Για μια Νέα Ελευθερία: Κεφάλαιο 8: Κοινωνική Πρόνοια και Κράτος Πρόνοιας
Murray N. Rothbard · For a New Liberty: The Libertarian Manifesto
Πραξεολόγος
← Κεφάλαιο 7: ΕκπαίδευσηΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 9: Πληθωρισμός και Οικονομικός Κύκλος →
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Murray N. Rothbard, For a New Liberty: The Libertarian Manifesto, 2η έκδοση, Ludwig von Mises Institute, 2006 (ηλεκτρονική έκδοση). © 1973, 1978 Murray N. Rothbard· © 2006 Ludwig von Mises Institute. Πηγή: mises.org/library/book/new-liberty-libertarian-manifesto.
Η μετάφραση ακολουθεί την αναθεωρημένη έκδοση του 1978, ενώ το αγγλικό κείμενο εδώ είναι η έκδοση του Mises Institute (2006). Γι’ αυτό ο «Πρόλογος» του Rothbard (Φεβρουάριος 1978), η τελευταία παράγραφος του κεφαλαίου 15 στην ελληνική και το «Παράρτημα: Το Λιμπερταριανό Κίνημα» δεν έχουν αγγλικό αντίστοιχο εδώ (το παράρτημα δεν περιλαμβάνεται), ενώ η ενότητα «Toward a Free America» υπάρχει μόνο στα αγγλικά. Ο «Πρόλογος Μεταφραστή» και η εισαγωγή του Llewellyn H. Rockwell, Jr. (2005) της αγγλικής έκδοσης δεν περιλαμβάνονται. Οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ) εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
Κεφάλαιο 8: Κοινωνική Πρόνοια και Κράτος Πρόνοιας
↗ στη σελίδα του βιβλίου8 Welfare and the Welfare State
Σχεδόν όλοι, ανεξαρτήτως ιδεολογίας, συμφωνούν ότι κάτι πηγαίνει τρομερά στραβά με το επιταχυνόμενα διογκούμενο και ανεξέλεγκτο σύστημα πρόνοιας στις Ηνωμένες Πολιτείες· ένα σύστημα στο οποίο ένα ολοένα μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού ζει χωρίς να εργάζεται, με καταναγκαστικά εξασφαλισμένες αξιώσεις επί της παραγωγής της υπόλοιπης κοινωνίας. Μερικά αριθμητικά στοιχεία και συγκρίσεις θα σκιαγραφήσουν ορισμένες διαστάσεις αυτού του καλπάζοντος προβλήματος. Το 1934, στο μέσο της βαθύτερης ύφεσης στην αμερικανική ιστορία, στο ναδίρ της οικονομικής μας ζωής, οι συνολικές κυβερνητικές δαπάνες κοινωνικής πρόνοιας ήταν 5,8 δισεκατομμύρια USD, από τα οποία οι άμεσες προνοιακές παροχές —η «δημόσια βοήθεια»— ανέρχονταν σε 2,5 δισεκατομμύρια USD. Το 1976, έπειτα από τέσσερις δεκαετίες της μεγαλύτερης οικονομικής άνθησης στην αμερικανική ιστορία, σε μια εποχή κατά την οποία είχαμε φτάσει στο υψηλότερο βιοτικό επίπεδο στην ιστορία του κόσμου με σχετικά χαμηλή ανεργία, οι κυβερνητικές δαπάνες κοινωνικής πρόνοιας ανέρχονταν συνολικά σε 331,4 δισεκατομμύρια USD, από τα οποία η άμεση προνοιακή βοήθεια ήταν 48,9 δισεκατομμύρια USD. Εν ολίγοις, οι συνολικές δαπάνες κοινωνικής πρόνοιας αυξήθηκαν κατά το τεράστιο ποσοστό του 5.614% μέσα σε αυτές τις τέσσερις δεκαετίες, και η άμεση προνοιακή βοήθεια αυξήθηκε κατά 1.856%. Ή, διαφορετικά διατυπωμένο, οι δαπάνες κοινωνικής πρόνοιας αυξήθηκαν κατά μέσο όρο 133,7% ετησίως κατά την περίοδο 1934–1976, ενώ η άμεση προνοιακή βοήθεια αυξήθηκε κατά 44,2% ετησίως.
Almost everyone, regardless of ideology, agrees that there is something terribly wrong with the accelerating, runaway welfare system in the United States, a system in which an ever-increasing proportion of the population lives as idle, compulsory claimants on the production of the rest of society. A few figures and comparisons will sketch in some of the dimensions of this galloping problem. In 1934, in the middle of the greatest depression in American history, at a nadir of our economic life, total government social welfare expenditures were $5.8 billion, of which direct welfare payments (“public aid”) amounted to $2.5 billion. In 1976, after four decades of the greatest boom in American history, at a time when we had reached the status of having the highest standard of living in the history of the world with a relatively low level of unemployment, government social welfare expenditures totalled $331.4 billion, of which direct welfare amounted to $48.9 billion. In short, total social welfare spending rose by the enormous sum of 5,614 percent in these four decades, and direct welfare aid increased by 1,856 percent. Or, put another way, social welfare spending increased by an average of 133.7 percent per year during this 1934–1976 period, while direct welfare aid increased by 44.2 percent per annum.
