Σχολιασμός8 Σεπτεμβρίου 20264 λεπτά ανάγνωσης

«Η Άρση της Ανωνυμίας στο Διαδίκτυο υπό το πρίσμα του Ludwig von Mises»

Κρατικός παρεμβατισμός και η συζήτηση για την κρατικά επιβαλλόμενη απαγόρευση ανωνυμίας στο διαδίκτυο.

Η κρατική απαγόρευση της ανωνυμίας στα κοινωνικά δίκτυα μπορεί να αναλυθεί με βάση το μεγαλειώδες έργο Ανθρώπινη Δράση (Human Action) του Ludwig von Mises ως μια παρέμβαση που περιορίζει την ελευθερία επιλογής, παραμερίζει τις διαφορετικές ανάγκες των ατόμων και συγχέει την αντιμετώπιση συγκεκριμένων παρανομιών με τον καθολικό έλεγχο των όρων συμμετοχής στον δημόσιο διάλογο.

Έχοντας ζήσει τον προηγούμενο αιώνα, ο Ludwig von Mises δεν έγραψε βεβαίως για τα κοινωνικά δίκτυα. Το ακόλουθο άρθρο αποτελεί όμως εφαρμογή των αρχών του έργου του, όχι απόδοση σε αυτόν μιας θέσης που διατύπωσε για τη διαδικτυακή ανωνυμία. Αφορά την κρατικά επιβαλλόμενη απαγόρευση, και όχι την επιλογή μιας ιδιωτικής υπηρεσίας να απαιτεί πραγματικά ονόματα.

Η επιθυμία για ασφάλεια δεν αποδεικνύει την ορθότητα του μέσου

Αφετηρία της Ανθρώπινης δράσης είναι ότι τα άτομα ενεργούν χρησιμοποιώντας μέσα για να επιτύχουν σκοπούς. Η ορθότητα ενός μέσου δεν αποδεικνύεται από το πόσο επιθυμητός είναι ο σκοπός του. Χρειάζεται να εξετάσουμε αν πράγματι τον υπηρετεί και ποιες άλλες συνέπειες προκαλεί.

Η μείωση των απειλών, της απάτης και της παρενόχλησης αποτελεί θεμιτό σκοπό. Δεν συνεπάγεται, όμως, ότι η υποχρεωτική ταυτοποίηση κάθε χρήστη είναι αναγκαίο ή κατάλληλο μέσο.

Για να δικαιολογηθεί μια τέτοια πολιτική, δεν αρκεί να παρουσιαστούν παραδείγματα ανώνυμων παραβατών. Πρέπει να εξεταστεί τι αλλάζει για όλους: για τους παραβάτες, για τα θύματα, για τους υπόλοιπους χρήστες και για τις επιχειρήσεις που παρέχουν τις υπηρεσίες.

Η ύπαρξη κατάχρησης μιας δυνατότητας δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι η γενική κατάργησή της υπηρετεί την κοινωνική συνεργασία.

Η αποκάλυψη της ταυτότητας έχει διαφορετικό κόστος για κάθε άνθρωπο

Στην ανάλυση του Mises, η αξία συνδέεται με τις επιλογές και τις αξιολογήσεις των δρώντων ατόμων. Δεν μπορούμε να θεωρούμε ότι μια υποχρέωση επιβαρύνει όλους εξίσου επειδή έχει την ίδια νομική διατύπωση.

Για έναν ήδη αναγνωρίσιμο δημόσιο σχολιαστή, η εμφάνιση του πραγματικού ονόματος μπορεί να μην αλλάζει σχεδόν τίποτε. Για έναν εργαζόμενο που καταγγέλλει εργοδοτικές πρακτικές, ένα θύμα κακοποίησης ή έναν πολίτη που επικρίνει ισχυρά τοπικά ή άλλα συμφέροντα, μπορεί να αλλάζει τα πάντα.

Η ανωνυμία ή η χρήση σταθερού ψευδωνύμου επιτρέπει σε αυτούς τους ανθρώπους να διαχωρίζουν τη συμμετοχή τους σε μια συζήτηση από τη δημόσια έκθεση της αστικής τους ταυτότητας. Η απαγόρευση αφαιρεί αυτή την επιλογή.

Το αποτέλεσμα δεν είναι αναγκαστικά πιο υπεύθυνος λόγος. Μπορεί να είναι λιγότερος λόγος, και μάλιστα λιγότερος νόμιμος και κοινωνικά χρήσιμος λόγος. Η τυπική δυνατότητα να δημοσιεύσει κάποιος παραμένει, αλλά το προσωπικό τίμημα μπορεί να γίνει απαγορευτικό.

Η ταυτοποίηση μόνο προς την πλατφόρμα είναι λιγότερο εκθετική από τη δημόσια αναγραφή ονόματος, αλλά δεν είναι χωρίς κόστος: απαιτεί εμπιστοσύνη στον φορέα που διαχειρίζεται τη σύνδεση ταυτότητας και δραστηριότητας.

Επομένως, η μείωση των προσβλητικών σχολίων, ακόμη και αν επιτευχθεί, δεν αρκεί ως συνολικός απολογισμός. Πρέπει να συνυπολογιστούν και οι καταγγελίες, οι μαρτυρίες και οι συζητήσεις που δεν πραγματοποιήθηκαν εξαιτίας της νέας υποχρέωσης.

Η ελευθερία απαιτεί δυνατότητα διαφορετικών θεσμικών επιλογών

Στο κεφάλαιο XV, ενότητα 6, ο Mises εξετάζει την ελευθερία μέσα στην κοινωνική συνεργασία και τη σχέση της με τον κρατικό καταναγκασμό. Εφαρμοζόμενο εδώ, το κρίσιμο ζήτημα είναι ποιος αποφασίζει τους όρους συμμετοχής.

Διαφορετικές υπηρεσίες μπορούν να προσφέρουν διαφορετικούς συνδυασμούς ιδιωτικότητας και επαλήθευσης. Ένα επαγγελματικό δίκτυο μπορεί να απαιτεί πραγματικά ονόματα. Μια κοινότητα υποστήριξης μπορεί να θεωρεί την ψευδωνυμία απαραίτητη. Μια άλλη υπηρεσία μπορεί να προσφέρει εθελοντική επαλήθευση.

Η μιζεσιανή υπεράσπιση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας δεν συνεπάγεται ότι όλες οι πλατφόρμες οφείλουν να φιλοξενούν ανώνυμους χρήστες. Συνεπάγεται, όμως, ισχυρό επιχείρημα υπέρ της δυνατότητας διαφορετικών επιλογών, αντί της κρατικής επιβολής ενός μοναδικού μοντέλου.

Η καθολική απαγόρευση δεν επιτρέπει στους χρήστες να επιλέξουν μεγαλύτερη ιδιωτικότητα με το αντίστοιχο κόστος της· αποφασίζει προκαταβολικά ότι αυτή η επιλογή δεν πρέπει να προσφέρεται.

Η ταυτότητα δεν υποκαθιστά την αξιοπιστία

Η κοινωνική συνεργασία δεν βασίζεται αποκλειστικά στη γνώση του ονοματεπωνύμου του άλλου. Βασίζεται επίσης στην εμπειρία, στη φήμη και στην αξιολόγηση της συμπεριφοράς του.

Ένα σταθερό ψευδώνυμο μπορεί να αποκτήσει ιστορικό αξιοπιστίας. Ο κάτοχός του μπορεί να έχει λόγο να προστατεύει αυτή τη φήμη. Αντίστροφα, ένας επώνυμος χρήστης μπορεί να ψεύδεται ή να απειλεί.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η ταυτοποίηση δεν έχει ποτέ χρησιμότητα. Σημαίνει ότι πρέπει να διακρίνουμε την επιβεβαίωση της ταυτότητας από την επιβεβαίωση της αλήθειας και την αποτροπή της παρανομίας.

Η καθολική απαίτηση πραγματικού ονόματος δεν εξαλείφει αυτή τη διάκριση. Απλώς επιβάλλει έναν συγκεκριμένο μηχανισμό εμπιστοσύνης εις βάρος άλλων.

Ευθύνη για πράξεις, όχι υποχρεωτική ταυτοποίηση ως γενικός όρος

Ο Mises δεν υποστηρίζει την κατάργηση του κράτους ή την ανοχή στη βία και στην απάτη. Στην Ανθρώπινη Δράση, η προστασία της ειρηνικής κοινωνικής συνεργασίας αποτελεί ουσιώδη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού καταναγκασμού.

Άρα, η μιζεσιανή υπεράσπιση της ανωνυμίας δεν ισοδυναμεί με υπεράσπιση της ατιμωρησίας. Το επιχείρημα είναι ότι η διερεύνηση συγκεκριμένων παρανομιών και η καθολική προληπτική ταυτοποίηση αποτελούν διαφορετικές πολιτικές.

Είναι αλήθεια ότι η έλλειψη στοιχείων μπορεί να δυσχεραίνει μια έρευνα. Η υπεράσπιση της ανωνυμίας οφείλει να αναγνωρίζει αυτό το κόστος. Αλλά και η αντίθετη πλευρά οφείλει να αναγνωρίζει ότι η ευκολότερη επιβολή του νόμου δεν αποτελεί το μοναδικό κριτήριο μιας ελεύθερης κοινωνίας.

Η Ανθρώπινη Δράση δεν μπορεί να μας δώσει εμπειρικά ποσοστά αποτελεσματικότητας για μια σύγχρονη ρύθμιση. Μας υποχρεώνει, όμως, να μην αντιμετωπίζουμε τον περιορισμό της ελευθερίας ως ανέξοδο μέσο.

Το συνεκτικό συμπέρασμα είναι επομένως το εξής: η πολιτεία πρέπει να αντιμετωπίζει συγκεκριμένες παράνομες πράξεις χωρίς να καταργεί, ελλείψει επαρκούς συγκριτικής τεκμηρίωσης, τη δυνατότητα νόμιμης ανώνυμης ή ψευδώνυμης συμμετοχής. Η ελευθερία επιλογής και η διαφοροποίηση των υπηρεσιών επιτρέπουν να συνυπάρχουν διαφορετικές ανάγκες. Η καθολική απαγόρευση τις υποτάσσει σε μία διοικητική απάντηση.

Η ανωνυμία δεν εγγυάται υπεύθυνη συμπεριφορά. Η κατάργησή της, όμως, αφαιρεί μια χρήσιμη δυνατότητα από όλους για να αντιμετωπίσει την κατάχρησή της από ορισμένους. Αυτό ακριβώς είναι το βήμα που χρειάζεται δικαιολόγηση — και δεν δικαιολογείται απλώς με την επίκληση της ασφάλειας.

Σχετικά κείμενα