Ανθρώπινη Δράση: Κεφάλαιο 7: ΔΡΑΣΗ ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Ludwig von Mises · Human Action: A Treatise on Economics
Πραξεολόγος
← Κεφάλαιο 6: ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 8: Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ →
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, Human Action: A Treatise on Economics, ebook του Foundation for Economic Education (FEE), 2016, ISBN 978-1-57246-086-7 — «Published under the Creative Commons Attribution 4.0 International License». Σελίδα της έκδοσης: fee.org/ebooks/human-action-by-ludwig-von-mises. Άδεια: CC BY 4.0.
Σε δείγμα 300 παραγράφων, οι 298 του ebook του FEE ήταν ίδιες λέξη προς λέξη με το κείμενο που ακολουθεί η μετάφραση. Το FEE δεν περιέχει μερικές ενότητες που προστέθηκαν σε μεταγενέστερες εκδόσεις (π.χ. «Η ηθική καταδίκη του κέρδους», «Διαφθορά», παράγραφοι για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο)· αυτές, όπως και οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ), εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Οι πρόλογοι της ελληνικής έκδοσης και των εκδόσεων Scholar’s/4ης δεν περιλαμβάνονται εδώ.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
1. Ο Νόμος της Οριακής Χρησιμότητας (Law of Marginal Utility)1
↗ στη σελίδα του βιβλίου1. The Law of Marginal Utility
Η δράση ταξινομεί και ιεραρχεί· αρχικά γνωρίζει μόνο τακτικούς αριθμούς, όχι απόλυτους αριθμούς. Ο εξωτερικός κόσμος, όμως, στον οποίο ο δρων άνθρωπος πρέπει να προσαρμόζει τη συμπεριφορά του, είναι ένας κόσμος ποσοτικού προσδιορισμού. Σε αυτόν τον κόσμο υπάρχουν ποσοτικές σχέσεις μεταξύ αιτίου και αποτελέσματος. Αν συνέβαινε διαφορετικά, αν δηλαδή ορισμένα πράγματα μπορούσαν να παρέχουν απεριόριστες υπηρεσίες, τα πράγματα αυτά δεν θα ήταν ποτέ σπάνια και δεν θα μπορούσαν να αντιμετωπισθούν ως μέσα.
ACTION sorts and grades; originally it knows only ordinal numbers, not cardinal numbers. But the external world to which acting man must adjust his conduct is a world of quantitative determinateness. In this world there exist quantitative relations between cause and effect. If it were otherwise, if definite things could render unlimited services, such things would never be scarce and could not be dealt with as means.
Ο δρων άνθρωπος αποτιμά τα πράγματα ως μέσα για την άρση της δυσφορίας του. Από τη σκοπιά των φυσικών επιστημών, τα διάφορα γεγονότα που καταλήγουν στην ικανοποίηση ανθρώπινων αναγκών εμφανίζονται ως πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Ο δρων άνθρωπος βλέπει σε αυτά τα γεγονότα μόνο ένα περισσότερο ή ένα λιγότερο του ίδιου είδους. Κατά την αποτίμηση πολύ διαφορετικών καταστάσεων ικανοποίησης και των μέσων για την επίτευξή τους, ο άνθρωπος κατατάσσει όλα τα πράγματα σε μία ενιαία κλίμακα και βλέπει σε αυτά μόνο τη σημασία τους για την αύξηση της δικής του ικανοποίησης. Η ικανοποίηση που προέρχεται από την τροφή και εκείνη που προέρχεται από την απόλαυση ενός έργου τέχνης αποτελούν, κατά την κρίση του δρώντος ανθρώπου, μια περισσότερο ή λιγότερο επείγουσα ανάγκη· η αποτίμηση και η δράση τις τοποθετούν σε μία ενιαία κλίμακα, ανάλογα με το τι επιθυμείται εντονότερα και τι λιγότερο έντονα. Για τον δρώντα άνθρωπο δεν υπάρχουν πρωταρχικά παρά μόνο διάφοροι βαθμοί σημασίας και επείγοντος ως προς τη δική του ευημερία.
Acting man values things as means for the removal of his uneasiness. From the point of view of the natural sciences the various events which result in satisfying human needs appear as very different. Acting man sees in these events only a more or a less of the same kind. In valuing very different states of satisfaction and the means for their attainment, man arranges all things in one scale and sees in them only their relevance for an increase in his own satisfaction. The satisfaction derived from food and that derived from the enjoyment of a work of art are, in acting man’s judgment, a more urgent or a less urgent need; valuation and action place them in one scale of what is more intensively desired and what is less. For acting man there exists primarily nothing but various degrees of relevance and urgency with regard to his own well-being.
Η ποσότητα και η ποιότητα είναι κατηγορίες του εξωτερικού κόσμου. Μόνο έμμεσα αποκτούν σπουδαιότητα και νόημα για τη δράση. Επειδή κάθε πράγμα μπορεί να επιφέρει μόνο ένα περιορισμένο αποτέλεσμα, ορισμένα πράγματα θεωρούνται σπάνια και αντιμετωπίζονται ως μέσα. Επειδή τα αποτελέσματα που είναι σε θέση να επιφέρουν τα πράγματα διαφέρουν μεταξύ τους, ο δρων άνθρωπος διακρίνει διάφορες κατηγορίες πραγμάτων. Επειδή μέσα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας είναι πάντοτε πρόσφορα να επιφέρουν την ίδια ποσότητα ενός αποτελέσματος της ίδιας ποιότητας, η δράση δεν διαφοροποιεί μεταξύ συγκεκριμένων, καθορισμένων ποσοτήτων ομοιογενών μέσων. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι αποδίδει την ίδια αξία στα διάφορα τμήματα ενός αποθέματος ομοιογενών μέσων. Κάθε τμήμα αποτιμάται χωριστά. Σε κάθε τμήμα αποδίδεται η δική του θέση στην κλίμακα αξιών. Αυτές, όμως, οι θέσεις κατάταξης μπορούν να εναλλάσσονται κατά βούληση μεταξύ των διαφόρων τμημάτων του ίδιου μεγέθους.
Quantity and quality are categories of the external world. Only indirectly do they acquire importance and meaning for action. Because every thing can only produce a limited effect, some things are considered scarce and treated as means. Because the effects which things are able to produce are different, acting man distinguishes various classes of things. Because means of the same quantity and quality are apt always to produce the same quantity of an effect of the same quality, action does not differentiate between concrete definite quantities of homogeneous means. But this does not imply that it attaches the same value to the various portions of a supply of homogeneous means. Each portion is valued separately. To each portion its own rank in the scale of value is assigned. But these orders of rank can be ad libitum interchanged among the various portions of the same magnitude.
Αν ο δρων άνθρωπος πρέπει να αποφασίσει μεταξύ δύο ή περισσότερων μέσων διαφορετικών κατηγοριών, ιεραρχεί τα επιμέρους τμήματα καθενός από αυτά. Αποδίδει σε κάθε τμήμα την ιδιαίτερη θέση του στην κατάταξη. Κατά τη διαδικασία αυτή δεν είναι αναγκαίο να αποδίδει στα διάφορα τμήματα του ίδιου μέσου θέσεις κατάταξης που διαδέχονται άμεσα η μία την άλλη.
If acting man has to decide between two or more means of different classes, he grades the individual portions of each of them. He assigns to each portion its special rank. In doing so he need not assign to the various portions of the same means orders of rank which immediately succeed one another.
Η απόδοση θέσεων κατάταξης μέσω της αποτίμησης πραγματοποιείται μόνο μέσα στη δράση και διά της δράσης. Το μέγεθος των τμημάτων στα οποία αποδίδεται μία συγκεκριμένη θέση κατάταξης εξαρτάται από τις ιδιαίτερες και μοναδικές συνθήκες υπό τις οποίες ενεργεί κάθε φορά ο άνθρωπος. Η δράση δεν ασχολείται με φυσικές ή μεταφυσικές μονάδες τις οποίες αποτιμά κατά έναν αφηρημένο, ακαδημαϊκό τρόπο· βρίσκεται πάντοτε αντιμέτωπη με εναλλακτικές δυνατότητες, μεταξύ των οποίων επιλέγει. Η επιλογή πρέπει πάντοτε να γίνεται μεταξύ καθορισμένων ποσοτήτων μέσων. Επιτρέπεται να αποκαλούμε «μονάδα» τη μικρότερη ποσότητα που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μιας τέτοιας απόφασης. Πρέπει, όμως, να προφυλασσόμαστε από το σφάλμα να υποθέσουμε ότι η αποτίμηση του αθροίσματος τέτοιων μονάδων προκύπτει από την αποτίμηση των μονάδων ή ότι αντιπροσωπεύει το άθροισμα των αποτιμήσεων που αποδίδονται σε αυτές τις μονάδες.
The assignment of orders of rank through the valuation is done only in acting and through acting. How great the portions are to which a single order of rank is assigned depends on the individual and unique conditions under which man acts in every case. Action does not deal with physical or metaphysical units which it values in an abstract academic way; it is always faced with alternatives between which it chooses. The choice must always be made between definite quantities of means. It is permissible to call the smallest quantity which can be the object of such a decision a unit. But one must guard oneself against the error of assuming that the valuation of the sum of such units is derived from the valuation of the units, or that it represents the sum of the valuations attached to these units.
Ένας άνθρωπος κατέχει πέντε μονάδες του αγαθού a και τρεις μονάδες του αγαθού b. Αποδίδει στις μονάδες του a τις θέσεις κατάταξης 1, 2, 4, 7 και 8, και στις μονάδες του b τις θέσεις κατάταξης 3, 5 και 6. Αυτό σημαίνει το εξής: αν πρέπει να επιλέξει μεταξύ της απώλειας δύο μονάδων του a και δύο μονάδων του b, θα προτιμήσει να χάσει δύο μονάδες του a αντί για δύο μονάδες του b. Αν, όμως, πρέπει να επιλέξει μεταξύ της απώλειας τριών μονάδων του a και δύο μονάδων του b, θα προτιμήσει να χάσει δύο μονάδες του b αντί για τρεις μονάδες του a. Κατά την αποτίμηση ενός συνόλου αποτελούμενου από περισσότερες μονάδες, αυτό που έχει πάντοτε και αποκλειστικά σημασία είναι η χρησιμότητα του συνόλου ως όλου —δηλαδή η αύξηση της ευημερίας που εξαρτάται από αυτό ή, πράγμα που είναι το ίδιο, η μείωση της ευημερίας που πρέπει να επιφέρει η απώλειά του. Δεν εμπλέκονται εδώ αριθμητικές πράξεις, ούτε πρόσθεση ούτε πολλαπλασιασμός· υπάρχει μόνο η αποτίμηση της χρησιμότητας που εξαρτάται από την κατοχή του συγκεκριμένου τμήματος, συνόλου ή αποθέματος.
A man owns five units of commodity a and three units of commodity b. He attaches to the units of a the rank-orders 1, 2, 4, 7, and 8, to the units of b the rank-orders 3, 5, and 6. This means: If he must choose between two units of a and two units of b, he will prefer to lose two units of a rather than two units of b. But if he must choose between three units of a and two units of b, he will prefer to lose two units of b rather than three units of a. What counts always and alone in valuing a compound of several units is the utility of this compound as a whole—i.e., the increment in well-being dependent upon it or, what is the same, the impairment of well-being which its loss must bring about. There are no arithmetical processes involved, neither adding nor multiplying; there is a valuation of the utility dependent upon the having of the portion, compound, or supply in question.
Στο πλαίσιο αυτό, χρησιμότητα σημαίνει απλώς: αιτιώδης σημασία για την άρση μιας αισθητής δυσφορίας. Ο δρων άνθρωπος πιστεύει ότι οι υπηρεσίες που μπορεί να παράσχει ένα πράγμα είναι ικανές να βελτιώσουν τη δική του ευημερία και αποκαλεί αυτή την ιδιότητα χρησιμότητα του συγκεκριμένου πράγματος. Για την πραξεολογία, ο όρος «χρησιμότητα» ισοδυναμεί με τη σημασία που αποδίδεται σε ένα πράγμα λόγω της πεποίθησης ότι αυτό μπορεί να άρει τη δυσφορία. Η πραξεολογική έννοια της χρησιμότητας —η «υποκειμενική αξία χρήσεως» κατά την ορολογία των παλαιότερων Αυστριακών οικονομολόγων— πρέπει να διακρίνεται αυστηρά από την τεχνολογική έννοια της χρησιμότητας —την «αντικειμενική αξία χρήσεως» κατά την ορολογία των ίδιων οικονομολόγων. Η αξία χρήσεως με την αντικειμενική έννοια είναι η σχέση μεταξύ ενός πράγματος και του αποτελέσματος που έχει την ικανότητα να επιφέρει. Στην αντικειμενική αξία χρήσεως αναφέρονται οι άνθρωποι όταν χρησιμοποιούν όρους όπως «θερμαντική αξία» ή «θερμαντική ισχύς» του άνθρακα. Η υποκειμενική αξία χρήσεως δεν βασίζεται πάντοτε σε αληθινή αντικειμενική αξία χρήσεως. Υπάρχουν πράγματα στα οποία αποδίδεται υποκειμενική αξία χρήσεως επειδή οι άνθρωποι πιστεύουν εσφαλμένα ότι αυτά έχουν τη δύναμη να επιφέρουν ένα επιθυμητό αποτέλεσμα. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν πράγματα ικανά να επιφέρουν ένα επιθυμητό αποτέλεσμα, στα οποία δεν αποδίδεται καμία αξία χρήσεως, επειδή οι άνθρωποι αγνοούν αυτό το γεγονός.
Utility means in this context simply: causal relevance for the removal of felt uneasiness. Acting man believes that the services a thing can render are apt to improve his own well-being, and calls this the utility of the thing concerned. For praxeology the term utility is tantamount to importance attached to a thing on account of the belief that it can remove uneasiness. The praxeological notion of utility (subjective use-value in the terminology of the earlier Austrian economists) must be sharply distinguished from the technological notion of utility (objective use-value in the terminology of the same economists). Use-value in the objective sense is the relation between a thing and the effect it has the capacity to bring about. It is to objective usevalue that people refer in employing such terms as the “heating value” or “heating power” of coal. Subjective use-value is not always based on true objective use-value. There are things to which subjective use-value is attached because people erroneously believe that they have the power to bring about a desired effect. On the other hand there are things able to produce a desired effect to which no use-value is attached because people are ignorant of this fact.
Ας εξετάσουμε την κατάσταση της οικονομικής σκέψης που επικρατούσε την παραμονή της διατύπωσης της σύγχρονης θεωρίας της αξίας από τον Carl Menger, τον William Stanley Jevons και τον Léon Walras. Όποιος θέλει να κατασκευάσει μια στοιχειώδη θεωρία της αξίας και των τιμών πρέπει πρώτα να σκεφθεί τη χρησιμότητα. Πράγματι, τίποτε δεν είναι πιο εύλογο από την υπόθεση ότι τα πράγματα αποτιμώνται σύμφωνα με τη χρησιμότητά τους. Τότε, όμως, εμφανίζεται μια δυσκολία, η οποία έθεσε στους παλαιότερους οικονομολόγους ένα πρόβλημα που δεν κατόρθωσαν να επιλύσουν. Παρατήρησαν ότι πράγματα των οποίων η «χρησιμότητα» είναι μεγαλύτερη αποτιμώνται λιγότερο από άλλα πράγματα μικρότερης χρησιμότητας. Ο σίδηρος εκτιμάται λιγότερο από τον χρυσό. Το γεγονός αυτό φαίνεται ασύμβατο με μια θεωρία της αξίας και των τιμών που βασίζεται στις έννοιες της χρησιμότητας και της αξίας χρήσεως. Οι οικονομολόγοι πίστεψαν ότι έπρεπε να εγκαταλείψουν μια τέτοια θεωρία και προσπάθησαν να εξηγήσουν τα φαινόμενα της αξίας και της αγοραίας ανταλλαγής μέσω άλλων θεωριών.
Let us look at the state of economic thought which prevailed on the eve of the elaboration of the modern theory of value by Carl Menger, William Stanley Jevons, and Léon Walras. Whoever wants to construct an elementary theory of value and prices must first think of utility. Nothing indeed is more plausible than to assume that things are valued according to their utility. But then a difficulty appears which presented to the older economists a problem they failed to solve. They observed that things whose “utility” is greater are valued less than other things of smaller utility. Iron is less appreciated than gold. This fact seems to be incompatible with a theory of value and prices based on the concepts of utility and use-value. The economists believed that they had to abandon such a theory and tried to explain the phenomena of value and market exchange by other theories.
Μόνο αργότερα ανακάλυψαν οι οικονομολόγοι ότι το φαινομενικό παράδοξο ήταν το αποτέλεσμα μιας εσφαλμένης διατύπωσης του σχετικού προβλήματος. Οι αποτιμήσεις και οι επιλογές που διαμορφώνουν τις σχέσεις ανταλλαγής στην αγορά δεν αφορούν μια απόφαση μεταξύ του χρυσού και του σιδήρου ως συνόλων. Ο δρων άνθρωπος δεν βρίσκεται σε μια κατάσταση στην οποία πρέπει να επιλέξει μεταξύ όλου του χρυσού και όλου του σιδήρου. Επιλέγει, σε έναν καθορισμένο χρόνο και τόπο και υπό καθορισμένες συνθήκες, μεταξύ μιας αυστηρά περιορισμένης ποσότητας χρυσού και μιας αυστηρά περιορισμένης ποσότητας σιδήρου. Η απόφασή του, όταν επιλέγει μεταξύ 100 ουγγιών χρυσού και 100 τόνων σιδήρου, δεν εξαρτάται καθόλου από την απόφαση που θα λάμβανε αν βρισκόταν στην εξαιρετικά απίθανη κατάσταση να πρέπει να επιλέξει μεταξύ όλου του χρυσού και όλου του σιδήρου. Εκείνο που έχει αποκλειστική σημασία για την πραγματική επιλογή του είναι αν, υπό τις υφιστάμενες συνθήκες, θεωρεί την άμεση ή έμμεση ικανοποίηση που θα μπορούσαν να του προσφέρουν 100 ουγγιές χρυσού μεγαλύτερη ή μικρότερη από την άμεση ή έμμεση ικανοποίηση που θα μπορούσε να αποκομίσει από 100 τόνους σιδήρου. Δεν διατυπώνει μια ακαδημαϊκή ή φιλοσοφική κρίση σχετικά με την «απόλυτη» αξία του χρυσού και του σιδήρου· δεν καθορίζει αν ο χρυσός ή ο σίδηρος είναι σημαντικότερος για την ανθρωπότητα· δεν εκφωνεί ρητορικούς λόγους όπως ένας συγγραφέας βιβλίων για τη φιλοσοφία της ιστορίας ή τις αρχές της ηθικής. Απλώς επιλέγει μεταξύ δύο ικανοποιήσεων, τις οποίες δεν μπορεί να έχει ταυτόχρονα.
Only late did the economists discover that the apparent paradox was the outcome of a vicious formulation of the problem involved. The valuations and choices that result in the exchange ratios of the market do not decide between gold and iron. Acting man is not in a position in which he must choose between all the gold and all the iron. He chooses at a definite time and place under definite conditions between a strictly limited quantity of gold and a strictly limited quantity of iron. His decision in choosing between 100 ounces of gold and 100 tons of iron does not depend at all on the decision he would make if he were in the highly improbable situation of choosing between all the gold and all the iron. What counts alone for his actual choice is whether under existing conditions he considers the direct or indirect satisfaction which 100 ounces of gold could give him as greater or smaller than the direct or indirect satisfaction he could derive from 100 tons of iron. He does not express an academic or philosophical judgment concerning the “absolute” value of gold and of iron; he does not determine whether gold or iron is more important for mankind; he does not perorate as an author of books on the philosophy of history or on ethical principles. He simply chooses between two satisfactions both of which he cannot have together.
Η προτίμηση και η παραμέριση, καθώς και οι επιλογές και οι αποφάσεις στις οποίες αυτές καταλήγουν, δεν αποτελούν πράξεις μέτρησης. Η δράση δεν μετρά τη χρησιμότητα ή την αξία· επιλέγει μεταξύ εναλλακτικών δυνατοτήτων. Δεν υπάρχει αφηρημένο πρόβλημα συνολικής χρησιμότητας ή συνολικής αξίας.1 Δεν υπάρχει καμία συλλογιστική πράξη που θα μπορούσε να οδηγήσει από την αποτίμηση μιας καθορισμένης ποσότητας ή ενός καθορισμένου αριθμού πραγμάτων στον προσδιορισμό της αξίας μιας μεγαλύτερης ή μικρότερης ποσότητας ή ενός μεγαλύτερου ή μικρότερου αριθμού. Δεν υπάρχει τρόπος να υπολογισθεί η συνολική αξία ενός αποθέματος, ακόμη και αν είναι γνωστές οι αξίες των μερών του. Δεν υπάρχει τρόπος να προσδιορισθεί η αξία ενός μέρους ενός αποθέματος, ακόμη και αν είναι γνωστή η αξία ολόκληρου του αποθέματος. Στη σφαίρα των αξιών και των αποτιμήσεων δεν υπάρχουν αριθμητικές πράξεις· δεν υπάρχει κάτι τέτοιο όπως ένας υπολογισμός αξιών. Η αποτίμηση του συνολικού αποθέματος δύο πραγμάτων μπορεί να διαφέρει από την αποτίμηση τμημάτων αυτών των αποθεμάτων. Ένας απομονωμένος άνθρωπος που κατέχει επτά αγελάδες και επτά άλογα μπορεί να αποτιμά ένα άλογο υψηλότερα από μία αγελάδα και, όταν αντιμετωπίζει τη σχετική εναλλακτική δυνατότητα, να προτιμά να εγκαταλείψει μία αγελάδα αντί για ένα άλογο. Ταυτόχρονα, όμως, ο ίδιος άνθρωπος, όταν αντιμετωπίζει την εναλλακτική επιλογή μεταξύ ολόκληρου του αποθέματος των αλόγων του και ολόκληρου του αποθέματος των αγελάδων του, μπορεί να προτιμήσει να κρατήσει τις αγελάδες και να εγκαταλείψει τα άλογα. Οι έννοιες της συνολικής χρησιμότητας και της συνολικής αξίας στερούνται νοήματος, αν δεν εφαρμόζονται σε μια κατάσταση στην οποία οι άνθρωποι πρέπει να επιλέξουν μεταξύ συνολικών αποθεμάτων. Το ερώτημα αν ο χρυσός ως τέτοιος ή ο σίδηρος ως τέτοιος είναι χρησιμότερος και πολυτιμότερος έχει νόημα μόνο σε σχέση με μια κατάσταση στην οποία η ανθρωπότητα, ή ένα απομονωμένο τμήμα της, πρέπει να επιλέξει μεταξύ όλου του διαθέσιμου χρυσού και όλου του διαθέσιμου σιδήρου.
To prefer and to set aside and the choices and decisions in which they result are not acts of measurement. Action does not measure utility or value; it chooses between alternatives. There is no abstract problem of total utility or total value.[1] There is no ratiocinative operation which could lead from the valuation of a definite quantity or number of things to the determination of the value of a greater or smaller quantity or number. There is no means of calculating the total value of a supply if only the values of its parts are known. There is no means of establishing the value of a part of a supply if only the value of the total supply is known. There are in the sphere of values and valuations no arithmetical operations; there is no such thing as a calculation of values. The valuation of the total stock of two things can differ from the valuation of parts of these stocks. An isolated man owning seven cows and seven horses may value one horse higher than one cow and may, when faced with the alternative, prefer to give up one cow rather than one horse. But at the same time the same man, when faced with the alternative of choosing between his whole supply of horses and his whole supply of cows, may prefer to keep the cows and to give up the horses. The concepts of total utility and total value are meaningless if not applied to a situation in which people must choose between total supplies. The question whether gold as such and iron as such is more useful and valuable is reasonable only with regard to a situation in which mankind or an isolated part of mankind must choose between all the gold and all the iron available.
Η αξιολογική κρίση αφορά μόνο το απόθεμα που αποτελεί αντικείμενο της συγκεκριμένης πράξης επιλογής. Ένα απόθεμα αποτελείται, εξ ορισμού, πάντοτε από ομοιογενή μέρη, καθένα από τα οποία είναι ικανό να παράσχει τις ίδιες υπηρεσίες με οποιοδήποτε άλλο μέρος και να το υποκαταστήσει. Επομένως, για την πράξη επιλογής δεν έχει σημασία ποιο συγκεκριμένο μέρος αποτελεί το αντικείμενό της. Όλα τα μέρη —οι μονάδες— του διαθέσιμου αποθέματος θεωρούνται εξίσου χρήσιμα και πολύτιμα, όταν τίθεται το ζήτημα της εγκατάλειψης ενός από αυτά. Αν το απόθεμα μειωθεί λόγω της απώλειας μιας μονάδας, ο δρων άνθρωπος πρέπει να αποφασίσει εκ νέου πώς θα χρησιμοποιήσει τις διάφορες μονάδες του εναπομένοντος αποθέματος. Είναι προφανές ότι το μικρότερο απόθεμα δεν μπορεί να παράσχει όλες τις υπηρεσίες που μπορούσε να παράσχει το μεγαλύτερο. Εκείνη η χρήση των διαφόρων μονάδων για την οποία, υπό τη νέα αυτή διάταξη, δεν υπάρχει πλέον διαθέσιμη μονάδα ήταν, στα μάτια του δρώντος ανθρώπου, η λιγότερο επείγουσα χρήση μεταξύ όλων εκείνων για τις οποίες είχε προηγουμένως διαθέσει τις διάφορες μονάδες του μεγαλύτερου αποθέματος. Η ικανοποίηση που αντλούσε από τη χρησιμοποίηση μιας μονάδας για αυτή τη χρήση ήταν η μικρότερη μεταξύ των ικανοποιήσεων που του παρείχαν οι μονάδες του μεγαλύτερου αποθέματος. Μόνο για την αξία αυτής της οριακής ικανοποίησης πρέπει να αποφασίσει, όταν τίθεται το ζήτημα της παραίτησης από μία μονάδα του συνολικού αποθέματος. Όταν ο άνθρωπος αντιμετωπίζει το πρόβλημα της αξίας που πρέπει να αποδοθεί σε μία μονάδα ενός ομοιογενούς αποθέματος, αποφασίζει με βάση την αξία της λιγότερο σημαντικής χρήσης που πραγματοποιεί με τις μονάδες ολόκληρου του αποθέματος· αποφασίζει με βάση την οριακή χρησιμότητα.
Σημείωση του μεταφραστή (ΣτΜ)2 : Η οριακή χρησιμότητα αναφέρεται στην πρόσθετη ικανοποίηση (ή ωφέλεια) που παίρνει ένα άτομο από την κατανάλωση ή τη χρήση μιας επιπλέον μονάδας ενός αγαθού. Με άλλα λόγια, είναι η χρησιμότητα της τελευταίας μονάδας ενός αγαθού που διαθέτει ένα άτομο. Μαθηματικά, η οριακή χρησιμότητα μπορεί να εκφραστεί ως:
όπου:
MU = Οριακή Χρησιμότητα (Marginal Utility)
ΔTU = Μεταβολή στη Συνολική Χρησιμότητα (Total Utility)
ΔQ = Μεταβολή στην Ποσότητα του Αγαθού
The judgment of value refers always only to the supply with which the concrete act of choice is concerned. A supply is ex definitione always composed of homogeneous parts each of which is capable of rendering the same services as, and of being substituted for, any other part. It is therefore immaterial for the act of choosing which particular part forms its object. All parts—units—of the available stock are considered as equally useful and valuable if the problem of giving up one of them is raised. If the supply decreased by the loss of one unit, acting man must decide anew how to use the various units of the remaining stock. It is obvious that the smaller stock cannot render all the services the greater stock could. That employment of the various units which under this new disposition is no longer provided for, was in the eyes of acting man the least urgent employment among all those for which he had previously assigned the various units of the greater stock. The satisfaction which he derived from the use of one unit for this employment was the smallest among the satisfactions which the units of the greater stock had rendered to him. It is only the value of this marginal satisfaction on which he must decide if the question of renouncing one unit of the total stock comes up. When faced with the problem of the value to be attached to one unit of a homogeneous supply, man decides on the basis of the value of the least important use he makes of the units of the whole supply; he decides on the basis of marginal utility.
Αν ένας άνθρωπος αντιμετωπίζει την εναλλακτική δυνατότητα να εγκαταλείψει είτε μία μονάδα από το απόθεμα του a είτε μία μονάδα από το απόθεμα του b, δεν συγκρίνει τη συνολική αξία ολόκληρου του αποθέματος του a με τη συνολική αξία του αποθέματος του b. Συγκρίνει τις οριακές αξίες τόσο του a όσο και του b. Μολονότι μπορεί να αποτιμά το συνολικό απόθεμα του a υψηλότερα από το συνολικό απόθεμα του b, η οριακή αξία του b μπορεί να είναι υψηλότερη από την οριακή αξία του a.
If a man is faced with the alternative of giving up either one unit of his supply of a or one unit of his supply of b, he does not compare the total value of his total stock of a with the total value of his stock of b. He compares the marginal values both of a and of b. Although he may value the total supply of a higher than the total supply of b, the marginal value of b may be higher than the marginal value of a.
Ο ίδιος συλλογισμός ισχύει και για το ζήτημα της αύξησης του διαθέσιμου αποθέματος οποιουδήποτε αγαθού μέσω της απόκτησης ενός πρόσθετου, καθορισμένου αριθμού μονάδων.
The same reasoning holds good for the question of increasing the available supply of any commodity by the acquisition of an additional definite number of units.
Για την περιγραφή αυτών των γεγονότων, η οικονομική επιστήμη δεν χρειάζεται να χρησιμοποιήσει την ορολογία της ψυχολογίας. Ούτε χρειάζεται να καταφύγει σε ψυχολογικούς συλλογισμούς και επιχειρήματα για να τα αποδείξει. Αν πούμε ότι οι πράξεις επιλογής δεν εξαρτώνται από την αξία που αποδίδεται σε μια ολόκληρη κατηγορία αναγκών, αλλά από την αξία που αποδίδεται στις συγκεκριμένες υπό εξέταση ανάγκες, ανεξάρτητα από την κατηγορία στην οποία μπορεί να καταταγούν, δεν προσθέτουμε τίποτε στη γνώση μας ούτε την ανάγουμε σε κάποια περισσότερο γνωστή ή γενικότερη γνώση. Αυτός ο τρόπος έκφρασης με όρους «κατηγοριών αναγκών» γίνεται κατανοητός μόνο αν θυμηθούμε τον ρόλο που διαδραμάτισε στην ιστορία της οικονομικής σκέψης το υποτιθέμενο παράδοξο της αξίας. Ο Carl Menger και ο Böhm-Bawerk χρειάστηκε να χρησιμοποιήσουν τον όρο «κατηγορία αναγκών» για να αντικρούσουν τις αντιρρήσεις εκείνων που θεωρούσαν τον άρτο ως τέτοιον πολυτιμότερο από το μετάξι, επειδή η κατηγορία «ανάγκη διατροφής» είναι σημαντικότερη από την κατηγορία «ανάγκη πολυτελούς ένδυσης».2 Σήμερα η έννοια «κατηγορία αναγκών» είναι εντελώς περιττή. Δεν έχει κανένα νόημα για τη δράση και, επομένως, κανένα νόημα για τη θεωρία της αξίας· επιπλέον, ενδέχεται να προκαλέσει σφάλματα και σύγχυση. Η συγκρότηση εννοιών και η ταξινόμηση είναι νοητικά εργαλεία· αποκτούν σημασία και νόημα μόνο στο πλαίσιο των θεωριών που τα χρησιμοποιούν.3 Είναι παράλογο να κατατάσσουμε διάφορες ανάγκες σε «κατηγορίες αναγκών» προκειμένου να διαπιστώσουμε ότι μια τέτοια ταξινόμηση δεν έχει απολύτως καμία χρησιμότητα για τη θεωρία της αξίας.
For the description of these facts economics does not need to employ the terminology of psychology. Neither does it need to resort to psychological reasoning and arguments for proving them. If we say that the acts of choice do not depend on the value attached to a whole class of wants, but on that attached to the concrete wants in question irrespective of the class in which they may be reckoned, we do not add anything to our knowledge and do not trace it back to some better-known or more general knowledge. This mode of speaking in terms of classes of wants becomes intelligible only if we remember the role played in the history of economic thought by the alleged paradox of value. Carl Menger and Böhm-Bawerk had to make use of the term “class of wants” in order to refute the objections raised by those who considered bread as such more valuable than silk because the class “want of nourishment” is more important than the class “want of luxurious clothing.”[2] Today the concept “class of wants” is entirely superfluous. It has no meaning for action and therefore none for the theory of value; it is, moreover, liable to bring about error and confusion. Construction of concepts and classification are mental tools; they acquire meaning and sense only in the context of the theories which utilize them.[3] It is nonsensical to arrange various wants into “classes of wants” in order to establish that such a classification is of no avail whatever for the theory of value.
Ο νόμος της οριακής χρησιμότητας και της φθίνουσας οριακής αξίας είναι ανεξάρτητος από τον νόμο του Gossen περί κορεσμού των αναγκών —τον πρώτο νόμο του Gossen. Κατά την εξέταση της οριακής χρησιμότητας δεν ασχολούμαστε ούτε με την αισθητηριακή απόλαυση ούτε με τον κορεσμό και τον πλήρη χορτασμό. Δεν υπερβαίνουμε τη σφαίρα του πραξεολογικού συλλογισμού όταν διατυπώνουμε τον ακόλουθο ορισμό: ονομάζουμε λιγότερο επείγουσα ή οριακή χρήση εκείνη τη χρήση μιας μονάδας ομοιογενούς αποθέματος την οποία πραγματοποιεί ένας άνθρωπος όταν το απόθεμά του αποτελείται από μονάδες, αλλά δεν θα πραγματοποιούσε αν, εφόσον οι λοιποί παράγοντες παρέμεναν αμετάβλητοι, το απόθεμά του αποτελούνταν μόνο από n −1 μονάδες· τη χρησιμότητα που αντλείται από αυτή τη χρήση την ονομάζουμε οριακή χρησιμότητα. Για να φθάσουμε σε αυτή τη γνώση, δεν χρειαζόμαστε καμία φυσιολογική ή ψυχολογική εμπειρία, γνώση ή συλλογιστική. Προκύπτει αναγκαστικά από τις παραδοχές μας ότι οι άνθρωποι δρουν —δηλαδή επιλέγουν— και ότι, στην πρώτη περίπτωση, ο δρων άνθρωπος διαθέτει n μονάδες ενός ομοιογενούς αποθέματος, ενώ στη δεύτερη περίπτωση διαθέτει n −1 μονάδες. Υπό αυτές τις συνθήκες κανένα άλλο αποτέλεσμα δεν είναι νοητό. Η πρότασή μας είναι τυπική και απριοριστική και δεν εξαρτάται από καμία εμπειρία.
The law of marginal utility and decreasing marginal value is independent of Gossen’s law of the saturation of wants (first law of Gossen). In treating marginal utility we deal neither with sensuous enjoyment nor with saturation and satiety. We do not transcend the sphere of praxeological reasoning in establishing the following definition: We call that employment of a unit of a homogeneous supply which a man makes if his supply is n units, but would not make if, other things being equal, his supply were only n–1 units, the least urgent employment or the marginal employment, and the utility derived from it marginal utility. In order to attain this knowledge we do not need any physiological or psychological experience, knowledge, or reasoning. It follows necessarily from our assumptions that people act (choose) and that in the first case acting man has n units of a homogeneous supply and in the second case n–1 units. Under these conditions no other result is thinkable. Our statement is formal and aprioristic and does not depend on any experience.
Υπάρχουν μόνο δύο εναλλακτικές δυνατότητες. Είτε υπάρχουν είτε δεν υπάρχουν ενδιάμεσα στάδια μεταξύ της αισθητής δυσφορίας που ωθεί έναν άνθρωπο να δράσει και της κατάστασης στην οποία δεν μπορεί πλέον να υπάρξει καμία δράση —είτε επειδή έχει επιτευχθεί η κατάσταση της τέλειας ικανοποίησης είτε επειδή ο άνθρωπος είναι ανίκανος να επιτύχει οποιαδήποτε περαιτέρω βελτίωση των συνθηκών του. Στη δεύτερη περίπτωση θα μπορούσε να υπάρξει μόνο μία δράση· μόλις η δράση αυτή ολοκληρωνόταν, θα επιτυγχανόταν μια κατάσταση στην οποία καμία περαιτέρω δράση δεν θα ήταν δυνατή. Αυτό είναι προδήλως ασύμβατο με την παραδοχή μας ότι υπάρχει δράση· αυτή η περίπτωση δεν περιλαμβάνει πλέον τις γενικές συνθήκες που προϋποτίθενται στην κατηγορία της δράσης. Απομένει μόνο η πρώτη περίπτωση. Τότε, όμως, υπάρχουν διάφοροι βαθμοί ασυμπτωτικής προσέγγισης προς την κατάσταση στην οποία δεν μπορεί πλέον να υπάρξει καμία δράση. Επομένως, ο νόμος της οριακής χρησιμότητας εμπεριέχεται ήδη στην κατηγορία της δράσης. Δεν είναι τίποτε άλλο από την αντίστροφη διατύπωση της πρότασης ότι εκείνο που προσφέρει μεγαλύτερη ικανοποίηση προτιμάται από εκείνο που προσφέρει μικρότερη. Αν το διαθέσιμο απόθεμα αυξηθεί από n −1 σε n μονάδες, η πρόσθετη μονάδα μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για την άρση μιας ανάγκης λιγότερο επείγουσας ή λιγότερο οδυνηρής από τη λιγότερο επείγουσα ή λιγότερο οδυνηρή μεταξύ όλων εκείνων των αναγκών που μπορούσαν να αρθούν μέσω του αποθέματος των n −1 μονάδων.
