Εργαλεία30 Οκτωβρίου 2026

Ανθρώπινη Δράση: Κεφάλαιο 8: Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: ΔΡΑΣΗ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ · Ludwig von Mises · Human Action: A Treatise on Economics

Πραξεολόγος

← Κεφάλαιο 7: ΔΡΑΣΗ ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 9: Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ →

Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.

Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, Human Action: A Treatise on Economics, ebook του Foundation for Economic Education (FEE), 2016, ISBN 978-1-57246-086-7 — «Published under the Creative Commons Attribution 4.0 International License». Σελίδα της έκδοσης: fee.org/ebooks/human-action-by-ludwig-von-mises. Άδεια: CC BY 4.0.

Σε δείγμα 300 παραγράφων, οι 298 του ebook του FEE ήταν ίδιες λέξη προς λέξη με το κείμενο που ακολουθεί η μετάφραση. Το FEE δεν περιέχει μερικές ενότητες που προστέθηκαν σε μεταγενέστερες εκδόσεις (π.χ. «Η ηθική καταδίκη του κέρδους», «Διαφθορά», παράγραφοι για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο)· αυτές, όπως και οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ), εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Οι πρόλογοι της ελληνικής έκδοσης και των εκδόσεων Scholar’s/4ης δεν περιλαμβάνονται εδώ.

Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.

Ελληνικά · μετάφραση: Πραξεολόγος
English · πρωτότυπο

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: ΔΡΑΣΗ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Κεφάλαιο 8: Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Part Two Action Within the Framework of Society VIII. HUMAN SOCIETY

1

1. Η ανθρώπινη συνεργασία

↗ στη σελίδα του βιβλίου

1. Human Cooperation

2

Κοινωνία είναι η συντονισμένη δράση, η συνεργασία. Η κοινωνία αποτελεί προϊόν συνειδητής και σκόπιμης συμπεριφοράς.

Αυτό δεν σημαίνει ότι τα άτομα συνήψαν συμβάσεις δυνάμει των οποίων ίδρυσαν την ανθρώπινη κοινωνία. Οι πράξεις που επέφεραν την κοινωνική συνεργασία και καθημερινά την πραγματώνουν εκ νέου δεν αποβλέπουν σε τίποτε άλλο παρά στη συνεργασία και στη σύμπραξη με άλλους για την επίτευξη συγκεκριμένων επιμέρους σκοπών. Το συνολικό πλέγμα των αμοιβαίων σχέσεων που δημιουργούνται από τέτοιες συντονισμένες πράξεις ονομάζεται κοινωνία. Αντικαθιστά τη — τουλάχιστον νοητή— απομονωμένη ζωή των ατόμων με τη συνεργασία. Κοινωνία είναι καταμερισμός της εργασίας και συνδυασμός της εργασίας. Υπό την ιδιότητά του ως δρώντος ζώου, ο άνθρωπος καθίσταται κοινωνικό ζώο.

Society is the outcome of conscious and purposeful behavior. This does not mean that individuals have concluded contracts by virtue of which they have founded human society. The actions which have brought about social cooperation and daily bring it about anew do not aim at anything else than cooperation and coadjuvancy with others for the attainment of definite singular ends. The total complex of the mutual relations created by such concerted actions is called society. It substitutes collaboration for the—at least conceivable—isolated life of individuals. Society is division of labor and combination of labor. In his capacity as an acting animal man becomes a social animal.

3

Ο μεμονωμένος άνθρωπος γεννιέται σε ένα κοινωνικά οργανωμένο περιβάλλον. Μόνο υπό αυτή την έννοια μπορούμε να δεχθούμε τη ρήση ότι η κοινωνία προηγείται —λογικά ή ιστορικά— του ατόμου. Υπό οποιαδήποτε άλλη έννοια, το απόφθεγμα αυτό είναι είτε κενό περιεχομένου είτε παράλογο. Το άτομο ζει και δρα εντός της κοινωνίας. Η κοινωνία, όμως, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο συνδυασμός ατόμων για την καταβολή συνεργατικής προσπάθειας. Δεν υπάρχει πουθενά αλλού παρά μόνο στις πράξεις των επιμέρους ανθρώπων. Αποτελεί πλάνη η αναζήτησή της έξω από τις πράξεις των ατόμων. Το να μιλά κανείς για αυτόνομη και ανεξάρτητη ύπαρξη της κοινωνίας, για τη ζωή, την ψυχή και τις πράξεις της, αποτελεί μεταφορά η οποία μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε κατάφωρα σφάλματα.

Individual man is born into a socially organized environment. In this sense alone we may accept the saying that society is—logically or historically—antecedent to the individual. In every other sense this dictum is either empty or nonsensical. The individual lives and acts within society. But society is nothing but the combination of individuals for cooperative effort. It exists nowhere else than in the actions of individual men. It is a delusion to search for it outside the actions of individuals. To speak of a society’s autonomous and independent existence, of its life, its soul, and its actions is a metaphor which can easily lead to crass errors.

4

Τα ερωτήματα αν πρέπει να θεωρείται η κοινωνία ή το άτομο ως ο έσχατος σκοπός και αν τα συμφέροντα της κοινωνίας πρέπει να υποτάσσονται στα συμφέροντα των ατόμων ή τα συμφέροντα των ατόμων σε εκείνα της κοινωνίας είναι άκαρπα. Η δράση είναι πάντοτε δράση επιμέρους ανθρώπων. Το κοινωνικό στοιχείο συνίσταται σε έναν ορισμένο προσανατολισμό των πράξεων των επιμέρους ανθρώπων. Η κατηγορία του σκοπού έχει νόημα μόνο όταν εφαρμόζεται στη δράση. Η θεολογία και η μεταφυσική της ιστορίας μπορούν να πραγματεύονται τους σκοπούς της κοινωνίας και τα σχέδια που ο Θεός επιθυμεί να πραγματοποιήσει ως προς αυτήν, όπως ακριβώς πραγματεύονται τον σκοπό όλων των άλλων τμημάτων του δημιουργημένου σύμπαντος. Για την επιστήμη, η οποία είναι αδιαχώριστη από τον λόγο —ένα εργαλείο προδήλως ακατάλληλο για την πραγμάτευση τέτοιων προβλημάτων— θα ήταν μάταιο να αποδυθεί σε εικοτολογίες σχετικά με αυτά τα ζητήματα.

The questions whether society or the individual is to be considered as the ultimate end, and whether the interests of society should be subordinated to those of the individuals or the interests of the individuals to those of society are fruitless. Action is always action of individual men. The social or societal element is a certain orientation of the actions of individual men. The category end makes sense only when applied to action. Theology and the metaphysics of history may discuss the ends of society and the designs which God wants to realize with regard to society in the same way in which they discuss the purpose of all other parts of the created universe.

For science, which is inseparable from reason, a tool manifestly unfit for the treatment of such problems, it would be hopeless to embark upon speculations concerning these matters.

5

Στο πλαίσιο της κοινωνικής συνεργασίας μπορούν να αναπτυχθούν μεταξύ των μελών της κοινωνίας αισθήματα συμπάθειας και φιλίας, καθώς και ένα αίσθημα ότι ανήκουν σε ένα κοινό σύνολο. Τα αισθήματα αυτά αποτελούν την πηγή των πιο ευχάριστων και των πιο υψηλών ανθρώπινων εμπειριών. Είναι το πολυτιμότερο κόσμημα της ζωής· ανυψώνουν το ζωικό είδος άνθρωπος στα ύψη μιας αληθινά ανθρώπινης ύπαρξης. Δεν αποτελούν, όμως, όπως υποστήριξαν ορισμένοι, τους παράγοντες που δημιούργησαν τις κοινωνικές σχέσεις. Είναι καρποί της κοινωνικής συνεργασίας και ευδοκιμούν μόνο στο πλαίσιό της· δεν προηγήθηκαν της εγκαθίδρυσης των κοινωνικών σχέσεων και δεν αποτελούν τον σπόρο από τον οποίο αυτές βλάστησαν.

Within the frame of social cooperation there can emerge between members of society feelings of sympathy and friendship and a sense of belonging together. These feelings are the source of man’s most delightful and most sublime experiences. They are the most precious adornment of life; they lift the animal species man to the heights of a really human existence. However, they are not, as some have asserted, the agents that have brought about social relationships. They are fruits of social cooperation, they thrive only within its frame; they did not precede the establishment of social relations and are not the seed from which they spring.

6

Τα θεμελιώδη δεδομένα που επέφεραν τη συνεργασία, την κοινωνία και τον πολιτισμό και μετέτρεψαν το ζώο άνθρωπος σε ανθρώπινο ον είναι τα εξής: η εργασία που εκτελείται υπό καθεστώς καταμερισμού της εργασίας είναι παραγωγικότερη από την απομονωμένη εργασία, και ο ανθρώπινος λόγος είναι ικανός να αναγνωρίσει αυτή την αλήθεια. Αν δεν υπήρχαν αυτά τα δεδομένα, οι άνθρωποι θα παρέμεναν για πάντα θανάσιμοι εχθροί μεταξύ τους, ασυμφιλίωτοι αντίπαλοι στις προσπάθειές τους να εξασφαλίσουν μερίδιο από το σπάνιο απόθεμα μέσων συντήρησης που παρέχει η φύση. Κάθε άνθρωπος θα ήταν αναγκασμένος να θεωρεί όλους τους άλλους εχθρούς του· η επιθυμία του να ικανοποιήσει τις δικές του ορέξεις θα τον οδηγούσε σε αδυσώπητη σύγκρουση με όλους τους συνανθρώπους του. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν θα μπορούσε να αναπτυχθεί κανένα αίσθημα συμπάθειας.

The fundamental facts that brought about cooperation, society, and civilization and transformed the animal man into a human being are the facts that work performed under the division of labor is more productive than isolated work and that man’s reason is capable of recognizing this truth. But for these facts men would have forever remained deadly foes of one another, irreconcilable rivals in their endeavors to secure a portion of the scarce supply of means of sustenance provided by nature. Each man would have been forced to view all other men as his enemies; his craving for the satisfaction of his own appetites would have brought him into an implacable conflict with all his neighbors. No sympathy could possibly develop under such a state of affairs.

7

Ορισμένοι κοινωνιολόγοι υποστήριξαν ότι το πρωταρχικό και στοιχειώδες υποκειμενικό δεδομένο της κοινωνίας είναι μια «συνείδηση του ομοίου».1 Άλλοι ισχυρίζονται ότι δεν θα υπήρχαν κοινωνικά συστήματα αν δεν υπήρχε ένα «αίσθημα κοινότητας ή συνεύρεσης σε ένα κοινό σύνολο».2 Μπορούμε να συμφωνήσουμε, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί οι κάπως ασαφείς και αμφίσημοι όροι ερμηνεύονται ορθά. Μπορούμε να αποκαλέσουμε συνείδηση του ομοίου, αίσθημα κοινότητας ή αίσθημα του ανήκειν σε ένα κοινό σύνολο την αναγνώριση του γεγονότος ότι όλοι οι άλλοι άνθρωποι αποτελούν δυνητικούς συνεργάτες στον αγώνα για επιβίωση, επειδή είναι ικανοί να αναγνωρίσουν τα αμοιβαία οφέλη της συνεργασίας, ενώ τα ζώα στερούνται αυτής της ικανότητας. Δεν πρέπει, ωστόσο, να λησμονούμε ότι τα πρωταρχικά δεδομένα που δημιουργούν αυτή τη συνείδηση ή αυτό το αίσθημα είναι τα δύο που αναφέρθηκαν παραπάνω. Σε έναν υποθετικό κόσμο στον οποίο ο καταμερισμός της εργασίας δεν θα αύξανε την παραγωγικότητα, δεν θα υπήρχε κοινωνία. Δεν θα υπήρχαν αισθήματα καλοσύνης και καλής θέλησης.

Some sociologists have asserted that the original and elementary subjective fact in society is a “consciousness of kind.”[1] Others maintain that there would be no social systems if there were no “sense of community or of belonging together.”[2] One may agree, provided that these somewhat vague and ambiguous terms are correctly interpreted. We may call consciousness of kind, sense of community, or sense of belonging together the acknowledgment of the fact that all other human beings are potential collaborators in the struggle for survival because they are capable of recognizing the mutual benefits of cooperation, while the animals lack this faculty. However, we must not forget that the primary facts that bring about such consciousness or such a sense are the two mentioned above. In a hypothetical world in which the division of labor would not increase productivity, there would not be any society. There would not be any sentiments of benevolence and good will.

8

Η αρχή του καταμερισμού της εργασίας αποτελεί μία από τις σπουδαίες θεμελιώδεις αρχές του κοσμικού γίγνεσθαι και της εξελικτικής μεταβολής. Οι βιολόγοι ορθώς δανείστηκαν την έννοια του καταμερισμού της εργασίας από την κοινωνική φιλοσοφία και την προσάρμοσαν στο δικό τους πεδίο έρευνας. Υπάρχει καταμερισμός της εργασίας μεταξύ των διαφόρων μερών κάθε ζωντανού οργανισμού. Υπάρχουν, επιπλέον, οργανικές οντότητες αποτελούμενες από συνεργαζόμενα ζωικά άτομα· συνηθίζεται να αποκαλούνται μεταφορικά τέτοιες συναθροίσεις μυρμηγκιών και μελισσών «ζωικές κοινωνίες». Δεν πρέπει, όμως, ποτέ να λησμονούμε ότι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της ανθρώπινης κοινωνίας είναι η σκόπιμη συνεργασία. Η κοινωνία αποτελεί προϊόν της ανθρώπινης δράσης, δηλαδή της συνειδητής επιδίωξης σκοπών. Κανένα τέτοιο στοιχείο, στον βαθμό που μπορούμε να διαπιστώσουμε, δεν υπάρχει στις διαδικασίες που οδήγησαν στην εμφάνιση των συστημάτων δομής και λειτουργίας των φυτικών και ζωικών σωμάτων ή στη λειτουργία των κοινωνιών των μυρμηγκιών, των μελισσών και των σερσεγκιών. Η ανθρώπινη κοινωνία αποτελεί διανοητικό και πνευματικό φαινόμενο. Είναι το αποτέλεσμα της σκόπιμης αξιοποίησης ενός καθολικού νόμου που καθορίζει το κοσμικό γίγνεσθαι, δηλαδή της υψηλότερης παραγωγικότητας του καταμερισμού της εργασίας. Όπως σε κάθε περίπτωση δράσης, η αναγνώριση των νόμων της φύσης τίθεται στην υπηρεσία των προσπαθειών του ανθρώπου να βελτιώσει τις συνθήκες του.

The principle of the division of labor is one of the great basic principles of cosmic becoming and evolutionary change. The biologists were right in borrowing the concept of the division of labor from social philosophy and in adapting it to their field of investigation. There is division of labor between the various parts of any living organism. There are, furthermore, organic entities composed of collaborating animal individuals; it is customary to call metaphorically such aggregations of the ants and bees “animal societies.” But one must never forget that the characteristic feature of human society is purposeful cooperation; society is an outcome of human action, i.e., of a conscious aiming at the attainment of ends. No such element is present, as far as we can ascertain, in the processes which have resulted in the emergence of the structure-function systems of plant and animal bodies and in the operation of the societies of ants, bees, and hornets. Human society is an intellectual and spiritual phenomenon. It is the outcome of a purposeful utilization of a universal law determining cosmic becoming, viz., the higher productivity of the division of labor. As with every instance of action, the recognition of the laws of nature is put into the service of man’s efforts to improve his conditions.

9

2. Κριτική της ολιστικής και μεταφυσικής αντίληψης της κοινωνίας

↗ στη σελίδα του βιβλίου

2. A Critique of the Holistic and Metaphysical View of Society

10

Σύμφωνα με τις θεωρίες του οικουμενισμού, του εννοιολογικού ρεαλισμού, του ολισμού, του κολεκτιβισμού και ορισμένων εκπροσώπων της μορφοψυχολογίας, η κοινωνία είναι μια οντότητα που ζει τη δική της ζωή, ανεξάρτητα και χωριστά από τη ζωή των διαφόρων ατόμων, ενεργεί για λογαριασμό της και επιδιώκει δικούς της σκοπούς, διαφορετικούς από εκείνους που επιδιώκουν τα άτομα. Τότε, ασφαλώς, μπορεί να ανακύψει ανταγωνισμός μεταξύ των σκοπών της κοινωνίας και των σκοπών των μελών της. Για να διαφυλαχθεί η άνθηση και η περαιτέρω ανάπτυξη της κοινωνίας, καθίσταται αναγκαίο να χαλιναγωγηθεί ο εγωισμός των ατόμων και να εξαναγκαστούν αυτά να θυσιάσουν τις εγωιστικές τους επιδιώξεις προς όφελος της κοινωνίας. Στο σημείο αυτό, όλες αυτές οι ολιστικές θεωρίες είναι υποχρεωμένες να εγκαταλείψουν τις εγκόσμιες μεθόδους των επιστημών του ανθρώπου και του λογικού συλλογισμού και να στραφούν σε θεολογικές ή μεταφυσικές ομολογίες πίστεως. Πρέπει να υποθέσουν ότι η Θεία Πρόνοια, μέσω των προφητών, των αποστόλων και των χαρισματικών ηγετών της, εξαναγκάζει τους ανθρώπους, οι οποίοι είναι εκ φύσεως κακοί —δηλαδή επιρρεπείς στην επιδίωξη των δικών τους σκοπών— να βαδίσουν στις οδούς της δικαιοσύνης στις οποίες ο Κύριος, το Παγκόσμιο Πνεύμα ή η ιστορία επιθυμούν να βαδίσουν.

According to the doctrines of universalism, conceptual realism, holism, collectivism, and some representatives of Gestaltpsychologie, society is an entity living its own life, independent of and separate from the lives of the various individuals, acting on its own behalf and aiming at its own ends which are different from the ends sought by the individuals. Then, of course, an antagonism between the aims of society and those of its members can emerge. In order to safeguard the flowering and further development of society it becomes necessary to master the selfishness of the individuals and to compel them to sacrifice their egoistic designs to the benefit of society. At this point all these holistic doctrines are bound to abandon the secular methods of human science and logical reasoning and to shift to theological or metaphysical professions of faith. They must assume that Providence, through its prophets, apostles, and charismatic leaders, forces men who are constitutionally wicked, i.e., prone to pursue their own ends, to walk in the ways of righteousness which the Lord or Weltgeist or history wants them to walk.

11

Αυτή είναι η φιλοσοφία που χαρακτήριζε από αμνημονεύτων χρόνων τις δοξασίες των πρωτόγονων φυλών. Αποτέλεσε στοιχείο όλων των θρησκευτικών διδασκαλιών. Ο άνθρωπος οφείλει να συμμορφώνεται προς τον νόμο που θέσπισε μια υπεράνθρωπη δύναμη και να υπακούει στις αρχές στις οποίες η δύναμη αυτή ανέθεσε την επιβολή του νόμου. Η τάξη που δημιουργήθηκε από αυτόν τον νόμο, δηλαδή η ανθρώπινη κοινωνία, αποτελεί συνεπώς έργο της Θεότητας και όχι του ανθρώπου. Αν ο Κύριος δεν είχε παρέμβει και δεν είχε φωτίσει την πλανώμενη ανθρωπότητα, η κοινωνία δεν θα είχε έλθει σε ύπαρξη. Είναι αλήθεια ότι η κοινωνική συνεργασία αποτελεί ευλογία για τον άνθρωπο· είναι αλήθεια ότι μόνο στο πλαίσιο της κοινωνίας μπόρεσε ο άνθρωπος να ανέλθει από τη βαρβαρότητα και την ηθική και υλική αθλιότητα της πρωτόγονης κατάστασής του. Αν, όμως, είχε αφεθεί μόνος του, δεν θα είχε ποτέ διακρίνει την οδό προς τη σωτηρία του. Διότι η προσαρμογή στις απαιτήσεις της κοινωνικής συνεργασίας και η υποταγή στις επιταγές του ηθικού νόμου του επιβάλλουν σοβαρούς περιορισμούς. Από τη σκοπιά της αξιοθρήνητης διάνοιάς του, θα θεωρούσε την εγκατάλειψη κάποιου προσδοκώμενου πλεονεκτήματος κακό και στέρηση. Δεν θα αναγνώριζε τα ασύγκριτα μεγαλύτερα, αλλά μεταγενέστερα, πλεονεκτήματα που θα του απέφερε η παραίτηση από παρούσες και ορατές απολαύσεις. Χωρίς την υπερφυσική αποκάλυψη, δεν θα είχε ποτέ μάθει τι απαιτεί από αυτόν η μοίρα για το δικό του καλό και για το καλό των απογόνων του.

This is the philosophy which has characterized from time immemorial the creeds of primitive tribes. It has been an element in all religious teachings. Man is bound to comply with the law issued by a superhuman power and to obey the authorities which this power has entrusted with the enforcement of the law. The order created by this law, human society, is consequently the work of the Deity and not of man. If the Lord had not interfered and had not given enlightenment to erring mankind, society would not have come into existence. It is true that social cooperation is a blessing for man; it is true that man could work his way up from barbarism and the moral and material distress of his primitive state only within the framework of society. However, if left alone he would never have seen the road to his own salvation. For adjustment to the requirements of social cooperation and subordination to the precepts of the moral law put heavy restraints upon him. From the point of view of his wretched intellect he would deem the abandonment of some expected advantage an evil and a privation. He would fail to recognize the incomparably greater, but later, advantages which renunciation of present and visible pleasures will procure. But for supernatural revelation he would never have learned what destiny wants him to do for his own good and that of his offspring.

12

Η επιστημονική θεωρία, όπως αναπτύχθηκε από την κοινωνική φιλοσοφία του ορθολογισμού και του φιλελευθερισμού του δέκατου όγδοου αιώνα και από τη σύγχρονη οικονομική επιστήμη, δεν προσφεύγει σε καμία θαυματουργική παρέμβαση υπεράνθρωπων δυνάμεων. Κάθε βήμα με το οποίο το άτομο αντικαθιστά την απομονωμένη δράση με τη συντονισμένη δράση επιφέρει άμεση και αναγνωρίσιμη βελτίωση των συνθηκών του. Τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από την ειρηνική συνεργασία και τον καταμερισμό της εργασίας είναι καθολικά. Ωφελούν άμεσα κάθε γενιά και όχι μόνο τους μεταγενέστερους απογόνους. Για όσα πρέπει να θυσιάσει χάριν της κοινωνίας, το άτομο αποζημιώνεται πλουσιοπάροχα με μεγαλύτερα πλεονεκτήματα. Η θυσία του είναι μόνο φαινομενική και προσωρινή· παραιτείται από ένα μικρότερο όφελος για να αποκομίσει αργότερα ένα μεγαλύτερο. Κανένα έλλογο ον δεν μπορεί να παραλείψει να αντιληφθεί αυτό το προφανές γεγονός. Όταν η κοινωνική συνεργασία εντείνεται μέσω της διεύρυνσης του πεδίου στο οποίο εφαρμόζεται ο καταμερισμός της εργασίας ή όταν ενισχύονται η νομική προστασία και η διαφύλαξη της ειρήνης, το κίνητρο είναι η επιθυμία όλων των ενδιαφερομένων να βελτιώσουν τις συνθήκες τους. Επιδιώκοντας τα —ορθώς εννοούμενα— συμφέροντά του, το άτομο συμβάλλει στην εντατικοποίηση της κοινωνικής συνεργασίας και των ειρηνικών συναλλαγών. Η κοινωνία αποτελεί προϊόν της ανθρώπινης δράσης, δηλαδή της ανθρώπινης παρόρμησης για την κατά το δυνατόν άρση της δυσφορίας. Για να εξηγήσουμε το γίγνεσθαι και την εξέλιξή της, δεν είναι αναγκαίο να προσφύγουμε σε μια θεωρία —ασφαλώς προσβλητική για έναν γνήσια θρησκευόμενο νου— σύμφωνα με την οποία η αρχική δημιουργία ήταν τόσο ελαττωματική, ώστε απαιτούνται επανειλημμένες υπεράνθρωπες παρεμβάσεις για να αποτραπεί η αποτυχία της.

The scientific theory as developed by the social philosophy of eighteenth-century rationalism and modern economics does not resort to any miraculous interference of superhuman powers. Every step by which an individual substitutes concerted action for isolated action results in an immediate and recognizable improvement in his conditions. The advantages derived from peaceful cooperation and division of labor are universal. They immediately benefit every generation, and not only later descendants. For what the individual must sacrifice for the sake of society he is amply compensated by greater advantages. His sacrifice is only apparent and temporary; he foregoes a smaller gain in order to reap a greater one later. No reasonable being can fail to see this obvious fact. When social cooperation is intensified by enlarging the field in which there is division of labor or when legal protection and the safeguarding of peace are strengthened, the incentive is the desire of all those concerned to improve their own conditions. In striving after his own—rightly understood— interests the individual works toward an intensification of social cooperation and peaceful intercourse. Society is a product of human action, i.e., the human urge to remove uneasiness as far as possible. In order to explain its becoming and its evolution it is not necessary to have recourse to a doctrine, certainly offensive to a truly religious mind, according to which the original creation was so defective that reiterated superhuman intervention is needed to prevent its failure.

13

Ο ιστορικός ρόλος της θεωρίας του καταμερισμού της εργασίας, όπως αυτή διαμορφώθηκε από τη βρετανική πολιτική οικονομία από τον Hume έως τον Ricardo, συνίστατο στην πλήρη κατεδάφιση όλων των μεταφυσικών θεωριών σχετικά με την προέλευση και τη λειτουργία της κοινωνικής συνεργασίας. Ολοκλήρωσε την πνευματική, ηθική και διανοητική χειραφέτηση της ανθρωπότητας, την οποία είχε εγκαινιάσει η επικούρεια φιλοσοφία. Αντικατέστησε την ετερόνομη και διαισθησιοκρατική ηθική παλαιότερων εποχών με μια αυτόνομη ορθολογική ηθική. Το δίκαιο και η νομιμότητα, ο ηθικός κώδικας και οι κοινωνικοί θεσμοί δεν λατρεύονται πλέον ως ανεξιχνίαστα ουράνια διατάγματα. Είναι ανθρώπινης προέλευσης και το μόνο κριτήριο που πρέπει να εφαρμόζεται σε αυτά είναι η καταλληλότητά τους για την προαγωγή της ανθρώπινης ευημερίας. Ο ωφελιμιστής οικονομολόγος δεν λέει: Fiat justitia, pereat mundus — ας αποδοθεί δικαιοσύνη, ακόμη και αν χαθεί ο κόσμος. Λέει: Fiat justitia, ne pereat mundus — ας αποδοθεί δικαιοσύνη, για να μη χαθεί ο κόσμος. Δεν ζητεί από τον άνθρωπο να παραιτηθεί από την ευημερία του προς όφελος της κοινωνίας. Τον συμβουλεύει να αναγνωρίσει ποια είναι τα ορθώς εννοούμενα συμφέροντά του. Στα μάτια του, το μεγαλείο του Θεού δεν εκδηλώνεται μέσα από αδιάκοπες παρεμβάσεις στις ποικίλες υποθέσεις ηγεμόνων και πολιτικών, αλλά μέσα από την προίκιση των πλασμάτων του με λογική και με την παρόρμηση προς επιδίωξη της ευτυχίας.3

The historical role of the theory of the division of labor as elaborated by British political economy from Hume to Ricardo consisted in the complete demolition of all metaphysical doctrines concerning the origin and the operation of social cooperation. It consummated the spiritual, moral and intellectual emancipation of mankind inaugurated by the philosophy of Epicureanism. It substituted an autonomous rational morality for the heteronomous and intuitionist ethics of older days. Law and legality, the moral code and social institutions are no longer revered as unfathomable decrees of Heaven. They are of human origin, and the only yardstick that must be applied to them is that of expediency with regard to human welfare. The utilitarian economist does not say: Fiat justitia, pereat mundus. He says: Fiat justitia, ne pereat mundus. He does not ask a man to renounce his well-being for the benefit of society. He advises him to recognize what his rightly understood interests are. In his eyes God’s magnificence does not manifest itself in busy interference with sundry affairs of princes and politicians, but in endowing his creatures with reason and the urge toward the pursuit of happiness.[3]

14

Το ουσιώδες πρόβλημα όλων των παραλλαγών της οικουμενιστικής, κολεκτιβιστικής και ολιστικής κοινωνικής φιλοσοφίας είναι το εξής: από ποιο γνώρισμα αναγνωρίζω τον αληθινό νόμο, τον αυθεντικό απόστολο του λόγου του Θεού και τη νόμιμη εξουσία; Πολλοί ισχυρίζονται ότι έχουν σταλεί από τη Θεία Πρόνοια και καθένας από αυτούς τους προφήτες κηρύσσει διαφορετικό ευαγγέλιο. Για τον πιστό δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία· είναι απολύτως πεπεισμένος ότι έχει ασπαστεί τη μόνη αληθινή διδασκαλία. Ακριβώς, όμως, η σταθερότητα τέτοιων πεποιθήσεων καθιστά τους ανταγωνισμούς ασυμφιλίωτους. Κάθε παράταξη είναι έτοιμη να επιβάλει τις δικές της αρχές. Καθώς, όμως, η λογική επιχειρηματολογία δεν μπορεί να αποφανθεί μεταξύ διαφορετικών και αντιτιθέμενων δοξασιών, δεν απομένει κανένα μέσο για τη διευθέτηση τέτοιων διαφορών εκτός από την ένοπλη σύγκρουση. Οι ανορθολογικές, αντιωφελιμιστικές και αντιφιλελεύθερες κοινωνικές θεωρίες είναι αναπόφευκτο να γεννούν πολέμους και εμφύλιες συγκρούσεις, έως ότου ένας από τους αντιπάλους εξοντωθεί ή υποταχθεί. Η ιστορία των μεγάλων θρησκειών του κόσμου αποτελεί χρονικό μαχών και πολέμων, όπως ακριβώς και η ιστορία των σύγχρονων υποκατάστατων της θρησκείας: του σοσιαλισμού, της κρατολατρίας και του εθνικισμού.

