Εργαλεία30 Οκτωβρίου 2026

Για μια Νέα Ελευθερία: Κεφάλαιο 9: Πληθωρισμός και Οικονομικός Κύκλος

Murray N. Rothbard · For a New Liberty: The Libertarian Manifesto

Πραξεολόγος

← Κεφάλαιο 8: Κοινωνική Πρόνοια και Κράτος ΠρόνοιαςΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 10: Ο Δημόσιος Τομέας, I: Το Κράτος ως Επιχειρηματίας →

Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.

Αγγλικό πρωτότυπο: Murray N. Rothbard, For a New Liberty: The Libertarian Manifesto, 2η έκδοση, Ludwig von Mises Institute, 2006 (ηλεκτρονική έκδοση). © 1973, 1978 Murray N. Rothbard· © 2006 Ludwig von Mises Institute. Πηγή: mises.org/library/book/new-liberty-libertarian-manifesto.

Η μετάφραση ακολουθεί την αναθεωρημένη έκδοση του 1978, ενώ το αγγλικό κείμενο εδώ είναι η έκδοση του Mises Institute (2006). Γι’ αυτό ο «Πρόλογος» του Rothbard (Φεβρουάριος 1978), η τελευταία παράγραφος του κεφαλαίου 15 στην ελληνική και το «Παράρτημα: Το Λιμπερταριανό Κίνημα» δεν έχουν αγγλικό αντίστοιχο εδώ (το παράρτημα δεν περιλαμβάνεται), ενώ η ενότητα «Toward a Free America» υπάρχει μόνο στα αγγλικά. Ο «Πρόλογος Μεταφραστή» και η εισαγωγή του Llewellyn H. Rockwell, Jr. (2005) της αγγλικής έκδοσης δεν περιλαμβάνονται. Οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ) εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται.

Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.

Ελληνικά · μετάφραση: Πραξεολόγος
English · πρωτότυπο

Κεφάλαιο 9: Πληθωρισμός και Οικονομικός Κύκλος

↗ στη σελίδα του βιβλίου

9 Inflation and the Business Cycle: The Collapse of the Keynesian Paradigm

1

Η κατάρρευση του κεϋνσιανού παραδείγματος

↗ στη σελίδα του βιβλίου

— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)

2

Μέχρι τα έτη 1973–1974, οι κεϋνσιανοί, που συγκροτούσαν την κυρίαρχη οικονομική ορθοδοξία από τα τέλη της δεκαετίας του 1930, κυριαρχούσαν ανεμπόδιστα και θριαμβευτικά.126 Σχεδόν όλοι είχαν αποδεχθεί την κεϋνσιανή άποψη ότι υπάρχει κάτι στην οικονομία της ελεύθερης αγοράς που την καθιστά επιρρεπή σε διακυμάνσεις μεταξύ ανεπαρκούς και υπερβολικής δαπάνης —στην πράξη, το ενδιαφέρον των κεϋνσιανών στρέφεται σχεδόν αποκλειστικά στην υποτιθέμενη ανεπάρκεια δαπάνης— και ότι, συνεπώς, λειτουργία της κυβέρνησης είναι να αντισταθμίζει αυτό το ελάττωμα της αγοράς. Η κυβέρνηση θα αντιστάθμιζε αυτή την υποτιθέμενη ανισορροπία μεταβάλλοντας τις δαπάνες και τα ελλείμματά της — στην πράξη, αυξάνοντάς τα. Αυτή τη ζωτική «μακροοικονομική» λειτουργία της κυβέρνησης θα καθοδηγούσε, φυσικά, ένα συμβούλιο κεϋνσιανών οικονομολόγων —το «Συμβούλιο Οικονομικών Συμβούλων»—, το οποίο θα μπορούσε να πραγματοποιεί «λεπτούς χειρισμούς» στην οικονομία ώστε να αποτρέπει τόσο τον πληθωρισμό όσο και την ύφεση και να ρυθμίζει το κατάλληλο ύψος της συνολικής δαπάνης, εξασφαλίζοντας διαρκή πλήρη απασχόληση χωρίς πληθωρισμό.

Until the years 1973–1974, the Keynesians who had formed the ruling economic orthodoxy since the late 1930s had been riding high, wide, and handsome. Virtually everyone had accepted the Keynesian view that there is something in the free-market economy that makes it subject to swings of under- and overspending (in practice, the Keynesian concern is almost exclusively with alleged underspending), and that hence it is the function of the government to compensate for this market defect. The government was to compensate for this alleged imbalance by manipulating its spending and deficits (in practice, to increase them). Guiding this vital “macroeconomic” function of government, of course, was to be a board of Keynesian economists (the “Council of Economic Advisors”), who would be able to “fine-tune” the economy so as to prevent either inflation or recession, and to regulate the proper amount of total spending so as to insure continuing full employment without inflation.

3

Το 1973–1974 συνειδητοποίησαν τελικά ακόμη και οι κεϋνσιανοί ότι κάτι πήγαινε πολύ, πολύ στραβά σε αυτό το γεμάτο αυτοπεποίθηση σενάριο και ότι είχε έρθει η ώρα να επιστρέψουν συγχυσμένοι στα σχεδιαστήριά τους. Διότι όχι μόνο σαράντα και πλέον χρόνια κεϋνσιανών λεπτών χειρισμών δεν είχαν εξαλείψει τον χρόνιο πληθωρισμό που είχε εγκατασταθεί με τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά εκείνα ακριβώς τα χρόνια ο πληθωρισμός κλιμακώθηκε προσωρινά σε διψήφια ποσοστά — περίπου 13% ετησίως. Και όχι μόνο αυτό· το 1973–1974 οι Ηνωμένες Πολιτείες βυθίστηκαν επίσης στη βαθύτερη και μακροβιότερη ύφεση μετά τη δεκαετία του 1930 — θα είχε ονομαστεί «βαθιά ύφεση» αν οι οικονομολόγοι δεν είχαν εγκαταλείψει από καιρό τον όρο ως πολιτικά άβολο. Αυτό το παράξενο φαινόμενο, ένας ορμητικός πληθωρισμός που εκδηλωνόταν ταυτόχρονα με μια βαθιά ύφεση, απλώς δεν θα έπρεπε να συμβαίνει σύμφωνα με την κεϋνσιανή αντίληψη του κόσμου. Οι οικονομολόγοι γνώριζαν ανέκαθεν ότι είτε η οικονομία βρίσκεται σε περίοδο άνθησης, οπότε οι τιμές αυξάνονται, είτε βρίσκεται σε ύφεση ή βαθιά ύφεση με υψηλή ανεργία, οπότε οι τιμές μειώνονται. Στην περίοδο άνθησης, η κεϋνσιανή κυβέρνηση υποτίθεται ότι θα «απορροφούσε την πλεονάζουσα αγοραστική δύναμη» αυξάνοντας τους φόρους, σύμφωνα με την κεϋνσιανή συνταγή — δηλαδή θα αφαιρούσε δαπάνη από την οικονομία· στην ύφεση, από την άλλη πλευρά, η κυβέρνηση υποτίθεται ότι θα αύξανε τις δαπάνες και τα ελλείμματά της, προκειμένου να διοχετεύσει δαπάνη στην οικονομία. Αν όμως η οικονομία βρισκόταν ταυτόχρονα σε πληθωρισμό και σε ύφεση με μεγάλη ανεργία, τι στην ευχή θα έπρεπε να κάνει η κυβέρνηση; Πώς θα μπορούσε να πατά ταυτόχρονα το γκάζι και το φρένο της οικονομίας;

It was in 1973–1974 that even the Keynesians finally realized that something was very, very wrong with this confident scenario, that it was time to go back in confusion to their drawing boards. For not only had 40-odd years of Keynesian fine-tuning not eliminated a chronic inflation that had set in with World War II, but it was in those years that inflation escalated temporarily into double-digit figures (to about 13 percent per annum). Not only that, it was also in 1973–1974 that the United States plunged into its deepest and longest recession since the 1930s (it would have been called a “depression” if the term hadn’t long since been abandoned as impolitic by economists). This curious phenomenon of a vaunting inflation occurring at the same time as a steep recession was simply not supposed to happen in the Keynesian view of the world. Economists had always known that either the economy is in a boom period, in which case prices are rising, or else the economy is in a recession or depression marked by high unemployment, in which case prices are falling. In the boom, the Keynesian government was supposed to “sop up excess purchasing power” by increasing taxes, according to the Keynesian prescription—that is, it was supposed to take spending out of the economy; in the recession, on the other hand, the government was supposed to increase its spending and its deficits, in order to pump spending into the economy. But if the economy should be in an inflation and a recession with heavy unemployment at the same time, what in the world was government supposed to do? How could it step on the economic accelerator and brake at the same time?

4

Ήδη από την ύφεση του 1958, τα πράγματα είχαν αρχίσει να λειτουργούν παράξενα· για πρώτη φορά, εν μέσω ύφεσης, οι τιμές των καταναλωτικών αγαθών αυξήθηκαν, έστω και λίγο. Ήταν ένα σύννεφο όχι μεγαλύτερο από ανθρώπινη παλάμη και φαινόταν να δίνει ελάχιστους λόγους ανησυχίας στους κεϋνσιανούς.

As early as the recession of 1958, things had started to work peculiarly; for the first time, in the midst of a recession, consumer goods prices rose, if only slightly. It was a cloud no bigger than a man’s hand, and it seemed to give Keynesians little to worry about.

5

Οι τιμές καταναλωτή αυξήθηκαν και πάλι στην ύφεση του 1966, αλλά αυτή ήταν τόσο ήπια ώστε κανείς δεν ανησύχησε ούτε τότε. Ο έντονος πληθωρισμός της ύφεσης του 1969–1971, ωστόσο, αποτέλεσε σημαντικό κλονισμό. Χρειάστηκε όμως η βαθιά ύφεση που άρχισε εν μέσω του διψήφιου πληθωρισμού του 1973–1974 για να περιέλθει το κεϋνσιανό οικονομικό κατεστημένο σε μόνιμη σύγχυση. Τότε συνειδητοποίησαν ότι όχι μόνο είχαν αποτύχει οι λεπτοί χειρισμοί, όχι μόνο ο υποτιθέμενα νεκρός και θαμμένος κύκλος εξακολουθούσε να υπάρχει, αλλά η οικονομία βρισκόταν πλέον σε κατάσταση χρόνιου και επιδεινούμενου πληθωρισμού — ενώ εξακολουθούσε να πλήττεται από επαναλαμβανόμενες υφέσεις: πληθωριστικές υφέσεις, ή «στασιμοπληθωρισμό». Δεν επρόκειτο απλώς για νέο φαινόμενο· ήταν ένα φαινόμενο που δεν μπορούσε να εξηγηθεί, που δεν μπορούσε καν να υπάρξει, στις θεωρίες της οικονομικής ορθοδοξίας.

Consumer prices, again, rose in the recession of 1966, but this was such a mild recession that no one worried about that either. The sharp inflation of the recession of 1969–1971, however, was a considerable jolt. But it took the steep recession that began in the midst of the double-digit inflation of 1973–1974 to throw the Keynesian economic establishment into permanent disarray. It made them realize that not only had fine-tuning failed, not only was the supposedly dead and buried cycle still with us, but now the economy was in a state of chronic inflation and getting worse—and it was also subject to continuing bouts of recession: of inflationary recession, or “stagflation.” It was not only a new phenomenon, it was one that could not be explained, that could not even exist, in the theories of economic orthodoxy.

6

Και ο πληθωρισμός φαινόταν να επιδεινώνεται: από περίπου 1–2% ετησίως στα χρόνια του Eisenhower, σε 3–4% κατά την περίοδο Kennedy, σε 5–6% επί κυβέρνησης Johnson και κατόπιν σε περίπου 13% το 1973–1974· έπειτα υποχώρησε «ξανά» στο 6% περίπου, αλλά μόνο υπό τα σφυροκοπήματα μιας βαθιάς και παρατεταμένης ύφεσης — περίπου από το 1973 έως το 1976.

And the inflation appeared to be getting worse: approximately 1–2 percent per annum in the Eisenhower years, up to 3–4 percent during the Kennedy era, to 5–6 percent in the Johnson administration, then up to about 13 percent in 1973–1974, and then falling “back” to about 6 percent, but only under the hammer blows of a steep and prolonged depression (approximately 1973–1976).

7

Υπάρχουν, λοιπόν, αρκετά ζητήματα που χρειάζονται σχεδόν απεγνωσμένα εξήγηση: (1) Γιατί ο χρόνιος και επιταχυνόμενος πληθωρισμός; (2) Γιατί πληθωρισμός ακόμη και μέσα σε βαθιές υφέσεις; Και, αφού εξετάζουμε αυτά τα ζητήματα, θα ήταν σημαντικό να εξηγήσουμε, αν μπορούσαμε, (3) γιατί υπάρχει εξαρχής ο οικονομικός κύκλος; Γιατί αυτή η φαινομενικά ατελείωτη εναλλαγή άνθησης και κρίσης;

There are several things, then, which need almost desperately to be explained: (1) Why the chronic and accelerating inflation? (2) Why an inflation even during deep depressions? And while we are at it, it would be important to explain, if we could, (3) Why the business cycle at all? Why the seemingly unending round of boom and bust?

8

Ευτυχώς, οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα είναι διαθέσιμες, χάρη στην τραγικά παραμελημένη «Αυστριακή Σχολή» οικονομικής σκέψης και στη θεωρία της για το χρήμα και τον οικονομικό κύκλο, που αναπτύχθηκε στην Αυστρία από τον Ludwig von Mises και τον οπαδό του Friedrich A. Hayek και μεταφέρθηκε από τον Hayek στο London School of Economics στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Πράγματι, η αυστριακή θεωρία του οικονομικού κύκλου του Hayek κατέκτησε τους νεότερους οικονομολόγους της Βρετανίας ακριβώς επειδή μόνο αυτή προσέφερε ικανοποιητική εξήγηση της Μεγάλης Ύφεσης της δεκαετίας του 1930. Μελλοντικοί κεϋνσιανοί πρωτεργάτες, όπως οι John R. Hicks, Abba P. Lerner, Lionel Robbins και Nicholas Kaldor στην Αγγλία, καθώς και ο Alvin Hansen στις Ηνωμένες Πολιτείες, ήταν οπαδοί του Hayek μόλις λίγα χρόνια νωρίτερα. Κατόπιν, η Γενική Θεωρία του Keynes επικράτησε σαρωτικά μετά το 1936, σε μια πραγματική «Κεϋνσιανή Επανάσταση», η οποία διακήρυττε αλαζονικά ότι κανείς πριν από αυτήν δεν είχε καν αποπειραθεί να προσφέρει οποιαδήποτε εξήγηση του οικονομικού κύκλου ή της Μεγάλης Ύφεσης. Πρέπει να τονιστεί ότι η κεϋνσιανή θεωρία δεν επικράτησε μέσα από προσεκτική αντιπαράθεση και αναίρεση της αυστριακής θέσης· αντιθέτως, όπως συμβαίνει συχνά στην ιστορία των κοινωνικών επιστημών, ο κεϋνσιανισμός έγινε απλώς η νέα μόδα, και η αυστριακή θεωρία δεν ανασκευάστηκε, αλλά απλώς αγνοήθηκε και λησμονήθηκε.

Fortunately, the answers to these questions are at hand, provided by the tragically neglected “Austrian School” of economics and its theory of the money and business cycle, developed in Austria by Ludwig von Mises and his follower Friedrich A. Hayek and brought to the London School of Economics by Hayek in the early 1930s. Actually, Hayek’s Austrian business cycle theory swept the younger economists in Britain precisely because it alone offered a satisfactory explanation of the Great Depression of the 1930s. Such future Keynesian leaders as John R. Hicks, Abba P. Lerner, Lionel Robbins, and Nicholas Kaldor in England, as well as Alvin Hansen in the United States, had been Hayekians only a few years earlier. Then, Keynes’s General Theory swept the boards after 1936 in a veritable “Keynesian Revolution,” which arrogantly proclaimed that no one before it had presumed to offer any explanation whatever of the business cycle or of the Great Depression. It should be emphasized that the Keynesian theory did not win out by carefully debating and refuting the Austrian position; on the contrary, as often happens in the history of social science, Keynesianism simply became the new fashion, and the Austrian theory was not refuted but only ignored and forgotten.

9

Επί τέσσερις δεκαετίες, η αυστριακή θεωρία διατηρήθηκε στη ζωή χωρίς δάκρυα, τιμές ή ύμνους από το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου της οικονομικής επιστήμης· μόνο οι ίδιοι ο Mises, στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, και ο Hayek, στο Σικάγο, μαζί με λίγους οπαδούς, εξακολουθούσαν να παραμένουν πιστοί σε αυτήν. Ασφαλώς δεν είναι τυχαίο ότι η σημερινή αναγέννηση της αυστριακής οικονομικής σκέψης συνέπεσε με το φαινόμενο του στασιμοπληθωρισμού και την επακόλουθη, ολοφάνερη συντριβή του κεϋνσιανού παραδείγματος. Το 1974 πραγματοποιήθηκε στο Royalton College του Βερμόντ το πρώτο συνέδριο οικονομολόγων της Αυστριακής Σχολής έπειτα από δεκαετίες. Αργότερα την ίδια χρονιά, ο οικονομικός επιστημονικός κόσμος έμεινε έκπληκτος με την απονομή του Βραβείου Νόμπελ στον Hayek. Έκτοτε έχουν πραγματοποιηθεί σημαντικά συνέδρια της Αυστριακής Σχολής στο Πανεπιστήμιο του Χάρτφορντ, στο Κάστρο του Ουίνδσορ στην Αγγλία και στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, ενώ ακόμη και οι Hicks και Lerner δείχνουν σημάδια, τουλάχιστον μερικής, επιστροφής στη δική τους από καιρό παραμελημένη θέση. Περιφερειακά συνέδρια έχουν πραγματοποιηθεί στην Ανατολική Ακτή, στη Δυτική Ακτή, στις Μεσοδυτικές και στις Νοτιοδυτικές Πολιτείες. Εκδίδονται βιβλία σε αυτό το πεδίο και, ίσως το σημαντικότερο, έχει αναδειχθεί ένας αριθμός εξαιρετικά ικανών μεταπτυχιακών φοιτητών και νέων καθηγητών αφοσιωμένων στην αυστριακή οικονομική σκέψη, οι οποίοι αναμφίβολα θα συνεισφέρουν πολλά στο μέλλον.

For four decades, the Austrian theory was kept alive, unwept, unhonored, and unsung by most of the world of economics: only Mises (at NYU) and Hayek (at Chicago) themselves and a few followers still clung to the theory. Surely it is no accident that the current renaissance of Austrian economics has coincided with the phenomenon of stagflation and its consequent shattering of the Keynesian paradigm for all to see. In 1974 the first conference of Austrian School economists in decades was held at Royalton College in Vermont. Later that year, the economics profession was astounded by the Nobel Prize being awarded to Hayek. Since then, there have been notable Austrian conferences at the University of Hartford, at Windsor Castle in England, and at New York University, with even Hicks and Lerner showing signs of at least partially returning to their own long-neglected position. Regional conferences have been held on the East Coast, on the West Coast, in the Middle West, and in the Southwest. Books are being published in this field, and, perhaps most important, a number of extremely able graduate students and young professors devoted to Austrian economics have emerged and will undoubtedly be contributing a great deal in the future.