There are only two alternatives. Either there are or there are not intermediate stages between the felt uneasiness which impels a man to act and the state in which there can no longer be any action (be it because the state of perfect satisfaction is reached or because man is incapable of any further improvement in his conditions). In the second case there could be only one action; as soon as this action is consummated, a state would be reached in which no further action is possible. This is manifestly incompatible with our assumption that there is action; this case no longer implies the general conditions presupposed in the category of action. Only the first case remains. But then there are various degrees in the asymptotic approach to the state in which there can no longer be any action. Thus the law of marginal utility is already implied in the category of action. It is nothing else than the reverse of the statement that what satisfies more is preferred to what gives smaller satisfaction. If the supply available increases from n–1 units to n units, the increment can be employed only for the removal of a want which is less urgent or less painful than the least urgent or least painful among all those wants which could be removed by means of the supply n–1.
Ο νόμος της οριακής χρησιμότητας δεν αναφέρεται στην αντικειμενική αξία χρήσεως, αλλά στην υποκειμενική αξία χρήσεως. Δεν ασχολείται με τη φυσική ή χημική ικανότητα των πραγμάτων να επιφέρουν γενικά ένα καθορισμένο αποτέλεσμα, αλλά με τη σημασία τους για την ευημερία ενός ανθρώπου, όπως ο ίδιος τη βλέπει υπό την εκάστοτε επικρατούσα κατάσταση των υποθέσεών του. Δεν ασχολείται πρωτίστως με την αξία των πραγμάτων, αλλά με την αξία των υπηρεσιών που ο άνθρωπος αναμένει να λάβει από αυτά.
The law of marginal utility does not refer to objective use-value, but to subjective use-value. It does not deal with the physical or chemical capacity of things to bring about a definite effect in general, but with their relevance for the well-being of a man as he himself sees it under the prevailing momentary state of his affairs. It does not deal primarily with the value of things, but with the value of the services a man expects to get from them.
Αν πιστεύαμε ότι η οριακή χρησιμότητα αφορά τα πράγματα και την αντικειμενική αξία χρήσεώς τους, θα ήμασταν αναγκασμένοι να υποθέσουμε ότι η οριακή χρησιμότητα μπορεί τόσο να αυξάνεται όσο και να μειώνεται όταν αυξάνεται ο αριθμός των διαθέσιμων μονάδων. Μπορεί να συμβεί η χρήση μιας ορισμένης ελάχιστης ποσότητας — μονάδων— ενός αγαθού a να προσφέρει μια ικανοποίηση που θεωρείται πολυτιμότερη από τις υπηρεσίες που αναμένονται από μία μονάδα ενός αγαθού b. Αν, όμως, το διαθέσιμο απόθεμα του a είναι μικρότερο από n, το a μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για κάποια άλλη υπηρεσία, η οποία θεωρείται λιγότερο πολύτιμη από την υπηρεσία του b. Τότε, μια αύξηση της ποσότητας του a από n −1 σε n μονάδες έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της αξίας που αποδίδεται σε μία μονάδα του a. Ο κάτοχος 100 κορμών μπορεί να κατασκευάσει μια καλύβα που τον προστατεύει από τη βροχή καλύτερα από έναν αδιάβροχο μανδύα. Αν, όμως, είναι διαθέσιμοι λιγότεροι από 100 κορμοί, μπορεί να τους χρησιμοποιήσει μόνο για να κατασκευάσει ένα πρόχειρο κρεβάτι που τον προστατεύει από την υγρασία του εδάφους. Ως κάτοχος 95 κορμών, θα ήταν διατεθειμένος να εγκαταλείψει τον αδιάβροχο μανδύα για να αποκτήσει 5 επιπλέον κορμούς. Ως κάτοχος 10 κορμών, δεν θα εγκατέλειπε τον αδιάβροχο μανδύα ούτε έναντι 10 κορμών. Ένας άνθρωπος του οποίου οι αποταμιεύσεις ανέρχονται σε 100 δολάρια μπορεί να μην είναι πρόθυμος να εκτελέσει κάποια εργασία έναντι αμοιβής 200 δολαρίων. Αν, όμως, οι αποταμιεύσεις του ανέρχονταν σε 2.000 δολάρια και επιθυμούσε διακαώς να αποκτήσει ένα αδιαίρετο αγαθό που δεν μπορούσε να αγορασθεί με λιγότερα από 2.100 δολάρια, θα ήταν πρόθυμος να εκτελέσει αυτή την εργασία έναντι 100 δολαρίων. Όλα αυτά συμφωνούν πλήρως με τον ορθά διατυπωμένο νόμο της οριακής χρησιμότητας, σύμφωνα με τον οποίο η αξία εξαρτάται από τη χρησιμότητα των αναμενόμενων υπηρεσιών. Δεν τίθεται κανένα ζήτημα ύπαρξης κάποιου νόμου αύξουσας οριακής χρησιμότητας.
If we were to believe that marginal utility is about things and their objective use-value, we would be forced to assume that marginal utility can as well increase as decrease with an increase in the quantity of units available. It can happen that the employment of a certain minimum quantity —n units—of a good a can provide a satisfaction which is deemed more valuable than the services expected from one unit of a good b. But if the supply of a available is smaller than n, a can only be employed for another service which is considered less valuable than that of b. Then an increase in the quantity of a from n–1 units to n units results in an increase of the value attached to one unit of a. The owner of 100 logs may build a cabin which protects him against rain better than a raincoat. But if fewer than 30 logs are available, he can only use them for a berth that protects him against the dampness of the soil. As the owner of 95 logs he would be prepared to forsake the raincoat in order to get 5 logs more. As the owner of 10 logs he would not abandon the raincoat even for 10 logs. A man whose savings amount to $100 may not be willing to carry out some work for a remuneration of $200. But if his savings were $2,000 and he were extremely anxious to acquire an indivisible good which cannot be bought for less than $2,100, he would be ready to perform this work for $100. All this is in perfect agreement with the rightly formulated law of marginal utility according to which value depends on the utility of the services expected. There is no question of any such thing as a law of increasing utility.
Ο νόμος της οριακής χρησιμότητας δεν πρέπει να συγχέεται ούτε με τη θεωρία του Bernoulli, de mensura sortis, ούτε με τον νόμο Weber– Fechner. Στη βάση της συμβολής του Bernoulli βρίσκονταν τα γενικώς γνωστά και ουδέποτε αμφισβητηθέντα γεγονότα ότι οι άνθρωποι επιδιώκουν να ικανοποιήσουν τις περισσότερο επείγουσες ανάγκες πριν από τις λιγότερο επείγουσες και ότι ένας πλούσιος άνθρωπος βρίσκεται σε θέση να φροντίσει για τις ανάγκες του καλύτερα από έναν φτωχό. Τα συμπεράσματα, όμως, που συνήγαγε ο Bernoulli από αυτές τις κοινοτοπίες είναι όλα εσφαλμένα. Ανέπτυξε μια μαθηματική θεωρία σύμφωνα με την οποία η πρόσθετη ικανοποίηση μειώνεται όσο αυξάνεται ο συνολικός πλούτος ενός ανθρώπου. Ο ισχυρισμός του ότι, κατά κανόνα, είναι εξαιρετικά πιθανό για έναν άνθρωπο με εισόδημα 5.000 δουκάτων το ένα δουκάτο να σημαίνει όχι περισσότερα από όσα σημαίνει μισό δουκάτο για έναν άνθρωπο με εισόδημα 2.500 δουκάτων είναι απλώς αυθαίρετο επινόημα. Ας παραμερίσουμε την αντίρρηση ότι δεν υπάρχει κανένας τρόπος να πραγματοποιηθούν συγκρίσεις μεταξύ των αποτιμήσεων διαφορετικών ανθρώπων, εκτός από εντελώς αυθαίρετες συγκρίσεις. Η μέθοδος του Bernoulli είναι εξίσου ανεπαρκής και για τις αποτιμήσεις του ίδιου ατόμου υπό διαφορετικά επίπεδα εισοδήματος. Δεν αντιλήφθηκε ότι το μόνο που μπορεί να λεχθεί για την υπό εξέταση περίπτωση είναι ότι, όσο αυξάνεται το εισόδημα, κάθε νέα προσαύξηση χρησιμοποιείται για την ικανοποίηση μιας ανάγκης που γίνεται λιγότερο επιτακτικά αισθητή από τη λιγότερο επιτακτικά αισθητή ανάγκη η οποία είχε ήδη ικανοποιηθεί πριν από αυτή την προσαύξηση. Δεν αντιλήφθηκε ότι κατά την αποτίμηση, την επιλογή και τη δράση δεν υπάρχει μέτρηση ούτε καθορισμός ισοδυναμίας, αλλά ιεράρχηση, δηλαδή προτίμηση και παραμέριση.4 Έτσι, ούτε ο Bernoulli ούτε οι μαθηματικοί και οικονομολόγοι που υιοθέτησαν τον τρόπο συλλογισμού του κατόρθωσαν να επιλύσουν το παράδοξο της αξίας.
The law of marginal utility must be confused neither with Bernoulli’s doctrine de mensura sortis nor with the Weber-Fechner law. At the bottom of Bernoulli’s contribution were the generally known and never disputed facts that people are eager to satisfy the more urgent wants before they satisfy the less urgent, and that a rich man is in a position to provide better for his wants than a poor man. But the inferences Bernoulli drew from these truisms are all wrong. He developed a mathematical theory that the increment in gratification diminishes with the increase in a man’s total wealth. His statement that as a rule it is highly probable that for a man whose income is 5,000 ducats one ducat means not more than half a ducat for a man with an income of 2,500 ducats is merely fanciful. Let us set aside the objection that there is no means of drawing comparisons other than entirely arbitrary ones between the valuations of various people. Bernoulli’s method is no less inadequate for the valuations of the same individual with various amounts of income. He did not see that all that can be said about the case in question is that with increasing income every new increment is used for the satisfaction of a want less urgently felt than the least urgently felt want already satisfied before this increment took place. He did not see that in valuing, choosing, and acting there is no measurement and no establishment of equivalence, but grading, i.e., preferring and putting aside.[4] Thus neither Bernoulli nor the mathematicians and economists who adopted his mode of reasoning could succeed in solving the paradox of value.
Τα σφάλματα που ενυπάρχουν στη σύγχυση του ψυχοφυσικού νόμου Weber–Fechner με την υποκειμενική θεωρία της αξίας έχουν ήδη επικριθεί από τον Max Weber. Είναι αλήθεια ότι ο Max Weber δεν ήταν επαρκώς εξοικειωμένος με την οικονομική επιστήμη και βρισκόταν υπερβολικά υπό την επιρροή του ιστορισμού, ώστε να αποκτήσει ορθή αντίληψη των θεμελίων της οικονομικής σκέψης. Η ευφυής του διαίσθηση, όμως, του υπέδειξε μια πορεία προς τη σωστή λύση. Η θεωρία της οριακής χρησιμότητας, υποστηρίζει, «δεν θεμελιώνεται ψυχολογικά, αλλά μάλλον —αν πρέπει να χρησιμοποιηθεί ένας γνωσιοθεωρητικός όρος— πραγματιστικά, δηλαδή στη χρήση των κατηγοριών: σκοποί και μέσα».5
The mistakes inherent in the confusion of the Weber-Fechner law of psychophysics and the subjective theory of value have already been attacked by Max Weber. Max Weber, it is true, was not sufficiently familiar with economics and was too much under the sway of historicism to get a correct insight into the fundamentals of economic thought. But ingenious intuition provided him with a suggestion of a way toward the correct solution. The theory of marginal utility, he asserts, is “not psychologically substantiated, but rather—if an epistemological term is to be applied— pragmatically, i.e., on the employment of the categories: ends and means.”[5]
Αν ένας άνθρωπος επιθυμεί να άρει μια παθολογική κατάσταση λαμβάνοντας μια καθορισμένη ποσότητα ενός φαρμάκου, η λήψη πολλαπλάσιας ποσότητας δεν θα επιφέρει καλύτερο αποτέλεσμα. Η πλεονάζουσα ποσότητα είτε δεν θα έχει αποτέλεσμα διαφορετικό από εκείνο της κατάλληλης δόσης —της άριστης δόσης— είτε θα έχει επιβλαβή αποτελέσματα. Το ίδιο ισχύει για όλα τα είδη ικανοποίησης, μολονότι η άριστη ποσότητα συχνά επιτυγχάνεται μόνο με τη χρήση μιας μεγάλης δόσης και το σημείο στο οποίο οι περαιτέρω προσαυξήσεις επιφέρουν επιβλαβή αποτελέσματα βρίσκεται συχνά πολύ μακριά. Αυτό συμβαίνει επειδή ο κόσμος μας είναι ένας κόσμος αιτιότητας και ποσοτικών σχέσεων μεταξύ αιτίου και αποτελέσματος. Εκείνος που θέλει να άρει τη δυσφορία η οποία προκαλείται από τη διαβίωση σε ένα δωμάτιο με θερμοκρασία 35 βαθμών θα επιδιώξει να θερμάνει το δωμάτιο σε θερμοκρασία 65 ή 70 βαθμών. Το γεγονός ότι δεν επιδιώκει θερμοκρασία 180 ή 300 βαθμών δεν έχει καμία σχέση με τον νόμο Weber–Fechner. Ούτε έχει οποιαδήποτε σχέση με την ψυχολογία. Το μόνο που μπορεί να κάνει η ψυχολογία για να εξηγήσει αυτό το γεγονός είναι να διαπιστώσει, ως έσχατο δεδομένο, ότι ο άνθρωπος κατά κανόνα προτιμά τη διατήρηση της ζωής και της υγείας από τον θάνατο και την ασθένεια. Εκείνο που έχει σημασία για την πραξεολογία είναι μόνο το γεγονός ότι ο δρων άνθρωπος επιλέγει μεταξύ εναλλακτικών δυνατοτήτων. Το ότι ο άνθρωπος βρίσκεται σε σταυροδρόμια, ότι πρέπει να επιλέξει και πράγματι επιλέγει, οφείλεται —πέρα από άλλες συνθήκες— στο γεγονός ότι ζει σε έναν ποσοτικό κόσμο και όχι σε έναν κόσμο χωρίς ποσότητα, ο οποίος είναι αδιανόητος ακόμη και για τον ανθρώπινο νου.
If a man wants to remove a pathological condition by taking a definite quantity of a remedy, the intake of a multiple will not bring about a better effect. The surplus will have either no effect other than the appropriate dose, the optimum, or it will have detrimental effects. The same is true of all kinds of satisfactions, although the optimum is often reached only by the application of a large dose, and the point at which further increments produce detrimental effects is often far away. This is so because our world is a world of causality and of quantitative relations between cause and effect. He who wants to remove the uneasiness caused by living in a room with a temperature of 35 degrees will aim at heating the room to a temperature of 65 or 70 degrees. It has nothing to do with the Weber- Fechner law that he does not aim at a temperature of 180 or 300 degrees. Neither has it anything to do with psychology. All that psychology can do for the explanation of this fact is to establish as an ultimate given that man as a rule prefers the preservation of life and health to death and sickness. What counts for praxeology is only the fact that acting man chooses between alternatives. That man is placed at crossroads, that he must and does choose, is—apart from other conditions—due to the fact that he lives in a quantitative world and not in a world without quantity, which is even unimaginable for the human mind.
Η σύγχυση της οριακής χρησιμότητας με τον νόμο Weber–Fechner προήλθε από το σφάλμα να εξετάζονται μόνο τα μέσα για την επίτευξη της ικανοποίησης και όχι η ίδια η ικανοποίηση. Αν είχε ληφθεί υπόψη η ικανοποίηση, δεν θα είχε υιοθετηθεί η παράλογη ιδέα να εξηγηθεί η διαμόρφωση της επιθυμίας για θερμότητα με αναφορά στη φθίνουσα ένταση της αίσθησης που προκαλούν διαδοχικές αυξήσεις στην ένταση των ερεθισμάτων. Το γεγονός ότι ο μέσος άνθρωπος δεν θέλει να αυξήσει τη θερμοκρασία της κρεβατοκάμαράς του στους 120 βαθμούς δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την ένταση της αίσθησης της θερμότητας. Το γεγονός ότι ένας άνθρωπος δεν θερμαίνει το δωμάτιό του στον ίδιο βαθμό στον οποίο το θερμαίνουν άλλοι φυσιολογικοί άνθρωποι και στον οποίο πιθανώς θα το θέρμαινε και ο ίδιος, αν δεν απέδιδε μεγαλύτερη σημασία στην αγορά ενός καινούργιου ενδύματος ή στην παρακολούθηση της εκτέλεσης μιας συμφωνίας του Beethoven, δεν μπορεί να εξηγηθεί με τις μεθόδους των φυσικών επιστημών. Αντικειμενικά και δεκτικά εξέτασης με τις μεθόδους των φυσικών επιστημών είναι μόνο τα προβλήματα της αντικειμενικής αξίας χρήσεως· η αποτίμηση της αντικειμενικής αξίας χρήσεως από τον δρώντα άνθρωπο είναι κάτι διαφορετικό.
The confusion of marginal utility and the Weber-Fechner law originated from the mistake of looking only at the means for the attainment of satisfaction and not at the satisfaction itself. If the satisfaction had been thought of, the absurd idea would not have been adopted of explaining the configuration of the desire for warmth by referring to the decreasing intensity of the sensation of successive increments in the intensity of the stimuli. That the average man does not want to raise the temperature of his bedroom to 120 degrees has no reference whatever to the intensity of the sensation for warmth. That a man does not heat his room to the same degree as other normal people do and as he himself would probably do, if he were not more intent upon buying a new suit or attending the performance of a Beethoven symphony, cannot be explained by the methods of the natural sciences. Objective and open to a treatment by the methods of the natural sciences are only the problems of objective use-value; the valuation of objective use-value on the part of acting man is another thing.
Ο ποσοτικός προσδιορισμός των αποτελεσμάτων που επιφέρει ένα οικονομικό αγαθό σημαίνει, όσον αφορά τα αγαθά πρώτης τάξεως —τα καταναλωτικά αγαθά—, ότι μια ποσότητα a ενός αιτίου επιφέρει, είτε άπαξ και διά παντός είτε τμηματικά κατά τη διάρκεια μιας καθορισμένης χρονικής περιόδου, μια ποσότητα α αποτελέσματος. Όσον αφορά τα αγαθά ανώτερων τάξεων —τα παραγωγικά αγαθά—, σημαίνει ότι μια ποσότητα b ενός αιτίου επιφέρει μια ποσότητα β αποτελέσματος, υπό την προϋπόθεση ότι το συμπληρωματικό αίτιο c συνεισφέρει μια ποσότητα γ αποτελέσματος· μόνο τα συνδυασμένα αποτελέσματα β και γ επιφέρουν την ποσότητα p του αγαθού πρώτης τάξεως D . Στην περίπτωση αυτή υπάρχουν τρεις ποσότητες: οι ποσότητες b και c των δύο συμπληρωματικών αγαθών B και C , καθώς και η ποσότητα p του προϊόντος D.
Quantitative definiteness in the effects brought about by an economic good means with regard to the goods of the first order (consumers’ goods): a quantity a of cause brings about—either in a definite period of time or at all—a quantity α of effect. With regard to the goods of the higher orders (producers’ goods) it means: a quantity b of cause brings about a quantity β of effect, provided the complementary cause c contributes the quantity γ of effect; only the concerted effects β and γ bring about the quantity p of the good of the first order D. There are in this case three quantities: b and c of the two complementary goods B and C, and p of the product D.
Με το b να παραμένει αμετάβλητο, αποκαλούμε άριστη εκείνη την τιμή του c που συνεπάγεται τη μέγιστη τιμή του λόγου p/c . Αν περισσότερες τιμές του c συνεπάγονται αυτή τη μέγιστη τιμή του λόγου p/c, τότε αποκαλούμε άριστη εκείνη που συνεπάγεται συγχρόνως και τη μέγιστη τιμή του p. Αν τα δύο συμπληρωματικά αγαθά χρησιμοποιούνται στην άριστη αναλογία, αποδίδουν και τα δύο το μέγιστο προϊόν· η παραγωγική τους ικανότητα, δηλαδή η αντικειμενική αξία χρήσεώς τους, αξιοποιείται πλήρως· κανένα μέρος τους δεν σπαταλάται. Αν αποκλίνουμε από αυτόν τον άριστο συνδυασμό αυξάνοντας την ποσότητα του C , χωρίς να μεταβάλουμε την ποσότητα του B , η απόδοση θα εξακολουθήσει κατά κανόνα να αυξάνεται, όχι όμως αναλογικά προς την αύξηση της ποσότητας του C . Αν είναι πράγματι δυνατό να αυξηθεί η απόδοση από p σε p1 με την αύξηση της ποσότητας ενός μόνο από τους συμπληρωματικούς συντελεστές, δηλαδή με την αντικατάσταση του c από το cx, όπου x > 1, τότε έχουμε οπωσδήποτε:
p1 > p και p1 c < pcx.
Διότι, αν ήταν δυνατό να αντισταθμίζεται οποιαδήποτε μείωση του μέσω μιας αντίστοιχης αύξησης του c , κατά τρόπο ώστε το p να παραμένει αμετάβλητο, η ιδιαίτερη φυσική παραγωγική ικανότητα του θα ήταν απεριόριστη και το B δεν θα θεωρούνταν σπάνιο ούτε οικονομικό αγαθό. Για τον δρώντα άνθρωπο δεν θα είχε καμία σημασία αν το διαθέσιμο απόθεμα του B ήταν μεγαλύτερο ή μικρότερο. Ακόμη και μια απειροελάχιστη ποσότητα του B θα ήταν επαρκής για την παραγωγή οποιασδήποτε ποσότητας του D, υπό την προϋπόθεση ότι το απόθεμα του C θα ήταν αρκετά μεγάλο. Από την άλλη πλευρά, μια αύξηση της διαθέσιμης ποσότητας του B δεν θα μπορούσε να αυξήσει το προϊόν του D, αν δεν αυξανόταν και το απόθεμα του C . Η συνολική απόδοση της παραγωγικής διαδικασίας θα καταλογιζόταν στο C · το δεν θα μπορούσε να αποτελεί οικονομικό αγαθό.
Ένα πράγμα που παρέχει τέτοιες απεριόριστες υπηρεσίες είναι, για παράδειγμα, η γνώση της σχετικής αιτιώδους σχέσης. Ο τύπος ή η συνταγή που μας διδάσκει πώς να παρασκευάζουμε καφέ, εφόσον είναι γνωστή, παρέχει απεριόριστες υπηρεσίες. Δεν χάνει τίποτε από την παραγωγική της ικανότητα, όσες φορές και αν χρησιμοποιηθεί· η παραγωγική της δύναμη είναι ανεξάντλητη· επομένως, δεν αποτελεί οικονομικό αγαθό. Ο δρων άνθρωπος δεν βρίσκεται ποτέ αντιμέτωπος με μια κατάσταση στην οποία πρέπει να επιλέξει μεταξύ της αξίας χρήσεως ενός γνωστού τύπου και οποιουδήποτε άλλου χρήσιμου πράγματος.
With b remaining unchanged, we call that value of c which results in the highest value of p/c the optimum. If several values of c result in this highest value of p/c, then we call that the optimum which results also in the highest value of p. If the two complementary goods are employed in the optimal ratio, they both render the highest output; their power to produce, their objective use-value, is fully utilized; no fraction of them is wasted. If we deviate from this optimal combination by increasing the quantity of C without changing the quantity of B, the return will as a rule increase further, but not in proportion to the increase in the quantity of C. If it is at all possible to increase the return from p to p by increasing the quantity of one of the complementary factors only, namely by substituting cx for c, x being greater than 1, we have at any rate: p > p and pc < pcx. For if it were possible to compensate any decrease in b by a corresponding increase in c in such a way that p remains unchanged, the physical power of production proper to B would be unlimited and B would not be considered as scarce and as an economic good. It would be of no importance for acting man whether the supply of B available were greater or smaller. Even an infinitesimal quantity of B would be sufficient for the production of any quantity of D, provided the supply of C is large enough. On the other hand, an increase in the quantity of B available could not increase the output of D if the supply of C does not increase. The total return of the process would be imputed to C; B could not be an economic good. A thing rendering such unlimited services is, for instance, the knowledge of the causal relation implied. The formula, the recipe, that teaches us how to prepare coffee, provided it is known, renders unlimited services. It does not lose anything from its capacity to produce however often it is used; its productive power is inexhaustible; it is therefore not an economic good. Acting man is never faced with a situation in which he must choose between the use-value of a known formula and any other useful thing.
Ο νόμος των αποδόσεων διατυπώνει ότι, για τον συνδυασμό οικονομικών αγαθών ανώτερων τάξεων —δηλαδή συντελεστών παραγωγής—, υπάρχει ένας άριστος συνδυασμός. Αν κάποιος αποκλίνει από αυτόν αυξάνοντας την εισροή ενός μόνο από τους συντελεστές, το φυσικό προϊόν είτε δεν αυξάνεται καθόλου είτε, τουλάχιστον, δεν αυξάνεται αναλογικά προς την αύξηση της εισροής. Όπως καταδείχθηκε προηγουμένως, ο νόμος αυτός εμπεριέχεται στο γεγονός ότι ο ποσοτικός προσδιορισμός των αποτελεσμάτων που επιφέρει κάθε οικονομικό αγαθό αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για να είναι το αγαθό αυτό οικονομικό αγαθό.
The law of returns asserts that for the combination of economic goods of the higher orders (factors of production) there exists an optimum. If one deviates from this optimum by increasing the input of only one of the factors, the physical output either does not increase at all or at least not in the ratio of the increased input. This law, as has been demonstrated above, is implied in the fact that the quantitative definiteness of the effects brought about by any economic good is a necessary condition of its being an economic good.
Η ύπαρξη ενός τέτοιου άριστου συνδυασμού είναι το μόνο που διδάσκει ο νόμος των αποδόσεων, ο οποίος αποκαλείται συνήθως νόμος των φθινουσών αποδόσεων. Υπάρχουν πολλά άλλα ερωτήματα στα οποία δεν παρέχει καμία απάντηση και τα οποία μπορούν να επιλυθούν μόνο a posteriori, μέσω της εμπειρίας.
That there is such an optimum of combination is all that the law of returns, popularly called the law of diminishing returns, teaches. There are many other questions which it does not answer at all and which can only be solved a posteriori by experience.
Αν το αποτέλεσμα που επιφέρει ένας από τους συμπληρωματικούς συντελεστές είναι αδιαίρετο, ο άριστος συνδυασμός είναι ο μόνος που επιφέρει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Για να βαφεί ένα κομμάτι μαλλιού σε μια συγκεκριμένη απόχρωση απαιτείται καθορισμένη ποσότητα χρωστικής ουσίας. Μια μεγαλύτερη ή μικρότερη ποσότητα θα ματαίωνε τον επιδιωκόμενο σκοπό. Εκείνος που διαθέτει περισσότερη χρωστική ύλη πρέπει να αφήσει αχρησιμοποίητο το πλεόνασμα. Εκείνος που διαθέτει μικρότερη ποσότητα μπορεί να βάψει μόνο ένα μέρος του κομματιού. Στην περίπτωση αυτή, η φθίνουσα απόδοση εκδηλώνεται ως πλήρης αχρηστία της πρόσθετης ποσότητας, η οποία δεν πρέπει καν να χρησιμοποιηθεί, επειδή η χρήση της θα ματαίωνε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.
If the effect brought about by one of the complementary factors is indivisible, the optimum is the only combination which results in the outcome aimed at. In order to dye a piece of wool to a definite shade, a definite quantity of dye is required. A greater or smaller quantity would frustrate the aim sought. He who has more coloring matter must leave the surplus unused. He who has a smaller quantity can dye only a part of the piece. The diminishing return results in this instance in the complete uselessness of the additional quantity which must not even be employed because it would thwart the design.
Σε άλλες περιπτώσεις απαιτείται ένα ορισμένο ελάχιστο για την παραγωγή του ελάχιστου αποτελέσματος. Μεταξύ αυτού του ελάχιστου αποτελέσματος και του άριστου αποτελέσματος υπάρχει ένα εύρος εντός του οποίου οι αυξημένες δόσεις επιφέρουν είτε αναλογική είτε περισσότερο από αναλογική αύξηση του αποτελέσματος. Για να τεθεί σε λειτουργία μια μηχανή απαιτείται μια ορισμένη ελάχιστη ποσότητα λιπαντικού. Το αν η αύξηση του λιπαντικού πέραν αυτού του ελαχίστου αυξάνει την απόδοση της μηχανής αναλογικά προς την αύξηση της χρησιμοποιούμενης ποσότητας ή σε ακόμη μεγαλύτερη αναλογία μπορεί να διαπιστωθεί μόνο μέσω της τεχνολογικής εμπειρίας.
In other instances a certain minimum is required for the production of the minimum effect. Between this minimum effect and the optimal effect there is a margin in which increased doses result either in a proportional increase in effect or in a more than proportional increase in effect. In order to make a machine turn, a certain minimum of lubricant is needed. Whether an increase of lubricant above this minimum increases the machine’s performance in proportion to the increase in the amount applied, or to a greater extent, can only be ascertained by technological experience.
Ο νόμος των αποδόσεων δεν απαντά στα ακόλουθα ερωτήματα:
- Αν η άριστη δόση είναι ή δεν είναι η μόνη ικανή να παραγάγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.
- Αν υπάρχει ή δεν υπάρχει ένα αυστηρά καθορισμένο όριο, πέρα από το οποίο οποιαδήποτε αύξηση της ποσότητας του μεταβλητού συντελεστή είναι εντελώς άχρηστη.
- Αν η μείωση του προϊόντος που προκαλείται από την προοδευτική απομάκρυνση από το άριστο σημείο και η αύξηση του προϊόντος που προκαλείται από την προοδευτική προσέγγιση προς αυτό συνεπάγονται αναλογικές ή μη αναλογικές μεταβολές του προϊόντος ανά μονάδα του μεταβλητού συντελεστή.
Όλα αυτά πρέπει να διαπιστώνονται μέσω της εμπειρίας. Ο ίδιος, όμως, ο νόμος των αποδόσεων —δηλαδή το γεγονός ότι πρέπει να υπάρχει ένας τέτοιος άριστος συνδυασμός— ισχύει a priori.
The law of returns does not answer the following questions: (1) Whether or not the optimum dose is the only one that is capable of producing the effect sought. (2) Whether or not there is a rigid limit above which any increase in the amount of the variable factor is quite useless. (3)
Whether the decrease in output brought about by progressive deviation from the optimum and the increase in output brought about by progressive approach to the optimum result in proportional or nonproportional changes in output per unit of the variable factor. All this must be discerned by experience. But the law of returns itself, i.e., the fact that there must exist such an optimum combination, is valid a priori.
Ο μαλθουσιανός νόμος του πληθυσμού, καθώς και οι έννοιες του απόλυτου υπερπληθυσμού, του υποπληθυσμού και του άριστου πληθυσμού που απορρέουν από αυτόν, αποτελούν εφαρμογή του νόμου των αποδόσεων σε ένα ειδικό πρόβλημα. Αφορούν τις μεταβολές στην προσφορά ανθρώπινης εργασίας, με τους λοιπούς συντελεστές αμετάβλητους. Επειδή, για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, οι άνθρωποι επιθυμούσαν να απορρίψουν τον μαλθουσιανό νόμο, στράφηκαν με πάθος, αλλά με εσφαλμένα επιχειρήματα, εναντίον του νόμου των αποδόσεων —τον οποίο, παρεμπιπτόντως, γνώριζαν μόνο ως νόμο των φθινουσών αποδόσεων από τη χρησιμοποίηση κεφαλαίου και εργασίας στη γη.
Σήμερα δεν χρειάζεται πλέον να δίνουμε καμία προσοχή σε αυτές τις μάταιες διαμαρτυρίες. Ο νόμος των αποδόσεων δεν περιορίζεται στη χρησιμοποίηση συμπληρωματικών συντελεστών παραγωγής στη γη. Οι προσπάθειες να διαψευσθεί ή να αποδειχθεί η ισχύς του μέσω ιστορικών και πειραματικών ερευνών της γεωργικής παραγωγής είναι τόσο περιττές όσο και μάταιες. Εκείνος που θέλει να απορρίψει τον νόμο θα έπρεπε να εξηγήσει γιατί οι άνθρωποι είναι πρόθυμοι να καταβάλλουν τίμημα για τη γη. Αν ο νόμος δεν ίσχυε, ένας γεωργός δεν θα σκεπτόταν ποτέ να αυξήσει την έκταση της γεωργικής του εκμετάλλευσης. Θα ήταν σε θέση να πολλαπλασιάζει επ’ αόριστον την απόδοση οποιουδήποτε τεμαχίου γης, πολλαπλασιάζοντας τις εισροές κεφαλαίου και εργασίας.
The Malthusian law of population and the concepts of absolute overpopulation and underpopulation and optimum population derived from it are the application of the law of returns to a special problem. They deal with changes in the supply of human labor, other factors being equal. Because people, for political considerations, wanted to reject the Malthusian law, they fought with passion but with faulty arguments against the law of returns—which, incidentally, they knew only as the law of diminishing returns of the use of capital and labor on land. Today we no longer need to pay any attention to these idle remonstrances. The law of returns is not limited to the use of complementary factors of production on land. The endeavors to refute or to demonstrate its validity by historical and experimental investigations of agricultural production are needless as they are vain. He who wants to reject the law would have to explain why people are ready to pay prices for land. If the law were not valid, a farmer would never consider expanding the size of his farm. He would be in a position to multiply indefinitely the return of any piece of soil by multiplying his input of capital and labor.
Ορισμένοι πίστεψαν κατά καιρούς ότι, ενώ ο νόμος των φθινουσών αποδόσεων ισχύει στη γεωργική παραγωγή, στις μεταποιητικές βιομηχανίες επικρατεί ένας νόμος αυξουσών αποδόσεων. Χρειάστηκε να περάσει πολύς χρόνος προτού γίνει αντιληπτό ότι ο νόμος των αποδόσεων αφορά εξίσου όλους τους κλάδους της παραγωγής. Είναι εσφαλμένο να αντιπαρατίθενται, ως προς αυτόν τον νόμο, η γεωργία και οι μεταποιητικές βιομηχανίες. Εκείνο που αποκαλείται —με μια εξαιρετικά ακατάλληλη, ακόμη και παραπλανητική ορολογία— νόμος των αυξουσών αποδόσεων δεν είναι παρά η αντίστροφη όψη του νόμου των φθινουσών αποδόσεων, δηλαδή μια ανεπαρκής διατύπωση του νόμου των αποδόσεων.
Αν κάποιος προσεγγίζει τον άριστο συνδυασμό αυξάνοντας την ποσότητα ενός μόνο συντελεστή, ενώ οι ποσότητες των άλλων συντελεστών παραμένουν αμετάβλητες, τότε οι αποδόσεις ανά μονάδα του μεταβλητού συντελεστή αυξάνονται είτε αναλογικά προς την αύξηση είτε ακόμη περισσότερο από αναλογικά. Μια μηχανή μπορεί, όταν λειτουργεί με 2 εργάτες, να παράγει p · όταν λειτουργεί με 3 εργάτες, να παράγει 3p · όταν λειτουργεί με 4 εργάτες, να παράγει 6p · όταν λειτουργεί με 5 εργάτες, να παράγει 7p · και όταν λειτουργεί με 6 εργάτες, να μην παράγει και πάλι περισσότερο από 7p.
Στην περίπτωση αυτή, η απασχόληση 4 εργατών αποδίδει το άριστο προϊόν ανά εργάτη, δηλαδή:
ενώ στους υπόλοιπους συνδυασμούς το προϊόν ανά εργάτη είναι αντιστοίχως:
Αν, αντί για 2 εργάτες, απασχοληθούν 3 ή 4, τότε οι αποδόσεις αυξάνονται περισσότερο από όσο αυξάνεται ο αριθμός των εργατών· δεν αυξάνονται κατά την αναλογία 2 : 3 : 4 , αλλά κατά την αναλογία 1 : 3 : 6. Βρισκόμαστε, επομένως, αντιμέτωποι με αύξουσες αποδόσεις ανά εργάτη. Αυτό, όμως, δεν είναι τίποτε άλλο από την αντίστροφη όψη του νόμου των φθινουσών αποδόσεων.
People have sometimes believed that, while the law of diminishing returns is valid in agricultural production, with regard to the processing industries a law of increasing returns prevails. It took a long time before they realized that the law of returns refers to all branches of production equally. It is faulty to contrast agriculture and the processing industries with regard to this law. What is called—in a very inexpedient, even misleading terminology—the law of increasing returns is nothing but a reversal of the law of diminishing returns, an unsatisfactory formulation of the law of returns. If one approaches the optimum combination by increasing the quantity of one factor only, the quantity of other factors remaining unchanged, then the returns per unit of the variable factor increase either in proportion to the increase or even to a greater extent. A machine may, when operated by 2 workers, produce p; when operated by 3 workers, 3 p; when operated by 4 workers, 6 p; when operated by 5 workers, 7 p; when operated by 6 workers, also not more than 7 p. Then the employment of 4 workers renders the optimum return per head of the worker, namely 6/4 p, while under the other combinations the returns per head are respectively 1/2 p, p, 7/5 p and 7/6 p. If, instead of 2 workers, 3 or 4 workers are employed, then the returns increase more than in relation to the increase in the number of workers; they do not increase in the proportion 2:3:4, but in the proportion 1:3:6. We are faced with increasing returns per head of the worker. But this is nothing else than the reverse of the law of diminishing returns.
Αν μια παραγωγική εγκατάσταση ή επιχείρηση αποκλίνει από τον άριστο συνδυασμό των χρησιμοποιούμενων συντελεστών, είναι λιγότερο αποδοτική από μια εγκατάσταση ή επιχείρηση της οποίας η απόκλιση από το άριστο σημείο είναι μικρότερη. Τόσο στη γεωργία όσο και στις μεταποιητικές βιομηχανίες, πολλοί συντελεστές παραγωγής δεν είναι απολύτως διαιρετοί. Ιδίως στις μεταποιητικές βιομηχανίες, είναι κατά κανόνα ευκολότερο να επιτευχθεί ο άριστος συνδυασμός με την αύξηση του μεγέθους της παραγωγικής εγκατάστασης ή της επιχείρησης παρά με τον περιορισμό του.
Αν η μικρότερη μονάδα ενός ή περισσότερων συντελεστών είναι υπερβολικά μεγάλη ώστε να επιτρέπει την άριστη αξιοποίησή της σε μια μικρή ή μεσαίου μεγέθους παραγωγική εγκατάσταση ή επιχείρηση, ο μόνος τρόπος επίτευξης του αρίστου είναι η αύξηση του μεγέθους της παραγωγικής μονάδας. Αυτά είναι τα δεδομένα που θεμελιώνουν την υπεροχή της παραγωγής μεγάλης κλίμακας. Η πλήρης σημασία αυτού του προβλήματος θα καταδειχθεί αργότερα, κατά την εξέταση των ζητημάτων της λογιστικής κόστους.
If a plant or enterprise deviates from the optimum combination of the factors employed, it is less efficient than a plant or enterprise for which the deviation from the optimum is smaller. Both in agriculture and in the processing industries many factors of production are not perfectly divisible. It is, especially in the processing industries, for the most part easier to attain the optimum combination by expanding the size of the plant or enterprise than by restricting it. If the smallest unit of one or of several factors is too large to allow for its optimal exploitation in a small or medium-size plant or enterprise, the only way to attain the optimum is by increasing the outfit’s size. It is these facts that bring about the superiority of big-scale production. The full importance of this problem will be shown later in discussing the issues of cost accounting.
Η χρησιμοποίηση των φυσιολογικών λειτουργιών και εκδηλώσεων της ανθρώπινης ζωής ως μέσου αποκαλείται εργασία. Η εκδήλωση των δυνατοτήτων της ανθρώπινης ενέργειας και των ζωτικών διεργασιών, τις οποίες ο άνθρωπος που τις εκδηλώνει δεν χρησιμοποιεί για την επίτευξη εξωτερικών σκοπών διαφορετικών από την απλή λειτουργία αυτών των διεργασιών και από τον φυσιολογικό ρόλο που διαδραματίζουν στη βιολογική ολοκλήρωση της δικής του ζωτικής οικονομίας, δεν είναι εργασία· είναι απλώς ζωή. Ο άνθρωπος εργάζεται όταν χρησιμοποιεί τις δυνάμεις και τις ικανότητές του ως μέσα για την άρση της δυσφορίας και όταν αντικαθιστά την αυθόρμητη και ανέμελη εκτόνωση των ικανοτήτων και των νευρικών του εντάσεων με τη σκόπιμη αξιοποίηση της ζωτικής του ενέργειας. Η εργασία είναι μέσο, όχι αυτοσκοπός.
The employment of the physiological functions and manifestations of human life as a means is called labor. The display of the potentialities of human energy and vital processes which the man whose life they manifest does not use for the attainment of external ends different from the mere running of these processes and from the physiological role they play in the biological consummation of his own vital economy, is not labor; it is simply life. Man works in using his forces and abilities as means for the removal of uneasiness and in substituting purposeful exploitation of his vital energy for the spontaneous and carefree discharge of his faculties and nerve tensions. Labor is a means, not an end in itself.
Κάθε άτομο διαθέτει μόνο μια περιορισμένη ποσότητα ενέργειας προς δαπάνη, και κάθε μονάδα εργασίας μπορεί να επιφέρει μόνο ένα περιορισμένο αποτέλεσμα. Διαφορετικά, η ανθρώπινη εργασία θα ήταν διαθέσιμη σε αφθονία· δεν θα ήταν σπάνια και δεν θα θεωρούνταν μέσο για την άρση της δυσφορίας ούτε θα αποτελούσε, ως τέτοια, αντικείμενο οικονομικής διαχείρισης.
Every individual has only a limited quantity of energy to expend, and every unit of labor can only bring about a limited effect. Otherwise human labor would be available in abundance; it would not be scarce and it would not be considered as a means for the removal of uneasiness and economized as such.
Σε έναν κόσμο στον οποίο η εργασία θα αποτελούσε αντικείμενο οικονομικής διαχείρισης μόνο επειδή θα ήταν διαθέσιμη σε ποσότητα ανεπαρκή για την επίτευξη όλων των σκοπών για τους οποίους θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως μέσο, η διαθέσιμη προσφορά εργασίας θα ήταν ίση με ολόκληρη την ποσότητα εργασίας που όλοι οι άνθρωποι μαζί είναι ικανοί να καταβάλουν. Σε έναν τέτοιο κόσμο, κάθε άνθρωπος θα ήταν πρόθυμος να εργάζεται έως ότου εξαντλήσει πλήρως την εκάστοτε ικανότητά του προς εργασία. Ο χρόνος που δεν θα ήταν αναγκαίος για την ανάπαυση και την αποκατάσταση της ικανότητας προς εργασία, η οποία θα είχε αναλωθεί από την προηγούμενη εργασία, θα αφιερωνόταν εξ ολοκλήρου στην εργασία. Κάθε μη χρησιμοποίηση ολόκληρης της ικανότητας προς εργασία θα θεωρούνταν απώλεια. Με την εκτέλεση περισσότερης εργασίας, ο άνθρωπος θα αύξανε την ευημερία του. Το γεγονός ότι ένα μέρος του διαθέσιμου δυναμικού θα παρέμενε αχρησιμοποίητο θα αποτιμούνταν ως απώλεια ευημερίας. Η ίδια η έννοια της οκνηρίας θα ήταν άγνωστη. Κανείς δεν θα σκεπτόταν: «Θα μπορούσα ενδεχομένως να κάνω αυτό ή εκείνο· δεν αξίζει, όμως, τον κόπο· δεν αποδίδει· προτιμώ τον ελεύθερο χρόνο μου». Κάθε άνθρωπος θα θεωρούσε ολόκληρη την ικανότητά του προς εργασία ως απόθεμα παραγωγικών συντελεστών, το οποίο θα επιθυμούσε να αξιοποιήσει πλήρως. Ακόμη και η δυνατότητα της ελάχιστης αύξησης της ευημερίας θα θεωρούνταν επαρκές κίνητρο για την καταβολή περισσότερης εργασίας, εφόσον τη δεδομένη στιγμή δεν ήταν δυνατή κάποια περισσότερο επωφελής χρήση της σχετικής ποσότητας εργασίας.
In a world in which labor is economized only on account of its being available in a quantity insufficient to attain all ends for which it can be used as a means, the supply of labor available would be equal to the whole quantity of labor which all men together are able to expend. In such a world everybody would be eager to work until he had completely exhausted his momentary capacity to work. The time which is not required for recreation and restoration of the capacity to work, used up by previous working, would be entirely devoted to work. Every nonutilization of the full capacity to work would be deemed a loss. Through the performance of more work one would have increased one’s well-being. That a part of the available potential remained unused would be appraised as a forfeiture of well-being not compensated by any corresponding increase in well-being. The very idea of laziness would be unknown. Nobody would think: I could possibly do this or that; but it is not worth while; it does not pay; I prefer my leisure. Everybody would consider his whole capacity to work as a supply of factors of production which he would be anxious to utilize completely. Even a chance of the smallest increase in well-being would be considered a sufficient incentive to work more if it happened that at the instant no more profitable use could be made of the quantity of labor concerned.
Στον πραγματικό μας κόσμο, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η καταβολή εργασίας θεωρείται επίπονη. Η αποχή από την εργασία θεωρείται κατάσταση περισσότερο ικανοποιητική από την εργασία. Εφόσον οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι, ο ελεύθερος χρόνος προτιμάται από τον μόχθο. Οι άνθρωποι εργάζονται μόνο όταν αποτιμούν την απόδοση της εργασίας υψηλότερα από τη μείωση της ικανοποίησης που προκαλεί ο περιορισμός του ελεύθερου χρόνου. Η εργασία συνεπάγεται αρνητική χρησιμότητα.
In our actual world things are different. The expenditure of labor is deemed painful. Not to work is considered a state of affairs more satisfactory than working. Leisure is, other things being equal, preferred to travail. People work only when they value the return of labor higher than the decrease in satisfaction brought about by the curtailment of leisure. To work involves disutility.
Η ψυχολογία και η φυσιολογία μπορούν να επιχειρήσουν να εξηγήσουν αυτό το γεγονός. Η πραξεολογία δεν χρειάζεται να διερευνήσει αν μπορούν ή όχι να επιτύχουν σε τέτοιες προσπάθειες. Για την πραξεολογία αποτελεί δεδομένο ότι οι άνθρωποι επιθυμούν να απολαμβάνουν ελεύθερο χρόνο και, ως εκ τούτου, αντιμετωπίζουν τη δική τους ικανότητα επιφοράς αποτελεσμάτων με αισθήματα διαφορετικά από εκείνα με τα οποία αντιμετωπίζουν την αντίστοιχη ικανότητα των υλικών συντελεστών παραγωγής. Όταν ο άνθρωπος εξετάζει το ενδεχόμενο καταβολής της δικής του εργασίας, διερευνά όχι μόνο αν υπάρχει κάποιος περισσότερο επιθυμητός σκοπός για τη χρησιμοποίηση της συγκεκριμένης ποσότητας εργασίας, αλλά επίσης, και εξίσου σημαντικά, αν θα ήταν περισσότερο επιθυμητό να απόσχει από οποιαδήποτε περαιτέρω καταβολή εργασίας. Μπορούμε επίσης να εκφράσουμε αυτό το γεγονός αποκαλώντας την απόκτηση ελεύθερου χρόνου σκοπό της σκόπιμης δραστηριότητας ή οικονομικό αγαθό πρώτης τάξεως. Όταν χρησιμοποιούμε αυτή την κάπως εξεζητημένη ορολογία, πρέπει να εξετάζουμε τον ελεύθερο χρόνο, όπως κάθε άλλο οικονομικό αγαθό, από τη σκοπιά της οριακής χρησιμότητας. Πρέπει να συμπεράνουμε ότι η πρώτη μονάδα ελεύθερου χρόνου ικανοποιεί μια επιθυμία που γίνεται αισθητή ως περισσότερο επείγουσα από εκείνη που ικανοποιεί η δεύτερη μονάδα, ότι η δεύτερη ικανοποιεί μια περισσότερο επείγουσα επιθυμία από την τρίτη, και ούτω καθεξής. Αντιστρέφοντας αυτή την πρόταση, καταλήγουμε στη διαπίστωση ότι η αρνητική χρησιμότητα της εργασίας, όπως γίνεται αισθητή από τον εργαζόμενο, αυξάνεται σε μεγαλύτερη αναλογία από την ποσότητα της καταβαλλόμενης εργασίας.
Psychology and physiology may try to explain this fact. There is no need for praxeology to investigate whether or not they can succeed in such endeavors. For praxeology it is a datum that men are eager to enjoy leisure and therefore look upon their own capacity to bring about effects with feelings different from those with which they look upon the capacity of material factors of production. Man in considering an expenditure of his own labor investigates not only whether there is no more desirable end for the employment of the quantity of labor in question, but no less whether it would not be more desirable to abstain from any further expenditure of labor. We can express this fact also in calling the attainment of leisure an end of purposeful activity, or an economic good of the first order. In employing this somewhat sophisticated terminology, we must view leisure as any other economic good from the aspect of marginal utility. We must conclude that the first unit of leisure satisfies a desire more urgently felt than the second one, the second one a more urgent desire than the third one, and so on. Reversing this proposition, we get the statement that the disutility of labor felt by the worker increases in a greater proportion than the amount of labor expended.
Ωστόσο, η πραξεολογία δεν χρειάζεται να εξετάσει αν η αρνητική χρησιμότητα της εργασίας αυξάνεται αναλογικά προς την αύξηση της ποσότητας της εκτελούμενης εργασίας ή σε μεγαλύτερη αναλογία. Το αν το πρόβλημα αυτό έχει κάποια σημασία για τη φυσιολογία και την ψυχολογία, καθώς και το αν οι επιστήμες αυτές μπορούν να το διασαφηνίσουν, μπορεί να παραμείνει ανοικτό. Σε κάθε περίπτωση, ο εργαζόμενος διακόπτει την εργασία στο σημείο στο οποίο δεν θεωρεί πλέον τη χρησιμότητα της συνέχισής της επαρκές αντιστάθμισμα για την αρνητική χρησιμότητα της πρόσθετης καταβολής εργασίας. Κατά τη διαμόρφωση αυτής της κρίσης, και αν παραβλέψουμε τη μείωση της απόδοσης που προκαλείται από την αυξανόμενη κόπωση, αντιπαραβάλλει κάθε τμήμα του χρόνου εργασίας με την ίδια ποσότητα προϊόντος που απέφεραν τα προηγούμενα τμήματα. Η χρησιμότητα, όμως, των μονάδων του παραγόμενου προϊόντος μειώνεται όσο προχωρεί η εκτέλεση της εργασίας και αυξάνεται η συνολική ποσότητα του παραχθέντος προϊόντος. Τα προϊόντα των προγενέστερων μονάδων χρόνου εργασίας έχουν χρησιμοποιηθεί για την ικανοποίηση σημαντικότερων αναγκών από εκείνες που ικανοποιούνται με τα προϊόντα της εργασίας που εκτελέστηκε αργότερα. Η ικανοποίηση αυτών των λιγότερο σημαντικών αναγκών ενδέχεται να μη θεωρείται επαρκής ανταμοιβή για την περαιτέρω συνέχιση της εργασίας, μολονότι συγκρίνονται ίσες ποσότητες φυσικού προϊόντος.
However, it is needless for praxeology to study the question of whether or not the disutility of labor increases in proportion to the increase in the quantity of labor performed or to a greater extent. (Whether this problem is of any importance for physiology and psychology, and whether or not these sciences can elucidate it, can be left undecided.) At any rate the worker knocks off work at the point at which he no longer considers the utility of continuing work as a sufficient compensation for the disutility of the additional expenditure of labor. In forming this judgment he contrasts, if we disregard the decrease in yield brought about by increasing fatigue, each portion of working time with the same quantity of product as the preceding portions. But the utility of the units of yield decreases with the progress of the labor performed and the increase in the total amount of yield produced. The products of the prior units of working time have provided for the satisfaction of more important needs than the products of the work performed later. The satisfaction of these less important needs may not be considered as a sufficient reward for the further continuation of work, although they are compared with the same quantities of physical output.
Επομένως, για την πραξεολογική εξέταση του ζητήματος δεν έχει σημασία αν η αρνητική χρησιμότητα της εργασίας είναι ανάλογη προς τη συνολική καταβολή εργασίας ή αν αυξάνεται σε μεγαλύτερη αναλογία από τον χρόνο που αφιερώνεται στην εργασία. Σε κάθε περίπτωση, εφόσον οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι, η προθυμία για τη χρησιμοποίηση των ακόμη αναξιοποίητων τμημάτων του συνολικού δυναμικού προς εργασία μειώνεται όσο αυξάνονται τα τμήματα που έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί. Το αν αυτή η μείωση της προθυμίας για περαιτέρω εργασία εξελίσσεται με ταχύτερο ή βραδύτερο ρυθμό αποτελεί πάντοτε ζήτημα οικονομικών δεδομένων και όχι ζήτημα κατηγορικών αρχών.
It is therefore irrelevant for the praxeological treatment of the matter whether the disutility of labor is proportional to the total expenditure of labor or whether it increases to a greater extent than the time spent in working. At any rate, the propensity to expend the still unused portions of the total potential for work decreases, other things being equal, with the increase in the portions already expended. Whether this decrease in the readiness to work more proceeds with a more rapid or a less rapid acceleration, is always a question of economic data, not a question of categorial principles.
Η αρνητική χρησιμότητα που συνδέεται με την εργασία εξηγεί γιατί, στην πορεία της ανθρώπινης ιστορίας, παράλληλα με την προοδευτική αύξηση της φυσικής παραγωγικότητας της εργασίας, η οποία προκλήθηκε από την τεχνολογική βελτίωση και την αφθονότερη προσφορά κεφαλαίου, αναπτύχθηκε γενικά μια τάση προς τη μείωση των ωρών εργασίας. Μεταξύ των ανέσεων που ο πολιτισμένος άνθρωπος μπορεί να απολαμβάνει σε μεγαλύτερη αφθονία από τους λιγότερο πολιτισμένους προγόνους του συγκαταλέγεται και η απόλαυση περισσότερου ελεύθερου χρόνου. Υπό αυτή την έννοια μπορεί κανείς να απαντήσει στο ερώτημα, το οποίο τίθεται συχνά από φιλοσόφους και φιλανθρώπους, αν η οικονομική πρόοδος έκανε ή όχι τους ανθρώπους ευτυχέστερους. Αν η παραγωγικότητα της εργασίας ήταν χαμηλότερη από ό,τι είναι στον σημερινό καπιταλιστικό κόσμο, ο άνθρωπος θα ήταν αναγκασμένος είτε να μοχθεί περισσότερο είτε να στερείται πολλές ανέσεις. Διαπιστώνοντας αυτό το γεγονός, οι οικονομολόγοι δεν ισχυρίζονται ότι το μοναδικό μέσο για την επίτευξη της ευτυχίας είναι η απόλαυση περισσότερων υλικών ανέσεων, η πολυτελής διαβίωση ή η κατοχή περισσότερου ελεύθερου χρόνου. Απλώς αναγνωρίζουν την αλήθεια ότι οι άνθρωποι βρίσκονται σε θέση να εφοδιάζουν καλύτερα τον εαυτό τους με όσα οι ίδιοι θεωρούν ότι χρειάζονται.
The disutility attached to labor explains why in the course of human history, concomitantly with the progressive increase in the physical productivity of labor brought about by technological improvement and a more abundant supply of capital, by and large a tendency toward shortening the hours of work developed. Among the amenities which civilized man can enjoy in a more abundant way than his less civilized ancestors there is also the enjoyment of more leisure time. In this sense one can answer the question, often raised by philosophers and philanthropists, whether or not economic progress has made men happier. If the productivity of labor were lower than it is in the present capitalist world, man would be forced either to toil more or to forsake many amenities. In establishing this fact the economists do not assert that the only means to attain happiness is to enjoy more material comfort, to live in luxury, or to have more leisure. They simply acknowledge the truth that men are in a position to provide themselves better with what they consider they need.
Η θεμελιώδης πραξεολογική διαπίστωση ότι οι άνθρωποι προτιμούν εκείνο που τους ικανοποιεί περισσότερο από εκείνο που τους ικανοποιεί λιγότερο και ότι αποτιμούν τα πράγματα βάσει της χρησιμότητάς τους δεν χρειάζεται να διορθωθεί ή να συμπληρωθεί με μια πρόσθετη πρόταση σχετικά με την αρνητική χρησιμότητα της εργασίας. Οι προτάσεις αυτές εμπεριέχουν ήδη τη διαπίστωση ότι η εργασία προτιμάται από τον ελεύθερο χρόνο μόνο στον βαθμό στον οποίο το προϊόν της εργασίας επιθυμείται περισσότερο επειγόντως από την απόλαυση του ελεύθερου χρόνου.
The fundamental praxeological insight that men prefer what satisfies them more to what satisfies them less and that they value things on the basis of their utility does not need to be corrected or complemented by an additional statement concerning the disutility of labor. These propositions already imply the statement that labor is preferred to leisure only in so far as the yield of labor is more urgently desired than the enjoyment of leisure.