The essential problem of all varieties of universalistic, collectivistic, and holistic social philosophy is: By what mark do I recognize the true law, the authentic apostle of God’s word, and the legitimate authority. For many claim that Providence has sent them, and each of these prophets preaches another gospel. For the faithful believer there cannot be any doubt; he is fully confident that he has espoused the only true doctrine. But it is precisely the firmness of such beliefs that renders the antagonisms irreconcilable. Each party is prepared to make its own tenets prevail. But as logical argumentation cannot decide between various dissenting creeds, there is no means left for the settlement of such disputes other than armed conflict. The nonrationalist, nonutilitarian, and nonliberal social doctrines must beget wars and civil wars until one of the adversaries is annihilated or subdued. The history of the world’s great religions is a record of battles and wars, as is the history of the present-day counterfeit religions, socialism, statolatry, and nationalism.

15

Η μισαλλοδοξία και η διάδοση των δογμάτων με το ξίφος του δημίου ή του στρατιώτη είναι εγγενείς σε κάθε σύστημα ετερόνομης ηθικής. Οι νόμοι του Θεού ή της Μοίρας διεκδικούν καθολική ισχύ, και όλοι οι άνθρωποι θεωρείται ότι οφείλουν δικαιωματικά υπακοή στις αρχές τις οποίες αυτοί οι νόμοι ανακηρύσσουν νόμιμες. Όσο το κύρος των ετερόνομων κωδίκων ηθικής και του φιλοσοφικού τους επακολούθου, του εννοιολογικού ρεαλισμού, παρέμενε άθικτο, δεν μπορούσε να γίνει λόγος για ανεκτικότητα ή διαρκή ειρήνη. Όταν οι συγκρούσεις διακόπτονταν, αυτό συνέβαινε μόνο για να συγκεντρωθούν νέες δυνάμεις ενόψει περαιτέρω μαχών. Η ιδέα της ανεκτικότητας απέναντι στις αποκλίνουσες απόψεις άλλων ανθρώπων μπόρεσε να ριζώσει μόνο όταν οι φιλελεύθερες θεωρίες διέλυσαν τη γοητεία του οικουμενισμού. Υπό το φως της ωφελιμιστικής φιλοσοφίας, η κοινωνία και το κράτος δεν εμφανίζονται πλέον ως θεσμοί προορισμένοι να διατηρούν μια παγκόσμια τάξη η οποία, για λόγους κρυμμένους από τον ανθρώπινο νου, ευαρεστεί τη Θεότητα, μολονότι βλάπτει εμφανώς τα εγκόσμια συμφέροντα πολλών ή ακόμη και της συντριπτικής πλειονότητας όσων ζουν σήμερα. Αντιθέτως, η κοινωνία και το κράτος αποτελούν τα κυριότερα μέσα με τα οποία όλοι οι άνθρωποι μπορούν να επιτύχουν τους σκοπούς που επιδιώκουν με τη δική τους βούληση. Δημιουργούνται από την ανθρώπινη προσπάθεια, και η διατήρηση και η καταλληλότερη οργάνωσή τους αποτελούν καθήκοντα που δεν διαφέρουν ουσιωδώς από όλες τις άλλες μέριμνες της ανθρώπινης δράσης. Οι υποστηρικτές μιας ετερόνομης ηθικής και της κολεκτιβιστικής θεωρίας δεν μπορούν να ελπίζουν ότι θα αποδείξουν μέσω λογικού συλλογισμού την ορθότητα της ιδιαίτερης παραλλαγής των ηθικών αρχών τους και την ανωτερότητα και αποκλειστική νομιμότητα του δικού τους κοινωνικού ιδεώδους. Αναγκάζονται να ζητούν από τους ανθρώπους να αποδεχθούν εύπιστα το ιδεολογικό τους σύστημα και να παραδοθούν στην εξουσία που εκείνοι θεωρούν ορθή· επιδιώκουν να φιμώσουν τους διαφωνούντες ή να τους εξαναγκάσουν με τη βία να υποταχθούν.

Intolerance and propaganda by the executioner’s or the soldier’s sword are inherent in any system of heteronomous ethics. The laws of God or Destiny claim universal validity, and to the authorities which they declare legitimate all men by rights owe obedience. As long as the prestige of heteronomous codes of morality and of their philosophical corollary, conceptual realism, was intact, there could not be any question of tolerance or of lasting peace. When fighting ceased, it was only to gather new strength for further battling. The idea of tolerance with regard to other people’s dissenting views could take root only when the liberal doctrines had broken the spell of universalism. In the light of the utilitarian philosophy, society and state no longer appear as institutions for the maintenance of a world order that for considerations hidden to the human mind pleases the Deity although it manifestly hurts the secular interests of many or even of the immense majority of those living today. Society and state are on the contrary the primary means for all people to attain the ends they aim at of their own accord. They are created by human effort and their maintenance and most suitable organization are a task not essentially different from all other concerns of human action. The supporters of a heteronomous morality and of the collectivistic doctrine cannot hope to demonstrate by ratiocination the correctness of their specific variety of ethical principles and the superiority and exclusive legitimacy of their particular social ideal. They are forced to ask people to accept credulously their ideological system and to surrender to the authority they consider the right one; they are intent upon silencing dissenters or upon beating them into submission.

16

Ασφαλώς, θα υπάρχουν πάντοτε άτομα και ομάδες ατόμων των οποίων η διάνοια είναι τόσο περιορισμένη, ώστε δεν μπορούν να αντιληφθούν τα οφέλη που τους παρέχει η κοινωνική συνεργασία. Υπάρχουν άλλοι των οποίων η ηθική δύναμη και η ισχύς της βούλησης είναι τόσο ασθενείς, ώστε δεν μπορούν να αντισταθούν στον πειρασμό να επιδιώξουν ένα εφήμερο πλεονέκτημα μέσω πράξεων επιβλαβών για την ομαλή λειτουργία του κοινωνικού συστήματος. Η προσαρμογή του ατόμου στις απαιτήσεις της κοινωνικής συνεργασίας απαιτεί θυσίες. Είναι αλήθεια ότι πρόκειται μόνο για προσωρινές και φαινομενικές θυσίες, καθώς αντισταθμίζονται και με το παραπάνω από τα ασύγκριτα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα που προσφέρει η ζωή εντός της κοινωνίας. Τη συγκεκριμένη στιγμή, όμως, κατά την ίδια την πράξη της παραίτησης από μια προσδοκώμενη απόλαυση, είναι οδυνηρές· και δεν είναι σε θέση όλοι να αντιληφθούν τα μεταγενέστερα οφέλη τους και να συμπεριφερθούν αναλόγως. Ο αναρχισμός πιστεύει ότι η εκπαίδευση θα μπορούσε να κάνει όλους τους ανθρώπους να αντιληφθούν τι απαιτούν από αυτούς τα δικά τους συμφέροντα· αν διδάσκονταν ορθά, θα συμμορφώνονταν πάντοτε, με δική τους πρωτοβουλία, προς τους κανόνες συμπεριφοράς που είναι απαραίτητοι για τη διατήρηση της κοινωνίας. Οι αναρχικοί υποστηρίζουν ότι μια κοινωνική τάξη στην οποία κανείς δεν απολαμβάνει προνόμια εις βάρος των συμπολιτών του θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς κανέναν καταναγκασμό ή εξαναγκασμό για την αποτροπή πράξεων επιζήμιων για την κοινωνία. Μια τέτοια ιδανική κοινωνία θα μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς κράτος και κυβέρνηση, δηλαδή χωρίς αστυνομική δύναμη, χωρίς τον κοινωνικό μηχανισμό εξαναγκασμού και καταναγκασμού.

Of course, there will always be individuals and groups of individuals whose intellect is so narrow that they cannot grasp the benefits which social cooperation brings them. There are others whose moral strength and will power are so weak that they cannot resist the temptation to strive for an ephemeral advantage by actions detrimental to the smooth functioning of the social system. For the adjustment of the individual to the requirements of social cooperation demands sacrifices. These are, it is true, only temporary and apparent sacrifices as they are more than compensated for by the incomparably greater advantages which living within society provides. However, at the instant, in the very act of renouncing an expected enjoyment, they are painful, and it is not for everybody to realize their later benefits and to behave accordingly. Anarchism believes that education could make all people comprehend what their own interests require them to do; rightly instructed they would of their own accord always comply with the rules of conduct indispensable for the preservation of society. The anarchists contend that a social order in which nobody enjoys privileges at the expense of his fellow-citizens could exist without any compulsion and coercion for the prevention of action detrimental to society. Such an ideal society could do without state and government; i.e., without a police force, the social apparatus of coercion and compulsion.

17

Οι αναρχικοί παραβλέπουν το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ορισμένοι άνθρωποι είναι είτε υπερβολικά στενόμυαλοι είτε υπερβολικά αδύναμοι για να προσαρμοστούν αυθόρμητα στις συνθήκες της κοινωνικής ζωής. Ακόμη και αν δεχθούμε ότι κάθε διανοητικά υγιής ενήλικος διαθέτει την ικανότητα να αντιλαμβάνεται τα οφέλη της κοινωνικής συνεργασίας και να ενεργεί αναλόγως, εξακολουθεί να παραμένει το πρόβλημα των νηπίων, των ηλικιωμένων και των ψυχικά ασθενών. Μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι όποιος ενεργεί αντικοινωνικά πρέπει να θεωρείται ψυχικά ασθενής και ότι χρειάζεται φροντίδα. Όσο, όμως, δεν έχουν θεραπευτεί όλοι και όσο υπάρχουν νήπια και άνθρωποι που πάσχουν από γεροντική άνοια, πρέπει να λαμβάνονται ορισμένα μέτρα ώστε να μην εκθέτουν την κοινωνία σε κίνδυνο. Μια αναρχική κοινωνία θα βρισκόταν στο έλεος κάθε ατόμου. Η κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει αν η πλειονότητα δεν είναι έτοιμη να εμποδίσει, μέσω της άσκησης ή της απειλής άσκησης βίας, τις μειονότητες από το να καταστρέψουν την κοινωνική τάξη. Η εξουσία αυτή ανατίθεται στο κράτος ή στην κυβέρνηση.

The anarchists overlook the undeniable fact that some people are either too narrow-minded or too weak to adjust themselves spontaneously to the conditions of social life. Even if we admit that every sane adult is endowed with the faculty of realizing the good of social cooperation and of acting accordingly, there still remains the problem of the infants, the aged, and the insane. We may agree that he who acts antisocially should be considered mentally sick and in need of care. But as long as not all are cured, and as long as there are infants and the senile, some provision must be taken lest they jeopardize society. An anarchistic society would be exposed to the mercy of every individual. Society cannot exist if the majority is not ready to hinder, by the application or threat of violent action, minorities from destroying the social order. This power is vested in the state or government.

18

Το κράτος ή η κυβέρνηση είναι ο κοινωνικός μηχανισμός εξαναγκασμού και καταναγκασμού. Κατέχει το μονοπώλιο της βίαιης δράσης. Κανένα άτομο δεν είναι ελεύθερο να ασκήσει βία ή να απειλήσει με βία, αν η κυβέρνηση δεν του έχει παραχωρήσει αυτό το δικαίωμα. Το κράτος αποτελεί κατ’ ουσίαν θεσμό για τη διατήρηση ειρηνικών διανθρώπινων σχέσεων. Για να διατηρήσει, όμως, την ειρήνη, πρέπει να είναι έτοιμο να συντρίψει τις επιθέσεις όσων τη διαταράσσουν.

State or government is the social apparatus of compulsion and coercion. It has the monopoly of violent action. No individual is free to use violence or the threat of violence if the government has not accorded this right to him. The state is essentially an institution for the preservation of peaceful interhuman relations. However, for the preservation of peace it must be prepared to crush the onslaughts of peace-breakers.

19

Η φιλελεύθερη κοινωνική θεωρία, η οποία βασίζεται στις διδασκαλίες της ωφελιμιστικής ηθικής και της οικονομικής επιστήμης, αντιμετωπίζει το πρόβλημα της σχέσης μεταξύ κυβέρνησης και κυβερνωμένων από διαφορετική οπτική γωνία από εκείνη του οικουμενισμού και του κολεκτιβισμού. Ο φιλελευθερισμός αντιλαμβάνεται ότι οι κυβερνώντες, οι οποίοι αποτελούν πάντοτε μειονότητα, δεν μπορούν να παραμείνουν επί μακρόν στην εξουσία αν δεν υποστηρίζονται από τη συναίνεση της πλειονότητας των κυβερνωμένων. Όποιο και αν είναι το σύστημα διακυβέρνησης, το θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδομείται και στηρίζεται είναι πάντοτε η πεποίθηση των κυβερνωμένων ότι η υπακοή και η αφοσίωση προς αυτή την κυβέρνηση εξυπηρετούν τα συμφέροντά τους καλύτερα από την εξέγερση και την εγκαθίδρυση άλλου καθεστώτος. Η πλειονότητα έχει τη δύναμη να καταργήσει μια αντιδημοφιλή κυβέρνηση και χρησιμοποιεί αυτή τη δύναμη κάθε φορά που πείθεται ότι το απαιτεί η ευημερία της. Ο εμφύλιος πόλεμος και η επανάσταση αποτελούν τα μέσα με τα οποία οι δυσαρεστημένες πλειονότητες ανατρέπουν κυβερνώντες και μεθόδους διακυβέρνησης που δεν τους αρμόζουν. Χάριν της εσωτερικής ειρήνης, ο φιλελευθερισμός επιδιώκει τη δημοκρατική διακυβέρνηση. Επομένως, η δημοκρατία δεν είναι επαναστατικός θεσμός. Αντιθέτως, αποτελεί το κατεξοχήν μέσο αποτροπής των επαναστάσεων και των εμφύλιων πολέμων. Παρέχει μια μέθοδο ειρηνικής προσαρμογής της κυβέρνησης στη βούληση της πλειονότητας. Όταν τα πρόσωπα που κατέχουν δημόσια αξιώματα και οι πολιτικές τους παύσουν να ικανοποιούν την πλειονότητα του έθνους, θα απομακρυνθούν στις επόμενες εκλογές και θα αντικατασταθούν από άλλα πρόσωπα τα οποία υποστηρίζουν διαφορετικές πολιτικές.

Liberal social doctrine, based on the teachings of utilitarian ethics and economics, sees the problem of the relation between the government and those ruled from a different angle than universalism and collectivism.

Liberalism realizes that the rulers, who are always a minority, cannot lastingly remain in office if not supported by the consent of the majority of those ruled. Whatever the system of government may be, the foundation upon which it is built and rests is always the opinion of those ruled that to obey and to be loyal to this government better serves their own interests than insurrection and the establishment of another regime. The majority has the power to do away with an unpopular government and uses this power whenever it becomes convinced that its own welfare requires it. In the long run there is no such thing as an unpopular government. Civil war and revolution are the means by which the discontented majorities overthrow rulers and methods of government which do not suit them. For the sake of domestic peace liberalism aims at democratic government. Democracy is therefore not a revolutionary institution. On the contrary, it is the very means of preventing revolutions and civil wars. It provides a method for the peaceful adjustment of government to the will of the majority. When the men in office and their policies no longer please the majority of the nation, they will—in the next election—be eliminated and replaced by other men espousing different policies.

20

Η αρχή της κυριαρχίας της πλειοψηφίας ή της διακυβέρνησης από τον λαό, όπως προτείνεται από τον φιλελευθερισμό, δεν αποβλέπει στην κυριαρχία των μετρίων, των αγενών ή των βαρβάρων που ζουν στους κόλπους του έθνους. Και οι φιλελεύθεροι πιστεύουν ότι ένα έθνος πρέπει να κυβερνάται από όσους είναι καταλληλότεροι για αυτό το έργο. Πιστεύουν, όμως, ότι η ικανότητα ενός ανθρώπου να κυβερνά αποδεικνύεται καλύτερα με την πειθώ των συμπολιτών του παρά με την άσκηση βίας εναντίον τους. Ασφαλώς, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι οι ψηφοφόροι θα αναθέσουν το αξίωμα στον ικανότερο υποψήφιο. Κανένα άλλο σύστημα, όμως, δεν θα μπορούσε να προσφέρει μια τέτοια εγγύηση. Αν η πλειονότητα του έθνους έχει προσχωρήσει σε εσφαλμένες αρχές και προτιμά ανάξιους διεκδικητές αξιωμάτων, δεν υπάρχει άλλη θεραπεία από την προσπάθεια μεταβολής της γνώμης της, μέσω της ανάπτυξης ορθότερων αρχών και της υπόδειξης καταλληλότερων προσώπων. Μια μειονότητα δεν θα επιτύχει ποτέ διαρκή επιτυχία με άλλα μέσα.

The principle of majority rule or government by the people as recommended by liberalism does not aim at the supremacy of the average or common man. It certainly does not mean, as some critics assert, the advocacy of the rule of the mean, of the lowbred, of the domestic barbarians. The liberals too believe that a nation should be ruled by those best fitted for this task. But they believe that a man’s ability to rule proves itself better by convincing his fellow-citizens than by using force upon them. There is, of course, no guarantee that the voters will entrust office to the most competent candidate. But no other system could offer such a guarantee. If the majority of the nation is committed to unsound principles and prefers unworthy office-seekers, there is no remedy other than to try to change their mind by expounding more reasonable principles and recommending better men. A minority will never win lasting success by other means.

21

Ο οικουμενισμός και ο κολεκτιβισμός δεν μπορούν να αποδεχθούν αυτή τη δημοκρατική λύση του προβλήματος της διακυβέρνησης. Κατά την άποψή τους, το άτομο, όταν συμμορφώνεται προς τον ηθικό κώδικα, δεν προάγει άμεσα τις επίγειες υποθέσεις του, αλλά, αντιθέτως, παραιτείται από την επίτευξη των δικών του σκοπών προς όφελος των σχεδίων της Θεότητας ή του συλλογικού όλου. Επιπλέον, η λογική από μόνη της δεν είναι ικανή να συλλάβει την υπεροχή των απόλυτων αξιών και την ανεπιφύλακτη εγκυρότητα του ιερού νόμου ούτε να ερμηνεύσει ορθά τους κανόνες και τις εντολές του. Ως εκ τούτου, θεωρούν μάταιο να επιχειρεί κανείς να πείσει την πλειονότητα και να την οδηγήσει στην οδό της δικαιοσύνης μέσω φιλικών παραινέσεων. Όσοι έχουν ευλογηθεί με ουράνια έμπνευση και έχουν φωτιστεί χάρη στο χάρισμά τους έχουν καθήκον να διαδώσουν το ευαγγέλιο στους υπάκουους και να καταφύγουν στη βία εναντίον των αδιάλλακτων. Ο χαρισματικός ηγέτης είναι ο αντιπρόσωπος της Θεότητας, ο εντολοδόχος του συλλογικού όλου, το όργανο της ιστορίας. Είναι αλάθητος και έχει πάντοτε δίκιο. Οι διαταγές του αποτελούν τον υπέρτατο κανόνα.

Universalism and collectivism cannot accept this democratic solution of the problem of government. In their opinion the individual in complying with the ethical code does not directly further his earthly concerns but, on the contrary, foregoes the attainment of his own ends for the benefit of the designs of the Deity or of the collective whole. Moreover reason alone is not capable of conceiving the supremacy of the absolute values and the unconditional validity of the sacred law and of interpreting correctly the canons and commandments. Hence it is in their eyes a hopeless task to try to convince the majority through persuasion and to lead them to righteousness by amicable admonition. Those blessed by heavenly inspiration, to whom their charisma has conveyed illumination, have the duty to propagate the gospel to the docile and to resort to violence against the intractable. The charismatic leader is the Deity’s vicar, the mandatory of the collective whole, the tool of history. He is infallible and always right. His orders are the supreme norm.

22

Ο οικουμενισμός και ο κολεκτιβισμός αποτελούν κατ’ ανάγκην συστήματα θεοκρατικής διακυβέρνησης. Το κοινό χαρακτηριστικό όλων των παραλλαγών τους είναι ότι αξιώνουν την ύπαρξη μιας υπεράνθρωπης οντότητας στην οποία τα άτομα οφείλουν να υπακούουν. Εκείνο που τις διαφοροποιεί μεταξύ τους είναι μόνο η ονομασία που αποδίδουν σε αυτή την οντότητα και το περιεχόμενο των νόμων τους οποίους διακηρύσσουν στο όνομά της. Η δικτατορική εξουσία μιας μειονότητας δεν μπορεί να βρει άλλη νομιμοποίηση πέραν της επίκλησης μιας υποτιθέμενης εντολής που έλαβε από κάποια υπεράνθρωπη απόλυτη εξουσία. Δεν έχει σημασία αν ο αυταρχικός ηγεμόνας θεμελιώνει τις αξιώσεις του στο θείο δικαίωμα των κεχρισμένων βασιλέων ή στην ιστορική αποστολή της πρωτοπορίας του προλεταριάτου, ούτε αν το υπέρτατο ον αποκαλείται Geist —Πνεύμα— από τον Hegel ή Humanité —Ανθρωπότητα— από τον Auguste Comte. Οι όροι κοινωνία και κράτος, όπως χρησιμοποιούνται από τους σύγχρονους υποστηρικτές του σοσιαλισμού, του σχεδιασμού και του κοινωνικού ελέγχου όλων των δραστηριοτήτων των ατόμων, σημαίνουν μια θεότητα. Οι ιερείς αυτής της νέας πίστης αποδίδουν στο είδωλό τους όλα τα γνωρίσματα που αποδίδουν οι θεολόγοι στον Θεό: παντοδυναμία, παντογνωσία, άπειρη αγαθότητα και ούτω καθεξής.

Universalism and collectivism are by necessity systems of theocratic government. The common characteristic of all their varieties is that they postulate the existence of a superhuman entity which the individuals are bound to obey. What differentiates them from one another is only the appellation they give to this entity and the content of the laws they proclaim in its name. The dictatorial rule of a minority cannot find any legitimation other than the appeal to an alleged mandate obtained from a superhuman absolute authority. It does not matter whether the absolute ruler bases his claims on the divine rights of anointed kings or on the historical mission of the vanguard of the proletariat or whether the supreme being is called Geist (Hegel) or Humanité (Auguste Comte). The terms society and state as they are used by the contemporary advocates of socialism, planning, and social control of all the activities of individuals signify a deity. The priests of this new creed ascribe to their idol all those attributes which the theologians ascribe to God—omnipotence, omniscience, infinite goodness, and so on.

23

Αν κάποιος υποθέσει ότι, πάνω και πέρα από τις πράξεις των ατόμων, υπάρχει μια άφθαρτη οντότητα η οποία επιδιώκει δικούς της σκοπούς, διαφορετικούς από εκείνους των θνητών ανθρώπων, έχει ήδη συγκροτήσει την έννοια ενός υπεράνθρωπου όντος. Τότε δεν μπορεί να αποφύγει το ερώτημα ποιανού οι σκοποί πρέπει να υπερισχύουν κάθε φορά που ανακύπτει ανταγωνισμός: οι σκοποί του κράτους ή της κοινωνίας ή εκείνοι του ατόμου; Η απάντηση εμπεριέχεται ήδη στην ίδια την έννοια του κράτους ή της κοινωνίας όπως τη συλλαμβάνουν ο κολεκτιβισμός και ο οικουμενισμός. Αν αξιώνεται η ύπαρξη μιας οντότητας η οποία εξ ορισμού είναι ανώτερη, ευγενέστερη και καλύτερη από τα άτομα, δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία ότι οι σκοποί αυτού του εξέχοντος όντος πρέπει να υπερέχουν των σκοπών των αξιοθρήνητων ατόμων. Είναι αλήθεια ότι ορισμένοι λάτρεις του παραδόξου —για παράδειγμα, ο Max Stirner4— έβρισκαν ευχαρίστηση στο να αντιστρέφουν το ζήτημα και, παρ’ όλα αυτά, να υποστηρίζουν την προτεραιότητα του ατόμου. Αν η κοινωνία ή το κράτος είναι μια οντότητα προικισμένη με βούληση, πρόθεση και όλες τις άλλες ιδιότητες που της αποδίδει η κολεκτιβιστική θεωρία, τότε είναι απλώς παράλογο να αντιτάσσονται οι ασήμαντοι σκοποί του ευτελούς ατόμου στα υψηλά της σχέδια.

If one assumes that there exists above and beyond the individual’s actions an imperishable entity aiming at its own ends, different from those of mortal men, one has already constructed the concept of a superhuman being. Then one cannot evade the question whose ends take precedence whenever an antagonism arises, those of the state or society or those of the individual. The answer to this question is already implied in the very concept of state or society as conceived by collectivism and universalism. If one postulates the existence of an entity which ex definitione is higher, nobler, and better than the individuals, then there cannot be any doubt that the aims of this eminent being must tower above those of the wretched individuals. (It is true that some lovers of paradox—for instance, Max Stirner[4]—took pleasure in turning the matter upside down and for all that asserted the precedence of the individual.) If society or state is an entity endowed with volition and intention and all the other qualities attributed to it by the collectivist doctrine, then it is simply nonsensical to set the shabby individual’s trivial aims against its lofty designs.

24

Ο οιονεί θεολογικός χαρακτήρας όλων των κολεκτιβιστικών θεωριών καθίσταται εμφανής στις αμοιβαίες συγκρούσεις τους. Μια κολεκτιβιστική θεωρία δεν υποστηρίζει την ανωτερότητα κάποιου συλλογικού όλου in abstracto· διακηρύσσει πάντοτε την υπεροχή ενός συγκεκριμένου κολεκτιβιστικού ειδώλου και είτε αρνείται κατηγορηματικά την ύπαρξη άλλων τέτοιων ειδώλων είτε τους αποδίδει υποδεέστερη και επικουρική θέση σε σχέση με το δικό της είδωλο. Οι λάτρεις του κράτους διακηρύσσουν την υπεροχή ενός συγκεκριμένου κράτους, δηλαδή του δικού τους· οι εθνικιστές διακηρύσσουν την υπεροχή του δικού τους έθνους. Αν οι διαφωνούντες αμφισβητήσουν το ιδιαίτερο πρόγραμμά τους διακηρύσσοντας την ανωτερότητα ενός άλλου κολεκτιβιστικού ειδώλου, εκείνοι δεν αντιτάσσουν κανένα επιχείρημα πέρα από την επαναλαμβανόμενη δήλωση: «Εμείς έχουμε δίκιο, επειδή μια εσωτερική φωνή μάς λέει ότι έχουμε δίκιο, ενώ εσείς έχετε άδικο». Οι συγκρούσεις μεταξύ ανταγωνιστικών κολεκτιβιστικών δοξασιών και αιρέσεων δεν μπορούν να επιλυθούν μέσω λογικού συλλογισμού· πρέπει να επιλυθούν με τα όπλα. Οι εναλλακτικές προς τη φιλελεύθερη και δημοκρατική αρχή της κυριαρχίας της πλειοψηφίας είναι οι μιλιταριστικές αρχές της ένοπλης σύγκρουσης και της δικτατορικής καταπίεσης.

The quasi-theological character of all collectivist doctrines becomes manifest in their mutual conflicts. A collectivist doctrine does not assert the superiority of a collective whole in abstracto; it always proclaims the eminence of a definite collectivist idol, and either flatly denies the existence of other such idols or relegates them to a subordinate and ancillary position with regard to its own idol. The worshipers of the state proclaim the excellence of a definite state, i.e., their own; the nationalists, the excellence of their own nation. If dissenters challenge their particular program by heralding the superiority of another collectivist idol they resort to no objection other than to declare again and again: We are right because an inner voice tells us that we are right and you are wrong. The conflicts of antagonistic collectivist creeds and sects cannot be decided by ratiocination; they must be decided by arms. The alternatives to the liberal and democratic principle of majority rule are the militarist principles of armed conflict and dictatorial oppression.

25

Όλες οι παραλλαγές των κολεκτιβιστικών δοξασιών ενώνονται στην αδυσώπητη εχθρότητά τους προς τους θεμελιώδεις πολιτικούς θεσμούς του φιλελεύθερου συστήματος: την κυριαρχία της πλειοψηφίας, την ανεκτικότητα απέναντι στις αποκλίνουσες απόψεις, την ελευθερία της σκέψης, του λόγου και του Τύπου, καθώς και την ισότητα όλων των ανθρώπων ενώπιον του νόμου. Αυτή η συνεργασία των κολεκτιβιστικών δοξασιών στις προσπάθειές τους να καταστρέψουν την ελευθερία δημιούργησε την εσφαλμένη πεποίθηση ότι το επίδικο των σύγχρονων πολιτικών ανταγωνισμών είναι ο ατομικισμός έναντι του κολεκτιβισμού. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για αγώνα μεταξύ του ατομικισμού, από τη μία πλευρά, και ενός πλήθους κολεκτιβιστικών αιρέσεων, από την άλλη, των οποίων το αμοιβαίο μίσος και η εχθρότητα δεν είναι λιγότερο άγρια από την αποστροφή τους προς το φιλελεύθερο σύστημα. Δεν είναι μια ενιαία μαρξιστική αίρεση εκείνη που επιτίθεται στον καπιταλισμό, αλλά ένα πλήθος μαρξιστικών ομάδων. Οι ομάδες αυτές —για παράδειγμα, οι σταλινικοί, οι τροτσκιστές, οι μενσεβίκοι, οι υποστηρικτές της Δεύτερης Διεθνούς και ούτω καθεξής— πολεμούν η μία την άλλη με τη μέγιστη βιαιότητα και απανθρωπιά. Υπάρχουν, επιπλέον, πολλές άλλες μη μαρξιστικές αιρέσεις, οι οποίες χρησιμοποιούν τις ίδιες αποτρόπαιες μεθόδους στις μεταξύ τους συγκρούσεις. Η αντικατάσταση του φιλελευθερισμού από τον κολεκτιβισμό θα οδηγούσε σε ατέρμονες αιματηρές συγκρούσεις.

All varieties of collectivist creeds are united in their implacable hostility to the fundamental political institutions of the liberal system: majority rule, tolerance of dissenting views, freedom of thought, speech, and the press, equality of all men under the law. This collaboration of collectivist creeds in their attempts to destroy freedom has brought about the mistaken belief that the issue in present-day political antagonisms is individualism versus collectivism. In fact it is a struggle between individualism on the one hand and a multitude of collectivist sects on the other hand whose mutual hatred and hostility is no less ferocious than their abomination of the liberal system. It is not a uniform Marxian sect that attacks capitalism, but a host of Marxian groups. These groups—for instance, Stalinists, Trotskyists, Mensheviks, supporters of the Second International, and so on—fight one another with the utmost brutality and inhumanity. And then there are again many other non-Marxian sects which apply the same atrocious methods in their mutual struggles. A substitution of collectivism for liberalism would result in endless bloody fighting.

26

Η συνήθης ορολογία παραποιεί πλήρως την πραγματικότητα. Η φιλοσοφία που αποκαλείται συνήθως ατομικισμός είναι φιλοσοφία της κοινωνικής συνεργασίας και της προοδευτικής ενίσχυσης του κοινωνικού δεσμού. Αντιθέτως, η εφαρμογή των θεμελιωδών ιδεών του κολεκτιβισμού δεν μπορεί να οδηγήσει σε τίποτε άλλο παρά σε κοινωνική αποσύνθεση και διαιώνιση των ένοπλων συγκρούσεων. Είναι αλήθεια ότι κάθε παραλλαγή του κολεκτιβισμού υπόσχεται αιώνια ειρήνη, η οποία θα αρχίσει την ημέρα της δικής της αποφασιστικής νίκης και της τελικής ανατροπής και εξόντωσης όλων των άλλων ιδεολογιών και των υποστηρικτών τους. Η πραγματοποίηση, όμως, αυτών των σχεδίων εξαρτάται από έναν ριζικό μετασχηματισμό της ανθρωπότητας. Οι άνθρωποι πρέπει να διαιρεθούν σε δύο τάξεις: από τη μία πλευρά, στον παντοδύναμο, θεόμορφο δικτάτορα και, από την άλλη, στις μάζες, οι οποίες πρέπει να παραιτηθούν από τη βούληση και τη λογική τους για να μετατραπούν σε απλά πιόνια των σχεδίων του δικτάτορα. Οι μάζες πρέπει να απανθρωποποιηθούν, ώστε ένας άνθρωπος να καταστεί ο θεόμορφος κύριός τους. Η σκέψη και η δράση, τα κυριότερα γνωρίσματα του ανθρώπου ως ανθρώπου, θα μετατρέπονταν σε προνόμιο ενός και μόνο ανθρώπου. Δεν χρειάζεται να επισημανθεί ότι τέτοια σχέδια είναι απραγματοποίητα. Οι χιλιαστικές αυτοκρατορίες των δικτατόρων είναι καταδικασμένες σε αποτυχία· ποτέ δεν διήρκεσαν περισσότερο από λίγα χρόνια. Μόλις γίναμε μάρτυρες της κατάρρευσης αρκετών τέτοιων «χιλιετών» καθεστώτων. Όσα απομένουν δύσκολα θα έχουν καλύτερη τύχη.

The customary terminology misrepresents these things entirely. The philosophy commonly called individualism is a philosophy of social cooperation and the progressive intensification of the social nexus. On the other hand the application of the basic ideas of collectivism cannot result in anything but social disintegration and the perpetuation of armed conflict. It is true that every variety of collectivism promises eternal peace starting with the day of its own decisive victory and the final overthrow and extermination of all other ideologies and their supporters. However, the realization of these plans is conditioned upon a radical transformation in mankind. Men must be divided into two classes: the omnipotent godlike dictator on the one hand and the masses which must surrender volition and reasoning in order to become mere chessmen in the plans of the dictator. The masses must be dehumanized in order to make one man their godlike master. Thinking and acting, the foremost characteristics of man as man, would become the privilege of one man only. There is no need to point out that such designs are unrealizable. The chiliastic empires of dictators are doomed to failure; they have never lasted longer than a few years. We have just witnessed the breakdown of several of such “millennial” orders. Those remaining will hardly fare better.

27

Η σύγχρονη αναβίωση της ιδέας του κολεκτιβισμού, η κύρια αιτία όλων των δεινών και των καταστροφών της εποχής μας, υπήρξε τόσο επιτυχής ώστε οδήγησε στη λήθη τις ουσιώδεις ιδέες της φιλελεύθερης κοινωνικής φιλοσοφίας. Σήμερα ακόμη και πολλοί από όσους τάσσονται υπέρ των δημοκρατικών θεσμών αγνοούν αυτές τις ιδέες. Τα επιχειρήματα που προβάλλουν για τη δικαιολόγηση της ελευθερίας και της δημοκρατίας είναι μολυσμένα από κολεκτιβιστικά σφάλματα· οι θεωρίες τους αποτελούν περισσότερο διαστρέβλωση παρά επιδοκιμασία του γνήσιου φιλελευθερισμού. Στα μάτια τους, οι πλειονότητες έχουν πάντοτε δίκιο απλώς και μόνο επειδή διαθέτουν τη δύναμη να συντρίψουν κάθε αντιπολίτευση. Η κυριαρχία της πλειοψηφίας είναι η δικτατορική εξουσία του πολυπληθέστερου κόμματος, και η κυβερνώσα πλειονότητα δεν υποχρεούται να αυτοπεριορίζεται κατά την άσκηση της εξουσίας της και τη διαχείριση των πολιτικών υποθέσεων. Μόλις μια παράταξη κατορθώσει να κερδίσει την υποστήριξη της πλειονότητας των πολιτών και να αποκτήσει έτσι τον έλεγχο του κυβερνητικού μηχανισμού, είναι ελεύθερη να αρνηθεί στη μειονότητα όλα εκείνα τα δημοκρατικά δικαιώματα με τη βοήθεια των οποίων είχε προηγουμένως διεξαγάγει η ίδια τον αγώνα της για επικράτηση.

The modern revival of the idea of collectivism, the main cause of all the agonies and disasters of our day, has succeeded so thoroughly that it has brought into oblivion the essential ideas of liberal social philosophy. Today even many of those favoring democratic institutions ignore these ideas. The arguments they bring forward for the justification of freedom and democracy are tainted with collectivist errors; their doctrines are rather a distortion than an endorsement of true liberalism. In their eyes majorities are always right simply because they have the power to crush any opposition; majority rule is the dictatorial rule of the most numerous party, and the ruling majority is not bound to restrain itself in the exercise of its power and in the conduct of political affairs. As soon as a faction has succeeded in winning the support of the majority of citizens and thereby attained control of the government machine, it is free to deny to the minority all those democratic rights by means of which it itself has previously carried on its own struggle for supremacy.

28

Αυτός ο ψευδοφιλελευθερισμός αποτελεί, ασφαλώς, το ακριβώς αντίθετο της φιλελεύθερης θεωρίας. Οι φιλελεύθεροι δεν υποστηρίζουν ότι οι πλειονότητες είναι θεόμορφες και αλάθητες· δεν ισχυρίζονται ότι το γεγονός και μόνο πως μια πολιτική υποστηρίζεται από τους πολλούς αποδεικνύει ότι συμβάλλει στο κοινό καλό. Δεν συνιστούν τη δικτατορία της πλειοψηφίας και τη βίαιη καταπίεση των διαφωνουσών μειονοτήτων. Ο φιλελευθερισμός αποβλέπει σε μια πολιτειακή συγκρότηση που διαφυλάσσει την ομαλή λειτουργία της κοινωνικής συνεργασίας και την προοδευτική ενίσχυση των αμοιβαίων κοινωνικών σχέσεων. Κύριος σκοπός του είναι η αποφυγή των βίαιων συγκρούσεων, των πολέμων και των επαναστάσεων, οι οποίες αναπόφευκτα αποσυνθέτουν την κοινωνική συνεργασία των ανθρώπων και τους επαναφέρουν στις πρωτόγονες συνθήκες της βαρβαρότητας, όπου όλες οι φυλές και οι πολιτικοί οργανισμοί πολεμούσαν αδιάκοπα μεταξύ τους. Επειδή ο καταμερισμός της εργασίας απαιτεί αδιατάρακτη ειρήνη, ο φιλελευθερισμός επιδιώκει την εγκαθίδρυση ενός συστήματος διακυβέρνησης ικανού να διατηρεί την ειρήνη, δηλαδή της δημοκρατίας.

This pseudo-liberalism is, of course, the very antithesis of the liberal doctrine. The liberals do not maintain that majorities are godlike and infallible; they do not contend that the mere fact that a policy is advocated by the many is a proof of its merits for the common weal. They do not recommend the dictatorship of the majority and the violent oppression of dissenting minorities. Liberalism aims at a political constitution which safeguards the smooth working of social cooperation and the progressive intensification of mutual social relations. Its main objective is the avoidance of violent conflicts, of wars and revolutions that must disintegrate the social collaboration of men and throw people back into the primitive conditions of barbarism where all tribes and political bodies endlessly fought one another. Because the division of labor requires undisturbed peace, liberalism aims at the establishment of a system of government that is likely to preserve peace, viz., democracy.

29

Πραξεολογία και φιλελευθερισμός

Praxeology and Liberalism

30

Ο φιλελευθερισμός, με την έννοια που είχε τον δέκατο ένατο αιώνα, είναι πολιτική θεωρία. Δεν αποτελεί θεωρητική επιστήμη, αλλά εφαρμογή των θεωριών που αναπτύχθηκαν από την πραξεολογία και ιδίως από την οικονομική επιστήμη σε συγκεκριμένα προβλήματα της ανθρώπινης δράσης εντός της κοινωνίας.

Liberalism is a political doctrine. It is not a theory, but an application of the theories developed by praxeology and especially by economics to definite problems of human action within society.

31

Ως πολιτική θεωρία, ο φιλελευθερισμός δεν είναι ουδέτερος απέναντι στις αξίες και στους έσχατους σκοπούς που επιδιώκονται μέσω της δράσης. Υποθέτει ότι όλοι οι άνθρωποι ή, τουλάχιστον, η πλειονότητά τους επιδιώκουν ορισμένους σκοπούς. Τους παρέχει πληροφορίες σχετικά με τα μέσα που είναι κατάλληλα για την πραγματοποίηση των σχεδίων τους. Οι υποστηρικτές των φιλελεύθερων θεωριών έχουν πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι οι διδασκαλίες τους ισχύουν μόνο για όσους αποδέχονται αυτές τις αξιολογικές αρχές.

As a political doctrine liberalism is not neutral with regard to values and the ultimate ends sought by action. It assumes that all men or at least the majority of people are intent upon attaining certain goals. It gives them information about the means suitable to the realization of their plans. The champions of liberal doctrines are fully aware of the fact that their teachings are valid only for people who are committed to these valuational principles.

32

Ενώ η πραξεολογία και, συνεπώς, η οικονομική επιστήμη χρησιμοποιούν τους όρους ευτυχία και άρση της δυσφορίας με αμιγώς τυπική έννοια, ο φιλελευθερισμός τους αποδίδει συγκεκριμένο περιεχόμενο. Προϋποθέτει ότι οι άνθρωποι προτιμούν τη ζωή από τον θάνατο, την υγεία από την ασθένεια, την τροφή από τη λιμοκτονία και την αφθονία από τη φτώχεια. Διδάσκει στον άνθρωπο πώς να ενεργεί σύμφωνα με αυτές τις αξιολογήσεις.

While praxeology, and therefore economics too, uses the terms happiness and removal of uneasiness in a purely formal sense, liberalism attaches to them a concrete meaning. It presupposes that people prefer life to death, health to sickness, nourishment to starvation, abundance to poverty. It teaches man how to act in accordance with these valuations.

33

Συνηθίζεται αυτές οι μέριμνες να αποκαλούνται υλιστικές και ο φιλελευθερισμός να κατηγορείται για έναν υποτιθέμενο χονδροειδή υλισμό και για παραμέληση των «ανώτερων» και «ευγενέστερων» επιδιώξεων της ανθρωπότητας. «Ο άνθρωπος δεν ζει μόνο με ψωμί», λένε οι επικριτές, και καταφρονούν την ευτέλεια και την αξιοκαταφρόνητη ποταπότητα της ωφελιμιστικής φιλοσοφίας. Αυτές, όμως, οι εμπαθείς καταγγελίες είναι εσφαλμένες, επειδή διαστρεβλώνουν κατάφωρα τις διδασκαλίες του φιλελευθερισμού.

It is customary to call these concerns materialistic and to charge liberalism with an alleged crude materialism and a neglect of the “higher” and “nobler” pursuits of mankind. Man does not live by bread alone, say the critics, and they disparage the meanness and despicable baseness of the utilitarian philosophy. However, these passionate diatribes are wrong because they badly distort the teachings of liberalism.

34

Πρώτον, οι φιλελεύθεροι δεν ισχυρίζονται ότι οι άνθρωποι οφείλουν να επιδιώκουν τους σκοπούς που αναφέρθηκαν παραπάνω. Εκείνο που υποστηρίζουν είναι ότι η συντριπτική πλειονότητα προτιμά μια ζωή υγείας και αφθονίας από την αθλιότητα, τη λιμοκτονία και τον θάνατο. Η ορθότητα αυτής της διαπίστωσης δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Αποδεικνύεται από το γεγονός ότι όλες οι αντιφιλελεύθερες θεωρίες —οι θεοκρατικές δοξασίες των διαφόρων θρησκευτικών, κρατιστικών, εθνικιστικών και σοσιαλιστικών κομμάτων— υιοθετούν την ίδια στάση ως προς αυτά τα ζητήματα. Όλες υπόσχονται στους οπαδούς τους μια ζωή αφθονίας. Ποτέ δεν τόλμησαν να πουν στους ανθρώπους ότι η πραγματοποίηση του προγράμματός τους θα έβλαπτε την υλική τους ευημερία. Αντιθέτως, επιμένουν ότι, ενώ η πραγματοποίηση των σχεδίων των αντίπαλων κομμάτων θα οδηγήσει την πλειονότητα στην ένδεια, οι ίδιες επιθυμούν να εξασφαλίσουν αφθονία στους υποστηρικτές τους. Τα χριστιανικά κόμματα δεν είναι λιγότερο πρόθυμα από τους εθνικιστές και τους σοσιαλιστές να υποσχεθούν στις μάζες υψηλότερο επίπεδο διαβίωσης. Οι σύγχρονες εκκλησίες συχνά μιλούν περισσότερο για την αύξηση των μισθών και των αγροτικών εισοδημάτων παρά για τα δόγματα της χριστιανικής διδασκαλίας.

First: The liberals do not assert that men ought to strive after the goals mentioned above. What they maintain is that the immense majority prefer a life of health and abundance to misery, starvation, and death. The correctness of this statement cannot be challenged. It is proved by the fact that all antiliberal doctrines—the theocratic tenets of the various religious, statist, nationalist, and socialist parties—adopt the same attitude with regard to these issues. They all promise their followers a life of plenty. They have never ventured to tell people that the realization of their program will impair their material well-being. They insist—on the contrary—that while the realization of the plans of their rival parties will result in indigence for the majority, they themselves want to provide their supporters with abundance. The Christian parties are no less eager in promising the masses a higher standard of living than the nationalists and the socialists. Presentday churches often speak more about raising wage rates and farm incomes than about the dogmas of the Christian doctrine.

35

Δεύτερον, οι φιλελεύθεροι δεν περιφρονούν τις διανοητικές και πνευματικές επιδιώξεις του ανθρώπου. Αντιθέτως, εμφορούνται από ένθερμο πάθος για διανοητική και ηθική τελείωση, για σοφία και για αισθητική υπεροχή. Η αντίληψή τους, όμως, για αυτά τα υψηλά και ευγενή πράγματα απέχει πολύ από τις χονδροειδείς παραστάσεις των αντιπάλων τους. Δεν συμμερίζονται την αφελή άποψη ότι οποιοδήποτε σύστημα κοινωνικής οργάνωσης μπορεί να κατορθώσει άμεσα να ενθαρρύνει τη φιλοσοφική ή επιστημονική σκέψη, να παραγάγει αριστουργήματα τέχνης και λογοτεχνίας και να καταστήσει τις μάζες περισσότερο διαφωτισμένες. Αντιλαμβάνονται ότι το μόνο που μπορεί να επιτύχει η κοινωνία σε αυτά τα πεδία είναι να εξασφαλίσει ένα περιβάλλον το οποίο δεν θέτει ανυπέρβλητα εμπόδια στον δρόμο της ιδιοφυΐας και απαλλάσσει τον κοινό άνθρωπο από τις υλικές μέριμνες στον βαθμό που χρειάζεται για να ενδιαφερθεί για πράγματα διαφορετικά από τον απλό βιοπορισμό. Κατά την άποψή τους, το κυριότερο κοινωνικό μέσο για να καταστεί ο άνθρωπος περισσότερο ανθρώπινος είναι η καταπολέμηση της φτώχειας. Η σοφία, η επιστήμη και οι τέχνες ευδοκιμούν καλύτερα σε έναν κόσμο αφθονίας παρά μεταξύ ενδεών λαών.

Secondly: The liberals do not disdain the intellectual and spiritual aspirations of man. On the contrary. They are prompted by a passionate ardor for intellectual and moral perfection, for wisdom and for aesthetic excellence. But their view of these high and noble things is far from the crude representations of their adversaries. They do not share the naïve opinion that any system of social organization can directly succeed in encouraging philosophical or scientific thinking, in producing masterpieces of art and literature and in rendering the masses more enlightened. They realize that all that society can achieve in these fields is to provide an environment which does not put insurmountable obstacles in the way of the genius and makes the common man free enough from material concerns to become interested in things other than mere breadwinning. In their opinion the foremost social means of making man more human is to fight poverty. Wisdom and science and the arts thrive better in a world of affluence than among needy peoples.

36

Αποτελεί παραποίηση των γεγονότων η επίρριψη στην εποχή του φιλελευθερισμού της κατηγορίας του υποτιθέμενου υλισμού. Ο δέκατος ένατος αιώνας δεν υπήρξε μόνο αιώνας πρωτοφανούς βελτίωσης των τεχνικών μεθόδων παραγωγής και της υλικής ευημερίας των μαζών. Έπραξε πολύ περισσότερα από το να παρατείνει τη μέση διάρκεια της ανθρώπινης ζωής. Τα επιστημονικά και καλλιτεχνικά επιτεύγματά του είναι αθάνατα. Υπήρξε εποχή αθάνατων μουσικών, συγγραφέων, ποιητών, ζωγράφων και γλυπτών· επέφερε επανάσταση στη φιλοσοφία, στην οικονομική επιστήμη, στα μαθηματικά, στη φυσική, στη χημεία και στη βιολογία. Και, για πρώτη φορά στην ιστορία, κατέστησε τα μεγάλα έργα και τις μεγάλες ιδέες προσιτά στον κοινό άνθρωπο.

It is a purposeful distortion of facts to blame the age of liberalism for an alleged materialism. The nineteenth century was not only a century of unprecedented improvement in technical methods of production and in the material well-being of the masses. It did much more than extend the average length of human life. Its scientific and artistic accomplishments are imperishable. It was an age of immortal musicians, writers, poets, painters, and sculptors; it revolutionized philosophy, economics, mathematics, physics, chemistry, and biology. And, for the first time in history, it made the great works and the great thoughts accessible to the common man.

37

Φιλελευθερισμός και θρησκεία

Liberalism and Religion

38

Ο φιλελευθερισμός θεμελιώνεται σε μια αμιγώς ορθολογική και επιστημονική θεωρία της κοινωνικής συνεργασίας. Οι πολιτικές που συνιστά αποτελούν εφαρμογή ενός συστήματος γνώσης το οποίο δεν αναφέρεται με κανέναν τρόπο σε συναισθήματα, σε διαισθητικές δοξασίες για τις οποίες δεν μπορεί να παρασχεθεί λογικά επαρκής απόδειξη, σε μυστικιστικές εμπειρίες ή στην προσωπική επίγνωση υπεράνθρωπων φαινομένων. Υπό αυτή την έννοια μπορούν να του αποδοθούν οι συχνά παρανοημένοι και εσφαλμένα ερμηνευμένοι χαρακτηρισμοί «αθεϊστικός» και «αγνωστικιστικός». Θα ήταν, ωστόσο, σοβαρό σφάλμα να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι επιστήμες της ανθρώπινης δράσης και η πολιτική που απορρέει από τις διδασκαλίες τους, δηλαδή ο φιλελευθερισμός, είναι αντιθεϊστικές και εχθρικές προς τη θρησκεία. Αντιτίθενται ριζικά σε όλα τα συστήματα θεοκρατίας. Είναι, όμως, απολύτως ουδέτερες απέναντι σε θρησκευτικές πεποιθήσεις που δεν αξιώνουν να παρεμβαίνουν στη διεξαγωγή των κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών υποθέσεων.

Liberalism is based upon a purely rational and scientific theory of social cooperation. The policies it recommends are the application of a system of knowledge which does not refer in any way to sentiments, intuitive creeds for which no logically sufficient proof can be provided, mystical experiences, and the personal awareness of superhuman phenomena. In this sense the often misunderstood and erroneously interpreted epithets atheistic and agnostic can be attributed to it. It would, however, be a serious mistake to conclude that the sciences of human action and the policy derived from their teachings, liberalism, are antitheistic and hostile to religion. They are radically opposed to all systems of theocracy. But they are entirely neutral with regard to religious beliefs which do not pretend to interfere with the conduct of social, political, and economic affairs.

39

Η θεοκρατία είναι ένα κοινωνικό σύστημα το οποίο επικαλείται έναν υπεράνθρωπο τίτλο για τη νομιμοποίησή του. Ο θεμελιώδης νόμος ενός θεοκρατικού καθεστώτος συνίσταται σε μια ενόραση η οποία δεν είναι ανοικτή στην εξέταση από τον λόγο και στην απόδειξη μέσω λογικών μεθόδων. Το έσχατο κριτήριό του είναι η διαίσθηση, η οποία παρέχει στον νου υποκειμενική βεβαιότητα σχετικά με πράγματα που δεν μπορούν να συλληφθούν μέσω του λόγου και του λογικού συλλογισμού. Αν αυτή η διαίσθηση αναφέρεται σε ένα από τα παραδοσιακά συστήματα διδασκαλίας σχετικά με την ύπαρξη ενός θείου Δημιουργού και Κυβερνήτη του σύμπαντος, την αποκαλούμε θρησκευτική πεποίθηση. Αν αναφέρεται σε κάποιο άλλο σύστημα, την αποκαλούμε μεταφυσική πεποίθηση. Επομένως, ένα σύστημα θεοκρατικής διακυβέρνησης δεν είναι αναγκαίο να θεμελιώνεται σε κάποια από τις μεγάλες ιστορικές θρησκείες του κόσμου. Μπορεί να αποτελεί προϊόν μεταφυσικών δοξασιών οι οποίες απορρίπτουν όλες τις παραδοσιακές εκκλησίες και τα θρησκευτικά δόγματα και υπερηφανεύονται ότι τονίζουν τον αντιθεϊστικό και αντιμεταφυσικό χαρακτήρα τους. Στην εποχή μας, τα ισχυρότερα θεοκρατικά κόμματα αντιτίθενται στον Χριστιανισμό και σε όλες τις άλλες θρησκείες που εξελίχθηκαν από τον ιουδαϊκό μονοθεϊσμό. Εκείνο που τα χαρακτηρίζει ως θεοκρατικά είναι η επιθυμία τους να οργανώσουν τις επίγειες υποθέσεις της ανθρωπότητας σύμφωνα με το περιεχόμενο ενός συμπλέγματος ιδεών, του οποίου η εγκυρότητα δεν μπορεί να αποδειχθεί μέσω του λογικού συλλογισμού. Ισχυρίζονται ότι οι ηγέτες τους έχουν ευλογηθεί με μια γνώση απρόσιτη στην υπόλοιπη ανθρωπότητα και αντίθετη προς τις ιδέες που υποστηρίζουν όσοι στερούνται του χαρίσματος. Μια μυστικιστική ανώτερη δύναμη έχει αναθέσει στους χαρισματικούς ηγέτες το καθήκον της διαχείρισης των υποθέσεων της πλανώμενης ανθρωπότητας. Μόνο αυτοί είναι φωτισμένοι· όλοι οι άλλοι άνθρωποι είναι είτε τυφλοί και κωφοί είτε κακοποιοί.

Theocracy is a social system which lays claim to a superhuman title for its legitimation. The fundamental law of a theocratic regime is an insight not open to examination by reason and to demonstration by logical methods. Its ultimate standard is intuition providing the mind with subjective certainty about things which cannot be conceived by reason and ratiocination. If this intuition refers to one of the traditional systems of teaching concerning the existence of a Divine Creator and Ruler of the universe, we call it a religious belief. If it refers to another system we call it a metaphysical belief. Thus a system of theocratic government need not be founded on one of the great historical religions of the world. It may be the outcome of metaphysical tenets which reject all traditional churches and denominations and take pride in emphasizing their antitheistic and antimetaphysical character. In our time the most powerful theocratic parties are opposed to Christianity and to all other religions which evolved from Jewish monotheism. What characterizes them as theocratic is their craving to organize the earthly affairs of mankind according to the contents of a complex of ideas whose validity cannot be demonstrated by reasoning. They pretend that their leaders are blessed by a knowledge inaccessible to the rest of mankind and contrary to the ideas maintained by those to whom the charisma is denied. The charismatic leaders have been entrusted by a mystical higher power with the office of managing the affairs of erring mankind. They alone are enlightened; all other people are either blind and deaf or malefactors.

40

Αποτελεί γεγονός ότι πολλές παραλλαγές των μεγάλων ιστορικών θρησκειών επηρεάστηκαν από θεοκρατικές τάσεις. Οι απόστολοί τους εμφορούνταν από επιθυμία για εξουσία και για καταπίεση και εξόντωση όλων των διαφωνουσών ομάδων. Δεν πρέπει, ωστόσο, να συγχέουμε τα δύο πράγματα: τη θρησκεία και τη θεοκρατία.

It is a fact that many varieties of the great historical religions were affected by theocratic tendencies. Their apostles were inspired by a craving for power and the oppression and annihilation of all dissenting groups. However, we must not confuse the two things, religion and theocracy.

41

Ο William James αποκαλεί θρησκευτικά «τα αισθήματα, τις πράξεις και τις εμπειρίες των επιμέρους ανθρώπων κατά τη μοναχικότητά τους, στον βαθμό που αντιλαμβάνονται ότι βρίσκονται σε σχέση με οτιδήποτε θεωρούν θείο».5 Απαριθμεί ως χαρακτηριστικά της θρησκευτικής ζωής τις ακόλουθες πεποιθήσεις: ότι ο ορατός κόσμος αποτελεί μέρος ενός πνευματικότερου σύμπαντος, από το οποίο αντλεί την κύρια σημασία του· ότι η ένωση ή η αρμονική σχέση με αυτό το ανώτερο σύμπαν αποτελεί τον αληθινό σκοπό μας· ότι η προσευχή ή η εσωτερική επικοινωνία με το πνεύμα του —είτε αυτό το πνεύμα αποκαλείται «Θεός» είτε «νόμος»— είναι μια διαδικασία κατά την οποία επιτελείται πραγματικό έργο και η πνευματική ενέργεια ρέει και παράγει αποτελέσματα, ψυχολογικά ή υλικά, εντός του φαινομενικού κόσμου. Η θρησκεία, συνεχίζει ο James, περιλαμβάνει επίσης τα ακόλουθα ψυχολογικά γνωρίσματα: μια ζωτική έξαρση, η οποία προστίθεται στη ζωή σαν δώρο και λαμβάνει είτε τη μορφή λυρικής γοητείας είτε εκείνη μιας έκκλησης προς τη σοβαρότητα και τον ηρωισμό· επιπλέον, μια αίσθηση ασφάλειας και μια ειρηνική διάθεση· και, ως προς τους άλλους, μια υπεροχή των αισθημάτων αγάπης.6

William James calls religious “the feelings, acts and experiences of individual men in their solitude, so far as they apprehend themselves to stand in relation to whatever they may consider the divine.”[5] He enumerates the following beliefs as the characteristics of the religious life: That the visible world is part of a more spiritual universe from which it draws its chief significance; that union or harmonious relation with that higher universe is our true end; that prayer or inner communion with the spirit thereof—be that spirit “God” or “law”—is a process wherein work is really done, and spiritual energy flows in and produces effects, psychological or material, within the phenomenal world. Religion, James goes on to say, also includes the following psychological characteristics: A new zest which adds itself like a gift to life, and takes the form either of lyrical enchantment or of appeal to earnestness and heroism, and furthermore an assurance of safety and a temper of peace, and, in relation to others, a preponderance of loving affection.[6]

42

Αυτός ο χαρακτηρισμός της θρησκευτικής εμπειρίας και των θρησκευτικών αισθημάτων της ανθρωπότητας δεν περιέχει καμία αναφορά στην οργάνωση της κοινωνικής συνεργασίας. Η θρησκεία, όπως την αντιλαμβάνεται ο James, αποτελεί αμιγώς προσωπική και ατομική σχέση μεταξύ του ανθρώπου και μιας ιερής, μυστηριώδους και επιβλητικής θείας Πραγματικότητας. Επιβάλλει στον άνθρωπο έναν ορισμένο τρόπο ατομικής συμπεριφοράς. Δεν διατυπώνει, όμως, κανέναν ισχυρισμό σχετικά με τα προβλήματα της κοινωνικής οργάνωσης. Ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης, η μεγαλύτερη θρησκευτική ιδιοφυΐα της Δύσης, δεν ασχολήθηκε με την πολιτική και την οικονομική επιστήμη. Επιθυμούσε να διδάξει στους μαθητές του πώς να ζουν με ευσέβεια· δεν εκπόνησε σχέδιο για την οργάνωση της παραγωγής και δεν παρότρυνε τους οπαδούς του να καταφύγουν στη βία κατά των διαφωνούντων. Δεν είναι υπεύθυνος για την ερμηνεία που έδωσε στις διδασκαλίες του το τάγμα το οποίο ίδρυσε.

This characterization of mankind’s religious experience and feelings does not make any reference to the arrangement of social cooperation. Religion, as James sees it, is a purely personal and individual relation between man and a holy, mysterious, and awe-inspiring divine Reality. It enjoins upon man a certain mode of individual conduct. But it does not assert anything with regard to the problems of social organization. St. Francis d’Assisi, the greatest religious genius of the West, did not concern himself with politics and economics. He wanted to teach his disciples how to live piously; he did not draft a plan for the organization of production and did not urge his followers to resort to violence against dissenters. He is not responsible for the interpretation of his teachings by the order he founded.

43

Ο φιλελευθερισμός δεν θέτει εμπόδια στον δρόμο ενός ανθρώπου ο οποίος επιθυμεί να προσαρμόσει την προσωπική του συμπεριφορά και τις ιδιωτικές του υποθέσεις στον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος, η εκκλησία του ή το θρησκευτικό του δόγμα ερμηνεύει τις διδασκαλίες των Ευαγγελίων. Αντιτίθεται, όμως, ριζικά σε κάθε προσπάθεια φίμωσης της ορθολογικής συζήτησης των προβλημάτων της κοινωνικής ευημερίας μέσω της επίκλησης της θρησκευτικής διαίσθησης και αποκάλυψης. Δεν επιβάλλει σε κανέναν το διαζύγιο ή την πρακτική του ελέγχου των γεννήσεων. Αντιμάχεται, όμως, εκείνους που επιθυμούν να εμποδίσουν τους άλλους ανθρώπους να συζητούν ελεύθερα τα υπέρ και τα κατά αυτών των ζητημάτων.

Liberalism puts no obstacles in the way of a man eager to adjust his personal conduct and his private affairs according to the mode in which he individually or his church or denomination interpret the teachings of the Gospels. But it is radically opposed to all endeavors to silence the rational discussion of problems of social welfare by an appeal to religious intuition and revelation. It does not enjoin divorce or the practice of birth control upon anybody. But it fights those who want to prevent other people from freely discussing the pros and cons of these matters.

44

Κατά τη φιλελεύθερη αντίληψη, σκοπός του ηθικού νόμου είναι να ωθεί τα άτομα να προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους στις απαιτήσεις της ζωής εντός της κοινωνίας, να απέχουν από όλες τις πράξεις που είναι επιζήμιες για τη διατήρηση της ειρηνικής κοινωνικής συνεργασίας και να συμβάλλουν στη βελτίωση των διανθρώπινων σχέσεων. Οι φιλελεύθεροι επιδοκιμάζουν τη στήριξη που μπορούν να παράσχουν οι θρησκευτικές διδασκαλίες σε εκείνες τις ηθικές επιταγές τις οποίες εγκρίνουν και οι ίδιοι· αντιτίθενται, όμως, σε όλους τους κανόνες που είναι αναπόφευκτο να επιφέρουν κοινωνική αποσύνθεση, όποια και αν είναι η πηγή από την οποία προέρχονται.

In the liberal opinion the aim of the moral law is to impel individuals to adjust their conduct to the requirements of life in society, to abstain from all acts detrimental to the preservation of peaceful social cooperation and to the improvement of interhuman relations. They welcome the support which religious teachings may give to those moral precepts of which they themselves approve, but they are opposed to all those norms which are bound to bring about social disintegration from whatever source they may stem.

45

Αποτελεί παραποίηση των γεγονότων ο ισχυρισμός πολλών υποστηρικτών της θρησκευτικής θεοκρατίας ότι ο φιλελευθερισμός πολεμά τη θρησκεία. Όπου ισχύει η αρχή της εκκλησιαστικής παρέμβασης στις εγκόσμιες υποθέσεις, οι διάφορες εκκλησίες, τα δόγματα και οι αιρέσεις πολεμούν μεταξύ τους. Διαχωρίζοντας την Εκκλησία από το κράτος, ο φιλελευθερισμός εγκαθιδρύει ειρήνη μεταξύ των διαφόρων θρησκευτικών παρατάξεων και παρέχει σε καθεμία από αυτές την ευκαιρία να κηρύσσει ανεμπόδιστα το ευαγγέλιό της.

It is a distortion of fact to say, as many champions of religious theocracy do, that liberalism fights religion. Where the principle of church interference with secular issues is in force, the various churches, denominations and sects are fighting one another. By separating church and state, liberalism establishes peace between the various religious factions and gives to each of them the opportunity to preach its gospel unmolested.

46

Ο φιλελευθερισμός είναι ορθολογιστικός. Υποστηρίζει ότι είναι δυνατόν να πειστεί η συντριπτική πλειονότητα πως η ειρηνική συνεργασία στο πλαίσιο της κοινωνίας εξυπηρετεί τα ορθώς εννοούμενα συμφέροντά της καλύτερα από τις αμοιβαίες συγκρούσεις και την κοινωνική αποσύνθεση. Έχει πλήρη εμπιστοσύνη στον ανθρώπινο λόγο. Ενδέχεται αυτή η αισιοδοξία να είναι αβάσιμη και οι φιλελεύθεροι να έχουν σφάλει. Αν, όμως, ισχύει αυτό, δεν απομένει καμία ελπίδα για το μέλλον της ανθρωπότητας.

Liberalism is rationalistic. It maintains that it is possible to convince the immense majority that peaceful cooperation within the framework of society better serves their rightly understood interests than mutual battling and social disintegration. It has full confidence in man’s reason. It may be that this optimism is unfounded and that the liberals have erred. But then there is no hope left for mankind’s future.

47

3. Ο καταμερισμός της εργασίας

↗ στη σελίδα του βιβλίου

3. The Division of Labor

48

Το θεμελιώδες κοινωνικό φαινόμενο είναι ο καταμερισμός της εργασίας και το σύστοιχό του, η ανθρώπινη συνεργασία.

The fundamental social phenomenon is the division of labor and its counterpart human cooperation.

49

Η εμπειρία διδάσκει στον άνθρωπο ότι η συνεργατική δράση είναι αποτελεσματικότερη και παραγωγικότερη από την απομονωμένη δράση αυτάρκων ατόμων. Οι φυσικές συνθήκες που καθορίζουν τη ζωή και την προσπάθεια του ανθρώπου είναι τέτοιες ώστε ο καταμερισμός της εργασίας αυξάνει το προϊόν ανά μονάδα καταβαλλόμενης εργασίας. Αυτά τα φυσικά δεδομένα είναι τα εξής:

Experience teaches man that cooperative action is more efficient and productive than isolated action of self-sufficient individuals. The natural conditions determining man’s life and effort are such that the division of labor increases output per unit of labor expended. These natural facts are:

50

Πρώτον, η έμφυτη ανισότητα των ανθρώπων ως προς την ικανότητά τους να εκτελούν διάφορα είδη εργασίας.

Δεύτερον, η άνιση κατανομή στην επιφάνεια της γης των μη ανθρώπινων παραγωγικών δυνατοτήτων που παρέχει η φύση.

Τα δύο αυτά δεδομένα μπορούν εξίσου να θεωρηθούν ένα και το αυτό δεδομένο, δηλαδή η πολυμορφία της φύσης, η οποία καθιστά το σύμπαν ένα σύμπλεγμα άπειρων ποικιλιών. Αν η επιφάνεια της γης ήταν τέτοια ώστε οι φυσικές συνθήκες παραγωγής να είναι ίδιες σε κάθε σημείο και αν κάθε άνθρωπος ήταν ίσος προς όλους τους άλλους, όπως ένας κύκλος είναι ίσος προς έναν άλλο κύκλο της ίδιας διαμέτρου στην ευκλείδεια γεωμετρία, οι άνθρωποι δεν θα είχαν προχωρήσει στον καταμερισμό της εργασίας.

First: the innate inequality of men with regard to their ability to perform various kinds of labor. Second: the unequal distribution of the nature-given, nonhuman opportunities of production on the surface of the earth. One may as well consider these two facts as one and the same fact, namely, the manifoldness of nature which makes the universe a complex of infinite varieties. If the earth’s surface were such that the physical conditions of production were the same at every point and if one man were as equal to all other men as is a circle to another with the same diameter in Euclidian geometry, division of labor would not offer any advantages for acting man.

51

Υπάρχει ακόμη ένα τρίτο δεδομένο: υπάρχουν εγχειρήματα των οποίων η πραγματοποίηση υπερβαίνει τις δυνάμεις ενός ανθρώπου και απαιτεί την κοινή προσπάθεια περισσότερων. Ορισμένα από αυτά απαιτούν την καταβολή ποσότητας εργασίας την οποία κανένας μεμονωμένος άνθρωπος δεν μπορεί να παράσχει, επειδή η εργασιακή του ικανότητα δεν είναι αρκετά μεγάλη. Άλλα θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν από μεμονωμένα άτομα· ο χρόνος, όμως, τον οποίο θα έπρεπε να αφιερώσουν στην εργασία θα ήταν τόσο μεγάλος, ώστε το αποτέλεσμα θα επιτυγχανόταν πολύ αργά και δεν θα αντιστάθμιζε την εργασία που δαπανήθηκε. Και στις δύο περιπτώσεις, μόνο η κοινή προσπάθεια καθιστά δυνατή την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.

There is still a third fact, viz., that there are undertakings whose accomplishment exceeds the forces of a single man and requires the joint effort of several. Some of them require an expenditure of labor which no single man can perform because his capacity to work is not great enough. Others again could be accomplished by individuals; but the time which they would have to devote to the work would be so long that the result would only be attained late and would not compensate for the labor expended. In both cases only joint effort makes it possible to attain the end sought.

52

Αν υπήρχε μόνο αυτή η τρίτη συνθήκη, θα είχε ασφαλώς εμφανιστεί προσωρινή συνεργασία μεταξύ των ανθρώπων. Τέτοιες παροδικές συμμαχίες, όμως, για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων έργων τα οποία υπερβαίνουν τις δυνάμεις ενός ατόμου δεν θα είχαν επιφέρει διαρκή κοινωνική συνεργασία. Τα εγχειρήματα που μπορούσαν να εκτελεστούν μόνο με αυτόν τον τρόπο δεν ήταν ιδιαίτερα πολυάριθμα στα πρώιμα στάδια του πολιτισμού. Επιπλέον, δεν είναι σύνηθες να συμφωνούν όλοι οι ενδιαφερόμενοι ότι η συγκεκριμένη δραστηριότητα είναι χρησιμότερη και επιτακτικότερη από την εκτέλεση άλλων έργων, τα οποία θα μπορούσαν να επιτελέσουν μόνοι τους. Η μεγάλη ανθρώπινη κοινωνία, η οποία περιλαμβάνει όλους τους ανθρώπους σε όλες τις δραστηριότητές τους, δεν προήλθε από τέτοιες περιστασιακές συμμαχίες. Η κοινωνία είναι πολύ περισσότερα από μια παροδική συμμαχία, η οποία συνάπτεται για έναν συγκεκριμένο σκοπό και παύει να υφίσταται μόλις αυτός πραγματοποιηθεί, ακόμη και αν οι εταίροι είναι πρόθυμοι να την ανανεώσουν όταν παρουσιαστεί νέα ευκαιρία.

If only this third condition were present, temporary cooperation between men would have certainly emerged. However, such transient alliances to cope with specific tasks which are beyond the strength of an individual would not have brought about lasting social cooperation. Undertakings which could be performed only in this way were not very numerous at the early stages of civilization. Moreover, all those concerned may not often agree that the performance in question is more useful and urgent than the accomplishment of other tasks which they could perform alone. The great human society enclosing all men in all of their activities did not originate from such occasional alliances. Society is much more than a passing alliance concluded for a definite purpose and ceasing as soon as its objective is realized, even if the partners are ready to renew it should an occasion present itself.

53

Η αύξηση της παραγωγικότητας που επιφέρει ο καταμερισμός της εργασίας είναι προφανής κάθε φορά που η ανισότητα των συμμετεχόντων είναι τέτοια ώστε κάθε άτομο ή κάθε τεμάχιο γης να υπερέχει, τουλάχιστον από μία άποψη, των άλλων ενδιαφερόμενων ατόμων ή τεμαχίων γης. Αν ο A μπορεί να παραγάγει σε μία μονάδα χρόνου είτε 6p είτε 4q, ενώ ο B μόνο 2p αλλά 8q, τότε, όταν εργάζονται απομονωμένα, θα παράγουν από κοινού 4p + 6q . Όταν εργάζονται υπό καθεστώς καταμερισμού της εργασίας και καθένας παράγει μόνο το αγαθό στην παραγωγή του οποίου είναι αποτελεσματικότερος από τον εταίρο του, θα παράγουν 6p + 8q . Τι θα συμβεί, όμως, αν ο A είναι αποτελεσματικότερος από τον B όχι μόνο στην παραγωγή του p , αλλά και στην παραγωγή του q; Αυτό είναι το πρόβλημα που έθεσε και έλυσε αμέσως ο Ricardo.

The increase in productivity brought about by the division of labor is obvious whenever the inequality of the participants is such that every individual or every piece of land is superior at least in one regard to the other individuals or pieces of land concerned. If A is fit to produce in 1 unit of time 6 p or 4 q and B only 2 p, but 8 q, they both, when working in isolation, will produce together 4 p + 6 q; when working under the division of labor, each of them producing only that commodity in whose production he is more efficient than his partner, they will produce 6 p + 8 q. But what will happen, if A is more efficient than B not only in the production of p but also in the production of q?

This is the problem which Ricardo raised and solved immediately.

54

4. Ο ρικαρδιανός νόμος της συνεργασίας

↗ στη σελίδα του βιβλίου

4. The Ricardian Law of Association

55

Ο Ricardo ανέπτυξε τον νόμο της συνεργασίας για να καταδείξει τις συνέπειες του καταμερισμού της εργασίας όταν ένα άτομο ή μια ομάδα, αποτελεσματικότερη από κάθε άποψη, συνεργάζεται με ένα άτομο ή μια ομάδα λιγότερο αποτελεσματική από κάθε άποψη. Διερεύνησε τις συνέπειες των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ δύο περιοχών οι οποίες είναι άνισα προικισμένες από τη φύση, με την παραδοχή ότι τα προϊόντα —όχι όμως οι εργαζόμενοι και οι συσσωρευμένοι συντελεστές της μελλοντικής παραγωγής, δηλαδή τα κεφαλαιουχικά αγαθά— μπορούν να μετακινούνται ελεύθερα από τη μία περιοχή στην άλλη. Ο καταμερισμός της εργασίας μεταξύ δύο τέτοιων περιοχών, όπως καταδεικνύει ο νόμος του Ricardo, αυξάνει την παραγωγικότητα της εργασίας και, συνεπώς, ωφελεί όλους τους ενδιαφερομένους, ακόμη και αν οι φυσικές συνθήκες παραγωγής κάθε αγαθού είναι ευνοϊκότερες στη μία από τις δύο περιοχές από ό,τι στην άλλη. Συμφέρει την καλύτερα προικισμένη περιοχή να συγκεντρώσει τις προσπάθειές της στην παραγωγή εκείνων των αγαθών ως προς τα οποία η υπεροχή της είναι μεγαλύτερη και να αφήσει στη λιγότερο προικισμένη περιοχή την παραγωγή άλλων αγαθών ως προς τα οποία η δική της υπεροχή είναι μικρότερη. Το παράδοξο ότι συμφέρει περισσότερο να παραμένουν αναξιοποίητες ευνοϊκότερες εγχώριες συνθήκες παραγωγής και τα αγαθά που θα μπορούσαν να παραχθούν με αυτές να προμηθεύονται από περιοχές στις οποίες οι συνθήκες παραγωγής τους είναι λιγότερο ευνοϊκές αποτελεί συνέπεια της ακινησίας της εργασίας και του κεφαλαίου, τα οποία δεν μπορούν να μετακινηθούν προς τις ευνοϊκότερες τοποθεσίες παραγωγής.

Ricardo expounded the law of association in order to demonstrate what the consequences of the division of labor are when an individual or a group, more efficient in every regard, cooperates with an individual or a group less efficient in every regard. He investigated the effects of trade between two areas, unequally endowed by nature, under the assumption that the products, but not the workers and the accumulated factors of future production (capital goods), can freely move from each area into the other. The division of labor between two such areas will, as Ricardo’s law shows, increase the productivity of labor and is therefore advantageous to all concerned, even if the physical conditions of production for any commodity are more favorable in one of these two areas than in the other. It is advantageous for the better endowed area to concentrate its efforts upon the production of those commodities for which its superiority is greater, and to leave to the less endowed area the production of other goods in which its own superiority is less. The paradox that it is more advantageous to leave more favorable domestic conditions of production unused and to procure the commodities they could produce from areas in which conditions for their production are less favorable, is the outcome of the immobility of labor and capital, to which the more favorable places of production are inaccessible.

56

Ο Ricardo είχε πλήρη επίγνωση ότι ο νόμος του συγκριτικού κόστους, τον οποίο ανέπτυξε κυρίως για να πραγματευθεί ένα ειδικό πρόβλημα του διεθνούς εμπορίου, αποτελεί ειδική περίπτωση του γενικότερου νόμου της συνεργασίας.

Ricardo was fully aware of the fact that his law of comparative cost, which he expounded mainly in order to deal with a special problem of international trade, is a particular instance of the more universal law of association.

57

Αν ο A είναι αποτελεσματικότερος από τον B κατά τέτοιον τρόπο ώστε να χρειάζεται για την παραγωγή μίας μονάδας του αγαθού p τρεις ώρες έναντι των πέντε ωρών που χρειάζεται ο B και, για την παραγωγή μίας μονάδας του q , δύο ώρες έναντι των τεσσάρων ωρών που χρειάζεται ο B, τότε και οι δύο θα ωφεληθούν αν ο A περιοριστεί στην παραγωγή του q και αφήσει στον B την παραγωγή του p . Αν καθένας τους διαθέσει 60 ώρες στην παραγωγή του p και 60 ώρες στην παραγωγή του q, το αποτέλεσμα της εργασίας του A θα είναι 20p + 30q, ενώ εκείνο της εργασίας του B θα είναι 12p + 15q · από κοινού θα παραγάγουν 32p + 45q . Αν, όμως, ο A περιοριστεί αποκλειστικά στην παραγωγή του q , θα παραγάγει 60q σε 120 ώρες, ενώ ο B, αν περιοριστεί αποκλειστικά στην παραγωγή του p, θα παραγάγει στον ίδιο χρόνο 24p . Το αποτέλεσμα των δραστηριοτήτων τους θα είναι τότε 24p + 60q . Καθώς το p έχει για τον A αναλογία υποκατάστασης και για τον B αναλογία 5/4q , αυτό αντιπροσωπεύει μεγαλύτερο προϊόν από το 32p + 45q . Είναι, επομένως, προφανές ότι ο καταμερισμός της εργασίας παρέχει πλεονεκτήματα σε όλους όσοι συμμετέχουν σε αυτόν. Η συνεργασία των περισσότερο ταλαντούχων, ικανών και εργατικών ανθρώπων με τους λιγότερο ταλαντούχους, ικανούς και εργατικούς ωφελεί αμφότερες τις πλευρές. Τα οφέλη που απορρέουν από τον καταμερισμό της εργασίας είναι πάντοτε αμοιβαία.

If A is in such a way more efficient than B that he needs for the production of 1 unit of the commodity p 3 hours compared with B’s 5, and for the production of 1 unit of q 2 hours compared with B’s 4, then both will gain if A confines himself to producing q and leaves B to produce p. If each of them gives 60 hours to producing p and 60 hours to producing q, the result of A’s labor is 20 p + 30 q; of B’s, 12 p + 15 q; and for both together, 32 p + 45 q. If, however, A confines himself to producing q alone, he produces 60 q in 120 hours, while B, if he confines himself to producing p, produces in the same time 24 p. The result of their activities is then 24 p + 60 q, which, as p has for A a substitution ratio of 3/2 q and for B one of 5/4q, signifies a larger output than 32 p + 45 q. Therefore it is manifest that the division of labor brings advantages to all who take part in it. Collaboration of the more talented, more able, and more industrious with the less talented, less able, and less industrious results in benefit for both. The gains derived from the division of labor are always mutual.

58

Ο νόμος της συνεργασίας μας επιτρέπει να κατανοήσουμε τις τάσεις που οδήγησαν στην προοδευτική ενίσχυση της ανθρώπινης συνεργασίας. Αντιλαμβανόμαστε ποιο κίνητρο ώθησε τους ανθρώπους να μη θεωρούν ο ένας τον άλλο απλώς ως αντίπαλο σε έναν αγώνα για την ιδιοποίηση του περιορισμένου αποθέματος μέσων συντήρησης που διαθέτει η φύση. Κατανοούμε τι τους παρακίνησε και εξακολουθεί μονίμως να τους παρακινεί να συνδέονται μεταξύ τους χάριν της συνεργασίας. Κάθε βήμα προς έναν περισσότερο ανεπτυγμένο τρόπο καταμερισμού της εργασίας εξυπηρετεί τα συμφέροντα όλων των συμμετεχόντων. Για να κατανοήσουμε γιατί ο άνθρωπος δεν παρέμεινε απομονωμένος, αναζητώντας, όπως τα ζώα, τροφή και καταφύγιο μόνο για τον εαυτό του και, το πολύ, για τη σύντροφο και τα ανήμπορα τέκνα του, δεν χρειάζεται να προσφύγουμε σε μια θαυματουργική παρέμβαση της Θεότητας ή στην κενή υποστασιοποίηση μιας έμφυτης παρόρμησης προς συνένωση. Ούτε είμαστε αναγκασμένοι να υποθέσουμε ότι τα απομονωμένα άτομα ή οι πρωτόγονες ορδές δεσμεύτηκαν κάποια ημέρα μέσω συμβολαίου να εγκαθιδρύσουν κοινωνικούς δεσμούς. Ο παράγοντας που δημιούργησε την πρωτόγονη κοινωνία και καθημερινά συντείνει στην προοδευτική ενίσχυσή της είναι η ανθρώπινη δράση, η οποία εμφορείται από την επίγνωση της υψηλότερης παραγωγικότητας της εργασίας που επιτυγχάνεται υπό καθεστώς καταμερισμού της εργασίας.

The law of association makes us comprehend the tendencies which resulted in the progressive intensification of human cooperation. We conceive what incentive induced people not to consider themselves simply as rivals in a struggle for the appropriation of the limited supply of means of subsistence made available by nature. We realize what has impelled them and permanently impels them to consort with one another for the sake of cooperation. Every step forward on the way to a more developed mode of the division of labor serves the interests of all participants. In order to comprehend why man did not remain solitary, searching like the animals for food and shelter for himself only and at most also for his consort and his helpless infants, we do not need to have recourse to a miraculous interference of the Deity or to the empty hypostasis of an innate urge toward association. Neither are we forced to assume that the isolated individuals or primitive hordes one day pledged themselves by a contract to establish social bonds. The factor that brought about primitive society and daily works toward its progressive intensification is human action that is animated by the insight into the higher productivity of labor achieved under the division of labor.

59

Ούτε η ιστορία ούτε η εθνολογία ούτε οποιοσδήποτε άλλος κλάδος της γνώσης μπορεί να περιγράψει την εξέλιξη που οδήγησε από τις αγέλες και τα σμήνη των μη ανθρώπινων προγόνων της ανθρωπότητας στις πρωτόγονες, αλλά ήδη εξαιρετικά διαφοροποιημένες, κοινωνικές ομάδες για τις οποίες παρέχουν πληροφορίες οι ανασκαφές, τα αρχαιότερα ιστορικά κείμενα και οι αναφορές εξερευνητών και ταξιδιωτών που συνάντησαν άγριες φυλές. Το έργο της επιστήμης ως προς την προέλευση της κοινωνίας μπορεί να συνίσταται μόνο στην κατάδειξη εκείνων των παραγόντων που μπορούν και πρέπει να επιφέρουν τη συνένωση και την προοδευτική ενίσχυσή της. Η πραξεολογία επιλύει το πρόβλημα. Αν και στον βαθμό που η εργασία υπό καθεστώς καταμερισμού της εργασίας είναι παραγωγικότερη από την απομονωμένη εργασία, και αν και στον βαθμό που ο άνθρωπος είναι ικανός να αναγνωρίσει αυτό το γεγονός, η ίδια η ανθρώπινη δράση τείνει προς τη συνεργασία και τη συνένωση. Ο άνθρωπος καθίσταται κοινωνικό ον όχι θυσιάζοντας τις δικές του επιδιώξεις χάριν ενός μυθικού Μολώχ, της κοινωνίας, αλλά επιδιώκοντας τη βελτίωση της δικής του ευημερίας. Η εμπειρία διδάσκει ότι αυτή η συνθήκη —η υψηλότερη παραγωγικότητα που επιτυγχάνεται υπό καθεστώς καταμερισμού της εργασίας— υφίσταται, επειδή η αιτία της —η έμφυτη ανισότητα των ανθρώπων και η άνιση γεωγραφική κατανομή των φυσικών συντελεστών της παραγωγής— είναι πραγματική. Είμαστε, επομένως, σε θέση να κατανοήσουμε την πορεία της κοινωνικής εξέλιξης.

Neither history nor ethnology nor any other branch of knowledge can provide a description of the evolution which has led from the packs and flocks of mankind’s nonhuman ancestors to the primitive, yet already highly differentiated, societal groups about which information is provided in excavations, in the most ancient documents of history, and in the reports of explorers and travelers who have met savage tribes. The task with which science is faced in respect of the origins of society can only consist in the demonstration of those factors which can and must result in association and its progressive intensification. Praxeology solves the problem. If and as far as labor under the division of labor is more productive than isolated labor, and if and as far as man is able to realize this fact, human action itself tends toward cooperation and association; man becomes a social being not in sacrificing his own concerns for the sake of a mythical Moloch, society, but in aiming at an improvement in his own welfare. Experience teaches that this condition—higher productivity achieved under the division of labor—is present because its cause—the inborn inequality of men and the inequality in the geographical distribution of the natural factors of production—is real. Thus we are in a position to comprehend the course of social evolution.

60

Σύγχρονες πλάνες σχετικά με τον νόμο της συνεργασίας

Current Errors Concerning the Law of Association

61

Πολλοί επικρίνουν τον νόμο της συνεργασίας του Ricardo, ο οποίος είναι ευρύτερα γνωστός ως νόμος του συγκριτικού κόστους. Ο λόγος είναι προφανής. Ο νόμος αυτός προσβάλλει όλους όσοι επιδιώκουν να δικαιολογήσουν τον προστατευτισμό και την εθνική οικονομική απομόνωση από οποιαδήποτε άλλη σκοπιά πέραν των ιδιοτελών συμφερόντων ορισμένων παραγωγών ή των απαιτήσεων της πολεμικής προπαρασκευής.

People cavil much about Ricardo’s law of association, better known under the name law of comparative cost. The reason is obvious. This law is an offense to all those eager to justify protection and national economic isolation from any point of view other than the selfish interests of some producers or the issues of war-preparedness.

62

Ο πρωταρχικός σκοπός του Ricardo κατά την ανάπτυξη αυτού του νόμου ήταν να αντικρούσει μια ένσταση που προβαλλόταν κατά της ελευθερίας του διεθνούς εμπορίου. Ο προστατευτιστής ερωτά: ποια θα είναι, υπό καθεστώς ελεύθερου εμπορίου, η τύχη μιας χώρας στην οποία οι συνθήκες για κάθε είδος παραγωγής είναι λιγότερο ευνοϊκές από ό,τι σε όλες τις άλλες χώρες; Σε έναν κόσμο στον οποίο μπορούν να μετακινούνται ελεύθερα όχι μόνο τα προϊόντα, αλλά και τα κεφαλαιουχικά αγαθά και η εργασία, μια χώρα τόσο λίγο κατάλληλη για παραγωγή θα έπαυε να χρησιμοποιείται ως έδρα οποιασδήποτε ανθρώπινης παραγωγικής δραστηριότητας. Αν οι άνθρωποι ευημερούν περισσότερο χωρίς να εκμεταλλεύονται τις —συγκριτικά μη ικανοποιητικές— φυσικές συνθήκες παραγωγής που προσφέρει αυτή η χώρα, δεν θα εγκατασταθούν εκεί και θα την αφήσουν ακατοίκητη, όπως τις πολικές περιοχές, τις τούνδρες και τις ερήμους. Ο Ricardo, όμως, εξετάζει έναν κόσμο του οποίου οι συνθήκες έχουν καθοριστεί από την εγκατάσταση των ανθρώπων σε παλαιότερες εποχές· έναν κόσμο στον οποίο τα κεφαλαιουχικά αγαθά και η εργασία είναι δεσμευμένα στη γη λόγω συγκεκριμένων θεσμών. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, το ελεύθερο εμπόριο —δηλαδή η ελεύθερη μετακίνηση μόνο των εμπορευμάτων— δεν μπορεί να επιφέρει μια κατάσταση στην οποία το κεφάλαιο και η εργασία κατανέμονται στην επιφάνεια της γης σύμφωνα με τις καλύτερες ή χειρότερες φυσικές δυνατότητες που προσφέρονται στην παραγωγικότητα της εργασίας. Εδώ τίθεται σε λειτουργία ο νόμος του συγκριτικού κόστους. Κάθε χώρα στρέφεται προς εκείνους τους κλάδους παραγωγής για τους οποίους οι συνθήκες της προσφέρουν συγκριτικά, αν και όχι απολύτως, τις ευνοϊκότερες δυνατότητες. Για τους κατοίκους μιας χώρας είναι συμφερότερο να απέχουν από την εκμετάλλευση ορισμένων δυνατοτήτων οι οποίες —απόλυτα και τεχνολογικά— είναι ευνοϊκότερες και να εισάγουν αγαθά που παράγονται στο εξωτερικό υπό συνθήκες οι οποίες —απόλυτα και τεχνολογικά— είναι λιγότερο ευνοϊκές από τους αναξιοποίητους εγχώριους πόρους. Η περίπτωση είναι ανάλογη με εκείνη ενός χειρουργού ο οποίος θεωρεί συμφέρον να απασχολεί για τον καθαρισμό του χειρουργείου και των εργαλείων έναν άνθρωπο τον οποίο υπερτερεί ακόμη και στην εκτέλεση αυτής της εργασίας, και να αφιερώνεται αποκλειστικά στη χειρουργική, στην οποία η υπεροχή του είναι μεγαλύτερη.

Ricardo’s first aim in expounding this law was to refute an objection raised against freedom of international trade. The protectionist asks: What under free trade will be the fate of a country in which the conditions for any kind of production are less favorable than in all other countries? Now, in a world in which there is free mobility not only for products, but no less for capital goods and for labor, a country so little suited for production would cease to be used as the seat of any human industry. If people fare better without exploiting the—comparatively unsatisfactory—physical conditions of production offered by this country, they will not settle here and will leave it as uninhabited as the polar regions, the tundras and the deserts. But Ricardo deals with a world whose conditions are determined by settlement in earlier days, a world in which capital goods and labor are bound to the soil by definite institutions. In such a milieu free trade, i.e., the free mobility of commodities only, cannot bring about a state of affairs in which capital and labor are distributed on the surface of the earth according to the better or poorer physical opportunities afforded to the productivity of labor. Here the law of comparative cost comes into operation. Each country turns toward those branches of production for which its conditions offer comparatively, although not absolutely, the most favorable opportunities. For the inhabitants of a country it is more advantageous to abstain from the exploitation of some opportunities which—absolutely and technologically —are more propitious and to import commodities produced abroad under conditions which—absolutely and technologically—are less favorable than the unused domestic resources. The case is analogous to that of a surgeon who finds it convenient to employ for the cleaning of the operating-room and the instruments a man whom he excels in this performance also and to devote himself exclusively to surgery, in which his superiority is higher.

63

Το θεώρημα του συγκριτικού κόστους δεν συνδέεται κατά κανέναν τρόπο με τη θεωρία της αξίας της κλασικής οικονομικής επιστήμης. Δεν πραγματεύεται την αξία ή τις τιμές. Αποτελεί αναλυτική κρίση· το συμπέρασμα εμπεριέχεται στις δύο προτάσεις ότι οι τεχνικώς μετακινούμενοι συντελεστές της παραγωγής διαφέρουν ως προς την παραγωγικότητά τους στις διάφορες τοποθεσίες και ότι η κινητικότητά τους περιορίζεται θεσμικά. Το θεώρημα μπορεί, χωρίς να θίγεται η ορθότητα των συμπερασμάτων του, να παρακάμπτει τα προβλήματα της αξιολόγησης, επειδή έχει τη δυνατότητα να προσφεύγει σε ένα σύνολο απλών παραδοχών. Αυτές είναι οι εξής: ότι πρόκειται να παραχθούν μόνο δύο προϊόντα· ότι τα προϊόντα αυτά μπορούν να μετακινούνται ελεύθερα· ότι για την παραγωγή καθενός απαιτούνται δύο συντελεστές· ότι ο ένας από αυτούς τους συντελεστές —ο οποίος μπορεί να είναι είτε η εργασία είτε τα κεφαλαιουχικά αγαθά— είναι πανομοιότυπος στην παραγωγή και των δύο προϊόντων, ενώ ο άλλος συντελεστής —μια ειδική ιδιότητα του εδάφους— διαφέρει για καθεμία από τις δύο παραγωγικές διαδικασίες· και ότι η μεγαλύτερη στενότητα του κοινού συντελεστή των δύο διαδικασιών καθορίζει την έκταση της εκμετάλλευσης του διαφορετικού συντελεστή. Στο πλαίσιο αυτών των παραδοχών, οι οποίες καθιστούν δυνατό τον προσδιορισμό αναλογιών υποκατάστασης μεταξύ της δαπάνης του κοινού συντελεστή και του προϊόντος, το θεώρημα απαντά στο ερώτημα που τίθεται.

The theorem of comparative cost is in no way connected with the value theory of classical economics. It does not deal with value or with prices. It is an analytic judgment; the conclusion is implied in the two propositions that the technically movable factors of production differ with regard to their productivity in various places and are institutionally restricted in their mobility. The theorem, without prejudice to the correctness of its conclusions, can disregard problems of valuation because it is free to resort to a set of simple assumptions. These are: that only two products are to be produced; that these products are freely movable; that for the production of each of them two factors are required; that one of these factors (it may be either labor or capital goods) is identical in the production of both, while the other factor (a specific property of the soil) is different for each of the two processes; that the greater scarcity of the factor common to both processes determines the extent of the exploitation of the different factor. In the frame of these assumptions, which make it possible to establish substitution ratios between the expenditure of the common factor and the output, the theorem answers the question raised.

64

Ο νόμος του συγκριτικού κόστους είναι εξίσου ανεξάρτητος από την κλασική θεωρία της αξίας όσο και ο νόμος των αποδόσεων, με τη συλλογιστική του οποίου ομοιάζει. Και στις δύο περιπτώσεις μπορούμε να αρκεστούμε στη σύγκριση μόνο των φυσικών εισροών και των φυσικών εκροών. Στον νόμο των αποδόσεων συγκρίνουμε την παραγωγή του ίδιου προϊόντος. Στον νόμο του συγκριτικού κόστους συγκρίνουμε την παραγωγή δύο διαφορετικών προϊόντων. Μια τέτοια σύγκριση είναι εφικτή επειδή υποθέτουμε ότι για την παραγωγή καθενός από αυτά απαιτούνται, πέρα από έναν ειδικό συντελεστή, μόνο μη ειδικοί συντελεστές του ίδιου είδους.

The law of comparative cost is as independent of the classical theory of value as is the law of returns, which its reasoning resembles. In both cases we can content ourselves with comparing only physical input and physical output. With the law of returns we compare the output of the same product. With the law of comparative costs we compare the output of two different products. Such a comparison is feasible because we assume that for the production of each of them, apart from one specific factor, only nonspecific factors of the same kind are required.

65

Ορισμένοι επικριτές κατηγορούν τον νόμο του συγκριτικού κόστους για αυτή την απλούστευση των παραδοχών. Πιστεύουν ότι η σύγχρονη θεωρία της αξίας απαιτεί την αναδιατύπωση του νόμου σύμφωνα με τις αρχές της υποκειμενικής αξίας. Μόνο μια τέτοια διατύπωση, υποστηρίζουν, θα μπορούσε να παράσχει ικανοποιητική και οριστική απόδειξη. Δεν επιθυμούν, ωστόσο, να υπολογίζουν σε χρηματικούς όρους. Προτιμούν να προσφεύγουν στις μεθόδους της ανάλυσης της χρησιμότητας, τις οποίες θεωρούν μέσο πραγματοποίησης υπολογισμών αξίας σε όρους χρησιμότητας. Στη συνέχεια της έρευνάς μας θα καταδειχθεί ότι αυτές οι προσπάθειες εξάλειψης των χρηματικών όρων από τον οικονομικό υπολογισμό είναι απατηλές. Οι θεμελιώδεις παραδοχές τους είναι αβάσιμες και αντιφατικές, και όλοι οι τύποι που παράγονται από αυτές είναι εσφαλμένοι. Δεν είναι δυνατή καμία μέθοδος οικονομικού υπολογισμού πέρα από εκείνη που βασίζεται στις χρηματικές τιμές, όπως αυτές διαμορφώνονται στην αγορά.7

Some critics blame the law of comparative cost for this simplification of assumptions. They believe that the modern theory of value would require a reformulation of the law in conformity with the principles of subjective value. Only such a formulation could provide a satisfactory conclusive demonstration. However, they do not want to calculate in terms of money. They prefer to resort to those methods of utility analysis which they consider a means for making value calculations in terms of utility. It will be shown in the further progress of our investigation that these attempts to eliminate monetary terms from economic calculation are delusive. Their fundamental assumptions are untenable and contradictory and all formulas derived from them are vicious. No method of economic calculation is possible other than one based on money prices as determined by the market. [7]

66

Το νόημα των απλών παραδοχών στις οποίες στηρίζεται ο νόμος του συγκριτικού κόστους δεν είναι ακριβώς το ίδιο για τους σύγχρονους οικονομολόγους με εκείνο που είχε για τους κλασικούς οικονομολόγους. Ορισμένοι οπαδοί της κλασικής σχολής τις θεωρούσαν αφετηρία μιας θεωρίας της αξίας στο διεθνές εμπόριο. Σήμερα γνωρίζουμε ότι αυτή η πεποίθηση ήταν εσφαλμένη. Επιπλέον, αντιλαμβανόμαστε ότι, ως προς τον προσδιορισμό της αξίας και των τιμών, δεν υπάρχει καμία διαφορά μεταξύ εγχώριου και εξωτερικού εμπορίου. Εκείνο που κάνει τους ανθρώπους να διακρίνουν την εγχώρια αγορά από τις αγορές του εξωτερικού είναι απλώς μια διαφορά στα δεδομένα, δηλαδή οι διαφορετικές θεσμικές συνθήκες που περιορίζουν την κινητικότητα των συντελεστών της παραγωγής και των προϊόντων.

The meaning of the simple assumptions underlying the law of comparative cost is not precisely the same for the modern economists as it was for the classical economists. Some adherents of the classical school considered them as the starting point of a theory of value in international trade. We know now that they were mistaken in this belief. Besides, we realize that with regard to the determination of value and of prices there is no difference between domestic and foreign trade. What makes people distinguish between the home market and markets abroad is only a difference in the data, i.e., varying institutional conditions restricting the mobility of factors of production and of products.

67

Αν δεν επιθυμούμε να πραγματευθούμε τον νόμο του συγκριτικού κόστους υπό τις απλουστευμένες παραδοχές που χρησιμοποίησε ο Ricardo, πρέπει να χρησιμοποιήσουμε απροκάλυπτα τον χρηματικό υπολογισμό. Δεν πρέπει να υποκύψουμε στην ψευδαίσθηση ότι μια σύγκριση μεταξύ της δαπάνης διαφορετικών ειδών παραγωγικών συντελεστών και της παραγωγής διαφορετικών ειδών προϊόντων μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς τη βοήθεια του χρηματικού υπολογισμού. Αν εξετάσουμε την περίπτωση του χειρουργού και του βοηθού του, πρέπει να πούμε το εξής: αν ο χειρουργός μπορεί να χρησιμοποιεί τον περιορισμένο χρόνο εργασίας του για την εκτέλεση εγχειρήσεων, για τις οποίες αμείβεται με 50 νομισματικές μονάδες ανά ώρα, τον συμφέρει να προσλάβει έναν βοηθό για να διατηρεί τα εργαλεία του σε καλή κατάσταση και να τον αμείβει με 2 νομισματικές μονάδες ανά ώρα, μολονότι ο βοηθός χρειάζεται τρεις ώρες για να εκτελέσει αυτό που ο χειρουργός θα μπορούσε να εκτελέσει σε μία ώρα.

Κατά τη σύγκριση των συνθηκών δύο χωρών, πρέπει να πούμε το εξής: αν οι συνθήκες είναι τέτοιες ώστε στην Αγγλία η παραγωγή μίας μονάδας καθενός από τα δύο αγαθά a και b να απαιτεί τη δαπάνη μίας εργάσιμης ημέρας του ίδιου είδους εργασίας, ενώ στην Ινδία, με την ίδια επένδυση κεφαλαίου, απαιτούνται δύο ημέρες για το a και τρεις ημέρες για το b · και αν τα κεφαλαιουχικά αγαθά, το a και το b μπορούν να μετακινούνται ελεύθερα από την Αγγλία στην Ινδία και αντιστρόφως, ενώ η εργασία δεν μπορεί να μετακινείται, τότε οι μισθοί στην Ινδία πρέπει να τείνουν, στην παραγωγή του a , προς το 50 τοις εκατό των αγγλικών μισθών και, στην παραγωγή του b , προς το 3313 τοις εκατό αυτών. Αν ο αγγλικός μισθός είναι 6 σελίνια, οι μισθοί στην Ινδία θα ισοδυναμούσαν με 3 σελίνια στην παραγωγή του a και με 2 σελίνια στην παραγωγή του b.

Μια τέτοια απόκλιση στην αμοιβή της ίδιας μορφής εργασίας δεν μπορεί να διατηρηθεί αν υπάρχει κινητικότητα της εργασίας στην εγχώρια ινδική αγορά εργασίας. Οι εργαζόμενοι θα μετακινούνταν από την παραγωγή του b προς την παραγωγή του a· η μετακίνησή τους θα έτεινε να μειώσει την αμοιβή στον κλάδο του a και να την αυξήσει στον κλάδο του b . Τελικά, οι ινδικοί μισθοί θα εξισώνονταν στους δύο κλάδους. Η παραγωγή του a θα έτεινε να επεκταθεί και να εκτοπίσει τον αγγλικό ανταγωνισμό. Από την άλλη πλευρά, η παραγωγή του b θα καθίστατο μη επικερδής στην Ινδία και θα έπρεπε να διακοπεί, ενώ θα επεκτεινόταν στην Αγγλία. Ο ίδιος συλλογισμός ισχύει αν υποθέσουμε ότι η διαφορά στις συνθήκες παραγωγής συνίσταται επίσης ή αποκλειστικά στην ποσότητα της απαιτούμενης επένδυσης κεφαλαίου.

If we do not want to deal with the law of comparative cost under the simplified assumptions applied by Ricardo, we must openly employ money calculation. We must not fall prey to the illusion that a comparison between the expenditure of factors of production of various kinds and of the output of products of various kinds can be achieved without the aid of money calculation. If we consider the case of the surgeon and his handyman we must say: If the surgeon can employ his limited working time for the performance of operations for which he is compensated at $50 per hour, it is to his interest to employ a handyman to keep his instruments in good order and to pay him $2 per hour, although this man needs 3 hours to accomplish what the surgeon could do in 1 hour. In comparing the conditions of two countries we must say: If conditions are such that in England the production of 1 unit of each of the two commodities a and b requires the expenditure of 1 working day of the same kind of labor, while in India with the same investment of capital for a 2 days and for b 3 days are required, and if capital goods and a and b are freely movable from England to India and vice versa, while there is no mobility of labor, wage rates in India in the production of a must tend to be 50 per cent, and in the production of b 33 1/3 per cent, of the English rates. If the English rate is 6 shillings, the rates in India would be the equivalent of 3 shillings in the production of a and the equivalent of 2 shillings in the production of b. Such a discrepancy in the remuneration of labor of the same kind cannot last if there is mobility of labor on the domestic Indian labor market. Workers would shift from the production of b into the production of a; their migration would tend to lower the remuneration in the a industry and to raise it in the b industry. Finally Indian wage rates would be equal in both industries. The production of a would tend to expand and to supplant English competition. On the other hand the production of b would become unprofitable in India and would have to be discontinued, while it would expand in England. The same reasoning is valid if we assume that the difference in the conditions of production consists also or exclusively in the amount of capital investment needed.

68

Έχει υποστηριχθεί ότι ο νόμος του Ricardo ίσχυε μόνο για την εποχή του και δεν έχει καμία χρησιμότητα στην εποχή μας, η οποία παρουσιάζει διαφορετικές συνθήκες. Ο Ricardo αντιλαμβανόταν τη διαφορά μεταξύ εγχώριου και εξωτερικού εμπορίου ως διαφορά στην κινητικότητα του κεφαλαίου και της εργασίας. Αν υποθέσουμε ότι το κεφάλαιο, η εργασία και τα προϊόντα μπορούν να μετακινούνται ελεύθερα, τότε διαφορά μεταξύ περιφερειακού και διαπεριφερειακού εμπορίου υπάρχει μόνο στον βαθμό που υπεισέρχεται το κόστος μεταφοράς. Σε αυτή την περίπτωση είναι περιττή η ανάπτυξη μιας θεωρίας του διεθνούς εμπορίου διακριτής από τη θεωρία του εθνικού εμπορίου. Το κεφάλαιο και η εργασία κατανέμονται στην επιφάνεια της γης σύμφωνα με τις καλύτερες ή χειρότερες συνθήκες που προσφέρουν οι διάφορες περιοχές στην παραγωγή. Υπάρχουν περιοχές πυκνότερα κατοικημένες και καλύτερα εφοδιασμένες με κεφάλαιο και άλλες λιγότερο πυκνοκατοικημένες και φτωχότερες σε κεφάλαιο. Σε ολόκληρη τη γη επικρατεί μια τάση προς εξίσωση των μισθών για εργασία του ίδιου είδους.

It has been asserted that Ricardo’s law was valid only for his age and is of no avail for our time which offers other conditions. Ricardo saw the difference between domestic trade and foreign trade in differences in the mobility of capital and labor. If one assumes that capital, labor, and products are movable, then there exists a difference between regional and interregional trade only as far as the cost of transportation comes into play. Then it is superfluous to develop a theory of international trade as distinguished from national trade. Capital and labor are distributed on the earth’s surface according to the better or poorer conditions which the various regions offer to production. There are areas more densely populated and better equipped with capital, there are others less densely populated and poorer in capital supply. There prevails on the whole earth a tendency toward an equalization of wage rates for the same kind of labor.

69

Ο Ricardo, ωστόσο, εκκινεί από την παραδοχή ότι υπάρχει κινητικότητα κεφαλαίου και εργασίας μόνο εντός κάθε χώρας και όχι μεταξύ των διαφόρων χωρών. Θέτει το ερώτημα ποιες πρέπει να είναι, υπό αυτές τις συνθήκες, οι συνέπειες της ελεύθερης κινητικότητας των προϊόντων. Αν ούτε τα προϊόντα μπορούν να μετακινηθούν, τότε κάθε χώρα είναι οικονομικά απομονωμένη και αυτάρκης και δεν υπάρχει καθόλου διεθνές εμπόριο. Η θεωρία του συγκριτικού κόστους απαντά σε αυτό το ερώτημα.

Οι παραδοχές του Ricardo ανταποκρίνονταν, σε γενικές γραμμές, στις συνθήκες της εποχής του. Αργότερα, κατά τη διάρκεια του δέκατου ένατου αιώνα, οι συνθήκες μεταβλήθηκαν. Η ακινησία του κεφαλαίου και της εργασίας υποχώρησε· η διεθνής μετακίνηση κεφαλαίου και εργασίας έγινε ολοένα συνηθέστερη. Στη συνέχεια επήλθε αντίδραση. Σήμερα, το κεφάλαιο και η εργασία υπόκεινται και πάλι σε περιορισμούς ως προς την κινητικότητά τους. Η πραγματικότητα ανταποκρίνεται εκ νέου στις ρικαρδιανές παραδοχές.

Ricardo, however, starts from the assumption that there is mobility of capital and labor only within each country, and not between the various countries. He raises the question what the consequences of the free mobility of products must be under such conditions. (If there is no mobility of products either, then every country is economically isolated and autarkic, and there is no international trade at all.) The theory of comparative cost answers this question. Now, Ricardo’s assumptions by and large held good for his age. Later, in the course of the nineteenth century, conditions changed. The immobility of capital and labor gave way; international transfer of capital and labor became more and more common. Then came a reaction. Today capital and labor are again restricted in their mobility. Reality again corresponds to the Ricardian assumptions.

70

Ωστόσο, οι διδασκαλίες της κλασικής θεωρίας του διαπεριφερειακού εμπορίου υπερβαίνουν κάθε μεταβολή των θεσμικών συνθηκών. Μας επιτρέπουν να μελετούμε τα εμπλεκόμενα προβλήματα υπό οποιεσδήποτε νοητές παραδοχές.

However, the teachings of the classical theory of interregional trade are above any change in institutional conditions. They enable us to study the problems involved under any imaginable assumptions.

71

5. Οι συνέπειες του καταμερισμού της εργασίας

↗ στη σελίδα του βιβλίου

5. The Effects of the Division of Labor

72

Ο καταμερισμός της εργασίας αποτελεί προϊόν της συνειδητής αντίδρασης του ανθρώπου στην πολυμορφία των φυσικών συνθηκών. Από την άλλη πλευρά, αποτελεί ο ίδιος παράγοντα που επιφέρει διαφοροποίηση. Αναθέτει στις διάφορες γεωγραφικές περιοχές συγκεκριμένες λειτουργίες μέσα στο συνολικό πλέγμα των παραγωγικών διαδικασιών. Καθιστά ορισμένες περιοχές αστικές και άλλες αγροτικές· εγκαθιστά τους διάφορους κλάδους της μεταποίησης, της εξορυκτικής δραστηριότητας και της γεωργίας σε διαφορετικούς τόπους. Ακόμη σημαντικότερο, όμως, είναι το γεγονός ότι εντείνει την έμφυτη ανισότητα των ανθρώπων. Η εξάσκηση και η πρακτική εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων προσαρμόζουν καλύτερα τα άτομα στις απαιτήσεις της επιτέλεσής τους· οι άνθρωποι αναπτύσσουν ορισμένες από τις έμφυτες ικανότητές τους και αναστέλλουν την ανάπτυξη άλλων. Αναδύονται επαγγελματικοί τύποι και οι άνθρωποι καθίστανται ειδικοί.

Ο καταμερισμός της εργασίας διασπά τις διάφορες παραγωγικές διαδικασίες σε επιμέρους στοιχειώδη καθήκοντα, πολλά από τα οποία μπορούν να εκτελεστούν από μηχανικές διατάξεις. Αυτό ακριβώς το γεγονός κατέστησε δυνατή τη χρήση των μηχανών και επέφερε τις εκπληκτικές βελτιώσεις στις τεχνικές μεθόδους παραγωγής. Η εκμηχάνιση αποτελεί καρπό του καταμερισμού της εργασίας, το ευεργετικότερο επίτευγμά του, και όχι το κίνητρο ή την πρωταρχική πηγή του. Οι εξειδικευμένες μηχανές που κινούνται με μηχανική ενέργεια μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν μόνο σε ένα κοινωνικό περιβάλλον θεμελιωμένο στον καταμερισμό της εργασίας. Κάθε βήμα προόδου προς τη χρησιμοποίηση περισσότερο εξειδικευμένων, περισσότερο εξελιγμένων και παραγωγικότερων μηχανών απαιτεί περαιτέρω εξειδίκευση των καθηκόντων.

The division of labor is the outcome of man’s conscious reaction to the multiplicity of natural conditions. On the other hand it is itself a factor bringing about differentiation. It assigns to the various geographic areas specific functions in the complex of the processes of production. It makes some areas urban, others rural; it locates the various branches of manufacturing, mining, and agriculture in different places. Still more important, however, is the fact that it intensifies the innate inequality of men. Exercise and practice of specific tasks adjust individuals better to the requirements of their performance; men develop some of their inborn faculties and stunt the development of others. Vocational types emerge, people become specialists. The division of labor splits the various processes of production into minute tasks, many of which can be performed by mechanical devices. It is this fact that made the use of machinery possible and brought about the amazing improvements in technical methods of production. Mechanization is the fruit of the division of labor, its most beneficial achievement, not its motive and fountain spring. Power-driven specialized machinery could be employed only in a social environment under the division of labor. Every step forward on the road toward the use of more specialized, more refined, and more productive machines requires a further specialization of tasks.

73

6. Το άτομο εντός της κοινωνίας

↗ στη σελίδα του βιβλίου

6. The Individual Within Society

74

Όταν η πραξεολογία αναφέρεται στο απομονωμένο άτομο, το οποίο δρα αποκλειστικά για λογαριασμό του και ανεξάρτητα από τους συνανθρώπους του, το πράττει για να καταστήσει ευχερέστερη την κατανόηση των προβλημάτων της κοινωνικής συνεργασίας. Δεν υποστηρίζουμε ότι υπήρξαν ποτέ τέτοια απομονωμένα και αυτάρκη ανθρώπινα όντα ούτε ότι το κοινωνικό στάδιο των μη ανθρώπινων προγόνων του ανθρώπου και η εμφάνιση των πρωτόγονων κοινωνικών δεσμών συντελέστηκαν στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας. Ο άνθρωπος εμφανίστηκε στη σκηνή των επίγειων γεγονότων ως κοινωνικό ον. Ο απομονωμένος και ακοινώνητος άνθρωπος αποτελεί νοητική κατασκευή.

If praxeology speaks of the solitary individual, acting on his own behalf only and independent of fellow men, it does so for the sake of a better comprehension of the problems of social cooperation. We do not assert that such isolated autarkic human beings have ever lived and that the social stage of man’s history was preceded by an age of independent individuals roaming like animals in search of food. The biological humanization of man’s nonhuman ancestors and the emergence of the primitive social bonds were effected in the same process. Man appeared on the scene of earthly events as a social being. The isolated asocial man is a fictitious construction.

75

Από τη σκοπιά του ατόμου, η κοινωνία αποτελεί το σπουδαίο μέσο για την επίτευξη όλων των σκοπών του. Η διατήρηση της κοινωνίας αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση οποιωνδήποτε σχεδίων ενδέχεται να επιθυμεί να πραγματοποιήσει το άτομο μέσω οποιασδήποτε πράξης. Ακόμη και ο απείθαρχος παραβάτης, ο οποίος δεν προσαρμόζει τη συμπεριφορά του στις απαιτήσεις της ζωής εντός του κοινωνικού συστήματος συνεργασίας, δεν επιθυμεί να στερηθεί κανένα από τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από τον καταμερισμό της εργασίας. Δεν αποβλέπει συνειδητά στην καταστροφή της κοινωνίας. Θέλει να ιδιοποιηθεί μεγαλύτερο μερίδιο του από κοινού παραγόμενου πλούτου από εκείνο που του απονέμει η κοινωνική τάξη. Θα περιερχόταν σε άθλια κατάσταση αν η αντικοινωνική συμπεριφορά καθίστατο καθολική και επερχόταν η αναπόφευκτη συνέπειά της, δηλαδή η επιστροφή στην πρωτόγονη ένδεια.

Seen from the point of view of the individual, society is the great means for the attainment of all his ends. The preservation of society is an essential condition of any plans an individual may want to realize by any action whatever. Even the refractory delinquent who fails to adjust his conduct to the requirements of life within the societal system of cooperation does not want to miss any of the advantages derived from the division of labor. He does not consciously aim at the destruction of society. He wants to lay his hands on a greater portion of the jointly produced wealth than the social order assigns to him. He would feel miserable if antisocial behavior were to become universal and its inevitable outcome, the return to primitive indigence, resulted.

76

Είναι αυταπάτη να υποστηρίζεται ότι τα άτομα, παραιτούμενα από τις υποτιθέμενες ευλογίες μιας μυθικής φυσικής κατάστασης και εισερχόμενα στην κοινωνία, απώλεσαν ορισμένα πλεονεκτήματα και δικαιούνται εύλογη αποζημίωση για όσα έχασαν. Η ιδέα ότι οποιοσδήποτε θα ευημερούσε περισσότερο σε μια ακοινωνική κατάσταση της ανθρωπότητας και αδικείται από την ίδια την ύπαρξη της κοινωνίας είναι παράλογη. Χάρη στην υψηλότερη παραγωγικότητα της κοινωνικής συνεργασίας, το ανθρώπινο είδος πολλαπλασιάστηκε πολύ πέρα από το όριο διαβίωσης που επέτρεπαν οι συνθήκες οι οποίες επικρατούσαν σε εποχές στοιχειώδους καταμερισμού της εργασίας. Κάθε άνθρωπος απολαμβάνει επίπεδο διαβίωσης πολύ υψηλότερο από εκείνο των άγριων προγόνων του. Η φυσική κατάσταση του ανθρώπου είναι κατάσταση έσχατης φτώχειας και ανασφάλειας. Ο θρήνος για την παρέλευση των ευτυχισμένων ημερών της πρωτόγονης βαρβαρότητας αποτελεί ρομαντική ανοησία. Σε μια κατάσταση αγριότητας, όσοι σήμερα διατυπώνουν τέτοια παράπονα είτε δεν θα είχαν φθάσει στην ενηλικίωση είτε, ακόμη και αν είχαν φθάσει, θα στερούνταν τις ευκαιρίες και τις ανέσεις που παρέχει ο πολιτισμός. Αν ο Jean-Jacques Rousseau και ο Friedrich Engels είχαν ζήσει στην πρωτόγονη κατάσταση την οποία περιγράφουν με νοσταλγική λαχτάρα, δεν θα είχαν απολαύσει τον ελεύθερο χρόνο που απαιτούνταν για τις μελέτες τους και για τη συγγραφή των βιβλίων τους.

It is illusory to maintain that individuals in renouncing the alleged blessings of a fabulous state of nature and entering into society have foregone some advantages and have a fair claim to be indemnified for what they have lost. The idea that anybody would have fared better under an asocial state of mankind and is wronged by the very existence of society is absurd. Thanks to the higher productivity of social cooperation the human species has multiplied far beyond the margin of subsistence offered by the conditions prevailing in ages with a rudimentary degree of the division of labor. Each man enjoys a standard of living much higher than that of his savage ancestors. The natural condition of man is extreme poverty and insecurity. It is romantic nonsense to lament the passing of the happy days of primitive barbarism. In a state of savagery the complainants would either not have reached the age of manhood, or if they had, they would have lacked the opportunities and amenities provided by civilization. Jean Jacques Rousseau and Frederick Engels, if they had lived in the primitive state which they describe with nostalgic yearning, would not have enjoyed the leisure required for their studies and for the writing of their books.

77

Ένα από τα προνόμια που παρέχει η κοινωνία στο άτομο είναι η δυνατότητα να παραμένει στη ζωή παρά την ασθένεια ή τη σωματική αναπηρία. Τα άρρωστα ζώα είναι καταδικασμένα. Η αδυναμία τους τα εμποδίζει στις προσπάθειές τους να βρουν τροφή και να αποκρούσουν τις επιθέσεις άλλων ζώων. Οι κωφοί, οι μύωπες ή οι ανάπηροι άγριοι είναι καταδικασμένοι να αφανιστούν. Τέτοια μειονεκτήματα, όμως, δεν στερούν από έναν άνθρωπο τη δυνατότητα να προσαρμοστεί στη ζωή εντός της κοινωνίας. Η πλειονότητα των συγχρόνων μας πάσχει από ορισμένες σωματικές ανεπάρκειες, τις οποίες η βιολογία θεωρεί παθολογικές. Ο πολιτισμός μας αποτελεί σε μεγάλο βαθμό επίτευγμα ανθρώπων με τέτοιες ανεπάρκειες. Οι δυνάμεις εξάλειψης της φυσικής επιλογής περιορίζονται σημαντικά υπό κοινωνικές συνθήκες. Για αυτόν τον λόγο, ορισμένοι υποστηρίζουν ότι ο πολιτισμός τείνει να υποβαθμίζει τις κληρονομικές ιδιότητες των μελών της κοινωνίας.

One of the privileges which society affords to the individual is the privilege of living in spite of sickness or physical disability. Sick animals are doomed. Their weakness handicaps them in their attempts to find food and to repel aggression on the part of other animals. Deaf, nearsighted, or crippled savages must perish. But such defects do not deprive a man of the opportunity to adjust himself to life in society. The majority of our contemporaries are afflicted with some bodily deficiencies which biology considers pathological. Our civilization is to a great extent the achievement of such men. The eliminative forces of natural selection are greatly reduced under social conditions. Hence some people say that civilization tends to deteriorate the hereditary qualities of the members of society.

78

Τέτοιες κρίσεις είναι εύλογες, αν κάποιος εξετάζει την ανθρωπότητα με τα μάτια ενός εκτροφέα που επιδιώκει τη δημιουργία μιας φυλής ανθρώπων εφοδιασμένων με ορισμένες ιδιότητες. Η κοινωνία, όμως, δεν είναι εκτροφείο που λειτουργεί με σκοπό την παραγωγή ενός συγκεκριμένου τύπου ανθρώπου. Δεν υπάρχει κανένα «φυσικό» κριτήριο για να προσδιοριστεί τι είναι επιθυμητό και τι ανεπιθύμητο στη βιολογική εξέλιξη του ανθρώπου. Κάθε επιλεγόμενο κριτήριο είναι αυθαίρετο, αμιγώς υποκειμενικό· εν ολίγοις, αποτελεί αξιολογική κρίση. Οι όροι «φυλετική βελτίωση» και «φυλετικός εκφυλισμός» στερούνται νοήματος, όταν δεν θεμελιώνονται σε συγκεκριμένα σχέδια για το μέλλον της ανθρωπότητας.

Such judgments are reasonable if one looks at mankind with the eyes of a breeder intent upon raising a race of men equipped with certain qualities. But society is not a stud-farm operated for the production of a definite type of men. There is no “natural” standard to establish what is desirable and what is undesirable in the biological evolution of man. Any standard chosen is arbitrary, purely subjective, in short a judgment of value. The terms racial improvement and racial degeneration are meaningless when not based on definite plans for the future of mankind.

79

Είναι αλήθεια ότι ο πολιτισμένος άνθρωπος είναι προσαρμοσμένος στη ζωή εντός της κοινωνίας και όχι στη ζωή ενός κυνηγού μέσα σε παρθένα δάση.

It is true, civilized man is adjusted to life in society and not to that of a hunter in virgin forests.

80

Ο μύθος της μυστικιστικής κοινωνίας

↗ στη σελίδα του βιβλίου

The Fable of the Mystic Communion

81

Η πραξεολογική θεωρία της κοινωνίας βάλλεται από τον μύθο της μυστικιστικής κοινωνίας.

The praxeological theory of society is assailed by the fable of the mystic communion.

82

Η κοινωνία, υποστηρίζουν οι οπαδοί αυτής της θεωρίας, δεν αποτελεί προϊόν της σκόπιμης ανθρώπινης δράσης· δεν είναι συνεργασία και καταμερισμός καθηκόντων. Αναδύεται από ανεξιχνίαστα βάθη, από μια παρόρμηση ριζωμένη στην ουσιώδη φύση του ανθρώπου. Μια ομάδα υποστηρίζει ότι συνίσταται στην απορρόφηση του ανθρώπου από το Πνεύμα, το οποίο αποτελεί τη Θεία Πραγματικότητα, και στη συμμετοχή του, δυνάμει μιας unio mystica, στη δύναμη και στην αγάπη του Θεού. Μια άλλη ομάδα θεωρεί την κοινωνία βιολογικό φαινόμενο· είναι έργο της φωνής του αίματος, του δεσμού που ενώνει τους απογόνους κοινών προγόνων με αυτούς τους προγόνους και μεταξύ τους, καθώς και της μυστικιστικής αρμονίας μεταξύ του γεωργού και του εδάφους που καλλιεργεί.

Society, assert the supporters of this doctrine, is not the product of man’s purposeful action; it is not cooperation and division of tasks. It stems from unfathomable depths, from an urge ingrained in man’s essential nature. It is, says one group, engrossment by the Spirit which is Divine Reality and participation, by virtue of a unio mystica, in God’s power and love. Another group sees society as a biological phenomenon; it is the work of the voice of the blood, the bond uniting the offspring of common ancestors with these ancestors and with one another, and the mystical harmony between the ploughman and the soil he tills.

83

Είναι αλήθεια ότι τέτοια ψυχικά φαινόμενα πράγματι βιώνονται. Υπάρχουν άνθρωποι που βιώνουν την unio mystica και τοποθετούν αυτή την εμπειρία υπεράνω όλων των άλλων· υπάρχουν επίσης άνθρωποι πεπεισμένοι ότι ακούν τη φωνή του αίματος και αισθάνονται με όλη την καρδιά και την ψυχή τους τη μοναδική ευωδιά του αγαπημένου εδάφους της πατρίδας τους. Η μυστικιστική εμπειρία και η εκστατική έξαρση αποτελούν δεδομένα τα οποία η ψυχολογία οφείλει να θεωρεί πραγματικά, όπως κάθε άλλο ψυχικό φαινόμενο. Το σφάλμα των θεωριών της μυστικιστικής κοινωνίας δεν συνίσταται στον ισχυρισμό τους ότι τέτοια φαινόμενα πράγματι συμβαίνουν, αλλά στην πεποίθηση ότι αποτελούν πρωταρχικά δεδομένα, ανεξάρτητα από κάθε έλλογη θεώρηση.

That such psychical phenomena are really felt is true. There are people who experience the unio mystica and place this experience above everything else, and there are men who are convinced that they hear the voice of the blood and smell with heart and soul the unique scent of the cherished soil of their country. The mystical experience and the ecstatic rapture are facts which psychology must consider real, like any other psychical phenomenon. The error of the communion-doctrines does not consist in their assertion that such phenomena really occur, but in the belief that they are primary facts not dependent on any rational consideration.

84

Η φωνή του αίματος, η οποία φέρνει τον πατέρα κοντά στο παιδί του, δεν ακουγόταν από τους άγριους εκείνους που αγνοούσαν την αιτιώδη σχέση μεταξύ σεξουαλικής συνεύρεσης και εγκυμοσύνης. Σήμερα, καθώς η σχέση αυτή είναι γνωστή σε όλους, η φωνή του αίματος είναι περιττή για έναν άνδρα που έχει πλήρη εμπιστοσύνη στη συζυγική πίστη της γυναίκας του. Κανείς δεν τόλμησε ποτέ να υποστηρίξει ότι οι αμφιβολίες σχετικά με την πατρότητα μπορούν να επιλυθούν μέσω της φωνής του αίματος. Μια μητέρα που φρόντιζε το παιδί της από τη γέννησή του μπορεί να ακούσει τη φωνή του αίματος. Αν χάσει την επαφή με το βρέφος σε πρώιμη ηλικία, ενδέχεται αργότερα να το αναγνωρίσει από ορισμένα σωματικά γνωρίσματα, όπως οι σπίλοι και οι ουλές που κάποτε ήταν δημοφιλή τεχνάσματα των μυθιστοριογράφων. Το αίμα, όμως, παραμένει βουβό, αν τέτοιες παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα που συνάγονται από αυτές δεν το κάνουν να μιλήσει.

Η φωνή του αίματος, υποστηρίζουν οι Γερμανοί φυλετιστές, ενοποιεί μυστηριωδώς όλα τα μέλη του γερμανικού λαού. Η ανθρωπολογία, όμως, αποκαλύπτει ότι το γερμανικό έθνος αποτελεί μείγμα απογόνων διαφόρων φυλών, υποφυλών και γενεαλογικών κλάδων και όχι ομοιογενή πληθυσμό προερχόμενο από κοινή καταγωγή. Ο προσφάτως εκγερμανισμένος Σλάβος, ο οποίος μόλις πριν από λίγο καιρό αντικατέστησε το πατρικό οικογενειακό του όνομα με ένα όνομα γερμανικής χροιάς, πιστεύει ότι συνδέεται ουσιωδώς με όλους τους Γερμανούς. Δεν βιώνει, όμως, καμία αντίστοιχη εσωτερική παρόρμηση που να τον ωθεί να ενταχθεί στις τάξεις των αδελφών ή των εξαδέλφων του που παρέμειναν Τσέχοι ή Πολωνοί.

The voice of the blood which brings the father close to his child was not heard by those savages who did not know the causal relation between cohabitation and pregnancy. Today, as this relation is known to everybody, a man who has full confidence in his wife’s fidelity may perceive it. But if there are doubts concerning the wife’s fidelity, the voice of the blood is of no use. Nobody ever ventured to assert that doubts concerning paternity could be resolved by the voice of the blood. A mother who has kept watch over her child since its birth can hear the voice of the blood. If she loses touch with the infant at an early date, she may later identify it by some bodily marks, for instance those moles and scars which once were popular with novel writers. But the blood is mute if such observations and the conclusions derived from them do not make it speak. The voice of the blood, contend the German racists, mysteriously unifies all members of the German people. But anthropology reveals the fact that the German nation is a mixture of the descendants of various races, subraces, and strains and not a homogeneous stock descended from a common ancestry. The recently germanized Slav who has only a short time since changed his paternal family name for a German-sounding name believes that he is substantially attached to all Germans. But he does not experience any such inner urge impelling him to join the ranks of his brothers or cousins who remained Czechs or Poles.

85

Η φωνή του αίματος δεν αποτελεί αρχικό και πρωταρχικό φαινόμενο. Προκαλείται από έλλογες θεωρήσεις. Επειδή ένας άνθρωπος πιστεύει ότι συνδέεται με άλλους ανθρώπους μέσω κοινής καταγωγής, αναπτύσσει τα αισθήματα και τις συγκινήσεις που περιγράφονται ποιητικά ως φωνή του αίματος.

The voice of the blood is not an original and primordial phenomenon. It is prompted by rational considerations. Because a man believes that he is related to other people by a common ancestry, he develops those feelings and sentiments which are poetically described as the voice of the blood.

86

Το ίδιο ισχύει για τη θρησκευτική έκσταση και τον μυστικισμό του εδάφους. Η unio mystica του ευσεβούς μυστικιστή προϋποθέτει εξοικείωση με τις βασικές διδασκαλίες της θρησκείας του. Μόνο ένας άνθρωπος που έχει διδαχθεί το μεγαλείο και τη δόξα του Θεού μπορεί να βιώσει άμεση κοινωνία μαζί Του. Ο μυστικισμός του εδάφους συνδέεται με την ανάπτυξη συγκεκριμένων γεωπολιτικών ιδεών. Έτσι, μπορεί οι κάτοικοι των πεδιάδων ή των παραλίων να συμπεριλαμβάνουν στην εικόνα του εδάφους με το οποίο ισχυρίζονται ότι συνδέονται και ενώνονται με πάθος και ορεινές περιοχές που τους είναι άγνωστες και στις συνθήκες των οποίων δεν θα μπορούσαν να προσαρμοστούν, απλώς και μόνο επειδή αυτή η επικράτεια ανήκει στο πολιτικό σώμα του οποίου είναι ή θα ήθελαν να είναι μέλη. Από την άλλη πλευρά, συχνά παραλείπουν να συμπεριλάβουν σε αυτή την εικόνα του εδάφους, του οποίου ισχυρίζονται ότι ακούν τη φωνή, γειτονικές περιοχές με γεωγραφική διάρθρωση πολύ παρόμοια προς εκείνη της δικής τους χώρας, αν οι περιοχές αυτές ανήκουν σε ξένο έθνος.

The same is true with regard to religious ecstasy and mysticism of the soil. The unio mystica of the devout mystic is conditioned by familiarity with the basic teachings of his religion. Only a man who has learned about the greatness and glory of God can experience direct communion with Him. Mysticism of the soil is connected with the development of definite geopolitical ideas. Thus it may happen that inhabitants of the plains or the seashore include in the image of the soil with which they claim to be fervently joined and united, mountain districts which are unfamiliar to them and to whose conditions they could not adapt themselves, only because this territory belongs to the political body of which they are members, or would like to be members. On the other hand they often fail to include in this image of the soil whose voice they claim to hear, neighboring areas of a geographic structure very similar to that of their own country if these areas happen to belong to a foreign nation.

87

Τα διάφορα μέλη ενός έθνους ή μιας γλωσσικής ομάδας και οι επιμέρους ομάδες που συγκροτούν δεν συνδέονται πάντοτε με φιλία και καλή θέληση. Η ιστορία κάθε έθνους αποτελεί χρονικό αμοιβαίας αντιπάθειας, ακόμη και μίσους, μεταξύ των υποδιαιρέσεών του. Αρκεί να αναλογιστούμε τους Άγγλους και τους Σκωτσέζους, τους Γιάνκηδες και τους Νοτίους, τους Πρώσους και τους Βαυαρούς. Οι ιδεολογίες ήταν εκείνες που υπερνίκησαν τέτοιες αντιπάθειες και ενέπνευσαν σε όλα τα μέλη ενός έθνους ή μιας γλωσσικής ομάδας εκείνα τα αισθήματα κοινότητας και συμμετοχής σε ένα κοινό σύνολο, τα οποία οι σύγχρονοι εθνικιστές θεωρούν φυσικό και πρωταρχικό φαινόμενο.

The various members of a nation or linguistic group and the clusters they form are not always united in friendship and good will. The history of every nation is a record of mutual dislike and even hatred between its subdivisions. Think of the English and the Scotch, the Yankees and the Southerners, the Prussians and the Bavarians. It was ideologies that overcame such animosities and inspired all members of a nation or linguistic group with those feelings of community and belonging together which present-day nationalists consider a natural and original phenomenon.

88

Η αμοιβαία σεξουαλική έλξη μεταξύ άνδρα και γυναίκας είναι εγγενής στη ζωική φύση του ανθρώπου και ανεξάρτητη από κάθε σκέψη και θεωρητική επεξεργασία. Επιτρέπεται να την αποκαλούμε πρωταρχική, φυτική, ενστικτώδη ή μυστηριώδη· δεν υπάρχει τίποτε επιλήψιμο στον μεταφορικό ισχυρισμό ότι μετατρέπει δύο όντα σε ένα. Μπορούμε να την αποκαλέσουμε μυστικιστική ένωση δύο σωμάτων, μια μορφή κοινωνίας. Ωστόσο, ούτε η σεξουαλική συνεύρεση ούτε όσα προηγούνται ή έπονται αυτής δημιουργούν κοινωνική συνεργασία και κοινωνικούς τρόπους ζωής. Και τα ζώα ενώνονται κατά το ζευγάρωμα, αλλά δεν έχουν αναπτύξει κοινωνικές σχέσεις. Η οικογενειακή ζωή δεν αποτελεί απλώς προϊόν της σεξουαλικής συνεύρεσης. Δεν είναι κατά κανέναν τρόπο φυσικό και αναγκαίο να ζουν οι γονείς και τα παιδιά μαζί με τον τρόπο που ζουν στην οικογένεια. Η σχέση του ζευγαρώματος δεν οδηγεί αναγκαστικά σε οικογενειακή οργάνωση. Η ανθρώπινη οικογένεια αποτελεί προϊόν σκέψης, σχεδιασμού και δράσης. Αυτό ακριβώς το γεγονός τη διακρίνει ριζικά από εκείνες τις ομάδες ζώων τις οποίες αποκαλούμε, κατ’ αναλογία, ζωικές οικογένειες.

The mutual sexual attraction of male and female is inherent in man’s animal nature and independent of any thinking and theorizing. It is permissible to call it original, vegetative, instinctive, or mysterious; there is no harm in asserting metaphorically that it makes one being out of two. We may call it a mystic communion of two bodies, a community. However, neither cohabitation, nor what precedes it and follows, generates social cooperation and societal modes of life. The animals too join together in mating, but they have not developed social relations. Family life is not merely a product of sexual intercourse. It is by no means natural and necessary that parents and children live together in the way in which they do in the family. The mating relation need not result in a family organization. The human family is an outcome of thinking, planning, and acting. It is this very fact which distinguishes it radically from those animal groups which we call per analogiam animal families.

89

Η μυστικιστική εμπειρία της κοινωνίας ή της συμμετοχής σε ένα κοινό σύνολο δεν αποτελεί πηγή των κοινωνικών σχέσεων, αλλά προϊόν τους.

The mystical experience of communion or community is not the source of societal relations, but their product.

90

Το συμπλήρωμα του μύθου της μυστικιστικής κοινωνίας είναι ο μύθος μιας φυσικής και πρωταρχικής αποστροφής μεταξύ φυλών ή εθνών. Υποστηρίζεται ότι ένα ένστικτο διδάσκει στον άνθρωπο να διακρίνει τους ομοφύλους του από τους ξένους και να απεχθάνεται τους τελευταίους. Οι γόνοι ευγενών φυλών αποστρέφονται κάθε επαφή με μέλη κατώτερων φυλών. Για να αντικρουστεί αυτός ο ισχυρισμός, αρκεί να αναφερθεί το γεγονός της φυλετικής ανάμειξης. Καθώς στη σημερινή Ευρώπη δεν υπάρχουν αμιγείς φυλετικοί πληθυσμοί, πρέπει να συμπεράνουμε ότι μεταξύ των μελών των διαφόρων πληθυσμών που εγκαταστάθηκαν κάποτε σε αυτή την ήπειρο υπήρχε σεξουαλική έλξη και όχι αποστροφή. Εκατομμύρια μιγάδες και άλλοι άνθρωποι μεικτής καταγωγής αποτελούν ζωντανή ανταπόδειξη του ισχυρισμού ότι υπάρχει φυσική αποστροφή μεταξύ των διαφόρων φυλών.

The counterpart of the fable of the mystical communion is the fable of a natural and original repulsion between races or nations. It is asserted that an instinct teaches man to distinguish congeners from strangers and to detest the latter. Scions of noble races abominate any contact with members of lower races. To refute this statement one need only mention the fact of racial mixture. As there are in present-day Europe no pure stocks, we must conclude that between members of the various stocks which once settled in that continent there was sexual attraction and not repulsion. Millions of mulattoes and other half-breeds are living counterevidence to the assertion that there exists a natural repulsion between the various races.

91

Όπως και το μυστικιστικό αίσθημα κοινωνίας, το φυλετικό μίσος δεν αποτελεί φυσικό φαινόμενο έμφυτο στον άνθρωπο. Είναι προϊόν ιδεολογιών. Ακόμη, όμως, και αν υπήρχε κάτι σαν φυσικό και έμφυτο μίσος μεταξύ των διαφόρων φυλών, αυτό δεν θα καθιστούσε μάταιη την κοινωνική συνεργασία ούτε θα αναιρούσε τη ρικαρδιανή θεωρία της συνένωσης. Η κοινωνική συνεργασία δεν έχει καμία σχέση με την προσωπική αγάπη ή με μια γενική εντολή αμοιβαίας αγάπης. Οι άνθρωποι δεν συνεργάζονται υπό καθεστώς καταμερισμού της εργασίας επειδή αγαπούν ή οφείλουν να αγαπούν ο ένας τον άλλο. Εκείνο που ώθησε αρχικά τον άνθρωπο να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της κοινωνίας, να σέβεται τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των συνανθρώπων του και να αντικαταστήσει την εχθρότητα και τη σύγκρουση με την ειρηνική συνεργασία δεν ήταν ούτε η αγάπη ούτε η φιλανθρωπία ούτε οποιοδήποτε άλλο συναίσθημα συμπάθειας, αλλά το ορθώς εννοούμενο ίδιον συμφέρον.

Like the mystical sense of communion, racial hatred is not a natural phenomenon innate in man. It is the product of ideologies. But even if such a thing as a natural and inborn hatred between various races existed, it would not render social cooperation futile and would not invalidate Ricardo’s theory of association. Social cooperation has nothing to do with personal love or with a general commandment to love one another. People do not cooperate under the division of labor because they love or should love one another. They cooperate because this best serves their own interests. Neither love nor charity nor any other sympathetic sentiments but rightly understood selfishness is what originally impelled man to adjust himself to the requirements of society, to respect the rights and freedoms of his fellow men and to substitute peaceful collaboration for enmity and conflict.

92

7. Η Μεγάλη Κοινωνία

↗ στη σελίδα του βιβλίου

7. The Great Society

93

Δεν αποτελεί κάθε διανθρώπινη σχέση κοινωνική σχέση. Όταν ομάδες ανθρώπων ορμούν η μία εναντίον της άλλης σε έναν πόλεμο ολοκληρωτικής εξόντωσης, όταν άνθρωποι πολεμούν εναντίον άλλων ανθρώπων με την ίδια ασπλαχνία με την οποία εξοντώνουν επιβλαβή ζώα και φυτά, υπάρχει μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών αμοιβαία επίδραση και αμοιβαία σχέση, αλλά όχι κοινωνία. Κοινωνία είναι η κοινή δράση και συνεργασία, στο πλαίσιο της οποίας κάθε συμμετέχων θεωρεί την επιτυχία του άλλου εταίρου μέσο για την επίτευξη των δικών του σκοπών.

Not every interhuman relation is a social relation. When groups of men rush upon one another in a war of outright extermination, when men fight against men as mercilessly as they crush pernicious animals and plants, there is, between the fighting parties, reciprocal effect and mutual relation, but no society. Society is joint action and cooperation in which each participant sees the other partner’s success as a means for the attainment of his own.

94

Οι αγώνες στους οποίους οι πρωτόγονες ορδές και φυλές πολεμούσαν μεταξύ τους για τόπους υδροληψίας, περιοχές κυνηγιού και αλιείας, βοσκοτόπους και λάφυρα ήταν ανελέητοι πόλεμοι εξόντωσης. Ήταν ολοκληρωτικοί πόλεμοι. Τέτοιο χαρακτήρα είχαν και οι πρώτες συναντήσεις των Ευρωπαίων, κατά τον δέκατο ένατο αιώνα, με τους αυτόχθονες των περιοχών που είχαν μόλις καταστεί προσβάσιμες. Ήδη, όμως, κατά την πανάρχαια εποχή, πολύ πριν από την περίοδο για την οποία μας παρέχουν πληροφορίες οι ιστορικές μαρτυρίες, άρχισε να αναπτύσσεται ένας άλλος τρόπος συμπεριφοράς. Οι άνθρωποι διατηρούσαν ακόμη και στον πόλεμο ορισμένα κατάλοιπα των κοινωνικών σχέσεων που είχαν εγκαθιδρυθεί προηγουμένως· όταν πολεμούσαν εναντίον λαών με τους οποίους δεν είχαν ποτέ πριν οποιαδήποτε επαφή, άρχισαν να λαμβάνουν υπόψη την ιδέα ότι μεταξύ ανθρώπινων όντων, παρά την άμεση εχθρότητά τους, ήταν δυνατή μια μεταγενέστερη διευθέτηση και συνεργασία.

Οι πόλεμοι διεξάγονταν με σκοπό να πληγεί ο εχθρός· οι εχθρικές πράξεις, όμως, δεν ήταν πλέον άσπλαχνες και ανελέητες με την πλήρη έννοια των όρων. Οι εμπόλεμοι άρχισαν να σέβονται ορισμένα όρια, τα οποία δεν έπρεπε να υπερβαίνονται σε έναν αγώνα εναντίον ανθρώπων —σε αντιδιαστολή προς έναν αγώνα εναντίον θηρίων. Πάνω από το αμείλικτο μίσος και τη μανία καταστροφής και εξόντωσης άρχισε να επικρατεί ένα κοινωνικό στοιχείο. Αναδύθηκε η ιδέα ότι κάθε ανθρώπινος αντίπαλος έπρεπε να θεωρείται δυνητικός εταίρος σε μια μελλοντική συνεργασία και ότι το γεγονός αυτό δεν έπρεπε να παραβλέπεται κατά τη διεξαγωγή των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Ο πόλεμος έπαψε να θεωρείται φυσιολογική κατάσταση των διανθρώπινων σχέσεων. Οι άνθρωποι αναγνώρισαν ότι η ειρηνική συνεργασία αποτελεί το καλύτερο μέσο διεξαγωγής του αγώνα για βιολογική επιβίωση. Μπορούμε ακόμη να πούμε ότι, μόλις οι άνθρωποι αντιλήφθηκαν ότι ήταν επωφελέστερο να υποδουλώνουν τους ηττημένους παρά να τους σκοτώνουν, οι πολεμιστές, μολονότι εξακολουθούσαν να μάχονται, άρχισαν να σκέπτονται την επαύριον του πολέμου, δηλαδή την ειρήνη. Σε γενικές γραμμές, η υποδούλωση αποτέλεσε προκαταρκτικό στάδιο προς τη συνεργασία.

The struggles in which primitive hordes and tribes fought one another for watering places, hunting and fishing grounds, pastures and booty were such pitiless wars of annihilation. They were total wars. So in the nineteenth century were the first encounters of Europeans with the aborigines of territories newly made accessible. But already in the primeval age, long before the time of which historical records convey information, another mode of procedure began to develop. People preserved even in warfare some rudiments of social relations previously established; in fighting against peoples with whom they never before had had any contact, they began to take into account the idea that between human beings, notwithstanding their immediate enmity, a later arrangement and cooperation is possible. Wars were waged to hurt the foe; but the hostile acts were no longer merciless and pitiless in the full sense of these terms. The belligerents began to respect certain limits which in a struggle against men—as differentiated from that against beasts—should not be transcended. Above the implacable hatred and the frenzy of destruction and annihilation a societal element began to prevail. The idea emerged that every human adversary should be considered as a potential partner in a future cooperation, and that this fact should not be neglected in the conduct of military operations. War was no longer considered the normal state of interhuman relations. People recognized that peaceful cooperation is the best means to carry on the struggle for biological survival. We may even say that as soon as people realized that it is more advantageous to enslave the defeated than to kill them, the warriors, while still fighting, gave thought to the aftermath, the peace. Enslavement was by and large a preliminary step toward cooperation.

95

Η επικράτηση της ιδέας ότι, ακόμη και στον πόλεμο, δεν πρέπει να θεωρείται επιτρεπτή κάθε πράξη, ότι υπάρχουν θεμιτές και αθέμιτες πολεμικές ενέργειες και ότι υπάρχουν νόμοι —δηλαδή κοινωνικές σχέσεις— υπεράνω όλων των εθνών, ακόμη και εκείνων που πολεμούν προσωρινά μεταξύ τους, εγκαθίδρυσε τελικά τη Μεγάλη Κοινωνία, η οποία περιλαμβάνει όλους τους ανθρώπους και όλα τα έθνη. Οι διάφορες περιφερειακές κοινωνίες συγχωνεύθηκαν σε μία οικουμενική κοινωνία.

The ascendancy of the idea that even in war not every act is to be considered permissible, that there are legitimate and illicit acts of warfare, that there are laws, i.e., societal relationships which are above all nations, even above those momentarily fighting one another, has finally established the Great Society embracing all men and all nations. The various regional societies were merged into one ecumenical society.

96

Οι εμπόλεμοι που δεν διεξάγουν τον πόλεμο με την αγριότητα των θηρίων, αλλά σύμφωνα με «ανθρώπινους» και κοινωνικούς κανόνες πολέμου, παραιτούνται από τη χρήση ορισμένων μεθόδων καταστροφής, προκειμένου να επιτύχουν τις ίδιες παραχωρήσεις από τους εχθρούς τους. Στον βαθμό που τηρούνται αυτοί οι κανόνες, υπάρχουν κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών. Οι ίδιες οι εχθρικές πράξεις δεν είναι απλώς ακοινωνικές, αλλά αντικοινωνικές. Δεν είναι σκόπιμο να ορίζεται ο όρος «κοινωνικές σχέσεις» κατά τρόπο που να περιλαμβάνει πράξεις οι οποίες αποβλέπουν στην εξόντωση άλλων ανθρώπων και στη ματαίωση των πράξεών τους.8 Όπου οι μοναδικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων είναι εκείνες που κατευθύνονται προς την πρόκληση αμοιβαίας βλάβης, δεν υπάρχει ούτε κοινωνία ούτε κοινωνικές σχέσεις.

Belligerents who do not wage war savagely in the manner of beasts, but according to “human” and social rules of warfare, renounce the use of some methods of destruction in order to attain the same concessions on the part of their foes. As far as such rules are complied with, social relations exist between the fighting parties. The hostile acts themselves are not only asocial, but antisocial. It is a mistake to define the term “social relationships” in such a way as to include actions which aim at other people’s annihilation and at the frustration of their actions.[8] Where the only relations between men are those directed at mutual detriment, there is neither society nor societal relations.

97

Η κοινωνία δεν αποτελεί απλώς αλληλεπίδραση. Αλληλεπίδραση — αμοιβαία επίδραση— υπάρχει μεταξύ όλων των μερών του σύμπαντος: μεταξύ του λύκου και του προβάτου που αυτός καταβροχθίζει· μεταξύ του μικροβίου και του ανθρώπου που αυτό σκοτώνει· μεταξύ της πέτρας που πέφτει και του πράγματος πάνω στο οποίο προσκρούει. Η κοινωνία, αντιθέτως, προϋποθέτει πάντοτε ανθρώπους που δρουν σε συνεργασία με άλλους ανθρώπους, ώστε όλοι οι συμμετέχοντες να μπορέσουν να επιτύχουν τους δικούς τους σκοπούς.

Society is not merely interaction. There is interaction—reciprocal influence—between all parts of the universe: between the wolf and the sheep he devours; between the germ and the man it kills; between the falling stone and the thing upon which it falls. Society, on the other hand, always involves men acting in cooperation with other men in order to let all participants attain their own ends.

98

8. Το ένστικτο της επιθετικότητας και της καταστροφής

↗ στη σελίδα του βιβλίου

8. The Instinct of Aggression and Destruction

99

Έχει υποστηριχθεί ότι ο άνθρωπος είναι αρπακτικό ζώο, του οποίου τα έμφυτα φυσικά ένστικτα τον ωθούν να πολεμά, να σκοτώνει και να καταστρέφει. Ο πολιτισμός, δημιουργώντας μια αφύσικη ανθρωπιστική χαλαρότητα η οποία αποξενώνει τον άνθρωπο από τη ζωική καταγωγή του, επιχείρησε να καταστείλει αυτές τις παρορμήσεις και ορέξεις. Μετέτρεψε τον πολιτισμένο άνθρωπο σε εκφυλισμένο αδύναμο ον, το οποίο ντρέπεται για τη ζωική φύση του και υπερήφανα αποκαλεί την εξαχρείωσή του αληθινό ανθρωπισμό. Για να αποτραπεί ο περαιτέρω εκφυλισμός του ανθρώπινου είδους, είναι επιτακτικό να απελευθερωθεί ο άνθρωπος από τις ολέθριες συνέπειες του πολιτισμού.

Διότι ο πολιτισμός, σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, αποτελεί απλώς ένα πανούργο επινόημα κατώτερων ανθρώπων. Αυτά τα κατώτερα όντα είναι υπερβολικά αδύναμα για να αναμετρηθούν με τους σφριγηλούς ήρωες, υπερβολικά δειλά για να υποστούν την επάξια τιμωρία της ολοκληρωτικής εξόντωσης και υπερβολικά οκνηρά και αυθάδη για να υπηρετήσουν τους κυρίους ως δούλοι. Για αυτόν τον λόγο κατέφυγαν σε ένα δόλιο τέχνασμα. Αντέστρεψαν τα αιώνια κριτήρια της αξίας, τα οποία καθορίζονται απολύτως από τους αμετάβλητους νόμους του σύμπαντος· διέδωσαν μια ηθική που αποκαλεί αρετή τη δική τους κατωτερότητα και κακία την υπεροχή των ευγενών ηρώων. Αυτή η ηθική εξέγερση των δούλων πρέπει να ανατραπεί μέσω μιας αναξιολόγησης όλων των αξιών. Η ηθική των δούλων, αυτό το επαίσχυντο προϊόν της μνησικακίας των αδυνάτων, πρέπει να απορριφθεί ολοκληρωτικά· στη θέση της πρέπει να τεθεί η ηθική των ισχυρών ή, ακριβέστερα, η κατάργηση κάθε ηθικού περιορισμού. Ο άνθρωπος πρέπει να καταστεί άξιος απόγονος των προγόνων του, των ευγενών θηρίων των περασμένων εποχών.

It has been asserted that man is a beast of prey whose inborn natural instincts impel him to fight, to kill, and to destroy. Civilization, in creating unnatural humanitarian laxity which alienates man from his animal origin, has tried to quell these impulses and appetites. It has made civilized man a decadent weakling who is ashamed of his animality and proudly calls his depravity true humaneness. In order to prevent further degeneration of the species man, it is imperative to free him from the pernicious effects of civilization. For civilization is merely a cunning invention of inferior men. These underlings are too weak to be a match for the vigorous heroes, they are too cowardly to endure the well-deserved punishment of complete annihilation, and they are too lazy and too insolent to serve the masters as slaves. Thus they have resorted to a tricky makeshift. They have reversed the eternal standards of value, absolutely fixed by the immutable laws of the universe; they have propagated a morality which calls their own inferiority virtue and the eminence of the noble heroes vice. This moral rebellion of the slaves must be undone by a transvaluation of all values. The ethics of the slaves, this shameful product of the resentment of weaklings, must be entirely discarded; the ethics of the strong or, properly speaking, the nullification of any ethical restriction must be substituted for it. Man must become a worthy scion of his ancestors, the noble beasts of days gone by.

100

Συνηθίζεται τέτοιες θεωρίες να αποκαλούνται κοινωνικός ή κοινωνιολογικός δαρβινισμός. Δεν χρειάζεται να αποφασίσουμε εδώ αν αυτή η ορολογία είναι κατάλληλη ή όχι. Σε κάθε περίπτωση, αποτελεί σφάλμα η απόδοση των χαρακτηρισμών «εξελικτικές» και «βιολογικές» σε διδασκαλίες που περιφρονούν αβασάνιστα το σύνολο της ανθρώπινης ιστορίας —από τις εποχές κατά τις οποίες ο άνθρωπος άρχισε να ανυψώνεται πάνω από την αμιγώς ζωική ύπαρξη των μη ανθρώπινων προγόνων του— ως μια αδιάλειπτη πορεία προς τον εκφυλισμό και την παρακμή.

Η βιολογία δεν παρέχει κανένα κριτήριο για την αξιολόγηση των μεταβολών που συμβαίνουν στους ζωντανούς οργανισμούς, πέρα από το αν αυτές οι μεταβολές κατόρθωσαν ή όχι να προσαρμόσουν τα άτομα στις συνθήκες του περιβάλλοντός τους και, ως εκ τούτου, να βελτιώσουν τις πιθανότητές τους στον αγώνα για επιβίωση. Αποτελεί γεγονός ότι, αν κριθεί από αυτή τη σκοπιά, ο πολιτισμός πρέπει να θεωρηθεί ευεργετικός και όχι επιβλαβής. Κατέστησε δυνατό στον άνθρωπο να επιβληθεί στον αγώνα εναντίον όλων των άλλων ζωντανών όντων, τόσο των μεγάλων αρπακτικών ζώων όσο και των ακόμη επιβλαβέστερων μικροβίων· πολλαπλασίασε τα μέσα συντήρησής του· έκανε τον μέσο άνθρωπο ψηλότερο, ευκινητότερο και περισσότερο πολύπλευρο, και παρέτεινε τη μέση διάρκεια της ζωής του· παρέδωσε στον άνθρωπο την αδιαμφισβήτητη κυριαρχία επί της γης· πολλαπλασίασε τον πληθυσμό και ανύψωσε το επίπεδο διαβίωσης σε ύψος που οι πρωτόγονοι κάτοικοι των σπηλαίων της προϊστορικής εποχής δεν θα μπορούσαν ποτέ να ονειρευτούν.

Είναι αλήθεια ότι αυτή η εξέλιξη ανέστειλε την ανάπτυξη ορισμένων επιδεξιοτήτων και χαρισμάτων, τα οποία ήταν κάποτε χρήσιμα στον αγώνα για επιβίωση, αλλά απώλεσαν τη χρησιμότητά τους υπό τις μεταβληθείσες συνθήκες. Από την άλλη πλευρά, ανέπτυξε άλλα ταλέντα και δεξιότητες που είναι απαραίτητα για τη ζωή εντός του κοινωνικού πλαισίου. Μια βιολογική και εξελικτική θεώρηση, όμως, δεν πρέπει να επικρίνει τέτοιες μεταβολές. Για τον πρωτόγονο άνθρωπο, οι δυνατές γροθιές και η μαχητικότητα ήταν εξίσου χρήσιμες όσο είναι για τον σύγχρονο άνθρωπο η ικανότητα στους αριθμητικούς υπολογισμούς και στην ορθή γραφή. Είναι εντελώς αυθαίρετο και ασφαλώς αντίθετο προς κάθε βιολογικό κριτήριο να αποκαλούνται φυσικά και σύμφωνα με την ανθρώπινη φύση μόνο εκείνα τα χαρακτηριστικά που ήταν χρήσιμα στον πρωτόγονο άνθρωπο και να καταδικάζονται ως ενδείξεις εκφυλισμού και βιολογικής παρακμής τα ταλέντα και οι δεξιότητες που είναι απολύτως αναγκαία στον πολιτισμένο άνθρωπο. Η συμβουλή προς τον άνθρωπο να επιστρέψει στα σωματικά και διανοητικά γνωρίσματα των προϊστορικών προγόνων του δεν είναι περισσότερο εύλογη από την απαίτηση να εγκαταλείψει την όρθια βάδιση και να αποκτήσει ξανά ουρά.

It is usual to call such doctrines social or sociological Darwinism. We need not decide here whether this terminology is appropriate or not. At any rate it is a mistake to assign the epithets evolutionary and biological to teachings which blithely disparage the whole of mankind’s history from the ages in which man began to lift himself above the purely animal existence of his nonhuman ancestors as a continuous progression toward degeneration and decay. Biology does not provide any standard for the appraisal of changes occurring within living beings other than whether or not these changes succeeded in adjusting the individuals to the conditions of their environment and thereby in improving their chances in the struggle for survival. It is a fact that civilization, when judged from this point of view, is to be considered a benefit and not an evil. It has enabled man to hold his own in the struggle against all other living beings, both the big beasts of prey and the even more pernicious microbes; it has multiplied man’s means of sustenance; it has made the average man taller, more agile, and more versatile and it has stretched his average length of life; it has given man the uncontested mastery of the earth; it has multiplied population figures and raised the standard of living to a level never dreamed of by the crude cave dwellers of prehistoric ages. It is true that this evolution stunted the development of certain knacks and gifts which were once useful in the struggle for survival and have lost their usefulness under changed conditions. On the other hand it developed other talents and skills which are indispensable for life within the frame of society. However, a biological and evolutionary view must not cavil at such changes. For primitive man hard fists and pugnacity were as useful as the ability to be clever at arithmetic and to spell correctly are for modern man. It is quite arbitrary and certainly contrary to any biological standard to call only those characteristics which were useful to primitive man natural and adequate to human nature and to condemn the talents and skills badly needed by civilized man as marks of degeneration and biological deterioration. To advise man to return to the physical and intellectual features of his prehistoric ancestors is no more reasonable than to ask him to renounce his upright gait and to grow a tail again.

101

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι άνθρωποι που πρωτοστάτησαν στην εξύμνηση της υπεροχής των άγριων παρορμήσεων των βάρβαρων προγόνων μας ήταν τόσο φιλάσθενοι, ώστε το σώμα τους δεν θα ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις του «επικίνδυνου βίου». Ακόμη και πριν από τη διανοητική του κατάρρευση, ο Nietzsche ήταν τόσο ασθενικός, ώστε τα μοναδικά κλίματα που μπορούσε να αντέξει ήταν εκείνα της κοιλάδας Engadin και ορισμένων περιοχών της Ιταλίας. Δεν θα ήταν σε θέση να επιτελέσει το έργο του, αν η πολιτισμένη κοινωνία δεν είχε προστατεύσει το ευαίσθητο νευρικό του σύστημα από τη σκληρότητα της ζωής. Οι απόστολοι της βίας συνέγραψαν τα βιβλία τους υπό την προστατευτική στέγη της «αστικής ασφάλειας», την οποία χλεύαζαν και περιφρονούσαν. Ήταν ελεύθεροι να δημοσιεύουν τα εμπρηστικά τους κηρύγματα, επειδή ο φιλελευθερισμός τον οποίο καταφρονούσαν διαφύλασσε την ελευθερία του Τύπου. Θα περιέρχονταν σε απόγνωση, αν αναγκάζονταν να στερηθούν τις ευλογίες του πολιτισμού τον οποίο καταδίκαζε η φιλοσοφία τους. Και τι θέαμα παρουσίαζε ο άτολμος συγγραφέας Georges Sorel, ο οποίος έφθασε τόσο μακριά στην εξύμνηση της βαρβαρότητας, ώστε κατηγόρησε το σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα ότι αποδυναμώνει τις έμφυτες τάσεις του ανθρώπου προς τη βία!9

It is noteworthy that the men who were foremost in extolling the eminence of the savage impulses of our barbarian forefathers were so frail that their bodies would not have come up to the requirements of “dangerous living.” Nietzsche even before his mental breakdown was so sickly that the only climate he could stand was that of the Engadin valley and of some Italian districts. He would not have been in a position to accomplish his work if civilized society had not protected his delicate nerves against the roughness of life. The apostles of violence wrote their books under the sheltering roof of “bourgeois security” which they derided and disparaged. They were free to publish their incendiary sermons because the liberalism which they scorned safeguarded freedom of the press. They would have been desperate if they had had to forego the blessings of the civilization scorned by their philosophy. And what a spectacle was that timid writer Georges Sorel, who went so far in his praise of brutality as to blame the modern system of education for weakening man’s inborn tendencies toward violence![9]

102

Μπορεί να γίνει δεκτό ότι στον πρωτόγονο άνθρωπο ήταν έμφυτη η ροπή προς τη θανάτωση και την καταστροφή, καθώς και η προδιάθεση προς τη σκληρότητα. Μπορούμε επίσης να υποθέσουμε ότι, υπό τις συνθήκες παλαιότερων εποχών, η κλίση προς την επιθετικότητα και τον φόνο ευνοούσε τη διατήρηση της ζωής. Ο άνθρωπος υπήρξε κάποτε βάναυσο θηρίο. Δεν χρειάζεται να εξεταστεί αν ο προϊστορικός άνθρωπος ήταν σαρκοφάγος ή φυτοφάγος. Δεν πρέπει, όμως, να λησμονείται ότι ήταν σωματικά αδύναμο ζώο· δεν θα μπορούσε να αναμετρηθεί με τα μεγάλα αρπακτικά θηρία, αν δεν ήταν εφοδιασμένος με ένα ιδιαίτερο όπλο: τον λόγο.

Το γεγονός ότι ο άνθρωπος είναι έλλογο ον και ότι, ως εκ τούτου, δεν υποκύπτει ανεμπόδιστα σε κάθε παρόρμηση, αλλά διαμορφώνει τη συμπεριφορά του σύμφωνα με έλλογη στάθμιση, δεν πρέπει, από ζωολογική σκοπιά, να αποκαλείται αφύσικο. Έλλογη συμπεριφορά σημαίνει ότι ο άνθρωπος, αντιμέτωπος με το γεγονός ότι δεν μπορεί να ικανοποιήσει όλες τις παρορμήσεις, τις επιθυμίες και τις ορέξεις του, παραιτείται από την ικανοποίηση εκείνων που θεωρεί λιγότερο επιτακτικές. Για να μη θέσει σε κίνδυνο τη λειτουργία της κοινωνικής συνεργασίας, ο άνθρωπος αναγκάζεται να απέχει από την ικανοποίηση όσων επιθυμιών θα παρεμπόδιζαν τη συγκρότηση κοινωνικών θεσμών. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μια τέτοια παραίτηση είναι οδυνηρή. Ο άνθρωπος, όμως, έκανε την επιλογή του. Παραιτήθηκε από την ικανοποίηση ορισμένων επιθυμιών ασυμβίβαστων με την κοινωνική ζωή και έδωσε προτεραιότητα στην ικανοποίηση εκείνων των επιθυμιών που μπορούν να πραγματοποιηθούν μόνο, ή να ικανοποιηθούν σε μεγαλύτερη αφθονία, υπό ένα σύστημα καταμερισμού της εργασίας. Εισήλθε στην οδό που οδηγεί προς τον πολιτισμό, την κοινωνική συνεργασία και τον πλούτο.

One may admit that in primitive man the propensity for killing and destroying and the disposition for cruelty were innate. We may also assume that under the conditions of earlier ages the inclination for aggression and murder was favorable to the preservation of life. Man was once a brutal beast. (There is no need to investigate whether prehistoric man was a carnivore or a herbivore.) But one must not forget that he was physically a weak animal; he would not have been a match for the big beasts of prey if he had not been equipped with a peculiar weapon, reason. The fact that man is a reasonable being, that he therefore does not yield without inhibitions to every impulse, but arranges his conduct according to reasonable deliberation, must not be called unnatural from a zoological point of view. Rational conduct means that man, in face of the fact that he cannot satisfy all his impulses, desires, and appetites, foregoes the satisfaction of those which he considers less urgent. In order not to endanger the working of social cooperation man is forced to abstain from satisfying those desires whose satisfaction would hinder establishment of societal institutions. There is no doubt that such a renunciation is painful. However, man has made his choice. He has renounced the satisfaction of some desires incompatible with social life and has given priority to the satisfaction of those desires which can be realized only or in a more plentiful way under a system of the division of labor. He has entered upon the way toward civilization, social cooperation, and wealth.

103

Η απόφαση αυτή δεν είναι ανέκκλητη και οριστική. Η επιλογή των πατέρων δεν περιορίζει την ελευθερία επιλογής των γιων. Εκείνοι μπορούν να αντιστρέψουν την απόφαση. Μπορούν καθημερινά να προβούν σε αναξιολόγηση των αξιών και να προτιμήσουν τη βαρβαρότητα από τον πολιτισμό ή, όπως λένε ορισμένοι συγγραφείς, την ψυχή από τη διάνοια, τους μύθους από τον λόγο και τη βία από την ειρήνη. Πρέπει, όμως, να επιλέξουν. Είναι αδύνατον να αποκτήσουν πράγματα που είναι ασυμβίβαστα μεταξύ τους.

This decision is not irrevocable and final. The choice of the fathers does not impair the sons’ freedom to choose. They can reverse the resolution. Every day they can proceed to the transvaluation of values and prefer barbarism to civilization, or, as some authors say, the soul to the intellect, myths to reason, and violence to peace. But they must choose. It is impossible to have things incompatible with one another.

104

Από τη σκοπιά της αξιολογικής της ουδετερότητας, η επιστήμη δεν επικρίνει τους αποστόλους του ευαγγελίου της βίας επειδή εξυμνούν τη φρενίτιδα του φόνου και τις παράφρονες απολαύσεις του σαδισμού. Οι αξιολογικές κρίσεις είναι υποκειμενικές και η φιλελεύθερη κοινωνία παρέχει σε όλους το δικαίωμα να εκφράζουν ελεύθερα τα αισθήματά τους. Ο πολιτισμός δεν εξάλειψε την πρωταρχική τάση προς την επιθετικότητα, την αιμοδιψία και τη σκληρότητα, η οποία χαρακτήριζε τον πρωτόγονο άνθρωπο. Σε πολλούς πολιτισμένους ανθρώπους αυτές οι τάσεις βρίσκονται σε λανθάνουσα κατάσταση και εκδηλώνονται βίαια μόλις υποχωρήσουν οι ανασχετικοί φραγμοί που ανέπτυξε ο πολιτισμός. Αρκεί να αναλογιστούμε τις ανείπωτες φρικαλεότητες των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης. Οι εφημερίδες αναφέρουν διαρκώς αποτρόπαια εγκλήματα που φανερώνουν τις λανθάνουσες παρορμήσεις προς την κτηνωδία. Τα δημοφιλέστερα μυθιστορήματα και κινηματογραφικά έργα είναι εκείνα που πραγματεύονται αιματοχυσίες και πράξεις βίας. Οι ταυρομαχίες και οι κοκορομαχίες προσελκύουν μεγάλα πλήθη.

Science, from the point of view of its valuational neutrality, does not blame the apostles of the gospel of violence for praising the frenzy of murder and the mad delights of sadism. Value judgments are subjective, and liberal society grants to everybody the right to express his sentiments freely. Civilization has not extirpated the original tendency toward aggression, bloodthirstiness, and cruelty which characterized primitive man. In many civilized men they are dormant and burst forth as soon as the restraints developed by civilization give way. Remember the unspeakable horrors of the Nazi concentration camps. The newspapers continually report abominable crimes manifesting the latent urges toward bestiality. The most popular novels and moving pictures are those dealing with bloodshed and violent acts. Bull fights and cock fights attract large crowds.

105

Αν ένας συγγραφέας πει: «Ο όχλος διψά για αίμα, και εγώ μαζί του», μπορεί να μην έχει λιγότερο δίκιο από ό,τι όταν ισχυρίζεται ότι και ο πρωτόγονος άνθρωπος αντλούσε ευχαρίστηση από τον φόνο. Σφάλλει, όμως, αν παραβλέπει το γεγονός ότι η ικανοποίηση τέτοιων σαδιστικών επιθυμιών υπονομεύει την ύπαρξη της κοινωνίας· ή αν υποστηρίζει ότι ο «αληθινός» πολιτισμός και η «αγαθή» κοινωνία αποτελούν επίτευγμα ανθρώπων που ενδίδουν αβασάνιστα στο πάθος τους για βία, φόνο και σκληρότητα· ότι η καταστολή των παρορμήσεων προς τη βαρβαρότητα θέτει σε κίνδυνο την εξέλιξη της ανθρωπότητας· και ότι η αντικατάσταση του ανθρωπισμού από τη βαρβαρότητα θα έσωζε τον άνθρωπο από τον εκφυλισμό.

Ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας και η συνεργασία θεμελιώνονται στη συναινετική διευθέτηση των διαφορών. Πηγή όλων των κοινωνικών σχέσεων δεν είναι ο πόλεμος, όπως υποστήριζε ο Ηράκλειτος, αλλά η ειρήνη. Ο άνθρωπος διαθέτει και άλλες έμφυτες επιθυμίες πέρα από την επιθυμία για αιματοχυσία. Αν θέλει να ικανοποιήσει αυτές τις άλλες επιθυμίες, πρέπει να παραιτηθεί από την παρόρμησή του να σκοτώνει. Όποιος επιθυμεί να διατηρήσει τη ζωή και την υγεία του όσο το δυνατόν καλύτερα και για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα πρέπει να αντιληφθεί ότι ο σεβασμός της ζωής και της υγείας των άλλων εξυπηρετεί τον σκοπό του καλύτερα από τον αντίθετο τρόπο συμπεριφοράς. Μπορεί κανείς να λυπάται για το γεγονός ότι αυτή είναι η πραγματική κατάσταση των πραγμάτων. Κανένας τέτοιος θρήνος, όμως, δεν μπορεί να μεταβάλει τα αμείλικτα δεδομένα.

If an author says: the rabble thirst for blood and I with them, he may be no less right than in asserting that primitive man too took delight in killing. But he errs if he passes over the fact that the satisfaction of such sadistic desires impairs the existence of society or if he asserts that “true” civilization and the “good” society are an achievement of people blithely indulging in their passion for violence, murder, and cruelty, that the repression of the impulses toward brutality endangers mankind’s evolution and that a substitution of barbarism for humanitarianism would save man from degeneration. The social division of labor and cooperation rests upon conciliatory settlement of disputes. Not war, as Heraclitus said, but peace is the source of all social relations. To man desires other than that for bloodshed are inborn. If he wants to satisfy these other desires, he must forego his urge to kill. He who wants to preserve life and health as well and as long as possible, must realize that respect for other people’s lives and health better serves his aim than the opposite mode of conduct. One may regret that such is the state of affairs. But no such lamentations can alter the hard facts.

106

Είναι μάταιο να επικρίνεται αυτή η διαπίστωση μέσω επίκλησης του ανορθολογικού χαρακτήρα των ανθρώπινων παρορμήσεων. Όλες οι ενστικτώδεις παρορμήσεις διαφεύγουν της εξέτασης από τον λόγο, επειδή ο λόγος πραγματεύεται μόνο τα μέσα για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών και όχι τους ίδιους τους έσχατους σκοπούς. Εκείνο, όμως, που διακρίνει τον άνθρωπο από τα άλλα ζώα είναι ακριβώς ότι δεν υποκύπτει άβουλα σε κάθε ενστικτώδη παρόρμηση. Ο άνθρωπος χρησιμοποιεί τον λόγο για να επιλέξει μεταξύ των ασυμβίβαστων ικανοποιήσεων αντικρουόμενων επιθυμιών.

It is useless to censure this statement by referring to irrationality. All instinctive impulses defy examination by reason because reason deals only with the means for attaining ends sought and not with ultimate ends. But what distinguishes man from other animals is precisely that he does not yield without any will of his own to an instinctive urge. Man uses reason in order to choose between the incompatible satisfactions of conflicting desires.

107

Δεν πρέπει να λέει κανείς στις μάζες: «Ενδώστε στην παρόρμησή σας για φόνο· είναι γνήσια ανθρώπινη και εξυπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο την ευημερία σας». Πρέπει να τους πει: «Αν ικανοποιήσετε τη δίψα σας για αίμα, πρέπει να παραιτηθείτε από πολλές άλλες επιθυμίες. Θέλετε να τρώτε, να πίνετε, να ζείτε σε όμορφες κατοικίες, να ενδύεστε και να απολαμβάνετε χιλιάδες άλλα πράγματα που μόνο η κοινωνία μπορεί να σας παράσχει. Δεν μπορείτε να τα έχετε όλα· πρέπει να επιλέξετε. Ο επικίνδυνος βίος και η φρενίτιδα του σαδισμού ενδέχεται να σας ευχαριστούν, αλλά είναι ασυμβίβαστα με την ασφάλεια και την αφθονία, τις οποίες επίσης δεν επιθυμείτε να στερηθείτε».

One must not tell the masses: Indulge in your urge for murder; it is genuinely human and best serves your well-being. One must tell them: If you satisfy your thirst for blood, you must forego many other desires. You want to eat, to drink, to live in fine homes, to clothe yourselves, and a thousand other things which only society can provide. You cannot have everything, you must choose. The dangerous life and the frenzy of sadism may please you, but they are incompatible with the security and plenty which you do not want to miss either.

108

Η πραξεολογία, ως επιστήμη, δεν μπορεί να παραβιάσει το δικαίωμα του ατόμου να επιλέγει και να δρα. Οι τελικές αποφάσεις ανήκουν στους δρώντες ανθρώπους και όχι στους θεωρητικούς. Η συμβολή της επιστήμης στη ζωή και στη δράση δεν συνίσταται στη διατύπωση αξιολογικών κρίσεων, αλλά στη διασαφήνιση των συνθηκών υπό τις οποίες πρέπει να δρα ο άνθρωπος και στην επεξήγηση των συνεπειών των διαφόρων τρόπων δράσης. Θέτει στη διάθεση του δρώντος ανθρώπου όλες τις πληροφορίες που χρειάζεται, ώστε να προβαίνει στις επιλογές του έχοντας πλήρη επίγνωση των συνεπειών τους. Καταρτίζει, τρόπον τινά, έναν απολογισμό κόστους και απόδοσης. Θα αποτύγχανε σε αυτό το καθήκον, αν παρέλειπε από τον απολογισμό οποιοδήποτε στοιχείο θα μπορούσε να επηρεάσει τις επιλογές και τις αποφάσεις των ανθρώπων.

Praxeology as a science cannot encroach upon the individual’s right to choose and to act. The final decisions rest with acting men, not with the theorists. Science’s contribution to life and action does not consist in establishing value judgments, but in clarification of the conditions under which man must act and in elucidation of the effects of various modes of action. It puts at the disposal of acting man all the information he needs in order to make his choices in full awareness of their consequences. It prepares an estimate of cost and yield, as it were. It would fail in this task if it were to omit from this statement one of the items which could be of influence in people’s choices and decisions.

109

Σύγχρονες παρερμηνείες της νεότερης φυσικής επιστήμης, ιδίως του δαρβινισμού

Current Misinterpretations of Modern Natural Science, Especially of Darwinism

110

Ορισμένοι σύγχρονοι αντιφιλελεύθεροι, τόσο της δεξιάς όσο και της αριστερής παράταξης, θεμελιώνουν τις διδασκαλίες τους σε παρερμηνείες των επιτευγμάτων της νεότερης βιολογίας.

Some present-day antiliberals, both of the right-wing and of the leftwing variety, base their teachings on misinterpretations of the achievements of modern biology.

111

Ο φιλελευθερισμός του δέκατου όγδοου αιώνα, όπως και ο σύγχρονος εξισωτισμός, εκκινούν από την «αυταπόδεικτη αλήθεια» ότι «όλοι οι άνθρωποι δημιουργούνται ίσοι και ότι ο Δημιουργός τους τούς προικίζει με ορισμένα αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα». Ωστόσο, λένε οι υποστηρικτές μιας βιολογικής φιλοσοφίας της κοινωνίας, η φυσική επιστήμη απέδειξε κατά τρόπο αδιάψευστο ότι οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί. Στο πλαίσιο της εμπειρικής παρατήρησης των φυσικών φαινομένων δεν απομένει χώρος για μια έννοια όπως εκείνη των φυσικών δικαιωμάτων. Η φύση παραμένει απαθής και αναίσθητη απέναντι στη ζωή και στην ευτυχία οποιουδήποτε όντος. Η φύση είναι αδήριτη αναγκαιότητα και κανονικότητα. Αποτελεί μεταφυσική ανοησία η σύνδεση της «ολισθηρής» και ασαφούς έννοιας της ελευθερίας με τους αμετάβλητους και απόλυτους νόμους της κοσμικής τάξης. Έτσι, η θεμελιώδης ιδέα του φιλελευθερισμού αποκαλύπτεται ως πλάνη.

1. Men are unequal. Eighteenth-century liberalism and likewise present-day egalitarianism start from the “self-evident truth” that “all men are created equal, and that they are endowed by their Creator with certain unalienable Rights.” However, say the advocates of a biological philosophy of society, natural science has demonstrated in an irrefutable way that men are different. There is no room left in the framework of an experimental observation of natural phenomena for such a concept as natural rights. Nature is unfeeling and insensible with regard to any being’s life and happiness. Nature is iron necessity and regularity. It is metaphysical nonsense to link together the “slippery” and vague notion of liberty and the unchangeable absolute laws of cosmic order. Thus the fundamental idea of liberalism is unmasked as a fallacy.

112

Είναι πράγματι αλήθεια ότι το φιλελεύθερο και δημοκρατικό κίνημα του δέκατου όγδοου και του δέκατου ένατου αιώνα άντλησε μεγάλο μέρος της ισχύος του από τη θεωρία του φυσικού δικαίου και των έμφυτων και απαράγραπτων δικαιωμάτων του ατόμου. Αυτές οι ιδέες, οι οποίες αναπτύχθηκαν αρχικά από την αρχαία φιλοσοφία και την ιουδαϊκή θεολογία, διαπότισαν τη χριστιανική σκέψη. Ορισμένες αντικαθολικές αιρέσεις τις κατέστησαν κεντρικό σημείο των πολιτικών τους προγραμμάτων. Μια μακρά σειρά διακεκριμένων φιλοσόφων τις θεμελίωσε θεωρητικά. Έγιναν δημοφιλείς και αποτέλεσαν την ισχυρότερη κινητήρια δύναμη της φιλοδημοκρατικής εξέλιξης. Υποστηρίζονται ακόμη και σήμερα. Οι συνήγοροί τους δεν ασχολούνται με το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο Θεός ή η φύση δεν δημιούργησε τους ανθρώπους ίσους, καθώς πολλοί γεννιούνται υγιείς και αρτιμελείς, ενώ άλλοι ανάπηροι και παραμορφωμένοι. Κατά την άποψή τους, όλες οι διαφορές μεταξύ των ανθρώπων οφείλονται στην εκπαίδευση, στις ευκαιρίες και στους κοινωνικούς θεσμούς.

Now it is true that the liberal and democratic movement of the eighteenth and nineteenth centuries drew a great part of its strength from the doctrine of natural law and the innate imprescriptible rights of the individual. These ideas, first developed by ancient philosophy and Jewish theology, permeated Christian thinking. Some anti-Catholic sects made them the focal point of their political programs. A long line of eminent philosophers substantiated them. They became popular and were the most powerful moving force in the prodemocratic evolution. They are still supported today. Their advocates do not concern themselves with the incontestable fact that God or nature did not create men equal since many are born hale and hearty while others are crippled and deformed. With them all differences between men are due to education, opportunity, and social institutions.

113

Οι διδασκαλίες, όμως, της ωφελιμιστικής φιλοσοφίας και της κλασικής οικονομικής επιστήμης δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τη θεωρία του φυσικού δικαίου. Για αυτές, το μόνο ζήτημα που έχει σημασία είναι η κοινωνική χρησιμότητα. Συνιστούν τη λαϊκή διακυβέρνηση, την ιδιωτική ιδιοκτησία, την ανεκτικότητα και την ελευθερία όχι επειδή είναι φυσικές και δίκαιες, αλλά επειδή είναι επωφελείς. Ο πυρήνας της φιλοσοφίας του Ricardo συνίσταται στην κατάδειξη ότι η κοινωνική συνεργασία και ο καταμερισμός της εργασίας μεταξύ ανθρώπων οι οποίοι είναι από κάθε άποψη ανώτεροι και αποτελεσματικότεροι και ανθρώπων οι οποίοι είναι από κάθε άποψη κατώτεροι και λιγότερο αποτελεσματικοί ωφελούν και τις δύο ομάδες.

Ο ριζοσπάστης Bentham διακήρυξε: «Τα φυσικά δικαιώματα είναι σκέτη ανοησία· τα φυσικά και απαράγραπτα δικαιώματα, ρητορική ανοησία».10 Κατά τον Bentham, «ο μοναδικός σκοπός της κυβέρνησης πρέπει να είναι η μεγαλύτερη ευτυχία του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού μελών της κοινότητας».11 Συνεπώς, όταν εξετάζει τι πρέπει να αποτελεί δίκαιο, δεν ενδιαφέρεται για προκατασκευασμένες ιδέες σχετικά με τα σχέδια και τις προθέσεις του Θεού ή της φύσης, τα οποία παραμένουν για πάντα κρυμμένα από τους θνητούς ανθρώπους· επιδιώκει να ανακαλύψει τι εξυπηρετεί καλύτερα την προαγωγή της ανθρώπινης ευημερίας και ευτυχίας.

Ο Malthus κατέδειξε ότι η φύση, περιορίζοντας τα μέσα συντήρησης, δεν απονέμει σε κανένα ζωντανό ον δικαίωμα ύπαρξης και ότι, αν ο άνθρωπος ενέδιδε ασυλλόγιστα στη φυσική παρόρμηση προς αναπαραγωγή, δεν θα είχε υπερβεί ποτέ το όριο της λιμοκτονίας. Υποστήριξε ότι ο ανθρώπινος πολιτισμός και η ευημερία μπορούσαν να αναπτυχθούν μόνο στον βαθμό που ο άνθρωπος μάθαινε να χαλιναγωγεί τις σεξουαλικές του ορέξεις μέσω ηθικής εγκράτειας. Οι ωφελιμιστές δεν αντιμάχονται την αυθαίρετη διακυβέρνηση και τα προνόμια επειδή αντιβαίνουν στο φυσικό δίκαιο, αλλά επειδή είναι επιζήμια για την ευημερία. Συνιστούν την ισότητα ενώπιον του αστικού νόμου όχι επειδή οι άνθρωποι είναι ίσοι, αλλά επειδή μια τέτοια πολιτική είναι επωφελής για το κοινό καλό. Απορρίπτοντας τις απατηλές έννοιες του φυσικού δικαίου και της ανθρώπινης ισότητας, η σύγχρονη βιολογία απλώς επανέλαβε όσα οι ωφελιμιστές υπέρμαχοι του φιλελευθερισμού και της δημοκρατίας είχαν διδάξει πολύ νωρίτερα και με πολύ πειστικότερο τρόπο. Είναι προφανές ότι καμία βιολογική θεωρία δεν μπορεί ποτέ να αναιρέσει όσα υποστηρίζει η ωφελιμιστική φιλοσοφία σχετικά με την κοινωνική χρησιμότητα της δημοκρατικής διακυβέρνησης, της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, της ελευθερίας και της ισότητας ενώπιον του νόμου.

But the teachings of utilitarian philosophy and classical economics have nothing at all to do with the doctrine of natural right. With them the only point that matters is social utility. They recommend popular government, private property, tolerance, and freedom not because they are natural and just, but because they are beneficial. The core of Ricardo’s philosophy is the demonstration that social cooperation and division of labor between men who are in every regard superior and more efficient and men who are in every regard inferior and less efficient is beneficial to both groups. Bentham, the radical, shouted: “Natural rights is simple nonsense: natural and imprescriptible rights, rhetorical nonsense.”[10] With him “the sole object of government ought to be the greatest happiness of the greatest possible number of the community.”[11] Accordingly, in investigating what ought to be right he does not care about preconceived ideas concerning God’s or nature’s plans and intentions, forever hidden to mortal men; he is intent upon discovering what best serves the promotion of human welfare and happiness. Malthus showed that nature in limiting the means of subsistence does not accord to any living being a right of existence, and that by indulging heedlessly in the natural impulse of proliferation man would never have risen above the verge of starvation. He contended that human civilization and well-being could develop only to the extent that man learned to rein his sexual appetites by moral restraint. The Utilitarians do not combat arbitrary government and privileges because they are against natural law but because they are detrimental to prosperity. They recommend equality under the civil law not because men are equal but because such a policy is beneficial to the commonweal. In rejecting the illusory notions of natural law and human equality modern biology only repeated what the utilitarian champions of liberalism and democracy long before had taught in a much more persuasive way. It is obvious that no biological doctrine can ever invalidate what utilitarian philosophy says about the social utility of democratic government, private property, freedom, and equality under the law.

114

Η σημερινή επικράτηση θεωριών που επιδοκιμάζουν την κοινωνική αποσύνθεση και τη βίαιη σύγκρουση δεν αποτελεί αποτέλεσμα μιας υποτιθέμενης προσαρμογής της κοινωνικής φιλοσοφίας στα πορίσματα της βιολογίας, αλλά της σχεδόν καθολικής απόρριψης της ωφελιμιστικής φιλοσοφίας και της οικονομικής θεωρίας. Οι άνθρωποι αντικατέστησαν την «ορθόδοξη» ιδεολογία της αρμονίας των ορθώς εννοούμενων — δηλαδή των μακροπρόθεσμων— συμφερόντων όλων των ατόμων, των κοινωνικών ομάδων και των εθνών με μια ιδεολογία ασυμφιλίωτης ταξικής και διεθνούς σύγκρουσης. Οι άνθρωποι πολεμούν μεταξύ τους επειδή είναι πεπεισμένοι ότι η εξόντωση και η εξάλειψη των αντιπάλων αποτελεί το μοναδικό μέσο για την προαγωγή της δικής τους ευημερίας.

The present-day prevalence of doctrines approving social disintegration and violent conflict is not the result of an alleged adaptation of social philosophy to the findings of biology but of the almost universal rejection of utilitarian philosophy and economic theory. People have substituted an ideology of irreconcilable class conflict and international conflict for the “orthodox” ideology of the harmony of the rightly understood, i.e., long-run, interests of all individuals, social groups, and nations. Men are fighting one another because they are convinced that the extermination and liquidation of adversaries is the only means of promoting their own well-being.

115

Η θεωρία της εξέλιξης, όπως την εξέθεσε ο Darwin, λέει μια σχολή κοινωνικού δαρβινισμού, κατέδειξε σαφώς ότι στη φύση δεν υπάρχουν ειρήνη και σεβασμός για τη ζωή και την ευημερία των άλλων. Στη φύση υπάρχει πάντοτε αγώνας και ανελέητη εξόντωση των αδυνάτων που δεν κατορθώνουν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Τα σχέδια του φιλελευθερισμού για αιώνια ειρήνη —τόσο στις εσωτερικές όσο και στις διεθνείς σχέσεις— αποτελούν προϊόν ενός απατηλού ορθολογισμού αντίθετου προς τη φυσική τάξη.

2. The social implications of Darwinism. The theory of evolution as expounded by Darwin, says a school of social Darwinism, has clearly demonstrated that in nature there are no such things as peace and respect for the lives and welfare of others. In nature there is always struggle and merciless annihilation of the weak who do not succeed in defending themselves. Liberalism’s plans for eternal peace—both in domestic and in foreign relations—are the outcome of an illusory rationalism contrary to the natural order.

116

Ωστόσο, η έννοια του αγώνα για την ύπαρξη, την οποία ο Darwin δανείστηκε από τον Malthus και εφάρμοσε στη θεωρία του, πρέπει να ερμηνεύεται μεταφορικά. Σημαίνει ότι ένα ζωντανό ον αντιστέκεται ενεργά στις δυνάμεις που είναι επιβλαβείς για τη ζωή του. Για να είναι επιτυχής, αυτή η αντίσταση πρέπει να είναι κατάλληλη προς τις περιβαλλοντικές συνθήκες μέσα στις οποίες το συγκεκριμένο ον πρέπει να διατηρηθεί στη ζωή. Δεν χρειάζεται να λαμβάνει πάντοτε τη μορφή πολέμου εξόντωσης, όπως συμβαίνει στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και των παθογόνων μικροβίων.

Ο λόγος απέδειξε ότι, για τον άνθρωπο, το καταλληλότερο μέσο βελτίωσης των συνθηκών του είναι η κοινωνική συνεργασία και ο καταμερισμός της εργασίας. Αυτά αποτελούν τα κυριότερα εργαλεία του ανθρώπου στον αγώνα του για επιβίωση. Μπορούν, όμως, να λειτουργήσουν μόνο όπου επικρατεί ειρήνη. Οι πόλεμοι, οι εμφύλιοι πόλεμοι και οι επαναστάσεις βλάπτουν την επιτυχία του ανθρώπου στον αγώνα για την ύπαρξη, επειδή αποσυνθέτουν τον μηχανισμό της κοινωνικής συνεργασίας.

However, the notion of the struggle for existence as Darwin borrowed it from Malthus and applied it in his theory, is to be understood in a metaphorical sense. Its meaning is that a living being actively resists the forces detrimental to its own life. This resistance, if it is to succeed, must be appropriate to the environmental conditions in which the being concerned has to hold its own. It need not always be a war of extermination such as in the relations between men and morbific microbes. Reason has demonstrated that, for man, the most adequate means of improving his condition is social cooperation and division of labor. They are man’s foremost tool in his struggle for survival. But they can work only where there is peace. Wars, civil wars, and revolutions are detrimental to man’s success in the struggle for existence because they disintegrate the apparatus of social cooperation.

117

Η χριστιανική θεολογία υποτίμησε τις ζωικές λειτουργίες του ανθρώπινου σώματος και παρουσίασε την «ψυχή» ως κάτι που βρίσκεται έξω από όλα τα βιολογικά φαινόμενα. Αντιδρώντας υπερβολικά προς αυτή τη φιλοσοφία, ορισμένοι σύγχρονοι έχουν την τάση να υποτιμούν οτιδήποτε διαφοροποιεί τον άνθρωπο από τα άλλα ζώα. Στα μάτια τους, ο ανθρώπινος λόγος είναι κατώτερος από τα ζωικά ένστικτα και τις ζωικές παρορμήσεις· είναι αφύσικος και, συνεπώς, κακός. Για αυτούς, οι όροι «ορθολογισμός» και «έλλογη συμπεριφορά» έχουν υποτιμητική σημασία. Ο τέλειος άνθρωπος, ο πραγματικός άνθρωπος, είναι ένα ον που υπακούει στα αρχέγονα ένστικτά του περισσότερο από ό,τι στον λόγο του.

3. Reason and rational behavior are unnatural. Christian theology deprecated the animal functions of man’s body and depicted the “soul” as something outside of all biological phenomena. In an excessive reaction against this philosophy some moderns are prone to disparage everything in which man differs from other animals. In their eyes human reason is inferior to the animal instincts and impulses; it is unnatural and therefore bad. With them the terms rationalism and rational behavior have an opprobrious connotation. The perfect man, the real man, is a being who obeys his primordial instincts more than his reason.

118

Η προφανής αλήθεια είναι ότι ο λόγος, το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα του ανθρώπου, αποτελεί επίσης βιολογικό φαινόμενο. Δεν είναι ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο φυσικός από οποιοδήποτε άλλο γνώρισμα του είδους Homo sapiens, όπως, για παράδειγμα, η όρθια βάδιση ή το άτριχο δέρμα.

The obvious truth is that reason, man’s most characteristic feature, is also a biological phenomenon. It is neither more nor less natural than any other feature of the species homo sapiens, for instance, the upright gait or the hairless skin.

119

← Κεφάλαιο 7: ΔΡΑΣΗ ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 9: Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ →

← ΠεριεχόμεναΔίγλωσση ανάγνωση: Ανθρώπινη Δράση