Εργαλεία30 Οκτωβρίου 2026

Η πραξεολογία στην επικαιρότητα

Σύντομα σχόλια σε θέματα της ελληνικής επικαιρότητας, με παραπομπές στα κεφάλαια των βιβλίων και στους όρους του Γλωσσαρίου που τα εξηγούν.

Πραξεολόγος

Σύντομα σχόλια σε θέματα της ελληνικής επικαιρότητας υπό το πρίσμα της πραξεολογίας. Κάθε σημείωση παραπέμπει στα κεφάλαια των βιβλίων και στους όρους του Γλωσσαρίου που εξηγούν το θέμα.

Η τιμή του χρόνου, με απόφαση συνεδρίασης

Τι έγινε. Στις 29/10 το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας άφησε αμετάβλητα τα τρία βασικά επιτόκιά της: 2,50% στη διευκόλυνση αποδοχής καταθέσεων, 2,65% στις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης και 2,90% στη διευκόλυνση οριακής χρηματοδότησης (ΕΚΤ). Την ίδια μέρα η Christine Lagarde ανακοίνωσε ότι αποχωρεί από την προεδρία στις 7 Φεβρουαρίου 2027, αντί για τον Οκτώβριο του 2027, όταν λήγει η θητεία της· τον διάδοχό της θα τον διορίσει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (CNN Greece, ΕΚΤ). Η απόφαση πάρθηκε ενώ οι τιμές καταναλωτή στις 21 χώρες της ευρωζώνης ήταν τον Σεπτέμβριο 3,8% υψηλότερες από έναν χρόνο πριν (Eurostat).

Η πραξεολογική ματιά. Το επιτόκιο δεν είναι τεχνικός μοχλός· είναι η τιμή του χρόνου. Λέει πόσο περισσότερο μετρά για τον καθένα μας ένα αγαθό σήμερα από το ίδιο αγαθό σε έναν χρόνο, και σε αυτή την τιμή συναντιούνται όποιος μπορεί να περιμένει και αποταμιεύει με όποιον χρειάζεται πόρους τώρα για να παραγάγει αργότερα. Ο Murray N. Rothbard, στο «Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος» (Man, Economy, and State), δεν αφήνει περιθώριο για κανέναν τρίτο:

«Αυτό το καθαρό επιτόκιο, λοιπόν, καθορίζεται αποκλειστικά από τις χρονικές προτιμήσεις των ατόμων στην κοινωνία και από κανέναν άλλον παράγοντα.»

Οι χρονικές προτιμήσεις εκατομμυρίων ανθρώπων δεν συνοψίζονται σε έναν αριθμό που αποφασίζεται κάθε έξι εβδομάδες. Η κεντρική τράπεζα δεν τις γνωρίζει· ορίζει μόνο τους όρους με τους οποίους δανείζει στις τράπεζες και δέχεται τις καταθέσεις τους, και μέσω αυτών σπρώχνει το κόστος του δανεισμού σε 21 χώρες. Όταν το επιτόκιο κρατιέται χαμηλότερα από όσο θα το όριζαν οι πραγματικές αποταμιεύσεις, η πιστωτική επέκταση στέλνει λάθος μήνυμα σε κάθε επιχειρηματία που σχεδιάζει μια επένδυση:

«Η πιστωτική επέκταση των τραπεζών είχε αλλοιώσει εκείνο το απαραίτητο «σήμα» —το επιτόκιο— που πληροφορεί τους επιχειρηματίες πόσες αποταμιεύσεις είναι διαθέσιμες και ποια χρονική διάρκεια σχεδίων θα είναι επικερδής.»

Τα σχέδια που ξεκινούν με βάση αυτό το σήμα είναι οι εσφαλμένες επενδύσεις της άνθησης, και ο Ludwig von Mises, στην «Ανθρώπινη Δράση» (Human Action), περιγράφει πώς τελειώνει η ιστορία:

«Δεν υπάρχει κανένα μέσο αποφυγής της τελικής κατάρρευσης μιας άνθησης που προκλήθηκε από πιστωτική επέκταση.»

Και το κόστος δεν μοιράζεται ίσα. Το νέο χρήμα φτάνει πρώτα στις τράπεζες και σε όσους δανείζονται από αυτές, και τελευταίο στον μισθωτό, στον συνταξιούχο και σε όποιον κρατά μετρητά (φαινόμενο Cantillon). Όπως το γράφει ο Murray N. Rothbard στο «Τί έχει Κάνει η Κυβέρνηση στα Χρήματά μας;» (What Has Government Done to Our Money?), ο πληθωρισμός είναι «ένας αγώνας –για το ποιος θα πάρει το νέο χρήμα πρώτος». Ο αποταμιευτής το βλέπει στον λογαριασμό του: αν οι τιμές συνεχίσουν να ανεβαίνουν με τον ρυθμό του Σεπτεμβρίου, ακόμη και το 2,50% που πληρώνει η ΕΚΤ στις καταθέσεις των τραπεζών μένει κάτω από την άνοδό τους, και ένα ευρώ που περιμένει έναν χρόνο αγοράζει λιγότερα.

Τον Φεβρουάριο θα αλλάξει το πρόσωπο στην κορυφή της ΕΚΤ. Το ερώτημα όμως δεν είναι ποιος θα ορίζει την τιμή του χρόνου, αλλά γιατί να την ορίζει οποιοσδήποτε άλλος από όσους αποταμιεύουν και δανείζονται.

Δείτε επίσης: Murray N. Rothbard, «Τί έχει Κάνει η Κυβέρνηση στα Χρήματά μας;» (What Has Government Done to Our Money?), ενότητα «Κεντρική Τραπεζική: Καθοδήγηση του Πληθωρισμού» (Central Banking: Directing the Inflation) — Γλωσσάρι: χρονική προτίμηση · καθαρό επιτόκιο · οικονομικός κύκλος · χρήμα αναγκαστικής κυκλοφορίας — Χάρτης ιδεών: επιτόκιο

Επιδότηση στην αντλία: ποιος πληρώνει τη φθηνότερη βενζίνη;

Τι έγινε. Ο εκπρόσωπος Τύπου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Όμηρος Τσάπαλος, δήλωσε στις 29/10 ότι η κυβέρνηση οδεύει προς παράταση των υφιστάμενων επιδοτήσεων σε ντίζελ, βενζίνη και πετρέλαιο θέρμανσης για τουλάχιστον 15 ημέρες, δηλαδή για το πρώτο δεκαπενθήμερο του Νοεμβρίου (enikos.gr).

Η πραξεολογική ματιά. Η τιμή στην αντλία είναι πληροφορία: λέει στον καθένα μας ότι το καύσιμο έγινε σπανιότερο και τον αφήνει να αποφασίσει ο ίδιος ποια διαδρομή ή ποια ώρα θέρμανσης αξίζει το κόστος. Η επιδότηση δεν κάνει το πετρέλαιο λιγότερο σπάνιο· μεταφέρει μέρος της τιμής από τον οδηγό στον φορολογούμενο, που μένει με λιγότερα χρήματα για τις δικές του επιλογές.

Γιατί; Η επιδότηση δεν βγάζει ούτε ένα λίτρο παραπάνω. Το κόστος για να εξορυχθεί, να διυλιστεί και να φτάσει το καύσιμο στο πρατήριο μένει το ίδιο· αλλάζει μόνο ποιος το πληρώνει. Ό,τι δεν πληρώνει ο οδηγός στην αντλία το πληρώνουν οι φορολογούμενοι: με φόρους σήμερα, με δανεισμό, δηλαδή με φόρους αύριο, ή με πληθωρισμό, όταν το χρέος καλύπτεται τελικά με νέο χρήμα αναγκαστικής κυκλοφορίας που μειώνει την αγοραστική δύναμη όσων κρατούν ευρώ. Ανάμεσά τους είναι και ο ίδιος ο οδηγός, αλλά και όποιος δεν έχει καν αυτοκίνητο. Τα χρήματα που του αφαιρούνται θα τα διέθετε στους δικούς του σκοπούς, στο φαγητό, στο ενοίκιο ή στην αποταμίευση· τώρα πηγαίνουν σε καύσιμα, επειδή το αποφάσισε το κράτος και όχι εκείνος. Η απόφαση για το πού πάνε οι πόροι περνά από το άτομο στο κράτος, και αυτό είναι το κόστος ευκαιρίας που δεν γράφεται στην απόδειξη του πρατηρίου (ο ίδιος ο εκπρόσωπος παραδέχτηκε ότι τα δημοσιονομικά περιθώρια «είναι περιορισμένα»).

Υπάρχει και δεύτερη συνέπεια. Μια τιμή που κρατιέται τεχνητά χαμηλά κρύβει τη σπανιότητα αντί να τη δείχνει: ο καθένας βλέπει στην αντλία μικρότερο κόστος από το πραγματικό και καταναλώνει περισσότερο απ' όσο θα κατανάλωνε αν το έβλεπε ολόκληρο. Έτσι η επιδότηση πιέζει ακόμη περισσότερο ένα αγαθό που ήδη σπανίζει, και όσο ανεβαίνει η κατανάλωση, τόσο μεγαλώνει ο λογαριασμός για όλους. Ο Mises, πάντως, ξεχωρίζει αυτή τη λύση από το πλαφόν: η επιδότηση έχει φανερό λογαριασμό, ενώ μια ανώτατη τιμή κάτω από την τιμή της αγοράς διώχνει τους οριακούς παραγωγούς και φέρνει λιγότερο αγαθό, όχι περισσότερο.

«Εάν η κυβέρνηση επιθυμεί να καταστήσει δυνατό για τους φτωχούς γονείς να δίνουν περισσότερο γάλα στα παιδιά τους, πρέπει να αγοράζει γάλα στην τιμή της αγοράς και να το πωλεί σε αυτούς τους φτωχούς ανθρώπους φθηνότερα, υφιστάμενη ζημία· η ζημία αυτή μπορεί να καλυφθεί από τα έσοδα που συγκεντρώνονται μέσω της φορολογίας.»

← ΕργαλείαΓλωσσάρι Αυστριακής Σχολής