Η πραξεολογία στην επικαιρότηταΦορολογία
Φόρος στα κρυπτοστοιχεία: όταν ό,τι δεν αποδεικνύεται μετράει μηδέν
Τι έγινε. Στις 26 Οκτωβρίου το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών κατέθεσε στη Βουλή νομοσχέδιο που, μεταξύ άλλων ρυθμίσεων, θεσπίζει ειδικό πλαίσιο για τη φορολόγηση των κρυπτοστοιχείων. Το νομοσχέδιο εξετάζεται από τη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων και δεν έχει ακόμη ψηφιστεί (Βουλή). Όπως κατατέθηκε, προσθέτει στον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος το άρθρο 42Β: η υπεραξία που αποκτούν τα φυσικά πρόσωπα από τη μεταβίβαση κρυπτοστοιχείων θα φορολογείται με συντελεστή 10%. Ως μεταβίβαση θεωρείται όχι μόνο η πώληση έναντι χρημάτων, αλλά και η χρήση κρυπτοστοιχείων για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών. Υπεραξία είναι η διαφορά ανάμεσα στην τιμή κτήσης και στην τιμή μεταβίβασης, και η τιμή κτήσης προκύπτει από τα παραστατικά του παρόχου ή από στοιχεία του κατανεμημένου καθολικού (distributed ledger)· «Αν η τιμή κτήσης δεν μπορεί να προσδιορισθεί, θεωρείται ότι είναι μηδενική». Φόρος δεν οφείλεται όταν η καθαρή υπεραξία του έτους δεν υπερβαίνει τα 500 ευρώ. Επιπλέον, οι αποδόσεις από τον δανεισμό κρυπτονομισμάτων και από τη δέσμευσή τους σε μηχανισμούς επικύρωσης συναλλαγών (staking) εντάσσονται στους τόκους, που φορολογούνται με 15%, και η αγορά κρυπτοστοιχείων προστίθεται στις δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων, δηλαδή στα τεκμήρια, «για τη διασφάλιση ελέγχου της προέλευσης των κεφαλαίων». Όλες αυτές οι διατάξεις θα εφαρμόζονται από το φορολογικό έτος 2027 (Taxheaven, Το Βήμα).
Η πραξεολογική ματιά. Η αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου γράφει ότι το κρυπτοστοιχείο ορίστηκε ευρέως, «προκειμένου να διασφαλίζεται η φορολογική ουδετερότητα». Η πραξεολογία όμως δείχνει ότι τέτοια ουδετερότητα δεν υπάρχει. Ουδέτερος φόρος θα ήταν ένας φόρος που θα άφηνε την αγορά όπως θα ήταν χωρίς αυτόν. Κάθε φόρος όμως αφαιρεί από κάποιους πόρους που θα διέθεταν στους δικούς τους σκοπούς, και έτσι αλλάζει τι θα αγόραζαν, τι θα αποταμίευαν και πώς θα συναλλάσσονταν. Ο Ludwig von Mises, στην «Ανθρώπινη Δράση» (Human Action), εξηγεί ότι στη μεταβαλλόμενη οικονομία της αγοράς, τη μόνη που υπάρχει στην πραγματικότητα, η ουδετερότητα είναι αδύνατη:
«Στο πλαίσιο ενός τέτοιου συστήματος κανένας φόρος δεν μπορεί να είναι ουδέτερος. Η ίδια η ιδέα ενός ουδέτερου φόρου είναι εξίσου απραγματοποίητη με την ιδέα του ουδέτερου χρήματος.»
Σε αυτό το νομοσχέδιο η μη ουδετερότητα φαίνεται με γυμνό μάτι. Όποιος πληρώνει έναν καφέ σε ευρώ δεν έχει καμία υπεραξία να υπολογίσει. Όποιος τον πληρώνει με κρυπτοστοιχείο μεταβιβάζει, κατά το νομοσχέδιο, περιουσιακό στοιχείο: πρέπει να γνωρίζει πόσο του κόστισε, να το συγκρίνει με την αξία του σε ευρώ τη στιγμή της πληρωμής και να προσθέσει τη διαφορά στην υπεραξία του έτους. Η αιτιολογική έκθεση το λέει ρητά: τα κρυπτοστοιχεία αντιμετωπίζονται φορολογικά «ως άυλα περιουσιακά στοιχεία και όχι ως νόμιμο μέσο πληρωμής». Το νόμιμο μέσο πληρωμής, το ευρώ, μένει έξω από τον λογαριασμό· κάθε άλλο μέσο ανταλλαγής που θα ήθελε να το ανταγωνιστεί ξεκινά με ένα κόστος που το ευρώ δεν έχει. Το χρήμα όμως δεν το δημιούργησε κάποιος νομοθέτης. Ο Carl Menger, στο «Περί της Προέλευσης του Χρήματος» (On the Origin of Money), το γράφει καθαρά: «Το χρήμα δεν δημιουργήθηκε διά νόμου. Ως προς την προέλευσή του, αποτελεί κοινωνικό και όχι κρατικό θεσμό.» Δεν χρειάζεται να πιστεύει κανείς ότι κάποιο κρυπτονόμισμα θα γίνει ποτέ χρήμα· αυτό θα το κρίνουν όσοι συναλλάσσονται. Ο φόρος όμως παίρνει θέση στον ανταγωνισμό: επιβαρύνει κάθε χρήση του αντιπάλου και αφήνει αφορολόγητη την ίδια χρήση του χρήματος αναγκαστικής κυκλοφορίας.
Υπάρχει και δεύτερη ασυμμετρία. Η υπεραξία μετριέται σε ευρώ, και το άρθρο 42Β δεν προβλέπει καμία διόρθωση για τη μεταβολή της αγοραστικής δύναμης του ευρώ. Τον Σεπτέμβριο οι τιμές καταναλωτή στην ευρωζώνη ήταν κατά 3,8% υψηλότερες από ό,τι έναν χρόνο νωρίτερα (Eurostat). Όποιος κράτησε ένα κρυπτοστοιχείο για έναν χρόνο και το πούλησε 3,8% ακριβότερα σε ευρώ δεν κέρδισε τίποτα σε πραγματικούς όρους· απλώς διατήρησε όσα είχε. Ο νόμος όμως θα το μετρήσει ως κέρδος. Ο Murray N. Rothbard, στο «Εξουσία και Αγορά» (Power and Market), εξηγεί γιατί τα ονομαστικά κεφαλαιακά κέρδη δεν είναι κατ’ ανάγκην εισόδημα:
«Αν η αγοραστική δύναμη έχει μειωθεί στο μισό, τότε μια μεταβολή της κεφαλαιακής αξίας ενός περιουσιακού στοιχείου από 50 σε 100 δεν αντιπροσωπεύει πραγματικό κεφαλαιακό κέρδος· απλώς αντανακλά τη διατήρηση του πραγματικού κεφαλαίου καθώς οι ονομαστικές αξίες διπλασιάζονται.»
Λίγο παρακάτω καταλήγει: «κατά τον πληθωρισμό φορολογείται το κεφάλαιο και όχι το καθαρό εισόδημα».
Η πιο αποκαλυπτική διάταξη, όμως, είναι εκείνη για την τιμή κτήσης που δεν αποδεικνύεται. Αν ο κάτοχος δεν έχει πια το παραστατικό μιας αγοράς που έκανε πριν από χρόνια, η τιμή κτήσης θεωρείται μηδενική και ολόκληρη η τιμή πώλησης λογίζεται ως υπεραξία. Για όσα κρυπτοστοιχεία αποκτήθηκαν με εξόρυξη (mining) εκτός επιχειρηματικής δραστηριότητας, η αιτιολογική έκθεση διευκρινίζει ότι λαμβάνεται μηδενική τιμή κτήσης, παρόλο που η εξόρυξη κοστίζει ρεύμα και εξοπλισμό. Ο φόρος τότε δεν πέφτει σε ένα κέρδος· πέφτει σε ολόκληρο το ποσό, δηλαδή και στο κεφάλαιο που κάποτε αποταμιεύτηκε και επενδύθηκε. Το βάρος της απόδειξης περνά στον πολίτη: δεν χρειάζεται να δείξει η φορολογική διοίκηση ότι υπάρχει κέρδος· πρέπει να δείξει ο φορολογούμενος πόσο του κόστισε αυτό που πουλά και, με το νέο τεκμήριο, από πού βρήκε τα χρήματα για να το αγοράσει. Ποια έγγραφα θα γίνονται δεκτά ως απόδειξη θα το ορίσει αργότερα απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ).
Η έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους που συνοδεύει το νομοσχέδιο προβλέπει από αυτές τις διατάξεις «ετήσια αύξηση εσόδων». Αυτό είναι το μόνο βέβαιο αποτέλεσμα: πόροι περνούν από όσους αποταμίευσαν και συναλλάχθηκαν στο κράτος. Η «ουδετερότητα» της αιτιολογικής έκθεσης δεν είναι ιδιότητα του φόρου· είναι επιχείρημα υπέρ του. Ο Rothbard, στο ίδιο έργο, κλείνει τη συζήτηση:
«Αλλά αν η ουδέτερη φορολογία είναι, κατά βάθος, αδύνατη, απομένουν δύο λογικοί δρόμοι για τους υπέρμαχους του ουδέτερου φόρου: είτε να εγκαταλείψουν τον στόχο της ουδετερότητας είτε να εγκαταλείψουν την ίδια τη φορολογία.»
Το νομοσχέδιο δεν διαλέγει κανέναν από τους δύο δρόμους: κρατά τον φόρο και δανείζεται το όνομα της ουδετερότητας.
Δείτε επίσης: Murray N. Rothbard, «Εξουσία και Αγορά» (Power and Market), κεφάλαιο «Δυαδική Παρέμβαση: Φορολογία» (Binary Intervention: Taxation) · Ludwig von Mises, «Ανθρώπινη Δράση» (Human Action), κεφάλαιο 28: «Παρέμβαση μέσω της φορολογίας» (Interference by Taxation) — Γλωσσάρι: έμμεση ανταλλαγή · υγιές χρήμα · καταναγκασμός — Χάρτης ιδεών: ουδετερότητα (της φορολογίας)