Ανθρώπινη Δράση: Κεφάλαιο 5: ΧΡΟΝΟΣ
Ludwig von Mises · Human Action: A Treatise on Economics
Πραξεολόγος
← Κεφάλαιο 4: ΜΙΑ ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΔΡΑΣΗΣΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 6: ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ →
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, Human Action: A Treatise on Economics, ebook του Foundation for Economic Education (FEE), 2016, ISBN 978-1-57246-086-7 — «Published under the Creative Commons Attribution 4.0 International License». Σελίδα της έκδοσης: fee.org/ebooks/human-action-by-ludwig-von-mises. Άδεια: CC BY 4.0.
Σε δείγμα 300 παραγράφων, οι 298 του ebook του FEE ήταν ίδιες λέξη προς λέξη με το κείμενο που ακολουθεί η μετάφραση. Το FEE δεν περιέχει μερικές ενότητες που προστέθηκαν σε μεταγενέστερες εκδόσεις (π.χ. «Η ηθική καταδίκη του κέρδους», «Διαφθορά», παράγραφοι για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο)· αυτές, όπως και οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ), εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Οι πρόλογοι της ελληνικής έκδοσης και των εκδόσεων Scholar’s/4ης δεν περιλαμβάνονται εδώ.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
1. Ο χρόνος ως πραξεολογικός παράγοντας
↗ στη σελίδα του βιβλίου1. The Temporal Character of Praxeology
Η έννοια της μεταβολής προϋποθέτει την έννοια της χρονικής ακολουθίας. Ένα άκαμπτο και αιωνίως αμετάβλητο σύμπαν θα βρισκόταν εκτός χρόνου, αλλά θα ήταν νεκρό. Οι έννοιες της μεταβολής και του χρόνου είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους. Η δράση αποβλέπει στη μεταβολή και, επομένως, εντάσσεται στη χρονική τάξη. Ο ανθρώπινος λόγος αδυνατεί ακόμη και να συλλάβει τις ιδέες μιας άχρονης ύπαρξης και μιας άχρονης δράσης.
THE notion of change implies the notion of temporal sequence. A rigid, eternally immutable universe would be out of time, but it would be dead. The concepts of change and of time are inseparably linked together. Action aims at change and is therefore in the temporal order. Human reason is even incapable of conceiving the ideas of timeless existence and of timeless action.
Ο δρων άνθρωπος διακρίνει μεταξύ του χρόνου πριν από τη δράση, του χρόνου που απορροφά η δράση και του χρόνου μετά την ολοκλήρωσή της. Δεν μπορεί να παραμένει ουδέτερος απέναντι στην παρέλευση του χρόνου.
He who acts distinguishes between the time before the action, the time absorbed by the action, and the time after the action has been finished. He cannot be neutral with regard to the lapse of time.
Η λογική και τα μαθηματικά ασχολούνται με ένα ιδεατό σύστημα σκέψης. Οι σχέσεις και οι συνεπαγωγές του συστήματός τους συνυπάρχουν και είναι αλληλεξαρτώμενες. Θα μπορούσαμε εξίσου να πούμε ότι είναι σύγχρονες ή ότι βρίσκονται εκτός χρόνου. Ένας τέλειος νους θα μπορούσε να τις συλλάβει όλες με μία και μόνη νοητική πράξη. Η αδυναμία του ανθρώπου να το επιτύχει αυτό καθιστά την ίδια τη σκέψη δράση, η οποία προχωρεί βήμα προς βήμα από τη λιγότερο ικανοποιητική κατάσταση της ανεπαρκούς γνώσης προς την περισσότερο ικανοποιητική κατάσταση της πληρέστερης κατανόησης. Ωστόσο, η χρονική τάξη με την οποία αποκτάται η γνώση δεν πρέπει να συγχέεται με τη λογική ταυτοχρονία όλων των μερών ενός απριοριστικού παραγωγικού συστήματος. Στο εσωτερικό ενός τέτοιου συστήματος, οι έννοιες του προγενέστερου και του επακόλουθου έχουν μόνο μεταφορική σημασία. Δεν αναφέρονται στο ίδιο το σύστημα, αλλά στη δική μας δράση κατά τη σύλληψή του. Το ίδιο το σύστημα δεν εμπεριέχει ούτε την κατηγορία του χρόνου ούτε την κατηγορία της αιτιότητας. Μεταξύ των στοιχείων του υπάρχει λειτουργική αντιστοιχία, αλλά δεν υπάρχει ούτε αιτία ούτε αποτέλεσμα.
Logic and mathematics deal with an ideal system of thought. The relations and implications of their system are coexistent and interdependent. We may say as well that they are synchronous or that they are out of time. A perfect mind could grasp them all in one thought. Man’s inability to accomplish this makes thinking itself an action, proceeding step by step from the less satisfactory state of insufficient cognition to the more satisfactory state of better insight. But the temporal order in which knowledge is acquired must not be confused with the logical simultaneity of all parts of this aprioristic deductive system. Within this system the notions of anteriority and consequence are metaphorical only. They do not refer to the system, but to our action in grasping it. The system itself implies neither the category of time nor that of causality. There is functional correspondence between elements, but there is neither cause nor effect.
Αυτό ακριβώς που, από επιστημολογική άποψη, διακρίνει το πραξεολογικό σύστημα από το λογικό σύστημα είναι ότι το πρώτο εμπεριέχει τόσο την κατηγορία του χρόνου όσο και εκείνη της αιτιότητας. Και το πραξεολογικό σύστημα είναι απριοριστικό και παραγωγικό. Ως σύστημα βρίσκεται εκτός χρόνου. Η μεταβολή, όμως, αποτελεί ένα από τα στοιχεία του. Οι έννοιες του ενωρίτερου και του αργότερου, καθώς και της αιτίας και του αποτελέσματος, συγκαταλέγονται στα συστατικά του στοιχεία. Το προγενέστερο και το επακόλουθο αποτελούν ουσιώδεις έννοιες του πραξεολογικού συλλογισμού. Το ίδιο ισχύει και για τη μη αναστρεψιμότητα των γεγονότων. Στο πλαίσιο του πραξεολογικού συστήματος, κάθε αναφορά σε λειτουργική αντιστοιχία είναι εξίσου μεταφορική και παραπλανητική όσο είναι, στο πλαίσιο του λογικού συστήματος, η αναφορά στο προγενέστερο και στο επακόλουθο.1
What distinguishes the praxeological system from the logical system epistemologically is precisely that it implies the categories both of time and of causality. The praxeological system too is aprioristic and deductive. As a system it is out of time. But change is one of its elements. The notions of sooner and later and of cause and effect are among its constituents. Anteriority and consequence are essential concepts of praxeological reasoning. So is the irreversibility of events. In the frame of the praxeological system any reference to functional correspondence is no less metaphorical and misleading than is the reference to anteriority and consequence in the frame of the logical system.[1]
Η δράση είναι εκείνη που παρέχει στον άνθρωπο την έννοια του χρόνου και τον καθιστά ενήμερο για τη ροή του. Η ιδέα του χρόνου αποτελεί πραξεολογική κατηγορία.
It is acting that provides man with the notion of time and makes him aware of the flux of time. The idea of time is a praxeological category.
Η δράση κατευθύνεται πάντοτε προς το μέλλον· ουσιωδώς και αναγκαστικά αποτελεί πάντοτε σχεδιασμό και δράση για ένα καλύτερο μέλλον. Σκοπός της είναι πάντοτε να καταστήσει τις μελλοντικές συνθήκες περισσότερο ικανοποιητικές από όσο θα ήταν χωρίς την παρέμβαση της δράσης. Η δυσφορία που ωθεί έναν άνθρωπο να δράσει προκαλείται από τη δυσαρέσκειά του απέναντι στις αναμενόμενες μελλοντικές συνθήκες, όπως αυτές θα εξελίσσονταν πιθανότατα αν δεν γινόταν τίποτε για να μεταβληθούν. Σε κάθε περίπτωση, η δράση μπορεί να επηρεάσει μόνο το μέλλον, ποτέ το παρόν, το οποίο με κάθε απειροελάχιστο κλάσμα του δευτερολέπτου καταβυθίζεται στο παρελθόν. Ο άνθρωπος αποκτά συνείδηση του χρόνου όταν σχεδιάζει να μετατρέψει μια λιγότερο ικανοποιητική παρούσα κατάσταση σε μια περισσότερο ικανοποιητική μελλοντική κατάσταση.
Action is always directed toward the future; it is essentially and necessarily always a planning and acting for a better future. Its aim is always to render future conditions more satisfactory than they would be without the interference of action. The uneasiness that impels a man to act is caused by a dissatisfaction with expected future conditions as they would probably develop if nothing were done to alter them. In any case action can influence only the future, never the present that with every infinitesimal fraction of a second sinks down into the past. Man becomes conscious of time when he plans to convert a less satisfactory present state into a more satisfactory future state.
Για τον στοχαστικό διαλογισμό, ο χρόνος είναι απλώς διάρκεια: «η καθαρή διάρκεια, της οποίας η ροή είναι συνεχής και κατά την οποία μεταβαίνουμε, μέσω ανεπαίσθητων διαβαθμίσεων, από τη μία κατάσταση στην άλλη: μια συνέχεια που βιώνεται πραγματικά».2 Το «τώρα» του παρόντος μετατοπίζεται αδιάκοπα προς το παρελθόν και διατηρείται μόνο στη μνήμη. Αναλογιζόμενος το παρελθόν, λένε οι φιλόσοφοι, ο άνθρωπος αποκτά επίγνωση του χρόνου.3 Ωστόσο, δεν είναι η ανάμνηση εκείνη που παρέχει στον άνθρωπο τις κατηγορίες της μεταβολής και του χρόνου, αλλά η βούλησή του να βελτιώσει τις συνθήκες της ζωής του.
For contemplative meditation time is merely duration, “la durée pure, dont l’écoulement est continu, et où l’on passe, par gradations insensibles, d’un état à l’autre: Continuité réellement vécue.”[2] The “now” of the present is continually shifted to the past and is retained in the memory only. Reflecting about the past, say the philosophers, man becomes aware of time.[3] However, it is not recollection that conveys to man the categories of change and of time, but the will to improve the conditions of his life.
Ο χρόνος, όπως τον μετρούμε με διάφορες μηχανικές συσκευές, είναι πάντοτε παρελθών, ενώ ο χρόνος, όπως χρησιμοποιούν αυτή την έννοια οι φιλόσοφοι, είναι πάντοτε είτε παρελθών είτε μελλοντικός. Από αυτές τις απόψεις, το παρόν δεν είναι παρά μια ιδεατή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον. Από την πραξεολογική άποψη, όμως, ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον υπάρχει ένα πραγματικό παρόν με χρονική έκταση. Η δράση ως τέτοια λαμβάνει χώρα στο πραγματικό παρόν, επειδή αξιοποιεί τη στιγμή και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ενσαρκώνει την πραγματικότητά της.4 Ο μεταγενέστερος αναδρομικός στοχασμός διακρίνει στη στιγμή που έχει παρέλθει, πρώτα απ’ όλα, τη δράση και τις συνθήκες που αυτή προσέφερε στη δράση. Εκείνο που δεν μπορεί πλέον να γίνει ή να καταναλωθεί, επειδή η σχετική ευκαιρία έχει παρέλθει, αντιδιαστέλλει το παρελθόν προς το παρόν. Εκείνο που δεν μπορεί ακόμη να γίνει ή να καταναλωθεί, επειδή δεν έχουν ακόμη διαμορφωθεί οι συνθήκες για την πραγματοποίησή του ή δεν έχει ακόμη έλθει ο χρόνος της ωρίμανσής του, αντιδιαστέλλει το μέλλον προς το παρελθόν. Το παρόν προσφέρει στη δράση ευκαιρίες και καθήκοντα για τα οποία μέχρι πρότινος ήταν πολύ νωρίς και για τα οποία στο εξής θα είναι πολύ αργά.
Time as we measure it by various mechanical devices is always past, and time as the philosophers use this concept is always either past or future. The present is, from these aspects, nothing but an ideal boundary line separating the past from the future. But from the praxeological aspect there is between the past and the future a real extended present. Action is as such in the real present because it utilizes the instant and thus embodies its reality.[4] Later retrospective reflection discerns in the instant passed away first of all the action and the conditions which it offered to action. That which can no longer be done or consumed because the opportunity for it has passed away, contrasts the past with the present. That which cannot yet be done or consumed, because the conditions for undertaking it or the time for its ripening have not yet come, contrasts the future with the past. The present offers to acting opportunities and tasks for which it was hitherto too early and for which it will be hereafter too late.
Το παρόν ως διάρκεια συνίσταται στη συνέχιση των συνθηκών και των ευκαιριών που παρέχονται για δράση. Κάθε είδος δράσης απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες, στις οποίες πρέπει να προσαρμόζεται σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς. Επομένως, η έννοια του παρόντος διαφέρει μεταξύ των διαφόρων πεδίων δράσης. Δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τις διάφορες μεθόδους μέτρησης της παρέλευσης του χρόνου μέσω κινήσεων στον χώρο. Το παρόν περιλαμβάνει τόσο από τον χρόνο που έχει παρέλθει όσο εξακολουθεί να είναι ενεργός, δηλαδή όσο εξακολουθεί να έχει σημασία για τη δράση. Αναλόγως των διαφόρων δράσεων που έχει κανείς κατά νου, το παρόν αντιδιαστέλλεται προς τον Μεσαίωνα, τον δέκατο ένατο αιώνα, το προηγούμενο έτος, τον προηγούμενο μήνα ή την προηγούμενη ημέρα, αλλά εξίσου και προς την ώρα, το λεπτό ή το δευτερόλεπτο που μόλις παρήλθε. Αν κάποιος πει: «Σήμερα ο Δίας δεν λατρεύεται πλέον», έχει κατά νου ένα παρόν διαφορετικό από εκείνο που έχει κατά νου ο οδηγός αυτοκινήτου όταν σκέφτεται: «Τώρα είναι ακόμη πολύ νωρίς για να στρίψω».
The present qua duration is the continuation of the conditions and opportunities given for acting. Every kind of action requires special conditions to which it must be adjusted with regard to the aims sought. The concept of the present is therefore different for various fields of action. It has no reference whatever to the various methods of measuring the passing of time by spatial movements. The present encloses as much of the time passed away as still is actual, i.e., of importance for acting. The present contrasts itself, according to the various actions one has in view, with the Middle Ages, with the nineteenth century, with the past year, month, or day, but no less with the hour, minute, or second just passed away. If a man says: Nowadays Zeus is no longer worshiped, he has a present in mind other than that the motorcar driver who thinks: Now it is still too early to turn.
Καθώς το μέλλον είναι αβέβαιο, παραμένει πάντοτε απροσδιόριστο και ασαφές πόσο από αυτό μπορούμε να θεωρήσουμε ως «τώρα» και ως παρόν. Αν κάποιος είχε πει το 1913: «Σήμερα —τώρα— η ελευθερία της σκέψης στην Ευρώπη είναι αδιαμφισβήτητη», δεν θα είχε προβλέψει ότι αυτό το παρόν θα μετατρεπόταν πολύ σύντομα σε παρελθόν.
As the future is uncertain it always remains undecided and vague how much of it we can consider as now and present. If a man had said in 1913: At present—now—in Europe freedom of thought is undisputed, he would have not foreseen that this present would very soon be a past.
Ο άνθρωπος υπόκειται στην παρέλευση του χρόνου. Έρχεται στην ύπαρξη, αναπτύσσεται, γηράσκει και πεθαίνει. Ο χρόνος που διαθέτει είναι σπάνιος. Οφείλει να τον διαχειρίζεται οικονομικά, όπως διαχειρίζεται και τους άλλους σπάνιους συντελεστές.
Man is subject to the passing of time. He comes into existence, grows, becomes old, and passes away. His time is scarce. He must economize it as he does other scarce factors.
Η οικονομική διαχείριση του χρόνου έχει έναν ιδιόμορφο χαρακτήρα, εξαιτίας της μοναδικότητας και της μη αναστρεψιμότητας της χρονικής τάξης. Η σημασία αυτών των δεδομένων εκδηλώνεται σε κάθε μέρος της θεωρίας της δράσης.
The economization of time has a peculiar character because of the uniqueness and irreversibility of the temporal order. The importance of these facts manifests itself in every part of the theory of action.
Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ένα μόνο δεδομένο. Η οικονομική διαχείριση του χρόνου είναι ανεξάρτητη από την οικονομική διαχείριση των οικονομικών αγαθών και υπηρεσιών. Ακόμη και στη μυθική χώρα της απόλυτης αφθονίας, ο άνθρωπος θα ήταν αναγκασμένος να διαχειρίζεται οικονομικά τον χρόνο του, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα ήταν αθάνατος και δεν θα ήταν προικισμένος με αιώνια νεότητα, άφθαρτη υγεία και αστείρευτη ζωτικότητα. Μολονότι όλες οι επιθυμίες του θα μπορούσαν να ικανοποιούνται αμέσως, χωρίς καμία δαπάνη εργασίας, θα έπρεπε να οργανώνει το χρονικό του πρόγραμμα, διότι υπάρχουν καταστάσεις ικανοποίησης που είναι ασύμβατες μεταξύ τους και δεν μπορούν να πραγματωθούν ταυτόχρονα. Και για αυτόν τον άνθρωπο ο χρόνος θα ήταν σπάνιος και θα υπαγόταν στη διάκριση μεταξύ του ενωρίτερου και του αργότερου.
Only one fact must be stressed at this point. The economization of time is independent of the economization of economic goods and services. Even in the land of Cockaigne man would be forced to economize time, provided he were not immortal and not endowed with eternal youth and indestructible health and vigor. Although all his appetites could be satisfied immediately without any expenditure of labor, he would have to arrange his time schedule, as there are states of satisfaction which are incompatible and cannot be consummated at the same time. For this man, too, time would be scarce and subject to the aspect of sooner and later.
4. Η χρονική σχέση μεταξύ των δράσεων
↗ στη σελίδα του βιβλίου4. The Temporal Relation Between Actions
Δύο δράσεις ενός ατόμου δεν είναι ποτέ σύγχρονες· η χρονική σχέση τους είναι σχέση ενωρίτερου και αργότερου. Οι δράσεις διαφορετικών ατόμων μπορούν να θεωρηθούν σύγχρονες μόνο υπό το πρίσμα των φυσικών μεθόδων μέτρησης του χρόνου. Η συγχρονία αποτελεί πραξεολογική έννοια μόνο σε σχέση με τις συντονισμένες προσπάθειες διαφόρων δρώντων ανθρώπων.5
Two actions of an individual are never synchronous; their temporal relation is that of sooner and later. Actions of various individuals can be considered as synchronous only in the light of the physical methods for the measurement of time. Synchronism is a praxeological notion only with regard to the concerted efforts of various acting men.[5]
Οι επιμέρους δράσεις ενός ανθρώπου διαδέχονται η μία την άλλη. Δεν μπορούν ποτέ να εκτελεστούν κατά την ίδια ακριβώς στιγμή· μπορούν μόνο να ακολουθούν η μία την άλλη με περισσότερο ή λιγότερο γρήγορη διαδοχή. Υπάρχουν δράσεις που εξυπηρετούν μονομιάς περισσότερους από έναν σκοπούς. Θα ήταν παραπλανητικό να χαρακτηρίζονται αυτές ως σύμπτωση διαφόρων δράσεων.
A man’s individual actions succeed one another. They can never be effected at the same instant; they can only follow one another in more or less rapid succession. There are actions which serve several purposes at one blow. It would be misleading to refer to them as a coincidence of various actions.
Οι άνθρωποι συχνά δεν κατόρθωσαν να αναγνωρίσουν τη σημασία του όρου «κλίμακα αξιών» και παρέβλεψαν τα εμπόδια που αποκλείουν την παραδοχή συγχρονίας μεταξύ των διαφόρων δράσεων ενός ατόμου. Ερμήνευσαν τις διάφορες πράξεις ενός ανθρώπου ως αποτέλεσμα μιας κλίμακας αξιών, η οποία ήταν ανεξάρτητη από αυτές τις πράξεις και προϋπήρχε αυτών, καθώς και ενός εκ των προτέρων καταρτισμένου σχεδίου στην πραγμάτωση του οποίου υποτίθεται ότι απέβλεπαν. Η κλίμακα αξιών και το σχέδιο, στα οποία αποδόθηκαν διάρκεια και αμεταβλητότητα για ορισμένο χρονικό διάστημα, υποστασιοποιήθηκαν σε αιτία και κίνητρο των διαφόρων επιμέρους δράσεων. Η συγχρονία, η οποία δεν μπορούσε να υποστηριχθεί ως προς τις διάφορες πράξεις, ανακαλύφθηκε κατόπιν εύκολα στην κλίμακα αξιών και στο σχέδιο. Αυτή η αντίληψη, όμως, παραβλέπει το γεγονός ότι η κλίμακα αξιών δεν είναι παρά ένα κατασκευασμένο νοητικό εργαλείο. Η κλίμακα αξιών εκδηλώνεται μόνο στην πραγματική δράση και μπορεί να συναχθεί μόνο από την παρατήρηση της πραγματικής δράσης. Επομένως, δεν επιτρέπεται να αντιπαρατίθεται προς την πραγματική δράση και να χρησιμοποιείται ως μέτρο για την αποτίμηση των πραγματικών πράξεων.
People have often failed to recognize the meaning of the term “scale of value” and have disregarded the obstacles preventing the assumption of synchronism in the various actions of an individual. They have interpreted a man’s various acts as the outcome of a scale of value, independent of these acts and preceding them, and of a previously devised plan whose realization they aim at. The scale of value and the plan to which duration and immutability for a certain period of time were attributed, were hypostasized into the cause and motive of the various individual actions. Synchronism which could not be asserted with regard to various acts was then easily discovered in the scale of value and in the plan. But this overlooks the fact that the scale of value is nothing but a constructed tool of thought. The scale of value manifests itself only in real acting; it can be discerned only from the observation of real acting. It is therefore impermissible to contrast it with real acting and to use it as a yardstick for the appraisal of real actions.
Εξίσου ανεπίτρεπτο είναι να γίνεται διάκριση μεταξύ ορθολογικής και δήθεν ανορθολογικής δράσης βάσει μιας σύγκρισης της πραγματικής δράσης με προγενέστερα προσχέδια και σχέδια μελλοντικών δράσεων. Μπορεί να παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον το γεγονός ότι χθες είχαν τεθεί για τη σημερινή δράση σκοποί διαφορετικοί από εκείνους που πράγματι επιδιώκονται σήμερα. Τα χθεσινά σχέδια, όμως, δεν μας παρέχουν κανένα περισσότερο αντικειμενικό και μη αυθαίρετο κριτήριο για την αποτίμηση της σημερινής πραγματικής δράσης από ό,τι οποιεσδήποτε άλλες ιδέες και κανόνες.
It is no less impermissible to differentiate between rational and allegedly irrational acting on the basis of a comparison of real acting with earlier drafts and plans for future actions. It may be very interesting that yesterday goals were set for today’s acting other than those really aimed at today. But yesterday’s plans do not provide us with any more objective and nonarbitrary standard for the appraisal of today’s real acting than any other ideas and norms.
Έχει επιχειρηθεί να συναχθεί η έννοια της μη ορθολογικής δράσης μέσω του ακόλουθου συλλογισμού: Αν το a προτιμάται έναντι του b και το b έναντι του c, τότε, από λογική άποψη, το a θα έπρεπε να προτιμάται έναντι του c . Αν, όμως, στην πράξη το c προτιμάται έναντι του a , βρισκόμαστε αντιμέτωποι με έναν τρόπο δράσης στον οποίο δεν μπορούμε να αποδώσουμε συνέπεια και ορθολογικότητα.6 Αυτός ο συλλογισμός παραβλέπει το γεγονός ότι δύο πράξεις ενός ατόμου δεν μπορούν ποτέ να είναι σύγχρονες. Αν σε μία δράση το a προτιμάται έναντι του b και σε μια άλλη δράση το b έναντι του c, τότε, όσο σύντομο και αν είναι το χρονικό διάστημα μεταξύ των δύο δράσεων, δεν επιτρέπεται να κατασκευάσουμε μια ενιαία κλίμακα αξιών στην οποία το a προηγείται του b και το b προηγείται του c . Ούτε επιτρέπεται να θεωρήσουμε μια μεταγενέστερη τρίτη δράση ως ταυτόχρονη με τις δύο προηγούμενες. Το μόνο που αποδεικνύει το παράδειγμα είναι ότι οι αξιολογικές κρίσεις δεν είναι αμετάβλητες και ότι, επομένως, μια κλίμακα αξιών η οποία αφαιρείται από διάφορες, αναγκαστικά μη σύγχρονες, δράσεις ενός ατόμου ενδέχεται να είναι αυτοαντιφατική.7
The attempt has been made to attain the notion of a nonrational action by this reasoning: If a is preferred to b and b to c, logically a should be preferred to c. But if actually c is preferred to a, we are faced with a mode of acting to which we cannot ascribe consistency and rationality.[6] This reasoning disregards the fact that two acts of an individual can never be synchronous. If in one action a is preferred to b and in another action b to c, it is, however short the interval between the two actions may be, not permissible to construct a uniform scale of value in which a precedes b and b precedes c. Nor is it permissible to consider a later third action as coincident with the two previous actions. All that the example proves is that value judgments are not immutable and that therefore a scale of value, which is abstracted from various, necessarily nonsynchronous actions of an individual, may be self-contradictory.[7]
Δεν πρέπει να συγχέεται η λογική έννοια της συνέπειας —δηλαδή της απουσίας αντίφασης— με την πραξεολογική έννοια της σταθερότητας —δηλαδή της εμμονής στις ίδιες αρχές. Η λογική συνέπεια έχει τη θέση της μόνο στη σκέψη, ενώ η σταθερότητα έχει τη θέση της μόνο στη δράση.
One must not confuse the logical concept of consistency (viz., absence of contradiction) and the praxeological concept of consistency (viz., constancy or clinging to the same principles). Logical consistency has its place only in thinking, constancy has its place only in acting.
Η σταθερότητα και η ορθολογικότητα αποτελούν εντελώς διαφορετικές έννοιες. Αν οι αξιολογήσεις κάποιου έχουν μεταβληθεί, η αδιάλειπτη προσήλωση στις αρχές δράσης που είχε κάποτε υιοθετήσει, αποκλειστικά και μόνο χάριν της σταθερότητας, δεν θα ήταν ορθολογική, αλλά απλώς πείσμα. Μόνο από μία άποψη μπορεί η δράση να είναι σταθερή: ως προς την προτίμηση εκείνου που αποτιμάται υψηλότερα έναντι εκείνου που αποτιμάται χαμηλότερα. Αν μεταβληθούν οι αξιολογήσεις, πρέπει να μεταβληθεί και η δράση. Η προσήλωση, υπό μεταβληθείσες συνθήκες, σε ένα παλαιό σχέδιο θα ήταν παράλογη. Ένα λογικό σύστημα πρέπει να είναι συνεπές και απαλλαγμένο από αντιφάσεις, επειδή προϋποθέτει τη συνύπαρξη όλων των μερών και των θεωρημάτων του. Στη δράση, η οποία αναγκαστικά εντάσσεται στη χρονική τάξη, δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα τέτοιου είδους συνέπειας. Η δράση πρέπει να είναι πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού, και η σκοπιμότητα απαιτεί προσαρμογή στις μεταβαλλόμενες συνθήκες.
Constancy and rationality are entirely different notions. If one’s valuations have changed, unremitting faithfulness to the once espoused principles of action merely for the sake of constancy would not be rational but simply stubborn. Only in one respect can acting be constant: in preferring the more valuable to the less valuable. If the valuations change, acting must change also. Faithfulness, under changed conditions, to an old plan would be nonsensical. A logical system must be consistent and free of contradictions because it implies the coexistence of all its parts and theorems. In acting, which is necessarily in the temporal order, there cannot be any question of such consistency. Acting must be suited to purpose, and purposefulness requires adjustment to changing conditions.
Η ετοιμότητα πνεύματος θεωρείται αρετή του δρώντος ανθρώπου. Ένας άνθρωπος διαθέτει ετοιμότητα πνεύματος όταν έχει την ικανότητα να σκέφτεται και να προσαρμόζει τη δράση του τόσο γρήγορα, ώστε το χρονικό διάστημα μεταξύ της εμφάνισης νέων συνθηκών και της προσαρμογής των πράξεών του σε αυτές να καθίσταται όσο το δυνατόν συντομότερο. Αν η σταθερότητα νοείται ως προσήλωση σε ένα σχέδιο που καταρτίστηκε κάποτε, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι μεταβολές των συνθηκών, τότε η ετοιμότητα πνεύματος και η ταχεία αντίδραση αποτελούν το ακριβώς αντίθετο της σταθερότητας.
Presence of mind is considered a virtue in acting man. A man has presence of mind if he has the ability to think and to adjust his acting so quickly that the interval between the emergence of new conditions and the adaptation of his actions to them becomes as short as possible. If constancy is viewed as faithfulness to a plan once designed without regard to changes in conditions, then presence of mind and quick reaction are the very opposite of constancy.
Όταν ο κερδοσκόπος προσέρχεται στο χρηματιστήριο, μπορεί να έχει καταστρώσει ένα συγκεκριμένο σχέδιο για τις συναλλαγές του. Είτε παραμείνει προσηλωμένος σε αυτό το σχέδιο είτε όχι, οι πράξεις του είναι ορθολογικές ακόμη και με την έννοια που αποδίδουν στον όρο «ορθολογικός» όσοι επιδιώκουν να διακρίνουν την ορθολογική από την ανορθολογική δράση. Κατά τη διάρκεια της ημέρας, αυτός ο κερδοσκόπος μπορεί να προβεί σε συναλλαγές τις οποίες ένας παρατηρητής, αν δεν λάβει υπόψη τις μεταβολές που επέρχονται στις συνθήκες της αγοράς, δεν θα είναι σε θέση να ερμηνεύσει ως αποτέλεσμα σταθερής συμπεριφοράς. Ο κερδοσκόπος, όμως, παραμένει σταθερός στην πρόθεσή του να αποκομίσει κέρδη και να αποφύγει ζημίες. Κατά συνέπεια, οφείλει να προσαρμόζει τη συμπεριφορά του στις μεταβολές των συνθηκών της αγοράς και στις μεταβολές της δικής του κρίσης αναφορικά με τη μελλοντική εξέλιξη των τιμών.8
When the speculator goes to the stock exchange, he may sketch a definite plan for his operations. Whether or not he clings to this plan, his actions are rational also in the sense which those eager to distinguish rational acting from irrational attribute to the term “rational.” This speculator in the course of the day may embark upon transactions which an observer, not taking into account the changes occurring in market conditions, will not be able to interpret as the outcome of constant behavior. But the speculator is firm in his intention to make profits and to avoid losses. Accordingly he must adjust his conduct to the change in market conditions and in his own judgment concerning the future development of prices.[8]
Όπως και αν διαστρέψει κανείς τα πράγματα, δεν θα κατορθώσει ποτέ να διατυπώσει μια έννοια «ανορθολογικής» δράσης, της οποίας η «ανορθολογικότητα» να μη θεμελιώνεται σε μια αυθαίρετη αξιολογική κρίση. Ας υποθέσουμε ότι κάποιος επέλεξε να ενεργεί κατά τρόπο ασταθή, χωρίς κανέναν άλλο σκοπό πέραν του να αντικρούσει την πραξεολογική θέση ότι δεν υπάρχει ανορθολογική δράση. Αυτό που συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι ένας άνθρωπος επιδιώκει έναν ιδιόμορφο σκοπό, δηλαδή την αναίρεση ενός πραξεολογικού θεωρήματος, και ότι, κατά συνέπεια, ενεργεί διαφορετικά από ό,τι θα ενεργούσε υπό άλλες συνθήκες. Απλώς επέλεξε ένα ακατάλληλο μέσο για την αναίρεση της πραξεολογίας· τίποτε περισσότερο.
However one twists things, one will never succeed in formulating the notion of “irrational” action whose “irrationality” is not founded upon an arbitrary judgment of value. Let us suppose that somebody has chosen to act inconstantly for no other purpose than for the sake of refuting the praxeological assertion that there is no irrational action. What happens here is that a man aims at a peculiar goal, viz., the refutation of a praxeological theorem, and that he accordingly acts differently from what he would have done otherwise. He has chosen an unsuitable means for the refutation of praxeology, that is all.
← Κεφάλαιο 4: ΜΙΑ ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΔΡΑΣΗΣΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 6: ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ →