Αρθρογραφία15 Σεπτεμβρίου 20267 λεπτά ανάγνωσης

«Οι Συνέπειες του «Τυπώματος Χρήματος» από τις Κεντρικές Τράπεζες»

Κρατικός παρεμβατισμός στο χρήμα και η επίδραση της νομισματικής επέκτασης στην καθημερινή ζωή των ατόμων.

Όταν δημιουργείται χρήμα, ποιος πληρώνει; Η επίδραση της νομισματικής επέκτασης στην καθημερινή ζωή

Όταν μια κεντρική τράπεζα δημιουργεί νέο χρήμα, δεν δημιουργεί αυτομάτως περισσότερα τρόφιμα, κατοικίες, μηχανήματα ή υπηρεσίες. Αυξάνει τα χρηματικά μέσα με τα οποία μπορούν να αγοραστούν τα υπάρχοντα αγαθά. Η διάκριση αυτή βρίσκεται στον πυρήνα της ανάλυσης του Mises και του Rothbard: το χρήμα διευκολύνει την ανταλλαγή του πλούτου, αλλά η αύξηση της ποσότητάς του δεν ισοδυναμεί με αύξηση του πραγματικού πλούτου.

Για τον εργαζόμενο, τον συνταξιούχο, τον αποταμιευτή ή τον μικρό επιχειρηματία, το ζήτημα δεν είναι αφηρημένο. Αφορά το τι μπορεί να αγοράσει ο μισθός του, πόσο εύκολα μπορεί να αποκτήσει κατοικία, αν οι αποταμιεύσεις του διατηρούν την αξία τους και πόσο ασφαλής είναι η θέση εργασίας του.

Στην αυστριακή προσέγγιση, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι απλώς πόσο νέο χρήμα δημιουργείται. Είναι επίσης ποιος το λαμβάνει πρώτος, από ποια οδό εισέρχεται στην οικονομία και ποιες αποφάσεις μεταβάλλει πριν ακόμη αυξηθεί αισθητά το γενικό επίπεδο των τιμών.

1. Τι σημαίνει στην πράξη «τύπωμα χρήματος»;

Η έκφραση «τύπωμα χρήματος» είναι παραστατική, αλλά δεν περιγράφει πλήρως τη σημερινή διαδικασία. Μεγάλο μέρος της δημιουργίας χρήματος γίνεται ηλεκτρονικά, όχι με την εκτύπωση χαρτονομισμάτων.

Μια κεντρική τράπεζα μπορεί, για παράδειγμα, να αγοράσει τίτλους δημιουργώντας νέα τραπεζικά αποθεματικά. Οι εμπορικές τράπεζες, με τη σειρά τους, μπορούν να δημιουργούν καταθέσεις όταν χορηγούν δάνεια. Πρόκειται για συνδεδεμένες, αλλά διακριτές διαδικασίες: τα αποθεματικά που διατηρούν οι τράπεζες στην κεντρική τράπεζα δεν είναι το ίδιο πράγμα με τις καταθέσεις που χρησιμοποιούν τα νοικοκυριά για τις καθημερινές τους πληρωμές.

Γι’ αυτό, η αύξηση των αποθεματικών δεν συνεπάγεται αυτομάτως ισόποση αύξηση της καταναλωτικής δαπάνης ή κάποιον σταθερό πολλαπλασιασμό των δανείων. Μεσολαβούν η ζήτηση για πίστωση, οι τραπεζικές αποφάσεις, οι κεφαλαιακοί περιορισμοί και η επιθυμία επιχειρήσεων και νοικοκυριών να διακρατούν χρήμα.

Για τον Mises, ιδιαίτερη σημασία έχουν τα χρηματικά υποκατάστατα που είναι αποδεκτά ως άμεσα διαθέσιμα μέσα πληρωμής, χωρίς να καλύπτονται πλήρως από χρήμα βάσης. Το ακάλυπτο αυτό μέρος αντιστοιχεί στον τεχνικό όρο fiduciary media. Η έννοια επιτρέπει να διακρίνουμε την πίστωση που μεταφέρει ήδη αποταμιευμένους πόρους από την πίστωση που συνοδεύεται από δημιουργία πρόσθετων μέσων πληρωμής.

2. Το νέο χρήμα δεν φτάνει σε όλους ταυτόχρονα

Ας υποθέσουμε ότι το νέο χρήμα εισέρχεται στην οικονομία μέσω αγορών χρηματοοικονομικών τίτλων. Οι πρώτες επιδράσεις εμφανίζονται στις σχετικές αγορές και στους λογαριασμούς των πωλητών. Αν εισέλθει μέσω τραπεζικού δανεισμού, οι πρώτοι άμεσοι αποδέκτες είναι οι δανειολήπτες.

Οι αποδέκτες αυτοί μπορούν να αυξήσουν τις δαπάνες τους πριν προσαρμοστούν όλες οι τιμές. Αγοράζουν αγαθά, υπηρεσίες ή περιουσιακά στοιχεία σε τιμές που δεν έχουν ακόμη ενσωματώσει ολόκληρη την επίδραση της νέας χρηματικής ζήτησης. Καθώς δαπανούν, τα πρόσθετα χρηματικά υπόλοιπα περνούν σε άλλους και η επίδρασή τους εξαπλώνεται.

Ο μισθωτός, όμως, μπορεί να δει πρώτα την αύξηση του ενοικίου και των εξόδων διατροφής και πολύ αργότερα την αύξηση του μισθού του. Ο συνταξιούχος ενδέχεται να περιμένει ακόμη περισσότερο.

Αυτή η άνιση χρονική ακολουθία, γνωστή στη σχετική βιβλιογραφία ως «επίδραση Cantillon», είναι θεμελιώδης για την αυστριακή ανάλυση. Το νέο χρήμα δεν είναι ουδέτερο: μεταβάλλει σχετικές τιμές, εισοδήματα και περιουσιακές θέσεις.

Δεν σημαίνει ότι κάθε πρώτος αποδέκτης οπωσδήποτε ωφελείται ή ότι κάθε τελευταίος αποδέκτης ζημιώνεται στον ίδιο βαθμό. Σημαίνει ότι η διαδικασία δεν ισοδυναμεί με μια ταυτόχρονη, αναλογική αύξηση όλων των τιμών και όλων των εισοδημάτων.

3. Γιατί ο ίδιος μισθός αγοράζει λιγότερα

Ο εργαζόμενος δεν ζει από το χρηματικό ποσό που αναγράφεται στη μισθοδοσία του, αλλά από τα αγαθά και τις υπηρεσίες που μπορεί να αποκτήσει με αυτό. Η διάκριση είναι ανάμεσα στο ονομαστικό εισόδημα και στην πραγματική αγοραστική του δύναμη.

Αν ο μισθός αυξηθεί κατά 3%, ενώ το κόστος του προσωπικού καλαθιού δαπανών αυξηθεί κατά 7%, το βιοτικό επίπεδο υποχωρεί παρά την ονομαστική αύξηση. Η οικογένεια ενδέχεται να περιορίσει τη θέρμανση, να αναβάλει μια ιατρική εξέταση ή να εγκαταλείψει την προσπάθεια αποταμίευσης.

Στον Rothbard, ο όρος «πληθωρισμός» χρησιμοποιείται πρωτίστως για τη νομισματική επέκταση, όχι απλώς για την άνοδο ενός δείκτη τιμών. Στη σημερινή συνήθη χρήση, αντίθετα, ο όρος δηλώνει κυρίως τη γενικευμένη αύξηση των τιμών. Η διάκριση έχει σημασία, διότι η αιτία και ένα πιθανό αποτέλεσμά της δεν πρέπει να συγχέονται.

Ούτε κάθε αύξηση τιμών οφείλεται στη δημιουργία χρήματος. Μια κακή σοδειά, μια ενεργειακή διαταραχή ή η καταστροφή παραγωγικών εγκαταστάσεων μπορούν επίσης να αυξήσουν το κόστος ζωής.

Αντιστρόφως, η νομισματική επέκταση μπορεί να συγκρατεί τις τιμές πάνω από το επίπεδο στο οποίο διαφορετικά θα είχαν πέσει. Αν η παραγωγικότητα αυξάνεται, η σταθερότητα ενός δείκτη τιμών μπορεί να συγκαλύπτει το γεγονός ότι οι καταναλωτές στερούνται τις μειώσεις τιμών που θα προέκυπταν χωρίς την επέκταση.

4. Η αποταμίευση και η αθέατη μεταφορά αγοραστικής δύναμης

Για ένα νοικοκυριό, η αποταμίευση αντιπροσωπεύει κατανάλωση που αναβλήθηκε: εργασία του παρελθόντος που προορίζεται να χρηματοδοτήσει μελλοντικές ανάγκες.

Όταν μειώνεται η αγοραστική δύναμη του χρήματος, τα μετρητά και οι καταθέσεις με απόδοση χαμηλότερη από την αύξηση του κόστους ζωής χάνουν πραγματική αξία. Το υπόλοιπο του λογαριασμού μπορεί να μη μειωθεί καθόλου, αλλά να αγοράζει λιγότερα.

Η αναδιανομή αφορά επίσης τις συμβάσεις χρέους. Μια απροσδόκητη άνοδος των τιμών μπορεί να ευνοήσει τον οφειλέτη ενός δανείου σταθερού ονομαστικού επιτοκίου εις βάρος του πιστωτή: η αποπληρωμή γίνεται σε χρήμα μικρότερης αγοραστικής δύναμης. Το όφελος, ωστόσο, δεν είναι αυτόματο. Εξαρτάται και από την εξέλιξη του εισοδήματος του οφειλέτη. Στα δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου, η αύξηση των επιτοκίων μπορεί να επιβαρύνει σοβαρά τη δόση.

Ο Rothbard παρουσιάζει τη νομισματική χρηματοδότηση των κρατικών δαπανών ως μορφή έμμεσης αφαίρεσης αγοραστικής δύναμης. Το κράτος αποκτά δυνατότητα δαπάνης χωρίς να επιβάλει εκείνη τη στιγμή έναν αντίστοιχο, εμφανή φόρο.

Ο χαρακτηρισμός «κρυφός φόρος» αποδίδει αυτή τη λειτουργία, αλλά δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως κυριολεκτικός, ομοιόμορφος φόρος. Η επιβάρυνση κατανέμεται άνισα, ανάλογα με τα εισοδήματα, τα περιουσιακά στοιχεία, τις υποχρεώσεις και τη χρονική θέση κάθε ανθρώπου στη διαδικασία.

5. Η φθηνή πίστωση και η εντύπωση αυξημένης ευημερίας

Η αυστριακή κριτική δεν περιορίζεται στο ακριβότερο καλάθι του νοικοκυριού. Αφορά και την επίδραση της πιστωτικής επέκτασης στην παραγωγή.

Στην ανάλυση του Mises, το επιτόκιο συνδέει τις αποφάσεις αποταμίευσης με τις αποφάσεις επένδυσης. Όταν οι άνθρωποι περιορίζουν την παρούσα κατανάλωση, μπορούν να αποδεσμευθούν πραγματικοί πόροι για επενδυτικά σχέδια που θα αποδώσουν αργότερα.

Η δημιουργία πρόσθετης τραπεζικής πίστωσης μπορεί να πιέσει τα επιτόκια κάτω από το επίπεδο που θα αντανακλούσε την εθελούσια αποταμίευση. Τότε ορισμένες επενδύσεις φαίνονται κερδοφόρες, παρότι δεν έχει προηγηθεί αντίστοιχη αποδέσμευση πραγματικών πόρων.

Το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι πραγματοποιούνται «πάρα πολλές επενδύσεις». Είναι ότι η παραγωγή προσανατολίζεται σε σχέδια ασύμβατα με τη διαθέσιμη αποταμίευση και με τις προτιμήσεις των καταναλωτών μεταξύ παρούσας και μελλοντικής κατανάλωσης. Αυτές είναι οι εσφαλμένες επενδύσεις που βρίσκονται στον πυρήνα της αυστριακής θεωρίας του οικονομικού κύκλου (austrian business cycle theory).

Η αρχική εικόνα μπορεί να είναι ιδιαίτερα ελκυστική: νέες οικοδομές, περισσότερες προσλήψεις, αυξανόμενα κέρδη και άνοδος των τιμών των ακινήτων. Όμως τα πρόσθετα χρηματικά μέσα δεν δημιουργούν από μόνα τους περισσότερους εξειδικευμένους εργαζομένους, πρώτες ύλες ή χρόνο.

Όταν οι περιορισμοί αυτοί γίνουν εμφανείς (ή όταν επιβραδυνθεί η πιστωτική επέκταση) ορισμένα σχέδια παύουν να είναι βιώσιμα. Ακολουθούν ακυρώσεις επενδύσεων, ζημίες και απολύσεις.

6. Πώς μια πιστωτική άνθηση (credit boom) γίνεται οικογενειακή ανασφάλεια

Για τον απλό πολίτη, η διαδικασία αυτή έχει πολύ συγκεκριμένες συνέπειες.

Ένας νέος εργαζόμενος μπορεί να αποκτήσει δεξιότητες για έναν κλάδο που αναπτύσσεται χάρη στην πιστωτική άνθηση και αργότερα να βρεθεί αντιμέτωπος με μακρά ανεργία. Μια οικογένεια μπορεί να αγοράσει κατοικία σε υψηλή τιμή, θεωρώντας ότι η άνοδος θα συνεχιστεί. Ένας μικρός επιχειρηματίας μπορεί να επεκτείνει την επιχείρησή του, εκλαμβάνοντας μια προσωρινή αύξηση της ζήτησης ως μόνιμη.

Η άνοδος των περιουσιακών στοιχείων μπορεί επίσης να ευνοήσει τους ήδη ιδιοκτήτες και να δυσκολέψει όσους προσπαθούν να αποκτήσουν την πρώτη τους κατοικία. Έτσι, ακόμη και μια περίοδος σχετικά ήπιων αυξήσεων στις τιμές καταναλωτή μπορεί να συνοδεύεται από μεγαλύτερα εμπόδια στην οικονομική ανεξαρτησία των νεότερων νοικοκυριών.

Κατά την αυστριακή ερμηνεία, η ύφεση αποκαλύπτει ασυμβατότητες που δημιουργήθηκαν κατά την προηγούμενη άνθηση. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ύφεση έχει αποκλειστικά νομισματική αιτία, ούτε ότι ο ανθρώπινος πόνος αποτελεί επιθυμητό γεγονός. Σημαίνει ότι η αποτροπή της αρχικής στρέβλωσης θεωρείται ουσιωδέστερη από τη διαρκή προσπάθεια συντήρησής της με νέα πίστωση.

7. Η κοινή θέση και η διαφορά μεταξύ του Ludwig von Mises και Murray N. Rothbard

Ο Mises και ο Rothbard συμφωνούν ότι η δημιουργία χρήματος δεν αποτελεί ανεξάντλητη πηγή κοινωνικής ευημερίας. Δίνουν έμφαση στην αναδιανομή που προκαλεί η νομισματική επέκταση και στη δυνατότητα της πιστωτικής επέκτασης να αποδιοργανώσει τον συντονισμό αποταμίευσης και επένδυσης.

Δεν ταυτίζονται, όμως, σε κάθε θεσμικό και ηθικό συμπέρασμα. Ο Rothbard υποστηρίζει πλήρη κάλυψη των καταθέσεων όψεως με χρήμα βάσης και καταδικάζει την τραπεζική με κλασματικά αποθεματικά και από τη σκοπιά των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας. Η θέση αυτή δεν πρέπει να αποδίδεται αδιακρίτως στον Mises, του οποίου η ανάλυση δίνει ιδιαίτερο βάρος και στους περιορισμούς που μπορεί να επιβάλει ο τραπεζικός ανταγωνισμός χωρίς κρατικά προνόμια και στήριξη.

Η διάκριση είναι αναγκαία για μια πιστή παρουσίαση: η αυστριακή σχολή διαθέτει κοινό θεωρητικό πυρήνα, όχι απόλυτη ομοφωνία σε κάθε ζήτημα τραπεζικής οργάνωσης.

Το τελικό ερώτημα είναι τι μπορεί να αγοράσει ο άνθρωπος

Το βασικό μήνυμα των έργων αυτών είναι απλό, χωρίς να είναι απλουστευτικό: η ευημερία δεν μετριέται από την ποσότητα του χρήματος, αλλά από την επάρκεια και την ποιότητα των αγαθών και υπηρεσιών που οι άνθρωποι μπορούν να αποκτήσουν.

Η νομισματική επέκταση μπορεί να διευκολύνει προσωρινά τη χρηματοδότηση, να αυξήσει ονομαστικά εισοδήματα και να ενισχύσει την εντύπωση ευημερίας. Δεν καταργεί, όμως, τη σπανιότητα των πραγματικών πόρων. Κατά τον Mises και τον Rothbard, όταν επιχειρείται να υποκατασταθεί η αποταμίευση με δημιουργία χρήματος και πίστωσης, το τίμημα εμφανίζεται ως αναδιανομή αγοραστικής δύναμης, στρέβλωση επενδυτικών αποφάσεων και οικονομική αστάθεια.

Για τον συνηθισμένο άνθρωπο, επομένως, το ουσιώδες δεν είναι αν κυκλοφορούν περισσότερα χρήματα. Είναι αν ο μισθός του εξασφαλίζει περισσότερα πραγματικά αγαθά, αν οι αποταμιεύσεις του διατηρούν την αξία τους και αν μπορεί να σχεδιάζει το μέλλον του πάνω σε διατηρήσιμες οικονομικές συνθήκες.

Πραξεολόγος

Σχετικά κείμενα