Ένα στενό ηλιόλουστο δρομάκι στο Παρίσι του 1845, με ψηλά πέτρινα σπίτια, σιδερένια μπαλκόνια, γλάστρες και ανοιχτά πράσινα παντζούρια. Στη μέση στέκεται η Αμελί, ένα κορίτσι με καστανές κοτσίδες και κόκκινες κορδέλες, μουσταρδί φόρεμα και άσπρη ποδιά, που σφίγγει στο στήθος της ένα δερματόδετο τετράδιο ζωγραφικής και χαμογελά στον ήλιο. Αριστερά, στο ραφείο με την ταμπέλα σε σχήμα ψαλιδιού, ο μπαμπάς της ο Μαρσέλ ράβει με το χέρι ένα μπλε σακάκι, μπροστά σε ράφια με διπλωμένα υφάσματα. Δεξιά, στην πόρτα του πράσινου μαγαζιού με τα κρεμαστά κεριά και την ταμπέλα σε σχήμα κεριού, ο ψηλός και λεπτός κύριος Μπουζί, με μια πορτοκαλί τούφα σαν φλόγα, σταυρώνει τα χέρια και κοιτάζει τον ήλιο θυμωμένος. Μια κοκκινωπή γάτα λιάζεται στο σκαλί.
8–11 ετών

Εικονογραφημένο βιβλίο

Η αναφορά των κηροποιών

Μια ιστορία εμπνευσμένη από τον Frédéric Bastiat (1845)

Οι ήρωες της ιστορίας

  • Η Αμελί, ένα κορίτσι εννιά χρονών που λατρεύει να ζωγραφίζει στον ήλιο
  • Ο μπαμπάς της ο Μαρσέλ, ο ράφτης της γειτονιάς
  • Ο κύριος Μπουζί, ο κηροποιός, ψηλός και λεπτός σαν κερί
  • Ο κύριος Πομπόν, βουλευτής με ψηλό καπέλο και τεράστιες φαβορίτες
  • Η κυρία Βιολέτ, που πουλάει λουλούδια στη γωνία

Τι θα γινόταν αν κάποιος ζητούσε να κλείσουν όλα τα παντζούρια, για να μη βλέπουμε τον ήλιο; Ο κύριος Μπουζί ο κηροποιός το ζητά στ’ αλήθεια! Στην αρχή όλα μοιάζουν υπέροχα γι’ αυτόν. Η Αμελί όμως θα δει αυτό που δεν βλέπει κανείς.

Πάμε στο Παρίσι, πριν από πολλά πολλά χρόνια, το 1845. Η ιστορία είναι φανταστική, όμως αυτό που ανακαλύπτει η Αμελί ισχύει και σήμερα.

Ένα στενό δρομάκι στο Παρίσι νωρίς το πρωί, με ψηλά πέτρινα σπίτια, γκρίζες στέγες, καμινάδες και περιστέρια. Ο ήλιος ανεβαίνει πάνω από τις στέγες και γεμίζει το δρομάκι χρυσό φως. Στον πρώτο όροφο, η Αμελί σκύβει από το παράθυρό της, ανοίγει διάπλατα τα πράσινα παντζούρια με τα δυο της χέρια και χαμογελά στον ήλιο. Από κάτω, στο ραφείο με την ταμπέλα σε σχήμα ψαλιδιού, ο μπαμπάς της ο Μαρσέλ ράβει δίπλα στο τζάμι. Απέναντι, το πράσινο μαγαζί με τα κεριά έχει ακόμα κλειστή την πόρτα, και μια κοκκινωπή γάτα τεντώνεται στον ήλιο.

Ένα πρωί του 1845

Ο δρόμος με τον ήλιο

Στο Παρίσι, πριν από πολλά πολλά χρόνια, υπάρχει ένα στενό δρομάκι με ψηλά σπίτια και πράσινα παντζούρια. Κάθε πρωί ο ήλιος ανεβαίνει πάνω από τις στέγες και το δρομάκι γεμίζει φως. Η Αμελί, που είναι εννιά χρονών, ανοίγει διάπλατα τα παντζούρια της. «Καλημέρα, ήλιε!»

Κάτω από το σπίτι της είναι το ραφείο του μπαμπά της, του Μαρσέλ. Ο μπαμπάς ράβει δίπλα στο τζάμι, εκεί που πέφτει το φως, και η Αμελί ζωγραφίζει δίπλα του. Απέναντι είναι το μαγαζί του κυρίου Μπουζί, του κηροποιού, με δεκάδες κεριά κρεμασμένα στη βιτρίνα.

Μπροστά στο πράσινο μαγαζί με τα κεριά, ένα ηλιόλουστο πρωί. Στην πόρτα του άδειου μαγαζιού στέκεται ο κύριος Μπουζί, ψηλός και λεπτός, φαλακρός με μια πορτοκαλί τούφα σαν φλόγα, με γκρίζα ρεντιγκότα και πράσινη ποδιά γεμάτη σταγόνες από κερί. Σφίγγει τις γροθιές του και κατσουφιάζει αστεία. Πίσω του κρέμονται ματσάκια από άσπρα κεριά. Μπροστά του η Αμελί, με το τετράδιο ζωγραφικής στο χέρι, κρύβει το στόμα της και γελάει, και η κοκκινωπή γάτα κάθεται χαρούμενη στον ήλιο.

Το ίδιο πρωί

Ο κύριος Μπουζί θυμώνει

Ο κύριος Μπουζί είναι ψηλός και λεπτός σαν κερί, και στην κορυφή του κεφαλιού του έχει μια πορτοκαλί τούφα που μοιάζει με φλόγα. Στέκεται στην πόρτα του άδειου μαγαζιού του και κοιτάζει τον ουρανό με σφιγμένες γροθιές.

«Πάλι αυτός ο ήλιος!» γκρινιάζει. «Όσο λάμπει, κανείς δεν χρειάζεται τα κεριά μου. Δίνει φως σε όλους και δεν ζητά ούτε ένα φράγκο! Αυτό δεν είναι δίκαιο!» Η Αμελί γελάει. «Μα, κύριε Μπουζί, ο ήλιος είναι ήλιος!»

Μέσα στο μαγαζί με τα κεριά το βράδυ, με ματσάκια κεριά να κρέμονται από το ταβάνι και μια λάμπα λαδιού. Ο κύριος Μπουζί γράφει με ένα φτερό χήνας πάνω σε ένα πολύ μακρύ χαρτί. Γύρω του, χαμογελαστοί, ένας εύσωμος τεχνίτης με κοκκινωπά γένια και δερμάτινη ποδιά δίπλα σε μια λάμπα, μια ηλικιωμένη κυρία με άσπρο σκουφί που κρατά ένα μάτσο κεριά, και ένας νεαρός με μπλε μπλούζα και μια κανάτα λάδι. Το χαρτί κυλάει από τον πάγκο, στο πάτωμα, ως την πόρτα, όπου η Αμελί κρυφοκοιτάζει και κρατά την άκρη του.

Το βράδυ

Μια πολύ μακριά αναφορά

Το βράδυ ο κύριος Μπουζί μαζεύει στο μαγαζί του όλους τους κηροποιούς και όσους φτιάχνουν λάμπες στην πόλη. Με ένα φτερό χήνας γράφουν μια αναφορά, δηλαδή ένα γράμμα με ένα μεγάλο παράπονο, για τη Βουλή, εκεί όπου φτιάχνονται οι νόμοι.

Η αναφορά λέει: «Ζητάμε έναν νόμο: να κλείσουν όλοι τα παντζούρια, τις κουρτίνες και τους φεγγίτες τους, για να μην μπαίνει ο ήλιος στα σπίτια!» Το χαρτί γίνεται τόσο μακρύ, που κυλάει ως την πόρτα, εκεί όπου κρυφοκοιτάζει η Αμελί.

Μια μεγάλη ημικυκλική αίθουσα με ξύλινα έδρανα με κόκκινο βελούδο, μαρμάρινες κολόνες, ψηλά παράθυρα και γαλλικές σημαίες. Στο μαρμάρινο βήμα, ο κύριος Πομπόν, κοντός και στρογγυλός, με τεράστιες γκρίζες φαβορίτες, ψηλό μαύρο καπέλο, μπλε φράκο και τρίχρωμη κορδέλα, διαβάζει δυνατά το μακρύ χαρτί, που κατεβαίνει κυματιστό τα σκαλιά. Γύρω του οι βουλευτές χειροκροτούν και κουνούν τα καπέλα τους. Μπροστά, ο κύριος Μπουζί και ο τεχνίτης με τα κοκκινωπά γένια χαμογελούν και χειροκροτούν.

Στη Βουλή

Ο κύριος Πομπόν διαβάζει

Οι κηροποιοί πηγαίνουν το μακρύ χαρτί στη Βουλή, ένα μεγάλο κτίριο με ψηλές κολόνες δίπλα στο ποτάμι. Εκεί το διαβάζει δυνατά ο βουλευτής κύριος Πομπόν, ένας στρογγυλός κύριος με ψηλό καπέλο και τεράστιες φαβορίτες.

«Αν κλείσουν τα παντζούρια», διαβάζει, «όλοι θα χρειάζονται κεριά μέρα και νύχτα! Οι κηροποιοί θα έχουν δουλειά, οι μελισσοκόμοι θα πουλάνε κερί, και οι βοσκοί λίπος από τα πρόβατά τους!» «Ζήτω!» φωνάζουν οι βουλευτές, και ο νόμος ψηφίζεται.

Το ίδιο δρομάκι το μεσημέρι, αλλά όλα τα παράθυρα έχουν κλειστά πράσινα παντζούρια και ο δρόμος είναι σκιερός, παρόλο που ψηλά ο ουρανός είναι γαλάζιος. Αριστερά, ένας κήρυκας με μπλε στολή και δίκοχο καπέλο χτυπά ένα τύμπανο και φωνάζει. Στη μέση, μια ουρά από γείτονες με ρούχα του 1845, μια κυρία με σκουφί, ένας ηλικιωμένος με μπαστούνι, ένα αγόρι, μια υπηρέτρια με καλάθι και η Αμελί, κρατούν αναμμένα κεριά και φαναράκια και περιμένουν. Δεξιά, στην πόρτα του μαγαζιού του, ο κύριος Μπουζί τρίβει χαρούμενος τα χέρια του.

Την επόμενη μέρα

Κλειστά παντζούρια

Το πρωί ένας κήρυκας με τύμπανο περνά από το δρομάκι: «Ακούστε όλοι! Από σήμερα τα παντζούρια μένουν κλειστά!» Ένα ένα κλείνουν τα παντζούρια, και μέσα στο μεσημέρι το δρομάκι γίνεται σκοτεινό σαν σπηλιά.

Μπροστά στο μαγαζί του κυρίου Μπουζί στήνεται μεγάλη ουρά. Όλοι θέλουν κεριά, ακόμα και η Αμελί για τον μπαμπά της! Ο κύριος Μπουζί τρίβει τα χέρια του, και η τούφα του σηκώνεται σαν φλόγα από τη χαρά. Αυτό το βλέπουν όλοι: έναν κηροποιό που δεν σταματά να δουλεύει.

Μέσα στο ραφείο, που είναι σκοτεινό, γιατί τα παντζούρια είναι κλειστά και μόνο λίγο φως περνά από τις χαραμάδες. Ο μπαμπάς Μαρσέλ ράβει στο φως ενός κεριού και μόλις τρύπησε το δάχτυλό του με τη βελόνα: κλείνει τα μάτια, ανοίγει το στόμα και σηκώνει το δάχτυλο. Στο τραπέζι υπάρχουν ένα ψαλίδι, μια δαχτυλήθρα, ένα καρούλι κλωστή και λιωμένα κεριά. Πίσω του μια κούκλα ραπτικής φορά ένα μπλε σακάκι. Δεξιά, η Αμελί κοιτάζει λυπημένη ένα γυάλινο βάζο στο ράφι με μόνο δύο νομίσματα, και στον τοίχο είναι καρφιτσωμένη η ζωγραφιά της με ένα κουτί χρώματα.

Στο ραφείο

Ο μπαμπάς ράβει στο σκοτάδι

Στο ραφείο ο μπαμπάς ράβει τώρα με ένα κερί. Η βελόνα του χάνεται στο μισοσκόταδο και… άουτς! Τρυπάει το δάχτυλό του. Κάθε μέρα λιώνουν έξι κεριά, και κάθε μέρα ο μπαμπάς πηγαίνει στον κύριο Μπουζί για καινούργια.

Η Αμελί κοιτάζει το γυάλινο βάζο πάνω στο ράφι. Εκεί έβαζαν κάθε εβδομάδα μερικά νομίσματα για ένα κουτί με χρώματα ζωγραφικής. Τώρα τα νομίσματα πάνε στα κεριά, και στο βάζο έχουν μείνει μόνο δύο.

Μια γωνία του σκοτεινού δρόμου με κλειστά παντζούρια. Η κυρία Βιολέτ, με ψάθινο σκουφί με μοβ κορδέλα και μοβ σάλι, κάθεται λυπημένη σε ένα σκαμνάκι δίπλα σε ένα μεγάλο καλάθι με μαραμένα λουλούδια που γέρνουν το κεφάλι. Πίσω της, στη βιτρίνα του ζαχαροπλαστείου, υπάρχουν κέικ και μπριός, και ο ζαχαροπλάστης ακουμπά βαριεστημένος στην πόρτα. Στη μέση, ένας κύριος και μια κυρία με αναμμένα κεριά έπεσαν ο ένας πάνω στον άλλον, και το ψηλό καπέλο του κυρίου πετάει στον αέρα. Μπροστά, η κοκκινωπή γάτα ψάχνει μια ηλιαχτίδα, και δεξιά η Αμελί κοιτάζει ανήσυχη.

Στη γωνία του δρόμου

Τα λουλούδια της κυρίας Βιολέτ

Στη γωνία, η κυρία Βιολέτ πουλάει λουλούδια. Χωρίς ήλιο, τα λουλούδια της γέρνουν το κεφάλι, και κανείς δεν σταματά να πάρει ένα μπουκέτο. «Όλοι ξοδεύουν τα νομίσματά τους στα κεριά», λέει λυπημένη. «Δεν τους μένει τίποτα για λουλούδια.»

Στο σκοτεινό δρομάκι οι περαστικοί σκοντάφτουν και πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλον. Ο ζαχαροπλάστης έχει γεμάτα ράφια με κέικ και μπριός, όμως κανείς δεν μπαίνει. Ακόμα και η γάτα της γειτονιάς δεν βρίσκει πουθενά μια ηλιαχτίδα για να κοιμηθεί.

Η Αμελί κάθεται στο πέτρινο σκαλί του σπιτιού της, με ένα κερί και την κοκκινωπή γάτα δίπλα της, και ζωγραφίζει σκεφτική, με τη γλώσσα έξω. Στο ανοιχτό τετράδιό της φαίνονται δύο ζωγραφιές: στην αριστερή σελίδα ο κύριος Μπουζί χαμογελά ανάμεσα σε στοίβες από κεριά, και στη δεξιά ένα κουτί χρώματα, ένα μπουκέτο λουλούδια και ένα πιάτο με μπριός. Πίσω της το δρομάκι με τα κλειστά παντζούρια είναι σκοτεινό.

Το απόγευμα

Αυτό που δεν βλέπει κανείς

Η Αμελί κάθεται στο σκαλί με το τετράδιό της και σκέφτεται. Στη μια σελίδα ζωγραφίζει τον κύριο Μπουζί χαρούμενο, ανάμεσα σε βουνά από κεριά. Αυτόν τον βλέπουν όλοι.

Στην άλλη σελίδα ζωγραφίζει τα χρώματα που δεν πήρε, τα λουλούδια που δεν πουλήθηκαν και τα μπριός που δεν έφαγε κανείς. «Αυτά δεν τα βλέπει κανείς», ψιθυρίζει. «Τα νομίσματα που πάνε στα κεριά δεν μπορούν να πάνε και κάπου αλλού.»

Το μικρό σοφιτάκι της Αμελί, σκοτεινό, με κλειστά πράσινα παντζούρια. Από μια χαραμάδα ανάμεσά τους μπαίνει μια λαμπερή χρυσή ηλιαχτίδα γεμάτη σπίθες, που φωτίζει το δωμάτιο και το ανοιχτό τετράδιο πάνω στο τραπεζάκι. Η Αμελί πηδά από την καρέκλα της με τα χέρια ψηλά και τα μάτια να λάμπουν, και η κοκκινωπή γάτα ορμά παιχνιδιάρικα στη φωτεινή κηλίδα στο πάτωμα. Πίσω φαίνεται ένα κρεβάτι με πολύχρωμο πάπλωμα.

Λίγο αργότερα

Ένα δώρο από τον ουρανό

Λίγο αργότερα, στο δωμάτιό της, μια λεπτή χρυσή ηλιαχτίδα γλιστράει από μια χαραμάδα στο παντζούρι και φωτίζει τα πάντα. Η Αμελί πετάγεται πάνω. «Ο ήλιος! Ο ήλιος δεν ζητά ποτέ ούτε ένα φράγκο. Μας χαρίζει το φως του, κάθε μέρα!»

«Όταν το φως έρχεται χάρισμα, τα νομίσματα μένουν για χρώματα, για λουλούδια και για μπριός», σκέφτεται. «Τώρα πληρώνουμε για κάτι που ο ήλιος μάς έδινε για το τίποτα!» Και σφίγγει το τετράδιό της: ξέρει πού θα πάει.

Μέσα στο μαγαζί με τα κεριά, το βράδυ, με δεκάδες αναμμένα κεριά και ματσάκια κεριά να κρέμονται από το ταβάνι. Ο κύριος Μπουζί, κατάκοπος, με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια και την πορτοκαλί τούφα του γερμένη στο πλάι σαν φλόγα που σβήνει, ακουμπά στον πάγκο, που είναι γεμάτος κεριά και σταγόνες από κερί. Απέναντί του, η Αμελί στέκεται πάνω σε ένα σκαμνάκι και του δείχνει το ανοιχτό τετράδιό της με τις δύο ζωγραφιές.

Το ίδιο βράδυ

Ο κύριος Μπουζί ακούει

Ο κύριος Μπουζί είναι κατάκοπος. Δουλεύει μέρα και νύχτα με το φως των δικών του κεριών, και σήμερα έμαθε ότι ο ζαχαροπλάστης μπορεί να κλείσει. «Πού θα βρίσκω τώρα το πρωινό μου μπριός;» αναστενάζει.

Η Αμελί ανεβαίνει σε ένα σκαμνάκι και του δείχνει τις δύο ζωγραφιές. «Εσείς έχετε δουλειά, κύριε Μπουζί. Όμως η κυρία Βιολέτ και ο ζαχαροπλάστης έχασαν τη δική τους, και ο μπαμπάς μου δεν μπορεί να μου πάρει χρώματα. Ο ήλιος δεν σας κλέβει. Χαρίζει το φως του σε όλους μας!» Ο κύριος Μπουζί κοιτάζει πολλή ώρα τις ζωγραφιές, και η τούφα του γέρνει σιγά σιγά.

Η μεγάλη αίθουσα της Βουλής, με τα κόκκινα έδρανα, τις κολόνες και τις γαλλικές σημαίες. Ο κύριος Πομπόν έχει ανοίξει διάπλατα τα ξύλινα παντζούρια ενός ψηλού παραθύρου, και χρυσό φως πλημμυρίζει την αίθουσα. Οι βουλευτές ανοιγοκλείνουν τα μάτια, βάζουν το χέρι πάνω από τα μάτια τους και λένε «ωωω». Στη μέση, μέσα στο φως, η Αμελί κρατά περήφανη το ανοιχτό τετράδιό της, και δίπλα της ο κύριος Μπουζί, κατακόκκινος, χαμογελά ντροπαλά με τα χέρια ενωμένα.

Την άλλη μέρα

Τα παντζούρια ανοίγουν

Την άλλη μέρα ο κύριος Μπουζί πηγαίνει με την Αμελί στη Βουλή. «Κύριε Πομπόν», λέει κοκκινίζοντας, «κάναμε λάθος. Σας παρακαλώ, ανοίξτε τα παντζούρια!» Η Αμελί δείχνει τις ζωγραφιές της σε όλους τους βουλευτές.

Ο κύριος Πομπόν πηγαίνει στο μεγάλο παράθυρο και ανοίγει διάπλατα τα παντζούρια. Ο ήλιος πλημμυρίζει την αίθουσα, και οι βουλευτές ανοιγοκλείνουν τα μάτια τους. «Ωωω!» Ύστερα ο κύριος Πομπόν σκίζει τον νόμο στα δύο, και σε όλο το Παρίσι τα παντζούρια ανοίγουν ένα ένα.

Το δρομάκι ένα χρυσό απόγευμα, με όλα τα πράσινα παντζούρια ανοιχτά, ανθισμένες γλάστρες και τον ήλιο να δύει στην άκρη του δρόμου. Μπροστά, η Αμελί κάθεται σε ένα σκαμνάκι μπροστά σε ένα καβαλέτο και ζωγραφίζει έναν ήλιο που χαμογελά, με ένα καινούργιο κουτί χρώματα στα γόνατα. Πίσω της, στο φωτεινό ραφείο, ο μπαμπάς της χαμογελά. Στη μέση, η κυρία Βιολέτ κρατά ένα μεγάλο φρέσκο μπουκέτο. Η κοκκινωπή γάτα κοιμάται στον ήλιο. Δεξιά, μπροστά στο μαγαζί του, ο κύριος Μπουζί κρατά ένα φανάρι και ένα καλάθι με πολύχρωμα κεριά και χαιρετά τον ήλιο που δύει.

Ένα βράδυ, λίγο αργότερα

Κεριά για τη νύχτα

Το δρομάκι λάμπει ξανά. Ο μπαμπάς ράβει στο φως, η κυρία Βιολέτ πουλάει τα λουλούδια της και η γάτα κοιμάται στον ήλιο. Στο βάζο ξαναμπαίνουν νομίσματα, και μια μέρα η Αμελί ανοίγει ένα ολοκαίνουργιο κουτί με χρώματα!

Και ο κύριος Μπουζί; Τώρα φτιάχνει τα πιο όμορφα κεριά για τα βράδια: κεριά για το τραπέζι, κεριά για τα φανάρια, πολύχρωμα κεριά για τις γιορτές. Όταν ο ήλιος δύει, κουνάει το χέρι του προς τον ουρανό: «Καληνύχτα, ήλιε, και ευχαριστώ! Από εδώ και πέρα αναλαμβάνω εγώ!» Και η Αμελί ζωγραφίζει έναν ήλιο που χαμογελά.

Τέλος

Το δίδαγμα

Όταν έκλεισαν τα παντζούρια, όλοι είδαν τον κύριο Μπουζί να πουλάει κεριά από το πρωί ως το βράδυ. Και σκέφτηκαν: «Τι ωραία, έχει τόση δουλειά!» Δεν είδαν όμως τα χρώματα που δεν πήρε η Αμελί, τα λουλούδια που μαράθηκαν στο καλάθι της κυρίας Βιολέτ και τα μπριός που δεν έφαγε κανείς.

Τα ίδια νομίσματα δεν ξοδεύονται δύο φορές. Όταν πληρώνουμε για κάτι που μπορούμε να το έχουμε χάρισμα, μας μένουν λιγότερα για όλα τα άλλα. Ο ήλιος δεν είναι ένας άδικος αντίπαλος· είναι ένα δώρο. Και όσο περισσότερα τέτοια δώρα έχουμε, τόσο πιο εύκολη γίνεται η ζωή όλων.

Την επόμενη φορά που κάποιος θα ζητήσει να κλείσουμε τα παντζούρια για να έχει εκείνος δουλειά, θυμήσου την Αμελί: κοίτα αυτόν που χαίρεται, αλλά ψάξε και γι’ αυτούς που μένουν στο σκοτάδι!

Για τους μεγάλους: πηγές και περισσότερη μελέτη

Από πού προέρχεται κάθε σελίδα

Για περισσότερη μελέτη

Οι εικόνες είναι εικονογραφήσεις για παιδιά και η ιστορία είναι φανταστική. Η Αμελί, ο Μαρσέλ, ο κύριος Μπουζί, ο κύριος Πομπόν και η κυρία Βιολέτ είναι επινοημένοι. Στο κείμενο του Bastiat (1845), όσοι φτιάχνουν κεριά και λάμπες γράφουν στη Βουλή και ζητούν έναν νόμο που να κλείνει παράθυρα, φεγγίτες, παντζούρια και κουρτίνες, για να μην μπαίνει το φως του ήλιου· λένε μάλιστα ότι έτσι θα βρουν δουλειά οι βοσκοί, οι μελισσοκόμοι και πολλοί άλλοι. Ο Bastiat το έγραψε για να γελάσει ο αναγνώστης και να σκεφτεί· τέτοιος νόμος δεν ψηφίστηκε ποτέ. Το ραφείο, τα λουλούδια, το βάζο με τα νομίσματα και ο ήλιος που ξαναμπαίνει στη Βουλή είναι δικά μας.

← Για παιδιάΌλες οι ιστορίες