Εργαλεία30 Οκτωβρίου 2026

Ανθρώπινη Δράση: Κεφάλαιο 1: Ο ΔΡΩΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ: ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΔΡΑΣΗ · Ludwig von Mises · Human Action: A Treatise on Economics

Πραξεολόγος

← ΕισαγωγήΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 2: ΤΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΔΡΑΣΗΣ →

Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.

Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, Human Action: A Treatise on Economics, ebook του Foundation for Economic Education (FEE), 2016, ISBN 978-1-57246-086-7 — «Published under the Creative Commons Attribution 4.0 International License». Σελίδα της έκδοσης: fee.org/ebooks/human-action-by-ludwig-von-mises. Άδεια: CC BY 4.0.

Σε δείγμα 300 παραγράφων, οι 298 του ebook του FEE ήταν ίδιες λέξη προς λέξη με το κείμενο που ακολουθεί η μετάφραση. Το FEE δεν περιέχει μερικές ενότητες που προστέθηκαν σε μεταγενέστερες εκδόσεις (π.χ. «Η ηθική καταδίκη του κέρδους», «Διαφθορά», παράγραφοι για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο)· αυτές, όπως και οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ), εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Οι πρόλογοι της ελληνικής έκδοσης και των εκδόσεων Scholar’s/4ης δεν περιλαμβάνονται εδώ.

Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.

Ελληνικά · μετάφραση: Πραξεολόγος
English · πρωτότυπο

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ: ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΔΡΑΣΗ

Κεφάλαιο 1: Ο ΔΡΩΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Part One Human Action I. ACTING MAN

1

1. Σκόπιμη δράση και ζωική αντίδραση

↗ στη σελίδα του βιβλίου

1. Purposeful Action and Animal Reaction

2

Η ανθρώπινη δράση είναι σκόπιμη συμπεριφορά. Ή μπορούμε να πούμε: δράση είναι η βούληση που τίθεται σε λειτουργία και μετατρέπεται σε ενεργό δύναμη· είναι η επιδίωξη σκοπών και στόχων· είναι η νοηματοδοτημένη απόκριση του εγώ στα ερεθίσματα και στις συνθήκες του περιβάλλοντός του· είναι η συνειδητή προσαρμογή ενός προσώπου στην κατάσταση του σύμπαντος που καθορίζει τη ζωή του. Τέτοιες παραφράσεις μπορούν να αποσαφηνίσουν τον ορισμό που δόθηκε και να αποτρέψουν πιθανές παρερμηνείες. Ο ίδιος ο ορισμός, όμως, είναι επαρκής και δεν χρειάζεται να συμπληρωθεί με σχόλια.

HUMAN action is purposeful behavior. Or we may say: Action is will put into operation and transformed into an agency, is aiming at ends and goals, is the ego’s meaningful response to stimuli and to the conditions of its environment, is a person’s conscious adjustment to the state of the universe that determines his life. Such paraphrases may clarify the definition given and prevent possible misinterpretations. But the definition itself is adequate and does not need complement or commentary.

3

Η συνειδητή ή σκόπιμη συμπεριφορά βρίσκεται σε έντονη αντίθεση προς την ασυνείδητη συμπεριφορά, δηλαδή προς τα αντανακλαστικά και τις ακούσιες αποκρίσεις των κυττάρων και των νεύρων του σώματος στα ερεθίσματα. Οι άνθρωποι είναι ενίοτε διατεθειμένοι να πιστεύουν ότι τα όρια μεταξύ της συνειδητής συμπεριφοράς και της ακούσιας αντίδρασης των δυνάμεων που λειτουργούν μέσα στο ανθρώπινο σώμα είναι περισσότερο ή λιγότερο ακαθόριστα. Αυτό είναι ορθό μόνο κατά το ότι μερικές φορές δεν είναι εύκολο να εξακριβωθεί αν μια συγκεκριμένη συμπεριφορά πρέπει να θεωρηθεί εκούσια ή ακούσια. Παρ’ όλα αυτά, η διάκριση μεταξύ του συνειδητού και του ασυνείδητου είναι σαφής και μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια.

Conscious or purposeful behavior is in sharp contrast to unconscious behavior, i.e., the reflexes and the involuntary responses of the body’s cells and nerves to stimuli. People are sometimes prepared to believe that the boundaries between conscious behavior and the involuntary reaction of the forces operating within man’s body are more or less indefinite. This is correct only as far as it is sometimes not easy to establish whether concrete behavior is to be considered voluntary or involuntary. But the distinction between consciousness and unconsciousness is nonetheless sharp and can be clearly determined.

4

Η ασυνείδητη συμπεριφορά των σωματικών οργάνων και κυττάρων αποτελεί για το δρων εγώ δεδομένο στον ίδιο βαθμό με οποιοδήποτε άλλο γεγονός του εξωτερικού κόσμου. Ο δρων άνθρωπος πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα όσα συμβαίνουν μέσα στο ίδιο του το σώμα, όπως ακριβώς λαμβάνει υπόψη και άλλα δεδομένα, παραδείγματος χάριν τον καιρό ή τις διαθέσεις των γειτόνων του. Υπάρχει, ασφαλώς, ένα πεδίο εντός του οποίου η σκόπιμη συμπεριφορά έχει τη δύναμη να εξουδετερώνει τη λειτουργία των σωματικών παραγόντων. Είναι δυνατό, εντός ορισμένων ορίων, να τεθεί το σώμα υπό έλεγχο. Ο άνθρωπος μπορεί μερικές φορές να κατορθώσει, μέσω της δύναμης της βούλησής του, να υπερνικήσει μια ασθένεια, να αντισταθμίσει την έμφυτη ή επίκτητη ανεπάρκεια της σωματικής του διάπλασης ή να καταστείλει αντανακλαστικές αντιδράσεις. Στον βαθμό στον οποίο αυτό είναι δυνατό, το πεδίο της σκόπιμης δράσης διευρύνεται. Αν ένας άνθρωπος απέχει από τον έλεγχο της ακούσιας αντίδρασης των κυττάρων και των νευρικών κέντρων, μολονότι θα ήταν σε θέση να την ελέγξει, η συμπεριφορά του είναι, από τη δική μας σκοπιά, σκόπιμη.

The unconscious behavior of the bodily organs and cells is for the acting ego no less a datum than any other fact of the external world. Acting man must take into account all that goes on within his own body as well as other data, e.g., the weather or the attitudes of his neighbors. There is, of course, a margin within which purposeful behavior has the power to neutralize the working of bodily factors. It is feasible within certain limits to get the body under control. Man can sometimes succeed through the power of his will in overcoming sickness, in compensating for the innate or acquired insufficiency of his physical constitution, or in suppressing reflexes. As far as this is possible, the field of purposeful action is extended. If a man abstains from controlling the involuntary reaction of cells and nerve centers, although he would be in a position to do so, his behavior is from our point of view purposeful.

5

Το πεδίο της επιστήμης μας είναι η ανθρώπινη δράση και όχι τα ψυχολογικά συμβάντα που καταλήγουν σε μια δράση. Αυτό ακριβώς διακρίνει τη γενική θεωρία της ανθρώπινης δράσης, την πραξεολογία, από την ψυχολογία. Αντικείμενο της ψυχολογίας είναι τα εσωτερικά συμβάντα που καταλήγουν ή μπορούν να καταλήξουν σε μια συγκεκριμένη δράση. Αντικείμενο της πραξεολογίας είναι η δράση καθαυτή. Αυτό καθορίζει επίσης τη σχέση της πραξεολογίας προς την ψυχαναλυτική έννοια του υποσυνειδήτου. Και η ψυχανάλυση αποτελεί ψυχολογία και δεν διερευνά τη δράση, αλλά τις δυνάμεις και τους παράγοντες που ωθούν έναν άνθρωπο προς μια συγκεκριμένη δράση. Το ψυχαναλυτικό υποσυνείδητο αποτελεί ψυχολογική και όχι πραξεολογική κατηγορία. Το αν μια δράση πηγάζει από σαφή περίσκεψη ή από λησμονημένες αναμνήσεις και απωθημένες επιθυμίες, οι οποίες κατευθύνουν, ούτως ειπείν, τη βούληση από βυθισμένες περιοχές του ψυχισμού, δεν επηρεάζει τη φύση της δράσης.

Τόσο ο δολοφόνος, τον οποίο μια υποσυνείδητη παρόρμηση —το Εκείνο— ωθεί προς το έγκλημά του, όσο και ο νευρωτικός, του οποίου η παρεκκλίνουσα συμπεριφορά φαίνεται εντελώς στερημένη νοήματος σε έναν ανεκπαίδευτο παρατηρητή, δρουν· όπως κάθε άλλος άνθρωπος, επιδιώκουν ορισμένους σκοπούς. Αποτελεί επίτευγμα της ψυχανάλυσης το ότι κατέδειξε πως ακόμη και η συμπεριφορά των νευρωτικών και των ψυχοπαθών έχει νόημα, ότι και αυτοί δρουν και επιδιώκουν σκοπούς, μολονότι εμείς, που θεωρούμε τους εαυτούς μας φυσιολογικούς και σώφρονες, χαρακτηρίζουμε παράλογο τον συλλογισμό που καθορίζει την επιλογή των σκοπών τους και απρόσφορα προς τον σκοπό τα μέσα που επιλέγουν για την επίτευξή τους.

The field of our science is human action, not the psychological events which result in an action. It is precisely this which distinguishes the general theory of human action, praxeology, from psychology. The theme of psychology is the internal events that result or can result in a definite action. The theme of praxeology is action as such. This also settles the relation of praxeology to the psychoanalytical concept of the subconscious. Psychoanalysis too is psychology and does not investigate action but the forces and factors that impel a man toward a definite action. The psychoanalytical subconscious is a psychological and not a praxeological category. Whether an action stems from clear deliberation, or from forgotten memories and suppressed desires which from submerged regions, as it were, direct the will, does not influence the nature of the action. The murderer whom a subconscious urge (the Id) drives toward his crime and the neurotic whose aberrant behavior seems to be simply meaningless to an untrained observer both act; they like anybody else are aiming at certain ends. It is the merit of psychoanalysis that it has demonstrated that even the behavior of neurotics and psychopaths is meaningful, that they too act and aim at ends, although we who consider ourselves normal and sane call the reasoning determining their choice of ends nonsensical and the means they choose for the attainment of these ends contrary to purpose.

6

Ο όρος «ασυνείδητο», όπως χρησιμοποιείται από την πραξεολογία, και οι όροι «υποσυνείδητο» και «ασυνείδητο», όπως χρησιμοποιούνται από την ψυχανάλυση, ανήκουν σε δύο διαφορετικά συστήματα σκέψης και έρευνας. Η πραξεολογία, όπως και άλλοι κλάδοι της γνώσης, οφείλει πολλά στην ψυχανάλυση. Γι’ αυτό ακριβώς είναι ακόμη περισσότερο αναγκαίο να έχουμε επίγνωση της διαχωριστικής γραμμής μεταξύ πραξεολογίας και ψυχανάλυσης.

The term “unconscious” as used by praxeology and the term “subconscious” as applied by psychoanalysis belong to two different systems of thought and research. Praxeology no less than other branches of knowledge owes much to psychoanalysis. The more necessary is it then to become aware of the line which separates praxeology from psychoanalysis.

7

Η δράση δεν συνίσταται απλώς στην εκδήλωση μιας προτίμησης. Ο άνθρωπος εκδηλώνει προτίμηση ακόμη και σε καταστάσεις στις οποίες τα πράγματα και τα γεγονότα είναι αναπόφευκτα ή θεωρούνται τέτοια. Έτσι, ένας άνθρωπος μπορεί να προτιμά την ηλιοφάνεια από τη βροχή και να επιθυμεί να διαλύσει ο ήλιος τα σύννεφα. Εκείνος που απλώς επιθυμεί και ελπίζει δεν παρεμβαίνει ενεργά στην πορεία των γεγονότων και στη διαμόρφωση της δικής του μοίρας. Ο δρων άνθρωπος, όμως, επιλέγει, αποφασίζει και προσπαθεί να επιτύχει έναν σκοπό. Μεταξύ δύο πραγμάτων τα οποία δεν μπορεί να αποκτήσει συγχρόνως επιλέγει το ένα και εγκαταλείπει το άλλο. Επομένως, η δράση περιλαμβάνει πάντοτε τόσο την απόκτηση όσο και την παραίτηση.

Action is not simply giving preference. Man also shows preference in situations in which things and events are unavoidable or are believed to be so. Thus a man may prefer sunshine to rain and may wish that the sun would dispel the clouds. He who only wishes and hopes does not interfere actively with the course of events and with the shaping of his own destiny. But acting man chooses, determines, and tries to reach an end. Of two things both of which he cannot have together he selects one and gives up the other. Action therefore always involves both taking and renunciation.

8

Η έκφραση επιθυμιών και ελπίδων και η εξαγγελία σχεδιαζόμενων ενεργειών μπορούν να αποτελούν μορφές δράσης, στον βαθμό στον οποίο αποβλέπουν αφ’ εαυτών στην πραγματοποίηση ενός συγκεκριμένου σκοπού. Δεν πρέπει, όμως, να συγχέονται με τις δράσεις στις οποίες αναφέρονται. Δεν ταυτίζονται με τις δράσεις τις οποίες εξαγγέλλουν, συνιστούν ή απορρίπτουν. Η δράση είναι κάτι πραγματικό. Εκείνο που έχει σημασία είναι η συνολική συμπεριφορά του ανθρώπου και όχι όσα λέει για σχεδιαζόμενες αλλά μη πραγματοποιηθείσες πράξεις.

Από την άλλη πλευρά, η δράση πρέπει να διακρίνεται σαφώς από την καταβολή εργασίας. Δράση σημαίνει χρησιμοποίηση μέσων για την επίτευξη σκοπών. Κατά κανόνα, ένα από τα χρησιμοποιούμενα μέσα είναι η εργασία του δρώντος ανθρώπου. Αυτό, όμως, δεν συμβαίνει πάντοτε. Υπό ειδικές συνθήκες, ένας λόγος και μόνο αρκεί. Εκείνος που δίνει εντολές ή απαγορεύσεις μπορεί να δρα χωρίς να καταβάλλει εργασία. Το να μιλήσει ή να μη μιλήσει κανείς, να χαμογελάσει ή να παραμείνει σοβαρός, μπορεί να αποτελεί δράση. Η κατανάλωση και η απόλαυση δεν αποτελούν δράση σε μικρότερο βαθμό από την αποχή από μια προσιτή δυνατότητα κατανάλωσης και απόλαυσης.

To express wishes and hopes and to announce planned action may be forms of action in so far as they aim in themselves at the realization of a certain purpose. But they must not be confused with the actions to which they refer. They are not identical with the actions they announce, recommend, or reject. Action is a real thing. What counts is a man’s total behavior, and not his talk about planned but not realized acts. On the other hand action must be clearly distinguished from the application of labor. Action means the employment of means for the attainment of ends. As a rule one of the means employed is the acting man’s labor. But this is not always the case. Under special conditions a word is all that is needed. He who gives orders or interdictions may act without any expenditure of labor. To talk or not to talk, to smile or to remain serious, may be action. To consume and to enjoy are no less action than to abstain from accessible consumption and enjoyment.

9

Κατά συνέπεια, η πραξεολογία δεν διακρίνει μεταξύ του «ενεργού» ή δραστήριου και του «παθητικού» ή νωθρού ανθρώπου. Ο δυναμικός άνθρωπος που καταβάλλει επιμελείς προσπάθειες για τη βελτίωση της κατάστασής του δεν δρα ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο από τον απαθή άνθρωπο που δέχεται νωχελικά τα πράγματα όπως έρχονται. Διότι το να μην κάνει κανείς τίποτε και το να παραμένει αδρανής αποτελούν επίσης δράση· και αυτά καθορίζουν την πορεία των γεγονότων. Όπου υπάρχουν οι προϋποθέσεις για ανθρώπινη παρέμβαση, ο άνθρωπος δρα, ανεξάρτητα από το αν παρεμβαίνει ή απέχει από την παρέμβαση. Εκείνος που ανέχεται κάτι το οποίο θα μπορούσε να μεταβάλει δρα εξίσου με εκείνον που παρεμβαίνει για να επιτύχει ένα διαφορετικό αποτέλεσμα. Ο άνθρωπος που απέχει από το να επηρεάσει τη λειτουργία φυσιολογικών και ενστικτωδών παραγόντων, τους οποίους θα μπορούσε να επηρεάσει, επίσης δρα. Δράση δεν είναι μόνο η πράξη, αλλά εξίσου και η παράλειψη μιας πράξης που θα μπορούσε ενδεχομένως να εκτελεστεί.

Praxeology consequently does not distinguish between “active” or energetic and “passive” or indolent man. The vigorous man industriously striving for the improvement of his condition acts neither more nor less than the lethargic man who sluggishly takes things as they come. For to do nothing and to be idle are also action, they too determine the course of events. Wherever the conditions for human interference are present, man acts no matter whether he interferes or refrains from interfering. He who endures what he could change acts no less than he who interferes in order to attain another result. A man who abstains from influencing the operation of physiological and instinctive factors which he could influence also acts. Action is not only doing but no less omitting to do what possibly could be done.

10

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η δράση αποτελεί εκδήλωση της βούλησης του ανθρώπου. Αυτό, όμως, δεν θα προσέθετε τίποτε στη γνώση μας. Διότι ο όρος «βούληση» δεν σημαίνει τίποτε άλλο από την ικανότητα του ανθρώπου να επιλέγει μεταξύ διαφορετικών καταστάσεων πραγμάτων, να προτιμά τη μία, να παραμερίζει την άλλη και να συμπεριφέρεται σύμφωνα με την απόφαση που έλαβε, επιδιώκοντας την επιλεγμένη κατάσταση και εγκαταλείποντας την άλλη.

We may say that action is the manifestation of a man’s will. But this would not add anything to our knowledge. For the term will means nothing else than man’s faculty to choose between different states of affairs, to prefer one, to set aside the other, and to behave according to the decision made in aiming at the chosen state and forsaking the other.

11

2. Οι προϋποθέσεις της ανθρώπινης δράσης

↗ στη σελίδα του βιβλίου

2. The Prerequisites of Human Action

12

Αποκαλούμε ευαρέσκεια ή ικανοποίηση εκείνη την κατάσταση ενός ανθρώπου η οποία δεν καταλήγει και δεν μπορεί να καταλήξει σε καμία δράση. Ο δρων άνθρωπος επιδιώκει να αντικαταστήσει μια λιγότερο ικανοποιητική κατάσταση πραγμάτων με μια περισσότερο ικανοποιητική. Ο νους του συλλαμβάνει συνθήκες που του ταιριάζουν καλύτερα και η δράση του αποβλέπει στην πραγματοποίηση αυτής της επιθυμητής κατάστασης. Το κίνητρο που ωθεί έναν άνθρωπο να δράσει είναι πάντοτε κάποια δυσφορία.1 Ένας άνθρωπος απόλυτα ικανοποιημένος από την κατάσταση των υποθέσεών του δεν θα είχε κανένα κίνητρο να μεταβάλει τα πράγματα. Δεν θα είχε ούτε ευχές ούτε επιθυμίες· θα ήταν απολύτως ευτυχισμένος. Δεν θα δρούσε· απλώς θα ζούσε απαλλαγμένος από κάθε μέριμνα.

We call contentment or satisfaction that state of a human being which does not and cannot result in any action. Acting man is eager to substitute a more satisfactory state of affairs for a less satisfactory. His mind imagines conditions which suit him better, and his action aims at bringing about this desired state. The incentive that impels a man to act is always some uneasiness.[1] A man perfectly content with the state of his affairs would have no incentive to change things. He would have neither wishes nor desires; he would be perfectly happy. He would not act; he would simply live free from care.

13

Για να οδηγηθεί, όμως, ένας άνθρωπος στη δράση, δεν αρκούν μόνο η δυσφορία και η νοητική εικόνα μιας περισσότερο ικανοποιητικής κατάστασης. Απαιτείται και μια τρίτη προϋπόθεση: η προσδοκία ότι η σκόπιμη συμπεριφορά έχει τη δύναμη να άρει ή τουλάχιστον να μετριάσει την αισθητή δυσφορία. Ελλείψει αυτής της προϋπόθεσης, καμία δράση δεν είναι δυνατή. Ο άνθρωπος πρέπει να υποχωρήσει μπροστά στο αναπόφευκτο. Πρέπει να υποταχθεί στη μοίρα.

But to make a man act, uneasiness and the image of a more satisfactory state alone are not sufficient. A third condition is required: the expectation that purposeful behavior has the power to remove or at least to alleviate the felt uneasiness. In the absence of this condition no action is feasible. Man must yield to the inevitable. He must submit to destiny.

14

Αυτές είναι οι γενικές προϋποθέσεις της ανθρώπινης δράσης. Ο άνθρωπος είναι το ον που ζει υπό αυτές τις συνθήκες. Δεν είναι μόνο homo sapiens, αλλά εξίσου homo agens, δρων άνθρωπος. Όντα ανθρώπινης καταγωγής τα οποία, είτε εκ γενετής είτε εξαιτίας επίκτητων ελαττωμάτων, είναι αμετάκλητα ανίκανα για οποιαδήποτε δράση —με την αυστηρή έννοια του όρου και όχι απλώς με τη νομική— δεν είναι, από πρακτική άποψη, ανθρώπινα. Μολονότι οι νόμοι και η βιολογία τα θεωρούν ανθρώπους, στερούνται του ουσιώδους γνωρίσματος της ανθρώπινης φύσης. Ούτε το νεογέννητο παιδί αποτελεί ακόμη δρων ον. Δεν έχει ακόμη διανύσει ολόκληρη την πορεία από τη σύλληψη έως την πλήρη ανάπτυξη των ανθρώπινων ιδιοτήτων του. Στο τέλος, όμως, αυτής της εξέλιξης καθίσταται δρων ον.

These are the general conditions of human action. Man is the being that lives under these conditions. He is not only homo sapiens, but no less homo agens. Beings of human descent who either from birth or from acquired defects are unchangeably unfit for any action (in the strict sense of the term and not only in the legal sense) are practically not human. Although the statutes and biology consider them to be men, they lack the essential feature of humanity. The newborn child too is not an acting being. It has not yet gone the whole way from conception to the full development of its human qualities. But at the end of this evolution it becomes an acting being.

15

Περί ευτυχίας

On Happiness

16

Στην καθημερινή γλώσσα αποκαλούμε «ευτυχισμένο» έναν άνθρωπο που κατόρθωσε να επιτύχει τους σκοπούς του. Ακριβέστερη περιγραφή της κατάστασής του θα ήταν ότι είναι ευτυχέστερος από ό,τι ήταν προηγουμένως. Δεν υπάρχει, ωστόσο, καμία βάσιμη αντίρρηση εναντίον μιας γλωσσικής χρήσης που ορίζει την ανθρώπινη δράση ως επιδίωξη της ευτυχίας.

In colloquial speech we call a man “happy” who has succeeded in attaining his ends. A more adequate description of his state would be that he is happier than he was before. There is however no valid objection to a usage that defines human action as the striving for happiness.

17

Πρέπει, όμως, να αποφεύγουμε τις συνήθεις παρανοήσεις. Ο έσχατος σκοπός της ανθρώπινης δράσης είναι πάντοτε η ικανοποίηση της επιθυμίας του δρώντος ανθρώπου. Δεν υπάρχει κανένα κριτήριο μεγαλύτερης ή μικρότερης ικανοποίησης πέρα από τις ατομικές αξιολογικές κρίσεις, οι οποίες διαφέρουν μεταξύ διαφορετικών ανθρώπων και, για τον ίδιο άνθρωπο, σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Το τι προκαλεί σε έναν άνθρωπο μεγαλύτερη ή μικρότερη δυσφορία καθορίζεται από τον ίδιο, σύμφωνα με το κριτήριο της δικής του βούλησης και κρίσης, της προσωπικής και υποκειμενικής αποτίμησής του. Κανείς δεν είναι σε θέση να υπαγορεύσει τι θα έπρεπε να κάνει έναν συνάνθρωπό του ευτυχέστερο.

But we must avoid current misunderstandings. The ultimate goal of human action is always the satisfaction of the acting man’s desire. There is no standard of greater or lesser satisfaction other than individual judgments of value, different for various people and for the same people at various times. What makes a man feel uneasy and less uneasy is established by him from the standard of his own will and judgment, from his personal and subjective valuation. Nobody is in a position to decree what should make a fellow man happier.

18

Η διαπίστωση αυτού του γεγονότος δεν αφορά κατά κανέναν τρόπο τις αντιθέσεις μεταξύ εγωισμού και αλτρουισμού, υλισμού και ιδεαλισμού, ατομικισμού και συλλογισμού, αθεΐας και θρησκείας. Υπάρχουν άνθρωποι των οποίων μοναδικός σκοπός είναι η βελτίωση της κατάστασης του ίδιου τους του εγώ. Υπάρχουν άλλοι άνθρωποι στους οποίους η επίγνωση των δεινών των συνανθρώπων τους προκαλεί εξίσου μεγάλη ή ακόμη μεγαλύτερη δυσφορία από όση τους προκαλούν οι δικές τους ανάγκες. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν επιθυμούν τίποτε άλλο από την ικανοποίηση των ορέξεών τους για σεξουαλική συνεύρεση, τροφή, ποτά, πολυτελείς κατοικίες και άλλα υλικά πράγματα. Άλλοι άνθρωποι, όμως, ενδιαφέρονται περισσότερο για τις ικανοποιήσεις που συνήθως αποκαλούνται «ανώτερες» και «ιδεώδεις». Υπάρχουν άτομα που επιθυμούν να προσαρμόζουν τις πράξεις τους στις απαιτήσεις της κοινωνικής συνεργασίας· υπάρχουν, από την άλλη πλευρά, απείθαρχοι άνθρωποι που αψηφούν τους κανόνες της κοινωνικής ζωής. Υπάρχουν άνθρωποι για τους οποίους ο έσχατος σκοπός της επίγειας πορείας είναι η προετοιμασία για μια ζωή μακαριότητας. Υπάρχουν άλλοι που δεν πιστεύουν στις διδασκαλίες καμίας θρησκείας και δεν επιτρέπουν σε αυτές να επηρεάζουν τις πράξεις τους.

To establish this fact does not refer in any way to the antitheses of egoism and altruism, of materialism and idealism, of individualism and collectivism, of atheism and religion. There are people whose only aim is to improve the condition of their own ego. There are other people with whom awareness of the troubles of their fellow men causes as much uneasiness as or even more uneasiness than their own wants. There are people who desire nothing else than the satisfaction of their appetites for sexual intercourse, food, drinks, fine homes, and other material things. But other men care more for the satisfactions commonly called “higher” and “ideal.” There are individuals eager to adjust their actions to the requirements of social cooperation; there are, on the other hand, refractory people who defy the rules of social life. There are people for whom the ultimate goal of the earthly pilgrimage is the preparation for a life of bliss. There are other people who do not believe in the teachings of any religion and do not allow their actions to be influenced by them.

19

Η πραξεολογία είναι αδιάφορη απέναντι στους έσχατους σκοπούς της δράσης. Τα πορίσματά της ισχύουν για κάθε είδος δράσης, ανεξάρτητα από τους επιδιωκόμενους σκοπούς. Είναι επιστήμη των μέσων και όχι των σκοπών. Χρησιμοποιεί τον όρο «ευτυχία» με αμιγώς τυπική έννοια. Στην πραξεολογική ορολογία, η πρόταση «ο μοναδικός σκοπός του ανθρώπου είναι να επιτύχει την ευτυχία» αποτελεί ταυτολογία. Δεν εμπεριέχει καμία δήλωση σχετικά με την κατάσταση πραγμάτων από την οποία ο άνθρωπος αναμένει να αντλήσει ευτυχία.

Praxeology is indifferent to the ultimate goals of action. Its findings are valid for all kinds of action irrespective of the ends aimed at. It is a science of means, not of ends. It applies the term happiness in a purely formal sense. In the praxeological terminology the proposition: man’s unique aim is to attain happiness, is tautological. It does not imply any statement about the state of affairs from which man expects happiness.

20

Η ιδέα ότι το κίνητρο της ανθρώπινης δραστηριότητας είναι πάντοτε κάποια δυσφορία και ότι σκοπός της είναι πάντοτε να άρει αυτή τη δυσφορία στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό —δηλαδή να κάνει τους δρώντες ανθρώπους να αισθάνονται ευτυχέστεροι— αποτελεί την ουσία των διδασκαλιών του ευδαιμονισμού και του ηδονισμού. Η επικούρεια αταραξία είναι η κατάσταση τέλειας ευτυχίας και ικανοποίησης προς την οποία αποβλέπει κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα, χωρίς ποτέ να την επιτυγχάνει ολοκληρωτικά. Μπροστά στο μεγαλείο αυτής της σύλληψης, μικρή μόνο σημασία έχει το γεγονός ότι πολλοί εκπρόσωποι αυτής της φιλοσοφίας δεν κατόρθωσαν να αναγνωρίσουν τον αμιγώς τυπικό χαρακτήρα των εννοιών του πόνου και της ηδονής και τους προσέδωσαν υλική και σαρκική σημασία. Οι θεολογικές, μυστικιστικές και άλλες σχολές μιας ετερόνομης ηθικής δεν κλόνισαν τον πυρήνα του επικουρισμού, επειδή δεν μπόρεσαν να προβάλουν καμία άλλη αντίρρηση πέρα από το ότι αυτός παραμελεί τις «ανώτερες» και «ευγενέστερες» απολαύσεις. Είναι αλήθεια ότι τα συγγράμματα πολλών παλαιότερων υποστηρικτών του ευδαιμονισμού, του ηδονισμού και του ωφελιμισμού επιδέχονται, σε ορισμένα σημεία, παρερμηνεία. Η γλώσσα, όμως, των σύγχρονων φιλοσόφων, και ακόμη περισσότερο εκείνη των σύγχρονων οικονομολόγων, είναι τόσο ακριβής και ευθύβολη, ώστε δεν είναι δυνατό να προκύψει καμία παρερμηνεία.

The idea that the incentive of human activity is always some uneasiness and its aim always to remove such uneasiness as far as possible, that is, to make the acting men feel happier, is the essence of the teachings of Eudaemonism and Hedonism. Epicurean ἀταραξία is that state of perfect happiness and contentment at which all human activity aims without ever wholly attaining it. In the face of the grandeur of this cognition it is of little avail only that many representatives of this philosophy failed to recognize the purely formal character of the notions pain and pleasure and gave them a material and carnal meaning. The theological, mystical, and other schools of a heteronomous ethic did not shake the core of Epicureanism because they could not raise any other objection than its neglect of the “higher” and “nobler” pleasures. It is true that the writings of many earlier champions of Eudaemonism, Hedonism, and Utilitarianism are in some points open to misinterpretation. But the language of modern philosophers and still more that of the modern economists is so precise and straightforward that no misinterpretation can possibly occur.

21

Περί ενστίκτων και παρορμήσεων

On Instincts and Impulses

22

Οι μέθοδοι της κοινωνιολογίας των ενστίκτων δεν προάγουν την κατανόηση του θεμελιώδους προβλήματος της ανθρώπινης δράσης. Η σχολή αυτή ταξινομεί τους διάφορους συγκεκριμένους σκοπούς της ανθρώπινης δράσης και αποδίδει σε κάθε κατηγορία ένα ιδιαίτερο ένστικτο ως κίνητρό της. Ο άνθρωπος παρουσιάζεται ως ον που καθοδηγείται από διάφορα έμφυτα ένστικτα και προδιαθέσεις. Θεωρείται ότι η εξήγηση αυτή καταρρίπτει άπαξ διά παντός τις απεχθείς διδασκαλίες της οικονομικής επιστήμης και της ωφελιμιστικής ηθικής. Ωστόσο, ο Feuerbach είχε ήδη ορθώς παρατηρήσει ότι κάθε ένστικτο είναι ένστικτο προς την ευτυχία.2 Η μέθοδος της ψυχολογίας των ενστίκτων και της κοινωνιολογίας των ενστίκτων συνίσταται στην αυθαίρετη ταξινόμηση των άμεσων σκοπών της δράσης και στην υποστασιοποίηση καθενός από αυτούς. Ενώ η πραξεολογία υποστηρίζει ότι σκοπός μιας δράσης είναι η άρση μιας ορισμένης δυσφορίας, η ψυχολογία των ενστίκτων υποστηρίζει ότι σκοπός της είναι η ικανοποίηση μιας ενστικτώδους παρόρμησης.

One does not further the comprehension of the fundamental problem of human action by the methods of instinct-sociology. This school classifies the various concrete goals of human action and assigns to each class a special instinct as its motive. Man appears as a being driven by various innate instincts and dispositions. It is assumed that this explanation demolishes once for all the odious teachings of economics and utilitarian ethics. However, Feuerbach has already justly observed that every instinct is an instinct to happiness.[2] The method of instinct-psychology and instinct-sociology consists in an arbitrary classification of the immediate goals of action and in a hypostasis of each. Whereas praxeology says that the goal of an action is to remove a certain uneasiness, instinct-psychology says it is the satisfaction of an instinctive urge.

23

Πολλοί υποστηρικτές της σχολής των ενστίκτων είναι πεπεισμένοι ότι έχουν αποδείξει πως η δράση δεν καθορίζεται από τον λόγο, αλλά αναδύεται από τα ανεξερεύνητα βάθη έμφυτων δυνάμεων, παρορμήσεων, ενστίκτων και προδιαθέσεων, τα οποία δεν επιδέχονται καμία έλλογη διασαφήνιση. Είναι βέβαιοι ότι κατόρθωσαν να αποκαλύψουν τη ρηχότητα του ορθολογισμού και υποτιμούν την οικονομική επιστήμη ως «ένα συνονθύλευμα εσφαλμένων συμπερασμάτων που συνάγονται από εσφαλμένες ψυχολογικές παραδοχές».3 Εντούτοις, ο ορθολογισμός, η πραξεολογία και η οικονομική επιστήμη δεν ασχολούνται με τις έσχατες πηγές και τους έσχατους σκοπούς της δράσης, αλλά με τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την επίτευξη ενός επιδιωκόμενου σκοπού. Όσο ανεξιχνίαστα και αν είναι τα βάθη από τα οποία αναδύεται μια παρόρμηση ή ένα ένστικτο, τα μέσα που επιλέγει ο άνθρωπος για την ικανοποίησή τους καθορίζονται από την έλλογη στάθμιση του κόστους και της προσδοκώμενης επιτυχίας.4

Many champions of the instinct school are convinced that they have proved that action is not determined by reason, but stems from the profound depths of innate forces, impulses, instincts, and dispositions which are not open to any rational elucidation. They are certain they have succeeded in exposing the shallowness of rationalism and disparage economics as “a tissue of false conclusions drawn from false psychological assumptions.”[3] Yet rationalism, praxeology, and economics do not deal with the ultimate springs and goals of action, but with the means applied for the attainment of an end sought. However unfathomable the depths may be from which an impulse or instinct emerges, the means which man chooses for its satisfaction are determined by a rational consideration of expense and success.

24

Εκείνος που ενεργεί υπό την επίδραση μιας συναισθηματικής παρόρμησης επίσης δρα. Αυτό που διακρίνει τη συναισθηματικά υποκινούμενη δράση από τις άλλες δράσεις είναι η αποτίμηση των εισροών και των εκροών. Τα συναισθήματα διαταράσσουν τις αποτιμήσεις. Κυριευμένος από το πάθος, ο άνθρωπος θεωρεί τον σκοπό περισσότερο επιθυμητό και το τίμημα που πρέπει να καταβάλει για την επίτευξή του λιγότερο επαχθές από όσο θα τα θεωρούσε ύστερα από νηφάλια περίσκεψη. Οι άνθρωποι ουδέποτε αμφισβήτησαν ότι ακόμη και σε κατάσταση συναισθηματικής έξαρσης σταθμίζονται τα μέσα και οι σκοποί και ότι είναι δυνατό να επηρεαστεί το αποτέλεσμα αυτής της στάθμισης, αν καταστεί επαχθέστερη η υποχώρηση στη συναισθηματική παρόρμηση. Η επιεικέστερη τιμωρία των εγκλημάτων που διαπράττονται σε κατάσταση συναισθηματικής έξαρσης ή μέθης, σε σύγκριση με άλλα εγκλήματα, ισοδυναμεί με ενθάρρυνση τέτοιων ακροτήτων. Η απειλή αυστηρών αντιποίνων δεν αποτυγχάνει να αποτρέψει ακόμη και ανθρώπους που παρασύρονται από ένα φαινομενικά ακατανίκητο πάθος.

He who acts under an emotional impulse also acts. What distinguishes an emotional action from other actions is the valuation of input and output. Emotions disarrange valuations. Inflamed with passion man sees the goal as more desirable and the price he has to pay for it as less burdensome than he would in cool deliberation. Men have never doubted that even in the state of emotion means and ends are pondered and that it is possible to influence the outcome of this deliberation by rendering more costly the yielding to the passionate impulse. To punish criminal offenses committed in a state of emotional excitement or intoxication more mildly than other offenses is tantamount to encouraging such excesses. The threat of severe retaliation does not fail to deter even people driven by seemingly irresistible passion.

25

Ερμηνεύουμε τη συμπεριφορά των ζώων με βάση την παραδοχή ότι το ζώο υποκύπτει στην παρόρμηση που επικρατεί τη δεδομένη στιγμή. Καθώς παρατηρούμε ότι το ζώο τρέφεται, συνουσιάζεται και επιτίθεται σε άλλα ζώα ή σε ανθρώπους, μιλάμε για τα ένστικτα της διατροφής, της αναπαραγωγής και της επιθετικότητάς του. Υποθέτουμε ότι τέτοια ένστικτα είναι έμφυτα και απαιτούν επιτακτικά την ικανοποίησή τους.

We interpret animal behavior on the assumption that the animal yields to the impulse which prevails at the moment. As we observe that the animal feeds, cohabits, and attacks other animals or men, we speak of its instincts of nourishment, of reproduction, and of aggression. We assume that such instincts are innate and peremptorily ask for satisfaction.

26

Με τον άνθρωπο, όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ο άνθρωπος δεν είναι ένα ον που δεν μπορεί παρά να υποκύπτει στην παρόρμηση η οποία απαιτεί επιτακτικότερα την ικανοποίησή της. Είναι ένα ον ικανό να καθυποτάσσει τα ένστικτα, τα συναισθήματα και τις παρορμήσεις του· μπορεί να υποβάλλει τη συμπεριφορά του στον έλεγχο του λόγου. Παραιτείται από την ικανοποίηση μιας φλογερής παρόρμησης προκειμένου να ικανοποιήσει άλλες επιθυμίες. Δεν είναι έρμαιο των ορέξεών του. Ένας άνδρας δεν βιάζει κάθε γυναίκα που διεγείρει τις αισθήσεις του· δεν καταβροχθίζει κάθε κομμάτι τροφής που τον δελεάζει· δεν καταφέρει χτύπημα σε κάθε συνάνθρωπο τον οποίο θα ήθελε να σκοτώσει. Κατατάσσει τις επιθυμίες και τους πόθους του σε μια κλίμακα· επιλέγει· με λίγα λόγια, δρα. Εκείνο ακριβώς που διακρίνει τον άνθρωπο από τα ζώα είναι ότι προσαρμόζει τη συμπεριφορά του κατόπιν περίσκεψης. Ο άνθρωπος είναι το ον που διαθέτει αναστολές, που μπορεί να κυριαρχεί στις παρορμήσεις και στις επιθυμίες του και που έχει τη δύναμη να καταστέλλει ενστικτώδεις επιθυμίες και παρορμήσεις.

But it is different with man. Man is not a being who cannot help yielding to the impulse that most urgently asks for satisfaction. Man is a being capable of subduing his instincts, emotions, and impulses; he can rationalize his behavior. He renounces the satisfaction of a burning impulse in order to satisfy other desires. He is not a puppet of his appetites. A man does not ravish every female that stirs his senses; he does not devour every piece of food that entices him; he does not knock down every fellow he would like to kill. He arranges his wishes and desires into a scale, he chooses; in short, he acts. What distinguishes man from beasts is precisely that he adjusts his behavior deliberatively. Man is the being that has inhibitions, that can master his impulses and desires, that has the power to suppress instinctive desires and impulses.

27

Μπορεί να συμβεί μια παρόρμηση να εκδηλωθεί με τόσο μεγάλη σφοδρότητα, ώστε κανένα από τα μειονεκτήματα που ενδέχεται να επιφέρει η ικανοποίησή της να μη φαίνεται αρκετά σημαντικό για να εμποδίσει το άτομο να την ικανοποιήσει. Και σε αυτή την περίπτωση υπάρχει επιλογή. Ο άνθρωπος αποφασίζει υπέρ της υποχώρησης στη συγκεκριμένη επιθυμία.5

It may happen that an impulse emerges with such vehemence that no disadvantage which its satisfaction may cause appears great enough to prevent the individual from satisfying it. In this case too there is choosing. Man decides in favor of yielding to the desire concerned.[4]

28

3. Η ανθρώπινη δράση ως έσχατο δεδομένο

↗ στη σελίδα του βιβλίου

3. Human Action as an Ultimate Given

29

Από αμνημονεύτων χρόνων οι άνθρωποι επιθυμούν διακαώς να γνωρίσουν το πρώτο κινούν, την αιτία κάθε ύπαρξης και κάθε μεταβολής, την έσχατη ουσία από την οποία απορρέουν τα πάντα και η οποία αποτελεί αιτία του εαυτού της. Η επιστήμη είναι μετριοπαθέστερη. Έχει επίγνωση των ορίων του ανθρώπινου νου και της ανθρώπινης αναζήτησης της γνώσης. Επιδιώκει να αναγάγει κάθε φαινόμενο στην αιτία του. Αντιλαμβάνεται, όμως, ότι οι προσπάθειες αυτές προσκρούουν αναγκαστικά σε ανυπέρβλητα όρια. Υπάρχουν φαινόμενα που δεν μπορούν να αναλυθούν ούτε να αναχθούν σε άλλα φαινόμενα. Αυτά αποτελούν τα έσχατα δεδομένα. Η πρόοδος της επιστημονικής έρευνας ενδέχεται να κατορθώσει να αποδείξει ότι κάτι το οποίο προηγουμένως θεωρούνταν έσχατο δεδομένο μπορεί να αναχθεί σε επιμέρους συστατικά. Θα υπάρχουν, όμως, πάντοτε ορισμένα μη αναγώγιμα και μη αναλύσιμα φαινόμενα, ορισμένα έσχατα δεδομένα.

Since time immemorial men have been eager to know the prime mover, the cause of all being and of all change, the ultimate substance from which everything stems and which is the cause of itself. Science is more modest. It is aware of the limits of the human mind and of the human search for knowledge. It aims at tracing back every phenomenon to its cause. But it realizes that these endeavors must necessarily strike against insurmountable walls. There are phenomena which cannot be analyzed and traced back to other phenomena. They are the ultimate given. The progress of scientific research may succeed in demonstrating that something previously considered as an ultimate given can be reduced to components. But there will always be some irreducible and unanalyzable phenomena, some ultimate given.

30

Ο μονισμός διδάσκει ότι υπάρχει μία μόνο έσχατη ουσία, ο δυϊσμός ότι υπάρχουν δύο και ο πλουραλισμός ότι υπάρχουν πολλές. Δεν έχει νόημα να φιλονικούμε για αυτά τα προβλήματα. Τέτοιες μεταφυσικές διαμάχες είναι ατέρμονες. Η σημερινή κατάσταση της γνώσης μας δεν παρέχει τα μέσα για την επίλυσή τους μέσω μιας απάντησης την οποία κάθε έλλογος άνθρωπος θα ήταν υποχρεωμένος να θεωρήσει ικανοποιητική.

Monism teaches that there is but one ultimate substance, dualism that there are two, pluralism that there are many. There is no point in quarreling about these problems. Such metaphysical disputes are interminable. The present state of our knowledge does not provide the means to solve them with an answer which every reasonable man must consider satisfactory.

31

Ο υλιστικός μονισμός υποστηρίζει ότι οι ανθρώπινες σκέψεις και βουλήσεις αποτελούν προϊόν της λειτουργίας των σωματικών οργάνων, των κυττάρων του εγκεφάλου και των νεύρων. Η ανθρώπινη σκέψη, η βούληση και η δράση προκαλούνται αποκλειστικά από υλικές διεργασίες, οι οποίες κάποια ημέρα θα εξηγηθούν πλήρως με τις μεθόδους της φυσικής και της χημικής έρευνας. Και αυτό αποτελεί μεταφυσική υπόθεση, μολονότι οι υποστηρικτές του το θεωρούν ακλόνητη και αδιαμφισβήτητη επιστημονική αλήθεια.

Materialist monism contends that human thoughts and volitions are the product of the operation of bodily organs, the cells of the brain and the nerves. Human thought, will, and action are solely brought about by material processes which one day will be completely explained by the methods of physical and chemical inquiry. This too is a metaphysical hypothesis, although its supporters consider it as an unshakable and undeniable scientific truth.

32

Έχουν διατυπωθεί διάφορες θεωρίες για την εξήγηση της σχέσης μεταξύ νου και σώματος. Πρόκειται απλώς για εικασίες χωρίς καμία αναφορά σε παρατηρηθέντα γεγονότα. Το μόνο που μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα είναι ότι υπάρχουν σχέσεις μεταξύ των νοητικών και των φυσιολογικών διεργασιών. Όσον αφορά τη φύση και τη λειτουργία αυτής της σύνδεσης, γνωρίζουμε ελάχιστα, αν όχι τίποτε.

Various doctrines have been advanced to explain the relation between mind and body. They are mere surmises without any reference to observed facts. All that can be said with certainty is that there are relations between mental and physiological processes. With regard to the nature and operation of this connection we know little if anything.

33

Οι συγκεκριμένες αξιολογικές κρίσεις και οι καθορισμένες ανθρώπινες πράξεις δεν επιδέχονται περαιτέρω ανάλυση. Μπορούμε εύλογα να υποθέσουμε ή να πιστεύουμε ότι εξαρτώνται απολύτως από τις αιτίες τους και καθορίζονται από αυτές. Όσο, όμως, δεν γνωρίζουμε πώς τα εξωτερικά δεδομένα —φυσικά και φυσιολογικά— προκαλούν στον ανθρώπινο νου συγκεκριμένες σκέψεις και βουλήσεις που καταλήγουν σε συγκεκριμένες πράξεις, είμαστε αναγκασμένοι να αντιμετωπίζουμε έναν ανυπέρβλητο μεθοδολογικό δυϊσμό. Στην παρούσα κατάσταση της γνώσης μας, οι θεμελιώδεις προτάσεις του θετικισμού, του μονισμού και του πανφυσικαλισμού δεν είναι παρά μεταφυσικά αξιώματα, στερούμενα οποιουδήποτε επιστημονικού θεμελίου και συγχρόνως άνευ νοήματος και χρησιμότητας για την επιστημονική έρευνα.

Ο λόγος και η εμπειρία μάς παρουσιάζουν δύο διακριτές σφαίρες: τον εξωτερικό κόσμο των φυσικών, χημικών και φυσιολογικών φαινομένων και τον εσωτερικό κόσμο της σκέψης, του συναισθήματος, της αποτίμησης και της σκόπιμης δράσης. Από όσο μπορούμε σήμερα να διαπιστώσουμε, καμία γέφυρα δεν συνδέει αυτές τις δύο σφαίρες. Πανομοιότυπα εξωτερικά γεγονότα προκαλούν ενίοτε διαφορετικές ανθρώπινες αποκρίσεις, ενώ διαφορετικά εξωτερικά γεγονότα προκαλούν ενίοτε την ίδια ανθρώπινη απόκριση. Δεν γνωρίζουμε γιατί.

Concrete value judgments and definite human actions are not open to further analysis. We may fairly assume or believe that they are absolutely dependent upon and conditioned by their causes. But as long as we do not know how external facts—physical and physiological—produce in a human mind definite thoughts and volitions resulting in concrete acts, we have to face an insurmountable methodological dualism. In the present state of our knowledge the fundamental statements of positivism, monism and panphysicalism are mere metaphysical postulates devoid of any scientific foundation and both meaningless and useless for scientific research. Reason and experience show us two separate realms: the external world of physical, chemical, and physiological phenomena and the internal world of thought, feeling, valuation, and purposeful action. No bridge connects—as far as we can see today—these two spheres. Identical external events result sometimes in different human responses, and different external events produce sometimes the same human response. We do not know why.

34

Μπροστά σε αυτή την κατάσταση πραγμάτων, δεν μπορούμε παρά να αναστείλουμε την κρίση μας ως προς τις ουσιώδεις θέσεις του μονισμού και του υλισμού. Μπορούμε να πιστεύουμε ή να μην πιστεύουμε ότι οι φυσικές επιστήμες θα κατορθώσουν κάποια ημέρα να εξηγήσουν τη γένεση συγκεκριμένων ιδεών, αξιολογικών κρίσεων και πράξεων με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο εξηγούν την παραγωγή μιας χημικής ένωσης ως το αναγκαίο και αναπόφευκτο αποτέλεσμα ενός ορισμένου συνδυασμού στοιχείων. Μέχρι τότε, είμαστε υποχρεωμένοι να αποδεχθούμε έναν μεθοδολογικό δυϊσμό.

In the face of this state of affairs we cannot help withholding judgment on the essential statements of monism and materialism. We may or may not believe that the natural sciences will succeed one day in explaining the production of definite ideas, judgments of value, and actions in the same way in which they explain the production of a chemical compound as the necessary and unavoidable outcome of a certain combination of elements. In the meantime we are bound to acquiesce in a methodological dualism.

35

Η ανθρώπινη δράση είναι μία από τις δυνάμεις που επιφέρουν μεταβολές. Αποτελεί στοιχείο της κοσμικής δραστηριότητας και του γίγνεσθαι. Επομένως, συνιστά θεμιτό αντικείμενο επιστημονικής έρευνας. Εφόσον —τουλάχιστον υπό τις παρούσες συνθήκες— δεν μπορεί να αναχθεί στις αιτίες της, πρέπει να θεωρείται έσχατο δεδομένο και να μελετάται ως τέτοιο.

Human action is one of the agencies bringing about change. It is an element of cosmic activity and becoming. Therefore it is a legitimate object of scientific investigation. As—at least under present conditions—it cannot be traced back to its causes, it must be considered as an ultimate given and must be studied as such.

36

Είναι αλήθεια ότι οι μεταβολές που επιφέρει η ανθρώπινη δράση είναι ασήμαντες σε σύγκριση με τα αποτελέσματα της λειτουργίας των μεγάλων κοσμικών δυνάμεων. Από τη σκοπιά της αιωνιότητας και του άπειρου σύμπαντος, ο άνθρωπος είναι μια απειροελάχιστη κουκκίδα. Για τον άνθρωπο, όμως, η ανθρώπινη δράση και οι μεταπτώσεις της αποτελούν την πραγματικότητα που έχει σημασία. Η δράση είναι η ουσία της φύσης και της ύπαρξής του, το μέσο με το οποίο διατηρεί τη ζωή του και ανυψώνεται πάνω από το επίπεδο των ζώων και των φυτών. Όσο φθαρτές και παροδικές και αν είναι όλες οι ανθρώπινες προσπάθειες, έχουν πρωταρχική σημασία για τον άνθρωπο και για την επιστήμη του ανθρώπου.

It is true that the changes brought about by human action are but trifling when compared with the effects of the operation of the great cosmic forces. From the point of view of eternity and the infinite universe man is an infinitesimal speck. But for man human action and its vicissitudes are the real thing. Action is the essence of his nature and existence, his means of preserving his life and raising himself above the level of animals and plants. However perishable and evanescent all human efforts may be, for man and for human science they are of primary importance.

37

4. Ορθολογικότητα και ανορθολογικότητα· υποκειμενισμός και αντικειμενικότητα της πραξεολογικής έρευνας

↗ στη σελίδα του βιβλίου

4. Rationality and Irrationality; Subjectivism and Objectivity of Praxeological Research

38

Η ανθρώπινη δράση είναι αναγκαστικά πάντοτε ορθολογική. Επομένως, ο όρος «ορθολογική δράση» είναι πλεοναστικός και πρέπει να απορριφθεί ως τέτοιος. Όταν εφαρμόζονται στους έσχατους σκοπούς της δράσης, οι όροι «ορθολογικός» και «ανορθολογικός» είναι ακατάλληλοι και στερούνται νοήματος. Ο έσχατος σκοπός της δράσης είναι πάντοτε η ικανοποίηση ορισμένων επιθυμιών του δρώντος ανθρώπου. Εφόσον κανείς δεν είναι σε θέση να υποκαταστήσει τις αξιολογικές κρίσεις του δρώντος ατόμου με τις δικές του, είναι μάταιο να κρίνει κανείς τους σκοπούς και τις βουλήσεις των άλλων ανθρώπων. Κανένας άνθρωπος δεν είναι αρμόδιος να δηλώσει τι θα καθιστούσε κάποιον άλλον ευτυχέστερο ή λιγότερο δυσαρεστημένο. Ο επικριτής είτε μας λέει τι πιστεύει ότι θα επιδίωκε ο ίδιος, αν βρισκόταν στη θέση του συνανθρώπου του, είτε, παραμερίζοντας με δικτατορική αλαζονεία τη βούληση και τις επιδιώξεις του άλλου, διακηρύσσει ποια κατάσταση αυτού του άλλου ανθρώπου θα εξυπηρετούσε καλύτερα τον ίδιο τον επικριτή.

Human action is necessarily always rational. The term “rational action” is therefore pleonastic and must be rejected as such. When applied to the ultimate ends of action, the terms rational and irrational are inappropriate and meaningless. The ultimate end of action is always the satisfaction of some desires of the acting man. Since nobody is in a position to substitute his own value judgments for those of the acting individual, it is vain to pass judgment on other people’s aims and volitions. No man is qualified to declare what would make another man happier or less discontented. The critic either tells us what he believes he would aim at if he were in the place of his fellow; or, in dictatorial arrogance blithely disposing of his fellow’s will and aspirations, declares what condition of this other man would better suit himself, the critic.

39

Είναι σύνηθες να χαρακτηρίζεται ανορθολογική μια δράση όταν αποβλέπει, εις βάρος «υλικών» και απτών πλεονεκτημάτων, στην επίτευξη «ιδεατών» ή «ανώτερων» ικανοποιήσεων. Υπό αυτή την έννοια λέγεται, παραδείγματος χάριν —άλλοτε επιδοκιμαστικά και άλλοτε αποδοκιμαστικά—, ότι ένας άνθρωπος ο οποίος θυσιάζει τη ζωή, την υγεία ή την περιουσία του για την επίτευξη «ανώτερων» αγαθών — όπως η πίστη στις θρησκευτικές, φιλοσοφικές και πολιτικές του πεποιθήσεις ή η ελευθερία και η ακμή του έθνους του— παρακινείται από ανορθολογικούς λόγους. Ωστόσο, η επιδίωξη αυτών των ανώτερων σκοπών δεν είναι περισσότερο ή λιγότερο ορθολογική ή ανορθολογική από την επιδίωξη οποιωνδήποτε άλλων ανθρώπινων σκοπών.

Είναι σφάλμα να υποθέτουμε ότι η επιθυμία εξασφάλισης των απολύτως αναγκαίων για τη ζωή και την υγεία είναι περισσότερο ορθολογική, φυσική ή δικαιολογημένη από την επιδίωξη άλλων αγαθών ή ανέσεων. Είναι αλήθεια ότι η επιθυμία για τροφή και θερμότητα είναι κοινή στους ανθρώπους και στα άλλα θηλαστικά και ότι, κατά κανόνα, ένας άνθρωπος που στερείται τροφής και στέγης επικεντρώνει τις προσπάθειές του στην ικανοποίηση αυτών των επειγουσών αναγκών και δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για άλλα πράγματα. Η παρόρμηση προς τη ζωή, προς τη διατήρηση της ίδιας της ζωής και προς την αξιοποίηση κάθε ευκαιρίας ενίσχυσης των ζωτικών δυνάμεων αποτελεί πρωταρχικό γνώρισμα της ζωής, παρόν σε κάθε έμβιο ον. Για τον άνθρωπο, όμως, η υποχώρηση σε αυτή την παρόρμηση δεν αποτελεί αναπόφευκτη αναγκαιότητα.

It is usual to call an action irrational if it aims, at the expense of “material” and tangible advantages, at the attainment of “ideal” or “higher” satisfactions. In this sense people say, for instance—sometimes with approval, sometimes with disapproval—that a man who sacrifices life, health, or wealth to the attainment of “higher” goods—like fidelity to his religious, philosophical, and political convictions or the freedom and flowering of his nation—is motivated by irrational considerations. However, the striving after these higher ends is neither more nor less rational or irrational than that after other human ends. It is a mistake to assume that the desire to procure the bare necessities of life and health is more rational, natural, or justified than the striving after other goods or amenities. It is true that the appetite for food and warmth is common to men and other mammals and that as a rule a man who lacks food and shelter concentrates his efforts upon the satisfaction of these urgent needs and does not care much for other things. The impulse to live, to preserve one’s own life, and to take advantage of every opportunity of strengthening one’s vital forces is a primal feature of life, present in every living being. However, to yield to this impulse is not—for man—an inevitable necessity.

40

Ενώ όλα τα άλλα ζώα καθοδηγούνται άνευ όρων από την παρόρμηση να διατηρήσουν τη ζωή τους και από την παρόρμηση της αναπαραγωγής, ο άνθρωπος έχει τη δύναμη να κυριαρχήσει ακόμη και σε αυτές τις παρορμήσεις. Μπορεί να ελέγξει τόσο τις σεξουαλικές του επιθυμίες όσο και τη βούλησή του για ζωή. Μπορεί να εγκαταλείψει τη ζωή του, όταν οι μόνες συνθήκες υπό τις οποίες θα μπορούσε να τη διατηρήσει του φαίνονται ανυπόφορες. Ο άνθρωπος είναι ικανός να πεθάνει για έναν σκοπό ή να αυτοκτονήσει. Για τον άνθρωπο, η συνέχιση της ζωής αποτελεί αποτέλεσμα επιλογής, αξιολογικής κρίσης.

While all other animals are unconditionally driven by the impulse to preserve their own lives and by the impulse of prolification, man has the power to master even these impulses. He can control both his sexual desires and his will to live. He can give up his life when the conditions under which alone he could preserve it seem intolerable. Man is capable of dying for a cause or of committing suicide. To live is for man the outcome of a choice, of a judgment of value.

41

Το ίδιο ισχύει και για την επιθυμία ευμάρειας. Η ίδια η ύπαρξη ασκητών και ανθρώπων που παραιτούνται από υλικά οφέλη, προκειμένου να παραμείνουν πιστοί στις πεποιθήσεις τους και να διαφυλάξουν την αξιοπρέπεια και τον αυτοσεβασμό τους, αποδεικνύει ότι η επιδίωξη περισσότερων απτών ανέσεων δεν είναι αναπόφευκτη, αλλά αποτελεί μάλλον αποτέλεσμα επιλογής. Ασφαλώς, η συντριπτική πλειονότητα προτιμά τη ζωή από τον θάνατο και τον πλούτο από τη φτώχεια.

It is the same with the desire to live in affluence. The very existence of ascetics and of men who renounce material gains for the sake of clinging to their convictions and of preserving their dignity and self-respect is evidence that the striving after more tangible amenities is not inevitable but rather the result of a choice. Of course, the immense majority prefer life to death and wealth to poverty.

42

Είναι αυθαίρετο να θεωρείται μόνο η ικανοποίηση των φυσιολογικών αναγκών του σώματος «φυσική» και, ως εκ τούτου, «ορθολογική», ενώ καθετί άλλο να θεωρείται «τεχνητό» και, ως εκ τούτου, «ανορθολογικό». Χαρακτηριστικό γνώρισμα της ανθρώπινης φύσης είναι ότι ο άνθρωπος δεν επιζητεί μόνο τροφή, στέγη και σεξουαλική συνεύρεση, όπως όλα τα άλλα ζώα, αλλά επιδιώκει και άλλα είδη ικανοποίησης. Ο άνθρωπος έχει ειδικά ανθρώπινες επιθυμίες και ανάγκες, τις οποίες μπορούμε να αποκαλέσουμε «ανώτερες» από εκείνες που έχει από κοινού με τα άλλα θηλαστικά.6

It is arbitrary to consider only the satisfaction of the body’s physiological needs as “natural” and therefore “rational” and everything else as “artificial” and therefore “irrational.” It is the characteristic feature of human nature that man seeks not only food, shelter, and cohabitation like all other animals, but that he aims also at other kinds of satisfaction. Man has specifically human desires and needs which we may call “higher” than those which he has in common with the other mammals.[5]

43

Όταν εφαρμόζονται στα μέσα που επιλέγονται για την επίτευξη σκοπών, οι όροι «ορθολογικός» και «ανορθολογικός» εμπεριέχουν κρίση σχετικά με τη σκοπιμότητα και την καταλληλότητα της χρησιμοποιούμενης διαδικασίας. Ο επικριτής επιδοκιμάζει ή αποδοκιμάζει τη μέθοδο ανάλογα με το αν αυτή είναι ή δεν είναι η πλέον κατάλληλη για την επίτευξη του συγκεκριμένου σκοπού. Είναι γεγονός ότι ο ανθρώπινος λόγος δεν είναι αλάνθαστος και ότι ο άνθρωπος σφάλλει πολύ συχνά κατά την επιλογή και τη χρησιμοποίηση των μέσων. Μια δράση που δεν είναι κατάλληλη για τον επιδιωκόμενο σκοπό δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες. Είναι αντίθετη προς τον σκοπό, είναι όμως ορθολογική· αποτελεί δηλαδή το αποτέλεσμα μιας έλλογης —αν και εσφαλμένης— περίσκεψης και μιας προσπάθειας —αν και αναποτελεσματικής— για την επίτευξη ενός συγκεκριμένου σκοπού.

Οι ιατροί που πριν από εκατό χρόνια χρησιμοποιούσαν για τη θεραπεία του καρκίνου ορισμένες μεθόδους τις οποίες απορρίπτουν οι σημερινοί ιατροί ήταν, από τη σκοπιά της σύγχρονης παθολογίας, ανεπαρκώς καταρτισμένοι και, επομένως, αναποτελεσματικοί. Δεν ενεργούσαν, όμως, ανορθολογικά· έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν. Είναι πιθανό ότι ύστερα από εκατό ακόμη χρόνια οι ιατροί θα διαθέτουν αποτελεσματικότερες μεθόδους για τη θεραπεία αυτής της ασθένειας. Θα είναι αποτελεσματικότεροι, όχι όμως ορθολογικότεροι από τους σημερινούς ιατρούς.

When applied to the means chosen for the attainment of ends, the terms rational and irrational imply a judgment about the expediency and adequacy of the procedure employed. The critic approves or disapproves of the method from the point of view of whether or not it is best suited to attain the end in question. It is a fact that human reason is not infallible and that man very often errs in selecting and applying means. An action unsuited to the end sought falls short of expectation. It is contrary to purpose, but it is rational, i.e., the outcome of a reasonable—although faulty —deliberation and an attempt—although an ineffectual attempt—to attain a definite goal. The doctors who a hundred years ago employed certain methods for the treatment of cancer which our contemporary doctors reject were—from the point of view of present-day pathology—badly instructed and therefore inefficient. But they did not act irrationally; they did their best. It is probable that in a hundred years more doctors will have more efficient methods at hand for the treatment of this disease. They will be more efficient but not more rational than our physicians.

44

Το αντίθετο της δράσης δεν είναι η ανορθολογική συμπεριφορά, αλλά η αντιδραστική απόκριση των σωματικών οργάνων και των ενστίκτων σε ερεθίσματα, η οποία δεν μπορεί να ελεγχθεί από τη βούληση του συγκεκριμένου προσώπου. Υπό ορισμένες συνθήκες, ο άνθρωπος μπορεί να ανταποκριθεί στο ίδιο ερέθισμα τόσο με αντιδραστική απόκριση όσο και με δράση. Αν ένας άνθρωπος λάβει ένα δηλητήριο, τα όργανά του αντιδρούν ενεργοποιώντας τις δυνάμεις της αντιτοξικής τους άμυνας· επιπροσθέτως, μπορεί να παρεμβληθεί η δράση μέσω της χορήγησης αντιδότου.

The opposite of action is not irrational behavior, but a reactive response to stimuli on the part of the bodily organs and instincts which cannot be controlled by the volition of the person concerned. To the same stimulus man can under certain conditions respond both by reactive response and by action. If a man absorbs a poison, the organs react by setting up their forces of antidotal defense; in addition, action may interfere by applying counterpoison.

45

Ως προς το πρόβλημα που εμπεριέχεται στην αντίθεση μεταξύ ορθολογικού και ανορθολογικού, δεν υπάρχει καμία διαφορά μεταξύ των φυσικών και των κοινωνικών επιστημών. Η επιστήμη είναι πάντοτε και πρέπει να είναι ορθολογική. Αποτελεί την προσπάθεια νοητικής κατανόησης των φαινομένων του σύμπαντος μέσω της συστηματικής διάταξης ολόκληρου του σώματος της διαθέσιμης γνώσης. Ωστόσο, όπως επισημάνθηκε προηγουμένως, η ανάλυση των αντικειμένων στα συστατικά τους στοιχεία πρέπει αναγκαστικά, αργά ή γρήγορα, να φθάσει σε ένα σημείο πέρα από το οποίο δεν μπορεί να προχωρήσει. Ο ανθρώπινος νους δεν είναι καν ικανός να συλλάβει ένα είδος γνώσης το οποίο δεν περιορίζεται από κάποιο έσχατο δεδομένο, απρόσιτο σε περαιτέρω ανάλυση και αναγωγή. Η επιστημονική μέθοδος που οδηγεί τον νου έως αυτό το σημείο είναι απολύτως ορθολογική. Το έσχατο δεδομένο μπορεί να αποκληθεί ανορθολογικό γεγονός.

With regard to the problem involved in the antithesis, rational and irrational, there is no difference between the natural sciences and the social sciences. Science always is and must be rational. It is the endeavor to attain a mental grasp of the phenomena of the universe by a systematic arrangement of the whole body of available knowledge. However, as has been pointed out above, the analysis of objects into their constituent elements must sooner or later necessarily reach a point beyond which it cannot go. The human mind is not even capable of conceiving a kind of knowledge not limited by an ultimate given inaccessible to further analysis and reduction. The scientific method that carries the mind up to this point is entirely rational. The ultimate given may be called an irrational fact.

46

Σήμερα είναι της μόδας να επικρίνουν τις κοινωνικές επιστήμες επειδή είναι αμιγώς ορθολογικές. Η δημοφιλέστερη ένσταση που προβάλλεται κατά της οικονομικής επιστήμης είναι ότι παραμελεί την ανορθολογικότητα της ζωής και της πραγματικότητας και επιχειρεί να συμπιέσει την απεριόριστη ποικιλία των φαινομένων μέσα σε ξηρά ορθολογικά σχήματα και άψυχες αφαιρέσεις. Καμία μομφή δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο παράλογη. Όπως κάθε κλάδος της γνώσης, η οικονομική επιστήμη προχωρεί όσο μακριά μπορούν να την οδηγήσουν οι ορθολογικές μέθοδοι. Έπειτα σταματά, διαπιστώνοντας ότι βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα έσχατο δεδομένο, δηλαδή με ένα φαινόμενο το οποίο —τουλάχιστον στην παρούσα κατάσταση της γνώσης μας— δεν μπορεί να αναλυθεί περαιτέρω.7

It is fashionable nowadays to find fault with the social sciences for being purely rational. The most popular objection raised against economics is that it neglects the irrationality of life and reality and tries to press into dry rational schemes and bloodless abstractions the infinite variety of phenomena. No censure could be more absurd. Like every branch of knowledge economics goes as far as it can be carried by rational methods. Then it stops by establishing the fact that it is faced with an ultimate given, i.e., a phenomenon which cannot—at least in the present state of our knowledge—be further analyzed.[6]

47

Οι διδασκαλίες της πραξεολογίας και της οικονομικής επιστήμης ισχύουν για κάθε ανθρώπινη δράση, ανεξάρτητα από τα κίνητρα, τις αιτίες και τους σκοπούς που βρίσκονται στη βάση της. Οι έσχατες αξιολογικές κρίσεις και οι έσχατοι σκοποί της ανθρώπινης δράσης αποτελούν δεδομένα για κάθε είδος επιστημονικής έρευνας· δεν επιδέχονται περαιτέρω ανάλυση. Η πραξεολογία ασχολείται με τις οδούς και τα μέσα που επιλέγονται για την επίτευξη τέτοιων έσχατων σκοπών. Αντικείμενό της είναι τα μέσα και όχι οι σκοποί.

The teachings of praxeology and economics are valid for every human action without regard to its underlying motives, causes, and goals. The ultimate judgments of value and the ultimate ends of human action are given for any kind of scientific inquiry; they are not open to any further analysis. Praxeology deals with the ways and means chosen for the attainment of such ultimate ends. Its object is means, not ends.

48

Υπό αυτή την έννοια μιλάμε για τον υποκειμενισμό της γενικής επιστήμης της ανθρώπινης δράσης. Η επιστήμη αυτή λαμβάνει ως δεδομένους τους έσχατους σκοπούς που επιλέγει ο δρων άνθρωπος, παραμένει απολύτως ουδέτερη απέναντί τους και απέχει από τη διατύπωση οποιασδήποτε αξιολογικής κρίσης. Το μοναδικό κριτήριο που εφαρμόζει είναι αν τα επιλεγμένα μέσα είναι ή δεν είναι κατάλληλα για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών. Αν ο ευδαιμονισμός μιλά για ευτυχία και αν ο ωφελιμισμός και η οικονομική επιστήμη μιλούν για χρησιμότητα, πρέπει να ερμηνεύουμε αυτούς τους όρους υποκειμενιστικά, ως εκείνο το οποίο επιδιώκει ο δρων άνθρωπος επειδή είναι επιθυμητό στα δικά του μάτια.

Σε αυτόν τον φορμαλισμό συνίσταται η πρόοδος της σύγχρονης έννοιας του ευδαιμονισμού, του ηδονισμού και του ωφελιμισμού έναντι της παλαιότερης υλιστικής τους έννοιας, καθώς και η πρόοδος της σύγχρονης υποκειμενιστικής θεωρίας της αξίας έναντι της αντικειμενιστικής θεωρίας της αξίας, όπως αυτή αναπτύχθηκε από την κλασική πολιτική οικονομία. Συγχρόνως, σε αυτόν ακριβώς τον υποκειμενισμό έγκειται η αντικειμενικότητα της επιστήμης μας. Επειδή είναι υποκειμενιστική και λαμβάνει τις αξιολογικές κρίσεις του δρώντος ανθρώπου ως έσχατα δεδομένα, τα οποία δεν επιδέχονται περαιτέρω κριτική εξέταση, βρίσκεται η ίδια υπεράνω κάθε διαμάχης κομμάτων και παρατάξεων· είναι αδιάφορη απέναντι στις συγκρούσεις όλων των δογματικών σχολών και των ηθικών θεωριών· είναι απαλλαγμένη από αξιολογήσεις, προκατασκευασμένες ιδέες και προειλημμένες κρίσεις· έχει καθολική ισχύ και είναι απολύτως και απερίφραστα ανθρώπινη.

In this sense we speak of the subjectivism of the general science of human action. It takes the ultimate ends chosen by acting man as data, it is entirely neutral with regard to them, and it refrains from passing any value judgments. The only standard which it applies is whether or not the means chosen are fit for the attainment of the ends aimed at. If Eudaemonism says happiness, if Utilitarianism and economics say utility, we must interpret these terms in a subjectivistic way as that which acting man aims at because it is desirable in his eyes. It is in this formalism that the progress of the modern meaning of Eudaemonism, Hedonism, and Utilitarianism consists as opposed to the older material meaning and the progress of the modern subjectivistic theory of value as opposed to the objectivistic theory of value as expounded by classical political economy. At the same time it is in this subjectivism that the objectivity of our science lies. Because it is subjectivistic and takes the value judgments of acting man as ultimate data not open to any further critical examination, it is itself above all strife of parties and factions, it is indifferent to the conflicts of all schools of dogmatism and ethical doctrines, it is free from valuations and preconceived ideas and judgments, it is universally valid and absolutely and plainly human.

49

5. Η αιτιότητα ως προϋπόθεση της δράσης

↗ στη σελίδα του βιβλίου

5. Causality as a Requirement of Action

50

Ο άνθρωπος είναι σε θέση να δρα επειδή έχει την ικανότητα να ανακαλύπτει τις αιτιώδεις σχέσεις που καθορίζουν τη μεταβολή και το γίγνεσθαι στο σύμπαν. Η δράση απαιτεί και προϋποθέτει την κατηγορία της αιτιότητας. Μόνο ένας άνθρωπος που αντιλαμβάνεται τον κόσμο υπό το πρίσμα της αιτιότητας είναι ικανός να δράσει. Υπό αυτή την έννοια μπορούμε να πούμε ότι η αιτιότητα αποτελεί κατηγορία της δράσης. Η κατηγορία των μέσων και των σκοπών προϋποθέτει την κατηγορία του αιτίου και του αποτελέσματος. Σε έναν κόσμο χωρίς αιτιότητα και κανονικότητα των φαινομένων δεν θα υπήρχε πεδίο για τον ανθρώπινο συλλογισμό και την ανθρώπινη δράση. Ένας τέτοιος κόσμος θα ήταν ένα χάος, μέσα στο οποίο ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να βρει κανέναν προσανατολισμό και καμία καθοδήγηση. Ο άνθρωπος δεν είναι καν ικανός να φανταστεί τις συνθήκες ενός τέτοιου χαοτικού σύμπαντος.

Man is in a position to act because he has the ability to discover causal relations which determine change and becoming in the universe. Acting requires and presupposes the category of causality. Only a man who sees the world in the light of causality is fitted to act. In this sense we may say that causality is a category of action. The category means and ends presupposes the category cause and effect. In a world without causality and regularity of phenomena there would be no field for human reasoning and human action. Such a world would be a chaos in which man would be at a loss to find any orientation and guidance. Man is not even capable of imagining the conditions of such a chaotic universe.

51

Όπου ο άνθρωπος δεν διακρίνει καμία αιτιώδη σχέση, δεν μπορεί να δράσει. Η πρόταση αυτή δεν είναι αντιστρέψιμη. Ακόμη και όταν γνωρίζει τη σχετική αιτιώδη σχέση, ο άνθρωπος δεν μπορεί να δράσει αν δεν είναι σε θέση να επηρεάσει το αίτιο.

Where man does not see any causal relation, he cannot act. This statement is not reversible. Even when he knows the causal relation involved, man cannot act if he is not in a position to influence the cause.

52

Το αρχέτυπο της έρευνας περί αιτιότητας ήταν το ακόλουθο ερώτημα: πού και πώς πρέπει να παρέμβω, ώστε να εκτρέψω την πορεία των γεγονότων από την κατεύθυνση που θα ακολουθούσε χωρίς την παρέμβασή μου και να τη στρέψω προς μια κατεύθυνση που ανταποκρίνεται καλύτερα στις επιθυμίες μου; Υπό αυτή την έννοια, ο άνθρωπος θέτει το ερώτημα: ποιος ή τι βρίσκεται στη βάση των πραγμάτων; Αναζητεί την κανονικότητα και τον «νόμο», επειδή θέλει να παρέμβει. Μόνο αργότερα η μεταφυσική ερμήνευσε ευρύτερα αυτή την αναζήτηση ως αναζήτηση της έσχατης αιτίας του είναι και της ύπαρξης. Χρειάστηκαν αιώνες για να επανέλθουν αυτές οι υπερβολικές και αχαλίνωτες ιδέες στο μετριοπαθέστερο ερώτημα σχετικά με το πού πρέπει να παρέμβει κανείς —ή πού θα έπρεπε να μπορεί να παρέμβει— προκειμένου να επιτύχει τον έναν ή τον άλλο σκοπό.

The archetype of causality research was: where and how must I interfere in order to divert the course of events from the way it would go in the absence of my interference in a direction which better suits my wishes? In this sense man raises the question: who or what is at the bottom of things? He searches for the regularity and the “law,” because he wants to interfere. Only later was this search more extensively interpreted by metaphysics as a search after the ultimate cause of being and existence. Centuries were needed to bring these exaggerated and extravagant ideas back again to the more modest question of where one must interfere or should one be able to interfere in order to attain this or that end.

53

Η αντιμετώπιση του προβλήματος της αιτιότητας κατά τις τελευταίες δεκαετίες υπήρξε μάλλον μη ικανοποιητική, εξαιτίας μιας σύγχυσης που προκάλεσαν ορισμένοι διαπρεπείς φυσικοί. Μπορούμε να ελπίζουμε ότι αυτό το δυσάρεστο κεφάλαιο στην ιστορία της φιλοσοφίας θα αποτελέσει προειδοποίηση για τους μελλοντικούς φιλοσόφους.

The treatment accorded to the problem of causality in the last decades has been, due to a confusion brought about by some eminent physicists, rather unsatisfactory. We may hope that this unpleasant chapter in the history of philosophy will be a warning to future philosophers.

54

Υπάρχουν μεταβολές των οποίων τα αίτια παραμένουν, τουλάχιστον προς το παρόν, άγνωστα σε εμάς. Μερικές φορές κατορθώνουμε να αποκτήσουμε μερική γνώση, ώστε να μπορούμε να πούμε: στο 70 τοις εκατό όλων των περιπτώσεων το A καταλήγει στο B , ενώ στις υπόλοιπες περιπτώσεις καταλήγει στο C ή ακόμη και στα D, E , F και ούτω καθεξής. Για να αντικαταστήσουμε αυτές τις αποσπασματικές πληροφορίες με ακριβέστερες, θα ήταν αναγκαίο να αναλύσουμε το στα συστατικά του στοιχεία. Όσο αυτό δεν επιτυγχάνεται, πρέπει να αρκεστούμε σε εκείνο που αποκαλείται στατιστικός νόμος. Αυτό, όμως, δεν επηρεάζει την πραξεολογική σημασία της αιτιότητας. Η πλήρης ή μερική άγνοια σε ορισμένους τομείς δεν καταρρίπτει την κατηγορία της αιτιότητας.

There are changes whose causes are, at least for the present time, unknown to us. Sometimes we succeed in acquiring a partial knowledge so that we are able to say: in 70 per cent of all cases A results in B, in the remaining cases in C, or even in D, E, F, and so on. In order to substitute for this fragmentary information more precise information it would be necessary to break up A into its elements. As long as this is not achieved, we must acquiesce in a statistical law. But this does not affect the praxeological meaning of causality. Total or practical ignorance in some areas does not demolish the category of causality.

55

Τα φιλοσοφικά, επιστημολογικά και μεταφυσικά προβλήματα της αιτιότητας και της ατελούς επαγωγής βρίσκονται πέρα από το πεδίο της πραξεολογίας. Πρέπει απλώς να διαπιστώσουμε ότι, για να δράσει, ο άνθρωπος οφείλει να γνωρίζει την αιτιώδη σχέση μεταξύ γεγονότων, διεργασιών ή καταστάσεων πραγμάτων. Και μόνο στον βαθμό στον οποίο γνωρίζει αυτή τη σχέση μπορεί η δράση του να επιτύχει τους επιδιωκόμενους σκοπούς. Έχουμε πλήρη επίγνωση ότι, διατυπώνοντας αυτή τη θέση, κινούμαστε κυκλικά. Διότι η απόδειξη ότι έχουμε αντιληφθεί ορθά μια αιτιώδη σχέση παρέχεται μόνο από το γεγονός ότι η δράση που καθοδηγείται από αυτή τη γνώση επιφέρει το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Δεν μπορούμε, όμως, να αποφύγουμε αυτόν τον φαύλο κύκλο της απόδειξης, ακριβώς επειδή η αιτιότητα αποτελεί κατηγορία της δράσης. Και επειδή αποτελεί τέτοια κατηγορία, η πραξεολογία δεν μπορεί παρά να αφιερώσει κάποια προσοχή σε αυτό το θεμελιώδες πρόβλημα της φιλοσοφίας.

The philosophical, epistemological, and metaphysical problems of causality and of imperfect induction are beyond the scope of praxeology. We must simply establish the fact that in order to act, man must know the causal relationship between events, processes, or states of affairs. And only as far as he knows this relationship, can his action attain the ends sought. We are fully aware that in asserting this we are moving in a circle. For the evidence that we have correctly perceived a causal relation is provided only by the fact that action guided by this knowledge results in the expected outcome. But we cannot avoid this vicious circular evidence precisely because causality is a category of action. And because it is such a category, praxeology cannot help bestowing some attention on this fundamental problem of philosophy.

56

6. The Alter Ego

57

Αν είμαστε διατεθειμένοι να χρησιμοποιήσουμε τον όρο «αιτιότητα» με την ευρύτερη δυνατή έννοια, η τελεολογία μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια μορφή αιτιώδους έρευνας. Τα τελικά αίτια είναι, πρωτίστως, αίτια. Η αιτία ενός γεγονότος εκλαμβάνεται ως δράση ή οιονεί δράση που αποβλέπει σε κάποιον σκοπό.

If we are prepared to take the term causality in its broadest sense, teleology can be called a variety of causal inquiry. Final causes are first of all causes. The cause of an event is seen as an action or quasi-action aiming at some end.

58

Τόσο ο πρωτόγονος άνθρωπος όσο και το νήπιο, υιοθετώντας μια αφελή ανθρωπομορφική στάση, θεωρούν απολύτως εύλογο ότι κάθε μεταβολή και κάθε γεγονός αποτελεί αποτέλεσμα της δράσης ενός όντος που ενεργεί με τον ίδιο τρόπο όπως οι ίδιοι. Πιστεύουν ότι τα ζώα, τα φυτά, τα βουνά, οι ποταμοί και οι πηγές, ακόμη και οι λίθοι και τα ουράνια σώματα, είναι, όπως και οι ίδιοι, όντα που αισθάνονται, βούλονται και δρουν. Μόνο σε μεταγενέστερο στάδιο της πολιτισμικής εξέλιξης εγκαταλείπει ο άνθρωπος αυτές τις ανιμιστικές αντιλήψεις και τις αντικαθιστά με τη μηχανιστική κοσμοθεώρηση. Ο μηχανικισμός αποδεικνύεται τόσο ικανοποιητική αρχή προσανατολισμού, ώστε οι άνθρωποι καταλήγουν να πιστεύουν ότι είναι ικανός να επιλύσει όλα τα προβλήματα της σκέψης και της επιστημονικής έρευνας. Ο υλισμός και ο πανφυσικαλισμός ανακηρύσσουν τον μηχανικισμό σε ουσία κάθε γνώσης και τις πειραματικές και μαθηματικές μεθόδους των φυσικών επιστημών σε μοναδικό επιστημονικό τρόπο σκέψης.

Όλες οι μεταβολές πρέπει να νοούνται ως κινήσεις υποκείμενες στους νόμους της μηχανικής.

Both primitive man and the infant, in a naïve anthropomorphic attitude, consider it quite plausible that every change and event is the outcome of the action of a being acting in the same way as they themselves do. They believe that animals, plants, mountains, rivers, and fountains, even stones and celestial bodies, are, like themselves, feeling, willing, and acting beings. Only at a later stage of cultural development does man renounce these animistic ideas and substitute the mechanistic world view for them. Mechanicalism proves to be so satisfactory a principle of conduct that people finally believe it capable of solving all the problems of thought and scientific research. Materialism and panphysicalism proclaim mechanicalism as the essence of all knowledge and the experimental and mathematical methods of the natural sciences as the sole scientific mode of thinking. All changes are to be comprehended as motions subject to the laws of mechanics.

59

Οι υποστηρικτές του μηχανικισμού δεν ασχολούνται με τα ακόμη άλυτα προβλήματα της λογικής και επιστημολογικής θεμελίωσης των αρχών της αιτιότητας και της ατελούς επαγωγής. Κατά την άποψή τους, οι αρχές αυτές είναι έγκυρες επειδή λειτουργούν. Το γεγονός ότι τα εργαστηριακά πειράματα επιφέρουν τα αποτελέσματα που προβλέπουν οι θεωρίες και ότι οι μηχανές στα εργοστάσια λειτουργούν όπως προβλέπει η τεχνολογία αποδεικνύει, υποστηρίζουν, την εγκυρότητα των μεθόδων και των πορισμάτων της σύγχρονης φυσικής επιστήμης. Ακόμη και αν δεχθούμε ότι η επιστήμη δεν μπορεί να μας δώσει την αλήθεια — και ποιος γνωρίζει τι σημαίνει πράγματι αλήθεια;—, είναι πάντως βέβαιο ότι λειτουργεί, καθοδηγώντας μας προς την επιτυχία.

The champions of mechanicalism do not bother about the still unsolved problems of the logical and epistemological basis of the principles of causality and imperfect induction. In their eyes these principles are sound because they work. The fact that experiments in the laboratory bring about the results predicted by the theories and that machines in the factories run in the way predicted by technology proves, they say, the soundness of the methods and findings of modern natural science. Granted that science cannot give us truth—and who knows what truth really means?—at any rate it is certain that it works in leading us to success.

60

Ακριβώς, όμως, όταν υιοθετούμε αυτή την πραγματιστική οπτική καθίσταται εμφανής η κενότητα του πανφυσικαλιστικού δόγματος. Όπως επισημάνθηκε προηγουμένως, η επιστήμη δεν κατόρθωσε να επιλύσει τα προβλήματα των σχέσεων μεταξύ νου και σώματος. Οι πανφυσικαλιστές ασφαλώς δεν μπορούν να ισχυριστούν ότι οι διαδικασίες τις οποίες συνιστούν λειτούργησαν ποτέ στο πεδίο των διανθρώπινων σχέσεων και των κοινωνικών επιστημών. Είναι, όμως, αναμφισβήτητο ότι η αρχή σύμφωνα με την οποία ένα εγώ αντιμετωπίζει κάθε ανθρώπινο ον σαν να ήταν, όπως το ίδιο, ένα σκεπτόμενο και δρων ον έχει αποδείξει τη χρησιμότητά της τόσο στην καθημερινή ζωή όσο και στην επιστημονική έρευνα. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι λειτουργεί.

But it is precisely when we accept this pragmatic point of view that the emptiness of the panphysicalist dogma becomes manifest. Science, as has been pointed out above, has not succeeded in solving the problems of the mind-body relations. The panphysicalists certainly cannot contend that the procedures they recommend have ever worked in the field of interhuman relations and of the social sciences. But it is beyond doubt that the principle according to which an Ego deals with every human being as if the other were a thinking and acting being like himself has evidenced its usefulness both in mundane life and in scientific research. It cannot be denied that it works.

61

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πρακτική να θεωρούμε τους συνανθρώπους μας όντα που σκέπτονται και δρουν όπως εγώ, το δρων εγώ, έχει αποδειχθεί επιτυχής. Αντιθέτως, φαίνεται μάταιη η προσδοκία ότι θα μπορούσε να εξασφαλιστεί παρόμοια πραγματιστική επαλήθευση για το αίτημα να αντιμετωπίζονται οι άνθρωποι με τον ίδιο τρόπο όπως τα αντικείμενα των φυσικών επιστημών. Τα επιστημολογικά προβλήματα που εγείρονται από την κατανόηση της συμπεριφοράς των άλλων ανθρώπων δεν είναι λιγότερο περίπλοκα από τα προβλήματα της αιτιότητας και της ατελούς επαγωγής. Μπορεί να γίνει δεκτό ότι είναι αδύνατο να παρασχεθεί αδιάσειστη απόδειξη για τις προτάσεις ότι η δική μου λογική είναι η λογική όλων των άλλων ανθρώπων και, οπωσδήποτε, η απολύτως μοναδική ανθρώπινη λογική, καθώς και ότι οι κατηγορίες της δικής μου δράσης είναι οι κατηγορίες της δράσης όλων των άλλων ανθρώπων και, οπωσδήποτε, οι απόλυτες κατηγορίες κάθε ανθρώπινης δράσης.

Ωστόσο, ο πραγματιστής πρέπει να θυμάται ότι αυτές οι προτάσεις λειτουργούν τόσο στην πράξη όσο και στην επιστήμη, ενώ ο θετικιστής δεν πρέπει να παραβλέπει ότι, όταν απευθύνεται στους συνανθρώπους του, προϋποθέτει —σιωπηρά και εμμέσως— τη διυποκειμενική εγκυρότητα της λογικής και, κατ’ επέκταση, την πραγματικότητα της σφαίρας της σκέψης και της δράσης του ετέρου εγώ, δηλαδή τον κατεξοχήν ανθρώπινο χαρακτήρα του.8

It is beyond doubt that the practice of considering fellow men as beings who think and act as I, the Ego, do has turned out well; on the other hand the prospect seems hopeless of getting a similar pragmatic verification for the postulate requiring them to be treated in the same manner as the objects of the natural sciences. The epistemological problems raised by the comprehension of other people’s behavior are no less intricate than those of causality and incomplete induction. It may be admitted that it is impossible to provide conclusive evidence for the propositions that my logic is the logic of all other people and by all means absolutely the only human logic and that the categories of my action are the categories of all other people’s action and by all means absolutely the categories of all human action. However, the pragmatist must remember that these propositions work both in practice and in science, and the positivist must not overlook the fact that in addressing his fellow men he presupposes—tacitly and implicitly—the intersubjective validity of logic and thereby the reality of the realm of the alter Ego’s thought and action, of his eminent human character.[7]

62

Η σκέψη και η δράση αποτελούν τα ιδιαίτερα ανθρώπινα γνωρίσματα του ανθρώπου. Είναι κοινές σε όλα τα ανθρώπινα όντα. Πέρα από την ένταξή του στο ζωολογικό είδος Homo sapiens, αποτελούν το χαρακτηριστικό γνώρισμα του ανθρώπου ως ανθρώπου. Δεν εμπίπτει στο πεδίο της πραξεολογίας η διερεύνηση της σχέσης μεταξύ σκέψης και δράσης. Για την πραξεολογία αρκεί να διαπιστώσει ότι υπάρχει μόνο μία λογική κατανοητή από τον ανθρώπινο νου και ότι υπάρχει μόνο ένας τρόπος δράσης που είναι ανθρώπινος και κατανοητός από τον ανθρώπινο νου. Το αν υπάρχουν ή μπορούν να υπάρχουν κάπου άλλα όντα —υπεράνθρωπα ή υποανθρώπινα— που σκέπτονται και δρουν με διαφορετικό τρόπο βρίσκεται πέρα από τα όρια του ανθρώπινου νου. Πρέπει να περιορίσουμε τις προσπάθειές μας στη μελέτη της ανθρώπινης δράσης.

Thinking and acting are the specific human features of man. They are peculiar to all human beings. They are, beyond membership in the zoological species homo sapiens, the characteristic mark of man as man. It is not the scope of praxeology to investigate the relation of thinking and acting. For praxeology it is enough to establish the fact that there is only one logic that is intelligible to the human mind, and that there is only one mode of action which is human and comprehensible to the human mind. Whether there are or can be somewhere other beings—superhuman or subhuman—who think and act in a different way, is beyond the reach of the human mind. We must restrict our endeavors to the study of human action.

63

Αυτή η ανθρώπινη δράση, η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ανθρώπινη σκέψη, καθορίζεται από τη λογική αναγκαιότητα. Είναι αδύνατο για τον ανθρώπινο νου να συλλάβει λογικές σχέσεις που αντιβαίνουν στη λογική δομή του ίδιου του νου μας. Είναι αδύνατο για τον ανθρώπινο νου να συλλάβει έναν τρόπο δράσης του οποίου οι κατηγορίες θα διέφεραν από τις κατηγορίες που καθορίζουν τις δικές μας πράξεις.

This human action which is inextricably linked with human thought is conditioned by logical necessity. It is impossible for the human mind to conceive logical relations at variance with the logical structure of our mind. It is impossible for the human mind to conceive a mode of action whose categories would differ from the categories which determine our own actions.

64

Ο άνθρωπος διαθέτει μόνο δύο αρχές για τη νοητική κατανόηση της πραγματικότητας: την τελεολογία και την αιτιότητα. Ό,τι δεν μπορεί να υπαχθεί σε καμία από αυτές τις κατηγορίες παραμένει απολύτως κρυμμένο από τον ανθρώπινο νου. Ένα γεγονός που δεν επιδέχεται ερμηνεία βάσει μίας από αυτές τις δύο αρχές είναι για τον άνθρωπο αδιανόητο και μυστηριώδες. Η μεταβολή μπορεί να νοηθεί είτε ως αποτέλεσμα της λειτουργίας της μηχανιστικής αιτιότητας είτε ως αποτέλεσμα σκόπιμης συμπεριφοράς· για τον ανθρώπινο νου δεν υπάρχει τρίτη οδός.9 Είναι αλήθεια, όπως ήδη αναφέρθηκε, ότι η τελεολογία μπορεί να θεωρηθεί μορφή αιτιότητας. Η διαπίστωση, όμως, αυτού του γεγονότος δεν αναιρεί τις ουσιώδεις διαφορές μεταξύ των δύο κατηγοριών.

There are for man only two principles available for a mental grasp of reality, namely, those of teleology and causality. What cannot be brought under either of these categories is absolutely hidden to the human mind. An event not open to an interpretation by one of these two principles is for man inconceivable and mysterious. Change can be conceived as the outcome either of the operation of mechanistic causality or of purposeful behavior; for the human mind there is no third way available.[8] It is true, as has already been mentioned, that teleology can be viewed as a variety of causality. But the establishment of this fact does not annul the essential differences between the two categories.

65

Η πανμηχανιστική κοσμοθεώρηση είναι προσηλωμένη σε έναν μεθοδολογικό μονισμό· αναγνωρίζει μόνο τη μηχανιστική αιτιότητα, επειδή αποδίδει αποκλειστικά σε αυτήν γνωστική αξία ή, τουλάχιστον, γνωστική αξία ανώτερη από εκείνη της τελεολογίας. Πρόκειται για μεταφυσική δεισιδαιμονία. Και οι δύο αρχές της γνώσης —η αιτιότητα και η τελεολογία— είναι, εξαιτίας των περιορισμών του ανθρώπινου λόγου, ατελείς και δεν παρέχουν έσχατη γνώση. Η αιτιότητα οδηγεί σε μια regressus in infinitum, σε μια επ’ άπειρον αναγωγή την οποία ο λόγος δεν μπορεί ποτέ να εξαντλήσει. Η τελεολογία αποδεικνύεται ανεπαρκής μόλις τεθεί το ερώτημα τι κινεί το πρώτο κινούν. Καθεμία από τις δύο μεθόδους σταματά σε ένα έσχατο δεδομένο που δεν μπορεί να αναλυθεί και να ερμηνευθεί.

Ο συλλογισμός και η επιστημονική έρευνα δεν μπορούν ποτέ να προσφέρουν πλήρη ψυχική γαλήνη, αποδεικτική βεβαιότητα και τέλεια γνώση όλων των πραγμάτων. Εκείνος που τα αναζητεί πρέπει να προσφύγει στην πίστη και να προσπαθήσει να καθησυχάσει τη συνείδησή του ενστερνιζόμενος ένα θρησκευτικό δόγμα ή μια μεταφυσική θεωρία.

The panmechanistic world view is committed to a methodological monism; it acknowledges only mechanistic causality because it attributes to it alone any cognitive value or at least a higher cognitive value than to teleology. This is a metaphysical superstition. Both principles of cognition —causality and teleology—are, owing to the limitations of human reason, imperfect and do not convey ultimate knowledge. Causality leads to a regressus in infinitum which reason can never exhaust. Teleology is found wanting as soon as the question is raised of what moves the prime mover. Either method stops short at an ultimate given which cannot be analyzed and interpreted. Reasoning and scientific inquiry can never bring full ease of mind, apodictic certainty, and perfect cognition of all things. He who seeks this must apply to faith and try to quiet his conscience by embracing a creed or a metaphysical doctrine.

66

Αν δεν υπερβούμε τη σφαίρα του λόγου και της εμπειρίας, δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε ότι οι συνάνθρωποί μας δρουν. Δεν είμαστε ελεύθεροι να παραβλέψουμε αυτό το γεγονός χάριν μιας συρρέουσας προκατάληψης ή μιας αυθαίρετης γνώμης. Η καθημερινή εμπειρία δεν αποδεικνύει μόνο ότι η μοναδική κατάλληλη μέθοδος για τη μελέτη των συνθηκών του μη ανθρώπινου περιβάλλοντός μας παρέχεται από την κατηγορία της αιτιότητας· αποδεικνύει εξίσου πειστικά ότι οι συνάνθρωποί μας είναι δρώντα όντα όπως και εμείς. Για την κατανόηση της δράσης υπάρχει μόνο ένα διαθέσιμο σχήμα ερμηνείας και ανάλυσης: εκείνο που παρέχεται από τη γνώση και την ανάλυση της δικής μας σκόπιμης συμπεριφοράς.

If we do not transcend the realm of reason and experience, we cannot help acknowledging that our fellow men act. We are not free to disregard this fact for the sake of a fashionable prepossession and an arbitrary opinion. Daily experience proves not only that the sole suitable method for studying the conditions of our nonhuman environment is provided by the category of causality; it proves no less convincingly that our fellow men are acting beings as we ourselves are. For the comprehension of action there is but one scheme of interpretation and analysis available, namely, that provided by the cognition and analysis of our own purposeful behavior.

67

Το πρόβλημα της μελέτης και της ανάλυσης της δράσης των άλλων ανθρώπων δεν συνδέεται κατά κανέναν τρόπο με το πρόβλημα της ύπαρξης ψυχής ή αθάνατης ψυχής. Στον βαθμό στον οποίο οι αντιρρήσεις του εμπειρισμού, του συμπεριφορισμού και του θετικισμού στρέφονται εναντίον οποιασδήποτε μορφής θεωρίας περί ψυχής, δεν έχουν καμία σημασία για το πρόβλημα που εξετάζουμε. Το ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε είναι αν είναι δυνατή η νοητική κατανόηση της ανθρώπινης δράσης όταν αρνούμαστε να την κατανοήσουμε ως νοηματοδοτημένη και σκόπιμη συμπεριφορά που αποβλέπει στην επίτευξη καθορισμένων σκοπών.

Ο συμπεριφορισμός και ο θετικισμός επιδιώκουν να εφαρμόσουν στην πραγματικότητα της ανθρώπινης δράσης τις μεθόδους των εμπειρικών φυσικών επιστημών. Την ερμηνεύουν ως απόκριση σε ερεθίσματα. Τα ίδια, όμως, αυτά τα ερεθίσματα δεν επιδέχονται περιγραφή με τις μεθόδους των φυσικών επιστημών. Κάθε προσπάθεια περιγραφής τους πρέπει να αναφέρεται στο νόημα που τους αποδίδουν οι δρώντες άνθρωποι. Μπορούμε να αποκαλέσουμε «ερέθισμα» την προσφορά ενός αγαθού προς πώληση. Εκείνο, όμως, που είναι ουσιώδες σε μια τέτοια προσφορά και τη διακρίνει από άλλες προσφορές δεν μπορεί να περιγραφεί χωρίς να υπεισέλθουμε στο νόημα που αποδίδουν στην κατάσταση τα δρώντα μέρη. Κανένα διαλεκτικό τέχνασμα δεν μπορεί να εξαφανίσει το γεγονός ότι ο άνθρωπος παρακινείται από τον σκοπό της επίτευξης ορισμένων αποτελεσμάτων. Αυτή η σκόπιμη συμπεριφορά —δηλαδή η δράση— αποτελεί το αντικείμενο της επιστήμης μας. Δεν μπορούμε να προσεγγίσουμε το αντικείμενό μας αν παραβλέψουμε το νόημα που αποδίδει ο δρων άνθρωπος στην κατάσταση —δηλαδή στη δεδομένη κατάσταση πραγμάτων— και στη δική του συμπεριφορά έναντι αυτής της κατάστασης.

The problem of the study and analysis of other people’s action is in no way connected with the problem of the existence of a soul or of an immortal soul. As far as the objections of empiricism, behaviorism, and positivism are directed against any variety of the soul-theory, they are of no avail for our problem. The question we have to deal with is whether it is possible to grasp human action intellectually if one refuses to comprehend it as meaningful and purposeful behavior aiming at the attainment of definite ends. Behaviorism and positivism want to apply the methods of the empirical natural sciences to the reality of human action. They interpret it as a response to stimuli. But these stimuli themselves are not open to description by the methods of the natural sciences. Every attempt to describe them must refer to the meaning which acting men attach to them. We may call the offering of a commodity for sale a “stimulus.” But what is essential in such an offer and distinguishes it from other offers cannot be described without entering into the meaning which the acting parties attribute to the situation. No dialectical artifice can spirit away the fact that man is driven by the aim to attain certain ends. It is this purposeful behavior —viz., action—that is the subject matter of our science. We cannot approach our subject if we disregard the meaning which acting man attaches to the situation, i.e., the given state of affairs, and to his own behavior with regard to this situation.

68

Δεν αρμόζει στον φυσικό να αναζητεί τελικά αίτια, επειδή δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι τα γεγονότα που αποτελούν αντικείμενο της φυσικής πρέπει να ερμηνεύονται ως αποτελέσματα των πράξεων ενός όντος που επιδιώκει σκοπούς κατά τον ανθρώπινο τρόπο. Ούτε αρμόζει στον πραξεολόγο να παραβλέπει τη λειτουργία της βούλησης και της πρόθεσης του δρώντος όντος· αυτές αποτελούν αναμφισβήτητα δεδομένα γεγονότα. Αν τις παραγνώριζε, θα έπαυε να μελετά την ανθρώπινη δράση. Πολύ συχνά —όχι όμως πάντοτε— τα σχετικά γεγονότα μπορούν να διερευνηθούν τόσο από τη σκοπιά της πραξεολογίας όσο και από τη σκοπιά των φυσικών επιστημών. Εκείνος, όμως, που εξετάζει την πυροδότηση ενός πυροβόλου όπλου από τη φυσική και χημική σκοπιά δεν είναι πραξεολόγος. Παραμερίζει ακριβώς τα προβλήματα που επιδιώκει να διασαφηνίσει η επιστήμη της σκόπιμης ανθρώπινης συμπεριφοράς.

It is not appropriate for the physicist to search for final causes because there is no indication that the events which are the subject matter of physics are to be interpreted as the outcome of actions of a being, aiming at ends in a human way. Nor is it appropriate for the praxeologist to disregard the operation of the acting being’s volition and intention because they are undoubtedly given facts. If he were to disregard it, he would cease to study human action. Very often—but not always—the events concerned can be investigated both from the point of view of praxeology and from that of the natural sciences. But he who deals with the discharging of a firearm from the physical and chemical point of view is not a praxeologist. He neglects the very problems which the science of purposeful human behavior aims to clarify.

69

Περί της λειτουργικής σκοπιμότητας των ενστίκτων

On the Serviceableness of Instincts

70

Η απόδειξη ότι η ανθρώπινη έρευνα διαθέτει μόνο δύο οδούς προσέγγισης —την αιτιότητα ή την τελεολογία— παρέχεται από τα προβλήματα που εγείρονται σχετικά με τη λειτουργική σκοπιμότητα των ενστίκτων. Υπάρχουν μορφές συμπεριφοράς οι οποίες, αφενός, δεν μπορούν να ερμηνευθούν πλήρως με τις αιτιώδεις μεθόδους των φυσικών επιστημών και, αφετέρου, δεν μπορούν να θεωρηθούν σκόπιμη ανθρώπινη δράση. Για να κατανοήσουμε μια τέτοια συμπεριφορά, είμαστε αναγκασμένοι να καταφύγουμε σε ένα βοηθητικό τέχνασμα. Της αποδίδουμε τον χαρακτήρα οιονεί δράσης· μιλάμε για λειτουργικά σκόπιμα ένστικτα.

The proof of the fact that only two avenues of approach are available for human research, causality or teleology, is provided by the problems raised in reference to the serviceableness of instincts. There are types of behavior which on the one hand cannot be thoroughly interpreted with the causal methods of the natural sciences, but on the other hand cannot be considered as purposeful human action. In order to grasp such behavior we are forced to resort to a makeshift. We assign to it the character of a quasiaction; we speak of serviceable instincts.

71

Παρατηρούμε δύο πράγματα: πρώτον, την εγγενή τάση ενός ζωντανού οργανισμού να αποκρίνεται σε ένα ερέθισμα σύμφωνα με ένα κανονικό πρότυπο και, δεύτερον, τις ευνοϊκές συνέπειες αυτού του είδους συμπεριφοράς για την ενίσχυση ή τη διατήρηση των ζωτικών δυνάμεων του οργανισμού. Αν ήμασταν σε θέση να ερμηνεύσουμε μια τέτοια συμπεριφορά ως αποτέλεσμα σκόπιμης επιδίωξης ορισμένων σκοπών, θα την αποκαλούσαμε δράση και θα την εξετάζαμε σύμφωνα με τις τελεολογικές μεθόδους της πραξεολογίας. Επειδή, όμως, δεν εντοπίζουμε κανένα ίχνος συνειδητού νου πίσω από αυτή τη συμπεριφορά, υποθέτουμε ότι συνέβαλε καθοριστικά ένας άγνωστος παράγοντας, τον οποίο αποκαλούμε ένστικτο. Λέμε ότι το ένστικτο κατευθύνει την οιονεί σκόπιμη ζωική συμπεριφορά και τις ασυνείδητες αλλά, παρ’ όλα αυτά, λειτουργικά πρόσφορες αποκρίσεις των ανθρώπινων μυών και νεύρων.

Ωστόσο, το γεγονός και μόνο ότι υποστασιοποιούμε το ανεξήγητο στοιχείο αυτής της συμπεριφοράς ως δύναμη και το αποκαλούμε ένστικτο δεν διευρύνει τη γνώση μας. Δεν πρέπει ποτέ να λησμονούμε ότι η λέξη «ένστικτο» δεν είναι παρά ένα ορόσημο που υποδεικνύει το σημείο πέρα από το οποίο, τουλάχιστον έως σήμερα, αδυνατούμε να προωθήσουμε την επιστημονική μας διερεύνηση.

We observe two things: first the inherent tendency of a living organism to respond to a stimulus according to a regular pattern, and second the favorable effects of this kind of behavior for the strengthening or preservation of the organism’s vital forces. If we were in a position to interpret such behavior as the outcome of purposeful aiming at certain ends, we would call it action and deal with it according to the teleological methods of praxeology. But as we found no trace of a conscious mind behind this behavior, we suppose that an unknown factor—we call it instinct—was instrumental. We say that the instinct directs quasi-purposeful animal behavior and unconscious but nonetheless serviceable responses of human muscles and nerves. Yet, the mere fact that we hypostatize the unexplained element of this behavior as a force and call it instinct does not enlarge our knowledge. We must never forget that this word instinct is nothing but a landmark to indicate a point beyond which we are unable, up to the present at least, to carry our scientific scrutiny.

72

Η βιολογία κατόρθωσε να ανακαλύψει μια «φυσική», δηλαδή μηχανιστική, εξήγηση για πολλές διεργασίες οι οποίες κατά το παρελθόν αποδίδονταν στη λειτουργία των ενστίκτων. Παρ’ όλα αυτά, πολλές άλλες παραμένουν ανεξήγητες και δεν μπορούν να ερμηνευθούν ως μηχανικές ή χημικές αποκρίσεις σε μηχανικά ή χημικά ερεθίσματα. Τα ζώα εκδηλώνουν μορφές συμπεριφοράς που δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές παρά μόνο με την παραδοχή ότι δρούσε κάποιος κατευθυντήριος παράγοντας.

Biology has succeeded in discovering a “natural,” i.e., mechanistic, explanation for many processes which in earlier days were attributed to the operation of instincts. Nonetheless many others have remained which cannot be interpreted as mechanical or chemical responses to mechanical or chemical stimuli. Animals display attitudes which cannot be comprehended otherwise than through the assumption that a directing factor was operative.

73

Ο σκοπός του συμπεριφορισμού να μελετήσει την ανθρώπινη δράση εξωτερικά, με τις μεθόδους της ζωικής ψυχολογίας, είναι ανεδαφικός. Στον βαθμό στον οποίο η ζωική συμπεριφορά υπερβαίνει τις απλές φυσιολογικές διεργασίες, όπως η αναπνοή και ο μεταβολισμός, μπορεί να διερευνηθεί μόνο με τη βοήθεια των εννοιών νοήματος που έχει αναπτύξει η πραξεολογία. Ο συμπεριφοριστής προσεγγίζει το αντικείμενο των ερευνών του με τις ανθρώπινες έννοιες του σκοπού και της επιτυχίας. Εφαρμόζει ασυνείδητα στο αντικείμενο των μελετών του τις ανθρώπινες έννοιες της λειτουργικής προσφορότητας και της βλαπτικότητας. Αυταπατάται όταν αποκλείει κάθε λεκτική αναφορά στη συνείδηση και στην επιδίωξη σκοπών. Στην πραγματικότητα, ο νους του αναζητεί παντού σκοπούς και αξιολογεί κάθε μορφή συμπεριφοράς με το μέτρο μιας διαστρεβλωμένης έννοιας της λειτουργικής προσφορότητας.

Η επιστήμη της ανθρώπινης συμπεριφοράς —στον βαθμό στον οποίο δεν είναι φυσιολογία— δεν μπορεί να εγκαταλείψει την αναφορά στο νόημα και στον σκοπό. Δεν μπορεί να διδαχθεί τίποτε από τη ζωική ψυχολογία και από την παρατήρηση των ασυνείδητων αντιδράσεων των νεογέννητων βρεφών. Αντιθέτως, η ζωική ψυχολογία και η βρεφική ψυχολογία είναι εκείνες που δεν μπορούν να παραιτηθούν από τη βοήθεια την οποία παρέχει η επιστήμη της ανθρώπινης δράσης. Χωρίς τις πραξεολογικές κατηγορίες, θα αδυνατούσαμε να συλλάβουμε και να κατανοήσουμε τόσο τη συμπεριφορά των ζώων όσο και τη συμπεριφορά των βρεφών.

The aim of behaviorism to study human action from without with the methods of animal psychology is illusory. As far as animal behavior goes beyond mere physiological processes like breathing and metabolism, it can only be investigated with the aid of the meaning-concepts developed by praxeology. The behaviorist approaches the object of his investigations with the human notions of purpose and success. He unwittingly applies to the subject matter of his studies the human concepts of serviceableness and perniciousness. He deceives himself in excluding all verbal reference to consciousness and aiming at ends. In fact his mind searches everywhere for ends and measures every attitude with the yardstick of a garbled notion of serviceableness. The science of human behavior—as far as it is not physiology—cannot abandon reference to meaning and purpose. It cannot learn anything from animal psychology and the observation of the unconscious reactions of newborn infants. It is, on the contrary, animal psychology and infant psychology which cannot renounce the aid afforded by the science of human action. Without praxeological categories we would be at a loss to conceive and to understand the behavior both of animals and of infants.

74

Η παρατήρηση της ενστικτώδους συμπεριφοράς των ζώων γεμίζει τον άνθρωπο με θαυμασμό και εγείρει ερωτήματα στα οποία κανείς δεν μπορεί να απαντήσει ικανοποιητικά. Ωστόσο, το γεγονός ότι τα ζώα, ακόμη και τα φυτά, αντιδρούν κατά τρόπο οιονεί σκόπιμο δεν είναι περισσότερο ούτε λιγότερο θαυμαστό από το γεγονός ότι ο άνθρωπος σκέπτεται και δρα, ότι στο ανόργανο σύμπαν επικρατούν εκείνες οι λειτουργικές αντιστοιχίες τις οποίες περιγράφει η φυσική και ότι στο οργανικό σύμπαν συντελούνται βιολογικές διεργασίες. Όλα αυτά είναι θαυμαστά υπό την έννοια ότι αποτελούν έσχατα δεδομένα για τον ερευνητικό μας νου.

The observation of the instinctive behavior of animals fills man with astonishment and raises questions which nobody can answer satisfactorily. Yet the fact that animals and even plants react in a quasi-purposeful way is neither more nor less miraculous than that man thinks and acts, that in the inorganic universe those functional correspondences prevail which physics describes, and that in the organic universe biological processes occur. All this is miraculous in the sense that it is an ultimate given for our searching mind.

75

Τέτοιο έσχατο δεδομένο αποτελεί και εκείνο που αποκαλούμε ζωικό ένστικτο. Όπως οι έννοιες της κίνησης, της δύναμης, της ζωής και της συνείδησης, έτσι και η έννοια του ενστίκτου δεν είναι παρά ένας όρος που δηλώνει ένα έσχατο δεδομένο. Ασφαλώς, ούτε «εξηγεί» οτιδήποτε ούτε υποδεικνύει κάποια αιτία ή έσχατη αιτία.10

Such an ultimate given is what we call animal instinct. Like the concepts of motion, force, life, and consciousness, the concept of instinct too is merely a term to signify an ultimate given. To be sure, it neither “explains” anything nor indicates a cause or an ultimate cause.[9]

76

Ο απόλυτος σκοπός

The Absolute End

77

Για να αποφευχθεί κάθε πιθανή παρερμηνεία των πραξεολογικών κατηγοριών, φαίνεται σκόπιμο να υπογραμμιστεί μια αυτονόητη αλήθεια.

In order to avoid any possible misinterpretation of the praxeological categories it seems expedient to emphasize a truism.

78

Η πραξεολογία, όπως και οι ιστορικές επιστήμες της ανθρώπινης δράσης, ασχολείται με τη σκόπιμη ανθρώπινη δράση. Όταν αναφέρεται σε σκοπούς, έχει κατά νου τους σκοπούς τους οποίους επιδιώκουν οι δρώντες άνθρωποι. Όταν μιλά για νόημα, αναφέρεται στο νόημα που αποδίδουν οι δρώντες άνθρωποι στις πράξεις τους.

Praxeology, like the historical sciences of human action, deals with purposeful human action. If it mentions ends, what it has in view is the ends at which acting men aim. If it speaks of meaning, it refers to the meaning which acting men attach to their actions.

79

Η πραξεολογία και η ιστορία αποτελούν εκδηλώσεις του ανθρώπινου νου και, ως τέτοιες, εξαρτώνται από τις διανοητικές ικανότητες των θνητών ανθρώπων. Η πραξεολογία και η ιστορία δεν ισχυρίζονται ότι γνωρίζουν οτιδήποτε σχετικά με τις προθέσεις ενός απόλυτου και αντικειμενικού νου, σχετικά με ένα αντικειμενικό νόημα εγγενές στην πορεία των γεγονότων και της ιστορικής εξέλιξης ή σχετικά με τα σχέδια που ο Θεός, η Φύση, το Weltgeist —το Πνεύμα του Κόσμου— ή το Manifest Destiny —το Πρόδηλο Πεπρωμένο— επιχειρούν να πραγματώσουν κατευθύνοντας το σύμπαν και τις ανθρώπινες υποθέσεις. Δεν έχουν τίποτε κοινό με εκείνο που αποκαλείται φιλοσοφία της ιστορίας. Δεν ισχυρίζονται, όπως τα έργα του Hegel, του Comte, του Marx και πλήθους άλλων συγγραφέων, ότι αποκαλύπτουν πληροφορίες σχετικά με το αληθινό, αντικειμενικό και απόλυτο νόημα της ζωής και της ιστορίας.11

Praxeology and history are manifestations of the human mind and as such are conditioned by the intellectual abilities of mortal men. Praxeology and history do not pretend to know anything about the intentions of an absolute and objective mind, about an objective meaning inherent in the course of events and of historical evolution, and about the plans which God or Nature or Weltgeist or Manifest Destiny is trying to realize in directing the universe and human affairs. They have nothing in common with what is called philosophy of history. They do not, like the works of Hegel, Comte, Marx, and a host of other writers, claim to reveal information about the true, objective, and absolute meaning of life and history.

80

Ο φυτικός άνθρωπος

Vegetative Man

81

Ορισμένες φιλοσοφίες συμβουλεύουν τους ανθρώπους να επιδιώκουν, ως έσχατο σκοπό της συμπεριφοράς τους, την πλήρη παραίτηση από κάθε δράση. Αντιμετωπίζουν τη ζωή ως απόλυτο κακό, πλήρες πόνου, οδύνης και αγωνίας, και αρνούνται κατηγορηματικά ότι οποιαδήποτε σκόπιμη ανθρώπινη προσπάθεια μπορεί να την καταστήσει υποφερτή. Η ευτυχία μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της πλήρους εξάλειψης της συνείδησης, της βούλησης και της ζωής. Η μοναδική οδός προς τη μακαριότητα και τη σωτηρία είναι να καταστεί κανείς απολύτως παθητικός, αδιάφορος και αδρανής, όπως τα φυτά. Το υπέρτατο αγαθό είναι η εγκατάλειψη της σκέψης και της δράσης.

Some philosophies advise man to seek as the ultimate end of conduct the complete renunciation of any action. They look upon life as an absolute evil full of pain, suffering, and anguish, and apodictically deny that any purposeful human effort can render it tolerable. Happiness can be attained only by complete extinction of consciousness, volition, and life. The only way toward bliss and salvation is to become perfectly passive, indifferent, and inert like the plants. The sovereign good is the abandonment of thinking and acting.

82

Αυτή είναι η ουσία των διδασκαλιών διαφόρων ινδικών φιλοσοφιών, ιδίως του Βουδισμού, καθώς και της φιλοσοφίας του Schopenhauer. Η πραξεολογία δεν τις σχολιάζει. Παραμένει ουδέτερη απέναντι σε όλες τις αξιολογικές κρίσεις και στην επιλογή των έσχατων σκοπών. Έργο της δεν είναι να επιδοκιμάζει ή να αποδοκιμάζει, αλλά να περιγράφει αυτό που υπάρχει.

Such is the essence of the teachings of various Indian philosophies, especially of Buddhism, and of Schopenhauer. Praxeology does not comment upon them. It is neutral with regard to all judgments of value and the choice of ultimate ends. Its task is not to approve or to disapprove, but only to establish facts.

83

Αντικείμενο της πραξεολογίας είναι η ανθρώπινη δράση. Ασχολείται με τον δρώντα άνθρωπο, όχι με τον άνθρωπο που έχει μεταμορφωθεί σε φυτό και έχει αναχθεί σε μια απλώς φυτική ύπαρξη.

The subject matter of praxeology is human action. It is not concerned with human beings who have succeeded in suppressing altogether everything that characterizes man as man: will, desire, thought, and the striving after ends. It deals with acting man, not with man transformed into a plant and reduced to a merely vegetative existence.

84

← ΕισαγωγήΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 2: ΤΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΔΡΑΣΗΣ →

← ΠεριεχόμεναΔίγλωσση ανάγνωση: Ανθρώπινη Δράση