Η μοναδική θέση που κατέχει ο συντελεστής εργασία στον κόσμο μας οφείλεται στον μη ειδικό χαρακτήρα του. Όλοι οι πρωτογενείς συντελεστές παραγωγής που παρέχονται από τη φύση —δηλαδή όλα τα φυσικά πράγματα και όλες οι φυσικές δυνάμεις που μπορεί να χρησιμοποιήσει ο άνθρωπος για να βελτιώσει την κατάσταση της ευημερίας του— διαθέτουν ειδικές δυνάμεις και ιδιότητες. Υπάρχουν σκοποί για την επίτευξη των οποίων είναι περισσότερο κατάλληλοι, σκοποί για τους οποίους είναι λιγότερο κατάλληλοι και σκοποί για τους οποίους είναι εντελώς ακατάλληλοι. Η ανθρώπινη εργασία, όμως, είναι συγχρόνως κατάλληλη και απαραίτητη για την εκτέλεση όλων των νοητών παραγωγικών διαδικασιών και τρόπων παραγωγής.
The unique position which the factor labor occupies in our world is due to its nonspecific character. All nature-given primary factors of production—i.e., all those natural things and forces that man can use for improving his state of well-being—have specific powers and virtues. There are ends for whose attainment they are more suitable, ends for which they are less suitable, and ends for which they are altogether unsuitable. But human labor is both suitable and indispensable for the performance of all thinkable processes and modes of production.
Δεν επιτρέπεται, βεβαίως, να εξετάζουμε γενικά την ανθρώπινη εργασία ως τέτοια. Αποτελεί θεμελιώδες σφάλμα να μην αντιλαμβανόμαστε ότι οι άνθρωποι και οι εργασιακές τους ικανότητες διαφέρουν. Η εργασία που μπορεί να εκτελέσει ένα συγκεκριμένο άτομο είναι περισσότερο κατάλληλη για ορισμένους σκοπούς, λιγότερο κατάλληλη για άλλους και εντελώς ακατάλληλη για κάποιους άλλους. Μία από τις ανεπάρκειες της κλασικής οικονομικής θεωρίας ήταν ότι δεν έδωσε αρκετή προσοχή σε αυτό το γεγονός και δεν το έλαβε υπόψη κατά τη διαμόρφωση της θεωρίας της για την αξία, τις τιμές και τους μισθολογικούς συντελεστές. Οι άνθρωποι δεν διαχειρίζονται οικονομικά την εργασία εν γένει, αλλά τα συγκεκριμένα διαθέσιμα είδη εργασίας. Οι μισθοί δεν καταβάλλονται για την εργασία που δαπανήθηκε, αλλά για τα επιτεύγματα της εργασίας, τα οποία διαφέρουν ευρύτατα ως προς την ποιότητα και την ποσότητα. Η παραγωγή κάθε συγκεκριμένου προϊόντος απαιτεί την απασχόληση εργαζομένων που είναι ικανοί να εκτελέσουν το συγκεκριμένο είδος εργασίας το οποίο απαιτείται.
Είναι παράλογο να δικαιολογείται η παράλειψη αυτού του σημείου με αναφορά στον υποτιθέμενο ισχυρισμό ότι το κύριο μέρος της ζήτησης και της προσφοράς εργασίας αφορά την κοινή ανειδίκευτη εργασία, την οποία είναι ικανός να εκτελέσει κάθε υγιής άνθρωπος, και ότι η ειδικευμένη εργασία —η εργασία ανθρώπων που διαθέτουν ιδιαίτερες έμφυτες ικανότητες και ειδική εκπαίδευση— αποτελεί γενικά εξαίρεση. Δεν χρειάζεται να διερευνήσουμε αν οι συνθήκες ήταν τέτοιες σε ένα μακρινό παρελθόν ή αν, ακόμη και μεταξύ πρωτόγονων φυλών, η ανισότητα των έμφυτων και επίκτητων εργασιακών ικανοτήτων αποτελούσε τον κύριο παράγοντα για την οικονομική διαχείριση της εργασίας. Όταν εξετάζουμε τις συνθήκες των πολιτισμένων λαών, δεν επιτρέπεται να παραβλέπουμε τις διαφορές στην ποιότητα της εκτελούμενης εργασίας. Η εργασία την οποία είναι σε θέση να εκτελέσουν διαφορετικοί άνθρωποι διαφέρει, επειδή οι άνθρωποι γεννιούνται άνισοι και επειδή οι δεξιότητες και η εμπειρία που αποκτούν κατά τη διάρκεια της ζωής τους διαφοροποιούν ακόμη περισσότερο τις ικανότητές τους.
It is, of course, impermissible to deal with human labor as such in general. It is a fundamental mistake not to see that men and their abilities to work are different. The work a certain individual can perform is more suitable for some ends, less suitable for other ends, and altogether unsuitable for still other ends. It was one of the deficiencies of classical economics that it did not pay enough attention to this fact and did not take it into account in the construction of its theory of value, prices, and wage rates. Men do not economize labor in general, but the particular kinds of labor available. Wages are not paid for labor expended, but for the achievements of labor, which differ widely in quality and quantity. The production of each particular product requires the employment of workers able to perform the particular kind of labor concerned. It is absurd to justify the failure to consider this point by reference to the alleged fact that the main demand for and supply of labor concerns unskilled common labor which every healthy man is able to perform, and that skilled labor, the labor of people with particular inborn faculties and special training, is by and large an exception. There is no need to investigate whether conditions were such in a remote past or whether even for primitive tribesmen the inequality of inborn and acquired capacities for work was the main factor in economizing labor. In dealing with conditions of civilized peoples it is impermissible to disregard the differences in the quality of labor performed. Work which various people are able to perform is different because men are born unequal and because the skill and experience they acquire in the course of their lives differentiate their capacities still more.
Όταν μιλάμε για τον μη ειδικό χαρακτήρα της ανθρώπινης εργασίας, ασφαλώς δεν ισχυριζόμαστε ότι κάθε ανθρώπινη εργασία είναι της ίδιας ποιότητας. Εκείνο που επιδιώκουμε να καταδείξουμε είναι μάλλον ότι οι διαφορές μεταξύ των ειδών εργασίας που απαιτούνται για την παραγωγή διαφορετικών αγαθών είναι μεγαλύτερες από τις διαφορές μεταξύ των έμφυτων ικανοτήτων των ανθρώπων. Κατά την υπογράμμιση αυτού του σημείου δεν ασχολούμαστε με τις δημιουργικές επιτεύξεις της μεγαλοφυΐας· το έργο της μεγαλοφυΐας βρίσκεται έξω από την τροχιά της συνήθους ανθρώπινης δράσης και μοιάζει με δωρεάν δώρο της μοίρας, το οποίο προσφέρεται στην ανθρωπότητα εν μία νυκτί.6 Παραβλέπουμε επίσης τους θεσμικούς φραγμούς που στερούν από ορισμένες ομάδες ανθρώπων την πρόσβαση σε συγκεκριμένα επαγγέλματα και στην εκπαίδευση που αυτά απαιτούν.
Η έμφυτη ανισότητα μεταξύ διαφορετικών ατόμων δεν διασπά τη ζωολογική ομοιομορφία και ομοιογένεια του ανθρώπινου είδους σε τέτοιο βαθμό ώστε να διαιρεί την προσφορά εργασίας σε ασύνδετα μεταξύ τους τμήματα. Έτσι, η δυνητική προσφορά εργασίας που είναι διαθέσιμη για την εκτέλεση κάθε συγκεκριμένου είδους εργασίας υπερβαίνει την πραγματική ζήτηση για την εργασία αυτή. Η προσφορά κάθε είδους εξειδικευμένης εργασίας θα μπορούσε να αυξηθεί μέσω της μετακίνησης εργαζομένων από άλλους κλάδους και της αντίστοιχης εκπαίδευσής τους. Σε κανέναν κλάδο παραγωγής δεν περιορίζεται μόνιμα η έκταση της ικανοποίησης των αναγκών λόγω έλλειψης ανθρώπων ικανών να εκτελέσουν ειδικά καθήκοντα. Έλλειψη ειδικών μπορεί να εμφανιστεί μόνο βραχυχρόνια. Μακροχρόνια μπορεί να εξαλειφθεί μέσω της εκπαίδευσης ανθρώπων που διαθέτουν τις απαιτούμενες έμφυτες ικανότητες.
In speaking of the nonspecific character of human labor we certainly do not assert that all human labor is of the same quality. What we want to establish is rather that the differences in the kind of labor required for the production of various commodities are greater than the differences in the inborn capacities of men. (In emphasizing this point we are not dealing with the creative performances of the genius; the work of the genius is outside the orbit of ordinary human action and is like a free gift of destiny which comes to mankind overnight.[6] We furthermore disregard the institutional barriers denying some groups of people access to certain occupations and the training they require.) The innate inequality of various individuals does not break up the zoological uniformity and homogeneity of the species man to such an extent as to divide the supply of labor into disconnected sections. Thus the potential supply of labor available for the performance of each particular kind of work exceeds the actual demand for such labor. The supply of every kind of specialized labor could be increased by the withdrawal of workers from other branches and their training. The quantity of need satisfaction is in none of the branches of production permanently limited by a scarcity of people capable of performing special tasks. Only in the short run can there emerge a dearth of specialists. In the long run it can be removed by training people who display the innate abilities required.
Η εργασία είναι το σπανιότερο από όλα τα πρωτογενή μέσα παραγωγής, επειδή, με αυτή την περιορισμένη έννοια, είναι μη ειδική και επειδή κάθε μορφή παραγωγής απαιτεί την καταβολή εργασίας. Έτσι, η σπανιότητα των άλλων πρωτογενών μέσων παραγωγής —δηλαδή των μη ανθρώπινων μέσων παραγωγής που παρέχονται από τη φύση— μετατρέπεται, για τον δρώντα άνθρωπο, σε σπανιότητα εκείνων των πρωτογενών υλικών μέσων παραγωγής των οποίων η αξιοποίηση απαιτεί τη μικρότερη καταβολή εργασίας.7 Η διαθέσιμη προσφορά εργασίας είναι εκείνη που καθορίζει τον βαθμό στον οποίο μπορεί να αξιοποιηθεί κάθε επιμέρους μορφή του συντελεστή φύση για την ικανοποίηση των αναγκών.
Labor is the most scarce of all primary means of production because it is in this restricted sense nonspecific and because every variety of production requires the expenditure of labor. Thus the scarcity of the other primary means’ of production—i.e., the nonhuman means of production supplied by nature—becomes for acting man a scarcity of those primary material means of production whose utilization requires the smallest expenditure of labor.[7] It is the supply of labor available that determines to what an extent the factor nature in each of its varieties can be exploited for the satisfaction of needs.
Αν αυξηθεί η προσφορά εργασίας την οποία οι άνθρωποι είναι ικανοί και πρόθυμοι να παράσχουν, αυξάνεται και η παραγωγή. Η εργασία δεν μπορεί να παραμείνει αχρησιμοποίητη επειδή θα ήταν άχρηστη για την περαιτέρω βελτίωση της ικανοποίησης των αναγκών. Ο απομονωμένος και αυτάρκης άνθρωπος έχει πάντοτε τη δυνατότητα να βελτιώσει την κατάστασή του καταβάλλοντας περισσότερη εργασία. Στην αγορά εργασίας μιας κοινωνίας της αγοράς υπάρχουν αγοραστές για κάθε προσφερόμενη ποσότητα εργασίας. Αφθονία και πλεόνασμα μπορούν να υπάρξουν μόνο σε επιμέρους τμήματα της αγοράς εργασίας· το αποτέλεσμα είναι η μετατόπιση της εργασίας προς άλλα τμήματα και η επέκταση της παραγωγής σε άλλους τομείς του οικονομικού συστήματος.
Από την άλλη πλευρά, μια αύξηση της διαθέσιμης ποσότητας γης — εφόσον οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι— θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση της παραγωγής μόνο αν η πρόσθετη γη ήταν περισσότερο γόνιμη από την οριακή γη που καλλιεργούνταν προηγουμένως.8 Το ίδιο ισχύει και για τον συσσωρευμένο υλικό εξοπλισμό που προορίζεται για μελλοντική παραγωγή. Η χρησιμότητα των κεφαλαιουχικών αγαθών εξαρτάται επίσης από τη διαθέσιμη προσφορά εργασίας. Θα ήταν σπάταλο να χρησιμοποιηθεί η παραγωγική ικανότητα των υφιστάμενων εγκαταστάσεων, αν η απαιτούμενη εργασία μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την ικανοποίηση περισσότερο επειγουσών αναγκών.
If the supply of labor which men are able and ready to perform increases, production increases too. Labor cannot remain unemployed on account of its being useless for the further improvement of need satisfaction. Isolated self-sufficient man always has the opportunity of improving his condition by expending more labor. On the labor market of a market society there are buyers for every supply of labor offered. There can be abundance and superfluity only in segments of the labor market; it results in pushing labor to other segments and in an expansion of production in some other provinces of the economic system. On the other hand, an increase in the quantity of land available—other things being equal —could result in an increase in production only if the additional land is more fertile than the marginal land tilled before.[8] The same is valid with regard to accumulated material equipment for future production. The serviceableness of capital goods also depends on the supply of labor available. It would be wasteful to use the capacity of existing facilities if the labor required could be employed for the satisfaction of more urgent needs.
Οι συμπληρωματικοί συντελεστές παραγωγής μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο μέχρι το όριο που επιτρέπει η διαθεσιμότητα του σπανιότερου μεταξύ αυτών. Ας υποθέσουμε ότι η παραγωγή μίας μονάδας του p απαιτεί τη δαπάνη 7 μονάδων του a και 3 μονάδων του και ότι ούτε το a ούτε το b μπορούν να χρησιμοποιηθούν για οποιαδήποτε άλλη παραγωγή πέραν της παραγωγής του p . Αν είναι διαθέσιμες 49 μονάδες του a και 2.000 μονάδες του b, δεν μπορούν να παραχθούν περισσότερες από 7 μονάδες του p . Η διαθέσιμη προσφορά του a καθορίζει την έκταση της χρησιμοποίησης του b . Μόνο το θεωρείται οικονομικό αγαθό· μόνο για το a είναι οι άνθρωποι πρόθυμοι να καταβάλουν τίμημα· ολόκληρη η τιμή του p καταλογίζεται στις 7 μονάδες του a. Αντιθέτως, το b δεν αποτελεί οικονομικό αγαθό και δεν του καταλογίζεται καμία τιμή. Ορισμένες ποσότητες του b παραμένουν αχρησιμοποίητες.
Complementary factors of production can only be used to the extent allowed by the availability of the most scarce among them. Let us assume that the production of 1 unit of p requires the expenditure of 7 units of a and of 3 units of b and that neither a nor b can be used for any production other than that of p. If 49 a and 2,000 b are available, no more than 7 p can be produced. The available supply of a determines the extent of the use of b. Only a is considered an economic good; only for a are people ready to pay prices; the full price of p is allowed for 7 units of a. On the other hand b is not an economic good and no prices are allowed for it. There are quantities of b which remain unused.
Μπορούμε να προσπαθήσουμε να φανταστούμε τις συνθήκες που θα επικρατούσαν σε έναν κόσμο στον οποίο όλοι οι υλικοί συντελεστές παραγωγής θα χρησιμοποιούνταν τόσο πλήρως, ώστε να μην υπήρχε καμία δυνατότητα να απασχοληθούν όλοι οι άνθρωποι ή να απασχοληθούν στον βαθμό στον οποίο θα ήταν πρόθυμοι να εργαστούν. Σε έναν τέτοιο κόσμο, η εργασία θα βρισκόταν σε αφθονία· μια αύξηση της προσφοράς εργασίας δεν θα μπορούσε να προσθέσει απολύτως τίποτε στη συνολική ποσότητα της παραγωγής. Αν υποθέσουμε ότι όλοι οι άνθρωποι διαθέτουν την ίδια εργασιακή ικανότητα και επιμέλεια και αν παραβλέψουμε την αρνητική χρησιμότητα της εργασίας, τότε η εργασία σε έναν τέτοιο κόσμο δεν θα αποτελούσε οικονομικό αγαθό.
Αν ο κόσμος αυτός ήταν μια σοσιαλιστική κοινοπολιτεία, η αύξηση του πληθυσμού θα θεωρούνταν αύξηση του αριθμού των αργούντων καταναλωτών. Αν ήταν μια κοινωνία της αγοράς, οι καταβαλλόμενοι μισθολογικοί συντελεστές δεν θα ήταν αρκετά υψηλοί ώστε να αποτρέψουν τη λιμοκτονία. Όσοι αναζητούσαν απασχόληση θα ήταν πρόθυμοι να εργαστούν έναντι οποιουδήποτε μισθού, όσο χαμηλός και αν ήταν, ακόμη και αν δεν επαρκούσε για τη διατήρησή τους στη ζωή. Θα ήταν ευτυχείς αν μπορούσαν να αναβάλουν για λίγο τον θάνατο από ασιτία.
We may try to imagine the conditions within a world in which all material factors of production are so fully employed that there is no opportunity to employ all men or to employ all men to the extent that they are ready to work. In such a world labor is abundant; an increase in the supply of labor cannot add any increment whatever to the total amount of production. If we assume that all men have the same capacity and application for work and if we disregard the disutility of labor, labor in such a world would not be an economic good. If this world were a socialist commonwealth, an increase in population figures would be deemed an increase in the number of idle consumers. If it were a market society, wage rates paid would not be enough to prevent starvation. Those seeking employment would be ready to go to work for any wages, however low, even if insufficient for the preservation of their lives. They would be happy to delay for a while death by starvation.
Δεν χρειάζεται να επιμείνουμε στα παράδοξα αυτής της υπόθεσης ούτε να εξετάσουμε τα προβλήματα ενός τέτοιου κόσμου. Ο δικός μας κόσμος είναι διαφορετικός. Η εργασία είναι σπανιότερη από τους υλικούς συντελεστές παραγωγής. Στο σημείο αυτό δεν ασχολούμαστε με το πρόβλημα του άριστου πληθυσμού. Ασχολούμαστε μόνο με το γεγονός ότι υπάρχουν υλικοί συντελεστές παραγωγής οι οποίοι παραμένουν αχρησιμοποίητοι, επειδή η απαιτούμενη εργασία χρειάζεται για την ικανοποίηση περισσότερο επειγουσών αναγκών. Στον κόσμο μας δεν υπάρχει αφθονία, αλλά έλλειψη εργατικού δυναμικού, ενώ υπάρχουν αχρησιμοποίητοι υλικοί συντελεστές παραγωγής, δηλαδή γη, κοιτάσματα ορυκτών, ακόμη και παραγωγικές εγκαταστάσεις και εξοπλισμός.
There is no need to dwell upon the paradoxes of this hypothesis and to discuss the problems of such a world. Our world is different. Labor is more scarce than material factors of production. We are not dealing at this point with the problem of optimum population. We are dealing only with the fact that there are material factors of production which remain unused because the labor required is needed for the satisfaction of more urgent needs. In our world there is no abundance, but a shortage of manpower, and there are unused material factors of production, i.e., land, mineral deposits, and even plants and equipment.
Αυτή η κατάσταση θα μπορούσε να μεταβληθεί μέσω μιας τέτοιας αύξησης του πληθυσμού, ώστε να αξιοποιούνται πλήρως όλοι οι υλικοί συντελεστές που απαιτούνται για την παραγωγή των τροφίμων τα οποία είναι απολύτως απαραίτητα —με την αυστηρή έννοια του όρου— για τη διατήρηση της ανθρώπινης ζωής. Όσο, όμως, αυτό δεν συμβαίνει, η κατάσταση δεν μπορεί να μεταβληθεί μέσω οποιασδήποτε βελτίωσης των τεχνολογικών μεθόδων παραγωγής. Η αντικατάσταση λιγότερο αποδοτικών μεθόδων παραγωγής από αποδοτικότερες δεν καθιστά την εργασία άφθονη, εφόσον εξακολουθούν να υπάρχουν διαθέσιμοι υλικοί συντελεστές των οποίων η αξιοποίηση μπορεί να αυξήσει την ανθρώπινη ευημερία. Αντιθέτως, αυξάνει το προϊόν και, μέσω αυτού, την ποσότητα των καταναλωτικών αγαθών. Οι μηχανισμοί «εξοικονόμησης εργασίας» αυξάνουν την προσφορά αγαθών. Δεν προκαλούν «τεχνολογική ανεργία».9
This state of affairs could be changed by such an increase in population figures that all material factors required for the production of the foodstuffs indispensable—in the strict meaning of the word—for the preservation of human life are fully exploited. But as long as this is not the case, it cannot be changed by any improvement in technological methods of production. The substitution of more efficient methods of production for less efficient ones does not render labor abundant, provided there are still material factors available whose utilization can increase human well-being. On the contrary, it increases output and thereby the quantity of consumers’ goods. “Labor-saving” devices reduce want. They do not bring about “technological unemployment.”
Κάθε προϊόν είναι το αποτέλεσμα της χρησιμοποίησης τόσο της εργασίας όσο και των υλικών συντελεστών. Ο άνθρωπος διαχειρίζεται οικονομικά τόσο την εργασία όσο και τους υλικούς συντελεστές.
Every product is the result of the employment both of labor and of material factors. Man economizes both labor and material factors.
Άμεσα ικανοποιητική και έμμεσα ικανοποιητική εργασία
Immediately Gratifying Labor and Mediately Gratifying Labor
Κατά κανόνα, η εργασία ικανοποιεί εκείνον που την εκτελεί μόνο έμμεσα, δηλαδή μέσω της άρσης της δυσφορίας που επιφέρει η επίτευξη του σκοπού. Ο εργαζόμενος παραιτείται από ελεύθερο χρόνο και υποβάλλεται στην αρνητική χρησιμότητα της εργασίας, προκειμένου να απολαύσει είτε το προϊόν είτε ό,τι άλλοι άνθρωποι είναι πρόθυμοι να του προσφέρουν ως αντάλλαγμα γι’ αυτό. Για εκείνον, η καταβολή εργασίας αποτελεί μέσο για την επίτευξη ορισμένων σκοπών, τίμημα που καταβάλλεται και κόστος που αναλαμβάνεται.
As a rule labor gratifies the performer only mediately, namely, through the removal of uneasiness which the attainment of the end brings about. The worker gives up leisure and submits to the disutility of labor in order to enjoy either the product or what other people are ready to give him for it. The expenditure of labor is for him a means for the attainment of certain ends, a price paid and a cost incurred.
Υπάρχουν, όμως, περιπτώσεις στις οποίες η εκτέλεση της εργασίας ικανοποιεί άμεσα τον εργαζόμενο. Αντλεί άμεση ικανοποίηση από την ίδια την καταβολή εργασίας. Η απόδοση είναι διττή. Συνίσταται, αφενός, στην απόκτηση του προϊόντος και, αφετέρου, στην ικανοποίηση που προσφέρει στον εργαζόμενο η ίδια η εκτέλεση της εργασίας.
But there are instances in which the performance of labor gratifies the worker immediately. He derives immediate satisfaction from the expenditure of labor. The yield is twofold. It consists on the one hand in the attainment of the product and on the other hand in the satisfaction that the performance itself gives to the worker.
Οι άνθρωποι έχουν παρερμηνεύσει αυτό το γεγονός κατά τρόπο εξωφρενικό και έχουν θεμελιώσει πάνω σε αυτή την παρερμηνεία φαντασιοκοπικά σχέδια κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Ένα από τα κύρια δόγματα του σοσιαλισμού είναι ότι η εργασία συνεπάγεται αρνητική χρησιμότητα μόνο στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής, ενώ υπό τον σοσιαλισμό θα μετατραπεί σε καθαρή απόλαυση. Μπορούμε να παραβλέψουμε τις παραληρηματικές εξάρσεις του δύστυχου παράφρονα Charles Fourier. Ο μαρξιστικός «επιστημονικός» σοσιαλισμός, όμως, δεν διαφέρει ως προς αυτό το σημείο από τους ουτοπιστές. Ορισμένοι από τους σημαντικότερους υποστηρικτές του, ο Friedrich Engels και ο Karl Kautsky, δηλώνουν ρητά ότι μία από τις κύριες συνέπειες ενός σοσιαλιστικού καθεστώτος θα είναι η μετατροπή της εργασίας από οδύνη σε ευχαρίστηση.10
People have misinterpreted this fact grotesquely and have based on this misinterpretation fantastic plans for social reforms. One of the main dogmas of socialism is that labor has disutility only within the capitalist system of production, while under socialism it will be pure delight. We may disregard the effusions of the poor lunatic Charles Fourier. But Marxian “scientific” socialism does not differ in this point from the utopians. One of its foremost champions, Karl Kautsky, expressly declares that a chief task of a proletarian regime will be to transform labor from a pain into a pleasure.[9]
Συχνά παραβλέπεται το γεγονός ότι οι δραστηριότητες που προσφέρουν άμεση ικανοποίηση και αποτελούν, επομένως, άμεσες πηγές ευχαρίστησης και απόλαυσης διαφέρουν ουσιωδώς από την εργασία. Μόνο μια εξαιρετικά επιφανειακή εξέταση των σχετικών δεδομένων θα μπορούσε να αποτύχει να αναγνωρίσει αυτές τις διαφορές. Η κωπηλασία με κανό, όπως ασκείται τις Κυριακές για ψυχαγωγία στις λίμνες των δημόσιων πάρκων, μπορεί να παρομοιαστεί με την κωπηλασία των λεμβούχων και των δούλων στις γαλέρες μόνο από τη σκοπιά της υδρομηχανικής. Όταν κρίνεται ως μέσο για την επίτευξη σκοπών, διαφέρει τόσο όσο διαφέρει το σιγοτραγούδισμα μιας άριας από έναν περιπατητή από την εκτέλεση της ίδιας άριας από έναν τραγουδιστή της όπερας.
Ο ανέμελος κωπηλάτης της Κυριακής και ο περιπατητής που τραγουδά αντλούν άμεση, αλλά όχι έμμεση, ικανοποίηση από τις δραστηριότητές τους. Επομένως, αυτό που κάνουν δεν είναι εργασία· δεν είναι χρησιμοποίηση των φυσιολογικών τους λειτουργιών για την επίτευξη σκοπών διαφορετικών από την απλή άσκηση αυτών των λειτουργιών. Είναι απλώς απόλαυση. Αποτελεί αυτοσκοπό· πραγματοποιείται για χάρη της ίδιας της δραστηριότητας και δεν παρέχει καμία περαιτέρω υπηρεσία. Εφόσον δεν είναι εργασία, δεν επιτρέπεται να αποκαλείται άμεσα ικανοποιητική εργασία.11
The fact is often ignored that those activities which bring about immediate gratification and are thus direct sources of pleasure and enjoyment, are essentially different from labor and working. Only a very superficial treatment of the facts concerned can fail to recognize these differences. Paddling a canoe as it is practiced on Sundays for amusement on the lakes of public parks can only from the point of view of hydromechanics be likened to the rowing of boatsmen and galley slaves. When judged as a means for the attainment of ends it is as different as is the humming of an aria by a rambler from the recital of the same aria by the singer in the opera. The carefree Sunday paddler and the singing rambler derive immediate gratification from their activities, but no mediate gratification. What they do is therefore not labor, not the employment of their physiological functions for the attainment of ends other than the mere exercise of these functions. It is merely pleasure. It is an end in itself; it is done for its own sake and does not render any further service. As it is not labor, it is not permissible to call it immediately gratifying labor.[10]
Ορισμένες φορές, ένας επιφανειακός παρατηρητής μπορεί να πιστεύει ότι η εργασία που εκτελούν άλλοι άνθρωποι τους προσφέρει άμεση ικανοποίηση, επειδή ο ίδιος θα ήθελε να επιδοθεί σε ένα είδος παιχνιδιού το οποίο φαινομενικά μιμείται το συγκεκριμένο είδος εργασίας. Όπως τα παιδιά παίζουν το σχολείο, τους στρατιώτες και τον σιδηρόδρομο, έτσι και οι ενήλικοι θα ήθελαν να παίζουν διάφορους ρόλους. Νομίζουν ότι ο μηχανοδηγός πρέπει να απολαμβάνει τη λειτουργία και την οδήγηση της μηχανής του τόσο όσο θα την απολάμβαναν οι ίδιοι, αν τους επιτρεπόταν να παίξουν μαζί της.
Καθώς βιάζεται να φθάσει στο γραφείο του, ο λογιστής φθονεί τον αστυνομικό της περιπόλου, ο οποίος, όπως νομίζει, πληρώνεται για να περιφέρεται ανέμελα στον τομέα του. Ο αστυνομικός, όμως, φθονεί τον λογιστή, ο οποίος, καθισμένος σε μια αναπαυτική καρέκλα μέσα σε ένα καλά θερμαινόμενο δωμάτιο, κερδίζει χρήματα γράφοντας κάτι που δεν μπορεί να αποκληθεί σοβαρά εργασία. Ωστόσο, οι απόψεις ανθρώπων που παρερμηνεύουν την εργασία των άλλων και τη θεωρούν απλή ψυχαγωγία δεν χρειάζεται να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη.
Sometimes a superficial observer may believe that labor performed by other people gives rise to immediate gratification because he himself would like to engage in a kind of play which apparently imitates the kind of labor concerned. As children play school, soldiers, and railroad, so adults too would like to play this and that. They think that the railroad engineer must enjoy operating and steering his engine as much as they would if they were permitted to toy with it. On his hurried way to office the bookkeeper envies the patrolman who, he thinks, is paid for leisurely strolling around his beat. But the patrolman envies the bookkeeper who, sitting on a comfortable chair in a well-heated room, makes money by some scribbling which cannot seriously be called labor. Yet the opinions of people who misinterpret other people’s work and consider it a mere pastime need not be taken seriously.
Υπάρχουν, εντούτοις, και περιπτώσεις γνήσιας άμεσα ικανοποιητικής εργασίας. Υπάρχουν ορισμένα είδη εργασίας από τα οποία, υπό ειδικές συνθήκες, μικρές ποσότητες προσφέρουν άμεση ικανοποίηση. Οι ποσότητες αυτές, όμως, είναι τόσο ασήμαντες, ώστε δεν διαδραματίζουν κανέναν απολύτως ρόλο στο πλέγμα της ανθρώπινης δράσης και της παραγωγής που αποβλέπει στην ικανοποίηση των αναγκών. Ο κόσμος μας χαρακτηρίζεται από το φαινόμενο της αρνητικής χρησιμότητας της εργασίας. Οι άνθρωποι ανταλλάσσουν την εργασία, η οποία συνεπάγεται αρνητική χρησιμότητα, με τα προϊόντα της εργασίας· γι’ αυτούς, η εργασία αποτελεί πηγή έμμεσης ικανοποίησης.
There are, however, also instances of genuine immediately gratifying labor. There are some kinds of labor of which, under special conditions, small quantities provide immediate gratification. But these quantities are so insignificant that they do not play any role at all in the complex of human action and production for the satisfaction of wants. Our world is characterized by the phenomenon of the disutility of labor. People trade the disutility-bringing labor for the products of labor; labor is for them a source of mediate gratification.
Στον βαθμό στον οποίο ένα ειδικό είδος εργασίας προσφέρει περιορισμένη ποσότητα ευχαρίστησης και όχι δυσφορίας, δηλαδή άμεση ικανοποίηση και όχι αρνητική χρησιμότητα της εργασίας, δεν καταβάλλεται μισθός για την εκτέλεσή του. Αντιθέτως, εκείνος που την εκτελεί, ο «εργαζόμενος», πρέπει να αγοράσει την ευχαρίστηση και να πληρώσει γι’ αυτήν. Το κυνήγι θηραμάτων υπήρξε και εξακολουθεί να είναι, για πολλούς ανθρώπους, κανονική εργασία που συνεπάγεται αρνητική χρησιμότητα. Υπάρχουν, όμως, άνθρωποι για τους οποίους αποτελεί καθαρή ευχαρίστηση.
Στην Ευρώπη, οι ερασιτέχνες κυνηγοί αγοράζουν από τον ιδιοκτήτη της κυνηγετικής περιοχής το δικαίωμα να σκοτώσουν έναν καθορισμένο αριθμό θηραμάτων συγκεκριμένου είδους. Η αγορά αυτού του δικαιώματος διαχωρίζεται από το τίμημα που πρέπει να καταβληθεί για το σκοτωμένο θήραμα. Αν οι δύο αγορές συνδέονται μεταξύ τους, η τιμή υπερβαίνει κατά πολύ τις τιμές που μπορούν να επιτευχθούν στην αγορά για το σκοτωμένο θήραμα. Ένας αρσενικός αίγαγρος που εξακολουθεί να περιφέρεται σε απόκρημνους βράχους έχει, επομένως, υψηλότερη χρηματική αξία από εκείνη που έχει αργότερα, όταν έχει σκοτωθεί, μεταφερθεί στην κοιλάδα και είναι έτοιμος για την αξιοποίηση του κρέατος, του δέρματος και των κεράτων του, μολονότι για τη θανάτωσή του απαιτούνται κοπιώδης αναρρίχηση και ορισμένα υλικά μέσα. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι μία από τις υπηρεσίες που είναι σε θέση να προσφέρει ένας ζωντανός αίγαγρος είναι ότι παρέχει στον κυνηγό την ευχαρίστηση να τον σκοτώσει.
If a special kind of labor gives pleasure and not pain, immediate gratification and not disutility of labor, no wages are allowed for its performance. On the contrary, the performer, the “worker,” must buy the pleasure and pay for it. Hunting game was and is for many people regular disutility-creating labor. But there are people for whom it is pure pleasure. In Europe amateur hunters buy from the owner of the hunting-ground the right to shoot a definite number of game of a definite type. The purchase of this right is separated from the price to be paid for the bag. If the two purchases are linked together, the price by far exceeds the prices that can be obtained on the market for the bag. A chamois buck still roaming on the precipitous rocks has therefore a higher cash value than later when killed, brought down to the valley, and ready for the utilization of the meat, the skin, and the horns, although strenuous climbing and some material must be expended for its killing. One could say that one of the services which a living buck is able to render is to provide the hunter with the pleasure of killing it.
Πολύ ψηλότερα από τα εκατομμύρια ανθρώπων που έρχονται και παρέρχονται ορθώνονται οι πρωτοπόροι, οι άνθρωποι των οποίων οι πράξεις και οι ιδέες ανοίγουν νέους δρόμους για την ανθρωπότητα. Για την πρωτοπόρο μεγαλοφυΐα,12 η δημιουργία αποτελεί την ουσία της ζωής. Για εκείνον, το να ζει σημαίνει να δημιουργεί.
Far above the millions that come and pass away tower the pioneers, the men whose deeds and ideas cut out new paths for mankind. For the pioneering genius[11] to create is the essence of life. To live means for him to create.
Οι δραστηριότητες αυτών των εξαιρετικών ανθρώπων δεν μπορούν να υπαχθούν πλήρως στην πραξεολογική έννοια της εργασίας. Δεν αποτελούν εργασία, διότι για τη μεγαλοφυΐα δεν είναι μέσα αλλά αυτοσκοποί. Ζει δημιουργώντας και επινοώντας. Για εκείνον δεν υπάρχει ελεύθερος χρόνος, αλλά μόνο διαλείμματα προσωρινής στειρότητας και απογοήτευσης. Το κίνητρό του δεν είναι η επιθυμία να επιφέρει ένα αποτέλεσμα, αλλά η ίδια η πράξη της δημιουργίας του. Το επίτευγμα δεν τον ικανοποιεί ούτε έμμεσα ούτε άμεσα.
Δεν τον ικανοποιεί έμμεσα, επειδή οι συνάνθρωποί του, στην καλύτερη περίπτωση, αδιαφορούν γι’ αυτό και, συχνότερα, το υποδέχονται ακόμη και με χλευασμούς, ειρωνείες και διώξεις. Πολλές μεγαλοφυΐες θα μπορούσαν να είχαν χρησιμοποιήσει τα χαρίσματά τους για να καταστήσουν τη ζωή τους ευχάριστη και χαρούμενη· δεν εξέτασαν καν αυτή τη δυνατότητα και επέλεξαν χωρίς δισταγμό τον ακανθώδη δρόμο. Η μεγαλοφυΐα επιθυμεί να εκπληρώσει αυτό που θεωρεί αποστολή της, ακόμη και αν γνωρίζει ότι βαδίζει προς την ίδια της την καταστροφή.
The activities of these prodigious men cannot be fully subsumed under the praxeological concept of labor. They are not labor because they are for the genius not means, but ends in themselves. He lives in creating and inventing. For him there is no leisure, only intermissions of temporary sterility and frustration. His incentive is not the desire to bring about a result, but the act of producing it. The accomplishment gratifies him neither mediately nor immediately. It does not gratify him mediately because his fellow men at best are unconcerned about it, more often even greet it with taunts, sneers, and persecution. Many a genius could have used his gifts to render his life agreeable and joyful; he did not even consider such a possibility and chose the thorny path without hesitation. The genius wants to accomplish what he considers his mission, even if he knows that he moves toward his own disaster.
Ούτε αντλεί η μεγαλοφυΐα άμεση ικανοποίηση από τις δημιουργικές της δραστηριότητες. Η δημιουργία είναι γι’ αυτήν αγωνία και βάσανο, ένας αδιάκοπος και βασανιστικός αγώνας εναντίον εσωτερικών και εξωτερικών εμποδίων· την αναλώνει και τη συντρίβει. Ο Αυστριακός ποιητής Grillparzer απεικόνισε αυτή την κατάσταση στο συγκινητικό ποίημά του «Αποχαιρετισμός στο Gastein».13 Μπορούμε να υποθέσουμε ότι, όταν το έγραφε, σκεπτόταν όχι μόνο τις δικές του θλίψεις και δοκιμασίες, αλλά και τα ακόμη μεγαλύτερα βάσανα ενός πολύ μεγαλύτερου ανθρώπου, του Beethoven, του οποίου η μοίρα έμοιαζε με τη δική του και τον οποίο κατανοούσε, χάρη στην αφοσιωμένη στοργή και τη συμπονετική του εκτίμηση, καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο σύγχρονό του.
Ο Nietzsche παρομοίασε τον εαυτό του με τη φλόγα που καταναλώνει και καταστρέφει ακόρεστα τον ίδιο της τον εαυτό.14 Τέτοια βάσανα είναι φαινόμενα που δεν έχουν τίποτε κοινό με τις συνδηλώσεις οι οποίες συνδέονται γενικά με τις έννοιες του έργου και της εργασίας, της παραγωγής και της επιτυχίας, του βιοπορισμού και της απόλαυσης της ζωής.
Neither does the genius derive immediate gratification from his creative activities. Creating is for him agony and torment, a ceaseless excruciating struggle against internal and external obstacles; it consumes and crushes him. The Austrian poet Grillparzer has depicted this in a touching poem “Farewell to Gastein.”[12] We may assume that in writing it he thought not only of his own sorrows and tribulations but also of the greater sufferings of a much greater man, of Beethoven, whose fate resembled his own and whom he understood, through devoted affection and sympathetic appreciation, better than any other of his contemporaries. Nietzsche compared himself to the flame that insatiably consumes and destroys itself.[13] Such agonies are phenomena which have nothing in common with the connotations generally attached to the notions of work and labor, production and success, breadwinning and enjoyment of life.
Τα επιτεύγματα του δημιουργικού καινοτόμου —οι σκέψεις και οι θεωρίες του, τα ποιήματα, οι πίνακες και οι μουσικές συνθέσεις του— δεν μπορούν, από πραξεολογική άποψη, να ταξινομηθούν ως προϊόντα εργασίας. Δεν αποτελούν το αποτέλεσμα της χρησιμοποίησης εργασίας η οποία θα μπορούσε να είχε αφιερωθεί στην παραγωγή άλλων ανέσεων, αλλά χρησιμοποιήθηκε αντ’ αυτού για την «παραγωγή» ενός αριστουργήματος της φιλοσοφίας, της τέχνης ή της λογοτεχνίας. Οι στοχαστές, οι ποιητές και οι καλλιτέχνες είναι μερικές φορές ακατάλληλοι για την εκτέλεση οποιασδήποτε άλλης εργασίας. Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος και ο μόχθος που αφιερώνουν στις δημιουργικές δραστηριότητες δεν αφαιρούνται από τη χρησιμοποίησή τους για άλλους σκοπούς.
Οι συνθήκες μπορούν ορισμένες φορές να καταδικάσουν σε στειρότητα έναν άνθρωπο ο οποίος θα είχε τη δύναμη να δημιουργήσει πρωτάκουστα πράγματα· μπορεί να μην του αφήσουν άλλη επιλογή από το να πεθάνει από ασιτία ή να χρησιμοποιήσει όλες τις δυνάμεις του στον αγώνα για την απλή φυσική επιβίωση. Αν, όμως, η μεγαλοφυΐα κατορθώσει να επιτύχει τους σκοπούς της, κανείς άλλος εκτός από την ίδια δεν καταβάλλει το «κόστος» που συνεπάγεται το επίτευγμα. Ο Goethe ίσως παρεμποδίστηκε, από ορισμένες απόψεις, από τα καθήκοντά του στην Αυλή της Βαϊμάρης. Ασφαλώς, όμως, δεν θα είχε επιτύχει περισσότερα κατά την άσκηση των επίσημων καθηκόντων του ως υπουργός του κράτους, διευθυντής θεάτρου και διοικητής μεταλλείων, αν δεν είχε γράψει τα θεατρικά έργα, τα ποιήματα και τα μυθιστορήματά του.
The achievements of the creative innovator, his thoughts and theories, his poems, paintings, and compositions, cannot be classified praxeologically as products of labor. They are not the outcome of the employment of labor which could have been devoted to the production of other amenities for the “production” of a masterpiece of philosophy, art, or literature. Thinkers, poets, and artists are sometimes unfit to accomplish any other work. At any rate, the time and toil which they devote to creative activities are not withheld from employment for other purposes. Conditions may sometimes doom to sterility a man who would have had the power to bring forth things unheard of; they may leave him no alternative other than to die from starvation or to use all his forces in the struggle for mere physical survival. But if the genius succeeds in achieving his goals, nobody but himself pays the “costs” incurred. Goethe was perhaps in some respects hampered by his functions at the court of Weimar. But certainly he would not have accomplished more in his official duties as minister of state, theatre manager, and administrator of mines if he had not written his plays, poems, and novels.
Επιπλέον, είναι αδύνατο να υποκατασταθεί το έργο των δημιουργών από την εργασία άλλων ανθρώπων. Αν δεν είχαν υπάρξει ο Dante και ο Beethoven, κανείς δεν θα μπορούσε να παραγάγει τη Θεία Κωμωδία ή την Ενάτη Συμφωνία αναθέτοντας αυτά τα καθήκοντα σε άλλους ανθρώπους. Ούτε η κοινωνία ούτε μεμονωμένα άτομα μπορούν να προαγάγουν ουσιωδώς τη μεγαλοφυΐα και το έργο της. Ακόμη και η εντονότερη «ζήτηση» και η πιο επιτακτική διαταγή της κυβέρνησης παραμένουν αναποτελεσματικές. Η μεγαλοφυΐα δεν δημιουργεί κατόπιν παραγγελίας. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να βελτιώσουν τις φυσικές και κοινωνικές συνθήκες που γεννούν τον δημιουργό και τη δημιουργία του. Είναι αδύνατο να εκτραφούν μεγαλοφυΐες μέσω της ευγονικής, να διαμορφωθούν μέσω της σχολικής εκπαίδευσης ή να οργανωθούν οι δραστηριότητές τους. Μπορεί, όμως, ασφαλώς να οργανωθεί η κοινωνία κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να μην απομένει κανένας χώρος για τους πρωτοπόρους και για το ρηξικέλευθο έργο τους.
It is, furthermore, impossible to substitute other people’s work for that of the creators. If Dante and Beethoven had not existed, one would not have been in a position to produce the Divina Commedia or the Ninth Symphony by assigning other men to these tasks. Neither society nor single individuals can substantially further the genius and his work. The highest intensity of the “demand” and the most peremptory order of the government are ineffectual. The genius does not deliver to order. Men cannot improve the natural and social conditions which bring about the creator and his creation. It is impossible to rear geniuses by eugenics, to train them by schooling, or to organize their activities. But, of course, one can organize society in such a way that no room is left for pioneers and their path-breaking.
Το δημιουργικό επίτευγμα της μεγαλοφυΐας αποτελεί έσχατο δεδομένο για την πραξεολογία. Εμφανίζεται στην ιστορία ως δωρεάν δώρο της μοίρας. Δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση αποτέλεσμα παραγωγής με την έννοια με την οποία χρησιμοποιεί αυτόν τον όρο η οικονομική επιστήμη.
The creative accomplishment of the genius is an ultimate fact for praxeology. It comes to pass in history as a free gift of destiny. It is by no means the result of production in the sense in which economics uses this term.
(ΣτΜ: Ο όρος Geisteswissenschaft αποδίδεται ως «επιστήμη του πνεύματος», καθώς αναφέρεται στις επιστήμες της ανθρώπινης δράσης, του νοήματος και του πολιτισμού και όχι στην ηθική επιστήμη με τη στενή έννοια.)
Η δράση, εφόσον είναι επιτυχής, επιτυγχάνει τον επιδιωκόμενο σκοπό. Παράγει το προϊόν.
Η παραγωγή δεν είναι πράξη δημιουργίας· δεν φέρνει στην ύπαρξη κάτι που δεν υπήρχε προηγουμένως. Είναι μετασχηματισμός δεδομένων στοιχείων μέσω της διάταξης και του συνδυασμού τους. Ο παραγωγός δεν είναι δημιουργός. Ο άνθρωπος είναι δημιουργικός μόνο στη σκέψη και στη σφαίρα της φαντασίας. Στον κόσμο των εξωτερικών φαινομένων είναι απλώς μετασχηματιστής. Το μόνο που μπορεί να επιτύχει είναι να συνδυάσει τα διαθέσιμα μέσα κατά τέτοιον τρόπο, ώστε, σύμφωνα με τους νόμους της φύσης, να προκύψει αναγκαστικά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.
Action, if successful, attains the end sought. It produces the product. Production is not an act of creation; it does not bring about something that did not exist before. It is a transformation of given elements through arrangement and combination. The producer is not a creator. Man is creative only in thinking and in the realm of imagination. In the world of external phenomena he is only a transformer. All that he can accomplish is to combine the means available in such a way that according to the laws of nature the result aimed at is bound to emerge.
Κάποτε ήταν σύνηθες να γίνεται διάκριση μεταξύ της παραγωγής υλικών αγαθών και της παροχής προσωπικών υπηρεσιών. Ο ξυλουργός που κατασκεύαζε τραπέζια και καρέκλες χαρακτηριζόταν παραγωγικός· ο χαρακτηρισμός αυτός, όμως, δεν αποδιδόταν στον ιατρό, του οποίου οι συμβουλές βοηθούσαν τον ασθενή ξυλουργό να ανακτήσει την ικανότητά του να κατασκευάζει τραπέζια και καρέκλες. Γινόταν διάκριση μεταξύ της σχέσης ιατρού και ξυλουργού και της σχέσης ξυλουργού και ράπτη. Ο ιατρός, υποστηριζόταν, δεν παράγει ο ίδιος· βιοπορίζεται από όσα παράγουν οι άλλοι άνθρωποι και συντηρείται από τους ξυλουργούς και τους ράπτες. Σε ακόμη παλαιότερη εποχή, οι Γάλλοι Φυσιοκράτες υποστήριζαν ότι κάθε εργασία ήταν άγονη, εκτός αν αντλούσε κάτι από το έδαφος. Κατά την άποψή τους, παραγωγικές ήταν μόνο η καλλιέργεια της γης, η αλιεία και το κυνήγι, καθώς και η εκμετάλλευση ορυχείων και λατομείων. Οι μεταποιητικές βιομηχανίες δεν προσέθεταν στην αξία των χρησιμοποιούμενων υλικών τίποτε περισσότερο από την αξία των αγαθών που κατανάλωναν οι εργαζόμενοι.
It was once customary to distinguish between the production of tangible goods and the rendering of personal services. The carpenter who made tables and chairs was called productive; but this epithet was denied to the doctor whose advice helped the ailing carpenter to recover his capacity to make tables and chairs. A differentiation was made between the doctorcarpenter nexus and the carpenter-tailor nexus. The doctor, it was asserted, does not himself produce; he makes a living from what other people produce, he is maintained by carpenters and tailors. At a still earlier date the French Physiocrats contended that all labor was sterile unless it extracted something from the soil. Only cultivation, fishing and hunting, and the working of mines and quarries were in their opinion productive. The processing industries did not add to the value of the material employed anything more than the value of the things consumed by the workers.
Οι σημερινοί οικονομολόγοι χλευάζουν τους προκατόχους τους επειδή έκαναν τέτοιες αστήρικτες διακρίσεις. Θα έπρεπε, όμως, μάλλον να αφαιρέσουν πρώτα τη δοκό από το δικό τους μάτι. Ο τρόπος με τον οποίο πολλοί σύγχρονοι συγγραφείς αντιμετωπίζουν διάφορα προβλήματα —όπως, για παράδειγμα, τη διαφήμιση και την εμπορική προώθηση— αποτελεί προφανή υποτροπή στα χονδροειδή σφάλματα που θα έπρεπε να έχουν εξαφανιστεί προ πολλού.
Present-day economists laugh at their predecessors for having made such untenable distinctions. However, they should rather cast the beam out of their own eyes. The way in which many contemporary writers deal with various problems—for instance, advertising and marketing—is manifestly a relapse into the crude errors which should have disappeared long ago.
Μια άλλη ευρέως διαδεδομένη άποψη εντοπίζει μια διαφορά μεταξύ της χρησιμοποίησης της εργασίας και της χρησιμοποίησης των υλικών συντελεστών παραγωγής. Η φύση, υποστηρίζεται, παρέχει δωρεάν τα δώρα της· η εργασία, όμως, πρέπει να πληρωθεί μέσω της υποβολής στην αρνητική χρησιμότητα που τη συνοδεύει. Μοχθώντας και υπερνικώντας την αρνητική χρησιμότητα της εργασίας, ο άνθρωπος προσθέτει στο σύμπαν κάτι που δεν υπήρχε προηγουμένως. Υπό αυτή την έννοια, η εργασία χαρακτηρίστηκε δημιουργική. Και αυτό, όμως, είναι εσφαλμένο. Η ικανότητα του ανθρώπου προς εργασία είναι δεδομένη μέσα στο σύμπαν, όπως δεδομένες είναι και οι πρωταρχικές και εγγενείς ιδιότητες της γης και των ζωικών ουσιών. Ούτε το γεγονός ότι ένα μέρος της δυνητικής ικανότητας προς εργασία μπορεί να παραμένει αχρησιμοποίητο τη διαφοροποιεί από τους μη ανθρώπινους συντελεστές παραγωγής· και αυτοί μπορούν να παραμένουν αχρησιμοποίητοι. Η προθυμία των ατόμων να υπερνικήσουν την αρνητική χρησιμότητα της εργασίας απορρέει από το γεγονός ότι προτιμούν το προϊόν της εργασίας από την ικανοποίηση που θα αντλούσαν από περισσότερο ελεύθερο χρόνο.
Another widely held opinion finds a difference between the employment of labor and that of material factors of production. Nature, it is asserted, dispenses its gifts gratuitously; but labor must be paid for by submitting to its disutility. In toiling and overcoming the disutility of labor man adds something to the universe that did not exist before. In this sense labor is creative. This too is erroneous. Man’s capacity to work is given in the universe as are the original and inherent capacities of the land and the animal substances. Nor does the fact that a part of the potentiality of labor can remain unused differentiate it from the nonhuman factors of production; these too can remain unused. The readiness of individuals to overcome the disutility of labor is the outcome of the fact that they prefer the produce of labor to the satisfaction derived from more leisure.
Μόνο ο ανθρώπινος νους, ο οποίος κατευθύνει τη δράση και την παραγωγή, είναι δημιουργικός. Και ο νους ανήκει στο σύμπαν και στη φύση· αποτελεί μέρος του δεδομένου και υφιστάμενου κόσμου. Το να αποκαλούμε τον νου δημιουργικό δεν σημαίνει ότι επιδιδόμαστε σε μεταφυσικούς στοχασμούς. Τον αποκαλούμε δημιουργικό επειδή αδυνατούμε να αναγάγουμε τις μεταβολές που επιφέρει η ανθρώπινη δράση σε κάτι προγενέστερο από το σημείο στο οποίο βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την παρέμβαση του λόγου που κατευθύνει τις ανθρώπινες δραστηριότητες.
Η παραγωγή δεν είναι κάτι φυσικό, υλικό και εξωτερικό· είναι πνευματικό και διανοητικό φαινόμενο. Οι ουσιώδεις προϋποθέσεις της δεν είναι η ανθρώπινη εργασία και οι εξωτερικές φυσικές δυνάμεις και ύλες, αλλά η απόφαση του νου να χρησιμοποιήσει αυτούς τους συντελεστές ως μέσα για την επίτευξη σκοπών. Εκείνο που παράγει το προϊόν δεν είναι ο μόχθος και η καταπόνηση καθαυτά, αλλά το γεγονός ότι ο μόχθος καθοδηγείται από τον λόγο. Μόνο ο ανθρώπινος νους έχει τη δύναμη να άρει τη δυσφορία.
Only the human mind that directs action and production is creative. The mind too appertains to the universe and to nature; it is a part of the given and existing world. To call the mind creative is not to indulge in any metaphysical speculations. We call it creative because we are at a loss to trace the changes brought about by human action farther back than to the point at which we are faced with the intervention of reason directing human activities. Production is not something physical, natural, and external; it is a spiritual and intellectual phenomenon. Its essential requisites are not human labor and external natural forces and things, but the decision of the mind to use these factors as means for the attainment of ends. What produces the product is not toil and trouble in themselves, but the fact that the toilers are guided by reason. The human mind alone has the power to remove uneasiness.
Η υλιστική μεταφυσική των μαρξιστών παρερμηνεύει πλήρως αυτά τα ζητήματα. Οι «παραγωγικές δυνάμεις» δεν είναι υλικές. Η παραγωγή είναι πνευματικό, διανοητικό και ιδεολογικό φαινόμενο. Είναι η μέθοδος την οποία χρησιμοποιεί ο άνθρωπος, καθοδηγούμενος από τον λόγο, για την κατά το δυνατόν πληρέστερη άρση της δυσφορίας. Εκείνο που διακρίνει τις δικές μας συνθήκες από τις συνθήκες υπό τις οποίες ζούσαν οι πρόγονοί μας πριν από χίλια ή είκοσι χιλιάδες χρόνια δεν είναι κάτι υλικό, αλλά κάτι πνευματικό. Οι υλικές μεταβολές είναι αποτέλεσμα των πνευματικών μεταβολών.
The materialist metaphysics of the Marxians misconstrues these things entirely. The “productive forces” are not material. Production is a spiritual, intellectual, and ideological phenomenon. It is the method that man, directed by reason, employs for the best possible removal of uneasiness. What distinguishes our conditions from those of our ancestors who lived one thousand or twenty thousand years ago is not something material, but something spiritual. The material changes are the outcome of the spiritual changes.
Η παραγωγή είναι η μεταβολή του δεδομένου σύμφωνα με τα σχέδια του λόγου. Αυτά τα σχέδια —οι συνταγές, οι τύποι, οι ιδεολογίες — αποτελούν το πρωταρχικό στοιχείο· μετατρέπουν τους αρχικούς συντελεστές, τόσο τους ανθρώπινους όσο και τους μη ανθρώπινους, σε μέσα. Ο άνθρωπος παράγει χάρη στον λόγο του· επιλέγει σκοπούς και χρησιμοποιεί μέσα για την επίτευξή τους. Η διαδεδομένη ρήση σύμφωνα με την οποία η οικονομική επιστήμη ασχολείται με τις υλικές συνθήκες της ανθρώπινης ζωής είναι εντελώς εσφαλμένη. Η ανθρώπινη δράση αποτελεί εκδήλωση του νου. Υπό αυτή την έννοια, η πραξεολογία μπορεί να αποκληθεί επιστήμη του πνεύματος (Geisteswissenschaft).
Production is alteration of the given according to the designs of reason. These designs—the recipes, the formulas, the ideologies—are the primary thing; they transform the original factors—both human and nonhuman— into means. Man produces by dint of his reason; he chooses ends and employs means for their attainment. The popular saying according to which economics deals with the material conditions of human life is entirely mistaken. Human action is a manifestation of the mind. In this sense praxeology can be called a moral science (Geisteswissenschaft).
Βεβαίως, δεν γνωρίζουμε τι είναι ο νους, όπως ακριβώς δεν γνωρίζουμε τι είναι η κίνηση, η ζωή ή ο ηλεκτρισμός. «Νους» είναι απλώς η λέξη με την οποία δηλώνουμε τον άγνωστο παράγοντα που επέτρεψε στους ανθρώπους να επιτύχουν όλα όσα έχουν κατορθώσει: τις θεωρίες και τα ποιήματα, τους καθεδρικούς ναούς και τις συμφωνίες, τα αυτοκίνητα και τα αεροπλάνα.
Of course, we do not know what mind is, just as we do not know what motion, life, electricity are. Mind is simply the word to signify the unknown factor that has enabled men to achieve all that they have accomplished: the theories and the poems, the cathedrals and the symphonies, the motorcars and the airplanes.
← Κεφάλαιο 6: ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 8: Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ →