Ανθρώπινη Δράση: Κεφάλαιο 3: ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ
Ludwig von Mises · Human Action: A Treatise on Economics
Πραξεολόγος
← Κεφάλαιο 2: ΤΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΔΡΑΣΗΣΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 4: ΜΙΑ ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΔΡΑΣΗΣ →
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, Human Action: A Treatise on Economics, ebook του Foundation for Economic Education (FEE), 2016, ISBN 978-1-57246-086-7 — «Published under the Creative Commons Attribution 4.0 International License». Σελίδα της έκδοσης: fee.org/ebooks/human-action-by-ludwig-von-mises. Άδεια: CC BY 4.0.
Σε δείγμα 300 παραγράφων, οι 298 του ebook του FEE ήταν ίδιες λέξη προς λέξη με το κείμενο που ακολουθεί η μετάφραση. Το FEE δεν περιέχει μερικές ενότητες που προστέθηκαν σε μεταγενέστερες εκδόσεις (π.χ. «Η ηθική καταδίκη του κέρδους», «Διαφθορά», παράγραφοι για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο)· αυτές, όπως και οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ), εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Οι πρόλογοι της ελληνικής έκδοσης και των εκδόσεων Scholar’s/4ης δεν περιλαμβάνονται εδώ.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
Κεφάλαιο 3: ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ
↗ στη σελίδα του βιβλίουIII. ECONOMICS AND THE REVOLT AGAINST REASON
Είναι αλήθεια ότι ορισμένοι φιλόσοφοι ήταν διατεθειμένοι να υπερεκτιμήσουν τη δύναμη του ανθρώπινου λόγου. Πίστευαν ότι ο άνθρωπος μπορεί, μέσω καθαρού συλλογισμού, να ανακαλύψει τα τελικά αίτια των κοσμικών γεγονότων, τους εγγενείς σκοπούς τους οποίους επιδιώκει το πρώτο κινούν δημιουργώντας το σύμπαν και καθορίζοντας την πορεία της εξέλιξής του. Πραγματεύονταν διεξοδικά το «Απόλυτο» σαν να επρόκειτο για το ρολόι της τσέπης τους. Δεν δίσταζαν να διακηρύσσουν αιώνιες και απόλυτες αξίες και να θεσπίζουν ηθικούς κώδικες απολύτως δεσμευτικούς για όλους τους ανθρώπους.
T is true that some philosophers were ready to overrate the power of human reason. They believed that man can discover by ratiocination the final causes of cosmic events, the inherent ends the prime mover aims at in creating the universe and determining the course of its evolution. They expatiated on the “Absolute” as if it were their pocket watch. They did not shrink from announcing eternal absolute values and from establishing moral codes unconditionally binding on all men.
Υπήρξε, έπειτα, η μακρά σειρά των ουτοπιστών συγγραφέων. Κατάρτισαν σχέδια για έναν επίγειο παράδεισο στον οποίο θα κυριαρχούσε αποκλειστικά ο καθαρός λόγος. Δεν αντιλήφθηκαν ότι αυτό που αποκαλούσαν απόλυτο λόγο και πρόδηλη αλήθεια ήταν αποκύημα του δικού τους νου. Με αφελή αυταρέσκεια αξίωναν για τον εαυτό τους το αλάθητο και συχνά υποστήριζαν τη μισαλλοδοξία και τη βίαιη καταπίεση όλων των διαφωνούντων και των αιρετικών. Επιδίωκαν τη δικτατορία είτε για τους ίδιους είτε για ανθρώπους που θα εφάρμοζαν πιστά τα σχέδιά τους. Κατά την άποψή τους, δεν υπήρχε άλλος τρόπος σωτηρίας για τη χειμαζόμενη ανθρωπότητα.
Then there was the long line of utopian authors. They drafted schemes for an earthly paradise in which pure reason alone should rule. They failed to realize that what they called absolute reason and manifest truth was the fancy of their own minds. They blithely arrogated to themselves infallibility and often advocated intolerance, the violent oppression of all dissenters and heretics. They aimed at dictatorship either for themselves or for men who would accurately put their plans into execution. There was, in their opinion, no other salvation for suffering mankind.
Υπήρξε ο Hegel. Ήταν βαθυστόχαστος στοχαστής και τα συγγράμματά του αποτελούν θησαυρό γόνιμων ιδεών. Εργαζόταν, όμως, υπό την πλάνη ότι το Geist, το Απόλυτο Πνεύμα, αποκαλυπτόταν μέσα από τα λόγια του. Τίποτε στο σύμπαν δεν παρέμενε κρυφό από τον Hegel. Ήταν ατυχές το γεγονός ότι η γλώσσα του ήταν τόσο αμφίσημη, ώστε μπορούσε να ερμηνευθεί με ποικίλους τρόπους. Οι δεξιοί εγελιανοί την ερμήνευσαν ως επιδοκιμασία του πρωσικού συστήματος αυταρχικής διακυβέρνησης και των δογμάτων της Πρωσικής Εκκλησίας. Οι αριστεροί εγελιανοί διέκριναν σε αυτήν τον αθεϊσμό, τον αδιάλλακτο επαναστατικό ριζοσπαστισμό και αναρχικές θεωρίες.
There was Hegel. He was a profound thinker and his writings are a treasury of stimulating ideas. But he was laboring under the delusion that Geist, the Absolute, revealed itself through his words. There was nothing in the universe that was hidden to Hegel. It was a pity that his language was so ambiguous that it could be interpreted in various ways. The right-wing Hegelians interpreted it as an endorsement of the Prussian system of autocratic government and of the dogmas of the Prussian Church. The leftwing Hegelians read out of it atheism, intransigent revolutionary radicalism, and anarchistic doctrines.
Υπήρξε ο Auguste Comte. Γνώριζε επακριβώς τι επιφύλασσε το μέλλον στην ανθρωπότητα. Και, ασφαλώς, θεωρούσε τον εαυτό του υπέρτατο νομοθέτη. Παραδείγματος χάριν, θεωρούσε ορισμένες αστρονομικές μελέτες άχρηστες και επιθυμούσε να τις απαγορεύσει. Σχεδίαζε να αντικαταστήσει τον χριστιανισμό με μια νέα θρησκεία και επέλεξε μια γυναίκα η οποία προοριζόταν να αντικαταστήσει την Παρθένο Μαρία σε αυτή τη νέα εκκλησία. Ο Comte μπορεί να συγχωρηθεί, καθώς ήταν παράφρων με την πλήρη έννοια που αποδίδει η παθολογία στον όρο. Τι μπορεί, όμως, να λεχθεί για τους οπαδούς του;
There was Auguste Comte. He knew precisely what the future had in store for mankind. And, of course, he considered himself as the supreme legislator. For example, he regarded astronomical studies as useless and wanted to prohibit them. He planned to substitute a new religion for Christianity, and selected a lady who in this new church was destined to replace the Virgin. Comte can be exculpated, as he was insane in the full sense which pathology attaches to this term. But what about his followers?
Θα μπορούσαν να αναφερθούν πολύ περισσότερα γεγονότα αυτού του είδους. Δεν αποτελούν, όμως, επιχείρημα κατά του λόγου, του ορθολογισμού και της ορθολογικότητας. Αυτές οι ονειροπολήσεις δεν έχουν απολύτως καμία σχέση με το ερώτημα αν ο λόγος είναι ή δεν είναι το ορθό και μοναδικό εργαλείο που διαθέτει ο άνθρωπος στις προσπάθειές του να αποκτήσει όση γνώση είναι προσιτή σε αυτόν. Οι έντιμοι και ευσυνείδητοι αναζητητές της αλήθειας ουδέποτε ισχυρίστηκαν ότι ο λόγος και η επιστημονική έρευνα μπορούν να απαντήσουν σε όλα τα ερωτήματα. Είχαν πλήρη επίγνωση των περιορισμών που επιβάλλονται στον ανθρώπινο νου. Δεν μπορεί να τους αποδοθεί ευθύνη για τις χονδροειδείς δοξασίες της φιλοσοφίας του Haeckel και για την απλοϊκότητα των διαφόρων υλιστικών σχολών.
Many more facts of this kind could be mentioned. But they are no argument against reason, rationalism, and rationality. These dreams have nothing at all to do with the question of whether or not reason is the right and only instrument available for man in his endeavors to attain as much knowledge as is accessible to him. The honest and conscientious truthseekers have never pretended that reason and scientific research can answer all questions. They were fully aware of the limitations imposed upon the human mind. They cannot be taxed with responsibility for the crudities of the philosophy of Haeckel and the simplism of the various materialist schools.
Οι ίδιοι οι ορθολογιστές φιλόσοφοι επιδίωκαν πάντοτε να καταδείξουν τα όρια τόσο της απριοριστικής θεωρίας όσο και της εμπειρικής έρευνας.1 Ο πρώτος εκπρόσωπος της βρετανικής πολιτικής οικονομίας, David Hume, οι ωφελιμιστές και οι Αμερικανοί πραγματιστές ασφαλώς δεν είναι ένοχοι για υπερβολική εκτίμηση της ανθρώπινης ικανότητας προς κατάκτηση της αλήθειας. Θα ήταν δικαιολογημένο να επικρίνει κανείς τη φιλοσοφία των τελευταίων διακοσίων ετών περισσότερο για υπέρμετρο αγνωστικισμό και σκεπτικισμό παρά για υπερβολική εμπιστοσύνη στα επιτεύγματα του ανθρώπινου νου.
The rationalist philosophers themselves were always intent upon showing the boundaries both of aprioristic theory and of empirical research. [1] The first representative of British political economy, David Hume, the Utilitarians, and the American Pragmatists are certainly not guilty of having exaggerated the power of man to attain truth. It would be more justifiable to blame the philosophy of the last two hundred years for too much agnosticism and skepticism than for overconfidence in what could be achieved by the human mind.
Η εξέγερση κατά του λόγου, η χαρακτηριστική διανοητική στάση της εποχής μας, δεν προκλήθηκε από έλλειψη μετριοπάθειας, προσοχής και αυτοεξέτασης εκ μέρους των φιλοσόφων. Ούτε οφειλόταν σε αποτυχίες κατά την εξέλιξη της σύγχρονης φυσικής επιστήμης. Τα εκπληκτικά επιτεύγματα της τεχνολογίας και της θεραπευτικής μιλούν μια γλώσσα την οποία κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει. Είναι μάταιο να επιτίθεται κανείς στη σύγχρονη επιστήμη, είτε από τη σκοπιά του διαισθητισμού και του μυστικισμού είτε από οποιαδήποτε άλλη οπτική. Η εξέγερση κατά του λόγου στρεφόταν εναντίον ενός διαφορετικού στόχου. Δεν απέβλεπε στις φυσικές επιστήμες, αλλά στην οικονομική επιστήμη. Η επίθεση κατά των φυσικών επιστημών αποτέλεσε απλώς τη λογικά αναγκαία συνέπεια της επίθεσης κατά της οικονομικής επιστήμης. Δεν ήταν δυνατό να εκθρονιστεί ο λόγος μόνο σε ένα πεδίο, χωρίς να αμφισβητηθεί και στους άλλους κλάδους της γνώσης.
The revolt against reason, the characteristic mental attitude of our age, was not caused by a lack of modesty, caution, and self-examination on the part of the philosophers. Neither was it due to failures in the evolution of modern natural science. The amazing achievements of technology and therapeutics speak a language which nobody can ignore. It is hopeless to attack modern science, whether from the angle of intuitionism and mysticism, or from any other point of view. The revolt against reason was directed against another target. It did not aim at the natural sciences, but at economics. The attack against the natural sciences was only the logically necessary outcome of the attack against economics. It was impermissible to dethrone reason in one field only and not to question it in other branches of knowledge also.
Η μεγάλη ανατροπή γεννήθηκε από την ιστορική κατάσταση που επικρατούσε στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα. Οι οικονομολόγοι είχαν κατεδαφίσει ολοκληρωτικά τις φαντασιοκοπικές πλάνες των σοσιαλιστών ουτοπιστών. Οι ανεπάρκειες του κλασικού συστήματος δεν τους επέτρεπαν να αντιληφθούν γιατί κάθε σοσιαλιστικό σχέδιο πρέπει να είναι απραγματοποίητο· γνώριζαν, όμως, αρκετά ώστε να καταδείξουν τη ματαιότητα όλων των σοσιαλιστικών σχεδίων που είχαν διατυπωθεί έως την εποχή τους. Οι κομμουνιστικές ιδέες είχαν καταρρεύσει. Οι σοσιαλιστές ήταν απολύτως ανίκανοι να προβάλουν οποιαδήποτε αντίρρηση στην καταλυτική κριτική των σχεδίων τους ή να διατυπώσουν οποιοδήποτε επιχείρημα υπέρ αυτών. Φαινόταν ότι ο σοσιαλισμός είχε πεθάνει οριστικά.
The great upheaval was born out of the historical situation existing in the middle of the nineteenth century. The economists had entirely demolished the fantastic delusions of the socialist utopians. The deficiencies of the classical system prevented them from comprehending why every socialist plan must be unrealizable; but they knew enough to demonstrate the futility of all socialist schemes produced up to their time. The communist ideas were done for. The socialists were absolutely unable to raise any objection to the devastating criticism of their schemes and to advance any argument in their favor. It seemed as if socialism was dead forever.
Μόνο μία οδός μπορούσε να βγάλει τους σοσιαλιστές από αυτό το αδιέξοδο. Μπορούσαν να επιτεθούν στη λογική και στον λόγο και να αντικαταστήσουν τον συλλογισμό με τη μυστικιστική διαίσθηση. Ο ιστορικός ρόλος του Karl Marx ήταν να προτείνει αυτή τη λύση. Βασιζόμενος στον διαλεκτικό μυστικισμό του Hegel, αξίωσε με αφελή αυταρέσκεια για τον εαυτό του την ικανότητα να προβλέπει το μέλλον. Ο Hegel ισχυριζόταν ότι γνώριζε πως το Geist, δημιουργώντας το σύμπαν, αποσκοπούσε στην εγκαθίδρυση της πρωσικής μοναρχίας του Friedrich Wilhelm III. Ο Marx, όμως, ήταν καλύτερα πληροφορημένος για τα σχέδια του Geist. Γνώριζε ότι τελικό αίτιο της ιστορικής εξέλιξης ήταν η εγκαθίδρυση της σοσιαλιστικής χιλιετίας.
Ο σοσιαλισμός είναι προορισμένος να επέλθει «με την αδήριτη αναγκαιότητα ενός φυσικού νόμου». Και επειδή, σύμφωνα με τον Hegel, κάθε μεταγενέστερο στάδιο της ιστορίας είναι ανώτερο και καλύτερο, δεν μπορεί να υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο σοσιαλισμός, το τελευταίο και έσχατο στάδιο της εξέλιξης της ανθρωπότητας, θα είναι τέλειος από κάθε άποψη. Κατά συνέπεια, είναι άχρηστο να συζητούνται οι λεπτομέρειες της λειτουργίας μιας σοσιαλιστικής κοινοπολιτείας. Η ιστορία, όταν έλθει η κατάλληλη στιγμή, θα διευθετήσει τα πάντα κατά τον καλύτερο τρόπο. Δεν χρειάζεται τις συμβουλές θνητών ανθρώπων.
Only one way could lead the socialists out of this impasse. They could attack logic and reason and substitute mystical intuition for ratiocination. It was the historical role of Karl Marx to propose this solution. Based on Hegel’s dialectic mysticism he blithely arrogated to himself the ability to predict the future. Hegel pretended to know that Geist, in creating the universe, wanted to bring about the Prussian monarchy of Frederick William III. But Marx was better informed about Geist’s plans. He knew that the final cause of historical evolution was the establishment of the socialist millennium. Socialism is bound to come “with the inexorability of a law of nature.” And as, according to Hegel, every later stage of history is a higher and better stage, there cannot be any doubt that socialism, the final and ultimate stage of mankind’s evolution, will be perfect from any point of view. It is consequently useless to discuss the details of the operation of a socialist commonwealth. History, in due time, will arrange everything for the best. It does not need the advice of mortal men.
Απέμενε ακόμη να υπερνικηθεί το κύριο εμπόδιο: η καταλυτική κριτική των οικονομολόγων. Ο Marx είχε έτοιμη τη λύση. Ο ανθρώπινος λόγος, υποστήριξε, είναι εκ φύσεως ακατάλληλος για την ανακάλυψη της αλήθειας. Η λογική δομή του νου διαφέρει μεταξύ των διάφορων κοινωνικών τάξεων. Δεν υπάρχει καθολικά έγκυρη λογική. Εκείνο που παράγει ο νους δεν μπορεί ποτέ να είναι τίποτε άλλο από «ιδεολογία», δηλαδή, στη μαρξιστική ορολογία, ένα σύνολο ιδεών που συγκαλύπτει τα ιδιοτελή συμφέροντα της κοινωνικής τάξης του στοχαστή. Επομένως, ο «αστικός» νους των οικονομολόγων είναι εντελώς ανίκανος να παραγάγει οτιδήποτε πέρα από μια απολογία του καπιταλισμού. Οι διδασκαλίες της «αστικής» επιστήμης, παραγώγου της «αστικής» λογικής, δεν έχουν καμία χρησιμότητα για τους προλεταρίους, την ανερχόμενη τάξη που είναι προορισμένη να καταργήσει όλες τις τάξεις και να μετατρέψει τη Γη σε Κήπο της Εδέμ.
There was still the main obstacle to overcome: the devastating criticism of the economists. Marx had a solution at hand. Human reason, he asserted, is constitutionally unfitted to find truth. The logical structure of mind is different with various social classes. There is no such thing as a universally valid logic. What mind produces can never be anything but “ideology,” that is in the Marxian terminology, a set of ideas disguising the selfish interests of the thinker’s own social class. Hence, the “bourgeois” mind of the economists is utterly incapable of producing more than an apology for capitalism. The teachings of “bourgeois” science, an offshoot of “bourgeois” logic, are of no avail for the proletarians, the rising class destined to abolish all classes and to convert the earth into a Garden of Eden.
Ασφαλώς, όμως, η λογική των προλεταρίων δεν αποτελεί απλώς μια ταξική λογική. «Οι ιδέες της προλεταριακής λογικής δεν είναι κομματικές ιδέες, αλλά εκπορεύσεις της καθαρής και απλής λογικής».2 Επιπλέον, χάρη σε ένα ιδιαίτερο προνόμιο, η λογική ορισμένων εκλεκτών αστών δεν έχει μολυνθεί από το προπατορικό αμάρτημα της αστικής καταγωγής. Ο Karl Marx, γιος ενός εύπορου δικηγόρου και σύζυγος της κόρης ενός Πρώσου ευγενούς, και ο συνεργάτης του Friedrich Engels, πλούσιος βιομήχανος κλωστοϋφαντουργίας, ουδέποτε αμφέβαλαν ότι οι ίδιοι βρίσκονταν υπεράνω του νόμου και ότι, παρά την αστική καταγωγή τους, ήταν προικισμένοι με τη δύναμη να ανακαλύπτουν την απόλυτη αλήθεια.
But, of course, the logic of the proletarians is not merely a class logic. “The ideas of proletarian logic are not party ideas, but emanations of logic pure and simple.”[2] Moreover, by virtue of a special privilege, the logic of certain elect bourgeois is not tainted with the original sin of being bourgeois. Karl Marx, the son of a well-to-do lawyer, married to the daughter of a Prussian Junker, and his collaborator Frederick Engels, a wealthy textile manufacturer, never doubted that they themselves were above the law and, notwithstanding their bourgeois background, were endowed with the power to discover absolute truth.
Έργο της ιστορίας είναι να περιγράψει τις ιστορικές συνθήκες που κατέστησαν δημοφιλές ένα τόσο χονδροειδές δόγμα. Η οικονομική επιστήμη έχει διαφορετικό έργο. Οφείλει να αναλύσει τόσο τον μαρξιστικό πολυλογισμό όσο και τις άλλες μορφές πολυλογισμού που διαμορφώθηκαν σύμφωνα με το πρότυπό του και να αποκαλύψει τις πλάνες και τις αντιφάσεις τους.
It is the task of history to describe the historical conditions which made such a crude doctrine popular. Economics has another task. It must analyze both Marxian polylogism and the other brands of polylogism formed after its pattern, and expose their fallacies and contradictions.
Ο μαρξιστικός πολυλογισμός υποστηρίζει ότι η λογική δομή του νου διαφέρει μεταξύ των μελών των διάφορων κοινωνικών τάξεων. Ο φυλετικός πολυλογισμός διαφέρει από τον μαρξιστικό μόνο κατά το ότι αποδίδει σε κάθε φυλή μια ιδιαίτερη λογική δομή του νου και υποστηρίζει ότι όλα τα μέλη μιας ορισμένης φυλής, ανεξάρτητα από την ταξική τους ένταξη, είναι προικισμένα με αυτή την ιδιαίτερη λογική δομή.
Marxian polylogism asserts that the logical structure of mind is different with the members of various social classes. Racial polylogism differs from Marxian polylogism only in so far as it ascribes to each race a peculiar logical structure of mind and maintains that all members of a definite race, no matter what their class affiliation may be, are endowed with this peculiar logical structure.
Δεν χρειάζεται να προβούμε εδώ σε κριτική των εννοιών της κοινωνικής τάξης και της φυλής, όπως αυτές χρησιμοποιούνται από τα συγκεκριμένα δόγματα. Δεν είναι αναγκαίο να ρωτήσουμε τους μαρξιστές πότε και πώς ένας προλετάριος που κατορθώνει να ενταχθεί στις τάξεις της αστικής τάξης μετατρέπει τον προλεταριακό του νου σε αστικό. Είναι περιττό να ζητήσουμε από τους ρατσιστές να εξηγήσουν ποιο είδος λογικής προσιδιάζει στους ανθρώπους που δεν διαθέτουν αμιγή φυλετική καταγωγή. Υπάρχουν πολύ σοβαρότερες αντιρρήσεις.
There is no need to enter here into a critique of the concepts social class and race as applied by these doctrines. It is not necessary to ask the Marxians when and how a proletarian who succeeds in joining the ranks of the bourgeoisie changes his proletarian mind into a bourgeois mind. It is superfluous to ask the racists to explain what kind of logic is peculiar to people who are not of pure racial stock. There are much more serious objections to be raised.
Ούτε οι μαρξιστές ούτε οι ρατσιστές ούτε οι υποστηρικτές οποιασδήποτε άλλης μορφής πολυλογισμού προχώρησαν ποτέ πέρα από τη διακήρυξη ότι η λογική δομή του νου διαφέρει μεταξύ των διάφορων τάξεων, φυλών ή εθνών. Ουδέποτε τόλμησαν να καταδείξουν επακριβώς σε τι διαφέρει η λογική των προλεταρίων από τη λογική των αστών, η λογική των Αρίων από τη λογική των μη Αρίων ή η λογική των Γερμανών από τη λογική των Γάλλων ή των Βρετανών.
Στα μάτια των μαρξιστών, η ρικαρδιανή θεωρία του συγκριτικού κόστους είναι εσφαλμένη επειδή ο Ricardo ήταν αστός. Οι Γερμανοί ρατσιστές καταδικάζουν την ίδια θεωρία επειδή ο Ricardo ήταν Εβραίος, ενώ οι Γερμανοί εθνικιστές επειδή ήταν Άγγλος. Ορισμένοι Γερμανοί καθηγητές προέβαλαν και τα τρία αυτά επιχειρήματα μαζί κατά της εγκυρότητας των διδασκαλιών του Ricardo. Δεν αρκεί, όμως, να απορρίπτει κανείς συλλήβδην μια θεωρία αποκαλύπτοντας το υπόβαθρο του δημιουργού της. Απαιτείται, πρώτον, να αναπτύξει ένα σύστημα λογικής διαφορετικό από εκείνο που εφάρμοσε ο επικρινόμενος συγγραφέας. Έπειτα, θα ήταν αναγκαίο να εξετάσει την αμφισβητούμενη θεωρία σημείο προς σημείο και να καταδείξει σε ποια σημεία του συλλογισμού της συνάγονται συμπεράσματα τα οποία — μολονότι ορθά από τη σκοπιά της λογικής του συγγραφέα— είναι άκυρα από τη σκοπιά της προλεταριακής, άριας ή γερμανικής λογικής. Τέλος, θα έπρεπε να εξηγηθεί σε τι είδους συμπεράσματα θα οδηγούσε η αντικατάσταση των εσφαλμένων συναγωγών του συγγραφέα από τις ορθές συναγωγές της λογικής του επικριτή. Όπως γνωρίζουν όλοι, κάτι τέτοιο ουδέποτε επιχειρήθηκε και ουδέποτε μπορεί να επιχειρηθεί από κανέναν.
Neither the Marxians nor the racists nor the supporters of any other brand of polylogism ever went further than to declare that the logical structure of mind is different with various classes, races, or nations. They never ventured to demonstrate precisely in what the logic of the proletarians differs from the logic of the bourgeois, or in what the logic of the Aryans differs from the logic of the non-Aryans, or the logic of the Germans from the logic of the French or the British. In the eyes of the Marxians the Ricardian theory of comparative cost is spurious because Ricardo was a bourgeois. The German racists condemn the same theory because Ricardo was a Jew, and the German nationalists because he was an Englishman. Some German professors advanced all these three arguments together against the validity of Ricardo’s teachings. However, it is not enough to reject a theory wholesale by unmasking the background of its author. What is wanted is first to expound a system of logic different from that applied by the criticized author. Then it would be necessary to examine the contested theory point by point and to show where in its reasoning inferences are made which—although correct from the point of view of its author’s logic —are invalid from the point of view of the proletarian, Aryan, or German logic. And finally, it should be explained what kind of conclusions the replacement of the author’s vicious inferences by the correct inferences of the critic’s own logic must lead to. As everybody knows, this never has been and never can be attempted by anybody.
Υπάρχει, επιπλέον, το γεγονός ότι άνθρωποι που ανήκουν στην ίδια τάξη, φυλή ή εθνότητα διαφωνούν ως προς ουσιώδη προβλήματα. Δυστυχώς, λένε οι ναζί, υπάρχουν Γερμανοί που δεν σκέπτονται με τον ορθό γερμανικό τρόπο. Αν, όμως, ένας Γερμανός δεν σκέπτεται πάντοτε αναγκαστικά όπως θα έπρεπε, αλλά μπορεί να σκέπτεται όπως ένας άνθρωπος προικισμένος με μη γερμανική λογική, ποιος θα αποφασίσει ποιου Γερμανού οι ιδέες είναι γνήσια γερμανικές και ποιου είναι μη γερμανικές;
Ο αείμνηστος καθηγητής Franz Oppenheimer δηλώνει: «Το άτομο σφάλλει συχνά κατά την επιδίωξη των συμφερόντων του· μια τάξη δεν σφάλλει ποτέ μακροχρόνια».3 Αυτό θα υποδήλωνε το αλάθητο της πλειοψηφικής ψήφου. Οι ναζί, όμως, απέρριπταν τη λήψη αποφάσεων μέσω πλειοψηφικής ψηφοφορίας ως προδήλως μη γερμανική. Οι μαρξιστές αποδίδουν τυπικά μόνο φόρο τιμής στη δημοκρατική αρχή της πλειοψηφικής ψήφου.4 Όποτε, όμως, η αρχή αυτή τίθεται πράγματι σε δοκιμασία, τάσσονται υπέρ της κυριαρχίας μιας μειονότητας, υπό την προϋπόθεση ότι πρόκειται για την κυριαρχία του δικού τους κόμματος. Αρκεί να θυμηθούμε πώς ο Lenin διέλυσε διά της βίας τη Συντακτική Συνέλευση, η οποία είχε εκλεγεί υπό την αιγίδα της ίδιας του της κυβέρνησης με καθολική ψηφοφορία ενηλίκων, επειδή μόνο το ένα πέμπτο περίπου των μελών της ήταν μπολσεβίκοι.
Then there is the fact that there is disagreement concerning essential problems among people belonging to the same class, race, or nation. Unfortunately there are, say the Nazis, Germans who do not think in a correct German way. But if a German does not always necessarily think as he should, but may think in the manner of a man equipped with a non- German logic, who is to decide which German’s ideas are truly German and which un-German? Says the late Professor Franz Oppenheimer: “The individual errs often in looking after his interests; a class never errs in the long run.”[3] This would suggest the infallibility of a majority vote. However, the Nazis rejected decision by majority vote as manifestly un- German. The Marxians pay lip service to the democratic principle of majority vote.[4] But whenever it comes to a test they favor minority rule, provided it is the rule of their own party. Let us remember how Lenin dispersed by force the Constituent Assembly elected, under the auspices of his own government, by universal franchise for men and women, because only about one-fifth of its members were Bolshevik.
Ένας συνεπής υποστηρικτής του πολυλογισμού θα έπρεπε να υποστηρίζει ότι οι ιδέες είναι ορθές επειδή ο δημιουργός τους ανήκει στην ορθή τάξη, εθνότητα ή φυλή. Η συνέπεια, όμως, δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των αρετών τους. Έτσι, οι μαρξιστές είναι πρόθυμοι να αποδώσουν τον χαρακτηρισμό «προλετάριος στοχαστής» σε οποιονδήποτε εγκρίνουν τις θεωρίες του. Όλους τους άλλους τους υποτιμούν είτε ως εχθρούς της τάξης τους είτε ως κοινωνικούς προδότες.
Ο Hitler υπήρξε μάλιστα αρκετά ειλικρινής ώστε να παραδεχθεί ότι η μοναδική μέθοδος που διέθετε για να διακρίνει τους γνήσιους Γερμανούς από τους μιγάδες και τους αλλογενείς ήταν να διατυπώσει ένα γνησίως γερμανικό πρόγραμμα και να διαπιστώσει ποιοι ήταν πρόθυμοι να το υποστηρίξουν.5 Ένας μελαχρινός άνδρας, του οποίου τα σωματικά γνωρίσματα δεν ανταποκρίνονταν καθόλου στο πρότυπο της ξανθής άριας κυρίαρχης φυλής, αξίωσε για τον εαυτό του το χάρισμα να ανακαλύψει τη μοναδική θεωρία που αντιστοιχούσε στον γερμανικό νου και να αποβάλει από τις τάξεις των Γερμανών όλους όσοι δεν αποδέχονταν αυτή τη θεωρία, ανεξάρτητα από τα σωματικά τους χαρακτηριστικά. Δεν απαιτείται περαιτέρω απόδειξη της ανειλικρίνειας ολόκληρου του δόγματος.
A consistent supporter of polylogism would have to maintain that ideas are correct because their author is a member of the right class, nation, or race. But consistency is not one of their virtues. Thus the Marxians are prepared to assign the epithet “proletarian thinker” to everybody whose doctrines they approve. All the others they disparage either as foes of their class or as social traitors. Hitler was even frank enough to admit that the only method available for him to sift the true Germans from the mongrels and the aliens was to enunciate a genuinely German program and to see who were ready to support it.[5] A dark-haired man whose bodily features by no means fitted the prototype of the fair-haired Aryan master race, arrogated to himself the gift of discovering the only doctrine adequate to the German mind and of expelling from the ranks of the Germans all those who did not accept this doctrine whatever their bodily characteristics might be. No further proof is needed of the insincerity of the whole doctrine.
3. Η πραξεολογική όψη του πολυλογισμού
↗ στη σελίδα του βιβλίου3. The Praxeological Aspect of Polylogism
Ιδεολογία, με τη μαρξιστική έννοια του όρου, είναι μια θεωρία η οποία, μολονότι εσφαλμένη από τη σκοπιά της ορθής λογικής των προλεταρίων, ωφελεί τα ιδιοτελή συμφέροντα της τάξης που την ανέπτυξε. Μια ιδεολογία είναι αντικειμενικά εσφαλμένη, αλλά προάγει τα συμφέροντα της τάξης του στοχαστή ακριβώς εξαιτίας της εσφαλμένης φύσης της. Πολλοί μαρξιστές πιστεύουν ότι έχουν αποδείξει αυτή τη θέση υπογραμμίζοντας ότι οι άνθρωποι δεν διψούν για γνώση μόνο χάριν της ίδιας της γνώσης. Σκοπός του επιστήμονα είναι να προετοιμάσει το έδαφος για επιτυχή δράση. Οι θεωρίες αναπτύσσονται πάντοτε με σκοπό την πρακτική εφαρμογή τους. Δεν υπάρχουν, υποστηρίζουν, ούτε καθαρή επιστήμη ούτε ανιδιοτελής αναζήτηση της αλήθειας.
An ideology in the Marxian sense of this term is a doctrine which, although erroneous from the point of view of the correct logic of the proletarians, is beneficial to the selfish interests of the class which has developed it. An ideology is objectively vicious, but it furthers the interests of the thinker’s class precisely on account of its viciousness. Many Marxians believe that they have proved this tenet by stressing the point that people do not thirst for knowledge only for its own sake. The aim of the scientist is to pave the way for successful action. Theories are always developed with a view to practical application. There are no such things as pure science and the disinterested search for truth.
Χάριν της συζήτησης, μπορούμε να δεχθούμε ότι κάθε προσπάθεια κατάκτησης της αλήθειας παρακινείται από σκέψεις σχετικές με την πρακτική αξιοποίησή της για την επίτευξη κάποιου σκοπού. Αυτό, όμως, δεν απαντά στο ερώτημα γιατί μια «ιδεολογική» —δηλαδή εσφαλμένη — θεωρία θα έπρεπε να προσφέρει καλύτερες υπηρεσίες από μια ορθή θεωρία. Το γεγονός ότι η πρακτική εφαρμογή μιας θεωρίας επιφέρει το αποτέλεσμα που προβλέφθηκε βάσει αυτής θεωρείται καθολικά επιβεβαίωση της ορθότητάς της. Είναι παράδοξο να υποστηρίζεται ότι μια εσφαλμένη θεωρία είναι, από οποιαδήποτε άποψη, χρησιμότερη από μια ορθή.
For the sake of argument we may admit that every effort to attain truth is motivated by considerations of its practical utilization for the attainment of some end. But this does not answer the question why an “ideological”— i.e., a false—theory should render better service than a correct one. The fact that the practical application of a theory results in the outcome predicted on the basis of this theory is universally considered a confirmation of its correctness. It is paradoxical to assert that a vicious theory is from any point of view more useful than a correct one.
Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν πυροβόλα όπλα. Για να βελτιώσουν αυτά τα όπλα, ανέπτυξαν την επιστήμη της βλητικής. Ακριβώς επειδή επιθυμούσαν να κυνηγούν θηράματα και να σκοτώνουν ο ένας τον άλλον, χρειάζονταν μια ορθή επιστήμη της βλητικής. Μια απλώς «ιδεολογική» βλητική δεν θα είχε καμία χρησιμότητα.
Men use firearms. In order to improve these weapons they developed the science of ballistics. But, of course, precisely because they were eager to hunt game and to kill one another, a correct ballistics. A merely “ideological” ballistics would not have been of any use.
Για τους μαρξιστές, η άποψη ότι οι επιστήμονες εργάζονται αποκλειστικά για χάρη της γνώσης δεν είναι παρά «αλαζονική προσποίηση» των επιστημόνων. Έτσι, διακηρύσσουν ότι ο Maxwell οδηγήθηκε στη θεωρία του περί ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων από την επιθυμία των επιχειρήσεων για ασύρματη τηλεγραφία.6 Για το πρόβλημα της ιδεολογίας δεν έχει καμία σημασία αν αυτό είναι αληθές ή όχι. Το ερώτημα είναι αν το υποτιθέμενο γεγονός ότι η βιομηχανία του δέκατου ένατου αιώνα θεωρούσε την ασύρματη τηλεγραφία «φιλοσοφική λίθο και ελιξίριο της νεότητας»7 ώθησε τον Maxwell να διατυπώσει μια ορθή θεωρία ή ένα ιδεολογικό εποικοδόμημα των ιδιοτελών ταξικών συμφερόντων της αστικής τάξης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η βακτηριολογική έρευνα υποκινήθηκε όχι μόνο από την επιθυμία καταπολέμησης των μεταδοτικών ασθενειών, αλλά και από την επιθυμία των οινοπαραγωγών και των τυροκόμων να βελτιώσουν τις μεθόδους παραγωγής τους. Το αποτέλεσμα που επιτεύχθηκε, όμως, ασφαλώς δεν ήταν «ιδεολογικό» με τη μαρξιστική έννοια.
For the Marxians the view that scientists labor for knowledge alone is nothing but an “arrogant pretense” of the scientists. Thus they declare that Maxwell was led to his theory of electromagnetic waves by the craving of business for wireless telegraphs.[6] It is of no relevance for the problem of ideology whether this is true or not. The question is whether the alleged fact that nineteenth-century industrialism considered telegraphy without wires “the philosopher’s stone and the elixir of youth”[7] impelled Maxwell to formulate a correct theory or an ideological superstructure of the selfish class interests of the bourgeoisie. There is no doubt that bacteriological research was instigated not only by the desire to fight contagious diseases, but also by the desire of the producers of wine and of cheese to improve their methods of production. But the result obtained was certainly not “ideological” in the Marxian sense.
Εκείνο που ώθησε τον Marx να επινοήσει τη θεωρία της ιδεολογίας ήταν η επιθυμία του να υπονομεύσει το κύρος της οικονομικής επιστήμης. Είχε πλήρη επίγνωση της αδυναμίας του να αντικρούσει τις αντιρρήσεις που είχαν προβάλει οι οικονομολόγοι κατά της δυνατότητας πρακτικής εφαρμογής των σοσιαλιστικών σχεδίων. Στην πραγματικότητα, ήταν τόσο γοητευμένος από το θεωρητικό σύστημα της βρετανικής κλασικής οικονομικής θεωρίας, ώστε πίστευε ακράδαντα ότι ήταν απόρθητο. Είτε δεν πληροφορήθηκε ποτέ τις αμφιβολίες που είχε εγείρει η κλασική θεωρία της αξίας στους συνετούς μελετητές είτε, αν τις πληροφορήθηκε, δεν κατανόησε τη βαρύτητά τους. Οι δικές του οικονομικές ιδέες δεν είναι παρά μια διαστρεβλωμένη εκδοχή του ρικαρδιανισμού.
Όταν ο Jevons και ο Menger εγκαινίασαν μια νέα εποχή της οικονομικής σκέψης, η σταδιοδρομία του Marx ως συγγραφέα οικονομικών έργων είχε ήδη λήξει· ο πρώτος τόμος του Das Kapital είχε ήδη δημοσιευθεί αρκετά χρόνια νωρίτερα. Η μοναδική αντίδραση του Marx στην οριακή θεωρία της αξίας ήταν ότι ανέβαλε τη δημοσίευση των μεταγενέστερων τόμων της κύριας πραγματείας του. Αυτοί κατέστησαν προσιτοί στο κοινό μόνο μετά τον θάνατό του.
What induced Marx to invent his ideology-doctrine was the wish to sap the prestige of economics. He was fully aware of his impotence to refute the objections raised by the economists to the practicability of the socialist schemes. In fact he was so fascinated by the theoretical system of British classical economics that he firmly believed in its impregnability. He either never learned about the doubts that the classical theory of value raised in the minds of judicious scholars, or, if he ever heard of them, he did not comprehend their weight. His own economic ideas are hardly more than a garbled version of Ricardianism. When Jevons and Menger inaugurated a new era of economic thought, his career as an author of economic writings had already come to an end; the first volume of Das Kapital had already been published several years previously. Marx’s only reaction to the marginal theory of value was that he postponed the publication of the later volumes of his main treatise. They were made accessible to the public only after his death.
Αναπτύσσοντας τη θεωρία της ιδεολογίας, ο Marx στρέφεται αποκλειστικά κατά της οικονομικής επιστήμης και της κοινωνικής φιλοσοφίας του ωφελιμισμού. Μοναδική του πρόθεση ήταν να καταστρέψει το κύρος των οικονομικών διδασκαλιών τις οποίες αδυνατούσε να αντικρούσει μέσω της λογικής και του συλλογισμού. Προσέδωσε στη θεωρία του τη μορφή ενός καθολικού νόμου, έγκυρου για ολόκληρη την ιστορική εποχή των κοινωνικών τάξεων, επειδή μια πρόταση που θα εφαρμοζόταν μόνο σε ένα επιμέρους ιστορικό γεγονός δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί νόμος. Για τους ίδιους λόγους, δεν περιόρισε την ισχύ της αποκλειστικά στην οικονομική σκέψη, αλλά συμπεριέλαβε κάθε κλάδο της γνώσης.
In developing the ideology-doctrine Marx exclusively aims at economics and the social philosophy of Utilitarianism. His only intention was to destroy the reputation of economic teachings which he was unable to refute by means of logic and ratiocination. He gave to his doctrine the form of a universal law valid for the whole historical age of social classes because a statement which is applicable only to one individual historical event could not be considered as a law. For the same reasons he did not restrict its validity to economic thought only, but included every branch of knowledge.
Η υπηρεσία που προσέφερε η αστική οικονομική θεωρία στην αστική τάξη ήταν, στα μάτια του Marx, διττή. Αρχικά τη βοήθησε στον αγώνα της κατά της φεουδαρχίας και του βασιλικού δεσποτισμού και, αργότερα, στον αγώνα της κατά της ανερχόμενης προλεταριακής τάξης. Παρείχε ορθολογική και ηθική δικαιολόγηση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε μια έννοια που αναπτύχθηκε μετά τον θάνατο του Marx, αποτελούσε εκλογίκευση των αξιώσεων των καπιταλιστών.8 Οι καπιταλιστές, οι οποίοι στο υποσυνείδητό τους αισθάνονταν ντροπή για την ταπεινή απληστία που παρακινούσε τη συμπεριφορά τους και επιθυμούσαν να αποφύγουν την κοινωνική αποδοκιμασία, ενθάρρυναν τους κόλακές τους, τους οικονομολόγους, να διακηρύξουν θεωρίες ικανές να τους αποκαταστήσουν στην κοινή γνώμη.
The service which bourgeois economics rendered to the bourgeoisie was in Marx’s eyes twofold. It aided them first in their fight against feudalism and royal despotism and then later again in their fight against the rising proletarian class. It provided a rational and moral justification for capitalist exploitation. It was, if we want to use a notion developed after Marx’s death, a rationalization of the claims of the capitalists.[8] The capitalists, in their subconsciousness ashamed of the mean greed motivating their own conduct and anxious to avoid social disapproval, encouraged their sycophants, the economists, to proclaim doctrines which could rehabilitate them in public opinion.
Η προσφυγή στην έννοια της εκλογίκευσης παρέχει μια ψυχολογική περιγραφή των κινήτρων που ώθησαν έναν άνθρωπο ή μια ομάδα ανθρώπων να διατυπώσουν ένα θεώρημα ή μια ολόκληρη θεωρία. Δεν αποφαίνεται, όμως, καθόλου για την εγκυρότητα ή την ακυρότητα της προβαλλόμενης θεωρίας. Αν αποδειχθεί ότι η σχετική θεωρία είναι αστήρικτη, η έννοια της εκλογίκευσης προσφέρει μια ψυχολογική ερμηνεία των αιτίων που κατέστησαν τους δημιουργούς της επιρρεπείς στο σφάλμα. Αν, όμως, δεν είμαστε σε θέση να εντοπίσουμε κανένα σφάλμα στην προβαλλόμενη θεωρία, καμία επίκληση της έννοιας της εκλογίκευσης δεν μπορεί να καταρρίψει την εγκυρότητά της.
Ακόμη και αν ήταν αληθές ότι οι οικονομολόγοι δεν είχαν στο υποσυνείδητό τους άλλον σκοπό πέρα από τη δικαιολόγηση των άδικων αξιώσεων των καπιταλιστών, οι θεωρίες τους θα μπορούσαν παρ’ όλα αυτά να είναι απολύτως ορθές. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος αποκάλυψης μιας εσφαλμένης θεωρίας από την ανασκευή της μέσω διαλογικού συλλογισμού και την αντικατάστασή της από μια καλύτερη θεωρία. Όταν εξετάζουμε το Πυθαγόρειο θεώρημα ή τη θεωρία του συγκριτικού κόστους, δεν ενδιαφερόμαστε για τους ψυχολογικούς παράγοντες που ώθησαν τον Πυθαγόρα και τον Ricardo να διατυπώσουν αυτά τα θεωρήματα, μολονότι τα ζητήματα αυτά μπορεί να είναι σημαντικά για τον ιστορικό και τον βιογράφο. Για την επιστήμη, το μοναδικό συναφές ερώτημα είναι αν τα θεωρήματα αυτά αντέχουν ή όχι στον έλεγχο της ορθολογικής εξέτασης. Το κοινωνικό ή φυλετικό υπόβαθρο των δημιουργών τους είναι άσχετο.
Now, recourse to the notion of rationalization provides a psychological description of the incentives which impelled a man or a group of men to formulate a theorem or a whole theory. But it does not predicate anything about the validity or invalidity of the theory advanced. If it is proved that the theory concerned is untenable, the notion of rationalization is a psychological interpretation of the causes which made their authors liable to error. But if we are not in a position to find any fault in the theory advanced, no appeal to the concept of rationalization can possibly explode its validity. If it were true that the economists had in their sub consciousness no design other than that of justifying the unfair claims of the capitalists, their theories could nevertheless be quite correct. There is no means to expose a faulty theory other than to refute it by discursive reasoning and to substitute a better theory for it. In dealing with the theorem of Pythagoras or with the theory of comparative costs, we are not interested in the psychological factors that impelled Pythagoras and Ricardo to construct these theorems, although these things may be important for the historian and the biographer. For science the only relevant question is whether or not these theorems can stand the test of rational examination. The social or racial background of their authors is beside the point.
Είναι γεγονός ότι οι άνθρωποι, επιδιώκοντας τα ιδιοτελή συμφέροντά τους, προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν θεωρίες που είναι περισσότερο ή λιγότερο καθολικά αποδεκτές από την κοινή γνώμη. Επιπλέον, επιθυμούν διακαώς να επινοήσουν και να διαδώσουν θεωρίες τις οποίες θα μπορούσαν ενδεχομένως να χρησιμοποιήσουν για την προαγωγή των συμφερόντων τους. Αυτό, όμως, δεν εξηγεί γιατί τέτοιες θεωρίες, οι οποίες ευνοούν τα συμφέροντα μιας μειονότητας και αντιβαίνουν στα συμφέροντα του υπόλοιπου πληθυσμού, γίνονται αποδεκτές από την κοινή γνώμη.
Ανεξάρτητα από το αν τέτοιες «ιδεολογικές» θεωρίες είναι προϊόν μιας «ψευδούς συνείδησης» που εξαναγκάζει έναν άνθρωπο να σκέπτεται ασυνείδητα κατά τρόπο που εξυπηρετεί τα συμφέροντα της τάξης του ή αν αποτελούν προϊόν σκόπιμης διαστρέβλωσης της αλήθειας, πρέπει να αντιμετωπίσουν τις ιδεολογίες των άλλων τάξεων και να προσπαθήσουν να τις εκτοπίσουν. Ανακύπτει τότε ένας ανταγωνισμός μεταξύ αντιτιθέμενων ιδεολογιών. Οι μαρξιστές εξηγούν τη νίκη και την ήττα σε τέτοιες συγκρούσεις ως αποτέλεσμα της παρέμβασης της ιστορικής πρόνοιας. Το Geist, το μυθικό πρώτο κινούν, λειτουργεί σύμφωνα με ένα καθορισμένο σχέδιο. Οδηγεί την ανθρωπότητα μέσω διάφορων προκαταρκτικών σταδίων στην τελική μακαριότητα του σοσιαλισμού.
Κάθε στάδιο είναι προϊόν μιας ορισμένης κατάστασης της τεχνολογίας· όλα τα άλλα χαρακτηριστικά του αποτελούν το αναγκαίο ιδεολογικό εποικοδόμημα αυτής της τεχνολογικής κατάστασης. Το Geist προκαλεί στον άνθρωπο, την κατάλληλη στιγμή, τις τεχνολογικές ιδέες που αρμόζουν στο στάδιο στο οποίο ζει και τον οδηγεί στην πραγμάτωσή τους. Όλα τα υπόλοιπα αποτελούν απόρροια της κατάστασης της τεχνολογίας. Ο χειρόμυλος δημιούργησε τη φεουδαρχική κοινωνία· ο ατμόμυλος δημιούργησε τον καπιταλισμό.9 Η ανθρώπινη βούληση και ο λόγος διαδραματίζουν μόνο επικουρικό ρόλο σε αυτές τις μεταβολές. Ο αδήριτος νόμος της ιστορικής εξέλιξης εξαναγκάζει τους ανθρώπους —ανεξάρτητα από τη βούλησή τους— να σκέπτονται και να συμπεριφέρονται σύμφωνα με τα πρότυπα που αντιστοιχούν στην υλική βάση της εποχής τους. Οι άνθρωποι αυταπατώνται πιστεύοντας ότι είναι ελεύθεροι να επιλέξουν μεταξύ διάφορων ιδεών και μεταξύ εκείνων που αποκαλούν αλήθεια και πλάνη. Δεν σκέπτονται οι ίδιοι· η ιστορική πρόνοια είναι εκείνη που εκδηλώνεται μέσα στις σκέψεις τους.
It is a fact that people in the pursuit of their selfish interests try to use doctrines more or less universally accepted by public opinion. Moreover, they are eager to invent and to propagate doctrines which they could possibly use for furthering their own interests. But this does not explain why such doctrines, favoring the interests of a minority and contrary to the interests of the rest of the people, are endorsed by public opinion. No matter whether such “ideological” doctrines are the product of a “false consciousness,” forcing a man to think unwittingly in a manner that serves the interests of his class, or whether they are the product of a purposeful distortion of truth, they must encounter the ideologies of other classes and try to supplant them. Then a rivalry between antagonistic ideologies emerges. The Marxians explain victory and defeat in such conflicts as an outcome of the interference of historical providence. Geist, the mythical prime mover, operates according to a definite plan. He leads mankind through various preliminary stages to the final bliss of socialism. Every stage is the product of a certain state of technology; all its other characteristics are the necessary ideological superstructure of this technological state. Geist causes man to bring about in due time the technological ideas adequate to the stage in which he lives, and to realize them. All the rest is an outgrowth of the state of technology. The hand-mill made feudal society; the steam-mill made capitalism.[9] Human will and reason play only an ancillary role in these changes. The inexorable law of historical development forces men—independently of their wills—to think and to behave according to the patterns corresponding to the material basis of their age. Men fool themselves in believing that they are free to choose between various ideas and between what they call truth and error. They themselves do not think; it is historical providence that manifests itself in their thoughts.
Πρόκειται για αμιγώς μυστικιστικό δόγμα. Η μοναδική απόδειξη που προβάλλεται προς υποστήριξή του είναι η προσφυγή στην εγελιανή διαλεκτική. Η καπιταλιστική ιδιωτική ιδιοκτησία αποτελεί την πρώτη άρνηση της ατομικής ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Γεννά, με την αδήριτη αναγκαιότητα ενός φυσικού νόμου, τη δική της άρνηση, δηλαδή την κοινή ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής.10 Ένα μυστικιστικό δόγμα που βασίζεται στη διαίσθηση, όμως, δεν χάνει τον μυστικιστικό του χαρακτήρα επειδή παραπέμπει σε ένα άλλο, εξίσου μυστικιστικό δόγμα. Αυτό το τέχνασμα δεν απαντά κατά κανέναν τρόπο στο ερώτημα γιατί ένας στοχαστής πρέπει αναγκαστικά να αναπτύσσει μια ιδεολογία σύμφωνη με τα συμφέροντα της τάξης του.
Χάριν της συζήτησης, μπορούμε να δεχθούμε ότι οι σκέψεις του ανθρώπου πρέπει να καταλήγουν σε θεωρίες επωφελείς για τα συμφέροντά του. Είναι, όμως, τα συμφέροντα ενός ανθρώπου αναγκαστικά ταυτόσημα με εκείνα ολόκληρης της τάξης του; Ο ίδιος ο Marx αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι η οργάνωση των προλεταρίων σε τάξη και, κατά συνέπεια, σε πολιτικό κόμμα διαταράσσεται διαρκώς εκ νέου από τον ανταγωνισμό μεταξύ των ίδιων των εργατών.11
Αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός ότι επικρατεί μια ασυμφιλίωτη σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ των εργατών που απασχολούνται με τα μισθολογικά επίπεδα τα οποία επιβάλλουν τα συνδικάτα και εκείνων που παραμένουν άνεργοι, επειδή η επιβολή αυτών των μισθολογικών επιπέδων εμποδίζει τη ζήτηση και την προσφορά εργασίας να διαμορφώσουν την κατάλληλη τιμή για την εξισορρόπησή τους. Είναι εξίσου αληθές ότι τα συμφέροντα των εργατών των σχετικά υπερπληθυσμένων χωρών και εκείνα των εργατών των σχετικά αραιοκατοικημένων χωρών είναι ανταγωνιστικά όσον αφορά τους φραγμούς στη μετανάστευση. Η διατύπωση ότι τα συμφέροντα όλων των προλεταρίων απαιτούν ομοιόμορφα την αντικατάσταση του καπιταλισμού από τον σοσιαλισμό αποτελεί αυθαίρετο αξίωμα του Marx και των άλλων σοσιαλιστών. Δεν μπορεί να αποδειχθεί μέσω του απλού ισχυρισμού ότι η σοσιαλιστική ιδέα αποτελεί εκπόρευση της προλεταριακής σκέψης και, επομένως, είναι ασφαλώς επωφελής για τα συμφέροντα του προλεταριάτου ως τέτοιου.
This is a purely mystical doctrine. The only proof given in its support is the recourse to Hegelian dialectics. Capitalist private property is the first negation of individual private property. It begets, with the inexorability of a law of nature, its own negation, namely common ownership of the means of production.[10] However, a mystical doctrine based on intuition does not lose its mysticism by referring to another no less mystical doctrine. This makeshift by no means answers the question why a thinker must necessarily develop an ideology in accordance with the interests of his class. For the sake of argument we may admit that man’s thoughts must result in doctrines beneficial to his interests. But are a man’s interests necessarily identical with those of his whole class? Marx himself had to admit that the organization of the proletarians into a class, and consequently into a political party, is continually being upset again by the competition between the workers themselves.[11] It is an undeniable fact that there prevails an irreconcilable conflict of interests between those workers who are employed at union wage rates and those who remain unemployed because the enforcement of union rates prevents the demand for and the supply of labor from finding the appropriate price for meeting. It is no less true that the interests of the workers of the comparatively overpopulated countries and those of the comparatively underpopulated countries are antagonistic with regard to migration barriers. The statement that the interests of all proletarians uniformly require the substitution of socialism for capitalism is an arbitrary postulate of Marx and the other socialists. It cannot be proved by the mere assertion that the socialist idea is the emanation of proletarian thought and therefore certainly beneficial to the interests of the proletariat as such.
Μια διαδεδομένη ερμηνεία των μεταβολών της βρετανικής εξωτερικής εμπορικής πολιτικής, η οποία βασίζεται στις ιδέες του Sismondi, του Friedrich List, του Marx και της Γερμανικής Ιστορικής Σχολής, έχει ως εξής: Κατά το δεύτερο μισό του δέκατου όγδοου αιώνα και κατά το μεγαλύτερο μέρος του δέκατου ένατου αιώνα, τα ταξικά συμφέροντα της βρετανικής αστικής τάξης απαιτούσαν πολιτική ελεύθερου εμπορίου. Για τον λόγο αυτό, η βρετανική πολιτική οικονομία ανέπτυξε μια θεωρία ελεύθερου εμπορίου, ενώ οι Βρετανοί βιομήχανοι οργάνωσαν ένα λαϊκό κίνημα που κατόρθωσε τελικά να καταργήσει τους προστατευτικούς δασμούς. Αργότερα, όμως, οι συνθήκες μεταβλήθηκαν. Η βρετανική αστική τάξη δεν μπορούσε πλέον να αντέξει τον ανταγωνισμό της αλλοδαπής μεταποίησης και είχε επιτακτική ανάγκη από προστατευτικούς δασμούς. Κατά συνέπεια, οι οικονομολόγοι αντικατέστησαν την παρωχημένη ιδεολογία του ελεύθερου εμπορίου με μια θεωρία προστατευτισμού και η Μεγάλη Βρετανία επέστρεψε στον προστατευτισμό.
A popular interpretation of the vicissitudes of British foreign trade policies, based on the ideas of Sismondi, Frederick List, Marx, and the German Historical School, runs this way: In the second part of the eighteenth century and in the greater part of the nineteenth century the class interests of the British bourgeoisie required a free trade policy. Therefore British political economy elaborated a free trade doctrine, and the British manufacturers organized a popular movement which finally succeeded in abolishing protective tariffs. Then later conditions changed. The British bourgeoisie could no longer stand the competition of foreign manufacturing and badly needed protective tariffs. Consequently the economists substituted a theory of protection for the antiquated free trade ideology, and Great Britain returned to protectionism.
Το πρώτο σφάλμα αυτής της ερμηνείας είναι ότι θεωρεί την «αστική τάξη» ομοιογενή τάξη, αποτελούμενη από μέλη με ταυτόσημα συμφέροντα. Ο επιχειρηματίας βρίσκεται πάντοτε υπό την ανάγκη να προσαρμόζει τη λειτουργία της επιχείρησής του στις θεσμικές συνθήκες της χώρας του. Μακροχρόνια, υπό την ιδιότητά του ως επιχειρηματία και καπιταλιστή, ούτε ευνοείται ούτε ζημιώνεται από τους δασμούς ή από την απουσία τους. Θα στραφεί στην παραγωγή εκείνων των αγαθών τα οποία, υπό τη δεδομένη κατάσταση πραγμάτων, μπορεί να παραγάγει με τον πλέον κερδοφόρο τρόπο.
Μόνο οι μεταβολές του θεσμικού πλαισίου μπορούν να βλάψουν ή να ευνοήσουν τα βραχυχρόνια συμφέροντά του. Τέτοιες μεταβολές, όμως, δεν επηρεάζουν τους διάφορους επιχειρηματικούς κλάδους και τις διάφορες επιχειρήσεις με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό. Ένα μέτρο που ωφελεί έναν κλάδο ή μια επιχείρηση μπορεί να ζημιώνει άλλους κλάδους ή επιχειρήσεις. Για τον επιχειρηματία έχουν σημασία μόνο ορισμένα δασμολογικά είδη. Και ως προς αυτά τα είδη, τα συμφέροντα των διάφορων κλάδων και επιχειρήσεων είναι κατά κανόνα ανταγωνιστικά.
The first error in this interpretation is that it considers the “bourgeoisie” as a homogeneous class composed of members whose interests are identical. A businessman is always under the necessity of adjusting the conduct of his business to the institutional conditions of his country. In the long run he is, in his capacity as entrepreneur and capitalist, neither favored nor injured by tariffs or the absence of tariffs. He will turn to the production of those commodities which under the given state of affairs he can most profitably produce. What may hurt or further his shortrun interests are only changes in the institutional setting. But such changes do not affect the various branches of business and the various enterprises in the same way and to the same extent. A measure that benefits one branch or enterprise may be detrimental to other branches or enterprises. What counts for a businessman is only a limited number of customs items. And with regard to these items the interests of various branches and firms are mostly antagonistic.
— (δεν υπάρχει στη μετάφραση)
It is not true that in the years of the supremacy of free trade ideas the interests of all branches of British manufacturing were homogeneous and could be uniformly favored by the abandonment of protectionism. Nor did the fact that the British plants were then technologically far ahead of the plants of the rest of the world render foreign competition innocuous for them. Today the American plants enjoy a similar superiority. Nevertheless a great part of American manufacturing believes that they badly need protection against the backward industries of other countries.
Τα συμφέροντα κάθε κλάδου ή επιχείρησης μπορούν να ευνοηθούν από κάθε είδους προνόμια που του ή της παραχωρεί η κυβέρνηση. Αν, όμως, χορηγούνται στον ίδιο βαθμό προνόμια και στους άλλους κλάδους και στις άλλες επιχειρήσεις, κάθε επιχειρηματίας χάνει —όχι μόνο υπό την ιδιότητά του ως καταναλωτή, αλλά και ως αγοραστή πρώτων υλών, ημικατεργασμένων προϊόντων, μηχανημάτων και άλλου εξοπλισμού— από τη μία πλευρά όσα κερδίζει από την άλλη. Τα ιδιοτελή ομαδικά συμφέροντα μπορεί να ωθήσουν έναν άνθρωπο να ζητήσει προστασία για τον δικό του κλάδο ή τη δική του επιχείρηση. Δεν μπορούν ποτέ να τον παρακινήσουν να ζητήσει καθολική προστασία για όλους τους κλάδους ή τις επιχειρήσεις, εκτός αν είναι βέβαιος ότι ο ίδιος θα προστατευθεί σε μεγαλύτερο βαθμό από τις άλλες βιομηχανίες ή επιχειρήσεις.
The interests of every branch or firm can be favored by all kinds of privileges granted to it by the government. But if privileges are granted to the same extent to the other branches and firms, every businessman loses— not only in his capacity as consumer, but also in his capacity as buyer of raw materials, half-finished products, machines and other equipment—on the one hand as much as he profits on the other. Selfish group interests may impel a man to ask for protection for his own branch or firm. They can never motivate him to ask for universal protection for all branches or firms if he is not sure to be protected to a greater extent than the other industries or enterprises.
Ούτε οι Βρετανοί βιομήχανοι ενδιαφέρονταν, από τη σκοπιά των ταξικών τους συμφερόντων, περισσότερο για την κατάργηση των Νόμων περί Σιτηρών από όσο οι υπόλοιποι Βρετανοί πολίτες. Οι γαιοκτήμονες αντιτάχθηκαν στην κατάργηση αυτών των νόμων, επειδή η μείωση των τιμών των γεωργικών προϊόντων περιόριζε την έγγεια πρόσοδο. Ένα ιδιαίτερο ταξικό συμφέρον των βιομηχάνων μπορεί να κατασκευαστεί μόνο βάσει του προ πολλού εγκαταλειφθέντος σιδηρού νόμου των μισθών και της εξίσου αστήρικτης θεωρίας ότι τα κέρδη αποτελούν αποτέλεσμα της εκμετάλλευσης των εργατών.
Neither were the British manufacturers from the point of view of their class concerns more interested in the abolition of the Corn Laws than other British citizens. The landowners were opposed to the repeal of these laws because a lowering of the prices for agricultural products reduced the rent of land. A special class interest of the manufacturers can only be construed on the basis of the long since discarded iron law of wages and the no less untenable doctrine that profits are an outcome of the exploitation of the workers.
Σε έναν κόσμο οργανωμένο βάσει του καταμερισμού της εργασίας, κάθε μεταβολή πρέπει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, να επηρεάζει τα βραχυχρόνια συμφέροντα πολλών ομάδων. Επομένως, είναι πάντοτε εύκολο να παρουσιάζεται κάθε θεωρία που υποστηρίζει τη μεταβολή των υφιστάμενων συνθηκών ως «ιδεολογικό» προκάλυμμα των ιδιοτελών συμφερόντων μιας συγκεκριμένης ομάδας ανθρώπων. Η αποκάλυψη τέτοιων υποτιθέμενων συγκαλύψεων αποτελεί κύρια απασχόληση πολλών σύγχρονων συγγραφέων. Ο Marx δεν επινόησε αυτή τη διαδικασία. Ήταν γνωστή πολύ πριν από αυτόν. Η πιο παράδοξη εκδήλωσή της ήταν οι προσπάθειες ορισμένων συγγραφέων του δέκατου όγδοου αιώνα να εξηγήσουν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις ως δόλια εξαπάτηση εκ μέρους ιερέων που επιθυμούσαν να αποκτήσουν εξουσία και πλούτο τόσο για τους ίδιους όσο και για τους συμμάχους τους, τους εκμεταλλευτές. Οι μαρξιστές υιοθέτησαν αυτή τη θέση χαρακτηρίζοντας τη θρησκεία «όπιο του λαού».12
Οι υποστηρικτές τέτοιων θεωριών ουδέποτε διανοήθηκαν ότι, όπου υπάρχουν ιδιοτελή συμφέροντα υπέρ ενός πράγματος, πρέπει αναγκαστικά να υπάρχουν και ιδιοτελή συμφέροντα εναντίον του. Το γεγονός ότι ένα συμβάν ευνόησε μια συγκεκριμένη τάξη δεν αποτελεί κατά κανέναν τρόπο ικανοποιητική εξήγησή του. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι γιατί ο υπόλοιπος πληθυσμός, τα συμφέροντα του οποίου ζημιώθηκαν, δεν κατόρθωσε να ματαιώσει τις προσπάθειες εκείνων που ευνοήθηκαν.
Within a world organized on the basis of the division of labor, every change must in one way or another effect the short-run interests of many groups. It is therefore always easy to expose every doctrine supporting an alteration of existing conditions as an “ideological” disguise of the selfish interests of a special group of people. The main occupation of many present-day authors is such unmasking. Marx did not invent this procedure.
It was known long before him. Its most curious manifestation was the attempts of some eighteenth-century writers to explain religious creeds as a fraudulent deception on the part of the priests eager to gain power and wealth both for themselves and for their allies, the exploiters. The Marxians endorsed this statement in labeling religion “opium for the masses.”[12] It never occurred to the supporters of such teachings that where there are selfish interests pro there must necessarily be selfish interests contra too. It is by no means a satisfactory explanation of any event that it favored a special class. The question to be answered is why the rest of the population whose interests it injured did not succeed in frustrating the endeavors of those favored by it.
Κάθε επιχείρηση και κάθε επιχειρηματικός κλάδος ενδιαφέρονται βραχυχρόνια για την αύξηση των πωλήσεων των προϊόντων τους. Μακροχρόνια, όμως, επικρατεί τάση εξίσωσης των αποδόσεων στους διάφορους κλάδους της παραγωγής. Αν αυξηθεί η ζήτηση για τα προϊόντα ενός κλάδου και ανυψωθούν τα κέρδη του, εισρέουν σε αυτόν περισσότερα κεφάλαια και ο ανταγωνισμός των νέων επιχειρήσεων περιορίζει τα κέρδη. Οι αποδόσεις δεν είναι κατά κανέναν τρόπο υψηλότερες από την πώληση κοινωνικά επιβλαβών προϊόντων από όσο είναι από την πώληση κοινωνικά επωφελών προϊόντων. Αν ένας συγκεκριμένος επιχειρηματικός κλάδος τεθεί εκτός νόμου και όσοι δραστηριοποιούνται σε αυτόν διατρέχουν τον κίνδυνο δίωξης, χρηματικών ποινών και φυλάκισης, τα ακαθάριστα κέρδη πρέπει να είναι αρκετά υψηλά ώστε να αντισταθμίζουν τους σχετικούς κινδύνους. Αυτό, όμως, δεν επηρεάζει το ύψος των καθαρών αποδόσεων.
Every firm and every branch of business is in the short run interested in increased sales of its products. In the long run, however, there prevails a tendency toward an equalization of returns in the various branches of production. If demand for the products of a branch increases and raises profits, more capital flows into it and the competition of the new enterprises cuts down the profits. Profits are by no means higher in the sale of socially detrimental articles than in the sale of socially beneficial articles. If a certain branch of business is outlawed and those engaged in it risk prosecution, penalties, and imprisonment, gross profits must be high enough to compensate for the risks involved. But this does not interfere with the height of net returns.
Οι πλούσιοι, οι ιδιοκτήτες των ήδη λειτουργουσών παραγωγικών εγκαταστάσεων, δεν έχουν ιδιαίτερο ταξικό συμφέρον στη διατήρηση του ελεύθερου ανταγωνισμού. Αντιτίθενται στη δήμευση και την απαλλοτρίωση των περιουσιών τους, τα εδραιωμένα συμφέροντά τους, όμως, ευνοούν μάλλον μέτρα που εμποδίζουν τους νεοεισερχομένους να αμφισβητήσουν τη θέση τους. Όσοι αγωνίζονται υπέρ της ελεύθερης επιχειρηματικής δραστηριότητας και του ελεύθερου ανταγωνισμού δεν υπερασπίζονται τα συμφέροντα των σημερινών πλουσίων. Θέλουν να αφεθεί ελεύθερο το πεδίο σε άγνωστους ανθρώπους, οι οποίοι θα είναι οι επιχειρηματίες του αύριο και των οποίων η επινοητικότητα θα καταστήσει τη ζωή των μελλοντικών γενεών περισσότερο ευχάριστη. Θέλουν να παραμείνει ανοικτή η οδός για περαιτέρω οικονομικές βελτιώσεις. Είναι οι εκπρόσωποι της υλικής προόδου.
The rich, the owners of the already operating plants, have no particular class interest in the maintenance of free competition. They are opposed to confiscation and expropriation of their fortunes, but their vested interests are rather in favor of measures preventing newcomers from challenging their position. Those fighting for free enterprise and free competition do not defend the interests of those rich today. They want a free hand left to unknown men who will be the entrepreneurs of tomorrow and whose ingenuity will make the life of coming generations more agreeable. They want the way left open to further economic improvements. They are the spokesmen of progress.
Η επιτυχία των ιδεών του ελεύθερου εμπορίου κατά τον δέκατο ένατο αιώνα υπήρξε αποτέλεσμα των θεωριών της κλασικής οικονομικής επιστήμης. Το κύρος αυτών των ιδεών ήταν τόσο μεγάλο, ώστε εκείνοι των οποίων τα ιδιοτελή ταξικά συμφέροντα ζημιώνονταν δεν κατόρθωσαν να εμποδίσουν την αποδοχή τους από την κοινή γνώμη και την εφαρμογή τους μέσω νομοθετικών μέτρων. Οι ιδέες είναι εκείνες που διαμορφώνουν την ιστορία και όχι η ιστορία τις ιδέες.
The nineteenth-century success of free trade ideas was effected by the theories of classical economics. The prestige of these ideas was so great that those whose selfish class interests they hurt could not hinder their endorsement by public opinion and their realization by legislative measures. It is ideas that make history, and not history that makes ideas.
Είναι άχρηστο να επιχειρηματολογεί κανείς με μυστικιστές και οραματιστές. Θεμελιώνουν τους ισχυρισμούς τους στη διαίσθηση και δεν είναι διατεθειμένοι να τους υποβάλουν σε ορθολογική εξέταση. Οι μαρξιστές ισχυρίζονται ότι όσα διακηρύσσει η εσωτερική τους φωνή αποτελούν αυτοαποκάλυψη της ιστορίας. Αν οι άλλοι άνθρωποι δεν ακούν αυτή τη φωνή, τούτο αποδεικνύει απλώς ότι δεν ανήκουν στους εκλεκτούς. Αποτελεί θράσος, κατά την άποψή τους, να τολμούν όσοι ψηλαφούν μέσα στο σκοτάδι να αντιλέγουν στους εμπνευσμένους. Η ευπρέπεια θα έπρεπε να τους ωθεί να αποσυρθούν σε μια γωνία και να σιωπήσουν.
It is useless to argue with mystics and seers. They base their assertions on intuition and are not prepared to submit them to rational examination. The Marxians pretend that what their inner voice proclaims is history’s selfrevelation. If other people do not hear this voice, it is only a proof that they are not chosen. It is insolence that those groping in darkness dare to contradict the inspired ones. Decency should impel them to creep into a corner and keep silent.
Η επιστήμη, ωστόσο, δεν μπορεί να παραιτηθεί από τη σκέψη, μολονότι είναι προφανές ότι δεν θα κατορθώσει ποτέ να πείσει όσους αμφισβητούν την υπεροχή του λόγου. Η επιστήμη πρέπει να υπογραμμίσει ότι η προσφυγή στη διαίσθηση δεν μπορεί να επιλύσει το ερώτημα ποια από περισσότερες ανταγωνιστικές θεωρίες είναι ορθή και ποιες είναι εσφαλμένες. Αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός ότι ο μαρξισμός δεν είναι η μοναδική θεωρία που διατυπώθηκε στην εποχή μας. Εκτός από τον μαρξισμό υπάρχουν και άλλες «ιδεολογίες». Οι μαρξιστές ισχυρίζονται ότι η εφαρμογή αυτών των άλλων θεωριών θα έβλαπτε τα συμφέροντα των πολλών. Οι υποστηρικτές αυτών των θεωριών, όμως, ισχυρίζονται ακριβώς το ίδιο για τον μαρξισμό.
However, science cannot abstain from thinking although it is obvious that it will never succeed in convincing those who dispute the supremacy of reason. Science must emphasize that the appeal to intuition cannot settle the question which of several antagonistic doctrines is the right one and which are wrong. It is an undeniable fact that Marxism is not the only doctrine advanced in our time. There are other “ideologies” besides Marxism. The Marxians assert that the application of these other doctrines would hurt the interests of the many. But the supporters of these doctrines say precisely the same with regard to Marxism.
Ασφαλώς, οι μαρξιστές θεωρούν μια θεωρία εσφαλμένη αν ο δημιουργός της δεν έχει προλεταριακό υπόβαθρο. Ποιος, όμως, είναι προλετάριος; Ο δόκτωρ Marx, ο βιομήχανος και «εκμεταλλευτής» Engels και ο Lenin, γόνος της ρωσικής τάξης των ευγενών γαιοκτημόνων, ασφαλώς δεν είχαν προλεταριακή καταγωγή. Ο Hitler και ο Mussolini, αντιθέτως, ήταν γνήσιοι προλετάριοι και πέρασαν τα νεανικά τους χρόνια μέσα στη φτώχεια. Η σύγκρουση μεταξύ των μπολσεβίκων και των μενσεβίκων ή εκείνη μεταξύ του Stalin και του Trotsky δεν μπορούν να παρουσιαστούν ως ταξικές συγκρούσεις. Ήταν συγκρούσεις μεταξύ διάφορων αιρέσεων φανατικών, οι οποίοι αποκαλούσαν ο ένας τον άλλον προδότη.
Of course, the Marxians consider a doctrine vicious if their author’s background is not proletarian. But who is proletarian? Doctor Marx, the manufacturer and “exploiter” Engels, and Lenin, the scion of the Russian gentry, were certainly not of proletarian background. But Hitler and Mussolini were genuine proletarians and spent their youth in poverty. The conflict of the Bolsheviks and the Mensheviks or that between Stalin and Trotsky cannot be presented as class conflicts. They were conflicts between various sects of fanatics who called one another traitors.
Η ουσία της μαρξιστικής φιλοσοφίας είναι η ακόλουθη: Έχουμε δίκιο επειδή είμαστε οι εκπρόσωποι της ανερχόμενης προλεταριακής τάξης. Ο διαλογικός συλλογισμός δεν μπορεί να αναιρέσει τις διδασκαλίες μας, επειδή αυτές εμπνέονται από την υπέρτατη δύναμη που καθορίζει το πεπρωμένο της ανθρωπότητας. Οι αντίπαλοί μας σφάλλουν επειδή στερούνται της διαίσθησης που καθοδηγεί τον δικό μας νου. Ασφαλώς, δεν ευθύνονται οι ίδιοι για το γεγονός ότι, εξαιτίας της ταξικής τους ένταξης, δεν είναι προικισμένοι με τη γνήσια προλεταριακή λογική και έχουν τυφλωθεί από τις ιδεολογίες. Οι ανεξιχνίαστες επιταγές της ιστορίας, οι οποίες εξέλεξαν εμάς, καταδίκασαν εκείνους. Το μέλλον ανήκει σε εμάς.
The essence of Marxian philosophy is this: We are right because we are the spokesmen of the rising proletarian class. Discursive reasoning cannot invalidate our teachings, for they are inspired by the supreme power that determines the destiny of mankind. Our adversaries are wrong because they lack the intuition that guides our minds. It is, of course, not their fault that on account of their class affiliation they are not equipped with the genuine proletarian logic and are blinded by ideologies. The unfathomable decrees of history that have elected us have doomed them. The future is ours.
Ο μαρξιστικός πολυλογισμός αποτελεί ένα αποτυχημένο τέχνασμα για τη διάσωση των αστήρικτων δογμάτων του σοσιαλισμού. Η προσπάθειά του να αντικαταστήσει τον συλλογισμό με τη διαίσθηση απευθύνεται στις λαϊκές δεισιδαιμονίες. Ακριβώς, όμως, αυτή η στάση είναι εκείνη που τοποθετεί τον μαρξιστικό πολυλογισμό και το παρακλάδι του, τη λεγόμενη «κοινωνιολογία της γνώσης», σε ασυμφιλίωτη αντίθεση προς την επιστήμη και τον λόγο.
Marxian polylogism is an abortive makeshift to salvage the untenable doctrines of socialism. Its attempt to substitute intuition for ratiocination appeals to popular superstitions. But it is precisely this attitude that places Marxian polylogism and its offshoot, the so-called “sociology of knowledge,” in irreconcilable antagonism to science and reason.
Με τον πολυλογισμό των ρατσιστών τα πράγματα είναι διαφορετικά. Αυτή η μορφή πολυλογισμού συμφωνεί με ορισμένες τάσεις του σύγχρονου εμπειρισμού, οι οποίες είναι της μόδας, μολονότι εσφαλμένες. Αποτελεί εξακριβωμένο γεγονός ότι η ανθρωπότητα διαιρείται σε διάφορες φυλές. Οι φυλές διαφέρουν ως προς τα σωματικά τους γνωρίσματα. Οι υλιστές φιλόσοφοι ισχυρίζονται ότι οι σκέψεις αποτελούν έκκριμα του εγκεφάλου, όπως η χολή αποτελεί έκκριμα της χοληδόχου κύστης. Θα ήταν ασυνεπές εκ μέρους τους να απορρίψουν εκ των προτέρων την υπόθεση ότι το νοητικό έκκριμα των διαφόρων φυλών μπορεί να διαφέρει ως προς ουσιώδεις ιδιότητες. Το γεγονός ότι η ανατομία δεν έχει κατορθώσει έως σήμερα να ανακαλύψει ανατομικές διαφορές στα εγκεφαλικά κύτταρα των διαφόρων φυλών δεν μπορεί να ακυρώσει τη θεωρία ότι η λογική δομή του νου διαφέρει μεταξύ των φυλών. Δεν αποκλείει την υπόθεση ότι μεταγενέστερες έρευνες ενδέχεται να ανακαλύψουν τέτοιες ανατομικές ιδιαιτερότητες.
It is different with the polylogism of the racists. This brand of polylogism is in agreement with fashionable, although mistaken, tendencies in present-day empiricism. It is an established fact that mankind is divided into various races. The races differ in bodily features. Materialist philosophers assert that thoughts are a secretion of the brain as bile is a secretion of the gall-bladder. It would be inconsistent for them to reject beforehand the hypothesis that the thought-secretion of the various races may differ in essential qualities. The fact that anatomy has not succeeded up to now in discovering anatomical differences in the brain cells of various races cannot invalidate the doctrine that the logical structure of mind is different with different races. It does not exclude the assumption that later research may discover such anatomical peculiarities.
Ορισμένοι εθνολόγοι μάς λένε ότι είναι σφάλμα να μιλάμε για ανώτερους και κατώτερους πολιτισμούς και για υποτιθέμενη καθυστέρηση των αλλότριων φυλών. Οι πολιτισμοί των διαφόρων φυλών διαφέρουν από τον δυτικό πολιτισμό των λαών καυκάσιας καταγωγής, δεν είναι όμως κατώτεροι. Κάθε φυλή διαθέτει τη δική της ιδιαίτερη νοοτροπία. Είναι εσφαλμένο να εφαρμόζονται στον πολιτισμό οποιασδήποτε από αυτές κριτήρια αντλημένα από τα επιτεύγματα άλλων φυλών. Οι Δυτικοί αποκαλούν τον πολιτισμό της Κίνας καθηλωμένο πολιτισμό και εκείνον των κατοίκων της Νέας Γουινέας πρωτόγονη βαρβαρότητα. Οι Κινέζοι, όμως, και οι αυτόχθονες της Νέας Γουινέας περιφρονούν τον δικό μας πολιτισμό όχι λιγότερο από όσο εμείς περιφρονούμε τον δικό τους. Τέτοιες εκτιμήσεις αποτελούν αξιολογικές κρίσεις και, επομένως, είναι αυθαίρετες. Αυτές οι άλλες φυλές διαθέτουν διαφορετική δομή νου. Οι πολιτισμοί τους αρμόζουν στον δικό τους νου, όπως ο δικός μας πολιτισμός αρμόζει στον δικό μας. Είμαστε ανίκανοι να κατανοήσουμε ότι εκείνο που εμείς αποκαλούμε καθυστέρηση δεν εμφανίζεται ως τέτοια σε αυτούς. Από τη σκοπιά της δικής τους λογικής, αποτελεί καλύτερη μέθοδο για την επίτευξη μιας ικανοποιητικής προσαρμογής στις δεδομένες φυσικές συνθήκες της ζωής από ό,τι ο δικός μας προοδευτισμός.
Some ethnologists tell us that it is a mistake to speak of higher and lower civilizations and of an alleged backwardness of alien races. The civilization of various races are different from the Western civilization of the peoples of Caucasian stock, but they are not inferior. Every race has its peculiar mentality. It is faulty to apply to the civilization of any of them yardsticks abstracted from the achievements of other races. Westerners call the civilization of China an arrested civilization and that of the inhabitants of New Guinea primitive barbarism. But the Chinese and the natives of New Guinea despise our civilization no less than we despise theirs. Such estimates are judgments of value and hence arbitrary. Those other races have a different structure of mind. Their civilizations are adequate to their mind as our civilization is adequate to our mind. We are incapable of comprehending that what we call backwardness does not appear such to them. It is, from the point of view of their logic, a better method of coming to a satisfactory arrangement with given natural conditions of life than is our progressivism.
Οι εθνολόγοι αυτοί ορθώς υπογραμμίζουν ότι δεν αποτελεί έργο του ιστορικού —και ο εθνολόγος είναι επίσης ιστορικός— να διατυπώνει αξιολογικές κρίσεις. Σφάλλουν, όμως, ολοκληρωτικά όταν ισχυρίζονται ότι αυτές οι άλλες φυλές καθοδηγήθηκαν στις δραστηριότητές τους από κίνητρα διαφορετικά από εκείνα που παρακίνησαν τη λευκή φυλή. Οι Ασιάτες και οι Αφρικανοί, όχι λιγότερο από τους λαούς ευρωπαϊκής καταγωγής, επιδίωξαν διακαώς να αγωνιστούν με επιτυχία για την επιβίωσή τους και να χρησιμοποιήσουν τον λόγο ως το κυριότερο όπλο σε αυτές τις προσπάθειες. Επιδίωξαν να απαλλαγούν από τα αρπακτικά θηρία και τις ασθένειες, να αποτρέψουν τους λιμούς και να αυξήσουν την παραγωγικότητα της εργασίας. Δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία ότι, κατά την επιδίωξη αυτών των σκοπών, υπήρξαν λιγότερο επιτυχείς από τους λευκούς. Απόδειξη αποτελεί το γεγονός ότι επιθυμούν διακαώς να επωφεληθούν από όλα τα επιτεύγματα της Δύσης. Οι εθνολόγοι αυτοί θα είχαν δίκιο αν οι Μογγόλοι ή οι Αφρικανοί, βασανιζόμενοι από μια οδυνηρή ασθένεια, αρνούνταν τη βοήθεια ενός Ευρωπαίου ιατρού, επειδή η νοοτροπία τους ή η κοσμοθεώρησή τους τούς οδηγούσε να πιστεύουν ότι είναι προτιμότερο να υποφέρει κανείς παρά να απαλλαγεί από τον πόνο. Ο Μαχάτμα Γκάντι απαρνήθηκε ολόκληρη τη φιλοσοφία του όταν εισήλθε σε ένα σύγχρονο νοσοκομείο για να υποβληθεί σε θεραπεία σκωληκοειδίτιδας.
These ethnologists are right in emphasizing that it is not the task of a historian—and the ethnologist too is a historian—to express value judgments. But they are utterly mistaken in contending that these other races have been guided in their activities by motives other than those which have actuated the white race. The Asiatics and the Africans no less than the peoples of European descent have been eager to struggle successfully for survival and to use reason as the foremost weapon in these endeavors. They have sought to get rid of the beasts of prey and of disease, to prevent famines and to raise the productivity of labor. There can be no doubt that in the pursuit of these aims they have been less successful than the whites. The proof is that they are eager to profit from all achievements of the West. Those ethnologists would be right, if Mongols or Africans, tormented by a painful disease, were to renounce the aid of a European doctor because their mentality or their world view led them to believe that it is better to suffer than to be relieved of pain. Mahatma Gandhi disavowed his whole philosophy when he entered a modern hospital to be treated for appendicitis.
Οι Ινδιάνοι της Βόρειας Αμερικής δεν διέθεταν την επινοητικότητα να εφεύρουν τον τροχό. Οι κάτοικοι των Άλπεων δεν υπήρξαν αρκετά οξυδερκείς ώστε να κατασκευάσουν χιονοπέδιλα, τα οποία θα καθιστούσαν τη σκληρή ζωή τους πολύ πιο ευχάριστη. Τέτοιες ελλείψεις δεν οφείλονταν σε νοοτροπία διαφορετική από εκείνη των φυλών που χρησιμοποιούσαν προ πολλού τροχούς και χιονοπέδιλα· αποτελούσαν αποτυχίες, ακόμη και όταν κρίνονται από τη σκοπιά των Ινδιάνων και των ορεσίβιων των Άλπεων.
The North American Indians lacked the ingenuity to invent the wheel. The inhabitants of the Alps were not keen enough to construct skis which would have rendered their hard life much more agreeable. Such shortcomings were not due to a mentality different from those of the races which had long since used wheels and skis; they were failures, even when judged from the point of view of the Indians and the Alpine mountaineers.
Οι σκέψεις αυτές, ωστόσο, αφορούν μόνο τα κίνητρα που καθορίζουν συγκεκριμένες πράξεις και όχι το μοναδικό συναφές πρόβλημα: αν υπάρχει ή δεν υπάρχει μεταξύ των διαφόρων φυλών διαφορά ως προς τη λογική δομή του νου. Αυτό ακριβώς είναι εκείνο που ισχυρίζονται οι ρατσιστές.13
However, these considerations refer only to the motives determining concrete actions, not to the only relevant problem of whether or not there exists between various races a difference in the logical structure of mind. It is precisely this that the racists assert.[13]
Μπορούμε να παραπέμψουμε σε όσα ειπώθηκαν στα προηγούμενα κεφάλαια σχετικά με τα θεμελιώδη ζητήματα της λογικής δομής του νου και τις κατηγορικές αρχές της σκέψης και της δράσης. Ορισμένες πρόσθετες παρατηρήσεις αρκούν για να δοθεί το τελειωτικό πλήγμα στον φυλετικό πολυλογισμό και σε κάθε άλλη μορφή πολυλογισμού.
We may refer to what has been said in the preceding chapters about the fundamental issues of the logical structure of mind and the categorial principles of thought and action. Some additional observations will suffice to give the finishing stroke to racial polylogism and to any other brand of polylogism.
Οι κατηγορίες της ανθρώπινης σκέψης και δράσης δεν αποτελούν ούτε αυθαίρετα προϊόντα του ανθρώπινου νου ούτε συμβάσεις. Δεν βρίσκονται έξω από το σύμπαν και από την πορεία των κοσμικών γεγονότων. Αποτελούν βιολογικά γεγονότα και επιτελούν συγκεκριμένη λειτουργία στη ζωή και στην πραγματικότητα. Είναι εργαλεία στον αγώνα του ανθρώπου για την ύπαρξη και στις προσπάθειές του να προσαρμοστεί όσο το δυνατόν περισσότερο στην πραγματική κατάσταση του σύμπαντος και να άρει τη δυσφορία στον βαθμό που αυτό βρίσκεται στη δύναμή του. Είναι, επομένως, κατάλληλες για τη δομή του εξωτερικού κόσμου και αντανακλούν ιδιότητες του κόσμου και της πραγματικότητας. Λειτουργούν και, υπό αυτή την έννοια, είναι αληθείς και έγκυρες.
The categories of human thought and action are neither arbitrary products of the human mind nor conventions. They are not outside of the universe and of the course of cosmic events. They are biological facts and have a definite function in life and reality. They are instruments in man’s struggle for existence and in his endeavors to adjust himself as much as possible to the real state of the universe and to remove uneasiness as much as it is in his power to do so. They are therefore appropriate to the structure of the external world and reflect properties of the world and of reality. They work, and are in this sense true and valid.
Κατά συνέπεια, είναι εσφαλμένο να υποστηρίζεται ότι η απριοριστική ενόραση και ο καθαρός συλλογισμός δεν παρέχουν καμία πληροφορία για την πραγματικότητα και τη δομή του σύμπαντος. Οι θεμελιώδεις λογικές σχέσεις και οι κατηγορίες της σκέψης και της δράσης αποτελούν την έσχατη πηγή κάθε ανθρώπινης γνώσης. Είναι κατάλληλες για τη δομή της πραγματικότητας, αποκαλύπτουν αυτή τη δομή στον ανθρώπινο νου και, υπό αυτή την έννοια, αποτελούν για τον άνθρωπο θεμελιώδη οντολογικά γεγονότα.14 Δεν γνωρίζουμε τι μπορεί να σκέπτεται και να κατανοεί μια υπεράνθρωπη διάνοια. Για τον άνθρωπο, κάθε γνώση εξαρτάται από τη λογική δομή του νου του και εμπεριέχεται σε αυτή τη δομή. Ακριβώς τα ικανοποιητικά αποτελέσματα των εμπειρικών επιστημών και η πρακτική εφαρμογή τους πιστοποιούν αυτή την αλήθεια. Εντός της σφαίρας στην οποία η ανθρώπινη δράση είναι ικανή να επιτυγχάνει τους επιδιωκόμενους σκοπούς, δεν απομένει χώρος για αγνωστικισμό.
It is consequently incorrect to assert that aprioristic insight and pure reasoning do not convey any information about reality and the structure of the universe. The fundamental logical relations and the categories of thought and action are the ultimate source of all human knowledge. They are adequate to the structure of reality, they reveal this structure to the human mind and, in this sense, they are for man basic ontological facts.[14] We do not know what a superhuman intellect may think and comprehend. For man every cognition is conditioned by the logical structure of his mind and implied in this structure. It is precisely the satisfactory results of the empirical sciences and their practical application that evidence this truth. Within the orbit in which human action is able to attain ends aimed at there is no room left for agnosticism.
Αν είχαν υπάρξει φυλές που θα είχαν αναπτύξει διαφορετική λογική δομή του νου, θα είχαν αποτύχει στη χρησιμοποίηση του λόγου ως βοηθήματος στον αγώνα για την ύπαρξη. Το μοναδικό μέσο επιβίωσης που θα μπορούσε να τις προστατεύσει από την εξολόθρευση θα ήταν οι ενστικτώδεις αντιδράσεις τους. Η φυσική επιλογή θα είχε εξαλείψει εκείνα τα μέλη αυτών των φυλών που θα επιχειρούσαν να χρησιμοποιήσουν τον συλλογισμό για την καθοδήγηση της συμπεριφοράς τους. Θα επιβίωναν μόνο εκείνα τα άτομα που θα βασίζονταν αποκλειστικά στα ένστικτα. Αυτό σημαίνει ότι θα είχαν πιθανότητα επιβίωσης μόνο όσοι δεν θα υψώνονταν πάνω από το νοητικό επίπεδο των ζώων.
If there had been races which had developed a different logical structure of mind, they would have failed in the use of reason as an aid in the struggle for existence. The only means for survival that could have protected them against extermination would have been their instinctive reactions. Natural selection would have eliminated those specimens of such races that tried to employ their reasoning for the direction of behavior. Alone those individuals would have survived that relied upon instincts only. This means that only those would have had a chance to survive that did not rise above the mental level of animals.
Οι λόγιοι της Δύσης έχουν συγκεντρώσει τεράστιο όγκο υλικού σχετικά με τους υψηλούς πολιτισμούς της Κίνας και της Ινδίας και με τους πρωτόγονους πολιτισμούς των αυτοχθόνων της Ασίας, της Αμερικής, της Αυστραλίας και της Αφρικής. Μπορεί να λεχθεί με ασφάλεια ότι όλα όσα αξίζει να γνωρίζει κανείς για τις ιδέες αυτών των φυλών είναι γνωστά. Ουδέποτε, όμως, επιχείρησε κάποιος υποστηρικτής του πολυλογισμού να χρησιμοποιήσει αυτά τα δεδομένα για την περιγραφή της υποτιθέμενης διαφορετικής λογικής αυτών των λαών και πολιτισμών.
The scholars of the West have amassed an enormous amount of material concerning the high civilizations of China and India and the primitive civilizations of the Asiatic, American, Australian, and African aborigines. It is safe to say that all that is worth knowing about these races is known. But never has any supporter of polylogism tried to use these data for a description of the allegedly different logic of these peoples and civilizations.
Ορισμένοι υποστηρικτές των δογμάτων του μαρξισμού και του ρατσισμού ερμηνεύουν τις επιστημολογικές διδασκαλίες των παρατάξεών τους με ιδιόμορφο τρόπο. Είναι πρόθυμοι να παραδεχθούν ότι η λογική δομή του νου είναι ενιαία για όλες τις φυλές, τα έθνη και τις τάξεις. Ο μαρξισμός ή ο ρατσισμός, ισχυρίζονται, ουδέποτε είχαν την πρόθεση να αρνηθούν αυτό το αναμφισβήτητο γεγονός. Εκείνο που πράγματι ήθελαν να πουν ήταν ότι η ιστορική κατανόηση, η αισθητική ενσυναίσθηση και οι αξιολογικές κρίσεις εξαρτώνται από το υπόβαθρο του κάθε ανθρώπου. Είναι προφανές ότι η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να θεμελιωθεί στα συγγράμματα των πρωτεργατών του πολυλογισμού. Πρέπει, ωστόσο, να αναλυθεί ως αυτοτελής θεωρία.
Some supporters of the tenets of Marxism and racism interpret the epistemological teachings of their parties in a peculiar way. They are ready to admit that the logical structure of mind is uniform for all races, nations, and classes. Marxism or racism, they assert, never intended to deny this undeniable fact. What they really wanted to say was that historical understanding, aesthetic empathy, and value judgments are conditioned by a man’s background. It is obvious that this interpretation cannot be supported on the basis of the writings of the champions of polylogism. However, it must be analyzed as a doctrine of its own.
Δεν χρειάζεται να υπογραμμιστεί εκ νέου ότι οι αξιολογικές κρίσεις ενός ανθρώπου και η επιλογή των σκοπών του αντανακλούν τα έμφυτα σωματικά του γνωρίσματα και όλες τις μεταπτώσεις της ζωής του.15 Απέχει, όμως, πολύ από την αναγνώριση αυτού του γεγονότος η πεποίθηση ότι η φυλετική κληρονομιά ή η ταξική ένταξη καθορίζουν σε τελική ανάλυση τις αξιολογικές κρίσεις και την επιλογή των σκοπών. Οι θεμελιώδεις αποκλίσεις ως προς την κοσμοθεώρηση και τα πρότυπα συμπεριφοράς δεν αντιστοιχούν σε διαφορές φυλής, εθνικότητας ή ταξικής ένταξης.
There is no need to emphasize again that a man’s value judgments and his choice of ends reflect his inborn bodily features and all the vicissitudes of his life.[15] But it is a far cry from acknowledgment of this fact to the belief that racial inheritance or class affiliation ultimately determines judgments of value and the choice of ends. The fundamental discrepancies in world view and patterns of behavior do not correspond to differences in race, nationality, or class affiliation.
Δύσκολα υπάρχει μεγαλύτερη απόκλιση αξιολογικών κρίσεων από εκείνη μεταξύ των ασκητών και όσων επιθυμούν να απολαμβάνουν ανέμελα τη ζωή. Ένα αγεφύρωτο χάσμα χωρίζει τους ευλαβείς μοναχούς και τις μοναχές από την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Άνθρωποι αφοσιωμένοι στα μοναχικά ιδεώδη, όμως, έχουν υπάρξει σε όλες τις φυλές, τα έθνη, τις τάξεις και τις κάστες. Ορισμένοι από αυτούς ήταν γιοι και θυγατέρες βασιλέων και πλούσιων ευγενών, άλλοι ήταν επαίτες. Ο Άγιος Φραγκίσκος, η Αγία Κλάρα και οι ένθερμοι ακόλουθοί τους ήταν γεννημένοι στην Ιταλία, της οποίας οι υπόλοιποι κάτοικοι δεν μπορούν να χαρακτηριστούν κορεσμένοι από τα εγκόσμια. Ο πουριτανισμός ήταν αγγλοσαξονικός, το ίδιο όμως ήταν και η ακολασία των Βρετανών επί των Τυδώρ, των Στιούαρτ και των Ανοβεριανών. Ο σημαντικότερος υπέρμαχος του ασκητισμού κατά τον δέκατο ένατο αιώνα υπήρξε ο κόμης Λέων Τολστόι, εύπορο μέλος της έκλυτης ρωσικής αριστοκρατίας. Ο Τολστόι έβλεπε την πεμπτουσία της φιλοσοφίας την οποία πολεμούσε ενσαρκωμένη στη Σονάτα Κρόιτσερ του Beethoven, ένα αριστούργημα του γιου εξαιρετικά φτωχών γονέων.
There is hardly any greater divergence in value judgments than that between the ascetics and those eager to enjoy life lightheartedly. An unbridgeable gulf separates devout monks and nuns from the rest of mankind. But there have been people dedicated to the monkish ideals among all races, nations, classes, and castes. Some of them were sons and daughters of kings and wealthy noblemen, others were beggars. St. Francis, Santa Clara, and their ardent followers were natives of Italy, whose other inhabitants cannot be described as weary of temporal things. Puritanism was Anglo-Saxon, but so was the lasciviousness of the British under the Tudors, the Stuarts, and the Hanoverians. The nineteenth century’s outstanding champion of asceticism was Count Leo Tolstoy, a wealthy member of the profligate Russian aristocracy. Tolstoy saw the pith of the philosophy he attacked embodied in Beethoven’s Kreutzer Sonata, a masterpiece of the son of extremely poor parents.
Το ίδιο ισχύει και για τις αισθητικές αξίες. Όλες οι φυλές και όλα τα έθνη διέθεταν τόσο κλασική όσο και ρομαντική τέχνη. Παρά την ένθερμη προπαγάνδα τους, οι μαρξιστές δεν κατόρθωσαν να δημιουργήσουν μια ειδικά προλεταριακή τέχνη ή λογοτεχνία. Οι «προλετάριοι» συγγραφείς, ζωγράφοι και μουσικοί δεν δημιούργησαν νέα ύφη και δεν καθιέρωσαν νέες αισθητικές αξίες. Εκείνο που τους χαρακτηρίζει είναι αποκλειστικά η τάση τους να αποκαλούν «αστικό» καθετί που απεχθάνονται και «προλεταριακό» καθετί που τους αρέσει.
It is the same with aesthetic values. All races and nations have had both classic and romantic art. With all their ardent propaganda the Marxians have not succeeded in bringing about a specifically proletarian art or literature. The “proletarian” writers, painters, and musicians have not created new styles and have not established new aesthetic values. What characterizes them is solely their tendency to call everything they detest “bourgeois” and everything they like “proletarian.”
Η ιστορική κατανόηση, τόσο του ιστορικού όσο και του δρώντος ανθρώπου, αντανακλά πάντοτε την προσωπικότητα του δημιουργού της.16 Αν, όμως, ο ιστορικός και ο πολιτικός διαπνέονται από την επιθυμία για την αλήθεια, δεν θα επιτρέψουν ποτέ στον εαυτό τους να παραπλανηθεί από την κομματική μεροληψία, υπό την προϋπόθεση ότι είναι ικανοί και όχι ανεπαρκείς. Δεν έχει σημασία αν ένας ιστορικός ή ένας πολιτικός θεωρεί την επίδραση ενός ορισμένου παράγοντα ευεργετική ή επιβλαβή. Δεν μπορεί να αποκομίσει κανένα όφελος από την υποτίμηση ή την υπερτίμηση της σημασίας ενός από τους δρώντες παράγοντες. Μόνο οι αδέξιοι επίδοξοι ιστορικοί πιστεύουν ότι μπορούν να υπηρετήσουν τον σκοπό τους μέσω της διαστρέβλωσης.
Historical understanding both of the historian and of the acting man always reflects the personality of its author.[16] But if the historian and the politician are imbued with the desire for truth, they will never let themselves be deluded by party bias, provided they are efficient and not inept. It is immaterial whether a historian or a politician considers the interference of a certain factor beneficial or detrimental. He cannot derive any advantage from underrating or overrating the relevance of one of the operating factors. Only clumsy would-be historians believe that they can serve their cause by distortion. The biographies of Napoleon I and III, of Bismarck, Marx, Gladstone, and Disraeli, the most disputed personalities of the past century, widely disagree with regard to value judgments; but they hardly disagree in their understanding of the role played by these men.
Το ίδιο ισχύει και για την κατανόηση του πολιτικού ηγέτη. Τι όφελος θα μπορούσε να αποκομίσει ένας υπέρμαχος του προτεσταντισμού από την παρανόηση της τεράστιας δύναμης και του κύρους του καθολικισμού, ή ένας φιλελεύθερος από την παρανόηση της σημασίας των σοσιαλιστικών ιδεών; Για να επιτύχει, ένας πολιτικός πρέπει να βλέπει τα πράγματα όπως είναι· όποιος επιδίδεται σε ευσεβείς πόθους είναι βέβαιο ότι θα αποτύχει. Οι κρίσεις περί σημασίας διαφέρουν από τις αξιολογικές κρίσεις κατά το ότι αποβλέπουν στην αποτίμηση μιας κατάστασης πραγμάτων που δεν εξαρτάται από την αυθαιρεσία του κρίνοντος. Χρωματίζονται από την προσωπικότητα του δημιουργού τους και, επομένως, δεν μπορούν ποτέ να τύχουν ομόφωνης αποδοχής από όλους τους ανθρώπους. Και εδώ, όμως, πρέπει να θέσουμε το ερώτημα: Τι όφελος θα μπορούσε να αποκομίσει μια φυλή ή μια τάξη από μια «ιδεολογική» διαστρέβλωση της κατανόησης;
This is no less true of the statesman’s understanding. What use could a champion of Protestantism derive from misunderstanding the tremendous power and prestige of Catholicism, or a liberal from misunderstanding the relevance of socialist ideas? In order to succeed a politician must see things as they are; whoever indulges in wishful thinking will certainly fail. Judgments of relevance differ from judgments of value in that they aim at the appraisal of a state of affairs not dependent on the author’s arbitrariness. They are colored by their author’s personality and can therefore never be unanimously agreed upon by all people. But here again we must raise the question: What advantage could a race or class derive from an “ideological” distortion of understanding?
Όπως έχει ήδη επισημανθεί, οι σοβαρές αποκλίσεις που εντοπίζονται στις ιστορικές μελέτες αποτελούν αποτέλεσμα διαφωνιών στο πεδίο των μη ιστορικών επιστημών και όχι διαφορετικών τρόπων κατανόησης.
As has already been pointed out, the serious discrepancies to be found in historical studies are an outcome of differences in the field of the nonhistorical sciences and not in various modes of understanding.
Σήμερα, πολλοί ιστορικοί και συγγραφείς διαπνέονται από το μαρξιστικό δόγμα ότι η πραγμάτωση των σοσιαλιστικών σχεδίων είναι συγχρόνως αναπόφευκτη και το υπέρτατο αγαθό και ότι στο εργατικό κίνημα έχει ανατεθεί η ιστορική αποστολή να επιτελέσει αυτό το έργο μέσω της βίαιης ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος. Ξεκινώντας από αυτή τη θέση, θεωρούν αυτονόητο ότι τα κόμματα της «Αριστεράς», οι εκλεκτοί, δικαιούνται, κατά την άσκηση της πολιτικής τους, να καταφεύγουν σε πράξεις βίας και σε δολοφονίες. Μια επανάσταση δεν μπορεί να ολοκληρωθεί με ειρηνικές μεθόδους. Δεν αξίζει τον κόπο να ασχολείται κανείς με ασήμαντες λεπτομέρειες, όπως η σφαγή των τεσσάρων θυγατέρων του τελευταίου Τσάρου, η δολοφονία του Λέοντος Τρότσκι, ο θάνατος δεκάδων χιλιάδων Ρώσων αστών και ούτω καθεξής. «Δεν μπορείς να φτιάξεις ομελέτα χωρίς να σπάσεις αυγά»· γιατί να μνημονεύονται ρητά τα σπασμένα αυγά; Τα πράγματα, όμως, είναι ασφαλώς διαφορετικά αν κάποιος από τους δεχόμενους επίθεση τολμήσει να αμυνθεί ή ακόμη και να ανταποδώσει το πλήγμα. Ελάχιστοι μόνο μνημονεύουν τις πράξεις δολιοφθοράς, καταστροφής και βίας που διαπράττουν οι απεργοί. Όλοι οι συγγραφείς, όμως, επεκτείνονται διεξοδικά στις προσπάθειες των εταιρειών να προστατεύσουν την περιουσία τους και τις ζωές των εργαζομένων και των πελατών τους από τέτοιες επιθέσεις.
Today many historians and writers are imbued with the Marxian dogma that the realization of the socialist plans is both unavoidable and the supreme good, and that the labor movement is entrusted with the historical mission of accomplishing this task by a violent overthrow of the capitalist system. Starting from this tenet they take it as a matter of course that the parties of the “Left,” the elect, in the pursuit of their policies, should resort to acts of violence and to murder. A revolution cannot be consummated by peaceful methods. It is not worth while to dwell upon such trifles as the butchering of the four daughters of the last Tsar, of Leon Trotsky, of tens of thousands of Russian bourgeois and so on. “You can’t make an omelet without breaking eggs”; why explicitly mention the eggs broken? But, of course, it is different if one of those assailed ventures to defend himself or even to strike back. Few only mention the acts of sabotage, destruction, and violence committed by strikers. But all authors enlarge upon the attempts of railroad companies to protect their property and the lives of their officers and their customers against such onslaughts.
Τέτοιες αποκλίσεις δεν οφείλονται ούτε σε αξιολογικές κρίσεις ούτε σε διαφορές κατανόησης. Αποτελούν αποτέλεσμα αντιτιθέμενων θεωριών περί οικονομικής και ιστορικής εξέλιξης. Αν η έλευση του σοσιαλισμού είναι αναπόφευκτη και μπορεί να επιτευχθεί μόνο με επαναστατικές μεθόδους, οι δολοφονίες που διαπράττουν οι «προοδευτικοί» αποτελούν ασήμαντα περιστατικά χωρίς σπουδαιότητα. Η αυτοάμυνα, όμως, και οι αντεπιθέσεις των «αντιδραστικών», οι οποίες θα μπορούσαν ενδεχομένως να καθυστερήσουν την τελική νίκη του σοσιαλισμού, έχουν τη μεγαλύτερη δυνατή σημασία. Αποτελούν αξιοσημείωτα γεγονότα, ενώ οι επαναστατικές πράξεις αποτελούν απλή ρουτίνα.
Such discrepancies are due neither to judgments of value nor to differences in understanding. They are the outcome of antagonistic theories of economic and historical evolution. If the coming of socialism is unavoidable and can be achieved only by revolutionary methods, murders committed by the “progressives” are minor incidents of no significance. But the self-defense and counterattacks of the “reactionaries” which can possibly delay the final victory of socialism are of the greatest importance. They are remarkable events, while the revolutionary acts are simply routine.
Οι συνετοί ορθολογιστές δεν ισχυρίζονται ότι ο ανθρώπινος λόγος μπορεί ποτέ να καταστήσει τον άνθρωπο παντογνώστη. Έχουν πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι, όσο και αν αυξηθεί η γνώση, θα απομένουν πάντοτε πράγματα έσχατα δεδομένα, μη επιδεκτικά περαιτέρω διασαφήνισης. Υποστηρίζουν, όμως, ότι, στον βαθμό στον οποίο ο άνθρωπος είναι ικανός να αποκτήσει γνώση, πρέπει να βασίζεται στον λόγο. Το έσχατο δεδομένο είναι το ανορθολογικό. Το γνώσιμο, στον βαθμό στον οποίο είναι ήδη γνωστό, είναι αναγκαστικά ορθολογικό. Δεν υπάρχει ούτε ανορθολογικός τρόπος γνώσης ούτε επιστήμη του ανορθολογικού.
Judicious rationalists do not pretend that human reason can ever make man omniscient. They are fully aware of the fact that, however knowledge may increase, there will always remain things ultimately given and not liable to any further elucidation. But, they say, as far as man is able to attain cognition, he must rely upon reason. The ultimate given is the irrational. The knowable is, as far it is known already, necessarily rational. There is neither an irrational mode of cognition nor a science of irrationality.
Ως προς τα άλυτα προβλήματα, επιτρέπονται διάφορες υποθέσεις, υπό την προϋπόθεση ότι δεν αντιφάσκουν προς τη λογική και προς τα αδιαμφισβήτητα δεδομένα της εμπειρίας. Αυτές, όμως, παραμένουν απλές υποθέσεις.
With regard to unsolved problems, various hypotheses are permissible provided they do not contradict logic and the uncontested data of experience. But these are hypotheses only.
Δεν γνωρίζουμε τι προκαλεί τις έμφυτες διαφορές στις ανθρώπινες ικανότητες. Η επιστήμη αδυνατεί να εξηγήσει γιατί ο Newton και ο Mozart ήταν πλήρεις δημιουργικής μεγαλοφυΐας και γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι. Αποτελεί, όμως, οπωσδήποτε μη ικανοποιητική απάντηση να λέγεται ότι μια μεγαλοφυΐα οφείλει το μεγαλείο της στην καταγωγή ή στη φυλή της. Το ερώτημα είναι ακριβώς γιατί ένας τέτοιος άνθρωπος διαφέρει από τους αδελφούς του και από τα άλλα μέλη της φυλής του.
We do not know what causes the inborn differences in human abilities. Science is at a loss to explain why Newton and Mozart were full of creative genius and why most people are not. But it is by all means an unsatisfactory answer to say that a genius owes his greatness to his ancestry or to his race. The question is precisely why such a man differs from his brothers and from the other members of his race.
Είναι κάπως λιγότερο εσφαλμένο να αποδίδονται τα μεγάλα επιτεύγματα της λευκής φυλής σε φυλετική ανωτερότητα. Αυτό, ωστόσο, δεν αποτελεί παρά μια αόριστη υπόθεση, η οποία αντιβαίνει στο γεγονός ότι τα πρώιμα θεμέλια του πολιτισμού τέθηκαν από λαούς άλλων φυλών. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν, σε μεταγενέστερη εποχή, άλλες φυλές θα εκτοπίσουν ή όχι τον δυτικό πολιτισμό.
It is a little bit less faulty to attribute the great achievements of the white race to racial superiority. Yet this is no more than a vague hypothesis which is at variance with the fact that the foundations of modern civilization were laid by peoples of other races. We cannot know whether or not at a later date other races will supplant Western civilization.
Μια τέτοια υπόθεση, ωστόσο, πρέπει να αξιολογείται βάσει της δικής της αξίας. Δεν πρέπει να καταδικάζεται εκ των προτέρων επειδή οι ρατσιστές θεμελιώνουν σε αυτήν το αίτημά τους ότι υπάρχει ασυμφιλίωτη σύγκρουση μεταξύ των διαφόρων φυλετικών ομάδων και ότι οι ανώτερες φυλές πρέπει να υποδουλώσουν τις κατώτερες. Ο νόμος της συνεργασίας του Ricardo έχει προ πολλού απορρίψει αυτή την εσφαλμένη ερμηνεία της ανισότητας των ανθρώπων.17 Είναι παράλογο να καταπολεμά κανείς τη φυλετική υπόθεση αρνούμενος προφανή γεγονότα. Είναι μάταιο να αρνείται κανείς ότι, έως σήμερα, ορισμένες φυλές δεν έχουν συνεισφέρει τίποτε ή έχουν συνεισφέρει ελάχιστα στην ανάπτυξη του πολιτισμού και ότι, υπό αυτή την έννοια, μπορούν να αποκληθούν κατώτερες.
However, such a hypothesis must be appraised on its own merits. It must not be condemned beforehand because the racists base on it their postulate that there is an irreconcilable conflict between various racial groups and that the superior races must enslave the inferior ones. Ricardo’s law of association has long since discarded this mistaken interpretation of the inequality of men.[17] It is nonsensical to fight the racial hypothesis by negating obvious facts. It is vain to deny that up to now certain races have contributed nothing or very little to the development of civilization and can, in this sense, be called inferior.
Αν κάποιος επιθυμούσε διακαώς να αποστάξει με κάθε κόστος έναν κόκκο αλήθειας από τις μαρξιστικές διδασκαλίες, θα μπορούσε να πει ότι τα συναισθήματα επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τον συλλογισμό ενός ανθρώπου. Κανείς δεν τόλμησε ποτέ να αρνηθεί αυτό το προφανές γεγονός και ο μαρξισμός δεν μπορεί να πιστωθεί την ανακάλυψή του. Το γεγονός αυτό, όμως, δεν έχει καμία σημασία για την επιστημολογία. Υπάρχουν πολλές πηγές τόσο της επιτυχίας όσο και του σφάλματος. Έργο της ψυχολογίας είναι να τις απαριθμήσει και να τις ταξινομήσει.
If somebody were eager to distill at any cost a grain of truth out of the Marxian teachings, he could say that emotions influence a man’s reasoning very much. Nobody ever ventured to deny this obvious fact, and Marxism cannot be credited with its discovery. But it is without any significance for epistemology. There are many sources both of success and of error. It is the task of psychology to enumerate and to classify them.
Ο φθόνος αποτελεί ευρύτατα διαδεδομένη αδυναμία. Είναι βέβαιο ότι πολλοί διανοούμενοι φθονούν τα υψηλότερα εισοδήματα των ευημερούντων επιχειρηματιών και ότι αυτά τα αισθήματα τους ωθούν προς τον σοσιαλισμό. Πιστεύουν ότι οι αρχές μιας σοσιαλιστικής κοινοπολιτείας θα τους κατέβαλλαν υψηλότερες αμοιβές από εκείνες που κερδίζουν υπό τον καπιταλισμό. Η απόδειξη, όμως, της ύπαρξης αυτού του φθόνου δεν απαλλάσσει την επιστήμη από το καθήκον να υποβάλει τις σοσιαλιστικές θεωρίες στην προσεκτικότερη δυνατή εξέταση. Οι επιστήμονες οφείλουν να αντιμετωπίζουν κάθε θεωρία σαν οι υποστηρικτές της να μην εμπνέονταν από τίποτε άλλο πέρα από τη δίψα για γνώση. Οι διάφορες μορφές πολυλογισμού αντικαθιστούν την αμιγώς θεωρητική εξέταση των αντίθετων θεωριών με την αποκάλυψη του υποβάθρου και των κινήτρων των δημιουργών τους. Μια τέτοια διαδικασία είναι ασύμβατη με τις πρώτες αρχές του συλλογισμού.
Envy is a widespread frailty. It is certain that many intellectuals envy the higher income of prosperous businessmen and that these feelings drive them toward socialism. They believe that the authorities of a socialist commonwealth would pay them higher salaries than those that they earn under capitalism. But to prove the existence of this envy does not relieve science of the duty of making the most careful examination of the socialist doctrines. Scientists are bound to deal with every doctrine as if its supporters were inspired by nothing else than the thirst for knowledge. The various brands of polylogism substitute for a purely theoretical examination of opposite doctrines the unmasking of the background and the motives of their authors. Such a procedure is incompatible with the first principles of ratiocination.
Αποτελεί φτωχό τέχνασμα να απορρίπτεται μια θεωρία μέσω της αναφοράς στο ιστορικό της υπόβαθρο, στο «πνεύμα» της εποχής της, στις υλικές συνθήκες της χώρας προέλευσής της και σε οποιεσδήποτε προσωπικές ιδιότητες των δημιουργών της. Μια θεωρία υπόκειται αποκλειστικά στο δικαστήριο του λόγου. Το εφαρμοστέο κριτήριο είναι πάντοτε το κριτήριο του λόγου. Μια θεωρία είναι είτε ορθή είτε εσφαλμένη. Ενδέχεται η παρούσα κατάσταση της γνώσης μας να μην επιτρέπει την απόφανση περί της ορθότητας ή του σφάλματός της. Μια θεωρία, όμως, δεν μπορεί ποτέ να είναι έγκυρη για έναν αστό ή έναν Αμερικανό, αν είναι άκυρη για έναν προλετάριο ή έναν Κινέζο.
It is a poor makeshift to dispose of a theory by referring to its historical background, to the “spirit” of its time, to the material conditions of the country of its origin, and to any personal qualities of its authors. A theory is subject to the tribunal of reason only. The yardstick to be applied is always the yardstick of reason. A theory is either correct or incorrect. It may happen that the present state of our knowledge does not allow a decision with regard to its correctness or incorrectness. But a theory can never be valid for a bourgeois or an American if it is invalid for a proletarian or a Chinese.
Αν οι μαρξιστές και οι ρατσιστές είχαν δίκιο, θα ήταν αδύνατο να εξηγηθεί γιατί οι κρατούντες την εξουσία επιδιώκουν με τόση αγωνία να καταστείλουν τις αντιφρονούσες θεωρίες και να καταδιώξουν τους υποστηρικτές τους. Το ίδιο το γεγονός ότι υπάρχουν μισαλλόδοξες κυβερνήσεις και πολιτικά κόμματα αποφασισμένα να θέσουν εκτός νόμου και να εξολοθρεύσουν τους αντιφρονούντες αποτελεί απόδειξη της υπεροχής του λόγου. Το ότι οι αντίπαλοι μιας θεωρίας χρησιμοποιούν την αστυνομία, τον δήμιο και βίαιους όχλους για να την καταπολεμήσουν δεν αποτελεί αδιάσειστη απόδειξη της ορθότητάς της. Αποτελεί, όμως, απόδειξη του γεγονότος ότι εκείνοι που καταφεύγουν στη βίαιη καταπίεση είναι στο υποσυνείδητό τους πεπεισμένοι για το αστήρικτο των δικών τους θεωριών.
If the Marxians and the racists were right, it would be impossible to explain why those in power are anxious to suppress dissenting theories and to persecute their supporters. The very fact that there are intolerant governments and political parties intent upon outlawing and exterminating dissenters, is a proof of the excellence of reason. It is not a proof of a doctrine’s correctness that its adversaries use the police, the hangman, and violent mobs to fight it. But it is a proof of the fact that those taking recourse to violent oppression are in their subconsciousness convinced of the untenability of their own doctrines.
Είναι αδύνατο να καταδειχθεί η εγκυρότητα των a priori θεμελίων της λογικής και της πραξεολογίας χωρίς αναφορά σε αυτά τα ίδια τα θεμέλια. Ο λόγος αποτελεί έσχατο δεδομένο και δεν μπορεί να αναλυθεί ή να αμφισβητηθεί μέσω του ίδιου του εαυτού του. Η ίδια η ύπαρξη του ανθρώπινου λόγου αποτελεί μη ορθολογικό γεγονός. Η μοναδική πρόταση που μπορεί να διατυπωθεί σχετικά με τον λόγο είναι ότι αποτελεί το γνώρισμα που διακρίνει τον άνθρωπο από τα ζώα και ότι έχει δημιουργήσει καθετί που είναι ειδικά ανθρώπινο.
It is impossible to demonstrate the validity of the a priori foundations of logic and praxeology without referring to these foundations themselves. Reason is an ultimate given and cannot be analyzed or questioned by itself. The very existence of human reason is a nonrational fact. The only statement that can be predicated with regard to reason is that it is the mark that distinguishes man from animals and has brought about everything that is specifically human.
Σε όσους ισχυρίζονται ότι ο άνθρωπος θα ήταν ευτυχέστερος αν παραιτούνταν από τη χρήση του λόγου και επιχειρούσε να αφεθεί να καθοδηγείται αποκλειστικά από τη διαίσθηση και τα ένστικτα, δεν μπορεί να δοθεί άλλη απάντηση πέρα από την ανάλυση των επιτευγμάτων της ανθρώπινης κοινωνίας. Περιγράφοντας τη γένεση και τη λειτουργία της κοινωνικής συνεργασίας, η οικονομική επιστήμη παρέχει όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για μια τελική απόφαση μεταξύ του λόγου και του παραλογισμού. Αν ο άνθρωπος εξετάσει το ενδεχόμενο να απελευθερωθεί από την κυριαρχία του λόγου, πρέπει να γνωρίζει τι θα χρειαστεί να απαρνηθεί.
To those pretending that man would be happier if he were to renounce the use of reason and try to let himself be guided by intuition and instincts only, no other answer can be given than an analysis of the structure of human society. In describing the genesis and working of social cooperation, economics provides all the information required for an ultimate decision between reason and unreason. If man reconsiders freeing himself from the supremacy of reason, he must know what he will have to forsake.
← Κεφάλαιο 2: ΤΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΔΡΑΣΗΣΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 4: ΜΙΑ ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΔΡΑΣΗΣ →