς συντελεστές παραγωγής πρέπει να ισούται —αφού ληφθεί δεόντως υπόψη η χρονική προτίμηση— με την τιμή του προϊόντος. Στη μεταβαλλόμενη οικονομία, οι αλλαγές στη διάρθρωση της αγοράς ενδέχεται να προκαλέσουν διαφορές μεταξύ αυτών των δύο μεγεθών. Τα κέρδη και οι ζημίες που προκύπτουν δεν επηρεάζουν τον μισθωτό. Η επίπτωσή τους βαρύνει αποκλειστικά τον εργοδότη. Η αβεβαιότητα του μέλλοντος επηρεάζει τον εργαζόμενο μόνο ως προς τα ακόλουθα:

The wage earner sells his labor on the market at the price which the market allows for it today. In the imaginary construction of the evenly rotating economy the sum of the prices which the entrepreneur must expend for all the complementary factors of production together must equal—due consideration being made for time preference—the price of the product. In the changing economy changes in the market structure may bring about differences between these two magnitudes. The ensuing profits and losses do not affect the wage earner. Their incidence falls upon the employer alone. The uncertainty of the future affects the employee only as far as the following items are concerned:

122
  1. Τις δαπάνες σε χρόνο, απαρέσκεια και χρήμα που απαιτεί η εκπαίδευσή του.
  2. Τις δαπάνες που απαιτεί η μετακίνησή του προς έναν συγκεκριμένο τόπο εργασίας.
  3. Στην περίπτωση σύμβασης εργασίας που έχει συναφθεί για ορισμένο χρονικό διάστημα, τις μεταβολές που επέρχονται στο μεταξύ στην τιμή του συγκεκριμένου είδους εργασίας και τις μεταβολές στη φερεγγυότητα του εργοδότη.

1. The expenses incurred in time, disutility, and money for training. 2. The expenses incurred in moving to a definite place of work. 3. In case of a labor contract stipulated for a definite period of time, changes in the price of the specific type of labor occurring in the meantime and changes in the employer’s solvency.

123

9. Η αγορά εργασίας

↗ στη σελίδα του βιβλίου

9. The Labor Market

124

Οι μισθοί είναι οι τιμές που καταβάλλονται για τον συντελεστή παραγωγής που ονομάζεται ανθρώπινη εργασία. Όπως συμβαίνει με όλες τις άλλες τιμές των συμπληρωματικών συντελεστών παραγωγής, το ύψος τους καθορίζεται τελικά από τις τιμές των προϊόντων, όπως αυτές προβλέπονται κατά τη στιγμή της πώλησης και της αγοράς της εργασίας. Δεν έχει σημασία αν εκείνος που εκτελεί την εργασία πωλεί τις υπηρεσίες του σε έναν εργοδότη, ο οποίος τις συνδυάζει με τους υλικούς συντελεστές παραγωγής και με τις υπηρεσίες άλλων ανθρώπων, ή αν προβαίνει ο ίδιος, για δικό του λογαριασμό και με δικό του κίνδυνο, σε αυτές τις πράξεις συνδυασμού. Η τελική τιμή της εργασίας της ίδιας ποιότητας είναι, σε κάθε περίπτωση, η ίδια σε ολόκληρο το σύστημα της αγοράς.

Οι μισθοί ισούνται πάντοτε με την τιμή του πλήρους προϊόντος της εργασίας. Το δημοφιλές σύνθημα «το δικαίωμα του εργαζομένου στο πλήρες προϊόν της εργασίας» αποτελούσε παράλογη διατύπωση της αξίωσης να διανέμονται τα καταναλωτικά αγαθά αποκλειστικά μεταξύ των εργαζομένων και να μην απομένει τίποτε για τους επιχειρηματίες και τους ιδιοκτήτες των υλικών συντελεστών παραγωγής. Από καμία απολύτως άποψη δεν μπορούν τα τεχνουργήματα να θεωρηθούν προϊόντα της εργασίας και μόνο. Αποτελούν την απόδοση ενός σκόπιμου συνδυασμού εργασίας και υλικών συντελεστών παραγωγής.

Wages are the prices paid for the factor of production, human labor. As is the case with all the other prices of complementary factors of production their height is ultimately determined by the prices of the products as they are expected at the instant the labor is sold and bought. It does not matter whether he who performs the labor sells his services to an employer who combines them with the material factors of production and with the services of other people or whether he himself embarks upon his own account and peril upon these acts of combination. The final price of labor of the same quality is at any rate the same in the whole market system. Wage rates are always equal to the price of the full produce of labor. The popular slogan “the worker’s right to the full produce of labor” was an absurd formulation of the claim that the consumers’ goods should be distributed exclusively among the workers and nothing should be left to the entrepreneurs and the owners of the material factors of production. From no point of view whatever can artifacts be considered as the products of mere labor. They are the yield of a purposive combination of labor and of material factors of production.

125

Στη μεταβαλλόμενη οικονομία επικρατεί μια τάση προσαρμογής των αγοραίων μισθών ακριβώς προς την κατάσταση των τελικών μισθών. Αυτή η προσαρμογή αποτελεί χρονοβόρα διαδικασία. Η διάρκεια της περιόδου προσαρμογής εξαρτάται από τον χρόνο που απαιτείται για την εκπαίδευση σε νέα επαγγέλματα και για τη μετακίνηση των εργαζομένων προς νέους τόπους κατοικίας. Εξαρτάται, επιπλέον, από υποκειμενικούς παράγοντες, όπως είναι, για παράδειγμα, η εξοικείωση των εργαζομένων με τις συνθήκες και τις προοπτικές της αγοράς εργασίας. Η προσαρμογή αποτελεί κερδοσκοπικό εγχείρημα, στον βαθμό που η εκπαίδευση για νέα επαγγέλματα και η αλλαγή τόπου κατοικίας συνεπάγονται δαπάνες, οι οποίες πραγματοποιούνται μόνο αν κάποιος πιστεύει ότι η μελλοντική κατάσταση της αγοράς εργασίας θα τις καταστήσει επικερδείς.

In the changing economy there prevails a tendency for market wage rates to adjust themselves precisely to the state of the final wage rates. This adjustment is a time-absorbing process. The length of the period of adjustment depends on the time required for the training for new jobs and for the removal of workers to new places of residence. It depends furthermore on subjective factors, as for instance the workers’ familiarity with the conditions and prospects of the labor market. The adjustment is a speculative venture as far as the training for new jobs and the change of residence involve costs which are expended only if one believes that the future state of the labor market will make them appear profitable.

126

Ως προς όλα αυτά τα ζητήματα, δεν υπάρχει τίποτε που να προσιδιάζει αποκλειστικά στην εργασία, στους μισθούς και στην αγορά εργασίας. Εκείνο που προσδίδει ιδιαίτερο γνώρισμα στην αγορά εργασίας είναι ότι ο εργαζόμενος δεν αποτελεί απλώς τον προμηθευτή του συντελεστή παραγωγής «εργασία», αλλά είναι επίσης ανθρώπινο ον, και ότι είναι αδύνατον να διαχωριστεί ο άνθρωπος από την επίδοσή του. Η αναφορά σε αυτό το γεγονός έχει χρησιμοποιηθεί κυρίως για υπερβολικές διακηρύξεις και για μια μάταιη κριτική των οικονομικών διδασκαλιών σχετικά με τους μισθούς. Ωστόσο, αυτές οι παραλογίες δεν πρέπει να εμποδίζουν την οικονομική επιστήμη να αποδίδει τη δέουσα προσοχή σε αυτό το πρωταρχικό γεγονός.

With regard to all these things there is nothing that is peculiar to labor, wages, and the labor market. What gives a particular feature to the labor market is that the worker is not merely the purveyor of the factor of production labor, but also a human being and that it is impossible to sever the man from his performance. Reference to this fact has been mostly used for extravagant utterances and for a vain critique of the economic teachings concerning wage rates. However, these absurdities must not prevent economics from paying adequate attention to this primordial fact.

127

Για τον εργαζόμενο έχει σημασία ποιο είδος εργασίας εκτελεί μεταξύ των διαφόρων ειδών που είναι ικανός να εκτελέσει, πού την εκτελεί και υπό ποιες ιδιαίτερες συνθήκες και περιστάσεις. Ένας αμέτοχος παρατηρητής ενδέχεται να θεωρήσει κενές ή ακόμη και γελοίες προκαταλήψεις τις ιδέες και τα συναισθήματα που παρακινούν έναν εργαζόμενο να προτιμά ορισμένες εργασίες, ορισμένους τόπους εργασίας και ορισμένες συνθήκες εργασίας έναντι άλλων. Ωστόσο, τέτοιες ακαδημαϊκές κρίσεις αμέτοχων επικριτών δεν έχουν καμία σημασία.

Για την οικονομική πραγμάτευση των σχετικών προβλημάτων δεν υπάρχει τίποτε ιδιαίτερα αξιοσημείωτο στο γεγονός ότι ο εργαζόμενος εξετάζει τον μόχθο και τις δυσχέρειές του όχι μόνο από την άποψη της απαρέσκειας της εργασίας και της έμμεσης ικανοποίησης που αυτή επιφέρει, αλλά λαμβάνει επίσης υπόψη αν και σε ποιον βαθμό οι ειδικές συνθήκες και περιστάσεις υπό τις οποίες εκτελείται η εργασία παρεμποδίζουν την απόλαυση της ζωής του. Το γεγονός ότι ένας εργαζόμενος είναι πρόθυμος να παραιτηθεί από την ευκαιρία να αυξήσει τις χρηματικές του απολαβές μεταναστεύοντας σε έναν τόπο τον οποίο θεωρεί λιγότερο επιθυμητό και προτιμά να παραμείνει στον τόπο ή στη χώρα καταγωγής του δεν είναι περισσότερο αξιοσημείωτο από το γεγονός ότι ένας εύπορος άνθρωπος χωρίς επάγγελμα προτιμά την ακριβότερη ζωή στην πρωτεύουσα από τη φθηνότερη ζωή σε μια μικρή πόλη.

Ο εργαζόμενος και ο καταναλωτής είναι το ίδιο πρόσωπο· μόνο ο οικονομικός συλλογισμός ενσωματώνει τις κοινωνικές λειτουργίες και διαιρεί αυτή την ενότητα σε δύο εννοιολογικά σχήματα. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να διαχωρίσουν τις αποφάσεις που αφορούν τη χρησιμοποίηση της εργασιακής τους δύναμης από εκείνες που αφορούν την απόλαυση των απολαβών τους.

For the worker it is a matter of consequence what kind of labor he performs among the various kinds he is able to perform, where he performs it, and under what particular conditions and circumstances. An unaffected observer may consider empty or even ridiculous prejudices the ideas and feelings that actuate a worker to prefer certain jobs, certain places of work, and certain conditions of labor to others. However, such academic judgments of unaffected censors are of no avail. For an economic treatment of the problems involved there is nothing especially remarkable in the fact that the worker looks upon his toil and trouble not only from the point of view of the disutility of labor and its mediate gratification, but also takes into account whether the special conditions and circumstances of its performance interfere with his enjoyment of life and to what extent. The fact that a worker is ready to forego the chance to increase his money earnings by migrating to a place he considers less desirable and prefers to remain in his native place or country is not more remarkable than the fact that a wealthy gentleman of no occupation prefers the more expensive life in the capital to the cheaper life in a small town. The worker and the consumer are the same person; it is merely economic reasoning that integrates the social functions and splits up this unity into two schemes. Men cannot sever their decisions concerning the utilization of their working power from those concerning the enjoyment of their earnings.

128

Η καταγωγή, η γλώσσα, η εκπαίδευση, η θρησκεία, η νοοτροπία, οι οικογενειακοί δεσμοί και το κοινωνικό περιβάλλον συνδέουν τον εργαζόμενο κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να μην επιλέγει τον τόπο και τον κλάδο της εργασίας του αποκλειστικά με γνώμονα το ύψος των μισθών.

Descent, language, education, religion, mentality, family bonds, and social environment tie the worker in such a way that he does not choose the place and the branch of his work merely with regard to the height of wage rates.

129

Μπορούμε να αποκαλέσουμε κανονικούς μισθούς (S) εκείνο το ύψος μισθών για συγκεκριμένα είδη εργασίας που θα επικρατούσε στην αγορά αν οι εργαζόμενοι δεν έκαναν διάκριση μεταξύ των διαφόρων τόπων και, εφόσον οι μισθοί ήταν ίσοι, δεν προτιμούσαν έναν τόπο εργασίας από κάποιον άλλο. Αν, όμως, οι μισθωτοί, λόγω των προαναφερθέντων παραγόντων, αποτιμούν διαφορετικά την εργασία σε διαφορετικούς τόπους, το ύψος των αγοραίων μισθών (M) μπορεί να αποκλίνει μόνιμα από τους κανονικούς μισθούς. Μπορούμε να αποκαλέσουμε συνιστώσα προσκόλλησης (A) τη μέγιστη διαφορά μεταξύ του αγοραίου και του κανονικού μισθού η οποία δεν προκαλεί ακόμη τη μετανάστευση εργαζομένων από τους τόπους με τους χαμηλότερους αγοραίους μισθούς προς τους τόπους με τους υψηλότερους. Η συνιστώσα προσκόλλησης ενός συγκεκριμένου γεωγραφικού τόπου ή μιας συγκεκριμένης περιοχής είναι είτε θετική είτε αρνητική.

We may call that height of wage rates for definite types of labor which would prevail on the market if the workers did not discriminate between various places and, wage rates being equal, did not prefer one working place to another, standard wage rates (S). If, however, the wage earners, out of the above-mentioned considerations, value differently work in different places, the height of market wage rates (M) can permanently deviate from the standard rates. We may call the maximum difference between the market rate and the standard rate which does not yet result in the migration of workers from the places of lower market wage rates to those of higher market wage rates the attachment component (A). The attachment component of a definite geographical place or area is either positive or negative.

130

Πρέπει επιπλέον να λάβουμε υπόψη ότι οι διάφοροι τόποι και περιοχές διαφέρουν ως προς τον εφοδιασμό τους με καταναλωτικά αγαθά, στον βαθμό που υπεισέρχονται τα έξοδα μεταφοράς, με την ευρύτερη έννοια του όρου. Αυτά τα έξοδα είναι χαμηλότερα σε ορισμένες περιοχές και υψηλότερα σε άλλες. Υπάρχουν, επίσης, διαφορές ως προς τη φυσική δαπάνη που απαιτείται για την επίτευξη της ίδιας ποσότητας φυσικής ικανοποίησης. Σε ορισμένους τόπους, ένας άνθρωπος πρέπει να δαπανήσει περισσότερα για να επιτύχει τον ίδιο βαθμό ικανοποίησης των αναγκών τον οποίο, ανεξάρτητα από τις περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της συνιστώσας προσκόλλησης, θα μπορούσε να επιτύχει αλλού με χαμηλότερο κόστος. Από την άλλη πλευρά, σε ορισμένους τόπους ένας άνθρωπος μπορεί να αποφύγει ορισμένες δαπάνες χωρίς να μειωθεί η ικανοποίηση των αναγκών του, ενώ η παραίτηση από αυτές τις δαπάνες θα περιόριζε την ικανοποίησή του σε άλλους τόπους.

Μπορούμε να αποκαλέσουμε συνιστώσα κόστους (C) τις δαπάνες στις οποίες πρέπει να υποβληθεί ένας εργαζόμενος σε ορισμένους τόπους για να επιτύχει, υπό αυτή την έννοια, τον ίδιο βαθμό ικανοποίησης των αναγκών ή τις δαπάνες τις οποίες μπορεί να εξοικονομήσει χωρίς να περιορίσει την ικανοποίησή του. Η συνιστώσα κόστους ενός συγκεκριμένου γεωγραφικού τόπου ή μιας συγκεκριμένης περιοχής είναι είτε θετική είτε αρνητική.

We must furthermore take into account that the various places and areas differ with regard to provision with consumers’ goods as far as transportation costs (in the broadest sense of the term) are concerned. These costs are lower in some areas, higher in other areas. Then there are differences with regard to the physical input required for the attainment of the same amount of physical satisfaction. In some places a man must expend more in order to attain the same degree of want-satisfaction which, apart from the circumstances determining the amount of the attachment component, he could attain elsewhere more cheaply. On the other hand, a man can in some places avoid certain expenses without any impairment of his want-satisfaction while renunciation of these expenses would curtail his satisfaction in other places. We may call the expenses which a worker must incur in certain places in order to attain in this sense the same degree of want-satisfaction, or which he can spare without curtailing his wantsatisfaction, the cost component (C). The cost component of a definite geographical place or area is either positive or negative.

131

Αν υποθέσουμε ότι δεν υπάρχουν θεσμικά εμπόδια τα οποία παρεμποδίζουν ή επιβαρύνουν τη μετακίνηση κεφαλαιουχικών αγαθών, εργαζομένων και εμπορευμάτων από έναν τόπο ή μια περιοχή σε άλλον και ότι οι εργαζόμενοι είναι αδιάφοροι ως προς τον τόπο κατοικίας και εργασίας τους, επικρατεί μια τάση κατανομής του πληθυσμού στην επιφάνεια της γης σύμφωνα με τη φυσική παραγωγικότητα των πρωτογενών φυσικών συντελεστών παραγωγής και την ακινητοποίηση των μη μετατρέψιμων συντελεστών παραγωγής, όπως αυτή διαμορφώθηκε στο παρελθόν. Αν παραβλέψουμε τη συνιστώσα κόστους, υπάρχει μια τάση εξίσωσης των μισθών για το ίδιο είδος εργασίας σε ολόκληρη τη γη.

If we assume that there are no institutional barriers preventing or penalizing the transfer of capital goods, workers, and commodities from one place or area to another and that the workers are indifferent with regard to their dwelling and working places, there prevails a tendency toward a distribution of population over the earth’s surface in accordance with the physical productivity of the primary natural factors of production and the immobilization of inconvertible factors of production as effected in the past. There is, if we disregard the cost component, a tendency toward an equalization of wage rates for the same type of work all over the earth.

132

Θα ήταν θεμιτό να αποκαλέσουμε μια περιοχή συγκριτικά υπερπληθυσμένη αν σε αυτήν οι αγοραίοι μισθοί, συν τη θετική ή αρνητική συνιστώσα κόστους, είναι χαμηλότεροι από τους κανονικούς μισθούς, και συγκριτικά υποπληθυσμένη αν σε αυτήν οι αγοραίοι μισθοί, συν τη θετική ή αρνητική συνιστώσα κόστους, είναι υψηλότεροι από τους κανονικούς μισθούς. Δεν είναι, όμως, σκόπιμο να υιοθετήσουμε έναν τέτοιο ορισμό των σχετικών όρων. Δεν μας βοηθά να εξηγήσουμε τις πραγματικές συνθήκες διαμόρφωσης των μισθών και τη συμπεριφορά των μισθωτών.

Είναι σκοπιμότερο να επιλέξουμε έναν διαφορετικό ορισμό. Μπορούμε να αποκαλέσουμε μια περιοχή συγκριτικά υπερπληθυσμένη αν σε αυτήν οι αγοραίοι μισθοί είναι χαμηλότεροι από τους κανονικούς μισθούς συν τόσο τη θετική ή αρνητική συνιστώσα προσκόλλησης όσο και τη θετική ή αρνητική συνιστώσα κόστους, δηλαδή όταν:

M < S + A + C

Αντιστοίχως, μια περιοχή πρέπει να αποκαλείται συγκριτικά υποπληθυσμένη όταν:

M > S + A + C

Όταν δεν υπάρχουν θεσμικά εμπόδια στη μετανάστευση, οι εργαζόμενοι μετακινούνται από τις συγκριτικά υπερπληθυσμένες περιοχές προς τις συγκριτικά υποπληθυσμένες, έως ότου παντού ισχύει:

M = S + A + C

It would be permissible to call an area comparatively overpopulated if in it market wage rates plus the (positive or negative) cost component are lower than the standard rates, and comparatively underpopulated if in it market wage rates plus the (positive or negative) cost component are higher than the standard rates. But it is not expedient to resort to such a definition of the terms involved. It does not help us in explaining the real conditions of the formation of wage rates and the conduct of wage earners. It is more expedient to choose another definition. We may call an area comparatively overpopulated if in it market wage rates are lower than the standard rates plus both the (positive or negative) attachment component and the (positive or negative) cost component, that is where M < (S + A + C). Accordingly an area is to be called comparatively underpopulated in which M > (S + A + C). In the absence of institutional migration barriers workers move from the comparatively overpopulated areas to the comparatively underpopulated until everywhere M = S + A + C.

133

Το ίδιο ισχύει, τηρουμένων των αναλογιών, για τη μετανάστευση ατόμων που εργάζονται για δικό τους λογαριασμό και πωλούν την εργασία τους διαθέτοντας τα προϊόντα της ή παρέχοντας προσωπικές υπηρεσίες.

The same is true, mutatis mutandis, for the migration of individuals working on their own account and selling their labor in disposing of its products or in rendering personal services.

134

Οι έννοιες της συνιστώσας προσκόλλησης και της συνιστώσας κόστους εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο και στη μετάβαση από έναν επιχειρηματικό ή επαγγελματικό κλάδο σε άλλον.

The concepts of the attachment component and the cost component apply in the same way to shifting from one branch of business or occupation to another.

135

Δεν χρειάζεται σχεδόν καν να επισημανθεί ότι οι μεταναστευτικές κινήσεις που περιγράφουν αυτά τα θεωρήματα πραγματοποιούνται μόνο στον βαθμό στον οποίο δεν υπάρχουν θεσμικά εμπόδια στην κινητικότητα του κεφαλαίου, της εργασίας και των εμπορευμάτων. Στη σημερινή εποχή, η οποία αποβλέπει στην αποσύνθεση του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας και στην οικονομική αυτάρκεια κάθε κυρίαρχου έθνους, οι τάσεις που περιγράφουν τα θεωρήματα αυτά λειτουργούν πλήρως μόνο εντός των συνόρων κάθε έθνους.

It is hardly necessary to observe that the migrations which these theorems describe come to pass only in so far as there are no institutional barriers to the mobility of capital, labor, and commodities. In this age aiming at the disintegration of the international division of labor and at each sovereign nation’s economic self-sufficiency, the tendencies they describe are operative only within each nation’s boundaries.

136

Η εργασία των ζώων και των δούλων

The Work of Animals and of Slaves

137

Για τον άνθρωπο, τα ζώα αποτελούν υλικό συντελεστή παραγωγής. Είναι πιθανό κάποια ημέρα μια μεταβολή των ηθικών αντιλήψεων να παρακινήσει τους ανθρώπους να μεταχειρίζονται τα ζώα με μεγαλύτερη επιείκεια. Ωστόσο, στον βαθμό που οι άνθρωποι δεν αφήνουν τα ζώα ήσυχα να ακολουθήσουν τον δρόμο τους, θα τα αντιμετωπίζουν πάντοτε ως απλά αντικείμενα της δικής τους δράσης. Η κοινωνική συνεργασία μπορεί να υπάρξει μόνο μεταξύ ανθρώπινων όντων, επειδή μόνο αυτά είναι ικανά να κατανοήσουν το νόημα και τα πλεονεκτήματα του καταμερισμού της εργασίας και της ειρηνικής συνεργασίας.

For man, animals are a material factor of production. It may be that one day a change in moral sentiments will induce people to treat animals more gently. Yet, as far as men do not leave the animals alone and let them go their way, they will always deal with them as mere objects of their own acting. Social cooperation can exist only between human beings because only these are able to attain insight into the meaning and the advantages of the division of labor and of peaceful cooperation.

138

Ο άνθρωπος καθυποτάσσει το ζώο και το εντάσσει στο σχέδιο της δράσης του ως υλικό πράγμα. Κατά την εξημέρωση, την κατοίκηση και την εκπαίδευση των ζώων, ο άνθρωπος επιδεικνύει συχνά κατανόηση των ψυχολογικών ιδιαιτεροτήτων του πλάσματος· απευθύνεται, κατά κάποιον τρόπο, στην ψυχή του. Ακόμη και τότε, όμως, το χάσμα που χωρίζει τον άνθρωπο από το ζώο παραμένει αγεφύρωτο. Ένα ζώο δεν μπορεί ποτέ να αποκτήσει οτιδήποτε άλλο πέρα από την ικανοποίηση των ορέξεών του για τροφή και αναπαραγωγή και την κατάλληλη προστασία από βλάβες που προκαλούν οι περιβαλλοντικοί παράγοντες. Τα ζώα είναι κτηνώδη και μη ανθρώπινα ακριβώς επειδή είναι όπως φανταζόταν τους εργαζομένους ο σιδηρούς νόμος των μισθών. Όπως ο ανθρώπινος πολιτισμός δεν θα είχε αναδυθεί ποτέ αν οι άνθρωποι ήταν αποκλειστικά αφοσιωμένοι στη διατροφή και στην αναπαραγωγή, έτσι και τα ζώα δεν μπορούν ούτε να συνδεθούν με κοινωνικούς δεσμούς ούτε να συμμετάσχουν στην ανθρώπινη κοινωνία.

Man subdues the animal and integrates it into his scheme of action as a material thing. In taming, domesticating, and training animals man often displays appreciation for the creature’s psychological peculiarities; he appeals, as it were, to its soul. But even then the gulf that separates man from animal remains unbridgeable. An animal can never get anything else than satisfaction of its appetites for food and sex and adequate protection against injury resulting from environmental factors. Animals are bestial and inhuman precisely because they are such as the iron law of wages imagined workers to be. As human civilization would never have emerged if men were exclusively dedicated to feeding and mating, so animals can neither consort in social bonds nor participate in human society.

139

Οι άνθρωποι επιχείρησαν να αντιμετωπίσουν τους συνανθρώπους τους όπως αντιμετωπίζουν τα ζώα και να τους μεταχειριστούν αναλόγως. Χρησιμοποίησαν μαστίγια για να εξαναγκάσουν τους κωπηλάτες των γαλερών και τους ρυμουλκείς φορτηγίδων να εργάζονται όπως τα άλογα που κινούν εργάτες. Ωστόσο, η εμπειρία απέδειξε ότι αυτές οι μέθοδοι ασυγκράτητης αποκτήνωσης αποφέρουν εξαιρετικά μη ικανοποιητικά αποτελέσματα. Ακόμη και οι πλέον άξεστοι και νωθροί άνθρωποι επιτυγχάνουν περισσότερα όταν εργάζονται με τη θέλησή τους παρά όταν εργάζονται υπό τον φόβο του μαστιγίου.

People have tried to look upon fellow men as they look upon animals and to deal with them accordingly. They have used whips to compel galley slaves and barge haulers to work like capstan-horses. However, experience has shown that these methods of unbridled brutalization render very unsatisfactory results. Even the crudest and dullest people achieve more when working of their own accord than under the fear of the whip.

140

Ο πρωτόγονος άνθρωπος δεν διακρίνει μεταξύ της ιδιοκτησίας του επί των γυναικών, των παιδιών και των δούλων, αφενός, και της ιδιοκτησίας του επί των ζώων και των άψυχων πραγμάτων, αφετέρου. Μόλις, όμως, αρχίσει να αναμένει από τους δούλους του υπηρεσίες διαφορετικές από εκείνες που μπορούν να προσφέρουν τα ζώα έλξης και μεταφοράς φορτίων, αναγκάζεται να χαλαρώσει τις αλυσίδες τους. Πρέπει να προσπαθήσει να αντικαταστήσει το κίνητρο του απλού φόβου με το κίνητρο του προσωπικού συμφέροντος· πρέπει να προσπαθήσει να συνδέσει τον δούλο μαζί του μέσω ανθρώπινων συναισθημάτων.

Αν ο δούλος δεν εμποδίζεται πλέον να δραπετεύσει αποκλειστικά μέσω της αλυσόδεσης και της επιτήρησης και δεν εξαναγκάζεται πλέον να εργάζεται αποκλειστικά υπό την απειλή του μαστιγώματος, η σχέση κυρίου και δούλου μετατρέπεται σε κοινωνικό δεσμό. Ο δούλος μπορεί —ιδίως αν είναι ακόμη νωπή η ανάμνηση ευτυχέστερων ημερών ελευθερίας— να θρηνεί για τη δυστυχία του και να λαχταρά την απελευθέρωση. Ανέχεται, όμως, εκείνο που φαίνεται να αποτελεί αναπόφευκτη κατάσταση πραγμάτων και προσαρμόζεται στη μοίρα του κατά τρόπο ώστε να την καταστήσει όσο το δυνατόν περισσότερο υποφερτή.

Ο δούλος επιδιώκει να ικανοποιεί τον κύριό του με την επιμέλεια και με την εκτέλεση των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί· ο κύριος επιδιώκει να διεγείρει τον ζήλο και την αφοσίωση του δούλου μέσω εύλογης μεταχείρισης. Μεταξύ κυρίου και υποτακτικού αναπτύσσονται οικείες σχέσεις που μπορούν εύλογα να αποκληθούν φιλία.

Primitive man makes no distinction between his property in women, children, and slaves on the one hand and his property in cattle and inanimate things on the other. But as soon as he begins to expect from his slaves services other than such as can also be rendered by draft and pack animals, he is forced to loosen their chains. He must try to substitute the incentive of self-interest for the incentive of mere fear; he must try to bind the slave to himself by human feelings. If the slave is no longer prevented from fleeing exclusively by being chained and watched and no longer forced to work exclusively under the threat of being whipped, the relation between master and slave is transformed into a social nexus. The slave may, especially if the memory of happier days of freedom is still fresh, bemoan his misfortune and hanker after liberation. But he puts up with what seems to be an inevitable state of affairs and accommodates himself to his fate in such a way as to make it as bearable as possible. The slave becomes intent upon satisfying his master through application and carrying out the tasks entrusted to him; the master becomes intent upon rousing the slave’s zeal and loyally through reasonable treatment. There develop between lord and drudge familiar relations which can properly be called friendship.

141

Ίσως οι εγκωμιαστές της δουλείας να μην είχαν εντελώς άδικο όταν υποστήριζαν ότι πολλοί δούλοι ήταν ικανοποιημένοι με τη θέση τους και δεν επιδίωκαν να την αλλάξουν. Υπάρχουν ίσως άτομα, ομάδες ατόμων, ακόμη και ολόκληροι λαοί και φυλές, που απολαμβάνουν την ασφάλεια και τη σιγουριά τις οποίες παρέχει η υποδούλωση· που, χωρίς να αισθάνονται την ταπείνωση και τον εξευτελισμό, δέχονται ευχαρίστως να πληρώνουν με μια μέτρια ποσότητα εργασίας για το προνόμιο συμμετοχής στις ανέσεις ενός ευκατάστατου νοικοκυριού· και στα μάτια των οποίων η υποταγή στις ιδιοτροπίες και στις κακές διαθέσεις ενός κυρίου αποτελεί μόνο ένα μικρό κακό ή δεν αποτελεί καν κακό.

Perhaps the eulogists of slavery were not entirely wrong when they asserted that many slaves were satisfied with their station and did not aim at changing it. There are perhaps individuals, groups of individuals, and even whole peoples and races who enjoy the safety and security provided by bondage; who, insensible of humiliation and mortification, are glad to pay with a moderate amount of labor for the privilege of sharing in the amenities of a well-to-do household; and in whose eyes subjection to the whims and bad tempers of a master is only a minor evil or no evil at all.

142

Βεβαίως, οι συνθήκες υπό τις οποίες μοχθούσαν οι δουλοπάροικοι εργάτες στα μεγάλα αγροκτήματα και στις φυτείες, στα ορυχεία, στα εργαστήρια και στις γαλέρες διέφεραν σημαντικά από την ειδυλλιακά περιγραφόμενη ευχάριστη ζωή των οικιακών υπηρετών, των υπηρετριών δωματίου, των μαγείρων και των τροφών, καθώς και από τις συνθήκες των ανελεύθερων εργατών γης, των γαλακτοκόμων, των αγελαδάρηδων και των βοσκών των μικρών αγροκτημάτων. Κανένας απολογητής της δουλείας δεν υπήρξε αρκετά τολμηρός ώστε να εξυμνήσει τη μοίρα των Ρωμαίων αγροτικών δούλων, οι οποίοι ήταν αλυσοδεμένοι και στοιβαγμένοι στο ergastulum, ή των Μαύρων στις αμερικανικές φυτείες βαμβακιού και ζάχαρης.19

Of course, the conditions under which the servile workers toiled in big farms and plantations, in mines, in workshops, and galleys were very different from the idyllically described gay life of domestic valets, chambermaids, cooks, and nurses and from the conditions of unfree laborers, dairymaids, herdsmen, and shepherds of small farming. No apologist of slavery was bold enough to glorify the lot of the Roman agricultural slaves, chained and crammed together in the ergastulum, or of the Negroes of the American cotton and sugar plantations.[18]

143

Η κατάργηση της δουλείας και της δουλοπαροικίας δεν πρέπει να αποδοθεί ούτε στις διδασκαλίες θεολόγων και ηθικολόγων ούτε στην αδυναμία ή στη γενναιοδωρία των κυρίων. Μεταξύ των δασκάλων της θρησκείας και της ηθικής υπήρχαν εξίσου πολλοί εύγλωττοι υπερασπιστές της υποδούλωσης όσο και αντίπαλοί της.20 Η δουλική εργασία εξαφανίστηκε επειδή δεν μπορούσε να αντέξει τον ανταγωνισμό της ελεύθερης εργασίας· η έλλειψη αποδοτικότητάς της επισφράγισε την καταδίκη της στην οικονομία της αγοράς.

The abolition of slavery and serfdom is to be attributed neither to the teachings of theologians and moralists nor to weakness or generosity on the part of the masters. There were among the teachers of religion and ethics as many eloquent defenders of bondage as opponents.[19] Servile labor disappeared because it could not stand the competition of free labor; its unprofitability sealed its doom in the market economy.

144

Η τιμή που καταβάλλεται για την αγορά ενός δούλου καθορίζεται από την καθαρή απόδοση που αναμένεται από τη χρησιμοποίησή του — τόσο ως εργαζομένου όσο και ως γεννήτορα άλλων δούλων— όπως ακριβώς η τιμή που καταβάλλεται για μια αγελάδα καθορίζεται από την καθαρή απόδοση που αναμένεται από τη χρησιμοποίησή της. Ο ιδιοκτήτης ενός δούλου δεν ιδιοποιείται κάποιο ιδιαίτερο εισόδημα. Δεν αποκομίζει κάποιο όφελος «εκμετάλλευσης» από το γεγονός ότι η εργασία του δούλου δεν αμείβεται και ότι η δυνητική αγοραία τιμή των υπηρεσιών που παρέχει ενδέχεται να είναι υψηλότερη από το κόστος της διατροφής, της στέγασης και της φρούρησής του.

Εκείνος που αγοράζει έναν δούλο πρέπει, μέσω της καταβαλλόμενης τιμής, να αποζημιώσει πλήρως τον πωλητή για αυτές τις αναμενόμενες εξοικονομήσεις, αφού ληφθεί δεόντως υπόψη η χρονική προτίμηση. Είτε ο ιδιοκτήτης απασχολεί τον δούλο στο δικό του νοικοκυριό ή στην επιχείρησή του είτε εκμισθώνει τις υπηρεσίες του σε άλλους ανθρώπους, δεν απολαμβάνει κανένα ιδιαίτερο πλεονέκτημα από την ύπαρξη του θεσμού της δουλείας. Το ιδιαίτερο όφελος περιέρχεται εξ ολοκλήρου στον δουλεμπόρο-κυνηγό δούλων, δηλαδή στον άνθρωπο που στερεί από ελεύθερους ανθρώπους την ελευθερία τους και τους μετατρέπει σε δούλους.

Βεβαίως, όμως, η αποδοτικότητα της δραστηριότητας του κυνηγού δούλων εξαρτάται από το ύψος των τιμών που είναι διατεθειμένοι να καταβάλουν οι αγοραστές για την απόκτηση δούλων. Αν αυτές οι τιμές μειωθούν κάτω από τα λειτουργικά έξοδα και τα έξοδα μεταφοράς που συνεπάγεται το κυνήγι δούλων, η δραστηριότητα παύει να είναι επικερδής και πρέπει να εγκαταλειφθεί.

The price paid for the purchase of a slave is determined by the net yield expected from his employment (both as a worker and as a progenitor of other slaves) just as the price paid for a cow is determined by the net yield expected from its utilization. The owner of a slave does not pocket a specific revenue. For him there is no “exploitation” boon derived from the fact that the slave’s work is not remunerated and that the potential market price of the services he renders is possibly greater than the cost of feeding, sheltering, and guarding him. He who buys a slave must in the price paid make good for these economies as far as they may be expected; he pays for them in full, due allowance being made for time preference. Whether the proprietor employs the slave in his own household or enterprise or rents his services to other people, he does not enjoy any specific advantage from the existence of the institution of slavery. The specific boon goes totally to the slave-hunter, i.e., the man who deprives free men of their liberty and transforms them into slaves. But, of course, the profitability of the slavehunter’s business depends upon the height of the prices buyers are ready to pay for the acquisition of slaves. If these prices drop below the operation and transportation costs incurred in the business of slave-hunting, business no longer pays and must be discontinued.

145

Σε κανέναν χρόνο και σε κανέναν τόπο δεν μπόρεσαν επιχειρήσεις που χρησιμοποιούσαν δουλική εργασία να ανταγωνιστούν στην αγορά επιχειρήσεις που χρησιμοποιούσαν ελεύθερη εργασία. Η δουλική εργασία μπορούσε πάντοτε να χρησιμοποιείται μόνο εκεί όπου δεν ήταν αναγκασμένη να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό της ελεύθερης εργασίας.

Now, at no time and at no place was it possible for enterprises employing servile labor to compete on the market with enterprises employing free labor. Servile labor could always be utilized only where it did not have to meet the competition of free labor.

146

Αν κάποιος μεταχειρίζεται τους ανθρώπους όπως τα ζώα, δεν μπορεί να αποσπάσει από αυτούς τίποτε περισσότερο από επιδόσεις ζώων. Τότε όμως αποκτά σημασία το γεγονός ότι ο άνθρωπος είναι σωματικά ασθενέστερος από τα βόδια και τα άλογα και ότι, σε σχέση με την απόδοση που μπορεί να αποκομιστεί, η διατροφή και η φύλαξη ενός δούλου είναι δαπανηρότερες από τη διατροφή και τη φύλαξη των ζώων. Όταν ο άνθρωπος αντιμετωπίζεται ως κινητό περιουσιακό στοιχείο, αποφέρει μικρότερη απόδοση ανά μονάδα δαπάνης για την τρέχουσα συντήρηση και φύλαξή του από ό,τι τα οικόσιτα ζώα.

Αν απαιτεί κανείς ανθρώπινες επιδόσεις από έναν ανελεύθερο εργαζόμενο, πρέπει να του παρέχει ειδικά ανθρώπινα κίνητρα. Αν ο εργοδότης επιδιώκει να αποκτήσει προϊόντα που, ως προς την ποιότητα και την ποσότητά τους, υπερβαίνουν εκείνα των οποίων η παραγωγή μπορεί να επιβληθεί με το μαστίγιο, πρέπει να καταστήσει τον εργαζόμενο προσωπικά ενδιαφερόμενο για την απόδοση της συμβολής του. Αντί να τιμωρεί την οκνηρία και τη νωθρότητα, πρέπει να ανταμείβει την επιμέλεια, τη δεξιότητα και τον ζήλο.

Ό,τι και αν επιχειρήσει, όμως, από αυτή την άποψη, δεν θα αποκτήσει ποτέ από έναν υποδουλωμένο εργαζόμενο —δηλαδή από έναν εργαζόμενο που δεν λαμβάνει την πλήρη αγοραία τιμή της συμβολής του— επίδοση ίση με εκείνη που παρέχει ένας ελεύθερος άνθρωπος, δηλαδή ένας άνθρωπος που προσλαμβάνεται στην ανεμπόδιστη αγορά εργασίας. Το ανώτατο όριο πέρα από το οποίο είναι αδύνατον να αυξηθούν η ποιότητα και η ποσότητα των προϊόντων και υπηρεσιών που παρέχονται από την εργασία δούλων και δουλοπαροίκων βρίσκεται πολύ χαμηλότερα από τα επίπεδα της ελεύθερης εργασίας. Στην παραγωγή προϊόντων ανώτερης ποιότητας, μια επιχείρηση που χρησιμοποιεί τη φαινομενικά φθηνή εργασία ανελεύθερων εργαζομένων δεν μπορεί ποτέ να αντέξει τον ανταγωνισμό επιχειρήσεων που χρησιμοποιούν ελεύθερη εργασία. Αυτό ακριβώς το γεγονός επέφερε την εξαφάνιση όλων των συστημάτων καταναγκαστικής εργασίας.

If one treats men like cattle, one cannot squeeze out of them more than cattle-like performances. But it then becomes significant that man is physically weaker than oxen and horses and that feeding and guarding a slave is, in proportion to the performance to be reaped, more expensive than feeding and guarding cattle. When treated as a chattel, man renders a smaller yield per unit of cost expended for current sustenance and guarding than domestic animals. If one asks from an unfree laborer human performances, one must provide him with specifically human inducements. If the employer aims at obtaining products which in quality and quantity excel those whose production can be extorted by the whip, he must interest the toiler in the yield of his contribution. Instead of punishing laziness and sloth, he must reward diligence, skill, and eagerness. But whatever he may try in this respect, he will never obtain from a bonded worker, i.e., a worker who does not reap the full market price of his contribution, a performance equal to that rendered by a freeman, i.e., a man hired on the unhampered labor market. The upper limit beyond which it is impossible to lift the quality and quantity of the products and services rendered by slave and serf labor is far below the standards of free labor. In the production of articles of superior quality an enterprise employing the apparently cheap labor of unfree workers can never stand the competition of enterprises employing free labor. It is this fact that has made all systems of compulsory labor disappear.

147

Κάποτε οι κοινωνικοί θεσμοί καθιστούσαν ολόκληρες περιοχές ή κλάδους παραγωγής αποκλειστικές ζώνες απασχόλησης ανελεύθερης εργασίας, προστατευμένες από κάθε ανταγωνισμό εκ μέρους επιχειρηματιών που απασχολούσαν ελεύθερους ανθρώπους. Έτσι, η δουλεία και η δουλοπαροικία έγιναν ουσιώδη γνωρίσματα ενός άκαμπτου συστήματος καστών, το οποίο δεν μπορούσε ούτε να καταργηθεί ούτε να τροποποιηθεί μέσω των ενεργειών μεμονωμένων ατόμων. Όπου οι συνθήκες ήταν διαφορετικές, οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες δούλων κατέφευγαν σε μέτρα που αναπόφευκτα καταργούσαν σταδιακά ολόκληρο το σύστημα της ανελεύθερης εργασίας.

Δεν ήταν τα ανθρωπιστικά αισθήματα και η επιείκεια εκείνα που παρακίνησαν τους σκληρούς και ανελέητους δουλοκτήτες της αρχαίας Ρώμης να χαλαρώσουν τα δεσμά των δούλων τους, αλλά η επιθυμία να αποκομίσουν το μεγαλύτερο δυνατό όφελος από την ιδιοκτησία τους. Εγκατέλειψαν το σύστημα της κεντρικής διαχείρισης μεγάλης κλίμακας των τεράστιων γαιοκτησιών τους, των latifundia, και μετέτρεψαν τους δούλους σε ουσιαστικούς μισθωτές, οι οποίοι καλλιεργούσαν τα κτήματά τους για δικό τους λογαριασμό και όφειλαν στον γαιοκτήμονα απλώς είτε μίσθωμα είτε μερίδιο της παραγωγής.

Στους μεταποιητικούς κλάδους και στο εμπόριο, οι δούλοι έγιναν επιχειρηματίες και τα κεφάλαιά τους, το peculium, έγιναν οιονεί νόμιμη ιδιοκτησία τους. Μεγάλος αριθμός δούλων απελευθερωνόταν επειδή ο απελεύθερος παρείχε στον πρώην ιδιοκτήτη του, τον patronus, υπηρεσίες πολυτιμότερες από εκείνες που μπορούσε να αναμένει από έναν δούλο. Η απελευθέρωση δεν αποτελούσε πράξη χάριτος ούτε δωρεάν παροχή εκ μέρους του ιδιοκτήτη. Αποτελούσε πιστωτική πράξη, τρόπον τινά αγορά της ελευθερίας με δόσεις. Ο απελεύθερος ήταν υποχρεωμένος να παρέχει στον πρώην ιδιοκτήτη του, επί πολλά χρόνια ή ακόμη και εφ’ όρου ζωής, ορισμένες πληρωμές και υπηρεσίες. Επιπλέον, ο patronus διέθετε ειδικά κληρονομικά δικαιώματα επί της περιουσίας του αποβιώσαντος απελεύθερου.21

Social institutions once made whole areas or branches of production reservations exclusively kept for the occupation of unfree labor and sheltered against any competition on the part of entrepreneurs employing free men. Slavery and serfdom thus became essential features of a rigid caste system that could be neither removed nor modified by the actions of individuals. Wherever conditions were different, the slave owners themselves resorted to measures which were bound to abolish, step by step, the whole system of unfree labor. It was not humanitarian feelings and clemency that induced the callous and pitiless slaveholders of ancient Rome to loosen the fetters of their slaves, but the urge to derive the best possible gain from their property. They abandoned the system of centralized bigscale management of their vast landholdings, the latifundia, and transformed the slaves into virtual tenants cultivating their tenements on their own account and owing to the landlord merely either a lease or a share of the yield. In the processing trades and in commerce the slaves became entrepreneurs and their funds, the peculium, their legal quasi-property. Slaves were manumitted in large numbers because the freedman rendered to the former owner, the patronus, services more valuable than those to be expected from a slave. For the manumission was not an act of grace and a gratuitous gift on the part of the owner. It was a credit operation, a purchase of freedom on the installment plan, as it were. The freedman was bound to render the former owner for many years or even for a lifetime definite payments and services. The patronus moreover had special rights of inheritance to the estate of the deceased freedman.[20]

148

Με την εξαφάνιση των βιοτεχνικών εγκαταστάσεων και των αγροκτημάτων που χρησιμοποιούσαν ανελεύθερους εργαζομένους, η υποδούλωση έπαψε να αποτελεί σύστημα παραγωγής και μετατράπηκε σε πολιτικό προνόμιο μιας αριστοκρατικής κάστας. Οι επικυρίαρχοι δικαιούνταν ορισμένες εισφορές σε είδος ή σε χρήμα και ορισμένες υπηρεσίες εκ μέρους των υποτελών τους· επιπλέον, τα παιδιά των δουλοπαροίκων τους ήταν υποχρεωμένα να τους υπηρετούν ως υπηρέτες ή ως μέλη της στρατιωτικής τους ακολουθίας για ορισμένο χρονικό διάστημα. Οι μη προνομιούχοι αγρότες και τεχνίτες, όμως, διαχειρίζονταν τα αγροκτήματα και τα εργαστήριά τους για δικό τους λογαριασμό και με δικό τους κίνδυνο. Μόνο όταν ολοκληρώνονταν οι παραγωγικές διαδικασίες τους παρενέβαινε ο κύριος και αξίωνε μέρος του προϊόντος.

With the disappearance of the plants and farms employing unfree laborers, bondage ceased to be a system of production and became a political privilege of an aristocratic caste. The overlords were entitled to definite tributes in kind or money and to definite services on the part of their subordinates; moreover their serf’s children were obliged to serve them as servants or military retinue for a definite length of time. But the underprivileged peasants and artisans operated their farms and shops on their own account and peril. Only when their processes of production were accomplished did the lord step in and claim a part of the proceeds.

149

Αργότερα, από τον δέκατο έκτο αιώνα και έπειτα, οι άνθρωποι άρχισαν και πάλι να χρησιμοποιούν ανελεύθερους εργαζομένους στη γεωργική και, μερικές φορές, ακόμη και στη βιομηχανική παραγωγή μεγάλης κλίμακας. Στις αμερικανικές αποικίες, η δουλεία των Μαύρων έγινε η συνήθης μέθοδος λειτουργίας των φυτειών. Στην Ανατολική Ευρώπη —στη Βορειοανατολική Γερμανία, στη Βοημία και στις προσαρτημένες σε αυτήν περιοχές της Μοραβίας και της Σιλεσίας, στην Πολωνία, στις χώρες της Βαλτικής, στη Ρωσία, καθώς και στην Ουγγαρία και στις προσαρτημένες σε αυτήν περιοχές— η γεωργία μεγάλης κλίμακας θεμελιώθηκε στην απλήρωτη υποχρεωτική εργασία των δουλοπαροίκων.

Και τα δύο αυτά συστήματα ανελεύθερης εργασίας προστατεύονταν μέσω πολιτικών θεσμών από τον ανταγωνισμό επιχειρήσεων που απασχολούσαν ελεύθερους εργαζομένους. Στις αποικίες των φυτειών, το υψηλό κόστος της μετανάστευσης και η έλλειψη επαρκούς νομικής και δικαστικής προστασίας του ατόμου απέναντι στην αυθαιρεσία των κυβερνητικών αξιωματούχων και της αριστοκρατίας των φυτειών εμπόδιζαν την εμφάνιση επαρκούς προσφοράς ελεύθερης εργασίας και την ανάπτυξη μιας τάξης ανεξάρτητων αγροτών. Στην Ανατολική Ευρώπη, το σύστημα των καστών καθιστούσε αδύνατη την είσοδο τρίτων στον τομέα της γεωργικής παραγωγής. Η γεωργία μεγάλης κλίμακας επιφυλασσόταν για τα μέλη της αριστοκρατίας. Οι μικρές αγροτικές εκμεταλλεύσεις επιφυλάσσονταν για τους ανελεύθερους δουλοπαροίκους.

Ωστόσο, κανείς δεν αμφισβητούσε το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις που χρησιμοποιούσαν ανελεύθερη εργασία δεν θα μπορούσαν να αντέξουν τον ανταγωνισμό επιχειρήσεων που χρησιμοποιούσαν ελεύθερη εργασία. Ως προς αυτό το σημείο, οι συγγραφείς του δέκατου όγδοου και των αρχών του δέκατου ένατου αιώνα που ασχολήθηκαν με τη γεωργική διαχείριση ήταν εξίσου ομόφωνοι με τους συγγραφείς της αρχαίας Ρώμης που πραγματεύθηκαν γεωργικά ζητήματα.

Η κατάργηση της δουλείας και της δουλοπαροικίας δεν μπορούσε, όμως, να επιτευχθεί μέσω της ελεύθερης λειτουργίας του συστήματος της αγοράς, επειδή οι πολιτικοί θεσμοί είχαν αποσύρει τα κτήματα των ευγενών και τις φυτείες από την κυριαρχία της αγοράς. Η δουλεία και η δουλοπαροικία καταργήθηκαν με πολιτική δράση, υπαγορευμένη από το πνεύμα της τόσο συκοφαντημένης ιδεολογίας του laissez faire, laissez passer.

Later, from the sixteenth century on, people again began to employ unfree workers in agricultural and even sometimes in industrial big-scale production. In the American colonies Negro slavery became the standard method of the plantations. In Eastern Europe—in Northeastern Germany, in Bohemia and its annexes Moravia and Silesia, in Poland, in the Baltic countries, in Russia, and also in Hungary and its annexes—big-scale farming was built upon the unlimited statute labor of serfs. Both these systems of unfree labor were sheltered by political institutions against the competition of enterprises employing free workers. In the plantation colonies the high costs of immigration and the lack of sufficient legal and judicial protection of the individual against the arbitrariness of government officers and the planter aristocracy prevented the emergence of a sufficient supply of free labor and the development of a class of independent farmers. In Eastern Europe the caste system made it impossible for outsiders to enter the field of agricultural production. Big-scale farming was reserved to members of the nobility. Small holdings were reserved to unfree bondmen. Yet the fact that the enterprises employing unfree labor would not be able to stand the competition of enterprises employing free labor was not contested by anybody. On this point the eighteenth- and early nineteenth-century authors on agricultural management were no less unanimous than the writers of ancient Rome on farm problems. But the abolition of slavery and serfdom could not be affected by the free play of the market system, as political institutions had withdrawn the estates of the nobility and the plantations from the supremacy of the market. Slavery and serfdom were abolished by political action dictated by the spirit of the much-abused laissez faire, laissez passer ideology.

150

Σήμερα η ανθρωπότητα βρίσκεται και πάλι αντιμέτωπη με προσπάθειες αντικατάστασης της καταναγκαστικής εργασίας με την εργασία του ελεύθερου ανθρώπου που πωλεί την εργασιακή του ικανότητα ως «εμπόρευμα» στην αγορά. Βεβαίως, οι άνθρωποι πιστεύουν ότι υπάρχει ουσιώδης διαφορά μεταξύ των καθηκόντων που επιβάλλονται στους συντρόφους της σοσιαλιστικής κοινοπολιτείας και εκείνων που επιβάλλονταν στους δούλους ή στους δουλοπαροίκους. Οι δούλοι και οι δουλοπάροικοι, λένε, μοχθούσαν προς όφελος ενός εκμεταλλευτή κυρίου. Σε ένα σοσιαλιστικό σύστημα, όμως, το προϊόν της εργασίας περιέρχεται στην κοινωνία, μέρος της οποίας αποτελεί και ο ίδιος ο εργαζόμενος· επομένως, εδώ ο εργαζόμενος εργάζεται, τρόπον τινά, για τον εαυτό του.

Εκείνο που παραβλέπει αυτός ο συλλογισμός είναι ότι η ταύτιση των επιμέρους συντρόφων και του συνόλου όλων των συντρόφων με τη συλλογική οντότητα που ιδιοποιείται το προϊόν ολόκληρης της εργασίας είναι απλώς πλασματική. Το αν οι σκοποί που επιδιώκουν οι αξιωματούχοι της κοινότητας συμφωνούν ή διαφωνούν με τις επιθυμίες και τις επιδιώξεις των διαφόρων συντρόφων έχει δευτερεύουσα σημασία. Το κύριο ζήτημα είναι ότι η συμβολή του ατόμου στον πλούτο της συλλογικής οντότητας δεν ανταμείβεται υπό τη μορφή μισθών που καθορίζονται από την αγορά.

Μια σοσιαλιστική κοινοπολιτεία δεν διαθέτει καμία μέθοδο οικονομικού υπολογισμού· δεν μπορεί να καθορίσει χωριστά ποια μερίδια της συνολικής ποσότητας των παραγόμενων αγαθών πρέπει να αποδοθούν στους διάφορους συμπληρωματικούς συντελεστές παραγωγής. Εφόσον δεν μπορεί να εξακριβώσει το μέγεθος της συμβολής που οφείλει η κοινωνία στις προσπάθειες των διαφόρων ατόμων, δεν μπορεί να αμείψει τους εργαζομένους σύμφωνα με την αξία της επίδοσής τους.

Today mankind is again faced with endeavors to substitute compulsory labor for the labor of the freeman selling his capacity to work as a “commodity” on the market. Of course, people believe that there is an essential difference between the tasks incumbent upon the comrades of the socialist commonwealth and those incumbent upon slaves or serfs. The slaves and serfs, they say, toiled for the benefit of an exploiting lord. But in a socialist system the produce of labor goes to society of which the toiler himself is a part; here the worker works for himself, as it were. What this reasoning overlooks is that the identification of the individual comrades and the totality of all comrades with the collective entity pocketing the produce of all work is merely fictitious. Whether the ends which the community’s officeholders are aiming at agree or disagree with the wishes and desires of the various comrades, is of minor importance. The main thing is that the individual’s contribution to the collective entity’s wealth is not requited in the shape of wages determined by the market. A socialist commonwealth lacks any method of economic calculation; it cannot determine separately what quotas of the total amount of goods produced are to be assigned to the various complementary factors of production. As it cannot ascertain the magnitude of the contribution society owes to the various individual’s efforts, it cannot remunerate the workers according to the value of their performance.

151

Για να διακρίνουμε την ελεύθερη από την καταναγκαστική εργασία, δεν απαιτούνται μεταφυσικές λεπτολογίες σχετικά με την ουσία της ελευθερίας και του καταναγκασμού. Μπορούμε να αποκαλέσουμε ελεύθερη εργασία εκείνο το είδος εξωστρεφούς εργασίας, η οποία δεν παρέχει άμεση ικανοποίηση και την οποία ο άνθρωπος εκτελεί είτε για την άμεση ικανοποίηση των δικών του αναγκών είτε για την έμμεση ικανοποίησή τους, η οποία θα προκύψει όταν δαπανήσει την τιμή που απέκτησε από την πώλησή της στην αγορά. Καταναγκαστική εργασία είναι η εργασία που εκτελείται υπό την πίεση άλλων κινήτρων.

Αν κάποιος ενοχλείται από αυτή την ορολογία, επειδή η χρησιμοποίηση λέξεων όπως «ελευθερία» και «καταναγκασμός» μπορεί να προκαλέσει συνειρμούς επιζήμιους για την αμερόληπτη εξέταση των σχετικών προβλημάτων, θα μπορούσαν κάλλιστα να επιλεγούν άλλοι όροι. Μπορούμε να αντικαταστήσουμε τον όρο «ελεύθερη εργασία» με την έκφραση «εργασία F» και τον όρο «καταναγκαστική εργασία» με την έκφραση «εργασία C». Το κρίσιμο πρόβλημα δεν μπορεί να επηρεαστεί από την επιλογή των όρων. Το μόνο που έχει σημασία είναι το εξής: Τι είδους κίνητρο μπορεί να ωθήσει έναν άνθρωπο να υποβληθεί στην απαρέσκεια της εργασίας, αν η ικανοποίηση των δικών του αναγκών δεν εξαρτάται ούτε άμεσα ούτε —σε οποιονδήποτε αισθητό βαθμό— έμμεσα από την ποσότητα και την ποιότητα της επίδοσής του;

In order to distinguish free labor from compulsory labor no metaphysical subtleties concerning the essence of freedom and compulsion are required. We may call free labor that kind of extroversive, not immediately gratifying labor that a man performs either for the direct satisfaction of his own wants or for their indirect satisfaction to be reaped by expending the price earned by its sale on the market. Compulsory labor is labor performed under the pressure of other incentives. If somebody were to take umbrage at this terminology because the employment of words like freedom and compulsion may arouse an association of ideas injurious to a dispassionate treatment of the problems involved, one could as well choose other terms. We may substitute the expression F labor for the term free labor and the term C labor for the term compulsory labor. The crucial problem cannot be affected by the choice of the terms. What alone matters is this: What kind of inducement can spur a man to submit to the disutility of labor if his own want-satisfaction neither directly nor—to any appreciable extent—indirectly depends on the quantity and quality of his performance?

152

Ας υποθέσουμε, χάριν της συζήτησης, ότι πολλοί εργαζόμενοι — ίσως ακόμη και οι περισσότεροι— θα καταβάλλουν αυτοβούλως και ευσυνείδητα προσπάθεια για την καλύτερη δυνατή εκπλήρωση των καθηκόντων που τους αναθέτουν οι ανώτεροί τους. Μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός ότι ο καθορισμός των καθηκόντων που θα έπρεπε να επιβληθούν στα διάφορα άτομα θα έφερνε μια σοσιαλιστική κοινοπολιτεία αντιμέτωπη με άλυτα προβλήματα. Πώς, όμως, θα αντιμετωπίζονταν εκείνοι που εκτελούν τα επιβαλλόμενα καθήκοντα με νωθρότητα και αμέλεια; Δεν απομένει κανένας άλλος τρόπος παρά η τιμωρία τους.

Οι ανώτεροί τους πρέπει να διαθέτουν την εξουσία να διαπιστώνουν την παράβαση, να κρίνουν τα υποκειμενικά της αίτια και να επιβάλλουν την αντίστοιχη τιμωρία. Ένας ηγεμονικός δεσμός αντικαθιστά τον συμβατικό δεσμό. Ο εργαζόμενος υπόκειται στη διακριτική εξουσία των ανωτέρων του· υπάγεται προσωπικά στην πειθαρχική εξουσία του προϊσταμένου του.

Let us assume for the sake of argument that many workers, perhaps even most of them, will of their own accord dutifully take pains for the best possible fulfillment of the tasks assigned to them by their superiors. (We may disregard the fact that the determination of the task to be imposed upon the various individuals would confront a socialist commonwealth with insoluble problems.) But how to deal with those sluggish and careless in the discharge of the imposed duties? There is no other way left than to punish them. In their superiors must be vested the authority to establish the offense, to give judgment on its subjective reasons, and to mete out punishment accordingly. A hegemonic bond is substituted for the contractual bond. The worker becomes subject to the discretionary power of his superiors, he is personally subordinate to his chief’s disciplinary power.

153

Στην οικονομία της αγοράς, ο εργαζόμενος πωλεί τις υπηρεσίες του όπως οι άλλοι άνθρωποι πωλούν τα εμπορεύματά τους. Ο εργοδότης δεν είναι κύριος του εργαζομένου. Είναι απλώς αγοραστής υπηρεσιών, τις οποίες πρέπει να αγοράσει στην αγοραία τιμή τους. Βεβαίως, όπως κάθε άλλος αγοραστής, έτσι και ο εργοδότης μπορεί να αυθαιρετήσει. Αν, όμως, καταφύγει σε αυθαιρεσίες κατά την πρόσληψη ή την απόλυση εργαζομένων, θα πρέπει να επωμιστεί το κόστος τους.

Ένας εργοδότης ή ένας υπάλληλος στον οποίο έχει ανατεθεί η διεύθυνση ενός τμήματος επιχείρησης είναι ελεύθερος να κάνει διακρίσεις κατά την πρόσληψη εργαζομένων, να τους απολύει αυθαίρετα ή να μειώνει τους μισθούς τους κάτω από το αγοραίο επίπεδο. Ενδίδοντας, όμως, σε τέτοιες αυθαίρετες πράξεις, θέτει σε κίνδυνο την αποδοτικότητα της επιχείρησης ή του τμήματός του και, ως εκ τούτου, υπονομεύει το δικό του εισόδημα και τη θέση του στο οικονομικό σύστημα. Στην οικονομία της αγοράς, τέτοιες ιδιοτροπίες επιφέρουν από μόνες τους την τιμωρία τους.

Η μόνη πραγματική και αποτελεσματική προστασία του μισθωτού στην οικονομία της αγοράς παρέχεται από τη λειτουργία των παραγόντων που καθορίζουν τη διαμόρφωση των τιμών. Η αγορά καθιστά τον εργαζόμενο ανεξάρτητο από την αυθαίρετη κρίση του εργοδότη και των βοηθών του. Οι εργαζόμενοι υπόκεινται μόνο στην κυριαρχία των καταναλωτών, όπως ακριβώς υπόκεινται σε αυτήν και οι εργοδότες τους. Καθορίζοντας, μέσω της αγοράς ή της αποχής από την αγορά, τις τιμές των προϊόντων και την απασχόληση των συντελεστών παραγωγής, οι καταναλωτές αποδίδουν σε κάθε είδος εργασίας την αγοραία τιμή του.

In the market economy the worker sells his services as other people sell their commodities. The employer is not the employee’s lord. He is simply the buyer of services which he must purchase at their market price. Of course, like every other buyer an employer too can take liberties. But if he resorts to arbitrariness in hiring or discharging workers, he must foot the bill. An employer or an employee entrusted with the management of a department of an enterprise is free to discriminate in hiring workers, to fire them arbitrarily, or to cut down their wages below the market rate. But in indulging in such arbitrary acts he jeopardizes the profitability of his enterprise or his department and thereby impairs his own income and his position in the economic system. In the market economy such whims bring their own punishment. The only real and effective protection of the wage earner in the market economy is provided by the play of the factors determining the formation of prices. The market makes the worker independent of arbitrary discretion on the part of the employer and his aides. The workers are subject only to the supremacy of the consumers as their employers are too. In determining, by buying or abstention from buying, the prices of products and the employment of factors of production, consumers assign to each kind of labor its market price.

154

Εκείνο ακριβώς που καθιστά τον εργαζόμενο ελεύθερο άνθρωπο είναι το γεγονός ότι ο εργοδότης, υπό την πίεση της διάρθρωσης των τιμών της αγοράς, θεωρεί την εργασία εμπόρευμα, ένα μέσο για την επίτευξη κερδών. Στα μάτια του εργοδότη, ο εργαζόμενος είναι απλώς ένας άνθρωπος ο οποίος, έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, τον βοηθά να αποκτήσει χρήματα. Ο εργοδότης πληρώνει για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και ο εργαζόμενος παρέχει την επίδοσή του για να αποκτήσει μισθό. Σε αυτή τη σχέση μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου δεν τίθεται ζήτημα εύνοιας ή δυσμένειας. Ο μισθωτός δεν οφείλει ευγνωμοσύνη στον εργοδότη· του οφείλει μια συγκεκριμένη ποσότητα εργασίας συγκεκριμένου είδους και ποιότητας.

What makes the worker a free man is precisely the fact that the employer, under the pressure of the market’s price structure, considers labor a commodity, an instrument of earning profits. The employee is in the eyes of the employer merely a man who for a consideration in money helps him to make money. The employer pays for services rendered and the employee performs in order to earn wages. There is in this relation between employer and employee no question of favor or disfavor. The hired man does not owe the employer gratitude; he owes him a definite quantity of work of a definite kind and quality.

155

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, στην οικονομία της αγοράς ο εργοδότης δεν χρειάζεται εξουσία τιμωρίας επί του εργαζομένου. Όλα τα μη αγοραία συστήματα παραγωγής πρέπει να παρέχουν σε εκείνους που ασκούν τον έλεγχο την εξουσία να παρακινούν τον βραδύ εργαζόμενο σε μεγαλύτερο ζήλο και επιμέλεια. Επειδή η φυλάκιση απομακρύνει τον εργαζόμενο από την εργασία του ή, τουλάχιστον, μειώνει σημαντικά την αξία της συμβολής του, η σωματική τιμωρία υπήρξε πάντοτε το κλασικό μέσο εξαναγκασμού των δούλων και των δουλοπαροίκων να εργάζονται. Με την κατάργηση της ανελεύθερης εργασίας κατέστη δυνατό να εγκαταλειφθεί το μαστίγιο ως κίνητρο. Η μαστίγωση αποτελούσε το σύμβολο της υποδουλωμένης εργασίας. Τα μέλη μιας κοινωνίας της αγοράς θεωρούν τη σωματική τιμωρία τόσο απάνθρωπη και ταπεινωτική, ώστε αυτή έχει καταργηθεί επίσης στα σχολεία, στο ποινικό δίκαιο και στη στρατιωτική πειθαρχία.

That is why in the market economy the employer can do without the power to punish the employee. All nonmarket systems of production must give to those in control the power to spur on the slow worker to more zeal and application. As imprisonment withdraws the worker from his job or at least reduces considerably the value of his contribution, corporal punishment has always been the classical means of keeping slaves and serfs to their work. With the abolition of unfree labor one could dispense with the whip as a stimulus. Flogging was the symbol of bond labor. Members of a market society consider corporal punishment inhuman and humiliating to such a degree that it has been abolished also in the schools, in the penal code, and in military discipline.

156

Όποιος πιστεύει ότι μια σοσιαλιστική κοινοπολιτεία θα μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς καταναγκασμό και εξαναγκασμό εναντίον των οκνηρών εργαζομένων, επειδή όλοι θα εκπληρώνουν αυθόρμητα το καθήκον τους, πέφτει θύμα των ψευδαισθήσεων που εμπεριέχει η θεωρία του αναρχισμού.

He who believes that a socialist commonwealth could do without compulsion and coercion against slothful workers because everyone will spontaneously do his duty, falls prey to the same illusions implied in the doctrine of anarchy.

157

← Κεφάλαιο 20: ΤΟΚΟΣ, ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 22: ΟΙ ΜΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΙ ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΙΣ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ →

← ΠεριεχόμεναΔίγλωσση ανάγνωση: Ανθρώπινη Δράση