Εργαλεία30 Οκτωβρίου 2026

Για μια Νέα Ελευθερία: Κεφάλαιο 10: Ο Δημόσιος Τομέας, I: Το Κράτος ως Επιχειρηματίας

Murray N. Rothbard · For a New Liberty: The Libertarian Manifesto

Πραξεολόγος

← Κεφάλαιο 9: Πληθωρισμός και Οικονομικός ΚύκλοςΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 11: Ο Δημόσιος Τομέας, II: Οδοί και Δρόμοι →

Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.

Αγγλικό πρωτότυπο: Murray N. Rothbard, For a New Liberty: The Libertarian Manifesto, 2η έκδοση, Ludwig von Mises Institute, 2006 (ηλεκτρονική έκδοση). © 1973, 1978 Murray N. Rothbard· © 2006 Ludwig von Mises Institute. Πηγή: mises.org/library/book/new-liberty-libertarian-manifesto.

Η μετάφραση ακολουθεί την αναθεωρημένη έκδοση του 1978, ενώ το αγγλικό κείμενο εδώ είναι η έκδοση του Mises Institute (2006). Γι’ αυτό ο «Πρόλογος» του Rothbard (Φεβρουάριος 1978), η τελευταία παράγραφος του κεφαλαίου 15 στην ελληνική και το «Παράρτημα: Το Λιμπερταριανό Κίνημα» δεν έχουν αγγλικό αντίστοιχο εδώ (το παράρτημα δεν περιλαμβάνεται), ενώ η ενότητα «Toward a Free America» υπάρχει μόνο στα αγγλικά. Ο «Πρόλογος Μεταφραστή» και η εισαγωγή του Llewellyn H. Rockwell, Jr. (2005) της αγγλικής έκδοσης δεν περιλαμβάνονται. Οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ) εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται.

Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.

Ελληνικά · μετάφραση: Πραξεολόγος
English · πρωτότυπο

Κεφάλαιο 10: Ο Δημόσιος Τομέας, I: Το Κράτος ως Επιχειρηματίας

↗ στη σελίδα του βιβλίου

10 The Public Sector, I: Government in Business

1

Οι άνθρωποι τείνουν να παραδίδονται στη συνήθεια και σε αυτονόητες, ανεξέταστες πρακτικές, ιδίως στο πεδίο της κρατικής δραστηριότητας. Στην αγορά, και γενικότερα στην κοινωνία, αναμένουμε την αλλαγή και προσαρμοζόμαστε γρήγορα σε αυτήν, στα αδιάκοπα θαυμαστά επιτεύγματα και στις βελτιώσεις του πολιτισμού μας. Νέα προϊόντα, νέοι τρόποι ζωής, νέες ιδέες συχνά γίνονται δεκτά με ενθουσιασμό. Στο πεδίο του κράτους, όμως, ακολουθούμε τυφλά την πορεία αιώνων, αρκούμενοι στην πεποίθηση ότι ό,τι υπήρχε πρέπει να είναι και σωστό. Ειδικότερα, το κράτος, στις Ηνωμένες Πολιτείες και αλλού, επί αιώνες και φαινομενικά από αμνημονεύτων χρόνων, μας παρέχει ορισμένες ουσιώδεις και αναγκαίες υπηρεσίες, τις οποίες σχεδόν όλοι αναγνωρίζουν ως σημαντικές: προστασία —στρατιωτική, αστυνομική, δικαστική και νομική—, πυρόσβεση, οδούς και δρόμους, ύδρευση, αποχέτευση και αποκομιδή απορριμμάτων, ταχυδρομικές υπηρεσίες κ.λπ. Το κράτος έχει ταυτιστεί τόσο πολύ στη συνείδηση του κοινού με την παροχή αυτών των υπηρεσιών, ώστε μια επίθεση κατά της κρατικής χρηματοδότησης εκλαμβάνεται από πολλούς ως επίθεση κατά της ίδιας της υπηρεσίας. Έτσι, αν κάποιος υποστηρίξει ότι το κράτος δεν πρέπει να παρέχει δικαστικές υπηρεσίες και ότι οι ιδιωτικές επιχειρήσεις στην αγορά θα μπορούσαν να τις παρέχουν αποτελεσματικότερα και με ηθικότερο τρόπο, οι άνθρωποι τείνουν να θεωρούν ότι αρνείται τη σημασία των ίδιων των δικαστηρίων.

People tend to fall into habits and into unquestioned ruts, especially in the field of government. On the market, in society in general, we expect and accommodate rapidly to change, to the unending marvels and improvements of our civilization. New products, new life styles, new ideas are often embraced eagerly. But in the area of government we follow blindly in the path of centuries, content to believe that whatever has been must be right. In particular, government, in the United States and elsewhere, for centuries and seemingly from time immemorial has been supplying us with certain essential and necessary services, services which nearly everyone concedes are important: defense (including army, police, judicial, and legal), firefighting, streets and roads, water, sewage and garbage disposal, postal service, etc. So identified has the State become in the public mind with the provision of these services that an attack on State financing appears to many people as an attack on the service itself. Thus if one maintains that the State should not supply court services, and that private enterprise on the market could supply such service more efficiently as well as more morally, people tend to think of this as denying the importance of courts themselves.

2

Ο λιμπερταριανός που επιθυμεί να αντικαταστήσει το κράτος με ιδιωτικές επιχειρήσεις στους παραπάνω τομείς αντιμετωπίζεται, επομένως, όπως θα αντιμετωπιζόταν αν το κράτος, για διάφορους λόγους, προμήθευε από αμνημονεύτων χρόνων υποδήματα ως μονοπώλιο χρηματοδοτούμενο από φόρους. Αν το κράτος, και μόνο το κράτος, είχε το μονοπώλιο της κατασκευής και της λιανικής πώλησης υποδημάτων, πώς θα αντιμετώπιζε το μεγαλύτερο μέρος του κοινού τον λιμπερταριανό που θα εμφανιζόταν τώρα για να υποστηρίξει ότι το κράτος πρέπει να αποσυρθεί από τον κλάδο των υποδημάτων και να τον ανοίξει στην ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριότητα; Αναμφίβολα ως εξής: οι άνθρωποι θα φώναζαν: «Πώς μπορείτε; Είστε αντίθετος στο να φοράει παπούτσια ο λαός και οι φτωχοί! Και ποιος θα προμηθεύει παπούτσια στον κόσμο αν το κράτος αποσυρθεί από αυτή τη δραστηριότητα; Πείτε μας αυτό! Να είστε εποικοδομητικός! Είναι εύκολο να είστε αρνητικός και να κάνετε τον έξυπνο εις βάρος του κράτους· αλλά πείτε μας ποιος θα προμηθεύει παπούτσια; Ποιοι άνθρωποι; Πόσα καταστήματα υποδημάτων θα υπάρχουν σε κάθε πόλη και κωμόπολη; Πώς θα εξασφαλίζουν κεφάλαια οι επιχειρήσεις υποδημάτων; Πόσες μάρκες θα υπάρχουν; Τι υλικά θα χρησιμοποιούν; Τι καλαπόδια; Πώς θα καθορίζονται οι τιμές των παπουτσιών; Δεν θα χρειαζόταν ρύθμιση του κλάδου των υποδημάτων για να διασφαλίζεται ότι το προϊόν είναι καλής ποιότητας; Και ποιος θα προμηθεύει παπούτσια στους φτωχούς; Τι γίνεται αν ένας φτωχός δεν έχει τα χρήματα για να αγοράσει ένα ζευγάρι;»

The libertarian who wants to replace government by private enterprises in the above areas is thus treated in the same way as he would be if the government had, for various reasons, been supplying shoes as a tax-financed monopoly from time immemorial. If the government and only the government had had a monopoly of the shoe manufacturing and retailing business, how would most of the public treat the libertarian who now came along to advocate that the government get out of the shoe business and throw it open to private enterprise? He would undoubtedly be treated as follows: people would cry, “How could you? You are opposed to the public, and to poor people, wearing shoes! And who would supply shoes to the public if the government got out of the business? Tell us that! Be constructive! It’s easy to be negative and smart-alecky about government; but tell us who would supply shoes? Which people? How many shoe stores would be available in each city and town? How would the shoe firms be capitalized? How many brands would there be? What material would they use? What lasts? What would be the pricing arrangements for shoes? Wouldn’t regulation of the shoe industry be needed to see to it that the product is sound? And who would supply the poor with shoes? Suppose a poor person didn’t have the money to buy a pair?”

3

Αυτά τα ερωτήματα, όσο γελοία φαίνονται και είναι σε σχέση με τον κλάδο των υποδημάτων, είναι εξίσου παράλογα όταν απευθύνονται στον λιμπερταριανό που υποστηρίζει μια ελεύθερη αγορά στην πυρόσβεση, στην αστυνόμευση, στις ταχυδρομικές υπηρεσίες ή σε οποιαδήποτε άλλη κρατική δραστηριότητα. Το κρίσιμο σημείο είναι ότι ο υπέρμαχος μιας ελεύθερης αγοράς σε οποιονδήποτε τομέα δεν μπορεί να προσφέρει εκ των προτέρων ένα «εποικοδομητικό» λεπτομερές σχέδιο αυτής της αγοράς. Η ουσία και το μεγαλείο της ελεύθερης αγοράς έγκεινται στο ότι μεμονωμένες εταιρείες και επιχειρήσεις, ανταγωνιζόμενες στην αγορά, παρέχουν έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο συνδυασμό αποτελεσματικών και διαρκώς εξελισσόμενων αγαθών και υπηρεσιών: βελτιώνουν συνεχώς τα προϊόντα και τις αγορές, προάγουν την τεχνολογία, μειώνουν το κόστος και ανταποκρίνονται στις μεταβαλλόμενες απαιτήσεις των καταναλωτών όσο το δυνατόν ταχύτερα και αποτελεσματικότερα. Ο λιμπερταριανός οικονομολόγος μπορεί να επιχειρήσει να δώσει ορισμένες κατευθύνσεις για το πώς θα μπορούσαν να αναπτυχθούν οι αγορές εκεί όπου σήμερα η ανάπτυξή τους εμποδίζεται ή περιορίζεται· δεν μπορεί όμως να κάνει πολλά περισσότερα από το να δείξει τον δρόμο προς την ελευθερία, να ζητήσει από το κράτος να πάψει να παρεμποδίζει τις παραγωγικές και διαρκώς εφευρετικές δυνάμεις των ανθρώπων, όπως εκφράζονται στην εθελοντική δραστηριότητα της αγοράς. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τον αριθμό των επιχειρήσεων, το μέγεθος καθεμιάς, τις τιμολογιακές πολιτικές κ.λπ. οποιασδήποτε μελλοντικής αγοράς οποιασδήποτε υπηρεσίας ή εμπορεύματος. Γνωρίζουμε απλώς —από την οικονομική θεωρία και την ιστορική κατανόηση— ότι μια τέτοια ελεύθερη αγορά θα επιτελεί το έργο απείρως καλύτερα από το καταναγκαστικά επιβαλλόμενο μονοπώλιο του γραφειοκρατικού κράτους.

These questions, ridiculous as they seem to be and are with regard to the shoe business, are just as absurd when applied to the libertarian who advocates a free market in fire, police, postal service, or any other government operation. The point is that the advocate of a free market in anything cannot provide a “constructive” blueprint of such a market in advance. The essence and the glory of the free market is that individual firms and businesses, competing on the market, provide an ever-changing orchestration of efficient and progressive goods and services: continually improving products and markets, advancing technology, cutting costs, and meeting changing consumer demands as swiftly and as efficiently as possible. The libertarian economist can try to offer a few guidelines on how markets might develop where they are now prevented or restricted from developing; but he can do little more than point the way toward freedom, to call for government to get out of the way of the productive and ever-inventive energies of the public as expressed in voluntary market activity. No one can predict the number of firms, the size of each firm, the pricing policies, etc., of any future market in any service or commodity. We just know—by economic theory and by historical insight—that such a free market will do the job infinitely better than the compulsory monopoly of bureaucratic government.

4

Στο ερώτημα πώς θα πληρώνουν οι φτωχοί για προστασία, πυροπροστασία, ταχυδρομικές υπηρεσίες κ.λπ., η βασική απάντηση μπορεί να δοθεί με το αντερώτημα: πώς πληρώνουν οι φτωχοί για οτιδήποτε αποκτούν σήμερα στην αγορά; Η διαφορά είναι ότι γνωρίζουμε πως η ελεύθερη ιδιωτική αγορά θα παρέχει αυτά τα αγαθά και τις υπηρεσίες πολύ φθηνότερα, σε μεγαλύτερη αφθονία και με πολύ υψηλότερη ποιότητα από ό,τι το μονοπωλιακό κράτος σήμερα. Όλοι στην κοινωνία θα ωφελούνταν, και ιδίως οι φτωχοί. Γνωρίζουμε επίσης ότι το τεράστιο φορολογικό βάρος για τη χρηματοδότηση αυτών και άλλων δραστηριοτήτων θα έπαυε να βαραίνει τους ώμους όλων, συμπεριλαμβανομένων των φτωχών.

How will the poor pay for defense, fire protection, postal service, etc., can basically be answered by the counter-question: how do the poor pay for anything they now obtain on the market? The difference is that we know that the free private market will supply these goods and services far more cheaply, in greater abundance, and of far higher quality than monopoly government does today. Everyone in society would benefit, and especially the poor. And we also know that the mammoth tax burden to finance these and other activities would be lifted from the shoulders of everyone in society, including the poor.

5

Είδαμε παραπάνω ότι τα καθολικά αναγνωρισμένα πιεστικά προβλήματα της κοινωνίας μας συνδέονται όλα με κρατικές δραστηριότητες. Είδαμε επίσης ότι οι τεράστιες κοινωνικές συγκρούσεις που περιπλέκονται με το δημόσιο σχολικό σύστημα θα εξαφανίζονταν αν επιτρεπόταν σε κάθε ομάδα γονέων να χρηματοδοτεί και να στηρίζει όποια εκπαίδευση προτιμούσε για τα παιδιά της. Οι σοβαρές αναποτελεσματικότητες και οι έντονες συγκρούσεις ενυπάρχουν όλες στην κρατική λειτουργία. Αν το κράτος, για παράδειγμα, παρέχει μονοπωλιακές υπηρεσίες —στην εκπαίδευση ή στην ύδρευση—, τότε οποιαδήποτε απόφαση λαμβάνει επιβάλλεται καταναγκαστικά στη δύσμοιρη μειονότητα, είτε πρόκειται για τις εκπαιδευτικές πολιτικές των σχολείων —φυλετική ενσωμάτωση ή διαχωρισμό, προοδευτική ή παραδοσιακή εκπαίδευση, θρησκευτική ή κοσμική κ.λπ.— είτε ακόμη και για το είδος του νερού που θα πωλείται, λόγου χάρη φθοριωμένο ή μη φθοριωμένο. Θα πρέπει να είναι σαφές ότι δεν εμφανίζονται τέτοιες σφοδρές αντιπαραθέσεις εκεί όπου κάθε ομάδα καταναλωτών μπορεί να αγοράζει τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που επιθυμεί. Δεν υπάρχουν μάχες μεταξύ καταναλωτών, για παράδειγμα, σχετικά με το τι είδους εφημερίδες πρέπει να εκδίδονται, ποιες εκκλησίες να ιδρύονται, ποια βιβλία να τυπώνονται, ποιοι δίσκοι να κυκλοφορούν ή ποια αυτοκίνητα να κατασκευάζονται. Οτιδήποτε παράγεται στην αγορά αντανακλά τόσο την ποικιλομορφία όσο και την ένταση της καταναλωτικής ζήτησης.

We have seen above that the universally acknowledged pressing problems of our society are all wrapped up in government operations. We have also seen that the enormous social conflicts entwined in the public school system would all disappear when each group of parents was allowed to finance and support whichever education it preferred for their children. The grave inefficiencies and the intense conflicts are all inherent in government operation. If the government, for example, provides monopoly services (e.g., in education or in water supply), then whichever decisions the government makes are coercively imposed on the hapless minority—whether it is a question of educational policies for the schools (integration or segregation, progressive or traditional, religious or secular, etc.), or even for the kind of water to be sold (e.g., fluoridated or unfluoridated). It should be clear that no such fierce arguments occur where each group of consumers can purchase the goods or services they demand. There are no battles between consumers, for example, over what kind of newspapers should be printed, churches established, books printed, records marketed, or automobiles manufactured. Whatever is produced on the market reflects the diversity as well as the strength of consumer demand.

6

Στην ελεύθερη αγορά, εν ολίγοις, ο καταναλωτής είναι βασιλιάς, και κάθε επιχείρηση που επιθυμεί να αποκομίζει κέρδη και να αποφεύγει ζημιές προσπαθεί όσο μπορεί να τον εξυπηρετεί αποτελεσματικά και με το χαμηλότερο δυνατό κόστος. Στην κρατική δραστηριότητα, αντιθέτως, όλα αλλάζουν. Σε κάθε κρατική δραστηριότητα ενυπάρχει ένα σοβαρό και μοιραίο χάσμα μεταξύ υπηρεσίας και πληρωμής, μεταξύ της παροχής μιας υπηρεσίας και της καταβολής του αντιτίμου για τη λήψη της. Η κρατική υπηρεσία δεν αντλεί το εισόδημά της όπως η ιδιωτική επιχείρηση, από την καλή εξυπηρέτηση του καταναλωτή ή από αγορές των προϊόντων της που υπερβαίνουν το λειτουργικό της κόστος. Όχι· η κρατική υπηρεσία αποκτά το εισόδημά της αφαιμάσσοντας τον πολύπαθο φορολογούμενο. Οι δραστηριότητές της γίνονται επομένως αναποτελεσματικές και το κόστος εκτινάσσεται, αφού οι κρατικές υπηρεσίες δεν χρειάζεται να ανησυχούν για ζημιές ή πτώχευση· μπορούν να καλύπτουν τις ζημιές τους αντλώντας πρόσθετα ποσά από το δημόσιο ταμείο. Επιπλέον, ο καταναλωτής, αντί να γίνεται αντικείμενο προσπαθειών προσέλκυσης και εξασφάλισης της προτίμησής του, μετατρέπεται σε απλή ενόχληση για το κράτος, σε κάποιον που «σπαταλά» τους σπάνιους κρατικούς πόρους. Στις κρατικές δραστηριότητες, ο καταναλωτής αντιμετωπίζεται ως ανεπιθύμητος εισβολέας, ως παρεμβολή στην ήσυχη απόλαυση του σταθερού εισοδήματος του γραφειοκράτη.

On the free market, in short, the consumer is king, and any business firm that wants to make profits and avoid losses tries its best to serve the consumer as efficiently and at as low a cost as possible. In a government operation, in contrast, everything changes. Inherent in all government operation is a grave and fatal split between service and payment, between the providing of a service and the payment for receiving it. The government bureau does not get its income as does the private firm, from serving the consumer well or from consumer purchases of its products exceeding its costs of operation. No, the government bureau acquires its income from mulcting the long-suffering taxpayer. Its operations therefore become inefficient, and costs zoom, since government bureaus need not worry about losses or bankruptcy; they can make up their losses by additional extractions from the public till. Furthermore, the consumer, instead of being courted and wooed for his favor, becomes a mere annoyance to the government, someone who is “wasting” the government’s scarce resources. In government operations, the consumer is treated like an unwelcome intruder, an interference in the quiet enjoyment by the bureaucrat of his steady income.

7

Έτσι, αν αυξηθεί η καταναλωτική ζήτηση για τα αγαθά ή τις υπηρεσίες οποιασδήποτε ιδιωτικής επιχείρησης, η επιχείρηση χαίρεται· επιδιώκει και καλωσορίζει τη νέα πελατεία και επεκτείνει πρόθυμα τις δραστηριότητές της για να καλύψει τις νέες παραγγελίες. Το κράτος, αντιθέτως, αντιμετωπίζει γενικά αυτή την κατάσταση προτρέποντας δυσθυμικά, ή ακόμη και διατάζοντας, τους καταναλωτές να «αγοράζουν» λιγότερο, ενώ αφήνει να εμφανίζονται ελλείψεις και να υποβαθμίζεται η ποιότητα των υπηρεσιών του. Έτσι, η αυξημένη χρήση των δημόσιων δρόμων των πόλεων από τους καταναλωτές αντιμετωπίζεται με επιδεινούμενη κυκλοφοριακή συμφόρηση και με συνεχείς καταγγελίες και απειλές κατά όσων οδηγούν τα δικά τους αυτοκίνητα. Η δημοτική διοίκηση της Νέας Υόρκης, για παράδειγμα, απειλεί διαρκώς να απαγορεύσει τη χρήση ιδιωτικών αυτοκινήτων στο Μανχάταν, όπου η συμφόρηση είναι ιδιαίτερα προβληματική. Μόνο το κράτος, φυσικά, θα σκεφτόταν ποτέ να εξαναγκάζει τους καταναλωτές με αυτόν τον τρόπο· μόνο το κράτος έχει το θράσος να «λύνει» την κυκλοφοριακή συμφόρηση διώχνοντας διά της βίας τα ιδιωτικά αυτοκίνητα —ή τα φορτηγά, τα ταξί ή οτιδήποτε άλλο— από τον δρόμο. Σύμφωνα με αυτή την αρχή, φυσικά, η «ιδανική» λύση στην κυκλοφοριακή συμφόρηση είναι απλώς να απαγορευτούν όλα τα οχήματα!

Thus, if consumer demand should increase for the goods or services of any private business, the private firm is delighted; it woos and welcomes the new business and expands its operations eagerly to fill the new orders. Government, in contrast, generally meets this situation by sourly urging or even ordering consumers to “buy” less, and allows shortages to develop, along with deterioration in the quality of its service. Thus, the increased consumer use of government streets in the cities is met by aggravated traffic congestion and by continuing denunciations and threats against people who drive their own cars. The New York City administration, for example, is continually threatening to outlaw the use of private cars in Manhattan, where congestion has been most troublesome. It is only government, of course, that would ever think of bludgeoning consumers in this way; it is only government that has the audacity to “solve” traffic congestion by forcing private cars (or trucks or taxis or whatever) off the road. According to this principle, of course, the “ideal” solution to traffic congestion is simply to outlaw all vehicles!

8

Αυτού του είδους η στάση απέναντι στον καταναλωτή, όμως, δεν περιορίζεται στην οδική κυκλοφορία. Η Νέα Υόρκη, για παράδειγμα, έχει υποφέρει κατά περιόδους από «έλλειψη» νερού. Πρόκειται για μια κατάσταση στην οποία, επί πολλά χρόνια, η δημοτική αρχή διατηρεί καταναγκαστικά επιβαλλόμενο μονοπώλιο στην παροχή νερού στους πολίτες της. Αποτυγχάνοντας να παρέχει αρκετό νερό και να το τιμολογεί έτσι ώστε να εκκαθαρίζεται η αγορά, να εξισώνονται δηλαδή η προσφορά και η ζήτηση —κάτι που η ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριότητα κάνει αυτομάτως—, η Νέα Υόρκη αντιδρούσε πάντοτε στις ελλείψεις νερού κατηγορώντας όχι τον εαυτό της, αλλά τον καταναλωτή, του οποίου το αμάρτημα ήταν ότι χρησιμοποιούσε «υπερβολικά πολύ» νερό. Η δημοτική διοίκηση δεν μπορούσε παρά να αντιδρά απαγορεύοντας το πότισμα των χλοοταπήτων, περιορίζοντας τη χρήση νερού και απαιτώντας από τους ανθρώπους να πίνουν λιγότερο νερό. Με αυτόν τον τρόπο, το κράτος μεταθέτει τις δικές του αποτυχίες στον χρήστη, που γίνεται αποδιοπομπαίος τράγος και υφίσταται απειλές και καταναγκασμό, αντί να εξυπηρετείται καλά και αποτελεσματικά.

But this sort of attitude toward the consumer is not confined to traffic on the streets. New York City, for example, has suffered periodically from a water “shortage.” Here is a situation where, for many years, the city government has had a compulsory monopoly of the supply of water to its citizens. Failing to supply enough water, and failing to price that water in such a way as to clear the market, to equate supply and demand (which private enterprise does automatically), New York’s response to water shortages has always been to blame not itself, but the consumer, whose sin has been to use “too much” water. The city administration could only react by outlawing the sprinkling of lawns, restricting use of water, and demanding that people drink less water. In this way, government transfers its own failings to the scapegoat user, who is threatened and bludgeoned instead of being served well and efficiently.

9

Παρόμοια ήταν η κυβερνητική αντίδραση στο ολοένα επιδεινούμενο πρόβλημα της εγκληματικότητας στη Νέα Υόρκη. Αντί να παρέχει αποτελεσματική αστυνομική προστασία, η πόλη αντέδρασε εξαναγκάζοντας τον αθώο πολίτη να μένει μακριά από περιοχές με υψηλή εγκληματικότητα. Έτσι, αφού το Σέντραλ Παρκ του Μανχάταν έγινε διαβόητη εστία ληστειών και άλλων εγκλημάτων κατά τις νυχτερινές ώρες, η «λύση» της Νέας Υόρκης ήταν να επιβάλει απαγόρευση κυκλοφορίας, απαγορεύοντας τη χρήση του πάρκου εκείνες τις ώρες. Εν ολίγοις, αν ένας αθώος πολίτης θέλει να παραμείνει τη νύχτα στο Σέντραλ Παρκ, αυτός είναι που συλλαμβάνεται επειδή παραβιάζει την απαγόρευση· είναι, φυσικά, ευκολότερο να συλληφθεί ο ίδιος παρά να απαλλαγεί το πάρκο από το έγκλημα.

There has been similar response by government to the ever-accelerating crime problem in New York City. Instead of providing efficient police protection, the city’s reaction has been to force the innocent citizen to stay out of crime-prone areas. Thus, after Central Park in Manhattan became a notorious center for muggings and other crime in the night hours, New York City’s “solution” to the problem was to impose a curfew, banning use of the park in those hours. In short, if an innocent citizen wants to stay in Central Park at night, it is he who is arrested for disobeying the curfew; it is, of course, easier to arrest him than to rid the park of crime.

10

Εν ολίγοις, ενώ το από παλιά σύνθημα της ιδιωτικής επιχειρηματικής δραστηριότητας είναι ότι «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο», η άρρητη αρχή της κρατικής λειτουργίας είναι ότι ο πελάτης φταίει πάντα.

In short, while the long-held motto of private enterprise is that “the customer is always right,” the implicit maxim of government operation is that the customer is always to be blamed.

11

Φυσικά, οι πολιτικοί γραφειοκράτες έχουν μια στερεότυπη απάντηση στα αυξανόμενα παράπονα για κακές και αναποτελεσματικές υπηρεσίες: «Οι φορολογούμενοι πρέπει να μας δώσουν περισσότερα χρήματα!» Δεν αρκεί ότι ο «δημόσιος τομέας» και η συνακόλουθη φορολογία αυξάνονται κατά τον αιώνα αυτόν πολύ ταχύτερα από το εθνικό εισόδημα. Δεν αρκεί ότι τα ελαττώματα και τα προβλήματα της κρατικής λειτουργίας πολλαπλασιάστηκαν μαζί με το αυξανόμενο βάρος του κρατικού προϋπολογισμού. Υποτίθεται ότι πρέπει να ρίξουμε ακόμη περισσότερα χρήματα στον κρατικό υπόνομο!

Of course, the political bureaucrats have a standard response to the mounting complaints of poor and inefficient service: “The taxpayers must give us more money!” It is not enough that the “public sector,” and its corollary in taxation, has been growing far more rapidly in this century than the national income. It is not enough that the flaws and headaches of government operation have multiplied along with the increased burden of the government budget. We are supposed to pour still more money down the governmental rathole!

12

Το κατάλληλο αντεπιχείρημα στην πολιτική απαίτηση για περισσότερα φορολογικά έσοδα είναι το ερώτημα: «Πώς γίνεται οι ιδιωτικές επιχειρήσεις να μην έχουν αυτά τα προβλήματα;» Πώς γίνεται οι κατασκευαστές ηχοσυστημάτων υψηλής πιστότητας, οι εταιρείες φωτοαντιγραφικών ή υπολογιστών, ή οποιεσδήποτε άλλες, να μη δυσκολεύονται να βρουν κεφάλαια για να επεκτείνουν την παραγωγή τους; Γιατί δεν εκδίδουν μανιφέστα καταγγέλλοντας το επενδυτικό κοινό επειδή δεν τους παρέχει περισσότερα χρήματα για να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες των καταναλωτών; Η απάντηση είναι ότι οι καταναλωτές πληρώνουν για τα ηχοσυστήματα, τα φωτοαντιγραφικά μηχανήματα ή τους υπολογιστές και ότι, κατά συνέπεια, οι επενδυτές γνωρίζουν πως μπορούν να κερδίσουν χρήματα επενδύοντας σε αυτές τις επιχειρήσεις. Στην ιδιωτική αγορά, οι επιχειρήσεις που εξυπηρετούν επιτυχώς το κοινό βρίσκουν εύκολα κεφάλαια για επέκταση· οι αναποτελεσματικές, αποτυχημένες επιχειρήσεις δεν βρίσκουν και τελικά αναγκάζονται να κλείσουν. Στο κράτος, όμως, δεν υπάρχει μηχανισμός κέρδους και ζημίας που να ενθαρρύνει την επένδυση σε αποτελεσματικές δραστηριότητες και να τιμωρεί και να θέτει εκτός λειτουργίας τις αναποτελεσματικές ή παρωχημένες. Δεν υπάρχουν κέρδη ή ζημιές στις κρατικές δραστηριότητες που να οδηγούν είτε στην επέκταση είτε στη συρρίκνωσή τους. Στο κράτος, επομένως, κανείς δεν «επενδύει» πραγματικά και κανείς δεν μπορεί να διασφαλίσει ότι οι επιτυχημένες δραστηριότητες θα επεκταθούν και οι αποτυχημένες θα εξαφανιστούν. Αντιθέτως, το κράτος πρέπει να συγκεντρώνει το «κεφάλαιό» του κυριολεκτικά επιστρατεύοντάς το μέσω του καταναγκαστικού μηχανισμού της φορολογίας.

The proper counter-argument to the political demand for more tax money is the question: “How is it that private enterprise doesn’t have these problems?” How is it that hi-fi manufacturers or photocopy companies or computer firms or whatever do not have trouble finding capital to expand their output? Why don’t they issue manifestos denouncing the investing public for not providing them with more money to serve consumer needs? The answer is that consumers pay for the hi-fi sets or the photocopy machines or the computers, and that investors, as a result, know that they can make money by investing in those businesses. On the private market, firms that successfully serve the public find it easy to obtain capital for expansion; inefficient, unsuccessful firms do not, and eventually have to go out of business. But there is no profit-and-loss mechanism in government to induce investment in efficient operations and to penalize and drive the inefficient or obsolete ones out of business. There are no profits or losses in government operations inducing either expansion or contraction of operations. In government, then, no one truly “invests,” and no one can insure that successful operations will expand and unsuccessful ones disappear. In contrast, government must raise its “capital” by literally conscripting it through the coercive mechanism of taxation.

13

Πολλοί άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων κυβερνητικών αξιωματούχων, πιστεύουν ότι αυτά τα προβλήματα θα μπορούσαν να λυθούν αρκεί «το κράτος να διοικούνταν σαν επιχείρηση». Το κράτος δημιουργεί τότε ένα ψευδοεταιρικό μονοπώλιο, υπό κρατική διοίκηση, το οποίο υποτίθεται ότι θα θέσει τα πράγματα σε «επιχειρηματική βάση». Αυτό συνέβη, για παράδειγμα, με το Ταχυδρομείο —τη σημερινή «Ταχυδρομική Υπηρεσία» των Ηνωμένων Πολιτειών— και με τη διαρκώς καταρρέουσα και παρακμάζουσα Αρχή Αστικών Συγκοινωνιών της Νέας Υόρκης.129 Αυτές οι «εταιρείες» καλούνται να θέσουν τέλος στα χρόνια ελλείμματά τους και τους επιτρέπεται να εκδίδουν ομολογίες στην αγορά ομολόγων. Είναι αλήθεια ότι έτσι οι άμεσοι χρήστες θα αναλάμβαναν μέρος του βάρους που σηκώνει η μάζα των φορολογουμένων, στην οποία περιλαμβάνονται εξίσου χρήστες και μη χρήστες. Υπάρχουν όμως μοιραία ελαττώματα εγγενή σε κάθε κρατική δραστηριότητα, τα οποία δεν μπορούν να αποφευχθούν με αυτό το ψευδοεπιχειρηματικό τέχνασμα. Πρώτον, η κρατική υπηρεσία είναι πάντοτε μονοπώλιο ή ημιμονοπώλιο. Συχνά, όπως στην περίπτωση της Ταχυδρομικής Υπηρεσίας ή της Αρχής Αστικών Συγκοινωνιών, είναι καταναγκαστικά επιβαλλόμενο μονοπώλιο — κάθε ή σχεδόν κάθε ιδιωτικός ανταγωνισμός απαγορεύεται. Το μονοπώλιο σημαίνει ότι η κρατική υπηρεσία θα έχει πολύ μεγαλύτερο κόστος, υψηλότερη τιμή και χειρότερη ποιότητα από ό,τι θα είχε στην ελεύθερη αγορά. Η ιδιωτική επιχείρηση αποκομίζει κέρδος μειώνοντας το κόστος όσο μπορεί. Το κράτος, το οποίο σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να πτωχεύσει ούτε να υποστεί ζημιές, δεν χρειάζεται να μειώσει το κόστος· προστατευμένο τόσο από τον ανταγωνισμό όσο και από τις ζημιές, αρκεί να περικόψει τις υπηρεσίες του ή απλώς να αυξήσει τις τιμές. Ένα δεύτερο μοιραίο ελάττωμα είναι ότι, όσο κι αν προσπαθεί, μια κρατική εταιρεία δεν μπορεί ποτέ να διοικηθεί ως επιχείρηση, επειδή το κεφάλαιό της εξακολουθεί να αποσπάται καταναγκαστικά από τον φορολογούμενο. Δεν υπάρχει τρόπος να αποφευχθεί αυτό· ακόμη και η δυνατότητα της κρατικής εταιρείας να αντλεί κεφάλαια μέσω ομολογιών στην αγορά στηρίζεται τελικά στην εξουσία φορολόγησης για την εξόφλησή τους.

Many people, including some government officials, think that these problems could be solved if only “government were run like a business.” The government then sets up a pseudocorporate monopoly, run by government, which is supposed to set affairs on a “business basis.” This has been done, for example, in the case of the Post Office—now the U.S. “Postal Service”—and in the case of the ever-crumbling and decaying New York City Transit Authority. The “corporations” are enjoined to end their chronic deficits and are allowed to float bonds on the bond market. It is true that direct users then would be taking some of the burden off the mass of taxpayers, which include users and nonusers alike. But there are fatal flaws inherent in any government operation which cannot be avoided by this pseudobusiness device. In the first place, government service is always a monopoly or semimonopoly. Often, as in the case of the Postal Service or the Transit Authority, it is a compulsory monopoly—all or nearly all private competition is outlawed. The monopoly means that government service will be far more costly, higher priced, and poorer in quality than would be the case in the free market. Private enterprise gains a profit by cutting costs as much as it can. Government, which cannot go bankrupt or suffer losses in any case, need not cut costs; protected from competition as well as losses, it need only cut its service or simply raise prices. A second fatal flaw is that, try as it may, a government corporation can never be run as a business because its capital continues to be conscripted from the taxpayer. There is no way of avoiding that; the fact that the government corporation may raise bonds on the market still rests on the ultimate power of taxation to redeem these bonds.

14

Τέλος, υπάρχει ένα ακόμη κρίσιμο πρόβλημα εγγενές σε κάθε κρατική λειτουργία επιχείρησης. Ένας από τους λόγους για τους οποίους οι ιδιωτικές επιχειρήσεις αποτελούν πρότυπα αποτελεσματικότητας είναι ότι η ελεύθερη αγορά διαμορφώνει τιμές που τους επιτρέπουν να υπολογίζουν, να προσδιορίζουν το κόστος τους και, συνεπώς, τι πρέπει να κάνουν για να αποκομίζουν κέρδη και να αποφεύγουν ζημιές. Μέσω αυτού του συστήματος τιμών, καθώς και μέσω του κινήτρου αύξησης των κερδών και αποφυγής των ζημιών, τα αγαθά και οι υπηρεσίες κατανέμονται κατάλληλα στην αγορά ανάμεσα σε όλους τους πολύπλοκους κλάδους και τομείς παραγωγής που συγκροτούν τη σύγχρονη βιομηχανική «καπιταλιστική» οικονομία. Ο οικονομικός υπολογισμός είναι εκείνος που καθιστά δυνατό αυτό το θαύμα· αντιθέτως, ο κεντρικός σχεδιασμός, όπως επιχειρείται στον σοσιαλισμό, στερείται ακριβούς διαμόρφωσης τιμών και, συνεπώς, δεν μπορεί να υπολογίσει κόστη και τιμές. Αυτός είναι ο κυριότερος λόγος για τον οποίο ο κεντρικός σοσιαλιστικός σχεδιασμός αποδεικνύεται όλο και περισσότερο αποτυχημένος καθώς οι κομμουνιστικές χώρες εκβιομηχανίζονται. Ακριβώς επειδή ο κεντρικός σχεδιασμός δεν μπορεί να προσδιορίσει με καμία ακρίβεια τις τιμές και τα κόστη, οι κομμουνιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης απομακρύνονται γρήγορα από τον σοσιαλιστικό σχεδιασμό και κινούνται προς μια οικονομία ελεύθερης αγοράς.

Finally, there is another critical problem inherent in any government operation of a business. One of the reasons that private firms are models of efficiency is because the free market establishes prices which permit them to calculate, to figure out what their costs are and therefore what they must do to make profits and avoid losses. It is through this price system, as well as through the motivation to increase profits and avoid losses, that goods and services are properly allocated in the market among all the intricate branches and areas of production that make up the modern industrial “capitalist” economy. It is economic calculation that makes this marvel possible; in contrast, central planning, such as is attempted under socialism, is deprived of accurate pricing, and therefore cannot calculate costs and prices. This is the major reason that central socialist planning has increasingly proved to be a failure as the communist countries have become industrialized. It is because central planning cannot determine prices and costs with any accuracy that the communist countries of Eastern Europe have been moving rapidly away from socialist planning and toward a free-market economy.

15

Αν, λοιπόν, ο κεντρικός σχεδιασμός ρίχνει την οικονομία σε απελπιστικό χάος οικονομικού υπολογισμού και σε ανορθολογικές κατανομές και παραγωγικές δραστηριότητες, η επέκταση των κρατικών δραστηριοτήτων εισάγει αδυσώπητα ολοένα μεγαλύτερες νησίδες τέτοιου χάους στην οικονομία και καθιστά όλο και δυσκολότερο τον υπολογισμό του κόστους και την ορθολογική κατανομή των παραγωγικών πόρων.

Καθώς οι κρατικές δραστηριότητες επεκτείνονται και η οικονομία της αγοράς μαραίνεται, το χάος του οικονομικού υπολογισμού γίνεται ολοένα πιο διαταρακτικό και η οικονομία ολοένα πιο δυσλειτουργική.

If central planning, then, thrusts the economy into hopeless calculational chaos, and into irrational allocations and production operations, the advance of government activities inexorably introduces ever greater islands of such chaos into the economy, and makes calculation of costs and rational allocation of production resources more and more difficult. As government operations expand and the market economy withers, the calculational chaos becomes more and more disruptive and the economy increasingly unworkable.

16

Το τελικό λιμπερταριανό πρόγραμμα μπορεί να συνοψιστεί σε μία φράση: κατάργηση του δημόσιου τομέα, μετατροπή όλων των λειτουργιών και υπηρεσιών που επιτελεί το κράτος σε δραστηριότητες που πραγματοποιούνται εθελοντικά από την οικονομία της ιδιωτικής επιχειρηματικής δραστηριότητας. Ας περάσουμε τώρα από τις γενικές παρατηρήσεις για την κρατική σε αντιδιαστολή προς την ιδιωτική δραστηριότητα σε ορισμένους από τους κυριότερους τομείς κρατικής λειτουργίας και στο πώς θα μπορούσαν να εξυπηρετηθούν από την οικονομία της ελεύθερης αγοράς.

The ultimate libertarian program may be summed up in one phrase: the abolition of the public sector, the conversion of all operations and services performed by the government into activities performed voluntarily by the private-enterprise economy. Let us now turn from general considerations of government as contrasted with private activity to some of the major areas of government operation and how they could be performed by the free-market economy.

17

← Κεφάλαιο 9: Πληθωρισμός και Οικονομικός ΚύκλοςΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 11: Ο Δημόσιος Τομέας, II: Οδοί και Δρόμοι →

← ΠεριεχόμεναΔίγλωσση ανάγνωση: Για μια Νέα Ελευθερία