Ανθρώπινη Δράση: Κεφάλαιο 6: ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ
Ludwig von Mises · Human Action: A Treatise on Economics
Πραξεολόγος
← Κεφάλαιο 5: ΧΡΟΝΟΣΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 7: ΔΡΑΣΗ ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ →
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, Human Action: A Treatise on Economics, ebook του Foundation for Economic Education (FEE), 2016, ISBN 978-1-57246-086-7 — «Published under the Creative Commons Attribution 4.0 International License». Σελίδα της έκδοσης: fee.org/ebooks/human-action-by-ludwig-von-mises. Άδεια: CC BY 4.0.
Σε δείγμα 300 παραγράφων, οι 298 του ebook του FEE ήταν ίδιες λέξη προς λέξη με το κείμενο που ακολουθεί η μετάφραση. Το FEE δεν περιέχει μερικές ενότητες που προστέθηκαν σε μεταγενέστερες εκδόσεις (π.χ. «Η ηθική καταδίκη του κέρδους», «Διαφθορά», παράγραφοι για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο)· αυτές, όπως και οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ), εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Οι πρόλογοι της ελληνικής έκδοσης και των εκδόσεων Scholar’s/4ης δεν περιλαμβάνονται εδώ.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
Η αβεβαιότητα του μέλλοντος εμπεριέχεται ήδη στην ίδια την έννοια της δράσης. Το ότι ο άνθρωπος δρα και το ότι το μέλλον είναι αβέβαιο δεν αποτελούν κατά κανέναν τρόπο δύο ανεξάρτητα ζητήματα. Είναι απλώς δύο διαφορετικοί τρόποι διαπίστωσης του ίδιου πράγματος.
THE uncertainty of the future is already implied in the very notion of action. That man acts and that the future is uncertain are by no means two independent matters. They are only two different modes of establishing one thing.
Μπορούμε να υποθέσουμε ότι η έκβαση όλων των συμβάντων και των μεταβολών καθορίζεται μονοσήμαντα από αιώνιους και αμετάβλητους νόμους, οι οποίοι διέπουν το γίγνεσθαι και την εξέλιξη ολόκληρου του σύμπαντος. Μπορούμε να θεωρήσουμε την αναγκαία σύνδεση και αλληλεξάρτηση όλων των φαινομένων, δηλαδή την αιτιακή αλληλουχία τους, ως το θεμελιώδες και έσχατο δεδομένο. Μπορούμε να απορρίψουμε εντελώς την έννοια της απροσδιόριστης τύχης. Όπως όμως και αν έχουν τα πράγματα, ή όπως και αν εμφανίζονται στον νου μιας τέλειας διάνοιας, παραμένει το γεγονός ότι για τον δρώντα άνθρωπο το μέλλον είναι κρυμμένο. Αν ο άνθρωπος γνώριζε το μέλλον, δεν θα χρειαζόταν να επιλέγει και δεν θα δρούσε. Θα ήταν σαν ένα αυτόματο, το οποίο αντιδρά σε ερεθίσματα χωρίς να διαθέτει δική του βούληση.
We may assume that the outcome of all events and changes is uniquely determined by eternal unchangeable laws governing becoming and development in the whole universe. We may consider the necessary connection and interdependence of all phenomena, i.e., their causal concatenation, as the fundamental and ultimate fact. We may entirely discard the notion of undetermined chance. But however that may be, or appear to the mind of a perfect intelligence, the fact remains that to acting man the future is hidden. If man knew the future, he would not have to choose and would not act. He would be like an automaton, reacting to stimuli without any will of his own.
Ορισμένοι φιλόσοφοι είναι διατεθειμένοι να καταρρίψουν την έννοια της ανθρώπινης βούλησης ως ψευδαίσθηση και αυταπάτη, επειδή ο άνθρωπος πρέπει, χωρίς να το συνειδητοποιεί, να συμπεριφέρεται σύμφωνα με τους αναπόδραστους νόμους της αιτιότητας. Μπορεί να έχουν δίκιο ή άδικο από τη σκοπιά του πρώτου κινούντος ή της αυτοαίτιας αιτίας. Από την ανθρώπινη σκοπιά, ωστόσο, η δράση αποτελεί το έσχατο δεδομένο. Δεν ισχυριζόμαστε ότι ο άνθρωπος είναι «ελεύθερος» κατά την επιλογή και τη δράση του. Απλώς διαπιστώνουμε ότι επιλέγει και δρα και ότι αδυνατούμε να χρησιμοποιήσουμε τις μεθόδους των φυσικών επιστημών για να απαντήσουμε στο ερώτημα γιατί δρα με αυτόν και όχι με κάποιον άλλο τρόπο.
Some philosophers are prepared to explode the notion of man’s will as an illusion and self-deception because man must unwittingly behave according to the inevitable laws of causality. They may be right or wrong from the point of view of the prime mover or the cause of itself. However, from the human point of view action is the ultimate thing. We do not assert that man is “free” in choosing and acting. We merely establish the fact that he chooses and acts and that we are at a loss to use the methods of the natural sciences for answering the question why he acts this way and not otherwise.
Οι φυσικές επιστήμες δεν καθιστούν το μέλλον προβλέψιμο. Μας επιτρέπουν να προλέγουμε τα αποτελέσματα που θα επιφέρουν συγκεκριμένες ενέργειες. Αφήνουν όμως απρόβλεπτες δύο σφαίρες: εκείνη των ανεπαρκώς γνωστών φυσικών φαινομένων και εκείνη των ανθρώπινων πράξεων επιλογής. Η άγνοιά μας ως προς αυτές τις δύο σφαίρες προσδίδει σε όλες τις ανθρώπινες δράσεις τον χαρακτήρα της αβεβαιότητας. Αποδεικτική βεβαιότητα υπάρχει μόνο εντός του πεδίου του παραγωγικού συστήματος της απριοριστικής θεωρίας. Το μέγιστο που μπορεί να επιτευχθεί ως προς την πραγματικότητα είναι η πιθανότητα.
Natural science does not render the future predictable. It makes it possible to foretell the results to be obtained by definite actions. But it leaves impredictable two spheres: that of insufficiently known natural phenomena and that of human acts of choice. Our ignorance with regard to these two spheres taints all human actions with uncertainty. Apodictic certainty is only within the orbit of the deductive system of aprioristic theory. The most that can be attained with regard to reality is probability.
Δεν αποτελεί έργο της πραξεολογίας να διερευνήσει αν επιτρέπεται ή όχι να θεωρούμε βέβαια ορισμένα από τα θεωρήματα των εμπειρικών φυσικών επιστημών. Το ζήτημα αυτό στερείται πρακτικής σημασίας για τους πραξεολογικούς συλλογισμούς. Σε κάθε περίπτωση, τα θεωρήματα της φυσικής και της χημείας διαθέτουν τόσο υψηλό βαθμό πιθανότητας, ώστε δικαιούμαστε να τα αποκαλούμε βέβαια για όλους τους πρακτικούς σκοπούς. Μπορούμε, από πρακτική άποψη, να προβλέψουμε τη λειτουργία μιας μηχανής που έχει κατασκευαστεί σύμφωνα με τους κανόνες της επιστημονικής τεχνολογίας. Η κατασκευή μιας μηχανής, όμως, αποτελεί μόνο ένα μέρος ενός ευρύτερου προγράμματος, το οποίο αποβλέπει στον εφοδιασμό των καταναλωτών με τα προϊόντα της μηχανής. Το αν αυτό ήταν ή δεν ήταν το καταλληλότερο σχέδιο εξαρτάται από την εξέλιξη μελλοντικών συνθηκών, οι οποίες, κατά τον χρόνο εκτέλεσης του σχεδίου, δεν μπορούν να προβλεφθούν με βεβαιότητα. Επομένως, όποιος και αν είναι ο βαθμός βεβαιότητας σχετικά με το τεχνολογικό αποτέλεσμα της κατασκευής της μηχανής, δεν εξαλείφει την αβεβαιότητα που ενυπάρχει στη συνολική δράση. Οι μελλοντικές ανάγκες και αξιολογήσεις, οι αντιδράσεις των ανθρώπων στις μεταβολές των συνθηκών, οι μελλοντικές επιστημονικές και τεχνολογικές γνώσεις, καθώς και οι μελλοντικές ιδεολογίες και πολιτικές, δεν μπορούν ποτέ να προβλεφθούν παρά μόνο με μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό πιθανότητας. Κάθε δράση αναφέρεται σε ένα άγνωστο μέλλον. Υπό αυτή την έννοια, αποτελεί πάντοτε μια παρακινδυνευμένη κερδοσκοπική ενέργεια.
It is not the task of praxeology to investigate whether or not it is permissible to consider as certain some of the theorems of the empirical natural sciences. This problem is without practical importance for praxeological considerations. At any rate, the theorems of physics and chemistry have such a high degree of probability that we are entitled to call them certain for all practical purposes. We can practically forecast the working of a machine constructed according to the rules of scientific technology. But the construction of a machine is only a part in a broader program that aims at supplying the consumers with the machine’s products. Whether this was or was not the most appropriate plan depends on the development of future conditions which at the time of the plan’s execution cannot be forecast with certainty. Thus the degree of certainty with regard to the technological outcome of the machine’s construction, whatever it may be, does not remove the uncertainty inherent in the whole action. Future needs and valuations, the reaction of men to changes in conditions, future scientific and technological knowledge, future ideologies and policies can never be foretold with more than a greater or smaller degree of probability. Every action refers to an unknown future. It is in this sense always a risky speculation.
Τα προβλήματα της αλήθειας και της βεβαιότητας αφορούν τη γενική θεωρία της ανθρώπινης γνώσης. Αντιθέτως, το πρόβλημα της πιθανότητας αποτελεί πρωταρχικό μέλημα της πραξεολογίας.
The problems of truth and certainty concern the general theory of human knowledge. The problem of probability, on the other hand, is a primary concern of praxeology.
Η πραγμάτευση της πιθανότητας έχει περιπλακεί από τους μαθηματικούς. Εξαρχής υπήρχε μια αμφισημία στον τρόπο αντιμετώπισης του λογισμού των πιθανοτήτων. Όταν ο Chevalier de Méré συμβουλεύτηκε τον Pascal για τα προβλήματα που ανέκυπταν στα παιχνίδια με ζάρια, ο μεγάλος μαθηματικός όφειλε να είχε πει ευθέως στον φίλο του την αλήθεια: ότι, δηλαδή, τα μαθηματικά δεν μπορούν να προσφέρουν καμία βοήθεια στον παίκτη σε ένα παιχνίδι καθαρής τύχης. Αντ’ αυτού, περιέβαλε την απάντησή του με τη συμβολική γλώσσα των μαθηματικών. Ό,τι θα μπορούσε εύκολα να εξηγηθεί με λίγες προτάσεις της καθημερινής γλώσσας διατυπώθηκε με μια ορολογία άγνωστη στη συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων και, για τον λόγο αυτό, αντιμετωπιζόμενη με δέος και ευλάβεια. Οι άνθρωποι υποψιάστηκαν ότι οι αινιγματικοί τύποι περιείχαν σημαντικές αποκαλύψεις, κρυμμένες από τους αμύητους· σχημάτισαν την εντύπωση ότι υπάρχει μια επιστημονική μέθοδος για τα τυχερά παιχνίδια και ότι οι εσωτερικές διδασκαλίες των μαθηματικών παρέχουν το κλειδί της νίκης. Ο ουράνιος μυστικιστής Pascal έγινε ακούσια ο προστάτης άγιος των τυχερών παιχνιδιών. Τα εγχειρίδια του λογισμού των πιθανοτήτων προπαγανδίζουν αδικαιολόγητα υπέρ των καζίνων, ακριβώς επειδή αποτελούν ερμητικά κλειστά βιβλία για τον μη ειδικό.
The treatment of probability has been confused by the mathematicians. From the beginning there was an ambiguity in dealing with the calculus of probability. When the Chevalier de Méré consulted Pascal on the problems involved in the games of dice, the great mathematician should have frankly told his friend the truth, namely, that mathematics cannot be of any use to the gambler in a game of pure chance. Instead he wrapped his answer in the symbolic language of mathematics. What could easily be explained in a few sentences of mundane speech was expressed in a terminology which is unfamiliar to the immense majority and therefore regarded with reverential awe. People suspected that the puzzling formulas contain some important revelations, hidden to the uninitiated; they got the impression that a scientific method of gambling exists and that the esoteric teachings of mathematics provide a key for winning. The heavenly mystic Pascal unintentionally became the patron saint of gambling. The textbooks of the calculus of probability gratuitously propagandize for the gambling casinos precisely because they are sealed books to the layman.
Εξίσου καταστροφικές συνέπειες είχαν οι αμφισημίες του λογισμού των πιθανοτήτων στο πεδίο της επιστημονικής έρευνας. Η ιστορία κάθε κλάδου της γνώσης καταγράφει περιπτώσεις εσφαλμένης εφαρμογής του λογισμού των πιθανοτήτων, οι οποίες, όπως παρατήρησε ο John Stuart Mill, τον κατέστησαν «το πραγματικό όνειδος των μαθηματικών».1
No less havoc was spread by the equivocations of the calculus of probability in the field of scientific research. The history of every branch of knowledge records instances of the misapplication of the calculus of probability which, as John Stuart Mill observed, made it “the real opprobrium of mathematics.”[1] Some of the worst errors have arisen in our day in the interpretation of the methods of physics.
Το πρόβλημα της πιθανολογικής συναγωγής είναι πολύ ευρύτερο από τα προβλήματα που συγκροτούν το πεδίο του λογισμού των πιθανοτήτων. Μόνο η υπερβολική προσήλωση στη μαθηματική πραγμάτευση θα μπορούσε να οδηγήσει στην προκατάληψη ότι η πιθανότητα σημαίνει πάντοτε συχνότητα.
The problem of probable inference is much bigger than those problems which constitute the field of the calculus of probability. Only preoccupation with the mathematical treatment could result in the prejudice that probability always means frequency.
Ένα ακόμη σφάλμα συνέχεε το πρόβλημα της πιθανότητας με το πρόβλημα του επαγωγικού συλλογισμού, όπως αυτός εφαρμόζεται από τις φυσικές επιστήμες. Η απόπειρα αντικατάστασης της κατηγορίας της αιτιότητας με μια καθολική θεωρία της πιθανότητας χαρακτηρίζει έναν ατελέσφορο τρόπο φιλοσοφικού στοχασμού, ο οποίος ήταν πολύ της μόδας μόλις πριν από λίγα χρόνια.
A further error confused the problem of probability with the problem of inductive reasoning as applied by the natural sciences. The attempt to substitute a universal theory of probability for the category of causality characterizes an abortive mode of philosophizing, very fashionable only a few years ago.
Μια πρόταση είναι πιθανή όταν η γνώση μας σχετικά με το περιεχόμενό της είναι ελλιπής. Δεν γνωρίζουμε όλα όσα θα απαιτούνταν για να αποφασίσουμε οριστικά αν είναι αληθής ή μη αληθής. Από την άλλη πλευρά, όμως, γνωρίζουμε κάτι σχετικά με αυτήν· είμαστε σε θέση να πούμε περισσότερα από ένα απλό non liquet ή ignoramus.
A statement is probable if our knowledge concerning its content is deficient. We do not know everything which would be required for a definite decision between true and not true. But, on the other hand, we do know something about it; we are in a position to say more than simply non liquet or ignoramus.
Υπάρχουν δύο εντελώς διαφορετικές μορφές πιθανότητας. Μπορούμε να τις αποκαλέσουμε πιθανότητα κλάσης —ή πιθανότητα συχνότητας— και πιθανότητα περίπτωσης —ή ειδική κατανόηση των επιστημών της ανθρώπινης δράσης. Το πεδίο εφαρμογής της πρώτης είναι εκείνο των φυσικών επιστημών, το οποίο διέπεται εξ ολοκλήρου από την αιτιότητα. Το πεδίο εφαρμογής της δεύτερης είναι εκείνο των επιστημών της ανθρώπινης δράσης, το οποίο διέπεται εξ ολοκλήρου από την τελεολογία.
There are two entirely different instances of probability; we may call them class probability (or frequency probability) and case probability (or the specific understanding of the sciences of human action). The field for the application of the former is the field of the natural sciences, entirely ruled by causality; the field for the application of the latter is the field of the sciences of human action, entirely ruled by teleology.
Πιθανότητα κλάσης σημαίνει το εξής: αναφορικά με το εξεταζόμενο πρόβλημα, γνωρίζουμε ή υποθέτουμε ότι γνωρίζουμε τα πάντα σχετικά με τη συμπεριφορά μιας ολόκληρης κλάσης συμβάντων ή φαινομένων· για τα συγκεκριμένα επιμέρους συμβάντα ή φαινόμενα, όμως, δεν γνωρίζουμε τίποτε άλλο πέρα από το ότι αποτελούν στοιχεία αυτής της κλάσης.
Class probability means: We know or assume to know, with regard to the problem concerned, everything about the behavior of a whole class of events or phenomena; but about the actual singular events or phenomena we know nothing but that they are elements of this class.
Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, ότι υπάρχουν ενενήντα λαχνοί σε μια λοταρία και ότι θα κληρωθούν πέντε από αυτούς. Επομένως, γνωρίζουμε τα πάντα για τη συμπεριφορά ολόκληρης της κλάσης των λαχνών. Για τους επιμέρους λαχνούς, όμως, δεν γνωρίζουμε τίποτε άλλο πέρα από το ότι αποτελούν στοιχεία αυτής της κλάσης λαχνών.
We know, for instance, that there are ninety tickets in a lottery and that five of them will be drawn. Thus we know all about the behavior of the whole class of tickets. But with regard to the singular tickets we do not know anything but that they are elements of this class of tickets.
Διαθέτουμε έναν πλήρη πίνακα θνησιμότητας για μια συγκεκριμένη περίοδο του παρελθόντος και μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή. Αν υποθέσουμε ότι δεν θα επέλθουν μεταβολές ως προς τη θνησιμότητα, μπορούμε να πούμε ότι γνωρίζουμε τα πάντα σχετικά με τη θνησιμότητα ολόκληρου του εξεταζόμενου πληθυσμού. Όσον αφορά, όμως, το προσδόκιμο ζωής των επιμέρους ατόμων, δεν γνωρίζουμε τίποτε άλλο πέρα από το ότι αυτά είναι μέλη της συγκεκριμένης κλάσης ανθρώπων.
We have a complete table of mortality for a definite period of the past in a definite area. If we assume that with regard to mortality no changes will occur, we may say that we know everything about the mortality of the whole population in question. But with regard to the life expectancy of the individuals we do not know anything but that they are members of this class of people.
Για αυτή την ελλιπή γνώση ο λογισμός των πιθανοτήτων παρέχει μια συμβολική παράσταση στη μαθηματική ορολογία. Δεν διευρύνει, δεν εμβαθύνει και δεν συμπληρώνει τις γνώσεις μας. Απλώς τις μεταφράζει στη μαθηματική γλώσσα. Οι υπολογισμοί του επαναλαμβάνουν με αλγεβρικούς τύπους όσα γνωρίζαμε εκ των προτέρων. Δεν οδηγούν σε αποτελέσματα που θα μπορούσαν να μας πληροφορήσουν για τα συγκεκριμένα επιμέρους συμβάντα. Και, ασφαλώς, δεν προσθέτουν τίποτε στη γνώση μας σχετικά με τη συμπεριφορά ολόκληρης της κλάσης, αφού η γνώση αυτή ήταν ήδη τέλεια —ή θεωρούνταν τέλεια— κατά την έναρξη της εξέτασης του ζητήματος.
For this defective knowledge the calculus of probability provides a presentation in symbols of the mathematical terminology. It neither expands nor deepens nor complements our knowledge. It translates it into mathematical language. Its calculations repeat in algebraic formulas what we knew beforehand. They do not lead to results that would tell us anything about the actual singular events. And, of course, they do not add anything to our knowledge concerning the behavior of the whole class, as this knowledge was already perfect—or was considered perfect—at the very outset of our consideration of the matter.
Αποτελεί σοβαρό σφάλμα η πεποίθηση ότι ο λογισμός των πιθανοτήτων παρέχει στον παίκτη οποιαδήποτε πληροφορία ικανή να εξαλείψει ή να περιορίσει τον κίνδυνο του τυχερού παιχνιδιού. Αντίθετα προς τις διαδεδομένες πλάνες, είναι εντελώς άχρηστος για τον παίκτη, όπως άχρηστος είναι και κάθε άλλος τρόπος λογικού ή μαθηματικού συλλογισμού. Χαρακτηριστικό γνώρισμα του τυχερού παιχνιδιού είναι ότι αφορά το άγνωστο, την καθαρή τύχη. Οι ελπίδες επιτυχίας του παίκτη δεν βασίζονται σε ουσιαστικούς συλλογισμούς. Ο μη προληπτικός παίκτης σκέφτεται: «Υπάρχει μια μικρή πιθανότητα —ή, με άλλα λόγια, δεν είναι αδύνατο— να κερδίσω· είμαι πρόθυμος να καταβάλω το απαιτούμενο διακύβευμα. Γνωρίζω πολύ καλά ότι, πράττοντας έτσι, συμπεριφέρομαι σαν ανόητος. Οι μεγαλύτεροι ανόητοι, όμως, είναι και οι πιο τυχεροί. Όπως και να έχει!»
It is a serious mistake to believe that the calculus of probability provides the gambler with any information which could remove or lessen the risk of gambling. It is, contrary to popular fallacies, quite useless for the gambler, as is any other mode of logical or mathematical reasoning. It is the characteristic mark of gambling that it deals with the unknown, with pure chance. The gambler’s hopes for success are not based on substantial considerations. The nonsuperstitious gambler thinks: “There is a slight chance [or, in other words: ‘it is not impossible’] that I may win; I am ready to put up the stake required. I know very well that in putting it up I am behaving like a fool. But the biggest fools have the most luck. Anyway!”
Ο νηφάλιος συλλογισμός πρέπει να καταδείξει στον παίκτη ότι δεν βελτιώνει τις πιθανότητές του αγοράζοντας δύο λαχνούς αντί για έναν σε μια λοταρία στην οποία το συνολικό ποσό των κερδών είναι μικρότερο από τις συνολικές εισπράξεις από την πώληση όλων των λαχνών. Αν αγόραζε όλους τους λαχνούς, θα έχανε με βεβαιότητα ένα μέρος της δαπάνης του. Ωστόσο, κάθε πελάτης μιας λοταρίας είναι ακράδαντα πεπεισμένος ότι είναι προτιμότερο να αγοράσει περισσότερους λαχνούς παρά λιγότερους. Οι θαμώνες των καζίνων και των κουλοχέρηδων δεν σταματούν ποτέ. Δεν αναλογίζονται ότι, επειδή οι ισχύουσες πιθανότητες ευνοούν την τράπεζα έναντι του παίκτη, όσο περισσότερο συνεχίζουν να παίζουν τόσο βεβαιότερο είναι ότι το αποτέλεσμα θα είναι ζημιογόνο γι’ αυτούς. Η γοητεία του τυχερού παιχνιδιού συνίσταται ακριβώς στην απροβλεψιμότητα και στις περιπετειώδεις μεταπτώσεις του.
Cool reasoning must show the gambler that he does not improve his chances by buying two tickets instead of one of a lottery in which the total amount of the winnings is smaller than the proceeds from the sale of all tickets. If he were to buy all the tickets, he would certainly lose a part of his outlay. Yet every lottery customer is firmly convinced that it is better to buy more tickets than less. The habitués of the casinos and slot machines never stop. They do not give a thought to the fact that, because the ruling odds favor the banker over the player, the outcome will the more certainly result in a loss for them the longer they continue to play. The lure of gambling consists precisely in its unpredictability and its adventurous vicissitudes.
Ας υποθέσουμε ότι τοποθετούνται σε ένα κουτί δέκα λαχνοί, καθένας από τους οποίους φέρει το όνομα διαφορετικού ανθρώπου. Θα κληρωθεί ένας λαχνός και ο άνθρωπος του οποίου το όνομα αναγράφεται σε αυτόν θα υποχρεωθεί να καταβάλει 100 δολάρια. Ένας ασφαλιστής μπορεί τότε να υποσχεθεί πλήρη αποζημίωση στον ζημιωθέντα, εφόσον είναι σε θέση να ασφαλίσει και τους δέκα έναντι ασφαλίστρου δέκα δολαρίων για τον καθένα. Θα εισπράξει 100 δολάρια και θα χρειαστεί να καταβάλει το ίδιο ποσό σε έναν από τους δέκα. Αν όμως ασφάλιζε μόνο έναν από αυτούς με ασφάλιστρο καθορισμένο βάσει του λογισμού των πιθανοτήτων, δεν θα ασκούσε ασφαλιστική δραστηριότητα, αλλά θα επιδιδόταν σε τυχερό παιχνίδι. Θα έπαιρνε τη θέση του ασφαλισμένου. Θα εισέπραττε δέκα δολάρια και θα είχε την πιθανότητα είτε να τα κρατήσει είτε να χάσει αυτά τα δέκα δολάρια και άλλα ενενήντα.
Let us assume that ten tickets, each bearing the name of a different man, are put into a box. One ticket will be drawn, and the man whose name it bears will be liable to pay 100 dollars. Then an insurer can promise to the loser full indemnification if he is in a position to insure each of the ten for a premium of ten dollars. He will collect 100 dollars and will have to pay the same amount to one of the ten. But if he were to insure one only of them at a rate fixed by the calculus, he would embark not upon an insurance business, but upon gambling. He would substitute himself for the insured. He would collect ten dollars and would get the chance either of keeping it or of losing that ten dollars and ninety dollars more.
Αν κάποιος υποσχεθεί να καταβάλει, κατά τον θάνατο ενός άλλου ανθρώπου, ένα συγκεκριμένο ποσό και χρεώνει για αυτή την υπόσχεση το ποσό που αντιστοιχεί στο προσδόκιμο ζωής, όπως αυτό προσδιορίζεται από τον λογισμό των πιθανοτήτων, δεν είναι ασφαλιστής αλλά παίκτης. Η ασφάλιση, είτε διεξάγεται σύμφωνα με επιχειρηματικές αρχές είτε σύμφωνα με την αρχή της αμοιβαιότητας, προϋποθέτει την ασφάλιση μιας ολόκληρης κλάσης ή αυτού που μπορεί εύλογα να θεωρηθεί ως τέτοια. Η θεμελιώδης ιδέα της είναι η συγκέντρωση και η κατανομή των κινδύνων, όχι ο λογισμός των πιθανοτήτων. Οι μαθηματικές πράξεις που απαιτεί είναι οι τέσσερις στοιχειώδεις πράξεις της αριθμητικής. Ο λογισμός των πιθανοτήτων αποτελεί απλώς παρεμπίπτουσα δραστηριότητα.
If a man promises to pay at the death of another man a definite sum and charges for this promise the amount adequate to the life expectancy as determined by the calculus of probability, he is not an insurer but a gambler. Insurance, whether conducted according to business principles or according to the principle of mutuality, requires the insurance of a whole class or what can reasonably be considered as such. Its basic idea is pooling and distribution of risks, not the calculus of probability. The mathematical operations that it requires are the four elementary operations of arithmetic. The calculus of probability is mere byplay.
Αυτό αποδεικνύεται σαφώς από το γεγονός ότι η εξάλειψη του επισφαλούς κινδύνου μέσω της συγκέντρωσης των κινδύνων μπορεί να πραγματοποιηθεί και χωρίς καμία προσφυγή σε αναλογιστικές μεθόδους. Όλοι το πράττουν στην καθημερινή τους ζωή. Κάθε επιχειρηματίας συμπεριλαμβάνει στην κανονική κοστολόγησή του την αντιστάθμιση των ζημιών που προκύπτουν τακτικά κατά τη διεξαγωγή των εργασιών του. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο, «τακτικά» σημαίνει ότι το ύψος αυτών των ζημιών είναι γνωστό ως προς ολόκληρη την κλάση των διαφόρων αντικειμένων. Ο έμπορος φρούτων μπορεί, για παράδειγμα, να γνωρίζει ότι ένα στα πενήντα μήλα του αποθέματός του θα σαπίσει· δεν γνωρίζει, όμως, σε ποιο συγκεκριμένο μήλο θα συμβεί αυτό. Αντιμετωπίζει αυτές τις απώλειες όπως κάθε άλλο στοιχείο του κόστους.
This is clearly evidenced by the fact that the elimination of hazardous risk by pooling can also be effected without any recourse to actuarial methods. Everybody practices it in his daily life. Every businessman includes in his normal cost accounting the compensation for losses which regularly occur in the conduct of affairs. “Regularly” means in this context: The amount of these losses is known as far as the whole class of the various items is concerned. The fruit dealer may know, for instance, that one of every fifty apples will rot in this stock; but he does not know to which individual apple this will happen. He deals with such losses as with any other item in the bill of costs.
Ο ορισμός της ουσίας της πιθανότητας κλάσης που δόθηκε παραπάνω είναι ο μόνος λογικά ικανοποιητικός. Αποφεύγει τον κατάφωρο φαύλο κύκλο που εμπεριέχεται σε όλους τους ορισμούς οι οποίοι αναφέρονται στην ισοπιθανότητα των δυνατών συμβάντων. Δηλώνοντας ότι δεν γνωρίζουμε τίποτε για τα συγκεκριμένα επιμέρους συμβάντα, εκτός από το ότι αποτελούν στοιχεία μιας κλάσης της οποίας η συμπεριφορά είναι πλήρως γνωστή, εξαλείφουμε αυτόν τον φαύλο κύκλο. Επιπλέον, είναι περιττό να προστεθεί ένας ακόμη όρος, ο οποίος αποκαλείται απουσία οποιασδήποτε κανονικότητας στη διαδοχή των επιμέρους συμβάντων.
The definition of the essence of class probability as given above is the only logically satisfactory one. It avoids the crude circularity implied in all definitions referring to the equiprobability of possible events. In stating that we know nothing about actual singular events except that they are elements of a class the behavior of which is fully known, this vicious circle is disposed of. Moreover, it is superfluous to add a further condition called the absence of any regularity in the sequence of the singular events.
Χαρακτηριστικό γνώρισμα της ασφάλισης είναι ότι αφορά ολόκληρη την κλάση συμβάντων. Καθώς υποθέτουμε ότι γνωρίζουμε τα πάντα σχετικά με τη συμπεριφορά ολόκληρης της κλάσης, φαίνεται ότι η διεξαγωγή της επιχειρηματικής δραστηριότητας δεν ενέχει κανέναν ειδικό κίνδυνο.
The characteristic mark of insurance is that it deals with the whole class of events. As we pretend to know everything about the behavior of the whole class, there seems to be no specific risk involved in the conduct of the business.
Ούτε υπάρχει κάποιος ειδικός κίνδυνος στην επιχείρηση του διαχειριστή μιας τράπεζας τυχερών παιχνιδιών ή στη διοργάνωση μιας λοταρίας. Από τη σκοπιά της επιχείρησης της λοταρίας, η έκβαση είναι προβλέψιμη, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν πωληθεί όλοι οι λαχνοί. Αν παραμείνουν απούλητοι ορισμένοι λαχνοί, ο επιχειρηματίας βρίσκεται, ως προς αυτούς, στην ίδια θέση στην οποία βρίσκεται κάθε αγοραστής λαχνού ως προς τους λαχνούς που αγόρασε.
Neither is there any specific risk in the business of the keeper of a gambling bank or in the enterprise of a lottery. From the point of view of the lottery enterprise the outcome is predictable, provided that all tickets have been sold. If some tickets remain unsold, the enterpriser is in the same position with regard to them as every buyer of a ticket is with regard to the tickets he bought.
Πιθανότητα περίπτωσης σημαίνει το εξής: αναφορικά με ένα συγκεκριμένο γεγονός, γνωρίζουμε ορισμένους από τους παράγοντες που καθορίζουν την έκβασή του· υπάρχουν, όμως, και άλλοι καθοριστικοί παράγοντες για τους οποίους δεν γνωρίζουμε τίποτε.
Case probability means: We know, with regard to a particular event, some of the factors which determine its outcome; but there are other determining factors about which we know nothing.
Η πιθανότητα περίπτωσης δεν έχει τίποτε κοινό με την πιθανότητα κλάσης, εκτός από το γεγονός ότι και στις δύο περιπτώσεις οι γνώσεις μας είναι ελλιπείς. Από κάθε άλλη άποψη, οι δύο έννοιες είναι εντελώς διαφορετικές.
Case probability has nothing in common with class probability but the incompleteness of our knowledge. In every other regard the two are entirely different.
Υπάρχουν, βεβαίως, πολλές περιπτώσεις στις οποίες οι άνθρωποι επιχειρούν να προβλέψουν ένα συγκεκριμένο μελλοντικό γεγονός βάσει των γνώσεών τους για τη συμπεριφορά μιας κλάσης. Ένας γιατρός μπορεί να προσδιορίσει τις πιθανότητες πλήρους ανάρρωσης του ασθενούς του, αν γνωρίζει ότι αναρρώνει το 70 τοις εκατό όσων πάσχουν από την ίδια ασθένεια. Αν διατυπώσει ορθά την κρίση του, δεν θα πει τίποτε περισσότερο από το ότι η πιθανότητα ανάρρωσης είναι 0,7· ότι, δηλαδή, από δέκα ασθενείς πεθαίνουν κατά μέσο όρο το πολύ τρεις. Όλες αυτές οι προβλέψεις σχετικά με εξωτερικά γεγονότα — δηλαδή με γεγονότα που εμπίπτουν στο πεδίο των φυσικών επιστημών — έχουν αυτόν τον χαρακτήρα. Στην πραγματικότητα, δεν αποτελούν προβλέψεις για την έκβαση της συγκεκριμένης περίπτωσης, αλλά δηλώσεις σχετικά με τη συχνότητα των διαφόρων δυνατών εκβάσεων. Βασίζονται είτε σε στατιστικά δεδομένα είτε απλώς σε μια κατά προσέγγιση εκτίμηση της συχνότητας, η οποία προκύπτει από μη στατιστική εμπειρία.
There are, of course, many instances in which men try to forecast a particular future event on the basis of their knowledge about the behavior of the class. A doctor may determine the chances for the full recovery of his patient if he knows that 70 per cent of those afflicted with the same disease recover. If he expresses his judgment correctly, he will not say more than that the probability of recovery is 0.7, that is, that out of ten patients not more than three on the average die. All such predictions about external events, i.e., events in the field of the natural sciences, are of this character. They are in fact not forecasts about the issue of the case in question, but statements about the frequency of the various possible outcomes. They are based either on statistical information or simply on the rough estimate of the frequency derived from nonstatistical experience.
Στον βαθμό που πρόκειται για τέτοιου είδους πιθανολογικές προτάσεις, δεν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με πιθανότητα περίπτωσης. Στην πραγματικότητα, δεν γνωρίζουμε τίποτε για τη συγκεκριμένη περίπτωση, εκτός από το ότι αποτελεί μέλος μιας κλάσης της οποίας τη συμπεριφορά γνωρίζουμε ή πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε.
So far as such types of probable statements are concerned, we are not faced with case probability. In fact we do not know anything about the case in question except that it is an instance of a class the behavior of which we know or think we know.
Ένας χειρουργός λέει σε έναν ασθενή, ο οποίος εξετάζει το ενδεχόμενο να υποβληθεί σε εγχείρηση, ότι τριάντα από κάθε εκατό ανθρώπους που υποβάλλονται σε αυτή την εγχείρηση πεθαίνουν. Αν ο ασθενής ρωτήσει αν αυτός ο αριθμός θανάτων έχει ήδη συμπληρωθεί, έχει παρανοήσει το νόημα της δήλωσης του γιατρού. Έχει πέσει θύμα του σφάλματος που είναι γνωστό ως «πλάνη του παίκτη». Όπως ο παίκτης της ρουλέτας, ο οποίος, μετά την εμφάνιση του κόκκινου δέκα συνεχόμενες φορές, συμπεραίνει ότι η πιθανότητα να εμφανιστεί το μαύρο στην επόμενη περιστροφή είναι πλέον μεγαλύτερη από ό,τι ήταν πριν από αυτή την ακολουθία, έτσι και αυτός συγχέει την πιθανότητα περίπτωσης με την πιθανότητα κλάσης.
A surgeon tells a patient who considers submitting himself to an operation that thirty out of every hundred undergoing such an operation die. If the patient asks whether this number of deaths is already full, he has misunderstood the sense of the doctor’s statement. He has fallen prey to the error known as the “gambler’s fallacy.” Like the roulette player who concludes from a run of ten red in succession that the probability of the next turn being black is now greater than it was before the run, he confuses case probability with class probability.
Όλες οι ιατρικές προγνώσεις, όταν βασίζονται αποκλειστικά σε γενικές φυσιολογικές γνώσεις, αφορούν την πιθανότητα κλάσης. Ένας γιατρός που πληροφορείται ότι κάποιος άγνωστός του προσβλήθηκε από μια συγκεκριμένη ασθένεια θα πει, βάσει της γενικής ιατρικής πείρας του: οι πιθανότητες ανάρρωσής του είναι επτά προς τρεις. Αν ο ίδιος ο γιατρός αναλάβει τη θεραπεία του ασθενούς, ενδέχεται να σχηματίσει διαφορετική γνώμη. Ο ασθενής είναι νέος και εύρωστος και, προτού προσβληθεί από την ασθένεια, ήταν υγιής. Σε τέτοιες περιπτώσεις, μπορεί να σκεφθεί ο γιατρός, οι δείκτες θνησιμότητας είναι χαμηλότεροι· οι πιθανότητες αυτού του ασθενούς δεν είναι επτά προς τρεις, αλλά εννέα προς μία. Η λογική προσέγγιση παραμένει η ίδια, μολονότι ενδέχεται να μη βασίζεται σε μια συλλογή στατιστικών δεδομένων, αλλά απλώς σε μια περισσότερο ή λιγότερο ακριβή ανακεφαλαίωση της προσωπικής εμπειρίας του γιατρού από προηγούμενες περιπτώσεις. Εκείνο που γνωρίζει ο γιατρός είναι πάντοτε μόνο η συμπεριφορά κλάσεων. Στο παράδειγμά μας, η κλάση είναι εκείνη των νέων και εύρωστων ανδρών που έχουν προσβληθεί από τη συγκεκριμένη ασθένεια.
All medical prognoses, when based only on physiological knowledge, deal with class probability. A doctor who hears that a man he does not know has been seized by a definite illness will, on the basis of his general medical experience, say: His chances for recovery are 7 to 3. If the doctor himself treats the patient, he may have a different opinion. The patient is a young, vigorous man; he was in good health before he was taken with the illness. In such cases, the doctor may think, the mortality figures are lower; the chances for this patient are not 7:3, but 9:1. The logical approach remains the same, although it may be based not on a collection of statistical data, but simply on a more or less exact résumé of the doctor’s own experience with previous cases. What the doctor knows is always only the behavior of classes. In our instance the class is the class of young, vigorous men seized by the illness in question.
Η πιθανότητα περίπτωσης αποτελεί ιδιαίτερο γνώρισμα του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα της ανθρώπινης δράσης. Εδώ κάθε αναφορά στη συχνότητα είναι ακατάλληλη, καθώς οι προτάσεις μας αφορούν πάντοτε μοναδικά γεγονότα τα οποία, ως τέτοια —δηλαδή σε σχέση με το υπό εξέταση πρόβλημα— δεν αποτελούν μέλη καμίας κλάσης. Μπορούμε να συγκροτήσουμε μια κλάση με την ονομασία «αμερικανικές προεδρικές εκλογές». Αυτή η έννοια κλάσης μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη ή ακόμη και αναγκαία για διάφορα είδη συλλογισμού, όπως, για παράδειγμα, για την εξέταση του ζητήματος από τη σκοπιά του συνταγματικού δικαίου. Αν, όμως, ασχολούμαστε με τις εκλογές του 1944 —είτε πριν από τη διεξαγωγή τους, εξετάζοντας τη μελλοντική έκβασή τους, είτε μετά τη διεξαγωγή τους, αναλύοντας τους παράγοντες που καθόρισαν την έκβασή τους— έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια ατομική, μοναδική και ανεπανάληπτη περίπτωση. Η περίπτωση χαρακτηρίζεται από τα μοναδικά γνωρίσματά της· αποτελεί η ίδια μια αυτοτελή κλάση. Όλα τα γνωρίσματα που επιτρέπουν την υπαγωγή της σε οποιαδήποτε κλάση είναι άνευ σημασίας για το υπό εξέταση πρόβλημα.
Case probability is a particular feature of our dealing with problems of human action. Here any reference to frequency is inappropriate, as our statements always deal with unique events which as such—i.e., with regard to the problem in question—are not members of any class. We can form a class “American presidential elections.” This class concept may prove useful or even necessary for various kinds of reasoning, as, for instance, for a treatment of the matter from the viewpoint of constitutional law. But if we are dealing with the election of 1944—either, before the election, with its future outcome or, after the election, with an analysis of the factors which determined the outcome—we are grappling with an individual, unique, and nonrepeatable case. The case is characterized by its unique merits, it is a class by itself. All the marks which make it permissible to subsume it under any class are irrelevant for the problem in question.
Δύο ποδοσφαιρικές ομάδες, οι Κυανόλευκοι και οι Κιτρινόλευκοι, θα αγωνιστούν αύριο. Στο παρελθόν, οι Κυανόλευκοι νικούσαν πάντοτε τους Κιτρινόλευκους. Αυτή η γνώση δεν αποτελεί γνώση για μια κλάση συμβάντων. Αν τη θεωρούσαμε τέτοια, θα έπρεπε να συμπεράνουμε ότι οι Κυανόλευκοι είναι πάντοτε νικητές και οι Κιτρινόλευκοι πάντοτε ηττημένοι. Δεν θα υπήρχε καμία αβεβαιότητα σχετικά με την έκβαση του αγώνα. Θα γνωρίζαμε με βεβαιότητα ότι οι Κυανόλευκοι θα νικήσουν και πάλι. Το γεγονός και μόνο ότι θεωρούμε την πρόβλεψή μας για τον αυριανό αγώνα απλώς πιθανή καταδεικνύει ότι δεν συλλογιζόμαστε με αυτόν τον τρόπο.
Two football teams, the Blues and the Yellows, will play tomorrow. In the past the Blues have always defeated the Yellows. This knowledge is not knowledge about a class of events. If we were to consider it as such, we would have to conclude that the Blues are always victorious and that the Yellows are always defeated. We would not be uncertain with regard to the outcome of the game. We would know for certain that the Blues will win again. The mere fact that we consider our forecast about tomorrow’s game as only probable shows that we do not argue this way.
Από την άλλη πλευρά, πιστεύουμε ότι το γεγονός πως οι Κυανόλευκοι νίκησαν στο παρελθόν δεν είναι άνευ σημασίας για την έκβαση του αυριανού αγώνα. Το θεωρούμε ευνοϊκή ένδειξη για μια νέα επιτυχία των Κυανόλευκων. Αν συλλογιζόμασταν ορθά σύμφωνα με τη λογική που αρμόζει στην πιθανότητα κλάσης, δεν θα αποδίδαμε καμία σημασία σε αυτό το γεγονός. Αν, πάλι, δεν αντιστεκόμασταν στο εσφαλμένο συμπέρασμα της «πλάνης του παίκτη», θα υποστηρίζαμε, αντιθέτως, ότι ο αυριανός αγώνας θα καταλήξει σε νίκη των Κιτρινόλευκων.
On the other hand, we believe that the fact that the Blues were victorious in the past is not immaterial with regard to the outcome of tomorrow’s game. We consider it as a favorable prognosis for the repeated success of the Blues. If we were to argue correctly according to the reasoning appropriate to class probability, we would not attach any importance to this fact. If we were not to resist the erroneous conclusion of the “gambler’s fallacy,” we would, on the contrary, argue that tomorrow’s game will result in the success of the Yellows.
Αν διακινδυνεύσουμε κάποιο χρηματικό ποσό ποντάροντας στη νίκη της μιας ομάδας, οι νομικοί θα χαρακτήριζαν την ενέργειά μας στοίχημα. Αν εμπλεκόταν πιθανότητα κλάσης, θα την αποκαλούσαν τυχερό παιχνίδι.
If we risk some money on the chance of one team’s victory, the lawyers would qualify our action as a bet. They would call it gambling if class probability were involved.
Οτιδήποτε υποδηλώνεται συνήθως με τον όρο «πιθανότητα» εκτός του πεδίου της πιθανότητας κλάσης αναφέρεται στον ιδιαίτερο τρόπο συλλογισμού που χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση της ιστορικής μοναδικότητας ή ατομικότητας: στην ειδική κατανόηση των ιστορικών επιστημών.
Everything that outside the field of class probability is commonly implied in the term probability refers to the peculiar mode of reasoning involved in dealing with historical uniqueness or individuality, the specific understanding of the historical sciences.
Η κατανόηση βασίζεται πάντοτε σε ελλιπή γνώση. Μπορεί να πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε τα κίνητρα των δρώντων ανθρώπων, τους σκοπούς στους οποίους αποβλέπουν και τα μέσα που σχεδιάζουν να χρησιμοποιήσουν για την επίτευξη αυτών των σκοπών. Έχουμε μια ορισμένη άποψη για τα αποτελέσματα που αναμένεται να προκύψουν από την επενέργεια αυτών των παραγόντων. Ωστόσο, η γνώση αυτή είναι ατελής. Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε εκ των προτέρων το ενδεχόμενο να έχουμε σφάλει κατά την εκτίμηση της επιρροής τους ή να έχουμε παραλείψει να λάβουμε υπόψη ορισμένους παράγοντες των οποίων την παρέμβαση είτε δεν προβλέψαμε καθόλου είτε δεν προβλέψαμε ορθά.
Understanding is always based on incomplete knowledge. We may know the motives of the acting men, the ends they are aiming at, and the means they plan to apply for the attainment of these ends. We have a definite opinion with regard to the effects to be expected from the operation of these factors. But this knowledge is defective. We cannot exclude beforehand the possibility that we have erred in the appraisal of their influence or have failed to take into consideration some factors whose interference we did not foresee at all, or not in a correct way.
Το τυχερό παιχνίδι, η μηχανική δραστηριότητα και η κερδοσκοπία αποτελούν τρεις διαφορετικούς τρόπους αντιμετώπισης του μέλλοντος.
Gambling, engineering, and speculating are three different modes of dealing with the future.
Ο παίκτης δεν γνωρίζει τίποτε για το γεγονός από το οποίο εξαρτάται η έκβαση του παιχνιδιού του. Το μόνο που γνωρίζει είναι η συχνότητα μιας ευνοϊκής έκβασης σε μια σειρά τέτοιων γεγονότων· γνώση, όμως, η οποία είναι άχρηστη για το εγχείρημά του. Εναποθέτει τις ελπίδες του στην καλή του τύχη· αυτό είναι το μόνο του σχέδιο.
The gambler knows nothing about the event on which the outcome of his gambling depends. All that he knows is the frequency of a favorable outcome of a series of such events, knowledge which is useless for his undertaking. He trusts to good luck, that is his only plan.
Η ίδια η ζωή είναι εκτεθειμένη σε πολλούς κινδύνους. Ανά πάσα στιγμή απειλείται από καταστροφικά ατυχήματα τα οποία δεν μπορούν να τεθούν υπό έλεγχο ή, τουλάχιστον, δεν μπορούν να ελεγχθούν επαρκώς. Κάθε άνθρωπος βασίζεται στην καλή του τύχη. Υπολογίζει ότι δεν θα χτυπηθεί από κεραυνό και ότι δεν θα τον δαγκώσει οχιά. Υπάρχει ένα στοιχείο τυχερού παιχνιδιού στην ανθρώπινη ζωή. Ο άνθρωπος μπορεί να εξαλείψει ορισμένες από τις χρηματικές συνέπειες τέτοιων καταστροφών και ατυχημάτων συνάπτοντας ασφαλιστήρια συμβόλαια. Με αυτή την ενέργεια βασίζεται στην πραγματοποίηση του αντίθετου ενδεχομένου. Από τη σκοπιά του ασφαλισμένου, η ασφάλιση αποτελεί τυχερό παιχνίδι. Αν η καταστροφή δεν επέλθει, τα ασφάλιστρά του έχουν δαπανηθεί μάταια.2 Σε σχέση με τα ανεξέλεγκτα φυσικά γεγονότα, ο άνθρωπος βρίσκεται πάντοτε στη θέση του παίκτη.
Life itself is exposed to many risks. At any moment it is endangered by disastrous accidents which cannot be controlled, or at least not sufficiently. Every man banks on good luck. He counts upon not being struck by lightning and not being bitten by a viper. There is an element of gambling in human life. Man can remove some of the chrematistic consequences of such disasters and accidents by taking out insurance policies. In doing so he banks upon the opposite chances. On the part of the insured the insurance is gambling. His premiums were spent in vain if the disaster does not occur.[2] With regard to noncontrollable natural events man is always in the position of a gambler.
Ο μηχανικός, αντιθέτως, γνωρίζει όλα όσα απαιτούνται για μια τεχνολογικά ικανοποιητική επίλυση του προβλήματός του, δηλαδή για την κατασκευή μιας μηχανής. Στον βαθμό που παραμένουν ορισμένα περιθώρια αβεβαιότητας τα οποία μπορεί να ελέγξει, επιχειρεί να τα εξαλείψει προβλέποντας περιθώρια ασφαλείας. Ο μηχανικός γνωρίζει μόνο προβλήματα που μπορούν να επιλυθούν και προβλήματα που δεν μπορούν να επιλυθούν υπό την παρούσα κατάσταση της γνώσης. Ενδέχεται ορισμένες φορές να ανακαλύψει, μέσω μιας δυσμενούς εμπειρίας, ότι οι γνώσεις του ήταν λιγότερο πλήρεις από όσο είχε υποθέσει και ότι δεν κατόρθωσε να αναγνωρίσει την απροσδιοριστία ορισμένων ζητημάτων τα οποία θεωρούσε ότι ήταν σε θέση να ελέγξει. Τότε θα προσπαθήσει να καταστήσει πληρέστερες τις γνώσεις του. Ασφαλώς, δεν μπορεί ποτέ να εξαλείψει ολοκληρωτικά το στοιχείο τυχερού παιχνιδιού που ενυπάρχει στην ανθρώπινη ζωή. Η αρχή του, όμως, είναι να ενεργεί μόνο εντός μιας σφαίρας βεβαιότητας. Επιδιώκει τον πλήρη έλεγχο των στοιχείων της δράσης του.
The engineer, on the other hand, knows everything that is needed for a technologically satisfactory solution of his problem, the construction of a machine. As far as some fringes of uncertainty are left in his power to control, he tries to eliminate them by taking safety margins. The engineer knows only soluble problems and problems which cannot be solved under the present state of knowledge. He may sometimes discover from adverse experience that his knowledge was less complete than he had assumed and that he failed to recognize the indeterminateness of some issues which he thought he was able to control. Then he will try to render his knowledge more complete. Of course he can never eliminate altogether the element of gambling present in human life. But it is his principle to operate only within an orbit of certainty. He aims at full control of the elements of his action.
Σήμερα συνηθίζεται να γίνεται λόγος για «κοινωνική μηχανική». Όπως και ο σχεδιασμός, ο όρος αυτός αποτελεί συνώνυμο της δικτατορίας και της ολοκληρωτικής τυραννίας. Η ιδέα είναι να αντιμετωπίζονται οι άνθρωποι με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ο μηχανικός αντιμετωπίζει τα υλικά από τα οποία κατασκευάζει γέφυρες, δρόμους και μηχανές. Η βούληση του κοινωνικού μηχανικού πρόκειται να υποκαταστήσει τη βούληση των διαφόρων ανθρώπων τους οποίους σχεδιάζει να χρησιμοποιήσει για την οικοδόμηση της ουτοπίας του. Η ανθρωπότητα πρόκειται να διαιρεθεί σε δύο τάξεις: από τη μία πλευρά, στον παντοδύναμο δικτάτορα και, από την άλλη, στους υποτελείς, οι οποίοι πρόκειται να υποβιβαστούν σε απλά πιόνια των σχεδίων του και γρανάζια του μηχανισμού του. Αν αυτό ήταν εφικτό, τότε ο κοινωνικός μηχανικός δεν θα χρειαζόταν, ασφαλώς, να ασχολείται με την κατανόηση των δράσεων των άλλων ανθρώπων. Θα ήταν ελεύθερος να τους μεταχειρίζεται όπως η τεχνολογία μεταχειρίζεται την ξυλεία και τον σίδηρο.
It is customary nowadays to speak of “social engineering.” Like planning, this term is a synonym for dictatorship and totalitarian tyranny. The idea is to treat human beings in the same way in which the engineer treats the stuff out of which he builds his bridges, roads, and machines. The social engineer’s will is to be substituted for the will of the various people he plans to use for the construction of his utopia. Mankind is to be divided into two classes: the almighty dictator, on the one hand, and the underlings who are to be reduced to the status of mere pawns in his plans and cogs in his machinery, on the other. If this were feasible, then of course the social engineer would not have to bother about understanding other people’s actions. He would be free to deal with them as technology deals with lumber and iron.
Στον πραγματικό κόσμο, ο δρων άνθρωπος βρίσκεται αντιμέτωπος με το γεγονός ότι υπάρχουν συνάνθρωποί του οι οποίοι δρουν για λογαριασμό τους, όπως ακριβώς δρα και ο ίδιος. Η ανάγκη να προσαρμόζει τις δράσεις του στις δράσεις των άλλων ανθρώπων τον καθιστά κερδοσκόπο, του οποίου η επιτυχία ή η αποτυχία εξαρτάται από τη μεγαλύτερη ή μικρότερη ικανότητά του να κατανοήσει το μέλλον. Κάθε δράση αποτελεί κερδοσκοπία. Στην πορεία των ανθρώπινων γεγονότων δεν υπάρχει σταθερότητα και, κατά συνέπεια, ούτε ασφάλεια.
In the real world acting man is faced with the fact that there are fellow men acting on their own behalf as he himself acts. The necessity to adjust his actions to other people’s actions makes him a speculator for whom success and failure depend on his greater or lesser ability to understand the future. Every investment is a form of speculation. There is in the course of human events no stability and consequently no safety.
5. Αριθμητική αποτίμηση της πιθανότητας περίπτωσης
↗ στη σελίδα του βιβλίου5. Numerical Evaluation of Case Probability
Η πιθανότητα περίπτωσης δεν επιδέχεται κανενός είδους αριθμητική αποτίμηση. Εκείνο που συνήθως θεωρείται τέτοια αποτίμηση αποκαλύπτει, όταν εξεταστεί προσεκτικότερα, έναν διαφορετικό χαρακτήρα.
Case probability is not open to any kind of numerical evaluation. What is commonly considered as such exhibits, when more closely scrutinized, a different character.
Την παραμονή των προεδρικών εκλογών του 1944, οι άνθρωποι θα μπορούσαν να είχαν πει:
On the eve of the 1944 presidential election people could have said: (a) I am ready to bet three dollars against one that Roosevelt will be elected.
- Είμαι διατεθειμένος να στοιχηματίσω τρία δολάρια έναντι ενός ότι θα εκλεγεί ο Roosevelt.
- Υπολογίζω ότι, από το σύνολο των εκλογέων, 45 εκατομμύρια θα ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα και ότι 25 εκατομμύρια από αυτούς θα ψηφίσουν τον Roosevelt.
- Εκτιμώ τις πιθανότητες του Roosevelt σε εννέα προς μία.
- Είμαι βέβαιος ότι θα εκλεγεί ο Roosevelt.
(b) I guess that out of the total amount of electors 45 millions will exercise their franchise, 25 millions of whom will vote for Roosevelt.
Η τέταρτη δήλωση είναι προφανώς ανακριβής. Αν ο άνθρωπός μας, καταθέτοντας ενόρκως στο εδώλιο του μάρτυρα, ερωτάτο αν είναι εξίσου βέβαιος για τη μελλοντική νίκη του Roosevelt όσο και για το γεγονός ότι ένας κύβος πάγου θα λιώσει αν εκτεθεί σε θερμοκρασία 150 βαθμών, θα απαντούσε αρνητικά. Θα διόρθωνε τη δήλωσή του και θα διακήρυσσε: «Προσωπικά, είμαι απολύτως πεπεισμένος ότι ο Roosevelt θα παραμείνει στην εξουσία. Αυτή είναι η γνώμη μου. Ασφαλώς, όμως, δεν πρόκειται για βεβαιότητα· είναι απλώς ο τρόπος με τον οποίο κατανοώ τις σχετικές συνθήκες».
(c) I estimate Roosevelt’s chances as 9 to 1. (d) I am certain that Roosevelt will be elected. Statement (d) is obviously inexact. If asked under oath on the witness stand whether he is as certain about Roosevelt’s future victory as about the fact that a block of ice will melt when exposed to a temperature of 150 degrees, our man would have answered no. He would have rectified his statement and would have declared: I am personally fully convinced that Roosevelt will carry on. That is my opinion. But, of course, this is not certainty, only the way I understand the conditions involved.
Η περίπτωση της πρώτης δήλωσης είναι παρόμοια. Αυτός ο άνθρωπος πίστευε ότι διακινδύνευε ελάχιστα αποδεχόμενος ένα τέτοιο στοίχημα. Η αναλογία τρία προς ένα είναι το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης δύο παραγόντων: της άποψης ότι ο Roosevelt θα εκλεγεί και της προσωπικής ροπής του ανθρώπου προς τον στοιχηματισμό.
The case of statement (a) is similar. This man believed that he risked very little when laying such a wager. The relation 3:1 does not assert anything about the chances of the candidates. It is the outcome of the interplay of two factors: the opinion that Roosevelt will be elected and the man’s propensity for betting.
Η δεύτερη δήλωση αποτελεί αποτίμηση της έκβασης του επικείμενου γεγονότος. Οι αριθμοί της δεν αναφέρονται σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό πιθανότητας, αλλά στο αναμενόμενο αποτέλεσμα της ψηφοφορίας. Μια τέτοια δήλωση μπορεί να βασίζεται σε συστηματική έρευνα, όπως η δημοσκόπηση Gallup, ή απλώς σε εκτιμήσεις.
Statement (b) is an evaluation of the outcome of the impending event. Its figures refer not to a greater or smaller degree of probability, but to the expected result of the voting. Such a statement may be based on a systematic investigation like the Gallup poll or simply on estimates.
Διαφορετική είναι η τρίτη δήλωση. Πρόκειται για μια πρόταση σχετικά με την αναμενόμενη έκβαση, διατυπωμένη με αριθμητικούς όρους. Ασφαλώς, δεν σημαίνει ότι από δέκα περιπτώσεις του ίδιου τύπου οι εννέα είναι ευνοϊκές για τον Roosevelt και η μία δυσμενής. Δεν μπορεί να αναφέρεται στην πιθανότητα κλάσης. Τι άλλο, όμως, μπορεί να σημαίνει;
It is different with statement (c). This is a proposition about the expected outcome couched in arithmetical terms. It certainly does not mean that out of ten cases of the same type nine are favorable for Roosevelt and one unfavorable. It cannot have any reference to class probability. But what else can it mean?
Πρόκειται για μεταφορική έκφραση. Οι περισσότερες μεταφορές που χρησιμοποιούνται στην καθημερινή ομιλία ταυτίζουν παραστατικά ένα αφηρημένο αντικείμενο με κάποιο άλλο αντικείμενο το οποίο μπορεί να γίνει άμεσα αντιληπτό μέσω των αισθήσεων. Αυτό, ωστόσο, δεν αποτελεί αναγκαίο γνώρισμα της μεταφορικής γλώσσας, αλλά απλώς συνέπεια του γεγονότος ότι το συγκεκριμένο είναι, κατά κανόνα, περισσότερο οικείο σε εμάς από το αφηρημένο. Καθώς οι μεταφορές αποβλέπουν στην εξήγηση ενός λιγότερο γνωστού πράγματος μέσω της σύγκρισής του με κάτι περισσότερο γνωστό, συνίστανται συνήθως στην ταύτιση ενός αφηρημένου πράγματος με ένα περισσότερο γνωστό συγκεκριμένο πράγμα. Το ιδιαίτερο γνώρισμα της προκειμένης περίπτωσης είναι ότι επιχειρεί να διασαφηνίσει μια περίπλοκη κατάσταση πραγμάτων καταφεύγοντας σε μια αναλογία που αντλείται από έναν κλάδο των ανώτερων μαθηματικών, τον λογισμό των πιθανοτήτων. Τυχαίνει αυτός ο μαθηματικός κλάδος να είναι περισσότερο γνωστός από την ανάλυση της επιστημολογικής φύσης της κατανόησης.
It is a metaphorical expression. Most of the metaphors used in daily speech imaginatively identify an abstract object with another object that can be apprehended directly by the senses. Yet this is not a necessary feature of metaphorical language, but merely a consequence of the fact that the concrete is as a rule more familiar to us than the abstract. As metaphors aim at an explanation of something which is less well known by comparing it with something better known, they consist for the most part in identifying something abstract with a better-known concrete. The specific mark of our case is that it is an attempt to elucidate a complicated state of affairs by resorting to an analogy borrowed from a branch of higher mathematics, the calculus of probability. As it happens, this mathematical discipline is more popular than the analysis of the epistemological nature of understanding.
Δεν έχει νόημα να εφαρμόζεται το μέτρο της λογικής κατά την κριτική της μεταφορικής γλώσσας. Οι αναλογίες και οι μεταφορές είναι πάντοτε ατελείς και λογικά μη ικανοποιητικές. Συνήθως αναζητείται το υποκείμενο tertium comparationis, δηλαδή το κοινό σημείο σύγκρισης. Ωστόσο, ούτε αυτό επιτρέπεται σε σχέση με τη μεταφορά που εξετάζουμε. Διότι η σύγκριση βασίζεται σε μια αντίληψη η οποία είναι εσφαλμένη ακόμη και εντός του ίδιου του πλαισίου του λογισμού των πιθανοτήτων: στην πλάνη του παίκτη. Όταν διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι οι πιθανότητες του Roosevelt είναι εννέα προς μία, υπονοείται ότι ο Roosevelt βρίσκεται, σε σχέση με τις επικείμενες εκλογές, στην ίδια θέση στην οποία βρίσκεται, σε σχέση με το πρώτο βραβείο, ένας άνθρωπος που κατέχει το 90 τοις εκατό όλων των λαχνών μιας λοταρίας. Υπονοείται ότι αυτή η αναλογία εννέα προς μία μας λέει κάτι ουσιώδες για την έκβαση της μοναδικής περίπτωσης που μας ενδιαφέρει. Δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε ότι αυτή η ιδέα είναι εσφαλμένη.
There is no use in applying the yardstick of logic to a critique of metaphorical language. Analogies and metaphors are always defective and logically unsatisfactory. It is usual to search for the underlying tertium comparationis. But even this is not permissible with regard to the metaphor we are dealing with. For the comparison is based on a conception which is in itself faulty in the very frame of the calculus of probability, namely the gambler’s fallacy. In asserting that Roosevelt’s chances are 9:1, the idea is that Roosevelt is in regard to the impending election in the position of a man who owns 90 per cent of all tickets of a lottery in regard to the first prize. It is implied that this ratio 9:1 tells us something substantial about the outcome of the unique case in which we are interested. There is no need to repeat that this is a mistaken idea.
Εξίσου ανεπίτρεπτη είναι η προσφυγή στον λογισμό των πιθανοτήτων κατά την εξέταση υποθέσεων στο πεδίο των φυσικών επιστημών. Οι υποθέσεις αποτελούν προσωρινές εξηγήσεις οι οποίες βασίζονται συνειδητά σε λογικά ανεπαρκή επιχειρήματα. Το μόνο που μπορεί να υποστηριχθεί σχετικά με αυτές είναι το εξής: η υπόθεση είτε αντιφάσκει είτε δεν αντιφάσκει προς τις λογικές αρχές ή προς τα γεγονότα που έχουν διαπιστωθεί πειραματικά και θεωρούνται αληθή. Στην πρώτη περίπτωση είναι αβάσιμη· στη δεύτερη —υπό την παρούσα κατάσταση της πειραματικής μας γνώσης— δεν είναι αβάσιμη. Η ένταση της προσωπικής πεποίθησης είναι αμιγώς υποκειμενική. Ούτε η πιθανότητα συχνότητας ούτε η ιστορική κατανόηση υπεισέρχονται στο ζήτημα.
No less impermissible is the recourse to the calculus of probability in dealing with hypotheses in the field of the natural sciences. Hypotheses are tentative explanations consciously based on logically insufficient arguments. With regard to them all that can be asserted is: The hypothesis does or does not contradict either logical principles or the facts as experimentally established and considered as true. In the first case it is untenable, in the second case it is—under the present state of our experimental knowledge—not untenable. (The intensity of personal conviction is purely subjective.) Neither frequency probability nor historical understanding enters into the matter.
Η εφαρμογή του όρου «υπόθεση» σε συγκεκριμένους τρόπους κατανόησης των ιστορικών γεγονότων αποτελεί εσφαλμένη χρήση του όρου. Αν ένας ιστορικός ισχυριστεί ότι, στην πτώση της δυναστείας των Romanoff, το γεγονός ότι ο οίκος αυτός είχε γερμανική καταγωγή διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο, δεν διατυπώνει μια υπόθεση. Τα γεγονότα στα οποία θεμελιώνεται η κατανόησή του είναι αδιαμφισβήτητα. Στη Ρωσία υπήρχε εκτεταμένη εχθρότητα προς τους Γερμανούς, ενώ ο κυβερνών κλάδος των Romanoff, ο οποίος επί διακόσια έτη συνήπτε γάμους αποκλειστικά με γόνους οικογενειών γερμανικής καταγωγής, θεωρούνταν από πολλούς Ρώσους εκγερμανισμένη οικογένεια — ακόμη και από εκείνους που πίστευαν ότι ο τσάρος Παύλος δεν ήταν γιος του Πέτρου Γ΄. Παραμένει, όμως, το ερώτημα ποια ήταν η σημασία αυτών των γεγονότων στην αλυσίδα των συμβάντων που οδήγησαν στην εκθρόνιση της δυναστείας. Τέτοια προβλήματα δεν επιδέχονται καμία άλλη διασαφήνιση πέραν εκείνης που παρέχει η κατανόηση.
The term hypothesis, applied to definite modes of understanding historical events, is a misnomer. If a historian asserts that in the fall of the Romanoff dynasty the fact that this house was of German background played a relevant role, he does not advance a hypothesis. The facts on which his understanding is founded are beyond question. There was a widespread animosity against Germans in Russia and the ruling line of the Romanoffs, having for 200 years intermarried exclusively with scions of families of German descent, was viewed by many Russians as a germanized family, even by those who assumed that Tsar Paul was not the son of Peter III. But the question remains what the relevance of these facts was in the chain of events which brought about the dethronement of this dynasty. Such problems are not open to any elucidation other than that provided by understanding.
6. Στοίχημα, τυχερό παιχνίδι και συμμετοχή σε παίγνια
↗ στη σελίδα του βιβλίου6. Betting, Gambling, and Playing Games
Το στοίχημα είναι η ανάληψη της δέσμευσης να διακινδυνεύσει κάποιος χρήματα ή άλλα πράγματα έναντι ενός άλλου ανθρώπου, αναφορικά με την έκβαση ενός γεγονότος για το οποίο γνωρίζουμε μόνο όσα μπορούν να γίνουν γνωστά βάσει της κατανόησης. Έτσι, οι άνθρωποι μπορούν να στοιχηματίζουν για το αποτέλεσμα επικείμενων εκλογών ή ενός αγώνα τένις. Μπορούν επίσης να στοιχηματίσουν για το ποιανού η άποψη σχετικά με το περιεχόμενο ενός πραγματολογικού ισχυρισμού είναι ορθή και ποιανού είναι εσφαλμένη.
A bet is the engagement to risk money or other things against another man on the result of an event about the outcome of which we know only so much as can be known on the ground of understanding. Thus people may bet on the result of an impending election or a tennis match. Or they may bet on whose opinion concerning the content of a factual assertion is right and whose is wrong.
Το τυχερό παιχνίδι είναι η ανάληψη της δέσμευσης να διακινδυνεύσει κάποιος χρήματα ή άλλα πράγματα έναντι ενός άλλου ανθρώπου, αναφορικά με την έκβαση ενός γεγονότος για το οποίο δεν γνωρίζουμε τίποτε περισσότερο από όσα γνωρίζουμε βάσει της γνώσης μας για τη συμπεριφορά ολόκληρης της κλάσης.
Gambling is the engagement to risk money or other things against another man on the result of an event about which we do not know anything more than is known on the ground of knowledge concerning the behavior of the whole class.
Ορισμένες φορές το στοίχημα και το τυχερό παιχνίδι συνδυάζονται. Η έκβαση των ιπποδρομιών εξαρτάται τόσο από την ανθρώπινη δράση —από τις ενέργειες του ιδιοκτήτη του αλόγου, του προπονητή και του αναβάτη— όσο και από μη ανθρώπινους παράγοντες, δηλαδή από τα χαρακτηριστικά του αλόγου. Οι περισσότεροι από όσους διακινδυνεύουν χρήματα στις ιπποδρομίες είναι απλώς παίκτες τυχερών παιχνιδιών. Οι ειδικοί, όμως, πιστεύουν ότι γνωρίζουν κάτι μέσω της κατανόησης των εμπλεκόμενων ανθρώπων· στον βαθμό που αυτός ο παράγοντας επηρεάζει την απόφασή τους, είναι στοιχηματίζοντες. Επιπλέον, ισχυρίζονται ότι γνωρίζουν τα άλογα· διατυπώνουν μια πρόγνωση βάσει των γνώσεών τους για τη συμπεριφορά των κλάσεων αλόγων στις οποίες κατατάσσουν τα διάφορα διαγωνιζόμενα άλογα. Στον βαθμό αυτό είναι παίκτες τυχερών παιχνιδιών.
Sometimes betting and gambling are combined. The outcome of horse racing depends both on human action—on the part of the owner of the horse, the trainer, and the jockey—and on nonhuman factors—the qualities of the horse. Most of those risking money on the turf are simply gamblers. But the experts believe they know something by understanding the people involved; as far as this factor influences their decision they are betters. Furthermore they pretend to know the horses; they make a prognosis on the ground of their knowledge about the behavior of the classes of horses to which they assign the various competing horses. So far they are gamblers.
Σε επόμενα κεφάλαια του παρόντος βιβλίου θα εξεταστούν οι μέθοδοι τις οποίες χρησιμοποιούν οι επιχειρήσεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος της αβεβαιότητας του μέλλοντος. Στο παρόν σημείο του συλλογισμού μας χρειάζεται να γίνει μόνο μία ακόμη παρατήρηση.
Later chapters of this book deal with the methods business applies in handling the problem of the uncertainty of the future. On this point of our reasoning only one more observation must be made.
Η συμμετοχή σε παίγνια μπορεί να αποτελεί είτε σκοπό είτε μέσο. Αποτελεί σκοπό για τους ανθρώπους που αποζητούν τη διέγερση και τη συγκίνηση τις οποίες τους προσφέρουν οι εναλλαγές ενός παιγνίου ή των οποίων η ματαιοδοξία κολακεύεται από την επίδειξη της δεξιοτεχνίας και της ανωτερότητάς τους σε ένα παίγνιο που απαιτεί πανουργία και επιτηδειότητα. Αποτελεί μέσο για τους επαγγελματίες που επιδιώκουν να κερδίσουν χρήματα μέσω της νίκης.
Embarking upon games can be either an end or a means. It is an end for people who yearn for the stimulation and excitement with which the vicissitudes of a game provide them, or whose vanity is flattered by the display of their skill and superiority in playing a game which requires cunning and expertness. It is a means for professionals who want to make money by winning.
Επομένως, η συμμετοχή σε ένα παίγνιο μπορεί να αποκληθεί δράση. Δεν επιτρέπεται, όμως, να αντιστρέψουμε αυτή την πρόταση και να αποκαλέσουμε κάθε δράση παίγνιο ή να πραγματευόμαστε όλες τις δράσεις σαν να ήταν παίγνια. Ο άμεσος σκοπός της συμμετοχής σε ένα παίγνιο είναι η ήττα του αντιπάλου σύμφωνα με τους κανόνες του παιγνίου. Πρόκειται για μια ιδιάζουσα και ειδική περίπτωση δράσης. Οι περισσότερες δράσεις δεν αποβλέπουν στην ήττα ή τη ζημία κάποιου άλλου. Αποβλέπουν στη βελτίωση των συνθηκών. Μπορεί αυτή η βελτίωση να επιτυγχάνεται εις βάρος κάποιων άλλων ανθρώπων. Αυτό, όμως, ασφαλώς δεν συμβαίνει πάντοτε. Για να το θέσουμε με τον πιο μετριοπαθή τρόπο, ασφαλώς δεν συμβαίνει στο πλαίσιο της κανονικής λειτουργίας ενός κοινωνικού συστήματος θεμελιωμένου στον καταμερισμό της εργασίας.
Playing a game can therefore be called an action. But it is not permissible to reverse this statement and to call every action a game or to deal with all actions as if they were games. The immediate aim in playing a game is to defeat the partner according to the rules of the game. This is a peculiar and special case of acting. Most actions do not aim at anybody’s defeat or loss. They aim at an improvement in conditions. It can happen that this improvement is attained at some other men’s expense. But this is certainly not always the case. It is, to put it mildly, certainly not the case within the regular operation of a social system based on the division of labor.
Δεν υπάρχει ούτε η παραμικρή αναλογία μεταξύ της συμμετοχής σε παίγνια και της άσκησης επιχειρηματικής δραστηριότητας σε μια κοινωνία της αγοράς. Ο χαρτοπαίκτης κερδίζει χρήματα ξεπερνώντας σε ευστροφία τον αντίπαλό του. Ο επιχειρηματίας κερδίζει χρήματα εφοδιάζοντας τους πελάτες με αγαθά τα οποία επιθυμούν να αποκτήσουν. Ενδέχεται να υπάρχει κάποια αναλογία μεταξύ της στρατηγικής ενός χαρτοπαίκτη και εκείνης ενός μπλοφαδόρου. Δεν χρειάζεται να διερευνήσουμε αυτό το ζήτημα. Όποιος ερμηνεύει την επιχειρηματική δραστηριότητα ως εξαπάτηση ακολουθεί εσφαλμένη κατεύθυνση.
There is not the slightest analogy between playing games and the conduct of business within a market society. The card player wins money by outsmarting his antagonist. The businessman makes money by supplying customers with goods they want to acquire. There may exist an analogy between the strategy of a card player and that of a bluffer. There is no need to investigate this problem. He who interprets the conduct of business as trickery is on the wrong path.
Το χαρακτηριστικό γνώρισμα των παιγνίων είναι ο ανταγωνισμός μεταξύ δύο ή περισσότερων παικτών ή ομάδων παικτών.3 Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της επιχειρηματικής δραστηριότητας στο πλαίσιο μιας κοινωνίας —δηλαδή μιας τάξης πραγμάτων θεμελιωμένης στον καταμερισμό της εργασίας— είναι η σύμπνοια στις επιδιώξεις των μελών της. Μόλις αρχίσουν να αντιμάχονται μεταξύ τους, εμφανίζεται μια τάση κοινωνικής αποσύνθεσης.
The characteristic feature of games is the antagonism of two or more players or groups of players.[3] The characteristic feature of business within a society, i.e., within an order based on the division of labor, is concord in the endeavors of its members. As soon as they begin to antagonize one another, a tendency toward social disintegration emerges.
Στο πλαίσιο μιας οικονομίας της αγοράς, ο ανταγωνισμός δεν συνεπάγεται ανταγωνιστική σύγκρουση με την έννοια με την οποία ο όρος αυτός χρησιμοποιείται για την εχθρική σύγκρουση ασυμβίβαστων συμφερόντων. Είναι αλήθεια ότι ο ανταγωνισμός μπορεί μερικές φορές, ή ακόμη και συχνά, να διεγείρει στους ανταγωνιστές εκείνα τα πάθη μίσους και κακεντρέχειας που συνήθως συνοδεύουν την πρόθεση πρόκλησης κακού σε άλλους ανθρώπους. Για τον λόγο αυτό, οι ψυχολόγοι τείνουν να συγχέουν τη μάχη με τον ανταγωνισμό. Η πραξεολογία, όμως, πρέπει να προφυλάσσεται από μια τέτοια τεχνητή και παραπλανητική εξομοίωση του καταλλακτικού ανταγωνισμού με τη μάχη. Οι ανταγωνιστές επιδιώκουν την αριστεία και την υπεροχή στα επιτεύγματά τους εντός ενός συστήματος αμοιβαίας συνεργασίας. Η λειτουργία του ανταγωνισμού είναι να απονέμει σε κάθε μέλος ενός κοινωνικού συστήματος τη θέση στην οποία μπορεί να υπηρετήσει καλύτερα το σύνολο της κοινωνίας και όλα τα μέλη της. Αποτελεί μέθοδο επιλογής του ικανότερου ανθρώπου για κάθε έργο. Όπου υπάρχει κοινωνική συνεργασία, πρέπει να εφαρμόζεται κάποια μορφή επιλογής. Ανταγωνισμός δεν υπάρχει μόνο εκεί όπου η ανάθεση των διαφόρων καθηκόντων στα διάφορα άτομα πραγματοποιείται αποκλειστικά με αποφάσεις του δικτάτορα και όπου τα ενδιαφερόμενα άτομα δεν προσπαθούν να βοηθήσουν τον δικτάτορα, παρουσιάζοντας τις αρετές και τις ικανότητές τους υπό το ευνοϊκότερο δυνατό φως.
Within the frame of a market economy competition does not involve antagonism in the sense in which this term is applied to the hostile clash of incompatible interests. Competition, it is true, may sometimes or even very often evoke in the competitors those passions of hatred and malice which usually accompany the intention of inflicting evil on other people. Psychologists are therefore prone to confuse combat and competition. But praxeology must beware of such artificial and misleading equivocations. From its point of view there exists a fundamental difference between catallactic competition and combat. Competitors aim at excellence and preeminence in accomplishments within a system of mutual cooperation. The function of competition is to assign to every member of a social system that position in which he can best serve the whole of society and all its members. It is a method of selecting the most able man for each performance. Where there is social cooperation, there some variety of selection must be applied. Only where the assignment of various individuals to various tasks is effected by the dictator’s decisions alone and the individuals concerned do not aid the dictator by endeavors to represent their own virtues and abilities in the most favorable light, is there no competition.
Σε μεταγενέστερο στάδιο της έρευνάς μας θα χρειαστεί να εξετάσουμε τη λειτουργία του ανταγωνισμού.4 Στο σημείο αυτό πρέπει απλώς να τονίσουμε ότι είναι παραπλανητικό να εφαρμόζεται η ορολογία της αμοιβαίας εξόντωσης στα προβλήματα της αμοιβαίας συνεργασίας, όπως αυτή λειτουργεί στο πλαίσιο μιας κοινωνίας. Οι στρατιωτικοί όροι είναι ακατάλληλοι για την περιγραφή των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Αποτελεί, για παράδειγμα, κακή μεταφορά να γίνεται λόγος για «κατάκτηση μιας αγοράς». Δεν υπάρχει καμία κατάκτηση στο γεγονός ότι μια επιχείρηση προσφέρει καλύτερα ή φθηνότερα προϊόντα από τους ανταγωνιστές της. Μόνο μεταφορικά μπορεί να γίνεται λόγος για στρατηγική στις επιχειρηματικές δραστηριότητες.
We will have to deal at a later stage of our investigations with the function of competition.[4] At this point we must only emphasize that it is misleading to apply the terminology of mutual extermination to the problems of mutual cooperation as it works within a society. Military terms are inappropriate for the description of business operations. It is, e.g., a bad metaphor to speak of the conquest of a market. There is no conquest in the fact that one firm offers better or cheaper products than its competitors. There is strategy in business only in a metaphorical sense.
Η πραξεολογική γνώση καθιστά δυνατή την πρόβλεψη, με αποδεικτική βεβαιότητα, της έκβασης διαφόρων τρόπων δράσης. Ασφαλώς, όμως, μια τέτοια πρόβλεψη δεν μπορεί ποτέ να υποδηλώνει οτιδήποτε σχετικά με ποσοτικά ζητήματα. Στο πεδίο της ανθρώπινης δράσης, τα ποσοτικά προβλήματα δεν επιδέχονται καμία άλλη διασαφήνιση πέραν εκείνης που παρέχει η κατανόηση.
Praxeological knowledge makes it possible to predict with apodictic certainty the outcome of various modes of action. But, of course, such prediction can never imply anything regarding quantitative matters. Quantitative problems are in the field of human action open to no other elucidation than that by understanding.
Μπορούμε να προβλέψουμε, όπως θα καταδειχθεί αργότερα, ότι — εφόσον οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι— μια μείωση της ζήτησης για το αγαθό a θα επιφέρει πτώση της τιμής του a. Δεν μπορούμε, όμως, να προβλέψουμε την έκταση αυτής της πτώσης. Το ερώτημα αυτό μπορεί να απαντηθεί μόνο μέσω της κατανόησης.
We can predict, as will be shown later, that—other things being equal —a fall in the demand for a will result in a drop in the price of a. But we cannot predict the extent of this drop. This question can be answered only by understanding.
Η θεμελιώδης ανεπάρκεια που ενυπάρχει σε κάθε ποσοτική προσέγγιση των οικονομικών προβλημάτων συνίσταται στην παραγνώριση του γεγονότος ότι δεν υπάρχουν σταθερές σχέσεις μεταξύ των λεγόμενων οικονομικών μεγεθών. Δεν υπάρχει ούτε σταθερότητα ούτε συνέχεια στις αξιολογήσεις και στη διαμόρφωση των σχέσεων ανταλλαγής μεταξύ των διαφόρων εμπορευμάτων. Κάθε νέο δεδομένο επιφέρει αναδιάταξη ολόκληρης της διάρθρωσης των τιμών. Η κατανόηση, επιχειρώντας να συλλάβει όσα συμβαίνουν στον νου των ενδιαφερόμενων ανθρώπων, μπορεί να προσεγγίσει το πρόβλημα της πρόβλεψης των μελλοντικών συνθηκών. Μπορεί να χαρακτηρίζουμε τις μεθόδους της μη ικανοποιητικές και οι θετικιστές μπορεί να τις περιφρονούν αλαζονικά. Τέτοιες αυθαίρετες κρίσεις, όμως, δεν πρέπει και δεν μπορούν να συγκαλύψουν το γεγονός ότι η κατανόηση αποτελεί τη μόνη κατάλληλη μέθοδο αντιμετώπισης της αβεβαιότητας των μελλοντικών συνθηκών.
The fundamental deficiency implied in every quantitative approach to economic problems consists in the neglect of the fact that there are no constant relations between what are called economic dimensions. There is neither constancy nor continuity in the valuations and in the formation of exchange ratios between various commodities. Every new datum brings about a reshuffling of the whole price structure. Understanding, by trying to grasp what is going on in the minds of the men concerned, can approach the problem of forecasting future conditions. We may call its method unsatisfactory and the positivists may arrogantly scorn it. But such arbitrary judgments must not and cannot obscure the fact that understanding is the only appropriate method of dealing with the uncertainty of future conditions.
← Κεφάλαιο 5: ΧΡΟΝΟΣΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 7: ΔΡΑΣΗ ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ →