Ανθρώπινη Δράση: Εισαγωγή
Ludwig von Mises · Human Action: A Treatise on Economics
Πραξεολόγος
ΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 1: Ο ΔΡΩΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ →
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, Human Action: A Treatise on Economics, ebook του Foundation for Economic Education (FEE), 2016, ISBN 978-1-57246-086-7 — «Published under the Creative Commons Attribution 4.0 International License». Σελίδα της έκδοσης: fee.org/ebooks/human-action-by-ludwig-von-mises. Άδεια: CC BY 4.0.
Σε δείγμα 300 παραγράφων, οι 298 του ebook του FEE ήταν ίδιες λέξη προς λέξη με το κείμενο που ακολουθεί η μετάφραση. Το FEE δεν περιέχει μερικές ενότητες που προστέθηκαν σε μεταγενέστερες εκδόσεις (π.χ. «Η ηθική καταδίκη του κέρδους», «Διαφθορά», παράγραφοι για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο)· αυτές, όπως και οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ), εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Οι πρόλογοι της ελληνικής έκδοσης και των εκδόσεων Scholar’s/4ης δεν περιλαμβάνονται εδώ.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
Η οικονομική επιστήμη είναι η νεότερη από όλες τις επιστήμες. Είναι αλήθεια ότι, κατά τα τελευταία διακόσια χρόνια, πολλές νέες επιστήμες αναδύθηκαν από τους γνωστικούς κλάδους που ήταν ήδη οικείοι στους αρχαίους Έλληνες. Ωστόσο, αυτό που συνέβη στις περιπτώσεις αυτές ήταν απλώς ότι τμήματα της γνώσης, τα οποία είχαν ήδη βρει τη θέση τους στο σύνθετο οικοδόμημα του παλαιού συστήματος μάθησης, κατέστησαν πλέον αυτόνομα. Το πεδίο μελέτης υποδιαιρέθηκε ακριβέστερα και εξετάστηκε με νέες μεθόδους· ανακαλύφθηκαν σε αυτό περιοχές που έως τότε είχαν παραμείνει απαρατήρητες και οι άνθρωποι άρχισαν να βλέπουν τα πράγματα από οπτικές διαφορετικές από εκείνες των προδρόμων τους. Το ίδιο το πεδίο δεν διευρύνθηκε. Η οικονομική επιστήμη, όμως, άνοιξε στην επιστημονική μελέτη του ανθρώπου έναν τομέα ο οποίος ήταν προηγουμένως απρόσιτος και τον οποίο κανείς δεν είχε ποτέ διανοηθεί. Η ανακάλυψη μιας κανονικότητας στην αλληλουχία και την αλληλεξάρτηση των φαινομένων της αγοράς υπερέβη τα όρια του παραδοσιακού συστήματος γνώσης. Απέφερε γνώση η οποία δεν μπορούσε να θεωρηθεί ούτε λογική, ούτε μαθηματικά, ούτε ψυχολογία, ούτε φυσική, ούτε βιολογία.
ECONOMICS is the youngest of all sciences. In the last two hundred years, it is true, many new sciences have emerged from the disciplines familiar to the ancient Greeks. However, what happened here was merely that parts of knowledge which had already found their place in the complex of the old system of learning now became autonomous. The field of study was more nicely subdivided and treated with new methods; hitherto unnoticed provinces were discovered in it, and people began to see things from aspects different from those of their precursors. The field itself was not expanded. But economics opened to human science a domain previously inaccessible and never thought of. The discovery of a regularity in the sequence and interdependence of market phenomena went beyond the limits of the traditional system of learning. It conveyed knowledge which could be regarded neither as logic, mathematics, psychology, physics, nor biology.
Οι φιλόσοφοι επιδίωκαν από παλιά να εξακριβώσουν τους σκοπούς που ο Θεός ή η Φύση επιχειρούσε να πραγματώσει στην πορεία της ανθρώπινης ιστορίας. Αναζητούσαν τον νόμο του πεπρωμένου και της εξέλιξης της ανθρωπότητας. Ακόμη, όμως, και όσοι στοχαστές διερευνούσαν το ζήτημα απαλλαγμένοι από κάθε θεολογική τάση απέτυχαν ολοκληρωτικά στις προσπάθειές τους, επειδή παρέμεναν προσηλωμένοι σε μια εσφαλμένη μέθοδο. Εξέταζαν την ανθρωπότητα ως όλον ή χρησιμοποιούσαν άλλες ολιστικές έννοιες, όπως το έθνος, η φυλή ή η Εκκλησία. Καθόριζαν εντελώς αυθαίρετα τους σκοπούς στους οποίους υποτίθεται ότι οδηγεί αναγκαστικά η συμπεριφορά τέτοιων συνόλων. Δεν μπορούσαν, όμως, να απαντήσουν ικανοποιητικά στο ερώτημα ποιοι παράγοντες εξανάγκαζαν τα διάφορα δρώντα άτομα να συμπεριφέρονται κατά τρόπο ώστε να επιτυγχάνεται ο σκοπός προς τον οποίο κατευθυνόταν η αδυσώπητη εξέλιξη του συνόλου. Κατέφευγαν σε απελπισμένες υπεκφυγές: στη θαυματουργή παρέμβαση της Θεότητας, είτε μέσω αποκάλυψης είτε μέσω της αποστολής θεόπεμπτων προφητών και καθαγιασμένων ηγετών· στην προκαθορισμένη αρμονία· στον προορισμό· ή στη λειτουργία μιας μυστικιστικής και μυθικής «ψυχής του κόσμου» ή «ψυχής του έθνους». Άλλοι μιλούσαν για μια «πανουργία της φύσης», η οποία εμφύτευε στον άνθρωπο παρορμήσεις που τον ωθούσαν, χωρίς ο ίδιος να το αντιλαμβάνεται, ακριβώς στην οδό που η Φύση ήθελε να ακολουθήσει.
Philosophers had long since been eager to ascertain the ends which God or Nature was trying to realize in the course of human history. They searched for the law of mankind’s destiny and evolution. But even those thinkers whose inquiry was free from any theological tendency failed utterly in these endeavors because they were committed to a faulty method. They dealt with humanity as a whole or with other holistic concepts like nation, race, or church. They set up quite arbitrarily the ends to which the behavior of such wholes is bound to lead. But they could not satisfactorily answer the question regarding what factors compelled the various acting individuals to behave in such a way that the goal aimed at by the whole’s inexorable evolution was attained. They had recourse to desperate shifts: miraculous interference of the Deity either by revelation or by the delegation of God-sent prophets and consecrated leaders, preestablished harmony, predestination, or the operation of a mystic and fabulous “world soul” or “national soul.” Others spoke of a “cunning of nature” which implanted in man impulses driving him unwittingly along precisely the path Nature wanted him to take.
Άλλοι φιλόσοφοι ήταν περισσότερο ρεαλιστές. Δεν επιχειρούσαν να μαντέψουν τα σχέδια της Φύσης ή του Θεού. Εξέταζαν τις ανθρώπινες υποθέσεις από τη σκοπιά της διακυβέρνησης. Επιδίωκαν να θεσπίσουν κανόνες πολιτικής δράσης, ένα είδος τεχνικής της διακυβέρνησης και της πολιτικής τέχνης. Στοχαστές με ροπή προς τη θεωρητική εικοτολογία εκπόνησαν φιλόδοξα σχέδια για τη ριζική μεταρρύθμιση και ανασυγκρότηση της κοινωνίας. Οι μετριοπαθέστεροι αρκούνταν στη συλλογή και συστηματοποίηση των δεδομένων της ιστορικής εμπειρίας. Όλοι, όμως, ήταν απολύτως πεπεισμένοι ότι στην πορεία των κοινωνικών γεγονότων δεν υπήρχε κανονικότητα και σταθερότητα των φαινομένων αντίστοιχη με εκείνη που είχε ήδη διαπιστωθεί στη λειτουργία του ανθρώπινου συλλογισμού και στην αλληλουχία των φυσικών φαινομένων. Δεν αναζητούσαν τους νόμους της κοινωνικής συνεργασίας, επειδή πίστευαν ότι ο άνθρωπος μπορούσε να οργανώσει την κοινωνία όπως επιθυμούσε. Αν οι κοινωνικές συνθήκες δεν εκπλήρωναν τις επιθυμίες των μεταρρυθμιστών και αν οι ουτοπίες τους αποδεικνύονταν απραγματοποίητες, το σφάλμα αποδιδόταν στην ηθική ανεπάρκεια του ανθρώπου. Τα κοινωνικά προβλήματα θεωρούνταν ηθικά προβλήματα. Για την οικοδόμηση της ιδανικής κοινωνίας, πίστευαν, χρειάζονταν ενάρετοι ηγεμόνες και χρηστοί πολίτες. Με δίκαιους ανθρώπους, κάθε ουτοπία θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί.
Other philosophers were more realistic. They did not try to guess the designs of Nature or God. They looked at human things from the viewpoint of government. They were intent upon establishing rules of political action, a technique, as it were, of government and statesmanship. Speculative minds drew ambitious plans for a thorough reform and reconstruction of society. The more modest were satisfied with a collection and systematization of the data of historical experience. But all were fully convinced that there was in the course of social events no such regularity and invariance of phenomena as had already been found in the operation of human reasoning and in the sequence of natural phenomena. They did not search for the laws of social cooperation because they thought that man could organize society as he pleased. If social conditions did not fulfill the wishes of the reformers, if their Utopias proved unrealizable, the fault was seen in the moral failure of man. Social problems were considered ethical problems. What was needed in order to construct the ideal society, they thought, was good princes and virtuous citizens. With righteous men any Utopia might be realized.
Η ανακάλυψη της αναπόδραστης αλληλεξάρτησης των φαινομένων της αγοράς ανέτρεψε αυτή την άποψη. Οι άνθρωποι, σαστισμένοι, αναγκάστηκαν να αντιμετωπίσουν μια νέα θεώρηση της κοινωνίας. Πληροφορήθηκαν με κατάπληξη ότι η ανθρώπινη δράση μπορούσε να εξεταστεί και από άλλη οπτική πέρα από εκείνη του καλού και του κακού, του θεμιτού και του αθέμιτου, του δίκαιου και του άδικου. Στην πορεία των κοινωνικών γεγονότων επικρατεί μια κανονικότητα φαινομένων, προς την οποία ο άνθρωπος πρέπει να προσαρμόζει τις πράξεις του, αν επιθυμεί να επιτύχει. Είναι μάταιο να προσεγγίζει κανείς τα κοινωνικά δεδομένα με τη στάση ενός λογοκριτή, ο οποίος εγκρίνει ή αποδοκιμάζει από τη σκοπιά εντελώς αυθαίρετων κριτηρίων και υποκειμενικών αξιολογικών κρίσεων. Πρέπει να μελετούμε τους νόμους της ανθρώπινης δράσης και της κοινωνικής συνεργασίας όπως ο φυσικός μελετά τους νόμους της φύσης. Η θεώρηση της ανθρώπινης δράσης και της κοινωνικής συνεργασίας ως αντικειμένου μιας επιστήμης δεδομένων σχέσεων, και όχι πλέον ως αντικειμένου ενός κανονιστικού κλάδου που ασχολείται με το πώς θα έπρεπε να είναι τα πράγματα, αποτέλεσε επανάσταση με τεράστιες συνέπειες τόσο για τη γνώση και τη φιλοσοφία όσο και για την κοινωνική δράση.
The discovery of the inescapable interdependence of market phenomena overthrew this opinion. Bewildered, people had to face a new view of society. They learned with stupefaction that there is another aspect from which human action might be viewed than that of good and bad, of fair and unfair, of just and unjust. In the course of social events there prevails a regularity of phenomena to which man must adjust his action if he wishes to succeed. It is futile to approach social facts with the attitude of a censor who approves or disapproves from the point of view of quite arbitrary standards and subjective judgments of value. One must study the laws of human action and social cooperation as the physicist studies the laws of nature. Human action and social cooperation seen as the object of a science of given relations, no longer as a normative discipline of things that ought to be—this was a revolution of tremendous consequences for knowledge and philosophy as well as for social action.
Για περισσότερο από εκατό χρόνια, ωστόσο, οι συνέπειες αυτής της ριζικής μεταβολής στις μεθόδους του συλλογισμού παρέμειναν σημαντικά περιορισμένες, επειδή οι άνθρωποι πίστευαν ότι αφορούσε μόνο ένα στενό τμήμα ολόκληρου του πεδίου της ανθρώπινης δράσης, δηλαδή τα φαινόμενα της αγοράς. Κατά τη διεξαγωγή των ερευνών τους, οι κλασικοί οικονομολόγοι συνάντησαν ένα εμπόδιο το οποίο δεν κατόρθωσαν να άρουν: τη φαινομενική αντινομία της αξίας. Η θεωρία τους περί αξίας ήταν ελαττωματική και τους ανάγκασε να περιορίσουν το πεδίο της επιστήμης τους. Μέχρι τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, η πολιτική οικονομία παρέμενε επιστήμη των «οικονομικών» όψεων της ανθρώπινης δράσης, μια θεωρία του πλούτου και της ιδιοτέλειας. Εξέταζε την ανθρώπινη δράση μόνο στον βαθμό στον οποίο αυτή παρακινούνταν από εκείνο που περιγραφόταν —με πολύ ανεπαρκή τρόπο— ως κίνητρο του κέρδους και υποστήριζε ότι υπήρχαν επιπλέον και άλλες μορφές ανθρώπινης δράσης, η εξέταση των οποίων αποτελούσε έργο άλλων επιστημονικών κλάδων. Ο μετασχηματισμός της σκέψης, τον οποίο είχαν εγκαινιάσει οι κλασικοί οικονομολόγοι, ολοκληρώθηκε μόνο από τη σύγχρονη υποκειμενιστική οικονομική θεωρία, η οποία μετέτρεψε τη θεωρία των αγοραίων τιμών σε γενική θεωρία της ανθρώπινης επιλογής.
For more than a hundred years, however, the effects of this radical change in the methods of reasoning were greatly restricted because people believed that they referred only to a narrow segment of the total field of human action, namely, to market phenomena. The classical economists met in the pursuit of their investigations an obstacle which they failed to remove, the apparent antinomy of value. Their theory of value was defective, and forced them to restrict the scope of their science. Until the late nineteenth century political economy remained a science of the “economic” aspects of human action, a theory of wealth and selfishness. It dealt with human action only to the extent that it is actuated by what was— very unsatisfactorily—described as the profit motive, and it asserted that there is in addition other human action whose treatment is the task of other disciplines. The transformation of thought which the classical economists had initiated was brought to its consummation only by modern subjectivist economics, which converted the theory of market prices into a general theory of human choice.
Για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονταν ότι η μετάβαση από την κλασική θεωρία της αξίας στην υποκειμενική θεωρία της αξίας ήταν πολύ περισσότερα από την αντικατάσταση μιας λιγότερο ικανοποιητικής θεωρίας της αγοραίας ανταλλαγής από μια περισσότερο ικανοποιητική. Η γενική θεωρία της επιλογής και της προτίμησης υπερβαίνει κατά πολύ τον ορίζοντα που περιέκλειε το πεδίο των οικονομικών προβλημάτων, όπως αυτό είχε οριοθετηθεί από τους οικονομολόγους, από τον Cantillon, τον Hume και τον Adam Smith έως τον John Stuart Mill. Είναι πολύ περισσότερα από μια θεωρία της «οικονομικής πλευράς» των ανθρώπινων προσπαθειών και της επιδίωξης του ανθρώπου να αποκτήσει αγαθά και να βελτιώσει την υλική του ευημερία. Είναι η επιστήμη κάθε είδους ανθρώπινης δράσης.
Η επιλογή καθορίζει όλες τις ανθρώπινες αποφάσεις. Όταν επιλέγει, ο άνθρωπος δεν επιλέγει μόνο μεταξύ διαφορετικών υλικών πραγμάτων και υπηρεσιών. Όλες οι ανθρώπινες αξίες προσφέρονται προς επιλογή. Όλοι οι σκοποί και όλα τα μέσα, τόσο τα υλικά όσο και τα ιδεατά ζητήματα, το υψηλό και το ταπεινό, το ευγενές και το αγενές, παρατάσσονται σε μία ενιαία σειρά και υποβάλλονται σε μια απόφαση που επιλέγει το ένα και παραμερίζει το άλλο. Τίποτε από όσα επιδιώκουν ή θέλουν να αποφύγουν οι άνθρωποι δεν παραμένει έξω από αυτή τη διάταξη σε μία ενιαία κλίμακα ιεράρχησης και προτίμησης.
Η σύγχρονη θεωρία της αξίας διευρύνει τον επιστημονικό ορίζοντα και επεκτείνει το πεδίο των οικονομικών μελετών. Από την πολιτική οικονομία της κλασικής σχολής αναδύεται η γενική θεωρία της ανθρώπινης δράσης, η πραξεολογία.1 Τα οικονομικά ή καταλλακτικά προβλήματα2 εντάσσονται σε μια γενικότερη επιστήμη και δεν μπορούν πλέον να αποσπαστούν από αυτή τη συνάφεια. Καμία εξέταση των καθαυτό οικονομικών προβλημάτων δεν μπορεί να αποφύγει να λάβει ως αφετηρία τις πράξεις επιλογής. Η οικονομική επιστήμη καθίσταται μέρος —μολονότι μέχρι σήμερα το καλύτερα επεξεργασμένο μέρος— μιας καθολικότερης επιστήμης, της πραξεολογίας.
For a long time men failed to realize that the transition from the classical theory of value to the subjective theory of value was much more than the substitution of a more satisfactory theory of market exchange for a less satisfactory one. The general theory of choice and preference goes far beyond the horizon which encompassed the scope of economic problems as circumscribed by the economists from Cantillon, Hume, and Adam Smith down to John Stuart Mill. It is much more than merely a theory of the “economic side” of human endeavors and of man’s striving for commodities and an improvement in his material well-being. It is the science of every kind of human action. Choosing determines all human decisions. In making his choice man chooses not only between various material things and services. All human values are offered for option. All ends and all means, both material and ideal issues, the sublime and the base, the noble and the ignoble, are ranged in a single row and subjected to a decision which picks out one thing and sets aside another. Nothing that men aim at or want to avoid remains outside of this arrangement into a unique scale of gradation and preference. The modern theory of value widens the scientific horizon and enlarges the field of economic studies. Out of the political economy of the classical school emerges the general theory of human action, praxeology.[1] The economic or catallactic problems[2] are embedded in a more general science, and can no longer be severed from this connection. No treatment of economic problems proper can avoid starting from acts of choice; economics becomes a part, although the hitherto best elaborated part, of a more universal science, praxeology.
2. Το επιστημολογικό πρόβλημα μιας γενικής θεωρίας της ανθρώπινης δράσης
↗ στη σελίδα του βιβλίου2. The Epistemological Problem of a General Theory of Human Action
Στη νέα επιστήμη, τα πάντα φαίνονταν προβληματικά. Ήταν ξένη προς το παραδοσιακό σύστημα γνώσης· οι άνθρωποι βρίσκονταν σε αμηχανία και δεν γνώριζαν πώς να την ταξινομήσουν και να της αποδώσουν την αρμόζουσα θέση. Από την άλλη πλευρά, όμως, ήταν πεπεισμένοι ότι η ένταξη της οικονομικής επιστήμης στον κατάλογο της γνώσης δεν απαιτούσε αναδιάταξη ή διεύρυνση του συνολικού σχήματος. Θεωρούσαν ότι το σύστημα ταξινόμησής τους ήταν πλήρες. Αν η οικονομική επιστήμη δεν ταίριαζε σε αυτό, το σφάλμα μπορούσε να οφείλεται μόνο στον μη ικανοποιητικό τρόπο με τον οποίο οι οικονομολόγοι αντιμετώπιζαν τα προβλήματά τους.
In the new science everything seemed to be problematic. It was a stranger in the traditional system of knowledge; people were perplexed and did not know how to classify it and to assign it its proper place. But on the other hand they were convinced that the inclusion of economics in the catalogue of knowledge did not require a rearrangement or expansion of the total scheme. They considered their catalogue system complete. If economics did not fit into it, the fault could only rest with the unsatisfactory treatment that the economists applied to their problems.
Αποτελεί πλήρη παρανόηση του νοήματος των συζητήσεων σχετικά με την ουσία, το πεδίο και τον λογικό χαρακτήρα της οικονομικής επιστήμης το να απορρίπτονται αυτές ως σχολαστικές λογομαχίες σχολαστικιστών καθηγητών. Είναι ευρέως διαδεδομένη η εσφαλμένη αντίληψη ότι, ενώ οι σχολαστικοί σπαταλούσαν τον χρόνο τους σε άχρηστες συζητήσεις σχετικά με την καταλληλότερη μέθοδο, η ίδια η οικονομική επιστήμη, αδιάφορη απέναντι σε αυτές τις μάταιες διαμάχες, συνέχιζε αθόρυβα την πορεία της.
Στη Methodenstreit —τη διαμάχη περί μεθόδου— μεταξύ των Αυστριακών οικονομολόγων και της Πρωσικής Ιστορικής Σχολής, της αυτοαποκαλούμενης «πνευματικής σωματοφυλακής του Οίκου των Hohenzollern», καθώς και στις συζητήσεις μεταξύ της σχολής του John Bates Clark και του αμερικανικού θεσμισμού, διακυβεύονταν πολύ περισσότερα από το ερώτημα ποιο είδος διαδικασίας ήταν το παραγωγικότερο. Το πραγματικό ζήτημα ήταν τα επιστημολογικά θεμέλια της επιστήμης της ανθρώπινης δράσης και η λογική νομιμότητά της.
Ξεκινώντας από ένα επιστημολογικό σύστημα στο οποίο ο πραξεολογικός τρόπος σκέψης ήταν ξένος και από μια λογική η οποία αναγνώριζε ως επιστημονικές —πέρα από τη λογική και τα μαθηματικά — μόνο τις εμπειρικές φυσικές επιστήμες και την ιστορία, πολλοί συγγραφείς επιχείρησαν να αρνηθούν την αξία και τη χρησιμότητα της οικονομικής θεωρίας. Ο ιστορισμός αποσκοπούσε στην αντικατάστασή της από την οικονομική ιστορία· ο θετικισμός συνιστούσε την υποκατάστασή της από μια απατηλή κοινωνική επιστήμη, η οποία θα υιοθετούσε τη λογική δομή και το υπόδειγμα της νευτώνειας μηχανικής. Και οι δύο σχολές συμφωνούσαν στη ριζική απόρριψη όλων των επιτευγμάτων της οικονομικής σκέψης. Ήταν αδύνατο για τους οικονομολόγους να παραμείνουν σιωπηλοί απέναντι σε όλες αυτές τις επιθέσεις.
It is a complete misunderstanding of the meaning of the debates concerning the essence, scope, and logical character of economics to dismiss them as the scholastic quibbling of pedantic professors. It is a widespread misconception that while pedants squandered useless talk about the most appropriate method of procedure, economics itself, indifferent to these idle disputes, went quietly on its way. In the Methodenstreit between the Austrian economists and the Prussian Historical School, the self-styled “intellectual bodyguard of the House of Hohenzollern,” and in the discussions between the school of John Bates Clark and American Institutionalism much more was at stake than the question of what kind of procedure was the most fruitful one. The real issue was the epistemological foundations of the science of human action and its logical legitimacy. Starting from an epistemological system to which praxeological thinking was strange and from a logic which acknowledged as scientific—besides logic and mathematics—only the empirical natural sciences and history, many authors tried to deny the value and usefulness of economic theory. Historicism aimed at replacing it by economic history; positivism recommended the substitution of an illusory social science which should adopt the logical structure and pattern of Newtonian mechanics. Both these schools agreed in a radical rejection of all the achievements of economic thought. It was impossible for the economists to keep silent in the face of all these attacks.
Ο ριζοσπαστισμός αυτής της συνολικής καταδίκης της οικονομικής επιστήμης ξεπεράστηκε πολύ σύντομα από έναν ακόμη καθολικότερο μηδενισμό. Από αμνημονεύτων χρόνων, οι άνθρωποι, όταν σκέπτονταν, μιλούσαν και δρούσαν, θεωρούσαν αναμφισβήτητο γεγονός την ομοιομορφία και το αμετάβλητο της λογικής δομής του ανθρώπινου νου. Κάθε επιστημονική έρευνα βασιζόταν σε αυτή την παραδοχή. Στις συζητήσεις σχετικά με τον επιστημολογικό χαρακτήρα της οικονομικής επιστήμης, συγγραφείς αρνήθηκαν, για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, ακόμη και αυτή την πρόταση.
Ο μαρξισμός υποστηρίζει ότι η σκέψη ενός ανθρώπου καθορίζεται από την ταξική του ένταξη. Κάθε κοινωνική τάξη διαθέτει τη δική της λογική. Το προϊόν της σκέψης δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο από ένα «ιδεολογικό προκάλυμμα» των ιδιοτελών ταξικών συμφερόντων του στοχαστή. Έργο μιας «κοινωνιολογίας της γνώσης» είναι να αποκαλύπτει τις φιλοσοφίες και τις επιστημονικές θεωρίες και να εκθέτει την «ιδεολογική» κενότητά τους. Η οικονομική επιστήμη αποτελεί ένα «αστικό» κατασκεύασμα και οι οικονομολόγοι είναι «κόλακες» του κεφαλαίου. Μόνο η αταξική κοινωνία της σοσιαλιστικής ουτοπίας θα αντικαταστήσει τα «ιδεολογικά» ψεύδη με την αλήθεια.
The radicalism of this wholesale condemnation of economics was very soon surpassed by a still more universal nihilism. From time immemorial men in thinking, speaking, and acting had taken the uniformity and immutability of the logical structure of the human mind as an unquestionable fact. All scientific inquiry was based on this assumption. In the discussions about the epistemological character of economics, writers, for the first time in human history, denied this proposition too. Marxism asserts that a man’s thinking is determined by his class affiliation. Every social class has a logic of its own. The product of thought cannot be anything else than an “ideological disguise” of the selfish class interests of the thinker. It is the task of a “sociology of knowledge” to unmask philosophies and scientific theories and to expose their “ideological” emptiness. Economics is a “bourgeois” makeshift, the economists are “sycophants” of capital. Only the classless society of the socialist Utopia will substitute truth for “ideological” lies.
Αυτός ο πολυλογισμός διδάχθηκε αργότερα και με διάφορες άλλες μορφές. Ο ιστορισμός υποστηρίζει ότι η λογική δομή της ανθρώπινης σκέψης και δράσης υπόκειται σε μεταβολή κατά την πορεία της ιστορικής εξέλιξης. Ο φυλετικός πολυλογισμός αποδίδει σε κάθε φυλή τη δική της λογική. Τέλος, υπάρχει ο ανορθολογισμός, ο οποίος ισχυρίζεται ότι ο λόγος καθαυτός δεν είναι κατάλληλος για να διασαφηνίσει τις ανορθολογικές δυνάμεις που καθορίζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά.
This polylogism was later taught in various other forms also. Historicism asserts that the logical structure of human thought and action is liable to change in the course of historical evolution. Racial polylogism assigns to each race a logic of its own. Finally there is irrationalism, contending that reason as such is not fit to elucidate the irrational forces that determine human behavior.
Τέτοια δόγματα υπερβαίνουν κατά πολύ τα όρια της οικονομικής επιστήμης. Αμφισβητούν όχι μόνο την οικονομική επιστήμη και την πραξεολογία, αλλά και κάθε άλλη ανθρώπινη γνώση και τον ανθρώπινο συλλογισμό εν γένει. Αναφέρονται στα μαθηματικά και στη φυσική εξίσου με την οικονομική επιστήμη. Φαίνεται, επομένως, ότι το έργο της αναίρεσής τους δεν ανήκει σε κάποιον επιμέρους κλάδο της γνώσης, αλλά στην επιστημολογία και τη φιλοσοφία. Αυτό παρέχει φαινομενική δικαιολόγηση στη στάση εκείνων των οικονομολόγων που συνεχίζουν αθόρυβα τις μελέτες τους, χωρίς να ασχολούνται με τα επιστημολογικά προβλήματα και τις αντιρρήσεις που προβάλλουν ο πολυλογισμός και ο ανορθολογισμός. Ο φυσικός δεν ενοχλείται αν κάποιος στιγματίσει τις θεωρίες του ως αστικές, δυτικές ή εβραϊκές· κατά τον ίδιο τρόπο, ο οικονομολόγος θα έπρεπε να αγνοεί τις συκοφαντίες και τις δυσφημίσεις. Θα έπρεπε να αφήνει τους σκύλους να γαβγίζουν και να μη δίνει σημασία στα αλυχτήματά τους. Αρμόζει να θυμάται τη ρήση του Spinoza: Sane sicut lux se ipsam et tenebras manifestat, sic veritas norma sui et falsi est — όπως ακριβώς το φως φανερώνει τόσο τον εαυτό του όσο και το σκοτάδι, έτσι και η αλήθεια είναι το μέτρο τόσο του εαυτού της όσο και του ψεύδους.
Such doctrines go far beyond the limits of economics. They question not only economics and praxeology but all other human knowledge and human reasoning in general. They refer to mathematics and physics as well as to economics. It seems therefore that the task of refuting them does not fall to any single branch of knowledge but to epistemology and philosophy. This furnishes apparent justification for the attitude of those economists who quietly continue their studies without bothering about epistemological problems and the objections raised by polylogism and irrationalism. The physicist does not mind if somebody stigmatizes his theories as bourgeois, Western or Jewish; in the same way the economist should ignore detraction and slander. He should let the dogs bark and pay no heed to their yelping. It is seemly for him to remember Spinoza’s dictum: Sane sicut lux se ipsam et tenebras manifestat, sic Veritas norma sui et falsi est.
Ωστόσο, η κατάσταση δεν είναι ακριβώς η ίδια για την οικονομική επιστήμη όπως είναι για τα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες. Ο πολυλογισμός και ο ανορθολογισμός επιτίθενται στην πραξεολογία και την οικονομική επιστήμη. Μολονότι διατυπώνουν τις θέσεις τους με γενικό τρόπο, ώστε να αναφέρονται σε όλους τους κλάδους της γνώσης, στην πραγματικότητα έχουν κατά νου τις επιστήμες της ανθρώπινης δράσης. Υποστηρίζουν ότι αποτελεί πλάνη η πεποίθηση πως η επιστημονική έρευνα μπορεί να επιτύχει αποτελέσματα έγκυρα για ανθρώπους όλων των εποχών, των φυλών και των κοινωνικών τάξεων, και ευχαριστούνται να υποτιμούν ορισμένες φυσικές και βιολογικές θεωρίες ως αστικές ή δυτικές. Αν, όμως, η επίλυση πρακτικών προβλημάτων απαιτεί την εφαρμογή αυτών των στιγματισμένων θεωριών, λησμονούν τις επικρίσεις τους. Η τεχνολογία της Σοβιετικής Ρωσίας χρησιμοποιεί χωρίς δισταγμό όλα τα αποτελέσματα της αστικής φυσικής, χημείας και βιολογίας, σαν να ίσχυαν για όλες τις τάξεις. Οι ναζί μηχανικοί και ιατροί δεν απαξίωσαν να χρησιμοποιήσουν τις θεωρίες, τις ανακαλύψεις και τις εφευρέσεις ανθρώπων «κατώτερων» φυλών και εθνών. Η συμπεριφορά ανθρώπων όλων των φυλών, των εθνών, των θρησκειών, των γλωσσικών ομάδων και των κοινωνικών τάξεων αποδεικνύει σαφώς ότι, όσον αφορά τη λογική, τα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες, δεν αποδέχονται τα δόγματα του πολυλογισμού και του ανορθολογισμού.
However, the situation is not quite the same with regard to economics as it is with mathematics and the natural sciences. Polylogism and irrationalism attack praxeology and economics. Although they formulate their statements in a general way to refer to all branches of knowledge, it is the sciences of human action that they really have in view. They say that it is an illusion to believe that scientific research can achieve results valid for people of all eras, races, and social classes, and they take pleasure in disparaging certain physical and biological theories as bourgeois or Western. But if the solution of practical problems requires the application of these stigmatized doctrines, they forget their criticism. The technology of Soviet Russia utilizes without scruple all the results of bourgeois physics, chemistry, and biology just as if they were valid for all classes. The Nazi engineers and physicians did not disdain to utilize the theories, discoveries, and inventions of people of “inferior” races and nations. The behavior of people of all races, nations, religions, linguistic groups, and social classes clearly proves that they do not endorse the doctrines of polylogism and irrationalism as far as logic, mathematics, and the natural sciences are concerned.
Με την πραξεολογία και την οικονομική επιστήμη, όμως, τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Το κύριο κίνητρο για την ανάπτυξη των δογμάτων του πολυλογισμού, του ιστορισμού και του ανορθολογισμού ήταν να παρασχεθεί δικαιολόγηση για την παραγνώριση των διδασκαλιών της οικονομικής επιστήμης κατά τη χάραξη της οικονομικής πολιτικής. Οι σοσιαλιστές, οι ρατσιστές, οι εθνικιστές και οι κρατιστές απέτυχαν στις προσπάθειές τους να αντικρούσουν τις θεωρίες των οικονομολόγων και να αποδείξουν την ορθότητα των δικών τους νόθων δογμάτων. Ακριβώς αυτή η αποτυχία τούς ώθησε να αρνηθούν τις λογικές και επιστημολογικές αρχές πάνω στις οποίες θεμελιώνεται κάθε ανθρώπινος συλλογισμός, τόσο στις καθημερινές δραστηριότητες όσο και στην επιστημονική έρευνα.
But it is quite different with praxeology and economics. The main motive for the development of the doctrines of polylogism, historicism, and irrationalism was to provide a justification for disregarding the teachings of economics in the determination of economic policies. The socialists, racists, nationalists, and étatists failed in their endeavors to refute the theories of the economists and to demonstrate the correctness of their own spurious doctrines. It was precisely this frustration that prompted them to negate the logical and epistemological principles upon which all human reasoning both in mundane activities and in scientific research is founded.
Δεν επιτρέπεται να παραμερίζονται αυτές οι αντιρρήσεις απλώς και μόνο λόγω των πολιτικών κινήτρων που τις ενέπνευσαν. Κανένας επιστήμονας δεν δικαιούται να προεξοφλεί ότι μια αποδοκιμασία των θεωριών του πρέπει να είναι αβάσιμη, επειδή οι επικριτές του διακατέχονται από πάθος και κομματική προκατάληψη. Είναι υποχρεωμένος να απαντά σε κάθε μομφή, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τα υποκείμενα κίνητρα ή το υπόβαθρό της. Εξίσου ανεπίτρεπτο είναι να παραμένει κανείς σιωπηλός απέναντι στη συχνά διατυπωμένη άποψη ότι τα θεωρήματα της οικονομικής επιστήμης ισχύουν μόνο υπό υποθετικές παραδοχές που δεν πραγματώνονται ποτέ στη ζωή και ότι, επομένως, είναι άχρηστα για τη νοητική κατανόηση της πραγματικότητας. Είναι παράξενο ότι ορισμένες σχολές φαίνονται να αποδέχονται αυτή την άποψη και, παρ’ όλα αυτά, συνεχίζουν ατάραχες να χαράσσουν τις καμπύλες τους και να διατυπώνουν τις εξισώσεις τους. Δεν ασχολούνται με το νόημα του συλλογισμού τους ούτε με την αναφορά του στον κόσμο της πραγματικής ζωής και δράσης.
It is not permissible to dispose of these objections merely on the ground of the political motives which inspired them. No scientist is entitled to assume beforehand that a disapprobation of his theories must be unfounded because his critics are imbued by passion and party bias. He is bound to reply to every censure without any regard to its underlying motives or its background. It is no less impermissible to keep silent in the face of the often asserted opinion that the theorems of economics are valid only under hypothetical assumptions never realized in life and that they are therefore useless for the mental grasp of reality. It is strange that some schools seem to approve of this opinion and nonetheless quietly proceed to draw their curves and to formulate their equations. They do not bother about the meaning of their reasoning and about its reference to the world of real life and action.
Αυτή είναι, ασφαλώς, μια αστήρικτη στάση. Πρώτο έργο κάθε επιστημονικής έρευνας είναι η εξαντλητική περιγραφή και οριοθέτηση όλων των συνθηκών και των παραδοχών υπό τις οποίες οι διάφορες προτάσεις της διεκδικούν εγκυρότητα. Είναι σφάλμα να προβάλλεται η φυσική ως πρότυπο και υπόδειγμα για την οικονομική έρευνα. Όσοι, όμως, είναι προσηλωμένοι σε αυτή την πλάνη θα έπρεπε τουλάχιστον να έχουν διδαχθεί ένα πράγμα: κανένας φυσικός δεν πίστεψε ποτέ ότι η αποσαφήνιση ορισμένων παραδοχών και προϋποθέσεων των φυσικών θεωρημάτων βρίσκεται έξω από το πεδίο της φυσικής έρευνας. Το κύριο ερώτημα στο οποίο οφείλει να απαντήσει η οικονομική επιστήμη είναι ποια σχέση έχουν οι προτάσεις της με την πραγματικότητα της ανθρώπινης δράσης, της οποίας η νοητική κατανόηση αποτελεί σκοπό των οικονομικών μελετών.
This is, of course, an untenable attitude. The first task of every scientific inquiry is the exhaustive description and definition of all conditions and assumptions under which its various statements claim validity. It is a mistake to set up physics as a model and pattern for economic research. But those committed to this fallacy should have learned one thing at least: that no physicist ever believed that the clarification of some of the assumptions and conditions of physical theorems is outside the scope of physical research. The main question that economics is bound to answer is what the relation of its statements is to the reality of human action whose mental grasp is the objective of economic studies.
Επομένως, στην οικονομική επιστήμη αναλογεί να εξετάσει διεξοδικά τον ισχυρισμό ότι οι διδασκαλίες της ισχύουν μόνο για το καπιταλιστικό σύστημα της βραχύβιας και ήδη παρελθούσας φιλελεύθερης περιόδου του δυτικού πολιτισμού. Σε κανέναν άλλο κλάδο γνώσης, παρά μόνο στην οικονομική επιστήμη, δεν αναλογεί να εξετάσει όλες τις αντιρρήσεις που έχουν διατυπωθεί από διάφορες οπτικές εναντίον της χρησιμότητας των προτάσεων της οικονομικής θεωρίας για τη διασαφήνιση των προβλημάτων της ανθρώπινης δράσης. Το σύστημα της οικονομικής σκέψης πρέπει να οικοδομηθεί κατά τρόπο ώστε να είναι θωρακισμένο έναντι κάθε κριτικής εκ μέρους του ανορθολογισμού, του ιστορισμού, του πανφυσικαλισμού, του συμπεριφορισμού και όλων των μορφών πολυλογισμού. Είναι ανυπόφορο, ενώ προβάλλονται καθημερινά νέα επιχειρήματα που αποσκοπούν να καταδείξουν τον παραλογισμό και τη ματαιότητα των προσπαθειών της οικονομικής επιστήμης, οι οικονομολόγοι να προσποιούνται ότι τα αγνοούν όλα αυτά.
It therefore devolves upon economics to deal thoroughly with the assertion that its teachings are valid only for the capitalist system of the shortlived and already vanished liberal period of Western civilization. It is incumbent upon no branch of learning other than economics to examine all the objections raised from various points of view against the usefulness of the statements of economic theory for the elucidation of the problems of human action. The system of economic thought must be built up in such a way that it is proof against any criticism on the part of irrationalism, historicism, panphysicalism, behaviorism, and all varieties of polylogism. It is an intolerable state of affairs that while new arguments are daily advanced to demonstrate the absurdity and futility of the endeavors of economics, the economists pretend to ignore all this.
Δεν αρκεί πλέον να εξετάζονται τα οικονομικά προβλήματα μέσα στο παραδοσιακό πλαίσιο. Είναι αναγκαίο να οικοδομηθεί η θεωρία της καταλλακτικής πάνω στα στερεά θεμέλια μιας γενικής θεωρίας της ανθρώπινης δράσης, της πραξεολογίας. Η διαδικασία αυτή όχι μόνο θα τη θωρακίσει απέναντι σε πολλές εσφαλμένες επικρίσεις, αλλά και θα διασαφηνίσει πολλά προβλήματα τα οποία έως τώρα δεν είχαν καν γίνει επαρκώς αντιληπτά, πολύ λιγότερο δε είχαν επιλυθεί ικανοποιητικά. Μεταξύ αυτών βρίσκεται ιδίως το θεμελιώδες πρόβλημα του οικονομικού υπολογισμού.
It is no longer enough to deal with the economic problems within the traditional framework. It is necessary to build the theory of catallactics upon the solid foundation of a general theory of human action, praxeology. This procedure will not only secure it against many fallacious criticisms but clarify many problems hitherto not even adequately seen, still less satisfactorily solved. There is, especially, the fundamental problem of economic calculation.
3. Η οικονομική θεωρία και η πρακτική της ανθρώπινης δράσης
↗ στη σελίδα του βιβλίου3. Economic Theory and the Practice of Human Action
Πολλοί άνθρωποι συνηθίζουν να κατηγορούν την οικονομική επιστήμη ότι είναι καθυστερημένη. Είναι, βεβαίως, απολύτως προφανές ότι η οικονομική μας θεωρία δεν είναι τέλεια. Δεν υπάρχει τελειότητα στην ανθρώπινη γνώση ούτε, άλλωστε, σε οποιοδήποτε άλλο ανθρώπινο επίτευγμα. Η παντογνωσία δεν είναι προσιτή στον άνθρωπο. Ακόμη και η πιο επεξεργασμένη θεωρία, η οποία φαίνεται να ικανοποιεί πλήρως τη δίψα μας για γνώση, μπορεί κάποια ημέρα να τροποποιηθεί ή να αντικατασταθεί από μια νέα θεωρία. Η επιστήμη δεν μας παρέχει απόλυτη και οριστική βεβαιότητα. Μας παρέχει μόνο διασφάλιση εντός των ορίων των νοητικών μας ικανοτήτων και της εκάστοτε επικρατούσας κατάστασης της επιστημονικής σκέψης. Ένα επιστημονικό σύστημα δεν είναι παρά ένας σταθμός σε μια ατέρμονη και διαρκώς εξελισσόμενη αναζήτηση της γνώσης. Επηρεάζεται αναγκαστικά από την ανεπάρκεια που ενυπάρχει σε κάθε ανθρώπινη προσπάθεια. Η αναγνώριση, όμως, αυτών των γεγονότων δεν σημαίνει ότι η σύγχρονη οικονομική επιστήμη είναι καθυστερημένη. Σημαίνει απλώς ότι η οικονομική επιστήμη είναι κάτι ζωντανό — και η ζωή συνεπάγεται τόσο ατέλεια όσο και μεταβολή.
It is customary for many people to blame economics for being backward. Now it is quite obvious that our economic theory is not perfect. There is no such thing as perfection in human knowledge, nor for that matter in any other human achievement. Omniscience is denied to man. The most elaborate theory that seems to satisfy completely our thirst for knowledge may one day be amended or supplanted by a new theory. Science does not give us absolute and final certainty. It only gives us assurance within the limits of our mental abilities and the prevailing state of scientific thought. A scientific system is but one station in an endlessly progressing search for knowledge. It is necessarily affected by the insufficiency inherent in every human effort. But to acknowledge these facts does not mean that present-day economics is backward. It merely means that economics is a living thing—and to live implies both imperfection and change.
Η μομφή περί υποτιθέμενης καθυστέρησης διατυπώνεται εναντίον της οικονομικής επιστήμης από δύο διαφορετικές οπτικές. Από τη μία πλευρά, υπάρχουν ορισμένοι φυσιοδίφες και φυσικοί επιστήμονες που επικρίνουν την οικονομική επιστήμη επειδή δεν αποτελεί φυσική επιστήμη και δεν εφαρμόζει τις μεθόδους και τις διαδικασίες του εργαστηρίου. Ένα από τα καθήκοντα της παρούσας πραγματείας είναι να καταρρίψει την πλάνη τέτοιων αντιλήψεων. Σε αυτές τις εισαγωγικές παρατηρήσεις αρκεί ίσως να ειπωθούν λίγα λόγια για το ψυχολογικό τους υπόβαθρο. Οι στενόμυαλοι άνθρωποι συνηθίζουν να επικρίνουν κάθε σημείο ως προς το οποίο οι άλλοι διαφέρουν από τους ίδιους. Η καμήλα του μύθου μέμφεται όλα τα άλλα ζώα επειδή δεν έχουν καμπούρα, και ο Ρουριτανός επικρίνει τον Λαπουτιανό επειδή δεν είναι Ρουριτανός. Ο ερευνητής του εργαστηρίου θεωρεί το εργαστήριο ως τη μόνη άξια έδρα της έρευνας και τις διαφορικές εξισώσεις ως τη μόνη έγκυρη μέθοδο έκφρασης των αποτελεσμάτων της επιστημονικής σκέψης. Είναι απλώς ανίκανος να αντιληφθεί τα επιστημολογικά προβλήματα της ανθρώπινης δράσης. Για εκείνον, η οικονομική επιστήμη δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο από ένα είδος μηχανικής.
The reproach of an alleged backwardness is raised against economics from two different points of view.
There are on the one hand some naturalists and physicists who censure economics for not being a natural science and not applying the methods and procedures of the laboratory. It is one of the tasks of this treatise to explode the fallacy of such ideas. In these introductory remarks it may be enough to say a few words about their psychological background. It is common with narrow-minded people to reflect upon every respect in which other people differ from themselves. The camel in the fable takes exception to all other animals for not having a hump, and the Ruritanian criticizes the Laputanian for not being a Ruritanian. The research worker in the laboratory considers it as the sole worthy home of inquiry, and differential equations as the only sound method of expressing the results of scientific thought. He is simply incapable of seeing the epistemological problems of human action. For him economics cannot be anything but a form of mechanics.
Υπάρχουν, έπειτα, άνθρωποι που υποστηρίζουν ότι κάτι πρέπει να μην πηγαίνει καλά με τις κοινωνικές επιστήμες, επειδή οι κοινωνικές συνθήκες δεν είναι ικανοποιητικές. Οι φυσικές επιστήμες έχουν επιτύχει εκπληκτικά αποτελέσματα κατά τα τελευταία διακόσια ή τριακόσια χρόνια, και η πρακτική αξιοποίηση αυτών των αποτελεσμάτων κατόρθωσε να βελτιώσει το γενικό βιοτικό επίπεδο σε πρωτοφανή έκταση. Οι κοινωνικές επιστήμες, όμως, λένε αυτοί οι επικριτές, απέτυχαν ολοκληρωτικά στο καθήκον να καταστήσουν τις κοινωνικές συνθήκες περισσότερο ικανοποιητικές. Δεν εξάλειψαν την εξαθλίωση και την πείνα, τις οικονομικές κρίσεις και την ανεργία, τον πόλεμο και την τυραννία. Είναι στείρες και δεν έχουν συμβάλει καθόλου στην προαγωγή της ευτυχίας και της ανθρώπινης ευημερίας.
Then there are people who assert that something must be wrong with the social sciences because social conditions are unsatisfactory. The natural sciences have achieved amazing results in the last two or three hundred years, and the practical utilization of these results has succeeded in improving the general standard of living to an unprecedented extent. But, say these critics, the social sciences have utterly failed in the task of rendering social conditions more satisfactory. They have not stamped out misery and starvation, economic crises and unemployment, war and tyranny. They are sterile and have contributed nothing to the promotion of happiness and human welfare.
Αυτοί οι μεμψίμοιροι δεν αντιλαμβάνονται ότι η τεράστια πρόοδος των τεχνολογικών μεθόδων παραγωγής και η συνακόλουθη αύξηση του πλούτου και της ευημερίας κατέστησαν δυνατές μόνο χάρη στην εφαρμογή εκείνων των φιλελεύθερων πολιτικών που αποτελούσαν την πρακτική εφαρμογή των διδασκαλιών της οικονομικής επιστήμης. Οι ιδέες των κλασικών οικονομολόγων ήταν εκείνες που ήραν τους περιορισμούς τους οποίους επέβαλλαν στην τεχνολογική βελτίωση πανάρχαιοι νόμοι, έθιμα και προκαταλήψεις και απελευθέρωσαν τη μεγαλοφυΐα των μεταρρυθμιστών και των καινοτόμων από τον ασφυκτικό κλοιό των συντεχνιών, της κρατικής κηδεμονίας και των ποικίλων μορφών κοινωνικής πίεσης. Αυτές ήταν που μείωσαν το κύρος των κατακτητών και των απαλλοτριωτών και κατέδειξαν τα κοινωνικά οφέλη που απορρέουν από την επιχειρηματική δραστηριότητα. Καμία από τις μεγάλες σύγχρονες εφευρέσεις δεν θα είχε τεθεί σε εφαρμογή, αν η νοοτροπία της προκαπιταλιστικής εποχής δεν είχε κατεδαφιστεί εκ βάθρων από τους οικονομολόγους. Εκείνο που συνήθως αποκαλείται «Βιομηχανική Επανάσταση» ήταν τέκνο της ιδεολογικής επανάστασης που επέφεραν οι θεωρίες των οικονομολόγων.
Οι οικονομολόγοι κατέρριψαν τις παλαιές δοξασίες: ότι είναι αθέμιτο και άδικο να ξεπερνά κανείς έναν ανταγωνιστή παράγοντας καλύτερα και φθηνότερα αγαθά· ότι είναι ανήθικο να αποκλίνει κανείς από τις παραδοσιακές μεθόδους παραγωγής· ότι οι μηχανές αποτελούν κακό επειδή προκαλούν ανεργία· ότι ένα από τα καθήκοντα της πολιτικής εξουσίας είναι να εμποδίζει τους αποδοτικούς επιχειρηματίες να πλουτίζουν και να προστατεύει τους λιγότερο αποδοτικούς από τον ανταγωνισμό των αποδοτικότερων· και ότι ο περιορισμός της ελευθερίας των επιχειρηματιών μέσω κρατικού καταναγκασμού ή εξαναγκασμού εκ μέρους άλλων κοινωνικών δυνάμεων αποτελεί κατάλληλο μέσο για την προαγωγή της ευημερίας ενός έθνους. Η βρετανική πολιτική οικονομία και η γαλλική Φυσιοκρατία υπήρξαν οι πρωτοπόροι του σύγχρονου καπιταλισμού. Αυτές κατέστησαν δυνατή την πρόοδο των εφαρμοσμένων φυσικών επιστημών, η οποία έχει προσφέρει άφθονα οφέλη στις πλατιές μάζες.
These grumblers do not realize that the tremendous progress of technological methods of production and the resulting increase in wealth and welfare were feasible only through the pursuit of those liberal policies which were the practical application of the teachings of economics. It was the ideas of the classical economists that removed the checks imposed by age-old laws, customs, and prejudices upon technological improvement and freed the genius of reformers and innovators from the straitjackets of the guilds, government tutelage, and social pressure of various kinds. It was they that reduced the prestige of conquerors and expropriators and demonstrated the social benefits derived from business activity. None of the great modern inventions would have been put to use if the mentality of the precapitalistic era had not been thoroughly demolished by the economists. What is commonly called the “industrial revolution” was an offspring of the ideological revolution brought about by the doctrines of the economists. The economists exploded the old tenets: that it is unfair and unjust to outdo a competitor by producing better and cheaper goods; that it is iniquitous to deviate from the traditional methods of production; that machines are an evil because they bring about unemployment; that it is one of the tasks of civil government to prevent efficient businessmen from getting rich and to protect the less efficient against the competition of the more efficient; that to restrict the freedom of entrepreneurs by government compulsion or by coercion on the part of other social powers is an appropriate means to promote a nation’s well-being. British political economy and French Physiocracy were the pacemakers of modern capitalism. It is they that made possible the progress of the natural sciences that has heaped benefits upon the masses.
Εκείνο ακριβώς που χαρακτηρίζει αρνητικά την εποχή μας είναι η ευρύτατα διαδεδομένη άγνοια του ρόλου που διαδραμάτισαν αυτές οι πολιτικές οικονομικής ελευθερίας στην τεχνολογική εξέλιξη των τελευταίων διακοσίων ετών. Οι άνθρωποι έπεσαν θύματα της πλάνης ότι η βελτίωση των μεθόδων παραγωγής συνέπεσε με την πολιτική του laissez-faire μόνο κατά τύχη. Παραπλανημένοι από τους μαρξιστικούς μύθους, θεωρούν τον σύγχρονο βιομηχανισμό αποτέλεσμα της λειτουργίας μυστηριωδών «παραγωγικών δυνάμεων», οι οποίες δεν εξαρτώνται κατά κανέναν τρόπο από ιδεολογικούς παράγοντες. Πιστεύουν ότι η κλασική οικονομική θεωρία δεν αποτέλεσε παράγοντα στην άνοδο του καπιταλισμού, αλλά αντιθέτως προϊόν του, το «ιδεολογικό εποικοδόμημά» του· δηλαδή μια θεωρία σχεδιασμένη για να υπερασπιστεί τις άδικες αξιώσεις των καπιταλιστών εκμεταλλευτών. Κατά συνέπεια, η κατάργηση του καπιταλισμού και η αντικατάσταση της οικονομίας της αγοράς και της ελεύθερης επιχειρηματικής δραστηριότητας από τον σοσιαλιστικό ολοκληρωτισμό δεν θα παρεμπόδιζαν την περαιτέρω πρόοδο της τεχνολογίας. Αντιθέτως, θα προήγαν την τεχνολογική βελτίωση, εξαλείφοντας τα εμπόδια που θέτουν στον δρόμο της τα ιδιοτελή συμφέροντα των καπιταλιστών.
What is wrong with our age is precisely the widespread ignorance of the role which these policies of economic freedom played in the technical evolution of the last two hundred years. People fell prey to the fallacy that the improvement of the methods of production was contemporaneous with the policy of laissez faire only by accident. Deluded by Marxian myths, they consider modern industrialism an outcome of the operation of mysterious “productive forces” that do not depend in any way on ideological factors. Classical economics, they believe, was not a factor in the rise of capitalism, but rather its product, its “ideological superstructure,” i.e., a doctrine designed to defend the unfair claims of the capitalist exploiters. Hence the abolition of capitalism and the substitution of socialist totalitarianism for a market economy and free enterprise would not impair the further progress of technology. It would, on the contrary, promote technological improvement by removing the obstacles which the selfish interests of the capitalists place in its way.
Χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτής της εποχής των καταστροφικών πολέμων και της κοινωνικής αποσύνθεσης είναι η εξέγερση εναντίον της οικονομικής επιστήμης. Ο Thomas Carlyle χαρακτήρισε την οικονομική επιστήμη «ζοφερή επιστήμη», ενώ ο Karl Marx στιγμάτισε τους οικονομολόγους ως «κόλακες της αστικής τάξης». Οι κομπογιαννίτες — εγκωμιάζοντας τις πανάκειές τους και τις συντομεύσεις που υποτίθεται ότι οδηγούν σε έναν επίγειο παράδεισο— απολαμβάνουν να χλευάζουν την οικονομική επιστήμη ως «ορθόδοξη» και «αντιδραστική». Οι δημαγωγοί υπερηφανεύονται για εκείνο που αποκαλούν νίκες τους επί της οικονομικής επιστήμης. Ο «πρακτικός» άνθρωπος καυχιέται για την περιφρόνησή του προς την οικονομική επιστήμη και για την άγνοιά του σχετικά με τις διδασκαλίες των οικονομολόγων «του γραφείου».
Οι οικονομικές πολιτικές των τελευταίων δεκαετιών υπήρξαν αποτέλεσμα μιας νοοτροπίας που χλευάζει κάθε μορφή έγκυρης οικονομικής θεωρίας και εξυμνεί τις ψευδεπίγραφες θεωρίες των επικριτών της. Εκείνο που αποκαλείται «ορθόδοξη» οικονομική επιστήμη αποκλείεται στις περισσότερες χώρες από τα πανεπιστήμια και είναι ουσιαστικά άγνωστο στους κορυφαίους πολιτικούς ηγέτες, πολιτευτές και συγγραφείς. Ασφαλώς, η ευθύνη για τη μη ικανοποιητική κατάσταση των οικονομικών πραγμάτων δεν μπορεί να αποδοθεί σε μια επιστήμη την οποία τόσο οι κυβερνώντες όσο και οι μάζες περιφρονούν και αγνοούν.
The characteristic feature of this age of destructive wars and social disintegration is the revolt against economics. Thomas Carlyle branded economics a “dismal science,” and Karl Marx stigmatized the economists as “the sycophants of the bourgeoisie.” Quacks—praising their patent medicines and short cuts to the earthly paradise—take pleasure in scorning economics as “orthodox” and “reactionary.” Demagogues pride themselves on what they call their victories over economics. The “practical” man boasts of his contempt for economics and his ignorance of the teachings of “armchair” economists. The economic policies of the last decades have been the outcome of a mentality that scoffs at any variety of sound economic theory and glorifies the spurious doctrines of its detractors. What is called “orthodox” economics is in most countries barred from the universities and is virtually unknown to the leading statesmen, politicians, and writers. The blame for the unsatisfactory state of economic affairs can certainly not be placed upon a science which both rulers and masses despise and ignore.
Πρέπει να τονιστεί ότι η μοίρα του σύγχρονου πολιτισμού, όπως αυτός αναπτύχθηκε από τους δυτικούς λαούς κατά τα τελευταία διακόσια χρόνια, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη μοίρα της οικονομικής επιστήμης. Ο πολιτισμός αυτός μπόρεσε να αναδυθεί επειδή οι λαοί κυριαρχούνταν από ιδέες που αποτελούσαν εφαρμογή των διδασκαλιών της οικονομικής επιστήμης στα προβλήματα της οικονομικής πολιτικής. Θα παρακμάσει και αναγκαστικά θα αφανιστεί, αν τα έθνη συνεχίσουν να ακολουθούν την πορεία στην οποία εισήλθαν υπό την επήρεια θεωριών που απορρίπτουν τον οικονομικό τρόπο σκέψης.
It must be emphasized that the destiny of modern civilization as developed by the white peoples in the last two hundred years is inseparably linked with the fate of economic science. This civilization was able to spring into existence because the peoples were dominated by ideas which were the application of the teachings of economics to the problems of economic policy. It will and must perish if the nations continue to pursue the course which they entered upon under the spell of doctrines rejecting economic thinking.
Είναι αλήθεια ότι η οικονομική επιστήμη είναι θεωρητική επιστήμη και, ως τέτοια, απέχει από κάθε αξιολογική κρίση. Δεν είναι έργο της να υποδεικνύει στους ανθρώπους ποιους σκοπούς οφείλουν να επιδιώκουν. Είναι επιστήμη των μέσων που πρέπει να χρησιμοποιούνται για την επίτευξη επιλεγμένων σκοπών και ασφαλώς όχι επιστήμη της επιλογής των σκοπών. Οι έσχατες αποφάσεις, οι αποτιμήσεις και η επιλογή των σκοπών βρίσκονται πέρα από το πεδίο οποιασδήποτε επιστήμης. Η επιστήμη δεν λέει ποτέ στον άνθρωπο πώς θα έπρεπε να ενεργεί· απλώς του δείχνει πώς πρέπει να ενεργήσει, αν θέλει να επιτύχει συγκεκριμένους σκοπούς.
It is true that economics is a theoretical science and as such abstains from any judgment of value. It is not its task to tell people what ends they should aim at. It is a science of the means to be applied for the attainment of ends chosen, not, to be sure, a science of the choosing of ends. Ultimate decisions, the valuations and the choosing of ends, are beyond the scope of any science. Science never tells a man how he should act; it merely shows how a man must act if he wants to attain definite ends.
Σε πολλούς ανθρώπους φαίνεται ότι αυτό είναι πράγματι πολύ λίγο και ότι μια επιστήμη η οποία περιορίζεται στη διερεύνηση του «είναι» και αδυνατεί να διατυπώσει αξιολογική κρίση για τους ύψιστους και έσχατους σκοπούς δεν έχει καμία σημασία για τη ζωή και τη δράση. Και αυτό αποτελεί πλάνη. Ωστόσο, η αποκάλυψη αυτής της πλάνης δεν αποτελεί έργο των παρουσών εισαγωγικών παρατηρήσεων. Αποτελεί έναν από τους σκοπούς της ίδιας της πραγματείας.
It seems to many people that this is very little indeed and that a science limited to the investigation of the is and unable to express a judgment of value about the highest and ultimate ends is of no importance for life and action. This too is a mistake. However, the exposure of this mistake is not a task of these introductory remarks. It is one of the ends of the treatise itself.
Ήταν αναγκαίο να διατυπωθούν αυτές οι προκαταρκτικές παρατηρήσεις, προκειμένου να εξηγηθεί γιατί η παρούσα πραγματεία εντάσσει τα οικονομικά προβλήματα στο ευρύ πλαίσιο μιας γενικής θεωρίας της ανθρώπινης δράσης. Στο σημερινό στάδιο τόσο της οικονομικής σκέψης όσο και των πολιτικών συζητήσεων σχετικά με τα θεμελιώδη ζητήματα της κοινωνικής οργάνωσης, δεν είναι πλέον δυνατό να εξετάζονται απομονωμένα τα καθαυτό καταλλακτικά προβλήματα. Τα προβλήματα αυτά αποτελούν απλώς ένα τμήμα μιας γενικής επιστήμης της ανθρώπινης δράσης και πρέπει να αντιμετωπίζονται ως τέτοια.
It was necessary to make these preliminary remarks in order to explain why this treatise places economic problems within the broad frame of a general theory of human action. At the present stage both of economic thinking and of political discussions concerning the fundamental issues of social organization, it is no longer feasible to isolate the treatment of catallactic problems proper. These problems are only a segment of a general science of human action and must be dealt with as such.