Μια ηλιόλουστη πλακόστρωτη πλατεία σε μια μικρή γαλλική πόλη του 1850. Στη μέση στέκεται ο Λεόν, ένα αγόρι με σκούρο μπλε κασκέτο, γαλάζια μπλούζα με καφέ ζώνη και καφέ κοντό παντελόνι, κρατά την κόκκινη και κίτρινη μπάλα του και χαμογελά λίγο ντροπαλά. Δίπλα του η γιαγιά Μαργκό, με άσπρο δαντελωτό σκουφί, μοβ φόρεμα και κίτρινο πλεχτό σάλι, χαμογελά και δείχνει προς το κόκκινο τσαγκάρικο, που έχει καφέ παπούτσια στη βιτρίνα και ταμπέλα σε σχήμα μπότας. Αριστερά, ο φούρνος με την πράσινη πρόσοψη έχει ένα σπασμένο τζάμι, και στην πόρτα του ο κύριος Μπονόμ, ο φούρναρης με το άσπρο σκουφί και την ποδιά, ξύνει το κεφάλι του.
7–11 ετών

Εικονογραφημένο βιβλίο

Το σπασμένο τζάμι

Μια ιστορία εμπνευσμένη από τον Frédéric Bastiat (1850)

Οι ήρωες της ιστορίας

  • Ο Λεόν, ένα αγόρι οκτώ χρονών που λατρεύει την μπάλα του
  • Η γιαγιά του η Μαργκό, που βλέπει πάντα λίγο πιο μακριά
  • Ο κύριος Μπονόμ, ο φούρναρης της πλατείας
  • Ο Γκαστόν ο τζαμάς, που κουβαλά τζάμια στην πλάτη του
  • Ο μάστρο-Ζιλ ο τσαγκάρης, που φτιάχνει παπούτσια

Όταν κάτι σπάει, όλοι βλέπουν αυτόν που θα το φτιάξει. Υπάρχει όμως και κάποιος που δεν τον βλέπει κανείς. Ποιος είναι; Η γιαγιά Μαργκό ξέρει, και θα το δείξει στον Λεόν.

Πάμε σε μια μικρή πόλη της Γαλλίας, πριν από πολλά πολλά χρόνια, το 1850. Η ιστορία είναι φανταστική, όμως αυτό που ανακαλύπτει ο Λεόν ισχύει και σήμερα.

Μια ηλιόλουστη πλακόστρωτη πλατεία ένα πρωί, με πέτρινα σπίτια με μπλε παντζούρια, κεραμιδένιες στέγες, μια πέτρινη βρύση και ένα φανάρι. Αριστερά ο φούρνος, με πράσινη ξύλινη πρόσοψη, μεγάλη βιτρίνα από πολλά μικρά τετράγωνα τζάμια με καρβέλια πίσω τους και κρεμαστή ταμπέλα σε σχήμα ψωμιού. Στην πόρτα ο κύριος Μπονόμ, ένας στρογγυλός φούρναρης με ξανθά σγουρά μαλλιά, φαβορίτες, άσπρο σκουφί και αλευρωμένη ποδιά, κρατά ένα ταψί με ζεστά καρβέλια και χαμογελά. Στη μέση της πλατείας ο Λεόν, με μπλε κασκέτο και γαλάζια μπλούζα, κλοτσάει χαρούμενος την κόκκινη και κίτρινη μπάλα του. Μια γάτα κάθεται στο σκαλί και περιστέρια τσιμπολογούν ανάμεσα στις πέτρες.

Ένα πρωί του 1850

Η μπάλα του Λεόν

Σε μια μικρή πόλη της Γαλλίας, με πλακόστρωτα δρομάκια και σπίτια με μπλε παντζούρια, μυρίζει φρέσκο ψωμί. Η μυρωδιά έρχεται από τον φούρνο του κυρίου Μπονόμ. Πίσω από τη μεγάλη του βιτρίνα, με τα πολλά μικρά τετράγωνα τζάμια, κάθονται στη σειρά στρογγυλά καρβέλια και μακριά ψωμιά.

Ο κύριος Μπονόμ βγαίνει στην πόρτα με ένα ταψί ζεστά καρβέλια. «Καλημέρα, Λεόν!» Ο Λεόν, που είναι οκτώ χρονών, κλοτσάει την μπάλα του στην πλατεία. «Καλημέρα, κύριε Μπονόμ! Κοιτάξτε τι σουτ θα ρίξω!»

Ένα τζάμι στη μέση της βιτρίνας του φούρνου μόλις έσπασε: κομμάτια γυαλί πετούν παντού και λαμπυρίζουν πάνω στις πέτρες, και η κόκκινη και κίτρινη μπάλα έχει προσγειωθεί ανάμεσα στα καρβέλια. Αριστερά ο Λεόν έχει παγώσει με τα χέρια στα μάγουλα και το στόμα ανοιχτό. Από την πόρτα πετάγεται ο κύριος Μπονόμ, με χέρια γεμάτα αλεύρι ψηλά στον αέρα, κατακόκκινος από την έκπληξη.

Λίγο αργότερα

Κρατς!

Ο Λεόν παίρνει φόρα και κλοτσάει με όλη του τη δύναμη. Η μπάλα πετά ψηλά, ψηλά… και ΚΡΑΤΣ! Περνά μέσα από ένα τζάμι της βιτρίνας και προσγειώνεται ανάμεσα στα καρβέλια. Κομματάκια γυαλί λαμπυρίζουν πάνω στις πέτρες.

Ο κύριος Μπονόμ πετάγεται έξω με τα χέρια γεμάτα αλεύρι. «Το τζάμι μου!» φωνάζει. Ο Λεόν πιάνει τα μάγουλά του. «Συγγνώμη, κύριε Μπονόμ! Δεν το ήθελα!»

Μπροστά στον φούρνο με το σπασμένο τζάμι, ο κύριος Μπονόμ κρατά το κεφάλι του στενοχωρημένος. Γύρω του γείτονες με ρούχα του 1850 τον παρηγορούν χαμογελαστοί: μια νεαρή κυρία με κόκκινο φόρεμα, ψάθινο σκουφί και καλάθι με λαχανικά, ένας λεπτός κύριος με ψηλό μαύρο καπέλο που σηκώνει το δάχτυλο σαν να εξηγεί κάτι έξυπνο, και ένας νεαρός αγρότης με ψάθινο καπέλο και δικράνι. Δεξιά, πίσω από ένα βαρέλι, ο Λεόν κρυφοκοιτάζει και ακούει.

Στην πλατεία

Τι λένε οι γείτονες

Σε λίγο μαζεύονται οι γείτονες. «Μη στενοχωριέστε, κύριε Μπονόμ!» λέει η κυρία με το καλάθι. «Κάθε κακό για καλό!» Ένας κύριος με ψηλό καπέλο σηκώνει το δάχτυλο: «Σκεφτείτε το: τώρα ο Γκαστόν ο τζαμάς θα έχει δουλειά! Αν δεν έσπαγαν ποτέ τζάμια, τι θα έκαναν οι τζαμάδες;»

Όλοι γνέφουν: «Σωστά, σωστά!» Πίσω από ένα βαρέλι, ο Λεόν ακούει με ανοιχτό στόμα. «Δηλαδή… έκανα καλό;» αναρωτιέται.

Μπροστά στον φούρνο, όπου ένα τζάμι της βιτρίνας είναι τώρα καινούργιο και αστράφτει. Ο Γκαστόν ο τζαμάς, ψηλός και λεπτός, με κόκκινα μαλλιά, φακίδες, πράσινο γιλέκο και μαύρες μπότες, χαμογελά και απλώνει την παλάμη του. Ο κύριος Μπονόμ, ακουμπώντας σε ένα ξύλινο ράφι με τζάμια, του δίνει ένα ένα τα ασημένια νομίσματα, με έναν μικρό αναστεναγμό. Ο Λεόν κοιτάζει με περιέργεια και ανακούφιση.

Το μεσημέρι

Έξι ασημένια φράγκα

Το μεσημέρι έρχεται ο Γκαστόν, ψηλός και λεπτός, με ένα ξύλινο ράφι γεμάτο τζάμια στην πλάτη. Σφυρίζει χαρούμενα, βγάζει τα σπασμένα κομμάτια και βάζει ένα καινούργιο, γυαλιστερό τζάμι.

«Έξι φράγκα, παρακαλώ», λέει. Ο κύριος Μπονόμ αναστενάζει και του δίνει ένα ένα έξι ασημένια νομίσματα. Ο Γκαστόν τρίβει τα χέρια του ευχαριστημένος. Αυτό το βλέπουν όλοι: ένα καινούργιο τζάμι και έναν χαρούμενο τζαμά.

Μια ζεστή γαλλική κουζίνα του 1850, με πέτρινο τζάκι, χάλκινο καζάνι, ξύλινο τραπέζι, μπουφέ με γαλανόλευκα πιάτα και κρεμαστά κρεμμύδια και βότανα. Η γιαγιά Μαργκό, με άσπρο δαντελωτό σκουφί, μοβ φόρεμα και κίτρινο πλεχτό σάλι, πλέκει στην κουνιστή της πολυθρόνα δίπλα στη φωτιά και σηκώνει το ένα φρύδι χαμογελώντας. Μπροστά της ο Λεόν, με την μπάλα στο χέρι, ανοίγει διάπλατα τα χέρια και μιλά ενθουσιασμένος. Μια γάτα κοιμάται δίπλα στο τζάκι.

Στο σπίτι

Η γιαγιά σηκώνει το φρύδι

Ο Λεόν τρέχει στο σπίτι. Η γιαγιά Μαργκό πλέκει στην κουνιστή της πολυθρόνα, δίπλα στο τζάκι. «Γιαγιά! Έσπασα το τζάμι του κυρίου Μπονόμ, αλλά όλοι λένε ότι ήταν καλό! Ο Γκαστόν πήρε έξι φράγκα και έφυγε σφυρίζοντας!»

Η γιαγιά σταματά να πλέκει και σηκώνει το ένα φρύδι. «Έτσι λένε; Βάλε το κασκέτο σου, Λεόν. Θα σου δείξω κάτι που δεν το βλέπει κανείς.»

Μπροστά στον φούρνο, ο κύριος Μπονόμ σκύβει και σκουπίζει τα τελευταία γυαλάκια σε ένα φαράσι με μια ψάθινη σκούπα. Τα παλιά καφέ παπούτσια του είναι φαγωμένα, με μια μεγάλη τρύπα μπροστά και μια σόλα που ανοίγει σαν στόμα. Δεξιά, η γιαγιά Μαργκό, με το καλάθι στο χέρι, σκύβει λίγο και δείχνει διακριτικά τα παπούτσια του, και δίπλα της ο Λεόν τα κοιτάζει με ορθάνοιχτα μάτια.

Το απόγευμα

Τα παπούτσια του φούρναρη

Ο κύριος Μπονόμ σκουπίζει τα τελευταία γυαλάκια. «Κοίτα τα παπούτσια του», ψιθυρίζει η γιαγιά. Ο Λεόν κοιτάζει: είναι παλιά και φαγωμένα. Το ένα έχει μια μεγάλη τρύπα μπροστά, και η σόλα του άλλου ανοιγοκλείνει σαν στόμα.

«Χθες μου είπε», λέει σιγανά η γιαγιά, «ότι είχε μαζέψει επιτέλους έξι φράγκα για καινούργια παπούτσια. Σήμερα το απόγευμα θα πήγαινε στον μάστρο-Ζιλ τον τσαγκάρη.»

Μέσα σε ένα μικρό τσαγκάρικο του 1850, με ξύλινα ράφια γεμάτα μπότες και παπούτσια, ρολά δέρμα, ξύλινα καλαπόδια, ένα σφυράκι και μια λάμπα πετρελαίου. Πίσω από τον πάγκο ο μάστρο-Ζιλ, ένας κοντός ηλικιωμένος τσαγκάρης, φαλακρός με άσπρες τούφες πάνω από τα αυτιά, με στρογγυλά γυαλάκια και δερμάτινη ποδιά, ανοίγει τα χέρια του. Πάνω στον πάγκο περιμένει ένα ζευγάρι ολοκαίνουργια, γυαλιστερά καφέ παπούτσια. Η γιαγιά Μαργκό και ο Λεόν στέκονται μπροστά στον πάγκο και τα κοιτάζουν.

Στο τσαγκάρικο

Τα παπούτσια που περιμένουν

Στο τσαγκάρικο μυρίζει δέρμα. Πάνω στον πάγκο περιμένει ένα ζευγάρι ολοκαίνουργια, γυαλιστερά καφέ παπούτσια. «Τα έφτιαξα για τον κύριο Μπονόμ», λέει ο μάστρο-Ζιλ. «Πριν από λίγο όμως πέρασε και μου είπε ότι δεν μπορεί να τα πάρει. Τα έξι φράγκα του πήγαν στο τζάμι.»

Ο μάστρο-Ζιλ ανοίγει τα χέρια του. «Τι να κάνουμε; Θα περιμένουν.» Ο Λεόν κοιτάζει τα γυαλιστερά παπούτσια. Δεν είχε σκεφτεί καθόλου τον μάστρο-Ζιλ.

Ένα ξύλινο παγκάκι κάτω από έναν μεγάλο πλάτανο, στην άκρη της πλατείας. Η γιαγιά Μαργκό κάθεται και δείχνει έξι ασημένια νομίσματα στην παλάμη της. Δίπλα της ο Λεόν μετρά στα δάχτυλά του σκεφτικός: πέντε δάχτυλα στο ένα χέρι και ένα στο άλλο. Από πάνω τους, σε ένα συννεφάκι σαν όνειρο, φαίνεται ο κύριος Μπονόμ χαμογελαστός, με ένα ζευγάρι καινούργια καφέ παπούτσια στα χέρια, μπροστά στη γερή βιτρίνα του.

Στο παγκάκι

Τζάμι ή παπούτσια;

Η γιαγιά κάθεται στο παγκάκι κάτω από τον πλάτανο και βάζει έξι νομίσματα στην παλάμη της. «Πριν σπάσει το τζάμι, ο κύριος Μπονόμ είχε ένα γερό τζάμι και έξι φράγκα. Με τα έξι φράγκα θα έπαιρνε παπούτσια. Θα είχε λοιπόν και τζάμι και παπούτσια.»

«Τώρα έδωσε τα έξι φράγκα για να ξαναβάλει το τζάμι που ήδη είχε. Τι έχει στο τέλος;» Ο Λεόν μετρά στα δάχτυλά του. «Ένα τζάμι… και τα παλιά, τρύπια παπούτσια. Τίποτα παραπάνω από πριν!»

Ένα πλακόστρωτο δρομάκι το απόγευμα. Αριστερά, στο χρυσό φως του ήλιου, ο Γκαστόν ο τζαμάς περπατά με το ξύλινο ράφι με τα τζάμια στην πλάτη, σφυρίζει με κλειστά μάτια και πετά ένα ασημένιο νόμισμα στον αέρα. Δεξιά, στη σκιά, ο μάστρο-Ζιλ κάθεται στο σκαλί του κόκκινου τσαγκάρικου, κάτω από μια ταμπέλα σε σχήμα μπότας, και κρατά στα γόνατα τα καινούργια παπούτσια. Στη μέση ο Λεόν κοιτάζει τον έναν και τον άλλον, και η γιαγιά Μαργκό ακουμπά το χέρι της στον ώμο του.

Λίγο πριν βραδιάσει

Αυτό που φαίνεται και αυτό που δεν φαίνεται

Στον δρόμο ο Γκαστόν περνά σφυρίζοντας στον ήλιο και πετά ένα ασημένιο νόμισμα στον αέρα. Τον βλέπουν όλοι. Στη σκιά, στο σκαλί του μαγαζιού του, κάθεται ο μάστρο-Ζιλ με τα παπούτσια στα γόνατα. Αυτόν δεν τον βλέπει κανείς.

«Κατάλαβα, γιαγιά!» λέει ο Λεόν. «Ο Γκαστόν βρήκε δουλειά, αλλά ο μάστρο-Ζιλ την έχασε. Και ο κύριος Μπονόμ έμεινε χωρίς παπούτσια!» Η γιαγιά χαμογελά. «Μπράβο. Οι γείτονες κοίταξαν μόνο αυτό που φαίνεται. Εσύ κοίταξες και αυτό που κρύβεται.»

Η ζεστή κουζίνα το βράδυ, με ένα κερί και φωτιά στο τζάκι. Ο Λεόν κάθεται στο ξύλινο τραπέζι με αποφασισμένο ύφος και σπρώχνει με το δάχτυλο τρία ασημένια νομίσματα. Δίπλα τους είναι ένας ανοιχτός πήλινος κουμπαράς και ένα χαρτί όπου έχει ζωγραφίσει μια ξύλινη σβούρα. Η γιαγιά Μαργκό στέκεται δίπλα του περήφανη, με το χέρι στον ώμο του. Μια γάτα κάθεται σε μια καρέκλα.

Το ίδιο βράδυ

Ο πήλινος κουμπαράς

Το βράδυ ο Λεόν ανοίγει τον πήλινο κουμπαρά του. Μέσα έχει τρία ασημένια φράγκα. Τα μάζευε για μια ξύλινη σβούρα που είδε στο μαγαζί με τα παιχνίδια· την έχει ζωγραφίσει κιόλας σε ένα χαρτί.

Σπρώχνει τα νομίσματα μπροστά. «Εγώ έσπασα το τζάμι. Θα δώσω στον κύριο Μπονόμ αυτά τα τρία φράγκα, και τα άλλα τρία θα τα βγάλω δουλεύοντας.» Η γιαγιά του ακουμπά τον ώμο, περήφανη. «Και η σβούρα;» «Θα περιμένει», λέει ο Λεόν.

Η πλακόστρωτη πλατεία νωρίς το πρωί, με τη βρύση, τα περιστέρια και τη γάτα. Ο Λεόν κουβαλά δύο ξύλινους κουβάδες με νερό, χαμογελαστός αλλά λαχανιασμένος. Πίσω του η κυρία Ροζαλί, μια ψηλή, λεπτή ηλικιωμένη γειτόνισσα με γκρίζο κότσο, πράσινο φόρεμα και μαύρο δαντελωτό σάλι, του δίνει χαμογελώντας ένα μικρό νόμισμα. Από την πόρτα του φούρνου ο κύριος Μπονόμ τον χαιρετά.

Τρεις εβδομάδες

Κουβάδες και καλάθια

Για τρεις εβδομάδες ο Λεόν ξυπνά νωρίς. Κουβαλά νερό από τη βρύση της πλατείας για την κυρία Ροζαλί, τη γειτόνισσα, και πηγαίνει στα σπίτια τα βαριά καλάθια των γειτόνων. Κάθε φορά παίρνει μερικά μικρά χάλκινα κέρματα.

Τα χέρια του κουράζονται και οι κουβάδες είναι βαριοί, όμως τα κέρματα όλο και πληθαίνουν. Στο τέλος της τρίτης εβδομάδας, τα χάλκινα κέρματα κάνουν τρία φράγκα. Ο κύριος Μπονόμ τον χαιρετά από την πόρτα του φούρνου.

Μια ηλιόλουστη Κυριακή στην πλατεία, με χρωματιστά σημαιάκια κρεμασμένα πάνω από τον δρόμο. Ο κύριος Μπονόμ χορεύει χαρούμενος πάνω στις πέτρες και δείχνει τα ολοκαίνουργια, γυαλιστερά καφέ παπούτσια του. Στην πόρτα του κόκκινου τσαγκάρικου ο μάστρο-Ζιλ χειροκροτεί. Αριστερά ο Λεόν, με την μπάλα σφιχτά στο χέρι, και η γιαγιά Μαργκό γελούν, και πιο πίσω ο Γκαστόν ο τζαμάς τούς χαιρετά.

Μια Κυριακή

Καινούργια παπούτσια!

Την Κυριακή ο Λεόν δίνει στον κύριο Μπονόμ έξι φράγκα: τρία από τον κουμπαρά του και τρία από τη δουλειά του. Ο φούρναρης τρέχει στο τσαγκάρικο και βγαίνει χορεύοντας με τα καινούργια του παπούτσια! Ο μάστρο-Ζιλ χειροκροτεί, και ο Γκαστόν χαιρετά από μακριά.

Το απόγευμα ο Λεόν παίζει μπάλα στο λιβάδι έξω από την πόλη, μακριά από τα τζάμια. «Ξέρεις, γιαγιά», λέει, «όλοι βλέπουν τα καινούργια παπούτσια. Κανείς όμως δεν βλέπει τη σβούρα που δεν πήρα.» Η γιαγιά γελά και τον αγκαλιάζει. «Τώρα πια βλέπεις και αυτό που δεν φαίνεται, Λεόν!»

Τέλος

Το δίδαγμα

Όταν έσπασε το τζάμι, όλοι είδαν τον Γκαστόν τον τζαμά να παίρνει έξι φράγκα και να φεύγει σφυρίζοντας. Και σκέφτηκαν: «Τι καλά, βρήκε δουλειά!» Δεν είδαν όμως τα παπούτσια που έμειναν στον πάγκο του μάστρο-Ζιλ, ούτε τον κύριο Μπονόμ με τα τρύπια του παπούτσια.

Τα ίδια έξι φράγκα δεν ξοδεύονται δύο φορές. Όταν κάτι σπάει, η πόλη δεν γίνεται πιο πλούσια· απλώς ξαναφτιάχνει αυτό που ήδη είχε, και κάτι άλλο, κάτι που δεν το βλέπουμε, μένει να περιμένει. Γι’ αυτό, όταν σπάμε πράγματα, ο κόσμος δεν αποκτά περισσότερα πράγματα. Τα πράγματα πληθαίνουν όταν φτιάχνουμε, όχι όταν χαλάμε.

Την επόμενη φορά που θα ακούσεις κάποιον να λέει «κάθε κακό για καλό», θυμήσου τη γιαγιά Μαργκό: κοίτα αυτό που φαίνεται, αλλά ψάξε και γι’ αυτό που δεν φαίνεται!

Για τους μεγάλους: πηγές και περισσότερη μελέτη

Από πού προέρχεται κάθε σελίδα

Για περισσότερη μελέτη

Οι εικόνες είναι εικονογραφήσεις για παιδιά και η ιστορία είναι φανταστική. Ο Λεόν, η γιαγιά Μαργκό, ο κύριος Μπονόμ, ο Γκαστόν, ο μάστρο-Ζιλ και η κυρία Ροζαλί είναι επινοημένοι. Στο κείμενο του Bastiat (Ιούλιος 1850) το τζάμι το σπάει ο γιος ενός καλού νοικοκύρη, του Jacques Bonhomme· εμείς δώσαμε το όνομά του στον φούρναρη. Τα έξι φράγκα, ο τζαμάς και τα παπούτσια είναι του Bastiat. Ο κουμπαράς, η σβούρα και οι τρεις εβδομάδες δουλειάς είναι δικά μας, για να δουν τα παιδιά ότι για ό,τι σπάει κάποιος πάντα πληρώνει.

← Για παιδιάΌλες οι ιστορίες