10

Χρήμα και πληθωρισμός

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Money and Inflation

11

Τι έχει, λοιπόν, να πει αυτή η αναγεννημένη αυστριακή θεωρία για το πρόβλημά μας;127 Το πρώτο που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι ο πληθωρισμός δεν είναι αναπόφευκτα ενσωματωμένος στην οικονομία ούτε αποτελεί προϋπόθεση ενός αναπτυσσόμενου και ευημερούντος κόσμου. Κατά το μεγαλύτερο μέρος του δέκατου ένατου αιώνα —εκτός από τα χρόνια του Πολέμου του 1812 και του Εμφυλίου Πολέμου— οι τιμές μειώνονταν, και όμως η οικονομία αναπτυσσόταν και εκβιομηχανιζόταν. Η πτώση των τιμών δεν αποτελούσε κανενός είδους τροχοπέδη για τις επιχειρήσεις ή την οικονομική ευημερία.

What, then, does this resurgent Austrian theory have to say about our problem? The first thing to point out is that inflation is not ineluctably built into the economy, nor is it a prerequisite for a growing and thriving world. During most of the nineteenth century (apart from the years of the War of 1812 and the Civil War), prices were falling, and yet the economy was growing and industrializing. Falling prices put no damper whatsoever on business or economic prosperity.

12

Η πτώση των τιμών φαίνεται, επομένως, να αποτελεί τη φυσιολογική λειτουργία μιας αναπτυσσόμενης οικονομίας της αγοράς. Πώς συμβαίνει, λοιπόν, η ίδια η ιδέα της σταθερής πτώσης των τιμών να αντιβαίνει τόσο πολύ στην εμπειρία μας ώστε να μοιάζει με εντελώς ανεδαφικό ονειρικό κόσμο; Γιατί, από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, οι τιμές αυξάνονται συνεχώς, και μάλιστα γρήγορα, στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε ολόκληρο τον κόσμο; Προηγουμένως, οι τιμές είχαν αυξηθεί απότομα κατά τον Πρώτο και τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο· στο ενδιάμεσο, μειώθηκαν ελαφρά παρά τη μεγάλη άνθηση της δεκαετίας του 1920 και κατόπιν μειώθηκαν απότομα κατά τη Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του 1930. Εν ολίγοις, πέρα από την εμπειρία των πολέμων, η ιδέα του πληθωρισμού ως κανονικής κατάστασης σε καιρό ειρήνης εμφανίστηκε ουσιαστικά μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Thus, falling prices are apparently the normal functioning of a growing market economy. So how is it that the very idea of steadily falling prices is so counter to our experience that it seems a totally unrealistic dream-world? Why, since World War II, have prices gone up continuously, and even swiftly, in the United States and throughout the world? Before that point, prices had gone up steeply during World War I and World War II; in between, they fell slightly despite the great boom of the 1920s, and then fell steeply during the Great Depression of the 1930s. In short, apart from wartime experiences, the idea of inflation as a peacetime norm really arrived after World War II.

13

Η προσφιλέστερη εξήγηση του πληθωρισμού είναι ότι οι άπληστοι επιχειρηματίες επιμένουν να αυξάνουν τις τιμές για να αυξάνουν τα κέρδη τους. Ασφαλώς όμως ο δείκτης επιχειρηματικής «απληστίας» δεν έκανε ξαφνικά ένα μεγάλο άλμα μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Δεν ήταν οι επιχειρήσεις εξίσου «άπληστες» τον δέκατο ένατο αιώνα και έως το 1941; Γιατί, λοιπόν, δεν υπήρχε τότε πληθωριστική τάση; Επιπλέον, αν οι επιχειρηματίες είναι τόσο φιλοχρήματοι ώστε να ανεβάζουν τις τιμές κατά 10% τον χρόνο, γιατί σταματούν εκεί; Γιατί περιμένουν· γιατί δεν αυξάνουν τις τιμές κατά 50%, ή δεν τις διπλασιάζουν ή τριπλασιάζουν αμέσως; Τι τους συγκρατεί;

The favorite explanation of inflation is that greedy businessmen persist in putting up prices in order to increase their profits. But surely the quotient of business “greed” has not suddenly taken a great leap forward since World War II. Weren’t businesses equally “greedy” in the nineteenth century and up to 1941? So why was there no inflation trend then? Moreover, if businessmen are so avaricious as to jack up prices 10 percent per year, why do they stop there? Why do they wait; why don’t they raise prices by 50 percent, or double or triple them immediately? What holds them back?

14

Ένα παρόμοιο ελάττωμα ανατρέπει μια άλλη προσφιλή εξήγηση του πληθωρισμού: ότι τα συνδικάτα επιμένουν σε υψηλότερους μισθούς, πράγμα που με τη σειρά του οδηγεί τους επιχειρηματίες να αυξάνουν τις τιμές. Πέρα από το ότι ο πληθωρισμός εμφανίστηκε ήδη στην αρχαία Ρώμη, πολύ πριν εμφανιστούν τα συνδικάτα, και πέρα από την έλλειψη στοιχείων ότι οι μισθοί των συνδικαλισμένων αυξάνονται ταχύτερα από εκείνους των μη συνδικαλισμένων ή ότι οι τιμές προϊόντων συνδικαλισμένων κλάδων αυξάνονται ταχύτερα από εκείνες των μη συνδικαλισμένων, προκύπτει ένα παρόμοιο ερώτημα: γιατί οι επιχειρήσεις δεν αυξάνουν ούτως ή άλλως τις τιμές τους; Τι είναι εκείνο που τους επιτρέπει να τις αυξάνουν κατά ένα ορισμένο ποσό, αλλά όχι περισσότερο; Αν τα συνδικάτα είναι τόσο ισχυρά και οι επιχειρήσεις τόσο πρόθυμες να ανταποκριθούν, γιατί οι μισθοί και οι τιμές δεν αυξάνονται κατά 50% ή 100% τον χρόνο; Τι τους συγκρατεί;

A similar flaw rebuts another favorite explanation of inflation: that unions insist on higher wage rates, which in turn leads businessmen to raise prices. Apart from the fact that inflation appeared as long ago as ancient Rome and long before unions arrived on the scene, and apart from the lack of evidence that union wages go up faster than nonunion or that prices of unionized products rise faster than of nonunionized, a similar question arises: Why don’t businesses raise their prices anyway? What is it that permits them to raise prices by a certain amount, but not by more? If unions are that powerful, and businesses that responsive, why don’t wages and prices rise by 50 percent, or 100 percent, per year? What holds them back?

15

Μια τηλεοπτική προπαγανδιστική εκστρατεία κυβερνητικής έμπνευσης πριν από λίγα χρόνια πλησίασε λίγο περισσότερο στον στόχο: οι καταναλωτές κατηγορούνταν για τον πληθωρισμό επειδή ήταν υπερβολικά «λαίμαργοι», επειδή έτρωγαν και ξόδευαν πάρα πολύ. Εδώ έχουμε τουλάχιστον την αρχή μιας εξήγησης για το τι συγκρατεί τις επιχειρήσεις ή τα συνδικάτα από το να απαιτούν ακόμη υψηλότερες τιμές: οι καταναλωτές δεν θα τις πληρώσουν. Οι τιμές του καφέ εκτοξεύθηκαν πριν από λίγα χρόνια· ένα ή δύο χρόνια αργότερα υποχώρησαν απότομα λόγω της αντίστασης των καταναλωτών —σε κάποιον βαθμό εξαιτίας ενός πολυδιαφημισμένου καταναλωτικού «μποϊκοτάζ», αλλά κυρίως λόγω της μετατόπισης των αγοραστικών συνηθειών από τον καφέ προς φθηνότερα υποκατάστατα. Επομένως, το όριο της καταναλωτικής ζήτησης είναι εκείνο που τους συγκρατεί.

A government-inspired TV propaganda campaign a few years ago got a bit closer to the mark: consumers were blamed for inflation by being too “piggy,” by eating and spending too much. We have here at least the beginning of an explanation of what holds businesses or unions back from demanding still higher prices: consumers won’t pay them. Coffee prices zoomed upward a few years ago; a year or two later they fell sharply because of consumer resistance—to some extent from a flashy consumer “boycott”—but more importantly from a shift in consumer buying habits away from coffee and toward lower-priced substitutes. So a limit on consumer demand holds them back.

16

Αυτό όμως μεταθέτει το πρόβλημα ένα βήμα πίσω. Διότι, αν η καταναλωτική ζήτηση, όπως φαίνεται λογικό, είναι περιορισμένη σε κάθε δεδομένη στιγμή, πώς συμβαίνει να συνεχίζει να αυξάνεται χρόνο με τον χρόνο, επικυρώνοντας ή επιτρέποντας αυξήσεις τιμών και μισθών; Και αν μπορεί να αυξάνεται κατά 10%, τι την εμποδίζει να αυξάνεται κατά 50%; Εν ολίγοις, τι επιτρέπει στην καταναλωτική ζήτηση να αυξάνεται διαρκώς, χρόνο με τον χρόνο, και συγχρόνως την εμποδίζει να αυξηθεί περισσότερο;

But this pushes the problem one step backward. For if consumer demand, as seems logical, is limited at any given time, how come it keeps going up, year after year, and validating or permitting price and wage increases? And if it can go up by 10 percent, what keeps it from going up by 50 percent? In short, what enables consumer demand to keep going up, year after year, and yet keeps it from going up any further?

17

Για να προχωρήσουμε σε αυτή την έρευνα, πρέπει να αναλύσουμε τη σημασία του όρου «τιμή». Τι ακριβώς είναι μια τιμή; Η τιμή οποιασδήποτε δεδομένης ποσότητας ενός προϊόντος είναι το χρηματικό ποσό που πρέπει να δαπανήσει ο αγοραστής γι’ αυτήν. Εν ολίγοις, αν κάποιος πρέπει να δαπανήσει 7 USD για δέκα καρβέλια ψωμί, τότε η «τιμή» αυτών των δέκα καρβελιών είναι 7 USD· ή, αφού συνήθως εκφράζουμε την τιμή ανά μονάδα προϊόντος, η τιμή του ψωμιού είναι εβδομήντα σεντς ανά καρβέλι. Υπάρχουν, επομένως, δύο πλευρές σε αυτή την ανταλλαγή: ο αγοραστής με το χρήμα και ο πωλητής με το ψωμί. Θα πρέπει να είναι σαφές ότι η αλληλεπίδραση και των δύο πλευρών διαμορφώνει την επικρατούσα τιμή στην αγορά. Εν ολίγοις, αν προσφερθεί περισσότερο ψωμί στην αγορά, η τιμή του θα πιεστεί προς τα κάτω —η αυξημένη προσφορά μειώνει την τιμή—, ενώ, από την άλλη πλευρά, αν οι αγοραστές ψωμιού έχουν περισσότερα χρήματα στα πορτοφόλια τους, η τιμή του ψωμιού θα ωθηθεί προς τα πάνω — η αυξημένη ζήτηση αυξάνει την τιμή.

To go any further in this detective hunt we must analyze the meaning of the term “price.” What exactly is a price? The price of any given quantity of a product is the amount of money the buyer must spend on it. In short, if someone must spend seven dollars on ten loaves of bread, then the “price” of those ten loaves is seven dollars, or, since we usually express price per unit of product, the price of bread is 70 cents per loaf. So there are two sides to this exchange: the buyer with money and the seller with bread. It should be clear that the interaction of both sides brings about the ruling price in the market. In short, if more bread comes onto the market, the price of bread will be bid down (increased supply lowers the price); while, on the other hand, if the bread buyers have more money in their wallets, the price of bread will be bid higher (increased demand raises the price).

18

Έχουμε πλέον εντοπίσει το κρίσιμο στοιχείο που περιορίζει και συγκρατεί το μέγεθος της καταναλωτικής ζήτησης και, συνεπώς, την τιμή: την ποσότητα χρήματος που κατέχουν οι καταναλωτές. Αν τα χρήματα στις τσέπες τους αυξηθούν κατά 20%, τότε ο περιορισμός της ζήτησής τους χαλαρώνει κατά 20% και, εφόσον όλοι οι άλλοι παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι, οι τιμές θα τείνουν να αυξηθούν επίσης κατά 20%. Έχουμε βρει τον κρίσιμο παράγοντα: το απόθεμα ή την προσφορά χρήματος.

We have now found the crucial element that limits and holds back the amount of consumer demand and hence the price: the amount of money in the consumers’ possession. If the money in their pockets increases by 20 percent, then the limitation on their demand is relaxed by 20 percent, and, other things remaining equal, prices will tend to rise by 20 percent as well. We have found the crucial factor: the stock or the supply of money.

19

Αν εξετάσουμε τις τιμές συνολικά, για ολόκληρη την οικονομία, τότε ο κρίσιμος παράγοντας είναι το συνολικό απόθεμα ή η προσφορά χρήματος σε ολόκληρη την οικονομία. Πράγματι, η σημασία της προσφοράς χρήματος στην ανάλυση του πληθωρισμού γίνεται αντιληπτή αν επεκτείνουμε την εξέτασή μας από την αγορά ψωμιού ή καφέ στο σύνολο της οικονομίας. Διότι όλες οι τιμές μεταβάλλονται αντίστροφα προς την προσφορά του αγαθού και προς την ίδια κατεύθυνση με τη ζήτησή του. Αλλά οι προσφερόμενες ποσότητες αγαθών γενικά αυξάνονται χρόνο με τον χρόνο στην οικονομία μας, η οποία εξακολουθεί να αναπτύσσεται. Συνεπώς, από την πλευρά της προσφοράς, οι περισσότερες τιμές θα έπρεπε να μειώνονται και θα έπρεπε τώρα να βιώνουμε μια σταθερή πτώση τιμών —«αποπληθωρισμό»— κατά το πρότυπο του δέκατου ένατου αιώνα. Αν ο χρόνιος πληθωρισμός οφειλόταν στην πλευρά της προσφοράς, στις δραστηριότητες παραγωγικών φορέων όπως οι επιχειρήσεις ή τα συνδικάτα, τότε η συνολική προσφορά αγαθών θα έπρεπε αναγκαστικά να μειώνεται, αυξάνοντας έτσι τις τιμές. Εφόσον όμως η προσφορά αγαθών αυξάνεται εμφανώς, η πηγή του πληθωρισμού πρέπει να βρίσκεται στην πλευρά της ζήτησης· και ο κυρίαρχος παράγοντας στην πλευρά της ζήτησης, όπως έχουμε επισημάνει, είναι η συνολική προσφορά χρήματος.

If we consider prices across-the-board for the entire economy, then the crucial factor is the total stock or supply of money in the whole economy. In fact, the importance of the money supply in analyzing inflation may be seen in extending our treatment from the bread or coffee market to the overall economy. For all prices are determined inversely by the supply of the good and directly by the demand for it. But the supplies of goods are, in general, going up year after year in our still growing economy. So that, from the point of view of the supply side of the equation, most prices should be falling, and we should right now be experiencing a nineteenth-century-style steady fall in prices (“deflation”). If chronic inflation were due to the supply side—to activities by producers such as business firms or unions—then the supply of goods overall would necessarily be falling, thereby raising prices. But since the supply of goods is manifestly increasing, the source of inflation must be the demand side—and the dominant factor on the demand side, as we have indicated, is the total supply of money.

20

Και πράγματι, αν εξετάσουμε τον κόσμο στο παρελθόν και στο παρόν, διαπιστώνουμε ότι η προσφορά χρήματος αυξάνεται με ταχύ ρυθμό. Αυξανόταν και τον δέκατο ένατο αιώνα, αλλά με πολύ βραδύτερο ρυθμό, πολύ βραδύτερο από την αύξηση των αγαθών και των υπηρεσιών· από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, όμως, η αύξηση της προσφοράς χρήματος —τόσο εδώ όσο και στο εξωτερικό— είναι πολύ ταχύτερη από την αύξηση της προσφοράς αγαθών. Εξ ου και ο πληθωρισμός.

And, indeed, if we look at the world past and present, we find that the money supply has been going up at a rapid pace. It rose in the nineteenth century, too, but at a much slower pace, far slower than the increase of goods and services; but, since World War II, the increase in the money supply—both here and abroad—has been much faster than in the supply of goods. Hence, inflation.

21

Το κρίσιμο ερώτημα γίνεται τότε: ποιος ή τι ελέγχει και καθορίζει την προσφορά χρήματος και συνεχίζει να αυξάνει την ποσότητά του, ιδίως τις τελευταίες δεκαετίες; Για να απαντήσουμε, πρέπει πρώτα να εξετάσουμε πώς εμφανίζεται εξαρχής το χρήμα στην οικονομία της αγοράς. Το χρήμα εμφανίζεται αρχικά στην αγορά όταν τα άτομα αρχίζουν να επιλέγουν ένα ή περισσότερα χρήσιμα εμπορεύματα για να λειτουργούν ως χρήμα. Τα καταλληλότερα εμπορεύματα για αυτή τη χρήση είναι εκείνα για τα οποία υπάρχει υψηλή ζήτηση· έχουν υψηλή αξία ανά μονάδα βάρους· είναι ανθεκτικά, ώστε να μπορούν να αποθηκεύονται για μεγάλο διάστημα· είναι μετακινήσιμα, ώστε να μεταφέρονται εύκολα από τόπο σε τόπο· αναγνωρίζονται εύκολα· και μπορούν να διαιρεθούν εύκολα σε μικρά μέρη χωρίς να χάνουν την αξία τους. Ανά τους αιώνες, διάφορες αγορές και κοινωνίες επέλεξαν πολλά εμπορεύματα ως χρήμα: από το αλάτι και τη ζάχαρη έως τα όστρακα καούρι, τα βοοειδή, τον καπνό και τα τσιγάρα στα στρατόπεδα αιχμαλώτων πολέμου κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Σε όλους αυτούς τους αιώνες, όμως, δύο εμπορεύματα επικρατούσαν πάντοτε στον ανταγωνισμό για να γίνουν χρήμα, όταν ήταν διαθέσιμα: ο χρυσός και ο άργυρος.

The crucial question then becomes who, or what, controls and determines the money supply, and keeps increasing its amount, especially in recent decades? To answer this question, we must first consider how money arises to begin with in the market economy. For money first arises on the market as individuals begin to choose one or several useful commodities to act as a money: the best money-commodities are those that are in high demand; that have a high value per unit-weight; that are durable, so they can be stored a long time, mobile, so they can be moved readily from one place to another, and easily recognizable; and that can be readily divisible into small parts without losing their value. Over the centuries, various markets and societies have chosen a large number of commodities as money: from salt to sugar to cowrie shells to cattle to tobacco down to cigarettes in POW camps during World War II. But over all these centuries, two commodities have always won out in the competitive race to become moneys when they have been available: gold and silver.

22

Τα μέταλλα διακινούνται πάντοτε με βάση το βάρος τους —ένας τόνος σιδήρου, μία λίβρα χαλκού κ.λπ.— και οι τιμές τους υπολογίζονται με βάση αυτές τις μονάδες βάρους. Ο χρυσός και ο άργυρος δεν αποτελούν εξαίρεση. Καθεμία από τις σύγχρονες νομισματικές μονάδες ξεκίνησε ως μονάδα βάρους χρυσού ή αργύρου. Έτσι, η βρετανική μονάδα, η «λίρα στερλίνα», ονομάζεται έτσι επειδή αρχικά σήμαινε απλώς μία λίβρα αργύρου. Για να αντιληφθούμε πόση αξία έχει χάσει η λίρα στους αιώνες που μεσολάβησαν, αρκεί να σημειώσουμε ότι η λίρα στερλίνα αξίζει σήμερα στην αγορά δύο πέμπτα της ουγγιάς αργύρου. Αυτό είναι το αποτέλεσμα του βρετανικού πληθωρισμού — της υποβάθμισης της αξίας της λίρας. Το «δολάριο» ήταν αρχικά ένα βοημικό νόμισμα που αποτελούνταν από μία ουγγιά αργύρου. Αργότερα, το «δολάριο» ορίστηκε ως το ένα εικοστό της ουγγιάς χρυσού.

Metals always circulate by their weight—a ton of iron, a pound of copper, etc.—and their prices are reckoned in terms of these units of weight. Gold and silver are no exception. Every one of the modern currency units originated as units of weight of either gold or silver. Thus, the British unit, the “pound sterling,” is so named because it originally meant simply one pound of silver. (To see how the pound has lost value in the centuries since, we should note that the pound sterling is now worth two-fifths of an ounce of silver on the market. This is the effect of British inflation—of the debasement of the value of the pound.) The “dollar” was originally a Bohemian coin consisting of an ounce of silver. Later on, the “dollar” came to be defined as one-twentieth of an ounce of gold.

23

Όταν μια κοινωνία ή χώρα υιοθετεί ένα ορισμένο εμπόρευμα ως χρήμα και η μονάδα βάρους του γίνεται κατόπιν η νομισματική μονάδα —η λογιστική μονάδα της καθημερινής ζωής—, λέμε ότι αυτή η χώρα λειτουργεί υπό τον «κανόνα» του συγκεκριμένου εμπορεύματος. Εφόσον οι αγορές έχουν παντού διαπιστώσει ότι ο χρυσός ή ο άργυρος αποτελούν τις καλύτερες νομισματικές βάσεις όταν είναι διαθέσιμοι, η φυσική πορεία αυτών των οικονομιών είναι να λειτουργούν υπό τον κανόνα χρυσού ή αργύρου. Στην περίπτωση αυτή, η προσφορά χρυσού καθορίζεται από τις δυνάμεις της αγοράς: από τις τεχνολογικές συνθήκες της προσφοράς, τις τιμές άλλων εμπορευμάτων κ.λπ.

When a society or a country comes to adopt a certain commodity as a money, and its unit of weight then becomes the unit of currency—the unit of reckoning in everyday life—then that country is said to be on that particular commodity “standard.” Since markets have universally found gold or silver to be the best standards whenever they are available, the natural course of these economies is to be on the gold or silver standard. In that case, the supply of gold is determined by market forces: by the technological conditions of supply, the prices of other commodities, etc.

24

Από την αρχή της υιοθέτησης του χρυσού και του αργύρου ως χρήματος από την αγορά, το κράτος επιδιώκει να θέσει υπό τον έλεγχό του τη λειτουργία της προσφοράς χρήματος, τη λειτουργία δηλαδή του καθορισμού και της δημιουργίας της ποσότητας χρήματος στην κοινωνία. Θα πρέπει να είναι προφανές γιατί το κράτος επιθυμεί να το κάνει: αυτό θα σήμαινε την αφαίρεση του ελέγχου της προσφοράς χρήματος από την αγορά και την παράδοσή του σε μια ομάδα ανθρώπων που διευθύνουν τον κρατικό μηχανισμό. Γιατί αυτοί το επιθυμούν είναι σαφές: θα αποκτούσαν μια εναλλακτική προς τη φορολογία, την οποία τα θύματά της θεωρούν πάντοτε επαχθή.

From the beginning of market adoption of gold and silver as money, the State has been moving in to seize control of the money-supply function, the function of determining and creating the supply of money in the society. It should be obvious why the State should want to do so: this would mean seizing control over the money supply from the market and turning it over to a group of people in charge of the State apparatus. Why they should want to do so is clear: here would be an alternative to taxation which the victims of a tax always consider onerous.

25

Διότι πλέον οι κυβερνώντες του κράτους μπορούν απλώς να δημιουργούν δικό τους χρήμα και να το δαπανούν ή να το δανείζουν στους ευνοούμενους συμμάχους τους. Τίποτε από αυτά δεν ήταν εύκολο πριν από την ανακάλυψη της τέχνης της τυπογραφίας· έκτοτε, το κράτος μπορούσε να μεθοδεύσει την αλλαγή του ορισμού του «δολαρίου», της «λίρας», του «μάρκου» κ.λπ., από μονάδες βάρους χρυσού ή αργύρου σε απλές ονομασίες για χαρτιά που τυπώνει η κεντρική κυβέρνηση. Κατόπιν, η κυβέρνηση μπορούσε να τα τυπώνει χωρίς κόστος και ουσιαστικά κατά βούληση και να τα δαπανά ή να τα δανείζει όσο επιθυμούσε. Χρειάστηκαν αιώνες για να ολοκληρωθεί αυτή η σύνθετη μεταβολή, αλλά σήμερα το απόθεμα και η έκδοση χρήματος βρίσκονται εξ ολοκλήρου στα χέρια κάθε κεντρικής κυβέρνησης. Οι συνέπειες γίνονται ολοένα πιο ορατές γύρω μας.

For now the rulers of the State can simply create their own money and spend it or lend it out to their favorite allies. None of this was easy until the discovery of the art of printing; after that, the State could contrive to change the definition of the “dollar,” the “pound,” the “mark,” etc., from units of weight of gold or silver into simply the names for pieces of paper printed by the central government. Then that government could print them costlessly and virtually ad lib, and then spend or lend them out to its heart’s content. It took centuries for this complex movement to be completed, but now the stock and the issuance of money is totally in the hands of every central government. The consequences are increasingly visible all around us.

26

Σκεφτείτε τι θα συνέβαινε αν η κυβέρνηση πλησίαζε μια ομάδα ανθρώπων —ας πούμε την οικογένεια Jones— και της έλεγε: «Ορίστε, σας δίνουμε την απόλυτη και απεριόριστη εξουσία να τυπώνετε δολάρια, να καθορίζετε τον αριθμό των δολαρίων που κυκλοφορούν. Και θα έχετε απόλυτη μονοπωλιακή εξουσία: όποιος άλλος τολμήσει να χρησιμοποιήσει τέτοια εξουσία θα φυλακίζεται για πάρα πολύ καιρό ως κακόβουλος και ανατρεπτικός παραχαράκτης. Ελπίζουμε να χρησιμοποιήσετε αυτή την εξουσία με σύνεση». Μπορούμε να προβλέψουμε αρκετά καλά τι θα κάνει η οικογένεια Jones με αυτή τη νεοαποκτηθείσα εξουσία. Αρχικά θα τη χρησιμοποιήσει αργά και προσεκτικά, για να εξοφλήσει τα χρέη της, ίσως για να αγοράσει μερικά ιδιαίτερα επιθυμητά αντικείμενα· κατόπιν όμως, συνηθίζοντας στη μέθη της δυνατότητας να τυπώνει το δικό της νόμισμα, θα αρχίσει να χρησιμοποιεί την εξουσία στο έπακρο, για να αγοράζει είδη πολυτελείας, να ανταμείβει τους φίλους της κ.λπ. Το αποτέλεσμα θα είναι συνεχείς, ακόμη και επιταχυνόμενες, αυξήσεις της προσφοράς χρήματος και, συνεπώς, συνεχής και επιταχυνόμενος πληθωρισμός.

Consider what would happen if the government should approach one group of people—say the Jones family—and say to them: “Here we give you the absolute and unlimited power to print dollars, to determine the number of dollars in circulation. And you will have an absolute monopoly power: anyone else who presumes to use such power will be jailed for a long, long time as an evil and subversive counterfeiter. We hope you use this power wisely.” We can pretty well predict what the Jones family will do with this newfound power. At first, it will use the power slowly and carefully, to pay off its debts, perhaps buy itself a few particularly desired items; but then, habituated to the heady wine of being able to print their own currency, they will begin to use the power to the hilt, to buy luxuries, reward their friends, etc. The result will be continuing and even accelerated increases in the money supply, and therefore continuing and accelerated inflation.

27

Αυτό ακριβώς όμως έχουν κάνει οι κυβερνήσεις — όλες οι κυβερνήσεις. Μόνο που, αντί να παραχωρήσει τη μονοπωλιακή εξουσία παραχάραξης στην οικογένεια Jones ή σε άλλες οικογένειες, η κυβέρνηση την έχει «παραχωρήσει» στον εαυτό της. Όπως το κράτος οικειοποιείται τη μονοπωλιακή εξουσία της νομιμοποιημένης απαγωγής και την αποκαλεί υποχρεωτική στράτευση· όπως έχει αποκτήσει το μονοπώλιο της νομιμοποιημένης ληστείας και την αποκαλεί φορολογία· έτσι έχει αποκτήσει και τη μονοπωλιακή εξουσία παραχάραξης και την αποκαλεί αύξηση της προσφοράς δολαρίων —ή φράγκων, μάρκων ή οποιουδήποτε άλλου νομίσματος. Αντί για κανόνα χρυσού, αντί για χρήμα που αναδύεται από την ελεύθερη αγορά και του οποίου η προσφορά καθορίζεται από αυτήν, ζούμε υπό ένα σύστημα χάρτινου χρήματος αναγκαστικής κυκλοφορίας. Δηλαδή, το δολάριο, το φράγκο κ.λπ. είναι απλώς χαρτιά πάνω στα οποία έχουν τυπωθεί αυτές οι ονομασίες και τα οποία εκδίδονται κατά βούληση από την κεντρική κυβέρνηση — από τον κρατικό μηχανισμό.

But this is precisely what governments—all governments—have done. Except that instead of granting the monopoly power to counterfeit to the Jones or other families, government has “granted” the power to itself. Just as the State arrogates to itself a monopoly power over legalized kidnapping and calls it conscription; just as it has acquired a monopoly over legalized robbery and calls it taxation; so, too, it has acquired the monopoly power to counterfeit and calls it increasing the supply of dollars (or francs, marks, or whatever). Instead of a gold standard, instead of a money that emerges from and whose supply is determined by the free market, we are living under a fiat paper standard. That is, the dollar, franc, etc., are simply pieces of paper with such names stamped upon them, issued at will by the central government—by the State apparatus.

28

Επιπλέον, αφού το συμφέρον ενός παραχαράκτη είναι να τυπώνει όσο περισσότερο χρήμα μπορεί χωρίς να υποστεί συνέπειες, έτσι και το κράτος θα τυπώνει όσο περισσότερο χρήμα μπορεί χωρίς να υποστεί συνέπειες, όπως ακριβώς χρησιμοποιεί και την εξουσία φορολόγησης: για να αποσπά όσο περισσότερο χρήμα μπορεί χωρίς να προκαλεί υπερβολικά πολλές κραυγές διαμαρτυρίας.

Furthermore, since the interest of a counterfeiter is to print as much money as he can get away with, so too will the State print as much money as it can get away with, just as it will employ the power to tax in the same way: to extract as much money as it can without raising too many howls of protest.

29

Ο κυβερνητικός έλεγχος της προσφοράς χρήματος είναι, επομένως, εγγενώς πληθωριστικός, για τον ίδιο λόγο που κάθε σύστημα στο οποίο μια ομάδα ανθρώπων αποκτά τον έλεγχο της εκτύπωσης χρήματος είναι αναπόφευκτα πληθωριστικό.

Government control of money supply is inherently inflationary, then, for the same reason that any system in which a group of people obtains control over the printing of money is bound to be inflationary.

30

Το Ομοσπονδιακό Αποθεματικό Σύστημα και η τραπεζική κλασματικών αποθεμάτων

↗ στη σελίδα του βιβλίου

The Federal Reserve and Fractional Reserve Banking

31

Η πρόκληση πληθωρισμού με την απλή εκτύπωση περισσότερου χρήματος θεωρείται πλέον παρωχημένη. Καταρχάς, είναι υπερβολικά ορατή· όταν κυκλοφορούν πολλά χαρτονομίσματα μεγάλης ονομαστικής αξίας, το κοινό μπορεί να αποκτήσει την ενοχλητική ιδέα ότι η αιτία του ανεπιθύμητου πληθωρισμού είναι η εκτύπωση όλων αυτών των χαρτονομισμάτων από την κυβέρνηση — και η κυβέρνηση μπορεί να στερηθεί αυτή την εξουσία. Αντί γι’ αυτό, οι κυβερνήσεις επινόησαν έναν πολύ πιο σύνθετο και περίτεχνο, και πολύ λιγότερο ορατό, τρόπο για να επιτυγχάνουν το ίδιο αποτέλεσμα: να οργανώνουν αυξήσεις της προσφοράς χρήματος, ώστε να διαθέτουν περισσότερα χρήματα για δαπάνες και για επιδοτήσεις ευνοούμενων πολιτικών ομάδων. Η ιδέα ήταν η εξής: αντί να δίνεται έμφαση στην εκτύπωση χρήματος, να διατηρηθούν τα χάρτινα δολάρια, μάρκα ή φράγκα ως βασικό χρήμα — το «νόμιμο μέσο πληρωμής»— και κατόπιν να οικοδομηθεί πυραμιδικά πάνω σε αυτό ένα μυστηριώδες και αόρατο, αλλά όχι λιγότερο ισχυρό, «χρήμα επιταγών», δηλαδή τραπεζικές καταθέσεις όψεως. Το αποτέλεσμα είναι ένας πληθωριστικός μηχανισμός ελεγχόμενος από την κυβέρνηση, τον οποίο δεν κατανοεί κανείς εκτός από τραπεζίτες, οικονομολόγους και κυβερνητικούς κεντρικούς τραπεζίτες — και αυτό είναι σκόπιμο.

Inflating by simply printing more money, however, is now considered old-fashioned. For one thing, it is too visible; with a lot of high-denomination bills floating around, the public might get the troublesome idea that the cause of the unwelcome inflation is the government’s printing of all the bills—and the government might be stripped of that power. Instead, governments have come up with a much more complex and sophisticated, and much less visible, means of doing the same thing: of organizing increases in the money supply to give themselves more money to spend and to subsidize favored political groups. The idea was this: instead of stressing the printing of money, retain the paper dollars or marks or francs as the basic money (the “legal tender”), and then pyramid on top of that a mysterious and invisible, but no less potent, “checkbook money,” or bank demand deposits. The result is an inflationary engine, controlled by government, which no one but bankers, economists, and government central bankers understands—and designedly so.

32

Πρώτα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι ολόκληρο το εμπορικό τραπεζικό σύστημα, στις Ηνωμένες Πολιτείες ή αλλού, βρίσκεται υπό τον πλήρη έλεγχο της κεντρικής κυβέρνησης — έναν έλεγχο που οι τράπεζες καλωσορίζουν, διότι τους επιτρέπει να δημιουργούν χρήμα. Οι τράπεζες βρίσκονται υπό τον πλήρη έλεγχο της κεντρικής τράπεζας, ενός κυβερνητικού θεσμού· ο έλεγχος αυτός απορρέει σε μεγάλο βαθμό από το καταναγκαστικά επιβαλλόμενο μονοπώλιο της κεντρικής τράπεζας στην εκτύπωση χρήματος. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτή τη λειτουργία κεντρικής τραπεζικής επιτελεί το Ομοσπονδιακό Αποθεματικό Σύστημα. Αυτό —η «Fed»— επιτρέπει κατόπιν στις εμπορικές τράπεζες να οικοδομούν πυραμιδικά τραπεζικές καταθέσεις όψεως, το «χρήμα επιταγών», πάνω στα δικά τους «αποθεματικά» —τις καταθέσεις τους στη Fed— με πολλαπλάσιο περίπου έξι προς ένα. Με άλλα λόγια, αν τα τραπεζικά αποθεματικά στη Fed αυξηθούν κατά 1 δισεκατομμύριο USD, οι τράπεζες μπορούν να αυξήσουν —και πράγματι αυξάνουν— τις καταθέσεις τους κατά 6 δισεκατομμύρια USD· δηλαδή δημιουργούν νέο χρήμα αξίας 6 δισεκατομμυρίων USD.

First, it must be realized that the entire commercial banking system, in the United States or elsewhere, is under the total control of the central government—a control that the banks welcome, for it permits them to create money. The banks are under the complete control of the central bank—a government institution—a control stemming largely from the central bank’s compulsory monopoly over the printing of money. In the United States, the Federal Reserve System performs this central banking function. The Federal Reserve (“the Fed”) then permits the commercial banks to pyramid bank demand deposits (“checkbook money”) on top of their own “reserves” (deposits at the Fed) by a multiple of approximately 6:1. In other words, if bank reserves at the Fed increase by $1 billion, the banks can and do pyramid their deposits by $6 billion—that is, the banks create $6 billion worth of new money.

33

Γιατί οι τραπεζικές καταθέσεις όψεως αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της προσφοράς χρήματος; Επισήμως δεν είναι χρήμα ή νόμιμο μέσο πληρωμής με τον τρόπο που είναι χρήμα τα τραπεζογραμμάτια του Ομοσπονδιακού Αποθεματικού Συστήματος. Αποτελούν όμως υπόσχεση μιας τράπεζας ότι θα εξοφλήσει τις καταθέσεις όψεως σε μετρητά —τραπεζογραμμάτια του Ομοσπονδιακού Αποθεματικού Συστήματος— οποτεδήποτε το επιθυμήσει ο καταθέτης, ο κάτοχος του «λογαριασμού επιταγών». Το κρίσιμο σημείο, φυσικά, είναι ότι οι τράπεζες δεν έχουν αυτά τα χρήματα· δεν μπορούν να τα έχουν, αφού οφείλουν εξαπλάσιο ποσό από τα αποθεματικά τους, τα οποία αποτελούν τον δικό τους λογαριασμό όψεως στη Fed. Το κοινό, ωστόσο, ωθείται να εμπιστεύεται τις τράπεζες από την αύρα φερεγγυότητας και ιερότητας με την οποία τις περιβάλλει το Ομοσπονδιακό Αποθεματικό Σύστημα. Διότι η Fed μπορεί να διασώζει —και πράγματι διασώζει— τράπεζες που αντιμετωπίζουν δυσκολίες. Αν το κοινό κατανοούσε τη διαδικασία και εφορμούσε μαζικά στις τράπεζες απαιτώντας τα χρήματά του, η Fed, σε μια δύσκολη στιγμή, θα μπορούσε πάντοτε, αν το επιθυμούσε, να τυπώσει αρκετό χρήμα για να βοηθήσει τις τράπεζες να ξεπεράσουν την κρίση.

Why do bank demand deposits constitute the major part of the money supply? Officially, they are not money or legal tender in the way that Federal Reserve Notes are money. But they constitute a promise by a bank that it will redeem its demand deposits in cash (Federal Reserve Notes) anytime that the deposit holder (the owner of the “checking account”) may desire. The point, of course, is that the banks don’t have the money; they cannot, since they owe six times their reserves, which are their own checking account at the Fed. The public, however, is induced to trust the banks by the penumbra of soundness and sanctity laid about them by the Federal Reserve System. For the Fed can and does bail out banks in trouble. If the public understood the process and descended in a storm upon the banks demanding their money, the Fed, in a pinch, if it wanted, could always print enough money to tide the banks over.

34

Η Fed, λοιπόν, ελέγχει τον ρυθμό του νομισματικού πληθωρισμού προσαρμόζοντας το πολλαπλάσιο τραπεζικής δημιουργίας χρήματος — έξι προς ένα— ή, σημαντικότερο ακόμη, καθορίζοντας το συνολικό ύψος των τραπεζικών αποθεματικών. Με άλλα λόγια, αν η Fed επιθυμεί να αυξήσει τη συνολική προσφορά χρήματος κατά 6 δισεκατομμύρια USD, αντί να τυπώσει πράγματι αυτά τα 6 δισεκατομμύρια, θα μεθοδεύσει αύξηση των τραπεζικών αποθεματικών κατά 1 δισεκατομμύριο USD και κατόπιν θα αφήσει στις τράπεζες τη δημιουργία 6 δισεκατομμυρίων USD νέου χρήματος επιταγών. Το κοινό, στο μεταξύ, παραμένει σε άγνοια για τη διαδικασία ή τη σημασία της.

The Fed, then, controls the rate of monetary inflation by adjusting the multiple (6:1) of bank money creation, or, more importantly, by determining the total amount of bank reserves. In other words, if the Fed wishes to increase the total money supply by $6 billion, instead of actually printing the $6 billion, it will contrive to increase bank reserves by $1 billion, and then leave it up to the banks to create $6 billion of new checkbook money. The public, meanwhile, is kept ignorant of the process or of its significance.

35

Πώς δημιουργούν οι τράπεζες νέες καταθέσεις; Απλώς δανείζοντάς τες κατά τη διαδικασία της δημιουργίας τους. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι οι τράπεζες λαμβάνουν το 1 δισεκατομμύριο USD νέων αποθεματικών· θα χορηγήσουν δάνεια 6 δισεκατομμυρίων USD και θα δημιουργήσουν τις νέες καταθέσεις κατά τη χορήγηση αυτών των νέων δανείων. Εν ολίγοις, όταν οι εμπορικές τράπεζες δανείζουν χρήματα σε ένα άτομο, σε μια επιχείρηση ή στην κυβέρνηση, δεν ξαναδανείζουν ήδη υπάρχον χρήμα που το κοινό αποταμίευσε με κόπο και κατέθεσε στα θησαυροφυλάκιά τους, όπως συνήθως πιστεύει. Δανείζουν νέες καταθέσεις όψεως, τις οποίες δημιουργούν κατά τη χορήγηση του δανείου, και περιορίζονται μόνο από τις «υποχρεώσεις τήρησης αποθεματικών», δηλαδή από το επιτρεπόμενο μέγιστο πολλαπλάσιο καταθέσεων προς αποθεματικά — για παράδειγμα, έξι προς ένα. Άλλωστε, δεν τυπώνουν χάρτινα δολάρια ούτε εξορύσσουν τεμάχια χρυσού· απλώς εκδίδουν καταθετικές απαιτήσεις, ή απαιτήσεις μέσω «χρήματος επιταγών», επί των ίδιων για καταβολή μετρητών — απαιτήσεις τις οποίες δεν θα είχαν την παραμικρή ελπίδα να εξοφλήσουν αν το κοινό συνολικά εμφανιζόταν ποτέ ταυτόχρονα και απαιτούσε μια τέτοια εκκαθάριση των λογαριασμών του.

How do the banks create new deposits? Simply by lending them out in the process of creation. Suppose, for example, that the banks receive the $1 billion of new reserves; the banks will lend out $6 billion and create the new deposits in the course of making these new loans. In short, when the commercial banks lend money to an individual, a business firm, or the government, they are not relending existing money that the public laboriously had saved and deposited in their vaults—as the public usually believes. They lend out new demand deposits that they create in the course of the loan—and they are limited only by the “reserve requirements,” by the required maximum multiple of deposit to reserves (e.g., 6:1). For, after all, they are not printing paper dollars or digging up pieces of gold; they are simply issuing deposit or “checkbook” claims upon themselves for cash—claims which they wouldn’t have a prayer of honoring if the public as a whole should ever rise up at once and demand such a settling of their accounts.

36

Πώς, λοιπόν, μεθοδεύει η Fed τον καθορισμό —σχεδόν πάντοτε την αύξηση— των συνολικών αποθεματικών των εμπορικών τραπεζών; Μπορεί να δανείζει —και πράγματι δανείζει— αποθεματικά στις τράπεζες, και το κάνει με τεχνητά χαμηλό επιτόκιο, το «προεξοφλητικό επιτόκιο». Οι τράπεζες όμως δεν επιθυμούν να είναι βαριά χρεωμένες στη Fed, και έτσι το συνολικό ανεξόφλητο υπόλοιπο δανείων της Fed προς τις τράπεζες δεν είναι ποτέ πολύ υψηλό. Η μακράν σημαντικότερη μέθοδος με την οποία η Fed καθορίζει τα συνολικά αποθεματικά είναι ελάχιστα γνωστή ή κατανοητή στο κοινό: η μέθοδος των «αγορών ανοικτής αγοράς». Αυτό σημαίνει απλώς ότι το Ομοσπονδιακό Αποθεματικό Σύστημα προσέρχεται στην ανοικτή αγορά και αγοράζει ένα περιουσιακό στοιχείο. Ακριβολογώντας, δεν έχει σημασία τι είδους περιουσιακό στοιχείο αγοράζει. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να είναι μια αριθμομηχανή τσέπης αξίας 20 USD. Ας υποθέσουμε ότι η Fed αγοράζει μια αριθμομηχανή τσέπης από την XYZ Electronics έναντι 20 USD. Η Fed αποκτά μια αριθμομηχανή· το σημαντικό όμως για τους σκοπούς μας είναι ότι η XYZ Electronics αποκτά μια επιταγή 20 USD από το Ομοσπονδιακό Αποθεματικό Σύστημα. Η Fed δεν δέχεται λογαριασμούς όψεως ιδιωτών, παρά μόνο τραπεζών και της ίδιας της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Η XYZ Electronics, επομένως, μπορεί να κάνει μόνο ένα πράγμα με την επιταγή των 20 USD: να την καταθέσει στη δική της τράπεζα, ας πούμε στην Acme Bank. Σε αυτό το σημείο πραγματοποιείται μια άλλη συναλλαγή: ο λογαριασμός όψεως της XYZ, οι «καταθέσεις όψεώς» της, αυξάνεται κατά 20 USD. Σε αντάλλαγμα, η Acme Bank αποκτά μια επιταγή του Ομοσπονδιακού Αποθεματικού Συστήματος που έχει μεταβιβαστεί στην ίδια.

How, then, does the Fed contrive to determine (almost always, to increase) the total reserves of the commercial banks? It can and does lend reserves to the banks, and it does so at an artificially cheap rate (the “rediscount rate”). But still, the banks do not like to be heavily in debt to the Fed, and so the total loans outstanding from the Fed to the banks is never very high. By far the most important route for the Fed’s determining of total reserves is little known or understood by the public: the method of “open market purchases.” What this simply means is that the Federal Reserve Bank goes out into the open market and buys an asset. Strictly, it doesn’t matter what kind of an asset the Fed buys. It could, for example, be a pocket calculator for $20. Suppose that the Fed buys a pocket calculator from XYZ Electronics for $20. The Fed acquires a calculator; but the important point for our purposes is that XYZ Electronics acquires a check for $20 from the Federal Reserve Bank. Now, the Fed is not open to checking accounts from private citizens, only from banks and the federal government itself. XYZ Electronics, therefore, can only do one thing with its twenty-dollar check: deposit it at its own bank, say the Acme Bank. At this point, another transaction takes place: XYZ gets an increase of $20 in its checking account, in its “demand deposits.” In return, Acme Bank gets a check, made over to itself, from the Federal Reserve Bank.

37

Το πρώτο που έχει συμβεί, λοιπόν, είναι ότι το χρηματικό απόθεμα της XYZ έχει αυξηθεί κατά 20 USD —μέσω της αύξησης του λογαριασμού της στην Acme Bank—, ενώ το χρηματικό απόθεμα κανενός άλλου δεν έχει αλλάξει καθόλου. Συνεπώς, στο τέλος αυτής της αρχικής φάσης —της φάσης I— η προσφορά χρήματος έχει αυξηθεί κατά 20 USD, ακριβώς όσο και η αξία της αγοράς περιουσιακού στοιχείου από τη Fed. Αν ρωτήσει κανείς από πού βρήκε η Fed τα 20 USD για να αγοράσει την αριθμομηχανή, η απάντηση είναι: τα δημιούργησε εκ του μηδενός, εκδίδοντας απλώς μια επιταγή πληρωτέα από την ίδια. Κανείς, ούτε η Fed ούτε οποιοσδήποτε άλλος, δεν είχε αυτά τα 20 USD πριν δημιουργηθούν κατά τη διαδικασία της δαπάνης της Fed.

Now, the first thing that has happened is that XYZ’s money stock has gone up by $20—its newly increased account at the Acme Bank—and nobody else’s money stock has changed at all. So, at the end of this initial phase—phase I—the money supply has increased by $20, the same amount as the Fed’s purchase of an asset. If one asks, where did the Fed get the $20 to buy the calculator, then the answer is: it created the $20 out of thin air by simply writing out a check upon itself. No one, neither the Fed nor anyone else, had the $20 before it was created in the process of the Fed’s expenditure.

38

Αλλά αυτό δεν είναι όλο. Διότι τώρα η Acme Bank διαπιστώνει με χαρά ότι διαθέτει μια επιταγή πληρωτέα από το Ομοσπονδιακό Αποθεματικό Σύστημα. Σπεύδει στη Fed, την καταθέτει και αποκτά αύξηση 20 USD στα αποθεματικά της, δηλαδή στις «καταθέσεις όψεώς της στη Fed». Τώρα που τα αποθεματικά του τραπεζικού συστήματος έχουν αυξηθεί κατά 20 USD, το σύστημα μπορεί να επεκτείνει —και πράγματι επεκτείνει— την πίστωση, δηλαδή να δημιουργήσει περισσότερες καταθέσεις όψεως υπό τη μορφή δανείων προς επιχειρήσεις, καταναλωτές ή την κυβέρνηση, έως ότου η συνολική αύξηση του χρήματος επιταγών φτάσει τα 120 USD. Στο τέλος της φάσης II, λοιπόν, έχουμε αύξηση 20 USD στα τραπεζικά αποθεματικά που προκλήθηκε από την αγορά της αριθμομηχανής από τη Fed έναντι αυτού του ποσού, αύξηση 120 USD στις τραπεζικές καταθέσεις όψεως και αύξηση 100 USD στα τραπεζικά δάνεια προς επιχειρήσεις ή άλλους. Η συνολική προσφορά χρήματος έχει αυξηθεί κατά 120 USD, από τα οποία τα 100 δημιουργήθηκαν από τις τράπεζες κατά τη χορήγηση δανείων σε χρήμα επιταγών προς επιχειρήσεις, ενώ τα 20 δημιουργήθηκαν από τη Fed κατά την αγορά της αριθμομηχανής.

But this is not all. For now the Acme Bank, to its delight, finds it has a check on the Federal Reserve. It rushes to the Fed, deposits it, and acquires an increase of $20 in its reserves, that is, in its “demand deposits with the Fed.” Now that the banking system has an increase in $20, it can and does expand credit, that is, create more demand deposits in the form of loans to business (or to consumers or government), until the total increase in checkbook money is $120. At the end of phase II, then, we have an increase of $20 in bank reserves generated by Fed purchase of a calculator for that amount, an increase in $120 in bank demand deposits, and an increase of $100 in bank loans to business or others. The total money supply has increased by $120, of which $100 was created by the banks in the course of lending out checkbook money to business, and $20 was created by the Fed in the course of buying the calculator.

39

Στην πράξη, φυσικά, η Fed δεν αφιερώνει πολύ χρόνο στην αγορά τυχαίων περιουσιακών στοιχείων. Οι αγορές της για την πρόκληση πληθωρισμού στην οικονομία είναι τόσο μεγάλες ώστε πρέπει να καταλήξει σε ένα καθιερωμένο περιουσιακό στοιχείο υψηλής ρευστότητας. Στην πράξη, αυτό σημαίνει αγορές ομολόγων και άλλων τίτλων της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών. Η αγορά αμερικανικών κρατικών ομολόγων είναι τεράστια και εξαιρετικά ρευστή, και η Fed δεν χρειάζεται να εμπλέκεται στις πολιτικές συγκρούσεις που θα προκαλούσε η επιλογή των ιδιωτικών μετοχών ή ομολόγων που θα αγόραζε. Για την κυβέρνηση, αυτή η διαδικασία έχει επίσης την ευχάριστη συνέπεια ότι στηρίζει την αγορά κρατικών τίτλων και διατηρεί υψηλές τις τιμές των κρατικών ομολόγων.

In practice, of course, the Fed does not spend much of its time buying haphazard assets. Its purchases of assets are so huge in order to inflate the economy that it must settle on a regular, highly liquid asset. In practice, this means purchases of U.S. government bonds and other U.S. government securities. The U.S. government bond market is huge and highly liquid, and the Fed does not have to get into the political conflicts that would be involved in figuring out which private stocks or bonds to purchase. For the government, this process also has the happy consequence of helping to prop up the government security market, and keep up the price of government bonds.

40

Ας υποθέσουμε όμως ότι κάποια τράπεζα, ίσως υπό την πίεση των καταθετών της, χρειάζεται να εξαργυρώσει μέρος των αποθεματικών του λογαριασμού όψεώς της για να αποκτήσει μετρητά. Τι θα συνέβαινε τότε στη Fed, αφού οι επιταγές της είχαν δημιουργήσει νέα τραπεζικά αποθεματικά εκ του μηδενός; Δεν θα αναγκαζόταν να πτωχεύσει ή να υποστεί κάτι αντίστοιχο; Όχι, επειδή η Fed έχει το μονοπώλιο της εκτύπωσης μετρητών και θα μπορούσε —και θα το έκανε— να εξοφλήσει απλώς την κατάθεση όψεως τυπώνοντας όσα τραπεζογραμμάτια του Ομοσπονδιακού Αποθεματικού Συστήματος χρειάζονταν. Εν ολίγοις, αν μια τράπεζα προσέφευγε στη Fed και απαιτούσε 20 USD σε μετρητά έναντι των αποθεματικών της —ή, πράγματι, 20 εκατομμύρια USD—, το μόνο που θα χρειαζόταν να κάνει η Fed θα ήταν να τυπώσει αυτό το ποσό και να το καταβάλει. Όπως βλέπουμε, η δυνατότητα να τυπώνει το δικό της χρήμα τοποθετεί τη Fed σε μια μοναδικά αξιοζήλευτη θέση.

Suppose, however, that some bank, perhaps under the pressure of its depositors, might have to cash in some of its checking account reserves in order to acquire hard currency. What would happen to the Fed then, since its checks had created new bank reserves out of thin air? Wouldn’t it be forced to go bankrupt or the equivalent? No, because the Fed has a monopoly on the printing of cash, and it could—and would—simply redeem its demand deposit by printing whatever Federal Reserve Notes are needed. In short, if a bank came to the Fed and demanded $20 in cash for its reserve—or, indeed, if it demanded $20 million—all the Fed would have to do is print that amount and pay it out. As we can see, being able to print its own money places the Fed in a uniquely enviable position.

41

Εδώ έχουμε, λοιπόν, επιτέλους το κλειδί του μυστηρίου της σύγχρονης πληθωριστικής διαδικασίας. Πρόκειται για μια διαδικασία συνεχούς επέκτασης της προσφοράς χρήματος μέσω διαρκών αγορών κρατικών τίτλων από τη Fed στην ανοικτή αγορά. Αν η Fed θελήσει να αυξήσει την προσφορά χρήματος κατά 6 δισεκατομμύρια USD, θα αγοράσει στην ανοικτή αγορά κρατικούς τίτλους συνολικής αξίας 1 δισεκατομμυρίου USD —εφόσον ο νομισματικός πολλαπλασιαστής των καταθέσεων όψεως προς τα αποθεματικά είναι έξι προς ένα— και ο στόχος θα επιτευχθεί γρήγορα. Πράγματι, εβδομάδα με την εβδομάδα, ακόμη και την ώρα που διαβάζονται αυτές οι γραμμές, η Fed προσέρχεται στην ανοικτή αγορά της Νέας Υόρκης και αγοράζει όση ποσότητα κρατικών ομολόγων έχει αποφασίσει, συμβάλλοντας έτσι στον καθορισμό του ύψους του νομισματικού πληθωρισμού.

So here we have, at long last, the key to the mystery of the modern inflationary process. It is a process of continually expanding the money supply through continuing Fed purchases of government securities on the open market. Let the Fed wish to increase the money supply by $6 billion, and it will purchase government securities on the open market to a total of $1 billion (if the money multiplier of demand deposits/reserves is 6:1) and the goal will be speedily accomplished. In fact, week after week, even as these lines are being read, the Fed goes into the open market in New York and purchases whatever amount of government bonds it has decided upon, and thereby helps decide upon the amount of monetary inflation.

42

Η νομισματική ιστορία αυτού του αιώνα είναι ιστορία επανειλημμένης χαλάρωσης των περιορισμών στην κρατική ροπή προς τον νομισματικό πληθωρισμό, ιστορία αφαίρεσης του ενός φραγμού μετά τον άλλο, μέχρι που σήμερα η κυβέρνηση μπορεί να αυξάνει κατά βούληση την προσφορά χρήματος και, συνεπώς, τις τιμές. Το 1913 δημιουργήθηκε το Ομοσπονδιακό Αποθεματικό Σύστημα για να καταστεί δυνατή αυτή η περίτεχνη διαδικασία πυραμιδικής επέκτασης. Το νέο σύστημα επέτρεψε μεγάλη αύξηση της προσφοράς χρήματος και πληθωριστική χρηματοδότηση των πολεμικών δαπανών του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Το 1933 έγινε ένα ακόμη μοιραίο βήμα: η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών εγκατέλειψε τον κανόνα χρυσού· δηλαδή, τα δολάρια, μολονότι εξακολουθούσαν να ορίζονται νομικά ως ορισμένο βάρος χρυσού, δεν ήταν πλέον εξαγοράσιμα σε χρυσό. Εν ολίγοις, πριν από το 1933 υπήρχε ένας σημαντικός δεσμός που περιόριζε τη δυνατότητα της Fed να διογκώνει την προσφορά χρήματος: τα ίδια τα τραπεζογραμμάτια του Ομοσπονδιακού Αποθεματικού Συστήματος ήταν πληρωτέα σε ισοδύναμο βάρος χρυσού.

The monetary history of this century has been one of repeated loosening of restraints on the State’s propensity to inflate, the removal of one check after another until now the government is able to inflate the money supply, and therefore prices, at will. In 1913, the Federal Reserve System was created to enable this sophisticated pyramiding process to take place. The new system permitted a large expansion of the money supply, and of inflation to pay for war expenditures in World War I. In 1933, another fateful step was taken: the United States government took the country off the gold standard, that is, dollars, while still legally defined in terms of a weight of gold, were no longer redeemable in gold. In short, before 1933, there was an important shackle upon the Fed’s ability to inflate and expand the money supply: Federal Reserve Notes themselves were payable in the equivalent weight of gold.

43

Υπάρχει, φυσικά, μια κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στον χρυσό και στα τραπεζογραμμάτια του Ομοσπονδιακού Αποθεματικού Συστήματος. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να δημιουργεί νέο χρυσό κατά βούληση. Ο χρυσός πρέπει να εξορυχθεί από το έδαφος μέσω μιας δαπανηρής διαδικασίας. Τα τραπεζογραμμάτια του Ομοσπονδιακού Αποθεματικού Συστήματος, όμως, μπορούν να εκδίδονται κατά βούληση, με ουσιαστικά μηδενικό κόστος σε πόρους. Το 1933, η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών αφαίρεσε τον περιορισμό του χρυσού από την πληθωριστική της δυνατότητα, περνώντας στο χρήμα αναγκαστικής κυκλοφορίας: καθιστώντας το ίδιο το χάρτινο δολάριο νομισματική βάση, με την κυβέρνηση μονοπωλιακό προμηθευτή δολαρίων. Η εγκατάλειψη του κανόνα χρυσού ήταν εκείνη που άνοιξε τον δρόμο για τη μεγάλη διόγκωση της ποσότητας χρήματος και των τιμών στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη διάρκεια και μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

There is, of course, a crucial difference between gold and Federal Reserve Notes. The government cannot create new gold at will. Gold has to be dug, in a costly process, out of the ground. But Federal Reserve Notes can be issued at will, at virtually zero cost in resources. In 1933, the United States government removed the gold restraint on its inflationary potential by shifting to fiat money: to making the paper dollar itself the standard of money, with government the monopoly supplier of dollars. It was going off the gold standard that paved the way for the mighty U.S. money and price inflation during and after World War II.

44

Παρέμενε όμως ένα αγκάθι στην πληθωριστική ευχέρεια, ένας τελευταίος περιορισμός στη ροπή της αμερικανικής κυβέρνησης προς τον πληθωρισμό. Ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν εγκαταλείψει τον χρυσό στο εσωτερικό, εξακολουθούσαν να δεσμεύονται ότι θα εξαγόραζαν σε χρυσό κάθε χάρτινο δολάριο —και, σε τελευταία ανάλυση, κάθε τραπεζικό δολάριο— που κατείχαν ξένες κυβερνήσεις, εφόσον εκείνες το επιθυμούσαν. Εν ολίγοις, εξακολουθούσαμε να λειτουργούμε διεθνώς υπό μια περιορισμένη και ακρωτηριασμένη μορφή κανόνα χρυσού. Συνεπώς, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες διόγκωναν την προσφορά χρήματος και τις τιμές κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, τα δολάρια και οι απαιτήσεις σε δολάρια —σε χαρτονόμισμα και χρήμα επιταγών— συσσωρεύονταν στα χέρια ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Έπειτα από πλήθος οικονομικών τεχνασμάτων και πολιτικών πιέσεων για να πειστούν οι ξένες κυβερνήσεις να μην ασκήσουν το δικαίωμά τους να εξαγοράσουν τα δολάρια σε χρυσό, οι Ηνωμένες Πολιτείες κήρυξαν κρατική χρεοκοπία τον Αύγουστο του 1971, αποκηρύσσοντας τις επίσημες συμβατικές υποχρεώσεις τους και «κλείνοντας το παράθυρο του χρυσού». Δεν είναι σύμπτωση ότι αυτή η αποτίναξη του τελευταίου υπολείμματος περιορισμού που επέβαλλε ο χρυσός στις κυβερνήσεις του κόσμου ακολουθήθηκε από τον διψήφιο πληθωρισμό του 1973–1974 και από παρόμοιο πληθωρισμό στον υπόλοιπο κόσμο.

But there was still one fly in the inflationary ointment, one restraint left on the U.S. government’s propensity for inflation. While the United States had gone off gold domestically, it was still pledged to redeem any paper dollars (and ultimately bank dollars) held by foreign governments in gold should they desire to do so. We were, in short, still on a restricted and aborted form of gold standard internationally. Hence, as the United States inflated the money supply and prices in the 1950s and 1960s, the dollars and dollar claims (in paper and checkbook money) piled up in the hands of European governments. After a great deal of economic finagling and political arm-twisting to induce foreign governments not to exercise their right to redeem dollars in gold, the United States, in August 1971, declared national bankruptcy by repudiating its solemn contractual obligations and “closing the gold window.” It is no coincidence that this tossing off of the last vestige of gold restraint upon the governments of the world was followed by the double-digit inflation of 1973–1974, and by similar inflation in the rest of the world.

45

Έχουμε πλέον εξηγήσει τον χρόνιο και επιδεινούμενο πληθωρισμό στον σύγχρονο κόσμο και στις Ηνωμένες Πολιτείες: είναι το ολέθριο προϊόν της διαρκούς μετατόπισης, κατά τον αιώνα αυτόν, από τον χρυσό στο κρατικά εκδιδόμενο χαρτονόμισμα ως νομισματική βάση, καθώς και της ανάπτυξης της κεντρικής τραπεζικής και της πυραμιδικής επέκτασης του χρήματος επιταγών πάνω σε μια διογκούμενη ποσότητα χαρτονομίσματος. Και οι δύο αλληλένδετες εξελίξεις καταλήγουν σε ένα πράγμα: την κατάληψη του ελέγχου της προσφοράς χρήματος από την κυβέρνηση.

We have now explained the chronic and worsening inflation in the contemporary world and in the United States: the unfortunate product of a continuing shift in this century from gold to government-issued paper as the standard money, and of the development of central banking and the pyramiding of checkbook money on top of inflated paper currency. Both interrelated developments amount to one thing: the seizure of control over the money supply by government.

46

Αν έχουμε εξηγήσει το πρόβλημα του πληθωρισμού, δεν έχουμε ακόμη εξετάσει το πρόβλημα του οικονομικού κύκλου, των υφέσεων και της πληθωριστικής ύφεσης ή του στασιμοπληθωρισμού. Γιατί υπάρχει ο οικονομικός κύκλος και γιατί αυτό το νέο, μυστηριώδες φαινόμενο του στασιμοπληθωρισμού;

If we have explained the problem of inflation, we have not yet examined the problem of the business cycle, of recessions, and of inflationary recession or stagflation. Why the business cycle, and why the new mysterious phenomenon of stagflation?

47

Τραπεζική πίστωση και οικονομικός κύκλος

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Bank Credit and the Business Cycle

48

Ο οικονομικός κύκλος εμφανίστηκε στον δυτικό κόσμο κατά το δεύτερο μισό του δέκατου όγδοου αιώνα. Ήταν ένα παράξενο φαινόμενο, διότι δεν φαινόταν να υπάρχει λόγος γι’ αυτό και, πράγματι, δεν υπήρχε προηγουμένως. Ο οικονομικός κύκλος συνίστατο σε μια τακτικά επαναλαμβανόμενη —αν και όχι αυστηρά περιοδική— σειρά ανθήσεων και κρίσεων: πληθωριστικών περιόδων που χαρακτηρίζονταν από αυξημένη επιχειρηματική δραστηριότητα, υψηλότερη απασχόληση και υψηλότερες τιμές και ακολουθούνταν απότομα από υφέσεις ή βαθιές υφέσεις με μειωμένη επιχειρηματική δραστηριότητα, υψηλότερη ανεργία και πτώση τιμών· έπειτα, ύστερα από μια περίοδο τέτοιας ύφεσης, επέρχεται ανάκαμψη και η φάση της άνθησης αρχίζει ξανά.

The business cycle arrived in the Western world in the latter part of the eighteenth century. It was a curious phenomenon, because there seemed to be no reason for it, and indeed it had not existed before. The business cycle consisted of a regularly recurring (though not strictly periodical) series of booms and busts, of inflationary periods marked by increased business activity, higher employment, and higher prices followed sharply by recessions or depressions marked by declining business activity, higher unemployment, and price declines; and then, after a term of such recession, recovery takes place and the boom phase begins again.

49

Εκ των προτέρων, δεν υπάρχει λόγος να αναμένουμε αυτό το είδος κυκλικού προτύπου οικονομικής δραστηριότητας. Θα υπάρχουν φυσικά κυκλικές διακυμάνσεις σε συγκεκριμένα είδη δραστηριότητας· έτσι, ο επταετής κύκλος της ακρίδας θα προκαλεί επταετή κύκλο στη δραστηριότητα καταπολέμησης των ακρίδων, στην παραγωγή σχετικών ψεκαστικών σκευασμάτων και εξοπλισμού κ.λπ. Δεν υπάρχει όμως λόγος να αναμένουμε κύκλους άνθησης και κρίσης στο σύνολο της οικονομίας. Στην πραγματικότητα, υπάρχει λόγος να αναμένουμε ακριβώς το αντίθετο· διότι συνήθως η ελεύθερη αγορά λειτουργεί ομαλά και αποτελεσματικά, και ιδίως χωρίς μια μαζική συσσώρευση σφαλμάτων όπως εκείνη που γίνεται εμφανής όταν η άνθηση μετατρέπεται ξαφνικά σε κρίση και εμφανίζονται σοβαρές ζημιές. Και πράγματι, πριν από τα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα δεν υπήρχαν τέτοιοι συνολικοί κύκλοι. Γενικά, οι επιχειρηματικές δραστηριότητες εξελίσσονταν ομαλά και σταθερά μέχρι να συμβεί κάποια αιφνίδια διακοπή: μια σιτοδεία προκαλούσε κατάρρευση σε μια αγροτική χώρα· ο βασιλιάς άρπαζε το μεγαλύτερο μέρος του χρήματος που βρισκόταν στα χέρια των χρηματοδοτών, προκαλώντας αιφνίδια βαθιά ύφεση· ένας πόλεμος διατάρασσε τις εμπορικές ροές. Σε καθεμία από αυτές τις περιπτώσεις υπήρχε συγκεκριμένο πλήγμα στο εμπόριο, προκαλούμενο από μια εύκολα αναγνωρίσιμη, μεμονωμένη αιτία, χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω αναζήτηση εξήγησης.

A priori, there is no reason to expect this sort of cyclical pattern of economic activity. There will be cyclical waves in specific types of activity, of course; thus, the cycle of the seven-year locust will cause a seven-year cycle in locust-fighting activity, in the production of antilocust sprays and equipment, etc. But there is no reason to expect boom-bust cycles in the overall economy. In fact, there is reason to expect just the opposite; for usually the free market works smoothly and efficiently, and especially with no massive cluster of error such as becomes evident when boom turns suddenly to bust and severe losses are incurred. And indeed, before the late eighteenth century there were no such overall cycles. Generally, business went along smoothly and evenly until a sudden interruption occurred: a wheat famine would cause a collapse in an agricultural country; the king would seize most of the money in the hands of financiers, causing a sudden depression; a war would disrupt trading patterns. In each of these cases, there was a specific blow to trade brought about by an easily identifiable, one-shot cause, with no need to search further for explanation.

50

Γιατί, λοιπόν, εμφανίστηκε το νέο φαινόμενο του οικονομικού κύκλου; Διαπιστώθηκε ότι ο κύκλος εμφανιζόταν στις πιο ανεπτυγμένες οικονομικά περιοχές κάθε χώρας: στις πόλεις-λιμάνια, στις περιοχές που συναλλάσσονταν με τα πιο προηγμένα παγκόσμια κέντρα παραγωγής και δραστηριότητας. Δύο διαφορετικά και ζωτικής σημασίας φαινόμενα άρχισαν να εμφανίζονται σε σημαντική κλίμακα στη Δυτική Ευρώπη αυτή την περίοδο, ακριβώς στα πιο προηγμένα κέντρα παραγωγής και εμπορίου: η εκβιομηχάνιση και η εμπορική τραπεζική. Η εμπορική τραπεζική ήταν το ίδιο είδος τραπεζικής «κλασματικών αποθεμάτων» που αναλύσαμε παραπάνω, με το Λονδίνο να αποτελεί την έδρα της πρώτης κεντρικής τράπεζας του κόσμου, της Τράπεζας της Αγγλίας, η οποία ιδρύθηκε στο γύρισμα του δέκατου όγδοου αιώνα. Κατά τον δέκατο ένατο αιώνα, στο νέο επιστημονικό πεδίο των οικονομικών και μεταξύ οικονομικών συγγραφέων και σχολιαστών, άρχισαν να διαμορφώνονται δύο είδη θεωριών που επιχειρούσαν να εξηγήσουν το νέο και ανεπιθύμητο φαινόμενο: εκείνες που απέδιδαν την ευθύνη στην ύπαρξη της βιομηχανίας και εκείνες που επικεντρώνονταν στο τραπεζικό σύστημα. Οι πρώτες, εν ολίγοις, θεωρούσαν ότι η ευθύνη για τον οικονομικό κύκλο βρισκόταν βαθιά μέσα στην οικονομία της ελεύθερης αγοράς· και ήταν εύκολο για αυτούς τους οικονομολόγους να ζητούν είτε την κατάργηση της αγοράς —όπως ο Karl Marx— είτε τον δραστικό έλεγχο και τη ρύθμισή της από την κυβέρνηση για τον μετριασμό του κύκλου —όπως ο Lord Keynes. Από την άλλη πλευρά, οι οικονομολόγοι που εντόπιζαν το πρόβλημα στο τραπεζικό σύστημα κλασματικών αποθεμάτων τοποθετούσαν την ευθύνη έξω από την οικονομία της αγοράς και σε έναν τομέα —το χρήμα και τις τράπεζες— τον οποίο ούτε ο αγγλικός κλασικός φιλελευθερισμός είχε αποσπάσει ποτέ από τον αυστηρό κυβερνητικό έλεγχο. Ακόμη και τον δέκατο ένατο αιώνα, λοιπόν, η απόδοση ευθύνης στις τράπεζες σήμαινε ουσιαστικά απόδοση ευθύνης στην κυβέρνηση για τον κύκλο άνθησης και κρίσης.

So why the new phenomenon of the business cycle? It was seen that the cycle occurred in the most economically advanced areas of each country: in the port cities, in the areas engaged in trade with the most advanced world centers of production and activity. Two different and vitally important phenomena began to emerge on a significant scale in Western Europe during this period, precisely in the most advanced centers of production and trade: industrialization and commercial banking. The commercial banking was the same sort of “fractional reserve” banking we have analyzed above, with London the site of the world’s first central bank, the Bank of England, which originated at the turn of the eighteenth century. By the nineteenth century, in the new discipline of economics and among financial writers and commentators, two types of theories began to emerge in an attempt to explain the new and unwelcome phenomenon: those focussing the blame on the existence of industry, and those centering upon the banking system. The former, in sum, saw the responsibility for the business cycle to lie deep within the free-market economy—and it was easy for such economists to call either for the abolition of the market (e.g., Karl Marx) or for its drastic control and regulation by the government in order to alleviate the cycle (e.g., Lord Keynes). On the other hand, those economists who saw the fault to lie in the fractional reserve banking system placed the blame outside the market economy and onto an area—money and banking—which even English classical liberalism had never taken away from tight government control. Even in the nineteenth century, then, blaming the banks meant essentially blaming government for the boom-bust cycle.

51

Δεν μπορούμε εδώ να εξετάσουμε λεπτομερώς τις πολυάριθμες πλάνες των σχολών σκέψης που αποδίδουν τους κύκλους στην οικονομία της αγοράς· αρκεί να πούμε ότι αυτές οι θεωρίες δεν μπορούν να εξηγήσουν την άνοδο των τιμών στην άνθηση ή την πτώση τους στην ύφεση, ούτε τη μαζική συσσώρευση σφαλμάτων που αποκαλύπτεται ξαφνικά υπό τη μορφή σοβαρών ζημιών όταν η άνθηση μετατρέπεται σε κρίση.

We cannot go into details here on the numerous fallacies of the schools of thought that blame the market economy for the cycles; suffice it to say that these theories cannot explain the rise in prices in the boom or the fall in the recession, or the massive cluster of error that emerges suddenly in the form of severe losses when the boom turns to bust.

52

Οι πρώτοι οικονομολόγοι που ανέπτυξαν μια θεωρία του κύκλου επικεντρωμένη στο νομισματικό και τραπεζικό σύστημα ήταν ο Άγγλος κλασικός οικονομολόγος των αρχών του δέκατου ένατου αιώνα David Ricardo και οι οπαδοί του, οι οποίοι διαμόρφωσαν τη «νομισματική θεωρία» του οικονομικού κύκλου.128 Η ρικαρδιανή θεωρία είχε περίπου ως εξής: οι τράπεζες κλασματικών αποθεμάτων, παρακινούμενες και ελεγχόμενες από την κυβέρνηση και την κεντρική της τράπεζα, επεκτείνουν την πίστωση. Καθώς η πίστωση επεκτείνεται και οικοδομείται πυραμιδικά πάνω στο χαρτονόμισμα και στον χρυσό, η προσφορά χρήματος —υπό τη μορφή τραπεζικών καταθέσεων ή, εκείνη την ιστορική περίοδο, τραπεζογραμματίων— αυξάνεται. Η αύξηση της προσφοράς χρήματος αυξάνει τις τιμές και θέτει σε κίνηση την πληθωριστική άνθηση. Καθώς η άνθηση συνεχίζεται, τροφοδοτούμενη από την πυραμιδική επέκταση τραπεζογραμματίων και καταθέσεων πάνω στον χρυσό, αυξάνονται και οι εγχώριες τιμές. Αυτό όμως σημαίνει ότι οι εγχώριες τιμές θα είναι όλο και υψηλότερες από τις τιμές των εισαγόμενων αγαθών, με αποτέλεσμα να αυξάνονται οι εισαγωγές και να μειώνονται οι εξαγωγές προς το εξωτερικό. Θα εμφανιστεί και θα διευρυνθεί έλλειμμα στο ισοζύγιο πληρωμών, το οποίο θα πρέπει να καλυφθεί με εκροή χρυσού από τη χώρα που διογκώνει τη νομισματική της κυκλοφορία προς τις χώρες του σκληρού χρήματος. Καθώς όμως ο χρυσός εκρέει, η διευρυνόμενη νομισματική και τραπεζική πυραμίδα θα αποκτά ολοένα βαρύτερη κορυφή σε σχέση με τη βάση της και οι τράπεζες θα αντιμετωπίζουν αυξανόμενο κίνδυνο πτώχευσης. Τελικά, η κυβέρνηση και οι τράπεζες θα πρέπει να σταματήσουν την επέκτασή τους· και, για να διασωθούν, οι τράπεζες θα πρέπει να περιορίσουν τα δάνεια και το χρήμα επιταγών τους.

The first economists to develop a cycle theory centering on the money and banking system were the early nineteenth-century English classical economist David Ricardo and his followers, who developed the “monetary theory” of the business cycle. The Ricardian theory went somewhat as follows: the fractional-reserve banks, spurred and controlled by the government and its central bank, expand credit. As credit is expanded and pyramided on top of paper money and gold, the money supply (in the form of bank deposits or, in that historical period, bank notes) expands. The expansion of the money supply raises prices and sets the inflationary boom into motion. As the boom continues, fueled by the pyramiding of bank notes and deposits on top of gold, domestic prices also increase. But this means that domestic prices will be higher, and still higher, than the prices of imported goods, so that imports will increase and exports to foreign lands will decline. A deficit in the balance of payments will emerge and widen, and it will have to be paid for by gold flowing out of the inflating country and into the hard-money countries. But as gold flows out, the expanding money and banking pyramid will become increasingly top-heavy, and the banks will find themselves in increasing danger of going bankrupt. Finally, the government and banks will have to stop their expansion, and, to save themselves, the banks will have to contract their bank loans and checkbook money.

53

Η αιφνίδια μεταστροφή από την επέκταση στη συστολή της τραπεζικής πίστης ανατρέπει την οικονομική εικόνα, και την άνθηση ακολουθεί γρήγορα η κρίση. Οι τράπεζες πρέπει να περιορίσουν τη δραστηριότητά τους, και οι επιχειρήσεις και η οικονομική δραστηριότητα πλήττονται καθώς αυξάνεται η πίεση για αποπληρωμή χρεών και συρρίκνωση. Η μείωση της προσφοράς χρήματος οδηγεί με τη σειρά της σε γενική πτώση των τιμών — σε «αποπληθωρισμό». Η φάση της ύφεσης ή της βαθιάς ύφεσης έχει φτάσει. Καθώς όμως η προσφορά χρήματος και οι τιμές μειώνονται, τα αγαθά γίνονται και πάλι πιο ανταγωνιστικά έναντι των ξένων προϊόντων και το ισοζύγιο πληρωμών αντιστρέφεται, με το πλεόνασμα να αντικαθιστά το έλλειμμα. Ο χρυσός εισρέει στη χώρα και, καθώς τα τραπεζογραμμάτια και οι καταθέσεις συρρικνώνονται πάνω σε μια διευρυνόμενη βάση χρυσού, η κατάσταση των τραπεζών γίνεται πολύ πιο υγιής και αρχίζει η ανάκαμψη.

The sudden shift from bank credit expansion to contraction reverses the economic picture and bust quickly follows boom. The banks must pull in their horns, and businesses and economic activity suffer as the pressure mounts for debt repayment and contraction. The fall in the supply of money, in turn, leads to a general fall in prices (“deflation”). The recession or depression phase has arrived. However, as the money supply and prices fall, goods again become more competitive with foreign products and the balance of payments reverses itself, with a surplus replacing the deficit. Gold flows into the country, and, as bank notes and deposits contract on top of an expanding gold base, the condition of the banks becomes much sounder, and recovery gets under way.

54

Η ρικαρδιανή θεωρία είχε αρκετά αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά: εξηγούσε τη συμπεριφορά των τιμών επικεντρωνόμενη στις μεταβολές της προσφοράς τραπεζικού χρήματος, η οποία πράγματι αυξανόταν πάντοτε στις ανθήσεις και μειωνόταν στις κρίσεις. Εξηγούσε επίσης τη συμπεριφορά του ισοζυγίου πληρωμών. Επιπλέον, συνέδεε την άνθηση με την κρίση, ώστε η κρίση να γίνεται αντιληπτή ως συνέπεια της προηγούμενης άνθησης. Και όχι μόνο ως συνέπεια, αλλά και ως ευεργετικό μέσο προσαρμογής της οικονομίας στην απερίσκεπτη παρέμβαση που είχε δημιουργήσει την πληθωριστική άνθηση.

The Ricardian theory had several notable features: It accounted for the behavior of prices by focussing on changes in the supply of bank money (which indeed always increased in booms and declined in busts). It also accounted for the behavior of the balance of payments. And, moreover, it linked the boom and the bust, so that the bust was seen to be the consequence of the preceding boom. And not only the consequence, but the salutary means of adjusting the economy to the unwise intervention that created the inflationary boom.

55

Εν ολίγοις, για πρώτη φορά η κρίση δεν θεωρήθηκε ούτε συμφορά σταλμένη από την κόλαση ούτε καταστροφή που γεννούσαν οι εσωτερικοί μηχανισμοί της εκβιομηχανισμένης οικονομίας της αγοράς. Οι ρικαρδιανοί συνειδητοποίησαν ότι το κύριο κακό ήταν η προηγούμενη πληθωριστική άνθηση που προκαλούσε η κυβερνητική παρέμβαση στο νομισματικό και τραπεζικό σύστημα, και ότι η ύφεση, όσο ανεπιθύμητα κι αν είναι τα συμπτώματά της, αποτελεί στην πραγματικότητα την αναγκαία διαδικασία προσαρμογής μέσω της οποίας αυτή η παρεμβατικά προκαλούμενη άνθηση αποβάλλεται από το οικονομικό σύστημα. Η βαθιά ύφεση είναι η διαδικασία με την οποία η οικονομία της αγοράς προσαρμόζεται, αποτινάσσει τις υπερβολές και τις στρεβλώσεις της πληθωριστικής άνθησης και αποκαθιστά μια υγιή οικονομική κατάσταση. Είναι η δυσάρεστη αλλά αναγκαία αντίδραση στις στρεβλώσεις και στις υπερβολές της προηγούμενης άνθησης.

In short, for the first time, the bust was seen to be neither a visitation from hell nor a catastrophe generated by the inner workings of the industrialized market economy. The Ricardians realized that the major evil was the preceding inflationary boom caused by government intervention in the money and banking system, and that the recession, unwelcome though its symptoms may be, is really the necessary adjustment process by which that interventionary boom gets washed out of the economic system. The depression is the process by which the market economy adjusts, throws off the excesses and distortions of the inflationary boom, and reestablishes a sound economic condition. The depression is the unpleasant but necessary reaction to the distortions and excesses of the previous boom.

56

Γιατί, λοιπόν, ο οικονομικός κύκλος επαναλαμβάνεται; Γιατί αρχίζει πάντοτε ο επόμενος κύκλος άνθησης και κρίσης; Για να απαντήσουμε, πρέπει να κατανοήσουμε τα κίνητρα των τραπεζών και της κυβέρνησης. Οι εμπορικές τράπεζες ζουν και κερδίζουν επεκτείνοντας την πίστωση και δημιουργώντας νέα προσφορά χρήματος· είναι επομένως φυσικό να τείνουν να το κάνουν, να «νομισματοποιούν την πίστωση», αν μπορούν. Και η κυβέρνηση επιθυμεί τον νομισματικό πληθωρισμό, τόσο για να αυξήσει τα δικά της έσοδα —είτε τυπώνοντας χρήμα είτε επιτρέποντας στο τραπεζικό σύστημα να χρηματοδοτεί τα κυβερνητικά ελλείμματα— όσο και για να επιδοτεί ευνοούμενες οικονομικές και πολιτικές ομάδες μέσω μιας άνθησης και φθηνής πίστωσης. Γνωρίζουμε λοιπόν γιατί άρχισε η αρχική άνθηση. Η κυβέρνηση και οι τράπεζες αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν όταν απειλήθηκε καταστροφή και έφτασε η κρίσιμη στιγμή. Καθώς όμως ο χρυσός εισρέει στη χώρα, η κατάσταση των τραπεζών εξυγιαίνεται. Και όταν οι τράπεζες έχουν ανακάμψει σε μεγάλο βαθμό, βρίσκονται πλέον σε θέση να επαναλάβουν με αυτοπεποίθηση τη φυσική τους τάση να διογκώνουν την προσφορά χρήματος και πίστωσης. Έτσι, η επόμενη άνθηση ακολουθεί την πορεία της, σπέρνοντας τους σπόρους της επόμενης αναπόφευκτης κρίσης.

Why, then, does the business cycle recur? Why does the next boom-and-bust cycle always begin? To answer that, we have to understand the motivations of the banks and the government. The commercial banks live and profit by expanding credit and by creating a new money supply; so they are naturally inclined to do so, “to monetize credit,” if they can. The government also wishes to inflate, both to expand its own revenue (either by printing money or so that the banking system can finance government deficits) and to subsidize favored economic and political groups through a boom and cheap credit. So we know why the initial boom began. The government and the banks had to retreat when disaster threatened and the crisis point had arrived. But as gold flows into the country, the condition of the banks becomes sounder. And when the banks have pretty well recovered, they are then in the confident position to resume their natural tendency of inflating the supply of money and credit. And so the next boom proceeds on its way, sowing the seeds for the next inevitable bust.

57

Η ρικαρδιανή θεωρία εξηγούσε, επομένως, και τη συνεχή επανάληψη του οικονομικού κύκλου. Δεν εξηγούσε όμως δύο πράγματα. Πρώτον, και σημαντικότερο, δεν εξηγούσε τη μαζική συσσώρευση σφαλμάτων που διαπιστώνεται ξαφνικά ότι έχουν διαπράξει οι επιχειρηματίες όταν ξεσπά η κρίση και την άνθηση ακολουθεί η κατάρρευση. Διότι οι επιχειρηματίες είναι ασκημένοι στο να προβλέπουν επιτυχώς, και δεν τους χαρακτηρίζει μια αιφνίδια συσσώρευση σοβαρών σφαλμάτων που τους αναγκάζει να υποστούν εκτεταμένες και βαριές ζημιές. Δεύτερον, ένα ακόμη σημαντικό γνώρισμα κάθε οικονομικού κύκλου είναι ότι τόσο οι ανθήσεις όσο και οι κρίσεις είναι πολύ εντονότερες στους «κλάδους κεφαλαιουχικών αγαθών» —στους κλάδους που παράγουν μηχανήματα, εξοπλισμό, εγκαταστάσεις ή βιομηχανικές πρώτες ύλες— απ’ ό,τι στους κλάδους καταναλωτικών αγαθών. Και η ρικαρδιανή θεωρία δεν διέθετε τρόπο να εξηγήσει αυτό το γνώρισμα του κύκλου.

Thus, the Ricardian theory also explained the continuing recurrence of the business cycle. But two things it did not explain. First, and most important, it did not explain the massive cluster of error that businessmen are suddenly seen to have made when the crisis hits and bust follows boom. For businessmen are trained to be successful forecasters, and it is not like them to make a sudden cluster of grave error that forces them to experience widespread and severe losses. Second, another important feature of every business cycle has been the fact that both booms and busts have been much more severe in the “capital goods industries” (the industries making machines, equipment, plant or industrial raw materials) than in consumer goods industries. And the Ricardian theory had no way of explaining this feature of the cycle.

58

Η αυστριακή θεωρία του οικονομικού κύκλου, ή θεωρία του Mises, στηρίχθηκε στη ρικαρδιανή ανάλυση και ανέπτυξε τη δική της θεωρία «νομισματικά προκαλούμενης υπερεπένδυσης» ή, ακριβέστερα, «νομισματικά προκαλούμενης εσφαλμένης επένδυσης». Η αυστριακή θεωρία μπόρεσε να εξηγήσει όχι μόνο τα φαινόμενα που εξηγούσαν οι ρικαρδιανοί, αλλά και τη συσσώρευση σφαλμάτων και τη μεγαλύτερη ένταση των κύκλων στους κλάδους κεφαλαιουχικών αγαθών. Και, όπως θα δούμε, είναι η μόνη που μπορεί να κατανοήσει το σύγχρονο φαινόμενο του στασιμοπληθωρισμού.

The Austrian, or Misesian, theory of the business cycle built on the Ricardian analysis and developed its own “monetary overinvestment” or, more strictly, “monetary malinvestment” theory of the business cycle. The Austrian theory was able to explain not only the phenomena explicated by the Ricardians, but also the cluster of error and the greater intensity of capital goods’ cycles. And, as we shall see, it is the only one that can comprehend the modern phenomenon of stagflation.

59

Ο Mises ξεκινά όπως οι ρικαρδιανοί: η κυβέρνηση και η κεντρική της τράπεζα ενθαρρύνουν την επέκταση της τραπεζικής πίστης αγοράζοντας περιουσιακά στοιχεία και αυξάνοντας έτσι τα τραπεζικά αποθεματικά. Οι τράπεζες προχωρούν σε επέκταση της πίστωσης και, συνεπώς, της προσφοράς χρήματος της χώρας υπό τη μορφή καταθέσεων όψεως, αφού τα ιδιωτικά τραπεζογραμμάτια έχουν ουσιαστικά εξαφανιστεί. Όπως οι ρικαρδιανοί, ο Mises διαπιστώνει ότι αυτή η επέκταση του τραπεζικού χρήματος ωθεί τις τιμές προς τα πάνω και προκαλεί πληθωρισμό.

Mises begins as did the Ricardians: government and its central bank stimulate bank credit expansion by purchasing assets and thereby increasing bank reserves. The banks proceed to expand credit and hence the nation’s money supply in the form of checking deposits (private bank notes having virtually disappeared). As with the Ricardians, Mises sees that this expansion of bank money drives up prices and causes inflation.

60

Όπως όμως επισήμανε ο Mises, οι ρικαρδιανοί υποτιμούσαν τις ολέθριες συνέπειες της πληθωριστικής διόγκωσης της τραπεζικής πίστης. Διότι λειτουργεί κάτι ακόμη πιο δυσοίωνο. Η επέκταση της τραπεζικής πίστης δεν αυξάνει μόνο τις τιμές· μειώνει επίσης τεχνητά το επιτόκιο και, συνεπώς, στέλνει παραπλανητικά μηνύματα στους επιχειρηματίες, προκαλώντας μη βιώσιμες και αντιοικονομικές επενδύσεις.

But, as Mises pointed out, the Ricardians understated the unfortunate consequences of bank credit inflation. For something even more sinister is at work. Bank credit expansion not only raises prices, it also artificially lowers the rate of interest, and thereby sends misleading signals to businessmen, causing them to make unsound and uneconomic investments.

61

Διότι, στην ελεύθερη και ανεμπόδιστη αγορά, το επιτόκιο των δανείων καθορίζεται αποκλειστικά από τις «χρονικές προτιμήσεις» όλων των ατόμων που συγκροτούν την οικονομία της αγοράς. Η ουσία κάθε δανείου είναι ότι ένα «παρόν αγαθό» —χρήμα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί τώρα— ανταλλάσσεται με ένα «μελλοντικό αγαθό» — μια αναγνώριση οφειλής που μπορεί να αξιοποιηθεί σε κάποια μελλοντική στιγμή. Εφόσον οι άνθρωποι προτιμούν πάντοτε να έχουν χρήματα τώρα από την παρούσα προοπτική να αποκτήσουν το ίδιο ποσό σε κάποια μελλοντική στιγμή, τα παρόντα αγαθά αποτιμώνται πάντοτε στην αγορά με ένα υπερτίμημα έναντι των μελλοντικών. Αυτό το υπερτίμημα, ή «agio», είναι το επιτόκιο, και το ύψος του μεταβάλλεται ανάλογα με τον βαθμό στον οποίο οι άνθρωποι προτιμούν το παρόν από το μέλλον, δηλαδή ανάλογα με τον βαθμό της χρονικής τους προτίμησης.

For, on the free and unhampered market, the interest rate on loans is determined solely by the “time preferences” of all the individuals that make up the market economy. For the essence of any loan is that a “present good” (money which can be used at present) is being exchanged for a “future good” (an IOU which can be used at some point in the future). Since people always prefer having money right now to the present prospect of getting the same amount of money at some point in the future, present goods always command a premium over future goods in the market. That premium, or “agio,” is the interest rate, and its height will vary according to the degree to which people prefer the present to the future, i.e., the degree of their time preferences.

62

Οι χρονικές προτιμήσεις καθορίζουν επίσης τον βαθμό στον οποίο οι άνθρωποι αποταμιεύουν και επενδύουν για μελλοντική χρήση, σε σύγκριση με το πόσο καταναλώνουν τώρα. Αν οι χρονικές προτιμήσεις τους μειωθούν, αν δηλαδή εξασθενήσει η προτίμησή τους για το παρόν έναντι του μέλλοντος, τότε οι άνθρωποι θα τείνουν να καταναλώνουν λιγότερο τώρα και να αποταμιεύουν και να επενδύουν περισσότερο· ταυτόχρονα, και για τον ίδιο λόγο, θα μειωθεί και το επιτόκιο, ο συντελεστής χρονικής προεξόφλησης. Η οικονομική ανάπτυξη προκύπτει σε μεγάλο βαθμό από τη μείωση της χρονικής προτίμησης, η οποία αυξάνει την αναλογία αποταμίευσης και επένδυσης προς κατανάλωση και μειώνει το επιτόκιο.

People’s time preferences also determine the extent to which people will save and invest for future use, as compared to how much they will consume now. If people’s time preferences should fall, i.e., if their degree of preference for present over future declines, then people will tend to consume less now and save and invest more; at the same time, and for the same reason, the rate of interest, the rate of time-discount, will also fall. Economic growth comes about largely as the result of falling rates of time preference, which bring about an increase in the proportion of saving and investment to consumption, as well as a falling rate of interest.

63

Τι συμβαίνει όμως όταν το επιτόκιο μειώνεται όχι λόγω εθελοντικής μείωσης της χρονικής προτίμησης και αύξησης των αποταμιεύσεων του κοινού, αλλά λόγω κυβερνητικής παρέμβασης που προωθεί την επέκταση της τραπεζικής πίστης και του τραπεζικού χρήματος; Διότι το νέο χρήμα επιταγών που δημιουργείται κατά τη χορήγηση τραπεζικών δανείων στις επιχειρήσεις θα εμφανιστεί στην αγορά ως πρόσθετη προσφορά δανειακών κεφαλαίων και, συνεπώς, θα μειώσει, τουλάχιστον αρχικά, το επιτόκιο. Τι συμβαίνει, με άλλα λόγια, όταν το επιτόκιο μειώνεται τεχνητά, λόγω παρέμβασης, και όχι φυσικά, λόγω μεταβολών στις αξιολογήσεις και στις προτιμήσεις του καταναλωτικού κοινού;

But what happens when the rate of interest falls not because of voluntary lower time preferences and higher savings on the part of the public, but from government interference that promotes the expansion of bank credit and bank money? For the new checkbook money created in the course of bank loans to business will come onto the market as a supplier of loans, and will therefore, at least initially, lower the rate of interest. What happens, in other words, when the rate of interest falls artificially, due to intervention, rather than naturally, from changes in the valuations and preferences of the consuming public?

64

Αυτό που συμβαίνει είναι προβλήματα. Διότι οι επιχειρηματίες, βλέποντας το επιτόκιο να μειώνεται, θα αντιδράσουν όπως οφείλουν πάντοτε να αντιδρούν σε μια τέτοια μεταβολή των σημάτων της αγοράς: θα επενδύσουν περισσότερο σε κεφαλαιουχικά αγαθά. Επενδύσεις, ιδίως σε μακροχρόνια και χρονοβόρα έργα, που προηγουμένως φαίνονταν μη κερδοφόρες, τώρα φαίνονται κερδοφόρες λόγω της μείωσης της επιβάρυνσης από τόκους. Εν ολίγοις, οι επιχειρηματίες αντιδρούν όπως θα αντιδρούσαν αν οι αποταμιεύσεις είχαν πράγματι αυξηθεί: προχωρούν στην επένδυση αυτών των υποτιθέμενων αποταμιεύσεων. Αυξάνουν τις επενδύσεις τους σε διαρκή εξοπλισμό, κεφαλαιουχικά αγαθά, βιομηχανικές πρώτες ύλες και κατασκευές, σε σχέση με την άμεση παραγωγή καταναλωτικών αγαθών.

What happens is trouble. For businessmen, seeing the rate of interest fall, will react as they always must to such a change of market signals: they will invest more in capital goods. Investments, particularly in lengthy and time-consuming projects, which previously looked unprofitable, now seem profitable because of the fall in the interest charge. In short, businessmen react as they would have if savings had genuinely increased: they move to invest those supposed savings. They expand their investment in durable equipment, in capital goods, in industrial raw material, and in construction, as compared with their direct production of consumer goods.

65

Έτσι, οι επιχειρήσεις δανείζονται ευχαρίστως το νέο, αυξημένο τραπεζικό χρήμα που τους προσφέρεται με χαμηλότερα επιτόκια· το χρησιμοποιούν για επενδύσεις σε κεφαλαιουχικά αγαθά, και τελικά αυτό το χρήμα καταβάλλεται ως υψηλότεροι μισθοί στους εργαζομένους των αντίστοιχων κλάδων. Η αυξημένη επιχειρηματική ζήτηση ανεβάζει το κόστος εργασίας, αλλά οι επιχειρήσεις πιστεύουν ότι θα μπορούν να καλύψουν αυτό το υψηλότερο κόστος, επειδή έχουν παραπλανηθεί από την παρέμβαση κυβέρνησης και τραπεζών στην αγορά δανείων και από την κρίσιμη αλλοίωση του σήματος που δίνει το επιτόκιο στην αγορά — του σήματος που καθορίζει πόσοι πόροι θα αφιερωθούν στην παραγωγή κεφαλαιουχικών αγαθών και πόσοι στην παραγωγή καταναλωτικών αγαθών.

Thus, businesses happily borrow the newly expanded bank money that is coming to them at cheaper rates; they use the money to invest in capital goods, and eventually this money gets paid out in higher wages to workers in the capital goods industries. The increased business demand bids up labor costs, but businesses think they will be able to pay these higher costs because they have been fooled by the government-and-bank intervention in the loan market and by its vitally important tampering with the interest-rate signal of the marketplace—the signal that determines how many resources will be devoted to the production of capital goods and how many to consumer goods.

66

Τα προβλήματα εμφανίζονται όταν οι εργαζόμενοι αρχίζουν να δαπανούν το νέο τραπεζικό χρήμα που έλαβαν υπό τη μορφή υψηλότερων μισθών. Διότι οι χρονικές προτιμήσεις του κοινού δεν έχουν πραγματικά μειωθεί· το κοινό δεν επιθυμεί να αποταμιεύει περισσότερο από πριν. Έτσι, οι εργαζόμενοι αρχίζουν να καταναλώνουν το μεγαλύτερο μέρος του νέου εισοδήματός τους, επαναφέροντας, εν ολίγοις, τις παλαιές τους αναλογίες κατανάλωσης προς αποταμίευση. Αυτό σημαίνει ότι ανακατευθύνουν τη δαπάνη της οικονομίας προς τους κλάδους καταναλωτικών αγαθών και ότι δεν αποταμιεύουν ούτε επενδύουν αρκετά για να αγοραστούν τα νεοπαραχθέντα μηχανήματα, ο κεφαλαιουχικός εξοπλισμός, οι βιομηχανικές πρώτες ύλες κ.λπ. Αυτή η έλλειψη επαρκούς αποταμίευσης και επένδυσης για την αγορά όλων των νέων κεφαλαιουχικών αγαθών στις αναμενόμενες και υφιστάμενες τιμές εκδηλώνεται ως αιφνίδια, βαθιά ύφεση στους κλάδους κεφαλαιουχικών αγαθών. Διότι, μόλις οι καταναλωτές επαναφέρουν τις επιθυμητές αναλογίες κατανάλωσης προς επένδυση, αποκαλύπτεται ότι οι επιχειρήσεις είχαν επενδύσει υπερβολικά σε κεφαλαιουχικά αγαθά —εξ ου και ο όρος «θεωρία της νομισματικά προκαλούμενης υπερεπένδυσης»— και είχαν ταυτόχρονα υποεπενδύσει σε καταναλωτικά αγαθά. Οι επιχειρήσεις παρασύρθηκαν από την κυβερνητική χειραγώγηση και την τεχνητή μείωση του επιτοκίου και ενήργησαν σαν να υπήρχαν περισσότερες διαθέσιμες αποταμιεύσεις για επένδυση απ’ όσες υπήρχαν πραγματικά. Μόλις το νέο τραπεζικό χρήμα διαχύθηκε στο σύστημα και οι καταναλωτές αποκατέστησαν τις παλαιές αναλογίες που ανταποκρίνονταν στις χρονικές τους προτιμήσεις, έγινε σαφές ότι δεν υπήρχαν αρκετές αποταμιεύσεις για να αγοραστούν όλα τα παραγωγικά αγαθά και ότι οι επιχειρήσεις είχαν κατανείμει εσφαλμένα τις περιορισμένες διαθέσιμες αποταμιεύσεις — η «θεωρία της νομισματικά προκαλούμενης εσφαλμένης επένδυσης». Οι επιχειρήσεις είχαν υπερεπενδύσει σε κεφαλαιουχικά αγαθά και υποεπενδύσει σε καταναλωτικά αγαθά.

Problems surface when the workers begin to spend the new bank money that they have received in the form of higher wages. For the time preferences of the public have not really gotten lower; the public doesn’t want to save more than it has. So the workers set about to consume most of their new income, in short, to reestablish their old consumer/saving proportions. This means that they now redirect spending in the economy back to the consumer goods industries, and that they don’t save and invest enough to buy the newly produced machines, capital equipment, industrial raw materials, etc. This lack of enough saving-and-investment to buy all the new capital goods at expected and existing prices reveals itself as a sudden, sharp depression in the capital goods industries. For once the consumers reestablish their desired consumption/investment proportions, it is thus revealed that business had invested too much in capital goods (hence the term “monetary overinvestment theory”), and had also underinvested in consumer goods. Business had been seduced by the governmental tampering and artificial lowering of the rate of interest and acted as if more savings were available to invest than were really there. As soon as the new bank money filtered through the system and the consumers reestablish their old time-preference proportions, it became clear that there were not enough savings to buy all the producers’ goods, and that business had misinvested the limited savings available (“monetary malinvestment theory”). Business had overinvested in capital goods and underinvested in consumer goods.

67

Η πληθωριστική άνθηση οδηγεί έτσι σε στρεβλώσεις του συστήματος τιμών και παραγωγής. Οι τιμές της εργασίας, των πρώτων υλών και των μηχανημάτων στους κλάδους κεφαλαιουχικών αγαθών αυξάνονται υπερβολικά κατά την άνθηση, σε επίπεδα που δεν επιτρέπουν κερδοφορία μόλις οι καταναλωτές μπορέσουν να επαναφέρουν τις παλαιές προτιμήσεις τους ως προς την κατανάλωση και την επένδυση. Η «βαθιά ύφεση» γίνεται επομένως αντιληπτή — ακόμη περισσότερο απ’ ό,τι στη ρικαρδιανή θεωρία— ως η αναγκαία και εξυγιαντική περίοδος κατά την οποία η οικονομία της αγοράς αποβάλλει και εκκαθαρίζει τις μη βιώσιμες, αντιοικονομικές επενδύσεις της άνθησης και αποκαθιστά τις αναλογίες μεταξύ κατανάλωσης και επένδυσης που πραγματικά επιθυμούν οι καταναλωτές. Η βαθιά ύφεση είναι η επώδυνη αλλά αναγκαία διαδικασία με την οποία η ελεύθερη αγορά απαλλάσσεται από τις υπερβολές και τα σφάλματα της άνθησης και αποκαθιστά την οικονομία της αγοράς στη λειτουργία της αποτελεσματικής εξυπηρέτησης της μάζας των καταναλωτών. Εφόσον οι τιμές των συντελεστών παραγωγής —γης, εργασίας, μηχανημάτων, πρώτων υλών— αυξήθηκαν υπερβολικά στους κλάδους κεφαλαιουχικών αγαθών κατά την άνθηση, πρέπει να επιτραπεί η μείωσή τους κατά την ύφεση, μέχρι να αποκατασταθούν οι κατάλληλες αναλογίες τιμών και παραγωγής της αγοράς.

The inflationary boom thus leads to distortions of the pricing and production system. Prices of labor, raw materials, and machines in the capital goods industries are bid up too high during the boom to be profitable once the consumers are able to reassert their old consumption/investment preferences. The “depression” is thus seen—even more than in the Ricardian theory—as the necessary and healthy period in which the market economy sloughs off and liquidates the unsound, uneconomic investments of the boom, and reestablishes those proportions between consumption and investment that are truly desired by the consumers. The depression is the painful but necessary process by which the free market rids itself of the excesses and errors of the boom and reestablishes the market economy in its function of efficient service to the mass of consumers. Since the prices of factors of production (land, labor, machines, raw materials) have been bid too high in the capital goods industries during the boom, this means that these prices must be allowed to fall in the recession until proper market proportions of prices and production are restored.

68

Διαφορετικά διατυπωμένο, η πληθωριστική άνθηση όχι μόνο αυξάνει γενικά τις τιμές, αλλά στρεβλώνει και τις σχετικές τιμές, τις σχέσεις δηλαδή ενός είδους τιμής προς ένα άλλο. Εν συντομία, η πληθωριστική πιστωτική επέκταση θα αυξήσει όλες τις τιμές· οι τιμές και οι μισθοί στους κλάδους κεφαλαιουχικών αγαθών, όμως, θα αυξηθούν ταχύτερα από τις τιμές στους κλάδους καταναλωτικών αγαθών. Η άνθηση, επομένως, θα είναι εντονότερη στους κλάδους κεφαλαιουχικών παρά στους κλάδους καταναλωτικών αγαθών. Από την άλλη πλευρά, η ουσία της περιόδου προσαρμογής της βαθιάς ύφεσης θα είναι η μείωση των τιμών και των μισθών στους κλάδους κεφαλαιουχικών αγαθών σε σχέση με τα καταναλωτικά αγαθά, ώστε να ωθηθούν οι πόροι να επιστρέψουν από τους διογκωμένους κλάδους κεφαλαιουχικών αγαθών στους στερημένους από πόρους κλάδους καταναλωτικών αγαθών. Όλες οι τιμές θα μειωθούν λόγω της συστολής της τραπεζικής πίστης, αλλά οι τιμές και οι μισθοί στα κεφαλαιουχικά αγαθά θα μειωθούν εντονότερα απ’ ό,τι στα καταναλωτικά. Εν ολίγοις, τόσο η άνθηση όσο και η κρίση θα είναι εντονότερες στους κλάδους κεφαλαιουχικών παρά στους κλάδους καταναλωτικών αγαθών. Έτσι εξηγήσαμε τη μεγαλύτερη ένταση των οικονομικών κύκλων στο πρώτο είδος κλάδων.

Put another way, the inflationary boom will not only increase prices in general, it will also distort relative prices, will distort relations of one type of price to another. In brief, inflationary credit expansion will raise all prices; but prices and wages in the capital goods industries will go up faster than the prices of consumer goods industries. In short, the boom will be more intense in the capital goods than in the consumer goods industries. On the other hand, the essence of the depression adjustment period will be to lower prices and wages in the capital goods industries relative to consumer goods, in order to induce resources to move back from the swollen capital goods to the deprived consumer goods industries. All prices will fall because of the contraction of bank credit, but prices and wages in capital goods will fall more sharply than in consumer goods. In short, both the boom and the bust will be more intense in the capital than in the consumer goods industries. Hence, we have explained the greater intensity of business cycles in the former type of industry.

69

Φαίνεται όμως να υπάρχει ένα κενό στη θεωρία· διότι, αφού οι εργαζόμενοι λαμβάνουν αρκετά γρήγορα το αυξημένο χρήμα υπό τη μορφή υψηλότερων μισθών και κατόπιν αρχίζουν να επαναφέρουν τις επιθυμητές αναλογίες κατανάλωσης προς επένδυση, πώς συμβαίνει οι ανθήσεις να συνεχίζονται επί χρόνια χωρίς να επέρχεται η νέμεση: χωρίς να αποκαλύπτονται οι μη βιώσιμες επενδύσεις τους ή να γίνονται εμφανή τα σφάλματα που προκάλεσε η τραπεζική αλλοίωση των σημάτων της αγοράς; Εν ολίγοις, γιατί καθυστερεί τόσο πολύ να αρχίσει το έργο της η διαδικασία προσαρμογής της βαθιάς ύφεσης; Η απάντηση είναι ότι οι ανθήσεις θα ήταν πράγματι πολύ βραχύβιες —ας πούμε, λίγων μηνών— αν η επέκταση της τραπεζικής πίστης και η επακόλουθη ώθηση των επιτοκίων κάτω από το επίπεδο της ελεύθερης αγοράς ήταν εφάπαξ γεγονός. Το κρίσιμο όμως σημείο είναι ότι η πιστωτική επέκταση δεν γίνεται μόνο μία φορά. Συνεχίζεται αδιάκοπα, χωρίς ποτέ να δίνει στους καταναλωτές την ευκαιρία να επαναφέρουν τις προτιμώμενες αναλογίες κατανάλωσης και αποταμίευσης, χωρίς ποτέ να επιτρέπει στην αύξηση του κόστους στους κλάδους κεφαλαιουχικών αγαθών να προφτάσει την πληθωριστική άνοδο των τιμών. Όπως με την επαναλαμβανόμενη χορήγηση διεγερτικών σε ένα άλογο, η άνθηση διατηρείται σε κίνηση και προλαβαίνει την αναπόφευκτη τιμωρία της μέσω επαναλαμβανόμενων και ολοένα αυξανόμενων δόσεων του διεγερτικού της τραπεζικής πίστης. Μόνο όταν η επέκταση της τραπεζικής πίστης πρέπει τελικά να σταματήσει ή να επιβραδυνθεί απότομα —είτε επειδή οι τράπεζες αρχίζουν να κλονίζονται είτε επειδή το κοινό αγανακτεί με τον συνεχιζόμενο πληθωρισμό— έρχεται τελικά η νέμεση της άνθησης. Μόλις σταματήσει η πιστωτική επέκταση, πρέπει να πληρωθεί ο λογαριασμός, και οι αναπόφευκτες αναπροσαρμογές πρέπει να εκκαθαρίσουν τις μη βιώσιμες υπερεπενδύσεις της άνθησης και να ανακατευθύνουν την οικονομία περισσότερο προς την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών. Και, φυσικά, όσο περισσότερο διατηρείται η άνθηση, τόσο μεγαλύτερες είναι οι εσφαλμένες επενδύσεις που πρέπει να εκκαθαριστούν και τόσο οδυνηρότερες οι αναγκαίες αναπροσαρμογές.

There seems to be a flaw in the theory, however; for, since workers receive the increased money in the form of higher wages fairly rapidly, and then begin to reassert their desired consumer/investment proportions, how is it that booms go on for years without facing retribution: without having their unsound investments revealed or their errors caused by bank tampering with market signals made evident? In short, why does it take so long for the depression adjustment process to begin its work? The answer is that the booms would indeed be very short-lived (say, a few months) if the bank credit expansion and the subsequent pushing of interest rates below the free-market level were just a one-shot affair. But the crucial point is that the credit expansion is not one shot. It proceeds on and on, never giving the consumers the chance to reestablish their preferred proportions of consumption and saving, never allowing the rise in cost in the capital goods industries to catch up to the inflationary rise in prices. Like the repeated doping of a horse, the boom is kept on its way and ahead of its inevitable comeuppance by repeated and accelerating doses of the stimulant of bank credit. It is only when bank credit expansion must finally stop or sharply slow down, either because the banks are getting shaky or because the public is getting restive at the continuing inflation, that retribution finally catches up with the boom. As soon as credit expansion stops, the piper must be paid, and the inevitable readjustments must liquidate the unsound over-investments of the boom and redirect the economy more toward consumer goods production. And, of course, the longer the boom is kept going, the greater the malinvestments that must be liquidated, and the more harrowing the readjustments that must be made.

70

Έτσι, η αυστριακή θεωρία εξηγεί τη μαζική συσσώρευση σφαλμάτων —τις υπερεπενδύσεις στους κλάδους κεφαλαιουχικών αγαθών που αποκαλύπτονται ξαφνικά ως τέτοιες όταν παύει το τεχνητό διεγερτικό της πιστωτικής επέκτασης— και τη μεγαλύτερη ένταση της άνθησης και της κρίσης στους κλάδους κεφαλαιουχικών έναντι των καταναλωτικών αγαθών. Η εξήγησή της για την επανάληψη, για την έναρξη της επόμενης άνθησης, είναι παρόμοια με τη ρικαρδιανή: μόλις συντελεστούν οι εκκαθαρίσεις και οι πτωχεύσεις και ολοκληρωθούν οι προσαρμογές τιμών και παραγωγής, η οικονομία και οι τράπεζες αρχίζουν να ανακάμπτουν και οι τράπεζες μπορούν να επιστρέψουν στη φυσική και επιθυμητή γι’ αυτές πορεία της πιστωτικής επέκτασης.

Thus, the Austrian theory accounts for the massive cluster of error (overinvestments in capital goods industries suddenly revealed as such by the stopping of the artificial stimulant of credit expansion) and for the greater intensity of boom and bust in the capital goods than in the consumer goods industries. Its explanation for the recurrence, for the inauguration of the next boom, is similar to the Ricardian; once the liquidations and bankruptcies are undergone, and the price and production adjustments completed, the economy and the banks begin to recover, and the banks can set themselves to return to their natural and desired course of credit expansion.

71

Τι γίνεται με την αυστριακή εξήγηση —τη μόνη προτιμώμενη εξήγηση— του στασιμοπληθωρισμού; Πώς συμβαίνει στις πρόσφατες υφέσεις οι τιμές να συνεχίζουν να αυξάνονται; Πρέπει πρώτα να διευκρινίσουμε ότι είναι ιδίως οι τιμές των καταναλωτικών αγαθών εκείνες που συνεχίζουν να αυξάνονται κατά τις υφέσεις και αναστατώνουν το κοινό επιβάλλοντάς του τα χειρότερα και των δύο καταστάσεων ταυτόχρονα: υψηλή ανεργία και αυξήσεις του κόστους ζωής. Έτσι, κατά την πιο πρόσφατη βαθιά ύφεση του 1974–1976, οι τιμές των καταναλωτικών αγαθών αυξάνονταν γρήγορα, αλλά οι τιμές χονδρικής παρέμεναν σταθερές, ενώ οι τιμές των βιομηχανικών πρώτων υλών μειώνονταν γρήγορα και σημαντικά. Πώς συμβαίνει, λοιπόν, το κόστος ζωής να συνεχίζει να αυξάνεται στις σημερινές υφέσεις;

What of the Austrian explanation—the only proferred explanation—of stagflation? How is it that, in recent recessions, prices continue to go up? We must amend this first by pointing out that it is particularly consumer goods prices that continue to rise during recessions, and that confound the public by giving them the worst of both worlds at the same time: high unemployment and increases in the cost of living. Thus, during the most recent 1974–1976 depression, consumer goods prices rose rapidly, but wholesale prices remained level, while industrial raw material prices fell rapidly and substantially. So how is it that the cost of living continues to rise in current recessions?

72

Ας επιστρέψουμε και ας εξετάσουμε τι συνέβαινε στις τιμές στον «κλασικό», ή παλαιού τύπου, κύκλο άνθησης και κρίσης πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Στις ανθήσεις η προσφορά χρήματος αυξανόταν, επομένως οι τιμές γενικά αυξάνονταν, αλλά οι τιμές των κεφαλαιουχικών αγαθών αυξάνονταν περισσότερο από εκείνες των καταναλωτικών, αποσπώντας πόρους από τους κλάδους καταναλωτικών αγαθών και κατευθύνοντάς τους στους κλάδους κεφαλαιουχικών αγαθών. Εν ολίγοις, αν αφαιρέσουμε τη γενική αύξηση των τιμών, οι τιμές των κεφαλαιουχικών αγαθών αυξάνονταν και οι τιμές καταναλωτή μειώνονταν σε σχέση μεταξύ τους κατά την άνθηση. Τι συνέβαινε στην κρίση; Το αντίθετο: η προσφορά χρήματος μειωνόταν, επομένως οι τιμές γενικά μειώνονταν, αλλά οι τιμές των κεφαλαιουχικών αγαθών μειώνονταν περισσότερο από εκείνες των καταναλωτικών, επαναφέροντας πόρους από τους κλάδους κεφαλαιουχικών αγαθών στους κλάδους καταναλωτικών. Εν ολίγοις, αν αφαιρέσουμε τη γενική πτώση των τιμών, οι τιμές των κεφαλαιουχικών αγαθών μειώνονταν και οι τιμές καταναλωτή αυξάνονταν σε σχέση μεταξύ τους κατά την κρίση.

Let us go back and examine what happened to prices in the “classic,” or old-fashioned boom-bust cycle (pre-World War II vintage), in the booms the money supply went up, prices in general therefore went up, but the prices of capital goods rose by more than consumer goods, drawing resources out of consumer and into capital goods industries. In short, abstracting from general price increases, relative to each other, capital goods prices rose and consumer prices fell in the boom. What happened in the bust? The opposite situation: the money supply went down, prices in general therefore fell, but the prices of capital goods fell by more than consumer goods, drawing resources back out of capital goods into consumer goods industries. In short, abstracting from general price declines, relative to each other, capital goods prices fell and consumer prices rose during the bust.

73

Η αυστριακή θέση είναι ότι αυτό το σενάριο των σχετικών τιμών στην άνθηση και στην κρίση εξακολουθεί να εκτυλίσσεται αμετάβλητο. Κατά τις ανθήσεις, οι τιμές των κεφαλαιουχικών αγαθών εξακολουθούν να αυξάνονται και οι τιμές των καταναλωτικών να μειώνονται σε σχέση μεταξύ τους, και το αντίστροφο κατά την ύφεση. Η διαφορά είναι ότι έχει αναδυθεί ένας νέος νομισματικός κόσμος, όπως επισημάναμε νωρίτερα σε αυτό το κεφάλαιο. Διότι τώρα που ο κανόνας χρυσού έχει καταργηθεί, η Fed μπορεί να αυξάνει —και πράγματι αυξάνει— διαρκώς την προσφορά χρήματος, είτε υπάρχει άνθηση είτε ύφεση. Δεν έχει υπάρξει συστολή της προσφοράς χρήματος από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 και δεν είναι πιθανό να υπάρξει άλλη στο προβλέψιμο μέλλον. Εφόσον λοιπόν η προσφορά χρήματος αυξάνεται πάντοτε, οι τιμές γενικά αυξάνονται πάντοτε, άλλοτε βραδύτερα και άλλοτε ταχύτερα.

The Austrian point is that this scenario in relative prices in boom and bust is still taking place unchanged. During the booms, capital goods prices still rise and consumer goods prices still fall relative to each other, and vice versa during the recession. The difference is that a new monetary world has arrived, as we have indicated earlier in this chapter. For now that the gold standard has been eliminated, the Fed can and does increase the money supply all the time, whether it be boom or recession. There hasn’t been a contraction of the money supply since the early 1930s, and there is not likely to be another in the foreseeable future. So now that the money supply always increases, prices in general are always going up, sometimes more slowly, sometimes more rapidly.

74

Εν ολίγοις, στην κλασική ύφεση, οι τιμές των καταναλωτικών αγαθών αυξάνονταν πάντοτε σε σχέση με εκείνες των κεφαλαιουχικών. Έτσι, αν σε μια συγκεκριμένη ύφεση οι τιμές των καταναλωτικών αγαθών μειώνονταν κατά 10% και των κεφαλαιουχικών κατά 30%, οι τιμές καταναλωτή αυξάνονταν σημαντικά σε σχετικούς όρους. Από την πλευρά του καταναλωτή όμως, η πτώση του κόστους ζωής ήταν ιδιαίτερα ευπρόσδεκτη και αποτελούσε πράγματι το ευλογημένο ζαχαρένιο περίβλημα στο πικρό χάπι της ύφεσης ή της βαθιάς ύφεσης. Ακόμη και στη Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του 1930, με τα πολύ υψηλά ποσοστά ανεργίας, το 75–80% του εργατικού δυναμικού που εξακολουθούσε να εργάζεται απολάμβανε εξαιρετικά χαμηλές τιμές στα καταναλωτικά αγαθά του.

In short, in the classic recession, consumer goods prices were always going up relative to capital goods. Thus, if consumer goods prices fell by 10 percent in a particular recession, and capital goods prices fell by 30 percent, consumer prices were rising substantially in relative terms. But, from the point of view of the consumer, the fall in the cost of living was highly welcome, and indeed was the blessed sugarcoating on the pill of recession or depression. Even in the Great Depression of the 1930s, with very high rates of unemployment, the 75–80 percent of the labor force still employed enjoyed bargain prices for their consumer goods.

75

Τώρα όμως, με τους κεϋνσιανούς λεπτούς χειρισμούς σε λειτουργία, το ζαχαρένιο περίβλημα έχει αφαιρεθεί από το χάπι. Καθώς δεν επιτρέπεται πλέον να μειωθεί ποτέ η προσφορά χρήματος —και, συνεπώς, οι τιμές γενικά—, η αύξηση των σχετικών τιμών των καταναλωτικών αγαθών κατά την ύφεση πλήττει τον καταναλωτή και ως ορατή αύξηση των ονομαστικών τιμών. Το κόστος ζωής του αυξάνεται πλέον μέσα στη βαθιά ύφεση, και έτσι υφίσταται τα χειρότερα και των δύο καταστάσεων· στον κλασικό οικονομικό κύκλο, πριν από την κυριαρχία του Keynes και του Συμβουλίου Οικονομικών Συμβούλων, τουλάχιστον υπέφερε μόνο μία συμφορά κάθε φορά.

But now, with Keynesian fine-tuning at work, the sugarcoating has been removed from the pill. Now that the supply of money—and hence general prices—is never allowed to fall, the rise in relative consumer goods prices during a recession will hit the consumer as a visible rise in nominal prices as well. His cost of living now goes up in a depression, and so he reaps the worst of both worlds; in the classical business cycle, before the rule of Keynes and the Council of Economic Advisors, he at least had to suffer only one calamity at a time.

76

Ποια είναι, λοιπόν, τα συμπεράσματα οικονομικής πολιτικής που προκύπτουν γρήγορα και εύκολα από την αυστριακή ανάλυση του οικονομικού κύκλου; Είναι τα ακριβώς αντίθετα από εκείνα του κεϋνσιανού κατεστημένου. Διότι, εφόσον ο ιός της στρέβλωσης της παραγωγής και των τιμών πηγάζει από την πληθωριστική επέκταση της τραπεζικής πίστης, η αυστριακή συνταγή για τον οικονομικό κύκλο είναι η εξής: πρώτον, αν βρισκόμαστε σε περίοδο άνθησης, η κυβέρνηση και οι τράπεζές της πρέπει να σταματήσουν αμέσως τον νομισματικό πληθωρισμό. Είναι αλήθεια ότι αυτή η παύση της τεχνητής διέγερσης θα τερματίσει αναπόφευκτα την πληθωριστική άνθηση και θα εγκαινιάσει την αναπόφευκτη ύφεση ή βαθιά ύφεση. Όσο περισσότερο όμως καθυστερεί η κυβέρνηση αυτή τη διαδικασία, τόσο σκληρότερες θα πρέπει να είναι οι αναγκαίες αναπροσαρμογές. Διότι όσο συντομότερα ολοκληρωθεί η αναπροσαρμογή της βαθιάς ύφεσης τόσο το καλύτερο. Αυτό σημαίνει επίσης ότι η κυβέρνηση δεν πρέπει ποτέ να επιχειρεί να καθυστερήσει τη διαδικασία της βαθιάς ύφεσης· πρέπει να επιτρέπεται στη βαθιά ύφεση να ολοκληρώσει την πορεία της το ταχύτερο δυνατόν, ώστε να μπορέσει να αρχίσει πραγματική ανάκαμψη. Σημαίνει ακόμη ότι η κυβέρνηση πρέπει ιδίως να αποφεύγει όλες εκείνες τις παρεμβάσεις που είναι τόσο προσφιλείς στους κεϋνσιανούς. Δεν πρέπει ποτέ να προσπαθεί να στηρίζει μη βιώσιμες επιχειρηματικές καταστάσεις· δεν πρέπει ποτέ να διασώζει ή να δανείζει χρήματα σε επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν δυσκολίες. Διότι κάτι τέτοιο απλώς θα παρατείνει την αγωνία και θα μετατρέψει μια οξεία και σύντομη φάση βαθιάς ύφεσης σε παρατεταμένη και χρόνια νόσο. Η κυβέρνηση δεν πρέπει ποτέ να επιχειρεί να διατηρεί τους μισθούς ή τις τιμές σε υψηλά επίπεδα, ιδίως στους κλάδους κεφαλαιουχικών αγαθών· κάτι τέτοιο θα παρατείνει και θα αναβάλλει επ’ αόριστον την ολοκλήρωση της διαδικασίας προσαρμογής της βαθιάς ύφεσης. Θα προκαλεί επίσης επ’ αόριστον παρατεταμένη βαθιά ύφεση και μαζική ανεργία στους ζωτικούς κλάδους κεφαλαιουχικών αγαθών. Η κυβέρνηση δεν πρέπει να επιχειρεί νέο νομισματικό πληθωρισμό για να εξέλθει από τη βαθιά ύφεση. Διότι, ακόμη κι αν αυτή η νέα διόγκωση επιτύχει —πράγμα καθόλου βέβαιο—, απλώς θα σπείρει μεγαλύτερα προβλήματα και μια νέα, πιο παρατεταμένη βαθιά ύφεση αργότερα. Η κυβέρνηση δεν πρέπει να κάνει τίποτε για να ενθαρρύνει την κατανάλωση ούτε να αυξάνει τις δικές της δαπάνες, διότι αυτό θα αυξήσει περαιτέρω την αναλογία κατανάλωσης προς επένδυση στην κοινωνία — ενώ το μόνο που θα μπορούσε να επιταχύνει τη διαδικασία προσαρμογής είναι η μείωση της αναλογίας κατανάλωσης προς αποταμίευση, ώστε περισσότερες από τις σημερινές μη βιώσιμες επενδύσεις να δικαιωθούν οικονομικά και να καταστούν αποδοτικές. Ο μόνος τρόπος με τον οποίο η κυβέρνηση μπορεί να βοηθήσει σε αυτή τη διαδικασία είναι να μειώσει τον δικό της προϋπολογισμό, πράγμα που θα αυξήσει την αναλογία επένδυσης προς κατανάλωση στην οικονομία, αφού οι κυβερνητικές δαπάνες μπορούν να θεωρηθούν καταναλωτικές δαπάνες για γραφειοκράτες και πολιτικούς.

What then are the policy conclusions that arise rapidly and easily from the Austrian analysis of the business cycle? They are the precise opposite from those of the Keynesian establishment. For, since the virus of distortion of production and prices stems from inflationary bank credit expansion, the Austrian prescription for the business cycle will be: First, if we are in a boom period, the government and its banks must cease inflating immediately. It is true that this cessation of artificial stimulant will inevitably bring the inflationary boom to an end, and will inaugurate the inevitable recession or depression. But the longer the government delays this process, the harsher the necessary readjustments will have to be. For the sooner the depression readjustment is gotten over with, the better. This also means that the government must never try to delay the depression process; the depression must be allowed to work itself out as quickly as possible, so that real recovery can begin. This means, too, that the government must particularly avoid any of the interventions so dear to Keynesian hearts. It must never try to prop up unsound business situations; it must never bail out or lend money to business firms in trouble. For doing so will simply prolong the agony and convert a sharp and quick depression phase into a lingering and chronic disease. The government must never try to prop up wage rates or prices, especially in the capital goods industries; doing so will prolong and delay indefinitely the completion of the depression adjustment process. It will also cause indefinite and prolonged depression and mass unemployment in the vital capital goods industries. The government must not try to inflate again in order to get out of the depression. For even if this reinflation succeeds (which is by no means assured), it will only sow greater trouble and more prolonged and renewed depression later on. The government must do nothing to encourage consumption, and it must not increase its own expenditures, for this will further increase the social consumption/investment ratio—when the only thing that could speed up the adjustment process is to lower the consumption/savings ratio so that more of the currently unsound investments will become validated and become economic. The only way the government can aid in this process is to lower its own budget, which will increase the ratio of investment to consumption in the economy (since government spending may be regarded as consumption spending for bureaucrats and politicians).

77

Έτσι, σύμφωνα με την αυστριακή ανάλυση της βαθιάς ύφεσης και του οικονομικού κύκλου, η κυβέρνηση πρέπει να κάνει απολύτως τίποτε. Πρέπει να σταματήσει τον δικό της νομισματικό πληθωρισμό και κατόπιν να τηρεί αυστηρή πολιτική μη παρέμβασης, πολιτική laissez-faire. Οτιδήποτε κάνει θα καθυστερεί και θα εμποδίζει τις διαδικασίες προσαρμογής της αγοράς· όσο λιγότερα κάνει, τόσο ταχύτερα θα επιτελεί το έργο της η διαδικασία προσαρμογής και θα ακολουθεί υγιής οικονομική ανάκαμψη.

Thus, what the government should do, according to the Austrian analysis of the depression and the business cycle, is absolutely nothing. It should stop its own inflating, and then it should maintain a strict hands-off, laissez-faire policy. Anything it does will delay and obstruct the adjustment processes of the market; the less it does, the more rapidly will the market adjustment process do its work and sound economic recovery ensue.

78

Η αυστριακή συνταγή για μια βαθιά ύφεση είναι, επομένως, διαμετρικά αντίθετη από την κεϋνσιανή: η κυβέρνηση πρέπει να απέχει απολύτως από την παρέμβαση στην οικονομία και να περιορίζεται στην παύση του δικού της νομισματικού πληθωρισμού και στην περικοπή του δικού της προϋπολογισμού.

The Austrian prescription for a depression is thus the diametric opposite of the Keynesian: it is for the government to keep absolute hands off the economy, and to confine itself to stopping its own inflation, and to cutting its own budget.

79

Θα πρέπει να είναι σαφές ότι η αυστριακή ανάλυση του οικονομικού κύκλου εναρμονίζεται απόλυτα με τη λιμπερταριανή αντίληψη για την κυβέρνηση και την ελεύθερη οικονομία. Εφόσον το κράτος θα επιθυμεί πάντοτε να διογκώνει τη νομισματική κυκλοφορία και να παρεμβαίνει στην οικονομία, μια λιμπερταριανή πρόταση θα τόνιζε τη σημασία του απόλυτου χωρισμού του χρήματος και του τραπεζικού συστήματος από το κράτος. Αυτό θα συνεπαγόταν, τουλάχιστον, την κατάργηση του Ομοσπονδιακού Αποθεματικού Συστήματος και την επιστροφή σε εμπορευματικό χρήμα —για παράδειγμα, χρυσό ή άργυρο—, ώστε η νομισματική μονάδα να γίνει και πάλι μονάδα βάρους ενός εμπορεύματος που παράγεται στην αγορά και όχι η ονομασία ενός χαρτιού που τυπώνεται από τον κρατικό μηχανισμό παραχάραξης.

It should be clear that the Austrian analysis of the business cycle meshes handsomely with the libertarian outlook toward government and a free economy. Since the State would always like to inflate and to interfere in the economy, a libertarian prescription would stress the importance of absolute separation of money and banking from the State. This would involve, at the very least, the abolition of the Federal Reserve System and the return to a commodity money (e.g., gold or silver) so that the money-unit would once again be a unit of weight of a market-produced commodity rather than the name of a piece of paper printed by the State’s counterfeiting apparatus.

80

← Κεφάλαιο 8: Κοινωνική Πρόνοια και Κράτος ΠρόνοιαςΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 10: Ο Δημόσιος Τομέας, I: Το Κράτος ως Επιχειρηματίας →

← ΠεριεχόμεναΔίγλωσση ανάγνωση: Για μια Νέα Ελευθερία