Ανθρώπινη Δράση: Κεφάλαιο 2: ΤΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΔΡΑΣΗΣ
Ludwig von Mises · Human Action: A Treatise on Economics
Πραξεολόγος
← Κεφάλαιο 1: Ο ΔΡΩΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 3: ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ →
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, Human Action: A Treatise on Economics, ebook του Foundation for Economic Education (FEE), 2016, ISBN 978-1-57246-086-7 — «Published under the Creative Commons Attribution 4.0 International License». Σελίδα της έκδοσης: fee.org/ebooks/human-action-by-ludwig-von-mises. Άδεια: CC BY 4.0.
Σε δείγμα 300 παραγράφων, οι 298 του ebook του FEE ήταν ίδιες λέξη προς λέξη με το κείμενο που ακολουθεί η μετάφραση. Το FEE δεν περιέχει μερικές ενότητες που προστέθηκαν σε μεταγενέστερες εκδόσεις (π.χ. «Η ηθική καταδίκη του κέρδους», «Διαφθορά», παράγραφοι για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο)· αυτές, όπως και οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ), εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Οι πρόλογοι της ελληνικής έκδοσης και των εκδόσεων Scholar’s/4ης δεν περιλαμβάνονται εδώ.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
Κεφάλαιο 2: ΤΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΔΡΑΣΗΣ
↗ στη σελίδα του βιβλίουII. THE EPISTEMOLOGICAL PROBLEMS OF THE SCIENCES OF HUMAN ACTION
Υπάρχουν δύο κύριοι κλάδοι των επιστημών της ανθρώπινης δράσης: η πραξεολογία και η ιστορία. Η ιστορία είναι η συλλογή και η συστηματική διάταξη όλων των δεδομένων της εμπειρίας που αφορούν την ανθρώπινη δράση. Ασχολείται με το συγκεκριμένο περιεχόμενο της ανθρώπινης δράσης. Μελετά όλες τις ανθρώπινες επιδιώξεις στην άπειρη πολλαπλότητα και ποικιλομορφία τους, καθώς και όλες τις ατομικές πράξεις με όλες τις συμπτωματικές, ειδικές και ιδιαίτερες προεκτάσεις τους. Εξετάζει εξονυχιστικά τις ιδέες που καθοδηγούν τους δρώντες ανθρώπους και τα αποτελέσματα των πράξεων που εκτελούνται. Περιλαμβάνει κάθε πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας.
Αφενός, υπάρχει η γενική ιστορία και, αφετέρου, η ιστορία διαφόρων στενότερων πεδίων. Υπάρχει η ιστορία της πολιτικής και της στρατιωτικής δράσης, των ιδεών και της φιλοσοφίας, των οικονομικών δραστηριοτήτων, της τεχνολογίας, της λογοτεχνίας, της τέχνης και της επιστήμης, της θρησκείας, των ηθών και των εθίμων, καθώς και πολλών άλλων σφαιρών της ανθρώπινης ζωής. Υπάρχουν η εθνολογία και η ανθρωπολογία, στον βαθμό στον οποίο δεν αποτελούν μέρος της βιολογίας, και υπάρχει η ψυχολογία, στον βαθμό στον οποίο δεν αποτελεί ούτε φυσιολογία ούτε επιστημολογία ούτε φιλοσοφία. Υπάρχει επίσης η γλωσσολογία, στον βαθμό στον οποίο δεν αποτελεί ούτε λογική ούτε φυσιολογία της ομιλίας.1
HERE are two main branches of the sciences of human action: praxeology and history.
History is the collection and systematic arrangement of all data of experience concerning human action. It deals with the concrete content of human action. It studies all human endeavors in their infinite multiplicity and variety and all individual actions with all their accidental, special, and particular implications. It scrutinizes the ideas guiding acting men and the outcome of the actions performed. It embraces every aspect of human activities. It is on the one hand general history and on the other hand the history of various narrower fields. There is the history of political and military action, of ideas and philosophy, of economic activities, of technology, of literature, art, and science, of religion, of mores and customs, and of many other realms of human life. There is ethnology and anthropology, as far as they are not a part of biology, and there is psychology as far as it is neither physiology nor epistemology nor philosophy. There is linguistics as far as it is neither logic nor the physiology of speech.[1]
Αντικείμενο όλων των ιστορικών επιστημών είναι το παρελθόν. Δεν μπορούν να μας διδάξουν τίποτε που να ισχύει για όλες τις ανθρώπινες πράξεις, δηλαδή και για το μέλλον. Η μελέτη της ιστορίας καθιστά τον άνθρωπο σοφό και συνετό. Δεν του παρέχει, όμως, αφ’ εαυτής γνώσεις και δεξιότητες που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων προβλημάτων.
The subject matter of all historical sciences is the past. They cannot teach us anything which would be valid for all human actions, that is, for the future too. The study of history makes a man wise and judicious. But it does not by itself provide any knowledge and skill which could be utilized for handling concrete tasks.
Και οι φυσικές επιστήμες ασχολούνται με γεγονότα του παρελθόντος. Κάθε εμπειρία είναι εμπειρία κάποιου πράγματος που έχει ήδη παρέλθει· δεν υπάρχει εμπειρία μελλοντικών συμβάντων. Η εμπειρία, όμως, στην οποία οφείλουν οι φυσικές επιστήμες όλες τις επιτυχίες τους είναι η εμπειρία του πειράματος, μέσα στο οποίο τα επιμέρους στοιχεία της μεταβολής μπορούν να παρατηρηθούν απομονωμένα. Τα γεγονότα που συγκεντρώνονται με αυτόν τον τρόπο μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την επαγωγή, μια ιδιότυπη διαδικασία συναγωγής συμπερασμάτων, η οποία έχει προσφέρει πραγματιστικές αποδείξεις της προσφορότητάς της, μολονότι η ικανοποιητική επιστημολογική θεμελίωσή της εξακολουθεί να αποτελεί άλυτο πρόβλημα.
The natural sciences too deal with past events. Every experience is an experience of something passed away; there is no experience of future happenings. But the experience to which the natural sciences owe all their success is the experience of the experiment in which the individual elements of change can be observed in isolation. The facts amassed in this way can be used for induction, a peculiar procedure of inference which has given pragmatic evidence of its expediency, although its satisfactory epistemological characterization is still an unsolved problem.
Η εμπειρία με την οποία πρέπει να ασχοληθούν οι επιστήμες της ανθρώπινης δράσης είναι πάντοτε εμπειρία σύνθετων φαινομένων. Δεν μπορούν να διεξαχθούν εργαστηριακά πειράματα σε σχέση με την ανθρώπινη δράση. Ποτέ δεν βρισκόμαστε σε θέση να παρατηρήσουμε τη μεταβολή ενός μόνο στοιχείου, ενώ όλες οι άλλες συνθήκες του γεγονότος παραμένουν αμετάβλητες. Η ιστορική εμπειρία, ως εμπειρία σύνθετων φαινομένων, δεν μας παρέχει γεγονότα με την έννοια με την οποία χρησιμοποιούν αυτόν τον όρο οι φυσικές επιστήμες για να δηλώσουν μεμονωμένα συμβάντα που έχουν ελεγχθεί πειραματικά. Οι πληροφορίες που παρέχει η ιστορική εμπειρία δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως οικοδομικό υλικό για την κατασκευή θεωριών και την πρόβλεψη μελλοντικών γεγονότων. Κάθε ιστορική εμπειρία επιδέχεται διάφορες ερμηνείες και, πράγματι, ερμηνεύεται με διαφορετικούς τρόπους.
The experience with which the sciences of human action have to deal is always an experience of complex phenomena. No laboratory experiments can be performed with regard to human action. We are never in a position to observe the change in one element only, all other conditions of the event being equal to a case in which the element concerned did not change. Historical experience as an experience of complex phenomena does not provide us with facts in the sense in which the natural sciences employ this term to signify isolated events tested in experiments. The information conveyed by historical experience cannot be used as building material for the construction of theories and the prediction of future events. Every historical experience is open to various interpretations, and is in fact interpreted in different ways.
Επομένως, τα αιτήματα του θετικισμού και των συγγενών προς αυτόν σχολών μεταφυσικής είναι ανεδαφικά. Είναι αδύνατο να αναμορφωθούν οι επιστήμες της ανθρώπινης δράσης σύμφωνα με το πρότυπο της φυσικής και των άλλων φυσικών επιστημών. Δεν υπάρχει κανένα μέσο για τη συγκρότηση μιας a posteriori θεωρίας της ανθρώπινης συμπεριφοράς και των κοινωνικών γεγονότων. Η ιστορία δεν μπορεί ούτε να αποδείξει ούτε να διαψεύσει οποιαδήποτε γενική πρόταση με τον τρόπο με τον οποίο οι φυσικές επιστήμες αποδέχονται ή απορρίπτουν μια υπόθεση βάσει εργαστηριακών πειραμάτων. Στο πεδίο της δεν είναι δυνατή ούτε η πειραματική επαλήθευση ούτε η πειραματική διάψευση μιας γενικής πρότασης.
The postulates of positivism and kindred schools of metaphysics are therefore illusory. It is impossible to reform the sciences of human action according to the pattern of physics and the other natural sciences. There is no means to establish an a posteriori theory of human conduct and social events. History can neither prove nor disprove any general statement in the manner in which the natural sciences accept or reject a hypothesis on the ground of laboratory experiments. Neither experimental verification nor experimental falsification of a general proposition are possible in this field.
Τα σύνθετα φαινόμενα, στην παραγωγή των οποίων διαπλέκονται διάφορες αιτιώδεις αλυσίδες, δεν μπορούν να υποβάλουν σε έλεγχο καμία θεωρία. Αντιθέτως, τέτοια φαινόμενα καθίστανται κατανοητά μόνο μέσω μιας ερμηνείας που χρησιμοποιεί θεωρίες οι οποίες έχουν προηγουμένως αναπτυχθεί από άλλες πηγές. Στην περίπτωση των φυσικών φαινομένων, η ερμηνεία ενός γεγονότος δεν πρέπει να αντιβαίνει στις θεωρίες που έχουν επαρκώς επαληθευθεί μέσω πειραμάτων. Στην περίπτωση των ιστορικών γεγονότων δεν υπάρχει τέτοιος περιορισμός. Οι σχολιαστές θα ήταν ελεύθεροι να καταφεύγουν σε εντελώς αυθαίρετες εξηγήσεις. Όπου υπάρχει κάτι που χρειάζεται εξήγηση, ο ανθρώπινος νους ουδέποτε δυσκολεύτηκε να επινοήσει ad hoc φανταστικές θεωρίες, στερούμενες κάθε λογικής θεμελίωσης.
Complex phenomena in the production of which various causal chains are interlaced cannot test any theory. Such phenomena, on the contrary, become intelligible only through an interpretation in terms of theories previously developed from other sources. In the case of natural phenomena the interpretation of an event must not be at variance with the theories satisfactorily verified by experiments. In the case of historical events there is no such restriction. Commentators would be free to resort to quite arbitrary explanations. Where there is something to explain, the human mind has never been at a loss to invent ad hoc some imaginary theories, lacking any logical justification.
Στο πεδίο της ανθρώπινης ιστορίας, έναν περιορισμό ανάλογο προς εκείνον που επιβάλλουν οι πειραματικά ελεγμένες θεωρίες στις προσπάθειες ερμηνείας και διασαφήνισης επιμέρους φυσικών, χημικών και φυσιολογικών γεγονότων παρέχει η πραξεολογία. Η πραξεολογία είναι θεωρητική και συστηματική επιστήμη, όχι ιστορική. Πεδίο της είναι η ανθρώπινη δράση ως τέτοια, ανεξάρτητα από όλες τις περιβαλλοντικές, συμπτωματικές και ατομικές περιστάσεις των συγκεκριμένων πράξεων. Η γνώση της είναι αμιγώς τυπική και γενική, χωρίς αναφορά στο υλικό περιεχόμενο και στα ιδιαίτερα γνωρίσματα της πραγματικής περίπτωσης. Αποβλέπει σε γνώση που ισχύει για όλες τις περιπτώσεις στις οποίες οι συνθήκες αντιστοιχούν επακριβώς σε εκείνες που εμπεριέχονται στις παραδοχές και στα συμπεράσματά της.
Οι διατυπώσεις και οι προτάσεις της δεν προέρχονται από την εμπειρία. Όπως οι διατυπώσεις της λογικής και των μαθηματικών, είναι a priori. Δεν υπόκεινται σε επαλήθευση ή διάψευση βάσει της εμπειρίας και των γεγονότων. Προηγούνται, τόσο λογικά όσο και χρονικά, κάθε κατανόησης των ιστορικών γεγονότων. Αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση κάθε νοητικής κατανόησης των ιστορικών συμβάντων. Χωρίς αυτές, δεν θα μπορούσαμε να διακρίνουμε στην πορεία των γεγονότων τίποτε άλλο πέρα από καλειδοσκοπικές μεταβολές και χαώδη σύγχυση.
A limitation similar to that which the experimentally tested theories enjoin upon the attempts to interpret and elucidate individual physical, chemical, and physiological events is provided by praxeology in the field of human history. Praxeology is a theoretical and systematic, not a historical, science. Its scope is human action as such, irrespective of all environmental, accidental, and individual circumstances of the concrete acts. Its cognition is purely formal and general without reference to the material content and the particular features of the actual case. It aims at knowledge valid for all instances in which the conditions exactly correspond to those implied in its assumptions and inferences. Its statements and propositions are not derived from experience. They are, like those of logic and mathematics, a priori. They are not subject to verification or falsification on the ground of experience and facts. They are both logically and temporally antecedent to any comprehension of historical facts. They are a necessary requirement of any intellectual grasp of historical events. Without them we should not be able to see in the course of events anything else than kaleidoscopic change and chaotic muddle.
2. Ο τυπικός και απριοριστικός χαρακτήρας της πραξεολογίας
↗ στη σελίδα του βιβλίου2. The Formal and Aprioristic Character of Praxeology
Μια τάση που είναι της μόδας στη σύγχρονη φιλοσοφία αρνείται την ύπαρξη οποιασδήποτε a priori γνώσης. Υποστηρίζεται ότι το σύνολο της ανθρώπινης γνώσης προέρχεται από την εμπειρία. Η στάση αυτή μπορεί εύκολα να γίνει κατανοητή ως υπερβολική αντίδραση απέναντι στις ακρότητες της θεολογίας και μιας νόθας φιλοσοφίας της ιστορίας και της φύσης. Οι μεταφυσικοί επιθυμούσαν διακαώς να ανακαλύψουν μέσω της διαίσθησης ηθικές επιταγές, το νόημα της ιστορικής εξέλιξης, τις ιδιότητες της ψυχής και της ύλης, καθώς και τους νόμους που διέπουν τα φυσικά, χημικά και φυσιολογικά φαινόμενα. Οι ασταθείς εικοτολογίες τους εκδήλωναν μια ανέμελη περιφρόνηση για τη γνώση των πραγματικών γεγονότων. Ήταν πεπεισμένοι ότι, χωρίς καμία αναφορά στην εμπειρία, ο λόγος μπορούσε να εξηγήσει τα πάντα και να απαντήσει σε όλα τα ερωτήματα.
A fashionable tendency in contemporary philosophy is to deny the existence of any a priori knowledge. All human knowledge, it is contended, is derived from experience. This attitude can easily be understood as an excessive reaction against the extravagances of theology and a spurious philosophy of history and of nature. Metaphysicians were eager to discover by intuition moral precepts, the meaning of historical evolution, the properties of soul and matter, and the laws governing physical, chemical, and physiological events. Their volatile speculations manifested a blithe disregard for matter-of-fact knowledge. They were convinced that, without reference to experience, reason could explain all things and answer all questions.
Οι σύγχρονες φυσικές επιστήμες οφείλουν την επιτυχία τους στη μέθοδο της παρατήρησης και του πειράματος. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο εμπειρισμός και ο πραγματισμός έχουν δίκιο στον βαθμό στον οποίο περιορίζονται στην περιγραφή των διαδικασιών των φυσικών επιστημών. Είναι, όμως, εξίσου βέβαιο ότι σφάλλουν ολοκληρωτικά όταν επιχειρούν να απορρίψουν κάθε είδος a priori γνώσης και να χαρακτηρίσουν τη λογική, τα μαθηματικά και την πραξεολογία είτε ως εμπειρικούς και πειραματικούς κλάδους είτε ως απλές ταυτολογίες.
The modern natural sciences owe their success to the method of observation and experiment. There is no doubt that empiricism and pragmatism are right as far as they merely describe the procedures of the natural sciences. But it is no less certain that they are entirely wrong in their endeavors to reject any kind of a priori knowledge and to characterize logic, mathematics, and praxeology as empirical and experimental disciplines.
Ως προς την πραξεολογία, τα σφάλματα των φιλοσόφων οφείλονται στην πλήρη άγνοιά τους για την οικονομική επιστήμη2 και, πολύ συχνά, στην εντυπωσιακά ανεπαρκή γνώση τους της ιστορίας. Στα μάτια του φιλοσόφου, η ενασχόληση με φιλοσοφικά ζητήματα αποτελεί υψηλό και ευγενές λειτούργημα, το οποίο δεν πρέπει να υποβιβάζεται στο χαμηλό επίπεδο των άλλων βιοποριστικών απασχολήσεων. Ο καθηγητής δυσανασχετεί με το γεγονός ότι αντλεί εισόδημα από τη φιλοσοφική του δραστηριότητα· προσβάλλεται από τη σκέψη ότι κερδίζει χρήματα όπως ο τεχνίτης και ο εργάτης γης. Τα χρηματικά ζητήματα θεωρούνται ταπεινά πράγματα και ο φιλόσοφος που διερευνά τα υψηλά προβλήματα της αλήθειας και των απόλυτων αιώνιων αξιών δεν θα έπρεπε να ρυπαίνει τον νου του στρέφοντας την προσοχή του στα προβλήματα της οικονομικής επιστήμης.
With regard to praxeology the errors of the philosophers are due to their complete ignorance of economics[2] and very often to their shockingly insufficient knowledge of history. In the eyes of the philosopher the treatment of philosophical issues is a sublime and noble vocation which must not be put upon the low level of other gainful employments. The professor resents the fact that he derives an income from philosophizing; he is offended by the thought that he earns money like the artisan and the farm hand. Monetary matters are mean things, and the philosopher investigating the eminent problems of truth and absolute eternal values should not soil his mind by paying attention to them. No line of any contemporary philosopher discloses the least familiarity with even the most elementary problems of economics.
Το πρόβλημα αν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν a priori στοιχεία της σκέψης —δηλαδή αναγκαίες και αναπόδραστες νοητικές προϋποθέσεις του σκέπτεσθαι, προγενέστερες κάθε πραγματικής πράξης σύλληψης και εμπειρίας— δεν πρέπει να συγχέεται με το γενετικό πρόβλημα του τρόπου με τον οποίο ο άνθρωπος απέκτησε τη χαρακτηριστικά ανθρώπινη νοητική του ικανότητα. Ο άνθρωπος κατάγεται από μη ανθρώπινους προγόνους που στερούνταν αυτής της ικανότητας. Οι πρόγονοι αυτοί διέθεταν κάποια δυνητική ικανότητα, η οποία, κατά τη διάρκεια μακραίωνης εξέλιξης, τους μετέτρεψε σε έλλογα όντα. Ο μετασχηματισμός αυτός πραγματοποιήθηκε υπό την επίδραση ενός μεταβαλλόμενου κοσμικού περιβάλλοντος, το οποίο επενεργούσε στις διαδοχικές γενεές. Από αυτό ο εμπειριστής συνάγει ότι οι θεμελιώδεις αρχές του συλλογισμού αποτελούν αποτέλεσμα της εμπειρίας και αντιπροσωπεύουν την προσαρμογή του ανθρώπου στις συνθήκες του περιβάλλοντός του.
The problem of whether there are or whether there are not a priori elements of thought—i.e., necessary and ineluctable intellectual conditions of thinking, anterior to any actual instance of conception and experience— must not be confused with the genetic problem of how man acquired his characteristically human mental ability. Man is descended from nonhuman ancestors who lacked this ability. These ancestors were endowed with some potentiality which in the course of ages of evolution converted them into reasonable beings. This transformation was achieved by the influence of a changing cosmic environment operating upon succeeding generations. Hence the empiricist concludes that the fundamental principles of reasoning are an outcome of experience and represent an adaptation of man to the conditions of his environment.
Η ιδέα αυτή, όταν ακολουθείται με συνέπεια, οδηγεί στο περαιτέρω συμπέρασμα ότι μεταξύ των προανθρώπινων προγόνων μας και του Homo sapiens υπήρξαν διάφορα ενδιάμεσα στάδια. Υπήρξαν όντα τα οποία, μολονότι δεν διέθεταν ακόμη την ανθρώπινη ικανότητα του λόγου, ήταν προικισμένα με ορισμένα υποτυπώδη στοιχεία συλλογιστικής ικανότητας. Ο νους τους δεν ήταν ακόμη λογικός, αλλά προλογικός —ή, ορθότερα, ατελώς λογικός. Οι ασυνεχείς και ανεπαρκείς λογικές λειτουργίες τους εξελίχθηκαν βαθμιαία από την προλογική προς τη λογική κατάσταση. Ο λόγος, η διάνοια και η λογική αποτελούν ιστορικά φαινόμενα. Υπάρχει ιστορία της λογικής, όπως υπάρχει ιστορία της τεχνολογίας. Τίποτε δεν υποδηλώνει ότι η λογική, όπως τη γνωρίζουμε, αποτελεί το τελευταίο και οριστικό στάδιο της διανοητικής εξέλιξης. Η ανθρώπινη λογική είναι μια ιστορική φάση ανάμεσα στην προανθρώπινη μη λογική, αφενός, και σε μια υπεράνθρωπη λογική, αφετέρου. Ο λόγος και ο νους, τα αποτελεσματικότερα εφόδια των ανθρώπων στον αγώνα τους για επιβίωση, είναι ενταγμένα στην αδιάκοπη ροή των ζωολογικών γεγονότων. Δεν είναι ούτε αιώνια ούτε αμετάβλητα. Είναι παροδικά.
This idea leads, when consistently followed, to the further conclusion that there were between our prehuman ancestors and homo sapiens various intermediate stages. There were beings which, although not yet equipped with the human faculty of reason, were endowed with some rudimentary elements of ratiocination. Theirs was not yet a logical mind, but a prelogical (or rather imperfectly logical) mind. Their desultory and defective logical functions evolved step by step from the prelogical state toward the logical state. Reason, intellect, and logic are historical phenomena. There is a history of logic as there is a history of technology. Nothing suggests that logic as we know it is the last and final stage of intellectual evolution. Human logic is a historical phase between prehuman nonlogic on the one hand and superhuman logic on the other hand. Reason and mind, the human beings’ most efficacious equipment in their struggle for survival, are embedded in the continuous flow of zoological events. They are neither eternal nor unchangeable. They are transitory.
Επιπλέον, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κάθε ανθρώπινο ον επαναλαμβάνει, κατά την ατομική του εξέλιξη, όχι μόνο τον φυσιολογικό μετασχηματισμό από ένα απλό κύτταρο σε έναν εξαιρετικά σύνθετο οργανισμό θηλαστικού, αλλά εξίσου και τον πνευματικό μετασχηματισμό από μια αμιγώς φυτική και ζωική ύπαρξη σε έναν έλλογο νου. Ο μετασχηματισμός αυτός δεν ολοκληρώνεται κατά την προγεννητική ζωή του εμβρύου, αλλά μόνο αργότερα, όταν το νεογέννητο παιδί αφυπνίζεται βαθμιαία προς την ανθρώπινη συνείδηση. Έτσι, κάθε άνθρωπος κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του, ξεκινώντας από τα βάθη του σκότους, διέρχεται από διάφορες καταστάσεις της λογικής δομής του νου.
Furthermore, there is no doubt that every human being repeats in his personal evolution not only the physiological metamorphosis from a simple cell into a highly complicated mammal organism but no less the spiritual metamorphosis from a purely vegetative and animal existence into a reasonable mind. This transformation is not completed in the prenatal life of the embryo, but only later when the newborn child step by step awakens to human consciousness. Thus every man in his early youth, starting from the depths of darkness, proceeds through various states of the mind’s logical structure.
Υπάρχει, έπειτα, η περίπτωση των ζώων. Έχουμε πλήρη επίγνωση του αγεφύρωτου χάσματος που χωρίζει τον λόγο μας από τις αντιδραστικές διεργασίες του εγκεφάλου και των νεύρων τους. Συγχρόνως, όμως, διαισθανόμαστε ότι μέσα τους δυνάμεις αγωνίζονται απεγνωσμένα να προσεγγίσουν το φως της κατανόησης. Μοιάζουν με αιχμαλώτους που αγωνιούν να διαφύγουν από την καταδίκη του αιώνιου σκότους και του αναπόδραστου αυτοματισμού. Συμπάσχουμε μαζί τους, επειδή και εμείς οι ίδιοι βρισκόμαστε σε παρόμοια κατάσταση: πιέζουμε μάταια τα όρια του διανοητικού μας μηχανισμού και αγωνιζόμαστε χωρίς αποτέλεσμα για την απόκτηση μιας απρόσιτης τέλειας γνώσης.
Then there is the case of the animals. We are fully aware of the unbridgeable gulf separating our reason from the reactive processes of their brains and nerves. But at the same time we divine that forces are desperately struggling in them toward the light of comprehension. They are like prisoners anxious to break out from the doom of eternal darkness and inescapable automatism. We feel with them because we ourselves are in a similar position: pressing in vain against the limitation of our intellectual apparatus, striving unavailingly after unattainable perfect cognition.
Το πρόβλημα, όμως, του a priori έχει διαφορετικό χαρακτήρα. Δεν αφορά το πρόβλημα του τρόπου με τον οποίο αναδύθηκαν η συνείδηση και ο λόγος. Αναφέρεται στον ουσιώδη και αναγκαίο χαρακτήρα της λογικής δομής του ανθρώπινου νου.
But the problem of the a priori is of a different character. It does not deal with the problem of how consciousness and reason have emerged. It refers to the essential and necessary character of the logical structure of the human mind.
Οι θεμελιώδεις λογικές σχέσεις δεν υπόκεινται σε απόδειξη ή διάψευση. Κάθε προσπάθεια να αποδειχθούν πρέπει να προϋποθέτει την εγκυρότητά τους. Είναι αδύνατο να εξηγηθούν σε ένα ον που δεν θα τις διέθετε αφ’ εαυτού. Οι προσπάθειες ορισμού τους σύμφωνα με τους κανόνες του ορισμού είναι καταδικασμένες σε αποτυχία. Αποτελούν πρωταρχικές προτάσεις, προγενέστερες κάθε ονοματικού ή πραγματικού ορισμού. Είναι έσχατες, μη αναλύσιμες κατηγορίες. Ο ανθρώπινος νους είναι απολύτως ανίκανος να φανταστεί λογικές κατηγορίες που αντιβαίνουν σε αυτές. Ανεξάρτητα από το πώς μπορεί να εμφανίζονται σε υπεράνθρωπα όντα, για τον άνθρωπο είναι αναπόδραστες και απολύτως αναγκαίες. Αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση της αντίληψης, της ενσυνείδητης πρόσληψης και της εμπειρίας.
The fundamental logical relations are not subject to proof or disproof. Every attempt to prove them must presuppose their validity. It is impossible to explain them to a being who would not possess them on his own account. Efforts to define them according to the rules of definition must fail. They are primary propositions antecedent to any nominal or real definition. They are ultimate unanalyzable categories. The human mind is utterly incapable of imagining logical categories at variance with them. No matter how they may appear to superhuman beings, they are for man inescapable and absolutely necessary. They are the indispensable prerequisite of perception, apperception, and experience.
Αποτελούν εξίσου απαραίτητη προϋπόθεση της μνήμης. Στις φυσικές επιστήμες υπάρχει μια τάση να περιγράφεται η μνήμη ως ειδική περίπτωση ενός γενικότερου φαινομένου. Κάθε ζωντανός οργανισμός διατηρεί τα αποτελέσματα προγενέστερων ερεθισμών, ενώ η παρούσα κατάσταση της ανόργανης ύλης διαμορφώνεται από τα αποτελέσματα όλων των επιδράσεων στις οποίες αυτή εκτέθηκε κατά το παρελθόν. Η παρούσα κατάσταση του σύμπαντος είναι προϊόν του παρελθόντος του. Μπορούμε, επομένως, με μια χαλαρή μεταφορική έννοια, να πούμε ότι η γεωλογική δομή της υδρογείου μας διατηρεί τη μνήμη όλων των προγενέστερων κοσμικών μεταβολών και ότι το σώμα ενός ανθρώπου αποτελεί το καταστάλαγμα της μοίρας και των μεταπτώσεων τόσο των προγόνων του όσο και του ίδιου.
Η μνήμη, όμως, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από το γεγονός της δομικής ενότητας και συνέχειας της κοσμικής εξέλιξης. Αποτελεί φαινόμενο της συνείδησης και, ως τέτοιο, εξαρτάται από το λογικό a priori. Οι ψυχολόγοι έχουν προβληματιστεί από το γεγονός ότι ο άνθρωπος δεν θυμάται τίποτε από την περίοδο κατά την οποία υπήρχε ως έμβρυο και ως θηλάζον βρέφος. Ο Freud προσπάθησε να εξηγήσει αυτή την απουσία αναμνήσεων ως αποτέλεσμα της απώθησης ανεπιθύμητων αναμνηστικών παραστάσεων. Η αλήθεια είναι ότι στις ασυνείδητες καταστάσεις δεν υπάρχει τίποτε που θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο μνήμης. Ο ζωικός αυτοματισμός και η ασυνείδητη απόκριση σε φυσιολογικά ερεθίσματα δεν αποτελούν υλικό μνήμης ούτε για τα έμβρυα και τα θηλάζοντα βρέφη ούτε για τους ενηλίκους. Μόνο οι συνειδητές καταστάσεις μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ανάμνησης.
They are no less an indispensable prerequisite of memory. There is a tendency in the natural sciences to describe memory as an instance of a more general phenomenon. Every living organism conserves the effects of earlier stimulation, and the present state of inorganic matter is shaped by the effects of all the influences to which it was exposed in the past. The present state of the universe is the product of its past. We may, therefore, in a loose metaphorical sense, say that the geological structure of our globe conserves the memory of all earlier cosmic changes, and that a man’s body is the sedimentation of his ancestors’ and his own destinies and vicissitudes. But memory is something entirely different from the fact of the structural unity and continuity of cosmic evolution. It is a phenomenon of consciousness and as such conditioned by the logical a priori. Psychologists have been puzzled by the fact that man does not remember anything from the time of his existence as an embryo and as a suckling. Freud tried to explain this absence of recollection as brought about by subconscious suppression of undesired reminiscences. The truth is that there is nothing to be remembered of unconscious states. Animal automatism and unconscious response to physiological stimulations are neither for embryos and sucklings nor for adults material for remembrance. Only conscious states can be remembered.
Ο ανθρώπινος νους δεν είναι ένας tabula rasa, ένας άγραφος πίνακας πάνω στον οποίο τα εξωτερικά γεγονότα καταγράφουν τη δική τους ιστορία. Είναι εξοπλισμένος με ένα σύνολο εργαλείων για την κατανόηση της πραγματικότητας. Ο άνθρωπος απέκτησε αυτά τα εργαλεία —δηλαδή τη λογική δομή του νου του— κατά την πορεία της εξέλιξής του από την αμοιβάδα έως την παρούσα κατάστασή του. Τα εργαλεία αυτά, όμως, προηγούνται λογικά κάθε εμπειρίας.
The human mind is not a tabula rasa on which the external events write their own history. It is equipped with a set of tools for grasping reality. Man acquired these tools, i.e., the logical structure of his mind, in the course of his evolution from an amoeba to his present state. But these tools are logically prior to any experience.
Ο άνθρωπος δεν είναι απλώς ένα ζώο που υπόκειται ολοκληρωτικά στα ερεθίσματα τα οποία καθορίζουν αναπόφευκτα τις συνθήκες της ζωής του. Είναι επίσης δρων ον. Και η κατηγορία της δράσης προηγείται λογικά κάθε συγκεκριμένης πράξης.
Man is not only an animal totally subject to the stimuli unavoidably determining the circumstances of his life. He is also an acting being. And the category of action is logically antecedent to any concrete act.
Το γεγονός ότι ο άνθρωπος δεν διαθέτει τη δημιουργική δύναμη να φανταστεί κατηγορίες που αντιβαίνουν στις θεμελιώδεις λογικές σχέσεις και στις αρχές της αιτιότητας και της τελεολογίας μάς επιβάλλει εκείνο που μπορεί να αποκληθεί μεθοδολογικός απριορισμός.
The fact that man does not have the creative power to imagine categories at variance with the fundamental logical relations and with the principles of causality and teleology enjoins upon us what may be called methodological apriorism.
Κάθε άνθρωπος, με την καθημερινή συμπεριφορά του, πιστοποιεί επανειλημμένα το αμετάβλητο και την καθολικότητα των κατηγοριών της σκέψης και της δράσης. Εκείνος που απευθύνεται στους συνανθρώπους του, που επιθυμεί να τους πληροφορήσει και να τους πείσει, που θέτει ερωτήματα και απαντά στα ερωτήματα των άλλων, μπορεί να ενεργεί με αυτόν τον τρόπο μόνο επειδή μπορεί να επικαλεστεί κάτι κοινό σε όλους τους ανθρώπους —δηλαδή τη λογική δομή του ανθρώπινου λόγου. Η ιδέα ότι το A θα μπορούσε να είναι συγχρόνως μη-A ή ότι η προτίμηση του A έναντι του B θα μπορούσε να αποτελεί συγχρόνως προτίμηση του B έναντι του A είναι απλώς αδιανόητη και παράλογη για τον ανθρώπινο νου. Δεν είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε κανένα είδος προλογικής ή μεταλογικής σκέψης. Δεν μπορούμε να διανοηθούμε έναν κόσμο χωρίς αιτιότητα και τελεολογία.
Everybody in his daily behavior again and again bears witness to the immutability and universality of the categories of thought and action. He who addresses his fellow men, who wants to inform and convince them, who asks questions and answers other people’s questions, can proceed in this way only because he can appeal to something common to all men— namely, the logical structure of human reason. The idea that A could at the same time be non-A or that to prefer A to B could at the same time be to prefer B to A is simply inconceivable and absurd to a human mind. We are not in the position to comprehend any kind of prelogical or metalogical thinking. We cannot think of a world without causality and teleology.
Για τον άνθρωπο δεν έχει σημασία αν, πέρα από τη σφαίρα που είναι προσιτή στον ανθρώπινο νου, υπάρχουν ή δεν υπάρχουν άλλες σφαίρες στις οποίες υφίσταται κάτι κατηγορικά διαφορετικό από την ανθρώπινη σκέψη και δράση. Καμία γνώση από τέτοιες σφαίρες δεν διεισδύει στον ανθρώπινο νου. Είναι μάταιο να διερωτόμαστε αν τα πράγματα καθαυτά διαφέρουν από τον τρόπο με τον οποίο εμφανίζονται σε εμάς και αν υπάρχουν κόσμοι τους οποίους δεν μπορούμε να διαισθανθούμε και ιδέες τις οποίες δεν μπορούμε να κατανοήσουμε. Αυτά είναι προβλήματα που βρίσκονται πέρα από τα όρια της ανθρώπινης γνώσης.
Η ανθρώπινη γνώση εξαρτάται από τη δομή του ανθρώπινου νου. Αν επιλέγει ως αντικείμενο των ερευνών της την ανθρώπινη δράση, δεν μπορεί να εννοεί τίποτε άλλο από τις κατηγορίες της δράσης που προσιδιάζουν στον ανθρώπινο νου και αποτελούν την προβολή του στον εξωτερικό κόσμο του γίγνεσθαι και της μεταβολής. Όλα τα θεωρήματα της πραξεολογίας αναφέρονται αποκλειστικά σε αυτές τις κατηγορίες της δράσης και ισχύουν μόνο εντός της σφαίρας λειτουργίας τους. Δεν ισχυρίζονται ότι παρέχουν οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με κόσμους και σχέσεις που ουδέποτε έχουν συλληφθεί και είναι αδύνατο να γίνουν αντικείμενο φαντασίας.
It does not matter for man whether or not beyond the sphere accessible to the human mind there are other spheres in which there is something categorially different from human thinking and acting. No knowledge from such spheres penetrates to the human mind. It is idle to ask whether thingsin-themselves are different from what they appear to us, and whether there are worlds which we cannot divine and ideas which we cannot comprehend. These are problems beyond the scope of human cognition. Human knowledge is conditioned by the structure of the human mind. If it chooses human action as the subject matter of its inquiries, it cannot mean anything else than the categories of action which are proper to the human mind and are its projection into the external world of becoming and change. All the theorems of praxeology refer only to these categories of action and are valid only in the orbit of their operation. They do not pretend to convey any information about never dreamed of and unimaginable worlds and relations.
Επομένως, η πραξεολογία είναι ανθρώπινη υπό διττή έννοια. Είναι ανθρώπινη επειδή διεκδικεί για τα θεωρήματά της, εντός της σφαίρας που ορίζεται επακριβώς από τις υποκείμενες παραδοχές, καθολική εγκυρότητα για κάθε ανθρώπινη δράση. Είναι, επιπλέον, ανθρώπινη επειδή ασχολείται αποκλειστικά με την ανθρώπινη δράση και δεν φιλοδοξεί να γνωρίσει οτιδήποτε σχετικά με μη ανθρώπινη δράση —είτε υποανθρώπινη είτε υπεράνθρωπη.
Thus praxeology is human in a double sense. It is human because it claims for its theorems, within the sphere precisely defined in the underlying assumptions, universal validity for all human action. It is human moreover because it deals only with human action and does not aspire to know about nonhuman—whether subhuman or superhuman—action.
Η υποτιθέμενη λογική ετερογένεια του πρωτόγονου ανθρώπου
The Alleged Logical Heterogeneity of Primitive Man
Αποτελεί γενική πλάνη η πεποίθηση ότι τα συγγράμματα του Lucien Lévy-Bruhl παρέχουν στήριξη στη θεωρία σύμφωνα με την οποία η λογική δομή του νου του πρωτόγονου ανθρώπου ήταν και εξακολουθεί να είναι κατηγορικά διαφορετική από εκείνη του πολιτισμένου ανθρώπου. Αντιθέτως, όσα αναφέρει ο Lévy-Bruhl σχετικά με τις νοητικές λειτουργίες του πρωτόγονου ανθρώπου, βάσει της προσεκτικής εξέτασης ολόκληρου του διαθέσιμου εθνολογικού υλικού, αποδεικνύουν σαφώς ότι οι θεμελιώδεις λογικές σχέσεις και οι κατηγορίες της σκέψης και της δράσης διαδραματίζουν στις διανοητικές δραστηριότητες των πρωτόγονων λαών τον ίδιο ρόλο που διαδραματίζουν και στη δική μας ζωή. Το περιεχόμενο των σκέψεων του πρωτόγονου ανθρώπου διαφέρει από το περιεχόμενο των δικών μας σκέψεων, αλλά η τυπική και λογική δομή είναι κοινή και στις δύο περιπτώσεις.
It is a general fallacy to believe that the writings of Lucien Lévy-Bruhl give support to the doctrine that the logical structure of mind of primitive man was and is categorially different from that of civilized man. On the contrary, what Lévy-Bruhl, on the basis of a careful scrutiny of the entire ethnological material available, reports about the mental functions of primitive man proves clearly that the fundamental logical relations and the categories of thought and action play in the intellectual activities of savages the same role they play in our own life. The content of primitive man’s thoughts differs from the content of our thoughts, but the formal and logical structure is common to both.
Είναι αλήθεια ότι ο ίδιος ο Lévy-Bruhl υποστηρίζει πως η νοοτροπία των πρωτόγονων λαών έχει ουσιαστικά «μυστικιστικό και προλογικό» χαρακτήρα· οι συλλογικές παραστάσεις του πρωτόγονου ανθρώπου ρυθμίζονται από τον «νόμο της συμμετοχής» και, κατά συνέπεια, αδιαφορούν για τον νόμο της αντίφασης. Ωστόσο, η διάκριση του Lévy-Bruhl μεταξύ προλογικής και λογικής σκέψης αναφέρεται στο περιεχόμενο και όχι στη μορφή και την κατηγορική δομή της σκέψης. Διότι δηλώνει ότι ακόμη και μεταξύ λαών όπως οι δικοί μας υπάρχουν, περισσότερο ή λιγότερο ανεξάρτητα και περισσότερο ή λιγότερο εξασθενημένα, αλλά πάντως ανεξάλειπτα, ιδέες και σχέσεις μεταξύ ιδεών που διέπονται από τον «νόμο της συμμετοχής», παράλληλα με εκείνες που υπόκεινται στον νόμο του συλλογισμού. «Το προλογικό και το μυστικιστικό συνυπάρχουν με το λογικό».3
It is true that Lévy-Bruhl himself maintains that the mentality of primitive peoples is essentially “mystic and prelogical” in character; primitive man’s collective representations are regulated by the “law of participation” and are consequently indifferent to the law of contradiction. However, Lévy-Bruhl’s distinction between prelogical and logical thinking refers to the content and not to the form and categorial structure of thinking. For he declares that also among peoples like ourselves ideas and relations between ideas governed by the “law of participation” exist, more or less independently, more or less impaired, but yet ineradicable, side by side, with those subject to the law of reasoning. “The prelogical and the mystic are co-existent with the logical.”[3]
Ο Lévy-Bruhl κατατάσσει τις ουσιώδεις διδασκαλίες του χριστιανισμού στη σφαίρα του προλογικού νου.4 Είναι δυνατό να προβληθούν —και πράγματι έχουν προβληθεί— πολλές αντιρρήσεις κατά των χριστιανικών δογμάτων και της ερμηνείας τους από τη θεολογία. Κανείς, όμως, δεν τόλμησε ποτέ να ισχυριστεί ότι οι Πατέρες και οι φιλόσοφοι του χριστιανισμού —μεταξύ των οποίων ο Άγιος Αυγουστίνος και ο Άγιος Θωμάς— διέθεταν νόες των οποίων η λογική δομή ήταν κατηγορικά διαφορετική από εκείνη των συγχρόνων μας.
Η διαφωνία μεταξύ ενός ανθρώπου που πιστεύει στα θαύματα και ενός άλλου που δεν πιστεύει σε αυτά αφορά το περιεχόμενο της σκέψης και όχι τη λογική μορφή της. Ένας άνθρωπος που επιχειρεί να αποδείξει τη δυνατότητα και την πραγματικότητα των θαυμάτων μπορεί να σφάλλει. Η αποκάλυψη, όμως, του σφάλματός του —όπως καταδεικνύουν τα λαμπρά δοκίμια του Hume και του Mill— δεν είναι ασφαλώς λιγότερο περίπλοκη από λογική άποψη από την ανασκευή οποιασδήποτε φιλοσοφικής ή οικονομικής πλάνης.
Lévy-Bruhl relegates the essential teachings of Christianity to the realm of the prelogical mind.[4] Now, many objections can possibly be raised and have been raised against the Christian doctrines and their interpretation by theology. But nobody ever ventured to contend that the Christian fathers and philosophers—among them St. Augustine and St. Thomas—had minds whose logical structure was categorially different from that of our contemporaries. The dispute between a man who believes in miracles and another who does not refers to the content of thought, not to its logical form. A man who tries to demonstrate the possibility and reality of miracles may err. But to unmask his error is—as the brilliant essays of Hume and Mill show—certainly no less logically intricate than to explode any philosophical or economic fallacy.
Εξερευνητές και ιεραπόστολοι αναφέρουν ότι στην Αφρική και την Πολυνησία ο πρωτόγονος άνθρωπος σταματά στην πρώτη αντίληψη των πραγμάτων και δεν συλλογίζεται ποτέ, αν μπορεί με οποιονδήποτε τρόπο να το αποφύγει.5 Ευρωπαίοι και Αμερικανοί εκπαιδευτικοί αναφέρουν ενίοτε το ίδιο και για τους μαθητές τους. Αναφορικά με τους Mossi του Νίγηρα, ο Lévy-Bruhl παραθέτει την παρατήρηση ενός ιεραποστόλου: «Οι συζητήσεις μαζί τους περιστρέφονται αποκλειστικά γύρω από τις γυναίκες, την τροφή και —κατά την εποχή των βροχών— τις καλλιέργειες».6 Ποια άλλα θέματα προτιμούσαν πολλοί από τους συγχρόνους και τους γείτονες του Newton, του Kant και του Lévy-Bruhl;
Explorers and missionaries report that in Africa and Polynesia primitive man stops short at his earliest perception of things and never reasons if he can in any way avoid it.[5] European and American educators sometimes report the same of their students. With regard to the Mossi on the Niger Lévy-Bruhl quotes a missionary’s observation: “Conversation with them turns only upon women, food, and (in the rainy season) the crops.”[6] What other subjects did many contemporaries and neighbors of Newton, Kant, and Lévy-Bruhl prefer?
Το συμπέρασμα που πρέπει να συναχθεί από τις μελέτες του Lévy-Bruhl διατυπώνεται καλύτερα με τα δικά του λόγια: «Ο πρωτόγονος νους, όπως και ο δικός μας, επιθυμεί να ανακαλύψει τις αιτίες όσων συμβαίνουν· δεν τις αναζητεί, όμως, προς την ίδια κατεύθυνση με εμάς».7
The conclusion to be drawn from Lévy-Bruhl’s studies is best expressed in his own words: “The primitive mind, like our own, is anxious to find the reasons for what happens, but it does not seek these in the same direction as we do.”[7]
Ένας γεωργός που επιθυμεί διακαώς να επιτύχει πλούσια συγκομιδή μπορεί —ανάλογα με το περιεχόμενο των ιδεών του— να επιλέξει διάφορες μεθόδους. Μπορεί να τελέσει ορισμένες μαγικές τελετουργίες, να πραγματοποιήσει ένα προσκύνημα, να προσφέρει ένα κερί στην εικόνα του προστάτη αγίου του ή να χρησιμοποιήσει περισσότερο και καλύτερο λίπασμα. Ό,τι και αν κάνει, πρόκειται πάντοτε για δράση, δηλαδή για χρησιμοποίηση μέσων προς επίτευξη σκοπών. Υπό μια ευρύτερη έννοια, η μαγεία αποτελεί μορφή τεχνολογίας. Ο εξορκισμός είναι μια εκούσια και σκόπιμη δράση που βασίζεται σε μια κοσμοθεώρηση την οποία οι περισσότεροι σύγχρονοί μας καταδικάζουν ως δεισιδαιμονική και, επομένως, ως απρόσφορη.
Η έννοια της δράσης, όμως, δεν συνεπάγεται ότι η δράση καθοδηγείται από μια ορθή θεωρία και από μια τεχνολογία που υπόσχεται επιτυχία ούτε ότι επιτυγχάνει τον επιδιωκόμενο σκοπό. Συνεπάγεται μόνο ότι εκείνος που εκτελεί τη δράση πιστεύει πως τα χρησιμοποιούμενα μέσα θα επιφέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα.
A peasant eager to get a rich crop may—according to the content of his ideas—choose various methods. He may perform some magical rites, he may embark upon a pilgrimage, he may offer a candle to the image of his patron saint, or he may employ more and better fertilizer. But whatever he does, it is always action, i.e., the employment of means for the attainment of ends. Magic is in a broader sense a variety of technology. Exorcism is a deliberate purposeful action based on a world view which most of our contemporaries condemn as superstitious and therefore as inappropriate. But the concept of action does not imply that the action is guided by a correct theory and a technology promising success and that it attains the end aimed at. It only implies that the performer of the action believes that the means applied will produce the desired effect.
Κανένα γεγονός που παρέχεται από την εθνολογία ή την ιστορία δεν αντιφάσκει προς τη θέση ότι η λογική δομή του νου είναι ενιαία και κοινή σε όλους τους ανθρώπους, όλων των φυλών, των εποχών και των χωρών.8
No facts provided by ethnology or history contradict the assertion that the logical structure of mind is uniform with all men of all races, ages, and countries.[8]
Ο απριοριστικός συλλογισμός είναι αμιγώς εννοιολογικός και παραγωγικός. Δεν μπορεί να παραγάγει τίποτε άλλο πέρα από ταυτολογίες και αναλυτικές κρίσεις. Όλα τα πορίσματά του συνάγονται λογικά από τις προκείμενες και εμπεριέχονταν ήδη σε αυτές. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με μια διαδεδομένη ένσταση, δεν μπορεί να προσθέσει τίποτε στη γνώση μας.
Aprioristic reasoning is purely conceptual and deductive. It cannot produce anything else but tautologies and analytic judgments. All its implications are logically derived from the premises and were already contained in them. Hence, according to a popular objection, it cannot add anything to our knowledge.
Όλα τα γεωμετρικά θεωρήματα εμπεριέχονται ήδη στα αξιώματα. Η έννοια του ορθογώνιου τριγώνου εμπεριέχει ήδη το Πυθαγόρειο θεώρημα. Το θεώρημα αυτό είναι ταυτολογία· η παραγωγική συναγωγή του καταλήγει σε αναλυτική κρίση. Παρ’ όλα αυτά, κανείς δεν θα υποστήριζε ότι η γεωμετρία εν γένει και το Πυθαγόρειο θεώρημα ειδικότερα δεν διευρύνουν τη γνώση μας. Η γνώση που αποκτάται μέσω αμιγώς παραγωγικού συλλογισμού είναι επίσης δημιουργική και παρέχει στον νου μας πρόσβαση σε σφαίρες που προηγουμένως του ήταν απρόσιτες. Το σημαντικό έργο του απριοριστικού συλλογισμού είναι, αφενός, να αναδεικνύει όλα όσα εμπεριέχονται στις κατηγορίες, στις έννοιες και στις προκείμενες και, αφετέρου, να καταδεικνύει όσα δεν εμπεριέχονται σε αυτές. Αποστολή του είναι να καθιστά φανερό και πρόδηλο εκείνο που προηγουμένως ήταν κρυμμένο και άγνωστο.9
All geometrical theorems are already implied in the axioms. The concept of a rectangular triangle already implies the theorem of Pythagoras. This theorem is a tautology, its deduction results in an analytic judgment. Nonetheless nobody would contend that geometry in general and the theorem of Pythagoras in particular do not enlarge our knowledge. Cognition from purely deductive reasoning is also creative and opens for our mind access to previously barred spheres. The significant task of aprioristic reasoning is on the one hand to bring into relief all that is implied in the categories, concepts, and premises and, on the other hand, to show what they do not imply. It is its vocation to render manifest and obvious what was hidden and unknown before.[9]
Στην έννοια του χρήματος εμπεριέχονται ήδη όλα τα θεωρήματα της νομισματικής θεωρίας. Η ποσοτική θεωρία του χρήματος δεν προσθέτει στη γνώση μας τίποτε που να μην περιέχεται δυνητικά στην έννοια του χρήματος. Μετασχηματίζει, αναπτύσσει και εκδιπλώνει· απλώς αναλύει και, ως εκ τούτου, είναι ταυτολογική, όπως το Πυθαγόρειο θεώρημα σε σχέση με την έννοια του ορθογώνιου τριγώνου. Κανείς, ωστόσο, δεν θα αρνούνταν τη γνωστική αξία της ποσοτικής θεωρίας. Για έναν νου που δεν έχει διαφωτιστεί από τον οικονομικό συλλογισμό, η θεωρία αυτή παραμένει άγνωστη. Η μακρά σειρά αποτυχημένων προσπαθειών επίλυσης των σχετικών προβλημάτων καταδεικνύει ότι ασφαλώς δεν ήταν εύκολο να επιτευχθεί το σημερινό επίπεδο γνώσης.
In the concept of money all the theorems of monetary theory are already implied. The quantity theory does not add to our knowledge anything which is not virtually contained in the concept of money. It transforms, develops, and unfolds; it only analyzes and is therefore tautological like the theorem of Pythagoras in relation to the concept of the rectangular triangle. However, nobody would deny the cognitive value of the quantity theory. To a mind not enlightened by economic reasoning it remains unknown. A long line of abortive attempts to solve the problems concerned shows that it was certainly not easy to attain the present state of knowledge.
Το γεγονός ότι το σύστημα της απριοριστικής επιστήμης δεν μας παρέχει πλήρη γνώση της πραγματικότητας δεν αποτελεί ανεπάρκειά του. Οι έννοιες και τα θεωρήματά της είναι νοητικά εργαλεία που ανοίγουν τον δρόμο προς την ολοκληρωμένη κατανόηση της πραγματικότητας· ασφαλώς, δεν αποτελούν αφ’ εαυτών το σύνολο της πραγματολογικής γνώσης για όλα τα πράγματα. Η θεωρία και η κατανόηση της ζωντανής και μεταβαλλόμενης πραγματικότητας δεν βρίσκονται σε αντίθεση μεταξύ τους. Χωρίς τη θεωρία, δηλαδή χωρίς τη γενική απριοριστική επιστήμη της ανθρώπινης δράσης, δεν είναι δυνατή η κατανόηση της πραγματικότητας της ανθρώπινης δράσης.
It is not a deficiency of the system of aprioristic science that it does not convey to us the full cognition of reality. Its concepts and theorems are mental tools opening the approach to a complete grasp of reality; they are, to be sure, not in themselves already the totality of factual knowledge about all things. Theory and the comprehension of living and changing reality are not in opposition to one another. Without theory, the general aprioristic science of human action, there is no comprehension of the reality of human action.
Η σχέση μεταξύ λόγου και εμπειρίας αποτελεί από παλιά ένα από τα θεμελιώδη προβλήματα της φιλοσοφίας. Όπως και όλα τα άλλα προβλήματα της κριτικής της γνώσης, οι φιλόσοφοι την προσέγγισαν αποκλειστικά σε συνάρτηση με τις φυσικές επιστήμες. Αγνόησαν τις επιστήμες της ανθρώπινης δράσης. Η συμβολή τους υπήρξε άχρηστη για την πραξεολογία.
The relation between reason and experience has long been one of the fundamental philosophical problems. Like all other problems of the critique of knowledge, philosophers have approached it only with reference to the natural sciences. They have ignored the sciences of human action. Their contributions have been useless for praxeology.
Κατά την εξέταση των επιστημολογικών προβλημάτων της οικονομικής επιστήμης συνηθίζεται να υιοθετείται κάποια από τις λύσεις που προτάθηκαν για τις φυσικές επιστήμες. Ορισμένοι συγγραφείς συνιστούν τον συμβατισμό του Poincaré.10 Θεωρούν τις προκείμενες του οικονομικού συλλογισμού ζήτημα γλωσσικής σύμβασης ή συμβατικά θεσπισμένων αξιωμάτων.11 Άλλοι προτιμούν να αποδέχονται τις ιδέες που διατύπωσε ο Einstein. Ο Einstein θέτει το ερώτημα:
Πώς είναι δυνατό τα μαθηματικά, προϊόν του ανθρώπινου λόγου που δεν εξαρτάται από καμία εμπειρία, να ανταποκρίνονται με τόσο εξαίρετο τρόπο στα αντικείμενα της πραγματικότητας; Είναι ο ανθρώπινος λόγος ικανός να ανακαλύψει, χωρίς τη βοήθεια της εμπειρίας και μόνο μέσω του καθαρού συλλογισμού, τα γνωρίσματα των πραγματικών πραγμάτων;
Και απαντά:
Στον βαθμό στον οποίο τα θεωρήματα των μαθηματικών αναφέρονται στην πραγματικότητα, δεν είναι βέβαια· και στον βαθμό στον οποίο είναι βέβαια, δεν αναφέρονται στην πραγματικότητα.12
It is customary in the treatment of the epistemological problems of economics to adopt one of the solutions suggested for the natural sciences. Some authors recommend Poincaré’s conventionalism.[10] They regard the premises of economic reasoning as a matter of linguistic or postulational convention.[11] Others prefer to acquiesce in ideas advanced by Einstein. Einstein raises the question: “How can mathematics, a product of human reason that does not depend on any experience, so exquisitely fit the objects of reality? Is human reason able to discover, unaided by experience, through pure reasoning the features of real things?” And his answer is: “As far as the theorems of mathematics refer to reality, they are not certain, and as far as they are certain, they do not refer to reality.”[12]
Οι επιστήμες της ανθρώπινης δράσης, όμως, διαφέρουν ριζικά από τις φυσικές επιστήμες. Όλοι οι συγγραφείς που επιδιώκουν να συγκροτήσουν ένα επιστημολογικό σύστημα των επιστημών της ανθρώπινης δράσης σύμφωνα με το πρότυπο των φυσικών επιστημών σφάλλουν οικτρά.
However, the sciences of human action differ radically from the natural sciences. All authors eager to construct an epistemological system of the sciences of human action according to the pattern of the natural sciences err lamentably.
Η πραγματικότητα που αποτελεί αντικείμενο της πραξεολογίας, δηλαδή η ανθρώπινη δράση, προέρχεται από την ίδια πηγή με τον ανθρώπινο συλλογισμό. Η δράση και ο λόγος είναι ομογενή και συγγενή· θα μπορούσαν ακόμη και να χαρακτηριστούν δύο διαφορετικές όψεις του ίδιου πράγματος. Το ότι ο λόγος έχει τη δύναμη να αποσαφηνίζει, μέσω καθαρού συλλογισμού, τα ουσιώδη γνωρίσματα της δράσης αποτελεί συνέπεια του γεγονότος ότι η δράση είναι απόρροια του λόγου. Τα θεωρήματα που προκύπτουν από ορθό πραξεολογικό συλλογισμό δεν είναι απλώς απολύτως βέβαια και αδιαμφισβήτητα, όπως τα ορθά μαθηματικά θεωρήματα. Αναφέρονται, επιπλέον, με όλη την αυστηρότητα της αποδεικτικής βεβαιότητας και του αδιαμφισβήτητου χαρακτήρα τους στην πραγματικότητα της δράσης, όπως αυτή εκδηλώνεται στη ζωή και στην ιστορία. Η πραξεολογία παρέχει ακριβή και σαφή γνώση πραγματικών πραγμάτων.
The real thing which is the subject matter of praxeology, human action, stems from the same source as human reasoning. Action and reason are congeneric and homogeneous; they may even be called two different aspects of the same thing. That reason has the power to make clear through pure ratiocination the essential features of action is a consequence of the fact that action is an offshoot of reason. The theorems attained by correct praxeological reasoning are not only perfectly certain and incontestable, like the correct mathematical theorems. They refer, moreover with the full rigidity of their apodictic certainty and incontestability to the reality of action as it appears in life and history. Praxeology conveys exact and precise knowledge of real things.
Αφετηρία της πραξεολογίας δεν είναι η επιλογή αξιωμάτων ούτε μια απόφαση σχετικά με τις εφαρμοστέες μεθόδους, αλλά ο αναστοχασμός πάνω στην ουσία της δράσης. Δεν υπάρχει δράση στην οποία να μην εμφανίζονται πλήρως και τελείως οι πραξεολογικές κατηγορίες. Δεν μπορεί να νοηθεί τρόπος δράσης στον οποίο τα μέσα και οι σκοποί ή το κόστος και οι πρόσοδοι να μην μπορούν να διακριθούν σαφώς και να διαχωριστούν επακριβώς. Δεν υπάρχει τίποτε που να ανταποκρίνεται μόνο κατά προσέγγιση ή ατελώς στην οικονομική κατηγορία της ανταλλαγής. Υπάρχουν μόνο ανταλλαγή και μη ανταλλαγή· και για κάθε ανταλλαγή ισχύουν, με όλη τους την αυστηρότητα και με όλες τους τις συνέπειες, τα γενικά θεωρήματα που αφορούν τις ανταλλαγές. Δεν υπάρχουν μεταβατικές βαθμίδες από την ανταλλαγή στη μη ανταλλαγή ή από την άμεση στην έμμεση ανταλλαγή. Καμία εμπειρία που θα αντέφασκε προς αυτές τις διατυπώσεις δεν είναι ποτέ δυνατό να υπάρξει.
The starting point of praxeology is not a choice of axioms and a decision about methods of procedure, but reflection about the essence of action. There is no action in which the praxeological categories do not appear fully and perfectly. There is no mode of action thinkable in which means and ends or costs and proceeds cannot be clearly distinguished and precisely separated. There is nothing which only approximately or incompletely fits the economic category of an exchange. There are only exchange and nonexchange; and with regard to any exchange all the general theorems concerning exchanges are valid in their full rigidity and with all their implications. There are no transitions from exchange to nonexchange or from direct exchange to indirect exchange. No experience can ever be had which would contradict these statements.
Μια τέτοια εμπειρία θα ήταν πρωτίστως αδύνατη, επειδή κάθε εμπειρία που αφορά την ανθρώπινη δράση εξαρτάται από τις πραξεολογικές κατηγορίες και καθίσταται δυνατή μόνο μέσω της εφαρμογής τους. Αν δεν είχαμε στον νου μας τα σχήματα που παρέχει ο πραξεολογικός συλλογισμός, δεν θα ήμασταν ποτέ σε θέση να διακρίνουμε και να κατανοήσουμε οποιαδήποτε δράση. Θα αντιλαμβανόμασταν κινήσεις, αλλά όχι αγορές ή πωλήσεις, ούτε τιμές, μισθολογικούς συντελεστές, επιτόκια και ούτω καθεξής. Μόνο μέσω της χρησιμοποίησης του πραξεολογικού σχήματος καθίσταται δυνατό να αποκτήσουμε εμπειρία μιας πράξης αγοράς και πώλησης, ανεξάρτητα από το αν οι αισθήσεις μας αντιλαμβάνονται συγχρόνως κινήσεις ανθρώπων και μη ανθρώπινων στοιχείων του εξωτερικού κόσμου. Χωρίς τη συνδρομή της πραξεολογικής γνώσης δεν θα μαθαίναμε ποτέ τίποτε για τα μέσα ανταλλαγής. Αν προσεγγίζαμε τα νομίσματα χωρίς αυτή την προϋπάρχουσα γνώση, θα βλέπαμε σε αυτά μόνο στρογγυλά μεταλλικά ελάσματα και τίποτε περισσότερο. Η εμπειρία σχετικά με το χρήμα προϋποθέτει εξοικείωση με την πραξεολογική κατηγορία του μέσου ανταλλαγής.
Such an experience would be impossible in the first place for the reason that all experience concerning human action is conditioned by the praxeological categories and becomes possible only through their application. If we had not in our mind the schemes provided by praxeological reasoning, we should never be in a position to discern and to grasp any action. We would perceive motions, but neither buying nor selling, nor prices, wage rates, interest rates, and so on. It is only through the utilization of the praxeological scheme that we become able to have an experience concerning an act of buying and selling, but then independently of the fact of whether or not our senses concomitantly perceive any motions of men and of nonhuman elements of the external world. Unaided by praxeological knowledge we would never learn anything about media of exchange. If we approach coins without such preexisting knowledge, we would see in them only round plates of metal, nothing more. Experience concerning money requires familiarity with the praxeological category medium of exchange.
Η εμπειρία που αφορά την ανθρώπινη δράση διαφέρει από την εμπειρία των φυσικών φαινομένων κατά το ότι απαιτεί και προϋποθέτει πραξεολογική γνώση. Για τον λόγο αυτό, οι μέθοδοι των φυσικών επιστημών είναι ακατάλληλες για τη μελέτη της πραξεολογίας, της οικονομικής επιστήμης και της ιστορίας.
Experience concerning human action differs from that concerning natural phenomena in that it requires and presupposes praxeological knowledge. This is why the methods of the natural sciences are inappropriate for the study of praxeology, economics, and history.
Υποστηρίζοντας τον a priori χαρακτήρα της πραξεολογίας, δεν εκπονούμε το σχέδιο μιας μελλοντικής νέας επιστήμης διαφορετικής από τις παραδοσιακές επιστήμες της ανθρώπινης δράσης. Δεν ισχυριζόμαστε ότι η θεωρητική επιστήμη της ανθρώπινης δράσης θα έπρεπε να είναι απριοριστική, αλλά ότι είναι και ήταν πάντοτε τέτοια. Κάθε προσπάθεια αναστοχασμού πάνω στα προβλήματα που εγείρει η ανθρώπινη δράση είναι αναγκαστικά συνδεδεμένη με τον απριοριστικό συλλογισμό. Ως προς αυτό, δεν έχει καμία σημασία αν εκείνοι που συζητούν ένα πρόβλημα είναι θεωρητικοί που αποβλέπουν αποκλειστικά στην καθαρή γνώση ή πολιτικοί ηγέτες, πολιτευτές και απλοί πολίτες που επιθυμούν να κατανοήσουν τις συντελούμενες μεταβολές και να ανακαλύψουν ποιο είδος δημόσιας πολιτικής ή ιδιωτικής συμπεριφοράς θα εξυπηρετούσε καλύτερα τα δικά τους συμφέροντα.
Οι άνθρωποι μπορεί να αρχίσουν να διαφωνούν σχετικά με τη σημασία μιας συγκεκριμένης εμπειρίας· η συζήτηση, όμως, απομακρύνεται αναπόφευκτα από τα συμπτωματικά και περιβαλλοντικά γνωρίσματα του σχετικού γεγονότος και στρέφεται προς την ανάλυση θεμελιωδών αρχών, εγκαταλείποντας ανεπαίσθητα κάθε αναφορά στα πραγματικά συμβάντα που προκάλεσαν τη διαφωνία. Η ιστορία των φυσικών επιστημών αποτελεί καταγραφή θεωριών και υποθέσεων που εγκαταλείφθηκαν επειδή διαψεύστηκαν από την εμπειρία. Αρκεί να θυμηθούμε, παραδείγματος χάριν, τις πλάνες της παλαιότερης μηχανικής που διέψευσε ο Galileo ή την τύχη της θεωρίας του φλογιστού. Η ιστορία της οικονομικής επιστήμης δεν καταγράφει καμία ανάλογη περίπτωση. Οι υποστηρικτές λογικά ασύμβατων θεωριών επικαλούνται τα ίδια γεγονότα ως απόδειξη ότι η άποψή τους έχει ελεγχθεί από την εμπειρία.
Η αλήθεια είναι ότι η εμπειρία ενός σύνθετου φαινομένου —και στη σφαίρα της ανθρώπινης δράσης δεν υπάρχει άλλου είδους εμπειρία— μπορεί πάντοτε να ερμηνευθεί βάσει διαφορετικών και αντιτιθέμενων θεωριών. Το αν μια ερμηνεία θεωρείται ικανοποιητική ή μη ικανοποιητική εξαρτάται από την αξιολόγηση των σχετικών θεωριών, η οποία έχει ήδη διαμορφωθεί βάσει απριοριστικού συλλογισμού.13
In asserting the a priori character of praxeology we are not drafting a plan for a future new science different from the traditional sciences of human action. We do not maintain that the theoretical science of human action should be aprioristic, but that it is and always has been so. Every attempt to reflect upon the problems raised by human action is necessarily bound to aprioristic reasoning. It does not make any difference in this regard whether the men discussing a problem are theorists aiming at pure knowledge only or statesmen, politicians, and regular citizens eager to comprehend occurring changes and to discover what kind of public policy or private conduct would best suit their own interests. People may begin arguing about the significance of any concrete experience, the debate inevitably turns away from the accidental and environmental features of the event concerned to an analysis of fundamental principles, and imperceptibly abandons any reference to the factual happenings which evoked the argument. The history of the natural sciences is a record of theories and hypotheses discarded because they were disproved by experience. Remember for instance the fallacies of older mechanics disproved by Galileo or the fate of the phlogiston theory. No such case is recorded by the history of economics. The champions of logically incompatible theories claim the same events as the proof that their point of view has been tested by experience. The truth is that the experience of a complex phenomenon— and there is no other experience in the realm of human action—can always be interpreted on the ground of various antithetic theories. Whether the interpretation is considered satisfactory or unsatisfactory depends on the appreciation of the theories in question established beforehand on the ground of aprioristic reasoning.[13]
Η ιστορία δεν μπορεί να μας διδάξει κανέναν γενικό κανόνα, καμία αρχή και κανέναν νόμο. Δεν υπάρχει τρόπος να αφαιρεθούν a posteriori από μια ιστορική εμπειρία θεωρίες ή θεωρήματα σχετικά με την ανθρώπινη συμπεριφορά και τις πολιτικές. Τα δεδομένα της ιστορίας δεν θα ήταν παρά μια άτακτη συσσώρευση ασύνδετων συμβάντων, ένας σωρός σύγχυσης, αν δεν μπορούσαν να αποσαφηνιστούν, να διαταχθούν και να ερμηνευθούν μέσω της συστηματικής πραξεολογικής γνώσης.
History cannot teach us any general rule, principle, or law. There is no means to abstract from a historical experience a posteriori any theories or theorems concerning human conduct and policies. The data of history would be nothing but a clumsy accumulation of disconnected occurrences, a heap of confusion, if they could not be clarified, arranged, and interpreted by systematic praxeological knowledge.
4. Η αρχή του μεθοδολογικού ατομικισμού
↗ στη σελίδα του βιβλίου4. The Principle of Methodological Individualism
Η πραξεολογία ασχολείται με τις πράξεις των επιμέρους ανθρώπων. Μόνο στην περαιτέρω πορεία των ερευνών της επιτυγχάνεται η γνώση της ανθρώπινης συνεργασίας και εξετάζεται η κοινωνική δράση ως ειδική περίπτωση της καθολικότερης κατηγορίας της ανθρώπινης δράσης ως τέτοιας.
Praxeology deals with the actions of individual men. It is only in the further course of its inquiries that cognition of human cooperation is attained and social action is treated as a special case of the more universal category of human action as such.
Αυτός ο μεθοδολογικός ατομικισμός έχει δεχθεί σφοδρές επιθέσεις από διάφορες μεταφυσικές σχολές και έχει υποτιμηθεί ως νομιναλιστική πλάνη. Η έννοια του ατόμου, λένε οι επικριτές, είναι μια κενή αφαίρεση. Ο πραγματικός άνθρωπος αποτελεί αναγκαστικά και πάντοτε μέλος ενός κοινωνικού όλου. Είναι μάλιστα αδύνατο να φανταστούμε την ύπαρξη ενός ανθρώπου αποκομμένου από την υπόλοιπη ανθρωπότητα και ασύνδετου με την κοινωνία. Ο άνθρωπος ως άνθρωπος είναι προϊόν κοινωνικής εξέλιξης. Το σπουδαιότερο γνώρισμά του, ο λόγος, μπορούσε να αναδυθεί μόνο εντός του πλαισίου της κοινωνικής αμοιβαιότητας. Δεν υπάρχει σκέψη που να μην εξαρτάται από τις έννοιες και τις παραστάσεις της γλώσσας. Η ομιλία, όμως, αποτελεί προφανώς κοινωνικό φαινόμενο. Ο άνθρωπος είναι πάντοτε μέλος μιας συλλογικότητας. Εφόσον το όλον προηγείται τόσο λογικά όσο και χρονικά των μερών ή των μελών του, η μελέτη του ατόμου έπεται της μελέτης της κοινωνίας. Η μόνη κατάλληλη μέθοδος για την επιστημονική εξέταση των ανθρώπινων προβλημάτων είναι η μέθοδος του καθολισμού ή του συλλογισμού.
This methodological individualism has been vehemently attacked by various metaphysical schools and disparaged as a nominalistic fallacy. The notion of an individual, say the critics, is an empty abstraction. Real man is necessarily always a member of a social whole. It is even impossible to imagine the existence of a man separated from the rest of mankind and not connected with society. Man as man is the product of a social evolution. His most eminent feature, reason, could only emerge within the framework of social mutuality. There is no thinking which does not depend on the concepts and notions of language. But speech is manifestly a social phenomenon. Man is always the member of a collective. As the whole is both logically and temporally prior to its parts or members, the study of the individual is posterior to the study of society. The only adequate method for the scientific treatment of human problems is the method of universalism or collectivism.
Η διαμάχη, όμως, σχετικά με το αν το όλον ή τα μέρη του προηγούνται λογικά είναι μάταιη. Από λογική άποψη, οι έννοιες του όλου και των μερών του είναι συστοιχικές. Ως λογικές έννοιες, βρίσκονται και οι δύο εκτός χρόνου.
Now the controversy whether the whole or its parts are logically prior is vain. Logically the notions of a whole and its parts are correlative. As logical concepts they are both apart from time.
Εξίσου ακατάλληλη για το πρόβλημά μας είναι η αναφορά στην αντιπαράθεση μεταξύ ρεαλισμού και νομιναλισμού, όταν και οι δύο αυτοί όροι χρησιμοποιούνται με τη σημασία που τους απέδιδε ο μεσαιωνικός σχολαστικισμός. Είναι αναμφισβήτητο ότι, στη σφαίρα της ανθρώπινης δράσης, οι κοινωνικές οντότητες έχουν πραγματική ύπαρξη. Κανείς δεν τολμά να αρνηθεί ότι τα έθνη, τα κράτη, οι δήμοι, τα κόμματα και οι θρησκευτικές κοινότητες αποτελούν πραγματικούς παράγοντες που καθορίζουν την πορεία των ανθρώπινων γεγονότων. Ο μεθοδολογικός ατομικισμός όχι μόνο δεν αμφισβητεί τη σημασία τέτοιων συλλογικών συνόλων, αλλά θεωρεί ως ένα από τα κύρια καθήκοντά του την περιγραφή και την ανάλυση της γένεσης και της εξαφάνισής τους, των μεταβαλλόμενων δομών τους και της λειτουργίας τους. Επιλέγει δε τη μόνη μέθοδο που είναι κατάλληλη για την ικανοποιητική επίλυση αυτού του προβλήματος.
No less inappropriate with regard to our problem is the reference to the antagonism of realism and nominalism, both these terms being understood in the meaning which medieval scholasticism attached to them. It is uncontested that in the sphere of human action social entities have real existence. Nobody ventures to deny that nations, states, municipalities, parties, religious communities, are real factors determining the course of human events. Methodological individualism, far from contesting the significance of such collective wholes, considers it as one of its main tasks to describe and to analyze their becoming and their disappearing, their changing structures, and their operation. And it chooses the only method fitted to solve this problem satisfactorily.
Πρέπει αρχικά να αντιληφθούμε ότι όλες οι πράξεις εκτελούνται από άτομα. Μια συλλογικότητα λειτουργεί πάντοτε με τη μεσολάβηση ενός ή περισσότερων ατόμων, των οποίων οι πράξεις συνδέονται με τη συλλογικότητα ως δευτερογενή πηγή τους. Ο χαρακτήρας μιας πράξης καθορίζεται από το νόημα που της αποδίδουν τα δρώντα άτομα και όλοι όσοι επηρεάζονται από αυτή. Το νόημα είναι εκείνο που χαρακτηρίζει μια πράξη ως πράξη ενός ατόμου και μια άλλη ως πράξη του κράτους ή του δήμου. Ο δήμιος και όχι το κράτος εκτελεί έναν εγκληματία. Το νόημα που αποδίδουν στην πράξη οι ενδιαφερόμενοι είναι εκείνο που αναγνωρίζει στην πράξη του δημίου μια πράξη του κράτους. Μια ομάδα ενόπλων καταλαμβάνει έναν τόπο. Το νόημα που αποδίδουν οι ενδιαφερόμενοι σε αυτή την κατάληψη είναι εκείνο που την καταλογίζει όχι στους αξιωματικούς και στους στρατιώτες που βρίσκονται επί τόπου, αλλά στο έθνος τους.
Αν εξετάσουμε εξονυχιστικά το νόημα των διαφόρων πράξεων που εκτελούν τα άτομα, θα μάθουμε αναγκαστικά τα πάντα για τις πράξεις των συλλογικών συνόλων. Διότι μια κοινωνική συλλογικότητα δεν έχει ύπαρξη και πραγματικότητα έξω από τις πράξεις των επιμέρους μελών της. Η ζωή μιας συλλογικότητας βιώνεται μέσα από τις πράξεις των ατόμων που συγκροτούν το σώμα της. Δεν μπορεί να νοηθεί κοινωνική συλλογικότητα η οποία να μη λειτουργεί μέσω των πράξεων ορισμένων ατόμων. Η πραγματικότητα ενός κοινωνικού όλου συνίσταται στο ότι κατευθύνει και προκαλεί συγκεκριμένες πράξεις εκ μέρους ατόμων. Επομένως, η οδός προς τη γνώση των συλλογικών συνόλων διέρχεται μέσα από την ανάλυση των πράξεων των ατόμων.
First we must realize that all actions are performed by individuals. A collective operates always through the intermediary of one or several individuals whose actions are related to the collective as the secondary source. It is the meaning which the acting individuals and all those who are touched by their action attribute to an action, that determines its character. It is the meaning that marks one action as the action of an individual and another action as the action of the state or of the municipality. The hangman, not the state, executes a criminal. It is the meaning of those concerned that discerns in the hangman’s action an action of the state. A group of armed men occupies a place. It is the meaning of those concerned which imputes this occupation not to the officers and soldiers on the spot, but to their nation. If we scrutinize the meaning of the various actions performed by individuals we must necessarily learn everything about the actions of collective wholes. For a social collective has no existence and reality outside of the individual members’ actions. The life of a collective is lived in the actions of the individuals constituting its body. There is no social collective conceivable which is not operative in the actions of some individuals. The reality of a social integer consists in its directing and releasing definite actions on the part of individuals. Thus the way to a cognition of collective wholes is through an analysis of the individuals’ actions.
Ως σκεπτόμενο και δρων ον, ο άνθρωπος αναδύεται από την προανθρώπινη ύπαρξή του ήδη ως κοινωνικό ον. Η εξέλιξη του λόγου, της γλώσσας και της συνεργασίας αποτελεί αποτέλεσμα της ίδιας διαδικασίας· τα στοιχεία αυτά ήταν άρρηκτα και αναγκαία συνδεδεμένα μεταξύ τους. Η διαδικασία αυτή, όμως, συντελέστηκε μέσα στα άτομα. Συνίστατο σε μεταβολές της συμπεριφοράς των ατόμων. Δεν υπάρχει άλλη υπόσταση μέσα στην οποία να συντελέστηκε πέρα από τα άτομα. Δεν υπάρχει άλλο υπόστρωμα της κοινωνίας πέρα από τις πράξεις των ατόμων.
As a thinking and acting being man emerges from his prehuman existence already as a social being. The evolution of reason, language, and cooperation is the outcome of the same process; they were inseparably and necessarily linked together. But this process took place in individuals. It consisted in changes in the behavior of individuals. There is no other substance in which it occurred than the individuals. There is no substratum of society other than the actions of individuals.
Η ύπαρξη εθνών, κρατών και εκκλησιών, καθώς και η ύπαρξη κοινωνικής συνεργασίας στο πλαίσιο του καταμερισμού της εργασίας, καθίστανται αντιληπτές μόνο μέσα από τις πράξεις συγκεκριμένων ατόμων. Κανείς δεν αντιλήφθηκε ποτέ ένα έθνος χωρίς να αντιληφθεί τα μέλη του. Υπό αυτή την έννοια μπορεί να λεχθεί ότι μια κοινωνική συλλογικότητα έρχεται σε ύπαρξη μέσω των πράξεων των ατόμων. Αυτό δεν σημαίνει ότι το άτομο προηγείται χρονικά. Σημαίνει απλώς ότι συγκεκριμένες πράξεις ατόμων συγκροτούν τη συλλογικότητα.
That there are nations, states, and churches, that there is social cooperation under the division of labor, becomes discernible only in the actions of certain individuals. Nobody ever perceived a nation without perceiving its members. In this sense one may say that a social collective comes into being through the actions of individuals. That does not mean that the individual is temporally antecedent. It merely means that definite actions of individuals constitute the collective.
Δεν χρειάζεται να διαφωνούμε για το αν μια συλλογικότητα είναι το άθροισμα που προκύπτει από την πρόσθεση των στοιχείων της ή κάτι περισσότερο, αν αποτελεί ον sui generis και αν είναι ή δεν είναι εύλογο να μιλάμε για τη βούληση, τα σχέδια, τους σκοπούς και τις πράξεις της και να της αποδίδουμε μια ιδιαίτερη «ψυχή». Τέτοιες σχολαστικιστικές συζητήσεις είναι μάταιες. Ένα συλλογικό όλον αποτελεί μια ιδιαίτερη όψη των πράξεων διαφόρων ατόμων και, ως τέτοιο, είναι κάτι πραγματικό που καθορίζει την πορεία των γεγονότων.
There is no need to argue whether a collective is the sum resulting from the addition of its elements or more, whether it is a being sui generis, and whether it is reasonable or not to speak of its will, plans, aims, and actions and to attribute to it a distinct “soul.” Such pedantic talk is idle. A collective whole is a particular aspect of the actions of various individuals and as such a real thing determining the course of events.
Είναι αυταπάτη να πιστεύουμε ότι είναι δυνατό να απεικονίσουμε νοητικά τα συλλογικά σύνολα. Δεν είναι ποτέ ορατά· η γνώση τους αποτελεί πάντοτε αποτέλεσμα της κατανόησης του νοήματος που αποδίδουν οι δρώντες άνθρωποι στις πράξεις τους. Μπορούμε να δούμε ένα πλήθος, δηλαδή μια πληθώρα ανθρώπων. Το αν αυτό το πλήθος αποτελεί απλή συνάθροιση, μάζα —με την έννοια που χρησιμοποιείται ο όρος στη σύγχρονη ψυχολογία—, οργανωμένο σώμα ή οποιοδήποτε άλλο είδος κοινωνικής οντότητας είναι ένα ερώτημα που μπορεί να απαντηθεί μόνο μέσω της κατανόησης του νοήματος που οι ίδιοι οι άνθρωποι αποδίδουν στην παρουσία τους. Και αυτό το νόημα είναι πάντοτε το νόημα των ατόμων. Δεν είναι οι αισθήσεις μας αλλά η κατανόηση, μια νοητική διεργασία, εκείνη που μας επιτρέπει να αναγνωρίζουμε τις κοινωνικές οντότητες.
It is illusory to believe that it is possible to visualize collective wholes. They are never visible; their cognition is always the outcome of the understanding of the meaning which acting men attribute to their acts. We can see a crowd, i.e., a multitude of people. Whether this crowd is a mere gathering or a mass (in the sense in which this term is used in contemporary psychology) or an organized body or any other kind of social entity is a question which can only be answered by understanding the meaning which they themselves attach to their presence. And this meaning is always the meaning of individuals. Not our senses, but understanding, a mental process, makes us recognize social entities.
Όσοι θέλουν να αρχίσουν τη μελέτη της ανθρώπινης δράσης από τις συλλογικές μονάδες συναντούν ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο στο γεγονός ότι ένα άτομο μπορεί να ανήκει συγχρόνως —και, με εξαίρεση τα μέλη των πιο πρωτόγονων φυλών, πράγματι ανήκει— σε διάφορες συλλογικές οντότητες. Τα προβλήματα που εγείρονται από την πολλαπλότητα των συνυπαρχουσών κοινωνικών μονάδων και από τους μεταξύ τους ανταγωνισμούς μπορούν να επιλυθούν μόνο μέσω του μεθοδολογικού ατομικισμού.14
Those who want to start the study of human action from the collective units encounter an insurmountable obstacle in the fact that an individual at the same time can belong and—with the exception of the most primitive tribesmen—really belongs to various collective entities. The problems raised by the multiplicity of coexisting social units and their mutual antagonisms can be solved only by methodological individualism.[14]
Το εγώ αποτελεί την ενότητα του δρώντος όντος. Είναι αναμφισβήτητα δεδομένο και δεν μπορεί να διαλυθεί ούτε να εξαφανιστεί μέσω οποιουδήποτε συλλογισμού ή λεκτικού τεχνάσματος.
The Ego is the unity of the acting being. It is unquestionably given and cannot be dissolved or conjured away by any reasoning or quibbling.
Το εμείς είναι πάντοτε αποτέλεσμα μιας άθροισης που συνενώνει δύο ή περισσότερα εγώ. Αν κάποιος πει «εγώ», δεν απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση για να εξακριβωθεί το νόημα. Το ίδιο ισχύει για το «εσύ» και, εφόσον προσδιορίζεται επακριβώς το πρόσωπο στο οποίο γίνεται αναφορά, για το «αυτός». Αν, όμως, ένας άνθρωπος πει «εμείς», απαιτούνται πρόσθετες πληροφορίες για να προσδιοριστεί ποια εγώ περιλαμβάνονται σε αυτό το εμείς. Εκείνοι που λένε «εμείς» είναι πάντοτε επιμέρους άτομα· ακόμη και αν το λένε εν χορώ, εξακολουθεί να αποτελεί εκφορά επιμέρους ατόμων.
The We is always the result of a summing up which puts together two or more Egos. If somebody says I, no further questioning is necessary in order to establish the meaning. The same is valid with regard to the Thou and, provided the person in view is precisely indicated, with regard to the He. But if a man says We, further information is needed to denote who the Egos are who are comprised in this We. It is always single individuals who say We; even if they say it in chorus, it yet remains an utterance of single individuals.
Το εμείς δεν μπορεί να δράσει παρά μόνο μέσω της δράσης καθενός από τα άτομα που το αποτελούν για λογαριασμό του. Μπορούν είτε να δρουν όλοι μαζί και σε συμφωνία είτε ένας από αυτούς να δρα για λογαριασμό όλων. Στη δεύτερη περίπτωση, η συνεργασία των υπολοίπων συνίσταται στο ότι δημιουργούν την κατάσταση που καθιστά τη δράση ενός ανθρώπου αποτελεσματική και για τους ίδιους. Μόνο υπό αυτή την έννοια δρα ο αξιωματούχος μιας κοινωνικής οντότητας για λογαριασμό του συνόλου· τα επιμέρους μέλη του συλλογικού σώματος είτε προκαλούν είτε επιτρέπουν η δράση ενός και μόνο ανθρώπου να αφορά και τα ίδια.
The We cannot act otherwise than each of them acting on his own behalf. They can either all act together in accord; or one of them may act for them all. In the latter case the cooperation of the others consists in their bringing about the situation which makes one man’s action effective for them too. Only in this sense does the officer of a social entity act for the whole; the individual members of the collective body either cause or allow a single man’s action to concern them too.
Οι προσπάθειες της ψυχολογίας να διαλύσει το εγώ και να το αποκαλύψει ως ψευδαίσθηση είναι μάταιες. Το πραξεολογικό εγώ βρίσκεται πέρα από κάθε αμφιβολία. Ανεξάρτητα από το τι ήταν ένας άνθρωπος και από το τι ενδέχεται να γίνει αργότερα, κατά την ίδια την πράξη της επιλογής και της δράσης είναι ένα εγώ.
The endeavors of psychology to dissolve the Ego and to unmask it as an illusion are idle. The praxeological Ego is beyond any doubts. No matter what a man was and what he may become later, in the very act of choosing and acting he is an Ego.
Από τον pluralis logicus —τον λογικό πληθυντικό— και από τον απλώς τελετουργικό pluralis majestaticus —τον μεγαλοπρεπή πληθυντικό— πρέπει να διακρίνουμε τον pluralis gloriosus, τον καυχησιολογικό πληθυντικό. Αν ένας Καναδός που δεν έχει δοκιμάσει ποτέ να κάνει πατινάζ πει: «Είμαστε οι κορυφαίοι παίκτες χόκεϊ επί πάγου στον κόσμο» ή αν ένας ακαλλιέργητος Ιταλός ισχυριστεί υπερήφανα: «Είμαστε οι σπουδαιότεροι ζωγράφοι του κόσμου», κανείς δεν εξαπατάται. Όταν, όμως, γίνεται αναφορά σε πολιτικά και οικονομικά προβλήματα, ο pluralis gloriosus εξελίσσεται σε pluralis imperialis, σε αυτοκρατορικό πληθυντικό, και, ως τέτοιος, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην προετοιμασία του εδάφους για την αποδοχή θεωριών που καθορίζουν τη διεθνή οικονομική πολιτική.
From the pluralis logicus (and from the merely ceremonial pluralis majestaticus) we must distinguish the pluralis gloriosus. If a Canadian who never tried skating says, “We are the world’s foremost ice hockey players,” or if an Italian boor proudly contends “We are the world’s most eminent painters,” nobody is fooled. But with reference to political and economic problems the pluralis gloriosus evolves into the pluralis imperialis and as such plays a significant role in paving the way for the acceptance of doctrines determining international economic policies.
5. Η αρχή του μεθοδολογικού ενικισμού
↗ στη σελίδα του βιβλίου5. The Principle of Methodological Singularism
Η πραξεολογία αρχίζει τις έρευνές της όχι μόνο από τη δράση του ατόμου, αλλά και από τη μεμονωμένη πράξη. Δεν πραγματεύεται με αόριστους όρους την ανθρώπινη δράση εν γένει, αλλά τη συγκεκριμένη πράξη την οποία εκτέλεσε ένας ορισμένος άνθρωπος σε ορισμένο χρόνο και τόπο. Ασφαλώς, όμως, δεν ασχολείται με τα συμπτωματικά και περιβαλλοντικά γνωρίσματα αυτής της πράξης ούτε με όσα τη διακρίνουν από όλες τις άλλες πράξεις, αλλά μόνο με ό,τι είναι αναγκαίο και καθολικό στην εκτέλεσή της.
No less than from the action of an individual praxeology begins its investigations from the individual action. It does not deal in vague terms with human action in general, but with concrete action which a definite man has performed at a definite date and at a definite place. But, of course, it does not concern itself with the accidental and environmental features of this action and with what distinguishes it from all other actions, but only with what is necessary and universal in its performance.
Η φιλοσοφία του καθολισμού παρεμποδίζει από αμνημονεύτων χρόνων την ικανοποιητική κατανόηση των πραξεολογικών προβλημάτων, ενώ οι σύγχρονοι καθολιστές είναι εντελώς ανίκανοι να βρουν μια πρόσφορη προσέγγιση προς αυτά. Ο καθολισμός, ο συλλογισμός και ο εννοιολογικός ρεαλισμός βλέπουν μόνο σύνολα και καθολικές έννοιες. Θεωρητικολογούν για την ανθρωπότητα, τα έθνη, τα κράτη και τις τάξεις· για την αρετή και την κακία, το ορθό και το εσφαλμένο· για ολόκληρες κατηγορίες αναγκών και αγαθών. Θέτουν, παραδείγματος χάριν, το ερώτημα: Γιατί είναι η αξία του «χρυσού» υψηλότερη από την αξία του «σιδήρου»; Έτσι, δεν βρίσκουν ποτέ λύσεις, αλλά μόνο αντινομίες και παράδοξα. Το γνωστότερο παράδειγμα είναι το παράδοξο της αξίας, το οποίο παρεμπόδισε ακόμη και το έργο των κλασικών οικονομολόγων.
The philosophy of universalism has from time immemorial blocked access to a satisfactory grasp of praxeological problems, and contemporary universalists are utterly incapable of finding an approach to them. Universalism, collectivism, and conceptual realism see only wholes and universals. They speculate about mankind, nations, states, classes, about virtue and vice, right and wrong, about entire classes of wants and of commodities. They ask, for instance: Why is “the” value of “gold” higher than that of “iron”? Thus they never find solutions, but antinomies and paradoxes only. The best-known instance is the value-paradox which frustrated even the work of the classical economists.
Η πραξεολογία ερωτά: Τι συμβαίνει κατά τη δράση; Τι σημαίνει να λέμε ότι ένα άτομο, τότε και εκεί, σήμερα και εδώ, οποτεδήποτε και οπουδήποτε, δρα; Τι προκύπτει όταν επιλέγει ένα πράγμα και απορρίπτει ένα άλλο;
Praxeology asks: What happens in acting? What does it mean to say that an individual then and there, today and here, at any time and at any place, acts? What results if he chooses one thing and rejects another?
Η πράξη της επιλογής είναι πάντοτε απόφαση μεταξύ διαφόρων δυνατοτήτων που είναι ανοικτές στο άτομο το οποίο επιλέγει. Ο άνθρωπος δεν επιλέγει ποτέ μεταξύ αρετής και κακίας, αλλά μόνο μεταξύ δύο τρόπων δράσης τους οποίους, από μια υιοθετημένη οπτική, χαρακτηρίζουμε ενάρετους ή φαύλους. Ο άνθρωπος δεν επιλέγει ποτέ μεταξύ του «χρυσού» και του «σιδήρου» εν γένει, αλλά πάντοτε μόνο μεταξύ μιας καθορισμένης ποσότητας χρυσού και μιας καθορισμένης ποσότητας σιδήρου. Κάθε επιμέρους πράξη είναι αυστηρά περιορισμένη ως προς τις άμεσες συνέπειές της. Αν θέλουμε να καταλήξουμε σε ορθά συμπεράσματα, πρέπει πρωτίστως να εξετάσουμε αυτούς τους περιορισμούς.
The act of choosing is always a decision among various opportunities open to the choosing individual. Man never chooses between virtue and vice, but only between two modes of action which we call from an adopted point of view virtuous or vicious. A man never chooses between “gold” and “iron” in general, but always only between a definite quantity of gold and a definite quantity of iron. Every single action is strictly limited in its immediate consequences. If we want to reach correct conclusions, we must first of all look at these limitations.
Η ανθρώπινη ζωή είναι μια αδιάκοπη αλληλουχία επιμέρους πράξεων. Η επιμέρους πράξη, όμως, δεν είναι σε καμία περίπτωση απομονωμένη. Αποτελεί κρίκο μιας αλυσίδας πράξεων, οι οποίες από κοινού συγκροτούν μια δράση ανώτερου επιπέδου που αποβλέπει σε έναν πιο απομακρυσμένο σκοπό. Κάθε πράξη έχει δύο όψεις. Αφενός, αποτελεί μερική πράξη στο πλαίσιο μιας ευρύτερης δράσης, δηλαδή την πραγματοποίηση ενός μέρους των στόχων που θέτει μια περισσότερο εκτεταμένη δράση. Αφετέρου, αποτελεί η ίδια ένα όλον σε σχέση με τις πράξεις στις οποίες αποβλέπει η εκτέλεση των δικών της επιμέρους μερών.
Human life is an unceasing sequence of single actions. But the single action is by no means isolated. It is a link in a chain of actions which together form an action on a higher level aiming at a more distant end. Every action has two aspects. It is on the one hand a partial action in the framework of a further-stretching action, the performance of a fraction of the aims set by a more far-reaching action. It is on the other hand itself a whole with regard to the actions aimed at by the performance of its own parts.
Το αν αναδεικνύεται η ευρύτερη δράση ή μια μερική πράξη που κατευθύνεται μόνο προς έναν αμεσότερο σκοπό εξαρτάται από την έκταση του σχεδίου στο οποίο επικεντρώνεται ο δρων άνθρωπος τη δεδομένη στιγμή. Η πραξεολογία δεν χρειάζεται να θέσει ερωτήματα του είδους εκείνων που εγείρει η μορφολογική ψυχολογία, η Gestaltpsychologie. Η πορεία προς την επίτευξη μεγάλων έργων πρέπει πάντοτε να διέρχεται από την εκτέλεση επιμέρους εργασιών. Ένας καθεδρικός ναός είναι κάτι διαφορετικό από έναν σωρό λίθων που έχουν συνενωθεί. Η μοναδική, όμως, διαδικασία για την οικοδόμηση ενός καθεδρικού ναού είναι να τοποθετηθεί ο ένας λίθος πάνω στον άλλον. Για τον αρχιτέκτονα, το κυριότερο είναι το συνολικό σχέδιο. Για τον κτίστη είναι ο επιμέρους τοίχος και για τον λιθοθέτη οι επιμέρους λίθοι. Εκείνο που έχει σημασία για την πραξεολογία είναι το γεγονός ότι η μοναδική μέθοδος για την εκτέλεση μεγαλύτερων έργων είναι να οικοδομούνται από τα θεμέλια, βήμα προς βήμα και μέρος προς μέρος.
It depends upon the scope of the project on which acting man is intent at the instant whether the more far-reaching action or a partial action directed to a more immediate end only is thrown into relief. There is no need for praxeology to raise questions of the type of those raised by Gestaltpsychologie. The road to the performance of great things must always lead through the performance of partial tasks. A cathedral is something other than a heap of stones joined together. But the only procedure for constructing a cathedral is to lay one stone upon another. For the architect the whole project is the main thing. For the mason it is the single wall, and for the bricklayer the single stones. What counts for praxeology is the fact that the only method to achieve greater tasks is to build from the foundations step by step, part by part.
6. Τα ατομικά και μεταβαλλόμενα γνωρίσματα της ανθρώπινης δράσης
↗ στη σελίδα του βιβλίου6. The Individual and Changing Features of Human Action
Το περιεχόμενο της ανθρώπινης δράσης, δηλαδή οι επιδιωκόμενοι σκοποί και τα μέσα που επιλέγονται και χρησιμοποιούνται για την επίτευξη αυτών των σκοπών, καθορίζεται από τις προσωπικές ιδιότητες κάθε δρώντος ανθρώπου. Ο συγκεκριμένος άνθρωπος είναι προϊόν μιας μακράς πορείας ζωολογικής εξέλιξης, η οποία έχει διαμορφώσει τη φυσιολογική του κληρονομιά. Γεννιέται ως απόγονος και κληρονόμος των προγόνων του, και το καταστάλαγμα και ίζημα όλων όσων βίωσαν οι προπάτορές του αποτελεί τη βιολογική του κληρονομιά. Όταν γεννιέται, δεν εισέρχεται στον κόσμο εν γένει και αφηρημένα, αλλά σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον. Οι έμφυτες και κληρονομημένες βιολογικές ιδιότητες, καθώς και όλα όσα έχει επιφέρει επάνω του η ζωή, καθιστούν έναν άνθρωπο αυτό που είναι σε κάθε στιγμή της πορείας του. Αποτελούν τη μοίρα και το πεπρωμένο του. Η βούλησή του δεν είναι «ελεύθερη» με τη μεταφυσική έννοια του όρου. Καθορίζεται από το υπόβαθρό του και από όλες τις επιδράσεις στις οποίες εκτέθηκαν τόσο ο ίδιος όσο και οι πρόγονοί του.
The content of human action, i.e., the ends aimed at and the means chosen and applied for the attainment of these ends, is determined by the personal qualities of every acting man. Individual man is the product of a long line of zoological evolution which has shaped his physiological inheritance. He is born the offspring and the heir of his ancestors, and the precipitate and sediment of all that his forefathers experienced are his biological patrimony. When he is born, he does not enter the world in general as such, but a definite environment. The innate and inherited biological qualities and all that life has worked upon him make a man what he is at any instant of his pilgrimage. They are his fate and destiny. His will is not “free” in the metaphysical sense of this term. It is determined by his background and all the influences to which he himself and his ancestors were exposed.
Η κληρονομικότητα και το περιβάλλον κατευθύνουν τις πράξεις του ανθρώπου. Του υποδεικνύουν τόσο τους σκοπούς όσο και τα μέσα. Δεν ζει απλώς ως άνθρωπος in abstracto· ζει ως γιος της οικογένειάς του, της φυλής του, του λαού του και της εποχής του· ως πολίτης της χώρας του· ως μέλος μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας· ως ασκών ένα ορισμένο επάγγελμα· ως οπαδός συγκεκριμένων θρησκευτικών, μεταφυσικών, φιλοσοφικών και πολιτικών ιδεών· ως παρατασσόμενος σε πολυάριθμες διενέξεις και αντιπαραθέσεις. Δεν δημιουργεί ο ίδιος τις ιδέες του και τα κριτήρια των αξιών του· τα δανείζεται από άλλους ανθρώπους. Η ιδεολογία του είναι εκείνη που του επιβάλλει το περιβάλλον του. Ελάχιστοι μόνο άνθρωποι διαθέτουν το χάρισμα να συλλαμβάνουν νέες και πρωτότυπες ιδέες και να μεταβάλλουν το παραδοσιακό σώμα πεποιθήσεων και δογμάτων.
Inheritance and environment direct a man’s actions. They suggest to him both the ends and the means. He lives not simply as man in abstracto; he lives as a son of his family, his race, his people, and his age; as a citizen of his country; as a member of a definite social group; as a practitioner of a certain vocation; as a follower of definite religious, metaphysical, philosophical, and political ideas; as a partisan in many feuds and controversies. He does not himself create his ideas and standards of value; he borrows them from other people. His ideology is what his environment enjoins upon him. Only very few men have the gift of thinking new and original ideas and of changing the traditional body of creeds and doctrines.
Ο συνηθισμένος άνθρωπος δεν στοχάζεται πάνω στα μεγάλα προβλήματα. Ως προς αυτά βασίζεται στην αυθεντία των άλλων· συμπεριφέρεται όπως «οφείλει να συμπεριφέρεται κάθε ευπρεπής άνθρωπος»· μοιάζει με πρόβατο μέσα στο κοπάδι. Ακριβώς αυτή η διανοητική αδράνεια χαρακτηρίζει έναν άνθρωπο ως συνηθισμένο. Παρ’ όλα αυτά, και ο συνηθισμένος άνθρωπος επιλέγει. Επιλέγει να υιοθετεί παραδοσιακά πρότυπα ή πρότυπα που έχουν υιοθετήσει άλλοι άνθρωποι, επειδή είναι πεπεισμένος ότι η διαδικασία αυτή είναι η καταλληλότερη για την επίτευξη της δικής του ευημερίας. Είναι δε πρόθυμος να μεταβάλει την ιδεολογία του και, κατά συνέπεια, τον τρόπο δράσης του, κάθε φορά που πείθεται ότι μια τέτοια μεταβολή θα εξυπηρετούσε καλύτερα τα δικά του συμφέροντα.
Common man does not speculate about the great problems. With regard to them he relies upon other people’s authority, he behaves as “every decent fellow must behave,” he is like a sheep in the herd. It is precisely this intellectual inertia that characterizes a man as a common man. Yet the common man does choose. He chooses to adopt traditional patterns or patterns adopted by other people because he is convinced that this procedure is best fitted to achieve his own welfare. And he is ready to change his ideology and consequently his mode of action whenever he becomes convinced that this would better serve his own interests.
Το μεγαλύτερο μέρος της καθημερινής συμπεριφοράς ενός ανθρώπου αποτελεί απλή συνήθεια. Εκτελεί ορισμένες πράξεις χωρίς να τους δίνει ιδιαίτερη προσοχή. Κάνει πολλά πράγματα επειδή εκπαιδεύτηκε από την παιδική του ηλικία να τα κάνει, επειδή οι άλλοι άνθρωποι συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο και επειδή αυτό συνηθίζεται στο περιβάλλον του. Αποκτά συνήθειες και αναπτύσσει αυτόματες αντιδράσεις. Ενδίδει, όμως, σε αυτές τις συνήθειες μόνο επειδή αποδέχεται ευνοϊκά τα αποτελέσματά τους. Μόλις ανακαλύψει ότι η συνέχιση του συνήθους τρόπου συμπεριφοράς μπορεί να παρεμποδίσει την επίτευξη σκοπών τους οποίους θεωρεί περισσότερο επιθυμητούς, μεταβάλλει τη στάση του.
Ένας άνθρωπος που μεγάλωσε σε μια περιοχή όπου το νερό είναι καθαρό αποκτά τη συνήθεια να πίνει, να πλένεται και να λούζεται χωρίς ιδιαίτερη προσοχή. Όταν μετακομίσει σε έναν τόπο όπου το νερό είναι μολυσμένο από παθογόνους μικροοργανισμούς, θα αφιερώσει τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή σε διαδικασίες για τις οποίες προηγουμένως δεν ενδιαφερόταν καθόλου. Θα επιτηρεί διαρκώς τη συμπεριφορά του, ώστε να μη βλάψει τον εαυτό του ακολουθώντας απερίσκεπτα την παραδοσιακή του συνήθεια και τις αυτόματες αντιδράσεις του. Το γεγονός ότι, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, μια πράξη εκτελείται τρόπον τινά αυθόρμητα δεν σημαίνει ότι δεν οφείλεται σε συνειδητή βούληση και σε εκούσια επιλογή. Η προσήλωση σε μια συνήθεια η οποία θα μπορούσε ενδεχομένως να μεταβληθεί αποτελεί δράση.
Most of a man’s daily behavior is simple routine. He performs certain acts without paying special attention to them. He does many things because he was trained in his childhood to do them, because other people behave in the same way, and because it is customary in his environment. He acquires habits, he develops automatic reactions. But he indulges in these habits only because he welcomes their effects. As soon as he discovers that the pursuit of the habitual way may hinder the attainment of ends considered as more desirable, he changes his attitude. A man brought up in an area in which the water is clean acquires the habit of heedlessly drinking, washing, and bathing. When he moves to a place in which the water is polluted by morbific germs, he will devote the most careful attention to procedures about which he never bothered before. He will watch himself permanently in order not to hurt himself by indulging unthinkingly in his traditional routine and his automatic reactions. The fact that an action is in the regular course of affairs performed spontaneously, as it were, does not mean that it is not due to a conscious volition and to a deliberate choice. Indulgence in a routine which possibly could be changed is action.
Η πραξεολογία δεν ασχολείται με το μεταβαλλόμενο περιεχόμενο της δράσης, αλλά με την καθαρή μορφή και την κατηγορική δομή της. Η μελέτη των συμπτωματικών και περιβαλλοντικών γνωρισμάτων της ανθρώπινης δράσης αποτελεί έργο της ιστορίας.
Praxeology is not concerned with the changing content of acting, but with its pure form and its categorial structure. The study of the accidental and environmental features of human action is the task of history.
7. Το πεδίο και η ιδιαίτερη μέθοδος της ιστορίας
↗ στη σελίδα του βιβλίου7. The Scope and the Specific Method of History
Η μελέτη όλων των δεδομένων της εμπειρίας που αφορούν την ανθρώπινη δράση αποτελεί το πεδίο της ιστορίας. Ο ιστορικός συλλέγει και υποβάλλει σε κριτική εξέταση όλα τα διαθέσιμα τεκμήρια. Βασιζόμενος σε αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία, προσεγγίζει το καθαυτό έργο του.
The study of all the data of experience concerning human action is the scope of history. The historian collects and critically sifts all available documents. On the ground of this evidence he approaches his genuine task.
Έχει υποστηριχθεί ότι έργο της ιστορίας είναι να δείξει πώς πράγματι συνέβησαν τα γεγονότα, χωρίς να τους επιβάλλει προϋποθέσεις και αξίες —wertfrei, δηλαδή με ουδετερότητα απέναντι σε όλες τις αξιολογικές κρίσεις. Η αφήγηση του ιστορικού θα έπρεπε να αποτελεί πιστή εικόνα του παρελθόντος, ένα είδος διανοητικής φωτογραφίας που παρέχει πλήρη και αμερόληπτη περιγραφή όλων των γεγονότων. Θα έπρεπε να αναπαράγει ενώπιον του νοητικού μας βλέμματος το παρελθόν με όλα του τα γνωρίσματα.
It has been asserted that the task of history is to show how events actually happened, without imposing presuppositions and values (wertfrei, i.e., neutral with regard to all value judgments). The historian’s report should be a faithful image of the past, an intellectual photograph, as it were, giving a complete and unbiased description of all facts. It should reproduce before our intellectual eye the past with all its features.
Μια πραγματική αναπαραγωγή του παρελθόντος, όμως, θα απαιτούσε μια επανάληψή του η οποία δεν είναι ανθρωπίνως δυνατή. Η ιστορία δεν αποτελεί διανοητική αναπαραγωγή, αλλά συμπυκνωμένη αναπαράσταση του παρελθόντος με εννοιολογικούς όρους. Ο ιστορικός δεν αφήνει απλώς τα γεγονότα να μιλήσουν αφ’ εαυτών. Τα διατάσσει από τη σκοπιά των ιδεών στις οποίες βασίζεται η διαμόρφωση των γενικών εννοιών που χρησιμοποιεί κατά την παρουσίασή τους. Δεν αναφέρει τα γεγονότα όπως ακριβώς συνέβησαν, αλλά μόνο τα συναφή γεγονότα. Δεν προσεγγίζει τα τεκμήρια χωρίς προϋποθέσεις, αλλά εξοπλισμένος με ολόκληρο τον μηχανισμό της επιστημονικής γνώσης της εποχής του, δηλαδή με όλες τις διδασκαλίες της σύγχρονης λογικής, των μαθηματικών, της πραξεολογίας και των φυσικών επιστημών.
Now, a real reproduction of the past would require a duplication not humanly possible. History is not an intellectual reproduction, but a condensed representation of the past in conceptual terms. The historian does not simply let the events speak for themselves. He arranges them from the aspect of the ideas underlying the formation of the general notions he uses in their presentation. He does not report facts as they happened, but only relevant facts. He does not approach the documents without presuppositions, but equipped with the whole apparatus of his age’s scientific knowledge, that is, with all the teachings of contemporary logic, mathematics, praxeology, and natural science.
Είναι προφανές ότι ο ιστορικός δεν πρέπει να επηρεάζεται από προκαταλήψεις και κομματικά δόγματα. Οι συγγραφείς που αντιμετωπίζουν τα ιστορικά γεγονότα ως οπλοστάσιο για τη διεξαγωγή των κομματικών τους διενέξεων δεν είναι ιστορικοί, αλλά προπαγανδιστές και απολογητές. Δεν επιδιώκουν την απόκτηση γνώσης, αλλά τη δικαιολόγηση του προγράμματος του κόμματός τους. Αγωνίζονται υπέρ των δογμάτων μιας μεταφυσικής, θρησκευτικής, εθνικής, πολιτικής ή κοινωνικής θεωρίας. Σφετερίζονται για τα συγγράμματά τους την ονομασία της ιστορίας ως προκάλυμμα, προκειμένου να εξαπατήσουν τους εύπιστους. Ο ιστορικός πρέπει πρωτίστως να αποβλέπει στη γνώση. Πρέπει να απαλλαγεί από κάθε μεροληψία. Υπό αυτή την έννοια, πρέπει να παραμένει ουδέτερος απέναντι σε κάθε αξιολογική κρίση.
It is obvious that the historian must not be biased by any prejudices and party tenets. Those writers who consider historical events as an arsenal of weapons for the conduct of their party feuds are not historians but propagandists and apologists. They are not eager to acquire knowledge but to justify the program of their parties. They are fighting for the dogmas of a metaphysical, religious, national, political, or social doctrine. They usurp the name of history for their writings as a blind in order to deceive the credulous. A historian must first of all aim at cognition. He must free himself from any partiality. He must in this sense be neutral with regard to any value judgments.
Το αίτημα αυτής της αξιολογικής ουδετερότητας, της Wertfreiheit, μπορεί εύκολα να ικανοποιηθεί στο πεδίο των απριοριστικών επιστημών —της λογικής, των μαθηματικών και της πραξεολογίας— καθώς και στο πεδίο των πειραματικών φυσικών επιστημών. Δεν είναι δύσκολο, από λογική άποψη, να χαραχθεί μια σαφής διαχωριστική γραμμή μεταξύ της επιστημονικής και αμερόληπτης εξέτασης αυτών των κλάδων και μιας εξέτασης που έχει διαστρεβλωθεί από τη δεισιδαιμονία, τις προκατασκευασμένες ιδέες και το πάθος. Είναι πολύ δυσκολότερο να ικανοποιηθεί η απαίτηση της αξιολογικής ουδετερότητας στην ιστορία. Διότι αντικείμενο της ιστορίας —το συγκεκριμένο, συμπτωματικό και περιβαλλοντικά προσδιορισμένο περιεχόμενο της ανθρώπινης δράσης— είναι οι αξιολογικές κρίσεις και η προβολή τους στην πραγματικότητα της μεταβολής. Σε κάθε στάδιο των δραστηριοτήτων του, ο ιστορικός ασχολείται με αξιολογικές κρίσεις. Οι αξιολογικές κρίσεις των ανθρώπων των οποίων τις πράξεις εξιστορεί αποτελούν το υπόστρωμα των ερευνών του.
This postulate of Wertfreiheit can easily be satisfied in the field of the aprioristic science—logic, mathematics, and praxeology—and in the field of the experimental natural sciences. It is logically not difficult to draw a sharp line between a scientific, unbiased treatment of these disciplines and a treatment distorted by superstition, preconceived ideas, and passion. It is much more difficult to comply with the requirement of valuational neutrality in history. For the subject matter of history, the concrete accidental and environmental content of human action, is value judgments and their projection into the reality of change. At every step of his activities the historian is concerned with value judgments. The value judgments of the men whose actions he reports are the substratum of his investigations.
Έχει υποστηριχθεί ότι ο ίδιος ο ιστορικός δεν μπορεί να αποφύγει τις αξιολογικές κρίσεις. Κανένας ιστορικός —ούτε καν ο αφελής χρονικογράφος ή ο δημοσιογράφος— δεν καταγράφει όλα τα γεγονότα όπως συμβαίνουν. Πρέπει να διακρίνει και να επιλέγει ορισμένα συμβάντα τα οποία θεωρεί άξια καταγραφής, ενώ παραλείπει σιωπηρά άλλα. Η επιλογή αυτή, υποστηρίζεται, εμπεριέχει αφ’ εαυτής μια αξιολογική κρίση. Καθορίζεται αναγκαστικά από την κοσμοθεώρηση του ιστορικού και, επομένως, δεν είναι αμερόληπτη, αλλά αποτέλεσμα προκατασκευασμένων ιδεών. Η ιστορία δεν μπορεί ποτέ να είναι κάτι άλλο από διαστρέβλωση των γεγονότων· δεν μπορεί ποτέ να είναι πραγματικά επιστημονική, δηλαδή ουδέτερη απέναντι στις αξίες και προσανατολισμένη αποκλειστικά προς την ανακάλυψη της αλήθειας.
It has been asserted that the historian himself cannot avoid judgments of value. No historian—not even the naïve chronicler or newspaper reporter —registers all facts as they happen. He must discriminate, he must select some events which he deems worthy of being registered and pass over in silence other events. This choice, it is said, implies in itself a value judgment. It is necessarily conditioned by the historian’s world view and thus not impartial but an outcome of preconceived ideas. History can never be anything else than distortion of facts; it can never be really scientific, that is neutral with regard to values and intent only upon discovering truth.
Δεν υπάρχει, ασφαλώς, αμφιβολία ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχει στον ιστορικό η επιλογή των γεγονότων μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κατάχρησης. Μπορεί να συμβεί —και πράγματι συμβαίνει— η επιλογή του ιστορικού να καθοδηγείται από κομματική μεροληψία. Τα σχετικά προβλήματα, όμως, είναι πολύ πιο περίπλοκα από όσο θα ήθελε να μας κάνει να πιστέψουμε αυτή η διαδεδομένη θεωρία. Η λύση τους πρέπει να αναζητηθεί μέσω μιας πολύ διεξοδικότερης εξέτασης των μεθόδων της ιστορίας.
There is, of course, no doubt that the discretion which the selection of facts places in the hands of the historian can be abused. It can and does happen that the historian’s choice is guided by party bias. However, the problems involved are much more intricate than this popular doctrine would have us believe. Their solution must be sought on the ground of a much more thorough scrutiny of the methods of history.
Κατά την εξέταση ενός ιστορικού προβλήματος, ο ιστορικός χρησιμοποιεί το σύνολο της γνώσης που παρέχουν η λογική, τα μαθηματικά, οι φυσικές επιστήμες και, ιδίως, η πραξεολογία. Τα νοητικά εργαλεία αυτών των μη ιστορικών κλάδων, ωστόσο, δεν επαρκούν για το έργο του. Αποτελούν γι’ αυτόν απαραίτητα βοηθήματα, αλλά δεν του επιτρέπουν αφ’ εαυτών να απαντήσει στα ερωτήματα που πρέπει να αντιμετωπίσει.
In dealing with a historical problem the historian makes use of all the knowledge provided by logic, mathematics, the natural sciences, and especially by praxeology. However, the mental tools of these nonhistorical disciplines do not suffice for his task. They are indispensable auxiliaries for him, but in themselves they do not make it possible to answer those questions he has to deal with.
Η πορεία της ιστορίας καθορίζεται από τις πράξεις των ατόμων και από τα αποτελέσματα αυτών των πράξεων. Οι πράξεις καθορίζονται από τις αξιολογικές κρίσεις των δρώντων ατόμων, δηλαδή από τους σκοπούς που επιθυμούν να επιτύχουν, καθώς και από τα μέσα που χρησιμοποιούν για την επίτευξή τους. Η επιλογή των μέσων αποτελεί αποτέλεσμα του συνόλου των τεχνολογικών γνώσεων των δρώντων ατόμων. Σε πολλές περιπτώσεις είναι δυνατό να εκτιμηθούν τα αποτελέσματα των χρησιμοποιούμενων μέσων από τη σκοπιά της πραξεολογίας ή των φυσικών επιστημών. Απομένουν, όμως, πάρα πολλά ζητήματα για τη διασαφήνιση των οποίων δεν είναι διαθέσιμη καμία τέτοια βοήθεια.
The course of history is determined by the actions of individuals and by the effects of these actions. The actions are determined by the value judgments of the acting individuals, i.e., the ends which they were eager to attain, and by the means which they applied for the attainment of these ends. The choice of the means is an outcome of the whole body of technological knowledge of the acting individuals. It is in many instances possible to appreciate the effects of the means applied from the point of view of praxeology or of the natural sciences. But there remain a great many things for the elucidation of which no such help is available.
Το ιδιαίτερο έργο της ιστορίας, για το οποίο χρησιμοποιεί μια ιδιαίτερη μέθοδο, είναι η μελέτη αυτών των αξιολογικών κρίσεων και των αποτελεσμάτων των πράξεων, στον βαθμό στον οποίο δεν μπορούν να αναλυθούν μέσω των διδασκαλιών όλων των άλλων κλάδων της γνώσης. Το καθαυτό πρόβλημα του ιστορικού είναι πάντοτε να ερμηνεύσει τα πράγματα όπως συνέβησαν. Δεν μπορεί, όμως, να επιλύσει αυτό το πρόβλημα αποκλειστικά βάσει των θεωρημάτων που παρέχουν όλες οι άλλες επιστήμες. Στη βάση καθενός από τα προβλήματά του απομένει πάντοτε κάτι που αντιστέκεται στην ανάλυση με τη βοήθεια των διδασκαλιών αυτών των άλλων επιστημών. Αυτά τα ατομικά και μοναδικά γνωρίσματα κάθε γεγονότος μελετώνται μέσω της κατανόησης.
The specific task of history for which it uses a specific method is the study of these value judgments and of the effects of the actions as far as they cannot be analyzed by the teachings of all other branches of knowledge. The historian’s genuine problem is always to interpret things as they happened. But he cannot solve this problem on the ground of the theorems provided by all other sciences alone. There always remains at the bottom of each of his problems something which resists analysis at the hand of these teachings of other sciences. It is these individual and unique characteristics of each event which are studied by the understanding.
Η μοναδικότητα ή ατομικότητα που απομένει στη βάση κάθε ιστορικού γεγονότος, αφού έχουν εξαντληθεί όλα τα μέσα ερμηνείας που παρέχουν η λογική, τα μαθηματικά, η πραξεολογία και οι φυσικές επιστήμες, αποτελεί έσχατο δεδομένο. Ενώ, όμως, οι φυσικές επιστήμες δεν μπορούν να πουν τίποτε άλλο για τα έσχατα δεδομένα τους πέρα από το ότι είναι τέτοια, η ιστορία μπορεί να επιχειρήσει να καταστήσει τα δικά της έσχατα δεδομένα κατανοητά. Μολονότι είναι αδύνατο να τα αναγάγει στις αιτίες τους —διότι δεν θα αποτελούσαν έσχατα δεδομένα αν ήταν δυνατή μια τέτοια αναγωγή—, ο ιστορικός μπορεί να τα κατανοήσει επειδή είναι και ο ίδιος ανθρώπινο ον.
Στη φιλοσοφία του Bergson, αυτή η κατανόηση αποκαλείται διαίσθηση, δηλαδή «η συμπάθεια μέσω της οποίας μεταφερόμαστε στο εσωτερικό ενός αντικειμένου, ώστε να συμπέσουμε με εκείνο που έχει μοναδικό και, κατά συνέπεια, ανέκφραστο».15 Η γερμανική επιστημολογία αποκαλεί αυτή την πράξη das spezifische Verstehen der Geisteswissenschaften —την ιδιαίτερη κατανόηση των επιστημών του πνεύματος— ή απλώς Verstehen, κατανόηση. Είναι η μέθοδος την οποία εφαρμόζουν πάντοτε όλοι οι ιστορικοί και όλοι οι άλλοι άνθρωποι όταν σχολιάζουν ανθρώπινα γεγονότα του παρελθόντος και όταν προβλέπουν μελλοντικά γεγονότα. Η ανακάλυψη και η οριοθέτηση της κατανόησης υπήρξαν μία από τις σημαντικότερες συμβολές της σύγχρονης επιστημολογίας. Ασφαλώς, δεν πρόκειται ούτε για σχέδιο μιας νέας επιστήμης η οποία δεν υπάρχει ακόμη και πρέπει να ιδρυθεί ούτε για σύσταση μιας νέας μεθόδου προς χρήση από κάποια ήδη υφιστάμενη επιστήμη.
The uniqueness or individuality which remains at the bottom of every historical fact, when all the means for its interpretation provided by logic, mathematics, praxeology, and the natural sciences have been exhausted, is an ultimate datum. But whereas the natural sciences cannot say anything about their ultimate data than that they are such, history can try to make its ultimate data intelligible. Although it is impossible to reduce them to their causes—they would not be ultimate data if such a reduction were possible —the historian can understand them because he is himself a human being. In the philosophy of Bergson this understanding is called an intuition, viz., “la sympathie par laquelle on se transporte a l’intérieur d’un objet pour coïncider avec ce qu’il a d’unique et par conséquent d’inexprimable.”[15] German epistemology calls this act das spezifische Verstehen der Geisteswissenschaften or simply Verstehen. It is the method which all historians and all other people always apply in commenting upon human events of the past and in forecasting future events. The discovery and the delimitation of understanding was one of the most important contributions of modern epistemology. It is, to be sure, neither a project for a new science which does not yet exist and is to be founded nor the recommendation of a new method of procedure for any of the already existing sciences.
Η κατανόηση δεν πρέπει να συγχέεται με την επιδοκιμασία, ακόμη και αν αυτή είναι απλώς υπό όρους και εξαρτάται από τις περιστάσεις. Ο ιστορικός, ο εθνολόγος και ο ψυχολόγος καταγράφουν ορισμένες φορές πράξεις οι οποίες, σύμφωνα με τα αισθήματά τους, είναι αποκρουστικές και αηδιαστικές. Τις κατανοούν μόνο ως πράξεις, δηλαδή προσδιορίζοντας τους υποκείμενους σκοπούς και τις τεχνολογικές και πραξεολογικές μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν για την εκτέλεσή τους. Η κατανόηση μιας επιμέρους περίπτωσης δεν σημαίνει δικαιολόγηση ή συγχώρησή της.
The understanding must not be confused with approval, be it only conditional and circumstantial. The historian, the ethnologist, and the psychologist sometimes register actions which are for their feelings simply repulsive and disgusting; they understand them only as actions, i.e., in establishing the underlying aims and the technological and praxeological methods applied for their execution. To understand an individual case does not mean to justify or to excuse it.
Ούτε πρέπει να συγχέεται η κατανόηση με την αισθητική απόλαυση ενός φαινομένου. Η ενσυναίσθηση, η Einfühlung, και η κατανόηση αποτελούν δύο ριζικά διαφορετικές στάσεις. Άλλο είναι, αφενός, να κατανοήσει κανείς ιστορικά ένα έργο τέχνης, να προσδιορίσει τη θέση, το νόημα και τη σημασία του στη ροή των γεγονότων, και άλλο, αφετέρου, να το εκτιμήσει συναισθηματικά ως έργο τέχνης. Μπορεί κανείς να αντικρίσει έναν καθεδρικό ναό με το βλέμμα του ιστορικού. Μπορεί, όμως, να αντικρίσει τον ίδιο καθεδρικό είτε ως ενθουσιώδης θαυμαστής είτε ως ασυγκίνητος και αδιάφορος επισκέπτης. Τα ίδια άτομα είναι ικανά και για τους δύο τρόπους αντίδρασης: τόσο για την αισθητική εκτίμηση όσο και για την επιστημονική σύλληψη μέσω της κατανόησης.
Neither must understanding be confused with the act of aesthetic enjoyment of a phenomenon. Empathy (Einfühlung) and understanding are two radically different attitudes. It is a different thing, on the one hand, to understand a work of art historically, to determine its place, its meaning, and its importance in the flux of events, and, on the other hand, to appreciate it emotionally as a work of art. One can look at a cathedral with the eyes of a historian. But one can look at the same cathedral either as an enthusiastic admirer or as an unaffected and indifferent sightseer. The same individuals are capable of both modes of reaction, of the aesthetic appreciation and of the scientific grasp of understanding.
Η κατανόηση διαπιστώνει ότι ένα άτομο ή μια ομάδα ατόμων προέβη σε μια συγκεκριμένη δράση, η οποία απέρρεε από συγκεκριμένες αξιολογικές κρίσεις και επιλογές και απέβλεπε σε συγκεκριμένους σκοπούς, και ότι για την επίτευξη αυτών των σκοπών χρησιμοποιήθηκαν συγκεκριμένα μέσα, τα οποία υποδείκνυαν συγκεκριμένες τεχνολογικές, θεραπευτικές και πραξεολογικές θεωρίες. Επιχειρεί, επιπλέον, να εκτιμήσει τα αποτελέσματα και την ένταση των αποτελεσμάτων που επέφερε μια δράση· προσπαθεί να αποδώσει σε κάθε δράση τη σημασία της, δηλαδή την επίδρασή της στην πορεία των γεγονότων.
The understanding establishes the fact that an individual or a group of individuals have engaged in a definite action emanating from definite value judgments and choices and aiming at definite ends, and that they have applied for the attainment of these ends definite means suggested by definite technological, therapeutical, and praxeological doctrines. It furthermore tries to appreciate the effects and the intensity of the effects brought about by an action; it tries to assign to every action its relevance, i.e., its bearing upon the course of events.
Πεδίο της κατανόησης είναι η νοητική σύλληψη των φαινομένων τα οποία δεν μπορούν να διασαφηνιστούν πλήρως από τη λογική, τα μαθηματικά, την πραξεολογία και τις φυσικές επιστήμες, στον βαθμό ακριβώς στον οποίο δεν μπορούν να εξηγηθούν από όλες αυτές τις επιστήμες. Δεν πρέπει ποτέ να αντιφάσκει προς τις διδασκαλίες αυτών των άλλων κλάδων της γνώσης.16 Η πραγματική και σωματική ύπαρξη του διαβόλου πιστοποιείται από αναρίθμητα ιστορικά έγγραφα, τα οποία είναι αρκετά αξιόπιστα από κάθε άλλη άποψη. Πολλά δικαστήρια, ακολουθώντας τη νόμιμη διαδικασία, διαπίστωσαν βάσει μαρτυρικών καταθέσεων και ομολογιών των κατηγορουμένων ότι ο διάβολος είχε σαρκικές σχέσεις με μάγισσες. Καμία επίκληση της κατανόησης, ωστόσο, δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει την προσπάθεια ενός ιστορικού να υποστηρίξει ότι ο διάβολος υπήρξε πραγματικά και παρενέβη στα ανθρώπινα γεγονότα με άλλον τρόπο πέρα από τα οράματα ενός διεγερμένου ανθρώπινου εγκεφάλου.
The scope of understanding is the mental grasp of phenomena which cannot be totally elucidated by logic, mathematics, praxeology, and the natural sciences to the extent that they cannot be cleared up by all these sciences. It must never contradict the teachings of these other branches of knowledge.[16] The real corporeal existence of the devil is attested by innumerable historical documents which are rather reliable in all other regards. Many tribunals in due process of law have on the basis of the testimony of witnesses and the confessions of defendants established the fact that the devil had carnal intercourse with witches. However, no appeal to understanding could justify a historian’s attempt to maintain that the devil really existed and interfered with human events otherwise than in the visions of an excited human brain.
Μολονότι αυτό γίνεται γενικά αποδεκτό σε σχέση με τις φυσικές επιστήμες, υπάρχουν ορισμένοι ιστορικοί που υιοθετούν διαφορετική στάση απέναντι στην οικονομική θεωρία. Επιχειρούν να αντιτάξουν στα θεωρήματα της οικονομικής επιστήμης την επίκληση τεκμηρίων που υποτίθεται ότι αποδεικνύουν πράγματα ασύμβατα προς αυτά τα θεωρήματα. Δεν αντιλαμβάνονται ότι τα σύνθετα φαινόμενα δεν μπορούν ούτε να αποδείξουν ούτε να διαψεύσουν οποιοδήποτε θεώρημα και, επομένως, δεν μπορούν να χρησιμεύσουν ως μαρτυρία εναντίον οποιασδήποτε πρότασης μιας θεωρίας. Η οικονομική ιστορία είναι δυνατή μόνο επειδή υπάρχει μια οικονομική θεωρία ικανή να φωτίσει τις οικονομικές πράξεις. Αν δεν υπήρχε οικονομική θεωρία, οι αναφορές στα οικονομικά γεγονότα δεν θα ήταν τίποτε περισσότερο από μια συλλογή ασύνδετων δεδομένων, επιδεκτικών οποιασδήποτε αυθαίρετης ερμηνείας.
While this is generally admitted with regard to the natural sciences, there are some historians who adopt another attitude with regard to economic theory. They try to oppose to the theorems of economics an appeal to documents allegedly proving things incompatible with these theorems. They do not realize that complex phenomena can neither prove nor disprove any theorem and therefore cannot bear witness against any statement of a theory. Economic history is possible only because there is an economic theory capable of throwing light upon economic actions. If there were no economic theory, reports concerning economic facts would be nothing more than a collection of unconnected data open to any arbitrary interpretation.
Έργο των επιστημών της ανθρώπινης δράσης είναι η κατανόηση του νοήματος και της σημασίας της ανθρώπινης δράσης. Για τον σκοπό αυτό εφαρμόζουν δύο διαφορετικές επιστημολογικές διαδικασίες: την εννοιολογική σύλληψη και την κατανόηση. Η εννοιολογική σύλληψη αποτελεί το νοητικό εργαλείο της πραξεολογίας· η κατανόηση αποτελεί το ιδιαίτερο νοητικό εργαλείο της ιστορίας.
The task of the sciences of human action is the comprehension of the meaning and relevance of human action. They apply for this purpose two different epistemological procedures: conception and understanding. Conception is the mental tool of praxeology; understanding is the specific mental tool of history.
Η γνώση της πραξεολογίας είναι εννοιολογική γνώση. Αναφέρεται σε ό,τι είναι αναγκαίο στην ανθρώπινη δράση. Είναι γνώση των καθολικών εννοιών και των κατηγοριών.
The cognition of praxeology is conceptual cognition. It refers to what is necessary in human action. It is cognition of universals and categories.
Η γνώση της ιστορίας αναφέρεται σε ό,τι είναι μοναδικό και ατομικό σε κάθε γεγονός ή κατηγορία γεγονότων. Αναλύει αρχικά κάθε αντικείμενο των μελετών της με τη βοήθεια των νοητικών εργαλείων που παρέχουν όλες οι άλλες επιστήμες. Αφού ολοκληρώσει αυτή την προκαταρκτική εργασία, αντιμετωπίζει το δικό της ιδιαίτερο πρόβλημα: τη διασαφήνιση των μοναδικών και ατομικών γνωρισμάτων της συγκεκριμένης περίπτωσης μέσω της κατανόησης.
The cognition of history refers to what is unique and individual in each event or class of events. It analyzes first each object of its studies with the aid of the mental tools provided by all other sciences. Having achieved this preliminary work, it faces its own specific problem: the elucidation of the unique and individual features of the case by means of the understanding.
Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, έχει υποστηριχθεί ότι η ιστορία δεν μπορεί ποτέ να είναι επιστημονική, επειδή η ιστορική κατανόηση εξαρτάται από τις υποκειμενικές αξιολογικές κρίσεις του ιστορικού. Η κατανόηση, υποστηρίζεται, δεν είναι παρά ένας ευφημιστικός όρος για την αυθαιρεσία. Τα συγγράμματα των ιστορικών είναι πάντοτε μονόπλευρα και μεροληπτικά· δεν αναφέρουν τα γεγονότα, αλλά τα διαστρεβλώνουν.
As was mentioned above, it has been asserted that history can never be scientific because historical understanding depends on the historian’s subjective value judgments. Understanding, it is maintained, is only a euphemistic term for arbitrariness. The writings of historians are always one-sided and partial; they do not report the facts; they distort them.
Αποτελεί, ασφαλώς, γεγονός ότι διαθέτουμε ιστορικά βιβλία γραμμένα από διαφορετικές οπτικές. Υπάρχουν ιστορίες της Μεταρρύθμισης γραμμένες από την καθολική σκοπιά και άλλες γραμμένες από την προτεσταντική. Υπάρχουν «προλεταριακές» και «αστικές» ιστορίες, ιστορικοί των Τόρυ και ιστορικοί των Ουίγων· κάθε έθνος, κόμμα και γλωσσική ομάδα έχει τους δικούς του ιστορικούς και τις δικές του αντιλήψεις περί ιστορίας.
It is, of course, a fact that we have historical books written from various points of view. There are histories of the Reformation written from the Catholic point of view and others written from the Protestant point of view. There are “proletarian” histories and “bourgeois” histories, Tory historians and Whig historians; every nation, party, and linguistic group has its own historians and its own ideas about history.
Το πρόβλημα, όμως, που δημιουργούν αυτές οι διαφορές ερμηνείας δεν πρέπει να συγχέεται με τη σκόπιμη διαστρέβλωση των γεγονότων από προπαγανδιστές και απολογητές που εμφανίζονται ως ιστορικοί. Τα γεγονότα που μπορούν να εξακριβωθούν με αναμφισβήτητο τρόπο βάσει του διαθέσιμου υλικού των πηγών πρέπει να εξακριβώνονται στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εργασίας του ιστορικού. Αυτό δεν αποτελεί πεδίο της κατανόησης. Είναι έργο που πρέπει να εκτελεστεί με τη χρήση των εργαλείων τα οποία παρέχουν όλες οι μη ιστορικές επιστήμες. Τα φαινόμενα συγκεντρώνονται μέσω προσεκτικής και κριτικής εξέτασης των διαθέσιμων καταγραφών.
Στον βαθμό στον οποίο οι θεωρίες των μη ιστορικών επιστημών, πάνω στις οποίες θεμελιώνει ο ιστορικός την κριτική εξέταση των πηγών, είναι εύλογα αξιόπιστες και βέβαιες, δεν μπορεί να υπάρξει αυθαίρετη διαφωνία ως προς την εξακρίβωση των ίδιων των φαινομένων. Ό,τι υποστηρίζει ένας ιστορικός είναι είτε ορθό είτε αντίθετο προς τα γεγονότα· είτε αποδεικνύεται είτε διαψεύδεται από τα διαθέσιμα τεκμήρια· ή παραμένει ασαφές, επειδή οι πηγές δεν μας παρέχουν επαρκείς πληροφορίες. Οι ειδικοί μπορούν να διαφωνήσουν, αλλά μόνο βάσει μιας εύλογης ερμηνείας των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων. Η συζήτηση δεν επιτρέπει αυθαίρετους ισχυρισμούς.
But the problem which these differences of interpretation offer must not be confused with the intentional distortion of facts by propagandists and apologists parading as historians. Those facts which can be established in an unquestionable way on the ground of the source material available must be established as the preliminary work of the historian. This is not a field for understanding. It is a task to be accomplished by the employment of the tools provided by all nonhistorical sciences. The phenomena are gathered by cautious critical observation of the records available. As far as the theories of the nonhistorical sciences on which the historian grounds his critical examination of the sources are reasonably reliable and certain, there cannot be any arbitrary disagreement with regard to the establishment of the phenomena as such. What a historian asserts is either correct or contrary to fact, is either proved or disproved by the documents available, or vague because the sources do not provide us with sufficient information. The experts may disagree, but only on the ground of a reasonable interpretation of the evidence available. The discussion does not allow any arbitrary statements.
Πολύ συχνά, ωστόσο, οι ιστορικοί διαφωνούν ως προς τις διδασκαλίες των μη ιστορικών επιστημών. Τότε μπορούν, ασφαλώς, να προκύψουν διαφωνίες ως προς την κριτική εξέταση των καταγραφών και τα συμπεράσματα που πρέπει να συναχθούν από αυτές. Ανακύπτει μια αγεφύρωτη σύγκρουση. Η αιτία της, όμως, δεν είναι κάποια αυθαιρεσία ως προς το συγκεκριμένο ιστορικό φαινόμενο. Πηγάζει από ένα ανεπίλυτο ζήτημα που αφορά τις μη ιστορικές επιστήμες.
However, the historians very often do not agree with regard to the teachings of the nonhistorical sciences. Then, of course, disagreement with regard to the critical examination of the records and to the conclusions to be drawn from them can ensue. An unbridgeable conflict arises. But its cause is not an arbitrariness with regard to the concrete historical phenomenon. It stems from an undecided issue referring to the nonhistorical sciences.
Ένας αρχαίος Κινέζος ιστορικός μπορούσε να αναφέρει ότι η αμαρτία του αυτοκράτορα προκάλεσε μια καταστροφική ξηρασία και ότι η βροχή επανήλθε όταν ο ηγεμόνας εξιλεώθηκε για την αμαρτία του. Κανένας σύγχρονος ιστορικός δεν θα αποδεχόταν μια τέτοια αναφορά. Η υποκείμενη μετεωρολογική θεωρία αντιβαίνει στα αδιαμφισβήτητα θεμέλια της σύγχρονης φυσικής επιστήμης. Δεν υπάρχει, όμως, ανάλογη ομοφωνία ως προς πολλά θεολογικά, βιολογικά και οικονομικά ζητήματα. Κατά συνέπεια, οι ιστορικοί διαφωνούν.
An ancient Chinese historian could report that the emperor’s sin brought about a catastrophic drought and that rain fell again when the ruler had atoned for his sin. No modern historian would accept such a report. The underlying meteorological doctrine is contrary to uncontested fundamentals of contemporary natural science. But no such unanimity exists in regard to many theological, biological, and economic issues. Accordingly historians disagree.
Ένας υποστηρικτής της φυλετικής θεωρίας του σκανδιναβικού αριανισμού θα απορρίψει ως μυθώδη και απολύτως απίστευτη κάθε αναφορά σε διανοητικά και ηθικά επιτεύγματα «κατώτερων» φυλών. Θα αντιμετωπίσει τέτοιες αναφορές με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο όλοι οι σύγχρονοι ιστορικοί αντιμετωπίζουν την προαναφερθείσα κινεζική αναφορά. Δεν μπορεί να επιτευχθεί συμφωνία για κανένα φαινόμενο της ιστορίας του χριστιανισμού μεταξύ ανθρώπων για τους οποίους τα Ευαγγέλια αποτελούν Αγία Γραφή και ανθρώπων για τους οποίους αποτελούν ανθρώπινα κείμενα. Οι καθολικοί και οι προτεστάντες ιστορικοί διαφωνούν σε πολλά πραγματολογικά ζητήματα, επειδή ξεκινούν από διαφορετικές θεολογικές αντιλήψεις. Ένας μερκαντιλιστής ή νεομερκαντιλιστής πρέπει αναγκαστικά να διαφωνεί με έναν οικονομολόγο. Μια εξιστόρηση της γερμανικής νομισματικής ιστορίας κατά τα έτη 1914–1923 εξαρτάται από τις νομισματικές θεωρίες του συγγραφέα. Τα γεγονότα της Γαλλικής Επανάστασης παρουσιάζονται με εντελώς διαφορετικό τρόπο από εκείνους που πιστεύουν στα ιερά δικαιώματα του κεχρισμένου βασιλιά και από εκείνους που έχουν διαφορετικές αντιλήψεις.
A supporter of the racial doctrine of Nordic-Aryanism will disregard as fabulous and simply unbelievable any report concerning intellectual and moral achievements of “inferior” races. He will treat such reports in the same way in which all modern historians deal with the above-mentioned Chinese report. No agreement with regard to any phenomenon of the history of Christianity can be attained between people for whom the gospels are Holy Writ and people in whose eyes they are human documents. Catholic and Protestant historians disagree about many questions of fact because they start from different theological ideas. A Mercantilist or Neo- Mercantilist must necessarily be at variance with an economist. An account of German monetary history in the years 1914 to 1923 is conditioned by the author’s monetary doctrines. The facts of the French Revolution are presented in a quite different manner by those who believe in the sacred rights of the anointed king and those who hold other views.
Οι ιστορικοί δεν διαφωνούν σε τέτοια ζητήματα υπό την ιδιότητά τους ως ιστορικών, αλλά κατά την εφαρμογή των μη ιστορικών επιστημών στο αντικείμενο της ιστορίας. Διαφωνούν όπως οι αγνωστικιστές ιατροί διαφωνούν ως προς τα θαύματα της Λούρδης με τα μέλη της ιατρικής επιτροπής που είναι αρμόδια για τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με αυτά τα θαύματα. Μόνο όσοι πιστεύουν ότι τα γεγονότα εγγράφουν αφ’ εαυτών την ιστορία τους στον tabula rasa του ανθρώπινου νου κατηγορούν τους ιστορικούς για τέτοιες διαφορές απόψεων. Δεν αντιλαμβάνονται ότι η ιστορία δεν μπορεί ποτέ να μελετηθεί χωρίς προϋποθέσεις και ότι η διαφωνία ως προς αυτές τις προϋποθέσεις —δηλαδή ως προς ολόκληρο το περιεχόμενο των μη ιστορικών κλάδων της γνώσης— πρέπει να καθορίζει την εξακρίβωση των ιστορικών γεγονότων.
The historians disagree on such issues not in their capacity as historians, but in their application of the nonhistorical sciences to the subject matter of history. They disagree as agnostic doctors disagree in regard to the miracles of Lourdes with the members of the medical committee for the collection of evidence concerning these miracles. Only those who believe that facts write their own story into the tabula rasa of the human mind blame the historians for such differences of opinion. They fail to realize that history can never be studied without presuppositions, and that dissension with regard to the presuppositions, i.e., the whole content of the nonhistorical branches of knowledge, must determine the establishment of historical facts.
Οι προϋποθέσεις αυτές καθορίζουν επίσης την απόφαση του ιστορικού σχετικά με την επιλογή των γεγονότων που πρέπει να αναφερθούν και εκείνων που πρέπει να παραλειφθούν ως άσχετα. Κατά την αναζήτηση των αιτίων για τις οποίες μια αγελάδα δεν παράγει γάλα, ένας σύγχρονος κτηνίατρος θα αγνοήσει πλήρως όλες τις αναφορές στο «κακό μάτι» μιας μάγισσας· η άποψή του θα ήταν διαφορετική πριν από τριακόσια χρόνια. Με τον ίδιο τρόπο, ο ιστορικός επιλέγει, από το απροσδιόριστο πλήθος των γεγονότων που προηγήθηκαν του φαινομένου το οποίο εξετάζει, εκείνα που θα μπορούσαν να έχουν συμβάλει στην εμφάνισή του —ή να την έχουν καθυστερήσει— και παραμερίζει εκείνα που, σύμφωνα με τη γνώση του των μη ιστορικών επιστημών, δεν θα μπορούσαν να το έχουν επηρεάσει.
These presuppositions also determine the historian’s decision concerning the choice of facts to be mentioned and those to be omitted as irrelevant. In searching for the causes of a cow’s not giving milk a modern veterinarian will disregard entirely all reports concerning a witch’s evil eye; his view would have been different three hundred years ago. In the same way the historian selects from the indefinite multitude of events that preceded the fact he is dealing with those which could have contributed to its emergence—or have delayed it—and neglects those which, according to his grasp of the nonhistorical sciences, could not have influenced it.
Κατά συνέπεια, οι μεταβολές στις διδασκαλίες των μη ιστορικών επιστημών πρέπει να συνεπάγονται την ανασυγγραφή της ιστορίας. Κάθε γενεά πρέπει να εξετάζει εκ νέου τα ίδια ιστορικά προβλήματα, επειδή αυτά εμφανίζονται ενώπιόν της υπό διαφορετικό πρίσμα. Η θεολογική κοσμοθεώρηση των παλαιότερων εποχών οδήγησε σε διαφορετική εξέταση της ιστορίας από εκείνη που προκύπτει από τα θεωρήματα της σύγχρονης φυσικής επιστήμης. Η υποκειμενιστική οικονομική θεωρία παράγει ιστορικά έργα πολύ διαφορετικά από εκείνα που βασίζονται σε μερκαντιλιστικά δόγματα. Στον βαθμό στον οποίο οι αποκλίσεις μεταξύ των βιβλίων των ιστορικών πηγάζουν από αυτές τις διαφωνίες, δεν αποτελούν συνέπεια κάποιας υποτιθέμενης ασάφειας και αβεβαιότητας των ιστορικών μελετών. Αντιθέτως, αποτελούν αποτέλεσμα της έλλειψης ομοφωνίας στη σφαίρα εκείνων των άλλων επιστημών που συνήθως αποκαλούνται βέβαιες και ακριβείς.
Changes in the teachings of the nonhistorical sciences consequently must involve a rewriting of history. Every generation must treat anew the same historical problems because they appear to it in a different light. The theological world view of older times led to a treatment of history other than the theorems of modern natural science. Subjective economics produces historical works very different from those based on mercantilist doctrines. As far as divergences in the books of historians stem from these disagreements, they are not an outcome of alleged vagueness and precariousness in historical studies. They are, on the contrary, the result of the lack of unanimity in the realm of those other sciences which are popularly called certain and exact.
Για να αποφευχθεί κάθε πιθανή παρανόηση, είναι σκόπιμο να υπογραμμιστούν ορισμένα ακόμη σημεία. Οι προαναφερθείσες αποκλίσεις δεν πρέπει να συγχέονται:
To avoid any possible misunderstanding it is expedient to emphasize some further points. The divergences referred to above must not be confused:
- Με τη σκόπιμη και κακόβουλη διαστρέβλωση των γεγονότων.
- Με τις προσπάθειες δικαιολόγησης ή καταδίκης οποιωνδήποτε πράξεων από νομική ή ηθική σκοπιά.
- Με την απλώς παρεμπίπτουσα προσθήκη παρατηρήσεων που εκφράζουν αξιολογικές κρίσεις μέσα σε μια αυστηρά αντικειμενική αναπαράσταση της κατάστασης των πραγμάτων. Μια πραγματεία βακτηριολογίας δεν χάνει την αντικειμενικότητά της αν ο συγγραφέας, υιοθετώντας την ανθρώπινη οπτική, θεωρεί τη διατήρηση της ανθρώπινης ζωής έσχατο σκοπό και, εφαρμόζοντας αυτό το κριτήριο, χαρακτηρίζει καλές τις αποτελεσματικές μεθόδους καταπολέμησης των μικροβίων και κακές τις αναποτελεσματικές. Ένα μικρόβιο που θα έγραφε ένα τέτοιο βιβλίο θα αντέστρεφε αυτές τις κρίσεις, αλλά το πραγματολογικό περιεχόμενο του βιβλίου του δεν θα διέφερε από εκείνο του ανθρώπου βακτηριολόγου. Με τον ίδιο τρόπο, ένας Ευρωπαίος ιστορικός που εξετάζει τις μογγολικές εισβολές του δέκατου τρίτου αιώνα μπορεί να μιλά για «ευνοϊκά» και «δυσμενή» γεγονότα, επειδή υιοθετεί τη σκοπιά των Ευρωπαίων υπερασπιστών του δυτικού πολιτισμού. Η αποδοχή, όμως, του κριτηρίου αξιών της μίας πλευράς δεν είναι αναγκαίο να επηρεάζει το πραγματολογικό περιεχόμενο της μελέτης του. Από τη σκοπιά της σύγχρονης γνώσης, η μελέτη αυτή μπορεί να είναι απολύτως αντικειμενική. Ένας Μογγόλος ιστορικός θα μπορούσε να την αποδεχθεί πλήρως, με εξαίρεση αυτές τις παρεμπίπτουσες παρατηρήσεις.
- Με την παρουσίαση της δράσης της μίας πλευράς στο πλαίσιο διπλωματικών ή στρατιωτικών ανταγωνισμών. Η σύγκρουση αντιμαχόμενων ομάδων μπορεί να εξεταστεί από τη σκοπιά των ιδεών, των κινήτρων και των σκοπών που ώθησαν σε δράση καθεμία από τις δύο πλευρές. Για την πλήρη κατανόηση όσων συνέβησαν, είναι αναγκαίο να ληφθούν υπόψη οι ενέργειες και των δύο πλευρών. Το αποτέλεσμα υπήρξε προϊόν της αλληλεπίδρασής τους. Για να κατανοήσει, όμως, τις πράξεις τους, ο ιστορικός πρέπει να προσπαθήσει να δει τα πράγματα όπως εμφανίζονταν στους δρώντες ανθρώπους κατά την κρίσιμη χρονική στιγμή και όχι μόνο όπως τα βλέπουμε σήμερα από τη σκοπιά της σύγχρονης γνώσης μας. Μια ιστορία της πολιτικής του Lincoln κατά τις εβδομάδες και τους μήνες που προηγήθηκαν της έκρηξης του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου είναι, ασφαλώς, ελλιπής. Καμία ιστορική μελέτη, όμως, δεν είναι πλήρης. Ανεξάρτητα από το αν ο ιστορικός συμπαθεί τους Ενωτικούς ή τους Συνομόσπονδους ή αν παραμένει απολύτως ουδέτερος, μπορεί να εξετάσει με αντικειμενικό τρόπο την πολιτική του Lincoln την άνοιξη του 1861. Μια τέτοια έρευνα αποτελεί απαραίτητο προκαταρκτικό στάδιο για την απάντηση στο ευρύτερο ερώτημα του πώς ξέσπασε ο Εμφύλιος Πόλεμος.
1. With purposeful ill-intentioned distortion of facts. 2. With attempts to justify or to condemn any actions from a legal or moral point of view.
3. With the merely incidental insertion of remarks expressing value judgments in a strictly objective representation of the state of affairs. A treatise on bacteriology does not lose its objectivity if the author, accepting the human viewpoint, considers the preservation of human life as an ultimate end and, applying this standard, labels effective methods of fighting germs good and fruitless methods bad. A germ writing such a book would reverse these judgments, but the material content of its book would not differ from that of the human bacteriologist. In the same way a European historian dealing with the Mongol invasions of the thirteenth century may speak of “favorable” and “unfavorable” events because he takes the standpoint of the European defenders of Western civilization. But this approval of one party’s standard of value need not necessarily interfere with the material content of his study. It may—from the viewpoint of contemporary knowledge—be absolutely objective. A Mongolian historian could endorse it completely but for such casual remarks.
4. With a representation of one party’s action in diplomatic or military antagonisms. The clash of conflicting groups can be dealt with from the point of view of the ideas, motives, and aims which impelled either side’s acts. For a full comprehension of what happened it is necessary to take account of what was done on both sides. The outcome was the result of the interaction of both parties. But in order to understand their actions the historian must try to see things as they appeared to the acting men at the critical time, not only as we see them now from the point of view of our present-day knowledge. A history of Lincoln’s policy in the weeks and months preceding the outbreak of the Civil War is of course incomplete. But no historical study is complete. Regardless of whether the historian sympathizes with the Unionists or with the Confederates or whether he is absolutely neutral, he can deal in an objective way with Lincoln’s policy in the spring of 1861. Such an investigation is an indispensable preliminary to answering the broader question of how the Civil War broke out.
Αφού διευθετήσαμε αυτά τα προβλήματα, μπορούμε πλέον να εξετάσουμε το ουσιαστικό ερώτημα: Υπάρχει κάποιο υποκειμενικό στοιχείο στην ιστορική κατανόηση και, αν υπάρχει, με ποιον τρόπο καθορίζει το αποτέλεσμα των ιστορικών μελετών;
Now finally, having settled these problems, it is possible to attack the genuine question: Is there any subjective element in historical understanding, and if so, in what manner does it determine the result of historical studies?
Στον βαθμό στον οποίο έργο της κατανόησης είναι να εξακριβώσει ότι οι άνθρωποι παρακινήθηκαν από συγκεκριμένες αξιολογικές κρίσεις, ότι επιδίωξαν συγκεκριμένους σκοπούς και ότι χρησιμοποίησαν συγκεκριμένα μέσα, δεν μπορεί να υπάρξει διαφωνία μεταξύ αληθινών ιστορικών, δηλαδή ανθρώπων προσανατολισμένων προς τη γνώση των γεγονότων του παρελθόντος. Μπορεί να υπάρχει αβεβαιότητα λόγω των ανεπαρκών πληροφοριών που παρέχουν οι διαθέσιμες πηγές. Αυτό, όμως, δεν έχει καμία σχέση με την κατανόηση. Αφορά την προκαταρκτική εργασία που πρέπει να ολοκληρώσει ο ιστορικός.
As far as the task of understanding is to establish the facts that people were motivated by definite value judgments and aimed at definite means, there cannot be any disagreement among true historians, i.e., people intent upon cognition of past events. There may be uncertainty because of the insufficient information provided by the sources available. But this has nothing to do with understanding. It refers to the preliminary work to be achieved by the historian.
Η κατανόηση, όμως, έχει να επιτελέσει και ένα δεύτερο έργο. Πρέπει να εκτιμήσει τα αποτελέσματα και την ένταση των αποτελεσμάτων που επέφερε μια δράση· πρέπει να εξετάσει τη σημασία κάθε κινήτρου και κάθε πράξης.
But understanding has a second task to fulfill. It must appraise the effects and the intensity of the effects brought about by an action; it must deal with the relevance of each motive and each action.
Εδώ βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μία από τις κύριες διαφορές μεταξύ της φυσικής και της χημείας, αφενός, και των επιστημών της ανθρώπινης δράσης, αφετέρου. Στη σφαίρα των φυσικών και χημικών φαινομένων υπάρχουν —ή τουλάχιστον θεωρείται γενικά ότι υπάρχουν — σταθερές σχέσεις μεταξύ μεγεθών, και ο άνθρωπος είναι ικανός να ανακαλύπτει αυτές τις σταθερές με εύλογο βαθμό ακρίβειας μέσω εργαστηριακών πειραμάτων. Στο πεδίο της ανθρώπινης δράσης δεν υπάρχουν τέτοιες σταθερές σχέσεις, πέρα από τη φυσική και χημική τεχνολογία και τη θεραπευτική.
Για κάποιο διάστημα οι οικονομολόγοι πίστευαν ότι είχαν ανακαλύψει μια τέτοια σταθερή σχέση μεταξύ των συνεπειών των μεταβολών στην ποσότητα του χρήματος και των τιμών των αγαθών. Υποστηριζόταν ότι μια αύξηση ή μείωση της ποσότητας του χρήματος σε κυκλοφορία πρέπει να επιφέρει ανάλογες μεταβολές στις τιμές των αγαθών. Η σύγχρονη οικονομική επιστήμη έχει καταδείξει σαφώς και αδιάψευστα τον εσφαλμένο χαρακτήρα αυτής της πρότασης.17 Οι οικονομολόγοι που επιθυμούν να αντικαταστήσουν εκείνο που αποκαλούν «ποιοτική οικονομική» με μια «ποσοτική οικονομική» σφάλλουν ολοκληρωτικά. Στο πεδίο της οικονομικής επιστήμης δεν υπάρχουν σταθερές σχέσεις και, κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατή καμία μέτρηση.
Αν ένας στατιστικολόγος διαπιστώσει ότι μια αύξηση κατά 10 τοις εκατό της προσφοράς γεωμήλων στην Ατλαντίδα, σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ακολουθήθηκε από μείωση της τιμής τους κατά 8 τοις εκατό, δεν εξακριβώνει τίποτε σχετικά με το τι συνέβη ή μπορεί να συμβεί ύστερα από μια μεταβολή στην προσφορά γεωμήλων σε άλλη χώρα ή σε διαφορετική χρονική στιγμή. Δεν έχει «μετρήσει» την «ελαστικότητα της ζήτησης» γεωμήλων. Έχει εξακριβώσει ένα μοναδικό και ατομικό ιστορικό γεγονός. Κανένας νοήμων άνθρωπος δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι η συμπεριφορά των ανθρώπων απέναντι στις γεώμηλες, όπως και απέναντι σε κάθε άλλο αγαθό, είναι μεταβλητή. Διαφορετικά άτομα αποτιμούν τα ίδια πράγματα με διαφορετικό τρόπο, ενώ οι αποτιμήσεις των ίδιων ατόμων μεταβάλλονται όταν μεταβάλλονται οι συνθήκες.18
Here we are faced with one of the main differences between physics and chemistry on the one hand and the sciences of human action on the other. In the realm of physical and chemical events there exist (or, at least, it is generally assumed that there exist) constant relations between magnitudes, and man is capable of discovering these constants with a reasonable degree of precision by means of laboratory experiments. No such constant relations exist in the field of human action outside of physical and chemical technology and therapeutics. For some time economists believed that they had discovered such a constant relation in the effects of changes in the quantity of money upon commodity prices. It was asserted that a rise or fall in the quantity of money in circulation must result in proportional changes of commodity prices. Modern economics has clearly and irrefutably exposed the fallaciousness of this statement.[17] Those economists who want to substitute “quantitative economics” for what they call “qualitative economics” are utterly mistaken. There are, in the field of economics, no constant relations, and consequently no measurement is possible. If a statistician determines that a rise of 10 per cent in the supply of potatoes in Atlantis at a definite time was followed by a fall of 8 per cent in the price, he does not establish anything about what happened or may happen with a change in the supply of potatoes in another country or at another time. He has not “measured” the “elasticity of demand” of potatoes. He has established a unique and individual historical fact. No intelligent man can doubt that the behavior of men with regard to potatoes and every other commodity is variable. Different individuals value the same things in a different way, and valuations change with the same individuals with changing conditions.[18]
Έξω από το πεδίο της οικονομικής ιστορίας, κανείς δεν τόλμησε ποτέ να υποστηρίξει ότι στην ανθρώπινη ιστορία επικρατούν σταθερές σχέσεις. Είναι γεγονός ότι, στις ένοπλες συγκρούσεις που διεξήχθησαν κατά το παρελθόν μεταξύ Ευρωπαίων και καθυστερημένων λαών άλλων φυλών, ένας Ευρωπαίος στρατιώτης ήταν συνήθως ισάξιος προς περισσότερους από έναν αυτόχθονες μαχητές. Κανείς, όμως, δεν υπήρξε ποτέ τόσο ανόητος ώστε να «μετρήσει» το μέγεθος της ευρωπαϊκής υπεροχής.
Outside of the field of economic history nobody ever ventured to maintain that constant relations prevail in human history. It is a fact that in the armed conflicts fought in the past between Europeans and backward peoples of other races, one European soldier was usually a match for several native fighters. But nobody was ever foolish enough to “measure” the magnitude of European superiority.
Η αδυναμία μέτρησης δεν οφείλεται στην έλλειψη τεχνικών μεθόδων για τον προσδιορισμό του μέτρου. Οφείλεται στην απουσία σταθερών σχέσεων. Αν προκαλούνταν μόνο από τεχνική ανεπάρκεια, θα ήταν τουλάχιστον δυνατή σε ορισμένες περιπτώσεις μια κατά προσέγγιση εκτίμηση. Το θεμελιώδες γεγονός, όμως, είναι ότι δεν υπάρχουν σταθερές σχέσεις. Η οικονομική επιστήμη δεν είναι καθυστερημένη επειδή δεν είναι «ποσοτική», όπως επαναλαμβάνουν διαρκώς οι αδαείς θετικιστές. Δεν είναι ποσοτική και δεν προβαίνει σε μετρήσεις επειδή δεν υπάρχουν σταθερές. Τα στατιστικά μεγέθη που αναφέρονται σε οικονομικά γεγονότα αποτελούν ιστορικά δεδομένα. Μας πληροφορούν για όσα συνέβησαν σε μια μη επαναλήψιμη ιστορική περίπτωση. Τα φυσικά φαινόμενα μπορούν να ερμηνευθούν βάσει της γνώσης μας για σταθερές σχέσεις που έχουν εξακριβωθεί μέσω πειραμάτων. Τα ιστορικά γεγονότα δεν επιδέχονται τέτοια ερμηνεία.
The impracticability of measurement is not due to the lack of technical methods for the establishment of measure. It is due to the absence of constant relations. If it were only caused by technical insufficiency, at least an approximate estimation would be possible in some cases. But the main fact is that there are no constant relations. Economics is not, as ignorant positivists repeat again and again, backward because it is not “quantitative.” It is not quantitative and does not measure because there are no constants. Statistical figures referring to economic events are historical data. They tell us what happened in a nonrepeatable historical case. Physical events can be interpreted on the ground of our knowledge concerning constant relations established by experiments. Historical events are not open to such an interpretation.
Ο ιστορικός μπορεί να απαριθμήσει όλους τους παράγοντες που συνέβαλαν στην πρόκληση ενός γνωστού αποτελέσματος και όλους τους παράγοντες που ενήργησαν εναντίον τους και ενδέχεται να καθυστέρησαν ή να μετρίασαν το τελικό αποτέλεσμα. Δεν μπορεί, όμως, παρά μόνο μέσω της κατανόησης, να συσχετίσει ποσοτικά προς τα παραχθέντα αποτελέσματα τους διάφορους αιτιώδεις παράγοντες. Δεν μπορεί, παρά μόνο μέσω της κατανόησης, να αποδώσει σε καθέναν από παράγοντες τον ρόλο του στην πρόκληση του αποτελέσματος P . Η κατανόηση αποτελεί στη σφαίρα της ιστορίας, ούτως ειπείν, το αντίστοιχο της ποσοτικής ανάλυσης και της μέτρησης.
The historian can enumerate all the factors which cooperated in bringing about a known effect and all the factors which worked against them and may have resulted in delaying and mitigating the final outcome. But he cannot coordinate, except by understanding, the various causative factors in a quantitative way to the effects produced. He cannot, except by understanding, assign to each of n factors its role in producing the effect P. Understanding is in the realm of history the equivalent, as it were, of quantitative analysis and measurement.
Η τεχνολογία μπορεί να μας πληροφορήσει πόσο παχιά πρέπει να είναι μια χαλύβδινη πλάκα για να μη διατρηθεί από βλήμα που εκτοξεύεται από τουφέκι Winchester σε απόσταση 300 υαρδών. Μπορεί, επομένως, να απαντήσει στο ερώτημα γιατί ένας άνθρωπος που καλύφθηκε πίσω από χαλύβδινη πλάκα γνωστού πάχους τραυματίστηκε ή δεν τραυματίστηκε από έναν πυροβολισμό. Η ιστορία αδυνατεί να εξηγήσει με την ίδια βεβαιότητα γιατί αυξήθηκε η τιμή του γάλακτος κατά 10 τοις εκατό, γιατί ο Πρόεδρος Roosevelt νίκησε τον Κυβερνήτη Dewey στις εκλογές του 1944 ή γιατί η Γαλλία τελούσε υπό δημοκρατικό πολίτευμα από το 1870 έως το 1940. Τέτοια προβλήματα δεν επιδέχονται άλλη μέθοδο εξέτασης πέρα από εκείνη της κατανόησης.
Technology can tell us how thick a steel plate must be in order not to be pierced by a bullet fired at a distance of 300 yards from a Winchester rifle. It can thus answer the question why a man who took shelter behind a steel plate of a known thickness was hurt or not hurt by a shot fired. History is at a loss to explain with the same assurance why there was a rise in the price of milk of 10 per cent or why President Roosevelt defeated Governor Dewey in the election of 1944 or why France was from 1870 to 1940 under a republican constitution. Such problems do not allow any treatment other than that of understanding.
Η κατανόηση επιχειρεί να αποδώσει σε κάθε ιστορικό παράγοντα τη σημασία του. Κατά την άσκησή της δεν υπάρχει χώρος για αυθαιρεσία και ιδιοτροπία. Η ελευθερία του ιστορικού περιορίζεται από την προσπάθειά του να παράσχει μια ικανοποιητική εξήγηση της πραγματικότητας. Καθοδηγητικός του αστέρας πρέπει να είναι η αναζήτηση της αλήθειας. Αναγκαστικά, όμως, υπεισέρχεται στην κατανόηση ένα στοιχείο υποκειμενικότητας. Η κατανόηση του ιστορικού φέρει πάντοτε τα ίχνη της προσωπικότητάς του. Αντανακλά τον νου του δημιουργού της.
To every historical factor understanding tries to assign its relevance. In the exercise of understanding there is no room for arbitrariness and capriciousness. The freedom of the historian is limited by his endeavor to provide a satisfactory explanation of reality. His guiding star must be the search for truth. But there necessarily enters into understanding an element of subjectivity. The understanding of the historian is always tinged with the marks of his personality. It reflects the mind of its author.
Οι a priori επιστήμες —η λογική, τα μαθηματικά και η πραξεολογία— αποβλέπουν σε γνώση απολύτως έγκυρη για όλα τα όντα που είναι προικισμένα με τη λογική δομή του ανθρώπινου νου. Οι φυσικές επιστήμες αποβλέπουν σε γνώση έγκυρη για όλα τα όντα τα οποία είναι προικισμένα όχι μόνο με την ικανότητα του ανθρώπινου λόγου, αλλά και με ανθρώπινες αισθήσεις. Η ομοιομορφία της ανθρώπινης λογικής και αίσθησης προσδίδει σε αυτούς τους κλάδους της γνώσης τον χαρακτήρα της καθολικής εγκυρότητας. Αυτή, τουλάχιστον, είναι η αρχή που καθοδηγεί τις μελέτες των φυσικών.
Μόνο κατά τα τελευταία χρόνια άρχισαν οι φυσικοί να αντιλαμβάνονται τα όρια των προσπαθειών τους και, εγκαταλείποντας τις υπερβολικές αξιώσεις των παλαιότερων φυσικών, ανακάλυψαν την «αρχή της αβεβαιότητας». Αναγνωρίζουν σήμερα ότι υπάρχουν μη παρατηρήσιμα μεγέθη των οποίων η μη παρατηρησιμότητα αποτελεί ζήτημα επιστημολογικής αρχής.19
The a priori sciences—logic, mathematics, and praxeology—aim at a knowledge unconditionally valid for all beings endowed with the logical structure of the human mind. The natural sciences aim at a cognition valid for all those beings which are not only endowed with the faculty of human reason but with human senses. The uniformity of human logic and sensation bestows upon these branches of knowledge the character of universal validity. Such at least is the principle guiding the study of the physicists. Only in recent years have they begun to see the limits of their endeavors and, abandoning the excessive pretensions of older physicists, discovered the “uncertainty principle.” They realize today that there are unobservables whose unobservability is a matter of epistemological principle.[19]
Η ιστορική κατανόηση δεν μπορεί ποτέ να παραγάγει αποτελέσματα τα οποία πρέπει αναγκαστικά να γίνουν αποδεκτά από όλους τους ανθρώπους. Δύο ιστορικοί που συμφωνούν πλήρως ως προς τις διδασκαλίες των μη ιστορικών επιστημών και ως προς την εξακρίβωση των γεγονότων, στον βαθμό στον οποίο αυτά μπορούν να εξακριβωθούν χωρίς προσφυγή στην κατανόηση της σημασίας τους, μπορεί να διαφωνούν ως προς την κατανόηση της σημασίας αυτών των γεγονότων. Μπορεί να συμφωνούν πλήρως ότι οι παράγοντες a , b και συνέβαλαν από κοινού στην πρόκληση του αποτελέσματος P · παρ’ όλα αυτά, μπορεί να διαφωνούν σε μεγάλο βαθμό ως προς τη σημασία της αντίστοιχης συμβολής των a , b και c στο τελικό αποτέλεσμα. Στον βαθμό στον οποίο η κατανόηση αποβλέπει στην απόδοση της προσήκουσας σημασίας σε κάθε παράγοντα, είναι ανοικτή στην επίδραση υποκειμενικών κρίσεων. Ασφαλώς, αυτές δεν αποτελούν αξιολογικές κρίσεις και δεν εκφράζουν προτιμήσεις του ιστορικού. Αποτελούν κρίσεις περί σημασίας.20
Historical understanding can never produce results which must be accepted by all men. Two historians who fully agree with regard to the teachings of the nonhistorical sciences and with regard to the establishment of the facts as far they can be established without recourse to the understanding of relevance, may disagree in their understanding of the relevance of these facts. They may fully agree in establishing that the factors a, b, and c worked together in producing the effect P; nonetheless they can widely disagree with regard to the relevance of the respective contributions of a, b, and c to the final outcome. As far as understanding aims at assigning its relevance to each factor, it is open to the influence of subjective judgments. Of course, these are not judgments of value, they do not express preferences of the historian. They are judgments of relevance. [20]
Οι ιστορικοί μπορεί να διαφωνούν για διάφορους λόγους. Μπορεί να έχουν διαφορετικές απόψεις ως προς τις διδασκαλίες των μη ιστορικών επιστημών· μπορεί να θεμελιώνουν τον συλλογισμό τους σε περισσότερο ή λιγότερο ολοκληρωμένη γνώση των καταγραφών· μπορεί να διαφέρουν ως προς την κατανόηση των κινήτρων και των σκοπών των δρώντων ανθρώπων και των μέσων που αυτοί χρησιμοποίησαν. Όλες αυτές οι διαφορές επιδέχονται διευθέτηση μέσω «αντικειμενικού» συλλογισμού· είναι δυνατό να επιτευχθεί καθολική συμφωνία ως προς αυτές. Στον βαθμό, όμως, στον οποίο οι ιστορικοί διαφωνούν ως προς τις κρίσεις περί σημασίας, είναι αδύνατο να βρεθεί μια λύση την οποία θα ήταν υποχρεωμένοι να αποδεχθούν όλοι οι σώφρονες άνθρωποι.
Historians may disagree for various reasons. They may hold different views with regard to the teachings of the nonhistorical sciences; they may base their reasoning on a more or less complete familiarity with the records; they may differ in the understanding of the motives and aims of the acting men and of the means applied by them. All these differences are open to a settlement by “objective” reasoning; it is possible to reach a universal agreement with regard to them. But as far as historians disagree with regard to judgments of relevance it is impossible to find a solution which all sane men must accept.
Οι διανοητικές μέθοδοι της επιστήμης δεν διαφέρουν ως προς το είδος τους από εκείνες που χρησιμοποιεί ο συνηθισμένος άνθρωπος στον καθημερινό του συλλογισμό. Ο επιστήμονας χρησιμοποιεί τα ίδια εργαλεία που χρησιμοποιεί και ο μη ειδικός· απλώς τα χρησιμοποιεί με μεγαλύτερη δεξιότητα και προσοχή. Η κατανόηση δεν αποτελεί προνόμιο των ιστορικών. Αποτελεί έργο κάθε ανθρώπου. Παρατηρώντας τις συνθήκες του περιβάλλοντός του, κάθε άνθρωπος είναι ιστορικός. Κάθε άνθρωπος χρησιμοποιεί την κατανόηση όταν αντιμετωπίζει την αβεβαιότητα των μελλοντικών γεγονότων, προς τα οποία πρέπει να προσαρμόσει τις δικές του πράξεις. Ο ιδιαίτερος συλλογισμός του κερδοσκόπου αποτελεί κατανόηση της σημασίας των διαφόρων παραγόντων που καθορίζουν τα μελλοντικά γεγονότα. Και — ας το υπογραμμίσουμε ήδη σε αυτό το πρώιμο στάδιο των ερευνών μας — η δράση αποβλέπει αναγκαστικά πάντοτε σε μελλοντικές και, επομένως, αβέβαιες συνθήκες και είναι, ως εκ τούτου, πάντοτε κερδοσκοπική. Ο δρων άνθρωπος ατενίζει, ούτως ειπείν, το μέλλον με το βλέμμα του ιστορικού.
The intellectual methods of science do not differ in kind from those applied by the common man in his daily mundane reasoning. The scientist uses the same tools which the layman uses; he merely uses them more skillfully and cautiously. Understanding is not a privilege of the historians. It is everybody’s business. In observing the conditions of his environment everybody is a historian. Everybody uses understanding in dealing with the uncertainty of future events to which he must adjust his own actions. The distinctive reasoning of the speculator is an understanding of the relevance of the various factors determining future events. And—let us emphasize it even at this early point of our investigations—action necessarily always aims at future and therefore uncertain conditions and thus is always speculation. Acting man looks, as it were, with the eyes of a historian into the future.
Η κοσμογονία, η γεωλογία και η ιστορία των βιολογικών μεταβολών αποτελούν ιστορικούς κλάδους, καθόσον ασχολούνται με μοναδικά γεγονότα του παρελθόντος. Λειτουργούν, ωστόσο, αποκλειστικά με τις επιστημολογικές μεθόδους των φυσικών επιστημών και δεν έχουν ανάγκη την κατανόηση. Ορισμένες φορές πρέπει να καταφεύγουν μόνο σε κατά προσέγγιση εκτιμήσεις μεγεθών. Τέτοιες εκτιμήσεις, όμως, δεν αποτελούν κρίσεις περί σημασίας. Είναι μια λιγότερο τέλεια μέθοδος προσδιορισμού ποσοτικών σχέσεων από την «ακριβή» μέτρηση. Δεν πρέπει να συγχέονται με την κατάσταση που επικρατεί στο πεδίο της ανθρώπινης δράσης, το οποίο χαρακτηρίζεται από την απουσία σταθερών σχέσεων.
Cosmogony, geology, and the history of biological changes are historical disciplines as they deal with unique events of the past. However, they operate exclusively with the epistemological methods of the natural sciences and have no need for understanding. They must sometimes take recourse to only approximate estimates of magnitudes. But such estimates are not judgments of relevance. They are a less perfect method of determining quantitative relations than is “exact” measurement. They must not be confused with the state of affairs in the field of human action which is characterized by the absence of constant relations.
Όταν μιλάμε για ιστορία, έχουμε κατά νου αποκλειστικά την ιστορία της ανθρώπινης δράσης, της οποίας ιδιαίτερο νοητικό εργαλείο είναι η κατανόηση.
If we speak of history, what we have in mind is only the history of human action, whose specific mental tool is understanding.
Ο ισχυρισμός ότι η σύγχρονη φυσική επιστήμη οφείλει όλα τα επιτεύγματά της στην πειραματική μέθοδο αμφισβητείται ορισμένες φορές με επίκληση της αστρονομίας. Η σύγχρονη αστρονομία, όμως, αποτελεί κατ’ ουσίαν εφαρμογή στα ουράνια σώματα των φυσικών νόμων που ανακαλύφθηκαν πειραματικά στη Γη. Κατά το παρελθόν, η αστρονομία βασιζόταν κυρίως στην παραδοχή ότι οι κινήσεις των ουράνιων σωμάτων δεν θα μετέβαλλαν την πορεία τους. Ο Copernicus και ο Kepler απλώς προσπάθησαν να εικάσουν το είδος της καμπύλης πάνω στην οποία κινείται η Γη γύρω από τον Ήλιο. Επειδή ο κύκλος θεωρούνταν η «τελειότερη» καμπύλη, ο Copernicus τον επέλεξε για τη θεωρία του. Αργότερα, μέσω παρόμοιας εικασίας, ο Kepler αντικατέστησε τον κύκλο με την έλλειψη. Μόνο μετά τις ανακαλύψεις του Newton κατέστη η αστρονομία φυσική επιστήμη με την αυστηρή έννοια του όρου.
The assertion that modern natural science owes all its achievements to the experimental method is sometimes assailed by referring to astronomy. Now, modern astronomy is essentially an application of the physical laws, experimentally discovered on the earth, to the celestial bodies. In earlier days astronomy was mainly based on the assumption that the movements of the celestial bodies would not change their course. Copernicus and Kepler simply tried to guess in what kind of curve the earth moves around the sun. As the circle was considered the “most perfect” curve, Copernicus chose it for his theory. Later, by similar guesswork, Kepler substituted the ellipse for the circle. Only since Newton’s discoveries has astronomy become a natural science in the strict sense.
Η ιστορία ασχολείται με μοναδικά και ανεπανάληπτα γεγονότα, με τη μη αναστρέψιμη ροή των ανθρώπινων υποθέσεων. Ένα ιστορικό γεγονός δεν μπορεί να περιγραφεί χωρίς αναφορά στα πρόσωπα που εμπλέκονται σε αυτό, καθώς και στον τόπο και στον χρόνο κατά τον οποίο συνέβη. Στον βαθμό στον οποίο ένα συμβάν μπορεί να εξιστορηθεί χωρίς τέτοια αναφορά, δεν αποτελεί ιστορικό γεγονός, αλλά δεδομένο των φυσικών επιστημών. Η αναφορά ότι ο καθηγητής X πραγματοποίησε, στις 20 Φεβρουαρίου 1945, ένα ορισμένο πείραμα στο εργαστήριό του αποτελεί εξιστόρηση ενός ιστορικού γεγονότος. Ο φυσικός θεωρεί ότι ορθώς αφαιρεί από την περιγραφή το πρόσωπο του πειραματιστή, καθώς και τον χρόνο και τον τόπο του πειράματος. Αναφέρει μόνο εκείνες τις περιστάσεις οι οποίες, κατά τη γνώμη του, είναι σημαντικές για την παραγωγή του επιτευχθέντος αποτελέσματος και οι οποίες, αν επαναληφθούν, θα επιφέρουν εκ νέου το ίδιο αποτέλεσμα. Μετατρέπει το ιστορικό γεγονός σε δεδομένο των εμπειρικών φυσικών επιστημών. Παραβλέπει την ενεργό παρέμβαση του πειραματιστή και προσπαθεί να τον νοηθεί ως αδιάφορο παρατηρητή και καταγραφέα της ανόθευτης πραγματικότητας. Δεν αποτελεί έργο της πραξεολογίας να εξετάσει τα επιστημολογικά ζητήματα αυτής της φιλοσοφίας.
History deals with unique and unrepeatable events, with the irreversible flux of human affairs. A historical event cannot be described without reference to the persons involved and to the place and date of its occurrence. As far as a happening can be narrated without such a reference, it is not a historical event but a fact of the natural sciences. The report that Professor X on February 20, 1945, performed a certain experiment in his laboratory is an account of a historical event. The physicist believes that he is right in abstracting from the person of the experimenter and the date and place of the experiment. He relates only those circumstances which, in his opinion, are relevant for the production of the result achieved and, when repeated, will produce the same result again. He transforms the historical event into a fact of the empirical natural sciences. He disregards the active interference of the experimenter and tries to imagine him as an indifferent observer and relater of unadulterated reality. It is not the task of praxeology to deal with the epistemological issues of this philosophy. The physicists themselves are at last on the way to discovering the flaw in the godlikeness they used to arrogate to themselves.
Μολονότι είναι μοναδικά και ανεπανάληπτα, τα ιστορικά γεγονότα διαθέτουν ένα κοινό γνώρισμα: αποτελούν ανθρώπινη δράση. Η ιστορία τα συλλαμβάνει ως ανθρώπινες πράξεις· αντιλαμβάνεται το νόημά τους με τη βοήθεια της πραξεολογικής γνώσης και το κατανοεί εξετάζοντας τα ατομικά και μοναδικά γνωρίσματά τους. Εκείνο που έχει πάντοτε σημασία για την ιστορία είναι το νόημα που αποδίδουν οι εμπλεκόμενοι άνθρωποι: το νόημα που αποδίδουν στην κατάσταση πραγμάτων την οποία θέλουν να μεταβάλουν, το νόημα που αποδίδουν στις πράξεις τους και το νόημα που αποδίδουν στα αποτελέσματα αυτών των πράξεων.
Although unique and unrepeatable, historical events have one common feature: they are human action. History comprehends them as human actions; it conceives their meaning by the instrumentality of praxeological cognition and understands their meaning in looking at their individual and unique features. What counts for history is always the meaning of the men concerned: the meaning that they attach to the state of affairs they want to alter, the meaning they attach to their actions, and the meaning they attach to the effects produced by the actions.
Η οπτική βάσει της οποίας η ιστορία διατάσσει και ταξινομεί την άπειρη πολλαπλότητα των γεγονότων είναι το νόημά τους. Η μοναδική αρχή την οποία εφαρμόζει για τη συστηματοποίηση των αντικειμένων της —ανθρώπων, ιδεών, θεσμών, κοινωνικών οντοτήτων και τεχνουργημάτων— είναι η συγγένεια νοήματος. Σύμφωνα με αυτή τη συγγένεια, διατάσσει τα επιμέρους στοιχεία σε ιδεατούς τύπους.
The aspect from which history arranges and assorts the infinite multiplicity of events is their meaning. The only principle which it applies for the systemization of its objects—men, ideas, institutions, social entities, and artifacts—is meaning affinity. According to meaning affinity it arranges the elements into ideal types.
Οι ιδεατοί τύποι είναι ειδικές έννοιες που χρησιμοποιούνται στην ιστορική έρευνα και στην παρουσίαση των αποτελεσμάτων της. Αποτελούν έννοιες της κατανόησης. Ως τέτοιες, διαφέρουν εντελώς από τις πραξεολογικές κατηγορίες και έννοιες, καθώς και από τις έννοιες των φυσικών επιστημών. Ο ιδεατός τύπος δεν αποτελεί ταξική έννοια, επειδή η περιγραφή του δεν υποδεικνύει τα γνωρίσματα των οποίων η παρουσία καθορίζει με οριστικό και αναμφίσημο τρόπο την ένταξη σε μια τάξη. Ο ιδεατός τύπος δεν μπορεί να οριστεί· πρέπει να χαρακτηριστεί μέσω της απαρίθμησης εκείνων των γνωρισμάτων των οποίων η παρουσία καθορίζει κατά κανόνα αν, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, βρισκόμαστε ή όχι ενώπιον ενός παραδείγματος που ανήκει στον συγκεκριμένο ιδεατό τύπο.
Ιδιαίτερο γνώρισμα του ιδεατού τύπου είναι ότι δεν απαιτείται να υπάρχουν όλα τα χαρακτηριστικά του σε κάθε επιμέρους παράδειγμα. Το αν η απουσία ορισμένων χαρακτηριστικών εμποδίζει την ένταξη ενός συγκεκριμένου παραδείγματος στον υπό εξέταση ιδεατό τύπο εξαρτάται από μια κρίση περί σημασίας, η οποία διαμορφώνεται μέσω της κατανόησης. Ο ίδιος ο ιδεατός τύπος αποτελεί αποτέλεσμα της κατανόησης των κινήτρων, των ιδεών και των σκοπών των δρώντων ατόμων, καθώς και των μέσων που αυτά χρησιμοποιούν.
Ideal types are the specific notions employed in historical research and in the representation of its results. They are concepts of understanding. As such they are entirely different from praxeological categories and concepts and from the concepts of the natural sciences. An ideal type is not a class concept, because its description does not indicate the marks whose presence definitely and unambiguously determines class membership. An ideal type cannot be defined; it must be characterized by an enumeration of those features whose presence by and large decides whether in a concrete instance we are or are not faced with a specimen belonging to the ideal type in question. It is peculiar to the ideal type that not all its characteristics need to be present in any one example. Whether or not the absence of some characteristics prevents the inclusion of a concrete specimen in the ideal type in question, depends on a relevance judgment by understanding. The ideal type itself is an outcome of an understanding of the motives, ideas, and aims of the acting individuals and of the means they apply.
Ο ιδεατός τύπος δεν έχει απολύτως καμία σχέση με τους στατιστικούς μέσους όρους. Τα περισσότερα από τα σχετικά χαρακτηριστικά δεν επιδέχονται αριθμητικό προσδιορισμό και, για αυτόν και μόνο τον λόγο, δεν θα μπορούσαν να υπεισέλθουν στον υπολογισμό μέσων όρων. Ο κυριότερος λόγος, όμως, βρίσκεται αλλού. Οι στατιστικοί μέσοι όροι περιγράφουν τη συμπεριφορά των μελών μιας τάξης ή ενός τύπου, που έχει ήδη συγκροτηθεί μέσω ενός ορισμού ή χαρακτηρισμού ο οποίος αναφέρεται σε άλλα γνωρίσματα, ως προς χαρακτηριστικά που δεν περιλαμβάνονται σε αυτόν τον ορισμό ή χαρακτηρισμό. Η ένταξη στην τάξη ή στον τύπο πρέπει να είναι γνωστή προτού ο στατιστικολόγος αρχίσει να διερευνά ειδικά χαρακτηριστικά και χρησιμοποιήσει τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας για τον προσδιορισμό ενός μέσου όρου. Μπορούμε να εξακριβώσουμε τη μέση ηλικία των γερουσιαστών των Ηνωμένων Πολιτειών ή να υπολογίσουμε μέσους όρους σχετικά με τη συμπεριφορά μιας ηλικιακής κατηγορίας του πληθυσμού απέναντι σε ένα ειδικό ζήτημα. Είναι, όμως, λογικά αδύνατο να εξαρτήσουμε την ένταξη σε μια τάξη ή σε έναν τύπο από έναν μέσο όρο.
An ideal type has nothing at all to do with statistical means and averages. Most of the characteristics concerned are not open to a numerical determination, and for this reason alone they could not enter into a calculation of averages. But the main reason is to be seen in something else. Statistical averages denote the behavior of the members of a class or a type, already constituted by means of a definition or characterization referring to other marks, with regard to features not referred to in the definition or characterization. The membership of the class or type must be known before the statistician can start investigating special features and use the result of this investigation for the establishment of an average. We can establish the average age of the United States Senators or we can reckon averages concerning the behavior of an age class of the population with regard to a special problem. But it is logically impossible to make the membership of a class or type depend upon an average.
Κανένα ιστορικό πρόβλημα δεν μπορεί να εξεταστεί χωρίς τη βοήθεια ιδεατών τύπων. Ακόμη και όταν ο ιστορικός ασχολείται με ένα συγκεκριμένο πρόσωπο ή με ένα μεμονωμένο γεγονός, δεν μπορεί να αποφύγει την αναφορά σε ιδεατούς τύπους. Αν μιλά για τον Ναπολέοντα, πρέπει να αναφερθεί σε ιδεατούς τύπους όπως ο στρατιωτικός διοικητής, ο δικτάτορας και ο επαναστατικός ηγέτης· και αν ασχολείται με τη Γαλλική Επανάσταση, πρέπει να αναφερθεί σε ιδεατούς τύπους όπως η επανάσταση, η αποσύνθεση ενός καθιερωμένου καθεστώτος και η αναρχία. Είναι δυνατό η αναφορά σε έναν ιδεατό τύπο να συνίσταται απλώς στην απόρριψη της δυνατότητας εφαρμογής του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Όλα, όμως, τα ιστορικά γεγονότα περιγράφονται και ερμηνεύονται μέσω ιδεατών τύπων. Και ο μη ειδικός, όταν ασχολείται με γεγονότα του παρελθόντος ή του μέλλοντος, πρέπει πάντοτε να χρησιμοποιεί ιδεατούς τύπους και πράγματι το κάνει διαρκώς, χωρίς να το αντιλαμβάνεται.
No historical problem can be treated without the aid of ideal types. Even when the historian deals with an individual person or with a single event, he cannot avoid referring to ideal types. If he speaks of Napoleon, he must refer to such ideal types as commander, dictator, revolutionary leader; and if he deals with the French Revolution he must refer to ideal types such as revolution, disintegration of an established regime, anarchy. It may be that the reference to an ideal type consists merely in rejecting its applicability to the case in question. But all historical events are described and interpreted by means of ideal types. The layman too, in dealing with events of the past or of the future, must always make use of ideal types and unwittingly always does so.
Το αν η χρήση ενός συγκεκριμένου ιδεατού τύπου είναι πρόσφορη και συμβάλλει στην επαρκή κατανόηση των φαινομένων μπορεί να κριθεί μόνο μέσω της κατανόησης. Δεν είναι ο ιδεατός τύπος εκείνος που καθορίζει τον τρόπο της κατανόησης· ο τρόπος της κατανόησης είναι εκείνος που απαιτεί την κατασκευή και τη χρήση των αντίστοιχων ιδεατών τύπων.
Whether or not the employment of a definite ideal type is expedient and conducive to an adequate grasp of phenomena can only be decided by understanding. It is not the ideal type which determines the mode of understanding; it is the mode of understanding that requires the construction and use of corresponding ideal types.
Οι ιδεατοί τύποι κατασκευάζονται με τη χρήση ιδεών και εννοιών που έχουν αναπτυχθεί από όλους τους μη ιστορικούς κλάδους της γνώσης. Κάθε γνώση της ιστορίας εξαρτάται, ασφαλώς, από τα πορίσματα των άλλων επιστημών, βασίζεται σε αυτά και δεν πρέπει ποτέ να αντιφάσκει προς αυτά. Η ιστορική γνώση, όμως, έχει διαφορετικό αντικείμενο και διαφορετική μέθοδο από αυτές τις άλλες επιστήμες, οι οποίες, με τη σειρά τους, δεν χρησιμοποιούν την κατανόηση. Επομένως, οι ιδεατοί τύποι δεν πρέπει να συγχέονται με τις έννοιες των μη ιστορικών επιστημών. Αυτό ισχύει επίσης για τις πραξεολογικές κατηγορίες και έννοιες. Αυτές παρέχουν ασφαλώς τα απαραίτητα νοητικά εργαλεία για τη μελέτη της ιστορίας. Δεν αναφέρονται, όμως, στην κατανόηση των μοναδικών και ατομικών γεγονότων που αποτελούν αντικείμενο της ιστορίας. Κατά συνέπεια, ένας ιδεατός τύπος δεν μπορεί ποτέ να αποτελεί απλή υιοθέτηση μιας πραξεολογικής έννοιας.
The ideal types are constructed with the use of ideas and concepts developed by all nonhistorical branches of knowledge. Every cognition of history is, of course, conditioned by the findings of the other sciences, depends upon them, and must never contradict them. But historical knowledge has another subject matter and another method than these other sciences, and they in turn have no use for understanding. Thus the ideal types must not be confused with concepts of the nonhistorical sciences. This is valid also with regard to the praxeological categories and concepts. They provide, to be sure, the indispensable mental tools for the study of history. However, they do not refer to the understanding of the unique and individual events which are the subject matter of history. An ideal type can therefore never be a simple adoption of a praxeological concept.
Σε πολλές περιπτώσεις συμβαίνει ένας όρος που χρησιμοποιείται από την πραξεολογία για να δηλώσει μια πραξεολογική έννοια να χρησιμοποιείται από τον ιστορικό για να δηλώσει έναν ιδεατό τύπο. Τότε ο ιστορικός χρησιμοποιεί την ίδια λέξη για να εκφράσει δύο διαφορετικά πράγματα. Χρησιμοποιεί τον όρο άλλοτε για να δηλώσει την πραξεολογική του σημασία, συχνότερα όμως για να δηλώσει έναν ιδεατό τύπο. Στη δεύτερη περίπτωση, ο ιστορικός προσδίδει στη λέξη νόημα διαφορετικό από το πραξεολογικό· τη μετασχηματίζει, μεταφέροντάς την σε διαφορετικό πεδίο έρευνας.
Η οικονομική έννοια του «επιχειρηματία» ανήκει σε διαφορετικό επίπεδο από τον ιδεατό τύπο του «επιχειρηματία», όπως χρησιμοποιείται στην οικονομική ιστορία και στην περιγραφική οικονομική. Σε ένα τρίτο επίπεδο βρίσκεται ο νομικός όρος «επιχειρηματίας». Ο οικονομικός όρος «επιχειρηματίας» είναι μια επακριβώς ορισμένη έννοια η οποία, στο πλαίσιο της θεωρίας της οικονομίας της αγοράς, δηλώνει μια σαφώς ενταγμένη λειτουργία.21 Ο ιστορικός ιδεατός τύπος του «επιχειρηματία» δεν περιλαμβάνει τα ίδια μέλη. Κανείς, όταν χρησιμοποιεί αυτόν τον ιδεατό τύπο, δεν σκέπτεται τα παιδιά που γυαλίζουν παπούτσια, τους οδηγούς ταξί που είναι ιδιοκτήτες των αυτοκινήτων τους, τους μικρούς επιχειρηματίες και τους μικροκαλλιεργητές.
Όσα διαπιστώνει η οικονομική επιστήμη σχετικά με τους επιχειρηματίες ισχύουν με αυστηρότητα για όλα τα μέλη της συγκεκριμένης τάξης, ανεξάρτητα από τις χρονικές και γεωγραφικές συνθήκες και από τους διάφορους επιχειρηματικούς κλάδους. Όσα διαπιστώνει η οικονομική ιστορία για τους ιδεατούς τύπους της μπορούν να διαφέρουν ανάλογα με τις ιδιαίτερες περιστάσεις διαφορετικών εποχών, χωρών και επιχειρηματικών κλάδων, καθώς και με πολλές άλλες συνθήκες. Η ιστορία χρησιμοποιεί ελάχιστα έναν γενικό ιδεατό τύπο του επιχειρηματία. Ενδιαφέρεται περισσότερο για τύπους όπως: ο Αμερικανός επιχειρηματίας της εποχής του Jefferson, οι γερμανικές βαριές βιομηχανίες κατά την εποχή του Γουλιέλμου Β΄, η υφαντουργική βιομηχανία της Νέας Αγγλίας κατά τις τελευταίες δεκαετίες πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η προτεσταντική υψηλή χρηματοοικονομική τάξη του Παρισιού, οι αυτοδημιούργητοι επιχειρηματίες και ούτω καθεξής.
It happens in many instances that a term used by praxeology to signify a praxeological concept serves to signify an ideal type for the historian. Then the historian uses one word for the expression of two different things. He applies the term sometimes to signify its praxeological connotation, but more often to signify an ideal type. In the latter case the historian attaches to the word a meaning different from its praxeological meaning; he transforms it by transferring it to a different field of inquiry. The two terms connote different things; they are homonyms. The economic concept “entrepreneur” belongs to a stratum other than the ideal type “entrepreneur” as used by economic history and descriptive economics. (On a third stratum lies the legal term “entrepreneur.”) The economic term “entrepreneur” is a precisely defined concept which in the framework of a theory of market economy signifies a clearly integrated function.[21] The historical ideal type “entrepreneur” does not include the same members. Nobody in using it thinks of shoeshine boys, cab drivers who own their cars, small businessmen, and small farmers. What economics establishes with regard to entrepreneurs is rigidly valid for all members of the class without any regard to temporal and geographical conditions and to the various branches of business. What economic history establishes for its ideal types can differ according to the particular circumstances of various ages, countries, branches of business, and many other conditions. History has little use for a general ideal type of entrepreneur. It is more concerned with such types as: the American entrepreneur of the time of Jefferson, German heavy industries in the age of William II, New England textile manufacturing in the last decades preceding the first World War, the Protestant haute finance of Paris, self-made entrepreneurs, and so on.
Το αν πρέπει ή όχι να συνιστάται η χρήση ενός συγκεκριμένου ιδεατού τύπου εξαρτάται αποκλειστικά από τον τρόπο της κατανόησης. Σήμερα χρησιμοποιούνται ευρύτατα δύο ιδεατοί τύποι: τα κόμματα της Αριστεράς —οι Προοδευτικοί— και τα κόμματα της Δεξιάς —οι Φασίστες. Ο πρώτος περιλαμβάνει τις δυτικές δημοκρατίες, ορισμένες λατινοαμερικανικές δικτατορίες και τον ρωσικό μπολσεβικισμό· ο δεύτερος περιλαμβάνει τον ιταλικό φασισμό και τον γερμανικό ναζισμό. Αυτή η τυποποίηση αποτελεί αποτέλεσμα ενός συγκεκριμένου τρόπου κατανόησης. Ένας διαφορετικός τρόπος θα αντιπαρέθετε τη δημοκρατία προς τη δικτατορία. Τότε ο ρωσικός μπολσεβικισμός, ο ιταλικός φασισμός και ο γερμανικός ναζισμός θα ανήκαν στον ιδεατό τύπο της δικτατορικής διακυβέρνησης, ενώ τα δυτικά συστήματα θα ανήκαν στον ιδεατό τύπο της δημοκρατικής διακυβέρνησης.
Whether the use of a definite ideal type is to be recommended or not depends entirely on the mode of understanding. It is quite common nowadays to employ two ideal types: Left-Wing Parties (Progressives) and Right-Wing Parties (Fascists). The former includes the Western democracies, some Latin American dictatorships, and Russian Bolshevism; the latter Italian Fascism and German Nazism. This typification is the outcome of a definite mode of understanding. Another mode would contrast Democracy and Dictatorship. Then Russian Bolshevism, Italian Fascism, and German Nazism belong to the ideal type of dictatorial government, and the Western systems to the ideal type of democratic government.
Θεμελιώδες σφάλμα της Ιστορικής Σχολής των wirtschaftliche Staatswissenschaften στη Γερμανία και του θεσμισμού στην Αμερική υπήρξε η ερμηνεία της οικονομικής επιστήμης ως χαρακτηρισμού της συμπεριφοράς ενός ιδεατού τύπου, του homo oeconomicus. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, η παραδοσιακή ή ορθόδοξη οικονομική επιστήμη δεν ασχολείται με τη συμπεριφορά του ανθρώπου όπως πραγματικά είναι και δρα, αλλά με μια πλασματική ή υποθετική εικόνα του. Απεικονίζει ένα ον που παρακινείται αποκλειστικά από «οικονομικά» κίνητρα, δηλαδή μόνο από την πρόθεση να επιτύχει το μεγαλύτερο δυνατό υλικό ή χρηματικό κέρδος. Ένα τέτοιο ον, υποστηρίζουν οι επικριτές, δεν έχει και ουδέποτε είχε αντίστοιχο στην πραγματικότητα· αποτελεί φάντασμα μιας νόθας θεωρητικολογίας του γραφείου. Κανένας άνθρωπος δεν παρακινείται αποκλειστικά από την επιθυμία να γίνει όσο το δυνατόν πλουσιότερος· πολλοί άνθρωποι δεν επηρεάζονται καθόλου από αυτή την ταπεινή επιθυμία. Είναι μάταιο, κατά την εξέταση της ζωής και της ιστορίας, να αναφέρεται κανείς σε ένα τέτοιο φανταστικό ανθρωπάριο.
It was a fundamental mistake of the Historical School of Wirtschaftliche Staatswissenschaften in Germany and of Institutionalism in America to interpret economics as the characterization of the behavior of an ideal type, the homo oeconomicus. According to this doctrine traditional or orthodox economics does not deal with the behavior of man as he really is and acts, but with a fictitious or hypothetical image. It pictures a being driven exclusively by “economic” motives, i.e., solely by the intention of making the greatest possible material or monetary profit. Such a being does not have and never did have a counterpart in reality; it is a phantom of a spurious armchair philosophy. No man is exclusively motivated by the desire to become as rich as possible; many are not at all influenced by this mean craving. It is vain to refer to such an illusory homunculus in dealing with life and history.
Ακόμη και αν αυτό ήταν πράγματι το νόημα της κλασικής οικονομικής θεωρίας, ο homo oeconomicus ασφαλώς δεν θα αποτελούσε ιδεατό τύπο. Ο ιδεατός τύπος δεν αποτελεί ενσάρκωση μίας πλευράς ή μίας όψης των ποικίλων σκοπών και επιθυμιών του ανθρώπου. Είναι πάντοτε αναπαράσταση σύνθετων φαινομένων της πραγματικότητας, είτε ανθρώπων είτε θεσμών είτε ιδεολογιών.
Even if this really were the meaning of classical economics, the homo oeconomicus would certainly not be an ideal type. The ideal type is not an embodiment of one side or aspect of man’s various aims and desires. It is always the representation of complex phenomena of reality, either of men, of institutions, or of ideologies.
Οι κλασικοί οικονομολόγοι επιδίωξαν να εξηγήσουν τη διαμόρφωση των τιμών. Είχαν πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι οι τιμές δεν αποτελούν προϊόν των δραστηριοτήτων μιας ειδικής ομάδας ανθρώπων, αλλά αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης όλων των μελών της κοινωνίας της αγοράς. Αυτό ήταν το νόημα της διατύπωσής τους ότι η προσφορά και η ζήτηση καθορίζουν τη διαμόρφωση των τιμών. Ωστόσο, οι κλασικοί οικονομολόγοι απέτυχαν στις προσπάθειές τους να παράσχουν μια ικανοποιητική θεωρία της αξίας. Δεν μπόρεσαν να βρουν λύση στο φαινομενικό παράδοξο της αξίας. Προβληματίστηκαν από το υποτιθέμενο παράδοξο ότι ο «χρυσός» αποτιμάται υψηλότερα από τον «σίδηρο», μολονότι ο δεύτερος είναι περισσότερο «χρήσιμος» από τον πρώτο.
Έτσι, δεν μπόρεσαν να συγκροτήσουν μια γενική θεωρία της αξίας ούτε να αναγάγουν τα φαινόμενα της αγοραίας ανταλλαγής και της παραγωγής στις έσχατες πηγές τους, δηλαδή στη συμπεριφορά των καταναλωτών. Αυτή η ανεπάρκεια τους ανάγκασε να εγκαταλείψουν το φιλόδοξο σχέδιό τους να αναπτύξουν μια γενική θεωρία της ανθρώπινης δράσης. Αναγκάστηκαν να αρκεστούν σε μια θεωρία που εξηγούσε μόνο τις δραστηριότητες του επιχειρηματία, χωρίς να ανάγεται στις επιλογές όλων των ανθρώπων ως έσχατους καθοριστικούς παράγοντες. Ασχολήθηκαν μόνο με τις πράξεις επιχειρηματιών που επιδίωκαν να αγοράζουν στη φθηνότερη αγορά και να πωλούν στην ακριβότερη. Ο καταναλωτής παρέμεινε έξω από το πεδίο της θεωρητικής τους ανάλυσης.
Αργότερα, οι επίγονοι της κλασικής οικονομικής θεωρίας εξήγησαν και δικαιολόγησαν αυτή την ανεπάρκεια ως σκόπιμη και μεθοδολογικά αναγκαία διαδικασία. Υποστήριξαν ότι οι οικονομολόγοι είχαν σχεδιάσει εσκεμμένα να περιορίσουν τις έρευνές τους σε μία μόνο όψη της ανθρώπινης επιδίωξης, δηλαδή στην «οικονομική» όψη. Πρόθεσή τους, υποτίθεται, ήταν να χρησιμοποιήσουν την πλασματική εικόνα ενός ανθρώπου που παρακινείται αποκλειστικά από «οικονομικά» κίνητρα και να παραβλέψουν όλα τα άλλα κίνητρα, μολονότι είχαν πλήρη επίγνωση ότι οι πραγματικοί άνθρωποι παρακινούνται από πολλά άλλα, «μη οικονομικά» κίνητρα.
Η εξέταση αυτών των άλλων κινήτρων, υποστήριζε μία ομάδα ερμηνευτών, δεν αποτελεί έργο της οικονομικής επιστήμης, αλλά άλλων κλάδων της γνώσης. Μια άλλη ομάδα παραδεχόταν ότι η εξέταση αυτών των «μη οικονομικών» κινήτρων και της επίδρασής τους στη διαμόρφωση των τιμών αποτελούσε επίσης έργο της οικονομικής επιστήμης, πίστευε όμως ότι έπρεπε να αφεθεί στις μεταγενέστερες γενεές. Σε επόμενο στάδιο των ερευνών μας θα καταδειχθεί ότι αυτή η διάκριση μεταξύ «οικονομικών» και «μη οικονομικών» κινήτρων της ανθρώπινης δράσης είναι αστήρικτη.22 Στο σημείο αυτό έχει σημασία μόνο να αντιληφθούμε ότι η θεωρία περί «οικονομικής» πλευράς της ανθρώπινης δράσης παραποιεί πλήρως τις διδασκαλίες των κλασικών οικονομολόγων.
Οι κλασικοί οικονομολόγοι δεν σκόπευαν ποτέ να πράξουν όσα τους αποδίδει αυτή η θεωρία. Ήθελαν να συλλάβουν την πραγματική διαμόρφωση των τιμών και όχι πλασματικές τιμές, όπως αυτές θα καθορίζονταν αν οι άνθρωποι δρούσαν υπό την επήρεια υποθετικών συνθηκών διαφορετικών από εκείνες που τους επηρεάζουν πραγματικά. Οι τιμές που προσπαθούν να εξηγήσουν και πράγματι εξηγούν — μολονότι δεν τις ανάγουν στις επιλογές των καταναλωτών— είναι πραγματικές αγοραίες τιμές. Η προσφορά και η ζήτηση για τις οποίες μιλούν είναι πραγματικοί παράγοντες, καθοριζόμενοι από όλα τα κίνητρα που ωθούν τους ανθρώπους να αγοράζουν ή να πωλούν.
Το ελάττωμα της θεωρίας τους ήταν ότι δεν ανήγαγαν τη ζήτηση στις επιλογές των καταναλωτών· δεν διέθεταν ικανοποιητική θεωρία της ζήτησης. Δεν πίστευαν, όμως, ότι η ζήτηση, όπως χρησιμοποιούσαν αυτή την έννοια στις πραγματείες τους, καθοριζόταν αποκλειστικά από «οικονομικά» κίνητρα, σε αντιδιαστολή προς τα «μη οικονομικά». Επειδή περιόρισαν τη θεωρητική τους ανάλυση στις πράξεις των επιχειρηματιών, δεν ασχολήθηκαν με τα κίνητρα των τελικών καταναλωτών. Παρ’ όλα αυτά, η θεωρία τους περί τιμών αποσκοπούσε στην εξήγηση των πραγματικών τιμών, ανεξάρτητα από τα κίνητρα και τις ιδέες που ωθούν τους καταναλωτές.
The classical economists sought to explain the formation of prices. They were fully aware of the fact that prices are not a product of the activities of a special group of people, but the result of an interplay of all members of the market society. This was the meaning of their statement that demand and supply determine the formation of prices. However, the classical economists failed in their endeavors to provide a satisfactory theory of value. They were at a loss to find a solution for the apparent paradox of value. They were puzzled by the alleged paradox that “gold” is more highly valued than “iron,” although the latter is more “useful” than the former. Thus they could not construct a general theory of value and could not trace back the phenomena of market exchange and of production to their ultimate sources, the behavior of the consumers. This shortcoming forced them to abandon their ambitious plan to develop a general theory of human action. They had to satisfy themselves with a theory explaining only the activities of the businessman without going back to the choices of everybody as the ultimate determinants. They dealt only with the actions of businessmen eager to buy in the cheapest market and to sell in the dearest. The consumer was left outside the field of their theorizing. Later the epigones of classical economics explained and justified this insufficiency as an intentional and methodologically necessary procedure. It was, they asserted, the deliberate design of the economists to restrict their investigations to only one aspect of human endeavor—namely, to the “economic” aspect. It was their intention to use the fictitious image of a man driven solely by “economic” motives and to neglect all others although they were fully aware of the fact that real men are driven by many other, “noneconomic” motives. To deal with these other motives, one group of these interpreters maintained, is not the task of economics but of other branches of knowledge. Another group admitted that the treatment of these “noneconomic” motives and their influence on the formation of prices was a task of economics also, but they believed that it must be left to later generations. It will be shown at a later stage of our investigations that this distinction between “economic” and “noneconomic” motives of human action is untenable.[22] At this point it is only important to realize that this doctrine of the “economic” side of human action utterly misrepresents the teachings of the classical economists. They never intended to do what this doctrine ascribes to them. They wanted to conceive the real formation of prices—not fictitious prices as they would be determined if men were acting under the sway of hypothetical conditions different from those really influencing them. The prices they try to explain and do explain—although without tracing them back to the choices of the consumers—are real market prices. The demand and supply of which they speak are real factors determined by all motives instigating men to buy or to sell. What was wrong with their theory was that they did not trace demand back to the choices of the consumers; they lacked a satisfactory theory of demand. But it was not their idea that demand as they used this concept in their dissertations was exclusively determined by “economic” motives as distinguished from “noneconomic” motives. As they restricted their theorizing to the actions of businessmen, they did not deal with the motives of the ultimate consumers. Nonetheless their theory of prices was intended as an explanation of real prices irrespective of the motives and ideas instigating the consumers.
Η σύγχρονη υποκειμενιστική οικονομική θεωρία αρχίζει με την επίλυση του φαινομενικού παραδόξου της αξίας. Ούτε περιορίζει τα θεωρήματά της αποκλειστικά στις πράξεις των επιχειρηματιών ούτε ασχολείται με έναν πλασματικό homo oeconomicus. Εξετάζει τις αναπόδραστες κατηγορίες της δράσης κάθε ανθρώπου. Τα θεωρήματά της σχετικά με τις τιμές των αγαθών, τους μισθολογικούς συντελεστές και τα επιτόκια αναφέρονται σε όλα αυτά τα φαινόμενα, ανεξάρτητα από τα κίνητρα που οδηγούν τους ανθρώπους να αγοράσουν ή να πωλήσουν ή να απόσχουν από την αγορά ή την πώληση. Είναι καιρός να εγκαταλειφθεί πλήρως κάθε αναφορά στην αποτυχημένη προσπάθεια δικαιολόγησης της ανεπάρκειας των παλαιότερων οικονομολόγων μέσω της επίκλησης του φαντάσματος του homo oeconomicus.
Modern subjective economics starts with the solution of the apparent paradox of value. It neither limits its theorems to the actions of businessmen alone nor deals with a fictitious homo oeconomicus. It treats the inexorable categories of everybody’s action. Its theorems concerning commodity prices, wage rates, and interest rates refer to all these phenomena without any regard to the motives causing people to buy or to sell or to abstain from buying or selling. It is time to discard entirely any reference to the abortive attempt to justify the shortcomings of older economists through the appeal to the homo oeconomicus phantom.
Το πεδίο της πραξεολογίας είναι η ανάπτυξη και αποσαφήνιση της κατηγορίας της ανθρώπινης δράσης. Το μόνο που απαιτείται για τη συναγωγή όλων των πραξεολογικών θεωρημάτων είναι η γνώση της ουσίας της ανθρώπινης δράσης. Πρόκειται για γνώση που μας ανήκει επειδή είμαστε άνθρωποι· κανένα ον ανθρώπινης καταγωγής, το οποίο παθολογικές καταστάσεις δεν έχουν περιορίσει σε μια απλώς φυτική ύπαρξη, δεν τη στερείται. Δεν απαιτείται καμία ειδική εμπειρία για την κατανόηση αυτών των θεωρημάτων, και καμία εμπειρία, όσο πλούσια και αν ήταν, δεν θα μπορούσε να τα αποκαλύψει σε ένα ον που δεν γνώριζε a priori τι είναι η ανθρώπινη δράση.
Η μοναδική οδός προς τη γνώση αυτών των θεωρημάτων είναι η λογική ανάλυση της εγγενούς γνώσης μας για την κατηγορία της δράσης. Πρέπει να στραφούμε προς τον εαυτό μας και να αναστοχαστούμε τη δομή της ανθρώπινης δράσης. Όπως η λογική και τα μαθηματικά, έτσι και η πραξεολογική γνώση βρίσκεται μέσα μας· δεν προέρχεται από έξω.
The scope of praxeology is the explication of the category of human action. All that is needed for the deduction of all praxeological theorems is knowledge of the essence of human action. It is a knowledge that is our own because we are men; no being of human descent that pathological conditions have not reduced to a merely vegetative existence lacks it. No special experience is needed in order to comprehend these theorems, and no experience, however rich, could disclose them to a being who did not know a priori what human action is. The only way to a cognition of these theorems is logical analysis of our inherent knowledge of the category of action. We must bethink ourselves and reflect upon the structure of human action. Like logic and mathematics, praxeological knowledge is in us; it does not come from without.
Όλες οι έννοιες και όλα τα θεωρήματα της πραξεολογίας εμπεριέχονται στην κατηγορία της ανθρώπινης δράσης. Πρώτο έργο είναι η εξαγωγή και η παραγωγική συναγωγή τους, η ανάπτυξη των συνεπειών τους και ο ορισμός των καθολικών προϋποθέσεων της δράσης ως τέτοιας. Αφού καταδειχθεί ποιες προϋποθέσεις απαιτούνται για κάθε δράση, πρέπει να προχωρήσουμε και να ορίσουμε —ασφαλώς με κατηγορική και τυπική έννοια— τις λιγότερο γενικές προϋποθέσεις που απαιτούνται για ειδικούς τρόπους δράσης. Θα ήταν δυνατό να αντιμετωπιστεί αυτό το δεύτερο έργο με την περιγραφή όλων των νοητών συνθηκών και τη συναγωγή από αυτές όλων των λογικά επιτρεπτών συμπερασμάτων. Ένα τέτοιο ολοκληρωμένο σύστημα θα παρείχε μια θεωρία που δεν θα αναφερόταν μόνο στην ανθρώπινη δράση, όπως αυτή εκδηλώνεται υπό τις συνθήκες και τις περιστάσεις του πραγματικού κόσμου μέσα στον οποίο ζει και δρα ο άνθρωπος. Θα ασχολούνταν εξίσου με την υποθετική δράση που θα λάμβανε χώρα υπό τις απραγματοποίητες συνθήκες φανταστικών κόσμων.
All the concepts and theorems of praxeology are implied in the category of human action. The first task is to extract and to deduce them, to expound their implications and to define the universal conditions of acting as such. Having shown what conditions are required by any action, one must go further and define—of course, in a categorial and formal sense— the less general conditions required for special modes of acting. It would be possible to deal with this second task by delineating all thinkable conditions and deducing from them all inferences logically permissible. Such an allcomprehensive system would provide a theory referring not only to human action as it is under the conditions and circumstances given in the real world in which man lives and acts. It would deal no less with hypothetical acting such as would take place under the unrealizable conditions of imaginary worlds.
Σκοπός, όμως, της επιστήμης είναι η γνώση της πραγματικότητας. Δεν είναι διανοητική γυμναστική ούτε λογικό παίγνιο. Για αυτόν τον λόγο, η πραξεολογία περιορίζει τις έρευνές της στη μελέτη της δράσης υπό τις συνθήκες και τις προϋποθέσεις που υπάρχουν στην πραγματικότητα. Μελετά τη δράση υπό μη πραγματωμένες και απραγματοποίητες συνθήκες μόνο από δύο οπτικές. Ασχολείται με καταστάσεις πραγμάτων οι οποίες, μολονότι δεν υπήρξαν πραγματικές στον σημερινό ή στον παρελθόντα κόσμο, θα μπορούσαν ενδεχομένως να καταστούν πραγματικές κάποια μελλοντική στιγμή. Εξετάζει επίσης μη πραγματικές και απραγματοποίητες συνθήκες, αν μια τέτοια έρευνα είναι αναγκαία για την ικανοποιητική κατανόηση όσων συμβαίνουν υπό τις συνθήκες που υπάρχουν στην πραγματικότητα.
But the end of science is to know reality. It is not mental gymnastics or a logical pastime. Therefore praxeology restricts its inquiries to the study of acting under those conditions and presuppositions which are given in reality. It studies acting under unrealized and unrealizable conditions only from two points of view. It deals with states of affairs which, although not real in the present and past world, could possibly become real at some future date. And it examines unreal and unrealizable conditions if such an inquiry is needed for a satisfactory grasp of what is going on under the conditions present in reality.
Αυτή, ωστόσο, η αναφορά στην εμπειρία δεν θίγει τον απριοριστικό χαρακτήρα της πραξεολογίας και της οικονομικής επιστήμης. Η εμπειρία απλώς κατευθύνει την περιέργειά μας προς ορισμένα προβλήματα και την απομακρύνει από άλλα. Μας υποδεικνύει τι πρέπει να ερευνήσουμε, αλλά δεν μας λέει πώς μπορούμε να προχωρήσουμε στην αναζήτηση της γνώσης. Επιπλέον, δεν είναι η εμπειρία αλλά αποκλειστικά η σκέψη εκείνη που μας διδάσκει ότι —και σε ποιες περιπτώσεις— είναι αναγκαίο να διερευνήσουμε απραγματοποίητες υποθετικές συνθήκες, προκειμένου να κατανοήσουμε όσα συμβαίνουν στον πραγματικό κόσμο.
However, this reference to experience does not impair the aprioristic character of praxeology and economics. Experience merely directs our curiosity toward certain problems and diverts it from other problems. It tells us what we should explore, but it does not tell us how we could proceed in our search for knowledge. Moreover, it is not experience but thinking alone which teaches us that, and in what instances, it is necessary to investigate unrealizable hypothetical conditions in order to conceive what is going on in the real world.
Η αρνητική χρησιμότητα της εργασίας δεν έχει κατηγορικό και απριοριστικό χαρακτήρα. Μπορούμε, χωρίς να περιέλθουμε σε αντίφαση, να διανοηθούμε έναν κόσμο στον οποίο η εργασία δεν προκαλεί δυσφορία και να περιγράψουμε την κατάσταση πραγμάτων που θα επικρατούσε σε έναν τέτοιο κόσμο.23 Ο πραγματικός κόσμος, όμως, καθορίζεται από την αρνητική χρησιμότητα της εργασίας. Μόνο τα θεωρήματα που βασίζονται στην παραδοχή ότι η εργασία αποτελεί πηγή δυσφορίας μπορούν να εφαρμοστούν στην κατανόηση όσων συμβαίνουν σε αυτόν τον κόσμο.
The disutility of labor is not of a categorial and aprioristic character. We can without contradiction think of a world in which labor does not cause uneasiness, and we can depict the state of affairs prevailing in such a world.[23] But the real world is conditioned by the disutility of labor. Only theorems based on the assumption that labor is a source of uneasiness are applicable for the comprehension of what is going on in this world.
Η εμπειρία διδάσκει ότι υπάρχει αρνητική χρησιμότητα της εργασίας. Δεν το διδάσκει, όμως, άμεσα. Δεν υπάρχει κάποιο φαινόμενο που να εμφανίζεται αφ’ εαυτού ως αρνητική χρησιμότητα της εργασίας. Υπάρχουν μόνο δεδομένα της εμπειρίας τα οποία, βάσει της απριοριστικής γνώσης, ερμηνεύονται ως ένδειξη ότι οι άνθρωποι θεωρούν τον ελεύθερο χρόνο —δηλαδή την απουσία εργασίας—, εφόσον οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι, περισσότερο επιθυμητή κατάσταση από την καταβολή εργασίας. Παρατηρούμε ότι οι άνθρωποι παραιτούνται από πλεονεκτήματα που θα μπορούσαν να αποκτήσουν εργαζόμενοι περισσότερο· ότι, δηλαδή, είναι πρόθυμοι να υποβληθούν σε θυσίες για να αποκτήσουν ελεύθερο χρόνο. Από το γεγονός αυτό συνάγουμε ότι ο ελεύθερος χρόνος αποτιμάται ως αγαθό και ότι η εργασία θεωρείται επιβάρυνση. Χωρίς προγενέστερη πραξεολογική γνώση, δεν θα μπορούσαμε ποτέ να καταλήξουμε σε αυτό το συμπέρασμα.
Experience teaches that there is disutility of labor. But it does not teach it directly. There is no phenomenon that introduces itself as disutility of labor. There are only data of experience which are interpreted, on the ground of aprioristic knowledge, to mean that men consider leisure—i.e., the absence of labor—other things being equal, as a more desirable condition than the expenditure of labor. We see that men renounce advantages which they could get by working more—that is, that they are ready to make sacrifices for the attainment of leisure. We infer from this fact that leisure is valued as a good and that labor is regarded as a burden. But for previous praxeological insight, we would never be in a position to reach this conclusion.
Μια θεωρία της έμμεσης ανταλλαγής και όλες οι περαιτέρω θεωρίες που οικοδομούνται πάνω σε αυτή —όπως η θεωρία της κυκλοφοριακής πίστης— μπορούν να εφαρμοστούν μόνο στην ερμηνεία γεγονότων μέσα σε έναν κόσμο στον οποίο εφαρμόζεται η έμμεση ανταλλαγή. Σε έναν κόσμο όπου θα υπήρχε μόνο αντιπραγματισμός, θα αποτελούσαν απλώς διανοητικό παίγνιο. Είναι απίθανο οι οικονομολόγοι ενός τέτοιου κόσμου —αν μπορούσε καν να αναδυθεί σε αυτόν η οικονομική επιστήμη— να είχαν στρέψει τη σκέψη τους στα προβλήματα της έμμεσης ανταλλαγής, του χρήματος και όλων των συναφών ζητημάτων. Στον πραγματικό μας κόσμο, όμως, τέτοιες μελέτες αποτελούν ουσιώδες μέρος της οικονομικής θεωρίας.
A theory of indirect exchange and all further theories built upon it—as the theory of circulation credit—are applicable only to the interpretation of events within a world in which indirect exchange is practiced. In a world of barter trade only it would be mere intellectual play. It is unlikely that the economists of such a world, if economic science could have emerged at all in it, would have given any thought to the problems of indirect exchange, money, and all the rest. In our actual world, however, it is an essential part of economic theory.
Το γεγονός ότι η πραξεολογία, προσηλωμένη στην κατανόηση της πραγματικότητας, επικεντρώνεται στη διερεύνηση των προβλημάτων που είναι χρήσιμα για αυτόν τον σκοπό δεν μεταβάλλει τον απριοριστικό χαρακτήρα του συλλογισμού της. Καθορίζει, όμως, τον τρόπο με τον οποίο η οικονομική επιστήμη —το μοναδικό έως σήμερα επεξεργασμένο μέρος της πραξεολογίας— παρουσιάζει τα αποτελέσματα των προσπαθειών της.
The fact that praxeology, in fixing its eye on the comprehension of reality, concentrates upon the investigation of those problems which are useful for this purpose, does not alter the aprioristic character of its reasoning. But it marks the way in which economics, up to now the only elaborated part of praxeology, presents the results of its endeavors.
Η οικονομική επιστήμη δεν ακολουθεί τη διαδικασία της λογικής και των μαθηματικών. Δεν παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο σύστημα καθαρού απριοριστικού συλλογισμού, αποκομμένο από κάθε αναφορά στην πραγματικότητα. Όταν εισάγει παραδοχές στον συλλογισμό της, βεβαιώνεται ότι η εξέταση των σχετικών παραδοχών μπορεί να προσφέρει χρήσιμες υπηρεσίες για την κατανόηση της πραγματικότητας. Στις πραγματείες και στις μονογραφίες της δεν διαχωρίζει αυστηρά την καθαρή επιστήμη από την εφαρμογή των θεωρημάτων της στην επίλυση συγκεκριμένων ιστορικών και πολιτικών προβλημάτων. Για την οργανωμένη παρουσίαση των αποτελεσμάτων της υιοθετεί μια μορφή στην οποία η απριοριστική θεωρία και η ερμηνεία των ιστορικών φαινομένων διαπλέκονται.
Economics does not follow the procedure of logic and mathematics. It does not present an integrated system of pure aprioristic ratiocination severed from any reference to reality. In introducing assumptions into its reasoning, it satisfies itself that the treatment of the assumptions concerned can render useful services for the comprehension of reality. It does not strictly separate in its treatises and monographs pure science from the application of its theorems to the solution of concrete historical and political problems. It adopts for the organized presentation of its results a form in which aprioristic theory and the interpretation of historical phenomena are intertwined.
Είναι προφανές ότι η ίδια η φύση και η ουσία του αντικειμένου της οικονομικής επιστήμης επιβάλλουν αυτόν τον τρόπο εργασίας. Η προσφορότητά του έχει αποδειχθεί. Δεν πρέπει, όμως, να παραβλέπεται ότι η χρήση αυτής της ιδιόμορφης και, από λογική άποψη, κάπως ασυνήθιστης διαδικασίας απαιτεί προσοχή και λεπτότητα και ότι οι άκριτοι και επιφανειακοί νόες έχουν επανειλημμένα παραπλανηθεί από την απρόσεκτη σύγχυση των δύο επιστημολογικά διαφορετικών μεθόδων που εμπεριέχονται σε αυτήν.
It is obvious that this mode of procedure is enjoined upon economics by the very nature and essence of its subject matter. It has given proof of its expediency. However, one must not overlook the fact that the manipulation of this singular and logically somewhat strange procedure requires caution and subtlety, and that uncritical and superficial minds have again and again been led astray by careless confusion of the two epistemologically different methods implied.
Δεν υπάρχει ούτε ιστορική μέθοδος της οικονομικής επιστήμης ούτε αυτοτελής επιστήμη της θεσμικής οικονομικής. Υπάρχει η οικονομική επιστήμη και υπάρχει η οικονομική ιστορία. Οι δύο δεν πρέπει ποτέ να συγχέονται. Όλα τα θεωρήματα της οικονομικής επιστήμης ισχύουν αναγκαστικά σε κάθε περίπτωση στην οποία συντρέχουν όλες οι προϋποτιθέμενες παραδοχές. Ασφαλώς, δεν έχουν πρακτική σημασία σε καταστάσεις στις οποίες αυτές οι προϋποθέσεις δεν υφίστανται. Τα θεωρήματα που αναφέρονται στην έμμεση ανταλλαγή δεν εφαρμόζονται σε συνθήκες στις οποίες δεν υπάρχει έμμεση ανταλλαγή. Αυτό, όμως, δεν θίγει την εγκυρότητά τους.24
There are no such things as a historical method of economics or a discipline of institutional economics. There is economics and there is economic history. The two must never be confused. All theorems of economics are necessarily valid in every instance in which all the assumptions presupposed are given. Of course, they have no practical significance in situations where these conditions are not established. The theorems referring to indirect exchange are not applicable to conditions where there is no indirect exchange. But this does not impair their validity. [24]
Το ζήτημα έχει συσκοτιστεί από τις προσπάθειες των κυβερνήσεων και των ισχυρών ομάδων πίεσης να υποτιμήσουν την οικονομική επιστήμη και να δυσφημήσουν τους οικονομολόγους. Οι δεσπότες και οι δημοκρατικές πλειοψηφίες είναι μεθυσμένοι από την εξουσία. Αναγκάζονται απρόθυμα να παραδεχθούν ότι υπόκεινται στους νόμους της φύσης. Απορρίπτουν, όμως, ακόμη και την ίδια την έννοια του οικονομικού νόμου. Δεν είναι άραγε οι υπέρτατοι νομοθέτες; Δεν έχουν τη δύναμη να συντρίψουν κάθε αντίπαλο; Κανένας πολέμαρχος δεν είναι πρόθυμος να αναγνωρίσει άλλα όρια πέρα από εκείνα που του επιβάλλει μια ανώτερη ένοπλη δύναμη. Δουλοπρεπείς γραφιάδες είναι πάντοτε πρόθυμοι να ενισχύσουν αυτή την αυταρέσκεια, αναπτύσσοντας τις κατάλληλες θεωρίες. Αποκαλούν τις διαστρεβλωμένες υποθέσεις τους «ιστορική οικονομική». Στην πραγματικότητα, η οικονομική ιστορία αποτελεί μια μακρά καταγραφή κυβερνητικών πολιτικών που απέτυχαν επειδή σχεδιάστηκαν με προκλητική περιφρόνηση προς τους νόμους της οικονομικής επιστήμης.
The issue has been obfuscated by the endeavors of governments and powerful pressure groups to disparage economics and to defame the economists. Princes and democratic majorities are drunk with power. They must reluctantly admit that they are subject to the laws of nature. But they reject the very notion of economic law. Are they not the supreme legislators? Don’t they have the power to crush every opponent? No war lord is prone to acknowledge any limits other than those imposed on him by a superior armed force. Servile scribblers are always ready to foster such complacency by expounding the appropriate doctrines. They call their garbled presumptions “historical economics.” In fact, economic history is a long record of government policies that failed because they were designed with a bold disregard for the laws of economics.
Είναι αδύνατο να κατανοηθεί η ιστορία της οικονομικής σκέψης αν δεν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η οικονομική επιστήμη ως τέτοια αποτελεί πρόκληση για την αλαζονεία εκείνων που κατέχουν την εξουσία. Ένας οικονομολόγος δεν μπορεί ποτέ να είναι ευνοούμενος των αυταρχικών ηγετών και των δημαγωγών. Για αυτούς αποτελεί πάντοτε ταραχοποιό· και όσο περισσότερο είναι ενδόμυχα πεπεισμένοι ότι οι αντιρρήσεις του είναι βάσιμες, τόσο περισσότερο τον μισούν.
It is impossible to understand the history of economic thought if one does not pay attention to the fact that economics as such is a challenge to the conceit of those in power. An economist can never be a favorite of autocrats and demagogues. With them he is always the mischief-maker, and the more they are inwardly convinced that his objections are well founded, the more they hate him.
Απέναντι σε όλη αυτή τη φρενήρη πολεμική, είναι σκόπιμο να διαπιστωθεί ότι η αφετηρία κάθε πραξεολογικού και οικονομικού συλλογισμού —η κατηγορία της ανθρώπινης δράσης— είναι απρόσβλητη από κάθε κριτική και αντίρρηση. Καμία επίκληση οποιωνδήποτε ιστορικών ή εμπειρικών παρατηρήσεων δεν μπορεί να εντοπίσει σφάλμα στην πρόταση ότι οι άνθρωποι επιδιώκουν σκόπιμα ορισμένους επιλεγμένους σκοπούς. Καμία αναφορά στην ανορθολογικότητα, στα ανεξιχνίαστα βάθη της ανθρώπινης ψυχής, στον αυθορμητισμό των φαινομένων της ζωής, στους αυτοματισμούς, στα αντανακλαστικά και στους τροπισμούς δεν μπορεί να αναιρέσει τη διατύπωση ότι ο άνθρωπος χρησιμοποιεί τον λόγο του για την πραγματοποίηση επιθυμιών και πόθων.
Από το ακλόνητο θεμέλιο της κατηγορίας της ανθρώπινης δράσης, η πραξεολογία και η οικονομική επιστήμη προχωρούν βήμα προς βήμα μέσω διαλογικού συλλογισμού. Ορίζοντας με ακρίβεια τις παραδοχές και τις προϋποθέσεις, κατασκευάζουν ένα σύστημα εννοιών και συνάγουν όλα τα συμπεράσματα που εμπεριέχονται σε έναν λογικά απρόσβλητο συλλογισμό. Απέναντι στα αποτελέσματα που αποκτώνται με αυτόν τον τρόπο είναι δυνατές μόνο δύο στάσεις: είτε μπορεί κάποιος να αποκαλύψει λογικά σφάλματα στην αλυσίδα των παραγωγικών συλλογισμών από τους οποίους προέκυψαν αυτά τα αποτελέσματα είτε πρέπει να αναγνωρίσει την ορθότητα και την εγκυρότητά τους.
In the face of all this frenzied agitation it is expedient to establish the fact that the starting point of all praxeological and economic reasoning, the category of human action, is proof against any criticisms and objections. No appeal to any historical or empirical considerations whatever can discover any fault in the proposition that men purposefully aim at certain chosen ends. No talk about irrationality, the unfathomable depths of the human soul, the spontaneity of the phenomena of life, automatisms, reflexes, and tropisms, can invalidate the statement that man makes use of his reason for the realization of wishes and desires. From the unshakable foundation of the category of human action praxeology and economics proceed step by step by means of discursive reasoning. Precisely defining assumptions and conditions, they construct a system of concepts and draw all the inferences implied by logically unassailable ratiocination. With regard to the results thus obtained only two attitudes are possible: either one can unmask logical errors in the chain of the deductions which produced these results, or one must acknowledge their correctness and validity.
Είναι μάταιο να αντιτείνει κανείς ότι η ζωή και η πραγματικότητα δεν είναι λογικές. Η ζωή και η πραγματικότητα δεν είναι ούτε λογικές ούτε παράλογες· είναι απλώς δεδομένες. Η λογική, όμως, είναι το μοναδικό εργαλείο που διαθέτει ο άνθρωπος για την κατανόηση και των δύο. Είναι μάταιο να αντιτείνει κανείς ότι η ζωή και η ιστορία είναι ανεξιχνίαστες και ανέκφραστες και ότι ο ανθρώπινος λόγος δεν μπορεί ποτέ να διεισδύσει στον εσωτερικό τους πυρήνα. Οι επικριτές αντιφάσκουν προς τον εαυτό τους όταν μιλούν για το ανέκφραστο και αναπτύσσουν θεωρίες —ασφαλώς νόθες θεωρίες— σχετικά με το ανεξιχνίαστο. Υπάρχουν πολλά πράγματα που βρίσκονται πέρα από τα όρια του ανθρώπινου νου. Στον βαθμό, όμως, στον οποίο ο άνθρωπος είναι ικανός να αποκτήσει οποιαδήποτε γνώση, όσο περιορισμένη και αν είναι, μπορεί να χρησιμοποιήσει μόνο μία οδό προσέγγισης: εκείνη που ανοίγει ο λόγος.
It is vain to object that life and reality are not logical. Life and reality are neither logical nor illogical; they are simply given. But logic is the only tool available to man for the comprehension of both. It is vain to object that life and history are inscrutable and ineffable and that human reason can never penetrate to their inner core. The critics contradict themselves in uttering words about the ineffable and expounding theories—of course, spurious theories—about the unfathomable. There are many things beyond the reach of the human mind. But as far as man is able to attain any knowledge, however limited, he can use only one avenue of approach, that opened by reason.
Εξίσου ανεδαφικές είναι οι προσπάθειες να αντιπαρατεθεί η κατανόηση στα θεωρήματα της οικονομικής επιστήμης. Το πεδίο της ιστορικής κατανόησης είναι αποκλειστικά η διασαφήνιση εκείνων των προβλημάτων τα οποία δεν μπορούν να διασαφηνιστούν πλήρως από τις μη ιστορικές επιστήμες. Η κατανόηση δεν πρέπει ποτέ να αντιφάσκει προς τις θεωρίες που αναπτύσσουν οι μη ιστορικές επιστήμες. Δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο παρά, αφενός, να εξακριβώσει ότι οι άνθρωποι παρακινήθηκαν από ορισμένες ιδέες, επιδίωξαν ορισμένους σκοπούς και χρησιμοποίησαν ορισμένα μέσα για την επίτευξή τους και, αφετέρου, να αποδώσει στους διάφορους ιστορικούς παράγοντες τη σημασία τους, στον βαθμό στον οποίο αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί από τις μη ιστορικές επιστήμες. Η κατανόηση δεν παρέχει στον σύγχρονο ιστορικό το δικαίωμα να ισχυριστεί ότι ο εξορκισμός υπήρξε ποτέ κατάλληλο μέσο θεραπείας ασθενών αγελάδων. Ούτε του επιτρέπει να υποστηρίξει ότι κάποιος οικονομικός νόμος δεν ίσχυε στην αρχαία Ρώμη ή στην αυτοκρατορία των Ίνκας.
No less illusory are the endeavors to play off understanding against the theorems of economics. The domain of historical understanding is exclusively the elucidation of those problems which cannot be entirely elucidated by the nonhistorical sciences. Understanding must never contradict the theories developed by the nonhistorical sciences. Understanding can never do anything but, on the one hand, establish the fact that people were motivated by certain ideas, aimed at certain ends, and applied certain means for the attainment of these ends, and, on the other hand, assign to the various historical factors their relevance so far as this cannot be achieved by the nonhistorical sciences. Understanding does not entitle the modern historian to assert that exorcism ever was an appropriate means to cure sick cows. Neither does it permit him to maintain that an economic law was not valid in ancient Rome or in the empire of the Incas.
Ο άνθρωπος δεν είναι αλάνθαστος. Αναζητεί την αλήθεια —δηλαδή την πληρέστερη δυνατή κατανόηση της πραγματικότητας, στον βαθμό στον οποίο η δομή του νου και του λόγου του την καθιστά προσιτή. Ο άνθρωπος δεν μπορεί ποτέ να καταστεί παντογνώστης. Δεν μπορεί ποτέ να είναι απολύτως βέβαιος ότι οι έρευνές του δεν παραπλανήθηκαν και ότι εκείνο που θεωρεί βέβαιη αλήθεια δεν αποτελεί σφάλμα. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να υποβάλλει επανειλημμένα όλες τις θεωρίες του στην κριτικότερη δυνατή επανεξέταση. Για τον οικονομολόγο, αυτό σημαίνει να ανάγει όλα τα θεωρήματα στην αναμφισβήτητη και βέβαιη έσχατη βάση τους, την κατηγορία της ανθρώπινης δράσης, και να ελέγχει με την προσεκτικότερη δυνατή εξέταση όλες τις παραδοχές και τις συναγωγές που οδηγούν από αυτή τη βάση στο υπό εξέταση θεώρημα. Δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η διαδικασία αυτή παρέχει εγγύηση κατά του σφάλματος. Αποτελεί, όμως, αναμφίβολα την αποτελεσματικότερη μέθοδο αποφυγής του.
Man is not infallible. He searches for truth—that is, for the most adequate comprehension of reality as far as the structure of his mind and reason makes it accessible to him. Man can never become omniscient. He can never be absolutely certain that his inquiries were not misled and that what he considers as certain truth is not error. All that man can do is submit all his theories again and attain to the most critical reexamination. This means for the economist to trace back all theorems to their unquestionable and certain ultimate basis, the category of human action, and to test by the most careful scrutiny all assumptions and inferences leading from this basis to the theorem under examination. It cannot be contended that this procedure is a guarantee against error. But it is undoubtedly the most effective method of avoiding error.
Η πραξεολογία —και, κατά συνέπεια, η οικονομική επιστήμη— είναι παραγωγικό σύστημα. Αντλεί την ισχύ της από την αφετηρία των παραγωγικών συλλογισμών της, την κατηγορία της δράσης. Κανένα οικονομικό θεώρημα δεν μπορεί να θεωρηθεί έγκυρο αν δεν είναι σταθερά συνδεδεμένο με αυτό το θεμέλιο μέσω μιας αδιάψευστης αλυσίδας συλλογισμών. Μια πρόταση που διακηρύσσεται χωρίς τέτοια σύνδεση είναι αυθαίρετη και αιωρείται στο κενό. Είναι αδύνατο να εξεταστεί ένας ειδικός τομέας της οικονομικής επιστήμης αν δεν ενταχθεί σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα δράσης.
Praxeology—and consequently economics too—is a deductive system. It draws its strength from the starting point of its deductions, from the category of action. No economic theorem can be considered sound that is not solidly fastened upon this foundation by an irrefutable chain of reasoning. A statement proclaimed without such a connection is arbitrary and floats in midair. It is impossible to deal with a special segment of economics if one does not encase it in a complete system of action.
Οι εμπειρικές επιστήμες ξεκινούν από μεμονωμένα γεγονότα και προχωρούν από το μοναδικό και ατομικό προς το γενικότερο. Ο τρόπος εξέτασής τους επιδέχεται εξειδίκευση. Μπορούν να ασχολούνται με επιμέρους τομείς χωρίς να λαμβάνουν υπόψη ολόκληρο το πεδίο. Ο οικονομολόγος δεν πρέπει ποτέ να είναι εξειδικευμένος με αυτή την έννοια. Κατά την εξέταση οποιουδήποτε προβλήματος, πρέπει πάντοτε να έχει το βλέμμα του στραμμένο προς το συνολικό σύστημα.
The empirical sciences start from singular events and proceed from the unique and individual to the more universal. Their treatment is subject to specialization. They can deal with segments without paying attention to the whole field. The economist must never be a specialist. In dealing with any problem he must always fix his glance upon the whole system.
Οι ιστορικοί συχνά σφάλλουν ως προς αυτό. Είναι πρόθυμοι να επινοούν ad hoc θεωρήματα. Ορισμένες φορές δεν αναγνωρίζουν ότι είναι αδύνατο να αφαιρεθούν αιτιώδεις σχέσεις από τη μελέτη σύνθετων φαινομένων. Η αξίωσή τους να διερευνήσουν την πραγματικότητα χωρίς καμία αναφορά σε όσα υποτιμούν ως προκατασκευασμένες ιδέες είναι μάταιη. Στην πραγματικότητα, εφαρμόζουν χωρίς να το αντιλαμβάνονται διαδεδομένες θεωρίες, οι οποίες έχουν προ πολλού αποκαλυφθεί ως εσφαλμένες και αντιφατικές.
Historians often sin in this respect. They are ready to invent theorems ad hoc. They sometimes fail to recognize that it is impossible to abstract any causal relations from the study of complex phenomena. Their pretension to investigate reality without any reference to what they disparage as preconceived ideas is vain. In fact they unwittingly apply popular doctrines long since unmasked as fallacious and contradictory.
11. Οι περιορισμοί των πραξεολογικών εννοιών
↗ στη σελίδα του βιβλίου11. The Limitations on Praxeological Concepts
Οι πραξεολογικές κατηγορίες και έννοιες έχουν διαμορφωθεί για την κατανόηση της ανθρώπινης δράσης. Καθίστανται αντιφατικές και παράλογες όταν επιχειρεί κανείς να τις εφαρμόσει σε συνθήκες διαφορετικές από εκείνες της ανθρώπινης ζωής. Ο αφελής ανθρωπομορφισμός των πρωτόγονων θρησκειών είναι απαράδεκτος για τον φιλοσοφικό νου. Οι προσπάθειες, όμως, των φιλοσόφων να ορίσουν, μέσω της χρήσης πραξεολογικών εννοιών, τις ιδιότητες ενός απόλυτου όντος απαλλαγμένου από όλους τους περιορισμούς και τις αδυναμίες της ανθρώπινης ύπαρξης δεν είναι λιγότερο αμφισβητήσιμες.
The praxeological categories and concepts are devised for the comprehension of human action. They become self-contradictory and nonsensical if one tries to apply them in dealing with conditions different from those of human life. The naïve anthropomorphism of primitive religions is unpalatable to the philosophic mind. However, the endeavors of philosophers to define neatly the attributes of an absolute being, free from all the limitations and frailties of human existence, by the use of praxeological concepts, are no less questionable.
Οι σχολαστικοί φιλόσοφοι και θεολόγοι, όπως επίσης οι θεϊστές και οι ντεϊστές της Εποχής του Λόγου, συνέλαβαν ένα απόλυτο και τέλειο ον, αμετάβλητο, παντοδύναμο και παντογνώστη, το οποίο, παρ’ όλα αυτά, σχεδιάζει και δρα, επιδιώκει σκοπούς και χρησιμοποιεί μέσα για την επίτευξή τους. Η δράση, όμως, μπορεί να αποδοθεί μόνο σε ένα ανικανοποίητο ον, και η επαναλαμβανόμενη δράση μόνο σε ένα ον που στερείται της δύναμης να άρει άπαξ και διά παντός τη δυσφορία του με μία και μόνη ενέργεια. Ένα δρων ον είναι ανικανοποίητο και, επομένως, όχι παντοδύναμο. Αν ήταν ικανοποιημένο, δεν θα δρούσε· και αν ήταν παντοδύναμο, θα είχε προ πολλού εξαλείψει ριζικά τη δυσαρέσκειά του.
Για ένα παντοδύναμο ον δεν υπάρχει πίεση να επιλέξει μεταξύ διαφορετικών καταστάσεων δυσφορίας· δεν βρίσκεται υπό την ανάγκη να συμβιβαστεί με το μικρότερο κακό. Παντοδυναμία θα σήμαινε τη δύναμη να επιτυγχάνει τα πάντα και να απολαμβάνει πλήρη ικανοποίηση χωρίς να περιορίζεται από οποιοδήποτε όριο. Αυτό, όμως, είναι ασύμβατο με την ίδια την έννοια της δράσης. Για ένα παντοδύναμο ον δεν υπάρχουν οι κατηγορίες των σκοπών και των μέσων. Βρίσκεται υπεράνω κάθε ανθρώπινης σύλληψης, έννοιας και κατανόησης. Για το παντοδύναμο ον, κάθε «μέσο» παρέχει απεριόριστες υπηρεσίες· μπορεί να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε «μέσο» για την επίτευξη οποιουδήποτε σκοπού και μπορεί να επιτύχει κάθε σκοπό χωρίς τη χρησιμοποίηση κανενός μέσου.
Υπερβαίνει τις ικανότητες του ανθρώπινου νου η συνεπής ανάπτυξη της έννοιας της παντοδυναμίας μέχρι τις έσχατες λογικές συνέπειές της. Τα παράδοξα είναι άλυτα. Έχει το παντοδύναμο ον τη δύναμη να δημιουργήσει κάτι που θα είναι απρόσβλητο από τη μεταγενέστερη παρέμβασή του; Αν έχει αυτή τη δύναμη, τότε υπάρχουν όρια στην ισχύ του και δεν είναι πλέον παντοδύναμο· αν δεν έχει αυτή τη δύναμη, και μόνο εξαιτίας αυτού του γεγονότος δεν είναι παντοδύναμο.
Scholastic philosophers and theologians and likewise Theists and Deists of the Age of Reason conceived an absolute and perfect being, unchangeable, omnipotent, and omniscient, and yet planning and acting, aiming at ends and employing means for the attainment of these ends. But action can only be imputed to a discontented being, and repeated action only to a being who lacks the power to remove his uneasiness once and for all at one stroke. An acting being is discontented and therefore not almighty. If he were contented, he would not act, and if he were almighty, he would have long since radically removed his discontent. For an allpowerful being there is no pressure to choose between various states of uneasiness; he is not under the necessity of acquiescing in the lesser evil. Omnipotence would mean the power to achieve everything and to enjoy full satisfaction without being restrained by any limitations. But this is incompatible with the very concept of action. For an almighty being the categories of ends and means do not exist. He is above all human comprehension, concepts, and understanding. For the almighty being every “means” renders unlimited services, he can apply every “means” for the attainment of any ends, he can achieve every end without the employment of any means. It is beyond the faculties of the human mind to think the concept of almightiness consistently to its ultimate logical consequences. The paradoxes are insoluble. Has the almighty being the power to achieve something which is immune to his later interference? If he has this power, then there are limits to his might and he is no longer almighty; if he lacks this power, he is by virtue of this fact alone not almighty.
Είναι συμβατές η παντοδυναμία και η παντογνωσία; Η παντογνωσία προϋποθέτει ότι όλα τα μελλοντικά γεγονότα είναι ήδη αμετάκλητα καθορισμένα. Αν υπάρχει παντογνωσία, η παντοδυναμία είναι αδιανόητη. Η αδυναμία μεταβολής οποιουδήποτε στοιχείου στην προκαθορισμένη πορεία των γεγονότων θα περιόριζε τη δύναμη κάθε δρώντος παράγοντα.
Are omnipotence and omniscience compatible? Omniscience presupposes that all future happenings are already unalterably determined. If there is omniscience, omnipotence is inconceivable. Impotence to change anything in the predetermined course of events would restrict the power of any agent.
Η δράση αποτελεί εκδήλωση περιορισμένης ισχύος και ελέγχου. Αποτελεί εκδήλωση του ανθρώπου, ο οποίος περιορίζεται από τις πεπερασμένες δυνάμεις του νου του, τη φυσιολογική φύση του σώματός του, τις μεταπτώσεις του περιβάλλοντός του και τη σπανιότητα των εξωτερικών παραγόντων από τους οποίους εξαρτάται η ευημερία του. Είναι μάταιο να αναφέρεται κανείς στις ατέλειες και στις αδυναμίες της ανθρώπινης ζωής, όταν επιδιώκει να απεικονίσει κάτι απολύτως τέλειο. Η ίδια η ιδέα της απόλυτης τελειότητας είναι από κάθε άποψη αντιφατική.
Η κατάσταση απόλυτης τελειότητας πρέπει να νοηθεί ως πλήρης, οριστική και μη υποκείμενη σε οποιαδήποτε μεταβολή. Η μεταβολή θα μπορούσε μόνο να μειώσει την τελειότητά της και να τη μετατρέψει σε λιγότερο τέλεια κατάσταση· ακόμη και η απλή δυνατότητα επέλευσης μιας μεταβολής είναι ασύμβατη με την έννοια της απόλυτης τελειότητας. Η απουσία μεταβολής, όμως —δηλαδή η τέλεια αμεταβλητότητα, ακαμψία και ακινησία— ισοδυναμεί με απουσία ζωής. Η ζωή και η τελειότητα είναι ασύμβατες· το ίδιο, όμως, ισχύει για τον θάνατο και την τελειότητα.
Action is a display of potency and control that are limited. It is a manifestation of man who is restrained by the circumscribed powers of his mind, the physiological nature of his body, the vicissitudes of his environment, and the scarcity of the external factors on which his welfare depends. It is vain to refer to the imperfections and weaknesses of human life if one aims at depicting something absolutely perfect. The very idea of absolute perfection is in every way self-contradictory. The state of absolute perfection must be conceived as complete, final, and not exposed to any change. Change could only impair its perfection and transform it into a less perfect state; the mere possibility that a change can occur is incompatible with the concept of absolute perfection. But the absence of change—i.e., perfect immutability, rigidity and immobility—is tantamount to the absence of life. Life and perfection are incompatible, but so are death and perfection.
Το ζωντανό δεν είναι τέλειο επειδή υπόκειται σε μεταβολή· το νεκρό δεν είναι τέλειο επειδή δεν ζει.
The living is not perfect because it is liable to change; the dead is not perfect because it does not live.
Η γλώσσα των ζωντανών και δρώντων ανθρώπων μπορεί να σχηματίζει συγκριτικούς και υπερθετικούς βαθμούς κατά τη σύγκριση διαβαθμίσεων. Το απόλυτο, όμως, δεν αποτελεί βαθμό· αποτελεί οριακή έννοια. Το απόλυτο είναι απροσδιόριστο, αδιανόητο και ανέκφραστο. Αποτελεί χιμαιρική σύλληψη. Δεν υπάρχουν πράγματα όπως η τέλεια ευτυχία, οι τέλειοι άνθρωποι ή η αιώνια μακαριότητα. Κάθε προσπάθεια περιγραφής των συνθηκών μιας χώρας της αφθονίας ή της ζωής των αγγέλων καταλήγει σε παράδοξα. Όπου υπάρχουν συνθήκες, υπάρχουν περιορισμοί και όχι τελειότητα· υπάρχουν προσπάθειες υπερνίκησης εμποδίων, απογοήτευση και δυσαρέσκεια.
The language of living and acting men can form comparatives and superlatives in comparing degrees. But absoluteness is not a degree; it is a limiting notion. The absolute is indeterminable, unthinkable and ineffable. It is a chimerical conception. There are no such things as perfect happiness, perfect men, eternal bliss. Every attempt to describe the conditions of a land of Cockaigne, or the life of the Angels, results in paradoxes. Where there are conditions, there are limitations and not perfection; there are endeavors to conquer obstacles, there are frustration and discontent.
Όταν οι φιλόσοφοι εγκατέλειψαν την αναζήτηση του απολύτου, την ανέλαβαν οι ουτοπιστές. Πλέκουν όνειρα για το τέλειο κράτος. Δεν αντιλαμβάνονται ότι το κράτος —ο κοινωνικός μηχανισμός καταναγκασμού και εξαναγκασμού— αποτελεί θεσμό για την αντιμετώπιση της ανθρώπινης ατέλειας και ότι η ουσιώδης λειτουργία του είναι να επιβάλλει τιμωρίες στις μειονότητες, προκειμένου να προστατεύει τις πλειονότητες από τις επιβλαβείς συνέπειες ορισμένων πράξεων. Με «τέλειους» ανθρώπους δεν θα υπήρχε καμία ανάγκη καταναγκασμού και εξαναγκασμού. Οι ουτοπιστές, όμως, δεν λαμβάνουν υπόψη την ανθρώπινη φύση και τις αμετάβλητες συνθήκες της ανθρώπινης ζωής.
Ο Godwin πίστευε ότι ο άνθρωπος θα μπορούσε να καταστεί αθάνατος μετά την κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας.25 Ο Charles Fourier φλυαρούσε για έναν ωκεανό που θα περιείχε λεμονάδα αντί για αλμυρό νερό.26 Το οικονομικό σύστημα του Marx αγνοούσε ανέμελα το γεγονός της σπανιότητας των υλικών συντελεστών παραγωγής. Ο Trotsky διακήρυξε ότι στον προλεταριακό παράδεισο «ο μέσος ανθρώπινος τύπος θα ανυψωθεί στα ύψη ενός Αριστοτέλη, ενός Goethe ή ενός Marx. Και πάνω από αυτή την κορυφογραμμή θα υψωθούν νέες κορυφές».27
After the philosophers had abandoned the search for the absolute, the utopians took it up. They weave dreams about the perfect state. They do not realize that the state, the social apparatus of compulsion and coercion, is an institution to cope with human imperfection and that its essential function is to inflict punishment upon minorities in order to protect majorities against the detrimental consequences of certain actions. With “perfect” men there would not be any need for compulsion and coercion. But utopians do not pay heed to human nature and the inalterable conditions of human life. Godwin thought that man might become immortal after the abolition of private property.[25] Charles Fourier babbled about the ocean containing lemonade instead of salt water.[26] Marx’s economic system blithely ignored the fact of the scarcity of material factors of production. Trotsky revealed that in the proletarian paradise “the average human type will rise to the heights of an Aristotle, a Goethe, or a Marx. And above this ridge new peaks will rise.”[27]
Σήμερα, οι δημοφιλέστερες χίμαιρες είναι η σταθεροποίηση και η ασφάλεια. Θα εξετάσουμε αργότερα αυτά τα συνθήματα.
Nowadays the most popular chimeras are stabilization and security. We will test these catchwords later.
← Κεφάλαιο 1: Ο ΔΡΩΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 3: ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ →