
Κρατικός παρεμβατισμός υπό το πρίσμα του Murray N. Rothbard: «Τα Οικονομικά της Βίαιης Παρέμβασης στην Αγορά»
Απόσπασμα από το έργο του Murray N. Rothbard με τίτλο «Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος».

Περιεχόμενα 21 ενότητες · ~5 ώρες ανάγνωσης
- Μέρος Α · Εισαγωγή, Τυπολογία, Ελεύθερη Αγορά και Κράτος28 λεπτά
- Εισαγωγή Μεταφραστή2 λεπτά
- 1. Εισαγωγή2 λεπτά
- 2. Μια τυπολογία της παρέμβασης3 λεπτά
- 3. Άμεσες επιπτώσεις της παρέμβασης στη χρησιμότητα6 λεπτά
- 4. Χρησιμότητα ex post: Ελεύθερη αγορά και κράτος16 λεπτά
- Μέρος Β · Τριγωνική Παρέμβαση25 λεπτά
- 5. Τριγωνική παρέμβαση: Έλεγχος τιμών11 λεπτά
- 6. Τριγωνική παρέμβαση: Έλεγχος προϊόντων10 λεπτά
- Μέρος Γ · Δυαδική Παρέμβαση: Η Φορολογία51 λεπτά
- 7. Δυαδική παρέμβαση: Ο κρατικός προϋπολογισμός9 λεπτά
- 8. Δυαδική παρέμβαση: Η φορολογία
- Μέρος Δ · Δυαδική Παρέμβαση: Κρατικές Δαπάνες και Ανάπτυξη83 λεπτά
- 9. Δυαδική παρέμβαση: Οι κρατικές δαπάνες
- 10. Ανάπτυξη, αφθονία και κράτος
- Μέρος Ε · Δυαδική Παρέμβαση: Πληθωρισμός και Οικονομικοί Κύκλοι56 λεπτά
- 11. Δυαδική παρέμβαση: Πληθωρισμός και οικονομικοί κύκλοι
- Μέρος ΣΤ · Συμπεράσματα: Ελεύθερη Αγορά και Καταναγκασμός29 λεπτά
- 12. Συμπέρασμα: Η ελεύθερη αγορά και ο καταναγκασμός2 λεπτά
- Παράρτημα Α: Κρατικός δανεισμός4 λεπτά
- Παράρτημα Β: «Συλλογικά αγαθά» και «εξωτερικά οφέλη»: Δύο επιχειρήματα υπέρ της κρατικής δραστηριότητας16 λεπτά
Το παρόν αποτελεί το 12ο Κεφάλαιο (Τα Οικονομικά της Βίαιης Παρέμβασης στην Αγορά) του μνημειώδους έργου του Murray N. Rothbard με τίτλο Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος (Man, Economy, and State).
Μέρος ΑΕισαγωγή, Τυπολογία, Ελεύθερη Αγορά και Κράτος
Εισαγωγή Μεταφραστή
Στο δωδέκατο κεφάλαιο του Man, Economy, and State, ο Murray N. Rothbard αντιπαραθέτει δύο αρχές κοινωνικής οργάνωσης: την εκούσια συνεργασία και τον καταναγκασμό. Το κεντρικό του ερώτημα δεν είναι απλώς πόσο αποτελεσματικά λειτουργεί το κράτος, αλλά τι συμβαίνει στην οικονομία όταν οι ελεύθερες επιλογές αντικαθίστανται από επιβαλλόμενες αποφάσεις.
Ο Rothbard διακρίνει τρεις μορφές παρέμβασης:
- Αυτιστική:περιορισμός της χρήσης του προσώπου ή της περιουσίας ενός ατόμου, χωρίς να επιβάλλεται ανταλλαγή.
- Δυαδική: καταναγκαστική μεταβίβαση μεταξύ παρεμβαίνοντος και υποκειμένου, όπως η φορολογία.
- Τριγωνική: επιβολή ή απαγόρευση ανταλλαγών μεταξύ τρίτων, όπως οι έλεγχοι τιμών και η αδειοδότηση.
Αφετηρία του είναι ότι η ελεύθερη ανταλλαγή πραγματοποιείται επειδή κάθε μέρος αναμένει να ωφεληθεί, ενώ η παρέμβαση προσφέρει όφελος στον παρεμβαίνοντα εις βάρος εκείνου του οποίου η επιλογή παραμερίζεται. Η αγορά δεν αποκλείει το σφάλμα· διαθέτει όμως, κατά τον Rothbard, μηχανισμούς διόρθωσής του: την επιλογή των καταναλωτών, τα κέρδη και τις ζημίες.
Το κεφάλαιο ακολουθεί αυτή τη συλλογιστική έως τις επιμέρους εφαρμογές της. Οι ανώτατες τιμές δημιουργούν ελλείψεις· οι κατώτατες, απούλητα πλεονάσματα ή ανεργία. Οι απαγορεύσεις και τα μονοπωλιακά προνόμια περιορίζουν τις επιλογές και προστατεύουν ευνοούμενους παραγωγούς. Η φορολογία και οι κρατικές δαπάνες μετατοπίζουν πόρους από τις χρήσεις που επιλέγουν οι ιδιώτες προς εκείνες που επιλέγουν οι κρατικοί αξιωματούχοι.
Στην κρατική ιδιοκτησία και στον σοσιαλισμό, η κριτική κορυφώνεται στο πρόβλημα του οικονομικού υπολογισμού: χωρίς τις κατάλληλες τιμές της αγοράς και τη δοκιμασία κέρδους και ζημίας, η κατανομή των πόρων στερείται τον οδηγό της. Αντίστοιχα, η πιστωτική επέκταση αλλοιώνει το επιτόκιο, παρασύρει τις επιχειρήσεις σε εσφαλμένες επενδύσεις και γεννά τον κύκλο άνθησης και ύφεσης. Η ύφεση παρουσιάζεται έτσι όχι ως η αρχική νόσος, αλλά ως η επώδυνη διόρθωση των προηγούμενων στρεβλώσεων.
Το μεγαλύτερο διακύβευμα
Η οικονομία, για τον Rothbard, δεν υπάρχει για να μεγιστοποιεί αφηρημένους δείκτες παραγωγής ή ανάπτυξης, αλλά για να υπηρετεί τους σκοπούς των ανθρώπων. Γι’ αυτό απορρίπτει τόσο την καταναγκαστική αποταμίευση όσο και την αξίωση ότι οι ειδικοί γνωρίζουν καλύτερα ποιες καταναλωτικές επιθυμίες είναι «γνήσιες».
Το τελικό του συμπέρασμα είναι αιχμηρό: η αγορά, πίσω από τη φαινομενική αταξία της, παράγει συντονισμό· η παρέμβαση, πίσω από τη φαινομενική τάξη της, παράγει σύγκρουση και αποδιοργάνωση. Η πραξεολογία (η οικονομική επιστήμη), ωστόσο, δεν επιλέγει τις έσχατες αξίες μας. Αποκαλύπτει τις συνέπειες των επιλογών· η ηθική και πολιτική απόφαση παραμένει ευθύνη του ανθρώπου.
Πραξεολόγος
1. Εισαγωγή
Μέχρι αυτό το σημείο υποθέταμε ότι στην κοινωνία δεν συμβαίνει καμία βίαιη προσβολή προσώπου ή περιουσίας· αναπτύσσαμε την οικονομική ανάλυση της ελεύθερης κοινωνίας, της ελεύθερης αγοράς, όπου τα άτομα συναλλάσσονται μεταξύ τους μόνο ειρηνικά και ποτέ με τη βία. Αυτό είναι το νοητικό κατασκεύασμα, ή «υπόδειγμα», της αμιγώς ελεύθερης αγοράς. Και αυτό το υπόδειγμα, αν και ίσως εξεταζόταν ατελώς, υπήρξε το κύριο αντικείμενο μελέτης της οικονομικής ανάλυσης σε ολόκληρη την ιστορία του κλάδου.
Για να ολοκληρωθεί, όμως, η οικονομική εικόνα του κόσμου μας, η οικονομική ανάλυση πρέπει να επεκταθεί στη φύση και στις συνέπειες των βίαιων πράξεων και αλληλεπιδράσεων στην κοινωνία, συμπεριλαμβανομένης της παρέμβασης στην αγορά και της βίαιης κατάργησης της αγοράς —του «σοσιαλισμού»—. Η οικονομική ανάλυση της παρέμβασης και του σοσιαλισμού αναπτύχθηκε πολύ πιο πρόσφατα από την ανάλυση της ελεύθερης αγοράς.1 Στο παρόν βιβλίο, οι περιορισμοί χώρου μάς εμποδίζουν να εμβαθύνουμε στην οικονομική της παρέμβασης στον ίδιο βαθμό που εξετάσαμε την οικονομική της ελεύθερης αγοράς. Οι έρευνές μας, όμως, στο πρώτο πεδίο συνοψίζονται σε πιο σύντομη μορφή σε αυτό το τελευταίο κεφάλαιο.
Ένας λόγος για τον οποίο η οικονομική επιστήμη έτεινε να επικεντρώνεται στην ελεύθερη αγορά είναι ότι εδώ παρουσιάζεται το πρόβλημα της τάξης που προκύπτει από ένα φαινομενικά «αναρχικό» και «ασχεδίαστο» σύνολο πράξεων. Είδαμε ότι, αντί για την «αναρχία της παραγωγής» που θα μπορούσε να διακρίνει στην ελεύθερη αγορά ένας άνθρωπος χωρίς οικονομική κατάρτιση, αναδύεται μια εύτακτη διάρθρωση, οργανωμένη ώστε να ανταποκρίνεται στις επιθυμίες όλων των ατόμων και συγχρόνως εξαιρετικά κατάλληλη να προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Με αυτόν τον τρόπο είδαμε πώς οι ελεύθερες, εκούσιες πράξεις των ατόμων συνδυάζονται ώστε να προσδιορίζουν κατά τρόπο εύτακτο φαινομενικά μυστηριώδεις διαδικασίες όπως η διαμόρφωση των τιμών, του εισοδήματος και του χρήματος, ο οικονομικός υπολογισμός, τα κέρδη και οι ζημίες και η παραγωγή.
Το γεγονός ότι κάθε άνθρωπος, επιδιώκοντας το δικό του συμφέρον, προάγει το συμφέρον όλων των άλλων αποτελεί συμπέρασμα της οικονομικής ανάλυσης, όχι υπόθεση στην οποία θεμελιώνεται η ανάλυση. Πολλοί επικριτές έχουν κατηγορήσει τους οικονομολόγους ότι είναι «μεροληπτικοί» υπέρ της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς. Αλλά αυτό ή οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα της οικονομικής επιστήμης δεν αποτελεί μεροληψία ή προκατάληψη, αλλά μεταγενέστερη κρίση —για να χρησιμοποιήσουμε έναν εύστοχο όρο του καθηγητή E. Merrill Root—, μια κρίση που διατυπώνεται μετά την έρευνα και όχι πριν από αυτήν.2 Οι προσωπικές προτιμήσεις, επιπλέον, είναι εντελώς χωριστές από την εγκυρότητα των αναλυτικών διαδικασιών. Οι προσωπικές προτιμήσεις του αναλυτή δεν ενδιαφέρουν την οικονομική επιστήμη· εκείνο που έχει σημασία είναι η εγκυρότητα της ίδιας της μεθόδου.
2. Μια τυπολογία της παρέμβασης
Παρέμβαση είναι η εισβολή επιθετικής σωματικής βίας στην κοινωνία· σημαίνει την αντικατάσταση των εκούσιων πράξεων από τον καταναγκασμό. Πρέπει να θυμόμαστε ότι, από πραξεολογική άποψη, δεν έχει σημασία ποιο άτομο ή ποια ομάδα ασκεί αυτή τη βία· η οικονομική φύση και οι συνέπειες της πράξης παραμένουν ίδιες.
Από εμπειρική άποψη, ο συντριπτικός όγκος των παρεμβάσεων πραγματοποιείται από κράτη, καθώς το κράτος είναι η μόνη οργάνωση στην κοινωνία που διαθέτει νόμιμη εξουσία χρήσης βίας και ο μόνος φορέας που αντλεί νομίμως τα έσοδά του από υποχρεωτική εισφορά. Θα είναι, επομένως, πρόσφορο να περιορίσουμε την εξέτασή μας στην κρατική παρέμβαση — έχοντας, ωστόσο, υπόψη ότι ιδιώτες μπορούν να χρησιμοποιούν παρανόμως βία ή ότι το κράτος μπορεί, φανερά ή συγκαλυμμένα, να επιτρέπει σε ευνοούμενες ιδιωτικές ομάδες να ασκούν βία κατά των προσώπων ή της περιουσίας άλλων.
Ποιους τύπους παρέμβασης μπορεί να ασκήσει ένα άτομο ή μια ομάδα; Ελάχιστα ή τίποτε δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα για τη συγκρότηση μιας συστηματικής τυπολογίας της παρέμβασης, και οι οικονομολόγοι απλώς έχουν εξετάσει φαινομενικά ετερόκλητες ενέργειες όπως ο έλεγχος τιμών, η αδειοδότηση, ο πληθωρισμός κ.λπ. Μπορούμε, ωστόσο, να ταξινομήσουμε τις παρεμβάσεις σε τρεις ευρείες κατηγορίες. Πρώτον, ο παρεμβαίνων, ή «εισβολέας», ή «επιτιθέμενος» —το άτομο ή η ομάδα που αρχίζει τη βίαιη παρέμβαση— μπορεί να διατάξει ένα άτομο που υπόκειται στην εξουσία του να κάνει ή να μην κάνει ορισμένα πράγματα, όταν αυτές οι πράξεις αφορούν άμεσα μόνο το πρόσωπο ή την περιουσία του ίδιου του ατόμου. Εν ολίγοις, ο παρεμβαίνων μπορεί να περιορίσει τη χρήση της περιουσίας του υποκειμένου, χωρίς να εμπλέκεται ανταλλαγή με κάποιον άλλο. Αυτό μπορεί να ονομαστεί αυτιστική παρέμβαση, στην οποία η συγκεκριμένη εντολή ή διαταγή αφορά μόνο το ίδιο το υποκείμενο. Δεύτερον, ο παρεμβαίνων μπορεί να επιβάλει μια ανταλλαγή μεταξύ του ατόμου που υπόκειται στην εξουσία του και του ιδίου ή να αποσπάσει καταναγκαστικά ένα «δώρο» από το υποκείμενο. Μπορούμε να την ονομάσουμε δυαδική παρέμβαση, καθώς εδώ εγκαθιδρύεται μια ηγεμονική σχέση μεταξύ δύο ανθρώπων: του παρεμβαίνοντος και του υποκειμένου. Τρίτον, ο εισβολέας μπορεί είτε να επιβάλει είτε να απαγορεύσει μια ανταλλαγή μεταξύ δύο υποκειμένων —οι ανταλλαγές πραγματοποιούνται πάντοτε μεταξύ δύο ανθρώπων—. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε τριγωνική παρέμβαση, στην οποία δημιουργείται μια ηγεμονική σχέση μεταξύ του εισβολέα και δύο πραγματικών ή δυνητικών συναλλασσομένων. Όλες αυτές οι παρεμβάσεις αποτελούν παραδείγματα της ηγεμονικής σχέσης (βλ. κεφάλαιο 2 παραπάνω) —της σχέσης διαταγής και υπακοής—, σε αντίθεση με τη συμβατική σχέση εκούσιου αμοιβαίου οφέλους της ελεύθερης αγοράς.
Αυτιστική παρέμβαση έχουμε, επομένως, όταν ο παρεμβαίνων εξαναγκάζει ένα υποκείμενο χωρίς να λαμβάνει ως αντάλλαγμα κανένα αγαθό ή υπηρεσία. Ένα παράδειγμα είναι η απλή ανθρωποκτονία· ένα άλλο θα ήταν η καταναγκαστική επιβολή ή απαγόρευση ενός χαιρετισμού, μιας ομιλίας ή μιας θρησκευτικής τελετής. Ακόμη και αν ο παρεμβαίνων είναι το κράτος, το οποίο εκδίδει ένα διάταγμα προς όλα τα μέλη της κοινωνίας, το διάταγμα αυτό καθαυτό εξακολουθεί να είναι αυτιστικό, καθώς οι γραμμές της βίας εκτείνονται, θα λέγαμε, ακτινωτά από το κράτος προς κάθε άτομο χωριστά. Παραδείγματα δυαδικής παρέμβασης, κατά την οποία ο παρεμβαίνων αναγκάζει το υποκείμενο να προβεί σε ανταλλαγή ή δωρεά προς αυτόν, είναι η φορολογία, η υποχρεωτική στρατολόγηση και η υποχρεωτική υπηρεσία ενόρκου. Η δουλεία αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα δυαδικής, καταναγκαστικής ανταλλαγής μεταξύ κυρίου και δούλου.
Παραδείγματα τριγωνικής παρέμβασης, κατά την οποία ο παρεμβαίνων επιβάλλει ή απαγορεύει ανταλλαγές μεταξύ ζευγών άλλων ατόμων, είναι ο έλεγχος τιμών και η αδειοδότηση. Με τον έλεγχο τιμών, το κράτος απαγορεύει σε οποιαδήποτε δύο άτομα να πραγματοποιήσουν ανταλλαγή κάτω ή πάνω από μια ορισμένη καθορισμένη αναλογία· η αδειοδότηση απαγορεύει σε ορισμένους ανθρώπους να πραγματοποιούν συγκεκριμένες ανταλλαγές με άλλους. Παραδόξως, οι συγγραφείς πολιτικής οικονομίας έχουν αναγνωρίσει ως «παρέμβαση» μόνο περιπτώσεις της τρίτης κατηγορίας. Είναι κατανοητό ότι οι οικονομολόγοι έχουν παραβλέψει την αυτιστική παρέμβαση, διότι, πράγματι, η οικονομική επιστήμη μπορεί να πει λίγα για γεγονότα που βρίσκονται έξω από το πλέγμα των χρηματικών ανταλλαγών. Η παραμέληση της δυαδικής παρέμβασης είναι πολύ λιγότερο δικαιολογημένη.
3. Άμεσες επιπτώσεις της παρέμβασης στη χρησιμότητα
Κατά την ανίχνευση των επιπτώσεων της παρέμβασης πρέπει να διερευνήσουμε τόσο τις άμεσες όσο και τις έμμεσες συνέπειες. Πρώτον, η παρέμβαση θα έχει άμεσες, ακαριαίες συνέπειες στις χρησιμότητες των συμμετεχόντων. Από τη μία πλευρά, όταν η κοινωνία είναι ελεύθερη και δεν υπάρχει παρέμβαση, καθένας θα ενεργεί πάντοτε με τον τρόπο που πιστεύει ότι θα μεγιστοποιήσει τη χρησιμότητά του, δηλαδή θα τον ανεβάσει στην υψηλότερη δυνατή θέση της κλίμακας αξιών του. Εν ολίγοις, η ex ante χρησιμότητα καθενός θα «μεγιστοποιείται», υπό την προϋπόθεση ότι προσέχουμε να μην ερμηνεύουμε τη «χρησιμότητα» με καρδιανή έννοια. Κάθε ανταλλαγή στην ελεύθερη αγορά, πράγματι κάθε πράξη στην ελεύθερη κοινωνία, πραγματοποιείται επειδή αναμένεται να ωφελήσει κάθε εμπλεκόμενο μέρος. Αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τον όρο «κοινωνία» για να απεικονίσουμε τη διάρθρωση, το σύνολο όλων των ατομικών ανταλλαγών, τότε μπορούμε να πούμε ότι η ελεύθερη αγορά μεγιστοποιεί την κοινωνική χρησιμότητα, καθώς καθένας αποκομίζει όφελος χρησιμότητας από τις ελεύθερες πράξεις του.3
Η καταναγκαστική παρέμβαση, από την άλλη πλευρά, σημαίνει αυτή καθαυτή ότι το άτομο ή τα άτομα που εξαναγκάζονται δεν θα έκαναν εκουσίως ό,τι τώρα τους επιβάλλει ο παρεμβαίνων. Το πρόσωπο που εξαναγκάζεται να πει ή να μην πει κάτι ή να πραγματοποιήσει ή να μην πραγματοποιήσει μια ανταλλαγή με τον παρεμβαίνοντα ή με τρίτο πρόσωπο υφίσταται μεταβολή των πράξεών του υπό την απειλή βίας. Ο εξαναγκαζόμενος άνθρωπος, επομένως, χάνει πάντοτε χρησιμότητα ως αποτέλεσμα της παρέμβασης, διότι η πράξη του έχει μεταβληθεί διά της βίας εξαιτίας της. Στις αυτιστικές και δυαδικές παρεμβάσεις, καθένα από τα άτομα που υπόκεινται σε αυτές χάνει χρησιμότητα· στις τριγωνικές παρεμβάσεις, τουλάχιστον ένας, και ορισμένες φορές και οι δύο, από τους δυνητικούς συναλλασσομένους χάνουν χρησιμότητα.
Ποιος κερδίζει χρησιμότητα ex ante; Προφανώς, ο παρεμβαίνων· διαφορετικά, δεν θα είχε προβεί στην παρέμβαση. Στην περίπτωση της δυαδικής παρέμβασης, ο ίδιος αποκτά άμεσα ανταλλάξιμα αγαθά ή υπηρεσίες εις βάρος του υποκειμένου του.4 Στην περίπτωση των αυτιστικών και τριγωνικών παρεμβάσεων, αποκομίζει αίσθημα ψυχικής ευεξίας από την επιβολή ρυθμίσεων σε άλλους —ή, ίσως, από την παροχή μιας φαινομενικής δικαιολόγησης για άλλες, δυαδικές παρεμβάσεις—.
Σε αντίθεση με την ελεύθερη αγορά, επομένως, όλες οι περιπτώσεις παρέμβασης προσφέρουν σε μία ομάδα ανθρώπων οφέλη εις βάρος μιας άλλης. Στις δυαδικές παρεμβάσεις, τα άμεσα οφέλη και οι απώλειες είναι «απτά», υπό τη μορφή ανταλλάξιμων αγαθών ή υπηρεσιών· στις άλλες περιπτώσεις, τα άμεσα οφέλη είναι μη ανταλλάξιμες ικανοποιήσεις για τους παρεμβαίνοντες, και η άμεση απώλεια συνίσταται στον εξαναγκασμό σε λιγότερο ικανοποιητικές, αν όχι σαφώς επώδυνες, μορφές δραστηριότητας.
Πριν από την ανάπτυξη της οικονομικής επιστήμης, οι άνθρωποι έτειναν να θεωρούν ότι η ανταλλαγή και η αγορά ωφελούν πάντοτε το ένα μέρος εις βάρος του άλλου. Αυτή ήταν η ρίζα της μερκαντιλιστικής (εμποροκρατικής) αντίληψης για την αγορά, εκείνου που ο Ludwig von Mises αποκαλεί «πλάνη του Montaigne». Η οικονομική επιστήμη απέδειξε ότι πρόκειται για πλάνη, διότι στην αγορά και τα δύο μέρη μιας ανταλλαγής ωφελούνται.5 Στην αγορά, επομένως, δεν μπορεί να υπάρχει εκμετάλλευση. Αλλά η θέση περί εγγενούς σύγκρουσης συμφερόντων είναι αληθής όποτε το κράτος ή οποιοσδήποτε άλλος ασκεί βία παρεμβαίνει στην αγορά. Διότι τότε ο παρεμβαίνων κερδίζει εις βάρος των υποκειμένων που χάνουν χρησιμότητα. Στην αγορά όλα είναι αρμονία. Αλλά μόλις εμφανιστεί η παρέμβαση, δημιουργείται σύγκρουση, διότι κάθε άτομο ή ομάδα μπορεί να συμμετάσχει σε έναν αγώνα για να είναι καθαρός κερδισμένος και όχι καθαρός χαμένος —για να αποτελεί, θα λέγαμε, μέρος της ομάδας που παρεμβαίνει και όχι ένα από τα θύματα—. Και ο ίδιος ο θεσμός της φορολογίας εξασφαλίζει ότι ορισμένοι θα ανήκουν στην τάξη εκείνων που αποκομίζουν καθαρό όφελος και άλλοι στην τάξη εκείνων που υφίστανται καθαρή απώλεια.6 Εφόσον όλες οι πράξεις του κράτους στηρίζονται στη θεμελιώδη δυαδική παρέμβαση της φορολογίας, συνάγεται ότι καμία κρατική πράξη δεν μπορεί να αυξήσει την κοινωνική χρησιμότητα, δηλαδή να αυξήσει τη χρησιμότητα όλων των επηρεαζόμενων ατόμων.7
Μια συνήθης ένσταση στο συμπέρασμα ότι η ελεύθερη αγορά, σε μοναδική αντίθεση προς την παρέμβαση, αυξάνει τη χρησιμότητα κάθε ατόμου στην κοινωνία επικαλείται τη μοίρα του επιχειρηματία του οποίου το προϊόν καθίσταται ξαφνικά παρωχημένο. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, τον κατασκευαστή ιππήλατων αμαξών που αντιμετωπίζει μετατόπιση της ζήτησης του κοινού από τις άμαξες προς τα αυτοκίνητα. Δεν χάνει χρησιμότητα από τη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς; Πρέπει, ωστόσο, να αντιληφθούμε ότι μας απασχολούν μόνο οι χρησιμότητες που καταδεικνύονται από την πράξη του κατασκευαστή.8 Τόσο στην πρώτη περίοδο, όταν οι καταναλωτές ζητούσαν άμαξες, όσο και στη δεύτερη, όταν στράφηκαν προς τα αυτοκίνητα, αυτός ενεργεί έτσι ώστε να μεγιστοποιεί τη χρησιμότητά του στην ελεύθερη αγορά. Το γεγονός ότι, εκ των υστέρων, προτιμά τα αποτελέσματα της πρώτης περιόδου μπορεί να αποτελεί ενδιαφέρον δεδομένο για τον ιστορικό, αλλά είναι άσχετο για τον θεωρητικό της οικονομικής επιστήμης. Διότι ο κατασκευαστής δεν ζει πλέον στην πρώτη περίοδο. Ζει πάντοτε υπό τις παρούσες συνθήκες και σε σχέση με τις παρούσες κλίμακες αξιών των συνανθρώπων του. Οι εκούσιες ανταλλαγές, σε οποιαδήποτε δεδομένη περίοδο, θα αυξάνουν τη χρησιμότητα όλων και, επομένως, θα μεγιστοποιούν την κοινωνική χρησιμότητα. Ο κατασκευαστής αμαξών δεν θα μπορούσε να αποκαταστήσει τις συνθήκες ή τα αποτελέσματα της πρώτης περιόδου παρά μόνο αν χρησιμοποιούσε βία εναντίον άλλων για να επιβάλει τις ανταλλαγές τους· σε αυτή την περίπτωση, όμως, η κοινωνική χρησιμότητα δεν θα μπορούσε πλέον να μεγιστοποιείται, εξαιτίας της επιθετικής του πράξης.
Όπως ορισμένοι συγγραφείς επιχείρησαν να αρνηθούν τον εκούσιο χαρακτήρα και τα αμοιβαία οφέλη της ελεύθερης ανταλλαγής, έτσι και άλλοι επιχείρησαν να αποδώσουν εκούσιο χαρακτήρα στις πράξεις του κράτους. Γενικά, αυτή η απόπειρα στηρίχθηκε είτε στην άποψη ότι υπάρχει μια οντότητα, η «κοινωνία», η οποία εγκρίνει και υποστηρίζει πρόθυμα τις πράξεις του κράτους· είτε στην άποψη ότι η πλειονότητα εγκρίνει αυτές τις πράξεις και ότι αυτό κατά κάποιον τρόπο σημαίνει καθολική υποστήριξη· είτε, τέλος, στην άποψη ότι, κατά κάποιον τρόπο, κατά βάθος, ακόμη και η αντιτιθέμενη μειονότητα εγκρίνει τις πράξεις του κράτους. Από αυτές τις εσφαλμένες υποθέσεις συμπεραίνουν ότι το κράτος μπορεί να αυξήσει την κοινωνική χρησιμότητα τουλάχιστον εξίσου καλά με την αγορά.910
Αφού περιγράψαμε την ομοφωνία και την αρμονία της ελεύθερης αγοράς, καθώς και τη σύγκρουση και τις απώλειες χρησιμότητας που δημιουργεί η παρέμβαση, ας ρωτήσουμε τι συμβαίνει αν το κράτος χρησιμοποιείται για να αναχαιτίσει παρεμβάσεις στην αγορά από ιδιώτες εγκληματίες —δηλαδή ιδιώτες που επιβάλλουν καταναγκαστικές ανταλλαγές—. Έχει τεθεί το ερώτημα: δεν αποτελεί αυτή η «αστυνομική» λειτουργία πράξη παρέμβασης, και δεν στηρίζεται τότε αναγκαστικά η ίδια η ελεύθερη αγορά σε ένα «πλαίσιο» τέτοιας παρέμβασης; Και δεν απαιτεί, επομένως, η ύπαρξη της ελεύθερης αγοράς απώλεια χρησιμότητας από την πλευρά των εγκληματιών που τιμωρούνται από το κράτος;11 Πρώτον, πρέπει να θυμόμαστε ότι η αμιγώς ελεύθερη αγορά είναι ένα σύνολο εκούσιων ανταλλαγών μεταξύ ζευγών προσώπων. Αν δεν υπάρχουν απειλές εγκληματικής παρέμβασης σε αυτή την αγορά —ας πούμε, επειδή καθένας αισθάνεται υποχρεωμένος να σέβεται την ιδιωτική ιδιοκτησία των άλλων—, δεν θα χρειάζεται κανένα «πλαίσιο» αντιπαρέμβασης. Η «αστυνομική» λειτουργία αποτελεί, επομένως, αποκλειστικά ένα δευτερογενές, παράγωγο πρόβλημα της ελεύθερης αγοράς, όχι προϋπόθεσή της.
Δεύτερον, αν τα κράτη —ή, για τον ίδιο λόγο, ιδιωτικοί φορείς— χρησιμοποιούνται για να αναχαιτίζουν και να καταπολεμούν την παρέμβαση εγκληματιών στην κοινωνία, είναι ασφαλώς προφανές ότι αυτή η καταπολέμηση επιβάλλει απώλειες χρησιμότητας στους εγκληματίες. Αλλά αυτές οι πράξεις άμυνας δύσκολα μπορούν να χαρακτηριστούν «παρέμβαση» με τη δική μας έννοια του όρου. Διότι οι απώλειες χρησιμότητας επιβάλλονται μόνο σε ανθρώπους που, με τη σειρά τους, επιχειρούσαν να επιβάλουν απώλειες χρησιμότητας σε ειρηνικούς πολίτες. Εν ολίγοις, η βία που χρησιμοποιούν οι αστυνομικοί φορείς για την υπεράσπιση της ατομικής ελευθερίας —δηλαδή για την υπεράσπιση των προσώπων και της περιουσίας των πολιτών— είναι αμιγώς ανασχετική· αποτελεί αντιπαρέμβαση εναντίον της πραγματικής, πρωτογενούς παρέμβασης. Μολονότι αυτή η αντίδραση δεν μπορεί να μεγιστοποιήσει την «κοινωνική χρησιμότητα» —τη χρησιμότητα όλων όσοι στην κοινωνία εμπλέκονται σε διαπροσωπικές πράξεις—, μεγιστοποιεί τη χρησιμότητα των μη εγκληματιών, δηλαδή εκείνων που μεγιστοποιούσαν ειρηνικά τη δική τους χρησιμότητα χωρίς να επιβάλλουν απώλειες σε άλλους. Αν αυτοί οι φορείς άμυνας επιτελούσαν τέλεια το έργο τους και εξάλειφαν όλες τις παρεμβάσεις, τότε η ύπαρξή τους θα ήταν απολύτως συμβατή με τη μεγιστοποίηση της κοινωνικής χρησιμότητας.
4. Χρησιμότητα ex post: Ελεύθερη αγορά και κράτος
Είδαμε, λοιπόν, ότι τα άτομα μεγιστοποιούν ex ante τη χρησιμότητά τους στην ελεύθερη αγορά και ότι δεν μπορούν να το κάνουν όταν υπάρχει παρέμβαση, διότι τότε ο παρεμβαίνων κερδίζει χρησιμότητα μόνο εις βάρος μιας καταδεικνυόμενης απώλειας χρησιμότητας του υποκειμένου του. Τι συμβαίνει όμως με τις ex post χρησιμότητες; Οι άνθρωποι μπορεί να αναμένουν ότι θα ωφεληθούν όταν λαμβάνουν αποφάσεις, αλλά ωφελούνται πράγματι από τα αποτελέσματά τους; Πώς συγκρίνονται η ελεύθερη αγορά και η παρέμβαση κατά τη διάβαση αυτής της ζωτικής διαδρομής από το ex ante στο ex post;
Για την ελεύθερη αγορά, η απάντηση είναι ότι η αγορά είναι διαρθρωμένη κατά τρόπο που περιορίζει το σφάλμα στο ελάχιστο. Υπάρχει, πρώτον, μια ταχεία, εξαιρετικά ακριβής και εύκολα κατανοητή δοκιμασία που πληροφορεί τον επιχειρηματία, αλλά και τον αποδέκτη εισοδήματος, αν επιτυγχάνουν ή αποτυγχάνουν στο έργο της ικανοποίησης των επιθυμιών του καταναλωτή. Για τον επιχειρηματία, ο οποίος επωμίζεται το κύριο βάρος της προσαρμογής στις αβέβαιες και μεταβαλλόμενες επιθυμίες των καταναλωτών, η δοκιμασία είναι ιδιαίτερα ταχεία και ασφαλής: τα κέρδη ή οι ζημίες. Τα μεγάλα κέρδη αποτελούν σήμα ότι κινήθηκε στον σωστό δρόμο, οι ζημίες ότι κινήθηκε στον λανθασμένο. Τα κέρδη και οι ζημίες ωθούν σε ταχείες προσαρμογές στη ζήτηση των καταναλωτών· ταυτόχρονα, επιτελούν τη λειτουργία της μεταφοράς χρημάτων από τα χέρια των μη αποδοτικών επιχειρηματιών στα χέρια των ικανών. Το γεγονός ότι οι ικανοί επιχειρηματίες ευημερούν και αυξάνουν το κεφάλαιό τους, ενώ οι ανεπαρκείς εκτοπίζονται, εξασφαλίζει ολοένα ομαλότερη προσαρμογή της αγοράς στις μεταβολές των συνθηκών. Ομοίως, σε μικρότερο βαθμό, οι συντελεστές γης και εργασίας μετακινούνται σύμφωνα με την επιθυμία των κατόχων τους για υψηλότερα εισοδήματα, και οι συντελεστές που είναι ιδιαίτερα παραγωγικοί σε όρους αξίας αμείβονται αναλόγως.
Οι καταναλωτές αναλαμβάνουν επίσης επιχειρηματικούς κινδύνους στην αγορά. Πολλοί επικριτές της αγοράς, ενώ είναι πρόθυμοι να αναγνωρίσουν την ειδημοσύνη των κεφαλαιούχων-επιχειρηματιών, θρηνούν για την επικρατούσα άγνοια των καταναλωτών, η οποία τους εμποδίζει να αποκομίσουν ex post τη χρησιμότητα που ανέμεναν ex ante. Χαρακτηριστικά, ο Wesley C. Mitchell τιτλοφόρησε ένα από τα γνωστά δοκίμιά του «Η καθυστερημένη τέχνη της δαπάνης χρημάτων». Ο καθηγητής Mises έχει επισημάνει με οξυδέρκεια το παράδοξο των παρεμβατιστών που επιμένουν ότι οι καταναλωτές είναι υπερβολικά αδαείς ή ανίκανοι για να αγοράζουν προϊόντα με σύνεση, ενώ ταυτόχρονα διακηρύσσουν τις αρετές της δημοκρατίας, όπου οι ίδιοι άνθρωποι ψηφίζουν υπέρ ή κατά πολιτικών τους οποίους δεν γνωρίζουν και για πολιτικές τις οποίες ελάχιστα κατανοούν. Για να το θέσουμε διαφορετικά, οι οπαδοί της παρέμβασης υποθέτουν ότι τα άτομα δεν είναι ικανά να διαχειρίζονται τις δικές τους υποθέσεις ή να προσλαμβάνουν ειδικούς για να τα συμβουλεύουν, αλλά επίσης υποθέτουν ότι τα ίδια αυτά άτομα είναι ικανά να επιλέγουν αυτούς τους ειδικούς στην κάλπη. Υποθέτουν επιπλέον ότι η μάζα των υποτίθεται ανίκανων καταναλωτών είναι ικανή να επιλέγει όχι μόνο εκείνους που θα κυβερνούν τους ίδιους, αλλά και εκείνους που θα κυβερνούν τα ικανά άτομα της κοινωνίας. Και όμως, τέτοιες παράλογες και αντιφατικές υποθέσεις βρίσκονται στη ρίζα κάθε προγράμματος «δημοκρατικής» παρέμβασης στις υποθέσεις των ανθρώπων.12
Στην πραγματικότητα, η αλήθεια είναι ακριβώς η αντίστροφη αυτής της δημοφιλούς ιδεολογίας. Οι καταναλωτές ασφαλώς δεν είναι παντογνώστες, αλλά διαθέτουν άμεσες δοκιμασίες μέσω των οποίων μπορούν να αποκτούν και να ελέγχουν τη γνώση τους. Αγοράζουν μια ορισμένη μάρκα τροφίμου για πρωινό και δεν τους αρέσει· έτσι, δεν την ξαναγοράζουν. Αγοράζουν έναν ορισμένο τύπο αυτοκινήτου και τους αρέσει η απόδοσή του· αγοράζουν άλλο ένα. Και στις δύο περιπτώσεις, γνωστοποιούν στους φίλους τους αυτή τη νεοαποκτηθείσα γνώση. Άλλοι καταναλωτές χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες οργανώσεων καταναλωτικής έρευνας, οι οποίες μπορούν να τους προειδοποιούν ή να τους συμβουλεύουν εκ των προτέρων. Αλλά, σε όλες τις περιπτώσεις, οι καταναλωτές διαθέτουν ως οδηγό την άμεση δοκιμασία των αποτελεσμάτων. Και η επιχείρηση που ικανοποίησε τους καταναλωτές επεκτείνεται και ευημερεί, αποκτώντας έτσι «καλή φήμη», ενώ η επιχείρηση που αποτυγχάνει να τους ικανοποιήσει παύει να λειτουργεί.13
Από την άλλη πλευρά, η ψήφος για πολιτικούς και δημόσιες πολιτικές είναι εντελώς διαφορετικό ζήτημα. Εδώ δεν υπάρχουν καθόλου άμεσες δοκιμασίες επιτυχίας ή αποτυχίας, ούτε κέρδη και ζημίες ούτε απολαυστική ή ανικανοποίητη κατανάλωση. Για να συλλάβει κανείς τις συνέπειες, ιδίως τις έμμεσες καταλλακτικές συνέπειες των κρατικών αποφάσεων, είναι αναγκαίο να κατανοεί σύνθετες αλυσίδες πραξεολογικού συλλογισμού. Πολύ λίγοι ψηφοφόροι έχουν την ικανότητα ή το ενδιαφέρον να ακολουθούν τέτοιους συλλογισμούς, ιδίως, όπως επισημαίνει ο Schumpeter, σε πολιτικές περιστάσεις. Διότι η ελάχιστη επιρροή που ασκεί οποιοδήποτε μεμονωμένο άτομο στα αποτελέσματα, καθώς και η φαινομενική απόσταση των ενεργειών από το ίδιο, αποτρέπουν τους ανθρώπους από το να ενδιαφερθούν για πολιτικά προβλήματα ή επιχειρήματα.14 Ελλείψει άμεσης δοκιμασίας επιτυχίας ή αποτυχίας, ο ψηφοφόρος τείνει να στρέφεται όχι προς εκείνους τους πολιτικούς των οποίων οι πολιτικές έχουν τις μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας, αλλά προς εκείνους που μπορούν καλύτερα να «πουλήσουν» την προπαγανδιστική τους δεινότητα. Χωρίς να κατανοεί λογικές αλυσίδες παραγωγικού συλλογισμού, ο μέσος ψηφοφόρος δεν θα μπορέσει ποτέ να εντοπίσει τα σφάλματα που διαπράττει ο κυβερνήτης του. Για να δανειστούμε ένα παράδειγμα από μεταγενέστερη ενότητα αυτού του κεφαλαίου, ας υποθέσουμε ότι το κράτος διογκώνει την προσφορά χρήματος, προκαλώντας έτσι αναπόφευκτη άνοδο των τιμών. Το κράτος μπορεί να αποδώσει την αύξηση των τιμών σε μοχθηρούς κερδοσκόπους ή σε ξένους μαυραγορίτες, και, αν το κοινό δεν γνωρίζει οικονομική επιστήμη, δεν θα μπορεί να διακρίνει τις πλάνες στα επιχειρήματα των κυβερνώντων.
Είναι, για άλλη μια φορά, παράξενο ότι οι ίδιοι οι συγγραφείς που διαμαρτύρονται περισσότερο για τα τεχνάσματα και τα θέλγητρα της διαφήμισης δεν εφαρμόζουν ποτέ την κριτική τους στον μοναδικό τομέα όπου είναι πραγματικά ορθή: στη διαφήμιση των πολιτικών. Όπως δηλώνει ο Schumpeter:
Η εικόνα του ωραιότερου κοριτσιού που έζησε ποτέ θα αποδειχθεί μακροχρόνια ανίσχυρη να διατηρήσει τις πωλήσεις ενός κακού τσιγάρου. Δεν υπάρχει εξίσου αποτελεσματική δικλίδα ασφαλείας στην περίπτωση των πολιτικών αποφάσεων. Πολλές αποφάσεις καθοριστικής σημασίας είναι τέτοιας φύσης ώστε καθίσταται αδύνατον για το κοινό να πειραματιστεί με αυτές με την άνεσή του και με μέτριο κόστος. Ακόμη και όταν αυτό είναι δυνατόν, η κρίση κατά κανόνα δεν σχηματίζεται τόσο εύκολα όσο στην περίπτωση του τσιγάρου, επειδή οι επιπτώσεις είναι δυσκολότερο να ερμηνευθούν.15
Ο George J. Schuller, επιχειρώντας να αντικρούσει αυτό το επιχείρημα, αντέτεινε ότι «απαιτούνται σύνθετες αλυσίδες συλλογισμού για να επιλέξουν οι καταναλωτές με σύνεση ένα αυτοκίνητο ή μια τηλεοπτική συσκευή».16 Αλλά τέτοια γνώση δεν είναι αναγκαία· διότι όλο το ζήτημα είναι ότι οι καταναλωτές διαθέτουν πάντοτε μια απλή και πρακτική δοκιμασία επιτυχίας: λειτουργεί το προϊόν και λειτουργεί καλά; Στις δημόσιες οικονομικές υποθέσεις δεν υπάρχει τέτοια δοκιμασία, διότι κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει αν μια συγκεκριμένη πολιτική «πέτυχε» ή όχι χωρίς να γνωρίζει τον a priori συλλογισμό της οικονομικής επιστήμης.
Θα μπορούσε να προβληθεί η ένσταση ότι, μολονότι ο μέσος ψηφοφόρος μπορεί να μην είναι ικανός να αποφασίζει για ζητήματα που απαιτούν αλυσίδες πραξεολογικού συλλογισμού, είναι ικανός να επιλέγει τους ειδικούς —τους πολιτικούς— που θα αποφασίσουν για αυτά, όπως ακριβώς το άτομο μπορεί να επιλέγει τον δικό του ιδιωτικό ειδικό σύμβουλο σε οποιονδήποτε από πολυάριθμους τομείς. Αλλά το κρίσιμο πρόβλημα είναι ακριβώς ότι, στο κράτος, το άτομο δεν διαθέτει άμεση, προσωπική δοκιμασία της επιτυχίας ή αποτυχίας του ειδικού που προσλαμβάνει, όπως διαθέτει στην αγορά. Στην αγορά, τα άτομα τείνουν να χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες εκείνων των ειδικών των οποίων οι συμβουλές είναι οι πιο επιτυχείς. Οι καλοί γιατροί ή δικηγόροι ανταμείβονται στην ελεύθερη αγορά, ενώ οι ανεπαρκείς αποτυγχάνουν· ο ειδικός που προσλαμβάνεται ιδιωτικά ευημερεί ανάλογα με την ικανότητά του. Στο κράτος, από την άλλη πλευρά, δεν υπάρχει αγοραία δοκιμασία της επιτυχίας του ειδικού. Εφόσον δεν υπάρχει άμεση δοκιμασία στο κράτος και, μάλιστα, υπάρχει ελάχιστη ή καθόλου προσωπική επαφή ή σχέση μεταξύ πολιτικού ή ειδικού και ψηφοφόρου, δεν υπάρχει τρόπος με τον οποίο ο ψηφοφόρος μπορεί να εκτιμήσει την πραγματική ειδημοσύνη του ανθρώπου που ψηφίζει. Στην πραγματικότητα, ο ψηφοφόρος αντιμετωπίζει ακόμη μεγαλύτερες δυσχέρειες στον σύγχρονο τύπο εκλογών χωρίς ουσιαστικά επίδικα ζητήματα, μεταξύ υποψηφίων που συμφωνούν σε όλα τα θεμελιώδη θέματα, από όσες αντιμετωπίζει όταν ψηφίζει επί ζητημάτων. Διότι τα ζητήματα, στο κάτω κάτω, επιδέχονται συλλογιστική εξέταση· ο ψηφοφόρος μπορεί, αν το επιθυμεί και έχει την ικανότητα, να ενημερωθεί και να αποφασίσει γι’ αυτά. Αλλά τι μπορεί να γνωρίζει οποιοσδήποτε ψηφοφόρος, ακόμη και ο πιο ευφυής, για την πραγματική ειδημοσύνη ή ικανότητα των επιμέρους υποψηφίων, ιδίως όταν οι εκλογές έχουν απογυμνωθεί από όλα τα σημαντικά ζητήματα; Το μόνο στο οποίο μπορεί να στηριχθεί ο ψηφοφόρος για να αποφασίσει είναι οι αμιγώς εξωτερικές, διαφημιζόμενες «προσωπικότητες» των υποψηφίων, τα γοητευτικά χαμόγελά τους κ.λπ. Το αποτέλεσμα είναι ότι η ψήφος αποκλειστικά με βάση τα πρόσωπα των υποψηφίων είναι αναπόφευκτα ακόμη λιγότερο ορθολογική από την ψήφο επί των ίδιων των ζητημάτων.
Το κράτος όχι μόνο στερείται μιας επιτυχούς δοκιμασίας για την επιλογή των κατάλληλων ειδικών, και ο ψηφοφόρος όχι μόνο είναι αναγκαστικά περισσότερο αδαής από τον καταναλωτή, αλλά το ίδιο το κράτος διαθέτει και άλλους εγγενείς μηχανισμούς που οδηγούν σε χειρότερες επιλογές ειδικών και αξιωματούχων. Κατ’ αρχάς, ο πολιτικός και ο κρατικός ειδικός αντλούν τα έσοδά τους όχι από υπηρεσίες που αγοράζονται εκουσίως στην αγορά, αλλά από υποχρεωτική εισφορά επί των κατοίκων. Αυτοί οι αξιωματούχοι, επομένως, στερούνται εντελώς το άμεσο χρηματικό κίνητρο να ενδιαφέρονται για την ορθή και επαρκή εξυπηρέτηση του κοινού. Επιπλέον, η σχετική ανάδειξη των «καταλληλότερων» ισχύει στο κράτος όπως και στην αγορά, αλλά το κριτήριο της «καταλληλότητας» είναι εδώ πολύ διαφορετικό. Στην αγορά, καταλληλότεροι είναι εκείνοι που μπορούν καλύτερα να εξυπηρετήσουν τους καταναλωτές. Στο κράτος, καταλληλότεροι είναι είτε: (1) εκείνοι που είναι ικανότεροι στην άσκηση καταναγκασμού· είτε (2), αν πρόκειται για γραφειοκρατικούς αξιωματούχους, εκείνοι που είναι καταλληλότεροι να κολακεύουν τους ηγέτες της πολιτικής εξουσίας και να εξασφαλίζουν την εύνοιά τους· είτε (3), αν πρόκειται για πολιτικούς, εκείνοι που είναι επιδεξιότεροι στο να προσελκύουν το εκλογικό σώμα.17
Μια άλλη κρίσιμη διαφορά μεταξύ της δράσης στην αγορά και της δημοκρατικής ψηφοφορίας είναι η εξής: ο ψηφοφόρος διαθέτει, για παράδειγμα, μόνο το ένα εκατοστό του δισεκατομμυριοστού της εξουσίας επιλογής μεταξύ των δυνητικών κυβερνητών του, οι οποίοι με τη σειρά τους θα λαμβάνουν αποφάσεις που τον επηρεάζουν, χωρίς έλεγχο μέχρι τις επόμενες εκλογές. Το άτομο που ενεργεί στην αγορά, από την άλλη πλευρά, διαθέτει απόλυτη κυρίαρχη εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις για την περιουσία του, όχι απλώς μια έμμεση εξουσία της τάξης του ενός εκατοστού του δισεκατομμυριοστού. Επιπλέον, το άτομο καταδεικνύει διαρκώς τις επιλογές του ως προς το αν θα αγοράσει ή δεν θα αγοράσει, θα πωλήσει ή δεν θα πωλήσει, λαμβάνοντας απόλυτες αποφάσεις σχετικά με την περιουσία του. Ο ψηφοφόρος, ψηφίζοντας έναν συγκεκριμένο υποψήφιο, καταδεικνύει μόνο μια σχετική προτίμηση υπέρ αυτού έναντι ενός ή δύο άλλων δυνητικών κυβερνητών — και πρέπει να το κάνει αυτό, ας μην το ξεχνάμε, μέσα στο πλαίσιο του καταναγκαστικού κανόνα ότι, είτε ψηφίσει είτε όχι, ένας από αυτούς τους ανθρώπους θα τον κυβερνά για τα επόμενα χρόνια. (Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι, με τη μυστική ψηφοφορία, ο ψηφοφόρος δεν καταδεικνύει ούτε καν αυτόν τον βαθμό περιορισμένης και δεσμευμένης προτίμησης.)
Θα μπορούσε να προβληθεί η ένσταση ότι ο μέτοχος που ψηφίζει σε μια εταιρεία βρίσκεται σε παρόμοια θέση. Αλλά δεν βρίσκεται. Πέρα από το κρίσιμο γεγονός ότι η εταιρεία δεν αποκτά τα κεφάλαιά της μέσω υποχρεωτικής εισφοράς, ο μέτοχος εξακολουθεί να διαθέτει απόλυτη εξουσία επί της δικής του περιουσίας, καθώς μπορεί να πωλήσει τις μετοχές του στην ελεύθερη αγορά, κάτι που ο δημοκρατικός ψηφοφόρος προφανώς δεν μπορεί να κάνει. Επιπλέον, ο μέτοχος διαθέτει δικαίωμα ψήφου στην εταιρεία ανάλογο προς το ποσοστό ιδιοκτησίας του επί των κοινών περιουσιακών στοιχείων.18
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η ελεύθερη αγορά διαθέτει έναν ομαλό, αποτελεσματικό μηχανισμό που μετατρέπει την προσδοκώμενη, ex ante χρησιμότητα σε ex post πραγματοποιημένη χρησιμότητα. Η ελεύθερη αγορά μεγιστοποιεί πάντοτε την ex ante κοινωνική χρησιμότητα· τείνει πάντοτε να μεγιστοποιεί και την ex post κοινωνική χρησιμότητα. Το πεδίο της πολιτικής δράσης, από την άλλη πλευρά, δηλαδή το πεδίο στο οποίο πραγματοποιούνται οι περισσότερες παρεμβάσεις, δεν διαθέτει τέτοιον μηχανισμό· πράγματι, η πολιτική διαδικασία τείνει εγγενώς να καθυστερεί και να ματαιώνει την πραγματοποίηση των προσδοκώμενων οφελών. Επομένως, η απόκλιση των ex post αποτελεσμάτων μεταξύ ελεύθερης αγοράς και παρέμβασης είναι ακόμη μεγαλύτερη από την απόκλιση της ex ante, προσδοκώμενης χρησιμότητας. Στην πραγματικότητα, η απόκλιση είναι ακόμη μεγαλύτερη από όσο δείξαμε. Διότι, καθώς θα αναλύουμε τις έμμεσες συνέπειες της παρέμβασης στο υπόλοιπο αυτού του κεφαλαίου, θα διαπιστώνουμε ότι, σε κάθε περίπτωση, οι συνέπειές της θα την κάνουν να φαίνεται χειρότερη στα μάτια πολλών από τους αρχικούς υποστηρικτές της. Έτσι, θα διαπιστώσουμε ότι η έμμεση συνέπεια ενός ελέγχου τιμών είναι η πρόκληση απρόσμενων ελλείψεων του προϊόντος. Ex post, πολλοί από τους ίδιους τους παρεμβαίνοντες θα αισθάνονται ότι έχασαν αντί να κερδίσουν χρησιμότητα.
Συνοψίζοντας, η ελεύθερη αγορά ωφελεί πάντοτε κάθε συμμετέχοντα και μεγιστοποιεί την κοινωνική χρησιμότητα ex ante· τείνει επίσης να την μεγιστοποιεί ex post, διότι περιέχει έναν αποτελεσματικό μηχανισμό ταχείας μετατροπής των προσδοκιών σε πραγματικότητα. Με την παρέμβαση, μία ομάδα κερδίζει άμεσα εις βάρος μιας άλλης και, επομένως, η κοινωνική χρησιμότητα δεν μεγιστοποιείται ούτε καν αυξάνεται· δεν υπάρχει μηχανισμός ταχείας μετατροπής της προσδοκίας σε πραγματοποίηση, αλλά συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο· και, τέλος, όπως θα δούμε, οι έμμεσες συνέπειες της παρέμβασης θα προκαλέσουν ex post απώλεια χρησιμότητας σε πολλούς από τους ίδιους τους παρεμβαίνοντες. Το υπόλοιπο αυτού του κεφαλαίου ανιχνεύει τη φύση και τις έμμεσες συνέπειες των διαφόρων μορφών παρέμβασης.
Ορισμένοι οικονομολόγοι, ιδίως ο Edwin Cannan, έχουν αρνηθεί ότι η οικονομική ανάλυση μπορεί να εφαρμοστεί σε πράξεις βίαιης παρέμβασης. Αλλά, αντιθέτως, η οικονομική επιστήμη είναι η πραξεολογική ανάλυση των ανθρώπινων πράξεων, και οι βίαιες αλληλεπιδράσεις είναι μορφές δράσης που μπορούν να αναλυθούν. ↩︎
Είναι, λοιπόν, παράξενο που οι πρώτοι οικονομολόγοι, όλοι θρησκευόμενοι άνθρωποι, θαύμαζαν την κοσμοϊστορική ανακάλυψή τους για την αρμονία που διαπνέει την ελεύθερη αγορά και έτειναν να αποδίδουν αυτή την ευεργετική ιδιότητα σε ένα «κρυφό χέρι» ή σε θεϊκή αρμονία; Είναι ευκολότερο για εμάς να χλευάζουμε τον ενθουσιασμό τους παρά να συνειδητοποιούμε ότι δεν μειώνει την εγκυρότητα της ανάλυσής τους.
Οι συμβατικοί συγγραφείς κατηγορούν, για παράδειγμα, τη γαλλική «αισιόδοξη» σχολή του δέκατου ένατου αιώνα ότι επιδιδόταν σε μια αφελή θεωρία αρμονίας — μια μυστικιστική ιδέα περί θεόθεν καθορισμένης αρμονίας. Αλλά αυτή η κατηγορία αγνοεί το γεγονός ότι οι Γάλλοι αισιόδοξοι στηρίζονταν στην απολύτως ορθή διαπίστωση της «οικονομικής της ευημερίας» ότι οι εκούσιες ανταλλαγές στην ελεύθερη αγορά συντελούν αρμονικά στο όφελος όλων. Βλ., για παράδειγμα, About, Handbook of Social Economy, σσ. 104–112. ↩︎
Η μελέτη των άμεσων συνεπειών της παρέμβασης ή της μη παρέμβασης στη χρησιμότητα αποτελεί κατεξοχήν πεδίο της «οικονομικής της ευημερίας». Για μια κριτική και ένα περίγραμμα ανασυγκρότησης της οικονομικής της ευημερίας, βλ. Rothbard, «Toward a Reconstruction of Utility and Welfare Economics». ↩︎
Ίσως μπορούμε να επισημάνουμε εδώ τη διάκριση του Γερμανού κοινωνιολόγου Franz Oppenheimer μεταξύ της ελεύθερης αγοράς και της δυαδικής παρέμβασης ως «οικονομικών», σε αντιδιαστολή προς τα «πολιτικά», μέσων ικανοποίησης των αναγκών:
Υπάρχουν δύο θεμελιωδώς αντίθετα μέσα με τα οποία ο άνθρωπος, έχοντας ανάγκη συντήρησης, ωθείται να αποκτήσει τα απαραίτητα μέσα για την ικανοποίηση των επιθυμιών του. Αυτά είναι η εργασία και η ληστεία, η δική του εργασία και η βίαιη ιδιοποίηση της εργασίας άλλων. ... Προτείνω ... να ονομάσουμε τη δική του εργασία και την ισοδύναμη ανταλλαγή της δικής του εργασίας με την εργασία άλλων «οικονομικά μέσα» για την ικανοποίηση των αναγκών, ενώ η χωρίς αντάλλαγμα ιδιοποίηση της εργασίας άλλων θα ονομάζεται «πολιτικά μέσα». ... Το κράτος είναι οργάνωση των πολιτικών μέσων. (Oppenheimer, The State, σσ. 24–27) ↩︎
Μία από τις ρίζες αυτής της πλάνης είναι η ιδέα ότι, σε μια ανταλλαγή, τα δύο ανταλλασσόμενα πράγματα είναι ή πρέπει να είναι «ίσα» σε αξία και ότι η «ανισότητα» αξίας καταδεικνύει «εκμετάλλευση». Είδαμε, αντιθέτως, ότι κάθε ανταλλαγή προϋποθέτει ανισότητα στις αξιολογήσεις κάθε εμπορεύματος μεταξύ αγοραστή και πωλητή και ότι αυτή ακριβώς η διπλή ανισότητα αξιών είναι που προκαλεί την ανταλλαγή. Παράδειγμα έμφασης σε αυτή την πλάνη αποτελεί το γνωστό έργο του Yves Simon, Philosophy of Democratic Government (Chicago: University of Chicago Press, 1951), κεφ. IV. ↩︎
Έχει γίνει του συρμού να υποστηρίζεται ότι ο John C. Calhoun προανήγγειλε τη θεωρία του Marx περί ταξικής εκμετάλλευσης, αλλά στην πραγματικότητα οι «τάξεις» του Calhoun ήταν κάστες: δημιουργήματα της ίδιας της κρατικής παρέμβασης. Ειδικότερα, ο Calhoun αντιλήφθηκε ότι τα έσοδα της δυαδικής παρέμβασης της φορολογίας πρέπει πάντοτε να δαπανώνται κατά τρόπο ώστε ορισμένοι άνθρωποι στην κοινωνία να καθίστανται καθαροί πληρωτές φορολογικών ποσών και άλλοι καθαροί αποδέκτες. Ο Calhoun όρισε τους δεύτερους ως «άρχουσα τάξη» και τους πρώτους ως «κυβερνωμένους». Έτσι:
Όσο λίγοι και αν είναι συγκριτικά, οι εκπρόσωποι και οι υπάλληλοι του κράτους αποτελούν εκείνο το τμήμα της κοινωνίας που είναι ο αποκλειστικός αποδέκτης των φορολογικών εσόδων. ... Αλλά, καθώς οι αποδέκτες αποτελούν μόνο ένα τμήμα της κοινωνίας, συνάγεται ... ότι η επίδραση της δημοσιονομικής διαδικασίας πρέπει να είναι άνιση μεταξύ εκείνων που καταβάλλουν τους φόρους και εκείνων που λαμβάνουν τα έσοδά τους. Ούτε μπορεί να συμβαίνει διαφορετικά· εκτός αν όσα εισπράττονται από κάθε άτομο υπό τη μορφή φόρων τού επιστρέφονται υπό τη μορφή πληρωμών, πράγμα που θα καθιστούσε τη διαδικασία ανώφελη και παράλογη. ... Πρέπει αναγκαστικά να προκύπτει ότι ένα τμήμα της κοινωνίας καταβάλλει σε φόρους περισσότερα από όσα λαμβάνει σε πληρωμές, ενώ ένα άλλο λαμβάνει σε πληρωμές περισσότερα από όσα καταβάλλει σε φόρους. Είναι, επομένως, προφανές ... ότι οι φόροι πρέπει να αποτελούν, στην πράξη, επιδοτήσεις για εκείνο το τμήμα της κοινωνίας που λαμβάνει περισσότερα σε πληρωμές από όσα καταβάλλει σε φόρους, ενώ για το άλλο, που καταβάλλει σε φόρους περισσότερα από όσα λαμβάνει σε πληρωμές, είναι πράγματι φόροι — βάρη αντί για επιδοτήσεις. Αυτή η συνέπεια είναι αναπόφευκτη. Απορρέει από τη φύση της διαδικασίας, όσο ομοιόμορφα και αν επιβάλλονται οι φόροι. ...
Το αναγκαίο αποτέλεσμα, λοιπόν, της άνισης δημοσιονομικής δράσης του κράτους είναι η διαίρεση της κοινωνίας σε δύο μεγάλες τάξεις: η μία αποτελείται από εκείνους που στην πραγματικότητα πληρώνουν τους φόρους και, φυσικά, επωμίζονται αποκλειστικά το βάρος της συντήρησης του κράτους· και η άλλη από εκείνους που λαμβάνουν τα έσοδά τους μέσω πληρωμών και οι οποίοι στην πραγματικότητα συντηρούνται από το κράτος· με άλλα λόγια, η επίδραση αυτή τους θέτει σε ανταγωνιστικές σχέσεις ως προς τη δημοσιονομική δράση του κράτους. ... Διότι όσο μεγαλύτεροι είναι οι φόροι και οι πληρωμές, τόσο μεγαλύτερο είναι το κέρδος της μιας και η απώλεια της άλλης, και αντιστρόφως. ... (John C. Calhoun, A Disquisition on Government [New York: Liberal Arts Press, 1953], σσ. 16–18) ↩︎
Βλ. Rothbard, «Toward a Reconstruction of Utility and Welfare Economics». Για μια ανάλυση της κρατικής δράσης, βλ. Gustave de Molinari, The Society of Tomorrow (New York: G.P. Putnam’s Sons, 1904), σ. 19 κ.ε., 65–96. ↩︎
Είδαμε παραπάνω ότι η πραξεολογία μπορεί να εξετάζει τις χρησιμότητες μόνο όπως αυτές συνάγονται από τις συγκεκριμένες πράξεις των ανθρώπων. Αλλού έχουμε ονομάσει αυτή την έννοια «καταδεικνυόμενη προτίμηση», έχουμε ανιχνεύσει την ιστορία της και έχουμε ασκήσει κριτική σε ανταγωνιστικές έννοιες. Rothbard, «Toward a Reconstruction of Utility and Welfare Economics», σ. 224 κ.ε. ↩︎
Για μια κριτική της πρώτης υπόθεσης, βλ. Murray N. Rothbard, «The Mantle of Science», στο Helmut Schoeck και James W. Wiggins, επιμ., Scientism and Values (Princeton, N.J.: D. Van Nostrand, 1960)· για τα τελευταία επιχειρήματα, βλ. Rothbard, «Toward a Reconstruction of Utility and Welfare Economics», σ. 256 κ.ε. ↩︎
Οι οξυδερκείς παρατηρήσεις του Schumpeter για την πλάνη της απόδοσης εκούσιου χαρακτήρα στο κράτος αξίζουν προσοχή:
... αφότου τα φεουδαρχικά εισοδήματα των ηγεμόνων έπαψαν να έχουν μεγάλη σημασία, το κράτος συντηρείται από ένα εισόδημα που παραγόταν στην ιδιωτική σφαίρα για ιδιωτικούς σκοπούς και έπρεπε να εκτραπεί από αυτούς τους σκοπούς μέσω πολιτικής βίας. Η θεωρία που ερμηνεύει τους φόρους κατ’ αναλογία προς τις συνδρομές μιας λέσχης ή προς την αγορά των υπηρεσιών, ας πούμε, ενός γιατρού αποδεικνύει μόνο πόσο απέχει αυτό το τμήμα των κοινωνικών επιστημών από τον επιστημονικό τρόπο σκέψης. (Schumpeter, Capitalism, Socialism and Democracy, σ. 198 και υποσημείωση στη σ. 198) ↩︎
Οφείλω βαθιά ευγνωμοσύνη στον καθηγητή Ludwig M. Lachmann, στον κ. L.D. Goldblatt και στα άλλα μέλη του σεμιναρίου οικονομικής επιστήμης του καθηγητή Lachmann για το πρόγραμμα Honours στο Πανεπιστήμιο του Witwatersrand, στη Νότια Αφρική, επειδή έθεσαν αυτά τα ερωτήματα κατά τη συζήτηση του προαναφερθέντος άρθρου μου «Reconstruction». ↩︎
Αυτές οι αντιφάσεις δεν αίρονται ούτε με την εγκατάλειψη της δημοκρατίας υπέρ της δικτατορίας. Διότι, ακόμη και αν η μάζα του κοινού δεν ψηφίζει υπό δικτατορία, πρέπει και πάλι να συναινεί στην εξουσία του δικτάτορα και των ειδικών που αυτός επιλέγει· επομένως, πρέπει και πάλι να υποτίθεται ότι διαθέτει μοναδική ικανότητα στο πολιτικό πεδίο, σε αντιδιαστολή προς τις άλλες σφαίρες της καθημερινής ζωής. ↩︎
Βλ. Rothbard, «Mises’ Human Action: Comment», σσ. 383–384. Πρβλ. επίσης George H. Hildebrand, «Consumer Sovereignty in Modern Times», American Economic Review, Papers and Proceedings, Μάιος 1951, σ. 26. ↩︎
Πρβλ. την εξαιρετική εξέταση της αντίθεσης μεταξύ καθημερινής ζωής και πολιτικής στο Schumpeter, Capitalism, Socialism and Democracy, σσ. 258–260. ↩︎
Στο ίδιο, σ. 263. ↩︎
Schuller, «Rejoinder», σ. 189. ↩︎
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή η διαπίστωση βρίσκεται στη βάση του περίφημου κεφαλαίου του F.A. Hayek, «Why the Worst Get on Top», στο The Road to Serfdom (Chicago: University of Chicago Press, 1944), κεφ. X. Βλ. επίσης την πρόσφατη σύντομη εξέταση του Jack Hirshleifer, «Capitalist Ethics—Tough or Soft?», Journal of Law and Economics, Οκτώβριος 1959, σ. 118. ↩︎
Πρβλ. τον ενδιαφέροντα ορισμό της «δημοκρατίας» στο Heath, Citadel, Market, and Altar, σ. 234. ↩︎
Μέρος ΒΤριγωνική Παρέμβαση
5. Τριγωνική παρέμβαση: Έλεγχος τιμών
Τριγωνική παρέμβαση έχουμε όταν ένας παρεμβαίνων είτε εξαναγκάζει δύο ανθρώπους να προβούν σε μια ανταλλαγή είτε τους απαγορεύει να την πραγματοποιήσουν. Ο καταναγκασμός μπορεί να αφορά τους όρους της ανταλλαγής ή τη φύση του ενός ή και των δύο ανταλλασσόμενων προϊόντων ή τα πρόσωπα που πραγματοποιούν την ανταλλαγή. Ο πρώτος τύπος τριγωνικής παρέμβασης ονομάζεται έλεγχος τιμών, επειδή αφορά ειδικά τους όρους, δηλαδή την τιμή, με τους οποίους πραγματοποιείται η ανταλλαγή· ο δεύτερος μπορεί να ονομαστεί έλεγχος προϊόντων, καθώς αφορά ειδικά τη φύση του προϊόντος ή του παραγωγού. Παράδειγμα ελέγχου τιμών είναι ένα κρατικό διάταγμα που ορίζει ότι κανείς δεν επιτρέπεται να αγοράζει ή να πωλεί ένα ορισμένο προϊόν σε τιμή μεγαλύτερη —ή, εναλλακτικά, μικρότερη— από $X$ ουγγιές χρυσού ανά λίβρα· παράδειγμα ελέγχου προϊόντων είναι η απαγόρευση της πώλησης αυτού του προϊόντος ή η απαγόρευση της πώλησής του από οποιονδήποτε εκτός από ορισμένα πρόσωπα που έχει επιλέξει το κράτος. Είναι σαφές ότι και οι δύο μορφές ελέγχου έχουν ποικίλες επιπτώσεις τόσο στην τιμή όσο και στη φύση του προϊόντος.
Ένας έλεγχος τιμών μπορεί να είναι δεσμευτικός ή μη δεσμευτικός. Θα είναι μη δεσμευτικός αν η ρύθμιση δεν επηρεάζει την τιμή της αγοράς. Έτσι, αν τα αυτοκίνητα πωλούνται στην αγορά προς 100 ουγγιές χρυσού και το κράτος διατάξει ότι κανένα αυτοκίνητο δεν επιτρέπεται να πωλείται προς περισσότερες από 300 ουγγιές, με την απειλή επιβολής ποινής στους παραβάτες, το διάταγμα είναι προς το παρόν εντελώς θεωρητικό και δεν ασκεί καμία επίδραση.1 Αν όμως ένας πελάτης επιθυμήσει να παραγγείλει ένα ασυνήθιστο αυτοκίνητο ειδικής κατασκευής, για το οποίο ο πωλητής θα χρέωνε περισσότερες από 300 ουγγιές, τότε η ρύθμιση καθίσταται πλέον δεσμευτική και μεταβάλλει τις συναλλαγές σε σχέση με εκείνες που θα πραγματοποιούνταν στην ελεύθερη αγορά.
Υπάρχουν δύο τύποι δεσμευτικού ελέγχου τιμών: ο καθορισμός ανώτατης τιμής, που απαγορεύει όλες τις ανταλλαγές ενός αγαθού πάνω από μια ορισμένη τιμή, με την καθορισμένη τιμή να βρίσκεται κάτω από την τιμή ισορροπίας της αγοράς· και ο καθορισμός κατώτατης τιμής, που απαγορεύει τις ανταλλαγές κάτω από μια ορισμένη τιμή, με αυτή την καθορισμένη τιμή να βρίσκεται πάνω από την τιμή ισορροπίας της αγοράς.
Έστω ότι το Σχήμα 83 απεικονίζει τις καμπύλες προσφοράς και ζήτησης ενός αγαθού που υπόκειται σε έλεγχο ανώτατης τιμής: οι $DD$ και $SS$ είναι οι καμπύλες ζήτησης και προσφοράς του αγαθού. Η $FP$ είναι η τιμή ισορροπίας που διαμορφώνεται στην αγορά. Ας υποθέσουμε ότι το κράτος επιβάλλει ανώτατη τιμή $0C$, πάνω από την οποία κάθε πώληση είναι παράνομη. Στην καθορισμένη τιμή, η αγορά δεν εκκαθαρίζεται πλέον και η ζητούμενη ποσότητα υπερβαίνει την προσφερόμενη κατά την ποσότητα $AB$. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται τεχνητή έλλειψη του αγαθού. Σε κάθε περίπτωση έλλειψης, οι καταναλωτές σπεύδουν να αγοράσουν αγαθά που δεν είναι διαθέσιμα σε αυτή την τιμή. Ορισμένοι αναγκάζονται να τα στερηθούν· άλλοι αναγκάζονται να καταφύγουν στην αγορά, η οποία επανεμφανίζεται ως παράνομη ή «μαύρη», καταβάλλοντας προσαύξηση για τον κίνδυνο τιμωρίας που διατρέχουν πλέον οι πωλητές. Το κύριο χαρακτηριστικό μιας ανώτατης τιμής είναι η ουρά, το ατελείωτο «στήσιμο στην ουρά» για αγαθά που δεν επαρκούν για να εξυπηρετήσουν όσους βρίσκονται στο τέλος της. Κάθε λογής τεχνάσματα επινοούνται από ανθρώπους που προσπαθούν απεγνωσμένα να επιτύχουν την εξίσωση προσφοράς και ζήτησης την οποία εξασφάλιζε προηγουμένως η αγορά. Οι συμφωνίες «κάτω από το τραπέζι», οι δωροδοκίες, η προνομιακή μεταχείριση παλαιών πελατών κ.λπ. αποτελούν αναπόφευκτα γνωρίσματα μιας αγοράς αλυσοδεμένης από την ανώτατη τιμή.2

Πρέπει να επισημανθεί ότι, ακόμη και αν το απόθεμα ενός αγαθού παραμένει αμετάβλητο στο προβλεπτό μέλλον και η γραμμή προσφοράς είναι κατακόρυφη, αυτή η τεχνητή έλλειψη θα προκύψει και πάλι και θα ακολουθήσουν όλες αυτές οι συνέπειες. Όσο πιο «ελαστική» είναι η προσφορά, δηλαδή όσο περισσότεροι πόροι αποσύρονται από την παραγωγή, τόσο εντονότερη θα είναι, ceteris paribus, η έλλειψη. Οι επιχειρήσεις που εγκαταλείπουν την παραγωγή είναι εκείνες που βρίσκονται πλησιέστερα στο περιθώριο. Αν ο έλεγχος τιμών είναι «επιλεκτικός», δηλαδή επιβάλλεται σε ένα ή σε λίγα προϊόντα, η οικονομία δεν θα αποδιοργανωθεί τόσο καθολικά όσο υπό ένα καθεστώς γενικών ανώτατων τιμών· η τεχνητή έλλειψη που δημιουργείται στον συγκεκριμένο κλάδο, όμως, θα είναι ακόμη εντονότερη, καθώς οι επιχειρηματίες και οι συντελεστές μπορούν να μετακινηθούν προς την παραγωγή και πώληση άλλων προϊόντων — κατά προτίμηση υποκατάστατων. Οι τιμές των υποκατάστατων θα αυξηθούν καθώς η «υπερβάλλουσα» ζήτηση θα διοχετεύεται προς αυτά. Υπό το πρίσμα αυτού του γεγονότος, η συνήθης κρατική αιτιολόγηση του επιλεκτικού ελέγχου τιμών —«Πρέπει να επιβάλουμε ελέγχους σε αυτό το αναγκαίο προϊόν όσο εξακολουθεί να βρίσκεται σε έλλειψη»— αποδεικνύεται σχεδόν γελοίο σφάλμα. Διότι η αλήθεια είναι ακριβώς η αντίστροφη: ο έλεγχος τιμών δημιουργεί τεχνητή έλλειψη του προϊόντος, η οποία συνεχίζεται όσο διατηρείται ο έλεγχος — και μάλιστα επιδεινώνεται διαρκώς όσο οι πόροι έχουν τον χρόνο να μετακινηθούν προς άλλα προϊόντα. Αν το κράτος ανησυχούσε πραγματικά για την ανεπαρκή προσφορά ορισμένων προϊόντων, θα φρόντιζε ιδιαίτερα να μην τους επιβάλει ανώτατες τιμές.
Προτού διερευνήσουμε περαιτέρω τις επιπτώσεις των γενικών ανώτατων τιμών, ας αναλύσουμε τις συνέπειες του καθορισμού κατώτατης τιμής, δηλαδή της επιβολής μιας τιμής υψηλότερης από την τιμή της ελεύθερης αγοράς. Αυτό μπορεί να απεικονιστεί στο Σχήμα 84. Οι $DD$ και $SS$ είναι οι καμπύλες ζήτησης και προσφοράς, αντιστοίχως. Η $0C$ είναι η καθορισμένη τιμή και η $FP$ η τιμή ισορροπίας της αγοράς. Στην $0C$, η ζητούμενη ποσότητα υπολείπεται της προσφερόμενης κατά την ποσότητα $AB$. Έτσι, ενώ η επίπτωση μιας ανώτατης τιμής είναι η δημιουργία τεχνητής έλλειψης, μια κατώτατη τιμή δημιουργεί ένα τεχνητό απούλητο πλεόνασμα, $AB$. Το απούλητο πλεόνασμα υπάρχει ακόμη και αν η γραμμή $SS$ είναι κατακόρυφη, αλλά μια πιο ελαστική προσφορά θα επιτείνει, ceteris paribus, το πλεόνασμα. Για άλλη μια φορά, η αγορά δεν εκκαθαρίζεται. Η τεχνητά υψηλή τιμή αρχικά προσελκύει πόρους στον κλάδο, ενώ ταυτόχρονα αποθαρρύνει τη ζήτηση των αγοραστών. Υπό καθεστώς επιλεκτικού ελέγχου τιμών, οι πόροι θα εγκαταλείψουν άλλους τομείς, στους οποίους ωφελούν περισσότερο τόσο τους κατόχους τους όσο και τους καταναλωτές, και θα μεταφερθούν σε αυτόν τον κλάδο, όπου θα παράγουν υπερβολικά και, ως αποτέλεσμα, θα υποστούν ζημίες.

Αυτό προσφέρει ένα ενδιαφέρον παράδειγμα παρέμβασης που αλλοιώνει τη λειτουργία της αγοράς και προκαλεί επιχειρηματικές ζημίες. Οι επιχειρηματίες ενεργούν με βάση ορισμένα κριτήρια —τιμές, επιτόκιο κ.λπ.— που διαμορφώνονται από την ελεύθερη αγορά. Η παρεμβατική αλλοίωση αυτών των σημάτων καταστρέφει τη διαρκή τάση της αγοράς προς προσαρμογή και προκαλεί ζημίες και εσφαλμένη κατανομή των πόρων ως προς την ικανοποίηση των αναγκών των καταναλωτών.
Οι γενικές, καθολικές ανώτατες τιμές αποδιοργανώνουν ολόκληρη την οικονομία και στερούν από τους καταναλωτές τη δυνατότητα να απολαμβάνουν υποκατάστατα. Οι γενικές ανώτατες τιμές επιβάλλονται συνήθως με διακηρυγμένο σκοπό την «αποτροπή του πληθωρισμού» — πάντοτε ενώ το κράτος αυξάνει σημαντικά την προσφορά χρήματος. Οι καθολικές ανώτατες τιμές ισοδυναμούν με επιβολή κατώτατου ορίου στην αγοραστική δύναμη του χρήματος, PPM (βλ. Σχήμα 85): το $0F$ —ή η $S_mS_m$— είναι το απόθεμα χρήματος στην κοινωνία· η $D_mD_m$ είναι η κοινωνική ζήτηση χρήματος· η $FP$ είναι η PPM ισορροπίας —η αγοραστική δύναμη της νομισματικής μονάδας— που διαμορφώνεται στην αγορά. Η επιβολή μιας ελάχιστης PPM πάνω από εκείνη της αγοράς, στο $0C$, βλάπτει τον «μηχανισμό» εκκαθάρισης της αγοράς. Στο $0C$, το απόθεμα χρήματος υπερβαίνει τη ζητούμενη ποσότητα χρήματος.

Ως αποτέλεσμα, οι άνθρωποι κατέχουν μια ποσότητα χρήματος $GH$ ως «απούλητο πλεόνασμα». Προσπαθούν να πωλήσουν τα χρήματά τους αγοράζοντας αγαθά, αλλά δεν μπορούν. Τα χρήματά τους έχουν τεθεί σε νάρκη. Στον βαθμό που η καθολική ανώτατη τιμή του κράτους είναι δεσμευτική, ένα μέρος των χρημάτων των ανθρώπων καθίσταται άχρηστο, διότι δεν μπορεί να ανταλλαγεί. Ακολουθεί όμως αναπόφευκτα ένας φρενήρης αγώνας, καθώς καθένας ελπίζει ότι τα δικά του χρήματα θα μπορέσουν να χρησιμοποιηθούν.3 Η ευνοιοκρατία, οι ουρές, οι δωροδοκίες κ.λπ. αναπόφευκτα αφθονούν, όπως και η ισχυρή πίεση για τη δημιουργία μιας «μαύρης» αγοράς —δηλαδή της αγοράς— που θα προσφέρει διέξοδο στο πλεονάζον χρήμα.
Μια γενική κατώτατη τιμή ισοδυναμεί με επιβολή ανώτατου ορίου στην PPM. Αυτό δημιουργεί μια ανικανοποίητη, υπερβάλλουσα ζήτηση χρήματος πέρα από το διαθέσιμο απόθεμα χρήματος — συγκεκριμένα, υπό τη μορφή απούλητων αποθεμάτων αγαθών σε κάθε κλάδο.
Οι αρχές του ελέγχου ανώτατων και κατώτατων τιμών εφαρμόζονται σε οποιεσδήποτε τιμές: καταναλωτικών αγαθών, κεφαλαιουχικών αγαθών, γης ή υπηρεσιών εργασίας ή, όπως είδαμε, στην «τιμή» του χρήματος σε όρους άλλων αγαθών. Εφαρμόζονται, για παράδειγμα, στους νόμους περί κατώτατου μισθού. Όταν ένας νόμος περί κατώτατου μισθού είναι δεσμευτικός, δηλαδή όταν επιβάλλει μισθό υψηλότερο από την αγοραία αξία μιας κατηγορίας εργασίας —υψηλότερο από το προεξοφλημένο οριακό προϊόν αξίας του εργαζομένου—, η προσφορά υπηρεσιών εργασίας υπερβαίνει τη ζήτηση, και το «απούλητο πλεόνασμα» υπηρεσιών εργασίας σημαίνει ακούσια μαζική ανεργία. Οι επιλεκτικοί, σε αντιδιαστολή προς τους γενικούς, κατώτατοι μισθοί δημιουργούν ανεργία σε συγκεκριμένους κλάδους και τείνουν να διαιωνίζουν αυτές τις εστίες, προσελκύοντας εργασία προς τις υψηλότερες αμοιβές. Η εργασία εξαναγκάζεται τελικά να στραφεί σε λιγότερο αποδοτικές από άποψη αμοιβής και λιγότερο παραγωγικές σε όρους αξίας δραστηριότητες. Η ανάλυση αυτή ισχύει είτε ο κατώτατος μισθός επιβάλλεται από το κράτος είτε από ένα εργατικό συνδικάτο.
Για την ανάλυση της σπάνιας περίπτωσης ενός κατώτατου μισθού που επιβάλλεται από ένα εκούσιο συνδικάτο, ο αναγνώστης παραπέμπεται στο κεφάλαιο 10 παραπάνω. Είδαμε ότι αυτό δημιουργεί ανεργία και μετατοπίζει την εργασία προς λιγότερο αποδοτικούς από άποψη αμοιβής και λιγότερο παραγωγικούς σε όρους αξίας κλάδους απασχόλησης, αλλά ότι αυτά τα αποτελέσματα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως εκούσια. Η απαγόρευση στους ανθρώπους να εντάσσονται σε συνδικάτα και να συμφωνούν εκουσίως στις συνδικαλιστικές μισθολογικές κλίμακες και στη μυσταγωγία του συνδικαλισμού θα υπέτασσε διά της βίας τους εργαζομένους στις επιταγές των καταναλωτών και θα επέβαλλε στους πρώτους απώλεια ευημερίας. Ωστόσο, όπως αναφέραμε παραπάνω, η διάδοση μεταξύ των εργαζομένων της πραξεολογικής γνώσης, της συνειδητοποίησης ότι η συνδικαλιστική αλληλεγγύη προκαλεί ανεργία και χαμηλότερους μισθούς για πολλούς εργαζομένους, πιθανότατα θα αποδυνάμωνε σημαντικά αυτή την αλληλεγγύη. Από εμπειρική άποψη, όμως, σχεδόν όλες οι περιπτώσεις συνδικαλισμού που επιτυγχάνει την επιβολή των όρων του στηρίζονται σε καταναγκασμό ασκούμενο από τα συνδικάτα, δηλαδή σε συνδικαλιστική παρέμβαση στην αγορά.4 Οι επιπτώσεις της συνδικαλιστικής παρέμβασης είναι τότε ίδιες με εκείνες που θα είχε κρατική παρέμβαση αντίστοιχου βαθμού. Όπως έχουμε επισημάνει, η ανάλυση της παρέμβασης εφαρμόζεται σε οποιονδήποτε φορέα ασκεί τη βία, είτε ιδιωτικό είτε κρατικό. Και σε αυτή την περίπτωση εμφανίζονται ανεργία και εσφαλμένη κατανομή πολλών εργαζομένων σε λιγότερο αποδοτικές και χαμηλότερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας, και πάλι ακούσια.
Η ανάλυσή μας για τις επιπτώσεις του ελέγχου τιμών εφαρμόζεται επίσης, όπως κατέδειξε με λαμπρό τρόπο ο Mises, στον έλεγχο της τιμής —της «συναλλαγματικής ισοτιμίας»— ενός χρήματος σε όρους κάποιου άλλου.5 Αυτό είχε γίνει εν μέρει αντιληπτό στον νόμο του Gresham, έναν από τους πρώτους οικονομικούς νόμους που ανακαλύφθηκαν. Λίγοι έχουν συνειδητοποιήσει ότι αυτός ο νόμος αποτελεί απλώς ειδική περίπτωση των γενικών συνεπειών του ελέγχου τιμών. Ίσως αυτή η αδυναμία κατανόησης να οφείλεται στην παραπλανητική διατύπωση του νόμου του Gresham, ο οποίος συνήθως διατυπώνεται ως εξής: «Το κακό χρήμα εκτοπίζει το καλό χρήμα από την κυκλοφορία». Αν ληφθεί κατά γράμμα, πρόκειται για ένα παράδοξο που παραβιάζει τον γενικό κανόνα της αγοράς ότι οι καλύτερες μέθοδοι ικανοποίησης των καταναλωτών τείνουν να επικρατούν έναντι των χειρότερων. Η διατύπωση αυτή έχει χρησιμοποιηθεί εσφαλμένα ακόμη και από όσους τάσσονται γενικά υπέρ της ελεύθερης αγοράς, προκειμένου να δικαιολογήσουν ένα κρατικό μονοπώλιο στην κοπή χρυσών και αργυρών νομισμάτων. Στην πραγματικότητα, ο νόμος του Gresham θα έπρεπε να διατυπώνεται ως εξής: «Το χρήμα που υπερτιμάται από το κράτος θα εκτοπίζει από την κυκλοφορία το χρήμα που υποτιμάται από το κράτος». Όποτε το κράτος καθορίζει αυθαίρετη αξία ή τιμή για ένα χρήμα σε όρους κάποιου άλλου, θεσπίζει κατ’ αυτόν τον τρόπο έναν δεσμευτικό έλεγχο κατώτατης τιμής για το ένα χρήμα και έναν έλεγχο ανώτατης τιμής για το άλλο, με τις «τιμές» να εκφράζονται αμοιβαία σε όρους του άλλου χρήματος. Αυτή, για παράδειγμα, ήταν η ουσία του διμεταλλισμού. Υπό καθεστώς διμεταλλισμού, μια χώρα αναγνώριζε τον χρυσό και τον άργυρο ως χρήματα, αλλά καθόριζε μια αυθαίρετη τιμή, ή σχέση ανταλλαγής, μεταξύ τους. Όταν αυτή η αυθαίρετη τιμή διέφερε, όπως αναπόφευκτα θα συνέβαινε, από την τιμή της ελεύθερης αγοράς —και αυτό γινόταν ολοένα πιθανότερο καθώς περνούσε ο χρόνος και η τιμή της ελεύθερης αγοράς μεταβαλλόταν, ενώ η αυθαίρετη κρατική τιμή παρέμενε η ίδια—, το ένα χρήμα υπερτιμούνταν και το άλλο υποτιμούνταν από το κράτος. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι μια χώρα χρησιμοποιούσε ως χρήματα τον χρυσό και τον άργυρο και ότι το κράτος καθόριζε τη μεταξύ τους αναλογία σε 16 ουγγιές αργύρου προς 1 ουγγιά χρυσού. Η αγοραία αναλογία, η οποία ίσως ήταν $16:1$ κατά τον χρόνο επιβολής του ελέγχου τιμών, μεταβάλλεται κατόπιν σε $15:1$. Ποιο είναι το αποτέλεσμα; Ο άργυρος υποτιμάται πλέον αυθαίρετα από το κράτος και ο χρυσός υπερτιμάται αυθαίρετα. Με άλλα λόγια, ο άργυρος καθορίζεται φθηνότερος από όσο είναι πραγματικά στην αγορά σε όρους χρυσού, και ο χρυσός επιβάλλεται να είναι ακριβότερος από όσο είναι πραγματικά σε όρους αργύρου. Το κράτος έχει επιβάλει ανώτατη τιμή στον άργυρο και κατώτατη τιμή στον χρυσό, εκφρασμένες αμοιβαία σε όρους του άλλου μετάλλου.
Ακολουθούν τώρα οι ίδιες συνέπειες όπως σε κάθε δεσμευτικό έλεγχο τιμών. Με ανώτατη τιμή στον άργυρο, η ζήτηση αργύρου έναντι χρυσού υπερβαίνει πλέον τη ζήτηση χρυσού έναντι αργύρου· αντιστρόφως, με κατώτατη τιμή στον χρυσό, η ζήτηση χρυσού έναντι αργύρου υπολείπεται της ζήτησης αργύρου έναντι χρυσού. Ο χρυσός αναζητεί μάταια άργυρο για να ανταλλαγεί, παραμένοντας ως απούλητο πλεόνασμα, ενώ ο άργυρος καθίσταται δυσεύρετος και εξαφανίζεται από την κυκλοφορία. Ο άργυρος μεταφέρεται σε άλλη χώρα ή περιοχή, όπου μπορεί να ανταλλαγεί στην τιμή της ελεύθερης αγοράς, ενώ ο χρυσός, με τη σειρά του, εισρέει στη χώρα. Αν ο διμεταλλισμός είναι παγκόσμιος, τότε ο άργυρος εξαφανίζεται στη «μαύρη αγορά» και οι επίσημες ή φανερές ανταλλαγές πραγματοποιούνται μόνο με χρυσό. Καμία χώρα, επομένως, δεν μπορεί να διατηρήσει στην πράξη ένα διμεταλλικό σύστημα, καθώς το ένα χρήμα θα είναι πάντοτε υποτιμημένο ή υπερτιμημένο σε όρους του άλλου. Το υπερτιμημένο εκτοπίζει πάντοτε το άλλο από την κυκλοφορία, καθώς το δεύτερο βρίσκεται σε έλλειψη.
Παρόμοιες συνέπειες προκύπτουν από ελέγχους τιμών όπως ο καθορισμός αυθαίρετων συναλλαγματικών ισοτιμιών μεταξύ χρημάτων αναγκαστικής κυκλοφορίας (βλ. παρακάτω), καθώς και από την αυθαίρετη εξίσωση νέων και φθαρμένων νομισμάτων, όταν διαφέρουν αισθητά ως προς το βάρος.
Ας συνοψίσουμε την ανάλυσή μας για τον έλεγχο τιμών: άμεσα, η χρησιμότητα τουλάχιστον μιας ομάδας συναλλασσομένων θα πληγεί από τον έλεγχο. Έμμεσα, όπως διαπιστώνουμε με περαιτέρω ανάλυση, αφανείς αλλά εξίσου βέβαιες επιπτώσεις βλάπτουν σημαντικό αριθμό ανθρώπων που πίστευαν ότι θα αποκόμιζαν όφελος χρησιμότητας από τους επιβαλλόμενους ελέγχους. Ο διακηρυγμένος σκοπός του καθορισμού ανώτατης τιμής είναι να ωφελήσει τον καταναλωτή, εξασφαλίζοντάς του το αγαθό σε χαμηλότερη τιμή· η αντικειμενική του επίπτωση, όμως, είναι να εμποδίσει πολλούς καταναλωτές να αποκτήσουν το αγαθό καθόλου. Ο διακηρυγμένος σκοπός του καθορισμού κατώτατης τιμής είναι να εξασφαλίσει υψηλότερες τιμές στους πωλητές· η επίπτωσή του, όμως, θα είναι να εμποδίσει πολλούς πωλητές να πωλήσουν οποιοδήποτε μέρος του πλεονάσματός τους. Επιπλέον, οι έλεγχοι τιμών στρεβλώνουν αναπόφευκτα την παραγωγή και την κατανομή των πόρων και των συντελεστών στην οικονομία, βλάπτοντας έτσι και πάλι το μεγαλύτερο μέρος των καταναλωτών. Και δεν πρέπει να παραβλέπουμε τη στρατιά των γραφειοκρατών που πρέπει να χρηματοδοτείται μέσω της δυαδικής παρέμβασης της φορολογίας και να διαχειρίζεται και να επιβάλλει τις μυριάδες ρυθμίσεις. Αυτή η στρατιά, από μόνη της, αποσύρει πλήθος εργαζομένων από την παραγωγική εργασία και τους φορτώνει στους υπόλοιπους παραγωγούς — ωφελώντας έτσι τους γραφειοκράτες, αλλά βλάπτοντας τους υπόλοιπους ανθρώπους.
6. Τριγωνική παρέμβαση: Έλεγχος προϊόντων
Η τριγωνική επέμβαση σε μια ανταλλαγή μπορεί να μεταβάλει τους όρους της ανταλλαγής ή, διαφορετικά, να μεταβάλει κατά κάποιον τρόπο τη φύση του προϊόντος ή τα πρόσωπα που πραγματοποιούν την ανταλλαγή. Η δεύτερη αυτή παρέμβαση, ο έλεγχος προϊόντων, μπορεί να ρυθμίζει το ίδιο το προϊόν —για παράδειγμα, ένας νόμος που απαγορεύει κάθε πώληση οινοπνευματωδών ποτών— ή τα πρόσωπα που πωλούν ή αγοράζουν το προϊόν —για παράδειγμα, ένας νόμος που απαγορεύει στους μωαμεθανούς να πωλούν ή να αγοράζουν οινοπνευματώδη ποτά.
Ο έλεγχος προϊόντων βλάπτει σαφώς και προφανώς όλα τα μέρη που συμμετέχουν στην ανταλλαγή: τους καταναλωτές, οι οποίοι χάνουν χρησιμότητα επειδή δεν μπορούν να αγοράσουν το προϊόν και να ικανοποιήσουν τις πιο επιτακτικές ανάγκες τους· και τους παραγωγούς, οι οποίοι εμποδίζονται να αποκτήσουν αμοιβή σε αυτόν τον κλάδο και πρέπει, επομένως, να αρκεστούν σε χαμηλότερες απολαβές αλλού. Τις απώλειες των παραγωγών επωμίζονται ιδιαίτερα οι εργαζόμενοι και οι γαιοκτήμονες των οποίων οι συντελεστές είναι ειδικοί για τον συγκεκριμένο κλάδο, και οι οποίοι πρέπει να αποδεχθούν μονίμως χαμηλότερο εισόδημα. (Το επιχειρηματικό κέρδος είναι ούτως ή άλλως εφήμερο, και οι κεφαλαιούχοι τείνουν να αποκομίζουν ενιαίο επιτόκιο απόδοσης σε ολόκληρη την οικονομία.) Ενώ στην περίπτωση του ελέγχου τιμών θα μπορούσε να υποστηριχθεί εκ πρώτης όψεως ότι τουλάχιστον μία ομάδα συναλλασσομένων ωφελείται από τον έλεγχο —οι καταναλωτές των οποίων η τιμή αγοράς πιέζεται κάτω από την τιμή της ελεύθερης αγοράς και οι παραγωγοί όταν η τιμή ωθείται πάνω από αυτήν—, στον έλεγχο προϊόντων και τα δύο μέρη της ανταλλαγής χάνουν πάντοτε. Οι άμεσοι ωφελούμενοι από τον έλεγχο προϊόντων, επομένως, είναι οι κρατικοί γραφειοκράτες που διαχειρίζονται τις ρυθμίσεις: εν μέρει από τις θέσεις εργασίας που οι ρυθμίσεις δημιουργούν μέσω της φορολογίας και εν μέρει, ίσως, από την ικανοποίηση που αποκομίζουν ασκώντας καταναγκαστική εξουσία επί άλλων.
Σε πολλές περιπτώσεις απαγόρευσης προϊόντων, φυσικά, αναπτύσσεται αναπόφευκτα πίεση, όπως και στον έλεγχο τιμών, για την παράνομη επανασύσταση της αγοράς, δηλαδή μιας «μαύρης αγοράς». Η μαύρη αγορά αντιμετωπίζει πάντοτε δυσχέρειες εξαιτίας της παρανομίας της. Το προϊόν θα είναι δυσεύρετο και ακριβό, ώστε να καλύπτονται οι κίνδυνοι που συνεπάγεται για τους παραγωγούς η παραβίαση του νόμου και το κόστος δωροδοκίας κρατικών αξιωματούχων· και όσο αυστηρότερη είναι η απαγόρευση και οι ποινές, τόσο πιο δυσεύρετο θα είναι το προϊόν και τόσο υψηλότερη η τιμή. Επιπλέον, η παρανομία παρεμποδίζει σε μεγάλο βαθμό τη διάδοση πληροφοριών στους καταναλωτές για την ύπαρξη της αγοράς — για παράδειγμα, μέσω της διαφήμισης. Ως αποτέλεσμα, η οργάνωση της αγοράς θα είναι πολύ λιγότερο αποτελεσματική, η εξυπηρέτηση του καταναλωτή χαμηλότερης ποιότητας και οι τιμές, γι’ αυτόν και μόνο τον λόγο, υψηλότερες από ό,τι σε μια νόμιμη αγορά. Το πλεονέκτημα που παρέχει η μυστικότητα στη «μαύρη» αγορά λειτουργεί επίσης εις βάρος των επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας, οι οποίες είναι πιθανότερο να γίνονται αντιληπτές και, επομένως, να είναι περισσότερο ευάλωτες στην επιβολή του νόμου. Παραδόξως, ο έλεγχος προϊόντων ή τιμών μπορεί να λειτουργήσει ως παραχώρηση μονοπωλιακού προνομίου (βλ. παρακάτω) στους μαυραγορίτες. Διότι αυτοί είναι πιθανό να είναι πολύ διαφορετικοί επιχειρηματίες από εκείνους που θα είχαν επιτύχει στον συγκεκριμένο κλάδο σε μια νόμιμη αγορά· εδώ, άλλωστε, πλεονεκτεί η δεξιότητα στην παράκαμψη του νόμου, στη δωροδοκία κρατικών αξιωματούχων κ.λπ.6
Η απαγόρευση προϊόντων μπορεί να είναι είτε απόλυτη, όπως στην αμερικανική ποτοαπαγόρευση κατά τη δεκαετία του 1920, είτε μερική. Παράδειγμα μερικής απαγόρευσης είναι η υποχρεωτική διανομή με δελτίο, η οποία απαγορεύει την κατανάλωση πέρα από ορισμένη ποσότητα. Η σαφής επίπτωση της διανομής με δελτίο είναι ότι βλάπτει τους καταναλωτές και μειώνει το βιοτικό επίπεδο όλων. Εφόσον η διανομή με δελτίο θέτει νόμιμα ανώτατα όρια σε συγκεκριμένα είδη κατανάλωσης, στρεβλώνει επίσης τη διάρθρωση των καταναλωτικών δαπανών. Οι καταναλωτικές δαπάνες μετατοπίζονται καταναγκαστικά από τα αγαθά που υπόκεινται σε αυστηρότερους ποσοτικούς περιορισμούς προς εκείνα που υπόκεινται σε ηπιότερους. Επιπλέον, εφόσον τα δελτία διανομής συνήθως δεν μεταβιβάζονται, η διάρθρωση των καταναλωτικών δαπανών στρεβλώνεται ακόμη περισσότερο, επειδή οι άνθρωποι που δεν επιθυμούν ένα ορισμένο εμπόρευμα δεν επιτρέπεται να ανταλλάξουν αυτά τα κουπόνια με αγαθά που δεν επιθυμούν άλλοι. Εν ολίγοις, ο μη καπνιστής δεν επιτρέπεται να ανταλλάξει τα κουπόνια του για τσιγάρα με τα κουπόνια βενζίνης κάποιου άλλου, τα οποία έχουν χορηγηθεί σε ανθρώπους που δεν διαθέτουν αυτοκίνητο. Τα δελτία διανομής, επομένως, παρακωλύουν ολόκληρο το σύστημα, εισάγοντας έναν νέο τύπο εξαιρετικά αναποτελεσματικού οιονεί «χρήματος», το οποίο πρέπει να χρησιμοποιείται για τις αγορές επιπροσθέτως του κανονικού χρήματος.7
Μια μορφή μερικής απαγόρευσης προϊόντων είναι η απαγόρευση της πώλησης ενός συγκεκριμένου προϊόντος από όλες τις επιχειρήσεις εκτός από ορισμένες επιλεγμένες. Αυτός ο μερικός αποκλεισμός σημαίνει ότι στις επιχειρήσεις αυτές παραχωρείται ειδικό προνόμιο από το κράτος. Αν μια τέτοια παραχώρηση γίνεται σε ένα πρόσωπο ή σε μία επιχείρηση, μπορούμε να την ονομάσουμε παραχώρηση μονοπωλίου· αν γίνεται σε περισσότερα πρόσωπα ή επιχειρήσεις, πρόκειται για παραχώρηση οιονεί μονοπωλίου.8 Και οι δύο τύποι παραχώρησης μπορούν να χαρακτηριστούν μονοπωλιακοί. Παράδειγμα αυτού του τύπου παραχώρησης είναι η αδειοδότηση, κατά την οποία όλοι όσοι δεν λαμβάνουν ή δεν αγοράζουν άδεια επειδή το κράτος αρνείται να τους τη χορηγήσει ή να τους την πωλήσει εμποδίζονται να ασκήσουν το επάγγελμα ή την επιχειρηματική δραστηριότητα. Ένα άλλο παράδειγμα είναι ο προστατευτικός δασμός ή η ποσόστωση εισαγωγών, που εμποδίζει τον ανταγωνισμό πέρα από τα γεωγραφικά όρια μιας χώρας. Φυσικά, η απευθείας παραχώρηση μονοπωλίου σε μια επιχείρηση ή η υποχρεωτική καρτελοποίηση ενός κλάδου αποτελούν σαφείς παραχωρήσεις μονοπωλιακού προνομίου.
Είναι προφανές ότι μια παραχώρηση μονοπωλιακού προνομίου ωφελεί άμεσα και αμέσως τον μονοπωλητή ή τον οιονεί μονοπωλητή, του οποίου οι ανταγωνιστές αποκλείονται διά της βίας από την είσοδο στον κλάδο. Είναι επίσης προφανές ότι οι επίδοξοι ανταγωνιστές βλάπτονται και εξαναγκάζονται να αποδεχθούν χαμηλότερη αμοιβή σε λιγότερο αποδοτικούς και λιγότερο παραγωγικούς σε όρους αξίας τομείς. Είναι επίσης ολοφάνερο ότι βλάπτονται οι καταναλωτές, διότι εμποδίζονται να αγοράσουν προϊόντα από ανταγωνιστές τους οποίους θα προτιμούσαν ελεύθερα. Και αυτή η βλάβη, πρέπει να επισημανθεί, συντελείται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε επίδραση της παραχώρησης στις τιμές.
Στο κεφάλαιο 10 θάψαμε τη θεωρία της μονοπωλιακής τιμής· τώρα πρέπει να την αναστήσουμε. Η θεωρία της μονοπωλιακής τιμής, όπως αναπτύχθηκε εκεί, είναι απατηλή όταν εφαρμόζεται στην ελεύθερη αγορά, αλλά εφαρμόζεται πλήρως στην περίπτωση παραχωρήσεων μονοπωλίου και οιονεί μονοπωλίου. Διότι εδώ διαθέτουμε μια αναγνωρίσιμη διάκριση: όχι την πλαστή διάκριση μεταξύ «ανταγωνιστικής» και «μονοπωλιακής» τιμής, αλλά τη διάκριση μεταξύ της τιμής της ελεύθερης αγοράς και της μονοπωλιακής τιμής. Η «τιμή της ελεύθερης αγοράς» μπορεί να προσδιοριστεί και να οριστεί εννοιολογικά, ενώ η «ανταγωνιστική τιμή» όχι. Η θεωρία της μονοπωλιακής τιμής, επομένως, ορθά την αντιπαραβάλλει προς την τιμή της ελεύθερης αγοράς, και ο αναγνώστης παραπέμπεται και πάλι στο κεφάλαιο 10 για την περιγραφή της θεωρίας που μπορεί πλέον να εφαρμοστεί εδώ. Ο μονοπωλητής θα μπορέσει να επιτύχει μονοπωλιακή τιμή για το προϊόν αν η καμπύλη ζήτησης που αντιμετωπίζει είναι ανελαστική πάνω από την τιμή της ελεύθερης αγοράς. Είδαμε παραπάνω ότι στην ελεύθερη αγορά κάθε καμπύλη ζήτησης που αντιμετωπίζει μια επιχείρηση είναι ελαστική πάνω από την τιμή της ελεύθερης αγοράς· διαφορετικά, η επιχείρηση θα είχε κίνητρο να αυξήσει την τιμή της και να αυξήσει τα έσοδά της. Αλλά η παραχώρηση μονοπωλιακού προνομίου καθιστά την καμπύλη ζήτησης των καταναλωτών λιγότερο ελαστική, διότι ο καταναλωτής στερείται υποκατάστατα προϊόντα από άλλους δυνητικούς ανταγωνιστές. Το κατά πόσον αυτή η μείωση της ελαστικότητας θα είναι επαρκής ώστε να καταστήσει ανελαστική την καμπύλη ζήτησης που αντιμετωπίζει η επιχείρηση —ώστε τα ακαθάριστα έσοδα να είναι μεγαλύτερα σε τιμή υψηλότερη από την τιμή της ελεύθερης αγοράς— εξαρτάται από τα συγκεκριμένα ιστορικά δεδομένα της περίπτωσης και δεν είναι κάτι που μπορεί να προσδιορίσει η οικονομική ανάλυση.
Όταν η καμπύλη ζήτησης που αντιμετωπίζει η επιχείρηση παραμένει ελαστική —ώστε τα ακαθάριστα έσοδα να είναι χαμηλότερα σε τιμή υψηλότερη από την τιμή της ελεύθερης αγοράς—, ο μονοπωλητής δεν θα αποκομίσει κανένα μονοπωλιακό όφελος από το προνόμιο που του παραχωρήθηκε. Οι καταναλωτές και οι ανταγωνιστές θα εξακολουθούν να βλάπτονται, επειδή εμποδίζονται οι συναλλαγές τους, αλλά ο μονοπωλητής δεν θα ωφεληθεί, επειδή η τιμή και το εισόδημά του δεν θα είναι υψηλότερα από πριν. Από την άλλη πλευρά, αν η καμπύλη ζήτησης που αντιμετωπίζει είναι ανελαστική, τότε καθορίζει μονοπωλιακή τιμή ώστε να μεγιστοποιήσει τα έσοδά του. Η παραγωγή του πρέπει να περιοριστεί προκειμένου να επιτευχθεί η υψηλότερη τιμή. Τόσο ο περιορισμός της παραγωγής όσο και η υψηλότερη τιμή του προϊόντος βλάπτουν τους καταναλωτές. Εδώ πρέπει να αντιστραφεί το επιχείρημα του κεφαλαίου 10. Δεν μπορούμε πλέον να πούμε ότι ένας περιορισμός της παραγωγής —όπως σε ένα εκούσιο καρτέλ— ωφελεί τους καταναλωτές οδηγώντας στο παραγωγικότερο σημείο σε όρους αξίας· αντιθέτως, οι καταναλωτές βλάπτονται τώρα επειδή η ελεύθερη επιλογή τους θα είχε οδηγήσει στην τιμή της ελεύθερης αγοράς. Εξαιτίας της καταναγκαστικής βίας που ασκεί το κράτος, δεν επιτρέπεται να αγοράζουν ελεύθερα αγαθά από όλους όσοι είναι πρόθυμοι να πωλήσουν. Με άλλα λόγια, κάθε προσέγγιση προς το σημείο τιμής και ποσότητας παραγωγής ισορροπίας της ελεύθερης αγοράς για οποιοδήποτε προϊόν ωφελεί τους καταναλωτές και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ωφελεί επίσης τους παραγωγούς. Κάθε απομάκρυνση από την τιμή και την ποσότητα παραγωγής της ελεύθερης αγοράς βλάπτει τους καταναλωτές. Η μονοπωλιακή τιμή που προκύπτει από την παραχώρηση μονοπωλιακού προνομίου απομακρύνεται από την τιμή της ελεύθερης αγοράς· μειώνει την παραγωγή και αυξάνει τις τιμές πέρα από τα επίπεδα που θα διαμορφώνονταν αν οι καταναλωτές και οι παραγωγοί μπορούσαν να συναλλάσσονται ελεύθερα.
Και δεν μπορούμε εδώ να χρησιμοποιήσουμε το επιχείρημα ότι ο περιορισμός είναι εκούσιος επειδή οι ίδιοι οι καταναλωτές καθιστούν ανελαστική την καμπύλη ζήτησής τους. Διότι οι καταναλωτές είναι πλήρως υπεύθυνοι για την καμπύλη ζήτησής τους μόνο στην ελεύθερη αγορά· και μόνο αυτή η καμπύλη ζήτησης μπορεί να αντιμετωπίζεται πλήρως ως έκφραση της εκούσιας επιλογής τους. Μόλις το κράτος παρεμβαίνει για να απαγορεύσει συναλλαγές και να παραχωρήσει προνόμια, δεν υπάρχει πλέον εξ ολοκλήρου εκούσια δράση. Οι καταναλωτές εξαναγκάζονται, θέλοντας και μη, να συναλλάσσονται με τον μονοπωλητή για ένα ορισμένο φάσμα αγορών.
Όλες οι επιπτώσεις που οι θεωρητικοί της μονοπωλιακής τιμής έχουν αποδώσει εσφαλμένα στα εκούσια καρτέλ εφαρμόζονται, επομένως, στις κρατικές παραχωρήσεις μονοπωλίου. Η παραγωγή περιορίζεται και απελευθερώνονται συντελεστές για παραγωγή αλλού. Αλλά τώρα μπορούμε να πούμε ότι αυτή η παραγωγή θα ικανοποιεί τους καταναλωτές λιγότερο από ό,τι υπό συνθήκες ελεύθερης αγοράς· επιπλέον, οι συντελεστές θα αποκομίζουν μικρότερες αμοιβές στις άλλες απασχολήσεις.
Όπως είδαμε στο κεφάλαιο 10, δεν μπορούν ποτέ να υπάρξουν διαρκή μονοπωλιακά κέρδη, καθώς τα κέρδη είναι εφήμερα και τελικά όλα ανάγονται σε μια ενιαία απόδοση τόκου. Μακροχρόνια, οι μονοπωλιακές αποδόσεις καταλογίζονται σε κάποιον συντελεστή. Ποιος είναι ο συντελεστής που μονοπωλείται σε αυτή την περίπτωση; Είναι προφανές ότι αυτός ο συντελεστής είναι το δικαίωμα εισόδου στον κλάδο. Στην ελεύθερη αγορά, το δικαίωμα αυτό είναι απεριόριστα διαθέσιμο σε όλους και, επομένως, δεν ανήκει στην ιδιοκτησία κανενός. Το δικαίωμα δεν έχει τιμή στην αγορά, διότι όλοι το διαθέτουν ήδη. Εδώ όμως το κράτος έχει παραχωρήσει ειδικά προνόμια εισόδου και πώλησης· και αυτά τα ειδικά προνόμια ή δικαιώματα είναι εκείνα που ευθύνονται για το πρόσθετο μονοπωλιακό όφελος από μια μονοπωλιακή τιμή και στα οποία μπορούμε να καταλογίσουμε το όφελος. Ο μονοπωλητής αποκομίζει, επομένως, μονοπωλιακό όφελος όχι επειδή κατέχει κάποιον πραγματικά παραγωγικό συντελεστή, αλλά επειδή κατέχει ένα ειδικό προνόμιο που του παραχώρησε το κράτος. Και αυτό το όφελος δεν εξαφανίζεται στη μακροχρόνια κατάσταση της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας (ERE), όπως εξαφανίζονται τα κέρδη· είναι μόνιμο, όσο το προνόμιο διατηρείται και οι αξιολογήσεις των καταναλωτών παραμένουν ως έχουν.
Φυσικά, το μονοπωλιακό όφελος μπορεί κάλλιστα να κεφαλαιοποιηθεί στην περιουσιακή αξία της επιχείρησης, έτσι ώστε οι μεταγενέστεροι ιδιοκτήτες, που επενδύουν στην επιχείρηση αφού έχει συντελεστεί η κεφαλαιοποίηση, να αποκομίζουν μόνο την ίδια απόδοση τόκου με τους υπόλοιπους. Ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα κεφαλαιοποίησης μονοπωλιακών —ή, μάλλον, οιονεί μονοπωλιακών— δικαιωμάτων είναι ο κλάδος των ταξί της Νέας Υόρκης. Κάθε ταξί πρέπει να διαθέτει άδεια, αλλά ο δήμος αποφάσισε, πριν από χρόνια, να μην εκδίδει άλλες άδειες, ή «μετάλλια», με αποτέλεσμα κάθε νέος ιδιοκτήτης ταξί να πρέπει να αγοράσει το μετάλλιό του από κάποιον προηγούμενο ιδιοκτήτη. Η υψηλή τιμή των μεταλλίων στην αγορά είναι τότε η κεφαλαιοποιημένη αξία του μονοπωλιακού προνομίου.
Όπως είδαμε, όλα αυτά ισχύουν τόσο για έναν οιονεί μονοπωλητή όσο και για έναν μονοπωλητή, καθώς και ο αριθμός των ανταγωνιστών του πρώτου περιορίζεται από την παραχώρηση του προνομίου, η οποία καθιστά λιγότερο ελαστική την καμπύλη ζήτησης που αντιμετωπίζει. Φυσικά, ceteris paribus, ένας μονοπωλητής βρίσκεται σε καλύτερη θέση από έναν οιονεί μονοπωλητή, αλλά το μέγεθος του οφέλους καθενός εξαρτάται αποκλειστικά από τα δεδομένα της συγκεκριμένης περίπτωσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στην περίπτωση του προστατευτικού δασμού, ο οιονεί μονοπωλητής θα καταλήξει μακροχρόνια να μην αποκομίζει κανένα όφελος. Διότι, εφόσον η ελευθερία εισόδου περιορίζεται μόνο για τις ξένες επιχειρήσεις, οι υψηλότερες αποδόσεις των επιχειρήσεων που προστατεύονται πλέον από έναν δασμό θα προσελκύσουν περισσότερο εγχώριο κεφάλαιο σε αυτόν τον κλάδο. Τελικά, επομένως, το νέο κεφάλαιο θα μειώσει το ποσοστό απόδοσης στο επιτόκιο που επικρατεί στο σύνολο των κλάδων και το μονοπωλιακό όφελος θα έχει εξαλειφθεί μέσω του ανταγωνισμού.9
Οι παραχωρήσεις μονοπωλιακών προνομίων μπορεί να είναι άμεσες και προφανείς, όπως τα υποχρεωτικά καρτέλ ή οι άδειες· λιγότερο άμεσες, όπως οι δασμοί· ή εξαιρετικά έμμεσες, αλλά παρ’ όλα αυτά ισχυρές. Οι διατάξεις που επιβάλλουν το κλείσιμο των επιχειρήσεων σε συγκεκριμένες ώρες, για παράδειγμα, ή που απαγορεύουν τους πλανόδιους πωλητές με καρότσια ή τους πωλητές που πηγαίνουν από πόρτα σε πόρτα, αποτελούν παραδείγματα νόμων που αποκλείουν διά της βίας τον ανταγωνισμό και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, παραχωρούν μονοπωλιακά προνόμια. Ομοίως, οι αντιμονοπωλιακοί νόμοι και οι σχετικές διώξεις, ενώ φαίνεται ότι αποβλέπουν στην «καταπολέμηση του μονοπωλίου» και στην «προώθηση του ανταγωνισμού», στην πραγματικότητα επιφέρουν το αντίθετο αποτέλεσμα, διότι επιβαρύνουν και καταστέλλουν καταναγκαστικά αποδοτικές μορφές διάρθρωσης και δραστηριότητας της αγοράς. Ακόμη και μια φαινομενικά τόσο άσχετη ενέργεια όσο η υποχρεωτική στρατολόγηση έχει ως αποτέλεσμα την καταναγκαστική απόσυρση νέων ανδρών από την αγορά εργασίας και, έτσι, την εξασφάλιση στους ανταγωνιστές τους ενός μονοπωλιακού ή, μάλλον, περιοριστικού μισθού.10 Δυστυχώς, δεν διαθέτουμε εδώ τον χώρο για να διερευνήσουμε αυτές και άλλες διδακτικές περιπτώσεις.
Σημειώσεις
Φυσικά, ακόμη και ένας εντελώς μη δεσμευτικός τριγωνικός έλεγχος είναι πιθανό να αυξήσει την κρατική γραφειοκρατία που ασχολείται με το ζήτημα και, επομένως, να αυξήσει τη συνολική έκταση της δυαδικής παρέμβασης εις βάρος του φορολογουμένου. Περισσότερα, όμως, γι’ αυτό παρακάτω. ↩︎
Μια «δωροδοκία» δεν είναι παρά η καταβολή της τιμής της αγοράς από έναν αγοραστή. ↩︎
Κατά ειρωνικό τρόπο, η καταστροφή από το κράτος ενός μέρους των χρημάτων των ανθρώπων πραγματοποιείται σχεδόν πάντοτε αφού το κράτος έχει διοχετεύσει νέο χρήμα και το έχει χρησιμοποιήσει για τους δικούς του σκοπούς. Η βλάβη που επιβάλλει το κράτος στο κοινό είναι διπλή:
Αφαιρεί πόρους από το κοινό διογκώνοντας την ποσότητα του χρήματος (βλ. παρακάτω).
Αφού το χρήμα έχει διαχυθεί στο κοινό, καταστρέφει μέρος της χρησιμότητάς του. ↩︎
Στις σημερινές Ηνωμένες Πολιτείες, μεγάλο μέρος του έργου του καταναγκασμού έχει αναληφθεί από το κράτος για λογαριασμό των συνδικάτων. Αυτή ήταν η ουσία του νόμου Wagner, ο οποίος ισχύει στη χώρα από το 1935. (Ο νόμος Taft-Hartley ήταν απλώς μια σχετικά ασήμαντη τροποποίηση του νόμου Wagner, ο οποίος εξακολουθεί να ισχύει.) Οι κρίσιμες διατάξεις αυτού του νόμου είναι:
Ο εξαναγκασμός όλων των εργαζομένων μιας ορισμένης παραγωγικής μονάδας —η οποία ορίζεται αυθαίρετα κατά περίπτωση από το κράτος— να εκπροσωπούνται από ένα συνδικάτο στις διαπραγματεύσεις με τον εργοδότη, αν συμφωνεί η πλειονότητα των εργαζομένων.
Η απαγόρευση στον εργοδότη να αρνηθεί την πρόσληψη μελών ή οργανωτών συνδικάτων.
Ο εξαναγκασμός του εργοδότη να διαπραγματεύεται με αυτό το συνδικάτο.
Έτσι, τα συνδικάτα έχουν περιβληθεί με κρατική εξουσία και ο ισχυρός βραχίονας του κράτους χρησιμοποιεί καταναγκασμό για να υποχρεώνει τόσο τους εργαζομένους όσο και τους εργοδότες να συναλλάσσονται με τα συνδικάτα. Για τα ειδικά καταναγκαστικά προνόμια που παραχωρούνται στα συνδικάτα, βλ. επίσης Roscoe Pound, «Legal Immunities of Labor Unions», στο Labor Unions and Public Policy (Washington, D.C.: American Enterprise Association, 1958), σσ. 145–173· και Frank H. Knight, «Wages and Labor Union Action in the Light of Economic Analysis», στο Bradley, Public Stake in Union Power, σ. 43. Βλ. επίσης Petro, Power Unlimited, και κεφάλαιο 10, σσ. 714–715 παραπάνω. ↩︎
Mises, Human Action, σ. 432, υποσημείωση, και σσ. 447, 469, 776. ↩︎
Ήταν πασίγνωστο, για παράδειγμα, ότι οι λαθρέμποροι οινοπνευματωδών, μια κάστα που δημιουργήθηκε από την Ποτοαπαγόρευση, αποτελούσαν μία από τις κύριες ομάδες που αντιτίθεντο στην κατάργηση της Ποτοαπαγόρευσης στην Αμερική. ↩︎
Η λειτουργία της διανομής με δελτίο —όπως και του σοσιαλιστικού συστήματος γενικότερα— δεν έχει ποτέ αποδοθεί πιο παραστατικά από ό,τι στο The Great Idea του Henry Hazlitt. ↩︎
Θα μπορούσαμε κάλλιστα να ονομάσουμε τη δεύτερη παραχώρηση ολιγοπωλίου, αλλά αυτό θα δημιουργούσε ανυπέρβλητη σύγχυση με την υφιστάμενη θεωρία του ολιγοπωλίου. Για τη δεύτερη, βλ. το κεφάλαιο 10 παραπάνω. ↩︎
Το μονοπωλιακό προνόμιο παραχωρείται από ένα κράτος, το οποίο έχει εξουσία μόνο εντός της δικής του γεωγραφικής επικράτειας. Επομένως, οι μονοπωλιακές τιμές που επιτυγχάνονται μέσα σε μια περιοχή υπόκεινται πάντοτε, στην αγορά, σε καταλυτικό ανταγωνισμό από άλλες χώρες. Αυτό ισχύει ολοένα περισσότερο καθώς προοδεύει ο πολιτισμός και μειώνεται το κόστος μεταφοράς, εκθέτοντας έτσι τα τοπικά μονοπώλια σε ολοένα μεγαλύτερες απειλές ανταγωνισμού από άλλες περιοχές. Ως εκ τούτου, κάθε εγχώριο μονοπώλιο θα τείνει να επιδιώκει τον περιορισμό του ξένου ανταγωνισμού και την παρεμπόδιση του αποτελεσματικού διαπεριφερειακού εμπορίου: δεν είναι περίεργο που ο δασμός αποκαλούνταν παλαιότερα «Η μητέρα των τραστ».
Θα μπορούσαμε να σημειώσουμε εδώ ότι σε μια πραγματικά ελεύθερη αγορά δεν θα υπήρχε ανάγκη για χωριστή «θεωρία του διεθνούς εμπορίου». Τα έθνη αποκτούν οικονομική σημασία μόνο με την κρατική παρέμβαση, είτε μέσω νομισματικής παρέμβασης είτε μέσω εμποδίων στο εμπόριο. ↩︎
Τα μονοπωλιακά προνόμια προς τις επιχειρήσεις μπορεί να εξασφαλίζουν μονοπωλιακή τιμή, ανάλογα με την ελαστικότητα της καμπύλης ζήτησης που αντιμετωπίζει η επιχείρηση. Τα προνόμια προς τους εργαζομένους, από την άλλη πλευρά, εξασφαλίζουν πάντοτε μια υψηλότερη, περιοριστική τιμή, με ποσότητα παραγωγής χαμηλότερη από εκείνη της ελεύθερης αγοράς. Ο λόγος είναι ότι μια επιχείρηση μπορεί να επεκτείνει ή να συρρικνώσει την παραγωγή της κατά βούληση· αν, λοιπόν, παραχωρηθεί σε λίγες επιχειρήσεις το προνόμιο παραγωγής σε έναν ορισμένο τομέα, αυτές μπορούν να επεκτείνουν την παραγωγή, αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, και να μη μειώσουν τη συνολική προσφορά. Από την άλλη πλευρά, αν εξαιρέσουμε τις ώρες εργασίας, που δεν είναι ιδιαίτερα ευέλικτες, ο περιορισμός της εισόδου σε μια αγορά εργασίας πρέπει πάντοτε να μειώνει τη συνολική προσφορά εργασίας σε αυτόν τον κλάδο και, επομένως, να εξασφαλίζει περιοριστική τιμή. Φυσικά, ένας άμεσος περιορισμός της παραγωγής, όπως οι νόμοι για τη διατήρηση των φυσικών πόρων, μειώνει πάντοτε την προσφορά και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, εξασφαλίζει περιοριστική τιμή. ↩︎
Μέρος ΓΔυαδική Παρέμβαση: Η Φορολογία
7. Δυαδική παρέμβαση: Ο κρατικός προϋπολογισμός
Δυαδική παρέμβαση έχουμε, όπως είδαμε, όταν ο παρεμβαίνων εξαναγκάζει κάποιον να του μεταβιβάσει περιουσία. Κάθε κράτος στηρίζεται στην καταναγκαστική είσπραξη φόρων, η οποία αποτελεί, συνεπώς, κατεξοχήν παράδειγμα δυαδικής παρέμβασης. Η κρατική παρέμβαση, επομένως, δεν είναι μόνο τριγωνική, όπως ο έλεγχος των τιμών· μπορεί επίσης να είναι δυαδική, όπως η φορολογία, και γι’ αυτό είναι σύμφυτη με την ίδια τη φύση του κράτους και της κρατικής δραστηριότητας.
Επί χρόνια, οι συγγραφείς που ασχολούνται με τα δημόσια οικονομικά αναζητούν τον «ουδέτερο φόρο», δηλαδή εκείνο το φορολογικό σύστημα που θα άφηνε άθικτη την ελεύθερη αγορά. Το αντικείμενο αυτής της αναζήτησης είναι εντελώς χιμαιρικό. Για παράδειγμα, οι οικονομολόγοι έχουν συχνά επιδιώξει την ομοιομορφία των φόρων, ώστε κάθε άτομο, ή τουλάχιστον κάθε άτομο του ίδιου εισοδηματικού κλιμακίου, να καταβάλλει το ίδιο ποσό φόρου. Αυτό όμως είναι εκ φύσεως αδύνατο, όπως έχουμε ήδη διαπιστώσει από την απόδειξη του Calhoun ότι η κοινωνία διαιρείται αναπόφευκτα σε φορολογουμένους και καταναλωτές φορολογικών εσόδων, για τους οποίους, φυσικά, δεν μπορεί να λεχθεί ότι καταβάλλουν οποιονδήποτε φόρο. Ας επαναλάβουμε την οξυδερκή ανάλυση του Calhoun (βλ. υποσημείωση 6 παραπάνω): «ούτε μπορεί να συμβαίνει διαφορετικά· εκτός αν όσα εισπράττονται από κάθε άτομο υπό τη μορφή φόρων τού επιστρέφονται υπό τη μορφή πληρωμών, πράγμα που θα καθιστούσε τη διαδικασία ανώφελη και παράλογη». Εν ολίγοις, οι κρατικοί γραφειοκράτες δεν πληρώνουν φόρους· καταναλώνουν τα φορολογικά έσοδα. Αν ένας ιδιώτης με εισόδημα 10.000 USD πληρώνει 2.000 USD σε φόρους, ο γραφειοκράτης που εισπράττει 10.000 USD δεν πληρώνει και αυτός πραγματικά 2.000 USD σε φόρους· το ότι υποτίθεται πως τα πληρώνει αποτελεί απλώς λογιστικό πλάσμα.1 Στην πραγματικότητα αποκτά εισόδημα 8.000 USD και δεν πληρώνει κανέναν απολύτως φόρο.
Καταναλωτές φορολογικών εσόδων δεν θα είναι μόνο οι γραφειοκράτες αλλά, σε μικρότερο βαθμό, και άλλα μέλη του πληθυσμού, ιδιώτες. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι το κράτος αφαιρεί μέσω της φορολογίας 1.000 USD από ιδιώτες που θα τα δαπανούσαν σε κοσμήματα και τα χρησιμοποιεί για να αγοράσει χαρτί για τις κρατικές υπηρεσίες. Αυτό προκαλεί μετατόπιση της ζήτησης από τα κοσμήματα προς το χαρτί, πτώση της τιμής των κοσμημάτων και εκροή πόρων από τον κλάδο της κοσμηματοποιίας· αντιστρόφως, οι τιμές του χαρτιού θα τείνουν να αυξηθούν και πόροι θα εισρεύσουν στη χαρτοβιομηχανία. Τα εισοδήματα θα μειωθούν στην κοσμηματοποιία και θα αυξηθούν στη χαρτοβιομηχανία.2 Επομένως, η χαρτοβιομηχανία θα συγκαταλέγεται, ως έναν βαθμό, στους ωφελουμένους από τον κρατικό προϋπολογισμό: από τη διαδικασία φορολόγησης και δαπανών του κράτους. Όχι όμως μόνο η χαρτοβιομηχανία. Διότι τα νέα χρηματικά ποσά που εισπράττουν οι επιχειρήσεις χαρτιού θα καταβληθούν στους προμηθευτές τους και στους κατόχους πρωτογενών συντελεστών παραγωγής, και ούτω καθεξής, καθώς οι διαδοχικές επιδράσεις θα αγγίζουν και άλλα τμήματα της οικονομίας. Από την άλλη πλευρά, ο κλάδος της κοσμηματοποιίας, στερημένος από έσοδα, μειώνει τη ζήτησή του για συντελεστές παραγωγής. Έτσι, τα βάρη και τα οφέλη της διαδικασίας φορολόγησης και δαπανών διαχέονται σε ολόκληρη την οικονομία, με τον ισχυρότερο αντίκτυπο στα σημεία της πρώτης επαφής — στα κοσμήματα και στο χαρτί.3
Κάθε μέλος της κοινωνίας θα είναι είτε καθαρός φορολογούμενος είτε καταναλωτής φορολογικών εσόδων, και μάλιστα σε διαφορετικό βαθμό· τα δεδομένα κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης θα καθορίζουν τη θέση κάθε συγκεκριμένου ατόμου ή κλάδου σε αυτή τη διαδικασία διανομής. Το μόνο βέβαιο είναι ότι ο γραφειοκράτης ή ο πολιτικός που κατέχει δημόσιο αξίωμα αντλεί το 100% του εισοδήματός του από το κράτος από φορολογικά έσοδα και δεν καταβάλλει ως αντάλλαγμα κανέναν πραγματικό φόρο.
Η διαδικασία φορολόγησης και δαπανών, επομένως, θα στρεβλώνει αναπόφευκτα την κατανομή των παραγωγικών συντελεστών, τα είδη των παραγόμενων αγαθών και τη διάρθρωση των εισοδημάτων σε σχέση με ό,τι θα ίσχυε στην ελεύθερη αγορά. Όσο υψηλότερο είναι το επίπεδο της φορολογίας και των δαπανών, δηλαδή όσο μεγαλύτερος είναι ο κρατικός προϋπολογισμός, τόσο μεγαλύτερη θα τείνει να είναι η στρέβλωση. Επιπλέον, όσο μεγαλύτερος είναι ο προϋπολογισμός σε σχέση με τη δραστηριότητα της αγοράς, τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος του κράτους στην οικονομία. Μεγαλύτερο βάρος σημαίνει ότι ολοένα περισσότεροι πόροι της κοινωνίας αποσπώνται καταναγκαστικά από τους παραγωγούς και διοχετεύονται στις τσέπες του κράτους, εκείνων που πωλούν στο κράτος και των ευνοουμένων που επιδοτούνται από αυτό. Εν ολίγοις, όσο μεγαλύτερο είναι το σχετικό μέγεθος του κράτους, τόσο στενότερη είναι η βάση των παραγωγών και τόσο μεγαλύτερη η «λεία» εκείνων που απαλλοτριώνουν τους παραγωγούς. Όσο μεγαλύτερο είναι το κράτος, τόσο λιγότεροι πόροι θα χρησιμοποιούνται για την ικανοποίηση των επιθυμιών των καταναλωτών που έχουν συμβάλει στην παραγωγή και τόσο περισσότεροι για την ικανοποίηση των επιθυμιών των καταναλωτών που δεν παράγουν.
Έχει αναπτυχθεί μεγάλη διαμάχη μεταξύ των οικονομολόγων σχετικά με τον τρόπο προσέγγισης της ανάλυσης της φορολογίας. Οι παλαιάς σχολής οπαδοί του Marshall επιμένουν στην προσέγγιση της «μερικής ισορροπίας», εξετάζοντας μόνο έναν συγκεκριμένο τύπο φόρου, μεμονωμένα, και αναλύοντας κατόπιν τις επιπτώσεις του· οι οπαδοί του Walras, περισσότερο του συρμού σήμερα —χαρακτηριστικός εκπρόσωπός τους ήταν ο εκλιπών Ιταλός ειδικός στα δημόσια οικονομικά Antonio De Viti De Marco—, επιμένουν ότι οι φόροι δεν μπορούν να εξετάζονται καθόλου μεμονωμένα, αλλά μόνο σε συνάρτηση με τον τρόπο με τον οποίο το κράτος χρησιμοποιεί τα έσοδά τους. Σε όλη αυτή τη συζήτηση παραμελείται εκείνη που θα ήταν η «αυστριακή» προσέγγιση, αν είχε αναπτυχθεί. Σύμφωνα με αυτήν, και οι δύο διαδικασίες είναι θεμιτές και αναγκαίες για την πλήρη ανάλυση της φορολογικής διαδικασίας. Εν ολίγοις: μπορεί να αναλυθεί το επίπεδο της φορολογίας και των δαπανών και να εξεταστούν οι αναπόφευκτες αναδιανεμητικές και στρεβλωτικές επιπτώσεις του· και, στη συνέχεια, στο πλαίσιο αυτού του συνόλου φόρων, μπορούν να αναλυθούν μεμονωμένα οι επιμέρους τύποι φόρων. Δεν πρέπει να παραβλέπεται ούτε η μερική ούτε η γενική προσέγγιση.
Έχει επίσης αναπτυχθεί μεγάλη και άσκοπη διαμάχη σχετικά με το ποια κρατική δραστηριότητα επιβαρύνει τον ιδιωτικό τομέα: η φορολογία ή οι κρατικές δαπάνες. Στην πραγματικότητα, ο διαχωρισμός τους είναι μάταιος, καθώς αποτελούν δύο στάδια της ίδιας διαδικασίας επιβάρυνσης και αναδιανομής. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι το κράτος φορολογεί τον κλάδο των καρπών αρέκας με ένα εκατομμύριο USD, προκειμένου να αγοράσει χαρτί για τις κρατικές υπηρεσίες. Πόροι αξίας ενός εκατομμυρίου USD μετατοπίζονται από τους καρπούς αρέκας προς το χαρτί. Αυτό γίνεται σε δύο στάδια, σαν δύο διαδοχικά χτυπήματα στην ελεύθερη αγορά: πρώτα ο κλάδος των καρπών αρέκας γίνεται φτωχότερος, καθώς του αφαιρούνται τα χρήματά του· έπειτα το κράτος χρησιμοποιεί αυτά τα χρήματα για να αποσύρει χαρτί από την αγορά προς δική του χρήση, αποσπώντας έτσι πόρους στο δεύτερο στάδιο. Και οι δύο πλευρές της διαδικασίας αποτελούν βάρος. Υπό μία έννοια, ο κλάδος των καρπών αρέκας εξαναγκάζεται να πληρώσει για την αφαίρεση χαρτιού από την κοινωνία· τουλάχιστον, αυτός υφίσταται πρώτος και άμεσα το βάρος της πληρωμής. Ωστόσο, ακόμη και χωρίς να εξετάσουμε προς το παρόν το πρόβλημα «μερικής ισορροπίας», δηλαδή πώς ή κατά πόσον οι φόροι αυτοί «μετακυλίονται» από τον κλάδο των καρπών αρέκας σε άλλους ώμους, πρέπει επίσης να επισημάνουμε ότι δεν είναι ο μόνος που πληρώνει· οι καταναλωτές χαρτιού ασφαλώς πληρώνουν, καθώς διαπιστώνουν ότι οι τιμές του χαρτιού έχουν αυξηθεί γι’ αυτούς.
Η διαδικασία γίνεται σαφέστερη αν εξετάσουμε τι συμβαίνει όταν οι φόροι και οι κρατικές δαπάνες δεν είναι ίσοι, όταν δεν αποτελούν απλώς τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Όταν οι φόροι υπολείπονται των κρατικών δαπανών —και αφήνοντας προς το παρόν κατά μέρος τον δανεισμό από το κοινό—, το κράτος δημιουργεί νέο χρήμα. Είναι προφανές εδώ ότι οι κρατικές δαπάνες αποτελούν το κύριο βάρος, αφού αποσπάται αυτή η μεγαλύτερη ποσότητα πόρων. Πράγματι, όπως θα δούμε αργότερα, όταν εξετάσουμε τη δυαδική παρέμβαση του πληθωρισμού, η δημιουργία νέου χρήματος αποτελεί ούτως ή άλλως μορφή φορολογίας.
Τι συμβαίνει όμως στη σπάνια περίπτωση κατά την οποία η φορολογία υπερβαίνει τις κρατικές δαπάνες; Ας υποθέσουμε ότι το πλεόνασμα είτε αποθησαυρίζεται στο απόθεμα χρυσού του κράτους είτε το χρήμα εξαλείφεται μέσω αποπληθωρισμού (βλ. παρακάτω). Έστω, λοιπόν, ότι αφαιρούνται 1.000.000 USD από τον κλάδο των καρπών αρέκας και ότι μόνο 600.000 USD δαπανώνται για χαρτί. Στην περίπτωση αυτή, το μεγαλύτερο βάρος είναι εκείνο της φορολογίας, η οποία πληρώνει όχι μόνο για το χαρτί που αφαιρείται αλλά και για το χρήμα που αποθησαυρίζεται ή καταστρέφεται. Ενώ το κράτος αποσπά από την οικονομία πόρους αξίας μόνο 600.000 USD, ο κλάδος των καρπών αρέκας χάνει δυνητικούς πόρους αξίας 1.000.000 USD, και η απώλεια αυτή δεν πρέπει να λησμονείται κατά τον συνολικό υπολογισμό των βαρών που επιβάλλει η δημοσιονομική διαδικασία του κράτους. Εν ολίγοις, όταν οι κρατικές δαπάνες και τα κρατικά έσοδα διαφέρουν, το «δημοσιονομικό βάρος» στην κοινωνία μπορεί να εκτιμηθεί, κατά πολύ αδρή προσέγγιση, με βάση το μεγαλύτερο από τα δύο συνολικά ποσά.
Εφόσον η φορολογία δεν μπορεί να είναι πραγματικά ομοιόμορφη, το κράτος, μέσω της δημοσιονομικής διαδικασίας φορολόγησης και δαπανών, αναπόφευκτα παίρνει καταναγκαστικά από τον Peter για να δώσει στον Paul — στον «Paul», βεβαίως, περιλαμβάνεται και το ίδιο. Πέραν της στρέβλωσης της κατανομής των πόρων, επομένως, η δημοσιονομική διαδικασία αναδιανέμει εισοδήματα ή, μάλλον, διανέμει εισοδήματα. Διότι η ελεύθερη αγορά δεν διανέμει εισοδήματα· το εισόδημα προκύπτει εκεί φυσικά και απρόσκοπτα από τις διαδικασίες παραγωγής και ανταλλαγής της αγοράς. Έτσι, η ίδια η έννοια της «διανομής», ως κάτι διακριτό από την παραγωγή και την ανταλλαγή, μπορεί να προκύψει μόνο από τη δυαδική παρέμβαση του κράτους. Συχνά, για παράδειγμα, προβάλλεται η κατηγορία ότι η ελεύθερη αγορά μεγιστοποιεί τη χρησιμότητα όλων και την ικανοποίηση όλων των καταναλωτών μόνο «με δεδομένη μια ορισμένη υφιστάμενη διανομή εισοδήματος». Αυτή όμως η διαδεδομένη πλάνη είναι εσφαλμένη· στην ελεύθερη αγορά δεν υπάρχει κάποια «υποτιθέμενη διανομή» χωριστή από τις εκούσιες δραστηριότητες παραγωγής και ανταλλαγής κάθε ατόμου. Το μόνο δεδομένο στην ελεύθερη αγορά είναι το δικαίωμα ιδιοκτησίας κάθε ανθρώπου επί του ίδιου του προσώπου του και επί των πόρων που βρίσκει, παράγει ή δημιουργεί, ή που αποκτά με εκούσια ανταλλαγή των προϊόντων του ή ως δώρο από τους παραγωγούς τους.
Η δυαδική παρέμβαση του κρατικού προϋπολογισμού, από την άλλη πλευρά, προσβάλλει αυτό το δικαίωμα ιδιοκτησίας καθενός επί του δικού του προϊόντος και δημιουργεί τη χωριστή διαδικασία και το «πρόβλημα» της διανομής. Το εισόδημα και ο πλούτος δεν απορρέουν πλέον αποκλειστικά από υπηρεσίες που παρέχονται στην αγορά· τώρα κατευθύνονται προς τα ειδικά προνόμια που δημιουργεί το κράτος και απομακρύνονται από εκείνους που επιβαρύνονται ειδικά από αυτό.
Πολλοί οικονομολόγοι θεωρούν ότι η «ελεύθερη αγορά» είναι απλώς μια αγορά απαλλαγμένη από τριγωνικές επεμβάσεις· δυαδικές επεμβάσεις όπως η φορολογία δεν θεωρούνται παρέμβαση που θίγει την καθαρότητα της «ελεύθερης αγοράς». Οι οικονομολόγοι της Σχολής του Σικάγου —με επικεφαλής τον Frank H. Knight— έχουν επιδείξει ιδιαίτερη δεξιοτεχνία στον κατακερματισμό της οικονομικής δραστηριότητας του ανθρώπου και στον περιορισμό της «αγοράς» σε στενά όρια. Μπορούν έτσι να τάσσονται υπέρ της «ελεύθερης αγοράς», επειδή αντιτίθενται σε τριγωνικές παρεμβάσεις όπως ο έλεγχος των τιμών, ενώ ταυτόχρονα υποστηρίζουν δραστικές δυαδικές παρεμβάσεις μέσω φόρων και επιδοτήσεων για την «αναδιανομή» του εισοδήματος που καθορίζει αυτή η αγορά. Εν ολίγοις, η αγορά πρέπει να παραμένει «ελεύθερη» σε μία σφαίρα, ενώ συγχρόνως υπόκειται σε διαρκείς οχλήσεις και ανακατατάξεις από εξωτερικό καταναγκασμό. Η αντίληψη αυτή προϋποθέτει ότι ο άνθρωπος είναι κατακερματισμένος, ότι ο «άνθρωπος της αγοράς» δεν ενδιαφέρεται για όσα του συμβαίνουν ως ανθρώπου «υποκείμενου στην κρατική εξουσία». Πρόκειται ασφαλώς για έναν απαράδεκτο μύθο, τον οποίο θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «φορολογική ψευδαίσθηση»: την ιδέα ότι οι άνθρωποι δεν λαμβάνουν υπόψη όσα κερδίζουν μετά τους φόρους, αλλά μόνο πριν από αυτούς. Εν ολίγοις, αν ο A κερδίζει στην αγορά 9.000 USD τον χρόνο, ο B 5.000 USD και ο C 1.000 USD, και το κράτος αποφασίσει να αναδιανέμει διαρκώς τα εισοδήματα ώστε καθένας να κερδίζει 5.000 USD, τα άτομα, μόλις πληροφορηθούν το γεγονός, δεν πρόκειται να εξακολουθήσουν ανόητα να υποθέτουν ότι εξακολουθούν να κερδίζουν όσα κέρδιζαν προηγουμένως. Θα λάβουν υπόψη τους τους φόρους και τις επιδοτήσεις.4
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η δημοσιονομική διαδικασία του κράτους αποτελεί καταναγκαστική μετατόπιση πόρων και εισοδημάτων από τους παραγωγούς της αγοράς προς τους μη παραγωγούς· αποτελεί επίσης καταναγκαστική επέμβαση στις ελεύθερες επιλογές των ατόμων από εκείνους που συγκροτούν το κράτος. Παρακάτω θα αναλύσουμε λεπτομερέστερα τη φύση και τις συνέπειες των κρατικών δαπανών. Προς το παρόν, ας τονίσουμε το σημαντικό γεγονός ότι το κράτος δεν μπορεί κατά κανέναν τρόπο να αποτελεί πηγή πόρων· καθετί που δαπανά, καθετί που διανέμει αφειδώς, πρέπει πρώτα να το αποκτήσει ως έσοδο, δηλαδή πρέπει πρώτα να το αποσπάσει από τον «ιδιωτικό τομέα». Ο κύριος όγκος των κρατικών εσόδων, ο ίδιος ο πυρήνας της ισχύος και της υπόστασης του κράτους, είναι η φορολογία, στην οποία στρεφόμαστε στην επόμενη ενότητα. Μια άλλη μέθοδος είναι ο πληθωρισμός, η δημιουργία νέου χρήματος, που θα εξετάσουμε παρακάτω. Μια τρίτη μέθοδος είναι ο δανεισμός από το κοινό, ο οποίος θα εξεταστεί συνοπτικά στο Παράρτημα A παρακάτω.5
8. Δυαδική παρέμβαση: Η φορολογία
Α. Φορολογία εισοδήματος
Η φορολογία, όπως είδαμε, παίρνει από τους παραγωγούς και δίνει σε άλλους. Κάθε αύξηση της φορολογίας διογκώνει τους πόρους, τα εισοδήματα και συνήθως τον αριθμό εκείνων που ζουν εις βάρος των παραγωγών, ενώ συρρικνώνει την παραγωγική βάση από την οποία οι υπόλοιποι αντλούν τα μέσα συντήρησής τους. Προφανώς, πρόκειται για μια διαδικασία που τελικά αυτοϋπονομεύεται: υπάρχει ένα όριο πέρα από το οποίο το δυσανάλογα διογκωμένο βάρος δεν μπορεί πλέον να το σηκώσει το συρρικνούμενο σώμα των παραγωγών. Ακόμη στενότερα όρια επιβάλλουν οι επιδράσεις της φορολογίας που αποδυναμώνουν τα κίνητρα. Όσο μεγαλύτερο είναι το ποσό των φόρων που επιβάλλονται στους παραγωγούς —στους φορολογουμένους—, τόσο μικρότερη θα είναι η οριακή χρησιμότητα της εργασίας, διότι οι απολαβές από την εργασία μειώνονται καταναγκαστικά, και τόσο μεγαλύτερη η οριακή χρησιμότητα του ελεύθερου χρόνου που θυσιάζεται. Και όχι μόνο αυτό: τόσο μεγαλύτερο θα είναι το κίνητρο μετάβασης από τις τάξεις των επιβαρυνόμενων φορολογουμένων στις τάξεις των καταναλωτών φορολογικών εσόδων, είτε ως γραφειοκρατών πλήρους απασχόλησης είτε ως επιδοτούμενων από το κράτος. Κατά συνέπεια, η παραγωγή θα μειωθεί ακόμη περισσότερο, καθώς οι άνθρωποι θα αποσύρονται προς τον ελεύθερο χρόνο ή θα επιδιώκουν εντονότερα να ενταχθούν στις τάξεις των προνομιούχων καταναλωτών φορολογικών εσόδων.6 Στην οικονομία της αγοράς, τα καθαρά εισοδήματα προέρχονται από μισθούς, τόκους, γαιοπροσόδους και κέρδη· και στον βαθμό που οι φόροι πλήττουν τις απολαβές από αυτές τις πηγές, θα μειώνονται οι προσπάθειες απόκτησης αυτών των εισοδημάτων. Ο εργαζόμενος, αντιμέτωπος με έναν φόρο στον μισθό του, έχει μικρότερο κίνητρο να εργαστεί εντατικά· ο κεφαλαιούχος, αντιμέτωπος με έναν φόρο στην απόδοσή του από τόκους ή κέρδη, έχει μεγαλύτερο κίνητρο να καταναλώνει αντί να αποταμιεύει και να επενδύει. Ο γαιοκτήμονας, όταν επιβάλλεται φόρος στις γαιοπροσόδους του, θα έχει μικρότερη παρότρυνση να κατανέμει αποτελεσματικά τις εκτάσεις γης.
Έχει προβληθεί η ένσταση ότι, εφόσον η οριακή χρησιμότητα των χρηματικών διαθεσίμων ενός ανθρώπου αυξάνεται όσο μικρότερο απόθεμα χρήματος κατέχει, ένα χαμηλότερο χρηματικό εισόδημα θα συνεπάγεται αυξημένη οριακή χρησιμότητα του εισοδήματος. Κατά συνέπεια, ένας φόρος στα χρηματικά εισοδήματα δημιουργεί τόσο ένα «αποτέλεσμα υποκατάστασης» εις βάρος της εργασίας και υπέρ του ελεύθερου χρόνου —ή εις βάρος της αποταμίευσης και υπέρ της κατανάλωσης— όσο και ένα «εισοδηματικό αποτέλεσμα» που ενεργεί προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αυτό είναι αληθές, και σε σπάνιες εμπειρικές περιπτώσεις το δεύτερο αποτέλεσμα θα υπερισχύσει. Με απλά λόγια, αυτό σημαίνει ότι, όταν επιβάλλονται πρόσθετες επιβαρύνσεις στις προσπάθειες του ανθρώπου, κατά κανόνα θα τις περιορίσει· σε ορισμένες περιπτώσεις, όμως, θα εργαστεί σκληρότερα για να προσπαθήσει να αντισταθμίσει τα βάρη. Στις τελευταίες αυτές περιπτώσεις, ωστόσο, πρέπει να θυμόμαστε ότι θα στερηθεί το πολύτιμο καταναλωτικό αγαθό του «ελεύθερου χρόνου»· θα έχει τώρα λιγότερο ελεύθερο χρόνο από όσο θα είχε αν οι επιλογές του εξακολουθούσαν να είναι ελεύθερες. Η σκληρότερη εργασία υπό την πίεση επιβαρύνσεων αποτελεί λόγο αγαλλίασης μόνο αν εξετάζουμε το ζήτημα αποκλειστικά από τη σκοπιά εκείνων που ζουν εις βάρος των παραγωγών και οι οποίοι, κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα ωφεληθούν από τον φόρο. Το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων, στο οποίο πρέπει να περιλαμβάνεται και ο ελεύθερος χρόνος, έχει υποχωρήσει.
Ο φόρος εισοδήματος, φορολογώντας το εισόδημα από επενδύσεις, πλήττει καίρια την αποταμίευση και τις επενδύσεις, καθώς μειώνει την απόδοση των επενδύσεων κάτω από εκείνη που θα υπαγόρευαν οι χρονικές προτιμήσεις στην ελεύθερη αγορά. Η χαμηλότερη καθαρή απόδοση τόκου οδηγεί τους ανθρώπους να προσαρμόσουν την αποταμίευση και τις επενδύσεις τους στα νέα δεδομένα· εν ολίγοις, οι οριακές αποταμιεύσεις και επενδύσεις που πραγματοποιούνταν με την υψηλότερη απόδοση θα αξιολογούνται τώρα χαμηλότερα από την κατανάλωση και δεν θα πραγματοποιούνται πλέον.

Υπάρχει και ένας άλλος, παραγνωρισμένος λόγος για τον οποίο ένας φόρος εισοδήματος θα επιβαρύνει ιδιαίτερα την αποταμίευση και τις επενδύσεις σε σύγκριση με την κατανάλωση. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι, εφόσον ο φόρος εισοδήματος δημεύει ένα ορισμένο μέρος του εισοδήματος ενός ανθρώπου και τον αφήνει ελεύθερο να κατανείμει το υπόλοιπο μεταξύ κατανάλωσης και επενδύσεων, και εφόσον οι κλίμακες χρονικής προτίμησης παραμένουν δεδομένες, η αναλογία κατανάλωσης προς αποταμίευση θα παραμείνει αμετάβλητη. Αυτό όμως παραβλέπει το γεγονός ότι το πραγματικό εισόδημα του φορολογουμένου και η πραγματική αξία των χρηματικών διαθεσίμων του έχουν μειωθεί με την πληρωμή του φόρου. Είδαμε στο κεφάλαιο 6 ότι, με δεδομένη την κλίμακα χρονικής προτίμησης ενός ανθρώπου, όσο χαμηλότερο είναι το επίπεδο των πραγματικών χρηματικών διαθεσίμων του, τόσο υψηλότερο θα είναι το ποσοστό χρονικής προτίμησής του και, επομένως, τόσο υψηλότερη η αναλογία κατανάλωσης προς επενδύσεις. Η θέση του φορολογουμένου φαίνεται στο Σχήμα 86, το οποίο ουσιαστικά αποτελεί την αντιστροφή των ατομικών διαγραμμάτων της διαχρονικής αγοράς στο κεφάλαιο 6. Στην προκειμένη περίπτωση, τα χρηματικά διαθέσιμα αυξάνονται καθώς κινούμαστε προς τα δεξιά στον οριζόντιο άξονα, ενώ στο κεφάλαιο 6 μειώνονταν. Ας πούμε ότι η αρχική θέση του φορολογουμένου αντιστοιχεί σε απόθεμα χρήματος $0M$· η $tt$ είναι η δεδομένη καμπύλη χρονικής προτίμησής του. Το ενεργό ποσοστό χρονικής προτίμησής του, που καθορίζει την αναλογία κατανάλωσης προς επενδύσεις, είναι $t_1$. Ας υποθέσουμε τώρα ότι το κράτος επιβάλλει φόρο εισοδήματος, μειώνοντας τα αρχικά χρηματικά του διαθέσιμα στην έναρξη της περιόδου δαπανών του σε $0M’$. Το ενεργό ποσοστό χρονικής προτίμησής του, στο σημείο τομής της $tt$ με τη γραμμή $M’$, είναι τώρα υψηλότερο, στο $t_2$. Μεταβαίνει σε υψηλότερη αναλογία κατανάλωσης και χαμηλότερη αναλογία αποταμίευσης και επενδύσεων.7
Είδαμε πλέον δύο λόγους για τους οποίους ένας φόρος εισοδήματος θα μεταβάλει την αναλογία στο σύνολο της κοινωνίας υπέρ της κατανάλωσης και εις βάρος της αποταμίευσης και των επενδύσεων. Θα μπορούσε να προβληθεί η ένσταση ότι ο λόγος που αφορά τη χρονική προτίμηση δεν ευσταθεί, επειδή οι κρατικοί αξιωματούχοι και εκείνοι τους οποίους επιδοτούν θα εισπράξουν τα φορολογικά έσοδα και θα διαπιστώσουν ότι το απόθεμα χρήματός τους έχει αυξηθεί ακριβώς όσο έχει μειωθεί εκείνο των φορολογουμένων. Θα δούμε όμως παρακάτω ότι καμία πραγματικά παραγωγική αποταμίευση και επένδυση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί από το κράτος, τους υπαλλήλους του ή τους αποδέκτες των επιδοτήσεών του.
Ορισμένοι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η φορολογία εισοδήματος μειώνει την αποταμίευση και τις επενδύσεις στην κοινωνία και με έναν τρίτο τρόπο. Ισχυρίζονται ότι η φορολογία εισοδήματος, από την ίδια τη φύση της, επιβάλλει έναν «διπλό» φόρο στην αποταμίευση και στις επενδύσεις σε σύγκριση με την κατανάλωση.8 Ο συλλογισμός έχει ως εξής: Η αποταμίευση και η κατανάλωση δεν είναι πραγματικά συμμετρικές. Κάθε αποταμίευση αποβλέπει στην απόλαυση μεγαλύτερης κατανάλωσης στο μέλλον· διαφορετικά, δεν θα υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να αποταμιεύει κανείς. Η αποταμίευση είναι αποχή από μια δυνατή παρούσα κατανάλωση, με αντάλλαγμα την προσδοκία αυξημένης κατανάλωσης σε κάποια μελλοντική στιγμή. Κανείς δεν επιθυμεί τα κεφαλαιουχικά αγαθά αυτά καθαυτά. Αποτελούν απλώς την ενσάρκωση αυξημένης κατανάλωσης στο μέλλον. Η αποταμίευση και επένδυση είναι η κατασκευή του ραβδιού από τον Crusoe για να αποκτήσει περισσότερα μήλα σε μελλοντικό χρόνο· καρποφορεί ως μεγαλύτερη κατανάλωση αργότερα. Επομένως, η επιβολή φόρου εισοδήματος αποτελεί «διπλό» φόρο στην κατανάλωση και επιβαρύνει υπέρμετρα την αποταμίευση και τις επενδύσεις.9
Αυτός ο συλλογισμός εξηγεί ορθά τη διαδικασία επένδυσης και κατανάλωσης. Πάσχει, ωστόσο, από ένα σοβαρό ελάττωμα: δεν έχει σχέση με τα προβλήματα της φορολογίας. Είναι αλήθεια ότι η αποταμίευση καρποφορεί. Το ζήτημα όμως είναι ότι όλοι το γνωρίζουν· αυτός είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι αποταμιεύουν. Ωστόσο, μολονότι γνωρίζουν ότι η αποταμίευση καρποφορεί, δεν αποταμιεύουν ολόκληρο το εισόδημά τους. Γιατί; Λόγω της χρονικής τους προτίμησης υπέρ της παρούσας κατανάλωσης. Κάθε άτομο, με δεδομένα το τρέχον εισόδημά του και τις κλίμακες αξιών του, κατανέμει το εισόδημα αυτό στις πλέον επιθυμητές αναλογίες μεταξύ κατανάλωσης, επενδύσεων και προσθηκών στο χρηματικό του υπόλοιπο. Οποιαδήποτε άλλη κατανομή θα ικανοποιούσε λιγότερο τις επιθυμίες του και θα υποβίβαζε τη θέση του στην κλίμακα αξιών του. Η καρποφόρος δύναμη της αποταμίευσης έχει ήδη ληφθεί υπόψη όταν πραγματοποιεί την κατανομή του. Δεν υπάρχει, επομένως, λόγος να λέγεται ότι ένας φόρος εισοδήματος επιβαρύνει διπλά την αποταμίευση και τις επενδύσεις· επιβαρύνει το συνολικό βιοτικό επίπεδο του ατόμου, το οποίο περιλαμβάνει την παρούσα κατανάλωση, τη μελλοντική κατανάλωση και το χρηματικό του υπόλοιπο. Δεν επιβαρύνει, αυτός καθαυτόν, την αποταμίευση περισσότερο από τις άλλες κατευθύνσεις διάθεσης του εισοδήματος.
Το επιχείρημα αυτό του Fisher αντανακλά μια παράξενη τάση των οικονομολόγων που είναι προσηλωμένοι στην ελεύθερη αγορά να ανησυχούν πολύ περισσότερο για κρατικά μέτρα που επιβαρύνουν την αποταμίευση και τις επενδύσεις παρά για μέτρα που παρεμποδίζουν την κατανάλωση. Ασφαλώς, ένας οικονομολόγος που τάσσεται υπέρ της ελεύθερης αγοράς οφείλει να αναγνωρίζει ότι οι εκούσιες κατανομές μεταξύ κατανάλωσης και επενδύσεων στην αγορά είναι άριστες και ότι κάθε κρατική επέμβαση σε αυτή την αναλογία, προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, στρεβλώνει την αγορά και την παραγωγή που αποβλέπει στην ικανοποίηση των αναγκών των καταναλωτών. Στο κάτω κάτω, δεν υπάρχει τίποτε το ιδιαίτερα ιερό στην αποταμίευση· είναι απλώς ο δρόμος προς τη μελλοντική κατανάλωση. Αλλά τότε, προφανώς, δεν είναι σημαντικότερη από την παρούσα κατανάλωση, καθώς οι κατανομές μεταξύ των δύο καθορίζονται από τις χρονικές προτιμήσεις όλων των ατόμων. Ο οικονομολόγος, επομένως, που αντιδρά περισσότερο στην επέμβαση στην αποταμίευση της ελεύθερης αγοράς παρά στην προσβολή της κατανάλωσης της ελεύθερης αγοράς υποστηρίζει εμμέσως κρατιστική επέμβαση προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ζητεί εμμέσως μια καταναγκαστική στρέβλωση της κατανομής των πόρων, ώστε να μειωθεί η κατανάλωση και να αυξηθούν οι επενδύσεις.10
Β. Απόπειρες ουδέτερης φορολόγησης
Μέχρι τώρα εξετάσαμε την επίπτωση ενός φόρου σε ένα άτομο θεωρούμενο μεμονωμένα. Εξίσου σημαντική είναι η στρέβλωση της διάρθρωσης των τιμών των συντελεστών και των εισοδημάτων στην αγορά, την οποία δημιουργεί ο τρόπος με τον οποίο οι φόροι επιβαρύνουν διαφορετικούς ανθρώπους. Η ελεύθερη αγορά καθορίζει ένα περίπλοκο, σχεδόν άπειρο σύνολο και μια αντίστοιχη διάρθρωση τιμών, συντελεστών απόδοσης και εισοδημάτων. Η επιβολή διαφορετικών φόρων διαταράσσει αυτές τις διαρθρώσεις και παρακωλύει το έργο της αγοράς ως προς την κατανομή των πόρων και του παραγόμενου προϊόντος. Έτσι, αν η επιχείρηση A πληρώνει 5.000 USD τον χρόνο για ένα ορισμένο είδος εργασίας και η επιχείρηση B πληρώνει 3.000 USD, οι εργαζόμενοι θα τείνουν να μετακινηθούν από τη B στην A, εξυπηρετώντας έτσι αποτελεσματικότερα τις ανάγκες των καταναλωτών. Αν όμως το εισόδημα που αποκτάται στην επιχείρηση A φορολογείται με 2.000 USD ετησίως, ενώ το εισόδημα στη B φορολογείται ελάχιστα ή καθόλου, το κίνητρο της αγοράς για μετακίνηση από τη B στην A θα εξαφανιστεί εντελώς ή σχεδόν εντελώς, διαιωνίζοντας μια εσφαλμένη κατανομή των παραγωγικών πόρων και παρεμποδίζοντας την ανάπτυξη, ακόμη και την ίδια την ύπαρξη, της επιχείρησης A.
Είδαμε παραπάνω ότι η αναζήτηση ενός ουδέτερου φόρου —ενός φόρου ουδέτερου ως προς την αγορά, ο οποίος θα την άφηνε περίπου όπως ήταν πριν από την επιβολή του— είναι εγχείρημα χωρίς ελπίδα επιτυχίας. Διότι δεν μπορεί να υπάρχει ομοιομορφία στην καταβολή φόρων όταν ορισμένοι άνθρωποι στην κοινωνία είναι αναγκαστικά φορολογούμενοι, ενώ άλλοι είναι προνομιούχοι καταναλωτές φορολογικών εσόδων. Αλλά ακόμη και αν παραβλέψουμε αυτές τις αντιρρήσεις και δεν λάβουμε υπόψη τις αναδιανεμητικές επιπτώσεις των κρατικών δαπανών που χρηματοδοτούνται από φορολογικά έσοδα, δεν μπορούμε να καταλήξουμε σε σύστημα ουδέτερης φορολογίας.11 Πολλοί συγγραφείς έχουν υποστηρίξει ότι ένας φόρος εισοδήματος με ενιαίο αναλογικό συντελεστή για όλους θα ήταν ουδέτερος· διότι τότε οι σχετικές αναλογίες των εισοδημάτων στην κοινωνία θα παρέμεναν όπως πριν. Έτσι, αν ο A εισέπραττε 6.000 USD τον χρόνο, ο B κέρδιζε 3.000 USD και ο C 2.000 USD, ένας φόρος 10% στον καθένα θα έδινε μια «διανομή» ως εξής: A, 5.400 USD· B, 2.700 USD· C, 1.800 USD — με τις ίδιες μεταξύ τους αναλογίες όπως προηγουμένως. Αυτό προϋποθέτει, φυσικά, ότι ο φόρος δεν αποδυναμώνει τα κίνητρα των διαφόρων ατόμων ή, μάλλον, ότι τα αποδυναμώνει κατά την ίδια αναλογία για κάθε άτομο στην κοινωνία — ενδεχόμενο εξαιρετικά απίθανο. Το πρόβλημα όμως είναι ότι αυτή η «λύση» παρανοεί τη φύση εκείνου που θα έπρεπε να είναι ένας ουδέτερος φόρος. Διότι ένας φόρος πραγματικά ουδέτερος ως προς την ελεύθερη αγορά δεν θα ήταν εκείνος που θα άφηνε αμετάβλητη τη διάρθρωση των εισοδημάτων· θα ήταν ένας φόρος που θα επηρέαζε τη διάρθρωση των εισοδημάτων και κάθε άλλη πτυχή της οικονομίας με τον ίδιο τρόπο που θα την επηρέαζε αν ο φόρος ήταν πράγματι τιμή της ελεύθερης αγοράς.
Πρόκειται για μια πολύ σημαντική διόρθωση· διότι ασφαλώς πρέπει να αντιληφθούμε ότι, όταν μια υπηρεσία πωλείται σε ορισμένη τιμή στην ελεύθερη αγορά, η πώληση αυτή κάθε άλλο παρά αφήνει τη «διανομή» του εισοδήματος όπως ήταν πριν. Διότι, κατά κανόνα, οι τιμές της αγοράς δεν είναι ανάλογες προς το εισόδημα ή τον πλούτο καθενός, αλλά ομοιόμορφες, με την έννοια ότι είναι ίδιες για όλους, ανεξάρτητα από το εισόδημα ή τον πλούτο τους, ακόμη και από την ένταση της επιθυμίας τους για το προϊόν. Μια φραντζόλα ψωμί δεν κοστίζει σε έναν πολυεκατομμυριούχο χίλιες φορές περισσότερο από όσο κοστίζει στον μέσο άνθρωπο. Αν, πράγματι, η αγορά λειτουργούσε έτσι, σύντομα δεν θα υπήρχε αγορά, διότι δεν θα υπήρχε κανένα απολύτως όφελος από την απόκτηση χρημάτων. Όσο περισσότερα χρήματα κέρδιζε κανείς, τόσο περισσότερο, κατ’ αναλογία, θα αυξανόταν γι’ αυτόν η τιμή κάθε αγαθού. Επομένως, ολόκληρη η εγχρήματη οικονομία του πολιτισμού και το σύστημα παραγωγής και καταμερισμού της εργασίας που στηρίζεται σε αυτήν θα κατέρρεαν. Συνεπώς, αντί να είναι «ουδέτερος» ως προς την ελεύθερη αγορά, ο αναλογικός φόρος εισοδήματος ακολουθεί μια αρχή η οποία, αν εφαρμοζόταν με συνέπεια, θα εξάλειφε την οικονομία της αγοράς και ολόκληρη την ίδια την εγχρήματη οικονομία.
Είναι, λοιπόν, σαφές ότι η επιβολή ίσου ποσού φόρου σε όλους —ο λεγόμενος «κατά κεφαλήν» ή «κεφαλικός φόρος»— θα προσέγγιζε πολύ περισσότερο τον στόχο της ουδετερότητας. Αλλά ακόμη και εδώ υπάρχουν σοβαρά ελαττώματα ως προς την ουδετερότητα, εντελώς ανεξάρτητα από την αναπόφευκτη διχοτόμηση μεταξύ φορολογουμένων και καταναλωτών φορολογικών εσόδων. Κατ’ αρχάς, στην ελεύθερη αγορά τα αγαθά και οι υπηρεσίες αγοράζονται μόνο από όσους επιθυμούν ελεύθερα να τα αποκτήσουν στην τιμή της αγοράς. Εφόσον ο φόρος είναι υποχρεωτική εισφορά και όχι ελεύθερη αγορά, δεν μπορεί ποτέ να θεωρηθεί δεδομένο ότι κάθε ανεξαιρέτως μέλος της κοινωνίας θα κατέβαλλε, σε μια ελεύθερη αγορά, αυτό το ίσο ποσό στο κράτος. Πράγματι, η ίδια η καταναγκαστική φύση της φορολογίας συνεπάγεται ότι πολύ λιγότερα έσοδα θα κατέληγαν στο κράτος αν η καταβολή γινόταν εκουσίως. Αντί να είναι ουδέτερος, επομένως, ο ίσος φόρος θα στρέβλωνε τα αποτελέσματα της αγοράς, επιβάλλοντας αδικαιολόγητες επιβαρύνσεις σε τουλάχιστον τρεις ομάδες πολιτών: στους φτωχούς, στους αδιάφορους και στους εχθρικά διακείμενους, δηλαδή σε όσους, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, δεν θα κατέβαλλαν εκουσίως αυτά τα ίσα ποσά στο κράτος.
Ένα άλλο σοβαρό πρόβλημα στην αντιμετώπιση του ίσου φόρου ως ανάλογου μιας τιμής της ελεύθερης αγοράς είναι ότι δεν γνωρίζουμε ποιες κρατικές «υπηρεσίες» υποτίθεται ότι «αγοράζουν» οι άνθρωποι. Για παράδειγμα, αν το κράτος χρησιμοποιεί τον φόρο για να επιδοτήσει μια ορισμένη ευνοούμενη ομάδα, είναι δύσκολο να γνωρίζουμε τι είδους «υπηρεσία» αποκομίζουν από αυτή την κρατική πράξη όσοι καταβάλλουν τον κεφαλικό φόρο. Ας πάρουμε όμως μια φαινομενικά σαφή περίπτωση καθαρής υπηρεσίας, την αστυνομική προστασία, και ας υποθέσουμε ότι ο κεφαλικός φόρος καταβάλλεται για αυτή τη δαπάνη. Ο κανόνας της ελεύθερης αγοράς είναι ότι καταβάλλονται ίσες τιμές για ίσες υπηρεσίες· τι είναι όμως εδώ μια «ίση υπηρεσία»; Ασφαλώς, η υπηρεσία της αστυνομικής προστασίας είναι πολύ μεγαλύτερης έκτασης σε ένα αστικό κέντρο εγκληματικότητας από ό,τι σε κάποια ήσυχη απόμερη περιοχή, όπου το έγκλημα είναι σπάνιο. Η αστυνομική προστασία θα κοστίζει ασφαλώς περισσότερο στην περιοχή που μαστίζεται από εγκληματικότητα· επομένως, αν παρεχόταν στην αγορά, η τιμή που θα καταβαλλόταν εκεί θα ήταν υψηλότερη από ό,τι στην απόμερη περιοχή. Επιπλέον, ένα άτομο που αντιμετωπίζει ιδιαίτερη απειλή εγκληματικής ενέργειας και ενδέχεται να χρειάζεται αυξημένη επιτήρηση θα έπρεπε να πληρώνει υψηλότερη αμοιβή για αστυνομική προστασία. Ένας ενιαίος φόρος θα ήταν χαμηλότερος από την τιμή της αγοράς στις επικίνδυνες περιοχές και υψηλότερος στις ειρηνικές. Για να προσεγγίζει την ουδετερότητα, επομένως, ένας φόρος θα έπρεπε να μεταβάλλεται ανάλογα με το κόστος των υπηρεσιών και όχι να είναι ενιαίος.12 Αυτή είναι η παραμελημένη αρχή του κόστους στη φορολογία.
Ούτε όμως η αρχή του κόστους μπορεί να θεωρηθεί ουδέτερη. Πέρα από το αναπόδραστο πρόβλημα των φορολογουμένων και των καταναλωτών φορολογικών εσόδων, τίθεται και πάλι το ζήτημα του τρόπου με τον οποίο μπορεί να οριστεί και να απομονωθεί μια «υπηρεσία». Ποια είναι η «υπηρεσία» της αναδιανομής από τον Peter στον Paul και ποιο το «κόστος» με το οποίο πρέπει να χρεωθεί ο Peter; Αλλά ακόμη και αν περιορίσουμε τη συζήτηση σε συνήθεις υπηρεσίες όπως η αστυνομική προστασία, υπάρχουν σοβαρά ελαττώματα. Πρώτον, το κόστος του κράτους, όπως θα δούμε παρακάτω, είναι αναπόφευκτα πολύ υψηλότερο από εκείνο της ελεύθερης αγοράς. Δεύτερον, το κράτος δεν μπορεί να πραγματοποιεί ορθά οικονομικό υπολογισμό και, επομένως, δεν μπορεί να εκτιμήσει με ακρίβεια το κόστος του. Τρίτον, το κόστος ισούται με τις τιμές μόνο σε κατάσταση ισορροπίας· εφόσον η οικονομία δεν βρίσκεται ποτέ σε ισορροπία, το κόστος δεν αποτελεί ποτέ ακριβή εκτίμηση της τιμής που θα είχε διαμορφωθεί στην ελεύθερη αγορά. Και, τέλος, όπως στην περίπτωση του ίσου φόρου και σε αντίθεση με την ελεύθερη αγορά, ο φορολογούμενος δεν καταδεικνύει ποτέ το όφελος που αποκομίζει από την κρατική πράξη· απλώς και αβασάνιστα θεωρείται δεδομένο ότι θα αγόραζε εκουσίως την υπηρεσία σε αυτή την τιμή.
Μια ακόμη απόπειρα ουδέτερης φορολόγησης είναι η αρχή του οφέλους, σύμφωνα με την οποία πρέπει να επιβάλλεται φόρος ίσος με το όφελος που αποκομίζουν τα άτομα από την κρατική υπηρεσία. Δεν γίνεται πάντοτε αντιληπτό τι θα σήμαινε αυτή η αρχή: για παράδειγμα, ότι οι αποδέκτες προνοιακών παροχών θα έπρεπε να καταβάλλουν το πλήρες κόστος αυτών των παροχών. Κάθε αποδέκτης κρατικής πρόνοιας θα έπρεπε τότε να πληρώνει περισσότερα από όσα εισπράττει, διότι θα έπρεπε να καταβάλλει και το κόστος «διεκπεραίωσης» της κρατικής γραφειοκρατίας. Προφανώς, δεν θα υπήρχαν τέτοιες προνοιακές παροχές ούτε οποιεσδήποτε άλλες επιδοτήσεις αν τηρούνταν η αρχή του οφέλους. Ακόμη και αν περιορίσουμε και πάλι τη συζήτηση σε υπηρεσίες όπως η αστυνομική προστασία, παραμένουν σοβαρά ελαττώματα. Ας παραβλέψουμε και πάλι την επίμονη διχοτόμηση μεταξύ φορολογουμένων και καταναλωτών φορολογικών εσόδων. Ένα ανυπέρβλητο πρόβλημα είναι ότι δεν μπορούμε να μετρήσουμε τα οφέλη ούτε καν να γνωρίζουμε αν υπάρχουν. Όπως στην περίπτωση του κεφαλικού φόρου και της αρχής του κόστους, έτσι και εδώ δεν υπάρχει ελεύθερη αγορά στην οποία οι άνθρωποι να μπορούν να καταδείξουν ότι αποκομίζουν από την ανταλλαγή όφελος μεγαλύτερο από την αξία των αγαθών που παραχωρούν. Πράγματι, εφόσον οι φόροι επιβάλλονται καταναγκαστικά, είναι σαφές ότι τα οφέλη των ανθρώπων από το κράτος είναι αισθητά μικρότερα από το ποσό που υποχρεώνονται να καταβάλουν, αφού, αν αφήνονταν ελεύθεροι, θα συνεισέφεραν λιγότερα στο κράτος. Το «όφελος», επομένως, απλώς προϋποτίθεται αυθαίρετα από τους κρατικούς αξιωματούχους.
Επιπλέον, ακόμη και αν το όφελος μπορούσε να καταδειχθεί ελεύθερα, η αρχή του οφέλους δεν θα προσέγγιζε τη διαδικασία της ελεύθερης αγοράς. Διότι, και πάλι, τα άτομα καταβάλλουν ενιαία τιμή για τις υπηρεσίες στην ελεύθερη αγορά, ανεξάρτητα από το μέγεθος των υποκειμενικών οφελών τους. Ο άνθρωπος που θα «περπατούσε ένα μίλι για ένα Camel» δεν πληρώνει συνήθως περισσότερα από εκείνον που αδιαφορεί παντελώς. Η φορολόγηση καθενός ανάλογα με το όφελος που αποκομίζει, επομένως, βρίσκεται σε διαμετρική αντίθεση προς την αρχή της αγοράς. Τέλος, αν όλο το όφελος καθενός αφαιρείται μέσω της φορολογίας, δεν θα υπήρχε λόγος να προβεί στην ανταλλαγή ή να λάβει την κρατική υπηρεσία. Στην αγορά δεν καταβάλλουν όλοι, ούτε καν οι οριακοί αγοραστές, ολόκληρο το ποσό του οφέλους τους. Οι υπεροριακοί αγοραστές αποκομίζουν μη μετρήσιμο πλεονάζον όφελος, όπως και οι οριακοί αγοραστές, διότι χωρίς ένα τέτοιο πλεόνασμα δεν θα αγόραζαν το προϊόν. Επιπλέον, για υπηρεσίες όπως η αστυνομική προστασία, η αρχή του οφέλους θα απαιτούσε από τους φτωχούς και τους ανήμπορους να πληρώνουν περισσότερα από τους πλούσιους και τους ικανούς, καθώς θα μπορούσε να λεχθεί ότι οι πρώτοι ωφελούνται περισσότερο από την προστασία. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι, αν το όφελος κάθε ατόμου από το κράτος πρόκειται να αφαιρείται μέσω της φορολογίας, οι γραφειοκράτες, που αντλούν ολόκληρο το εισόδημά τους από το κράτος, θα έπρεπε να επιστρέφουν ολόκληρο τον μισθό τους στο κράτος και, συνεπώς, να υπηρετούν αμισθί.13
Είδαμε, λοιπόν, ότι καμία αρχή φορολόγησης δεν μπορεί να είναι ουδέτερη ως προς την ελεύθερη αγορά. Η προοδευτική φορολογία, με την οποία καθένας πληρώνει περισσότερο από αναλογικά προς το εισόδημά του, φυσικά δεν επιχειρεί καν να είναι ουδέτερη. Αν ο αναλογικός φόρος ενσωματώνει μια αρχή καταστροφική για ολόκληρη την οικονομία της αγοράς και για την ίδια την εγχρήματη οικονομία, ο προοδευτικός φόρος το πράττει ακόμη περισσότερο. Διότι ο προοδευτικός φόρος επιβαρύνει τους ικανούς και αποδοτικούς σε αναλογία ακόμη μεγαλύτερη από τη σχετική ικανότητα και αποδοτικότητά τους. Οι προοδευτικοί συντελεστές αποτελούν ιδιαίτερο αντικίνητρο για την εξαιρετικά ικανή εργασία ή επιχειρηματική δραστηριότητα. Και, εφόσον αυτή η ικανότητα χρησιμοποιείται για την εξυπηρέτηση του καταναλωτή, ένας προοδευτικός φόρος επιβάλλει ιδιαίτερο βάρος και στους καταναλωτές.
Πέρα από τους δύο τρόπους που εξετάστηκαν παραπάνω, με τους οποίους η φορολογία εισοδήματος επιβαρύνει την αποταμίευση, ο προοδευτικός φόρος επιβάλλει μια πρόσθετη επιβάρυνση. Διότι, εμπειρικά, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι εύποροι αποταμιεύουν και επενδύουν αναλογικά μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους από τις ομάδες χαμηλότερου εισοδήματος. Δεν υπάρχει, ωστόσο, κανένας αποδεικτικά αναγκαίος, πραξεολογικός λόγος για τον οποίο αυτό πρέπει να ισχύει πάντοτε. Ο κανόνας δεν θα ίσχυε, για παράδειγμα, σε μια χώρα όπου οι εύποροι αγόραζαν κοσμήματα, ενώ οι φτωχοί αποταμίευαν με φειδώ και επένδυαν.
Μολονότι η αρχή της προοδευτικότητας είναι ασφαλώς ιδιαίτερα καταστροφική για την αγορά, οι περισσότεροι συντηρητικοί οικονομολόγοι που τάσσονται υπέρ της ελεύθερης αγοράς τείνουν να υπερεκτιμούν τις επιπτώσεις της και να υποτιμούν τις καταστροφικές επιπτώσεις της αναλογικής φορολογίας. Η αναλογική φορολογία εισοδήματος έχει πολλές από τις ίδιες συνέπειες και, επομένως, το επίπεδο της φορολογίας εισοδήματος είναι γενικά σημαντικότερο για την αγορά από τον βαθμό προοδευτικότητας. Έτσι, η κοινωνία A μπορεί να έχει αναλογικό φόρο εισοδήματος που απαιτεί από κάθε άνθρωπο να καταβάλλει το 50% του εισοδήματός του· η κοινωνία B μπορεί να έχει έναν εξαιρετικά έντονα προοδευτικό φόρο, που απαιτεί από έναν φτωχό να καταβάλλει το ένα τέταρτο του ενός τοις εκατό και από τον πλουσιότερο άνθρωπο το 10% του εισοδήματός του. Ο πλούσιος θα προτιμήσει ασφαλώς την κοινωνία B, μολονότι ο φόρος είναι προοδευτικός — καταδεικνύοντας ότι δεν είναι τόσο η προοδευτικότητα όσο το ύψος του φόρου του εκείνο που τον επιβαρύνει.
Παρεμπιπτόντως, και ο φτωχός παραγωγός, στον οποίο επιβάλλεται χαμηλότερος φόρος, θα προτιμήσει επίσης την κοινωνία B. Αυτό καταδεικνύει την πλάνη της συνήθους συντηρητικής αιτίασης κατά της προοδευτικής φορολογίας, ότι αποτελεί μέσο «για να ληστεύουν οι φτωχοί τους πλούσιους». Διότι στο παράδειγμά μας τόσο ο φτωχός όσο και ο πλούσιος επέλεξαν την προοδευτικότητα! Ο λόγος είναι ότι, υπό την προοδευτική φορολογία, οι «φτωχοί» δεν «ληστεύουν τους πλούσιους». Αντιθέτως, το κράτος είναι εκείνο που «ληστεύει» και τους δύο μέσω της φορολογίας, είτε αναλογικής είτε προοδευτικής.
Θα μπορούσε να προβληθεί η ένσταση ότι οι φτωχοί ωφελούνται από τις κρατικές δαπάνες και επιδοτήσεις που χρηματοδοτούνται από τα φορολογικά έσοδα και, συνεπώς, επιδίδονται έμμεσα στη «ληστεία» τους. Αυτό όμως παραβλέπει το γεγονός ότι το κράτος μπορεί να δαπανήσει τα χρήματά του με πολλούς διαφορετικούς τρόπους: μπορεί να καταναλώσει τα προϊόντα συγκεκριμένων κλάδων· μπορεί να επιδοτήσει ορισμένους ή όλους τους πλούσιους· μπορεί να επιδοτήσει ορισμένους ή όλους τους φτωχούς. Το γεγονός της προοδευτικότητας δεν συνεπάγεται από μόνο του ότι οι «φτωχοί» επιδοτούνται συλλήβδην. Πράγματι, αν ορισμένοι από τους φτωχούς επιδοτούνται, άλλοι πιθανότατα δεν θα επιδοτούνται, οπότε αυτοί οι τελευταίοι καθαροί φορολογούμενοι θα «ληστεύονται» μαζί με τους πλούσιους. Μάλιστα, εφόσον οι φτωχοί είναι συνήθως πολύ περισσότεροι από τους πλούσιους, είναι απολύτως δυνατόν οι φτωχοί ως σύνολο να επωμίζονται το μεγαλύτερο βάρος ακόμη και ενός προοδευτικού φορολογικού συστήματος.
Από όλους τους δυνατούς τύπους φόρων, εκείνος που προσφέρεται περισσότερο για την παράλυση και την καταστροφή της λειτουργίας της αγοράς είναι ο φόρος υπερκερδών. Διότι, από όλα τα παραγωγικά εισοδήματα, τα κέρδη αποτελούν ένα σχετικά μικρό ποσό με τεράστια σημασία και επίδραση· είναι η κινητήρια δύναμη ολόκληρης της οικονομίας της αγοράς. Τα σήματα των κερδών και των ζημιών καθοδηγούν τους επιχειρηματίες και τους κεφαλαιούχους, οι οποίοι κατευθύνουν και ανακατευθύνουν διαρκώς τους παραγωγικούς πόρους της κοινωνίας με τους καλύτερους δυνατούς τρόπους και συνδυασμούς, ώστε να ικανοποιούν τις μεταβαλλόμενες επιθυμίες των καταναλωτών υπό μεταβαλλόμενες συνθήκες. Όταν παραλύει η επιδίωξη του κέρδους, τα κέρδη και οι ζημίες παύουν να λειτουργούν ως αποτελεσματικό κίνητρο και, επομένως, ως μέσο οικονομικού υπολογισμού στην οικονομία της αγοράς.
Είναι παράξενο ότι σε καιρό πολέμου, ακριβώς όταν η διατήρηση ενός αποτελεσματικού παραγωγικού συστήματος θα φαινόταν πιο επιτακτική, υψώνεται πάντοτε η κραυγή να «βγάλουμε τα κέρδη από τον πόλεμο». Αυτός ο ζήλος δεν φαίνεται ποτέ να στρέφεται με την ίδια σφοδρότητα εναντίον των σαφώς οφειλόμενων στον πόλεμο «κερδών» των χαλυβουργών από υψηλότερους μισθούς — παρά μόνο εναντίον των κερδών των επιχειρηματιών. Ασφαλώς δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος παράλυσης μιας πολεμικής προσπάθειας. Επιπλέον, η έννοια του «υπερβάλλοντος» απαιτεί κάποιο πρότυπο αναφοράς πάνω από το οποίο μπορεί να φορολογείται το κέρδος. Αυτό το πρότυπο μπορεί να είναι είτε ένα ορισμένο ποσοστό κέρδους, πράγμα που συνεπάγεται τις πολυάριθμες δυσχέρειες μέτρησης του κέρδους και του επενδεδυμένου κεφαλαίου σε κάθε επιχείρηση, είτε τα κέρδη μιας περιόδου βάσης πριν από την έναρξη του πολέμου. Το δεύτερο, που προτιμάται γενικά επειδή αποσπά ειδικά τα πολεμικά κέρδη, καθιστά την οικονομία ακόμη πιο χαοτική. Διότι σημαίνει ότι, ενώ το κράτος καταβάλλει κάθε προσπάθεια για μεγαλύτερη πολεμική παραγωγή, ο φόρος υπερκερδών δημιουργεί κάθε δυνατό κίνητρο για χαμηλότερη και αναποτελεσματική πολεμική παραγωγή. Εν ολίγοις, ο φόρος υπερκερδών τείνει να παγιώνει την παραγωγική διαδικασία στη μορφή που είχε κατά την περίοδο βάσης της ειρήνης. Και όσο περισσότερο διαρκεί ο πόλεμος, τόσο πιο παρωχημένη, αναποτελεσματική και παράλογη γίνεται η διάρθρωση της περιόδου βάσης.
Γ. Μετακύλιση και επίπτωση: Ένας φόρος σε έναν κλάδο
Καμία εξέταση της φορολογίας, όσο σύντομη και αν είναι, δεν μπορεί να παραβλέψει το περίφημο πρόβλημα της «μετακύλισης και επίπτωσης» των φόρων. Εν συντομία, ποιος πληρώνει έναν φόρο; Το πρόσωπο στο οποίο επιβάλλεται ή κάποιος άλλος στον οποίο το πρώτο μπορεί να «μετακυλίσει» τον φόρο; Όσο απίστευτο και αν φαίνεται, υπάρχουν ακόμη οικονομολόγοι που προσκολλώνται στην παλαιά θεωρία της «ίσης διάχυσης» της φορολογίας του δέκατου ένατου αιώνα, η οποία απλώς θεωρεί το πρόβλημα λήξαν διακηρύσσοντας ότι «όλοι οι φόροι μετακυλίονται σε όλους», οπότε δεν χρειάζεται να αναλυθεί ο καθένας χωριστά.14 Αυτή η σκοταδιστική τάση ενισχύεται από μια υπερβολικά ευρεία αντιμετώπιση της «μετακύλισης». Έτσι, αν επιβληθεί στον Jones φόρος εισοδήματος 80%, αυτός θα βλάψει όχι μόνο τον Jones αλλά και —μειώνοντας τόσο τα κίνητρα όσο και τις δυνατότητές του— άλλους καταναλωτές, μέσω του περιορισμού της εργασίας και της αποταμίευσης του Jones. Είναι, επομένως, αληθές ότι οι επιπτώσεις της φορολογίας διαχέονται προς τα έξω από το κέντρο του στόχου. Αυτό όμως απέχει πολύ από τον ισχυρισμό ότι ο Jones μπορεί απλώς να μετακυλίσει το φορολογικό βάρος στους ώμους άλλων. Η έννοια της «μετακύλισης» θα περιοριστεί εδώ στην περίπτωση κατά την οποία η πληρωμή ενός φόρου μπορεί να μεταφερθεί άμεσα από τον αρχικό πληρωτή σε κάποιον άλλο και δεν θα χρησιμοποιείται όταν άλλοι υφίστανται ζημία επιπροσθέτως του αρχικού φορολογουμένου. Οι τελευταίες αυτές συνέπειες μπορούν να ονομαστούν «έμμεσες επιπτώσεις» του φόρου.
Ο πρώτος κανόνας της μετακύλισης είναι ότι ένας φόρος εισοδήματος δεν μπορεί να μετακυλιστεί. Αυτή η άλλοτε αποδεκτή αλήθεια της οικονομικής επιστήμης αντικρούεται τώρα με τη δημοφιλή υπόθεση ότι, για παράδειγμα, ένας φόρος στους μισθούς θα ωθήσει τα συνδικάτα να απαιτήσουν υψηλότερους μισθούς για να αντισταθμίσουν τον φόρο και ότι, επομένως, ο φόρος στους μισθούς μετακυλίεται «προς τα εμπρός» στον εργοδότη, ο οποίος με τη σειρά του τον μετακυλίει εκ νέου προς τα εμπρός στο σύνολο των καταναλωτών. Και όμως, σχεδόν κάθε βήμα αυτής της ευρέως διακηρυσσόμενης ακολουθίας αποτελεί κραυγαλέα πλάνη. Είναι, κατ’ αρχάς, παράλογο να πιστεύει κανείς ότι οι εργαζόμενοι ή τα συνδικάτα περιμένουν ήσυχα έναν φόρο για να τους κινητοποιήσει να προβάλουν διεκδικήσεις. Οι εργαζόμενοι θέλουν πάντοτε υψηλότερους μισθούς· τα συνδικάτα απαιτούν πάντοτε περισσότερα. Το ερώτημα είναι: θα λάβουν περισσότερα; Δεν υπάρχει λόγος να θεωρούμε ότι μπορούν. Ένας εργαζόμενος μπορεί να λάβει μόνο την προεξοφλημένη αξία της οριακής παραγωγικότητας της εργασίας του. Καμία κραυγή δεν θα αυξήσει αυτή την παραγωγικότητα και, επομένως, καμία δεν μπορεί να αυξήσει τον μισθό που λαμβάνει από τον εργοδότη του. Τα συνδικαλιστικά αιτήματα για υψηλότερους μισθούς θα αντιμετωπιστούν όπως συνήθως, δηλαδή θα μπορούν να ικανοποιηθούν μόνο με τίμημα την ανεργία μέρους του εργατικού δυναμικού αυτού του κλάδου. Αυτό όμως ισχύει είτε έχει επιβληθεί φόρος στους μισθούς είτε όχι· ο φόρος δεν θα έχει καμία σχέση με τον τελικό μισθό που διαμορφώνεται στην αγορά.
Η ιδέα ότι ο εργοδότης θα μεταφέρει το αυξημένο κόστος στον καταναλωτή αποτελεί παράδειγμα της ίσως πιο διαδεδομένης πλάνης σχετικά με τη φορολογία: ότι οι επιχειρηματίες μπορούν απλώς να μετακυλίουν το υψηλότερο κόστος τους προς τα εμπρός, στους καταναλωτές, υπό τη μορφή υψηλότερων τιμών. Όλη η οικονομική θεωρία που εκτίθεται σε αυτό το βιβλίο καταδεικνύει το σφάλμα αυτού του δόγματος. Διότι η τιμή ενός δεδομένου προϊόντος καθορίζεται από τις κλίμακες ζήτησης των καταναλωτών. Τίποτε στο υψηλότερο κόστος ή στους υψηλότερους φόρους δεν αυξάνει, αυτό καθαυτό, αυτές τις κλίμακες· επομένως, οποιαδήποτε μεταβολή των τιμών πώλησης, είτε προς τα πάνω είτε προς τα κάτω, θα μειώσει τα έσοδα της συγκεκριμένης επιχείρησης. Διότι κάθε επιχείρηση στην αγορά τείνει να βρίσκεται ανά πάσα στιγμή στο «σημείο μέγιστου κέρδους» της σε σχέση με τους καταναλωτές. Οι τιμές βρίσκονται ήδη στο σημείο μέγιστης απόδοσης για την επιχείρηση· επομένως, υψηλότεροι φόροι ή άλλα κόστη που επιβάλλονται στην επιχείρηση θα μειώσουν τα καθαρά της εισοδήματα αντί να μεταφερθούν ομαλά και εύκολα στους καταναλωτές. Καταλήγουμε, λοιπόν, στο εξής σημαντικό συμπέρασμα: κανένας φόρος —όχι μόνο ο φόρος εισοδήματος— δεν μπορεί ποτέ να μετακυλιστεί προς τα εμπρός.
Ας υποθέσουμε ότι ένας ιδιαίτερα βαρύς φόρος —οποιουδήποτε τύπου— έχει επιβληθεί σε έναν συγκεκριμένο κλάδο: έστω στον κλάδο των οινοπνευματωδών ποτών. Ποιες θα είναι οι επιπτώσεις; Όπως έχουμε επισημάνει, ο φόρος δεν θα «μεταφερθεί» απλώς στους καταναλωτές.15 Αντιθέτως, η τιμή των οινοπνευματωδών θα παραμείνει η ίδια· το καθαρό εισόδημα των επιχειρήσεων θα μειωθεί. Αυτό θα σημαίνει ότι οι αποδόσεις του κεφαλαίου και της επιχειρηματικής δραστηριότητας στον κλάδο των οινοπνευματωδών θα είναι χαμηλότερες από ό,τι στους άλλους κλάδους της οικονομίας· οι οριακές επιχειρήσεις του κλάδου θα υποστούν ζημίες και θα διακόψουν τη λειτουργία τους· και, γενικά, παραγωγικοί πόροι κάθε είδους θα εξέλθουν από τον κλάδο των οινοπνευματωδών και θα εισρεύσουν σε άλλους κλάδους. Η μακροχρόνια επίπτωση, επομένως, είναι η μείωση της προσφοράς παραγόμενων οινοπνευματωδών και, συνεπώς, σύμφωνα με τον νόμο της προσφοράς και της ζήτησης, η αύξηση της τιμής τους στην αγορά. Ωστόσο, όπως είπαμε παραπάνω, αυτή η διαδικασία —αυτή η διάχυση της ζημίας σε ολόκληρη την οικονομία— δύσκολα μπορεί να ονομαστεί «μετακύλιση». Διότι ο φόρος δεν «μεταφέρεται» απλώς· φθάνει στους καταναλωτές μόνο μέσω της βλάβης που προκαλεί στον φορολογούμενο κλάδο. Το τελικό αποτέλεσμα θα είναι μια στρέβλωση στην κατανομή των συντελεστών παραγωγής· στον κλάδο των οινοπνευματωδών παράγονται πλέον λιγότερα αγαθά από όσα θα προτιμούσαν οι καταναλωτές, ενώ στον άλλο κλάδο παράγονται υπερβολικά πολλά αγαθά σε σχέση με τα οινοπνευματώδη.
Εν ολίγοις, οι φόροι μπορούν να «μετακυλιστούν προς τα πίσω» ευκολότερα παρά προς τα εμπρός. Αυστηρά μιλώντας, το αποτέλεσμα δεν είναι μετακύλιση, επειδή δεν πρόκειται για ανώδυνη διαδικασία. Είναι όμως σαφές ότι η διαδικασία προς τα πίσω —προς τους συντελεστές παραγωγής— συντελείται ταχύτερα και αμεσότερα από τις επιπτώσεις στους καταναλωτές. Διότι οι ζημίες ή τα μειωμένα κέρδη των επιχειρήσεων οινοπνευματωδών θα μειώσουν αμέσως τη ζήτησή τους για γη, εργασία και κεφαλαιουχικούς συντελεστές παραγωγής· αυτή η υποχώρηση των κλιμάκων ζήτησης θα μειώσει τους μισθούς και τις προσόδους στον κλάδο των οινοπνευματωδών· και οι χαμηλότερες αυτές απολαβές θα προκαλέσουν μετατόπιση εργασίας, γης και κεφαλαίου από τα οινοπνευματώδη προς άλλους κλάδους. Η ταχεία «μετακύλιση προς τα πίσω» συνάδει με την «αυστριακή» θεωρία της κατανάλωσης και της παραγωγής που αναπτύχθηκε σε αυτόν τον τόμο· διότι οι τιμές των συντελεστών καθορίζονται από τις τιμές πώλησης των αγαθών που παράγουν και όχι το αντίστροφο — το οποίο θα έπρεπε να είναι το συμπέρασμα του αφελούς δόγματος της «μετακύλισης προς τα εμπρός».
Πρέπει να σημειωθεί ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, ο ίδιος ο κλάδος μπορεί να υποδέχεται ευνοϊκά έναν φόρο που του επιβάλλεται, προκειμένου να παρασχεθεί στις υπεροριακές επιχειρήσεις ένα έμμεσο αλλά αποτελεσματικό μονοπωλιακό προνόμιο. Έτσι, ένας κατ’ αποκοπήν φόρος «αδείας» θα παράσχει ιδιαίτερο προνόμιο στις επιχειρήσεις που διαθέτουν μεγαλύτερα κεφάλαια και μπορούν ευκολότερα να καταβάλουν το τέλος.
Δ. Μετακύλιση και επίπτωση: Ένας γενικός φόρος πωλήσεων
Το δημοφιλέστερο παράδειγμα φόρου που υποτίθεται ότι μετακυλίεται προς τα εμπρός είναι ο γενικός φόρος πωλήσεων. Ασφαλώς, για παράδειγμα, αν το κράτος επιβάλει έναν ενιαίο φόρο 20% σε όλες τις λιανικές πωλήσεις, και αν μπορούμε να κάνουμε την απλουστευτική υπόθεση ότι ο φόρος μπορεί να εφαρμόζεται εξίσου αποτελεσματικά παντού, τότε οι επιχειρήσεις απλώς θα «μεταφέρουν» στους καταναλωτές την αύξηση του 20% σε όλες τις τιμές. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν υπάρχει κανένας τρόπος να αυξηθούν καθόλου οι τιμές! Όπως στην περίπτωση ενός συγκεκριμένου κλάδου, οι τιμές είχαν ήδη διαμορφωθεί, ή περίπου διαμορφωθεί, στα σημεία μέγιστων καθαρών εσόδων για τις επιχειρήσεις. Τα αποθέματα αγαθών ή συντελεστών δεν έχουν ακόμη μεταβληθεί, ούτε οι κλίμακες ζήτησης. Πώς, λοιπόν, θα μπορούσαν να αυξηθούν οι τιμές; Επιπλέον, αν εξετάσουμε το γενικό σύνολο των τιμών, όπως αρμόζει όταν πραγματευόμαστε έναν γενικό φόρο πωλήσεων, αυτές καθορίζονται από την προσφορά και τη ζήτηση χρήματος, τόσο από την πλευρά των αγαθών όσο και από την πλευρά του χρήματος. Για να αυξηθεί το γενικό σύνολο των τιμών, πρέπει είτε να αυξηθεί η προσφορά χρήματος είτε να μειωθεί η κλίμακα ζήτησης χρήματος, είτε να συμβούν και τα δύο. Τίποτε σε έναν γενικό φόρο πωλήσεων δεν προκαλεί μεταβολή σε κανέναν από αυτούς τους προσδιοριστικούς παράγοντες.16
Επιπλέον, οι μακροχρόνιες επιπτώσεις ενός γενικού φόρου πωλήσεων στις τιμές θα είναι μικρότερες από ό,τι στην περίπτωση ενός ισοδύναμου επιλεκτικού φόρου κατανάλωσης. Ένας φόρος σε συγκεκριμένο κλάδο, όπως τα οινοπνευματώδη, θα ωθήσει πόρους έξω από αυτόν τον κλάδο και προς άλλους, και, επομένως, η σχετική τιμή του φορολογούμενου εμπορεύματος θα αυξηθεί τελικά. Σε έναν γενικό φόρο πωλήσεων που εφαρμόζεται ομοιόμορφα, όμως, δεν υπάρχει περιθώριο για τέτοιες μετατοπίσεις πόρων.17
Ο μύθος ότι ένας φόρος πωλήσεων μπορεί να μετακυλιστεί προς τα εμπρός είναι ανάλογος με τον μύθο ότι μια γενική αύξηση μισθών που επιβάλλεται από τα συνδικάτα μπορεί να μετακυλιστεί προς τα εμπρός, σε υψηλότερες τιμές για τους καταναλωτές, «προκαλώντας πληθωρισμό». Δεν υπάρχει εδώ κανένας τρόπος να αυξηθεί το γενικό σύνολο των τιμών, και το μόνο δυνατό αποτέλεσμα μιας τέτοιας αύξησης μισθών είναι η μαζική ανεργία.18
Κατά την εξέταση του γενικού φόρου πωλήσεων, πολλοί παραπλανώνται από το γεγονός ότι η τιμή που καταβάλλει ο καταναλωτής περιλαμβάνει αναγκαστικά τον φόρο. Αν κάποιος πάει στον κινηματογράφο και πληρώσει εισιτήριο 1,00 USD και δει σε εμφανές σημείο την πληροφορία ότι αυτό καλύπτει μια «τιμή» 0,85 USD και φόρο 0,15 USD, τείνει να συμπεράνει ότι ο φόρος απλώς προστέθηκε στην «τιμή». Αλλά η τιμή είναι 1,00 USD, όχι 0,85 USD· το δεύτερο ποσό είναι απλώς το έσοδο που απομένει στην επιχείρηση μετά τους φόρους. Το έσοδο της επιχείρησης έχει, στην πράξη, μειωθεί ώστε να καταβληθούν οι φόροι.
Αυτή ακριβώς είναι η συνέπεια ενός γενικού φόρου πωλήσεων. Η άμεση επίπτωσή του μειώνει τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων κατά το ποσό του φόρου. Μακροχρόνια, φυσικά, οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να πληρώνουν τον φόρο, καθώς η απώλεια των ακαθάριστων εσόδων τους καταλογίζεται προς τα πίσω, στο εισόδημα από τόκους των κεφαλαιούχων και στους μισθούς και τις προσόδους των κατόχων πρωτογενών συντελεστών — της εργασίας και της βασικής γης. Η μείωση των ακαθάριστων εσόδων των επιχειρήσεων λιανικής αντανακλάται προς τα πίσω ως μειωμένη ζήτηση για τα προϊόντα όλων των επιχειρήσεων ανώτερων σταδίων παραγωγής. Το κύριο αποτέλεσμα ενός γενικού φόρου πωλήσεων είναι η γενική μείωση των καθαρών εσόδων που αποφέρουν οι πρωτογενείς συντελεστές. Ο φόρος πωλήσεων έχει μετακυλιστεί προς τα πίσω, στις αποδόσεις των πρωτογενών συντελεστών — στους τόκους και σε όλους τους μισθούς και τις γαιοπροσόδους. Κάθε πρωτογενής συντελεστής παραγωγής δεν αποφέρει πλέον το προεξοφλημένο οριακό προϊόν του. Οι πρωτογενείς συντελεστές αποφέρουν τώρα λιγότερα από τα προεξοφλημένα οριακά προϊόντα αξίας τους, και η μείωση συνίσταται στον φόρο πωλήσεων που καταβάλλεται στο κράτος.
Ας εντάξουμε τώρα αυτή την ανάλυση της επίπτωσης ενός γενικού φόρου πωλήσεων στην προηγούμενη γενική ανάλυσή μας για τα οφέλη και τα βάρη της φορολογίας. Αυτό γίνεται αν θυμηθούμε ότι τα φορολογικά έσοδα δαπανώνται με τη σειρά τους από το κράτος. Είτε το κράτος δαπανά τα χρήματα για πόρους που προορίζονται για τις δικές του δραστηριότητες είτε απλώς μεταβιβάζει τα χρήματα σε ανθρώπους που επιδοτεί, το αποτέλεσμα είναι η μετατόπιση της καταναλωτικής και επενδυτικής ζήτησης από ιδιωτικά χέρια προς το κράτος ή προς άτομα που υποστηρίζονται από το κράτος, κατά το ποσό των φορολογικών εσόδων. Ο φόρος έχει τελικά επιβληθεί στα εισοδήματα των πρωτογενών συντελεστών και τα χρήματα έχουν μεταφερθεί από τα χέρια των κατόχων τους στο κράτος. Το εισόδημα του κράτους και εκείνων που επιδοτούνται από αυτό έχει αυξηθεί εις βάρος των παραγωγών των φορολογικών εσόδων και, επομένως, η καταναλωτική και επενδυτική ζήτηση στην αγορά έχει μετατοπιστεί από τους παραγωγούς προς εκείνους που τους απαλλοτριώνουν κατά το ποσό του φόρου. Κατά συνέπεια, η αξία της νομισματικής μονάδας θα παραμείνει αμετάβλητη —εκτός αν διαφέρει η ζήτηση χρήματος μεταξύ φορολογουμένων και καταναλωτών φορολογικών εσόδων—, αλλά η διάρθρωση των τιμών θα μεταβληθεί σύμφωνα με τη μετατόπιση της ζήτησης. Έτσι, αν η αγορά δαπανούσε μεγάλα ποσά για ενδύματα και το κράτος χρησιμοποιεί τα έσοδα κυρίως για την αγορά όπλων, θα υπάρξει πτώση της τιμής των ενδυμάτων και άνοδος της τιμής των όπλων, καθώς και τάση μετακίνησης των μη ειδικών συντελεστών από την παραγωγή ενδυμάτων προς την παραγωγή οπλισμού.
Ως αποτέλεσμα, δεν θα υπάρξει τελικά, όπως θα μπορούσε να υποτεθεί, αναλογική μείωση κατά 20% όλων των εισοδημάτων των πρωτογενών συντελεστών εξαιτίας ενός γενικού φόρου πωλήσεων 20%. Οι ειδικοί συντελεστές σε κλάδους που έχουν χάσει εργασίες λόγω της μετατόπισης από την ιδιωτική στην κρατική ζήτηση θα χάσουν αναλογικά περισσότερο εισόδημα· οι ειδικοί συντελεστές σε κλάδους των οποίων η ζήτηση αυξάνεται θα χάσουν αναλογικά λιγότερο — ορισμένοι μπορεί να ωφεληθούν τόσο ώστε να αποκομίσουν απόλυτο όφελος από τη μεταβολή. Οι μη ειδικοί συντελεστές δεν θα επηρεαστούν αναλογικά τόσο πολύ, αλλά και αυτοί θα χάσουν ή θα κερδίσουν ανάλογα με τη διαφορά που προκαλεί η συγκεκριμένη μετατόπιση της ζήτησης στην οριακή παραγωγικότητά τους σε όρους αξίας.
Πρέπει να επισημανθεί με ιδιαίτερη προσοχή ότι ο γενικός φόρος πωλήσεων αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτυχίας φορολόγησης της κατανάλωσης. Συνήθως θεωρείται ότι ο φόρος πωλήσεων επιβαρύνει την κατανάλωση και όχι το εισόδημα ή το κεφάλαιο. Διαπιστώνουμε, όμως, ότι ο φόρος πωλήσεων μειώνει όχι μόνο την κατανάλωση αλλά και τα εισοδήματα των πρωτογενών συντελεστών. Ο γενικός φόρος πωλήσεων είναι, επομένως, φόρος εισοδήματος, αν και αρκετά άτακτος ως προς τον τρόπο επιβολής του. Πολλοί «δεξιοί» οικονομολόγοι έχουν υποστηρίξει τη γενική φορολογία πωλήσεων αντί της φορολογίας εισοδήματος, με το επιχείρημα ότι η πρώτη φορολογεί την κατανάλωση αλλά όχι την αποταμίευση και τις επενδύσεις· πολλοί «αριστεροί» οικονομολόγοι έχουν αντιταχθεί στη φορολογία πωλήσεων για τον ίδιο λόγο. Και οι δύο σφάλλουν· ο φόρος πωλήσεων είναι φόρος εισοδήματος, αν και με περισσότερο άτακτη και αβέβαιη επίπτωση. Η κύρια επίδραση του γενικού φόρου πωλήσεων θα είναι εκείνη του φόρου εισοδήματος: η μείωση της κατανάλωσης και της αποταμίευσης και επένδυσης των φορολογουμένων.19 Πράγματι, εφόσον, όπως είδαμε, ο φόρος εισοδήματος από τη φύση του επιβαρύνει περισσότερο την αποταμίευση και τις επενδύσεις από ό,τι την κατανάλωση, καταλήγουμε στο παράδοξο και σημαντικό συμπέρασμα ότι ένας φόρος στην κατανάλωση θα επιβαρύνει, στην τελική του επίπτωση, περισσότερο την αποταμίευση και τις επενδύσεις παρά την κατανάλωση.
Ε. Ένας φόρος στις αξίες της γης
Όπου και αν επιπίπτουν οι φόροι, μαραίνουν, παρεμποδίζουν και στρεβλώνουν την παραγωγική δραστηριότητα της αγοράς. Είναι σαφές ότι ένας φόρος στους μισθούς θα στρεβλώσει την κατανομή της εργασιακής προσπάθειας, ένας φόρος στα κέρδη θα παραλύσει τον κινητήριο μηχανισμό κερδών και ζημιών της οικονομίας, ένας φόρος στους τόκους θα τείνει να αναλώσει το κεφάλαιο κ.ο.κ. Μια ευρέως αποδεκτή εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα είναι το δόγμα του Henry George ότι οι ιδιοκτήτες της βασικής γης δεν επιτελούν καμία παραγωγική λειτουργία και ότι, επομένως, το κράτος μπορεί ακίνδυνα να φορολογεί την αξία της ίδιας της γης χωρίς να μειώνει την προσφορά παραγωγικών υπηρεσιών στην αγορά. Αυτή είναι η οικονομική, σε αντιδιαστολή προς την ηθική, θεμελίωση του περίφημου «ενιαίου φόρου». Δυστυχώς, ελάχιστοι οικονομολόγοι έχουν αμφισβητήσει αυτή τη βασική υπόθεση· η πρόταση του ενιαίου φόρου απορρίπτεται γενικά για λόγους καθαρά πρακτικούς —«δεν υπάρχει τρόπος να διακριθεί στην πράξη η αξία της ίδιας της γης από την αξία των βελτιώσεών της»— ή συντηρητικούς —«έχουν επενδυθεί πάρα πολλά στη γη για να απαλλοτριωθούν τώρα οι γαιοκτήμονες».20
Και όμως, αυτός ο κεντρικός ισχυρισμός των οπαδών του George είναι εντελώς εσφαλμένος. Ο ιδιοκτήτης της βασικής γης παρέχει μια πολύ σημαντική παραγωγική υπηρεσία. Εντοπίζει εκτάσεις γης, τις θέτει σε χρήση και κατόπιν τις κατανέμει σε εκείνους τους πλειοδότες που μπορούν να τις αξιοποιήσουν με τη μεγαλύτερη παραγωγικότητα σε όρους αξίας. Δεν πρέπει να μας παραπλανά το γεγονός ότι το φυσικό απόθεμα γης είναι δεδομένο σε κάθε χρονική στιγμή. Στην περίπτωση της γης, όπως και άλλων υλικών αγαθών, δεν πωλείται μόνο το φυσικό αγαθό, αλλά μαζί του ένα ολόκληρο σύνολο υπηρεσιών — μεταξύ των οποίων η υπηρεσία της μεταβίβασης της κυριότητας από τον πωλητή στον αγοραστή και της αποτελεσματικής πραγματοποίησης αυτής της μεταβίβασης. Η βασική γη δεν υπάρχει απλώς· πρέπει να διατίθεται στον χρήστη από τον ιδιοκτήτη — ένας άνθρωπος, φυσικά, μπορεί να επιτελεί και τις δύο λειτουργίες όταν η γη είναι «καθετοποιημένη».21 Ο γαιοκτήμονας αποκομίζει τις υψηλότερες γαιοπροσόδους κατανέμοντας τις εκτάσεις γης στις χρήσεις τους που είναι παραγωγικότερες σε όρους αξίας, δηλαδή σε εκείνες που επιθυμούν περισσότερο οι καταναλωτές. Ειδικότερα, δεν πρέπει να παραβλέπουμε τη σημασία της τοποθεσίας και την παραγωγική υπηρεσία του ιδιοκτήτη της γης, ο οποίος εξασφαλίζει τις παραγωγικότερες τοποθεσίες για κάθε συγκεκριμένη χρήση.
Η άποψη ότι η θέση εκτάσεων γης σε χρήση και η απόφαση σχετικά με την τοποθεσία τους δεν είναι πραγματικά «παραγωγικές» αποτελεί κατάλοιπο της παλαιάς κλασικής αντίληψης ότι μια υπηρεσία που δεν «δημιουργεί» απτά κάτι υλικό δεν είναι «πραγματικά» παραγωγική.22 Στην πραγματικότητα, αυτή η λειτουργία είναι εξίσου παραγωγική με οποιαδήποτε άλλη και, μάλιστα, ιδιαίτερα ζωτική. Η παρεμπόδιση και η καταστροφή αυτής της λειτουργίας θα κατέστρεφαν την οικονομία της αγοράς.23
ΣΤ. Φορολόγηση της «υπερβάλλουσας αγοραστικής δύναμης»
Σε αυτή την κατ’ ανάγκην συνοπτική επισκόπηση των κυριότερων σημείων της θεωρίας της φορολογίας, έχουμε χώρο για μία μόνο ακόμη παρατήρηση: μια κριτική της πολύ διαδεδομένης άποψης ότι, σε μια περίοδο οικονομικής άνθησης, το κράτος πρέπει να αυξάνει τη φορολογία «για να απορροφήσει την υπερβάλλουσα αγοραστική δύναμη» και έτσι να ανακόψει τον πληθωρισμό και να σταθεροποιήσει την οικονομία. Θα εξετάσουμε παρακάτω τα προβλήματα του πληθωρισμού, της σταθεροποίησης και του οικονομικού κύκλου· εδώ ας επισημάνουμε το παράδοξο της υπόθεσης ότι ένας φόρος αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, μικρότερο κοινωνικό κόστος, μικρότερο βάρος, από μια τιμή. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι, σε περίοδο άνθησης, οι κύριοι A, B και C, με τα χρήματα που διαθέτουν, θα δαπανούσαν ένα ορισμένο ποσό για κάποιο εμπόρευμα —ας πούμε πίπες— σε μια ορισμένη τιμή της αγοράς, για παράδειγμα 10 USD ανά πίπα. Το κράτος αποφασίζει ότι πρόκειται για μια εξαιρετικά ατυχή κατάσταση, ότι η τιμή της αγοράς είναι —σύμφωνα με κάποιο αυθαίρετο, αδημοσιοποίητο κριτήριο— «υπερβολικά υψηλή» και ότι, επομένως, πρέπει να βοηθήσει τους υπηκόους του αφαιρώντας τους τα χρήματα μέσω της φορολογίας και μειώνοντας έτσι τις τιμές. Ας υποθέσουμε, πράγματι, ότι οι A, B και C φορολογούνται αρκετά ώστε η τιμή της πίπας να μειωθεί, ας πούμε, στα 8 USD. Με ποιον συλλογισμό βρίσκονται σε καλύτερη θέση, τώρα που οι φόροι έχουν αυξηθεί ακριβώς κατά το ποσό κατά το οποίο έχουν συρρικνωθεί τα χρηματικά τους διαθέσιμα; Εν ολίγοις, η «φορολογική τιμή» έχει αυξηθεί προκειμένου να μειωθούν οι τιμές άλλων αγαθών. Γιατί μια εκούσια τιμή, την οποία οι αγοραστές καταβάλλουν πρόθυμα και οι πωλητές αποδέχονται, είναι κατά κάποιον τρόπο «κακή» ή επαχθής για τους αγοραστές, ενώ ταυτόχρονα μια «τιμή» που επιβάλλεται καταναγκαστικά στους ίδιους αγοραστές για αμφίβολες κρατικές υπηρεσίες, των οποίων την ανάγκη δεν έχουν καταδείξει, είναι κατά κάποιον τρόπο «καλή»; Γιατί οι υψηλές τιμές είναι επαχθείς και οι υψηλοί φόροι όχι;
Σημειώσεις
Στην ενότητα αυτή θα είναι πιο εύχρηστο να χρησιμοποιήσουμε δολάρια αντί για ουγγιές χρυσού· εξακολουθούμε, όμως, να υποθέτουμε πλήρη ισοδυναμία μεταξύ δολαρίων και ποσοτήτων χρυσού κατά βάρος. Δεν εξετάζουμε τη νομισματική παρέμβαση πριν από το τέλος αυτού του κεφαλαίου. ↩︎
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι πόροι θα εξέλθουν απευθείας από την κοσμηματοποιία και θα εισρεύσουν στη χαρτοβιομηχανία. Είναι πιθανότερο οι πόροι να εισρέουν και να εκρέουν από κλάδους παρόμοιους μεταξύ τους ως προς τα επαγγέλματα και τη γεωγραφική θέση, και να αναπροσαρμόζονται σταδιακά, από τον έναν κλάδο στον επόμενο. ↩︎
Στον μακροχρόνιο ορίζοντα της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας (ERE), φυσικά, όλες οι επιχειρήσεις σε όλους τους κλάδους αποκομίζουν ενιαία απόδοση τόκου, και το μεγαλύτερο μέρος των κερδών ή των ζημιών καταλογίζεται προς τα πίσω στους πρωτογενείς ειδικούς συντελεστές. ↩︎
Για περαιτέρω εξέταση των οικονομικών επιπτώσεων της φορολογίας, βλ. την επόμενη ενότητα. ↩︎
Μια τέταρτη μέθοδος, τα έσοδα από την πώληση κρατικών αγαθών ή υπηρεσιών, αποτελεί ιδιόμορφη μορφή φορολογίας· τουλάχιστον, για να αποκτηθούν τα αρχικά περιουσιακά στοιχεία αυτής της «επιχείρησης», απαιτείται φορολογία. ↩︎
Στις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες, όπου η εγχρήματη οικονομία αναδύεται ακόμη από την ανταλλακτική οικονομία, οποιοδήποτε δεδομένο ποσό φορολογίας θα έχει ακόμη δραστικότερη επίδραση: διότι θα καταστήσει τα χρηματικά εισοδήματα πολύ λιγότερο ελκυστικά και θα μετατοπίσει τις προσπάθειες των ανθρώπων από την απόκτηση χρημάτων και πάλι προς αφορολόγητες διευθετήσεις ανταλλαγής σε είδος. Η φορολογία μπορεί, επομένως, να επιβραδύνει αποφασιστικά την εξέλιξη από μια ανταλλακτική σε μια εγχρήματη οικονομία ή ακόμη και να αντιστρέψει τη διαδικασία. Βλ. C. Lowell Harriss, «Public Finance», στο Bernard F. Haley, επιμ., A Survey of Contemporary Economics (Homewood, Ill.: Richard D. Irwin, 1952), σ. 264. Για μια πρακτική εφαρμογή, βλ. P.T. Bauer, «The Economic Development of Nigeria», Journal of Political Economy, Οκτώβριος 1955, σ. 400 κ.ε.
Αν ένα κράτος επιβάλλει φόρους σε είδος, τότε δεν μεσολαβεί κανένα χρονικό διάστημα μεταξύ της φορολόγησης και της αφαίρεσης φυσικών πόρων από τον ιδιωτικό τομέα. Και τα δύο συντελούνται με την ίδια πράξη. ↩︎
Για να επέλθει αυτή η μετατόπιση, πρέπει να μειωθούν τα πραγματικά χρηματικά διαθέσιμα του ατόμου, όχι μόνο το ονομαστικό ποσό τους σε χρηματικές μονάδες. Αν, λοιπόν, αντί αυτού του φόρου υπάρξει αποπληθωρισμός στην κοινωνία και η αξία της νομισματικής μονάδας αυξηθεί παντού κατά περίπου την ίδια αναλογία, τότε η ονομαστική μείωση του αποθέματος χρήματος κάθε ατόμου δεν θα αποτελεί πραγματική μείωση και, επομένως, τα ενεργά ποσοστά χρονικής προτίμησης θα παραμείνουν αμετάβλητα. Στην περίπτωση της φορολογίας εισοδήματος δεν θα επέλθει αποπληθωρισμός, καθώς το κράτος θα δαπανήσει τα έσοδα αντί να συρρικνώσει την προσφορά χρήματος. Ακόμη και στη σπάνια περίπτωση κατά την οποία όλο το χρήμα των φόρων εξαλείφεται από το κράτος, τα φορολογούμενα άτομα θα χάσουν περισσότερα από τους άλλους και, επομένως, θα χάσουν μέρος των πραγματικών χρηματικών διαθεσίμων τους. ↩︎
Πρβλ. Irving και Herbert W. Fisher, Constructive Income Taxation (New York: Harper & Bros., 1942). Το «διπλός» χρησιμοποιείται με την έννοια της επιβολής σε δύο περιπτώσεις, όχι του αριθμητικού διπλασιασμού. ↩︎
Οι οικονομολόγοι αυτοί γενικά καταλήγουν ότι πρέπει να φορολογείται όχι το εισόδημα αλλά μόνο η κατανάλωση, ως το μόνο «πραγματικό» εισόδημα. ↩︎
Η μεροληψία υπέρ των επενδύσεων, ή της «ανάπτυξης», και εις βάρος της παρούσας κατανάλωσης είναι παρόμοια με την επίθεση κατά της παρούσας κατανάλωσης από τους υποστηρικτές της διατήρησης των φυσικών πόρων. Τι το τόσο αξιέπαινο έχει η μελλοντική κατανάλωση και τι το τόσο ανάξιο η κατανάλωση στο παρόν; Ίσως αυτό που έχουμε εδώ είναι η αθέμιτη λαθραία εισαγωγή των λιγότερο ορθολογικών πτυχών της «προτεσταντικής ηθικής» στην οικονομική επιστήμη. Από τα πολλά προβλήματα που ανακύπτουν, μπορούμε να αναφέρουμε ένα εδώ: ποια μη αυθαίρετα ποσοτικά κριτήρια φειδούς μπορεί να θεσπίσει ο οικονομολόγος, όταν παραμερίζεται η απόφαση της ελεύθερης αγοράς; ↩︎
Αυτό ισχύει αν παραβλέψουμε επίσης τις σοβαρές εννοιολογικές δυσχέρειες ως προς τον ορισμό του «εισοδήματος», τον συνυπολογισμό της τεκμαρτής χρηματικής αξίας της εργασίας που εκτελείται μέσα στο νοικοκυριό, τον υπολογισμό του μέσου όρου κυμαινόμενων εισοδημάτων σε διάφορα έτη κ.λπ. ↩︎
Δεν παραδεχόμαστε εδώ ότι το «κόστος» καθορίζει τις «τιμές». Το γενικό σύνολο των τελικών τιμών καθορίζει το γενικό σύνολο των τιμών κόστους· στη συνέχεια, όμως, η βιωσιμότητα των επιχειρήσεων εξαρτάται από το αν η τιμή που είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν οι άνθρωποι για τα συγκεκριμένα προϊόντα τους αρκεί για την κάλυψη του κόστους, το οποίο καθορίζεται σε ολόκληρη την αγορά. ↩︎
Από την εποχή του Adam Smith, οι οικονομολόγοι επιχειρούν, εσφαλμένα, να χρησιμοποιήσουν την αρχή του οφέλους για να δικαιολογήσουν την αναλογική, ακόμη και την προοδευτική, φορολογία, με το επιχείρημα ότι οι άνθρωποι ωφελούνται «από την κοινωνία» αναλογικά, ή ακόμη και περισσότερο από αναλογικά, προς τα εισοδήματά τους. Είναι όμως σαφές ότι οι πλούσιοι ωφελούνται λιγότερο από υπηρεσίες όπως η αστυνομική προστασία, καθώς έχουν μεγαλύτερη οικονομική δυνατότητα από τους φτωχούς να πληρώνουν για τη δική τους προστασία. Και οι πλούσιοι δεν αποκομίζουν κανένα όφελος από τις δαπάνες πρόνοιας. Επομένως, οι πλούσιοι αποκομίζουν από το κράτος λιγότερα οφέλη, σε απόλυτους όρους, από τους φτωχούς, και η αρχή του οφέλους δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη δικαιολόγηση της αναλογικής ή της προοδευτικής φορολογίας.
Θα μπορούσε όμως να αντιταχθεί: δεν μπορούμε να πούμε ότι καθένας αποκομίζει από την «κοινωνία», αν και όχι από το κράτος, οφέλη ανάλογα προς το εισόδημά του; Πρώτον, αυτό δεν μπορεί να αποδειχθεί. Στην πραγματικότητα, το αντίθετο επιχείρημα θα ήταν ακριβέστερο: διότι, εφόσον τόσο ο A όσο και ο B συμμετέχουν στην κοινωνία και στα οφέλη της, οποιαδήποτε διαφορά εισοδήματος μεταξύ του A και του B πρέπει να οφείλεται στη δική τους ιδιαίτερη αξία και όχι στην κοινωνία. Ασφαλώς, ίσα οφέλη από την κοινωνία δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να συναχθεί ένας αναλογικός φόρος. Και, επιπλέον, ακόμη και αν το επιχείρημα ήταν αληθές, με ποια ταχυδακτυλουργία μπορούμε να πούμε ότι η «κοινωνία» ταυτίζεται με το κράτος; Αν οι A, B και C, παραγωγοί στην αγορά, ωφελούνται από την ύπαρξη ο ένας του άλλου ως «κοινωνίας», πώς μπορεί το G, το κράτος, να χρησιμοποιήσει αυτό το γεγονός για να θεμελιώσει την αξίωσή του επί του πλούτου τους; ↩︎
Για μια κριτική αυτού του δόγματος, βλ. E.R.A. Seligman, The Shifting and Incidence of Taxation (New York: Macmillan & Co., 1899), σσ. 122–136. ↩︎
Οι επιχειρηματίες είναι ιδιαίτερα επιρρεπείς σε αυτό το επιχείρημα της «μεταφοράς» — προφανώς προσπαθώντας να πείσουν τους καταναλωτές ότι αυτοί είναι που πληρώνουν στην πραγματικότητα κάθε φόρο στον συγκεκριμένο κλάδο. Ωστόσο, το επιχείρημα διαψεύδεται σαφώς από τον ίδιο τον ζήλο κάθε κλάδου να μειωθούν οι φόροι του και να αντισταθεί σε αύξησή τους. Αν οι φόροι μπορούσαν πράγματι να μετακυλίονται τόσο εύκολα και οι επιχειρηματίες ήταν απλώς άμισθοι εισπράκτορες του κράτους, δεν θα διαμαρτύρονταν ποτέ για έναν φόρο στον κλάδο τους. Ίσως αυτός να είναι ο λόγος για τον οποίο σχεδόν κανένας επιχειρηματίας δεν έχει διαμαρτυρηθεί επειδή λειτουργεί ως εισπράκτορας των παρακρατούμενων φόρων των εργαζομένων του! ↩︎
Θα μπορούσε να προβληθεί η ένσταση ότι οι επιχειρήσεις μπορούν να μεταφέρουν τον φόρο πωλήσεων επειδή πρόκειται για γενική αύξηση που αφορά όλες τις επιχειρήσεις. Πέρα από το γεγονός ότι κανένας σχετικός γενικός παράγοντας —προσφορά ή ζήτηση χρήματος— δεν έχει αυξηθεί, η μεμονωμένη επιχείρηση εξακολουθεί να ενδιαφέρεται μόνο για τη δική της καμπύλη ζήτησης, και οι καμπύλες αυτές δεν έχουν μετατοπιστεί. Μια αύξηση φόρου δεν έχει κάνει τίποτε που να καθιστά μια υψηλότερη τιμή πιο επικερδή από ό,τι ήταν προηγουμένως. ↩︎
Οι πόροι μπορούν τώρα να μετακινηθούν μόνο από την εργασία στην αδράνεια ή στην ανταλλαγή σε είδος. Αυτό, φυσικά, μπορεί να συμβεί και πιθανότατα θα συμβεί· εφόσον, όπως θα δούμε παρακάτω, ο φόρος πωλήσεων είναι φόρος στα εισοδήματα, η αύξηση του κόστους ευκαιρίας του ελεύθερου χρόνου μπορεί να ωθήσει ορισμένους εργαζομένους στην αδράνεια και, έτσι, να μειώσει την ποσότητα των παραγόμενων αγαθών. Στον βαθμό αυτό, οι τιμές θα αυξηθούν τελικά, αν και κάθε άλλο παρά με τον ομαλό, άμεσο, αναλογικό τρόπο της «μετακύλισης». Βλ. το πρωτοποριακό άρθρο του Harry Gunnison Brown, «The Incidence of a General Output or a General Sales Tax», ανατυπωμένο στο R.A. Musgrave και C.S. Shoup, επιμ., Readings in the Economics of Taxation (Homewood, Ill.: Richard D. Irwin, 1959), σσ. 330–339. Μολονότι αυτή ήταν η πρώτη σύγχρονη επίθεση στην πλάνη ότι οι φόροι πωλήσεων μετακυλίονται προς τα εμπρός, ο Brown δυστυχώς αποδυνάμωσε τις συνέπειες αυτής της θέσης προς το τέλος του άρθρου του. ↩︎
Φυσικά, αν μετά από μια αύξηση μισθών αυξηθεί η προσφορά χρήματος και επεκταθεί η πίστωση, οι τιμές μπορούν να αυξηθούν, ώστε οι χρηματικοί μισθοί να μην υπερβαίνουν πλέον τα προεξοφλημένα οριακά προϊόντα αξίας τους. ↩︎
Ο κ. Frank Chodorov, στο έργο του The Income Tax—Root of All Evil (New York: Devin-Adair, 1954), δεν προσδιορίζει ποιος άλλος τύπος φόρου θα ήταν «καλύτερος», από τη σκοπιά της ελεύθερης αγοράς, από τον φόρο εισοδήματος. Από τη συζήτησή μας είναι σαφές ότι ελάχιστοι πράγματι φόροι δεν θα είναι εξίσου κακοί με τον φόρο εισοδήματος από τη σκοπιά της ελεύθερης αγοράς. Ασφαλώς, η φορολογία πωλήσεων ή η ειδική φορολογία κατανάλωσης δεν ανταποκρίνονται σε αυτή την απαίτηση.
Επιπλέον, ο κ. Chodorov ασφαλώς σφάλλει όταν χαρακτηρίζει τους φόρους εισοδήματος και κληρονομίας ως τις μόνες μορφές φορολογίας που αρνούνται το δικαίωμα ατομικής ιδιοκτησίας. Κάθε φόρος ανεξαιρέτως προσβάλλει το δικαίωμα ιδιοκτησίας, και δεν υπάρχει τίποτε σε έναν «έμμεσο φόρο» που να καθιστά την προσβολή λιγότερο σαφή. Είναι αλήθεια ότι ένας φόρος εισοδήματος υποχρεώνει τον υποκείμενο σε αυτόν να τηρεί αρχεία και να αποκαλύπτει τις προσωπικές του συναλλαγές, επιβάλλοντας έτσι πρόσθετη απώλεια χρησιμότητας. Ο φόρος πωλήσεων, όμως, επίσης επιβάλλει την τήρηση αρχείων· η διαφορά είναι και πάλι διαφορά βαθμού και όχι είδους, καθώς εδώ η άμεση υποχρέωση αφορά μόνο τους καταστηματάρχες λιανικής και όχι το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. ↩︎
Έτσι, ακόμη και ένας τόσο διακεκριμένος οικονομολόγος όσο ο F.A. Hayek έγραψε πρόσφατα:
Αυτό το σχέδιο [ο ενιαίος φόρος] για την κοινωνικοποίηση της γης είναι, ως προς τη λογική του, πιθανότατα το πιο σαγηνευτικό και εύλογο από όλα τα σοσιαλιστικά σχέδια. Αν οι πραγματολογικές υποθέσεις στις οποίες στηρίζεται ήταν ορθές, δηλαδή αν ήταν δυνατόν να διακριθεί σαφώς η αξία των «μόνιμων και άφθαρτων δυνάμεων» του εδάφους ... από ... την αξία που οφείλεται στη ... βελτίωση ... το επιχείρημα υπέρ της υιοθέτησής του θα ήταν πολύ ισχυρό. (F.A. Hayek, The Constitution of Liberty, σσ. 352–353)
Βλ. επίσης μια κάπως παρόμοια παραδοχή του Αυστριακού οικονομολόγου von Wieser. Friedrich Freiherr von Wieser, «The Theory of Urban Ground Rent», στο Louise Sommer, επιμ., Essays in European Economic Thought (Princeton, N.J.: D. Van Nostrand, 1960), σ. 78 κ.ε. ↩︎
Δεν γνωρίζω κανέναν που να έχει αναδείξει την παραγωγικότητα των γαιοκτημόνων τόσο καθαρά όσο ο κ. Spencer Heath, πρώην οπαδός του George. Βλ. Spencer Heath, How Come That We Finance World Communism? (πολυγραφημένο χειρόγραφο, New York: Science of Society Foundation, 1953)· του ιδίου, Rejoinder to ‘Vituperation Well Answered’ by Mr. Mason Gaffney (New York: Science of Society Foundation, 1953)· του ιδίου, Progress and Poverty Reviewed (New York: The Freeman, 1952). ↩︎
Ο Spencer Heath σχολιάζει τον Henry George ως εξής:
Όποτε πρόκειται για τις υπηρεσίες των γαιοκτημόνων, παραμένει ακλόνητος στη ρήση του ότι όλες οι αξίες είναι υλικές. ... Στις υπηρεσίες ανταλλαγής που παρέχουν οι γαιοκτήμονες, στην εκ μέρους τους κοινωνική διανομή εκτάσεων γης και πόρων, δεν συντελείται υλική παραγωγή· επομένως, αδυνατεί να δει ότι δικαιούνται οποιοδήποτε μερίδιο στη διανομή των υλικών πραγμάτων και ότι η πρόσοδος που λαμβάνουν ... δεν είναι παρά αμοιβή για τις μη καταναγκαστικές υπηρεσίες διανομής ή ανταλλαγής που παρέχουν. ... Αποκλείει κάθε δημιουργία αξιών από τις υπηρεσίες που παρέχονται κατά τη διανομή της γης μέσω ελεύθερης σύμβασης και ανταλλαγής, η οποία αποτελεί τη μόνη εναλλακτική λύση είτε απέναντι σε μια βίαιη και άτακτη είτε απέναντι σε μια αυθαίρετη και τυραννική διανομή της γης. (Heath, Progress and Poverty Reviewed, σσ. 9–10) ↩︎
Για τις επιπτώσεις του «ενιαίου φόρου» και για άλλες κριτικές, βλ. Murray N. Rothbard, The Single Tax: Economic and Moral Implications (Irvington-on-Hudson, N.Y.: Foundation for Economic Education, 1957)· Rothbard, «A Reply to Georgist Criticisms» (πολυγραφημένο χειρόγραφο, Foundation for Economic Education, 1957)· και Frank H. Knight, «The Fallacies in the ‘Single Tax,’», The Freeman, 10 Αυγούστου 1953, σσ. 810–811. Μία από τις πιο διασκεδαστικές ενστάσεις είναι εκείνη του πρύτανη των οικονομολόγων που ακολουθούν τον George, του δρος Harry Gunnison Brown. Μολονότι οι οπαδοί του George στηρίζουν μεγάλο μέρος της οικονομικής τους επιχειρηματολογίας σε μια αυστηρή διάκριση μεταξύ της ιδιοκτησίας της γης και της ιδιοκτησίας των βελτιώσεων πάνω σε αυτή τη γη, ο Brown επιχειρεί να αντικρούσει τις αποδιοργανωτικές οικονομικές επιπτώσεις του ενιαίου φόρου, υποθέτοντας εμμέσως ότι η γη και οι βελτιώσεις ανήκουν ούτως ή άλλως στους ίδιους ανθρώπους! Στην πραγματικότητα, φυσικά, οι αποδιοργανωτικές επιπτώσεις παραμένουν· η καθετοποίηση από άτομα ή επιχειρήσεις δεν αναιρεί την οικονομική αρχή σε κανένα από τα ενοποιημένα στάδια παραγωγής. Βλ. Harry Gunnison Brown, «Foundations, Professors and ‘Economic Education,’», The American Journal of Economics and Sociology, Ιανουάριος 1958, σσ. 150–152. ↩︎
Μέρος ΔΔυαδική Παρέμβαση: Κρατικές Δαπάνες και Ανάπτυξη
9. Δυαδική παρέμβαση: Οι κρατικές δαπάνες
Α. Η «παραγωγική συμβολή» των κρατικών δαπανών
Οι κρατικές δαπάνες1 αποτελούν καταναγκαστική μεταφορά πόρων από τους ιδιώτες παραγωγούς προς τις χρήσεις που προτιμούν οι κρατικοί αξιωματούχοι. Συνηθίζεται να ταξινομούνται οι κρατικές δαπάνες σε δύο κατηγορίες: δαπάνες χρησιμοποίησης πόρων και μεταβιβαστικές δαπάνες. Οι δαπάνες χρησιμοποίησης πόρων μετατοπίζουν απροκάλυπτα πόρους από τους ιδιώτες της κοινωνίας προς χρήση από το κράτος: αυτό μπορεί να λάβει τη μορφή πρόσληψης γραφειοκρατών για να εργαστούν στο κράτος —πράγμα που μετατοπίζει άμεσα εργατικούς πόρους— ή αγοράς προϊόντων από επιχειρήσεις. Οι μεταβιβαστικές πληρωμές είναι αμιγείς δαπάνες επιδότησης — όταν το κράτος παίρνει από τον Peter για να πληρώσει τον Paul. Είναι αλήθεια ότι, στη δεύτερη περίπτωση, το κράτος δίνει στον «Paul» χρήματα ώστε να αποφασίσει ο ίδιος την κατανομή τους όπως επιθυμεί, και υπό μία έννοια μπορούμε να αναλύσουμε χωριστά τους δύο τύπους δαπανών. Εδώ όμως οι ομοιότητες είναι μεγαλύτερες από τις διαφορές. Διότι και στις δύο περιπτώσεις αποσπώνται πόροι από ιδιώτες παραγωγούς και μετατοπίζονται προς τις χρήσεις που οι κρατικοί αξιωματούχοι θεωρούν καλύτερες. Στο κάτω κάτω, όταν ένας γραφειοκράτης λαμβάνει τον μισθό του από το κράτος, η πληρωμή αυτή αποτελεί, με την ίδια έννοια, «μεταβιβαστική πληρωμή» από τους φορολογουμένους, και ο γραφειοκράτης είναι επίσης ελεύθερος να αποφασίσει πώς θα κατανείμει περαιτέρω το εισόδημα που έχει στη διάθεσή του. Και στις δύο περιπτώσεις, χρήματα και πόροι μετατοπίζονται από παραγωγούς σε μη παραγωγούς, οι οποίοι τα καταναλώνουν ή τα χρησιμοποιούν με άλλον τρόπο.2
Αυτός ο τύπος ανάλυσης του κράτους έχει παραμεληθεί, επειδή οι οικονομολόγοι και οι στατιστικολόγοι τείνουν να θεωρούν, μάλλον αβασάνιστα, ότι οι κρατικές δαπάνες αποτελούν μέτρο της παραγωγικής συμβολής του κράτους στην κοινωνία. Στον «ιδιωτικό τομέα» της οικονομίας, η αξία του παραγόμενου προϊόντος εκτιμάται εύλογα με βάση το χρηματικό ποσό που οι καταναλωτές δαπανούν εκουσίως γι’ αυτό το προϊόν. Παραδόξως, από την άλλη πλευρά, το «παραγόμενο προϊόν» του κράτους εκτιμάται όχι με βάση όσα δαπανώνται για το κράτος, αλλά με βάση όσα δαπανά το ίδιο το κράτος! Δεν είναι περίεργο που συχνά προβάλλονται μεγαλόστομοι ισχυρισμοί για τη μοναδική παραγωγική δύναμη των κρατικών δαπανών, όταν και μόνο η αύξηση αυτών των δαπανών αρκεί για να αυξήσει την «παραγωγική συμβολή» του κράτους στην οικονομία.3
Ποια είναι, λοιπόν, η παραγωγική συμβολή του κράτους; Εφόσον η αξία του κράτους δεν αποτιμάται στην αγορά και οι πληρωμές προς αυτό δεν είναι εκούσιες, είναι αδύνατον να εκτιμηθεί. Είναι αδύνατον να γνωρίζουμε πόσα θα καταβάλλονταν στο κράτος αν η καταβολή ήταν αμιγώς εκούσια ή, πράγματι, αν θα υπήρχε καν ένα κεντρικό κράτος σε κάθε γεωγραφική περιοχή. Εφόσον, λοιπόν, το μόνο που γνωρίζουμε είναι ότι η διαδικασία φορολόγησης και δαπανών εκτρέπει εισόδημα και πόρους από τις χρήσεις στις οποίες θα κατευθύνονταν στον «ιδιωτικό τομέα», πρέπει να συμπεράνουμε ότι η παραγωγική συμβολή του κράτους στην οικονομία είναι ακριβώς μηδενική. Επιπλέον, ακόμη και αν προβληθεί η ένσταση ότι οι κρατικές υπηρεσίες έχουν κάποια αξία, θα πρέπει να επισημανθεί ότι υποπίπτουμε και πάλι στο σφάλμα που υπέδειξε ο Bastiat: δίνουμε έμφαση αποκλειστικά σε ό,τι φαίνεται, παραμελώντας ό,τι δεν φαίνεται. Μπορούμε να δούμε το υδροηλεκτρικό φράγμα του κράτους να λειτουργεί· δεν βλέπουμε όσα θα έκαναν οι ιδιώτες με τα χρήματα —είτε αγοράζοντας καταναλωτικά αγαθά είτε επενδύοντας σε παραγωγικά αγαθά— αλλά εξαναγκάστηκαν να στερηθούν. Πράγματι, εφόσον οι ιδιώτες καταναλωτές θα έκαναν με τα χρήματα κάτι άλλο, κάτι περισσότερο επιθυμητό και, επομένως, από τη δική τους σκοπιά περισσότερο παραγωγικό, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι η απώλεια παραγωγικότητας που προκαλούν η κρατική φορολογία και οι δαπάνες είναι μεγαλύτερη από οποιαδήποτε παραγωγικότητα έχει συνεισφέρει το κράτος. Εν ολίγοις, αυστηρά μιλώντας, η παραγωγικότητα του κράτους δεν είναι απλώς μηδενική αλλά αρνητική, διότι έχει επιβάλει στην κοινωνία απώλεια παραγωγικότητας.4
Οι κρατικές δαπάνες συχνά χαρακτηρίζονται «επένδυση» που δημιουργεί «κεφάλαιο». Και τα τελευταία χρόνια έχουμε ακούσει πολλά για τα σοβιετικά και άλλα πολυετή σχέδια που επιδίδονται πυρετωδώς στη δημιουργία «κεφαλαίου» μέσω κρατικής δράσης. Ωστόσο, δεν είναι θεμιτή η χρήση του όρου «κεφάλαιο» για τις κρατικές δαπάνες. Κεφάλαιο είναι η ιδιότητα που έχουν τα παραγωγικά αγαθά κατά την πορεία τους προς την τελική κατανάλωση. Σε οποιαδήποτε οικονομία καταμερισμού της εργασίας, ο επενδυτής δεν κατασκευάζει κεφαλαιουχικά αγαθά ως αυτοσκοπό, αλλά για να τα χρησιμοποιήσει στην παραγωγή αγαθών κατώτερης τάξης και, τελικά, καταναλωτικών αγαθών. Εν ολίγοις, χαρακτηριστικό μιας επενδυτικής δαπάνης είναι ότι το εν λόγω αγαθό δεν χρησιμοποιείται για την ικανοποίηση των αναγκών του επενδυτή, αλλά κάποιου άλλου — του καταναλωτή. Όταν όμως το κράτος δημεύει πόρους από την ιδιωτική οικονομία της αγοράς, αψηφά ακριβώς τις επιθυμίες των καταναλωτών· όταν επενδύει σε οποιοδήποτε αγαθό, το πράττει για να εξυπηρετήσει τις ιδιοτροπίες των κρατικών αξιωματούχων, όχι τις επιθυμίες των καταναλωτών. Επομένως, καμία κρατική δαπάνη δεν μπορεί να θεωρηθεί γνήσια «επένδυση» και κανένα περιουσιακό στοιχείο που ανήκει στο κράτος δεν μπορεί να θεωρηθεί κεφάλαιο. Οι κρατικές δαπάνες μπορούν να διαιρεθούν σε δύο μέρη: καταναλωτικές δαπάνες κρατικών αξιωματούχων, δικαιούχων κρατικών επιδοτήσεων και άλλων μη παραγωγικών αποδεκτών· και δαπάνες σπατάλης, στις οποίες οι κρατικοί αξιωματούχοι πιστεύουν πραγματικά ότι «επενδύουν» σε «κεφάλαιο». Αυτές οι δαπάνες σπατάλης δημιουργούν περιουσιακά στοιχεία που συνιστούν σπατάλη.5 Η κατανάλωση των προνομιούχων του κράτους ανήκει, φυσικά, σε διαφορετική κατηγορία από την ιδιωτική κατανάλωση, καθώς πραγματοποιείται αναγκαστικά εις βάρος της ιδιωτικής κατανάλωσης των παραγωγών. Μπορούμε, επομένως, να ονομάσουμε την πρώτη «αντιπαραγωγική κατανάλωση».6
Β. Επιδοτήσεις και μεταβιβαστικές πληρωμές
Ας εμβαθύνουμε λίγο περισσότερο στην τυπολογία των κρατικών δαπανών. Οι μεταβιβαστικές δαπάνες ή επιδοτήσεις στρεβλώνουν την αγορά επιβαρύνοντας καταναγκαστικά τους αποδοτικούς προς όφελος των μη αποδοτικών. (Και αυτό συμβαίνει ακόμη και αν η επιχείρηση ή το άτομο είναι αποδοτικό χωρίς επιδότηση, διότι τότε οι δραστηριότητές του ενθαρρύνονται πέρα από το οικονομικά άριστο σημείο τους.) Οι επιδοτήσεις παρατείνουν τη ζωή των μη αποδοτικών επιχειρήσεων και εμποδίζουν την ευελιξία της αγοράς να ικανοποιήσει πλήρως τις ανάγκες των καταναλωτών. Όσο μεγαλύτερη είναι η έκταση των κρατικών επιδοτήσεων, τόσο περισσότερο εμποδίζεται η λειτουργία της αγοράς, τόσο περισσότεροι πόροι καθηλώνονται σε μη αποδοτικές χρήσεις και τόσο χαμηλότερο θα είναι το βιοτικό επίπεδο όλων. Επιπλέον, όσο περισσότερο παρεμβαίνει και επιδοτεί το κράτος, τόσο περισσότερο θα δημιουργούνται συγκρούσεις μεταξύ καστών στην κοινωνία, διότι τα άτομα και οι ομάδες θα ωφελούνται μόνο εις βάρος αλλήλων. Όσο περισσότερο επεκτείνεται η διαδικασία φορολόγησης και επιδοτήσεων, τόσο περισσότεροι άνθρωποι θα παρακινούνται να εγκαταλείψουν την παραγωγή και να ενταχθούν στη στρατιά εκείνων που ζουν μέσω καταναγκασμού εις βάρος της παραγωγής. Η παραγωγή και το βιοτικό επίπεδο θα υποχωρούν προοδευτικά, καθώς η ανθρώπινη ενεργητικότητα θα εκτρέπεται από την παραγωγή προς την πολιτική και καθώς το κράτος θα φορτώνει σε μια συρρικνούμενη παραγωγική βάση το αυξανόμενο και ολοένα δυσανάλογο βάρος εκείνων που απολαμβάνουν κρατικά προνόμια. Η διαδικασία αυτή θα επιταχύνεται ακόμη περισσότερο, επειδή εκείνοι που επιτυγχάνουν σε οποιαδήποτε δραστηριότητα θα τείνουν πάντοτε να είναι όσοι την εκτελούν καλύτερα. Εκείνοι, επομένως, που ευημερούν ιδιαίτερα στην ελεύθερη αγορά θα είναι οι πιο ικανοί στην παραγωγή και στην εξυπηρέτηση των συνανθρώπων τους· εκείνοι, από την άλλη πλευρά, που επιτυγχάνουν στον πολιτικό αγώνα για επιδοτήσεις θα είναι οι πιο ικανοί στην άσκηση καταναγκασμού ή στην εξασφάλιση της εύνοιας εκείνων που τον ασκούν. Κατά κανόνα, διαφορετικοί άνθρωποι θα ανήκουν στις διαφορετικές κατηγορίες των επιτυχημένων, σύμφωνα με την καθολική εξειδίκευση των δεξιοτήτων. Επιπλέον, για εκείνους που είναι ικανοί και στα δύο, το σύστημα φορολόγησης και επιδοτήσεων θα ενθαρρύνει και θα προάγει τις αρπακτικές τους δεξιότητες και θα επιβαρύνει τις παραγωγικές.
Ένα συνηθισμένο παράδειγμα άμεσης μεταβιβαστικής επιδότησης είναι η κρατική αρωγή προς τους απόρους. Η κρατική αρωγή προς τους απόρους αποτελεί σαφώς επιδότηση της φτώχειας, διότι οι άνθρωποι δικαιούνται πλέον αυτομάτως χρήματα από το κράτος λόγω της φτώχειας τους. Επομένως, μειώνεται η οριακή αρνητική χρησιμότητα που απορρέει από τη στέρηση εισοδήματος χάριν του ελεύθερου χρόνου, και η αργία και η φτώχεια τείνουν να αυξάνονται περαιτέρω, πράγμα που με τη σειρά του αυξάνει το ποσό της επιδότησης που πρέπει να αποσπαστεί από τους φορολογουμένους. Έτσι, ένα σύστημα επιδότησης της φτώχειας διά νόμου τείνει να προκαλεί περισσότερη από την ίδια τη φτώχεια που υποτίθεται ότι ανακουφίζει. Όταν, όπως συμβαίνει συνήθως, το ποσό της επιδότησης εξαρτάται άμεσα από τον αριθμό των παιδιών του απόρου, δημιουργείται ένα πρόσθετο κίνητρο να αποκτήσει περισσότερα παιδιά από όσα θα αποκτούσε διαφορετικά και, έτσι, να πολλαπλασιάσει ακόμη περισσότερο τον αριθμό των απόρων — και μάλιστα απόρων ακόμη περισσότερο εξαρτημένων.7 Η ειλικρίνεια της επιθυμίας του κράτους να προαγάγει τη φιλανθρωπία προς τους φτωχούς μπορεί να κριθεί από δύο διαρκείς κρατικές εκστρατείες: την καταστολή των «φιλανθρωπικών κομπίνων» και την εκδίωξη των μεμονωμένων ζητιάνων από τους δρόμους, επειδή «το κράτος μεριμνά επαρκώς γι’ αυτούς».8 Το αποτέλεσμα και των δύο μέτρων είναι να παρακωλύονται οι εκούσιες ατομικές φιλανθρωπικές δωρεές και να εξαναγκάζεται το κοινό να διοχετεύει τις προσφορές του μέσω διαύλων που εγκρίνονται από τον κρατικό μηχανισμό και συνδέονται με αυτόν.
Ομοίως, η κρατική αρωγή προς τους ανέργους, η οποία συχνά θεωρείται ότι συμβάλλει στην αντιμετώπιση της ανεργίας, έχει ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα: επιδοτεί και εντείνει την ανεργία. Είδαμε ότι η ανεργία προκύπτει όταν οι εργαζόμενοι ή τα συνδικάτα ορίζουν έναν κατώτατο μισθό υψηλότερο από εκείνον που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν στην ανεμπόδιστη αγορά. Η βοήθεια που χρηματοδοτείται από τη φορολογία τούς επιτρέπει να διατηρούν αυτό το μη ρεαλιστικό κατώτατο όριο και, επομένως, παρατείνει την περίοδο ανεργίας και επιδεινώνει το πρόβλημα.
Γ. Δραστηριότητες χρησιμοποίησης πόρων
Ας επιστρέψουμε τώρα στις δραστηριότητες χρησιμοποίησης πόρων από το κράτος, στις οποίες το κράτος διατείνεται ότι παρέχει κάποιου είδους υπηρεσία στο κοινό. Η κρατική «υπηρεσία» μπορεί είτε να παρέχεται δωρεάν είτε να πωλείται στους χρήστες έναντι τιμήματος. Οι «δωρεάν» υπηρεσίες είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικές του κράτους. Ως παραδείγματα έρχονται στον νου η αστυνομική και στρατιωτική προστασία, η πυρόσβεση, η εκπαίδευση, τα πάρκα και ορισμένες υπηρεσίες ύδρευσης. Το πρώτο σημείο που πρέπει να επισημανθεί, φυσικά, είναι ότι αυτές οι υπηρεσίες δεν είναι και δεν μπορούν να είναι πραγματικά δωρεάν. Ένα ελεύθερο αγαθό, όπως είδαμε στην αρχή αυτού του βιβλίου, δεν θα ήταν αγαθό και, επομένως, ούτε αντικείμενο ανθρώπινης δράσης· απλώς θα υπήρχε σε υπεραφθονία για όλους. Αν ένα αγαθό δεν υπάρχει σε αφθονία για όλους, τότε ο πόρος είναι σπάνιος και η παροχή του κοστίζει στην κοινωνία άλλα αγαθά που θυσιάζονται. Επομένως, δεν μπορεί να είναι δωρεάν. Οι πόροι που απαιτούνται για την παροχή της δωρεάν κρατικής υπηρεσίας αποσπώνται από την υπόλοιπη παραγωγή. Η πληρωμή, ωστόσο, δεν πραγματοποιείται από τους χρήστες με βάση τις εκούσιες αγορές τους, αλλά μέσω καταναγκαστικής εισφοράς που επιβάλλεται στους φορολογουμένους. Δημιουργείται έτσι ένας θεμελιώδης διαχωρισμός μεταξύ πληρωμής και λήψης της υπηρεσίας. Ο διαχωρισμός αυτός είναι σύμφυτος με όλες τις κρατικές δραστηριότητες.
Από αυτόν τον διαχωρισμό, καθώς και από τη «δωρεάν» υπηρεσία, απορρέουν πολλές σοβαρές συνέπειες. Όπως σε κάθε περίπτωση κατά την οποία η τιμή είναι χαμηλότερη από την τιμή της ελεύθερης αγοράς, υποκινείται μια τεράστια και υπέρμετρη ζήτηση για το αγαθό, πολύ μεγαλύτερη από τη διαθέσιμη προσφορά της υπηρεσίας. Κατά συνέπεια, θα υπάρχουν πάντοτε «ελλείψεις» του δωρεάν αγαθού, συνεχείς διαμαρτυρίες για ανεπάρκεια, συνωστισμό κ.λπ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι αδιάκοπες διαμαρτυρίες για ανεπαρκή αστυνομική κάλυψη, ιδίως σε περιοχές που μαστίζονται από εγκληματικότητα, για ελλείψεις εκπαιδευτικών και σχολείων στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα, για κυκλοφοριακή συμφόρηση στους κρατικούς δρόμους και αυτοκινητοδρόμους κ.λπ. Σε κανέναν τομέα της ελεύθερης αγοράς δεν υπάρχουν τέτοιες χρόνιες διαμαρτυρίες για ελλείψεις, ανεπάρκειες και υπηρεσίες χαμηλής ποιότητας. Σε όλους τους τομείς της ιδιωτικής επιχειρηματικής δραστηριότητας, οι επιχειρήσεις προσπαθούν να δελεάσουν και να πείσουν τους καταναλωτές να αγοράσουν περισσότερο από το προϊόν τους. Όπου, αντιθέτως, το κράτος έχει την ιδιοκτησία και τη διαχείριση, απευθύνονται πάντοτε εκκλήσεις στους καταναλωτές για υπομονή και θυσίες, ενώ τα προβλήματα ελλείψεων και ανεπαρκειών αφθονούν διαρκώς. Είναι αμφίβολο αν οποιαδήποτε ιδιωτική επιχείρηση θα έκανε ποτέ ό,τι έχουν κάνει οι αρχές της Νέας Υόρκης και άλλες κρατικές αρχές: να προτρέπουν τους καταναλωτές να χρησιμοποιούν λιγότερο νερό. Χαρακτηριστικό επίσης της κρατικής λειτουργίας είναι ότι, όταν προκύπτει έλλειψη νερού, υπεύθυνοι για την έλλειψη θεωρούνται οι καταναλωτές και όχι οι κρατικοί «επιχειρηματίες». Η πίεση ασκείται στους καταναλωτές να κάνουν θυσίες και να χρησιμοποιούν λιγότερο, ενώ στην ιδιωτική οικονομία η —ευπρόσδεκτη— πίεση ασκείται στους επιχειρηματίες να προσφέρουν περισσότερο.9
Οι γνωστές αναποτελεσματικότητες της κρατικής λειτουργίας δεν είναι τυχαία εμπειρικά φαινόμενα, τα οποία ίσως οφείλονται στην απουσία παράδοσης δημόσιας διοίκησης. Είναι σύμφυτες με κάθε κρατική επιχειρηματική δραστηριότητα, και η υπέρμετρη ζήτηση που υποθάλπεται από τις δωρεάν και τις άλλες υποτιμολογημένες υπηρεσίες είναι ένας μόνο από τους πολλούς λόγους αυτής της κατάστασης.
Η δωρεάν παροχή δεν επιδοτεί απλώς τους χρήστες εις βάρος των φορολογουμένων που δεν χρησιμοποιούν την υπηρεσία· προκαλεί επίσης εσφαλμένη κατανομή των πόρων, καθώς δεν παρέχει την υπηρεσία εκεί όπου είναι περισσότερο αναγκαία. Το ίδιο ισχύει, σε μικρότερο βαθμό, οπουδήποτε η τιμή είναι χαμηλότερη από την τιμή της ελεύθερης αγοράς. Στην ελεύθερη αγορά, οι καταναλωτές μπορούν να υπαγορεύουν τη διαμόρφωση των τιμών και, έτσι, να εξασφαλίζουν την καλύτερη κατανομή των παραγωγικών πόρων για την ικανοποίηση των αναγκών τους. Σε μια κρατική επιχείρηση αυτό δεν μπορεί να γίνει. Ας πάρουμε και πάλι την περίπτωση της δωρεάν υπηρεσίας. Εφόσον δεν υπάρχει τιμολόγηση και, επομένως, ούτε αποκλεισμός των υποοριακών χρήσεων, δεν υπάρχει τρόπος με τον οποίο το κράτος, ακόμη και αν το επιθυμούσε, θα μπορούσε να κατανείμει τις υπηρεσίες του στις σημαντικότερες χρήσεις τους και στους αγοραστές που τις επιθυμούν εντονότερα. Όλοι οι αγοραστές, όλες οι χρήσεις, διατηρούνται τεχνητά στο ίδιο επίπεδο. Ως αποτέλεσμα, οι σημαντικότερες χρήσεις θα παραμελούνται. Το κράτος αντιμετωπίζει ανυπέρβλητα προβλήματα κατανομής, τα οποία δεν μπορεί να επιλύσει ούτε κατά τρόπο που να ικανοποιεί το ίδιο. Έτσι, το κράτος θα βρεθεί αντιμέτωπο με το εξής πρόβλημα: πρέπει να κατασκευάσουμε έναν δρόμο στην τοποθεσία A ή στην τοποθεσία B; Δεν υπάρχει κανένας απολύτως ορθολογικός τρόπος με τον οποίο μπορεί να λάβει αυτή την απόφαση. Δεν μπορεί να εξυπηρετήσει με τον καλύτερο τρόπο τους ιδιώτες καταναλωτές του δρόμου. Μπορεί να αποφασίσει μόνο σύμφωνα με την ιδιοτροπία του κρατικού αξιωματούχου που ασκεί την εξουσία, δηλαδή μόνο αν την «κατανάλωση» την πραγματοποιούν οι κρατικοί αξιωματούχοι και όχι το κοινό.10 Αν το κράτος επιθυμεί να πράξει ό,τι είναι καλύτερο για το κοινό, αντιμετωπίζει ένα αδύνατο εγχείρημα.
Δ. Η πλάνη της λειτουργίας του κράτους σε «επιχειρηματική βάση»
Το κράτος μπορεί είτε να επιδοτεί σκόπιμα παρέχοντας δωρεάν μια υπηρεσία είτε να προσπαθεί ειλικρινά να βρει την πραγματική τιμή της αγοράς, δηλαδή να «λειτουργεί σε επιχειρηματική βάση». Το δεύτερο αποτελεί συχνά το αίτημα των συντηρητικών: να τεθεί η κρατική επιχειρηματική δραστηριότητα σε επιχειρηματική βάση, να εξαλειφθούν τα ελλείμματα κ.λπ. Σχεδόν πάντοτε αυτό σημαίνει αύξηση της τιμής. Είναι όμως ορθολογική λύση; Συχνά υποστηρίζεται ότι μια μεμονωμένη κρατική επιχείρηση, η οποία λειτουργεί μέσα στη σφαίρα μιας ιδιωτικής αγοράς και αγοράζει πόρους από αυτήν, μπορεί να τιμολογεί τις υπηρεσίες της και να κατανέμει αποτελεσματικά τους πόρους της. Αυτό, ωστόσο, είναι εσφαλμένο. Υπάρχει ένα θεμελιώδες ελάττωμα που διαπερνά κάθε νοητό σχήμα κρατικής επιχείρησης και την εμποδίζει αναπόδραστα να τιμολογεί ορθολογικά και να κατανέμει αποτελεσματικά τους πόρους. Εξαιτίας αυτού του ελαττώματος, η κρατική επιχείρηση δεν μπορεί ποτέ να λειτουργήσει σε «επιχειρηματική» βάση, όσο ένθερμες και αν είναι οι προθέσεις του κράτους.
Ποιο είναι αυτό το θεμελιώδες ελάττωμα; Είναι το γεγονός ότι το κράτος μπορεί να αποκτά ουσιαστικά απεριόριστους πόρους μέσω της καταναγκαστικής φορολογικής εξουσίας του — με μόνο όριο, δηλαδή, το σύνολο των πόρων της κοινωνίας. Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις πρέπει να εξασφαλίζουν τα κεφάλαιά τους από ιδιώτες επενδυτές. Αυτή η κατανομή κεφαλαίων από τους επενδυτές, η οποία βασίζεται στη χρονική προτίμηση και στην προνοητικότητα, «κατανέμει με φειδώ» κεφάλαια και πόρους στις πιο επικερδείς και, επομένως, πιο ωφέλιμες χρήσεις. Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις μπορούν να αποκτούν κεφάλαια μόνο από καταναλωτές και επενδυτές· με άλλα λόγια, μπορούν να αποκτούν κεφάλαια μόνο από ανθρώπους που εκτιμούν και αγοράζουν τις υπηρεσίες τους και από αποταμιευτές που είναι πρόθυμοι να διακινδυνεύσουν επενδύοντας τα αποταμιευμένα κεφάλαιά τους με την προσδοκία κέρδους. Εν ολίγοις, επαναλαμβάνουμε, η πληρωμή και η υπηρεσία είναι άρρηκτα συνδεδεμένες στην αγορά. Το κράτος όμως, από την άλλη πλευρά, μπορεί να αποκτά όσα χρήματα επιθυμεί. Η ελεύθερη αγορά παρέχει, επομένως, έναν «μηχανισμό», τον οποίο έχουμε αναλύσει λεπτομερώς, για την κατανομή κεφαλαίων μεταξύ μελλοντικής και παρούσας κατανάλωσης, για την κατεύθυνση των πόρων στις χρήσεις που είναι παραγωγικότερες σε όρους αξίας για όλους τους ανθρώπους. Παρέχει έτσι στους επιχειρηματίες ένα μέσο για να κατανέμουν τους πόρους και να τιμολογούν τις υπηρεσίες κατά τρόπο που εξασφαλίζει την άριστη χρήση τους. Το κράτος, ωστόσο, δεν υπόκειται σε κανένα τέτοιο χαλινάρι, δηλαδή δεν υποχρεούται να ανταποκριθεί στη δοκιμασία του κέρδους και της ζημίας ή της παροχής υπηρεσιών που εκτιμούν οι καταναλωτές, προκειμένου να εξασφαλίσει κεφάλαια. Η ιδιωτική επιχείρηση μπορεί να αντλεί κεφάλαια μόνο από ικανοποιημένους πελάτες που εκτιμούν τις υπηρεσίες της και από επενδυτές που καθοδηγούνται από τα τρέχοντα και τα αναμενόμενα μελλοντικά κέρδη και ζημίες. Το κράτος αποκτά περισσότερα κεφάλαια κατά το δοκούν.
Με την κατάργηση αυτού του χαλιναριού καταργείται και κάθε δυνατότητα του κράτους να κατανέμει ορθολογικά τους πόρους. Πώς μπορεί να γνωρίζει αν πρέπει να κατασκευάσει τον δρόμο A ή τον δρόμο B, αν πρέπει να «επενδύσει» σε έναν δρόμο ή σε ένα σχολείο — και, εντέλει, πόσα πρέπει να δαπανήσει για το σύνολο των δραστηριοτήτων του; Δεν υπάρχει κανένας ορθολογικός τρόπος με τον οποίο μπορεί να κατανείμει κεφάλαια ή ακόμη και να αποφασίσει πόσα πρέπει να έχει στη διάθεσή του. Όταν υπάρχει έλλειψη εκπαιδευτικών ή σχολικών αιθουσών ή αστυνομικών ή δρόμων, το κράτος και οι υποστηρικτές του έχουν μία μόνο απάντηση: περισσότερα χρήματα. Οι άνθρωποι πρέπει να παραχωρήσουν περισσότερα από τα χρήματά τους στο κράτος. Γιατί δεν δίνεται ποτέ αυτού του είδους η απάντηση στην ελεύθερη αγορά; Ο λόγος είναι ότι τα χρήματα πρέπει πάντοτε να αποσπώνται από κάποια άλλη χρήση στην κατανάλωση ή στην επένδυση — και αυτή η απόσπαση πρέπει να δικαιολογείται. Στην αγορά, η δικαιολόγηση παρέχεται από τη δοκιμασία του κέρδους και της ζημίας — την ένδειξη ότι ικανοποιούνται οι πιο επιτακτικές ανάγκες των καταναλωτών. Αν μια επιχείρηση ή ένα προϊόν αποφέρει υψηλά κέρδη στους ιδιοκτήτες του και τα κέρδη αυτά αναμένεται να συνεχιστούν, θα εισρεύσουν περισσότερα χρήματα· αν όχι, και σημειώνονται ζημίες, τα χρήματα θα εξέλθουν από τον κλάδο. Η δοκιμασία του κέρδους και της ζημίας χρησιμεύει ως ο κρίσιμος οδηγός για την κατεύθυνση της ροής των παραγωγικών πόρων. Κανένας τέτοιος οδηγός δεν υπάρχει για το κράτος, το οποίο, επομένως, δεν διαθέτει κανέναν ορθολογικό τρόπο να αποφασίσει πόσα χρήματα θα δαπανήσει συνολικά ή σε κάθε συγκεκριμένο τομέα. Όσο περισσότερα χρήματα δαπανά, τόσο περισσότερες υπηρεσίες μπορεί, φυσικά, να παρέχει — πού όμως πρέπει να σταματήσει;11
Οι υπέρμαχοι της κρατικής επιχειρηματικής δραστηριότητας μπορεί να αντιτείνουν ότι το κράτος θα πρέπει απλώς να δώσει εντολή στην υπηρεσία του να ενεργεί σαν να ήταν κερδοσκοπική επιχείρηση και να συγκροτηθεί κατά τον ίδιο τρόπο με μια ιδιωτική επιχείρηση. Υπάρχουν δύο βασικά ελαττώματα σε αυτή τη θεωρία:
1. Είναι αδύνατον να παίζει κανείς τον επιχειρηματία. Η επιχειρηματική δραστηριότητα σημαίνει ότι διακινδυνεύει κανείς τα δικά του χρήματα επενδύοντάς τα. Τα γραφειοκρατικά διοικητικά στελέχη και οι πολιτικοί δεν έχουν πραγματικό κίνητρο να αναπτύξουν επιχειρηματικές δεξιότητες, να προσαρμοστούν πραγματικά στις απαιτήσεις των καταναλωτών. Δεν διακινδυνεύουν να χάσουν τα χρήματά τους στην επιχείρηση.
2. Πέρα από το ζήτημα των κινήτρων, ακόμη και τα πιο πρόθυμα διοικητικά στελέχη δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν επιχειρηματικά. Διότι, ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η δραστηριότητα μετά την ίδρυσή της, η αρχική σύσταση της επιχείρησης γίνεται με κρατικά χρήματα και, επομένως, μέσω καταναγκαστικής εισφοράς. Ένα καταλυτικό στοιχείο αυθαιρεσίας έχει «ενσωματωθεί» στον ίδιο τον ζωτικό πυρήνα της επιχείρησης. Επιπλέον, οι μελλοντικές αποφάσεις για δαπάνες θα λαμβάνονται με βάση κεφάλαια που προέρχονται από φόρους και, επομένως, θα υπόκεινται στο ίδιο ελάττωμα. Η ευκολία εξασφάλισης χρημάτων θα στρεβλώνει εγγενώς τη λειτουργία της κρατικής επιχείρησης. Ας υποθέσουμε, επιπλέον, ότι το κράτος «επενδύει» σε μια επιχείρηση E. Είτε η ελεύθερη αγορά, αν αφηνόταν ανεμπόδιστη, θα επένδυε και αυτή στην ίδια ακριβώς επιχείρηση είτε όχι. Αν θα επένδυε, τότε η οικονομία υφίσταται, τουλάχιστον, την απώλεια της «λείας» που καταλήγει στη μεσολαβούσα γραφειοκρατία. Αν όχι —και αυτό είναι σχεδόν βέβαιο—, τότε προκύπτει αμέσως ότι η δαπάνη για την E αποτελεί στρέβλωση της ιδιωτικής χρησιμότητας στην αγορά — ότι κάποια άλλη δαπάνη θα απέφερε μεγαλύτερες χρηματικές αποδόσεις. Προκύπτει για άλλη μια φορά ότι μια κρατική επιχείρηση δεν μπορεί να αναπαραγάγει τις συνθήκες της ιδιωτικής επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Επιπλέον, η ίδρυση μιας κρατικής επιχείρησης δημιουργεί ένα «αθέμιτο» ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι των ιδιωτικών επιχειρήσεων, διότι τουλάχιστον μέρος του κεφαλαίου της αποκτήθηκε μέσω καταναγκασμού και όχι μέσω παροχής υπηρεσιών. Είναι σαφές ότι το κράτος, χάρη στην επιδότησή του, μπορεί να εκτοπίσει μια ιδιωτική επιχείρηση από τον κλάδο. Οι ιδιωτικές επενδύσεις στον ίδιο κλάδο θα περιοριστούν σε μεγάλο βαθμό, καθώς οι μελλοντικοί επενδυτές θα αναμένουν ζημίες από τους προνομιούχους κρατικούς ανταγωνιστές. Επιπλέον, εφόσον όλες οι υπηρεσίες ανταγωνίζονται για το δολάριο του καταναλωτή, όλες οι ιδιωτικές επιχειρήσεις και όλες οι ιδιωτικές επενδύσεις θα επηρεαστούν και θα παρεμποδιστούν σε κάποιον βαθμό. Και όταν ιδρύεται μια νέα κρατική επιχείρηση, γεννά σε άλλους κλάδους φόβους ότι θα έρθει και η δική τους σειρά, ότι είτε θα δημευθούν είτε θα εξαναγκαστούν να ανταγωνίζονται επιχειρήσεις επιδοτούμενες από το κράτος. Αυτός ο φόβος τείνει να καταστέλλει περαιτέρω τις παραγωγικές επενδύσεις και, έτσι, να μειώνει ακόμη περισσότερο το γενικό βιοτικό επίπεδο.
Ένα άλλο επιχείρημα, το οποίο χρησιμοποιούν απολύτως ορθά οι «αριστεροί» υπέρμαχοι της κρατικής ιδιοκτησίας, είναι το εξής: αν η επιχειρηματική λειτουργία είναι τόσο επιθυμητή, γιατί να ακολουθείται ένας τόσο δαιδαλώδης δρόμος; Γιατί να μην καταργηθεί η κρατική ιδιοκτησία και να μην παραδοθεί ολόκληρη η δραστηριότητα στην ιδιωτική επιχειρηματική πρωτοβουλία; Γιατί να καταβάλλεται τόση περίπλοκη προσπάθεια για τη μίμηση εκείνου που εμφανίζεται ως ιδεώδες —της ιδιωτικής ιδιοκτησίας—, όταν το ιδεώδες μπορεί να επιδιωχθεί άμεσα; Το αίτημα για εφαρμογή επιχειρηματικών αρχών στο κράτος, επομένως, έχει ελάχιστο νόημα, ακόμη και αν μπορούσε να υλοποιηθεί επιτυχώς.
Οι συγγραφείς έχουν προτείνει πολλά «κριτήρια» ως οδηγούς για την τιμολόγηση των κρατικών υπηρεσιών. Ένα κριτήριο υποστηρίζει την τιμολόγηση σύμφωνα με το «οριακό κόστος». Όπως έχουμε επισημάνει παραπάνω, ωστόσο, αυτό δύσκολα αποτελεί καν κριτήριο και στηρίζεται στις κλασικές πλάνες περί καθορισμού των τιμών από το κόστος. Το «οριακό» μεταβάλλεται ανάλογα με τη χρονική περίοδο που εξετάζεται. Και το κόστος δεν είναι στην πραγματικότητα στατικό αλλά ευμετάβλητο· μεταβάλλεται ανάλογα με τις τιμές και, επομένως, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως οδηγός για τον καθορισμό τους. Επιπλέον, οι τιμές ισούνται με το μέσο κόστος μόνο στην τελική ισορροπία, και η ισορροπία δεν μπορεί να θεωρείται ιδεώδες για τον πραγματικό κόσμο. Η αγορά απλώς τείνει προς αυτόν τον στόχο. Τέλος, το κόστος της κρατικής λειτουργίας θα είναι υψηλότερο από εκείνο παρόμοιων δραστηριοτήτων στην ελεύθερη αγορά.12
Η κρατική επιχειρηματική δραστηριότητα δεν θα παρεμποδίζει και θα καταστέλλει μόνο τις ιδιωτικές επενδύσεις και την επιχειρηματικότητα στον ίδιο κλάδο και στους κλάδους ολόκληρης της οικονομίας· θα αποδιοργανώνει επίσης ολόκληρη την αγορά εργασίας. Διότι το κράτος:
- (α) θα μειώνει την παραγωγή και το βιοτικό επίπεδο της κοινωνίας, αποσπώντας δυνητικά παραγωγική εργασία και διοχετεύοντάς την στη γραφειοκρατία·
- (β) χρησιμοποιώντας δημευμένα κεφάλαια, θα μπορεί να καταβάλλει αμοιβές εργασίας υψηλότερες από εκείνες της αγοράς και, επομένως, θα προκαλεί έντονες απαιτήσεις από όσους αναζητούν κρατική απασχόληση για επέκταση του μη παραγωγικού γραφειοκρατικού μηχανισμού· και
- (γ) οι υψηλοί κρατικοί μισθοί που χρηματοδοτούνται από φόρους ενδέχεται να παραπλανούν τους εργαζομένους, κάνοντάς τους να πιστεύουν ότι αντανακλούν τον μισθό της αγοράς στον ιδιωτικό τομέα, προκαλώντας έτσι ανεπιθύμητη ανεργία.
Οι αναποτελεσματικότητες της κρατικής λειτουργίας επιτείνονται από αρκετούς άλλους παράγοντες. Όπως είδαμε, μια κρατική επιχείρηση που ανταγωνίζεται σε έναν κλάδο μπορεί συνήθως να εκτοπίσει τους ιδιώτες ιδιοκτήτες, καθώς το κράτος μπορεί να επιδοτεί τον εαυτό του με πολλούς τρόπους και να εξασφαλίζει απεριόριστα κεφάλαια όποτε το επιθυμεί. Στις περιπτώσεις όπου δεν μπορεί να ανταγωνιστεί ακόμη και υπό αυτές τις συνθήκες, μπορεί να οικειοποιηθεί ένα καταναγκαστικό μονοπώλιο, εκτοπίζοντας τους ανταγωνιστές διά της βίας. Αυτό έγινε στις Ηνωμένες Πολιτείες στην περίπτωση των ταχυδρομείων.13 Όταν το κράτος παραχωρεί έτσι στον εαυτό του μονοπώλιο, μπορεί να περάσει στο αντίθετο άκρο από τη δωρεάν παροχή υπηρεσίας· μπορεί να χρεώνει μονοπωλιακή τιμή. Η χρέωση μονοπωλιακής τιμής —η οποία τώρα μπορεί να διακριθεί από την τιμή της ελεύθερης αγοράς— στρεβλώνει και πάλι την κατανομή των πόρων και δημιουργεί τεχνητή σπανιότητα του συγκεκριμένου αγαθού. Επιτρέπει επίσης τεράστια υποβάθμιση της ποιότητας της υπηρεσίας. Ένα κρατικό μονοπώλιο δεν χρειάζεται να ανησυχεί μήπως οι πελάτες στραφούν αλλού ή μήπως η αναποτελεσματικότητα σημάνει το τέλος του.14 Είναι ιδιαίτερα παράλογο να ζητούνται «επιχειρηματικές αρχές» εκεί όπου μια κρατική επιχείρηση λειτουργεί ως μονοπώλιο. Κατά καιρούς, για παράδειγμα, προβάλλονται απαιτήσεις να τεθούν τα ταχυδρομεία σε «επιχειρηματική βάση» και να εξαλείψουν το έλλειμμά τους, το οποίο πρέπει να καλύπτουν οι φορολογούμενοι. Αλλά η εξάλειψη του ελλείμματος μιας εγγενώς και αναγκαστικά αναποτελεσματικής κρατικής δραστηριότητας δεν σημαίνει ότι αυτή τίθεται σε επιχειρηματική βάση. Για να καλυφθεί το κόστος, η τιμή πρέπει να αυξηθεί αρκετά ώστε να καταστεί μονοπωλιακή και, έτσι, να συγκαλύψει και να αντισταθμίσει τις κρατικές αναποτελεσματικότητες. Μια μονοπωλιακή τιμή θα επιβάλει υπέρμετρο βάρος στους χρήστες της ταχυδρομικής υπηρεσίας, ιδίως επειδή το μονοπώλιο είναι καταναγκαστικό. Από την άλλη πλευρά, είδαμε ότι ακόμη και οι μονοπωλητές πρέπει να συμμορφώνονται με την κλίμακα ζήτησης των καταναλωτών. Αν αυτή η κλίμακα ζήτησης είναι αρκετά ελαστική, είναι απολύτως δυνατόν μια μονοπωλιακή τιμή να μειώσει τα έσοδα τόσο πολύ ή να περιορίσει τόσο πολύ την αύξησή τους, ώστε μια υψηλότερη τιμή να αυξάνει τα ελλείμματα αντί να τα μειώνει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα υπήρξε τα τελευταία χρόνια το σύστημα του μετρό της Νέας Υόρκης.15
Ε. Εστίες χάους στον οικονομικό υπολογισμό
Είδαμε παραπάνω, στο κεφάλαιο 10, ότι ένα καρτέλ ή μία επιχείρηση δεν θα μπορούσε να κατέχει όλα τα μέσα παραγωγής της οικονομίας, επειδή δεν θα μπορούσε να υπολογίζει τις τιμές και να κατανέμει τους συντελεστές με ορθολογικό τρόπο. Και είδαμε ότι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ούτε ο κρατικός σοσιαλισμός θα μπορούσε να σχεδιάζει ή να κατανέμει ορθολογικά. Επισημάναμε επίσης ότι δύο ή περισσότερα στάδια δεν θα μπορούσαν να ενοποιηθούν πλήρως καθέτως στην αγορά — διότι η πλήρης ενοποίηση θα εξάλειφε ένα ολόκληρο τμήμα της αγοράς και θα δημιουργούσε μια νησίδα χάους στον οικονομικό υπολογισμό και στην κατανομή, μια νησίδα που θα απέκλειε τον άριστο σχεδιασμό για την επίτευξη κερδών και τη μέγιστη ικανοποίηση των καταναλωτών.
Στην περίπτωση της απλής κρατικής ιδιοκτησίας, γίνεται εμφανής μία ακόμη προέκταση αυτής της θέσης. Διότι κάθε κρατική επιχείρηση εισάγει τη δική της νησίδα χάους στην οικονομία· δεν χρειάζεται να περιμένουμε τον πλήρη σοσιαλισμό για να αρχίσει το χάος το έργο του. Καμία κρατική επιχείρηση δεν μπορεί ποτέ να καθορίζει τιμές ή κόστος ούτε να κατανέμει συντελεστές ή κεφάλαια με τρόπο ορθολογικό, που μεγιστοποιεί την ευημερία. Καμία κρατική επιχείρηση δεν θα μπορούσε να συγκροτηθεί σε «επιχειρηματική βάση», ακόμη και αν υπήρχε η σχετική επιθυμία. Έτσι, κάθε κρατική δραστηριότητα εισάγει μια εστία χάους στην οικονομία· και εφόσον όλες οι αγορές της οικονομίας είναι αλληλένδετες, κάθε κρατική δραστηριότητα διαταράσσει και στρεβλώνει τη διαμόρφωση των τιμών, την κατανομή των συντελεστών, τις αναλογίες κατανάλωσης προς επένδυση κ.λπ. Κάθε κρατική επιχείρηση δεν μειώνει απλώς τις κοινωνικές χρησιμότητες των καταναλωτών, επιβάλλοντας την κατανομή κεφαλαίων σε σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους που επιθυμεί το κοινό· μειώνει τη χρησιμότητα όλων —συμπεριλαμβανομένων των χρησιμοτήτων ορισμένων κρατικών αξιωματούχων—, στρεβλώνοντας την αγορά και διαδίδοντας το χάος στον οικονομικό υπολογισμό. Όσο μεγαλύτερη είναι, φυσικά, η έκταση της κρατικής ιδιοκτησίας, τόσο ισχυρότερος θα γίνεται αυτός ο αντίκτυπος.
ΣΤ. Σύγκρουση και κέντρα εξουσίας
Πέρα από τις αμιγώς οικονομικές συνέπειές της, η κρατική ιδιοκτησία ασκεί και μια άλλου είδους επίδραση στην κοινωνία· αντικαθιστά αναγκαστικά την αρμονία της ελεύθερης αγοράς με τη σύγκρουση. Εφόσον κρατική υπηρεσία σημαίνει υπηρεσία παρεχόμενη από μία ομάδα υπευθύνων λήψης αποφάσεων, καταλήγει να σημαίνει ομοιόμορφη υπηρεσία. Οι επιθυμίες όλων εκείνων που εξαναγκάζονται, άμεσα ή έμμεσα, να πληρώνουν για την κρατική υπηρεσία δεν μπορούν να ικανοποιηθούν. Μόνο ορισμένες μορφές της υπηρεσίας μπορούν ή πρόκειται να παραχθούν από τον κρατικό φορέα. Ως αποτέλεσμα, η κρατική επιχειρηματική δραστηριότητα δημιουργεί τεράστιες συγκρούσεις μεταξύ καστών στους κόλπους των πολιτών, καθένας από τους οποίους έχει διαφορετικές αντιλήψεις για την καλύτερη μορφή της υπηρεσίας. Στο τελικό αποτέλεσμα, η κρατική επιχείρηση δύσκολα μπορεί να αποφύγει την αντικατάσταση των αξιών όλων των άλλων από τις δικές της αξίες ή από τις αξίες μιας ομάδας πελατών. Θα επικρατούν τεχνητά τυποποιημένες υπηρεσίες χαμηλότερης ποιότητας —προσαρμοσμένες στις προτιμήσεις ή στην ευκολία του κράτους—, σε αντίθεση με τις διαφοροποιημένες υπηρεσίες υψηλότερης ποιότητας που παρέχει η ελεύθερη αγορά για να ανταποκριθεί στις προτιμήσεις ενός πλήθους ατόμων.
Τα τελευταία χρόνια, τα κρατικά σχολεία στην Αμερική έχουν προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιων προβλημάτων και συγκρούσεων. Ορισμένοι γονείς προτιμούν σχολεία με φυλετικό διαχωρισμό· άλλοι προτιμούν εκπαίδευση χωρίς φυλετικό διαχωρισμό. Ορισμένοι γονείς θέλουν τα παιδιά τους να διδάσκονται τον σοσιαλισμό· άλλοι θέλουν αντισοσιαλιστική διδασκαλία στα σχολεία. Δεν υπάρχει τρόπος με τον οποίο το κράτος μπορεί να επιλύσει αυτές τις συγκρούσεις. Μπορεί μόνο να επιβάλει καταναγκαστικά τη βούληση μιας ομάδας, αφήνοντας τις άλλες ανικανοποίητες και δυσαρεστημένες. Όποιος τύπος σχολείου και αν επιλεγεί, ορισμένες ομάδες γονέων θα υποστούν ζημία. Από την άλλη πλευρά, δεν υπάρχει τέτοια σύγκρουση στην ελεύθερη αγορά, η οποία παρέχει κάθε τύπο υπηρεσίας για τον οποίο υπάρχει ζήτηση. Στην αγορά, όσοι θέλουν σχολεία με ή χωρίς φυλετικό διαχωρισμό, φιλοσοσιαλιστικά ή ατομικιστικά, μπορούν να δουν τις επιθυμίες τους να ικανοποιούνται. Είναι προφανές, επομένως, ότι η κρατική, σε αντιδιαστολή προς την ιδιωτική, παροχή υπηρεσιών μειώνει το βιοτικό επίπεδο μεγάλου μέρους του πληθυσμού.
Ο βαθμός κρατικής ιδιοκτησίας στην οικονομία ποικίλλει από χώρα σε χώρα, αλλά σε όλες τις χώρες το κράτος έχει φροντίσει να κατέχει και να μονοπωλεί τα ζωτικά νευραλγικά κέντρα, τα κέντρα εξουσίας της κοινωνίας. Έχει αποκτήσει καταναγκαστικά μονοπωλιακή ιδιοκτησία επί αυτών των κέντρων και πάντοτε υποστήριζε, χωρίς απόδειξη, ότι η ιδιωτική ιδιοκτησία και επιχειρηματική δραστηριότητα σε αυτούς τους τομείς είναι απλώς και a priori αδύνατες.
Τέτοια ζωτικά κέντρα εξουσίας είναι η άμυνα, το χρήμα —το νομισματοκοπείο και, στις μέρες μας, η έκδοση χαρτονομισμάτων—, οι ποταμοί και οι παράκτιες θάλασσες, οι δρόμοι και οι αυτοκινητόδρομοι, η γη γενικά —η «δημόσια κτήση» και η εξουσία «αναγκαστικής απαλλοτρίωσης»— και τα ταχυδρομεία. Η αμυντική λειτουργία είναι ιδιαίτερα ζωτική για την ύπαρξη του κράτους, διότι από το ουσιαστικό μονοπώλιό του στη βία εξαρτάται η ικανότητά του να αποσπά φόρους από τους πολίτες του. Ένα άλλο κρίσιμο κέντρο εξουσίας που κατέχει, αν και δεν μονοπωλεί πάντοτε, το κράτος είναι η εκπαίδευση. Διότι η κρατική σχολική εκπαίδευση επιτρέπει τον επηρεασμό του νεανικού νου ώστε να αποδέχεται τις αρετές του κράτους υπό το οποίο ζει και της αρχής της κρατικής παρέμβασης. Οι συντηρητικοί που συχνά επιτίθενται στη «σοσιαλιστική» διδασκαλία στα κρατικά σχολεία αστοχούν ιδιαίτερα, διότι το ίδιο το γεγονός ότι ένα κρατικό σχολείο υπάρχει και, επομένως, θεωρείται καλό διδάσκει με το παράδειγμά του στους μικρούς μαθητές του τις αρετές της κρατικής ιδιοκτησίας. Και αν η κρατική ιδιοκτησία είναι καλή, ακόμη και προτιμότερη, στη σχολική εκπαίδευση, γιατί όχι και σε άλλα μέσα διαπαιδαγώγησης, όπως οι εφημερίδες — ή σε άλλες σημαντικές κοινωνικές υπηρεσίες;
Ακόμη και εκεί όπου το κράτος δεν διαθέτει καταναγκαστικό μονοπώλιο στη σχολική εκπαίδευση, προσεγγίζει αυτό το ιδεώδες επιβάλλοντας σε όλα τα παιδιά τη φοίτηση είτε σε κρατικό σχολείο είτε σε ιδιωτικό σχολείο εγκεκριμένο από το κράτος. Η υποχρεωτική φοίτηση φέρνει στα σχολεία εκείνους που δεν επιθυμούν ή δεν μπορούν να ωφεληθούν από τη σχολική εκπαίδευση και τους απομακρύνει καταναγκαστικά από ανταγωνιστικές προς αυτήν εναλλακτικές, όπως ο ελεύθερος χρόνος και η απασχόληση σε επιχειρήσεις.
Ζ. Οι πλάνες της «δημόσιας ιδιοκτησίας»
Τέλος, η κρατική ιδιοκτησία συχνά χαρακτηρίζεται «δημόσια» ιδιοκτησία —η «δημόσια κτήση», τα «δημόσια σχολεία», ο «δημόσιος τομέας»—. Υπονοείται ότι, όταν το κράτος κατέχει κάτι, κάθε μέλος του κοινού κατέχει ίσο μερίδιο αυτής της περιουσίας. Είδαμε όμως ότι το σημαντικό γνώρισμα της ιδιοκτησίας δεν είναι ο νομικός τύπος αλλά η πραγματική εξουσία διάθεσης· και υπό καθεστώς κρατικής ιδιοκτησίας, ο κρατικός μηχανισμός είναι εκείνος που ελέγχει και διευθύνει και, επομένως, «κατέχει» την περιουσία. Κάθε μέλος του «κοινού» που πιστεύει ότι κατέχει την περιουσία μπορεί να δοκιμάσει αυτή τη θεωρία επιχειρώντας να ιδιοποιηθεί, για δική του ατομική χρήση, το αναλογούν σε αυτό μερίδιο της κρατικής περιουσίας.1617
Μολονότι οι κυβερνώντες κατέχουν τη «δημόσια» περιουσία, η ιδιοκτησία τους δεν είναι μακροχρόνια εξασφαλισμένη, καθώς μπορεί πάντοτε να ηττηθούν σε εκλογές ή να ανατραπούν. Ως εκ τούτου, οι κρατικοί αξιωματούχοι θα τείνουν να θεωρούν τους εαυτούς τους απλώς προσωρινούς ιδιοκτήτες των «δημόσιων» πόρων. Ενώ ένας ιδιώτης ιδιοκτήτης, εξασφαλισμένος ως προς την περιουσία του και την κεφαλαιακή της αξία, μπορεί να σχεδιάζει τη χρήση του πόρου του για μεγάλο χρονικό διάστημα στο μέλλον, ο κρατικός αξιωματούχος πρέπει να εκμεταλλευτεί την «περιουσία» του όσο το δυνατόν ταχύτερα, καθώς δεν είναι εξασφαλισμένη η παραμονή του στη θέση του. Ακόμη και ο πιο εδραιωμένος δημόσιος υπάλληλος πρέπει να επικεντρώνεται στην παρούσα χρήση, επειδή οι κρατικοί αξιωματούχοι συνήθως δεν μπορούν να πωλήσουν την κεφαλαιοποιημένη αξία της περιουσίας τους, όπως μπορούν οι ιδιώτες ιδιοκτήτες. Εν ολίγοις, εκτός από την περίπτωση της «ιδιωτικής ιδιοκτησίας» ενός κληρονομικού μονάρχη, οι κρατικοί αξιωματούχοι κατέχουν την τρέχουσα χρήση των πόρων, αλλά όχι την κεφαλαιακή τους αξία. Αν όμως δεν μπορεί να ανήκει σε κάποιον ο ίδιος ο πόρος, αλλά μόνο η τρέχουσα χρήση του, θα επέλθει γρήγορα μια οικονομικά ασύμφορη εξάντλησή του, καθώς κανέναν δεν θα ωφελεί η διατήρησή του σε βάθος χρόνου, ενώ κάθε ιδιοκτήτη θα τον συμφέρει να τον εξαντλήσει γρήγορα. Είναι, λοιπόν, ιδιαίτερα παράξενο ότι σχεδόν όλοι οι συγγραφείς επαναλαμβάνουν άκριτα την αντίληψη πως οι ιδιώτες ιδιοκτήτες, επειδή έχουν χρονική προτίμηση, αναγκαστικά υιοθετούν «βραχυπρόθεσμη οπτική» στη χρήση των πόρων τους, ενώ μόνο οι κρατικοί αξιωματούχοι είναι κατάλληλα εφοδιασμένοι για να υιοθετούν «μακροπρόθεσμη οπτική». Η αλήθεια είναι ακριβώς η αντίστροφη. Ο ιδιώτης, εξασφαλισμένος ως προς την ιδιοκτησία του κεφαλαίου του, έχει τη δυνατότητα να βλέπει μακροπρόθεσμα, επειδή τον συμφέρει να διατηρεί την κεφαλαιακή αξία του πόρου του. Ο κρατικός αξιωματούχος είναι εκείνος που πρέπει να αρπάξει ό,τι μπορεί και να φύγει, που πρέπει να εκμεταλλευτεί γρήγορα την περιουσία όσο ακόμη έχει τον έλεγχο.18
Η. Κοινωνική ασφάλιση
Προτού ολοκληρώσουμε την εξέταση συγκεκριμένων κρατικών δραστηριοτήτων, μπορούμε να επισημάνουμε παρεμπιπτόντως μια μορφή κρατικής δαπάνης που απολαμβάνει παράδοξη δημοτικότητα: την «κοινωνική ασφάλιση». Η κοινωνική ασφάλιση δημεύει το εισόδημα των μισθωτών και κατόπιν, όπως υποθέτουν οι περισσότεροι, επενδύει τα χρήματα συνετότερα από όσο θα μπορούσαν οι ίδιοι, καταβάλλοντάς τα αργότερα στους πρώην μισθωτούς κατά τα γηρατειά τους. Εξεταζόμενη ως «κοινωνική ασφάλιση», αποτελεί τυπικό παράδειγμα κρατικής επιχειρηματικής δραστηριότητας: δεν υπάρχει σχέση μεταξύ ασφαλίστρων και παροχών, με τις δεύτερες να μεταβάλλονται κάθε χρόνο υπό την επίδραση πολιτικών πιέσεων. Στην ελεύθερη αγορά, όποιος το επιθυμεί μπορεί να επενδύσει σε ασφαλιστικό συμβόλαιο προσόδου ή σε μετοχές ή ακίνητα. Ο εξαναγκασμός καθενός να μεταβιβάζει τα χρηματικά του διαθέσιμα στο κράτος τού επιβάλλει απώλεια χρησιμότητας. Έτσι, ακόμη και εκ πρώτης όψεως, είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς τη μεγάλη δημοτικότητα του προγράμματος κοινωνικής ασφάλισης. Αλλά η πραγματική φύση του προγράμματος διαφέρει πολύ από τη δημοφιλή εικόνα του. Διότι το κράτος δεν επενδύει τα ποσά που εισπράττει μέσω φόρων· απλώς τα δαπανά, παραχωρώντας στον εαυτό του δικά του ομόλογα, τα οποία πρέπει αργότερα να εξαργυρωθούν όταν καταστούν απαιτητές οι παροχές. Τα μετρητά, φυσικά, μπορούν να εξασφαλιστούν μόνο μέσω πρόσθετης φορολογίας. Έτσι, το κοινό πρέπει να πληρώσει δύο φορές για μία καταβολή κοινωνικής ασφάλισης. Το πρόγραμμα ουσιαστικά συνίσταται στο να καθιστά περισσότερο αποδεκτή μια γενική φορολόγηση των χαμηλότερων εισοδηματικών ομάδων των μισθωτών.
Θ. Σοσιαλισμός και κεντρικός σχεδιασμός
Όταν η κρατική ιδιοκτησία ή ο κρατικός έλεγχος εκτείνεται σε ολόκληρο το παραγωγικό σύστημα, τότε το οικονομικό σύστημα ονομάζεται σοσιαλισμός. Ο σοσιαλισμός, εν ολίγοις, είναι η βίαιη κατάργηση της αγοράς, η καταναγκαστική μονοπώληση ολόκληρης της παραγωγικής σφαίρας από το κράτος. Υπάρχουν δύο και μόνο δύο τρόποι με τους οποίους μπορεί να οργανωθεί οποιαδήποτε οικονομία. Ο ένας είναι μέσω της ελευθερίας και της εκούσιας επιλογής — ο δρόμος της αγοράς. Ο άλλος είναι μέσω της βίας και της επιβολής διαταγών — ο δρόμος του κράτους. Σε όσους αγνοούν την οικονομική επιστήμη, μπορεί να φαίνεται ότι ο δρόμος της αγοράς δεν είναι παρά αναρχική σύγχυση και χάος, ενώ ο δρόμος του κράτους συνιστά γνήσια οργάνωση και «κεντρικό σχεδιασμό». Αντιθέτως, είδαμε σε αυτό το βιβλίο πόσο εκπληκτικός και ευέλικτος μηχανισμός είναι η αγορά για την ικανοποίηση των αναγκών όλων των ατόμων. Η κρατική λειτουργία ή παρέμβαση, από την άλλη πλευρά, είναι πολύ λιγότερο αποτελεσματική και δημιουργεί πολλά δικά της προβλήματα, αποδιοργανωτικά και σωρευτικά. Επιπλέον, ένα σοσιαλιστικό κράτος, στερημένο από την πραγματική αγορά και από τον εκ μέρους της καθορισμό των τιμών των παραγωγικών αγαθών, δεν μπορεί να πραγματοποιεί οικονομικό υπολογισμό και, επομένως, μπορεί να λειτουργεί ένα παραγωγικό σύστημα μόνο με χαοτικό τρόπο. Η οικονομική του σοσιαλισμού —ένας ολόκληρος αυτοτελής κλάδος της οικονομικής επιστήμης— μόνο ακροθιγώς μπορεί να εξεταστεί εδώ· αρκεί να πούμε ότι η απόδειξη του Mises για την αδυναμία οικονομικού υπολογισμού υπό τον σοσιαλισμό δεν έχει ποτέ αντικρουστεί επιτυχώς.19
Εδώ θα μπορούσαμε να αναφέρουμε λίγα μόνο σημεία σχετικά με την οικονομική του σοσιαλισμού. Πρώτον, εφόσον η ιδιοκτησία είναι, εκ των πραγμάτων, ο έλεγχος ενός πόρου, ένα ναζιστικό, φασιστικό ή άλλο «κεντρικά σχεδιασμένο» σύστημα είναι εξίσου «σοσιαλισμός» με ένα κομμουνιστικό καθεστώς που κρατικοποιεί επισήμως την περιουσία.20 Δεύτερον, η έκταση του σοσιαλισμού στον σημερινό κόσμο ταυτόχρονα υποτιμάται σε χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και υπερεκτιμάται στη Σοβιετική Ρωσία. Υποτιμάται επειδή η επέκταση του κρατικού δανεισμού προς τις ιδιωτικές επιχειρήσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει γενικά παραμεληθεί, και είδαμε ότι ο δανειστής, ανεξάρτητα από τη νομική του ιδιότητα, είναι επίσης επιχειρηματίας και συνιδιοκτήτης. Η έκταση του σοσιαλισμού υπερεκτιμάται επειδή οι περισσότεροι συγγραφείς αγνοούν το γεγονός ότι η Ρωσία, όσο σοσιαλιστική και αν είναι, δεν μπορεί να έχει πλήρη σοσιαλισμό όσο εξακολουθεί να μπορεί να ανατρέχει στις σχετικά ελεύθερες αγορές που υπάρχουν σε άλλα μέρη του κόσμου. Εν ολίγοις, μια μεμονωμένη σοσιαλιστική χώρα ή ένα συγκρότημα χωρών, ενώ αναπόφευκτα αντιμετωπίζει τεράστιες δυσχέρειες και σπατάλες στον σχεδιασμό, μπορεί ακόμη να αγοράζει και να πωλεί και να ανατρέχει στην παγκόσμια αγορά και, επομένως, μπορεί τουλάχιστον αδρά να προσεγγίζει κάποιο είδος ορθολογικής τιμολόγησης των παραγωγικών αγαθών, προεκτείνοντας τα δεδομένα αυτής της αγοράς.21 Οι γνωστές σπατάλες και τα σφάλματα αυτού του μερικού σοσιαλιστικού σχεδιασμού είναι αμελητέα σε σύγκριση με όσα θα προέκυπταν υπό το πλήρες χάος οικονομικού υπολογισμού ενός παγκόσμιου σοσιαλιστικού κράτους.
Ένας άλλος παραγνωρισμένος παράγοντας που περιορίζει την έκταση του σχεδιασμού στις σοσιαλιστικές χώρες είναι οι δραστηριότητες της «μαύρης αγοράς», ιδίως σε εμπορεύματα —καραμέλες, τσιγάρα, φάρμακα, κάλτσες κ.λπ.— που αποκρύπτονται εύκολα. Ακόμη και σε ογκωδέστερα εμπορεύματα, η παραποίηση αρχείων και η εκτεταμένη διαφθορά μπορεί να δημιουργήσουν κάποιο είδος περιορισμένης αγοράς — μιας αγοράς που παραβιάζει όλα τα σοσιαλιστικά σχέδια.22
Επιπλέον, πρέπει να επισημανθεί ότι μια κεντρικά «σχεδιασμένη» οικονομία είναι μια οικονομία κεντρικών απαγορεύσεων. Η έννοια της «κοινωνικής μηχανικής» αποτελεί παραπλανητική μεταφορά, καθώς στην κοινωνική σφαίρα ο σχεδιασμός αφορά σε μεγάλο βαθμό ανθρώπους και όχι τα άψυχα μηχανήματα των μηχανολογικών σχεδίων. Και εφόσον κάθε άτομο είναι εκ φύσεως, αν και όχι πάντοτε κατά νόμον, κύριος του εαυτού του και φορέας δικής του πρωτοβουλίας —δηλαδή πηγή της δικής του ενεργητικότητας—, αυτό σημαίνει ότι οι κεντρικές διαταγές, υποστηριζόμενες, όπως αναγκαστικά συμβαίνει υπό τον σοσιαλισμό, από καταναγκασμό και βία, απαγορεύουν ουσιαστικά σε όλα τα άτομα να κάνουν ό,τι επιθυμούν περισσότερο ή ό,τι θεωρούν ότι ταιριάζει καλύτερα στις ικανότητές τους. Αν το Συμβούλιο Κεντρικού Σχεδιασμού, εν ολίγοις, διατάξει τους X και Y να μεταβούν στο Πινσκ για να εργαστούν ως οδηγοί φορτηγών, αυτό σημαίνει ότι στους X και Y απαγορεύεται ουσιαστικά και καταναγκαστικά να κάνουν ό,τι θα έκαναν εκουσίως: ίσως ο X να πήγαινε στο Λένινγκραντ για να γίνει λιμενεργάτης και ίσως ο Y να έμενε στον τόπο του, να πειραματιζόταν στο εργαστήριό του και να εφεύρισκε μια νέα και εξαιρετικά χρήσιμη συσκευή.
Το τελευταίο αυτό σημείο μάς οδηγεί σε ένα ακόμη σοβαρό ελάττωμα του κεντρικού σχεδιασμού: οι εφευρέσεις, οι καινοτομίες και οι τεχνολογικές εξελίξεις, από την ίδια τη φύση τους, εξ ορισμού, δεν μπορούν να προβλεφθούν εκ των προτέρων και, επομένως, δεν μπορούν να σχεδιαστούν κεντρικά και γραφειοκρατικά. Όχι μόνο κανείς δεν γνωρίζει τι θα εφευρεθεί και πότε· κανείς δεν γνωρίζει ποιος θα το εφεύρει. Είναι σαφές ότι μια οικονομία κεντρικών απαγορεύσεων, ήδη ανορθολογική και αναποτελεσματική για δεδομένους σκοπούς, μέσα και τεχνικές σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, είναι ακόμη πιο ανίκανη αν επιδιώκεται στην κοινωνία μια συνεχής ροή εφευρέσεων και νέων εξελίξεων. Η γραφειοκρατία, ήδη ανεπαρκής για τον σχεδιασμό ενός στάσιμου συστήματος, είναι ασυγκρίτως πιο ανεπαρκής για τον σχεδιασμό ενός εξελισσόμενου συστήματος.23,24
10. Ανάπτυξη, αφθονία και κράτος
Α. Το πρόβλημα της ανάπτυξης
Τα τελευταία χρόνια, οικονομολόγοι και δημοσιογράφοι δίνουν μεγάλη έμφαση σε μια νέα έννοια —την «ανάπτυξη»—, και μεγάλο μέρος της οικονομικής αρθρογραφίας επιδίδεται σε ένα «παιχνίδι αριθμών» σχετικά με το ποιο ποσοστό, ή ποιον «ρυθμό ανάπτυξης», «πρέπει να έχουμε» το επόμενο έτος ή την επόμενη δεκαετία. Η συζήτηση βρίθει συγκρίσεων με τον υψηλότερο ρυθμό της χώρας Χ, στον οποίο «εμείς» πρέπει να αντιπαρατεθούμε επειγόντως, κ.λπ. Μέσα σε όλο αυτό το ενδιαφέρον για την ανάπτυξη υπάρχουν πολλά σοβαρά προβλήματα που ελάχιστα έχουν θιγεί. Πρώτο και κυριότερο είναι το απλό ερώτημα: «Τι το τόσο καλό έχει η ανάπτυξη;» Οι οικονομολόγοι, μιλώντας επιστημονικά για την ανάπτυξη, έχουν εισαγάγει λαθραία και αθέμιτα στην επιστήμη τους μια ηθική κρίση — μια ηθική κρίση που παραμένει ανεξέταστη, σαν να ήταν αυτονόητη. Γιατί όμως η ανάπτυξη θα έπρεπε να είναι η υπέρτατη αξία την οποία μπορούμε να επιδιώκουμε; Ποια είναι η ηθική δικαιολόγηση; Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ανάπτυξη, άλλη μία αμφίβολη μεταφορά δανεισμένη από τη βιολογία, «ακούγεται» καλή στους περισσότερους ανθρώπους, αλλά αυτό δύσκολα συνιστά επαρκή ηθική ανάλυση. Πολλά πράγματα θεωρούνται καλά, αλλά στην ελεύθερη αγορά κάθε άνθρωπος πρέπει να επιλέγει μεταξύ διαφορετικών ποσοτήτων τους και του τιμήματος που συνεπάγεται η παραίτηση από άλλα. Ομοίως, η ανάπτυξη, όπως θα δούμε αμέσως, πρέπει να σταθμίζεται έναντι ανταγωνιστικών αξιών. Αν το ζήτημα εξεταζόταν με τη δέουσα προσοχή, λίγοι θα θεωρούσαν την ανάπτυξη ως τη μοναδική απόλυτη αξία. Αν ήταν τέτοια, γιατί να σταματούμε σε ετήσια ανάπτυξη 5% ή 8%; Γιατί όχι 50%;
Είναι εντελώς αθέμιτο ο οικονομολόγος, υπό την ιδιότητά του ως οικονομολόγου, να τάσσεται απλώς υπέρ της ανάπτυξης. Εκείνο που μπορεί να κάνει είναι να αντιπαραβάλει τι σημαίνει η ανάπτυξη υπό διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες. Στην ελεύθερη αγορά, για παράδειγμα, κάθε άνθρωπος επιλέγει πόση μελλοντική ανάπτυξη επιθυμεί σε σύγκριση με την παρούσα κατανάλωση. Η «ανάπτυξη», δηλαδή η άνοδος του μελλοντικού βιοτικού επιπέδου, μπορεί να επιτευχθεί, όπως έχουμε καταστήσει εμμέσως σαφές σε όλον αυτόν τον τόμο, μόνο με λίγους προσδιορίσιμους τρόπους. Είτε μπορούν να ανακαλυφθούν περισσότεροι και καλύτεροι πόροι είτε μπορούν να γεννηθούν περισσότεροι και καλύτεροι άνθρωποι είτε μπορεί να βελτιωθεί η τεχνολογία είτε πρέπει να επιμηκυνθεί η διάρθρωση των κεφαλαιουχικών αγαθών και να πολλαπλασιαστεί το κεφάλαιο. Στην πράξη, εφόσον για τον εντοπισμό και την αξιοποίηση των πόρων απαιτείται κεφάλαιο, εφόσον η τεχνολογική βελτίωση μπορεί να εφαρμοστεί στην παραγωγή μόνο μέσω κεφαλαιακών επενδύσεων, εφόσον οι επιχειρηματικές δεξιότητες ενεργούν μόνο μέσω επενδύσεων και εφόσον η αύξηση της προσφοράς εργασίας είναι σχετικά ανεξάρτητη από βραχυχρόνιους οικονομικούς παράγοντες και μπορεί να επιφέρει αντίθετα αποτελέσματα κατά τον μαλθουσιανό τρόπο, μειώνοντας το κατά κεφαλήν προϊόν, ο μόνος βιώσιμος δρόμος προς την ανάπτυξη είναι η αύξηση της αποταμίευσης και των επενδύσεων. Στην ελεύθερη αγορά, κάθε άτομο αποφασίζει πόσο θέλει να αποταμιεύσει —για να αυξήσει το μελλοντικό βιοτικό του επίπεδο— σε αντιδιαστολή προς το πόσο θέλει να καταναλώσει στο παρόν. Η καθαρή συνισταμένη όλων αυτών των εκούσιων ατομικών αποφάσεων είναι ο ρυθμός κεφαλαιακών επενδύσεων του έθνους ή του κόσμου. Το συνολικό μέγεθος αντανακλά τις εκούσιες, ελεύθερες αποφάσεις κάθε καταναλωτή, κάθε ανθρώπου. Ο οικονομολόγος, επομένως, δεν δικαιούται να υποστηρίζει την «ανάπτυξη» ως σκοπό· αν το πράττει, εισάγει μια αντιεπιστημονική, αυθαίρετη αξιολογική κρίση, ιδίως αν δεν παρουσιάζει μια ηθική θεωρία προς δικαιολόγησή της. Θα πρέπει απλώς να λέει ότι, στην ελεύθερη αγορά, καθένας αποκτά όση «ανάπτυξη» επιλέγει να αποκτήσει· και ότι, επιπλέον, οι άνθρωποι στο σύνολό τους ωφελούνται σημαντικά από τις εκούσιες αποταμιεύσεις άλλων, οι οποίοι αποταμιεύουν και επενδύουν.
Τι συμβαίνει αν το κράτος αποφασίσει, είτε μέσω επιδοτήσεων είτε μέσω άμεσης κρατικής ιδιοκτησίας, να επιχειρήσει να επιταχύνει τον ρυθμό ανάπτυξης της κοινωνίας; Τότε, πρέπει να επισημάνει ο οικονομολόγος, η όλη κατάσταση αλλάζει. Δεν επιλέγει πλέον κάθε άνθρωπος να «αναπτύσσεται» όπως θεωρεί καλύτερο. Τώρα, με την υποχρεωτική αποταμίευση και επένδυση, οι επενδύσεις μπορούν να προκύψουν μόνο μέσω της αναγκαστικής αποταμίευσης ορισμένων ατόμων και εις βάρος τους. Εν ολίγοις, αν οι Α, Β και Γ «αναπτύσσονται» επειδή το βιοτικό τους επίπεδο ανεβαίνει χάρη στην υποχρεωτική επένδυση, το πράττουν εις βάρος των Δ, Ε και Ζ, εκείνων που εξαναγκάστηκαν να αποταμιεύσουν. Δεν μπορούμε πλέον να πούμε ότι ανεβαίνει το κοινωνικό βιοτικό επίπεδο, το βιοτικό επίπεδο κάθε δρώντος ατόμου· υπό καθεστώς υποχρεωτικής ανάπτυξης, ορισμένοι άνθρωποι —οι εξαναγκασμένοι αποταμιευτές— χάνουν σαφώς και αποδεδειγμένα. «Αναπτύσσονται» προς τα πίσω. Εδώ βρίσκεται ένας λόγος για τον οποίο η κρατική παρέμβαση δεν μπορεί ποτέ να αυξήσει τον ρυθμό «ανάπτυξης» της κοινωνίας. Διότι, όταν τα άτομα ενεργούν ελεύθερα στην αγορά, κάθε πράξη τους ωφελεί τους πάντες, οπότε η ανάπτυξη είναι πραγματικά «κοινωνική», δηλαδή συμμετέχουν σε αυτήν όλοι μέσα στην κοινωνία. Όταν όμως το κράτος ενεργεί για να επιβάλει την ανάπτυξη, μόνο ορισμένοι αναπτύσσονται εις βάρος της οπισθοδρόμησης άλλων. Ο αξιολογικά ουδέτερος οικονομολόγος δεν επιτρέπεται, επομένως, να πει ότι η «κοινωνία» αναπτύσσεται καθόλου.
Η ανάπτυξη, επομένως, αποδεδειγμένα δεν είναι η μοναδική απόλυτη αξία για κανέναν. Όλοι οι άνθρωποι στην αγορά σταθμίζουν την ανάπτυξη έναντι της παρούσας κατανάλωσης, όπως ακριβώς σταθμίζουν την εργασία έναντι του ελεύθερου χρόνου και όλα τα αγαθά μεταξύ τους. Αν συνειδητοποιήσουμε πλήρως ότι δεν υπάρχει κάποια οντότητα που να ονομάζεται «κοινωνία» χωριστά από τα άτομα, γίνεται σαφές ότι η «κοινωνία» δεν μπορεί να αναπτύσσεται επιβάλλοντας απώλειες σε ορισμένα ή στα περισσότερα μέλη της. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι υπάρχει μια κοινότητα όπου το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού δεν θέλει να «αναπτυχθεί»· οι άνθρωποι θα προτιμούσαν να μην εργάζονται πολύ σκληρά ούτε να αποταμιεύουν πολύ· θα προτιμούσαν, αντιθέτως, να ξαπλώνουν κάτω από τα δέντρα, να μαζεύουν καρπούς και να παίζουν παιχνίδια. Το να υποστηρίζει κανείς ότι το κράτος πρέπει να εμφανιστεί και να εξαναγκάσει αυτούς τους ανθρώπους να εργαστούν και να αποταμιεύσουν, προκειμένου να «αναπτυχθούν» κάποια στιγμή στο μέλλον, σημαίνει ότι υποστηρίζει την καταναγκαστική μείωση του βιοτικού επιπέδου του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού στο παρόν και στο εγγύς μέλλον. Οποιαδήποτε παραγωγή επιτυγχανόταν υπό αυτό το καθεστώς, όσο μεγάλη και αν ήταν, δεν θα αποτελούσε «ανάπτυξη» για την κοινωνία· αντιθέτως, θα αποτελούσε οπισθοδρόμηση, όχι μόνο για ορισμένους αλλά για τους περισσότερους ανθρώπους. Ο οικονομολόγος, επομένως, δεν μπορεί να υποστηρίζει επιστημονικά την υποχρεωτική ανάπτυξη, διότι εκείνο που πραγματικά κάνει είναι να επιχειρεί να επιβάλει διά της βίας τις δικές του ηθικές απόψεις —για παράδειγμα, ότι περισσότερη σκληρή εργασία και αποταμίευση είναι καλύτερες από περισσότερο ελεύθερο χρόνο και καρπούς— στα άλλα μέλη της κοινωνίας. Τα μέλη αυτά υφίστανται, ως αποτέλεσμα, μεγάλη απώλεια χρησιμότητας.
Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί και πάλι ότι, στις περιπτώσεις αναγκαστικής αποταμίευσης, ο αποταμιευτής δεν αποκομίζει κανένα από τα οφέλη της θυσίας του· τα οφέλη αυτά τα αποκομίζουν αντ’ αυτού κρατικοί αξιωματούχοι ή άλλοι δικαιούχοι. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την ελεύθερη αγορά, όπου οι άνθρωποι αποταμιεύουν και επενδύουν ακριβώς επειδή θα αποκομίσουν κάποια απτά και επιθυμητά ανταλλάγματα.
Σε ένα καθεστώς καταναγκαστικής ανάπτυξης, λοιπόν, η «κοινωνία» δεν μπορεί να αναπτύσσεται και οι συνθήκες διαφέρουν εντελώς από εκείνες της ελεύθερης αγοράς. Πράγματι, αυτό που έχουμε είναι μια μορφή του επιχειρήματος του «λαθρεπιβάτη» κατά της ελεύθερης αγοράς και υπέρ του κράτους· εδώ οι διάφοροι «λαθρεπιβάτες» συσπειρώνονται για να εξαναγκάσουν άλλους ανθρώπους να αποταμιεύουν, ώστε να ωφελούνται οι πρώτοι.25
Ακόμη και αν αφήσουμε κατά μέρος αυτά τα προβλήματα, είναι αμφίβολο πόσο μπορούν να ωφεληθούν από τα μέτρα αυτά οι λαθρεπιβάτες που ασκούν τον καταναγκασμό. Πολλοί παράγοντες που εξετάστηκαν παραπάνω έρχονται τώρα στο προσκήνιο. Πρώτον, η ανάπτυξη και η επιτυχία των λαθρεπιβατών που στηρίζονται στον καταναγκασμό αποθαρρύνουν την παραγωγή και μετατοπίζουν ολοένα περισσότερους ανθρώπους και περισσότερη ενεργητικότητα από την παραγωγή προς την εκμετάλλευσή της, δηλαδή προς τη λαθρεπιβίβαση μέσω καταναγκασμού. Δεύτερον, είδαμε ότι, αν το ίδιο το κράτος πραγματοποιεί την «επένδυση» με τις δημευμένες αποταμιεύσεις άλλων, το αποτέλεσμα, για πολλούς λόγους, δεν είναι γνήσια επένδυση αλλά περιουσιακά στοιχεία που συνιστούν σπατάλη. Το κεφάλαιο που δημιουργείται από αναγκαστικές αποταμιεύσεις, επομένως, αντί να ωφελεί τους καταναλωτές, σε μεγάλο βαθμό σπαταλάται και εξανεμίζεται. Ακόμη και αν το κράτος χρησιμοποιεί τα χρήματα για να επιδοτεί διάφορες ιδιωτικές επενδύσεις, τα αποτελέσματα παραμένουν σοβαρά· διότι αυτές οι επενδύσεις, καθώς είναι οικονομικά ασύμφορες σε σχέση με τη γνήσια ζήτηση των καταναλωτών και τα σήματα κέρδους και ζημίας στην αγορά, θα αποτελούν εσφαλμένες επενδύσεις. Αν το κράτος καταργούσε τις επιδοτήσεις του και επέτρεπε σε όλα τα κεφάλαια να ανταγωνίζονται επί ίσοις όροις στην εξυπηρέτηση των καταναλωτών, είναι αμφίβολο πόσο μεγάλο μέρος αυτών των επενδύσεων θα επιβίωνε.
Μολονότι δεν σκοπεύουμε να ασχοληθούμε εδώ εκτενώς με ένα εμπειρικό πρόβλημα όπως η σοβιετική οικονομική ανάπτυξη, μπορούμε να παραστήσουμε την ανάλυσή μας επισημαίνοντας τον θόρυβο που έχει προκληθεί τα τελευταία χρόνια γύρω από τον υποτιθέμενο τεράστιο ρυθμό σοβιετικής ανάπτυξης. Παραδόξως, διαπιστώνει κανείς ότι η «ανάπτυξη» φαίνεται να συντελείται σχεδόν αποκλειστικά στα κεφαλαιουχικά αγαθά, όπως ο σίδηρος και ο χάλυβας, τα υδροηλεκτρικά φράγματα κ.λπ., ενώ ελάχιστο ή κανένα μέρος αυτής της ανάπτυξης δεν φαίνεται ποτέ να φθάνει στο βιοτικό επίπεδο του μέσου Σοβιετικού καταναλωτή. Το βιοτικό επίπεδο του καταναλωτή, όμως, είναι ο τελικός και υπέρτατος σκοπός ολόκληρης της παραγωγικής διαδικασίας. Η παραγωγή δεν έχει κανένα απολύτως νόημα παρά μόνο ως μέσο προς την κατανάλωση. Η επένδυση σε κεφαλαιουχικά αγαθά δεν σημαίνει τίποτε παρά μόνο ως αναγκαίος ενδιάμεσος σταθμός προς την αυξημένη κατανάλωση. Όταν οι κεφαλαιακές επενδύσεις πραγματοποιούνται στην ελεύθερη αγορά, δεν στερούν καταναλωτικά αγαθά από κανέναν· διότι αποταμιεύουν εκείνοι που επιλέγουν εκουσίως την επένδυση αντί ενός μέρους της παρούσας κατανάλωσης. Κανείς δεν υποχρεώνεται να θυσιάσει παρούσα κατανάλωση αν δεν το επιθυμεί. Ως αποτέλεσμα, το βιοτικό επίπεδο όλων ανεβαίνει συνεχώς και ομαλά καθώς αυξάνονται οι επενδύσεις. Αλλά ένα σοβιετικό ή άλλο σύστημα υποχρεωτικών επενδύσεων μειώνει το βιοτικό επίπεδο σχεδόν όλων, οπωσδήποτε στο εγγύς μέλλον. Και όλες οι ενδείξεις συνηγορούν ότι η ημέρα της υπεσχημένης «ουράνιας ανταμοιβής», όταν επιτέλους ανεβαίνει το βιοτικό επίπεδο, σχεδόν ποτέ δεν έρχεται. Εν ολίγοις, η κρατική «επένδυση», όπως επισημάναμε παραπάνω, αποδεικνύεται ιδιόμορφη μορφή σπάταλης «κατανάλωσης» από τους κρατικούς αξιωματούχους.26
Υπάρχει και ένας άλλος παράγοντας που ενισχύει το συμπέρασμά μας. Ο καθηγητής Lachmann μάς υπενθυμίζει επίμονα εκείνο που οι οικονομολόγοι γενικά λησμονούν: ότι το «κεφάλαιο» δεν είναι απλώς μια ομοιογενής μάζα στην οποία μπορούν να γίνονται προσθήκες ή αφαιρέσεις. Το κεφάλαιο είναι μια περίπλοκη, λεπτή, αλληλοδιαπλεκόμενη διάρθρωση κεφαλαιουχικών αγαθών. Όλα τα λεπτά νήματα αυτής της διάρθρωσης πρέπει να συναρμόζονται, και μάλιστα με ακρίβεια· διαφορετικά, προκύπτουν εσφαλμένες επενδύσεις. Η ελεύθερη αγορά αποτελεί σχεδόν αυτόματο μηχανισμό για μια τέτοια συναρμογή· και είδαμε σε όλον αυτόν τον τόμο πώς η ελεύθερη αγορά, με το σύστημα τιμών και τα κριτήρια κέρδους και ζημίας της, προσαρμόζει την ποσότητα και την ποικιλία της παραγωγής των διαφορετικών κλάδων, εμποδίζοντας οποιονδήποτε από αυτούς να παραμένει αποσυντονισμένος για μεγάλο διάστημα.27 Αλλά υπό τον σοσιαλισμό ή με μαζικές κρατικές επενδύσεις δεν υπάρχει τέτοιος μηχανισμός συναρμογής και εναρμόνισης. Στερημένο από ένα ελεύθερο σύστημα τιμών και από κριτήρια κέρδους και ζημίας, το κράτος μπορεί μόνο να προχωρεί ψηλαφητά από το ένα σφάλμα στο άλλο, «επενδύοντας» στα τυφλά, χωρίς να μπορεί να επενδύει ορθά στους κατάλληλους τομείς, στα κατάλληλα προϊόντα ή στις κατάλληλες τοποθεσίες. Θα κατασκευαστεί ένα θαυμάσιο μετρό, αλλά δεν θα υπάρχουν τροχοί για τα τρένα· ένα γιγαντιαίο φράγμα, αλλά όχι χαλκός για τις γραμμές μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, κ.ο.κ. Αυτά τα αιφνίδια πλεονάσματα και ελλείμματα, τόσο χαρακτηριστικά του κρατικού σχεδιασμού, είναι το αποτέλεσμα μαζικών εσφαλμένων επενδύσεων από το κράτος.28
Η σημερινή διαμάχη για την ανάπτυξη είναι, υπό μία έννοια, αποτέλεσμα ενός κρίσιμου σφάλματος που διέπραξαν οι «δεξιοί» οικονομολόγοι στη συνεχιζόμενη αντιπαράθεσή τους με τους «αριστερούς» αντιπάλους τους. Αντί να προβάλλουν την ελευθερία και την ελεύθερη επιλογή ως τον ύψιστο πολιτικό τους σκοπό, οι δεξιοί οικονομολόγοι τόνισαν τη σημασία της ελευθερίας ως ωφελιμιστικού μέσου ενθάρρυνσης της αποταμίευσης, των επενδύσεων και, επομένως, της οικονομικής ανάπτυξης. Είδαμε παραπάνω ότι οι συντηρητικοί αντίπαλοι του προοδευτικού φόρου εισοδήματος έχουν συχνά πέσει στην παγίδα να αντιμετωπίζουν την αποταμίευση και τις επενδύσεις ως κατά κάποιον τρόπο μεγαλύτερο και ανώτερο αγαθό από την κατανάλωση και, επομένως, να επικρίνουν εμμέσως την αναλογία αποταμίευσης προς κατανάλωση της ελεύθερης αγοράς. Εδώ έχουμε ένα ακόμη παράδειγμα της ίδιας διολίσθησης σε μια έμμεση, αυθαίρετη κριτική της αγοράς. Εκείνο που έκαναν οι σύγχρονοι «αριστεροί» υπέρμαχοι της υποχρεωτικής ανάπτυξης ήταν να στρέψουν ως μπούμερανγκ εναντίον των συντηρητικών τα σεβάσμια επιχειρήματά τους και να πουν, ουσιαστικά, στους αντιπάλους τους: «Πολύ καλά. Υποστηρίζατε ότι η αποταμίευση και οι επενδύσεις έχουν κρίσιμη σημασία επειδή οδηγούν στην ανάπτυξη και στην οικονομική πρόοδο. Ωραία· αλλά, όπως και εσείς οι ίδιοι παραδέχεστε εμμέσως, η αναλογία αποταμίευσης και επενδύσεων στην ελεύθερη αγορά είναι πράγματι υπερβολικά χαμηλή. Γιατί λοιπόν να στηριζόμαστε σε αυτήν; Γιατί να μην επιταχύνουμε την ανάπτυξη χρησιμοποιώντας το κράτος για να επιβάλει ακόμη περισσότερη αποταμίευση και επένδυση, ώστε να επιταχύνουμε περαιτέρω τη συσσώρευση κεφαλαίου;» Είναι προφανές ότι οι συντηρητικοί δεν μπορούν να απαντήσουν επαναλαμβάνοντας τα γνωστά επιχειρήματά τους. Η κατάλληλη απάντηση εδώ είναι η ανάλυση που εκθέτουμε — εν ολίγοις:
- (α) Με ποιο δικαίωμα υποστηρίζετε ότι οι άνθρωποι πρέπει να αναπτύσσονται ταχύτερα από όσο επιθυμούν εκουσίως;
- (β) Η υποχρεωτική ανάπτυξη δεν θα ωφελήσει το σύνολο της κοινωνίας όπως η ελεύθερα επιλεγμένη ανάπτυξη και, επομένως, δεν είναι «κοινωνική ανάπτυξη»· ορισμένοι θα κερδίσουν —και μάλιστα σε κάποιο μακρινό μέλλον— εις βάρος της οπισθοδρόμησης άλλων.
- (γ) Η κρατική επένδυση ή η επιδοτούμενη επένδυση είναι είτε εσφαλμένη επένδυση είτε καθόλου επένδυση, αλλά απλώς περιουσιακά στοιχεία που συνιστούν σπατάλη ή «κατανάλωση» σπατάλης προς χάριν του κύρους των κρατικών αξιωματούχων.
Τι είναι, στην πραγματικότητα, η οικονομική «ανάπτυξη»; Κάθε ορθός ορισμός πρέπει ασφαλώς να περιλαμβάνει αύξηση των οικονομικών μέσων που είναι διαθέσιμα για την ικανοποίηση των σκοπών των ανθρώπων — εν ολίγοις, αυξημένη ικανοποίηση των αναγκών τους ή, όπως το διατύπωσε ο P.T. Bauer, «διεύρυνση του φάσματος των πραγματικά διαθέσιμων εναλλακτικών επιλογών των ανθρώπων». Με βάση έναν τέτοιο ορισμό, είναι σαφές ότι η υποχρεωτική αποταμίευση, με τις απώλειες και τους περιορισμούς που επιβάλλει στις πραγματικές επιλογές των ανθρώπων, δεν μπορεί να προαγάγει την οικονομική ανάπτυξη· και επίσης ότι η κρατική «επένδυση», παραμελώντας την εκούσια ιδιωτική κατανάλωση ως σκοπό της, δύσκολα μπορεί να λεχθεί ότι διευρύνει τις εναλλακτικές επιλογές των ανθρώπων. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.29
Τέλος, ο ίδιος ο όρος «ανάπτυξη» αποτελεί αθέμιτη εισαγωγή μιας μεταφοράς από τη βιολογία στην ανθρώπινη δράση.30 Η «ανάπτυξη» και ο «ρυθμός ανάπτυξης» υποδηλώνουν κάποιο είδος αυτόματης αναγκαιότητας ή αναπόφευκτης εξέλιξης και για πολλούς ανθρώπους έχουν την αξιολογικά φορτισμένη συνδήλωση κάποιου πράγματος αυτονόητα επιθυμητού.31
Παράλληλα με τον θόρυβο γύρω από την ανάπτυξη, έχει αναπτυχθεί μια τεράστια βιβλιογραφία για την «οικονομική των υπανάπτυκτων χωρών». Εδώ μπορούμε να επισημάνουμε μόνο λίγους παράγοντες. Πρώτον, αντίθετα προς μια διαδεδομένη εντύπωση, η «νεοκλασική» οικονομική εφαρμόζεται εξίσου πλήρως στις υπανάπτυκτες όσο και σε οποιεσδήποτε άλλες χώρες. Πράγματι, όπως έχει συχνά τονίσει ο P.T. Bauer, η οικονομική πειθαρχία είναι από ορισμένες απόψεις αυστηρότερη στις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες, επειδή πολλοί άνθρωποι έχουν την πρόσθετη επιλογή να επιστρέψουν από μια εγχρήματη σε μια ανταλλακτική οικονομία. Μια υπανάπτυκτη χώρα μπορεί να αναπτυχθεί μόνο με τους ίδιους τρόπους με τους οποίους μπορεί να αναπτυχθεί μια πιο προηγμένη χώρα: σε μεγάλο βαθμό μέσω κεφαλαιακών επενδύσεων. Οι οικονομικοί νόμοι που σκιαγραφήσαμε σε όλον αυτόν τον τόμο είναι ανεξάρτητοι από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της οικονομίας οποιασδήποτε κοινότητας ή έθνους και, επομένως, ανεξάρτητοι από το επίπεδο ανάπτυξής της. Δεύτερον, οι υπανάπτυκτες χώρες είναι ιδιαίτερα επιρρεπείς στη σπάταλη, θεαματική κρατική «επένδυση» κύρους σε έργα όπως χαλυβουργεία ή φράγματα, σε αντιδιαστολή προς την οικονομικά συμφέρουσα αλλά μη θεαματική ιδιωτική επένδυση σε βελτιωμένα γεωργικά εργαλεία.3233
Τρίτον, ο όρος «υπανάπτυκτος» είναι σαφώς αξιολογικά φορτισμένος, καθώς υποδηλώνει ότι ορισμένες χώρες είναι «υπερβολικά λίγο» ανεπτυγμένες, κάτω από κάποιο επιβαλλόμενο πρότυπο. Όπως επισημαίνουν οι Wiggins και Schoeck, το «μη ανεπτυγμένος» θα ήταν αντικειμενικότερος όρος.34
Λόγω της θεαματικής αύξησης της δημοτικότητάς του, πρέπει να πούμε εδώ κάτι για το πρόσφατο δόγμα των «σταδίων οικονομικής ανάπτυξης» του καθηγητή Rostow. Προβαλλόμενος έντονα ως «η απάντηση στον Marx» —λες και ο Marx δεν είχε ποτέ προηγουμένως «απαντηθεί»—, ο Rostow διαβλέπει πέντε στάδια οικονομικής ανάπτυξης από τα οποία περνά κάθε σύγχρονο έθνος· αυτά περιστρέφονται γύρω από την «απογείωση» και περιλαμβάνουν τις «προϋποθέσεις» της απογείωσης, την πορεία από την απογείωση προς την «ωριμότητα» και, ως τελικό στάδιο, την «υψηλή μαζική κατανάλωση».35 Πέρα από τη συνήθη πλάνη της υπόθεσης κάποιου αυτόματου ρυθμού «ανάπτυξης», ο Rostow προσθέτει πολλές δικές του, μεταξύ των οποίων οι ακόλουθες:
- (α) Την αναβίωση της μάταιης σύγχρονης αναζήτησης ανύπαρκτων «νόμων της ιστορίας».
- (β) Την ανακάλυψη τέτοιων «νόμων» μέσω εκείνης της παμπάλαιας πλάνης της γερμανικής σκέψης του ύστερου δέκατου ένατου αιώνα, των «σταδίων της ιστορίας», με κάθε αυθαίρετο στάδιο να είναι κατά κάποιον τρόπο προορισμένο να εξελίσσεται αυτόματα στο επόμενο.
- (γ) Την υπερβολική έμφαση —εδώ, όπως και σε άλλες περιπτώσεις, πλησιέστερα στον Marx από όσο αντιλαμβάνονται οι περισσότεροι επικριτές— στην τεχνολογία αυτή καθαυτή ως πηγή και αφετηρία της οικονομικής ανάπτυξης.
- (δ) Τη σκόπιμη εξομοίωση κρατικών και ιδιωτικών επιχειρήσεων ως εξίσου ικανών για «επιχειρηματικότητα».
- (ε) Τη στήριξη στην εσφαλμένη έννοια του «κοινωνικού κεφαλαίου υποδομής», το οποίο πρέπει να παρέχεται κυρίως από το κράτος προτού επιτευχθεί η «απογείωση».
Στην πραγματικότητα, όπως είδαμε, δεν υπάρχουν διαφορετικά στάδια οικονομίας, καθένα από τα οποία υπόκειται στους δικούς του νόμους, αλλά μία ενιαία οικονομική επιστήμη που εφαρμόζεται σε κάθε επίπεδο εξέλιξης και εξηγεί κάθε βαθμό «ανάπτυξης». Το τελικό στάδιο της «υψηλής μαζικής κατανάλωσης» του Rostow είναι ιδιαίτερα αμφισβητήσιμο. Τι ήταν χαρακτηριστικότερο του πρώιμου σταδίου της «απογείωσης» της Βιομηχανικής Επανάστασης στη Βρετανία από την ίδια ακριβώς τη μετατόπιση της παραγωγής προς τη μαζική κατανάλωση φθηνών, εργοστασιακά παραγόμενων υφαντουργικών αγαθών; Η μαζική κατανάλωση ήταν γνώρισμα της Βιομηχανικής Επανάστασης εξαρχής· δεν αποτελεί, αντίθετα προς έναν διαδεδομένο μύθο, κάποιο είδος νέας συνθήκης της δεκαετίας του 1950.3637
Β. Ο καθηγητής Galbraith και το αμάρτημα της αφθονίας
Στις αρχές του εικοστού αιώνα, η κύρια κατηγορία που διατύπωναν κατά του καπιταλιστικού συστήματος οι διανοούμενοι επικριτές του ήταν η υποτιθέμενη πανταχού παρουσία του «μονοπωλίου». Στη δεκαετία του 1930, στο προσκήνιο ήρθαν η μαζική ανεργία και η φτώχεια —«το ένα τρίτο ενός έθνους»—. Σήμερα, η αυξανόμενη αφθονία και ευημερία έχουν επισκιάσει σε μεγάλο βαθμό το θέμα της φτώχειας και της ανεργίας, και το μόνο σοβαρό «μονοπώλιο» φαίνεται να είναι εκείνο του εργατικού συνδικαλισμού. Ας μη θεωρηθεί, ωστόσο, ότι η κριτική του καπιταλισμού έχει εκλείψει. Δύο φαινομενικά αντιφατικές κατηγορίες είναι πλέον διαδεδομένες: (α) ότι ο καπιταλισμός δεν «αναπτύσσεται» αρκετά γρήγορα και (β) ότι το πρόβλημα του καπιταλισμού είναι πως μας κάνει υπερβολικά «εύπορους». Ο υπερβολικός πλούτος έχει ξαφνικά αντικαταστήσει τη φτώχεια ως το τραγικό ελάττωμα του καπιταλισμού.38 Εκ πρώτης όψεως, οι τελευταίες αυτές κατηγορίες φαίνονται αντιφατικές, διότι ο καπιταλισμός κατηγορείται ταυτόχρονα ότι παράγει υπερβολικά πολλά αγαθά και ότι δεν αυξάνει αρκετά γρήγορα την παραγωγή αγαθών. Η αντίφαση φαίνεται ιδιαίτερα κραυγαλέα όταν ο ίδιος επικριτής προβάλλει και τις δύο γραμμές επίθεσης, όπως συμβαίνει με τον κυριότερο επικριτή του αμαρτήματος της αφθονίας, τον καθηγητή Galbraith.39 Αλλά, όπως εύστοχα επισήμανε η Wall Street Journal, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμία αντίφαση· διότι η υπερβολική αφθονία βρίσκεται εξ ολοκλήρου στον «ιδιωτικό τομέα», στα αγαθά που απολαμβάνουν οι καταναλωτές· η ανεπάρκεια, ή η «λιμοκτονία», βρίσκεται στον «δημόσιο τομέα», ο οποίος χρειάζεται περαιτέρω ανάπτυξη.40
Μολονότι το The Affluent Society βρίθει πλανών, οι οποίες υποστηρίζονται με δογματικούς ισχυρισμούς και πατροπαράδοτα ρητορικά τεχνάσματα αντί αιτιολογημένων επιχειρημάτων,41 το βιβλίο αξίζει κάποια εξέταση εδώ, λόγω της τεράστιας δημοτικότητάς του.
Όπως συμβαίνει με τους περισσότερους «οικονομολόγους» που επιτίθενται στην οικονομική επιστήμη, ο καθηγητής Galbraith είναι ιστορικιστής· πιστεύει ότι η οικονομική θεωρία, αντί να θεμελιώνεται στα διαχρονικά δεδομένα της ανθρώπινης φύσης, είναι κατά κάποιον τρόπο σχετική προς διαφορετικές ιστορικές εποχές. Η «συμβατική» οικονομική θεωρία, υποστηρίζει, ήταν αληθής για τις εποχές πριν από τη σημερινή, οι οποίες ήταν εποχές «φτώχειας»· τώρα, όμως, έχουμε μεταπηδήσει από μια κατάσταση φτώχειας αιώνων σε μια εποχή «αφθονίας» και, για μια τέτοια εποχή, απαιτείται μια εντελώς νέα οικονομική θεωρία. Ο Galbraith διαπράττει επίσης το φιλοσοφικό σφάλμα να πιστεύει ότι οι ιδέες ουσιαστικά «διαψεύδονται από τα γεγονότα»· αντιθέτως, στην ανθρώπινη δράση, σε αντιδιαστολή προς τις φυσικές επιστήμες, οι ιδέες μπορούν να αντικρουστούν μόνο από άλλες ιδέες· τα ίδια τα γεγονότα αποτελούν σύνθετες συνισταμένες που πρέπει να ερμηνεύονται με ορθές ιδέες.
Ένα από τα σοβαρότερα ελαττώματα του Galbraith είναι η αυθαιρεσία των κατηγοριών της «φτώχειας» και της «αφθονίας», οι οποίες διατρέχουν το έργο του. Πουθενά δεν ορίζει τι εννοεί με αυτούς τους όρους και, επομένως, πουθενά δεν θέτει κριτήρια βάσει των οποίων μπορούμε να γνωρίζουμε, έστω και θεωρητικά, πότε έχουμε διαβεί τη μαγική μεθόριο μεταξύ «φτώχειας» και «αφθονίας», η οποία απαιτεί τη δημιουργία μιας εντελώς νέας οικονομικής θεωρίας. Το παρόν βιβλίο και τα περισσότερα άλλα οικονομικά έργα καθιστούν σαφές ότι η οικονομική επιστήμη δεν εξαρτάται από κάποιο αυθαίρετο επίπεδο πλούτου· οι βασικοί πραξεολογικοί νόμοι ισχύουν για όλους τους ανθρώπους σε όλες τις εποχές, και οι καταλλακτικοί νόμοι της ανταλλακτικής οικονομίας ισχύουν όποτε και όπου πραγματοποιούνται ανταλλαγές.
Ο Galbraith αποδίδει μεγάλη σημασία στην υποτιθέμενη ανακάλυψή του, την οποία αποσιωπούν οι άλλοι οικονομολόγοι, ότι η οριακή χρησιμότητα των αγαθών μειώνεται καθώς αυξάνεται το εισόδημα κάποιου και ότι, επομένως, τα τελευταία 1.000 USD του εισοδήματός του δεν έχουν γι’ αυτόν σχεδόν την ίδια αξία με τα πρώτα — εκείνα που εξασφαλίζουν τη στοιχειώδη διαβίωσή του. Αλλά αυτή η γνώση είναι οικεία στους περισσότερους οικονομολόγους, και το παρόν βιβλίο, για παράδειγμα, την έχει συμπεριλάβει. Η οριακή χρησιμότητα των αγαθών ασφαλώς μειώνεται καθώς αυξάνεται το εισόδημά μας· αλλά το ίδιο το γεγονός ότι οι άνθρωποι εξακολουθούν να εργάζονται για τα τελευταία 1.000 USD και εργάζονται για περισσότερα χρήματα όταν τους δίνεται η ευκαιρία αποδεικνύει αδιαμφισβήτητα ότι η οριακή χρησιμότητα των αγαθών εξακολουθεί να είναι μεγαλύτερη από την οριακή αρνητική χρησιμότητα της στέρησης ελεύθερου χρόνου. Η κρυμμένη πλάνη του Galbraith είναι μια ποσοτική υπόθεση: από το απλό γεγονός ότι η οριακή χρησιμότητα των αγαθών μειώνεται καθώς αυξάνονται το εισόδημα και ο πλούτος κάποιου, ο Galbraith έχει κατά κάποιον τρόπο συμπεράνει ότι έχει ήδη μειωθεί σχεδόν ή και πραγματικά στο μηδέν. Το γεγονός της μείωσης, όμως, δεν μας λέει τίποτε απολύτως για τον βαθμό αυτής της μείωσης, την οποία ο Galbraith αυθαίρετα θεωρεί σχεδόν ολοκληρωτική. Όλοι οι οικονομολόγοι, ακόμη και οι πιο «συμβατικοί», γνωρίζουν ότι, καθώς τα εισοδήματα αυξάνονταν στον σύγχρονο κόσμο, οι εργαζόμενοι επέλεγαν να λαμβάνουν ολοένα μεγαλύτερο μέρος αυτού του εισοδήματος υπό τη μορφή ελεύθερου χρόνου. Και αυτό θα έπρεπε να αποτελεί επαρκή απόδειξη ότι οι οικονομολόγοι γνωρίζουν από καιρό την υποτίθεται αποσιωπημένη αλήθεια πως η οριακή χρησιμότητα των αγαθών γενικά τείνει να μειώνεται καθώς αυξάνεται η προσφορά τους. Αλλά, αντιτείνει ο Galbraith, οι οικονομολόγοι παραδέχονται ότι ο ελεύθερος χρόνος είναι καταναλωτικό αγαθό, όχι όμως ότι η αξία άλλων αγαθών μειώνεται καθώς αυξάνεται η προσφορά τους. Αυτός, ωστόσο, είναι ασφαλώς εσφαλμένος ισχυρισμός· εκείνο που γνωρίζουν οι οικονομολόγοι είναι ότι, καθώς ο πολιτισμός διευρύνει την προσφορά αγαθών, η οριακή χρησιμότητα των αγαθών μειώνεται και η οριακή χρησιμότητα του ελεύθερου χρόνου που θυσιάζεται —το κόστος ευκαιρίας της εργασίας— αυξάνεται, ώστε ολοένα μεγαλύτερο μέρος του πραγματικού εισοδήματος να «λαμβάνεται» υπό τη μορφή ελεύθερου χρόνου. Δεν υπάρχει τίποτε το εκπληκτικό, ανατρεπτικό ή επαναστατικό σε αυτό το γνωστό γεγονός.
Σύμφωνα με τον Galbraith, οι οικονομολόγοι αγνοούν εσκεμμένα το φάσμα του κορεσμού των αναγκών. Ωστόσο, πολύ ορθά το πράττουν, διότι, όταν οι ανάγκες —ή, μάλλον, οι ανάγκες για ανταλλάξιμα αγαθά— κορεστούν πραγματικά, θα το αντιληφθούμε όλοι αρκετά γρήγορα· διότι τότε όλοι θα πάψουν να εργάζονται, θα πάψουν να προσπαθούν να μετατρέψουν τους γήινους πόρους σε τελικά καταναλωτικά αγαθά. Δεν θα υπάρχει ανάγκη να συνεχιστεί η παραγωγή, επειδή θα έχουν καλυφθεί όλες οι ανάγκες για καταναλωτικά αγαθά — ή τουλάχιστον για όλα εκείνα που μπορούν να παραχθούν και να ανταλλαγούν. Τότε όλοι θα σταματήσουν να εργάζονται, η οικονομία της αγοράς —πράγματι, κάθε οικονομία— θα τερματιστεί, τα μέσα δεν θα είναι πλέον σπάνια σε σχέση με τους σκοπούς και όλοι θα απολαμβάνουν τον παράδεισο. Θεωρώ αυτονόητο ότι αυτή η στιγμή δεν έχει ακόμη φθάσει και δεν δείχνει σημάδια ότι πλησιάζει· αν κάποτε φθάσει, οι οικονομολόγοι, όπως και οι περισσότεροι άλλοι άνθρωποι, θα την υποδεχθούν όχι με κατάρες αλλά με αγαλλίαση. Παρά την παλαιά τους φήμη ως θεραπόντων μιας «ζοφερής επιστήμης», οι οικονομολόγοι δεν έχουν κανένα εδραιωμένο συμφέρον, ψυχολογικό ή άλλο, στη σπανιότητα.
Στο μεταξύ, όμως, αυτός εξακολουθεί να είναι ένας κόσμος σπανιότητας· σπάνια μέσα πρέπει να διατίθενται σε εναλλακτικούς σκοπούς· η εργασία εξακολουθεί να είναι αναγκαία. Οι άνθρωποι εξακολουθούν να εργάζονται για τα τελευταία 1.000 USD του εισοδήματός τους και θα δέχονταν ευχαρίστως άλλα 1.000 USD αν τους προσφέρονταν. Θα τολμούσαμε μία ακόμη πρόβλεψη: μια ανεπίσημη δημοσκόπηση που θα ρωτούσε τους ανθρώπους αν θα δέχονταν, ή αν θα ήξεραν τι να κάνουν με, μερικές επιπλέον χιλιάδες USD ετήσιου πραγματικού εισοδήματος θα έβρισκε σχεδόν κανέναν πρόθυμο να αρνηθεί την προσφορά λόγω υπερβολικής αφθονίας ή κορεσμού — ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Ελάχιστοι θα αδυνατούσαν να αποφασίσουν τι να κάνουν με τον αυξημένο πλούτο τους. Ο καθηγητής Galbraith, φυσικά, έχει μια απάντηση σε όλα αυτά. Αυτές οι ανάγκες, λέει, δεν είναι πραγματικές ή γνήσιες· έχουν «δημιουργηθεί» στον πληθυσμό από τους διαφημιστές και τους μοχθηρούς πελάτες τους, τους επιχειρηματίες που παράγουν. Το ίδιο το γεγονός της παραγωγής, μέσω αυτής της διαφήμισης, «δημιουργεί» τις υποτιθέμενες ανάγκες που ικανοποιεί.
Ολόκληρη η θεωρία του Galbraith περί υπερβολικής αφθονίας στηρίζεται σε αυτόν τον σαθρό ισχυρισμό ότι οι ανάγκες των καταναλωτών δημιουργούνται τεχνητά από τις ίδιες τις επιχειρήσεις. Πρόκειται για μια κατηγορία που στηρίζεται μόνο στην επανάληψή της και σε κανένα απολύτως τεκμήριο — εκτός ίσως από την προφανή προσωπική απέχθεια του Galbraith προς τα απορρυπαντικά και τα ουραία πτερύγια των αυτοκινήτων. Επιπλέον, η επίθεση στη μοχθηρή διαφήμιση επειδή δημιουργεί ανάγκες και υποβαθμίζει τον καταναλωτή είναι ασφαλώς η πιο συμβατική από τις συμβατικές σοφίες στο οπλοστάσιο του αντικαπιταλιστή.42
Υπάρχουν πολλές πλάνες στη συμβατική επίθεση του Galbraith κατά της διαφήμισης. Πρώτον, δεν είναι αλήθεια ότι η διαφήμιση «δημιουργεί» ανάγκες ή ζήτηση από την πλευρά των καταναλωτών. Ασφαλώς προσπαθεί να πείσει τους καταναλωτές να αγοράσουν το προϊόν· αλλά δεν μπορεί να δημιουργήσει ανάγκες ή ζήτηση, επειδή κάθε άνθρωπος πρέπει ο ίδιος να υιοθετήσει τις ιδέες και τις αξίες βάσει των οποίων ενεργεί — είτε αυτές οι ιδέες ή αξίες είναι ορθές είτε εσφαλμένες. Ο Galbraith υποθέτει εδώ μια αφελή μορφή αιτιοκρατίας —τον καθορισμό των καταναλωτών από τη διαφήμιση— και, όπως όλοι οι αιτιοκράτες, αφήνει μια έμμεση εξαίρεση από αυτόν τον καθορισμό για ανθρώπους σαν τον ίδιο, οι οποίοι, ανεξήγητα, δεν καθορίζονται από τη διαφήμιση. Αν υπάρχει αιτιοκρατικός καθορισμός από τη διαφήμιση, πώς γίνεται ορισμένοι άνθρωποι να καθορίζονται ώστε να σπεύδουν να αγοράσουν το προϊόν, ενώ ο καθηγητής Galbraith είναι ελεύθερος να αντιστέκεται αγανακτισμένος στις διαφημίσεις και να γράφει ένα βιβλίο που τις καταγγέλλει;43
Δεύτερον, ο Galbraith δεν μας παρέχει κανένα κριτήριο για να αποφασίσουμε ποιες ανάγκες «δημιουργούνται» με αυτόν τον τρόπο και ποιες είναι γνήσιες. Από την έμφαση που δίνει στη φτώχεια, θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ότι όλες οι ανάγκες πάνω από το επίπεδο στοιχειώδους διαβίωσης είναι ψευδείς ανάγκες που δημιουργούνται από τη διαφήμιση. Φυσικά, δεν παρέχει κανένα τεκμήριο γι’ αυτή την άποψη. Αλλά, όπως θα δούμε παρακάτω, αυτή δύσκολα συμβιβάζεται με τις απόψεις του για τις δημόσιες ή τις προκαλούμενες από το κράτος ανάγκες.
Τρίτον, ο Galbraith δεν διακρίνει μεταξύ της καλύτερης ικανοποίησης μιας δεδομένης ανάγκης και της πρόκλησης νέων αναγκών. Αν δεν πρόκειται να υιοθετήσουμε την ακραία και αστήρικτη άποψη ότι όλες οι ανάγκες πάνω από το όριο στοιχειώδους διαβίωσης είναι «δημιουργημένες», πρέπει να επισημάνουμε την αρκετά παράξενη συμπεριφορά που αποδίδουν στους επιχειρηματίες οι υποθέσεις του Galbraith. Γιατί να υποβάλλονται οι επιχειρηματίες στη δαπάνη, στον κόπο και στην αβεβαιότητα της προσπάθειας να δημιουργήσουν νέες ανάγκες, όταν θα μπορούσαν πολύ ευκολότερα να αναζητήσουν καλύτερους ή φθηνότερους τρόπους ικανοποίησης αναγκών που οι καταναλωτές έχουν ήδη; Αν οι καταναλωτές, για παράδειγμα, έχουν ήδη μια διακριτή και ανιχνεύσιμη ανάγκη για ένα «καθαριστικό που δεν απαιτεί τρίψιμο», είναι ασφαλώς ευκολότερο και λιγότερο δαπανηρό να παραχθεί και κατόπιν να διαφημιστεί ένα τέτοιο καθαριστικό από το να δημιουργηθεί κάποια εντελώς νέα ανάγκη —ας πούμε, ειδικά για μπλε καθαριστικά— και στη συνέχεια να καταβληθεί μεγάλη προσπάθεια και να δαπανηθούν πολλά χρήματα σε διαφημιστικές εκστρατείες ώστε να πειστούν οι άνθρωποι ότι χρειάζονται μπλε καθαριστικά επειδή το μπλε «είναι το χρώμα του ουρανού» ή για κάποιον άλλο τεχνητό λόγο.44 Εν ολίγοις, η αντίληψη του Galbraith για το σύστημα επιχειρήσεων και μάρκετινγκ έχει ελάχιστο ή καθόλου νόημα. Αντί να αναλαμβάνουν το δαπανηρό, αβέβαιο και, κατά βάθος, περιττό έργο της αναζήτησης μιας νέας ανάγκης για τους καταναλωτές, οι επιχειρήσεις θα τείνουν να ικανοποιούν εκείνες τις ανάγκες που οι καταναλωτές έχουν ήδη ή που είναι αρκετά βέβαιες ότι θα είχαν αν το προϊόν ήταν διαθέσιμο. Η διαφήμιση χρησιμοποιείται τότε ως μέσο: (α) μετάδοσης στους καταναλωτές της πληροφορίας ότι το προϊόν είναι πλέον διαθέσιμο και ενημέρωσής τους για το τι μπορεί να κάνει· και (β), ειδικότερα, προσπάθειας να πειστούν οι καταναλωτές ότι αυτό το προϊόν θα ικανοποιήσει τη δεδομένη ανάγκη τους — για παράδειγμα, ότι θα είναι ένα καθαριστικό που δεν απαιτεί τρίψιμο.
Πράγματι, η δική μας άποψη είναι η μόνη που μπορεί να εξηγήσει τα ολοένα μεγαλύτερα χρηματικά ποσά που δαπανούν οι επιχειρήσεις για έρευνα αγοράς. Γιατί να μπαίνει κανείς στον κόπο να διερευνά λεπτομερώς τι πραγματικά θέλουν οι καταναλωτές, αν το μόνο που χρειάζεται να κάνει είναι να τους δημιουργήσει τις ανάγκες μέσω της διαφήμισης; Αν πράγματι η παραγωγή δημιουργούσε τη δική της ζήτηση μέσω της διαφήμισης, όπως υποστηρίζει ο Galbraith, οι επιχειρήσεις δεν θα χρειαζόταν ποτέ ξανά να ανησυχούν για ζημίες ή πτώχευση ή για την αδυναμία αυτόματης πώλησης οποιουδήποτε αγαθού επέλεγαν αυθαίρετα να παράγουν. Ασφαλώς δεν θα υπήρχε ανάγκη για έρευνα αγοράς ούτε για απορίες σχετικά με το τι θα αγοράσουν οι καταναλωτές. Αυτή η εικόνα του κόσμου είναι ακριβώς το αντίθετο από ό,τι συμβαίνει. Πράγματι, ακριβώς επειδή το βιοτικό επίπεδο των ανθρώπων απομακρύνεται ολοένα περισσότερο από το όριο στοιχειώδους διαβίωσης, οι επιχειρηματίες ανησυχούν ολοένα εντονότερα για το τι θέλουν οι καταναλωτές και τι θα αγοράσουν. Επειδή το φάσμα των αγαθών που είναι διαθέσιμα στους καταναλωτές διευρύνεται τόσο πολύ πέρα από τα απλά βασικά είδη που απαιτούνται για τη στοιχειώδη διαβίωση —ως προς την ποσότητα, την ποιότητα και το εύρος των υποκατάστατων προϊόντων—, οι επιχειρηματίες πρέπει να ανταγωνίζονται όσο ποτέ άλλοτε για να κερδίσουν την εύνοια του καταναλωτή, προσπαθώντας να αποσπάσουν την προσοχή του: εν ολίγοις, διαφημίζοντας. Η αύξηση της διαφήμισης είναι συνάρτηση του ολοένα διευρυνόμενου πεδίου ουσιαστικού ανταγωνισμού για την εύνοια του καταναλωτή.45
Οι επιχειρηματίες όχι μόνο θα τείνουν να παράγουν για να ικανοποιήσουν εκείνες που θεωρούν δεδομένες ανάγκες των καταναλωτών, αλλά και οι καταναλωτές, σε αντίθεση με τους ψηφοφόρους, όπως είδαμε παραπάνω, διαθέτουν μια άμεση δοκιμασία της αγοράς για κάθε διαφήμιση που συναντούν. Αν αγοράσουν το καθαριστικό και διαπιστώσουν ότι εξακολουθεί να απαιτεί πολύ τρίψιμο, το προϊόν σύντομα θα περιπέσει στη λήθη. Έτσι, κάθε διαφημιστικός ισχυρισμός για προϊόντα της αγοράς μπορεί να ελεγχθεί και πράγματι ελέγχεται γρήγορα και εύκολα από τους καταναλωτές. Αντιμέτωπος με αυτά τα γεγονότα, ο Galbraith θα μπορούσε μόνο να υποστηρίξει ότι η ίδια η αποστροφή προς το τρίψιμο δημιουργήθηκε, με κάποιον μυστηριώδη και σκοτεινό τρόπο, από την επιχειρηματική διαφήμιση.46
Η διαφήμιση είναι ένας από τους τομείς στους οποίους ο Galbraith, παραδόξως και κατά κραυγαλέα αντίφαση προς τον εαυτό του, αντιμετωπίζει διαφορετικά την ιδιωτική επιχείρηση από τις κρατικές δραστηριότητες. Έτσι, ενώ οι επιχειρήσεις υποτίθεται ότι «δημιουργούν» ανάγκες των καταναλωτών μέσω της διαφήμισης, προκαλώντας έτσι τεχνητή αφθονία, ταυτόχρονα ο παραμελημένος «δημόσιος τομέας» λιμοκτονεί ολοένα περισσότερο και βυθίζεται στη φτώχεια. Προφανώς, ο Galbraith είτε δεν έχει ποτέ ακούσει για την κρατική προπαγάνδα είτε αρνείται να αναγνωρίσει την ύπαρξή της. Δεν αναφέρει καθόλου τις ορδές υπευθύνων Τύπου, δημοσιολόγων και προπαγανδιστών που εργάζονται για κρατικές υπηρεσίες, βομβαρδίζοντας τους φορολογουμένους με προπαγάνδα την οποία οι ίδιοι έχουν εξαναγκαστεί να χρηματοδοτούν. Εφόσον σημαντικό μέρος της προπαγάνδας αποβλέπει σε ολοένα μεγαλύτερη επέκταση των δραστηριοτήτων της συγκεκριμένης κρατικής υπηρεσίας, αυτό σημαίνει ότι οι Κ, οι κρατικοί αξιωματούχοι, απαλλοτριώνουν τους Φ, το μεγαλύτερο μέρος των φορολογουμένων, προκειμένου να προσλάβουν περισσότερους προπαγανδιστές για τους Κ, ώστε να πείσουν τους φορολογουμένους να επιτρέψουν να τους αφαιρεθούν ακόμη περισσότερα χρήματα. Και ούτω καθεξής. Είναι παράξενο ότι, ενώ αγανακτεί με τις τηλεοπτικές διαφημίσεις απορρυπαντικών και αυτοκινήτων, ο καθηγητής Galbraith δεν χρειάστηκε ποτέ να υπομείνει την ανία των «διαφημιστικών μηνυμάτων δημόσιας υπηρεσίας» που εκπέμπονται προς αυτόν από το κράτος. Μπορούμε να αφήσουμε κατά μέρος τις διασκέψεις στην Ουάσιγκτον για ιδιωτικές οργανώσεις επιρροής που λειτουργούν ως «ιμάντες μεταβίβασης» της κρατικής προπαγάνδας προς την κοινωνική βάση, τις «εκ των έσω ενημερώσεις» που επιτελούν την ίδια λειτουργία, τις τεράστιες ποσότητες εντύπων που επιδοτούνται από τον φορολογούμενο και εκδίδονται από το κράτος κ.λπ.
Πράγματι, ο Galbraith όχι μόνο δεν θεωρεί ότι η κρατική προπαγάνδα δημιουργεί τεχνητά ανάγκες —και πρόκειται, ας θυμηθούμε, για έναν τομέα στον οποίο οι καταναλωτές δεν διαθέτουν δοκιμασία του προϊόντος μέσω της αγοράς—, αλλά μία από τις κύριες προτάσεις του είναι ένα τεράστιο πρόγραμμα αυτού που ονομάζει «επένδυση στους ανθρώπους», το οποίο αποδεικνύεται μεγάλης κλίμακας κρατική «εκπαίδευση» για την εξύψωση των αναγκών και των προτιμήσεων των πολιτών. Εν ολίγοις, ο Galbraith θέλει σκοπός της κοινωνίας να είναι η σκόπιμη διεύρυνση της «Νέας Τάξης» —χονδρικά, των διανοουμένων, οι οποίοι αβασάνιστα θεωρούνται οι μόνοι που πραγματικά απολαμβάνουν την εργασία τους—, «με την έμφασή της στην εκπαίδευση και την τελική επίδρασή της στην πνευματική, λογοτεχνική, πολιτιστική και καλλιτεχνική ζήτηση. ...»47
Φαίνεται προφανές ότι, ενώ η ελεύθερη αγορά και οι επιχειρήσεις κατηγορούνται ότι δημιουργούν τεχνητά ανάγκες των καταναλωτών, η κατηγορία ταιριάζει ακριβώς στον ίδιο τον Galbraith. Ο Galbraith είναι εκείνος που ανυπομονεί να περιορίσει και να καταστείλει τις ελεύθερα επιλεγμένες ανάγκες των καταναλωτών και που υποστηρίζει μια μαζική και καταναγκαστική κρατική προσπάθεια δημιουργίας τεχνητών αναγκών, μια «επένδυση στους ανθρώπους» μέσω της «εκπαίδευσής» τους ώστε να ανακατευθύνουν τις ανάγκες τους προς εκείνες τις εκλεπτυσμένες και καλλιτεχνικές κατευθύνσεις που τόσο αγαπά ο καθηγητής Galbraith. Όλοι θα πρέπει να εγκαταλείψουν τα ουραία πτερύγια των αυτοκινήτων τους, ώστε όλοι να μπορούν να εξαναγκαστούν να ... διαβάζουν βιβλία — όπως το The Affluent Society, για παράδειγμα;
Υπάρχουν και άλλες σοβαρές και θεμελιώδεις πλάνες στην προσέγγιση του Galbraith προς το κράτος. Ειδικότερα, αφού δίνει μεγάλη έμφαση στο γεγονός ότι, με τη φτώχεια νικημένη, η οριακή χρησιμότητα των πρόσθετων αγαθών είναι χαμηλότερη, διαπιστώνει ότι για τις «κρατικές ανάγκες» όλα κατά κάποιον τρόπο λειτουργούν αντίστροφα. Οι κρατικές ανάγκες, με κάποιον μυστικιστικό τρόπο, εξαιρούνται από αυτόν τον νόμο της φθίνουσας οριακής έντασης των αναγκών· αντιθέτως, θαύμα ιδέσθαι, οι κρατικές ανάγκες γίνονται πιο επιτακτικές καθώς η κοινωνία γίνεται πιο εύπορη. Από αυτή την κατάφωρη και ανεπίλυτη αντίφαση, ο Galbraith μεταπηδά στο συμπέρασμα ότι το κράτος πρέπει να επιβάλει τη μαζική μετατόπιση πόρων από τις περιττές ιδιωτικές ανάγκες προς τις λιμοκτονούσες δημόσιες. Αλλά με βάση μόνο τη φθίνουσα οριακή χρησιμότητα δεν υπάρχει επιχείρημα υπέρ μιας τέτοιας μετατόπισης, καθώς όλες οι ανάγκες σε υψηλότερο πραγματικό εισόδημα έχουν χαμηλότερη χρησιμότητα από τις ανάγκες των ανθρώπων που μαστίζονται από τη φτώχεια. Και όταν συνειδητοποιήσουμε ότι, αν πρόκειται να μιλήσουμε καθόλου για «δημιουργημένες» ανάγκες, η κρατική προπαγάνδα είναι πολύ πιθανότερο να «δημιουργεί» ανάγκες από ό,τι οι επιχειρήσεις, μπορεί να θεμελιωθεί ένα επιχείρημα, ακόμη και με τους ίδιους τους όρους του Galbraith, υπέρ του ακριβώς αντίθετου: μιας μετατόπισης από τον κρατικό προς τον ιδιωτικό τομέα. Και, τέλος, ο Galbraith, θρηνώντας για τον λιμοκτονούντα και μη προνομιούχο δημόσιο τομέα, παραλείπει κατά κάποιον τρόπο να πληροφορήσει τους αναγνώστες του ότι, όποια στατιστικά στοιχεία και αν χρησιμοποιηθούν, είναι σαφές πως κατά τον τελευταίο μισό αιώνα η κρατική δραστηριότητα έχει αυξηθεί πολύ περισσότερο από την ιδιωτική. Το κράτος απορροφά και δημεύει πολύ μεγαλύτερο μερίδιο του εθνικού προϊόντος από ό,τι παλαιότερα. Πόσο χαμηλότερη, λοιπόν, η «χρησιμότητά» του και πόσο ισχυρότερο, με τους όρους του Galbraith, το επιχείρημα υπέρ της μετατόπισης από την κρατική προς την ιδιωτική δραστηριότητα!
Ο Galbraith επίσης θεωρεί αβασάνιστα δεδομένο, όπως πολλοί άλλοι συγγραφείς, ότι πολλές κρατικές υπηρεσίες είναι «συλλογικά αγαθά» και, επομένως, απλώς δεν μπορούν να παρασχεθούν από ιδιωτικές επιχειρήσεις. Χωρίς να υπεισέλθουμε περαιτέρω στο ζήτημα του κατά πόσον είναι επιθυμητή η ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριότητα σε αυτούς τους τομείς, πρέπει να επισημάνουμε ότι ο Galbraith σφάλλει πλήρως. Η θέση του όχι μόνο αποτελεί γυμνό ισχυρισμό, χωρίς στήριξη σε γεγονότα, αλλά, αντιθέτως, κάθε ανεξαιρέτως υπηρεσία που γενικά θεωρείται ότι μπορεί να παρέχεται μόνο από το κράτος έχει ιστορικά παρασχεθεί από ιδιωτικές επιχειρήσεις. Σε αυτές περιλαμβάνονται υπηρεσίες όπως η εκπαίδευση, η κατασκευή και συντήρηση δρόμων, η κοπή νομισμάτων, η ταχυδρομική διανομή, η πυροπροστασία, η αστυνομική προστασία, η έκδοση δικαστικών αποφάσεων και η στρατιωτική άμυνα — όλες τους συχνά θεωρούμενες ως αυτονόητα και αναγκαστικά υπαγόμενες στην αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους.48
Υπάρχουν πολλές ακόμη σημαντικές πλάνες στο βιβλίο του Galbraith, αλλά η κεντρική θέση του The Affluent Society έχει πλέον εξεταστεί. Έτσι, ένας από τους λόγους για τους οποίους ο Galbraith διακρίνει μεγάλο κίνδυνο στη σημερινή υψηλή κατανάλωση είναι ότι σημαντικό μέρος της χρηματοδοτείται με καταναλωτική πίστη, την οποία ο Galbraith θεωρεί, κατά τον συμβατικό τρόπο, «πληθωριστική» και αιτία αστάθειας και βαθιάς ύφεσης. Ωστόσο, όπως θα δούμε παρακάτω, η καταναλωτική πίστη που δεν αυξάνει την προσφορά χρήματος δεν είναι πληθωριστική· απλώς επιτρέπει στους καταναλωτές να ανακατευθύνουν τη διάρθρωση των δαπανών τους ώστε να αγοράζουν περισσότερα από όσα επιθυμούν και να ανέρχονται υψηλότερα στις κλίμακες αξιών τους. Εν ολίγοις, μπορούν να ανακατευθύνουν δαπάνες από μη διαρκή προς διαρκή αγαθά. Πρόκειται για μεταφορά δαπανητικής δύναμης, όχι για πληθωριστική αύξηση. Ο μηχανισμός της καταναλωτικής πίστης ήταν μια εξαιρετικά παραγωγική επινόηση.
Όπως ήταν αναμενόμενο, ο Galbraith στρέφει μεγάλο μέρος του χλευασμού του κατά της εξήγησης του πληθωρισμού μέσω προσφοράς και ζήτησης και ιδίως κατά της ορθής νομισματικής εξήγησης, την οποία χαρακτηρίζει «μυστικιστική». Η άποψή του για τη βαθιά ύφεση είναι αμιγώς κεϋνσιανή και υποθέτει ότι η βαθιά ύφεση προκαλείται από ανεπάρκεια της συνολικής ζήτησης. Ο «πληθωρισμός» είναι αύξηση των τιμών, την οποία θα αντιμετώπιζε είτε μειώνοντας τη συνολική ζήτηση μέσω υψηλών φόρων είτε μέσω επιλεκτικών ελέγχων τιμών και καθορισμού, με υποχρεωτική διαιτησία, σημαντικών μισθών και τιμών. Αν επιλεγεί ο πρώτος δρόμος, ο Galbraith, ως κεϋνσιανός, πιστεύει ότι θα ακολουθήσει ανεργία. Αλλά ο Galbraith δεν ανησυχεί πραγματικά, διότι θα προχωρούσε στο επαναστατικό βήμα του διαχωρισμού του εισοδήματος από την παραγωγή· η παραγωγή, όπως φαίνεται, είναι σημαντική μόνο επειδή παρέχει εισόδημα. (Είδαμε ότι η κρατική δραστηριότητα έχει ήδη επιφέρει σημαντικό διαχωρισμό.) Προτείνει μια κυμαινόμενη κλίμακα ασφάλισης ανεργίας, παρεχόμενης από το κράτος, με υψηλότερες παροχές στη βαθιά ύφεση από ό,τι στην άνθηση, ώστε η καταβολή κατά τη βαθιά ύφεση να ανέρχεται σχεδόν στο γενικό επικρατούν επίπεδο μισθών· για κάποιον λόγο, ο Galbraith δεν θα έφθανε ακριβώς στο ίδιο ύψος, επειδή διατηρεί κάποιον φόβο για ενδεχόμενη αποθάρρυνση των ανέργων από την αναζήτηση εργασίας. Δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι αυτό δεν είναι παρά ένας τρόπος επιδείνωσης και παράτασης της ανεργίας κατά τη βαθιά ύφεση και έμμεσης επιδότησης συνδικαλιστικών μισθολογικών κλιμάκων πάνω από τα επίπεδα της αγοράς. Δεν χρειάζεται να σταθούμε στις άλλες παραδοξολογίες του συγγραφέα, όπως η υιοθέτηση της συμβατικής ανησυχίας των υποστηρικτών της διατήρησης των φυσικών πόρων για την εξάντληση πολύτιμων πόρων — μια θέση, φυσικά, συνεπής προς τη γενική επίθεση του Galbraith κατά του ιδιώτη καταναλωτή.49
Όπως επισημάναμε παραπάνω, υπάρχει ένα πρόβλημα του «δημόσιου τομέα»· ελλείψεις και συγκρούσεις εμφανίζονται διαρκώς στις κρατικές υπηρεσίες, και μόνο σε αυτούς τους τομείς: για παράδειγμα, νεανική παραβατικότητα, κυκλοφοριακή συμφόρηση, υπερπλήρη σχολεία, έλλειψη χώρων στάθμευσης κ.λπ. Είδαμε παραπάνω ότι η μοναδική θεραπεία που μπορούν να προσφέρουν οι υπέρμαχοι της κρατικής δραστηριότητας είναι η διοχέτευση περισσότερων πόρων από την ιδιωτική προς τη δημόσια δραστηριότητα.50 Δείξαμε, όμως, ότι τέτοιες ελλείψεις και αναποτελεσματικότητες είναι σύμφυτες με την κρατική διαχείριση οποιασδήποτε δραστηριότητας. Αντί να αντλούν προειδοποίηση από τις αναποτελεσματικότητες της κρατικής παραγωγής, συγγραφείς όπως ο Galbraith μεταφέρουν την ευθύνη από το κράτος στους φορολογουμένους και στους καταναλωτές, όπως ακριβώς οι κρατικοί υπεύθυνοι ύδρευσης κατηγορούν χαρακτηριστικά τους καταναλωτές για τις ελλείψεις νερού. Πουθενά ο Galbraith δεν εξετάζει έστω τη δυνατότητα θεραπείας ενός προβληματικού δημόσιου τομέα μέσω της μετατροπής του σε ιδιωτικό.
Πώς θα γνώριζε ο Galbraith πότε έχει επιτευχθεί η επιθυμητή του «κοινωνική ισορροπία»; Ποια κριτήρια έχει θέσει για να μας καθοδηγήσει ως προς το μέγεθος της μετατόπισης που πρέπει να γίνει από την ιδιωτική προς τη δημόσια δραστηριότητα; Η απάντηση είναι: κανένα· ο Galbraith παραδέχεται αμέριμνα ότι δεν υπάρχει τρόπος εντοπισμού του σημείου άριστης ισορροπίας: «Κανένα κριτήριο ελέγχου δεν μπορεί να εφαρμοστεί, διότι κανένα δεν υπάρχει». Αλλά, στο κάτω κάτω, οι ακριβείς ορισμοί, η «ακριβής ισορροπία», δεν έχουν σημασία· διότι για τον Galbraith είναι απολύτως «σαφές» ότι πρέπει τώρα να μετακινηθούμε από την ιδιωτική προς τη δημόσια δραστηριότητα και μάλιστα σε «σημαντικό» βαθμό. Θα ξέρουμε πότε φθάσαμε, διότι ο δημόσιος τομέας θα απολαμβάνει τότε την αφθονία. Και να σκεφτεί κανείς ότι ο Galbraith κατηγορεί την απολύτως ορθή και λογική νομισματική θεωρία του πληθωρισμού ως «μυστικιστική» και ως «μαγεία με ανομολόγητα μυστικά»!51
Προτού αφήσουμε το ζήτημα της αφθονίας και της πρόσφατης επίθεσης κατά της κατανάλωσης —του ίδιου του σκοπού ολόκληρου του οικονομικού συστήματος—, ας επισημάνουμε δύο γόνιμες συμβολές των τελευταίων ετών σχετικά με αφανείς αλλά σημαντικές λειτουργίες της πολυτελούς κατανάλωσης, ιδίως από τους «πλούσιους». Ο F.A. Hayek έχει επισημάνει τη σημαντική λειτουργία της πολυτελούς κατανάλωσης των πλουσίων, σε κάθε δεδομένη χρονική στιγμή, ως πρωτοπορίας σε νέους τρόπους κατανάλωσης, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για τη μεταγενέστερη διάδοση αυτών των «καταναλωτικών καινοτομιών» στη μάζα των καταναλωτών.52 Και ο Bertrand de Jouvenel, τονίζοντας το γεγονός ότι οι εκλεπτυσμένες αισθητικές και πολιτιστικές προτιμήσεις συγκεντρώνονται ακριβώς στα ευπορότερα μέλη της κοινωνίας, επισημαίνει επίσης ότι αυτοί οι πολίτες είναι εκείνοι που θα μπορούσαν ελεύθερα και εκουσίως να παρέχουν πολλές δωρεάν υπηρεσίες σε άλλους, υπηρεσίες οι οποίες, επειδή είναι δωρεάν, δεν καταγράφονται στις στατιστικές του εθνικού εισοδήματος.53
Σημειωσεις
Οι κρατικές δαπάνες χρηματοδοτούνται από τα κρατικά έσοδα. Στην προηγούμενη ενότητα εξετάσαμε την κύρια πηγή κρατικών εσόδων, τη φορολογία. Παρακάτω θα εξετάσουμε τον πληθωρισμό, ή τη δημιουργία χρήματος, ενώ στην παρούσα ενότητα περιλαμβάνεται η εξέταση της κρατικής «επιχειρηματικής δραστηριότητας». Για μια σύντομη εξέταση της τελευταίας κύριας πηγής κρατικών εσόδων —του δανεισμού από το κοινό—, βλ. το Παράρτημα A παρακάτω. ↩︎
Θα μπορούσε να προβληθεί η ένσταση ότι, ενώ οι γραφειοκράτες ενδέχεται να μην είναι παραγωγοί, άλλοι «Paul» που λαμβάνουν κατά καιρούς επιδοτήσεις είναι κατά βάση παραγωγοί στην αγορά. Στον βαθμό, ωστόσο, που λαμβάνουν επιδοτήσεις από το κράτος, είναι μη παραγωγικοί και ζουν εις βάρος των παραγωγών μέσω καταναγκασμού. Εκείνο που έχει σημασία, εν ολίγοις, είναι ο βαθμός στον οποίο βρίσκονται σε σχέση κράτους προς τους συνανθρώπους τους. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ότι, στο παρόν έργο, ο όρος «κράτος» δεν χρησιμοποιείται ποτέ με ανθρωπομορφική έννοια. «Κράτος» σημαίνει στην πραγματικότητα ανθρώπους που ενεργούν ο ένας έναντι του άλλου στο πλαίσιο μιας συστηματικά «κρατικού τύπου» σχέσης.
Οφείλω την έννοια της «σχέσης κράτους» στον κ. Ralph Raico, του Πανεπιστημίου του Σικάγου. ↩︎
Αρχικά, ο καθηγητής Simon Kuznets υποστήριζε ότι μόνο οι φόροι θα έπρεπε να μετρούν το παραγόμενο προϊόν του κράτους, μετρώντας έτσι το προϊόν βάσει των εσόδων, όπως στην περίπτωση των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Αλλά οι φόροι, επειδή είναι υποχρεωτικοί, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως μέτρο παραγωγής. Σε αντίθεση με την τρέχουσα μέθοδο λογιστικής του εθνικού εισοδήματος, ο Kuznets θα αφαιρούσε όλα τα κρατικά ελλείμματα από την «παραγωγική συμβολή» του κράτους. ↩︎
Ακόμη και μεταξύ εκείνων που δεν αποδέχονται αυτή την ανάλυση, όσοι πιστεύουν, βάσει εμπειρικών δεδομένων, ότι η κρατική σπατάλη υπερβαίνει το 50% των δαπανών του κράτους θα πρέπει να συμφωνήσουν ότι η υπόθεσή μας είναι ακριβέστερη από την τρέχουσα εκτίμηση που αποδίδει στο κράτος παραγωγικότητα 100%. ↩︎
Αν ένα περιουσιακό στοιχείο του κράτους που συνιστά σπατάλη πωληθεί σε ιδιωτική επιχείρηση, τότε το σύνολο ή μέρος του θα μπορούσε να καταστεί κεφαλαιουχικό αγαθό. Αλλά αυτή η δυνατότητα δεν καθιστά το αγαθό κεφάλαιο όσο χρησιμοποιείται από το κράτος. Θα μπορούσε να προβληθεί η ένσταση ότι οι κρατικές αγορές αποτελούν γνήσιες επενδύσεις όταν χρησιμοποιούνται από μια κρατική «επιχείρηση» που χρεώνει τιμές στην αγορά. Θα δούμε, όμως, ότι εδώ δεν ασκείται πραγματικά επιχειρηματική δραστηριότητα, αλλά απλώς παίζεται το παιχνίδι της.
Βλ. παρακάτω για λεπτομερέστερη εξέταση της σπατάλης που συνεπάγονται τα περιουσιακά στοιχεία αυτού του είδους. ↩︎
Αυτό πρέπει να διακρίνεται από την κλασική έννοια της «μη παραγωγικής κατανάλωσης», η οποία περιλαμβάνει κάθε κατανάλωση πέρα από εκείνη που απαιτείται για τη διατήρηση της παραγωγικής ικανότητας του εργαζομένου. ↩︎
Όπως εύστοχα διατύπωσε ο Thomas Mackay: «Μπορούμε να έχουμε ακριβώς τόσους απόρους όσους επιλέγει η χώρα να συντηρεί». Thomas Mackay, Methods of Social Reform (London: John Murray, 1896), σ. 210. Η ιδιωτική φιλανθρωπία προς τους φτωχούς, από την άλλη πλευρά, δεν θα είχε το ίδιο αποτέλεσμα φαύλου κύκλου, καθώς οι φτωχοί δεν θα είχαν διαρκή αξίωση έναντι των πλουσίων, επιβαλλόμενη καταναγκαστικά. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν η ιδιωτική φιλανθρωπία παρέχεται μόνο στους «άξιους βοήθειας» φτωχούς. Για την έννοια των «άξιων βοήθειας φτωχών» κατά τον δέκατο ένατο αιώνα, πρβλ. Barbara Wootton, Social Science and Social Pathology (London: George Allen & Unwin, 1959), σσ. 51, 55 και 268 κ.ε. ↩︎
Από το ακόλουθο περιστατικό, το οποίο αφηγείται ένας θαυμαστής μιας τέτοιας εκστρατείας, ο αναγνώστης μπορεί να κρίνει ποιος ήταν ο πραγματικός φίλος του φτωχού λατερνατζή — ο πελάτης του ή το κράτος:
Κατά τη διάρκεια μιας παρόμοιας εκστρατείας για την εκκαθάριση των δρόμων από τους λατερνατζήδες —οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν απλώς αδειοδοτημένοι ζητιάνοι—, μια γυναίκα πλησίασε τον LaGuardia σε μια κοινωνική εκδήλωση και τον παρακάλεσε να μην της στερήσει τον αγαπημένο της λατερνατζή.
«Πού μένετε;» τη ρώτησε.
«Στην Park Avenue!»
Ο LaGuardia κατόρθωσε να επιβάλει το σχέδιό του για την απομάκρυνση των λατερνατζήδων και των πλανόδιων πωλητών, παρά τις ικεσίες των ενοίκων των ρετιρέ που διασκέδαζαν με τη γραφικότητα της φτωχολογιάς. (Newbold Morris και Dana Lee Thomas, Let the Chips Fall [New York: Appleton-Century-Crofts, 1955], σσ. 119–120) ↩︎
Βλ. Murray N. Rothbard, «Government in Business», στο Essays on Liberty (Irvington-on-Hudson, N.Y.: Foundation for Economic Education, 1958), τόμ. IV, σ. 186 κ.ε. Είναι, επομένως, χαρακτηριστικό της κρατικής ιδιοκτησίας και «επιχειρηματικής δραστηριότητας» ότι ο καταναλωτής γίνεται όχι ένας «βασιλιάς» του οποίου πρέπει να επιδιώκεται η εύνοια, αλλά ένας ενοχλητικός άνθρωπος που επιμένει να εξαντλεί το «κοινωνικό» προϊόν. ↩︎
Έτσι, ο κρατικός αξιωματούχος μπορεί να επιλέξει έναν δρόμο που θα αποφέρει στον ίδιο ή στους συμμάχους του περισσότερες ψήφους. ↩︎
Πρβλ. Ludwig von Mises, Bureaucracy (New Haven: Yale University Press, 1946), σσ. 50, 53. ↩︎
Έχουν προταθεί διάφορα εσφαλμένα κριτήρια για την επιλογή μεταξύ ιδιωτικής και κρατικής δράσης. Ένας συνήθης κανόνας είναι η στάθμιση του «οριακού κοινωνικού κόστους» και των οφελών έναντι του «οριακού ιδιωτικού κόστους» και των οφελών. Πέρα από άλλα ελαττώματα, δεν υπάρχει μια οντότητα που να ονομάζεται «κοινωνία» χωριστά από τα άτομα που τη συγκροτούν, οπότε αυτό το προτιμώμενο κριτήριο είναι απλώς άνευ νοήματος. ↩︎
Βλ. το ενδιαφέρον φυλλάδιο του Frank Chodorov, The Myth of the Post Office (Hinsdale, Ill.: Henry Regnery Co., 1948). Για μια παρόμοια κατάσταση στην Αγγλία, βλ. Frederick Millar, «The Evils of State Trading as Illustrated by the Post Office», στο Thomas Mackay, επιμ., A Plea for Liberty (New York: D. Appleton Co., 1891), σσ. 305–325. Για μια παρουσίαση των πολιτικών παραγόντων που έχουν στρεβλώσει συστηματικά τα οικονομικά κριτήρια στον καθορισμό των ταχυδρομικών τελών στις Ηνωμένες Πολιτείες, βλ. Jane Kennedy, «Development of Postal Rates: 1845–1955», Land Economics, Μάιος 1957, σσ. 93–112· και Kennedy, «Structure and Policy in Postal Rates», Journal of Political Economy, Ιούνιος 1957, σσ. 185–208. ↩︎
Μόνο τα κράτη μπορούν να ανακοινώνουν αυτάρεσκα περικοπές υπηρεσιών προκειμένου να επιτύχουν εξοικονομήσεις. Στην ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριότητα, οι εξοικονομήσεις πρέπει να προκύπτουν ως επακόλουθα βελτιώσεων στην παροχή υπηρεσιών. Πρόσφατο παράδειγμα περικοπής κρατικής υπηρεσίας —εν μέσω βελτίωσης των ιδιωτικών υπηρεσιών στους περισσότερους άλλους τομείς— ήταν η μείωση των ταχυδρομικών διανομών στις Ηνωμένες Πολιτείες από δύο σε μία ημερησίως, συνοδευόμενη, φυσικά, από αδιάκοπα αιτήματα για υψηλότερα τέλη.
Όταν η Γαλλία κρατικοποίησε το σημαντικό δίκτυο των Δυτικών Σιδηροδρόμων το 1908, τα εμπορεύματα υφίσταντο ολοένα περισσότερες ζημιές, τα τρένα κινούνταν βραδύτερα και τα ατυχήματα αυξάνονταν με τέτοιο ρυθμό, ώστε ένας οικονομολόγος παρατήρησε καυστικά ότι το γαλλικό κράτος είχε προσθέσει τα σιδηροδρομικά ατυχήματα στον αυξανόμενο κατάλογο των μονοπωλίων του. Βλ. Murray N. Rothbard, «The Railroads of France», Ideas on Liberty, Σεπτέμβριος 1955, σ. 42. ↩︎
Κατά ειρωνικό τρόπο, τα υψηλότερα κόμιστρα ώθησαν πολλούς πελάτες να αγοράσουν και να οδηγούν δικά τους αυτοκίνητα, επιδεινώνοντας έτσι ακόμη περισσότερο το χρόνιο κυκλοφοριακό πρόβλημα —την έλλειψη οδικού χώρου κρατικής ιδιοκτησίας—. Άλλο ένα παράδειγμα κρατικής παρέμβασης που δημιουργεί και πολλαπλασιάζει τις δικές της δυσκολίες! Για το μετρό, βλ. Ludwig von Mises, «The Agony of the Welfare State», The Freeman, 4 Μαΐου 1953, σσ. 556–557. ↩︎
Θα μπορούσε να προβληθεί η ένσταση ότι ούτε οι μεμονωμένοι μέτοχοι εταιρειών μπορούν να το κάνουν αυτό· για παράδειγμα, ένας μέτοχος της General Motors δεν επιτρέπεται να πάρει ένα αυτοκίνητο αντί χρηματικού μερίσματος ή σε αντάλλαγμα των μετοχών του. Ωστόσο, οι μέτοχοι πράγματι κατέχουν την εταιρεία τους, και αυτό το παράδειγμα αποδεικνύει ακριβώς τη θέση μας. Διότι ο μεμονωμένος μέτοχος μπορεί να αποδεσμευτεί από την εταιρεία του· μπορεί να πωλήσει σε κάποιον άλλο τις μετοχές που αντιπροσωπεύουν το μερίδιό του στη General Motors. Ο υπήκοος ενός κράτους δεν μπορεί να αποδεσμευτεί από αυτό το κράτος· δεν μπορεί, για παράδειγμα, να πωλήσει τις «μετοχές» του στα ταχυδρομεία, διότι δεν διαθέτει τέτοιες μετοχές. Όπως έχει διατυπώσει συνοπτικά ο F.A. Harper: «Το επακόλουθο του δικαιώματος ιδιοκτησίας είναι το δικαίωμα αποξένωσης από την ιδιοκτησία. Επομένως, αν δεν μπορώ να πωλήσω κάτι, είναι προφανές ότι δεν το κατέχω πραγματικά». Harper, Liberty: A Path to Its Recovery, σσ. 106, 32. Βλ. επίσης Isabel Paterson, The God of the Machine (New York: Putnam’s, 1943), σ. 179 κ.ε., και T. Robert Ingram, Schools: Government or Public? (Houston: St. Thomas Press, χ.χ.). ↩︎
Θα μπορούσε να επισημανθεί ότι, ακόμη και αν γίνονταν δεκτά όλα τα εσφαλμένα θεμέλια του οικοδομήματος του Henry George, το πρόγραμμα του Ενιαίου Φόρου και πάλι δεν θα συναγόταν από τις προκείμενες. Όπως κατέδειξε με λαμπρό τρόπο ο Benjamin Tucker πριν από χρόνια, το περισσότερο που θα μπορούσε ενδεχομένως να θεμελιωθεί θα ήταν το «δικαίωμα» κάθε ανθρώπου στο ελάχιστο αναλογούν μερίδιό του επί της αξίας της ίδιας της γης κάθε γεωτεμαχίου — όχι το δικαίωμα του κράτους επί ολόκληρης της αξίας. Tucker, Individual Liberty, σσ. 241–243. ↩︎
Όσοι αντιτείνουν ότι οι ιδιώτες είναι θνητοί, ενώ «τα κράτη είναι αθάνατα», υποπίπτουν στην πλάνη του εννοιολογικού ρεαλισμού στην πιο απροκάλυπτη μορφή της. Το «κράτος» δεν είναι μια πραγματική δρώσα οντότητα, αλλά μάλλον ένας τύπος διαπροσωπικής δράσης που υιοθετούν πραγματικά άτομα. ↩︎
Βλ. τη βιβλιογραφία για την οικονομική του σοσιαλισμού στην οποία γίνεται αναφορά στο κεφάλαιο 10 παραπάνω. Επίσης, John Jewkes, Ordeal by Planning (New York: Macmillan & Co., 1948). Για την εφαρμογή στη σοβιετική πρακτική, βλ. Boris Brutzkus, Economic Planning in Soviet Russia (London: Routledge, 1935), καθώς και πρόσφατες μελέτες όπως οι G.F. Ray, «Industrial Planning in Hungary», Scottish Journal of Political Economy, Ιούνιος 1960· E. Stuart Kirby, «Economic Planning and Policy in Communist China», International Affairs, Απρίλιος 1958· P.J.D. Wiles, «Changing Economic Thought in Poland», Oxford Economic Papers, Ιούνιος 1957· Alec Nove, «The Politics of Economic Rationality», Social Research, καλοκαίρι 1958· και, ιδίως, Nove, «The Problem of ‘Success Indicators’ in Soviet Industry», Economica, Φεβρουάριος 1958. Για τον σοσιαλιστικό σχεδιασμό σε σχέση με την ανάπτυξη και την υπανάπτυξη, βλ. παρακάτω. ↩︎
Μια κύρια διαφορά είναι ότι η επίσημη απαλλοτρίωση κομμουνιστικού τύπου καθιστά πολύ δυσκολότερη τη μετέπειτα αναίρεση της σοσιαλιστικοποίησης. ↩︎
Ο πρώτος που το επισήμανε ήταν ο Ludwig von Mises, στο Human Action, σσ. 698–699. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι βρίσκουμε μια εμπειρική επιβεβαίωση στον Wiles, ο οποίος πραγματεύεται τον κομμουνιστικό σχεδιασμό:
Αυτό που συμβαίνει στην πράξη είναι ότι οι «παγκόσμιες τιμές», δηλαδή οι τιμές του καπιταλιστικού κόσμου, χρησιμοποιούνται σε όλο το εμπόριο εντός του σοβιετικού συνασπισμού.
Μετατρέπονται σε ρούβλια ... και καταχωρίζονται σε διμερείς λογαριασμούς εκκαθάρισης. Στο ερώτημα «Τι θα κάνατε αν δεν υπήρχε καπιταλιστικός κόσμος;», η μόνη απάντηση ήταν: «Θα περάσουμε αυτή τη γέφυρα όταν φτάσουμε σ’ αυτήν». Στην περίπτωση της ηλεκτρικής ενέργειας, η γέφυρα βρίσκεται ήδη κάτω από τα πόδια τους· η τιμολόγησή της έχει προκαλέσει μεγάλες δυσχέρειες, καθώς δεν υπάρχει παγκόσμια αγορά. (Wiles, «Changing Economic Thought in Poland», σσ. 202–203)
Για τις δυσχέρειες που αντιμετωπίζει ο σοβιετικός συνασπισμός κατά τη χρήση των τιμών της παγκόσμιας αγοράς, βλ. ιδίως Horst Mendershausen, «The Terms of Soviet-Satellite Trade: A Broadened Analysis», Review of Economics and Statistics, Μάιος 1960, σσ. 152–163. ↩︎
Για μια ενδιαφέρουσα παρουσίαση της πρόσφατης ανάπτυξης οργανωμένων ιδιωτικών επιχειρήσεων στη Σοβιετική Ρωσία, παράνομων αλλά προστατευόμενων μέσω δωροδοκίας των τοπικών αρχών, βλ. Edward Crankshaw, «Breaking the Law in a Police State: Regimentation Can’t Curb Russians’ Anarchic Spirit», New York Herald-Tribune, 17 Αυγούστου 1960. ↩︎
Πρόσφατες έρευνες έχουν καταδείξει την πλάνη της διαδεδομένης άποψης ότι οι σύγχρονες εφευρέσεις και οι εφαρμοσμένες τεχνολογικές εξελίξεις μπορούν να πραγματοποιούνται μόνο σε εργαστήρια πολύ μεγάλης κλίμακας, ακόμη και κεντρικά σχεδιασμένα. Βλ. ιδίως το λαμπρό έργο των John Jewkes, David Sawers και Richard Stillerman, The Sources of Invention (London: Macmillan & Co., 1958). Βλ. επίσης John R. Baker, Science and the Planned State (New York: Macmillan & Co., 1945). Για μια χρήσιμη σύνοψη της πρόσφατης βιβλιογραφίας σε αυτόν τον τομέα, βλ. Richard R. Nelson, «The Economics of Invention: A Survey of the Literature», The Journal of Business, Απρίλιος 1959, σσ. 101–127. Η σοβιετική επιστήμη έχει, φυσικά, κατορθώσει να αντιγράψει τα τεχνικά επιτεύγματα της Δύσης· ωστόσο, για τις αναποτελεσματικότητες της σοβιετικής επιστήμης, βλ. Baker, Science and the Planned State, και Baker, Science and the Sputniks (London: Society for Freedom in Science, Δεκέμβριος 1958). Ενδιαφέρον παρουσιάζει, ως προς τις εγγενείς αναποτελεσματικότητες της κρατικής στρατιωτικής έρευνας, η έκθεση της ομάδας εργασίας της Επιτροπής Hoover: Subcommittee of the Commission on Organization of the Executive Branch of Government, Research Activities in the Department of Defense and Defense-Related Agencies (Washington, D.C.: Απρίλιος 1955). Για την ατομική ενέργεια και το κράτος, βλ., εκτός από τους Jewkes, Sawers και Stillerman, Alfred Bornemann, «Atomic Energy and Enterprise Economics», Land Economics, Αύγουστος 1954. ↩︎
Δύο από τα επιχειρήματα υπέρ της κρατικής δραστηριότητας που προτιμούν περισσότερο οι οικονομολόγοι είναι τα επιχειρήματα των «συλλογικών αγαθών» και του «εξωτερικού οφέλους». Για μια κριτική, βλ. το Παράρτημα Β παρακάτω. ↩︎
Αυτή είναι η πρώτη γραμμή επιχειρηματολογίας υπέρ της κρατικής παρέμβασης που αναλύεται στο Παράρτημα Β παρακάτω. ↩︎
Σε πολλές περιπτώσεις, αυτές οι «επενδύσεις» δεν είναι απλώς γραφειοκρατικά σφάλματα· αποφέρουν στους κρατικούς αξιωματούχους ευπρόσδεκτα οφέλη «κύρους». Κάθε κράτος «υπανάπτυκτης» χώρας φαίνεται να επιμένει να έχει το χαλυβουργείο ή το φράγμα του, για παράδειγμα, ανεξάρτητα από το αν είναι οικονομικά συμφέρον ή όχι — και, επομένως, συνήθως δεν είναι. Όπως οξυδερκώς επισημαίνει ο καθηγητής Friedman:
Οι Φαραώ συγκέντρωσαν τεράστια ποσά κεφαλαίου για να χτίσουν τις Πυραμίδες· επρόκειτο για σχηματισμό κεφαλαίου σε μεγάλη κλίμακα· ασφαλώς δεν προήγαγε την οικονομική ανάπτυξη με τη θεμελιώδη έννοια της συμβολής σε μια αυτοσυντηρούμενη άνοδο του βιοτικού επιπέδου των αιγυπτιακών μαζών. Η σύγχρονη Αίγυπτος κατασκεύασε υπό κρατική αιγίδα ένα χαλυβουργείο· αυτό συνεπάγεται σχηματισμό κεφαλαίου· αποτελεί όμως αφαίμαξη των οικονομικών πόρων της Αιγύπτου ... καθώς το κόστος παραγωγής χάλυβα στην Αίγυπτο είναι πολύ μεγαλύτερο από το κόστος αγοράς του αλλού· είναι απλώς ένα σύγχρονο αντίστοιχο των Πυραμίδων, με τη διαφορά ότι οι δαπάνες συντήρησης είναι υψηλότερες. (Milton Friedman, «Foreign Economic Aid: Means and Objectives», Yale Review, καλοκαίρι 1958, σ. 505) ↩︎
Πρβλ. L.M. Lachmann, Capital and Its Structure. Βλ. επίσης P.T. Bauer και B.S. Yamey, The Economics of Under-Developed Countries (London: James Nisbet and Co., 1957), σ. 129 κ.ε. ↩︎
Για το ζήτημα της υποχρεωτικής αποταμίευσης και των κρατικών επενδύσεων, βλ. το αξιοσημείωτο άρθρο του P.T. Bauer, «The Political Economy of Non-Development», στο James W. Wiggins και Helmut Schoeck, επιμ., Foreign Aid Re-examined (Washington, D.C.: Public Affairs Press, 1958), σσ. 129–138. Ο Bauer γράφει:
... αν η ανάπτυξη έχει νόημα ως επιθυμητή διαδικασία, πρέπει να αναφέρεται σε αύξηση του επιθυμητού προϊόντος. Η κρατική συγκέντρωση και επένδυση αποταμιεύσεων δημιουργεί παραγωγή που δεν υπόκειται στη δοκιμασία της εκούσιας αγοράς στην τιμή της αγοράς. ... Η αύξηση του προϊόντος μέσω αυτής της μεθόδου αποτελεί, στην καλύτερη περίπτωση, αμφίσημο δείκτη οικονομικής βελτίωσης. ... Αν το κεφάλαιο δεν παρέχεται εκουσίως, αυτό υποδηλώνει ότι ο πληθυσμός προτιμά μια εναλλακτική χρήση των πόρων, είτε τρέχουσα κατανάλωση είτε άλλες μορφές επένδυσης. (Στο ίδιο, σσ. 133–134) ↩︎
P.T. Bauer, Economic Analysis and Policy in Underdeveloped Countries (Durham, N.C.: Duke University Press, 1957), σ. 113 κ.ε. Για τη σοβιετική οικονομική ανάπτυξη, οι Bauer και Yamey διατυπώνουν την εξής χρήσιμη παρατήρηση:
Η σημασία του εθνικού εισοδήματος, της βιομηχανικής παραγωγής και του σχηματισμού κεφαλαίου είναι επίσης αμφισβητήσιμη σε μια οικονομία όταν τόσο μεγάλο μέρος του προϊόντος δεν καθοδηγείται από τις επιλογές των καταναλωτών στην αγορά· οι ερμηνευτικές δυσχέρειες είναι ιδιαίτερα προφανείς σε σχέση με τις τεράστιες κεφαλαιακές δαπάνες που αναλαμβάνει το κράτος χωρίς αναφορά στην αξιολόγηση του προϊόντος από τους καταναλωτές. (Bauer και Yamey, Economics of Under-Developed Countries, σ. 162)
Βλ. επίσης Friedman, «Foreign Economic Aid», σ. 510. ↩︎
Για μια κριτική διαφόρων μεταφορών που εισάγονται αθέμιτα και παραπλανητικά από τις φυσικές επιστήμες στην οικονομική, βλ. Rothbard, «The Mantle of Science». ↩︎
Η κατά τεκμήριο υπερβολική ανάπτυξη των καρκινικών κυττάρων, για παράδειγμα, γενικά παραβλέπεται. ↩︎
Το πλούσιο συγγραφικό έργο του καθηγητή Bauer αποτελεί ιδιαίτερα γόνιμη πηγή ανάλυσης των προβλημάτων των υπανάπτυκτων χωρών. Πέρα από τις παραπάνω αναφορές, βλ. ιδίως το εξαιρετικό έργο του United States Aid and Indian Economic Development (Washington, D.C.: American Enterprise Association, Νοέμβριος 1959)· το West African Trade (Cambridge: Cambridge University Press, 1954)· «Lewis’ Theory of Economic Growth», American Economic Review, Σεπτέμβριος 1956, σσ. 632–641· «A Reply», Journal of Political Economy, Οκτώβριος 1956, σσ. 435–441· και P.T. Bauer και B.S. Yamey, «The Economics of Marketing Reform», Journal of Political Economy, Ιούνιος 1954, σσ. 210–234.
Το ακόλουθο απόσπασμα από τη μελέτη του Bauer για την Ινδία είναι διδακτικό τόσο για την ανάλυση του κεντρικού σχεδιασμού όσο και για την ανάπτυξη:
Ως επακόλουθο της δέσμευσης ενός μεγάλου —και αυξανόμενου— τομέα της οικονομίας για το κράτος, η ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριότητα και οι επενδύσεις, τόσο ινδικές όσο και ξένες, απαγορεύονται σε ένα ευρύ φάσμα βιομηχανικών και εμπορικών δραστηριοτήτων. Αυτοί οι περιορισμοί και φραγμοί επηρεάζουν όχι μόνο τις ιδιωτικές ινδικές επενδύσεις, αλλά και την είσοδο ξένου κεφαλαίου, επιχειρηματικότητας και δεξιοτήτων, πράγμα που αναπόφευκτα επιβραδύνει την οικονομική ανάπτυξη. Τέτοια μέτρα είναι, επομένως, παράδοξα υπό το πρίσμα της υποτιθέμενης έμφασης στην οικονομική πρόοδο. (Bauer, United States Aid, σ. 43)
Το κύριο ελάττωμα του Bauer είναι η τάση του να υποτιμά τον ρόλο του κεφαλαίου στην οικονομική ανάπτυξη. ↩︎
Είναι συναρπαστικό να διαπιστώνει κανείς ότι, το 1925–1926, προτού η Σοβιετική Ρωσία δεσμευτεί στον πλήρη σοσιαλισμό και στην καταναγκαστική εκβιομηχάνιση, Σοβιετικοί ηγέτες και οικονομολόγοι επιτίθεντο στον κεντρικό σχεδιασμό και στην αναγκαστική βιομηχανική ανάπτυξη και ζητούσαν να στηριχθεί οικονομικά η χώρα στους ιδιώτες αγρότες. Μετά το 1926, όμως, η σοβιετική σχεδιασμένη οικονομία σχεδίαζε σκόπιμα κατά τρόπο οικονομικά ασύμφορο την αναγκαστική ανάπτυξη της βαριάς βιομηχανίας, προκειμένου να εγκαθιδρύσει έναν αυτάρκη σοσιαλισμό. Βλ. Edward H. Carr, Socialism In One Country, 1921–1926 (New York: Macmillan & Co., 1958), τόμ. I, σσ. 259–260, 316, 351, 503–513. Για την ουγγρική εμπειρία, βλ. Ray, «Industrial Planning in Hungary», σ. 134 κ.ε. ↩︎
Wiggins και Schoeck, Scientism and Values, σ. v. Ο συλλογικός αυτός τόμος περιλαμβάνει πολλά διαφωτιστικά άρθρα για το συνολικό πρόβλημα της υπανάπτυξης. Πέρα από το άρθρο του Bauer που παρατέθηκε παραπάνω, βλ. ιδίως τις συμβολές των Rippy, Groseclose, Stokes, Schoeck, Haberler και Wiggins. Βλ. επίσης την κριτική της έννοιας της υπανάπτυξης στο Jacob Viner, International Trade and Economic Development (Glencoe, Ill.: Free Press, 1952), σ. 120 κ.ε. ↩︎
W.W. Rostow, The Stages of Economic Growth (Cambridge: Cambridge University Press, 1960). Ίσως μέρος της δημοτικότητας να οφείλεται στον όρο «απογείωση», ο οποίος ασφαλώς εναρμονίζεται με την εποχή μας, προσανατολισμένη στην αεροπορία και στο διάστημα. ↩︎
Για το σύμπλεγμα πλανών που εμπεριέχει η αναζήτηση «νόμων της ιστορίας», βλ. Ludwig von Mises, Theory and History (New Haven: Yale University Press, 1957)· για μια κριτική παλαιότερων «θεωριών σταδίων» της οικονομικής ιστορίας, βλ. T.S. Ashton, «The Treatment of Capitalism by Historians», στο F.A. Hayek, επιμ., Capitalism and the Historians (Chicago: University of Chicago Press, 1954), σσ. 57–62. Ορισμένες από τις πλάνες της έννοιας του «κοινωνικού κεφαλαίου υποδομής» αντικρούονται στο Wilson Schmidt, «Social Overhead Mythology», στο Wiggins και Schoeck, Scientism and Values, σσ. 111–128, μολονότι ο ίδιος ο Schmidt παραμένει προσκολλημένος σε αρκετές από αυτές. Για την υπεροχή της ιδιωτικής έναντι της κρατικής επιχειρηματικότητας και καινοτομίας, καθώς και για τη σημασία της για την ανάπτυξη, βλ. Yale Brozen, «Business Leadership and Technological Change», American Journal of Economics and Sociology, 1954, σσ. 13–30· και Brozen, «Technological Change, Ideology and Productivity», Political Science Quarterly, Δεκέμβριος 1955, σσ. 522–542.
Μια άλλη πλάνη του Rostow είναι η υιοθέτηση της γερμανικής θεωρίας του ύστερου δέκατου ένατου αιώνα ότι ένα ισχυρό συγκεντρωτικό κράτος αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για την εμφάνιση του δυτικού καπιταλισμού. Για μια μερική κριτική, βλ. Jelle C. Riemersma, «Economic Enterprise and Political Powers After the Reformation», Economic Development and Cultural Change, Ιούλιος 1955, σσ. 297–308.
Τέλος, για μια οξυδερκή και πρωτοποριακή εξέταση πολλών πτυχών της καταναγκαστικής ανάπτυξης, βλ. S. Herbert Frankel, The Economic Impact of Under-Developed Societies (Oxford: Basil Blackwell, 1953). Για μια αντιπαραβαλλόμενη μελέτη περίπτωσης του δρόμου της ελεύθερης αγοράς προς την ανάπτυξη, βλ. F.C. Benham, «The Growth of Manufacturing in Hong Kong», International Affairs, Οκτώβριος 1956, σσ. 456–463. ↩︎
Για μια κριτική του Rostow που τονίζει τη μηχανιστική του αντίληψη της ιστορίας και μια τεχνολογική αιτιοκρατία η οποία παραμελεί τις ζωτικές ιδέες που δημιουργούν την τεχνολογία και τους πολιτικούς θεσμούς, βλ. David McCord Wright, «True Growth Must Come Through Freedom», Fortune, Δεκέμβριος 1959, σσ. 137–138, 209–212. ↩︎
Αυτή η στάση οδηγεί κάποιον να πιστέψει ότι ο Schumpeter είχε δίκιο όταν δήλωνε:
... ο καπιταλισμός δικάζεται ενώπιον δικαστών που έχουν στην τσέπη τους τη θανατική καταδίκη. Θα την εκδώσουν, όποια υπεράσπιση και αν ακούσουν· η μόνη επιτυχία που μπορεί να επιφέρει μια νικηφόρα υπεράσπιση είναι η αλλαγή του κατηγορητηρίου. (Schumpeter, Capitalism, Socialism and Democracy, σ. 144) ↩︎
John Kenneth Galbraith, The Affluent Society (Boston: Houghton Mifflin Co., 1958). ↩︎
«Fable for Our Times», Wall Street Journal, 21 Απριλίου 1960, σ. 12. Έτσι, ο Galbraith, στο ίδιο, θρηνεί για την αποτυχία του κράτους να «επενδύσει περισσότερο» σε επιστήμονες και επιστημονική έρευνα για την προώθηση της ανάπτυξής μας, ενώ ταυτόχρονα επιτίθεται στην αμερικανική αφθονία. Αποδεικνύεται, όμως, ότι ο Galbraith θέλει περισσότερη από εκείνη ακριβώς την έρευνα που δεν μπορεί να έχει καμία εμπορική εφαρμογή. ↩︎
Το κύριο ρητορικό τέχνασμα του Galbraith θα μπορούσε να ονομαστεί «ο αδιάκοπος χλευασμός», ο οποίος περιλαμβάνει:
(α) Την παρουσίαση ενός αντίθετου επιχειρήματος με τόσο σαρκαστικό τρόπο ώστε να φαίνεται προφανώς παράλογο, χωρίς να χρειάζεται αιτιολογημένη ανασκευή.
(β) Την επινόηση και επανάληψη απαξιωτικών χαρακτηρισμών κατά το ύφος του Veblen, όπως η «συμβατική σοφία».
(γ) Την περαιτέρω γελοιοποίηση των αντιπάλων μέσω ψυχολογικών προσωπικών επιθέσεων, δηλαδή της κατηγορίας ότι έχουν ψυχολογικό συμφέρον να διατηρούν τα παράλογα δόγματά τους — ένας τρόπος επίθεσης που είναι πλέον περισσότερο του συρμού από τις παλαιότερες κατηγορίες περί οικονομικής εξαγοράς.
Η «συμβατική σοφία» περιλαμβάνει σχεδόν οτιδήποτε με το οποίο διαφωνεί ο Galbraith. ↩︎
Πέρα από τη μοχθηρή διαφήμιση, οι ανάγκες δημιουργούνται επίσης τεχνητά, σύμφωνα με τον Galbraith, μέσω της μίμησης του γείτονα: «Να μη μείνουμε πίσω από τους Jones». Αλλά, πρώτον, τι το κακό έχει μια τέτοια μίμηση, πέρα από μια αστήρικτη ηθική κρίση του Galbraith; Ο Galbraith διατείνεται ότι θεμελιώνει τη θεωρία του όχι στην προσωπική του ηθική κρίση, αλλά στην υποτιθέμενη δημιουργία αναγκών από την ίδια την παραγωγή. Ωστόσο, η απλή μίμηση δεν θα ήταν λειτουργία των παραγωγών, αλλά των ίδιων των καταναλωτών — εκτός αν και η μίμηση εμπνεόταν από τη διαφήμιση. Αλλά τότε το επιχείρημα ανάγεται στην κριτική της διαφήμισης που εξετάζεται στο κείμενο. Και, δεύτερον, από πού απέκτησε τις ανάγκες του ο αρχικός Jones; Ανεξάρτητα από το πόσοι άνθρωποι έχουν ανάγκες αποκλειστικά από μίμηση άλλων, κάποιο άτομο ή κάποια άτομα πρέπει αρχικά να είχαν αυτές τις ανάγκες ως γνήσιες, απολύτως δικές τους ανάγκες. Διαφορετικά, το επιχείρημα είναι ανεπανόρθωτα κυκλικό. Μόλις αυτό γίνει δεκτό, είναι αδύνατον για την οικονομική επιστήμη να αποφασίσει σε ποιον βαθμό κάθε ανάγκη διαποτίζεται από μίμηση. ↩︎
Για περισσότερα σχετικά με την αιτιοκρατία και τις επιστήμες της ανθρώπινης δράσης, βλ. Rothbard, «Mantle of Science», και Mises, Theory and History. ↩︎
Ο καθηγητής Abbott, στο σημαντικό βιβλίο του για τον ανταγωνισμό, την ποιότητα των προϊόντων και το επιχειρηματικό σύστημα, το διατύπωσε ως εξής:
Οι παραγωγοί θα βρίσκουν γενικά ευκολότερο και λιγότερο δαπανηρό να εξασφαλίζουν πωλήσεις προσαρμόζοντας το προϊόν όσο το δυνατόν περισσότερο στις υπάρχουσες προτιμήσεις και κατευθύνοντας τη διαφήμιση προς εκείνους των οποίων τις ανάγκες είναι ήδη κατάλληλο να ικανοποιήσει, παρά επιχειρώντας να αλλάξουν τους ανθρώπους ώστε να ταιριάζουν στο προϊόν. (Abbott, Quality and Competition, σ. 74) ↩︎
Πρόσφατα κείμενα ειδικών του μάρκετινγκ για την «επανάσταση του μάρκετινγκ» που συντελείται σήμερα τονίζουν ακριβώς αυτόν τον αυξανόμενο ανταγωνισμό για την εύνοια και την πελατεία του καταναλωτή και την προσπάθεια προσέλκυσής τους. Βλ., λοιπόν, Robert J. Keith, «The Marketing Revolution», Journal of Marketing, Ιανουάριος 1960, σσ. 35–38· Goldman, «Product Differentiation and Advertising: Some Lessons From Soviet Experience»· και Goldman, «Marketing—a Lesson for Marx», Harvard Business Review, Ιανουάριος–Φεβρουάριος 1960, σσ. 79–86. ↩︎
Σχετικά με τις υποτιθέμενες δυνάμεις της επιχειρηματικής διαφήμισης, αξίζει να επισημανθούν οι ακόλουθες αιχμηρές παρατηρήσεις του Ludwig von Mises:
Είναι διαδεδομένη πλάνη ότι η επιδέξια διαφήμιση μπορεί να πείσει τους καταναλωτές να αγοράσουν οτιδήποτε θέλει ο διαφημιζόμενος να αγοράσουν. ... Ωστόσο, κανείς δεν πιστεύει ότι οποιοδήποτε είδος διαφήμισης θα κατόρθωνε να διατηρήσει τους κηροποιούς απέναντι στον ηλεκτρικό λαμπτήρα, τους αμαξάδες απέναντι στα αυτοκίνητα, την πένα από φτερό χήνας απέναντι στη χαλύβδινη πένα και αργότερα απέναντι στην πένα μελάνης. (Mises, Human Action, σ. 317)
Για μια κριτική της έννοιας των «κρυφών υποβολέων», βλ. Raymond A. Bauer, «Limits of Persuasion», Harvard Business Review, Σεπτέμβριος–Οκτώβριος 1958, σσ. 105–110. ↩︎
Galbraith, Affluent Society, σ. 345. Προτείνοντας αυτή τη μεγάλης κλίμακας δημιουργία μιας τάξης διανοουμένων, ο Galbraith ουσιαστικά αγνοεί τον τεχνητό χαρακτήρα της εκπαίδευσης ανθρώπων πέρα από τα ενδιαφέροντα, τις ικανότητές τους ή τις διαθέσιμες ευκαιρίες απασχόλησης. ↩︎
Επειδή αυτό θα μας απομάκρυνε πράγματι πολύ από το θέμα μας, μπορούμε να αναφέρουμε εδώ μόνο μία παραπομπή: στην επιτυχημένη ανάπτυξη του οδικού δικτύου και του δικτύου διωρύγων της Αγγλίας του δέκατου όγδοου αιώνα από ιδιωτικές εταιρείες οδοποιίας, διωρύγων και βελτίωσης της ναυσιπλοΐας. Βλ. T.S. Ashton, An Economic History of England: The 18th Century (New York: Barnes and Noble, χ.χ.), σσ. 72–81. Για την πλάνη των «συλλογικών αγαθών», που μπορούν να παρέχονται μόνο από το κράτος, βλ. το Παράρτημα Β παρακάτω. ↩︎
Μέσα στο πλέγμα των υπόλοιπων πλανών και σφαλμάτων του Galbraith, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ένα: τον παράξενο υπαινιγμό του ότι ο καθηγητής von Mises είναι επιχειρηματίας. Διότι πρώτα ο Galbraith μιλά για την πανάρχαια εχθρότητα μεταξύ επιχειρηματιών και διανοουμένων, στηρίζει αυτή τη δήλωση παραθέτοντας επικριτικές κρίσεις του Mises για πολλούς διανοουμένους και κατόπιν παραδέχεται ότι «οι περισσότεροι επιχειρηματίες» θα θεωρούσαν τον Mises «μάλλον ακραίο». Αλλά, εφόσον ο Mises ασφαλώς δεν είναι επιχειρηματίας, είναι παράξενο να βλέπουμε τις δηλώσεις του να χρησιμοποιούνται ως τεκμήρια εχθρότητας μεταξύ επιχειρηματιών και διανοουμένων. Galbraith, Affluent Society, σσ. 184–185. Το ιδιότυπο αυτό σφάλμα συμμερίζονται οι συνάδελφοι του Galbraith στο Harvard, των οποίων το έργο επικαλείται ευνοϊκά και οι οποίοι επιμένουν να παραθέτουν ανθρώπους που δεν είναι επιχειρηματίες, όπως ο Henry Hazlitt και ο δρ F.A. Harper, ως εκπροσώπους του «κλασικού επιχειρηματικού δόγματος». Βλ. Francis X. Sutton, Seymour E. Harris, Carl Kaysen και James Tobin, The American Business Creed (Cambridge: Harvard University Press, 1956).
Το The Affluent Society είναι έργο που προσφέρεται ιδιαίτερα για σάτιρα, και αυτή έχει δοθεί ευφυώς στο «The Sumptuary Manifesto», The Journal of Law and Economics, Οκτώβριος 1959, σσ. 120–123. ↩︎
Βλ. σ. 944 κ.ε. αυτού του κεφαλαίου. ↩︎
Μια σύντομη, και επομένως απροκάλυπτη, εκδοχή της θέσης του Galbraith βρίσκεται στο John Kenneth Galbraith, «Use of Income That Economic Growth Makes Possible ...», στο Problems of United States Economic Development (New York: Committee for Economic Development, Ιανουάριος 1958), σσ. 201–206. Στην ίδια συλλογή δοκιμίων υπάρχει μια από ορισμένες απόψεις πιο ακραία διατύπωση της ίδιας θέσης από τον καθηγητή Moses Abramovitz, ο οποίος προχωρεί ακόμη περισσότερο, καταγγέλλοντας τον ελεύθερο χρόνο ως απειλή που μπορεί να μας στερήσει εκείνο το «ελάχιστο μέτρο σκόπιμης, πειθαρχημένης δραστηριότητας που ... δίνει γεύση στη ζωή μας». Moses Abramovitz, «Economic Goals and Social Welfare in the Next Generation», στο ίδιο, σ. 195. Ίσως είναι σκόπιμο να επισημανθεί η έντονη ομοιότητα μεταξύ της καταναγκαστικής στέρησης ελεύθερου χρόνου και της δουλείας, καθώς και να παρατηρηθεί ότι η μόνη κοινωνία που μπορεί πραγματικά να «επενδύει στους ανθρώπους» είναι μια κοινωνία όπου η δουλεία αφθονεί. Πράγματι, γι’ αυτόν τον λόγο ο Galbraith γράφει σχεδόν νοσταλγικά για ένα σύστημα δουλείας. Affluent Society, σσ. 274–275.
Πέρα από τους Galbraith και Abramovitz, άλλες «γκαλμπρεϊθιανές» συμβολές στον συλλογικό τόμο της CED είναι εκείνες του καθηγητή David Riesman και ιδίως του Sir Roy Harrod, ο οποίος οργίζεται με τους «κράχτες», τη βρετανική εκδοχή των διαφημιστών. Όπως ο Galbraith, έτσι και ο Harrod θα εγκαινίαζε ένα μαζικό κρατικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα για να «διδάξει» στους ανθρώπους πώς να χρησιμοποιούν τον ελεύθερο χρόνο τους με τον αρμόζοντα εκλεπτυσμένο και αισθητικά καλλιεργημένο τρόπο. Αυτό αντιδιαστέλλεται προς τον Abramovitz, ο οποίος θα αντικαθιστούσε τον αυξανόμενο ελεύθερο χρόνο με μια τονωτική πειθαρχία της εργασίας. Αλλά και πάλι, υποψιάζεται κανείς ότι το μεγαλύτερο μέρος των ανθρώπων θα έβρισκε μια καταναγκαστικά επιβαλλόμενη αισθητική του Harrod εξίσου πειθαρχική. Galbraith, Problems of United States Economic Development, τόμ. I, σσ. 207–213, 223–234. ↩︎
Hayek, Constitution of Liberty, σ. 42 κ.ε. Όπως το διατυπώνει ο Hayek:
Μεγάλο μέρος των δαπανών των πλουσίων, μολονότι δεν αποβλέπει σε αυτόν τον σκοπό, χρησιμεύει έτσι για την κάλυψη του κόστους πειραματισμού με νέα πράγματα, τα οποία, ως αποτέλεσμα, μπορούν αργότερα να γίνουν διαθέσιμα στους φτωχούς.
Το σημαντικό σημείο δεν είναι απλώς ότι μαθαίνουμε σταδιακά να παράγουμε φθηνά και σε μεγάλη κλίμακα όσα ήδη γνωρίζουμε να παράγουμε ακριβά και σε μικρές ποσότητες, αλλά ότι μόνο από μια προχωρημένη θέση γίνεται ορατό το επόμενο φάσμα επιθυμιών και δυνατοτήτων, ώστε η επιλογή νέων στόχων και η προσπάθεια επίτευξής τους να αρχίζουν πολύ πριν μπορέσει η πλειονότητα να τους επιδιώξει. (Στο ίδιο, σσ. 43–44)
Βλ. επίσης την παρόμοια επισήμανση του Mises τριάντα χρόνια νωρίτερα. Ludwig von Mises, «The Nationalization of Credit», στο Sommer, Essays in European Economic Thought, σσ. 111–112. Και βλ. Bertrand de Jouvenel, The Ethics of Redistribution (Cambridge: Cambridge University Press, 1952), σσ. 38–39. ↩︎
De Jouvenel, Ethics of Redistribution, ιδίως σ. 67 κ.ε. Αν όλες οι νοικοκυρές σταματούσαν ξαφνικά να κάνουν τις δικές τους οικιακές εργασίες και, αντ’ αυτού, προσλαμβάνονταν έναντι αμοιβής από τους διπλανούς γείτονές τους, η υποτιθέμενη αύξηση του εθνικού προϊόντος, όπως μετριέται στατιστικά, θα ήταν πολύ μεγάλη, παρότι η πραγματική αύξηση θα ήταν μηδενική. Για περισσότερα σχετικά με αυτό το σημείο, βλ. de Jouvenel, «The Political Economy of Gratuity», The Virginia Quarterly Review, φθινόπωρο 1959, σ. 515 κ.ε. ↩︎
Μέρος ΕΔυαδική Παρέμβαση: Πληθωρισμός και Οικονομικοί Κύκλοι
11. Δυαδική παρέμβαση: Πληθωρισμός και οικονομικοί κύκλοι
Α. Πληθωρισμός και πιστωτική επέκταση
Στο κεφάλαιο 11 περιγράψαμε τη λειτουργία του νομισματικού συστήματος μιας αμιγώς ελεύθερης αγοράς. Μια ελεύθερη νομισματική αγορά υιοθετεί το μεταλλικό χρήμα, είτε τον χρυσό είτε τον άργυρο είτε και τα δύο παράλληλα, ως «πρότυπο» ή κυρίως χρήμα. Οι νομισματικές μονάδες είναι απλώς μονάδες βάρους της χρηματικής ύλης. Το συνολικό απόθεμα του εμπορεύματος που λειτουργεί ως χρήμα αυξάνεται με τη νέα παραγωγή —την εξόρυξη— και μειώνεται λόγω φθοράς και χρήσης σε βιομηχανικές εφαρμογές. Γενικά, θα υπάρχει μια σταδιακή μακροχρόνια αύξηση του αποθέματος χρήματος, με τις επιπτώσεις που αναλύθηκαν παραπάνω. Ο πλούτος ορισμένων ανθρώπων θα αυξηθεί και άλλων θα μειωθεί, ενώ καμία κοινωνική ωφέλεια δεν θα προκύψει από την αυξημένη προσφορά χρήματος ως προς τη χρηματική χρήση του. Ωστόσο, το αυξημένο απόθεμα θα ανεβάσει το κοινωνικό βιοτικό επίπεδο και την ευημερία, ικανοποιώντας περαιτέρω τη μη χρηματική ζήτηση για το νομισματικό μέταλλο.
Η παρέμβαση σε αυτή τη νομισματική αγορά συνήθως λαμβάνει τη μορφή έκδοσης ψευδών αποθετήριων αποδείξεων ως χρηματικών υποκατάστατων. Όπως είδαμε στο κεφάλαιο 11, υποχρεώσεις πληρωτέες σε πρώτη ζήτηση, όπως οι καταθέσεις ή τα τραπεζογραμμάτια, μπορούν να χρησιμοποιούνται στην ελεύθερη αγορά, αλλά μπορούν να αντιστοιχούν μόνο στην πραγματική αξία, ή στο βάρος, του κατατεθειμένου μεταλλικού χρήματος. Οι υποχρεώσεις πληρωτέες σε πρώτη ζήτηση αποτελούν τότε γνήσιες αποθετήριες αποδείξεις, ή αληθή πιστοποιητικά χρήματος, και κυκλοφορούν στην αγορά ως αντιπροσωπευτικοί τίτλοι του πραγματικού χρήματος, δηλαδή ως χρηματικά υποκατάστατα. Ψευδείς αποθετήριες αποδείξεις είναι εκείνες που εκδίδονται πέρα από το πραγματικό βάρος του μεταλλικού χρήματος που βρίσκεται σε κατάθεση. Φυσικά, η έκδοσή τους μπορεί να είναι εξαιρετικά επικερδής δραστηριότητα. Καθώς μοιάζουν με τα γνήσια πιστοποιητικά, λειτουργούν και αυτές ως χρηματικά υποκατάστατα, παρότι δεν καλύπτονται από μεταλλικό χρήμα. Είναι δόλιες, επειδή υπόσχονται εξαργύρωση σε μεταλλικό χρήμα στην ονομαστική τους αξία, υπόσχεση που θα ήταν αδύνατον να εκπληρωθεί αν όλοι οι καταθέτες ζητούσαν ταυτόχρονα τη δική τους περιουσία. Μόνο ο εφησυχασμός και η άγνοια του κοινού επιτρέπουν τη συνέχιση αυτής της κατάστασης.1
Σε γενικές γραμμές, μια τέτοια παρέμβαση μπορεί να ασκείται είτε από το κράτος είτε από ιδιώτες και επιχειρήσεις υπό την ιδιότητά τους ως «τραπεζών» ή αποθετηρίων χρήματος. Η διαδικασία έκδοσης ψευδών αποθετήριων αποδείξεων ή, ακριβέστερα, η διαδικασία έκδοσης χρήματος πέρα από οποιαδήποτε αύξηση του αποθέματος μεταλλικού χρήματος μπορεί να ονομαστεί πληθωρισμός.2 Μια συρρίκνωση της κυκλοφορούσας προσφοράς χρήματος κατά οποιαδήποτε περίοδο —πέρα από ενδεχόμενη καθαρή μείωση του μεταλλικού χρήματος— μπορεί να ονομαστεί αποπληθωρισμός. Είναι σαφές ότι ο πληθωρισμός αποτελεί το πρωταρχικό γεγονός και τον πρωταρχικό σκοπό της νομισματικής παρέμβασης. Δεν μπορεί να υπάρξει αποπληθωρισμός χωρίς να έχει προηγηθεί πληθωρισμός σε κάποια προγενέστερη χρονική περίοδο. A priori, σχεδόν κάθε παρέμβαση θα είναι πληθωριστική. Διότι όχι μόνο κάθε νομισματική παρέμβαση πρέπει να αρχίζει με πληθωρισμό· το μεγάλο όφελος που μπορεί να αποκομιστεί από τον πληθωρισμό προέρχεται από τη θέση νέου χρήματος σε κυκλοφορία από τον εκδότη. Το κέρδος αποκτάται πρακτικά χωρίς κόστος, διότι, ενώ όλοι οι άλλοι άνθρωποι πρέπει είτε να πωλήσουν αγαθά και υπηρεσίες και να αγοράσουν χρυσό είτε να τον εξορύξουν, το κράτος ή οι εμπορικές τράπεζες δημιουργούν κυριολεκτικά χρήμα από το τίποτε. Δεν χρειάζεται να το αγοράσουν. Οποιοδήποτε κέρδος από τη χρήση αυτού του μαγικού χρήματος αποτελεί καθαρό όφελος για τους εκδότες.
Όπως συμβαίνει όταν νέο μεταλλικό χρήμα εισέρχεται στην αγορά, έτσι και η έκδοση «ακάλυπτων» χρηματικών υποκατάστατων έχει επίδραση διάχυσης: οι πρώτοι αποδέκτες του νέου χρήματος κερδίζουν περισσότερο, οι επόμενοι λίγο λιγότερο κ.ο.κ., ώσπου φθάνουμε στο ενδιάμεσο σημείο, και κατόπιν κάθε αποδέκτης χάνει ολοένα περισσότερο όσο περιμένει το νέο χρήμα. Διότι οι τιμές πώλησης των πρώτων ατόμων εκτινάσσονται, ενώ οι τιμές αγοράς τους παραμένουν σχεδόν ίδιες· αργότερα, όμως, οι τιμές αγοράς έχουν αυξηθεί, ενώ οι τιμές πώλησης παραμένουν αμετάβλητες. Μια κρίσιμη περίσταση, ωστόσο, διαφοροποιεί αυτή την περίπτωση από την αύξηση του μεταλλικού χρήματος. Το νέο χαρτονόμισμα ή οι νέες καταθέσεις όψεως δεν επιτελούν καμία απολύτως κοινωνική λειτουργία· δεν ωφελούν αποδεδειγμένα ορισμένους χωρίς να βλάπτουν άλλους στην κοινωνία της αγοράς. Η αυξανόμενη προσφορά χρήματος αποτελεί μόνο κοινωνική σπατάλη και μπορεί να ωφελεί ορισμένους μόνο εις βάρος άλλων. Και τα οφέλη και τα βάρη κατανέμονται όπως μόλις περιγράφηκε: οι πρώτοι κερδίζουν εις βάρος των τελευταίων. Ασφαλώς, οι επιχειρηματίες και οι καταναλωτές που δανείζονται από την τράπεζα —η πελατεία της— ωφελούνται σημαντικά από το νέο χρήμα, τουλάχιστον βραχυχρόνια, καθώς είναι εκείνοι που το λαμβάνουν πρώτοι.
Αν πληθωρισμός είναι κάθε αύξηση της προσφοράς χρήματος που δεν αντιστοιχεί σε αύξηση του διαθέσιμου αποθέματος χρυσού ή αργύρου, η μέθοδος πληθωρισμού που μόλις περιγράφηκε ονομάζεται πιστωτική επέκταση: η δημιουργία νέων χρηματικών υποκατάστατων που εισέρχονται στην οικονομία μέσω της πιστωτικής αγοράς. Όπως θα δούμε παρακάτω, ενώ η πιστωτική επέκταση από μια τράπεζα φαίνεται πολύ πιο συνετή και αξιοσέβαστη από την απευθείας δαπάνη νέου χρήματος, στην πραγματικότητα έχει πολύ σοβαρότερες συνέπειες για το οικονομικό σύστημα, συνέπειες τις οποίες οι περισσότεροι άνθρωποι θα θεωρούσαν ιδιαίτερα ανεπιθύμητες. Αυτή η πληθωριστική πίστη ονομάζεται κυκλοφοριακή πίστη, σε αντιδιαστολή προς τον δανεισμό αποταμιευμένων κεφαλαίων, που ονομάζεται εμπορευματική πίστη. Στο παρόν βιβλίο, ο όρος «πιστωτική επέκταση» θα εφαρμόζεται μόνο στις αυξήσεις της κυκλοφοριακής πίστης.
Η πιστωτική επέκταση έχει, φυσικά, την ίδια επίπτωση με κάθε είδος πληθωρισμού: οι τιμές τείνουν να αυξάνονται καθώς αυξάνεται η προσφορά χρήματος. Όπως κάθε πληθωρισμός, αποτελεί διαδικασία αναδιανομής, κατά την οποία εκείνοι που προκαλούν τον πληθωρισμό και το τμήμα της οικονομίας που τους πωλεί κερδίζουν εις βάρος εκείνων που βρίσκονται τελευταίοι στη σειρά της διαδικασίας δαπανών. Αυτή είναι η γοητεία του πληθωρισμού —για τους ωφελουμένους— και ο λόγος για τον οποίο υπήρξε τόσο δημοφιλής, ιδίως αφότου οι σύγχρονες τραπεζικές διαδικασίες συγκαλύπτουν τη σημασία του για εκείνους τους ζημιωμένους που βρίσκονται μακριά από τις τραπεζικές δραστηριότητες. Τα κέρδη εκείνων που προκαλούν τον πληθωρισμό είναι ορατά και θεαματικά· οι απώλειες των άλλων κρυμμένες και αφανείς, αλλά εξίσου πραγματικές. Όπως η μισή οικονομία αποτελείται από φορολογουμένους και η άλλη μισή από καταναλωτές φορολογικών εσόδων, έτσι και η μισή οικονομία αποτελείται από πληρωτές του πληθωρισμού και η υπόλοιπη από καταναλωτές του πληθωρισμού.
Τα περισσότερα από αυτά τα κέρδη και τις απώλειες θα είναι «βραχυχρόνια» ή «εφάπαξ»· θα εμφανιστούν κατά τη διαδικασία του πληθωρισμού, αλλά θα πάψουν αφού επιτευχθεί η νέα νομισματική ισορροπία. Εκείνοι που προκαλούν τον πληθωρισμό αποκομίζουν τα κέρδη τους, αλλά, αφού η νέα προσφορά χρήματος διαχυθεί σε ολόκληρη την οικονομία, τα πληθωριστικά κέρδη και οι απώλειες τερματίζονται. Ωστόσο, όπως είδαμε στο κεφάλαιο 11, υπάρχουν επίσης μόνιμα κέρδη και απώλειες που προκύπτουν από τον πληθωρισμό. Διότι η νέα νομισματική ισορροπία δεν θα είναι απλώς η παλαιά, πολλαπλασιασμένη σε όλες τις σχέσεις και ποσότητές της κατά την αύξηση της προσφοράς χρήματος. Αυτή ήταν μια υπόθεση που έκαναν οι οικονομολόγοι της παλαιάς «ποσοτικής θεωρίας». Οι αξιολογήσεις των ατόμων που αποκομίζουν προσωρινά κέρδη ή υφίστανται προσωρινές απώλειες θα διαφέρουν. Επομένως, κάθε άτομο θα αντιδρά διαφορετικά στα κέρδη και στις απώλειές του και θα μεταβάλλει αναλόγως τη σχετική διάρθρωση των δαπανών του. Επιπλέον, το νέο χρήμα θα αποτελεί υψηλό ποσοστό των υφιστάμενων χρηματικών υπολοίπων ορισμένων και χαμηλό ποσοστό εκείνων άλλων, με αποτέλεσμα ποικίλες μεταβολές στη διάρθρωση των δαπανών. Επομένως, στη νέα ισορροπία δεν θα έχουν αυξηθεί όλες οι τιμές ομοιόμορφα· η αγοραστική δύναμη της νομισματικής μονάδας έχει μειωθεί, αλλά όχι κατά την ίδια αναλογία σε ολόκληρο το φάσμα των ανταλλακτικών αξιών. Εφόσον, λοιπόν, ορισμένες τιμές έχουν αυξηθεί περισσότερο από άλλες, ορισμένοι άνθρωποι θα έχουν μόνιμα οφέλη και άλλοι μόνιμες απώλειες από τον πληθωρισμό.3
Ιδιαίτερα σκληρά πλήττονται από τον πληθωρισμό, φυσικά, οι ομάδες με σχετικά «σταθερά» εισοδήματα, των οποίων οι απώλειες τερματίζονται μόνο έπειτα από μεγάλο χρονικό διάστημα ή δεν τερματίζονται καθόλου. Οι συνταξιούχοι και οι δικαιούχοι προσόδων που έχουν συμβληθεί για σταθερό χρηματικό εισόδημα αποτελούν παραδείγματα ανθρώπων που υφίστανται τόσο μόνιμες όσο και βραχυχρόνιες απώλειες. Οι παροχές ασφάλισης ζωής περικόπτονται μόνιμα. Οι διαμαρτυρίες των συντηρητικών πολέμιων του πληθωρισμού για «τις χήρες και τα ορφανά» έχουν συχνά χλευαστεί, αλλά δεν αποτελούν καθόλου αστείο ζήτημα. Διότι ακριβώς οι χήρες και τα ορφανά επωμίζονται μεγάλο μέρος του βάρους του πληθωρισμού.4 Απώλειες υφίστανται επίσης οι πιστωτές που έχουν ήδη χορηγήσει τα δάνειά τους και διαπιστώνουν ότι είναι πλέον αργά για να ενσωματώσουν στα επιτόκιά τους προσαύξηση για την αγοραστική δύναμη.
Ο πληθωρισμός μεταβάλλει επίσης την αναλογία κατανάλωσης προς επένδυση στην αγορά. Επιφανειακά, φαίνεται ότι η πιστωτική επέκταση αυξάνει σημαντικά το κεφάλαιο, διότι το νέο χρήμα εισέρχεται στην αγορά ως ισοδύναμο νέων αποταμιεύσεων διαθέσιμων για δανεισμό. Εφόσον το νέο «τραπεζικό χρήμα» φαίνεται να προστίθεται στην προσφορά αποταμιεύσεων στην πιστωτική αγορά, οι επιχειρήσεις μπορούν πλέον να δανείζονται με χαμηλότερο επιτόκιο· έτσι, η πληθωριστική πιστωτική επέκταση φαίνεται να προσφέρει την ιδανική διαφυγή από τη χρονική προτίμηση, καθώς και μια ανεξάντλητη πηγή πρόσθετου κεφαλαίου. Στην πραγματικότητα, αυτή η επίδραση είναι απατηλή. Αντιθέτως, ο πληθωρισμός μειώνει την αποταμίευση και τις επενδύσεις, υποβαθμίζοντας έτσι το βιοτικό επίπεδο της κοινωνίας. Μπορεί ακόμη και να προκαλέσει ανάλωση κεφαλαίου μεγάλης κλίμακας. Πρώτον, όπως μόλις είδαμε, οι υφιστάμενοι πιστωτές βλάπτονται. Αυτό θα τείνει να αποθαρρύνει τον μελλοντικό δανεισμό και, επομένως, την αποταμίευση και επένδυση. Δεύτερον, όπως είδαμε στο κεφάλαιο 11, η πληθωριστική διαδικασία αποφέρει εγγενώς στον επιχειρηματία κέρδος αγοραστικής δύναμης, καθώς αγοράζει συντελεστές και τους πωλεί σε μεταγενέστερο χρόνο, όταν όλες οι τιμές είναι υψηλότερες. Ο επιχειρηματίας μπορεί έτσι να συμβαδίζει με την αύξηση των τιμών —εδώ αφήνουμε κατά μέρος τη συνιστώσα των όρων εμπορίου που προκύπτει από τις διαφοροποιήσεις των αυξήσεων των τιμών—, χωρίς ούτε να χάνει ούτε να κερδίζει από τον πληθωρισμό. Αλλά η επιχειρηματική λογιστική είναι παραδοσιακά προσαρμοσμένη σε έναν κόσμο όπου η αξία της νομισματικής μονάδας είναι σταθερή. Τα αγοραζόμενα κεφαλαιουχικά αγαθά καταχωρίζονται στο ενεργητικό «στο κόστος κτήσης», δηλαδή στην τιμή που καταβλήθηκε γι’ αυτά. Όταν η επιχείρηση πωλεί αργότερα το προϊόν, το πρόσθετο πληθωριστικό κέρδος δεν είναι στην πραγματικότητα καθόλου κέρδος· διότι πρέπει να απορροφηθεί στην αγορά του κεφαλαιουχικού αγαθού αντικατάστασης σε υψηλότερη τιμή. Ο πληθωρισμός, επομένως, εξαπατά τον επιχειρηματία: καταστρέφει έναν από τους κύριους οδηγούς του και τον οδηγεί να πιστεύει ότι αποκόμισε πρόσθετα κέρδη, ενώ απλώς μπορεί να αντικαταστήσει το κεφάλαιό του. Ως εκ τούτου, αναμφίβολα θα μπει στον πειρασμό να καταναλώσει από αυτά τα κέρδη και, έτσι, να αναλώσει εν αγνοία του και κεφάλαιο. Συνεπώς, ο πληθωρισμός τείνει ταυτόχρονα να περιορίζει την αποταμίευση και επένδυση και να προκαλεί ανάλωση κεφαλαίου.
Το λογιστικό σφάλμα που απορρέει από τον πληθωρισμό έχει και άλλες οικονομικές συνέπειες. Οι επιχειρήσεις με τον μεγαλύτερο βαθμό σφάλματος θα είναι εκείνες των οποίων ο κεφαλαιουχικός εξοπλισμός αγοράστηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος όταν οι τιμές ήταν χαμηλότερες. Αν ο πληθωρισμός συνεχίζεται επί κάποιο διάστημα, αυτές θα είναι οι επιχειρήσεις με τον παλαιότερο εξοπλισμό. Τα φαινομενικά μεγάλα κέρδη τους θα προσελκύσουν άλλες επιχειρήσεις στον κλάδο και θα υπάρξει μια εντελώς αδικαιολόγητη επέκταση των επενδύσεων σε έναν φαινομενικά ιδιαίτερα κερδοφόρο τομέα. Αντιστρόφως, θα υπάρξει ανεπάρκεια επενδύσεων αλλού. Έτσι, το σφάλμα στρεβλώνει το σύστημα κατανομής πόρων της αγοράς και μειώνει την αποτελεσματικότητά του στην ικανοποίηση του καταναλωτή. Το σφάλμα θα είναι επίσης μεγαλύτερο στις επιχειρήσεις με υψηλότερη αναλογία κεφαλαιουχικού εξοπλισμού προς προϊόν, και παρόμοιες στρεβλωτικές επιπτώσεις θα προκύψουν μέσω υπερβολικών επενδύσεων σε κλάδους υψηλής έντασης κεφαλαίου, με αντίστοιχη υποεπένδυση αλλού.5
Β. Πιστωτική επέκταση και οικονομικός κύκλος
Είδαμε ήδη στο κεφάλαιο 8 τι συμβαίνει όταν υπάρχει καθαρή αποταμίευση και επένδυση: αύξηση της αναλογίας ακαθάριστων επενδύσεων προς κατανάλωση στην οικονομία. Οι καταναλωτικές δαπάνες μειώνονται και οι τιμές των καταναλωτικών αγαθών πέφτουν. Από την άλλη πλευρά, η παραγωγική διάρθρωση επιμηκύνεται και οι τιμές των πρωτογενών συντελεστών που είναι εξειδικευμένοι στα ανώτερα στάδια αυξάνονται. Οι τιμές των κεφαλαιουχικών αγαθών μεταβάλλονται σαν μοχλός που περιστρέφεται γύρω από ένα υπομόχλιο στο κέντρο του· οι τιμές των καταναλωτικών αγαθών μειώνονται περισσότερο, εκείνες των κεφαλαιουχικών αγαθών πρώτης τάξης μειώνονται λιγότερο· οι τιμές των κεφαλαιουχικών αγαθών ανώτατης τάξης αυξάνονται περισσότερο και των υπόλοιπων λιγότερο. Έτσι, όλες οι διαφορές τιμών μεταξύ των σταδίων παραγωγής περιορίζονται. Οι τιμές των πρωτογενών συντελεστών μειώνονται στα κατώτερα στάδια και αυξάνονται στα ανώτερα, ενώ οι μη ειδικοί πρωτογενείς συντελεστές —κυρίως η εργασία— μετακινούνται εν μέρει από τα κατώτερα προς τα ανώτερα στάδια. Οι επενδύσεις τείνουν να συγκεντρώνονται σε πιο μακρόχρονες παραγωγικές διαδικασίες. Η μείωση των διαφορών τιμών ισοδυναμεί, όπως είδαμε, με πτώση του φυσικού επιτοκίου, η οποία, φυσικά, επιφέρει αντίστοιχη πτώση του επιτοκίου δανεισμού. Ύστερα από κάποιο διάστημα εμφανίζονται οι καρποί των παραγωγικότερων τεχνικών· και το πραγματικό εισόδημα όλων αυξάνεται.
Έτσι, μια αύξηση της αποταμίευσης που προκύπτει από μείωση των χρονικών προτιμήσεων οδηγεί σε πτώση του επιτοκίου και σε μια άλλη κατάσταση σταθερής ισορροπίας, με επιμηκέστερη και στενότερη παραγωγική διάρθρωση. Τι συμβαίνει, όμως, όταν η αύξηση των επενδύσεων δεν οφείλεται σε μεταβολή της χρονικής προτίμησης και της αποταμίευσης, αλλά σε πιστωτική επέκταση από τις εμπορικές τράπεζες; Είναι αυτός ένας μαγικός τρόπος εύκολης και ανέξοδης διεύρυνσης της κεφαλαιακής διάρθρωσης, χωρίς μείωση της παρούσας κατανάλωσης; Ας υποθέσουμε ότι, σε μια ορισμένη χρονική περίοδο, επενδύονται έξι εκατομμύρια ουγγιές χρυσού και καταναλώνονται τέσσερα εκατομμύρια. Ας υποθέσουμε τώρα ότι οι τράπεζες της οικονομίας επεκτείνουν την πίστη και αυξάνουν την προσφορά χρήματος κατά δύο εκατομμύρια ουγγιές. Ποιες είναι οι συνέπειες; Το νέο χρήμα δανείζεται στις επιχειρήσεις.6 Οι επιχειρήσεις αυτές, έχοντας πλέον τη δυνατότητα να αποκτήσουν χρήματα με χαμηλότερο επιτόκιο, εισέρχονται στην αγορά κεφαλαιουχικών αγαθών και πρωτογενών συντελεστών για να αποσπάσουν πόρους από τις άλλες επιχειρήσεις προσφέροντας υψηλότερες τιμές. Σε κάθε δεδομένη χρονική στιγμή, το απόθεμα αγαθών είναι σταθερό και, επομένως, τα δύο εκατομμύρια νέες ουγγιές χρησιμοποιούνται για την αύξηση των τιμών των παραγωγικών αγαθών. Η άνοδος των τιμών των κεφαλαιουχικών αγαθών θα καταλογιστεί σε αυξήσεις των τιμών των πρωτογενών συντελεστών.
Η πιστωτική επέκταση μειώνει το επιτόκιο της αγοράς. Αυτό σημαίνει ότι οι διαφορές τιμών περιορίζονται και, όπως είδαμε στο κεφάλαιο 8, οι μικρότερες διαφορές τιμών αυξάνουν τις τιμές στα ανώτατα στάδια παραγωγής, μετατοπίζοντας πόρους προς αυτά τα στάδια και αυξάνοντας επίσης τον αριθμό των σταδίων. Ως αποτέλεσμα, η παραγωγική διάρθρωση επιμηκύνεται. Οι δανειζόμενες επιχειρήσεις οδηγούνται να πιστέψουν ότι υπάρχουν αρκετά διαθέσιμα κεφάλαια ώστε να μπορέσουν να αναλάβουν σχέδια που προηγουμένως δεν ήταν επικερδή. Στην ελεύθερη αγορά, οι επενδύσεις θα πραγματοποιούνται πάντοτε πρώτα σε εκείνα τα σχέδια που ικανοποιούν τις πιο επιτακτικές ανάγκες των καταναλωτών. Κατόπιν ικανοποιούνται οι αμέσως επόμενες σε επιτακτικότητα ανάγκες κ.ο.κ. Το επιτόκιο ρυθμίζει τη χρονική σειρά επιλογής των σχεδίων σύμφωνα με την επιτακτικότητά τους. Ένα χαμηλότερο επιτόκιο στην αγορά αποτελεί σήμα ότι περισσότερα σχέδια μπορούν να αναληφθούν επικερδώς. Η αυξημένη αποταμίευση στην ελεύθερη αγορά οδηγεί σε σταθερή ισορροπία της παραγωγής με χαμηλότερο επιτόκιο. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με την πιστωτική επέκταση: διότι οι πρωτογενείς συντελεστές λαμβάνουν τώρα αυξημένο χρηματικό εισόδημα. Στο παράδειγμα της ελεύθερης αγοράς, τα συνολικά χρηματικά εισοδήματα παρέμεναν ίδια. Η αυξημένη δαπάνη στα ανώτερα στάδια αντισταθμιζόταν από μειωμένη δαπάνη στα κατώτερα. Το «αυξημένο μήκος» της παραγωγικής διάρθρωσης αντισταθμιζόταν από το «μειωμένο πλάτος». Αλλά η πιστωτική επέκταση διοχετεύει νέο χρήμα στην παραγωγική διάρθρωση: τα συνολικά χρηματικά εισοδήματα αυξάνονται αντί να παραμένουν ίδια. Η παραγωγική διάρθρωση έχει επιμηκυνθεί, αλλά έχει επίσης παραμείνει εξίσου πλατιά, χωρίς συρρίκνωση των καταναλωτικών δαπανών.
Οι κάτοχοι των πρωτογενών συντελεστών, με το αυξημένο χρηματικό τους εισόδημα, φυσικά σπεύδουν να δαπανήσουν τα νέα τους χρήματα. Κατανέμουν αυτή τη δαπάνη μεταξύ κατανάλωσης και επένδυσης σύμφωνα με τις χρονικές τους προτιμήσεις. Ας υποθέσουμε ότι οι κλίμακες χρονικής προτίμησης των ανθρώπων παραμένουν αμετάβλητες. Αυτή είναι μια θεμιτή υπόθεση, καθώς δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι μεταβλήθηκαν εξαιτίας του πληθωρισμού. Η παραγωγή δεν αντανακλά πλέον τις εκούσιες χρονικές προτιμήσεις. Οι επιχειρήσεις έχουν οδηγηθεί από την πιστωτική επέκταση να επενδύσουν σε ανώτερα στάδια, σαν να ήταν διαθέσιμες περισσότερες αποταμιεύσεις. Εφόσον δεν είναι, οι επιχειρήσεις έχουν υπερεπενδύσει στα ανώτερα στάδια και υποεπενδύσει στα κατώτερα. Οι καταναλωτές ενεργούν αμέσως για να επαναφέρουν τις χρονικές τους προτιμήσεις —τις επιθυμητές αναλογίες επένδυσης προς κατανάλωση και τις επιθυμητές διαφορές τιμών—. Οι διαφορές θα επανέλθουν στο παλαιό, υψηλότερο ύψος τους, δηλαδή το επιτόκιο θα επιστρέψει στο μέγεθος που θα είχε στην ελεύθερη αγορά. Ως αποτέλεσμα, οι τιμές στα ανώτερα στάδια παραγωγής θα μειωθούν δραστικά, οι τιμές στα κατώτερα στάδια θα αυξηθούν και πάλι και ολόκληρη η νέα επένδυση στα ανώτερα στάδια θα πρέπει να εγκαταλειφθεί ή να θυσιαστεί.
Τροποποιώντας το υπεραπλουστευμένο παράδειγμά μας, το οποίο εξέταζε μόνο δύο στάδια, βλέπουμε ότι τα ανώτατα στάδια, που θεωρούνταν επικερδή, αποδείχθηκαν μη επικερδή. Αποκαλύπτεται ότι το καθαρό επιτόκιο, το οποίο αντανακλά τις επιθυμίες των καταναλωτών, ήταν στην πραγματικότητα υψηλότερο καθ’ όλη τη διάρκεια. Η πιστωτική επέκταση των τραπεζών είχε αλλοιώσει εκείνο το απαραίτητο «σήμα» —το επιτόκιο— που πληροφορεί τους επιχειρηματίες πόσες αποταμιεύσεις είναι διαθέσιμες και ποια χρονική διάρκεια σχεδίων θα είναι επικερδής. Στην ελεύθερη αγορά, το επιτόκιο αποτελεί απαραίτητο οδηγό, στη χρονική διάσταση, για την επιτακτικότητα των αναγκών των καταναλωτών. Αλλά η τραπεζική παρέμβαση στην αγορά διαταράσσει αυτή την ελεύθερη τιμή και καθιστά τους επιχειρηματίες ανίκανους να ικανοποιήσουν ορθά τις επιθυμίες των καταναλωτών ή να εκτιμήσουν την επωφελέστερη χρονική διάρθρωση της παραγωγής. Μόλις οι καταναλωτές μπορέσουν, δηλαδή μόλις τα αυξημένα χρήματα φθάσουν στα χέρια τους, εκμεταλλεύονται την ευκαιρία να επαναφέρουν τις χρονικές τους προτιμήσεις και, επομένως, τις παλαιές διαφορές και αναλογίες επένδυσης προς κατανάλωση. Η υπερεπένδυση στα ανώτατα στάδια και η υποεπένδυση στα κατώτερα αποκαλύπτονται τώρα σε όλη τους την έκταση. Η κατάσταση είναι ανάλογη με εκείνη ενός εργολάβου που παραπλανήθηκε ώστε να πιστέψει ότι διαθέτει περισσότερα οικοδομικά υλικά από όσα πραγματικά έχει και κατόπιν συνέρχεται για να διαπιστώσει ότι χρησιμοποίησε όλα τα υλικά του σε εκτεταμένα θεμέλια —τα ανώτερα στάδια—, χωρίς να του έχουν απομείνει υλικά για να ολοκληρώσει το σπίτι.7 Είναι σαφές ότι η τραπεζική πιστωτική επέκταση δεν μπορεί να αυξήσει τις κεφαλαιακές επενδύσεις ούτε στο ελάχιστο. Οι επενδύσεις εξακολουθούν να μπορούν να προέρχονται μόνο από αποταμιεύσεις.
Δεν θα πρέπει να εκπλήσσει το γεγονός ότι η αγορά τείνει να επανέρχεται στις προτιμώμενες αναλογίες της. Η ίδια διαδικασία, όπως είδαμε, συντελείται σε όλες τις τιμές μετά από μεταβολή του αποθέματος χρήματος. Η αύξηση του χρήματος αρχίζει πάντοτε σε έναν τομέα της οικονομίας, αυξάνοντας εκεί τις τιμές, και τελικά διαχέεται σε ολόκληρη την οικονομία, η οποία κατόπιν επιστρέφει κατά προσέγγιση σε μια διάρθρωση ισορροπίας συμβατή με την αξία του χρήματος. Αν, λοιπόν, η αγορά τείνει να επιστρέφει στις προτιμώμενες αναλογίες τιμών μετά από μεταβολή της προσφοράς χρήματος, θα πρέπει να είναι προφανές ότι σε αυτό περιλαμβάνεται και η επιστροφή στην προτιμώμενη αναλογία αποταμίευσης και επένδυσης, η οποία αντανακλά τις κοινωνικές χρονικές προτιμήσεις.
Είναι αλήθεια, φυσικά, ότι οι χρονικές προτιμήσεις μπορεί να μεταβληθούν στο μεταξύ, είτε για κάθε άτομο είτε ως αποτέλεσμα της αναδιανομής κατά τη μεταβολή. Εκείνοι που ωφελούνται μπορεί να αποταμιεύσουν περισσότερο ή λιγότερο από όσο θα αποταμίευαν εκείνοι που ζημιώνονται. Επομένως, η αγορά δεν θα επιστρέψει ακριβώς στο παλαιό επιτόκιο της ελεύθερης αγοράς και στην παλαιά αναλογία επένδυσης προς κατανάλωση, όπως δεν θα επιστρέψει και στην ακριβή προηγούμενη διάρθρωση των τιμών της. Θα επανέλθει στο εκάστοτε επιτόκιο της ελεύθερης αγοράς, όπως αυτό καθορίζεται από τις τρέχουσες χρονικές προτιμήσεις. Ορισμένοι υπέρμαχοι του εξαναγκασμού της αγοράς να αποταμιεύει και να επενδύει περισσότερο από όσο επιθυμεί έχουν χαιρετίσει την πιστωτική επέκταση ως διαδικασία που οδηγεί σε «αναγκαστική αποταμίευση», αυξάνοντας έτσι τη διάρθρωση των κεφαλαιουχικών αγαθών. Αυτό όμως μπορεί να συμβεί όχι ως άμεση συνέπεια της πιστωτικής επέκτασης, αλλά μόνο επειδή οι ενεργές χρονικές προτιμήσεις έχουν μεταβληθεί προς αυτή την κατεύθυνση —δηλαδή έχουν μετατοπιστεί οι κλίμακες χρονικής προτίμησης ή σχετικά περισσότερο χρήμα βρίσκεται πλέον στα χέρια εκείνων που έχουν χαμηλές χρονικές προτιμήσεις—. Η πιστωτική επέκταση μπορεί κάλλιστα να επιφέρει το αντίθετο αποτέλεσμα: εκείνοι που ωφελούνται μπορεί να έχουν υψηλότερες χρονικές προτιμήσεις, οπότε το επιτόκιο της ελεύθερης αγοράς θα είναι υψηλότερο από πριν. Επειδή αυτές οι επιπτώσεις της πιστωτικής επέκτασης είναι εντελώς αβέβαιες και εξαρτώνται από τα συγκεκριμένα δεδομένα κάθε περίπτωσης, είναι σαφώς πολύ πιο εύλογο οι υπέρμαχοι της αναγκαστικής αποταμίευσης να χρησιμοποιούν τη φορολογική διαδικασία για να πραγματοποιήσουν την αναδιανομή τους.
Η αγορά, επομένως, αντιδρά στη στρέβλωση του επιτοκίου της ελεύθερης αγοράς κινούμενη προς την επαναφορά αυτού ακριβώς του επιτοκίου. Η στρέβλωση που προκαλεί η πιστωτική επέκταση παραπλανά τους επιχειρηματίες ώστε να πιστέψουν ότι υπάρχουν περισσότερες διαθέσιμες αποταμιεύσεις και τους ωθεί σε εσφαλμένες επενδύσεις —σε επενδύσεις σε σχέδια που θα αποδειχθούν μη επικερδή όταν οι καταναλωτές έχουν την ευκαιρία να επαναβεβαιώσουν τις πραγματικές τους προτιμήσεις—. Αυτή η επαναβεβαίωση συντελείται αρκετά γρήγορα: μόλις οι κάτοχοι συντελεστών λάβουν τα αυξημένα εισοδήματά τους και τα δαπανήσουν.
Αυτή η θεωρία μάς επιτρέπει να επιλύσουμε μια πανάρχαια διαμάχη μεταξύ των οικονομολόγων: αν η αύξηση της προσφοράς χρήματος μπορεί να μειώσει το επιτόκιο της αγοράς. Για τους μερκαντιλιστές —και για τους κεϋνσιανούς— ήταν προφανές ότι η αύξηση του αποθέματος χρήματος μείωνε μόνιμα το επιτόκιο, με δεδομένη τη ζήτηση χρήματος. Για τους κλασικούς οικονομολόγους ήταν προφανές ότι οι μεταβολές του αποθέματος χρήματος μπορούσαν να επηρεάσουν μόνο την αξία της νομισματικής μονάδας και όχι το επιτόκιο. Η απάντηση είναι ότι μια αύξηση της προσφοράς χρήματος πράγματι μειώνει το επιτόκιο όταν εισέρχεται στην αγορά ως πιστωτική επέκταση, αλλά μόνο προσωρινά. Μακροχρόνια —και αυτός ο μακροχρόνιος ορίζοντας δεν είναι πολύ «μακρύς»—, η αγορά επαναφέρει το επιτόκιο χρονικής προτίμησης της ελεύθερης αγοράς και εξαλείφει τη μεταβολή. Μακροχρόνια, μια μεταβολή του αποθέματος χρήματος επηρεάζει μόνο την αξία της νομισματικής μονάδας.
Αυτή η διαδικασία —μέσω της οποίας η αγορά επανέρχεται στο προτιμώμενο επιτόκιό της και εξαλείφει τη στρέβλωση που προκαλεί η πιστωτική επέκταση— είναι, επιπλέον, ο οικονομικός κύκλος! Η ανάλυσή μας επιτρέπει, επομένως, την επίλυση όχι μόνο του θεωρητικού προβλήματος της σχέσης χρήματος και τόκου, αλλά και του προβλήματος που ταλανίζει την κοινωνία εδώ και περισσότερο από ενάμιση αιώνα: του επίφοβου οικονομικού κύκλου. Και, επιπλέον, η θεωρία του οικονομικού κύκλου μπορεί πλέον να εξηγηθεί ως επιμέρους κλάδος της γενικής οικονομικής θεωρίας μας.
Ας προσέξουμε τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτής της διαδικασίας στρέβλωσης και επαναφοράς. Πρώτα, η προσφορά χρήματος αυξάνεται μέσω πιστωτικής επέκτασης· έπειτα, οι επιχειρήσεις παρασύρονται σε εσφαλμένες επενδύσεις —υπερεπενδύοντας σε παραγωγικές διαδικασίες ανώτερων σταδίων και μεγάλης διάρκειας—. Στη συνέχεια, οι τιμές και τα εισοδήματα των πρωτογενών συντελεστών αυξάνονται, η κατανάλωση αυξάνεται και οι επιχειρήσεις αντιλαμβάνονται ότι οι επενδύσεις στα ανώτερα στάδια υπήρξαν σπάταλες και μη επικερδείς. Το πρώτο στάδιο αποτελεί το κύριο γνώρισμα της «άνθησης»· το δεύτερο στάδιο —η ανακάλυψη των σπάταλων εσφαλμένων επενδύσεων— είναι η «κρίση». Η βαθιά ύφεση είναι το επόμενο στάδιο, κατά το οποίο οι επιχειρήσεις που έχουν πραγματοποιήσει εσφαλμένες επενδύσεις πτωχεύουν και οι πρωτογενείς συντελεστές πρέπει ξαφνικά να μετακινηθούν και πάλι προς τα κατώτερα στάδια παραγωγής. Η εκκαθάριση των μη υγιών επιχειρήσεων, η «αδρανής δυναμικότητα» των εγκαταστάσεων που αποτελούν εσφαλμένες επενδύσεις και η ανεργία «τριβής» των πρωτογενών συντελεστών που πρέπει ξαφνικά και μαζικά να μετακινηθούν προς κατώτερα στάδια παραγωγής — αυτά είναι τα κύρια γνωρίσματα της φάσης της βαθιάς ύφεσης.
Είδαμε στο κεφάλαιο 11 ότι τα κύρια ανεξήγητα χαρακτηριστικά του οικονομικού κύκλου είναι η μαζική εμφάνιση σφαλμάτων και η συγκέντρωση των σφαλμάτων και της διαταραχής στους κλάδους κεφαλαιουχικών αγαθών. Η θεωρία μας για τον οικονομικό κύκλο επιλύει και τα δύο αυτά προβλήματα. Η συρροή σφαλμάτων που αποκαλύπτεται ξαφνικά στους επιχειρηματίες οφείλεται στην παρεμβατική στρέβλωση ενός καίριου σήματος της αγοράς: του επιτοκίου. Η συγκέντρωση της διαταραχής στους κλάδους κεφαλαιουχικών αγαθών εξηγείται από την ώθηση προς μη επικερδείς επενδύσεις ανώτερης τάξης κατά την περίοδο της άνθησης. Και μόλις είδαμε ότι και άλλα χαρακτηριστικά του οικονομικού κύκλου εξηγούνται από αυτή τη θεωρία.
Ένα σημείο πρέπει να τονιστεί: η φάση της βαθιάς ύφεσης είναι στην πραγματικότητα η φάση της ανάκαμψης. Οι περισσότεροι άνθρωποι θα ήταν ευτυχείς να διατηρηθεί η περίοδος της άνθησης, κατά την οποία τα πληθωριστικά οφέλη είναι ορατά και οι απώλειες κρυμμένες και δυσδιάκριτες. Αυτή η ευφορία της άνθησης εντείνεται από την ανάλωση κεφαλαίου που ενθαρρύνει ο πληθωρισμός μέσω απατηλών λογιστικών κερδών. Οι φάσεις για τις οποίες διαμαρτύρονται οι άνθρωποι είναι η κρίση και η βαθιά ύφεση. Αλλά οι τελευταίες αυτές περίοδοι, όπως θα πρέπει να είναι σαφές, δεν προκαλούν το πρόβλημα. Το πρόβλημα προκύπτει κατά την άνθηση, όταν πραγματοποιούνται εσφαλμένες επενδύσεις και στρεβλώσεις· η φάση κρίσης και βαθιάς ύφεσης είναι η θεραπευτική περίοδος, αφού οι άνθρωποι έχουν αναγκαστεί να αναγνωρίσουν τις εσφαλμένες επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν. Η περίοδος της βαθιάς ύφεσης είναι, επομένως, η αναγκαία περίοδος ανάκαμψης· είναι ο χρόνος κατά τον οποίο οι εσφαλμένες επενδύσεις εκκαθαρίζονται και οι επιχειρηματίες που έσφαλαν εγκαταλείπουν την αγορά — ο χρόνος κατά τον οποίο η «κυριαρχία του καταναλωτή» και η ελεύθερη αγορά επανεπιβάλλονται και εγκαθιδρύουν ξανά μια οικονομία που ωφελεί κάθε συμμετέχοντα στον μέγιστο δυνατό βαθμό. Η περίοδος της βαθιάς ύφεσης τελειώνει όταν έχει αποκατασταθεί η ισορροπία της ελεύθερης αγοράς και έχει εξαλειφθεί η στρέβλωση που προκάλεσε η επέκταση.
Θα πρέπει να είναι σαφές ότι κάθε κρατική επέμβαση στη διαδικασία της βαθιάς ύφεσης μπορεί μόνο να την παρατείνει, επιδεινώνοντας έτσι την κατάσταση από τη σκοπιά σχεδόν όλων. Εφόσον η διαδικασία της βαθιάς ύφεσης είναι η διαδικασία της ανάκαμψης, κάθε ανακοπή ή επιβράδυνσή της παρεμποδίζει την έλευση της ανάκαμψης. Οι αναπροσαρμογές της βαθιάς ύφεσης πρέπει να ολοκληρωθούν προτού μπορέσει να ολοκληρωθεί η ανάκαμψη. Όσο περισσότερο καθυστερούν αυτές οι αναπροσαρμογές, τόσο περισσότερο θα πρέπει να διαρκέσει η βαθιά ύφεση και τόσο περισσότερο αναβάλλεται η πλήρης ανάκαμψη. Για παράδειγμα, αν το κράτος διατηρεί υψηλούς τους μισθούς, προκαλεί μόνιμη ανεργία. Αν διατηρεί υψηλές τις τιμές, προκαλεί απούλητο πλεόνασμα. Και αν ενθαρρύνει εκ νέου την πιστωτική επέκταση, γεννιούνται νέες εσφαλμένες επενδύσεις και μεταγενέστερες βαθιές υφέσεις.
Πολλοί οικονομολόγοι του δέκατου ένατου αιώνα αναφέρονταν στον οικονομικό κύκλο με μια βιολογική μεταφορά, παρομοιάζοντας τη βαθιά ύφεση με επώδυνη αλλά αναγκαία θεραπεία της μέθης ή της ναρκωτικής έξαρσης που αποτελεί η άνθηση και υποστηρίζοντας ότι κάθε επέμβαση στη βαθιά ύφεση καθυστερεί την ανάρρωση. Έχουν χλευαστεί ευρέως από τους σημερινούς οικονομολόγους. Ο χλευασμός όμως είναι άστοχος, διότι η βιολογική αναλογία είναι σε αυτή την περίπτωση ορθή.
Ένα προφανές συμπέρασμα της ανάλυσής μας είναι ο παραλογισμός των «υποκαταναλωτικών» θεραπειών για τη βαθιά ύφεση — της ιδέας ότι η κρίση προκαλείται από υποκατανάλωση και ότι ο τρόπος θεραπείας της βαθιάς ύφεσης είναι η τόνωση των καταναλωτικών δαπανών. Είναι σαφές ότι ισχύει το αντίθετο. Εκείνο που προκάλεσε την κρίση είναι ακριβώς το γεγονός ότι οι επιχειρηματικές επενδύσεις προεξόφλησαν εσφαλμένα μεγαλύτερες αποταμιεύσεις και ότι αυτό το σφάλμα αποκαλύπτεται όταν οι καταναλωτές επαναφέρουν την επιθυμητή αναλογία κατανάλωσής τους. Η «υπερκατανάλωση» ή η «ανεπαρκής αποταμίευση» προκάλεσε την κρίση, μολονότι δύσκολα είναι δίκαιο να αποδοθεί η ευθύνη στον καταναλωτή, ο οποίος απλώς προσπαθεί να αποκαταστήσει τις προτιμήσεις του αφού η αγορά έχει στρεβλωθεί από την τραπεζική πίστη. Ο μόνος τρόπος να επιταχυνθεί η θεραπευτική διαδικασία της βαθιάς ύφεσης είναι οι άνθρωποι να αποταμιεύουν και να επενδύουν περισσότερο και να καταναλώνουν λιγότερο, δικαιολογώντας έτσι τελικά ορισμένες από τις εσφαλμένες επενδύσεις και μετριάζοντας τις προσαρμογές που πρέπει να γίνουν.
Ένα πρόβλημα έχει μείνει ανεξήγητο. Είδαμε ότι η περίοδος επαναφοράς είναι σύντομη και ότι τα εισοδήματα των συντελεστών αυξάνονται αρκετά γρήγορα και αρχίζουν να αποκαθιστούν τις αναλογίες κατανάλωσης προς αποταμίευση της ελεύθερης αγοράς. Γιατί όμως οι περίοδοι άνθησης, ιστορικά, συνεχίζονται επί αρκετά χρόνια; Τι καθυστερεί τη διαδικασία επαναφοράς; Η απάντηση είναι ότι, καθώς αρχίζει να εξαντλείται η άνθηση που προκάλεσε μια έγχυση πιστωτικής επέκτασης, οι τράπεζες χορηγούν άλλη μία δόση. Εν ολίγοις, ο μόνος τρόπος να αποτραπεί η έναρξη της διαδικασίας βαθιάς ύφεσης και προσαρμογής είναι να συνεχιστεί η διόγκωση του χρήματος και της πίστης. Διότι μόνο οι συνεχείς δόσεις νέου χρήματος στην πιστωτική αγορά θα διατηρούν την άνθηση και την κερδοφορία των νέων σταδίων. Επιπλέον, μόνο ολοένα αυξανόμενες δόσεις μπορούν να εντείνουν την άνθηση, να μειώσουν περαιτέρω τα επιτόκια και να διευρύνουν την παραγωγική διάρθρωση, διότι, καθώς οι τιμές αυξάνονται, θα χρειάζονται ολοένα περισσότερα χρήματα για να επιτελεστεί το ίδιο έργο. Μόλις σταματήσει η πιστωτική επέκταση, οι αναλογίες της αγοράς αποκαθίστανται και οι φαινομενικά λαμπρές νέες επενδύσεις αποδεικνύονται εσφαλμένες επενδύσεις, χτισμένες στην άμμο.
Το πόσο μπορούν να διατηρηθούν οι περίοδοι άνθησης και ποια όρια αντιμετωπίζουν υπό διαφορετικές συνθήκες θα εξεταστεί παρακάτω. Αλλά είναι σαφές ότι η παράταση της άνθησης με ολοένα μεγαλύτερες δόσεις πιστωτικής επέκτασης θα έχει ένα μόνο αποτέλεσμα: να καταστήσει τη βαθιά ύφεση που αναπόφευκτα θα ακολουθήσει μακρύτερη και πιο οδυνηρή. Όσο μεγαλύτερη είναι η έκταση των εσφαλμένων επενδύσεων και των σφαλμάτων κατά την άνθηση, τόσο μεγαλύτερο και πιο μακρόχρονο είναι το έργο της αναπροσαρμογής κατά τη βαθιά ύφεση. Ο τρόπος αποτροπής μιας βαθιάς ύφεσης, λοιπόν, είναι απλός: να αποφεύγεται η έναρξη μιας άνθησης. Και για να αποφεύγεται η έναρξη μιας άνθησης, αρκεί να ακολουθείται μια πραγματικά ελεύθερη πολιτική αγοράς στο χρήμα, δηλαδή μια πολιτική μεταλλικών αποθεματικών 100% για τις τράπεζες και τα κράτη.
Η πιστωτική επέκταση γεννά πάντοτε τη διαδικασία του οικονομικού κύκλου, ακόμη και όταν άλλες τάσεις συγκαλύπτουν τη λειτουργία της. Έτσι, πολλοί πιστεύουν ότι όλα βαίνουν καλώς αν οι τιμές δεν αυξάνονται ή αν το καταγραφόμενο επιτόκιο δεν μειώνεται. Αλλά οι τιμές μπορεί κάλλιστα να μην αυξάνονται λόγω κάποιας αντίρροπης δύναμης — όπως η αύξηση της προσφοράς αγαθών ή η αύξηση της ζήτησης χρήματος. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν συντελείται ο κύκλος άνθησης και βαθιάς ύφεσης. Οι ουσιώδεις διαδικασίες της άνθησης —στρεβλωμένα επιτόκια, εσφαλμένες επενδύσεις, πτωχεύσεις κ.λπ.— συνεχίζονται ανεμπόδιστα. Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους όσοι προσεγγίζουν τους οικονομικούς κύκλους από στατιστική σκοπιά και προσπαθούν με αυτόν τον τρόπο να καταλήξουν σε θεωρία βρίσκονται σε αδιέξοδη πλάνη. Κάθε ιστορικοστατιστικό γεγονός αποτελεί σύνθετη συνισταμένη πολλών αιτιακών επιδράσεων και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως απλό στοιχείο για την οικοδόμηση μιας αιτιακής θεωρίας. Το ζήτημα είναι ότι η πιστωτική επέκταση αυξάνει τις τιμές πάνω από εκείνες που θα διαμορφώνονταν στην ελεύθερη αγορά και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, δημιουργεί τον οικονομικό κύκλο. Ομοίως, η πιστωτική επέκταση δεν μειώνει κατ’ ανάγκην το επιτόκιο κάτω από το προηγουμένως καταγεγραμμένο· το μειώνει κάτω από εκείνο που θα διαμορφωνόταν στην ελεύθερη αγορά και, έτσι, δημιουργεί στρέβλωση και εσφαλμένες επενδύσεις. Τα καταγραφόμενα επιτόκια κατά την άνθηση θα αυξάνονται, μάλιστα, γενικά λόγω της συνιστώσας αγοραστικής δύναμης στο επιτόκιο της αγοράς. Η αύξηση των τιμών, όπως είδαμε, δημιουργεί θετική συνιστώσα αγοραστικής δύναμης στο φυσικό επιτόκιο, δηλαδή στο ποσοστό απόδοσης που αποκομίζουν οι επιχειρηματίες στην αγορά. Στην ελεύθερη αγορά αυτό θα αντανακλούνταν γρήγορα στο επιτόκιο δανεισμού, το οποίο, όπως είδαμε παραπάνω, εξαρτάται πλήρως από το φυσικό επιτόκιο. Αλλά η συνεχής εισροή κυκλοφοριακής πίστης εμποδίζει το επιτόκιο δανεισμού να φθάσει το φυσικό επιτόκιο και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, γεννά τη διαδικασία του οικονομικού κύκλου.8 Ένα ακόμη επακόλουθο αυτής της απόκλισης μεταξύ επιτοκίου δανεισμού και φυσικού επιτοκίου, την οποία δημιουργούν οι τράπεζες, είναι ότι οι πιστωτές στην αγορά δανείων υφίστανται απώλειες προς όφελος των οφειλετών τους: των κεφαλαιούχων στο χρηματιστήριο ή εκείνων που κατέχουν τις δικές τους επιχειρήσεις. Οι τελευταίοι κερδίζουν κατά την άνθηση από τη διαφορά μεταξύ επιτοκίου δανεισμού και φυσικού επιτοκίου, ενώ οι πιστωτές —εκτός από τις τράπεζες, που δημιουργούν το δικό τους χρήμα— χάνουν στον ίδιο βαθμό.
Αφού τελειώσει η περίοδος της άνθησης, τι πρέπει να γίνει με τις εσφαλμένες επενδύσεις; Η απάντηση εξαρτάται από την κερδοφορία της περαιτέρω χρήσης τους, δηλαδή από τον βαθμό του σφάλματος που διαπράχθηκε. Ορισμένες εσφαλμένες επενδύσεις θα πρέπει να εγκαταλειφθούν, καθώς τα έσοδά τους από τη ζήτηση των καταναλωτών δεν θα καλύπτουν ούτε το τρέχον κόστος λειτουργίας τους. Άλλες, αν και μνημεία αποτυχίας, θα μπορούν να αποφέρουν κέρδος πέρα από το τρέχον κόστος, μολονότι δεν θα συμφέρει να αντικατασταθούν όταν φθαρούν. Η προσωρινή λειτουργία τους ανταποκρίνεται στην οικονομική αρχή ότι πρέπει πάντοτε να αξιοποιείται κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο ακόμη και μια κακή συναλλαγή.
Εξαιτίας των εσφαλμένων επενδύσεων, όμως, η άνθηση οδηγεί πάντοτε σε γενική εξαθλίωση, δηλαδή μειώνει το βιοτικό επίπεδο κάτω από εκείνο που θα υπήρχε αν δεν είχε μεσολαβήσει η άνθηση. Διότι η πιστωτική επέκταση έχει προκαλέσει τη σπατάλη σπάνιων πόρων και σπάνιου κεφαλαίου. Ορισμένοι πόροι έχουν σπαταληθεί εντελώς, και ακόμη και εκείνες οι εσφαλμένες επενδύσεις που εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται θα ικανοποιούν τους καταναλωτές λιγότερο από όσο θα συνέβαινε χωρίς την πιστωτική επέκταση.
Γ. Δευτερογενείς εξελίξεις του οικονομικού κύκλου
Στην προηγούμενη ενότητα παρουσιάσαμε τη βασική διαδικασία του οικονομικού κύκλου. Η διαδικασία αυτή συχνά εντείνεται από άλλες, ή «δευτερογενείς», εξελίξεις που προκαλεί ο κύκλος. Έτσι, η διευρυνόμενη προσφορά χρήματος και οι αυξανόμενες τιμές είναι πιθανό να μειώσουν τη ζήτηση χρήματος. Πολλοί αρχίζουν να αναμένουν υψηλότερες τιμές και, επομένως, θα μειώσουν τα αποθησαυρισμένα χρηματικά τους διαθέσιμα. Η μειωμένη ζήτηση χρήματος αυξάνει περαιτέρω τις τιμές. Εφόσον η ώθηση προς την επέκταση εμφανίζεται πρώτα στις δαπάνες για κεφαλαιουχικά αγαθά και αργότερα στην κατανάλωση, αυτή η «δευτερογενής επίπτωση» της χαμηλότερης ζήτησης χρήματος μπορεί να εκδηλωθεί πρώτα στους κλάδους παραγωγικών αγαθών. Αυτό περιορίζει περαιτέρω τις διαφορές τιμών και κερδών και, επομένως, διευρύνει την απόσταση κατά την οποία το επιτόκιο θα υποχωρήσει κάτω από το επιτόκιο της ελεύθερης αγοράς κατά την άνθηση. Το αποτέλεσμα είναι να επιτείνεται η ανάγκη αναπροσαρμογής κατά τη βαθιά ύφεση. Η προσαρμογή θα προκαλούσε ούτως ή άλλως κάποια πτώση των τιμών των παραγωγικών αγαθών, καθώς η ουσία της είναι να αυξηθούν οι διαφορές τιμών. Η πρόσθετη στρέβλωση απαιτεί μεγαλύτερη πτώση των τιμών των παραγωγικών αγαθών προτού ολοκληρωθεί η ανάκαμψη.
Στην πραγματικότητα, η ζήτηση χρήματος γενικά αυξάνεται στην αρχή ενός πληθωρισμού. Οι άνθρωποι έχουν συνηθίσει να θεωρούν την αξία της νομισματικής μονάδας απαραβίαστη και τις τιμές σταθερές σε κάποιο «συνηθισμένο» επίπεδο. Επομένως, όταν οι τιμές αρχίζουν για πρώτη φορά να αυξάνονται, οι περισσότεροι πιστεύουν ότι πρόκειται για αμιγώς προσωρινή εξέλιξη και ότι σύντομα θα υποχωρήσουν. Αυτή η πεποίθηση μετριάζει για ένα διάστημα την έκταση της αύξησης των τιμών. Τελικά, όμως, οι άνθρωποι συνειδητοποιούν ότι η πιστωτική επέκταση συνεχίστηκε και αναμφίβολα θα συνεχιστεί, και η ζήτησή τους για χρήμα συρρικνώνεται, υποχωρώντας κάτω από το αρχικό επίπεδο.
Μετά την έλευση της κρίσης και την έναρξη της βαθιάς ύφεσης, συχνά εμφανίζονται διάφορες δευτερογενείς εξελίξεις. Ειδικότερα, για λόγους που θα εξεταστούν παρακάτω, η κρίση συχνά χαρακτηρίζεται όχι μόνο από παύση της πιστωτικής επέκτασης, αλλά και από πραγματικό αποπληθωρισμό — συρρίκνωση της προσφοράς χρήματος. Ο αποπληθωρισμός προκαλεί περαιτέρω μείωση των τιμών. Κάθε αύξηση της ζήτησης χρήματος θα επιταχύνει την προσαρμογή στις χαμηλότερες τιμές. Επιπλέον, όταν ο αποπληθωρισμός εμφανίζεται πρώτα στην αγορά δανείων, δηλαδή ως πιστωτική συρρίκνωση από τις τράπεζες —και αυτό συμβαίνει σχεδόν πάντοτε—, θα έχει την ευεργετική επίδραση της επιτάχυνσης της διαδικασίας προσαρμογής κατά τη βαθιά ύφεση. Διότι η πιστωτική συρρίκνωση δημιουργεί μεγαλύτερες διαφορές τιμών. Και η ουσία της απαιτούμενης προσαρμογής είναι η επιστροφή σε μεγαλύτερες διαφορές τιμών, δηλαδή σε υψηλότερο «φυσικό» επιτόκιο. Επιπλέον, ο αποπληθωρισμός θα επιταχύνει την προσαρμογή με έναν ακόμη τρόπο: διότι το λογιστικό σφάλμα του πληθωρισμού αντιστρέφεται εδώ και οι επιχειρηματίες θα θεωρούν ότι οι ζημίες τους είναι μεγαλύτερες και τα κέρδη τους μικρότερα από ό,τι πραγματικά είναι. Ως εκ τούτου, θα αποταμιεύουν περισσότερο από όσο θα αποταμίευαν με ορθή λογιστική, και η αυξημένη αποταμίευση θα επιταχύνει την προσαρμογή, καλύπτοντας μέρος του ελλείμματος των αναγκαίων αποταμιεύσεων.
Μπορεί κάλλιστα η αποπληθωριστική διαδικασία να υπερβεί το σημείο ισορροπίας της ελεύθερης αγοράς και να αυξήσει τις διαφορές τιμών και το επιτόκιο πάνω από αυτό. Αλλά, αν συμβεί αυτό, δεν θα προκληθεί βλάβη, καθώς η πιστωτική συρρίκνωση δεν μπορεί να δημιουργήσει εσφαλμένες επενδύσεις και, επομένως, δεν γεννά άλλον έναν κύκλο άνθησης και κρίσης.9 Και η αγορά θα διορθώσει γρήγορα το σφάλμα. Όταν υπάρχει τέτοια υπερβολική συρρίκνωση και η κατανάλωση είναι υπερβολικά υψηλή σε σχέση με τις αποταμιεύσεις, το χρηματικό εισόδημα των επιχειρηματιών μειώνεται και οι δαπάνες τους για συντελεστές περιορίζονται — ιδίως στις ανώτερες τάξεις. Οι κάτοχοι πρωτογενών συντελεστών, λαμβάνοντας χαμηλότερα εισοδήματα, θα δαπανούν λιγότερα στην κατανάλωση, οι διαφορές τιμών και το επιτόκιο θα μειωθούν και πάλι και οι αναλογίες κατανάλωσης προς επένδυση της ελεύθερης αγοράς θα αποκατασταθούν γρήγορα.
Όπως ο πληθωρισμός είναι γενικά δημοφιλής λόγω της ναρκωτικής επίδρασής του, έτσι ο αποπληθωρισμός είναι πάντοτε εξαιρετικά αντιδημοφιλής για τον αντίθετο λόγο. Η συρρίκνωση του χρήματος είναι ορατή· τα οφέλη εκείνων των οποίων οι τιμές αγοράς μειώνονται πρώτες και οι οποίοι χάνουν χρήματα τελευταίοι παραμένουν κρυμμένα. Και οι απατηλές λογιστικές ζημίες του αποπληθωρισμού κάνουν τις επιχειρήσεις να πιστεύουν ότι οι ζημίες τους είναι μεγαλύτερες ή τα κέρδη τους μικρότερα από ό,τι πραγματικά είναι, πράγμα που θα επιτείνει την επιχειρηματική απαισιοδοξία.
Είναι αλήθεια ότι ο αποπληθωρισμός αφαιρεί από μία ομάδα και δίνει σε άλλη, όπως και ο πληθωρισμός. Ωστόσο, η πιστωτική συρρίκνωση όχι μόνο επιταχύνει την ανάκαμψη και εξουδετερώνει τις στρεβλώσεις της άνθησης, αλλά επίσης, υπό ευρεία έννοια, αφαιρεί από εκείνους που αρχικά ωφελήθηκαν μέσω καταναγκασμού και ωφελεί εκείνους που αρχικά ζημιώθηκαν από αυτόν. Αν και αυτό ασφαλώς δεν θα ισχύει σε κάθε περίπτωση, σε γενικές γραμμές περίπου οι ίδιες ομάδες θα ωφελούνται και θα ζημιώνονται, αλλά με αντίστροφη σειρά από εκείνη των αναδιανεμητικών επιπτώσεων της πιστωτικής επέκτασης. Οι ομάδες σταθερού εισοδήματος, οι χήρες και τα ορφανά, θα κερδίζουν, ενώ οι επιχειρήσεις και οι κάτοχοι πρωτογενών συντελεστών που προηγουμένως αποκόμιζαν κέρδη από τον πληθωρισμό θα χάνουν. Όσο περισσότερο έχει διαρκέσει ο πληθωρισμός, φυσικά, τόσο λιγότερο θα αποζημιώνονται τα ίδια άτομα.10
Ορισμένοι μπορεί να αντιτείνουν ότι ο αποπληθωρισμός «προκαλεί» ανεργία. Ωστόσο, όπως είδαμε παραπάνω, ο αποπληθωρισμός μπορεί να οδηγήσει σε συνεχιζόμενη ανεργία μόνο αν το κράτος ή τα συνδικάτα διατηρούν τους μισθούς πάνω από τα προεξοφλημένα οριακά προϊόντα αξίας της εργασίας. Αν επιτρέπεται στους μισθούς να μειώνονται ελεύθερα, δεν θα προκύψει συνεχιζόμενη ανεργία.
Τέλος, η αποπληθωριστική πιστωτική συρρίκνωση είναι αναγκαστικά αυστηρά περιορισμένη. Ενώ η πίστη μπορεί να επεκτείνεται ουσιαστικά επ’ άπειρον —με την επιφύλαξη διαφόρων οικονομικών ορίων που θα εξεταστούν παρακάτω—, η κυκλοφοριακή πίστη μπορεί να συρρικνώνεται μόνο μέχρι το κατώτατο όριο που θέτει η συνολική ποσότητα μεταλλικού χρήματος σε κυκλοφορία. Εν ολίγοις, το μέγιστο δυνατό όριό της είναι η εξάλειψη κάθε προηγούμενης πιστωτικής επέκτασης.
Η ανάλυση του οικονομικού κύκλου που εκτέθηκε εδώ είναι ουσιαστικά εκείνη της «Αυστριακής» Σχολής, η οποία θεμελιώθηκε και αναπτύχθηκε από τον Ludwig von Mises και ορισμένους μαθητές του.11 Μια διαδεδομένη κριτική αυτής της θεωρίας είναι ότι «προϋποθέτει την ύπαρξη πλήρους απασχόλησης» ή ότι η ανάλυσή της ισχύει μόνο αφού επιτευχθεί «πλήρης απασχόληση». Πριν από αυτό το σημείο, λένε οι επικριτές, η πιστωτική επέκταση θα θέσει επωφελώς σε απασχόληση αυτούς τους συντελεστές και δεν θα δημιουργήσει περαιτέρω εσφαλμένες επενδύσεις ή κύκλους. Αλλά, πρώτον, ο πληθωρισμός δεν θα θέσει κανέναν άνεργο συντελεστή σε απασχόληση, εκτός αν οι κάτοχοί του, μολονότι επιμένουν σε χρηματική τιμή υψηλότερη από το οριακό προϊόν αξίας τους, αρκούνται τυφλά στην αποδοχή της αναγκαστικά χαμηλότερης πραγματικής τιμής όταν αυτή συγκαλύπτεται ως αύξηση του «κόστους ζωής». Και η πιστωτική επέκταση δημιουργεί περαιτέρω κύκλους είτε υπάρχουν άνεργοι συντελεστές είτε όχι. Δημιουργεί περισσότερες στρεβλώσεις και εσφαλμένες επενδύσεις, καθυστερεί επ’ αόριστον τη διαδικασία ανάκαμψης από την προηγούμενη άνθηση και καθιστά τελικά αναγκαία μια πολύ πιο οδυνηρή ανάκαμψη για την προσαρμογή τόσο στις νέες εσφαλμένες επενδύσεις όσο και στις παλαιές. Αν αδρανή κεφαλαιουχικά αγαθά τεθούν τώρα σε λειτουργία, αυτή η «αδρανής δυναμικότητα» αποτελεί κατάλοιπο προηγούμενων σπάταλων εσφαλμένων επενδύσεων και, επομένως, είναι στην πραγματικότητα υποοριακή και δεν αξίζει να ενταχθεί στην παραγωγή. Η εκ νέου θέση του κεφαλαίου σε λειτουργία θα διπλασιάσει απλώς τις στρεβλώσεις.12
Δ. Τα όρια της πιστωτικής επέκτασης
Αφού διερευνήσαμε τις συνέπειες της πιστωτικής επέκτασης, πρέπει να εξετάσουμε το σημαντικό ερώτημα: αν η τραπεζική με κλασματικά αποθεματικά είναι νόμιμη, υπάρχουν φυσικά όρια στην πιστωτική επέκταση των τραπεζών; Το ένα βασικό όριο, φυσικά, είναι η ανάγκη των τραπεζών να εξαργυρώνουν τα υποκατάστατα χρήματός τους σε πρώτη ζήτηση. Υπό τον κανόνα του χρυσού ή του αργύρου, πρέπει να τα εξαργυρώνουν σε μεταλλικό χρήμα· υπό κρατικό κανόνα χαρτονομίσματος αναγκαστικής κυκλοφορίας (βλ. παρακάτω), οι τράπεζες πρέπει να τα εξαργυρώνουν σε κρατικό χαρτονόμισμα. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να τα εξαργυρώνουν σε βασικό χρήμα ή στο ουσιαστικό ισοδύναμό του. Επομένως, κάθε τράπεζα κλασματικών αποθεματικών εξαρτάται, για την ίδια της την ύπαρξη, από την ικανότητά της να πείθει το κοινό —ειδικότερα τους πελάτες της— ότι όλα βαίνουν καλώς και ότι θα μπορεί να εξαργυρώνει τα τραπεζογραμμάτια ή τις καταθέσεις της όποτε το ζητούν οι πελάτες. Εφόσον αυτό προφανώς δεν ισχύει, η διατήρηση της εμπιστοσύνης στις τράπεζες αποτελεί κάτι σαν ψυχολογικό θαύμα.13 Είναι βέβαιο, πάντως, ότι η ευρύτερη γνώση της πραξεολογίας μεταξύ του κοινού θα αποδυνάμωνε σημαντικά την εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα. Διότι οι τράπεζες βρίσκονται σε εγγενώς αδύναμη θέση. Αρκεί λίγοι μόνο πελάτες τους να χάσουν την εμπιστοσύνη τους και να αρχίσουν να ζητούν εξαργύρωση από τις τράπεζες, και αυτό θα προκαλέσει αγώνα δρόμου από άλλους πελάτες για να εξασφαλίσουν ότι θα πάρουν τα χρήματά τους όσο οι πόρτες των τραπεζών είναι ακόμη ανοιχτές. Ο προφανής —και δικαιολογημένος— πανικός των τραπεζών όταν εκδηλώνεται οποιαδήποτε «μαζική ανάληψη» ενθαρρύνει και άλλους πελάτες να κάνουν το ίδιο και επιτείνει ακόμη περισσότερο τη μαζική ανάληψη. Σε κάθε περίπτωση, οι μαζικές αναλήψεις μπορούν να προκαλέσουν όλεθρο και, φυσικά, αν συνεχίζονταν συστηματικά, θα μπορούσαν να κλείσουν κάθε τράπεζα της χώρας μέσα σε λίγες ημέρες.14
Οι μαζικές αναλήψεις, επομένως, και η διαρκής υποβόσκουσα απειλή εκδήλωσής τους αποτελούν ένα από τα κύρια όρια της πιστωτικής επέκτασης. Οι μαζικές αναλήψεις συχνά εκδηλώνονται κατά την κρίση του οικονομικού κύκλου, όταν αθετούνται χρέη και οι αποτυχίες γίνονται εμφανείς. Οι μαζικές αναλήψεις και ο φόβος τους συμβάλλουν στην επίσπευση της αποπληθωριστικής πιστωτικής συρρίκνωσης.
Οι μαζικές αναλήψεις μπορεί να αποτελούν διαρκή απειλή, αλλά ως πραγματικοί περιορισμοί δεν είναι γενικά ενεργές. Όταν συμβαίνουν, συνήθως καταστρέφουν τις τράπεζες. Το γεγονός ότι μια τράπεζα εξακολουθεί να υπάρχει σημαίνει ότι δεν έχει εκδηλωθεί μαζική ανάληψη. Ένας πιο ενεργός, καθημερινός περιορισμός είναι το σχετικά περιορισμένο εύρος της πελατείας μιας τράπεζας. Η πελατεία μιας τράπεζας αποτελείται από εκείνους που είναι πρόθυμοι να κατέχουν τις καταθέσεις ή τα τραπεζογραμμάτιά της —τα υποκατάστατα χρήματός της— αντί του κυρίως χρήματος. Αποτελεί εμπειρικό γεγονός, σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, ότι μία τράπεζα δεν έχει ως πελάτες όλους τους ανθρώπους της κοινωνίας της αγοράς ούτε καν όλους όσοι προτιμούν να χρησιμοποιούν τραπεζικό χρήμα αντί μεταλλικού. Είναι προφανές ότι, όσο περισσότερες τράπεζες υπάρχουν, τόσο πιο περιορισμένη θα είναι η πελατεία καθεμιάς. Οι άνθρωποι αποφασίζουν ποια τράπεζα θα χρησιμοποιήσουν με βάση πολλούς λόγους· η φήμη εντιμότητας, η φιλικότητα της εξυπηρέτησης, η τιμή των υπηρεσιών και η βολική τοποθεσία μπορεί όλα να διαδραματίζουν ρόλο.
Πώς περιορίζει το στενό εύρος της πελατείας μιας τράπεζας τη δυνατότητά της για πιστωτική επέκταση; Τα νεοεκδιδόμενα χρηματικά υποκατάστατα δανείζονται, φυσικά, στους πελάτες της τράπεζας. Ο πελάτης δαπανά στη συνέχεια το νέο χρήμα σε αγαθά και υπηρεσίες. Το νέο χρήμα αρχίζει να διαχέεται σε ολόκληρη την κοινωνία. Τελικά —συνήθως πολύ γρήγορα— δαπανάται για αγαθά ή υπηρεσίες ανθρώπων που χρησιμοποιούν άλλη τράπεζα. Ας υποθέσουμε ότι η Star Bank έχει επεκτείνει την πίστη· τα νεοεκδοθέντα τραπεζογραμμάτια ή οι καταθέσεις της Star Bank καταλήγουν στα χέρια του κ. Jones, ο οποίος χρησιμοποιεί τη City Bank. Μπορεί να προκύψουν δύο ενδεχόμενα, καθένα από τα οποία έχει την ίδια οικονομική επίπτωση: (α) ο Jones αποδέχεται τα τραπεζογραμμάτια ή τις καταθέσεις της Star Bank και τα καταθέτει στη City Bank, η οποία ζητεί εξαργύρωση από τη Star Bank· ή (β) ο Jones αρνείται να αποδεχθεί τα τραπεζογραμμάτια της Star Bank και απαιτεί από τον πελάτη της Star —ας πούμε τον κ. Smith—, ο οποίος αγόρασε κάτι από τον Jones, να εξαργυρώσει ο ίδιος το τραπεζογραμμάτιο και να πληρώσει τον Jones σε αποδεκτό βασικό χρήμα.
Έτσι, ενώ ο χρυσός ή ο άργυρος είναι αποδεκτοί σε ολόκληρη την αγορά, τα χρηματικά υποκατάστατα μιας τράπεζας είναι αποδεκτά μόνο από τη δική της πελατεία. Είναι σαφές ότι η πιστωτική επέκταση μιας μεμονωμένης τράπεζας είναι περιορισμένη και ότι αυτός ο περιορισμός είναι ισχυρότερος: (α) όσο στενότερο είναι το εύρος της πελατείας της και (β) όσο μεγαλύτερη είναι η έκδοση χρηματικών υποκατάστατων από αυτήν σε σχέση με την έκδοση των ανταγωνιστικών τραπεζών. Για να παραστήσουμε το πρώτο σημείο, ας υποθέσουμε ότι κάθε τράπεζα έχει μόνο έναν πελάτη. Τότε είναι προφανές ότι θα υπάρχει ελάχιστο περιθώριο πιστωτικής επέκτασης. Στο αντίθετο άκρο, αν μία τράπεζα χρησιμοποιείται από όλους στην οικονομία, δεν θα υπάρχουν απαιτήσεις εξαργύρωσης που να προκύπτουν από αγορές των πελατών της από μη πελάτες. Είναι προφανές ότι, ceteris paribus, μια αριθμητικά μικρότερη πελατεία περιορίζει περισσότερο την πιστωτική επέκταση.
Όσον αφορά το δεύτερο σημείο, όσο μεγαλύτερος είναι ο βαθμός της σχετικής πιστωτικής επέκτασης οποιασδήποτε τράπεζας, τόσο συντομότερα θα φθάσει η ημέρα της εξαργύρωσης —και της ενδεχόμενης πτώχευσης—. Ας υποθέσουμε ότι η Star Bank επεκτείνει την πίστη, ενώ καμία ανταγωνιστική τράπεζα δεν το κάνει. Αυτό σημαίνει ότι οι πελάτες της Star Bank έχουν αυξήσει σημαντικά τα χρηματικά τους υπόλοιπα· ως αποτέλεσμα, η οριακή χρησιμότητα της διακράτησης κάθε μονάδας χρήματος μειώνεται γι’ αυτούς και ωθούνται να δαπανήσουν μεγάλο μέρος του νέου χρήματος. Μέρος αυτής της αυξημένης δαπάνης θα κατευθυνθεί στα αγαθά και στις υπηρεσίες ο ένας του άλλου, αλλά είναι σαφές ότι, όσο μεγαλύτερη είναι η πιστωτική επέκταση, τόσο ισχυρότερη θα είναι η τάση των δαπανών τους να «υπερχειλίζουν» προς τα αγαθά και τις υπηρεσίες μη πελατών. Αυτή η τάση υπερχείλισης, ή «εκροής», ενισχύεται σημαντικά όταν οι αυξημένες δαπάνες των πελατών για αγαθά και υπηρεσίες άλλων πελατών ανεβάζουν τις τιμές τους. Στο μεταξύ, οι τιμές των αγαθών που πωλούν οι μη πελάτες παραμένουν ίδιες. Κατά συνέπεια, οι πελάτες ωθούνται να αγοράζουν περισσότερα από μη πελάτες και λιγότερα μεταξύ τους· ενώ οι μη πελάτες αγοράζουν λιγότερα από πελάτες και περισσότερα μεταξύ τους. Το αποτέλεσμα είναι ένα «δυσμενές» εμπορικό ισοζύγιο των πελατών έναντι των μη πελατών.15 Είναι σαφές ότι αυτή η τάση του χρήματος να επιδιώκει ένα ενιαίο επίπεδο ανταλλακτικής αξίας σε ολόκληρη την αγορά αποτελεί παράδειγμα της διαδικασίας μέσω της οποίας το νέο χρήμα —στην προκειμένη περίπτωση, τα νέα χρηματικά υποκατάστατα— διαχέεται στην αγορά. Όσο μεγαλύτερη, λοιπόν, είναι η σχετική πιστωτική επέκταση της τράπεζας, τόσο μεγαλύτερη και ταχύτερη θα είναι η εκροή και η επακόλουθη πίεση εξαργύρωσης προς την επεκτεινόμενη τράπεζα.
Γίνεται τώρα φανερός ο σκοπός για τον οποίο οι τράπεζες διατηρούν μεταλλικά αποθεματικά στα θησαυροφυλάκιά τους, αν υποθέσουμε ότι δεν υπάρχουν νομοθετικές απαιτήσεις αποθεματικών. Δεν είναι για να αντιμετωπίσουν μαζικές αναλήψεις, καθώς καμία τράπεζα κλασματικών αποθεματικών δεν μπορεί να είναι εξοπλισμένη ώστε να αντέξει μια μαζική ανάληψη. Είναι για να ικανοποιούν τις απαιτήσεις εξαργύρωσης που αναπόφευκτα θα προκύψουν από μη πελάτες.
Ο Mises κατέδειξε με λαμπρό τρόπο ότι μια επιμέρους περίπτωση αυτής της διαδικασίας ανακαλύφθηκε από τη βρετανική Νομισματική Σχολή και από τους κλασικούς θεωρητικούς του «διεθνούς εμπορίου» του δέκατου ένατου αιώνα. Αυτοί οι παλαιότεροι οικονομολόγοι υπέθεταν ότι όλες οι τράπεζες μιας ορισμένης περιοχής ή χώρας επεξέτειναν την πίστη μαζί. Το αποτέλεσμα ήταν αύξηση των τιμών των αγαθών που παράγονταν σε αυτή τη χώρα. Ένα περαιτέρω αποτέλεσμα ήταν ένα «δυσμενές» εμπορικό ισοζύγιο, δηλαδή εκροή βασικού μεταλλικού χρήματος προς άλλες χώρες. Εφόσον οι άλλες χώρες δεν χρησιμοποιούσαν τις τράπεζες της χώρας που επεξέτεινε την πίστη, η συνέπεια ήταν μια «εκροή μεταλλικού χρήματος» από τη χώρα αυτή και αυξημένη πίεση εξαργύρωσης προς τις τράπεζές της.
Όπως όλα τα μέρη της υπερτονισμένης και υπερβολικά επεξεργασμένης θεωρίας του «διεθνούς εμπορίου», αυτή η ανάλυση αποτελεί απλώς ειδική επιμέρους περίπτωση της «γενικής» οικονομικής θεωρίας. Και η κατάταξή της στη θεωρία του «διεθνούς εμπορίου», όπως έδειξε ο Mises, υποτιμά την πραγματική της σημασία.1617
Έτσι, όσο πιο ελεύθερα ανταγωνιστικές και πολυάριθμες είναι οι τράπεζες, τόσο λιγότερο θα μπορούν να επεκτείνουν τα ακάλυπτα πιστωτικά μέσα, ακόμη και αν αφήνονται ελεύθερες να το πράξουν. Όπως επισημάναμε στο κεφάλαιο 11, ένα τέτοιο σύστημα είναι γνωστό ως «ελεύθερη τραπεζική».18 Μια σημαντική ένσταση σε αυτή την ανάλυση της ελεύθερης τραπεζικής αφορά το πρόβλημα των τραπεζικών «καρτέλ». Αν οι τράπεζες συνενωθούν και συμφωνήσουν να επεκτείνουν ταυτόχρονα τις πιστώσεις τους, ο περιορισμός της πελατείας έναντι των ανταγωνιστικών τραπεζών θα αρθεί και η πελατεία κάθε τράπεζας θα διευρυνθεί ουσιαστικά ώστε να περιλαμβάνει όλους τους χρήστες τραπεζών. Ο Mises επισημαίνει, όμως, ότι οι υγιέστερες τράπεζες με υψηλότερα ποσοστά κλασματικών αποθεματικών δεν θα θελήσουν να χάσουν την καλή πίστη των δικών τους πελατών και να διακινδυνεύσουν μαζικές αναλήψεις, συνάπτοντας συμπαιγνιακές συμφωνίες με ασθενέστερες τράπεζες.19 Αυτός ο παράγοντας, αν και θέτει όρια σε τέτοιες συμφωνίες, δεν τις αποκλείει εντελώς. Διότι, στο κάτω κάτω, καμία τράπεζα κλασματικών αποθεματικών δεν είναι πραγματικά υγιής, και αν το κοινό μπορεί να πειστεί ότι, ας πούμε, ένα μεταλλικό αποθεματικό 80% είναι ασφαλές, μπορεί να πιστέψει το ίδιο για τράπεζες με αποθεματικά 60% ή ακόμη και 10%. Πράγματι, το ίδιο το γεγονός ότι το κοινό επιτρέπει στις ασθενέστερες τράπεζες να υπάρχουν καταδεικνύει ότι οι πιο συντηρητικές τράπεζες μπορεί να μη χάσουν πολλή καλή πίστη αν συμφωνήσουν να επεκταθούν μαζί τους.
Όπως κατέδειξε ο Mises, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, από τη σκοπιά των αντιπάλων του πληθωρισμού και της πιστωτικής επέκτασης, η ελεύθερη τραπεζική υπερέχει ενός συστήματος κεντρικής τραπεζικής (βλ. παρακάτω). Αλλά, όπως δήλωσε ο Amasa Walker:
Πολλά έχουν ειπωθεί, κατά καιρούς, για το πόσο επιθυμητή είναι η ελεύθερη τραπεζική. Δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία ότι είναι ορθό και δίκαιο να επιτρέπεται σε όποιον το επιλέγει να ασκεί τραπεζική δραστηριότητα εξίσου ελεύθερα με τη γεωργία ή οποιονδήποτε άλλο επιχειρηματικό κλάδο. Όμως, όσο η τραπεζική, όπως ασκείται σήμερα, σημαίνει την έκδοση μη μετατρέψιμου χαρτονομίσματος, τόσο το καλύτερο όσο περισσότερο εποπτεύεται και περιορίζεται. Όταν όμως τέτοιες εκδόσεις απαγορευθούν πλήρως και εκδίδονται μόνο τραπεζογραμμάτια ισοδύναμα με πιστοποιητικά αντίστοιχης ποσότητας νομισμάτων, η τραπεζική μπορεί να είναι εξίσου ελεύθερη με τη μεσιτεία. Το μόνο που θα έπρεπε να διασφαλιστεί θα ήταν να μη γίνεται καμία έκδοση παρά μόνο έναντι μεταλλικού χρήματος που βρίσκεται πράγματι διαθέσιμο.20
Ε. Το κράτος ως προωθητής της πιστωτικής επέκτασης
Ιστορικά, τα κράτη έχουν προαγάγει και ενθαρρύνει σε μεγάλο βαθμό την πιστωτική επέκταση. Το έχουν πράξει αποδυναμώνοντας τους περιορισμούς που θέτει η αγορά στην τραπεζική πιστωτική επέκταση. Ένας τρόπος αποδυνάμωσης είναι να καταστήσουν την τράπεζα αναίσθητη στην απειλή των μαζικών αναλήψεων. Στην Αμερική του δέκατου ένατου αιώνα, το κράτος επέτρεπε στις τράπεζες, όταν αντιμετώπιζαν δυσχέρειες σε μια επιχειρηματική κρίση, να αναστέλλουν τις πληρωμές σε μεταλλικό χρήμα ενώ συνέχιζαν να λειτουργούν. Απαλλάσσονταν προσωρινά από τη συμβατική υποχρέωση εξόφλησης των χρεών τους, ενώ μπορούσαν να συνεχίζουν να δανείζουν και ακόμη να υποχρεώνουν τους οφειλέτες τους να αποπληρώνουν με τα δικά τους τραπεζογραμμάτια. Αυτός είναι ένας ισχυρός τρόπος εξάλειψης των περιορισμών στην πιστωτική επέκταση, καθώς οι τράπεζες γνωρίζουν ότι, αν υπερβούν τις δυνατότητές τους, το κράτος θα τους επιτρέψει να αποφεύγουν αμέριμνα την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων.
Υπό κανόνα χρήματος αναγκαστικής κυκλοφορίας, τα κράτη —ή οι κεντρικές τους τράπεζες— μπορούν να δεσμευτούν ότι θα διασώζουν, μέσω αυξημένων εκδόσεων βασικού χρήματος, οποιαδήποτε τράπεζα ή οποιαδήποτε μεγάλη τράπεζα βρίσκεται σε δυσχέρεια. Στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα έγινε αποδεκτή η αρχή ότι η κεντρική τράπεζα πρέπει να λειτουργεί ως «δανειστής έσχατης προσφυγής», ο οποίος θα δανείζει αφειδώς χρήματα σε τράπεζες που απειλούνται με κατάρρευση. Ένα άλλο πρόσφατο αμερικανικό μέσο κατάργησης του περιορισμού που θέτει η εμπιστοσύνη στην τραπεζική πίστη είναι η «ασφάλιση καταθέσεων», με την οποία το κράτος εγγυάται ότι θα παρέχει χαρτονόμισμα για την εξόφληση των πληρωτέων σε πρώτη ζήτηση υποχρεώσεων των τραπεζών. Αυτά και παρόμοια μέσα καταργούν τα φρένα της αγοράς στην ανεξέλεγκτη πιστωτική επέκταση.
Ένα δεύτερο μέσο, πλέον τόσο νομιμοποιημένο ώστε κάθε χώρα που δεν το διαθέτει να θεωρείται απελπιστικά «καθυστερημένη», είναι η κεντρική τράπεζα. Η κεντρική τράπεζα, αν και συχνά ανήκει ονομαστικά σε ιδιώτες ή τράπεζες, διοικείται άμεσα από την εθνική κυβέρνηση. Ο σκοπός της, που δεν δηλώνεται πάντοτε ρητά, είναι η άρση του ανταγωνιστικού περιορισμού στην τραπεζική πίστη που παρέχει η ύπαρξη πλήθους ανεξάρτητων τραπεζών. Στόχος της είναι να εξασφαλίζει ότι όλες οι τράπεζες της χώρας συντονίζονται και, επομένως, θα επεκτείνονται ή θα συρρικνώνονται μαζί — κατά τη βούληση του κράτους. Και είδαμε ότι ο συντονισμός της επέκτασης αποδυναμώνει σημαντικά τα όρια που θέτει η αγορά.
Ο καθοριστικός τρόπος με τον οποίο τα κράτη έχουν εγκαθιδρύσει τον έλεγχο της κεντρικής τράπεζας επί του εμπορικού τραπεζικού συστήματος είναι η παραχώρηση στην κεντρική τράπεζα του μονοπωλίου έκδοσης τραπεζογραμματίων στη χώρα. Όπως είδαμε, τα χρηματικά υποκατάστατα μπορούν να εκδίδονται υπό τη μορφή τραπεζογραμματίων ή λογιστικών καταθέσεων. Από οικονομική άποψη, οι δύο μορφές είναι ταυτόσημες. Το κράτος όμως βρήκε πρόσφορο να διακρίνει μεταξύ τους και να απαγορεύσει κάθε έκδοση τραπεζογραμματίων από ιδιωτικές τράπεζες. Αυτή η κρατικοποίηση της δραστηριότητας έκδοσης τραπεζογραμματίων αναγκάζει τις εμπορικές τράπεζες να προσφεύγουν στην κεντρική τράπεζα όποτε οι πελάτες τους επιθυμούν να ανταλλάξουν καταθέσεις όψεως με τραπεζογραμμάτια. Για να αποκτήσουν τραπεζογραμμάτια προς διάθεση στους πελάτες τους, οι εμπορικές τράπεζες πρέπει να τα αγοράσουν από την κεντρική τράπεζα. Τέτοιες αγορές μπορούν να γίνουν μόνο με πώληση των χρυσών νομισμάτων τους ή άλλου βασικού χρήματος ή με άντληση από τους καταθετικούς λογαριασμούς τους στην κεντρική τράπεζα.
Εφόσον το κοινό επιθυμεί πάντοτε να κατέχει μέρος των χρημάτων του υπό τη μορφή τραπεζογραμματίων και μέρος σε καταθέσεις όψεως, οι τράπεζες πρέπει να διατηρούν συνεχή σχέση με την κεντρική τράπεζα για να εξασφαλίζουν εφοδιασμό με τραπεζογραμμάτια. Η πιο πρόσφορη διαδικασία είναι να ανοίγουν λογαριασμούς καταθέσεων όψεως στην κεντρική τράπεζα, η οποία γίνεται έτσι η «τράπεζα των τραπεζών». Αυτές οι καταθέσεις όψεως —μαζί με τον χρυσό στα θησαυροφυλάκιά τους— αποτελούν τα αποθεματικά των τραπεζών. Η κεντρική τράπεζα μπορεί επίσης να δημιουργεί ευκολότερα υποχρεώσεις πληρωτέες σε πρώτη ζήτηση που δεν καλύπτονται κατά 100% από χρυσό, και αυτές οι αυξημένες υποχρεώσεις προστίθενται στα αποθεματικά και στις καταθέσεις όψεως που κατέχουν οι τράπεζες ή αυξάνουν τα κυκλοφορούντα τραπεζογραμμάτια της κεντρικής τράπεζας. Η αύξηση των αποθεματικών των τραπεζών σε ολόκληρη τη χώρα θα τις ωθήσει να επεκτείνουν την πίστη, ενώ κάθε μείωση αυτών των αποθεματικών θα προκαλέσει γενική πιστωτική συρρίκνωση.
Η κεντρική τράπεζα μπορεί να αυξήσει τα αποθεματικά των τραπεζών μιας χώρας με τρεις τρόπους: (α) δανείζοντάς τους απλώς αποθεματικά· (β) αγοράζοντας στοιχεία του ενεργητικού τους, προσθέτοντας έτσι άμεσα ποσά στους καταθετικούς λογαριασμούς των τραπεζών στην κεντρική τράπεζα· ή (γ) αγοράζοντας χρεωστικούς τίτλους του κοινού, το οποίο στη συνέχεια θα καταθέσει τις εντολές πληρωμής επί της κεντρικής τράπεζας στις διάφορες τράπεζες που εξυπηρετούν άμεσα το κοινό, επιτρέποντάς τους έτσι να χρησιμοποιήσουν τις πιστώσεις επί της κεντρικής τράπεζας για να αυξήσουν τα δικά τους αποθεματικά. Η δεύτερη διαδικασία είναι γνωστή ως προεξόφληση· η τελευταία ως αγορά ανοικτής αγοράς. Η μη ανανέωση των προεξοφλήσεων καθώς λήγουν τα δάνεια θα μειώσει τα αποθεματικά, όπως και οι πωλήσεις ανοικτής αγοράς. Στις πωλήσεις ανοικτής αγοράς, οι άνθρωποι θα πληρώσουν την κεντρική τράπεζα για τα περιουσιακά στοιχεία που αγοράζουν με επιταγές επί των λογαριασμών τους στις τράπεζες· και η κεντρική τράπεζα εισπράττει την πληρωμή μειώνοντας στα βιβλία της τα αποθεματικά των τραπεζών. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα περιουσιακά στοιχεία που αγοράζονται ή πωλούνται στην ανοικτή αγορά είναι κρατικοί χρεωστικοί τίτλοι.21
Έτσι, το τραπεζικό σύστημα συντονίζεται υπό την αιγίδα του κράτους. Η κεντρική τράπεζα περιβάλλεται πάντοτε με μεγάλο κύρος από το κράτος που τη δημιούργησε. Συχνά το κράτος καθιστά τα τραπεζογραμμάτιά του νόμιμο μέσο πληρωμής. Υπό τον κανόνα του χρυσού, οι εκτεταμένοι πόροι που διαθέτει, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ολόκληρη η χώρα αποτελεί την πελατεία της, συνήθως καθιστούν αμελητέα κάθε δυσχέρεια που μπορεί να αντιμετωπίζει στην εξαργύρωση των υποχρεώσεών της σε χρυσό. Επιπλέον, είναι βέβαιο ότι κανένα κράτος δεν θα αφήσει τη δική του κεντρική τράπεζα —δηλαδή τον εαυτό του— να πτωχεύσει· στην κεντρική τράπεζα θα επιτρέπεται πάντοτε να αναστέλλει τις πληρωμές σε μεταλλικό χρήμα σε περιόδους σοβαρής δυσχέρειας. Μπορεί, επομένως, να προκαλεί η ίδια πληθωρισμό και να επεκτείνει την πίστη —μέσω αναπροεξοφλήσεων και αγορών ανοικτής αγοράς— και, αυξάνοντας τα τραπεζικά αποθεματικά, να ωθεί σε πολλαπλάσια επέκταση της τραπεζικής πίστης σε ολόκληρη τη χώρα. Η επίδραση είναι πολλαπλάσια επειδή οι τράπεζες γενικά διατηρούν ορισμένη αναλογία αποθεματικών προς υποχρεώσεις —βασισμένη σε εκτιμήσεις για τις εξαργυρώσεις από μη πελάτες— και μια γενική αύξηση των αποθεματικών τους θα προκαλέσει πολλαπλάσια επέκταση των ακάλυπτων πιστωτικών μέσων. Μάλιστα, ο πολλαπλασιαστής θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο, διότι η γνώση ότι όλες οι τράπεζες συντονίζονται και επεκτείνονται μαζί μειώνει την πιθανότητα εξαργύρωσης από μη πελάτες και, επομένως, το ποσοστό αποθεματικών που θα επιθυμεί να διατηρεί κάθε τράπεζα.
Όταν το κράτος «εγκαταλείπει» τον κανόνα του χρυσού, τα τραπεζογραμμάτια της κεντρικής τράπεζας καθίστανται νόμιμο μέσο πληρωμής και ουσιαστικά το βασικό χρήμα. Η κεντρική τράπεζα δεν μπορεί πλέον να καταρρεύσει, και αυτό, φυσικά, εξαλείφει πρακτικά τους περιορισμούς στην πιστωτική της επέκταση. Στις σημερινές Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, ο ισχύων κατά βάση κανόνας χρήματος αναγκαστικής κυκλοφορίας —γνωστός επίσης ως «περιορισμένος διεθνής κανόνας χρυσών ράβδων»— εξαλείφει ουσιαστικά την πίεση εξαργύρωσης, ενώ η πρόθυμη παροχή αποθεματικών από την κεντρική τράπεζα, καθώς και η ασφάλιση καταθέσεων, εξαλείφουν την απειλή τραπεζικής κατάρρευσης.22 Για να εξασφαλίσουν συγκεντρωτικό κρατικό έλεγχο επί της τραπεζικής πίστης, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιβάλλουν στις τράπεζες μια ορισμένη ελάχιστη αναλογία αποθεματικών —σχεδόν εξ ολοκλήρου καταθέσεων στην κεντρική τράπεζα— προς καταθέσεις.
Όσο μια χώρα βρίσκεται υπό οποιαδήποτε έννοια «στον κανόνα του χρυσού», η κεντρική τράπεζα και το τραπεζικό σύστημα πρέπει να ανησυχούν για εξωτερική εκροή μεταλλικού χρήματος, αν ο πληθωρισμός γίνει υπερβολικός. Υπό έναν απεριόριστο κανόνα του χρυσού, πρέπει επίσης να ανησυχούν για εσωτερική εκροή που προκύπτει από τις απαιτήσεις όσων δεν χρησιμοποιούν τις τράπεζες. Μια μετατόπιση των προτιμήσεων του κοινού από τις καταθέσεις προς τα τραπεζογραμμάτια θα φέρει σε δυσχέρεια τις εμπορικές τράπεζες, αν και όχι την κεντρική τράπεζα. Η επίμονη προπαγάνδα για τις ευκολίες της τραπεζικής, ωστόσο, έχει περιορίσει τις τάξεις εκείνων που δεν χρησιμοποιούν τράπεζες σε λίγους δυσαρεστημένους. Ως αποτέλεσμα, ο μόνος περιορισμός στην πιστωτική επέκταση είναι πλέον εξωτερικός. Τα κράτη, φυσικά, επιθυμούν πάντοτε να καταργούν κάθε περιορισμό στις εξουσίες τους να προκαλούν νομισματική επέκταση. Ένας τρόπος άρσης της εξωτερικής απειλής είναι η προώθηση της διεθνούς συνεργασίας, ώστε όλα τα κράτη και όλες οι κεντρικές τράπεζες να επεκτείνουν την προσφορά χρήματός τους με ενιαίο ρυθμό. Η «ιδανική» συνθήκη για απεριόριστο πληθωρισμό είναι, φυσικά, ένα παγκόσμιο χαρτονόμισμα αναγκαστικής κυκλοφορίας, εκδιδόμενο από μια παγκόσμια κεντρική τράπεζα ή άλλη κρατική αρχή. Ένα αμιγώς χρήμα αναγκαστικής κυκλοφορίας σε εθνική κλίμακα θα εξυπηρετούσε σχεδόν εξίσου καλά, αλλά τότε θα υπήρχε η δυσχέρεια της υποτίμησης των εθνικών νομισμάτων σε όρους άλλων νομισμάτων και της πολύ μεγαλύτερης ακρίβειας των εισαγωγών.23
ΣΤ. Το έσχατο όριο: Η ανεξέλεγκτη άνθηση
Με την καθιέρωση χρήματος αναγκαστικής κυκλοφορίας από ένα κράτος ή από ένα Παγκόσμιο Κράτος, θα φαινόταν ότι εξαλείφονται όλοι οι περιορισμοί στην πιστωτική επέκταση ή σε οποιονδήποτε πληθωρισμό. Η κεντρική τράπεζα μπορεί να εκδίδει απεριόριστες ποσότητες ονομαστικών μονάδων χαρτονομίσματος, χωρίς να περιορίζεται από την ανάγκη εξόρυξης κάποιου εμπορεύματος από το έδαφος. Αυτές μπορούν να παρέχονται στις τράπεζες για να ενισχύουν την πίστη τους κατά τη βούληση του κράτους. Δεν υπάρχουν προβλήματα εσωτερικής ή εξωτερικής εκροής. Και αν υπήρχε ένα Παγκόσμιο Κράτος, ή ένα συνεργαζόμενο καρτέλ Κρατών, με παγκόσμια τράπεζα και παγκόσμιο χαρτονόμισμα, και αν το χρυσό και αργυρό χρήμα ήταν απαγορευμένα, δεν θα μπορούσε τότε το Παγκόσμιο Κράτος να επεκτείνει την προσφορά χρήματος κατά βούληση χωρίς δυσχέρειες συναλλάγματος ή εξωτερικού εμπορίου, αναδιανέμοντας μόνιμα τον πλούτο από εκείνους που επιλέγει η αγορά προς τους δικούς του ευνοουμένους, από τους εκούσιους παραγωγούς προς τις άρχουσες κάστες;
Πολλοί οικονομολόγοι και οι περισσότεροι άλλοι άνθρωποι υποθέτουν ότι το κράτος θα μπορούσε να επιτύχει αυτόν τον στόχο. Στην πραγματικότητα, δεν θα μπορούσε, διότι υπάρχει ένα έσχατο όριο στον πληθωρισμό —πολύ ευρύ, ασφαλώς, αλλά τρομερό— που τελικά θα κατανικήσει κάθε πληθωρισμό. Παραδόξως, πρόκειται για το φαινόμενο του ανεξέλεγκτου πληθωρισμού, ή υπερπληθωρισμού.
Όταν το κράτος και το τραπεζικό σύστημα αρχίζουν να διογκώνουν την προσφορά χρήματος, το κοινό συνήθως τα βοηθά άθελά του σε αυτό το έργο. Το κοινό, μη γνωρίζοντας την πραγματική φύση της διαδικασίας, πιστεύει ότι η αύξηση των τιμών είναι παροδική και ότι οι τιμές σύντομα θα επιστρέψουν στο «κανονικό». Όπως επισημάναμε παραπάνω, οι άνθρωποι θα αποθησαυρίζουν επομένως περισσότερο χρήμα, δηλαδή θα διατηρούν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους υπό τη μορφή χρηματικών υπολοίπων. Η κοινωνική ζήτηση χρήματος, εν ολίγοις, αυξάνεται. Ως αποτέλεσμα, οι τιμές τείνουν να αυξάνονται λιγότερο από αναλογικά προς την αύξηση της ποσότητας χρήματος. Το κράτος αποκτά από το κοινό περισσότερους πραγματικούς πόρους από όσους ανέμενε, καθώς η ζήτηση του κοινού για αυτούς τους πόρους έχει μειωθεί.
Τελικά, το κοινό αρχίζει να συνειδητοποιεί τι συμβαίνει. Φαίνεται ότι το κράτος επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τον πληθωρισμό ως μόνιμη μορφή φορολογίας. Αλλά το κοινό διαθέτει ένα όπλο για να καταπολεμήσει αυτή τη λεηλασία. Μόλις οι άνθρωποι αντιληφθούν ότι το κράτος θα συνεχίσει να προκαλεί πληθωρισμό και ότι, επομένως, οι τιμές θα συνεχίσουν να αυξάνονται, θα εντείνουν τις αγορές αγαθών. Διότι θα συνειδητοποιήσουν ότι κερδίζουν αγοράζοντας τώρα, αντί να περιμένουν κάποια μελλοντική στιγμή κατά την οποία η αξία της νομισματικής μονάδας θα είναι χαμηλότερη και οι τιμές υψηλότερες. Με άλλα λόγια, η κοινωνική ζήτηση χρήματος μειώνεται και οι τιμές αρχίζουν πλέον να αυξάνονται ταχύτερα από την προσφορά χρήματος. Όταν συμβαίνει αυτό, η δήμευση από το κράτος, ή η «φορολογική» επίδραση του πληθωρισμού, θα είναι μικρότερη από όση ανέμενε το κράτος, διότι η αγοραστική δύναμη του αυξημένου χρήματος θα περιοριστεί από τη μεγαλύτερη άνοδο των τιμών. Αυτό το στάδιο του πληθωρισμού είναι η αρχή του υπερπληθωρισμού, της ανεξέλεγκτης άνθησης.24
Η χαμηλότερη ζήτηση χρήματος επιτρέπει στο κράτος να αποσπά λιγότερους πόρους, αλλά το κράτος μπορεί ακόμη να αποκτά πόρους όσο η αγορά εξακολουθεί να χρησιμοποιεί το χρήμα. Η επιταχυνόμενη αύξηση των τιμών θα οδηγήσει, μάλιστα, σε διαμαρτυρίες για «έλλειψη χρήματος» και θα ωθήσει το κράτος σε εντονότερες πληθωριστικές προσπάθειες, προκαλώντας έτσι ακόμη ταχύτερες αυξήσεις τιμών. Αυτή η διαδικασία, όμως, δεν θα συνεχιστεί για πολύ. Καθώς η αύξηση των τιμών συνεχίζεται, το κοινό αρχίζει μια «φυγή από το χρήμα», απαλλασσόμενο από αυτό όσο το δυνατόν γρηγορότερα για να επενδύσει σε πραγματικά αγαθά —σχεδόν οποιαδήποτε πραγματικά αγαθά— ως μέσα διατήρησης αξίας για το μέλλον. Αυτή η φρενήρης φυγή από το χρήμα, μειώνοντας τη ζήτηση διακράτησης χρήματος σχεδόν στο μηδέν, προκαλεί αστρονομική άνοδο των τιμών. Η αξία της νομισματικής μονάδας υποχωρεί πρακτικά στο μηδέν. Η καταστροφή και ο όλεθρος που προκαλεί η ανεξέλεγκτη άνθηση στον πληθυσμό είναι τεράστια. Οι ομάδες σχετικά σταθερού εισοδήματος εξανεμίζονται οικονομικά. Η παραγωγή μειώνεται δραστικά —ωθώντας τις τιμές ακόμη υψηλότερα—, καθώς οι άνθρωποι χάνουν το κίνητρο να εργάζονται, αφού πρέπει να αφιερώνουν μεγάλο μέρος του χρόνου τους στην προσπάθεια να απαλλαγούν από τα χρήματα. Το κύριο ζητούμενο γίνεται η απόκτηση πραγματικών αγαθών, όποια και αν είναι αυτά, και η δαπάνη του χρήματος αμέσως μόλις εισπραχθεί. Όταν επιτευχθεί αυτό το ανεξέλεγκτο στάδιο, η οικονομία ουσιαστικά καταρρέει, η αγορά σχεδόν παύει να υπάρχει και η κοινωνία επιστρέφει σε μια κατάσταση σχεδόν γενικευμένου αντιπραγματισμού και πλήρους εξαθλίωσης.25 Τα εμπορεύματα αρχίζουν τότε να καθιερώνονται σταδιακά ως μέσα ανταλλαγής. Το κοινό έχει απαλλαγεί από το βάρος του πληθωρισμού χρησιμοποιώντας το έσχατο όπλο του: μειώνοντας τη ζήτηση χρήματος σε τέτοιο βαθμό ώστε το κρατικό χρήμα να καταστεί άνευ αξίας. Όταν όλα τα άλλα όρια και οι μορφές πειθούς αποτύχουν, αυτός είναι ο μόνος τρόπος —μέσω χάους και οικονομικής κατάρρευσης— με τον οποίο οι άνθρωποι μπορούν να επιβάλουν την επιστροφή στο «σκληρό» εμπορευματικό χρήμα της ελεύθερης αγοράς.
Ο πιο γνωστός ανεξέλεγκτος πληθωρισμός ήταν η γερμανική εμπειρία του 1923. Είναι ιδιαίτερα διδακτική επειδή έλαβε χώρα σε μία από τις πιο προηγμένες βιομηχανικές χώρες του κόσμου.26 Τα χαοτικά γεγονότα του γερμανικού υπερπληθωρισμού και άλλων επιταχυνόμενων περιόδων άνθησης, όμως, δεν είναι παρά ωχρή σκιά εκείνων που θα συνέβαιναν υπό τον πληθωρισμό ενός Παγκόσμιου Κράτους. Διότι η Γερμανία μπόρεσε να ανακάμψει και να επιστρέψει γρήγορα σε μια πλήρη εγχρήματη οικονομία της αγοράς, καθώς μπορούσε να θεσπίσει ένα νέο νόμισμα βασισμένο στην ανταλλαγή με άλλα προϋπάρχοντα χρήματα — χρυσό ή ξένα χαρτονομίσματα. Όπως είδαμε, όμως, το θεώρημα παλινδρόμησης του Mises δείχνει ότι κανένα χρήμα δεν μπορεί να καθιερωθεί στην αγορά παρά μόνο εφόσον μπορεί να ανταλλαχθεί με ένα ήδη υπάρχον χρήμα, το οποίο, με τη σειρά του, πρέπει τελικά να ανάγεται σε κάποιο εμπόρευμα του αντιπραγματισμού. Αν ένα Παγκόσμιο Κράτος απαγορεύσει τον χρυσό και τον άργυρο και καθιερώσει ένα ενιαίο χρήμα αναγκαστικής κυκλοφορίας, το οποίο κατόπιν διογκώνει μέχρι να καταστραφεί από μια ανεξέλεγκτη άνθηση, δεν θα υπάρχει κανένα προϋπάρχον χρήμα στην αγορά. Το έργο της ανασυγκρότησης θα είναι τότε ασύγκριτα δυσκολότερο.
Ζ. Πληθωρισμός και αντισταθμιστική δημοσιονομική πολιτική
Τα τελευταία χρόνια, ο πληθωρισμός ορίζεται γενικά ως αύξηση των τιμών. Αυτός είναι ένας εξαιρετικά ανεπαρκής ορισμός. Οι τιμές είναι ιδιαίτερα σύνθετα φαινόμενα, τα οποία επηρεάζονται από πολλούς διαφορετικούς αιτιακούς παράγοντες. Μπορεί να αυξάνονται ή να μειώνονται από την πλευρά των αγαθών, δηλαδή ως αποτέλεσμα μεταβολής της προσφοράς αγαθών στην αγορά. Μπορεί να αυξάνονται ή να μειώνονται εξαιτίας μεταβολής της κοινωνικής ζήτησης διακράτησης χρήματος· ή μπορεί να ανεβαίνουν ή να πέφτουν λόγω μεταβολής της προσφοράς χρήματος. Η συνάθροιση όλων αυτών των αιτιών είναι παραπλανητική, διότι συγκαλύπτει τις επιμέρους επιδράσεις, η απομόνωση των οποίων αποτελεί σκοπό της επιστήμης. Έτσι, η προσφορά χρήματος μπορεί να αυξάνεται, ενώ ταυτόχρονα η κοινωνική ζήτηση χρήματος αυξάνεται από την πλευρά των αγαθών, υπό τη μορφή αυξημένης προσφοράς αγαθών. Η μία μπορεί να αντισταθμίζει την άλλη, χωρίς να προκύπτουν γενικές μεταβολές τιμών. Παρ’ όλα αυτά, και οι δύο διαδικασίες εξακολουθούν να ασκούν την επίδρασή τους. Οι πόροι θα εξακολουθούν να μετατοπίζονται ως αποτέλεσμα του πληθωρισμού και ο οικονομικός κύκλος που προκαλεί η πιστωτική επέκταση θα εξακολουθήσει να εμφανίζεται. Είναι, επομένως, εξαιρετικά ακατάλληλο να ορίζεται ο πληθωρισμός ως άνοδος των τιμών.
Οι μεταβολές στις κλίμακες προσφοράς αγαθών και ζήτησης χρήματος αποτελούν όλες αποτελέσματα εκούσιων μεταβολών των προτιμήσεων στην αγορά. Το ίδιο ισχύει για τις αυξήσεις της προσφοράς χρυσού ή αργύρου. Αλλά οι αυξήσεις των ακάλυπτων πιστωτικών μέσων ή μέσων αναγκαστικής κυκλοφορίας αποτελούν πράξεις δόλιας παρέμβασης στην αγορά, οι οποίες στρεβλώνουν τις εκούσιες προτιμήσεις και την εκουσίως καθορισμένη διάρθρωση του εισοδήματος και του πλούτου. Επομένως, ο καταλληλότερος ορισμός του «πληθωρισμού» είναι εκείνος που εκθέσαμε παραπάνω: αύξηση της προσφοράς χρήματος πέρα από οποιαδήποτε αύξηση του μεταλλικού χρήματος.27
Γίνεται τώρα εμφανής ο παραλογισμός των διαφόρων κρατικών προγραμμάτων «καταπολέμησης του πληθωρισμού». Οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν ότι οι κρατικοί αξιωματούχοι πρέπει να περιπολούν διαρκώς στις επάλξεις, εξοπλισμένοι με τεράστια ποικιλία προγραμμάτων «ελέγχου» σχεδιασμένων για να καταπολεμήσουν τον εχθρό που λέγεται πληθωρισμός. Ωστόσο, το μόνο που πραγματικά χρειάζεται είναι το κράτος και οι τράπεζες —οι οποίες σήμερα ελέγχονται σχεδόν πλήρως από το κράτος— να πάψουν να προκαλούν πληθωρισμό.28 Γίνεται επίσης σαφής ο παραλογισμός του όρου «πληθωριστική πίεση». Είτε το κράτος και οι τράπεζες προκαλούν πληθωρισμό είτε όχι· δεν υπάρχει κάτι που να λέγεται «πληθωριστική πίεση».29
Η ιδέα ότι το κράτος έχει καθήκον να φορολογεί το κοινό για να «απορροφήσει την υπερβάλλουσα αγοραστική δύναμη» είναι ιδιαίτερα γελοία.30 Αν έχει προηγηθεί πληθωρισμός, αυτή η «υπερβάλλουσα αγοραστική δύναμη» είναι ακριβώς το αποτέλεσμα του προηγούμενου κρατικού πληθωρισμού. Εν ολίγοις, το κράτος υποτίθεται ότι πρέπει να επιβαρύνει το κοινό δύο φορές: μία φορά ιδιοποιούμενο τους πόρους της κοινωνίας μέσω διόγκωσης της προσφοράς χρήματος και ξανά φορολογώντας το κοινό για να ανακτήσει το νέο χρήμα. Αντί λοιπόν να «αναχαιτίζει την πληθωριστική πίεση», ένα πλεόνασμα φορολογικών εσόδων κατά την άνθηση θα επιβάλει απλώς πρόσθετο βάρος στο κοινό. Αν οι φόροι χρησιμοποιούνται για περαιτέρω κρατικές δαπάνες ή για αποπληρωμή χρεών προς το κοινό, τότε δεν υπάρχει καν αποπληθωριστική επίδραση. Αν οι φόροι χρησιμοποιούνται για την εξόφληση κρατικού χρέους που κατέχουν οι τράπεζες, η αποπληθωριστική επίδραση δεν θα αποτελεί πιστωτική συρρίκνωση και, επομένως, δεν θα διορθώσει τις δυσαρμονίες που προκάλεσε ο προηγούμενος πληθωρισμός. Θα δημιουργήσει, μάλιστα, περαιτέρω δικές της αποδιοργανώσεις και στρεβλώσεις.
Η κεϋνσιανή και νεοκεϋνσιανή «αντισταθμιστική δημοσιονομική πολιτική» υποστηρίζει ότι το κράτος πρέπει να προκαλεί αποπληθωρισμό κατά μια «πληθωριστική» περίοδο και πληθωρισμό —δημιουργώντας ελλείμματα που χρηματοδοτούνται με δανεισμό από τις τράπεζες— για να καταπολεμήσει μια βαθιά ύφεση. Είναι σαφές ότι ο κρατικός πληθωρισμός μπορεί να ανακουφίσει την ανεργία και να μειώσει τα απούλητα αποθέματα μόνο αν η διαδικασία εξαπατά τους κατόχους ώστε να αποδέχονται χαμηλότερες πραγματικές τιμές ή μισθούς. Αυτή η «νομισματική ψευδαίσθηση» στηρίζεται στο ότι οι κάτοχοι αγνοούν τόσο πολλά ώστε να μην αντιλαμβάνονται πότε έχουν μειωθεί τα πραγματικά τους εισοδήματα — σαθρό θεμέλιο για μια θεραπεία. Επιπλέον, ο πληθωρισμός θα ωφελήσει μέρος του κοινού εις βάρος του υπόλοιπου, και κάθε πιστωτική επέκταση θα θέσει απλώς σε κίνηση έναν ακόμη κύκλο «άνθησης και κρίσης». Οι κεϋνσιανοί παρουσιάζουν το νομισματικό και δημοσιονομικό σύστημα της ελεύθερης αγοράς ως σύστημα χωρίς τιμόνι, έτσι ώστε η οικονομία, αν και εύκολα προσαρμόσιμη από άλλες απόψεις, να βαδίζει διαρκώς σε ένα επισφαλές τεντωμένο σχοινί ανάμεσα στη βαθιά ύφεση και στην ανεργία από τη μία πλευρά και στον πληθωρισμό από την άλλη. Καθίσταται τότε αναγκαίο το κράτος, με τη σοφία του, να παρέμβει και να οδηγήσει την οικονομία σε σταθερή πορεία. Μετά την ολοκληρωμένη ανάλυσή μας για το χρήμα και τους οικονομικούς κύκλους, όμως, θα πρέπει να είναι προφανές ότι η πραγματική εικόνα είναι σχεδόν ακριβώς η αντίστροφη. Η ελεύθερη αγορά, αν παρέμενε ανεμπόδιστη, δεν θα κινδύνευε να υποστεί πληθωρισμό, αποπληθωρισμό, βαθιά ύφεση ή ανεργία. Αλλά η κρατική παρέμβαση δημιουργεί το τεντωμένο σχοινί για την οικονομία και διαρκώς, αν και μερικές φορές άθελά της, ωθεί την οικονομία σε αυτές τις παγίδες.
Σημειώσεις
Μολονότι έχει προφανείς επιπτώσεις σε τρίτους, αυτός ο τύπος παρέμβασης είναι ουσιαστικά δυαδικός, επειδή ο εκδότης, ή παρεμβαίνων, κερδίζει εις βάρος των μεμονωμένων κατόχων γνήσιου χρήματος. Οι «γραμμές δύναμης» εκτείνονται ακτινωτά από τους παρεμβαίνοντες προς καθέναν από εκείνους που υφίστανται απώλειες. ↩︎
Ο πληθωρισμός, στο παρόν έργο, ορίζεται ρητά ώστε να αποκλείει τις αυξήσεις του αποθέματος μεταλλικού χρήματος. Μολονότι αυτές οι αυξήσεις έχουν παρόμοιες επιπτώσεις, όπως η άνοδος των τιμών των αγαθών, διαφέρουν επίσης ριζικά ως προς άλλες επιπτώσεις: (α) οι απλές αυξήσεις του μεταλλικού χρήματος δεν αποτελούν παρέμβαση στην ελεύθερη αγορά, η οποία επιβαρύνει μία ομάδα και επιδοτεί άλλη· και (β) δεν οδηγούν στις διαδικασίες του οικονομικού κύκλου. ↩︎
Πρβλ. Mises, Theory of Money and Credit, σσ. 140–142. ↩︎
Ο διακηρυγμένος στόχος του πληθωριστικού προγράμματος του Keynes ήταν η «ευθανασία του εισοδηματία». Αντιλαμβανόταν ο Keynes ότι υποστήριζε την όχι και τόσο ευσπλαχνική εξόντωση ορισμένων από τις πιο ανίκανες προς εργασία ομάδες ολόκληρου του πληθυσμού — ομάδων των οποίων η οριακή παραγωγικότητα σε όρους αξίας συνίστατο σχεδόν αποκλειστικά στις αποταμιεύσεις τους; Keynes, General Theory, σ. 376. ↩︎
Για μια ενδιαφέρουσα εξέταση ορισμένων πτυχών του λογιστικού σφάλματος, βλ. W.T. Baxter, «The Accountant’s Contribution to the Trade Cycle», Economica, Μάιος 1955, σσ. 99–112. Βλ. επίσης Mises, Theory of Money and Credit, σσ. 202–204· και Human Action, σσ. 546–547. ↩︎
Στον βαθμό που το νέο χρήμα δανείζεται σε καταναλωτές και όχι σε επιχειρήσεις, οι κυκλικές επιπτώσεις που εξετάζονται σε αυτή την ενότητα δεν εμφανίζονται. ↩︎
Βλ. Mises, Human Action, σ. 557. ↩︎
Εφόσον ο Knut Wicksell είναι ένας από τους θεμελιωτές αυτής της προσέγγισης του οικονομικού κύκλου, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η δική μας χρήση του όρου «φυσικό επιτόκιο» διαφέρει από τη δική του. Το «φυσικό επιτόκιο» του Wicksell ήταν συγγενές προς το δικό μας «επιτόκιο της ελεύθερης αγοράς»· το δικό μας «φυσικό επιτόκιο» είναι το ποσοστό απόδοσης που αποκομίζουν οι επιχειρήσεις στην υφιστάμενη αγορά χωρίς να συνυπολογίζεται ο τόκος των δανείων. Αντιστοιχεί σε εκείνο που έχει ονομαστεί παραπλανητικά «κανονικό ποσοστό κέρδους», αλλά είναι στην πραγματικότητα το βασικό επιτόκιο. Βλ. το κεφάλαιο 6 παραπάνω. ↩︎
Αν ορισμένοι αναγνώστες μπουν στον πειρασμό να ρωτήσουν γιατί η πιστωτική συρρίκνωση δεν θα οδηγήσει στον αντίθετο τύπο εσφαλμένης επένδυσης από εκείνον της άνθησης —υπερεπένδυση σε κεφαλαιουχικά αγαθά κατώτερης τάξης και υποεπένδυση σε αγαθά ανώτερης τάξης—, η απάντηση είναι ότι δεν υπάρχει αυθαίρετη δυνατότητα επιλογής μεταξύ επένδυσης σε αγαθά ανώτερης ή κατώτερης τάξης. Η αυξημένη επένδυση πρέπει να πραγματοποιείται στα αγαθά ανώτερης τάξης — στην επιμήκυνση της παραγωγικής διάρθρωσης. Ένα μειωμένο ποσό επένδυσης απλώς περιορίζει την επένδυση ανώτερης τάξης. Έτσι, δεν θα υπάρχει πλεόνασμα επένδυσης στις κατώτερες τάξεις, αλλά απλώς βραχύτερη διάρθρωση από εκείνη που θα υπήρχε διαφορετικά. Η συρρίκνωση, σε αντίθεση με την επέκταση, δεν δημιουργεί θετικές εσφαλμένες επενδύσεις. ↩︎
Αν η οικονομία βρίσκεται υπό τον κανόνα του χρυσού ή του αργύρου, πολλοί υπέρμαχοι της ελεύθερης αγοράς θα υποστηρίξουν την πιστωτική συρρίκνωση για τους ακόλουθους πρόσθετους λόγους: (α) για να διαφυλαχθεί η αρχή της εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων και (β) για να τιμωρηθούν οι τράπεζες για την επέκτασή τους και να εξαναγκαστούν να επιστρέψουν προς μια πολιτική μεταλλικών αποθεματικών 100%. ↩︎
Ο Mises παρουσίασε για πρώτη φορά την «αυστριακή θεωρία» σε μια αξιοσημείωτη ενότητα του Theory of Money and Credit, σσ. 346–366. Για μια πιο ανεπτυγμένη παρουσίαση, βλ. το Human Action, σσ. 547–583. Για τις σημαντικές συμβολές του F.A. Hayek, βλ. ιδίως το Prices and Production, καθώς και το Monetary Theory and the Trade Cycle (London: Jonathan Cape, 1933) και το Profits, Interest, and Investment. Άλλα έργα στην παράδοση του Mises περιλαμβάνουν το Robbins, The Great Depression, και το Fritz Machlup, The Stock Market, Credit, and Capital Formation (New York: Macmillan & Co., 1940). ↩︎
Βλ. Mises, Human Action, σσ. 577–578· και Hayek, Prices and Production, σσ. 96–99. ↩︎
Ίσως ένας λόγος για τη συνεχιζόμενη εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα είναι ότι οι άνθρωποι γενικά πιστεύουν πως η απάτη διώκεται από το κράτος και ότι, επομένως, κάθε πρακτική που δεν διώκεται πρέπει να είναι υγιής. Πράγματι, τα κράτη, όπως θα δούμε παρακάτω, καταβάλλουν πάντοτε ιδιαίτερες προσπάθειες για να στηρίζουν το τραπεζικό σύστημα. ↩︎
Όλα αυτά, φυσικά, προϋποθέτουν ότι δεν υπάρχει άλλη κρατική παρέμβαση στην τραπεζική πέρα από την άδεια λειτουργίας με κλασματικά αποθεματικά. Από την εισαγωγή της «ασφάλισης» καταθέσεων κατά το New Deal, για παράδειγμα, ο περιορισμός των μαζικών αναλήψεων έχει ουσιαστικά εξαλειφθεί από αυτή την πράξη παραχώρησης ειδικού προνομίου. ↩︎
Στο ενοποιημένο ισοζύγιο πληρωμών των πελατών, το χρηματικό εισόδημα από πωλήσεις σε μη πελάτες —εξαγωγές— θα μειωθεί, ενώ οι χρηματικές δαπάνες για αγαθά και υπηρεσίες μη πελατών —εισαγωγές— θα αυξηθούν. Τα πλεονάζοντα χρηματικά υπόλοιπα των πελατών μεταφέρονται στους μη πελάτες. ↩︎
Οι παλαιότεροι οικονομολόγοι διέκριναν επίσης μια «εσωτερική εκροή» από την «εξωτερική εκροή», αλλά στην πρώτη περιλάμβαναν μόνο την εκροή από τους χρήστες τραπεζών προς εκείνους που επιμένουν στο βασικό χρήμα. ↩︎
Βλ. Human Action, σσ. 434–435. ↩︎
Για διάφορες απόψεις σχετικά με την ελεύθερη και την κεντρική τραπεζική, βλ. Vera C. Smith, The Rationale of Central Banking (London: P.S. King and Son, 1936). ↩︎
Mises, Human Action, σ. 444. ↩︎
Amasa Walker, Science of Wealth, σσ. 230–231. ↩︎
Υπάρχει και ένας τέταρτος τρόπος με τον οποίο μια κεντρική τράπεζα μπορεί να αυξήσει τα τραπεζικά αποθεματικά: σε χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπου οι τράπεζες πρέπει να διατηρούν μια νομοθετικά καθορισμένη ελάχιστη αναλογία αποθεματικών προς καταθέσεις, η κεντρική τράπεζα μπορεί απλώς να μειώσει την απαιτούμενη αναλογία. ↩︎
Στις ξένες κεντρικές τράπεζες και στα ξένα κράτη εξακολουθεί να επιτρέπεται η εξαργύρωση σε χρυσές ράβδους, αλλά αυτό δύσκολα αποτελεί παρηγοριά είτε για τους ξένους πολίτες είτε για τους Αμερικανούς. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο χρυσός εξακολουθεί να αποτελεί τελικό στοιχείο «εξισορρόπησης» μεταξύ εθνικών κυβερνήσεων και, επομένως, ένα είδος μέσου ανταλλαγής για τα κράτη και τις κεντρικές τράπεζες στις διεθνείς συναλλαγές. ↩︎
Η μετάβαση από τον χρυσό στο χρήμα αναγκαστικής κυκλοφορίας θα διευκολυνθεί σημαντικά αν το κράτος έχει προηγουμένως εγκαταλείψει τις ουγγιές, τα γραμμάρια, τα grains και τις άλλες μονάδες βάρους στην ονομασία των νομισματικών μονάδων του και τις έχει αντικαταστήσει με ιδιαίτερες ονομασίες, όπως δολάριο, μάρκο, φράγκο κ.λπ. Θα είναι τότε πολύ ευκολότερο να εξαλειφθεί η σύνδεση των νομισματικών μονάδων με το βάρος στη συνείδηση του κοινού και να διδαχθεί το κοινό να αποδίδει αξία στις ίδιες τις ονομασίες. Επιπλέον, αν κάθε εθνική κυβέρνηση προωθεί τη δική της ιδιαίτερη ονομασία, θα είναι πολύ ευκολότερο για κάθε κράτος να ελέγχει απολύτως τη δική του έκδοση χρήματος αναγκαστικής κυκλοφορίας. ↩︎
Πρβλ. την ανάλυση του John Maynard Keynes στο A Tract on Monetary Reform (London: Macmillan & Co., 1923), κεφ. II, ενότητα 1. ↩︎
Για τον ανεξέλεγκτο πληθωρισμό, βλ. Mises, Theory of Money and Credit, σσ. 227–231. ↩︎
Το Costantino Bresciani-Turroni, The Economics of Inflation (London: George Allen & Unwin, 1937), αποτελεί λαμπρό και οριστικό έργο αναφοράς για τον γερμανικό πληθωρισμό. ↩︎
Ο πληθωρισμός ορίζεται εδώ ως κάθε αύξηση της προσφοράς χρήματος μεγαλύτερη από την αύξηση του μεταλλικού χρήματος, όχι ως μεγάλη μεταβολή αυτής της προσφοράς. Όπως ορίζονται εδώ, επομένως, οι όροι «πληθωρισμός» και «αποπληθωρισμός» αποτελούν πραξεολογικές κατηγορίες. Βλ. Mises, Human Action, σσ. 419–420. Βλ. όμως επίσης τις παρατηρήσεις του Mises στο Aaron Director, επιμ., Defense, Controls, and Inflation (Chicago: University of Chicago Press, 1952), σ. 3, υποσημείωση. ↩︎
Βλ. George Ferdinand, «Review of Albert G. Hart, Defense without Inflation», Christian Economics, τόμ. III, αρ. 19, 23 Οκτωβρίου 1951. ↩︎
Βλ. Mises, στο Director, Defense, Controls, and Inflation, σ. 334. ↩︎
Βλ. την ενότητα 8ΣΤ ανωτέρω. ↩︎
Μέρος ΣΤΣυμπεράσματα: Ελεύθερη Αγορά και Καταναγκασμός
12. Συμπέρασμα: Η ελεύθερη αγορά και ο καταναγκασμός
Ολοκληρώσαμε, λοιπόν, την ανάλυση της εκούσιας και ελεύθερης δράσης και των συνεπειών της στην ελεύθερη αγορά, καθώς και της βίαιης και καταναγκαστικής δράσης και των συνεπειών της στην οικονομική παρέμβαση. Επιφανειακά, σε πολλούς φαίνεται ότι η ελεύθερη αγορά είναι ένας χαοτικός και άναρχος τόπος, ενώ η κρατική παρέμβαση επιβάλλει τάξη και κοινοτικές αξίες σε αυτή την αναρχία. Στην πραγματικότητα, η πραξεολογία —η οικονομική επιστήμη— μάς δείχνει ότι ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Μπορούμε να διαιρέσουμε την ανάλυσή μας στις άμεσες, ή απτές, επιπτώσεις και στις έμμεσες, αφανείς επιπτώσεις των δύο αρχών. Άμεσα, η εκούσια δράση —η ελεύθερη ανταλλαγή— οδηγεί σε αμοιβαίο όφελος και των δύο μερών της ανταλλαγής. Έμμεσα, όπως έδειξαν οι έρευνές μας, το δίκτυο αυτών των ελεύθερων ανταλλαγών στην κοινωνία —γνωστό ως «ελεύθερη αγορά»— δημιουργεί έναν λεπτό και μάλιστα δέος προκαλούντα μηχανισμό αρμονίας, προσαρμογής και ακρίβειας στην κατανομή των παραγωγικών πόρων, στον καθορισμό των τιμών και στην ήπια αλλά ταχεία καθοδήγηση του οικονομικού συστήματος προς τη μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των επιθυμιών όλων των καταναλωτών. Εν ολίγοις, η ελεύθερη αγορά όχι μόνο ωφελεί άμεσα όλα τα μέρη και τα αφήνει ελεύθερα και απαλλαγμένα από καταναγκασμό· δημιουργεί επίσης ένα ισχυρό και αποτελεσματικό όργανο κοινωνικής τάξης. Πράγματι, ο Proudhon έγραψε κάτι ορθότερο από όσο ο ίδιος αντιλαμβανόταν όταν αποκάλεσε την «Ελευθερία, Μητέρα, όχι Θυγατέρα, της Τάξης».
Από την άλλη πλευρά, ο καταναγκασμός έχει διαμετρικά αντίθετα γνωρίσματα. Άμεσα, ο καταναγκασμός ωφελεί ένα μέρος μόνο εις βάρος άλλων. Η καταναγκαστική ανταλλαγή είναι σύστημα εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, σε αντίθεση με την ελεύθερη αγορά, η οποία είναι σύστημα συνεργατικών ανταλλαγών για την εκμετάλλευση μόνο της φύσης. Και η καταναγκαστική ανταλλαγή δεν σημαίνει μόνο ότι ορισμένοι ζουν εις βάρος άλλων, αλλά, έμμεσα, όπως μόλις παρατηρήσαμε, ο καταναγκασμός οδηγεί μόνο σε περαιτέρω προβλήματα: είναι αναποτελεσματικός και χαοτικός, παρακωλύει την παραγωγή και οδηγεί σε σωρευτικές και απρόβλεπτες δυσχέρειες. Φαινομενικά εύτακτος, ο καταναγκασμός δεν είναι μόνο εκμεταλλευτικός· είναι επίσης βαθύτατα άτακτος.
Η κύρια λειτουργία της πραξεολογίας —της οικονομικής επιστήμης— είναι να προσφέρει στον κόσμο τη γνώση αυτών των έμμεσων, αυτών των αφανών συνεπειών των διαφορετικών μορφών ανθρώπινης δράσης. Η κρυμμένη τάξη, αρμονία και αποτελεσματικότητα της εκούσιας ελεύθερης αγοράς, η κρυμμένη αταξία, σύγκρουση και κατάφωρη αναποτελεσματικότητα του καταναγκασμού και της παρέμβασης — αυτές είναι οι μεγάλες αλήθειες που μας αποκαλύπτει η οικονομική επιστήμη, μέσω παραγωγικής ανάλυσης από αυτονόητα αξιώματα. Η πραξεολογία δεν μπορεί, από μόνη της, να εκφέρει ηθικές κρίσεις ή να λαμβάνει αποφάσεις πολιτικής. Η πραξεολογία, μέσω των αξιολογικά ουδέτερων νόμων της, μας πληροφορεί ότι η λειτουργία της αρχής της εκούσιας δράσης και της ελεύθερης αγοράς οδηγεί αναπόδραστα στην ελευθερία, στην ευημερία, στην αρμονία, στην αποτελεσματικότητα και στην τάξη· ενώ ο καταναγκασμός και η κρατική παρέμβαση οδηγούν αναπόδραστα στην ηγεμονία, στη σύγκρουση, στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, στην αναποτελεσματικότητα, στη φτώχεια και στο χάος. Σε αυτό το σημείο, η πραξεολογία αποσύρεται από τη σκηνή· και εναπόκειται στον πολίτη —ως φορέα ηθικής κρίσης— να επιλέξει την πολιτική του πορεία σύμφωνα με τις αξίες που θεωρεί πολύτιμες.
Παράρτημα Α: Κρατικός δανεισμός
Η κύρια πηγή κρατικών εσόδων είναι η φορολογία. Μια άλλη πηγή είναι ο κρατικός δανεισμός. Ο κρατικός δανεισμός από το τραπεζικό σύστημα είναι στην πραγματικότητα μορφή πληθωρισμού: δημιουργεί νέα χρηματικά υποκατάστατα, τα οποία καταλήγουν πρώτα στο κράτος και κατόπιν διαχέονται στην κοινωνία με κάθε διαδοχική δαπάνη. Ο πληθωρισμός εξετάζεται στο κυρίως κείμενο παραπάνω. Πρόκειται για μια διαδικασία εντελώς διαφορετική από τον δανεισμό από το κοινό, ο οποίος δεν είναι πληθωριστικός, διότι μεταφέρει αποταμιευμένα κεφάλαια από ιδιωτικά σε κρατικά χέρια αντί να δημιουργεί νέα κεφάλαια. Η οικονομική του επίπτωση είναι να εκτρέπει τις αποταμιεύσεις από τις κατευθύνσεις που επιθυμούν περισσότερο οι καταναλωτές και να τις μετατοπίζει προς τις χρήσεις που επιθυμούν οι κρατικοί αξιωματούχοι. Ως εκ τούτου, από τη σκοπιά των καταναλωτών, ο δανεισμός από το κοινό σπαταλά αποταμιεύσεις. Οι συνέπειες αυτής της σπατάλης είναι η συρρίκνωση της κεφαλαιακής διάρθρωσης της κοινωνίας και η υποβάθμιση του γενικού βιοτικού επιπέδου στο παρόν και στο μέλλον. Η εκτροπή αποταμιεύσεων από την επένδυση και η σπατάλη τους οδηγούν σε επιτόκια υψηλότερα από εκείνα που θα επικρατούσαν διαφορετικά, καθώς οι ιδιωτικές χρήσεις πρέπει τώρα να ανταγωνίζονται την κρατική ζήτηση. Ο κρατικός δανεισμός πλήττει τις ατομικές αποταμιεύσεις ακόμη αποτελεσματικότερα από τη φορολογία, διότι αποσπά ειδικά τις αποταμιεύσεις αντί να φορολογεί το εισόδημα γενικά.
Θα μπορούσε να προβληθεί η ένσταση ότι η χορήγηση δανείου στο κράτος είναι εκούσια και, επομένως, ισοδυναμεί με οποιαδήποτε άλλη εκούσια συνεισφορά προς αυτό· η «εκτροπή» των κεφαλαίων είναι κάτι που επιθυμούν οι καταναλωτές και, συνεπώς, η κοινωνία.1 Ωστόσο, η διαδικασία είναι «εκούσια» μόνο από τη μία πλευρά. Διότι δεν πρέπει να λησμονούμε ότι το κράτος εισέρχεται στη διαχρονική αγορά ως φορέας καταναγκασμού και ως εγγυητής ότι θα χρησιμοποιήσει αυτόν τον καταναγκασμό για να εξασφαλίσει τα χρήματα της αποπληρωμής. Ο καταναγκασμός εφοδιάζει το κράτος με μια κρίσιμη εξουσία που δεν διαθέτει κανένας άλλος στην αγορά· έχει πάντοτε εξασφαλισμένα κεφάλαια, είτε μέσω φορολογίας είτε μέσω πληθωρισμού. Το κράτος θα μπορεί, επομένως, να αποσπά σημαντικά κεφάλαια από τους αποταμιευτές και μάλιστα με επιτόκιο χαμηλότερο από οποιοδήποτε καταβάλλεται αλλού. Διότι η συνιστώσα κινδύνου στο επιτόκιο που καταβάλλει το κράτος θα είναι χαμηλότερη από εκείνη που καταβάλλουν οποιοιδήποτε άλλοι δανειολήπτες.2
Η χορήγηση δανείου στο κράτος, επομένως, μπορεί να είναι εκούσια, αλλά η διαδικασία δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί εκούσια όταν εξετάζεται στο σύνολό της. Πρόκειται μάλλον για εκούσια συμμετοχή σε μελλοντική δήμευση που θα πραγματοποιήσει το κράτος. Πράγματι, η χορήγηση δανείου στο κράτος συνεπάγεται δύο φορές εκτροπή ιδιωτικών κεφαλαίων προς το κράτος: μία φορά όταν χορηγείται το δάνειο και οι ιδιωτικές αποταμιεύσεις εκτρέπονται προς τις κρατικές δαπάνες· και ξανά όταν το κράτος φορολογεί ή προκαλεί πληθωρισμό —ή δανείζεται εκ νέου— για να εξασφαλίσει τα χρήματα της αποπληρωμής του δανείου. Τότε πραγματοποιείται, για άλλη μια φορά, καταναγκαστική εκτροπή από τους ιδιώτες παραγωγούς προς το κράτος, τα έσοδα της οποίας, αφού αμειφθεί η γραφειοκρατία για τις υπηρεσίες διεκπεραίωσης, περιέρχονται στους κατόχους κρατικών ομολόγων. Οι τελευταίοι έχουν έτσι καταστεί μέρος του κρατικού μηχανισμού και εμπλέκονται σε μια «σχέση κράτους» με τους παραγωγούς που πληρώνουν φόρους.3
Το ευφυολόγημα ότι το δημόσιο χρέος δεν έχει σημασία επειδή «το χρωστάμε στους εαυτούς μας» είναι σαφώς παράλογο. Το κρίσιμο ερώτημα είναι: ποιοι είναι το «εμείς» και ποιοι οι «εαυτοί μας»; Η ανάλυση του κόσμου πρέπει να είναι ατομικιστική και όχι ολιστική. Ορισμένοι άνθρωποι οφείλουν χρήματα σε ορισμένους άλλους, και ακριβώς αυτό το γεγονός καθιστά σημαντική τόσο τη διαδικασία του δανεισμού όσο και εκείνη της φορολόγησης. Διότι θα μπορούσαμε εξίσου να πούμε ότι οι φόροι είναι ασήμαντοι για τον ίδιο λόγο.4
Πολλοί «δεξιοί» αντίπαλοι του κρατικού δανεισμού, από την άλλη πλευρά, έχουν υπερβάλει σημαντικά ως προς τους κινδύνους του δημόσιου χρέους και έχουν σημάνει επανειλημμένα συναγερμό για επικείμενη «πτώχευση». Είναι προφανές ότι το κράτος δεν μπορεί να καταστεί «αφερέγγυο» όπως οι ιδιώτες —διότι μπορεί πάντοτε να εξασφαλίζει χρήματα μέσω καταναγκασμού, ενώ οι ιδιώτες πολίτες δεν μπορούν—. Επιπλέον, οι κατά καιρούς εκστρατείες για να «μειώσει το κράτος το δημόσιο χρέος» γενικά λησμονούν ότι, αν εξαιρεθεί η απροκάλυπτη αποκήρυξή του, το χρέος μπορεί να μειωθεί μόνο με αύξηση, τουλάχιστον για κάποιο διάστημα, της φορολογίας και/ή του πληθωρισμού στην κοινωνία. Η κοινωνική χρησιμότητα, επομένως, δεν μπορεί να αυξηθεί μέσω της μείωσης του χρέους, παρά μόνο με τη μέθοδο της αποκήρυξης — τον μοναδικό τρόπο με τον οποίο μπορεί να μειωθεί το δημόσιο χρέος χωρίς ταυτόχρονη αύξηση του δημοσιονομικού καταναγκασμού. Η αποκήρυξη θα είχε επίσης το πρόσθετο πλεονέκτημα —από τη σκοπιά της ελεύθερης αγοράς— ότι θα έριχνε βαριά σκιά σε κάθε μελλοντική πίστωση προς το κράτος, ώστε αυτό να μην μπορεί πλέον να εκτρέπει τόσο εύκολα αποταμιεύσεις προς κρατική χρήση. Αποτελεί, επομένως, ένα από τα πιο παράξενα και ασυνεπή γνωρίσματα της ιστορίας της πολιτικοοικονομικής σκέψης ότι ακριβώς οι «δεξιοί», οι υποτιθέμενοι υπερασπιστές της ελεύθερης αγοράς, είναι εκείνοι που επιτίθενται εντονότερα στην αποκήρυξη και επιμένουν στην ταχύτερη δυνατή αποπληρωμή του δημόσιου χρέους.5
Παράρτημα Β: «Συλλογικά αγαθά» και «εξωτερικά οφέλη»: Δύο επιχειρήματα υπέρ της κρατικής δραστηριότητας
Ένα από τα σημαντικότερα φιλοσοφικά προβλήματα των τελευταίων αιώνων είναι αν η ηθική αποτελεί ορθολογικό γνωστικό κλάδο ή, αντιθέτως, ένα αμιγώς αυθαίρετο, μη επιστημονικό σύνολο προσωπικών αξιών. Όποια πλευρά και αν υποστηρίζει κανείς σε αυτή τη διαμάχη, θα ήταν ασφαλώς γενικά αποδεκτό ότι η οικονομική επιστήμη —ή η πραξεολογία— δεν μπορεί από μόνη της να επαρκεί για τη θεμελίωση ενός ηθικού ή πολιτικοηθικού δόγματος. Η οικονομική επιστήμη αυτή καθαυτή είναι, επομένως, αξιολογικά ουδέτερη επιστήμη, η οποία δεν διατυπώνει ηθικές κρίσεις. Ωστόσο, ενώ οι οικονομολόγοι γενικά συμφωνούν με αυτή την κατηγορηματική διατύπωση, είναι ασφαλώς παράξενο πόση ενεργητικότητα έχουν δαπανήσει προσπαθώντας να δικαιολογήσουν —με κάποιον δαιδαλώδη, υποτίθεται επιστημονικό και αξιολογικά ουδέτερο τρόπο— διάφορες κρατικές δραστηριότητες και δαπάνες. Η συνέπεια είναι η ευρύτατη λαθραία εισαγωγή ανεξέταστων και ατεκμηρίωτων ηθικών κρίσεων σε ένα υποτίθεται αξιολογικά ουδέτερο σύστημα οικονομικής επιστήμης.67
Δύο προσφιλείς, φαινομενικά επιστημονικές δικαιολογήσεις της κρατικής δραστηριότητας και επιχειρηματικότητας είναι: (α) εκείνο που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε επιχείρημα των «εξωτερικών οφελών» και (β) το επιχείρημα των «συλλογικών αγαθών» ή «συλλογικών αναγκών». Απογυμνωμένο από τον φαινομενικά επιστημονικό ή οιονεί μαθηματικό διάκοσμό του, το πρώτο επιχείρημα ανάγεται στον ισχυρισμό ότι οι Α, Β και Γ δεν φαίνεται να μπορούν να κάνουν ορισμένα πράγματα χωρίς να ωφελούν τον Δ, ο οποίος ενδέχεται να προσπαθεί να αποφύγει το «δίκαιο μερίδιό» του στην πληρωμή. Αυτό και άλλα επιχειρήματα «εξωτερικού οφέλους» θα εξεταστούν σε λίγο. Το επιχείρημα των «συλλογικών αγαθών» φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, ακόμη πιο επιστημονικό· ο οικονομολόγος απλώς διακηρύσσει ότι ορισμένα αγαθά ή υπηρεσίες, από την ίδια τη φύση τους, πρέπει να παρέχονται «συλλογικά» και ότι, «επομένως», το κράτος πρέπει να τα παρέχει από φορολογικά έσοδα.
Αυτή η φαινομενικά απλή διατύπωση περί υπαρκτών πραγμάτων, όμως, συγκαλύπτει πολλές ανεξέταστες πολιτικοηθικές υποθέσεις. Πρώτον, ακόμη και αν υπήρχαν «συλλογικά αγαθά», δεν συνάγεται καθόλου ούτε (1) ότι ένας μόνο φορέας πρέπει να τα παρέχει ούτε (2) ότι όλοι όσοι ανήκουν στη συλλογικότητα πρέπει να εξαναγκάζονται να πληρώνουν γι’ αυτά. Εν ολίγοις, αν το Χ είναι ένα συλλογικό αγαθό, αναγκαίο για τους περισσότερους ανθρώπους μιας ορισμένης κοινότητας, το οποίο μπορεί να παρέχεται μόνο σε όλους, δεν συνάγεται καθόλου ότι κάθε ωφελούμενος πρέπει να εξαναγκάζεται να πληρώνει για το αγαθό, το οποίο, παρεμπιπτόντως, μπορεί ούτε καν να επιθυμεί. Εν ολίγοις, επιστρέφουμε ακριβώς στο ηθικό πρόβλημα των εξωτερικών οφελών, το οποίο θα εξετάσουμε παρακάτω. Το επιχείρημα των «συλλογικών αγαθών» αποδεικνύεται, κατόπιν ανάλυσης, ότι ανάγεται στο επιχείρημα του «εξωτερικού οφέλους». Επιπλέον, ακόμη και αν μόνο ένας φορέας πρέπει να παρέχει το αγαθό, δεν έχει αποδειχθεί ότι το κράτος, και όχι κάποιος εκούσιος φορέας ή ακόμη και κάποια ιδιωτική εταιρεία, δεν μπορεί να παρέχει αυτό το αγαθό.8
Δεύτερον, η ίδια η έννοια των «συλλογικών αγαθών» είναι εξαιρετικά αμφίβολη. Πώς μπορεί, κατ’ αρχάς, ένα «συλλογικό σώμα» να επιθυμεί, να σκέφτεται ή να ενεργεί; Μόνο το άτομο υπάρχει και μπορεί να κάνει αυτά τα πράγματα. Δεν υπάρχει πραγματική οντότητα στην οποία να αντιστοιχεί το «συλλογικό σώμα» που υποτίθεται ότι επιθυμεί και κατόπιν λαμβάνει αγαθά. Παρ’ όλα αυτά, έχουν γίνει πολλές προσπάθειες να διασωθεί η έννοια του «συλλογικού» αγαθού, ώστε να παρασχεθεί μια φαινομενικά αδιάσειστη, επιστημονική δικαιολόγηση των κρατικών δραστηριοτήτων. Ο Molinari, για παράδειγμα, προσπαθώντας να θεμελιώσει την άμυνα ως συλλογικό αγαθό, υποστήριζε: «Μια αστυνομική δύναμη εξυπηρετεί κάθε κάτοικο της περιοχής στην οποία δρα, αλλά η απλή ίδρυση ενός αρτοποιείου δεν κατευνάζει την πείνα τους». Αντιθέτως, όμως, δεν υπάρχει καμία απόλυτη αναγκαιότητα μια αστυνομική δύναμη να υπερασπίζεται κάθε κάτοικο μιας περιοχής ή, ακόμη περισσότερο, να παρέχει σε καθέναν τον ίδιο βαθμό προστασίας. Επιπλέον, ένας απόλυτος ειρηνιστής, οπαδός της πλήρους μη βίας, που ζει στην περιοχή, δεν θα θεωρούσε ότι προστατεύεται από την αστυνομία ή ότι λαμβάνει από αυτήν υπηρεσία άμυνας. Αντιθέτως, θα θεωρούσε κάθε αστυνομική παρουσία στην περιοχή του επιζήμια για τον ίδιο. Επομένως, η άμυνα δεν μπορεί να θεωρείται «συλλογικό αγαθό» ή «συλλογική ανάγκη». Το ίδιο ισχύει για έργα όπως τα φράγματα, για τα οποία δεν μπορεί απλώς να θεωρείται δεδομένο ότι ωφελούν όλους στην περιοχή.9
Ο Antonio De Viti De Marco όρισε τις «συλλογικές ανάγκες» ως αποτελούμενες από δύο κατηγορίες: ανάγκες που προκύπτουν όταν το άτομο δεν βρίσκεται σε απομόνωση και ανάγκες που συνδέονται με σύγκρουση συμφερόντων. Η πρώτη κατηγορία, όμως, είναι τόσο ευρεία ώστε περιλαμβάνει τα περισσότερα προϊόντα της αγοράς. Δεν θα είχε νόημα, για παράδειγμα, να ανεβαίνουν θεατρικές παραστάσεις αν δεν πήγαινε να τις δει κάποιος αριθμός ανθρώπων ή να εκδίδονται εφημερίδες χωρίς μια ορισμένη ευρεία αγορά. Πρέπει, επομένως, όλοι αυτοί οι κλάδοι να κρατικοποιηθούν και να μονοπωληθούν από το κράτος; Η δεύτερη κατηγορία προορίζεται, κατά πάσα πιθανότητα, να εφαρμοστεί στην άμυνα. Αυτό, όμως, είναι εσφαλμένο. Η άμυνα αυτή καθαυτή δεν αντανακλά σύγκρουση συμφερόντων, αλλά απειλή επίθεσης, εναντίον της οποίας απαιτείται άμυνα. Επιπλέον, δύσκολα είναι εύλογο να ονομάζεται «συλλογική» εκείνη ακριβώς η ανάγκη που είναι λιγότερο πιθανό να είναι ομόφωνη, αφού οι ληστές δύσκολα θα την επιθυμούσαν!10 Άλλοι οικονομολόγοι γράφουν σαν η άμυνα να είναι αναγκαστικά συλλογική επειδή είναι άυλη υπηρεσία, ενώ το ψωμί, τα αυτοκίνητα κ.λπ. είναι υλικά διαιρετά και μπορούν να πωλούνται σε άτομα. Αλλά οι «άυλες» υπηρεσίες προς άτομα αφθονούν στην αγορά. Πρέπει η διοργάνωση συναυλιών να μονοπωλείται από το κράτος επειδή οι υπηρεσίες της είναι άυλες;
Τα τελευταία χρόνια, ο καθηγητής Samuelson πρότεινε τον δικό του ορισμό των «αγαθών συλλογικής κατανάλωσης», στο πλαίσιο μιας λεγόμενης «καθαρής» θεωρίας των κρατικών δαπανών. Αγαθά συλλογικής κατανάλωσης, σύμφωνα με τον Samuelson, είναι εκείνα «τα οποία όλοι απολαμβάνουν από κοινού, με την έννοια ότι η κατανάλωση ενός τέτοιου αγαθού από κάθε άτομο δεν αφαιρεί τίποτε από την κατανάλωση του ίδιου αγαθού από οποιοδήποτε άλλο άτομο». Για κάποιον λόγο, αυτά υποτίθεται ότι είναι τα κατάλληλα αγαθά —ή τουλάχιστον αυτά— για να παρέχονται από το κράτος και όχι από την ελεύθερη αγορά.11 Η κατηγορία του Samuelson έχει δεχθεί κριτική με τη δέουσα αυστηρότητα. Ο καθηγητής Enke, για παράδειγμα, επισήμανε ότι οι περισσότερες κρατικές υπηρεσίες απλώς δεν εντάσσονται στην ταξινόμηση του Samuelson — συμπεριλαμβανομένων των αυτοκινητοδρόμων, των βιβλιοθηκών, των δικαστικών υπηρεσιών, της αστυνομίας, της πυροσβεστικής, των νοσοκομείων και της στρατιωτικής προστασίας. Πράγματι, μπορούμε να προχωρήσουμε περισσότερο και να δηλώσουμε ότι κανένα αγαθό δεν θα μπορούσε ποτέ να ενταχθεί στην κατηγορία των «αγαθών συλλογικής κατανάλωσης» του Samuelson. Ο Margolis, για παράδειγμα, αν και επικριτικός προς τον Samuelson, δέχεται την ένταξη της εθνικής άμυνας και των φάρων σε αυτή την κατηγορία. Αλλά η «εθνική άμυνα» ασφαλώς δεν είναι ένα απόλυτο αγαθό με μία μόνο μονάδα προσφοράς. Αποτελείται από συγκεκριμένους πόρους που διατίθενται με ορισμένους σαφείς και συγκεκριμένους τρόπους — και αυτοί οι πόροι είναι αναγκαστικά σπάνιοι. Ένας δακτύλιος αμυντικών βάσεων γύρω από τη Νέα Υόρκη, για παράδειγμα, μειώνει την ποσότητα που θα μπορούσε να είναι διαθέσιμη γύρω από το Σαν Φρανσίσκο. Επιπλέον, ένας φάρος φωτίζει μόνο μια ορισμένη, καθορισμένη περιοχή. Όχι μόνο η παρουσία ενός πλοίου μέσα στην περιοχή εμποδίζει άλλα να εισέλθουν σε αυτήν ταυτόχρονα, αλλά και η κατασκευή ενός φάρου σε ένα σημείο περιορίζει την κατασκευή του αλλού. Στην πραγματικότητα, αν ένα αγαθό είναι πράγματι τεχνολογικά «συλλογικό» με την έννοια του Samuelson, δεν είναι καθόλου αγαθό, αλλά φυσική συνθήκη της ανθρώπινης ευημερίας, όπως ο αέρας — διαθέσιμη σε υπεραφθονία για όλους και, επομένως, χωρίς να ανήκει στην ιδιοκτησία κανενός. Πράγματι, δεν είναι ο φάρος αλλά ο ίδιος ο ωκεανός —όταν οι θαλάσσιοι δρόμοι δεν είναι συνωστισμένοι— το «αγαθό συλλογικής κατανάλωσης», το οποίο, επομένως, παραμένει χωρίς ιδιοκτήτη. Προφανώς, ούτε το κράτος ούτε οποιοσδήποτε άλλος χρειάζεται κανονικά να παράγει ή να κατανέμει τον ωκεανό.12
Ο Tiebout, παραδεχόμενος ότι δεν υπάρχει «καθαρός» τρόπος καθορισμού ενός άριστου επιπέδου κρατικών δαπανών, επιχειρεί να διασώσει μια τέτοια θεωρία ειδικά για την τοπική αυτοδιοίκηση. Αντιλαμβανόμενος ότι η φορολογική διαδικασία, ακόμη και η διαδικασία της ψηφοφορίας, αποκλείουν την εκούσια κατάδειξη της επιλογής του καταναλωτή στο κρατικό πεδίο, υποστηρίζει ότι η αποκέντρωση και η ελευθερία εσωτερικής μετανάστευσης καθιστούν τις δαπάνες της τοπικής αυτοδιοίκησης περισσότερο ή λιγότερο άριστες —όπως μπορούμε να πούμε ότι οι δαπάνες των επιχειρήσεων στην ελεύθερη αγορά είναι «άριστες»—, αφού οι κάτοικοι μπορούν να μετακινούνται προς και από τις κοινότητες όπως επιθυμούν. Ασφαλώς, είναι αλήθεια ότι ο καταναλωτής θα βρίσκεται σε καλύτερη θέση αν μπορεί εύκολα να φύγει από μια κοινότητα υψηλής φορολογίας και να μετακινηθεί σε μια κοινότητα χαμηλής φορολογίας. Αλλά αυτό βοηθά τον καταναλωτή μόνο μέχρις ενός σημείου· δεν επιλύει το πρόβλημα των κρατικών δαπανών, το οποίο κατά τα άλλα παραμένει ίδιο. Υπάρχουν, πράγματι, και άλλοι παράγοντες εκτός από το κράτος που υπεισέρχονται στην επιλογή του τόπου κατοικίας ενός ανθρώπου, και αρκετοί άνθρωποι μπορεί να είναι δεμένοι με μια ορισμένη γεωγραφική περιοχή, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, ώστε να ανέχονται εκτεταμένη κρατική λεηλασία προτού μετακινηθούν. Επιπλέον, ένα μείζον πρόβλημα είναι ότι η συνολική χερσαία έκταση του κόσμου είναι δεδομένη και ότι τα κράτη έχουν παντού δεσμεύσει εκ των προτέρων όλη τη γη και, έτσι, επιβαρύνουν παντού τους καταναλωτές.13
Ερχόμαστε τώρα στο πρόβλημα των εξωτερικών οφελών — την κύρια δικαιολόγηση των κρατικών δραστηριοτήτων που προβάλλουν οι οικονομολόγοι.14 Όπου τα άτομα απλώς ωφελούν τον εαυτό τους με τις πράξεις τους, πολλοί συγγραφείς παραδέχονται ότι η ελεύθερη αγορά μπορεί να αφεθεί ακίνδυνα ανεμπόδιστη. Αλλά οι πράξεις των ανθρώπων μπορεί συχνά, ακόμη και ακούσια, να ωφελούν άλλους. Ενώ θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ότι αυτό αποτελεί λόγο αγαλλίασης, οι επικριτές ισχυρίζονται ότι από αυτό το γεγονός απορρέουν άφθονα δεινά. Μια ελεύθερη ανταλλαγή, στην οποία οι Α και Β ωφελούνται αμοιβαία, μπορεί να είναι καθ’ όλα αποδεκτή, λένε αυτοί οι οικονομολόγοι· τι γίνεται όμως αν ο Α κάνει εκουσίως κάτι που ωφελεί τόσο τον Β όσο και τον ίδιο, αλλά για το οποίο ο Β δεν καταβάλλει τίποτε ως αντάλλαγμα;
Υπάρχουν δύο γενικές γραμμές επίθεσης κατά της ελεύθερης αγοράς που χρησιμοποιούν τα εξωτερικά οφέλη ως σημείο κριτικής. Αν εξεταστούν μαζί, αυτά τα επιχειρήματα κατά της αγοράς και υπέρ της κρατικής παρέμβασης ή επιχειρηματικής δραστηριότητας αλληλοαναιρούνται· καθένα, όμως, πρέπει, για λόγους δικαιοσύνης, να εξεταστεί χωριστά. Ο πρώτος τύπος κριτικής επιτίθεται στον Α επειδή δεν κάνει αρκετά για τον Β. Ο ευεργέτης καταγγέλλεται ουσιαστικά επειδή λαμβάνει υπόψη αποκλειστικά τα δικά του ιδιοτελή συμφέροντα, παραμελώντας έτσι τον δυνητικό έμμεσο αποδέκτη που περιμένει σιωπηλά στο παρασκήνιο.15 Η δεύτερη γραμμή επίθεσης καταγγέλλει τον Β επειδή δέχεται ένα όφελος χωρίς να πληρώνει τον Α ως αντάλλαγμα. Ο αποδέκτης καταγγέλλεται ως αχάριστος και ουσιαστικά κλέφτης επειδή αποδέχεται το δωρεάν δώρο. Η ελεύθερη αγορά, λοιπόν, κατηγορείται για αδικία και στρέβλωση και από τις δύο ομάδες επικριτών: η πρώτη πιστεύει ότι ο ανθρώπινος εγωισμός είναι τέτοιος ώστε ο Α δεν θα ενεργεί αρκετά με τρόπους που ωφελούν τον Β· η δεύτερη ότι ο Β θα λαμβάνει υπερβολικά μεγάλη «μη δεδουλευμένη προσαύξηση» χωρίς να πληρώνει γι’ αυτήν. Και στις δύο περιπτώσεις ζητείται διορθωτική κρατική δράση: από τη μία πλευρά, η χρήση βίας για να εξαναγκαστεί ή να παρακινηθεί ο Α να ενεργεί περισσότερο με τρόπους που θα βοηθούν τον Β· από την άλλη, ο εξαναγκασμός του Β να πληρώνει τον Α για το δώρο του.
Γενικά, αυτές οι ηθικές απόψεις περιβάλλονται με την «επιστημονική» γνώμη ότι, σε αυτές τις περιπτώσεις, η δράση της ελεύθερης αγοράς παύει να είναι άριστη, αλλά πρέπει να επανέλθει στην αριστότητα μέσω διορθωτικής κρατικής δράσης. Μια τέτοια άποψη παρανοεί πλήρως την έννοια με την οποία η οικονομική επιστήμη υποστηρίζει ότι η δράση της ελεύθερης αγοράς είναι πάντοτε άριστη. Είναι άριστη όχι από τη σκοπιά των προσωπικών ηθικών απόψεων ενός οικονομολόγου, αλλά από τη σκοπιά των ελεύθερων, εκούσιων πράξεων όλων των συμμετεχόντων και της ικανοποίησης των ελεύθερα εκφραζόμενων αναγκών των καταναλωτών. Η κρατική επέμβαση, επομένως, θα απομακρύνεται αναγκαστικά και πάντοτε από ένα τέτοιο άριστο.
Είναι διασκεδαστικό ότι, ενώ καθεμία από τις δύο γραμμές επίθεσης είναι αρκετά διαδεδομένη, καθεμία μπορεί να αντικρουστεί με αρκετή επιτυχία χρησιμοποιώντας την ουσία της άλλης! Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την πρώτη — την επίθεση στον ευεργέτη. Το να καταγγέλλει κανείς τον ευεργέτη και να ζητεί εμμέσως κρατική τιμωρία για ανεπαρκείς καλές πράξεις σημαίνει ότι προβάλλει μια ηθική αξίωση του αποδέκτη έναντι του ευεργέτη. Δεν σκοπεύουμε να πραγματευτούμε τις έσχατες αξίες σε αυτό το βιβλίο. Αλλά πρέπει να γίνει σαφώς κατανοητό ότι η υιοθέτηση αυτής της θέσης σημαίνει πως ο Β δικαιούται να απαιτεί επιτακτικά από τον Α να κάνει κάτι προς όφελός του, για το οποίο ο Β δεν καταβάλλει κανένα αντάλλαγμα. Δεν χρειάζεται να υιοθετήσουμε πλήρως τη δεύτερη γραμμή επίθεσης —κατά του «λαθρεπιβάτη»—, αλλά μπορούμε ίσως να πούμε ότι είναι υπεροπτικό εκ μέρους του λαθρεπιβάτη να διεκδικεί δικαίωμα σε θέση κυριαρχίας και διαταγής. Διότι εκείνο που υποστηρίζει η πρώτη γραμμή επίθεσης είναι το ηθικό δικαίωμα του Β να απαιτεί δώρα από τον Α, διά της βίας αν χρειαστεί.
Η υποχρεωτική αποταμίευση ή οι επιθέσεις σε δυνητικούς αποταμιευτές επειδή δεν αποταμιεύουν και δεν επενδύουν αρκετά αποτελούν παραδείγματα αυτής της γραμμής επίθεσης. Ένα άλλο είναι η επίθεση στον χρήστη ενός φυσικού πόρου που εξαντλείται. Οποιοσδήποτε χρησιμοποιεί έστω και κατ’ ελάχιστον έναν τέτοιο πόρο, ανεξάρτητα από την έκταση της χρήσης, «στερεί» τη χρήση του από κάποιον μελλοντικό απόγονο. Οι «υποστηρικτές της διατήρησης των φυσικών πόρων», επομένως, ζητούν μικρότερη παρούσα χρήση τέτοιων πόρων προς όφελος μεγαλύτερης μελλοντικής χρήσης. Αυτή η υποχρεωτική ευεργεσία όχι μόνο αποτελεί παράδειγμα της πρώτης γραμμής επίθεσης, αλλά, αν υιοθετηθεί το επιχείρημα, λογικά κανένας εξαντλήσιμος πόρος δεν θα μπορούσε ποτέ να χρησιμοποιηθεί καθόλου. Διότι, όταν η μελλοντική γενιά ενηλικιωθεί, θα βρίσκεται και αυτή απέναντι σε μια μελλοντική γενιά. Ολόκληρη αυτή η γραμμή επιχειρηματολογίας είναι, επομένως, ιδιαιτέρως παράλογη.
Η δεύτερη γραμμή επίθεσης έχει την αντίθετη μορφή: καταγγελία του αποδέκτη του «δώρου». Ο αποδέκτης καταγγέλλεται ως «λαθρεπιβάτης», ως άνθρωπος που απολαμβάνει κακόβουλα τη «μη δεδουλευμένη προσαύξηση» από τις παραγωγικές πράξεις άλλων. Και αυτή είναι μια παράξενη γραμμή επίθεσης. Είναι ένα επιχείρημα που έχει ισχύ μόνο όταν στρέφεται εναντίον της πρώτης γραμμής επίθεσης, δηλαδή εναντίον του λαθρεπιβάτη που θέλει καταναγκαστικά εξασφαλισμένη λαθρεπιβίβαση. Εδώ όμως έχουμε μια κατάσταση στην οποία οι πράξεις του Α, που πραγματοποιούνται αποκλειστικά επειδή ωφελούν τον ίδιο, έχουν επίσης την ευτυχή συνέπεια να ωφελούν κάποιον άλλο. Πρέπει να αγανακτούμε επειδή η ευτυχία διαχέεται σε ολόκληρη την κοινωνία; Πρέπει να επικρίνουμε το γεγονός ότι περισσότεροι από ένας άνθρωποι ωφελούνται από τις πράξεις κάποιου; Στο κάτω κάτω, ο λαθρεπιβάτης δεν ζήτησε να μεταφερθεί δωρεάν. Το όφελος του προσφέρθηκε χωρίς να το ζητήσει, ως ευεργέτημα, επειδή ο Α ωφελείται από τη δική του πράξη. Η υιοθέτηση της δεύτερης γραμμής επίθεσης σημαίνει ότι καλούμε τους χωροφύλακες να επιβάλουν τιμωρία επειδή υπερβολικά πολλοί άνθρωποι στην κοινωνία είναι ευτυχισμένοι. Εν ολίγοις, πρέπει να φορολογούμαι επειδή απολαμβάνω τη θέα του περιποιημένου κήπου του γείτονά μου;16
Μια χαρακτηριστική περίπτωση αυτής της δεύτερης γραμμής επίθεσης αποτελεί ο πυρήνας της θέσης των οπαδών του Henry George: η επίθεση στη «μη δεδουλευμένη προσαύξηση» που προκύπτει από άνοδο της κεφαλαιακής αξίας της βασικής γης. Είδαμε παραπάνω ότι, καθώς η οικονομία προοδεύει, οι πραγματικές γαιοπρόσοδοι θα αυξάνονται μαζί με τους πραγματικούς μισθούς, με αποτέλεσμα την αύξηση της πραγματικής κεφαλαιακής αξίας της γης. Η διεύρυνση της κεφαλαιακής διάρθρωσης, του καταμερισμού της εργασίας και του πληθυσμού τείνει να καθιστά τη γη ως τοποθεσία σχετικά σπανιότερη και, επομένως, προκαλεί την αύξηση. Το επιχείρημα των οπαδών του George είναι ότι ο γαιοκτήμονας δεν είναι ηθικά υπεύθυνος για αυτή την άνοδο, η οποία προκύπτει από γεγονότα εξωτερικά προς τη γαιοκτησία του· παρ’ όλα αυτά, αποκομίζει το όφελος. Ο γαιοκτήμονας είναι, επομένως, λαθρεπιβάτης και η «μη δεδουλευμένη προσαύξησή» του ανήκει δικαιωματικά στην «κοινωνία». Αφήνοντας κατά μέρος το πρόβλημα της πραγματικής ύπαρξης της κοινωνίας και του αν «αυτή» μπορεί να κατέχει οτιδήποτε, έχουμε εδώ μια ηθική επίθεση σε μια κατάσταση λαθρεπιβίβασης.
Η δυσχέρεια αυτού του επιχειρήματος είναι ότι αποδεικνύει υπερβολικά πολλά. Διότι ποιος από εμάς θα κέρδιζε οτιδήποτε που να πλησιάζει το σημερινό πραγματικό μας εισόδημα, αν δεν υπήρχαν τα εξωτερικά οφέλη που αντλούμε από τις πράξεις άλλων; Ειδικότερα, η μεγάλη σύγχρονη συσσώρευση κεφαλαιουχικών αγαθών αποτελεί κληρονομιά από το σύνολο των καθαρών αποταμιεύσεων των προγόνων μας. Χωρίς αυτές, ανεξάρτητα από την ποιότητα του δικού μας ηθικού χαρακτήρα, θα ζούσαμε σε μια πρωτόγονη ζούγκλα. Η κληρονομιά χρηματικού κεφαλαίου από τους προγόνους μας είναι, φυσικά, απλώς κληρονομιά μεριδίων αυτής της κεφαλαιακής διάρθρωσης. Είμαστε όλοι, επομένως, λαθρεπιβάτες του παρελθόντος. Είμαστε επίσης λαθρεπιβάτες του παρόντος, διότι ωφελούμαστε από τις συνεχιζόμενες επενδύσεις των συνανθρώπων μας και από τις εξειδικευμένες δεξιότητές τους στην αγορά. Ασφαλώς, το συντριπτικό μέρος των μισθών μας, αν μπορούσε να καταλογιστεί κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα οφειλόταν σε αυτή την κληρονομιά επί της οποίας λαθρεπιβιβαζόμαστε. Ο γαιοκτήμονας δεν αποκομίζει μεγαλύτερη μη δεδουλευμένη προσαύξηση από οποιονδήποτε από εμάς. Πρέπει, επομένως, όλοι μας να υποστούμε δήμευση και να φορολογηθούμε για την ευτυχία μας; Και ποιος θα λάβει τότε τη λεία; Οι νεκροί πρόγονοί μας, που μας ευεργέτησαν επενδύοντας το κεφάλαιο;17
Μια σημαντική περίπτωση εξωτερικών οφελών είναι οι «εξωτερικές οικονομίες», οι οποίες θα μπορούσαν να προκύψουν από επενδύσεις σε ορισμένους κλάδους, αλλά δεν θα περιέρχονταν στους επιχειρηματίες ως κέρδος. Δεν χρειάζεται να σταθούμε στη μακρά συζήτηση της βιβλιογραφίας για την πραγματική έκταση αυτών των εξωτερικών οικονομιών, μολονότι είναι προφανώς αμελητέες. Έχει προταθεί επίμονα να επιδοτεί το κράτος αυτές τις επενδύσεις, ώστε η «κοινωνία» να μπορεί να αποκομίζει τις εξωτερικές οικονομίες. Αυτό είναι το επιχείρημα του Pigou υπέρ της επιδότησης εξωτερικών οικονομιών, καθώς και το παλαιό και ακόμη κυρίαρχο επιχείρημα των «νηπιακών βιομηχανιών» υπέρ ενός προστατευτικού δασμού.
Το αίτημα κρατικής επιδότησης επενδύσεων που δημιουργούν εξωτερικές οικονομίες ισοδυναμεί με μια τρίτη γραμμή επίθεσης κατά της ελεύθερης αγοράς: να εξαναγκαστούν οι Β, οι δυνητικοί ωφελούμενοι, να επιδοτήσουν τους ευεργέτες Α, ώστε οι δεύτεροι να παράγουν τα οφέλη των πρώτων. Αυτή η τρίτη γραμμή αποτελεί το προσφιλές επιχείρημα των οικονομολόγων υπέρ προτάσεων όπως τα κρατικώς ενισχυόμενα φράγματα ή έργα εγγειοβελτίωσης —οι αποδέκτες φορολογούνται για να πληρώσουν τα οφέλη τους— ή η υποχρεωτική σχολική εκπαίδευση —οι φορολογούμενοι θα ωφεληθούν τελικά από την εκπαίδευση άλλων— κ.λπ. Οι αποδέκτες επωμίζονται και πάλι το βάρος της πολιτικής· εδώ όμως δεν επικρίνονται για λαθρεπιβίβαση. Τώρα «σώζονται» από μια κατάσταση στην οποία δεν θα είχαν αποκτήσει ορισμένα οφέλη. Εφόσον δεν θα πλήρωναν γι’ αυτά, είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς από τι ακριβώς σώζονται. Η τρίτη γραμμή επίθεσης, επομένως, συμφωνεί με την πρώτη ότι η ελεύθερη αγορά, εξαιτίας του ανθρώπινου εγωισμού, δεν παράγει αρκετές πράξεις που δημιουργούν εξωτερικές οικονομίες· συντάσσεται όμως με τη δεύτερη γραμμή επίθεσης επιβαρύνοντας τους παραδόξως απρόθυμους αποδέκτες με το κόστος διόρθωσης της κατάστασης. Αν πραγματοποιηθεί αυτή η επιδότηση, είναι προφανές ότι οι αποδέκτες δεν είναι πλέον λαθρεπιβάτες· πράγματι, απλώς εξαναγκάζονται να αγοράσουν οφέλη για τα οποία, αν ενεργούσαν με ελεύθερη επιλογή, δεν θα πλήρωναν.
Ο παραλογισμός της τρίτης προσέγγισης μπορεί να αποκαλυφθεί αν αναλογιστούμε το ερώτημα: ποιος ωφελείται από την προτεινόμενη πολιτική; Ο ευεργέτης Α λαμβάνει επιδότηση, αυτό είναι αλήθεια. Αλλά συχνά είναι αμφίβολο αν ωφελείται, καθώς διαφορετικά θα είχε ενεργήσει και επενδύσει επικερδώς προς κάποια άλλη κατεύθυνση. Το κράτος απλώς τον έχει αποζημιώσει για τις ζημίες που θα υφίστατο και έχει προσαρμόσει τις απολαβές του ώστε να λαμβάνει το ισοδύναμο μιας ευκαιρίας από την οποία παραιτήθηκε. Επομένως, ο Α, αν είναι επιχείρηση, δεν ωφελείται. Όσο για τους αποδέκτες, εξαναγκάζονται από το κράτος να πληρώσουν για οφέλη που διαφορετικά δεν θα αγόραζαν. Πώς μπορούμε να πούμε ότι «ωφελούνται»;
Μια συνήθης απάντηση είναι ότι οι αποδέκτες «δεν θα μπορούσαν» να αποκτήσουν το όφελος ακόμη και αν ήθελαν να το αγοράσουν εκουσίως. Το πρώτο πρόβλημα εδώ είναι με ποια μυστηριώδη διαδικασία γνωρίζουν οι επικριτές ότι οι αποδέκτες θα ήθελαν να αγοράσουν το «όφελος». Ο μόνος τρόπος που διαθέτουμε για να γνωρίζουμε το περιεχόμενο των κλιμάκων προτίμησης είναι να τις βλέπουμε να αποκαλύπτονται σε συγκεκριμένες επιλογές. Εφόσον η συγκεκριμένη επιλογή ήταν να μην αγοραστεί το όφελος, δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για να ισχυρίζονται τρίτοι ότι η κλίμακα προτίμησης του Β ήταν «στην πραγματικότητα» διαφορετική από εκείνη που αποκαλύφθηκε στις πράξεις του.
Δεύτερον, δεν υπάρχει λόγος για τον οποίο οι δυνητικοί αποδέκτες δεν θα μπορούσαν να έχουν αγοράσει το όφελος. Σε όλες τις περιπτώσεις, ένα παραγόμενο όφελος μπορεί να πωληθεί στην αγορά και να αποφέρει αμοιβή αντίστοιχη προς την αξία του για τους καταναλωτές. Το γεγονός ότι η παραγωγή του οφέλους δεν θα ήταν επικερδής για τον επενδυτή σημαίνει ότι οι καταναλωτές δεν το αξιολογούν τόσο υψηλά όσο αξιολογούν τις χρήσεις των μη ειδικών συντελεστών σε εναλλακτικούς κλάδους παραγωγής. Το ότι το κόστος υπερβαίνει την προσδοκώμενη τιμή πώλησης σημαίνει ότι οι μη ειδικοί συντελεστές αποφέρουν περισσότερα σε άλλες κατευθύνσεις παραγωγής. Επιπλέον, στις ενδεχόμενες περιπτώσεις κατά τις οποίες ορισμένοι καταναλωτές δεν ικανοποιούνται από την έκταση της παραγωγής κάποιου οφέλους στην αγορά, είναι απολύτως ελεύθεροι να επιδοτήσουν οι ίδιοι τους επενδυτές. Μια τέτοια εκούσια επιδότηση θα ισοδυναμούσε με την καταβολή υψηλότερης αγοραίας τιμής για το όφελος και θα αποκάλυπτε την προθυμία τους να πληρώσουν αυτή την τιμή. Το γεγονός ότι, σε οποιαδήποτε περίπτωση, δεν έχει εμφανιστεί τέτοια επιδότηση εξαλείφει κάθε δικαιολόγηση μιας καταναγκαστικής επιδότησης από το κράτος. Αντί να παρέχει όφελος στους φορολογούμενους «ωφελουμένους», η καταναγκαστική επιδότηση τους επιβάλλει στην πραγματικότητα απώλεια, διότι θα μπορούσαν να είχαν δαπανήσει οι ίδιοι τα χρήματά τους σε αγαθά και υπηρεσίες μεγαλύτερης χρησιμότητας.18
Σημειώσεις
Μια πρόσφατη ένσταση αυτού του είδους εμφανίζεται στο James M. Buchanan, Public Principles of Public Debt (Homewood, Ill.: Richard D. Irwin, 1958), ιδίως σσ. 104–105. ↩︎
Είναι, ωστόσο, εσφαλμένο να λέγεται ότι τα δάνεια προς το κράτος είναι «χωρίς κίνδυνο» και ότι, επομένως, η απόδοση τόκου των κρατικών ομολόγων μπορεί να θεωρείται το καθαρό επιτόκιο. Τα κράτη μπορούν πάντοτε να αποκηρύξουν τις υποχρεώσεις τους αν το επιθυμούν, ή μπορεί να ανατραπούν και οι διάδοχοί τους να αρνηθούν να τιμήσουν τους χρεωστικούς τίτλους. ↩︎
Επομένως, παρά την κριτική του Buchanan, οι κλασικοί οικονομολόγοι όπως ο Mill είχαν δίκιο: το δημόσιο χρέος αποτελεί διπλό βάρος για την ελεύθερη αγορά· στο παρόν, επειδή πόροι αποσύρονται από την ιδιωτική χρήση και διοχετεύονται σε μη παραγωγική κρατική χρήση· και στο μέλλον, όταν οι ιδιώτες πολίτες φορολογούνται για να αποπληρωθεί το χρέος. Πράγματι, για να έχει δίκιο ο Buchanan και να μην αποτελεί βάρος το δημόσιο χρέος, θα έπρεπε να πληρούνται δύο ακραίες προϋποθέσεις: (1) ο ομολογιούχος θα έπρεπε να σκίσει το ομόλογό του, ώστε το δάνειο να αποτελεί γνήσια εκούσια συνεισφορά προς το κράτος· και (2) το κράτος θα έπρεπε να είναι ένας απολύτως εκούσιος θεσμός, συντηρούμενος αποκλειστικά από εκούσιες πληρωμές, όχι μόνο για το συγκεκριμένο χρέος αλλά για όλες τις συναλλαγές του με την υπόλοιπη κοινωνία. Πρβλ. Buchanan, Public Principles of Public Debt. ↩︎
Με τον ίδιο τρόπο, θα έπρεπε να υποστηρίξουμε ότι οι Εβραίοι που δολοφονήθηκαν από τους ναζί κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στην πραγματικότητα αυτοκτόνησαν: «Το έκαναν οι ίδιοι στους εαυτούς τους». ↩︎
Για τη σπάνια εξαίρεση ενός ελευθεριστή που αναγνωρίζει το πλεονέκτημα της αποκήρυξης από τη σκοπιά της ελεύθερης αγοράς, βλ. Frank Chodorov, «Don’t Buy Bonds», analysis, τόμ. IV, αρ. 9, Ιούλιος 1948, σσ. 1–2. ↩︎
Ένα παλαιό και καθιερωμένο παράδειγμα, που χρησιμοποιείται διαρκώς σε συγγράμματα δημόσιων οικονομικών —πεδίο ιδιαίτερα επιρρεπές σε συγκαλυμμένες ηθικές κρίσεις—, είναι οι «κανόνες δικαιοσύνης» στη φορολογία που διατύπωσε ο Adam Smith. Για μια κριτική αυτών των υποτίθεται «αυτονόητων» κανόνων, βλ. Rothbard, «Mantle of Science». ↩︎
Η ανάλυση της οικονομικής φύσης και των συνεπειών της κρατικής ιδιοκτησίας στο παρόν βιβλίο είναι αξιολογικά ουδέτερη και δεν περιλαμβάνει ηθικές κρίσεις. Είναι σφάλμα, για παράδειγμα, να πιστεύει κανείς ότι όποιος γνωρίζει τους οικονομικούς νόμους που καταδεικνύουν τις μεγάλες αναποτελεσματικότητες της κρατικής ιδιοκτησίας θα έπρεπε αναγκαστικά να επιλέγει την ιδιωτική αντί της κρατικής ιδιοκτησίας, μολονότι, φυσικά, μπορεί κάλλιστα να το πράττει. Εκείνοι που αποδίδουν υψηλή ηθική αξία, για παράδειγμα, στην κοινωνική σύγκρουση ή στη φτώχεια ή στην αναποτελεσματικότητα, ή εκείνοι που επιθυμούν έντονα να ασκούν γραφειοκρατική εξουσία επί άλλων —ή να βλέπουν ανθρώπους να υπόκεινται σε γραφειοκρατική εξουσία—, μπορεί κάλλιστα να επιλέγουν την κρατική ιδιοκτησία με ακόμη μεγαλύτερο ενθουσιασμό. Οι έσχατες ηθικές αρχές και επιλογές βρίσκονται εκτός του πεδίου αυτού του βιβλίου. Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει ότι ο συγγραφέας υποτιμά τη σημασία τους. Αντιθέτως, πιστεύει ότι η ηθική αποτελεί ορθολογικό γνωστικό κλάδο. ↩︎
Πρβλ., λοιπόν, Molinari, Society of Tomorrow, σσ. 47–95. ↩︎
Στο ίδιο, σ. 63. Για την πλάνη των συλλογικών αγαθών, βλ. S.R., «Spencer As His Own Critic», Liberty, Ιούνιος 1904, και Merlin H. Hunter και Harry K. Allen, Principles of Public Finance (New York: Harpers, 1940), σ. 22. Ο Molinari δεν πίστευε πάντοτε στην ύπαρξη «συλλογικών αγαθών», όπως φαίνεται από το αξιοσημείωτο «De la production de la sécurité», Journal des Economistes, 15 Φεβρουαρίου 1849, και το Molinari, «Onzième soirée», στο Les soirées de la Rue Saint Lazare (Paris, 1849). ↩︎
Antonio De Viti De Marco, First Principles of Public Finance (London: Jonathan Cape, 1936), σσ. 37–41. Παρόμοιο με την πρώτη κατηγορία του De Viti είναι το κριτήριο που επιχείρησε να διατυπώσει ο Baumol για τα «από κοινού» χρηματοδοτούμενα αγαθά· για μια κριτική του, βλ. Rothbard, «Toward A Reconstruction of Utility and Welfare Economics», σσ. 255–260. ↩︎
Paul A. Samuelson, «The Pure Theory of Public Expenditures», Review of Economics and Statistics, Νοέμβριος 1954, σσ. 387–389. ↩︎
Stephen Enke, «More on the Misuse of Mathematics in Economics: A Rejoinder», Review of Economics and Statistics, Μάιος 1955, σσ. 131–133· Julius Margolis, «A Comment On the Pure Theory of Public Expenditures», Review of Economics and Statistics, Νοέμβριος 1955, σσ. 347–349. Στην απάντησή του στους επικριτές, ο Samuelson, αφού σπεύδει να αρνηθεί κάθε ενδεχόμενο υπαινιγμό ότι επιθυμούσε να περιορίσει τη σφαίρα του κράτους μόνο στα συλλογικά αγαθά, υποστηρίζει ότι η κατηγορία του είναι στην πραγματικότητα μια «πολική» έννοια. Τα αγαθά στον πραγματικό κόσμο υποτίθεται ότι είναι απλώς μείγματα των «πολικών άκρων» των δημόσιων και ιδιωτικών αγαθών. Αλλά αυτές οι έννοιες, ακόμη και με τους ίδιους τους όρους του Samuelson, σαφώς δεν είναι πολικές· εξαντλούν τις δυνατές περιπτώσεις. Είτε η κατανάλωση ενός αγαθού από τον Α μειώνει τη δυνατή κατανάλωση του Β είτε όχι: αυτές οι δύο εναλλακτικές αποκλείονται αμοιβαία και εξαντλούν τις δυνατότητες. Ουσιαστικά, ο Samuelson έχει εγκαταλείψει την κατηγορία του τόσο ως θεωρητικό όσο και ως πρακτικό εργαλείο. Paul A. Samuelson, «Diagrammatic Exposition of a Theory of Public Expenditure», Review of Economics and Statistics, Νοέμβριος 1955, σσ. 350–356. ↩︎
Charles M. Tiebout, «A Pure Theory of Local Expenditures», Journal of Political Economy, Οκτώβριος 1956, σσ. 416– 424. Σε ένα σημείο, ο Tiebout φαίνεται να παραδέχεται ότι η θεωρία του θα ήταν έγκυρη μόνο αν κάθε άνθρωπος μπορούσε κατά κάποιον τρόπο να είναι «η δική του δημοτική αρχή». Στο ίδιο, σ. 421.
Στο πλαίσιο μιας οξυδερκούς κριτικής της ιδέας του ανταγωνισμού μεταξύ κρατικών αρχών, η Colorado Springs Gazette-Telegraph έγραψε τα ακόλουθα:
Αν ο φορολογούμενος ήταν ελεύθερος να ενεργεί ως πελάτης, αγοράζοντας μόνο εκείνες τις υπηρεσίες που θεωρούσε χρήσιμες για τον ίδιο και των οποίων η τιμή βρισκόταν εντός των δυνατοτήτων του, τότε αυτός ο ανταγωνισμός μεταξύ κρατικών αρχών θα ήταν θαυμάσιο πράγμα. Αλλά, επειδή ο φορολογούμενος δεν είναι πελάτης αλλά απλώς κυβερνώμενος, δεν είναι ελεύθερος να επιλέγει. Απλώς εξαναγκάζεται να πληρώνει. ... Με το κράτος δεν υπάρχει σχέση παραγωγού και πελάτη. Υπάρχει μόνο η σχέση που πάντοτε υφίσταται μεταξύ εκείνων που κυβερνούν και εκείνων που κυβερνώνται. Οι κυβερνώμενοι δεν είναι ποτέ ελεύθεροι να αρνηθούν τις υπηρεσίες ή τα προϊόντα του κυβερνήτη. ... Αντί να προσπαθούν να δουν ποια αρχή θα μπορούσε να εξυπηρετεί καλύτερα τους κυβερνωμένους, κάθε αρχή άρχισε να ανταγωνίζεται όλες τις άλλες με βάση τις φορολογικές εισπράξεις της. ... Το θύμα αυτού του ανταγωνισμού είναι πάντοτε ο φορολογούμενος. ... Τώρα ο φορολογούμενος δέχεται την επίθεση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, της πολιτειακής κυβέρνησης, της σχολικής επιτροπής, της κομητείας και του δήμου. Καθεμία από αυτές τις αρχές ανταγωνίζεται για το τελευταίο δολάριο που διαθέτει. (Colorado Springs Gazette-Telegraph, 16 Ιουλίου 1958) ↩︎
Το πρόβλημα του «εξωτερικού κόστους», που συνήθως αντιμετωπίζεται ως συμμετρικό προς τα εξωτερικά οφέλη, δεν συνδέεται πραγματικά με αυτά: αποτελεί συνέπεια της αποτυχίας πλήρους επιβολής των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας. Αν οι πράξεις του Α βλάπτουν την περιουσία του Β και το κράτος αρνείται να σταματήσει την πράξη και να επιβάλει αποζημίωση, τα δικαιώματα ιδιοκτησίας και, επομένως, η ελεύθερη αγορά δεν προστατεύονται και δεν διατηρούνται πλήρως. Ως εκ τούτου, τα εξωτερικά κόστη —για παράδειγμα, ζημίες από καπνό— αποτελούν αποτυχίες διατήρησης μιας πλήρως ελεύθερης αγοράς και όχι ελαττώματα αυτής της αγοράς. Βλ. Mises, Human Action, σσ. 650–653· και de Jouvenel, «Political Economy of Gratuity», σσ. 522–526. ↩︎
Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, τα οφέλη που προκαλούν ανησυχία είναι μόνο τα έμμεσα, όπου ο Β ωφελείται ακούσια από την πράξη του Α. Τα άμεσα δώρα, ή η φιλανθρωπία, όπου ο Α απλώς δωρίζει χρήματα στον Β, δεν δέχονται επίθεση υπό την κατηγορία του εξωτερικού οφέλους. ↩︎
«Αν οι γείτονές μου προσλάβουν ιδιωτικούς φύλακες, με ωφελούν έμμεσα και παρεμπιπτόντως. Αν οι γείτονές μου χτίσουν ωραία σπίτια ή καλλιεργήσουν κήπους, συμβάλλουν έμμεσα στην απόλαυση του ελεύθερου χρόνου μου. Δικαιούνται να με φορολογούν για αυτά τα οφέλη επειδή δεν μπορώ να τα “αποποιηθώ”;» (S.R., «Spencer As His Own Critic»). ↩︎
Υπάρχει δικαιοσύνη, όπως και ωμή ευθύτητα, στην κριτική του Benjamin Tucker:
«Τι προσδίδει αξία στη γη;» ρωτά ο αιδεσιμότατος Hugh O. Pentecost [οπαδός του George]. Και απαντά: «Η παρουσία πληθυσμού — η κοινότητα. Επομένως, η πρόσοδος, ή η αξία της γης, ανήκει ηθικά στην κοινότητα». Τι προσδίδει αξία στο κήρυγμα του κ. Pentecost; Η παρουσία πληθυσμού — η κοινότητα. Επομένως, ο μισθός του κ. Pentecost, ή η αξία του κηρύγματός του, ανήκει ηθικά στην κοινότητα. (Tucker, Instead of a Book, σ. 357) ↩︎
Όπως δηλώνει ο Mises:
... τα μέσα που χρειάζεται ένα κράτος για να λειτουργεί μια εγκατάσταση με ζημία ή για να επιδοτεί ένα μη επικερδές σχέδιο πρέπει να αποσπώνται είτε από τη δαπανητική και επενδυτική δύναμη των φορολογουμένων είτε από την αγορά δανείων. ... Όσα περισσότερα δαπανά το κράτος, τόσα λιγότερα δαπανά το κοινό. Τα δημόσια έργα ... πληρώνονται με χρήματα που αφαιρούνται από τους πολίτες. Αν το κράτος δεν είχε παρέμβει, οι πολίτες θα τα χρησιμοποιούσαν για την υλοποίηση σχεδίων που υπόσχονταν κέρδος και των οποίων η υλοποίηση παραμελείται αποκλειστικά εξαιτίας της κρατικής παρέμβασης. Ωστόσο, αυτό το μη πραγματοποιημένο σχέδιο θα ήταν επικερδές, δηλαδή θα χρησιμοποιούσε τα σπάνια μέσα παραγωγής σύμφωνα με τις πιο επιτακτικές ανάγκες των καταναλωτών. Από τη σκοπιά των καταναλωτών, η χρησιμοποίηση αυτών των μέσων παραγωγής για την υλοποίηση ενός μη επικερδούς σχεδίου είναι σπάταλη. Τους στερεί ικανοποιήσεις τις οποίες προτιμούν από εκείνες που μπορεί να τους προσφέρει το υποστηριζόμενο από το κράτος σχέδιο. (Mises, Human Action, σ. 655)
Οι Ellis και Fellner, στην εξέτασή τους για τις εξωτερικές οικονομίες, αγνοούν το θεμελιώδες γεγονός ότι η επιδότηση αυτών των οικονομιών πρέπει να γίνεται εις βάρος κεφαλαίων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για μεγαλύτερες ικανοποιήσεις αλλού. Οι Ellis και Fellner δεν αντιλαμβάνονται ότι η ανασκευή τους της θέσης του Pigou, σύμφωνα με την οποία οι κλάδοι αυξανόμενου κόστους είναι υπερβολικά ανεπτυγμένοι, καταστρέφει κάθε δυνατή βάση για επιδότηση των κλάδων φθίνοντος κόστους. Howard S. Ellis και William Fellner, «External Economies and Diseconomies», στο Readings in Price Theory (Chicago: Blakiston Co., 1952), σσ. 242–263. ↩︎