Αν επικεντρωθούμε περισσότερο στην άμεση προνοιακή βοήθεια, διαπιστώνουμε ότι οι δαπάνες παρέμειναν περίπου σταθερές από το 1934 έως το 1950 και κατόπιν εκτοξεύθηκαν στη στρατόσφαιρα μαζί με την οικονομική άνθηση μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Πράγματι, κατά τα έτη 1950–1976, η προνοιακή βοήθεια αυξήθηκε κατά το τεράστιο ποσοστό του 84,4% ετησίως.
If we concentrate further on direct welfare, we find that spending stayed about the same from 1934 to 1950, and then took off into the stratosphere along with the post-World War II boom. In the years from 1950 to 1976, in fact, welfare aid increased by the huge sum of 84.4 percent per year.
Ένα μέρος αυτών των τεράστιων αυξήσεων μπορεί να εξηγηθεί από τον πληθωρισμό, ο οποίος διέβρωσε την αξία και την αγοραστική δύναμη του δολαρίου. Αν διορθώσουμε όλα τα στοιχεία ως προς τον πληθωρισμό, εκφράζοντάς τα σε «σταθερά δολάρια του 1958» — δηλαδή έτσι ώστε κάθε δολάριο να έχει περίπου την ίδια αγοραστική δύναμη που είχε το 1958—, τότε τα αντίστοιχα μεγέθη διαμορφώνονται ως εξής: το 1934, συνολικές δαπάνες κοινωνικής πρόνοιας 13,7 δισεκατομμύρια USD και άμεση προνοιακή βοήθεια 5,9 δισεκατομμύρια USD· το 1976, συνολικές δαπάνες κοινωνικής πρόνοιας 247,7 δισεκατομμύρια USD και άμεση προνοιακή βοήθεια 36,5 δισεκατομμύρια USD.
Now some of these enormous increases can be accounted for by inflation, which diluted the value and purchasing power of the dollar. If we correct all the figures for inflation by putting them in terms of “constant 1958 dollars” (i.e., where each dollar has roughly the same purchasing power that the dollar could command in 1958), then the relevant figures become as follows: 1934—total social welfare spending, $13.7 billion; direct welfare aid, $5.9 billion. In 1976—total social welfare spending, $247.7 billion; direct welfare aid, $36.5 billion.
Ακόμη λοιπόν κι αν διορθώσουμε τα στοιχεία ως προς τον πληθωρισμό, οι κυβερνητικές δαπάνες κοινωνικής πρόνοιας αυξήθηκαν κατά το τεράστιο ποσοστό του 1.798%, ή κατά 42,8% ετησίως, μέσα σε αυτά τα σαράντα δύο χρόνια, ενώ η άμεση προνοιακή βοήθεια αυξήθηκε κατά 519%, ή κατά 12,4% ετησίως. Επιπλέον, αν εξετάσουμε τα στοιχεία του 1950 και του 1976 για την άμεση προνοιακή βοήθεια, διορθωμένα ως προς τον πληθωρισμό, διαπιστώνουμε ότι οι προνοιακές δαπάνες αυξήθηκαν, στα ενδιάμεσα χρόνια οικονομικής άνθησης, κατά 1.077%, ή κατά 41,4% ετησίως.
Even if we correct the figures for inflation, then, social welfare spending by the government rose by the vast amount of 1,798 percent, or 42.8 percent per year over these 42 years, while direct welfare aid rose 519 percent, or 12.4 percent per annum. Furthermore, if we look at the figures for 1950 and for 1976 for direct welfare aid, corrected for inflation, we find that welfare spending went up, during the intervening boom years, by 1,077 percent, or 41.4 percent per annum.
Αν προσαρμόσουμε περαιτέρω τα στοιχεία ώστε να ληφθεί υπόψη η αύξηση του πληθυσμού —ο συνολικός αμερικανικός πληθυσμός ήταν 126 εκατομμύρια το 1934 και 215 εκατομμύρια το 1976—, εξακολουθούμε να έχουμε σχεδόν δεκαπλασιασμό των συνολικών δαπανών κοινωνικής πρόνοιας, από 108 σε 1.152 USD κατά κεφαλήν σε σταθερά δολάρια του 1958, και υπερτριπλασιασμό της άμεσης δημόσιας βοήθειας, από 47 USD το 1934 σε 170 USD κατά κεφαλήν το 1976.
If we adjust the figures still further to correct for population growth (total American population was 126 million in 1934, 215 million in 1976), then we still get an almost tenfold increase in total social welfare expenditures (from $108 to $1,152 per capita in constant 1958 dollars), and a more than tripling of direct public aid (from $47 in 1934 to $170 per capita in 1976).
Μερικές ακόμη συγκρίσεις: από το 1955 έως το 1976 —χρόνια μεγάλης ευημερίας— ο συνολικός αριθμός των ανθρώπων που λάμβαναν προνοιακά βοηθήματα πενταπλασιάστηκε, από 2,2 σε 11,2 εκατομμύρια. Από το 1952 έως το 1970, ο πληθυσμός των παιδιών ηλικίας έως δεκαοκτώ ετών αυξήθηκε κατά 42%· ο αριθμός όμως εκείνων που λάμβαναν προνοιακά βοηθήματα αυξήθηκε κατά 400%. Ο συνολικός πληθυσμός της Νέας Υόρκης παρέμεινε στάσιμος, αλλά ο αριθμός των δικαιούχων πρόνοιας εκτινάχθηκε από 330.000 το 1960 σε 1,2 εκατομμύρια το 1971. Είναι σαφές ότι αντιμετωπίζουμε κρίση της πρόνοιας.81
A few more comparisons: from 1955 to 1976—years of great prosperity—the total number of people on welfare quintupled, from 2.2 to 11.2 million. From 1952 to 1970, the population of children 18 years old and younger increased by 42 percent; the number on welfare, however, increased by 400 percent. The total population remained static, yet the number of welfare recipients in New York City jumped from 330,000 in 1960 to 1.2 million in 1971. Clearly, a welfare crisis is upon us.
Η κρίση αποδεικνύεται πολύ μεγαλύτερη αν συμπεριλάβουμε στις «προνοιακές παροχές» κάθε μορφή κοινωνικής βοήθειας προς τους φτωχούς. Έτσι, η ομοσπονδιακή «βοήθεια προς τους φτωχούς» σχεδόν τριπλασιάστηκε από το 1960 έως το 1969, εκτινασσόμενη από 9,5 σε 27,7 δισεκατομμύρια USD. Οι πολιτειακές και τοπικές δαπάνες κοινωνικής πρόνοιας εκτοξεύθηκαν από 3,3 δισεκατομμύρια USD το 1935 σε 46 δισεκατομμύρια USD, αύξηση κατά 1.300%! Οι συνολικές δαπάνες κοινωνικής πρόνοιας το 1969, ομοσπονδιακές, πολιτειακές και τοπικές, ανήλθαν στο ιλιγγιώδες ποσό των 73,7 δισεκατομμυρίων USD.
The crisis is shown to be far greater if we include in “welfare payments” all social welfare aids to the poor. Thus, federal “aid to the poor” nearly tripled from 1960 to 1969, leaping from $9.5 billion to $27.7 billion. State and local social welfare expenditures zoomed from $3.3 billion in 1935 to $46 billion, a 1,300 percent increase! Total social welfare expenditures for 1969, federal, state, and local, amounted to a staggering $73.7 billion.
Οι περισσότεροι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την ένταξη στην πρόνοια ως διαδικασία εξωτερική προς τους ίδιους τους αποδέκτες της, σχεδόν ως φυσική καταστροφή —όπως ένα παλιρροϊκό κύμα ή μια ηφαιστειακή έκρηξη— που συμβαίνει ανεξάρτητα από τη θέληση των δικαιούχων και παρά τη θέλησή τους. Η συνήθης διατύπωση είναι ότι η «φτώχεια» αποτελεί την αιτία για την οποία άτομα ή οικογένειες λαμβάνουν προνοιακά βοηθήματα. Όμως, με οποιοδήποτε κριτήριο κι αν θελήσει κανείς να ορίσει τη φτώχεια, με βάση οποιοδήποτε επιλεγμένο επίπεδο εισοδήματος, είναι αναμφισβήτητο ότι ο αριθμός των ανθρώπων ή των οικογενειών κάτω από αυτό το «όριο φτώχειας» μειώνεται σταθερά από τη δεκαετία του 1930, δεν αυξάνεται. Συνεπώς, η έκταση της φτώχειας δύσκολα μπορεί να εξηγήσει τη θεαματική αύξηση των αποδεκτών πρόνοιας.
Most people think of being on welfare as a process external to the welfare clients themselves, as almost a natural disaster (like a tidal wave or volcanic eruption) that occurs beyond and despite the will of the people on welfare. The usual dictum is that “poverty” is the cause of individuals or families being on welfare. But on whatever criterion one wants to define poverty, on the basis of any chosen income level, it is undeniable that the number of people or families below that “poverty line” has been steadily decreasing since the 1930s, not vice versa. Thus, the extent of poverty can scarcely account for the spectacular growth in the welfare clientele.
Η λύση του αινίγματος γίνεται σαφής μόλις συνειδητοποιήσει κανείς ότι ο αριθμός των δικαιούχων πρόνοιας παρουσιάζει αυτό που στα οικονομικά αποκαλείται «συνάρτηση προσφοράς με θετική κλίση»· με άλλα λόγια, όταν αυξάνονται τα κίνητρα ένταξης στην πρόνοια, οι κατάλογοι δικαιούχων μεγαλώνουν, και παρόμοιο αποτέλεσμα προκύπτει όταν εξασθενούν τα αντικίνητρα ένταξης. Παραδόξως, κανείς δεν αμφισβητεί αυτή τη διαπίστωση σε οποιονδήποτε άλλο τομέα της οικονομίας. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι κάποιος —δεν έχει σημασία εδώ αν πρόκειται για την κυβέρνηση ή για έναν εκκεντρικό δισεκατομμυριούχο— προσφέρει επιπλέον 10.000 USD σε όποιον εργαστεί σε εργοστάσιο υποδημάτων. Προφανώς, η προσφορά πρόθυμων εργαζομένων στην υποδηματοποιία θα πολλαπλασιαστεί. Το ίδιο θα συμβεί όταν μειωθούν τα αντικίνητρα, για παράδειγμα αν η κυβέρνηση υποσχεθεί να απαλλάξει κάθε εργαζόμενο στην υποδηματοποιία από τον φόρο εισοδήματος. Αν αρχίσουμε να εφαρμόζουμε στους αποδέκτες πρόνοιας την ίδια ανάλυση που εφαρμόζουμε σε όλους τους άλλους τομείς της οικονομικής ζωής, η απάντηση στο αίνιγμα της πρόνοιας γίνεται απολύτως σαφής.
The solution to the puzzle becomes clear once one realizes that the number of welfare recipients has what is called in economics a “positive supply function”; in other words, that when the incentives to go on welfare rise, the welfare rolls will lengthen, and that a similar result will occur if the disincentives to go on welfare become weaker. Oddly enough, nobody challenges this finding in any other area of the economy. Suppose, for example, that someone (whether the government or a dotty billionaire is not important here) offers an extra $10,000 to everyone who will work in a shoe factory. Clearly, the supply of eager workers in the shoe business will multiply. The same will happen when disincentives are reduced, e.g., if the government promises to relieve every shoe worker from paying income taxes. If we begin to apply the same analysis to welfare clientele as to all other areas of economic life, the answer to the welfare puzzle becomes crystal-clear.
Ποια είναι, λοιπόν, τα σημαντικά κίνητρα και αντικίνητρα ένταξης στην πρόνοια και πώς έχουν μεταβληθεί; Προφανώς, ένας εξαιρετικά σημαντικός παράγοντας είναι η σχέση ανάμεσα στο εισόδημα που μπορεί να αποκτηθεί από την πρόνοια και στο εισόδημα που μπορεί να αποφέρει η παραγωγική εργασία. Ας υποθέσουμε, για να το θέσουμε απλά, ότι ο «μέσος» ή συνήθης μισθός —πολύ χονδρικά, ο μισθός που είναι διαθέσιμος σε έναν «μέσο» εργαζόμενο— σε μια ορισμένη περιοχή είναι 7.000 USD τον χρόνο. Ας υποθέσουμε επίσης ότι το εισόδημα που μπορεί να αποκτηθεί από την πρόνοια είναι 3.000 USD τον χρόνο. Αυτό σημαίνει ότι το μέσο καθαρό όφελος από την εργασία, πριν από τη φορολογία, είναι 4.000 USD τον χρόνο. Ας υποθέσουμε τώρα ότι οι προνοιακές παροχές αυξάνονται σε 5.000 USD —ή, εναλλακτικά, ότι ο μέσος μισθός μειώνεται σε 5.000 USD. Η διαφορά, το καθαρό όφελος από την εργασία, έχει πλέον υποδιπλασιαστεί, από 4.000 σε 2.000 USD τον χρόνο. Είναι εύλογο ότι το αποτέλεσμα θα είναι τεράστια αύξηση των δικαιούχων πρόνοιας, η οποία θα γίνει ακόμη μεγαλύτερη αν λάβουμε υπόψη ότι οι εργαζόμενοι των 7.000 USD θα πρέπει να πληρώνουν υψηλότερους φόρους για να συντηρούν ένα διογκωμένο σώμα αποδεκτών πρόνοιας που ουσιαστικά δεν καταβάλλει φόρους. Θα αναμέναμε, επομένως, ότι, αν —όπως φυσικά έχει συμβεί— το ύψος των προνοιακών παροχών αυξάνεται ταχύτερα από τους μέσους μισθούς, ολοένα περισσότεροι άνθρωποι θα συρρέουν στην πρόνοια. Αυτή η επίδραση θα είναι ακόμη μεγαλύτερη αν λάβουμε υπόψη ότι, φυσικά, δεν κερδίζουν όλοι τον «μέσο» μισθό· εκείνοι που θα συρρέουν στην πρόνοια θα είναι οι «οριακοί» εργαζόμενοι, όσοι κερδίζουν κάτω από τον μέσο όρο. Στο παράδειγμά μας, αν το προνοιακό βοήθημα αυξηθεί σε 5.000 USD τον χρόνο, τι μπορούμε να περιμένουμε ότι θα συμβεί στους εργαζομένους που κερδίζουν 4.000 USD; 5.000 USD; Ή ακόμη και 6.000 USD; Ο εργαζόμενος των 5.000 USD ετησίως, ο οποίος προηγουμένως κέρδιζε καθαρά 2.000 USD περισσότερα από τον αποδέκτη πρόνοιας, διαπιστώνει τώρα ότι η διαφορά του έχει μηδενιστεί· ότι δεν κερδίζει περισσότερα —και μετά τους φόρους κερδίζει ακόμη λιγότερα!— από τον αποδέκτη πρόνοιας που συντηρείται στην αεργία από το κράτος. Είναι παράξενο που θα αρχίσει να σπεύδει προς τον πακτωλό της πρόνοιας;
What, then, are the important incentives/disincentives for going on welfare, and how have they been changing? Clearly, an extremely important factor is the relation between the income to be gained on welfare, as compared with the income to be earned from productive work. Suppose, to put it simply, that the “average,” or going wage (very roughly, the wage open to an “average” worker), in a certain area is $7,000 a year. Suppose, also, that the income to be obtained from welfare is $3,000 a year. This means that the average net gain to be made from working (before taxes) is $4,000 a year. Suppose now that the welfare payments go up to $5,000 (or, alternatively, that the average wage is reduced to $5,000). The differential—the net gain to be made from working—has now been cut in half, reduced from $4,000 to $2,000 a year. It stands to reason that the result will be an enormous increase in the welfare rolls (which will increase still more when we consider that the $7,000 workers will have to pay higher taxes in order to support a swollen and virtually nontaxpaying welfare clientele). We would then expect that if—as, of course, has been the case—welfare payment levels have been rising faster than average wages, an increasing number of people will flock to the welfare rolls. This effect will be still greater if we consider that, of course, not everyone earns the “average”; it will be the “marginal” workers, the ones earning below the average, who will flock to the welfare rolls. In our example, if the welfare payment rises to $5,000 a year, what can we expect to happen to the workers making $4,000? $5,000? or even $6,000? The $5,000-a-year man who previously earned a net of $2,000 higher than the welfare client now finds that his differential has been reduced to zero, that he is making no more—even less after taxes!—than the welfare client kept in idleness by the state. Is it any wonder that he will begin to flock to the welfare bonanza?
Συγκεκριμένα, κατά την περίοδο 1952–1970, όταν οι κατάλογοι δικαιούχων πρόνοιας πενταπλασιάστηκαν από 2 σε 10 εκατομμύρια, η μέση μηνιαία παροχή ανά οικογένεια που λάμβανε πρόνοια υπερδιπλασιάστηκε, από 82 σε 187 USD: αύξηση σχεδόν 130%, σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές καταναλωτή αυξήθηκαν μόνο κατά 50%. Επιπλέον, το 1968, η Επιτροπή Πολιτών για τον Προϋπολογισμό της Νέας Υόρκης συνέκρινε τις δέκα πολιτείες της Ένωσης με την ταχύτερη αύξηση των δικαιούχων πρόνοιας με τις δέκα πολιτείες που εμφάνιζαν τον χαμηλότερο ρυθμό αύξησης. Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η μέση μηνιαία προνοιακή παροχή στις δέκα πολιτείες με την ταχύτερη αύξηση ήταν διπλάσια από εκείνη στις δέκα με τη βραδύτερη αύξηση. Οι μηνιαίες προνοιακές παροχές ανά άτομο ανέρχονταν κατά μέσο όρο σε 177 USD στην πρώτη ομάδα πολιτειών και μόλις σε 88 USD στη δεύτερη.82
Specifically, during the period between 1952 and 1970, when the welfare rolls quintupled from 2 to 10 million, the average monthly benefit of a welfare family more than doubled, from $82 to $187, an increase of almost 130 percent at a time when consumer prices were rising by only 50 percent. Furthermore, in 1968, the Citizens Budget Commission of New York City compared the ten states in the Union having the fastest rise in welfare rolls with the ten states enjoying the lowest rate of growth. The Commission found that the average monthly welfare benefit in the ten fastest-growing states was twice as high as in the ten slowest states. (Monthly welfare payments per person averaged $177 in the former group of states, and only $88 in the latter.)
Ένα άλλο παράδειγμα της επίδρασης των υψηλών προνοιακών παροχών και της σχέσης τους με τους μισθούς που μπορούσε να αποφέρει η εργασία παρέθεσε η Επιτροπή McCone, η οποία διερεύνησε τις ταραχές του Γουότς το 1965. Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι μια θέση εργασίας με τον κατώτατο μισθό απέφερε περίπου 220 USD τον μήνα, από τα οποία έπρεπε να καλύπτονται έξοδα που συνδέονταν με την εργασία, όπως η ένδυση και η μετακίνηση. Αντιθέτως, η μέση οικογένεια που λάμβανε πρόνοια στην περιοχή εισέπραττε από 177 έως 238 USD τον μήνα, χωρίς να χρειάζεται να αφαιρεθούν από αυτά δαπάνες σχετικές με την εργασία.83
Another example of the impact of high welfare payments and of their relation to wages available from working was cited by the McCone Commission investigating the Watts riot of 1965. The Commission found that a job at the minimum wage paid about $220 a month, out of which had to come such work-related expenses as clothing and transportation. In contrast, the average welfare family in the area received from $177 to $238 a month, out of which no work-related expenses had to be deducted.
Ένας ακόμη ισχυρός παράγοντας διόγκωσης των καταλόγων πρόνοιας είναι η σταδιακή εξαφάνιση των διαφόρων ισχυρών αντικινήτρων ένταξης. Το κυριότερο αντικίνητρο ήταν πάντοτε το στίγμα που ένιωθε άλλοτε κάθε άνθρωπος που ζούσε από προνοιακά επιδόματα: το στίγμα του παρασιτισμού και της διαβίωσης από την παραγωγή αντί της συμβολής σε αυτήν. Αυτό το στίγμα έχει αρθεί κοινωνικά μέσω της διάχυσης των αξιών του σύγχρονου αμερικανικού προοδευτισμού· επιπλέον, οι ίδιες οι κυβερνητικές υπηρεσίες και οι κοινωνικοί λειτουργοί στρώνουν ολοένα περισσότερο το κόκκινο χαλί για να υποδεχθούν, ακόμη και να παροτρύνουν, ανθρώπους να ενταχθούν στην πρόνοια το ταχύτερο δυνατόν. Η «κλασική» αντίληψη του κοινωνικού λειτουργού ήταν να βοηθά τους ανθρώπους να βοηθήσουν τον εαυτό τους, να τους στηρίζει ώστε να επιτυγχάνουν και να διατηρούν την ανεξαρτησία τους και να στέκονται στα δικά τους πόδια. Για τους αποδέκτες πρόνοιας, ο στόχος των κοινωνικών λειτουργών ήταν άλλοτε να τους βοηθήσουν να αποχωρήσουν από τους καταλόγους δικαιούχων όσο το δυνατόν ταχύτερα. Τώρα όμως οι κοινωνικοί λειτουργοί έχουν τον αντίθετο στόχο: να προσπαθούν να εντάξουν στην πρόνοια όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους, να διαφημίζουν και να διακηρύσσουν τα «δικαιώματά» τους. Το αποτέλεσμα είναι η συνεχής χαλάρωση των προϋποθέσεων επιλεξιμότητας, η μείωση των γραφειοκρατικών διατυπώσεων και η σταδιακή εγκατάλειψη της επιβολής προϋποθέσεων διαμονής, εργασίας ή ακόμη και εισοδήματος για τη λήψη βοηθήματος. Όποιος υπονοεί, έστω και διστακτικά, ότι οι δικαιούχοι πρόνοιας θα πρέπει να υποχρεώνονται να αποδέχονται εργασία και να παύουν να λαμβάνουν επίδομα θεωρείται αντιδραστικός ηθικός λεπρός. Και καθώς το παλαιό στίγμα απομακρύνεται ολοένα περισσότερο, οι άνθρωποι τείνουν πλέον όλο και περισσότερο να προστρέχουν γρήγορα στην πρόνοια αντί να την αποφεύγουν. Ο Irving Kristol έγραψε εύστοχα για την «έκρηξη της πρόνοιας» τη δεκαετία του 1960:
Another powerful factor in swelling the welfare rolls is the increasing disappearance of the various sturdy disincentives for going on welfare. The leading disincentive has always been the stigma that every person on the welfare dole used to feel, the stigma of being parasitic and living off production instead of contributing to production. This stigma has been socially removed by the permeating values of modern liberalism; furthermore, the government agencies and social workers themselves have increasingly rolled out the red carpet to welcome and even urge people to get on welfare as quickly as possible. The “classical” view of the social worker was to help people to help themselves, to aid people in achieving and maintaining their independence and to stand on their own feet. For welfare clients, the aim of social workers used to be to help them get off the welfare rolls as quickly as possible. But now social workers have the opposite aim: to try to get as many people on welfare as possible, to advertise and proclaim their “rights.” The result has been a continuing easing of eligibility requirements, a reduction in red tape, and the withering away of the enforcing of residency, work, or even income requirements for being on the dole. Anyone who suggests, however faintly, that welfare recipients should be required to accept employment and get off the dole is considered a reactionary moral leper. And with the old stigma increasingly removed, people now tend more and more to move rapidly toward welfare instead of shrinking from it. Irving Kristol has trenchantly written of the “welfare explosion” of the 1960s:
Αυτή η «έκρηξη» δημιουργήθηκε —εν μέρει σκόπιμα, κατά το μεγαλύτερο μέρος ακούσια— από δημόσιους αξιωματούχους και δημόσιους υπαλλήλους που εφάρμοζαν δημόσιες πολιτικές στο πλαίσιο ενός «Πολέμου κατά της Φτώχειας». Και αυτές οι πολιτικές είχαν υποστηριχθεί και θεσπιστεί από πολλούς από τους ίδιους ανθρώπους που αργότερα έμειναν τόσο αποσβολωμένοι από την «έκρηξη της πρόνοιας». Δεν είναι παράξενο που χρειάστηκαν κάποιον χρόνο για να συνειδητοποιήσουν ότι το πρόβλημα που προσπαθούσαν να λύσουν ήταν το πρόβλημα που οι ίδιοι δημιουργούσαν.
Αυτοί… είναι οι λόγοι πίσω από την «έκρηξη της πρόνοιας» της δεκαετίας του 1960:
1. Ο αριθμός των φτωχών που δικαιούνται πρόνοια θα αυξάνεται όσο διευρύνονται οι επίσημοι ορισμοί της «φτώχειας» και της «ανάγκης». Ο Πόλεμος κατά της Φτώχειας διεύρυνε αυτούς τους επίσημους ορισμούς· επομένως, ακολούθησε αυτομάτως αύξηση του αριθμού των «δικαιούχων».
2. Ο αριθμός των επιλέξιμων φτωχών που πράγματι υποβάλλουν αίτηση για πρόνοια θα αυξάνεται όσο αυξάνονται οι προνοιακές παροχές — όπως συνέβαινε σε όλη τη δεκαετία του 1960. Όταν οι προνοιακές πληρωμές και οι συναφείς παροχές, όπως το Medicaid και τα κουπόνια τροφίμων, ανταγωνίζονται τους χαμηλούς μισθούς, πολλοί φτωχοί θα προτιμούν ορθολογικά την πρόνοια. Στη σημερινή Νέα Υόρκη, όπως και σε πολλές άλλες μεγάλες πόλεις, οι προνοιακές παροχές δεν ανταγωνίζονται απλώς τους χαμηλούς μισθούς· τους ξεπερνούν.
3. Η απροθυμία όσων πράγματι δικαιούνται πρόνοια να υποβάλουν αίτηση —μια απροθυμία που βασίζεται στην υπερηφάνεια, στην άγνοια ή στον φόβο— θα μειώνεται αν οργανωθεί οποιαδήποτε εκστρατεία για την «εγγραφή τους». Μια τέτοια εκστρατεία ξεκίνησε επιτυχώς τη δεκαετία του 1960 από (α) διάφορες κοινοτικές οργανώσεις που υποστηρίζονταν και χρηματοδοτούνταν από το Γραφείο Οικονομικών Ευκαιριών, (β) το Κίνημα Δικαιωμάτων Πρόνοιας και (γ) το επάγγελμα της κοινωνικής εργασίας, που στελεχωνόταν πλέον από αποφοίτους πανεπιστημίων οι οποίοι θεωρούσαν ηθικό τους καθήκον να βοηθούν τους ανθρώπους να ενταχθούν στην πρόνοια — αντί, όπως συνέβαινε άλλοτε, να τους βοηθούν να αποχωρήσουν από αυτήν. Επιπλέον, τα δικαστήρια συνεργάστηκαν καταργώντας διάφορα νομικά εμπόδια, όπως τις προϋποθέσεις διαμονής…
Κατά κάποιον τρόπο, το γεγονός ότι περισσότεροι φτωχοί λαμβάνουν πρόνοια, και μάλιστα γενναιότερες παροχές, δεν φαίνεται να έχει καταστήσει αυτή τη χώρα ευχάριστο τόπο διαβίωσης — ούτε καν για τους φτωχούς που λαμβάνουν πρόνοια, των οποίων η κατάσταση δεν φαίνεται αισθητά καλύτερη από τότε που ήταν φτωχοί και δεν λάμβαναν πρόνοια. Κάτι φαίνεται να έχει πάει στραβά· μια προοδευτική και συμπονετική κοινωνική πολιτική γέννησε κάθε λογής απρόβλεπτες και στρεβλές συνέπειες.84
This “explosion” was created—in part intentionally, in larger part unwittingly by public officials and public employees who were executing public policies as part of a “War on Poverty.” And these policies had been advocated and enacted by many of the same people who were subsequently so bewildered by the “welfare explosion.” Not surprisingly it took them a while to realize that the problem they were trying to solve was the problem they were creating.
Here... are the reasons behind the “welfare explosion” of the 1960s:
1. The number of poor people who are eligible for welfare will increase as one elevates the official definitions of “poverty” and “need.” The War on Poverty elevated these official definitions; therefore, an increase in the number of “eligibles” automatically followed.
2. The number of eligible poor who actually apply for welfare will increase as welfare benefits go up—as they did throughout the 1960s. When welfare payments (and associated benefits, such as Medicaid and food stamps) compete with low wages, many poor people will rationally prefer welfare. In New York City today, as in many other large cities, welfare benefits not only compete with low wages; they outstrip them.
3. The reluctance of people actually eligible for welfare to apply for it—a reluctance based on pride or ignorance or fear—will diminish if any organized campaign is instituted to “sign them up.” Such a campaign was successfully launched in the 1960s by (a) various community organizations sponsored and financed by the Office of Economic Opportunity, (b) the Welfare Rights Movement, and (c) the social work profession, which was now populated by college graduates who thought it their moral duty to help people get on welfare—instead of, as used to be the case, helping them get off welfare. In addition, the courts cooperated by striking down various legal obstacles (for example, residence requirements)....
Somehow, the fact that more poor people are on welfare, receiving more generous payments, does not seem to have made this country a nice place to live—not even for the poor on welfare, whose condition seems not noticeably better than when they were poor and off welfare. Something appears to have gone wrong; a liberal and compassionate social policy has bred all sorts of unanticipated and perverse consequences.
Το πνεύμα που εμψύχωνε άλλοτε το επάγγελμα της κοινωνικής εργασίας ήταν πολύ διαφορετικό — και λιμπερταριανό. Υπήρχαν δύο βασικές αρχές: (α) κάθε βοήθεια και προνοιακή παροχή έπρεπε να είναι εθελοντική, να παρέχεται από ιδιωτικούς φορείς και όχι μέσω της καταναγκαστικής κυβερνητικής είσπραξης· και (β) σκοπός της παροχής έπρεπε να είναι να βοηθήσει τον αποδέκτη να γίνει ανεξάρτητος και παραγωγικός το ταχύτερο δυνατόν. Φυσικά, σε τελική λογική ανάλυση, το δεύτερο απορρέει από το πρώτο, αφού κανένας ιδιωτικός φορέας δεν μπορεί να αντλεί τα ουσιαστικά απεριόριστα ποσά που μπορούν να αποσπαστούν από τον πολύπαθο φορολογούμενο. Εφόσον τα ιδιωτικά κονδύλια βοήθειας είναι αυστηρά περιορισμένα, δεν υπάρχει περιθώριο για την ιδέα των «δικαιωμάτων» πρόνοιας ως απεριόριστης και μόνιμης αξίωσης επί της παραγωγής άλλων. Ως περαιτέρω συνέπεια του περιορισμού των πόρων, οι κοινωνικοί λειτουργοί αντιλαμβάνονταν επίσης ότι δεν υπήρχε περιθώριο βοήθειας προς προσποιούμενους ανικανότητα, προς όσους αρνούνταν να εργαστούν ή προς όσους χρησιμοποιούσαν τη βοήθεια ως τέχνασμα προσπορισμού εισοδήματος· από εκεί προέκυψε η διάκριση ανάμεσα στους φτωχούς που «αξίζουν» και σε εκείνους που «δεν αξίζουν» βοήθεια. Έτσι, η αγγλική Charity Organisation Society του δέκατου ένατου αιώνα, φορέας προσανατολισμένος στο laissez-faire, συμπεριλάμβανε στους μη δικαιούμενους βοήθεια όσους δεν τη χρειάζονταν, τους απατεώνες και τον άνθρωπο του οποίου «η κατάσταση οφείλεται σε απρονοησία ή έλλειψη οικονομίας και δεν υπάρχει ελπίδα να καταστεί στο μέλλον ανεξάρτητος από τη φιλανθρωπική… βοήθεια».85
The spirit that used to animate the social work profession was a far different—and a libertarian—one. There were two basic principles: (a) that all relief and welfare payments should be voluntary, by private agencies, rather than by the coercive levy of government; and (b) that the object of giving should be to help the recipient become independent and productive as soon as possible. Of course, in ultimate logic, (b) follows from (a), since no private agency is able to tap the virtually unlimited funds that can be mulcted from the long-suffering taxpayer. Since private aid funds are strictly limited, there is therefore no room for the idea of welfare “rights” as an unlimited and permanent claim on the production of others. As a further corollary of the limitation on funds, the social workers also realized that there was no room for aid to malingerers, those who refused to work, or who used the aid as a racket; hence came the concept of the “deserving” as against the “undeserving” poor. Thus, the nineteenth-century laissez-faire English agency, the Charity Organisation Society, included among the undeserving poor ineligible for aid those who did not need relief, impostors, and the man whose “condition is due to improvidence or thriftlessness, and there is no hope of being able to make him independent of charitable... assistance in the future.”
Ο αγγλικός κλασικός φιλελευθερισμός του laissez-faire, παρότι γενικά αποδεχόταν την κρατική πρόνοια βάσει της «Νομοθεσίας περί Απόρων», επέμενε ότι έπρεπε να υπάρχει ισχυρή αποτρεπτική επίδραση: όχι μόνο αυστηροί κανόνες επιλεξιμότητας για βοήθεια, αλλά και αρκετά δυσάρεστες συνθήκες στα πτωχοκομεία καταναγκαστικής εργασίας, ώστε η βοήθεια που παρείχαν να αποτελεί ισχυρό αντικίνητρο και όχι ελκυστική ευκαιρία. Για τους «μη άξιους βοήθειας φτωχούς», εκείνους που ευθύνονταν για τη δική τους μοίρα, η κατάχρηση του συστήματος αρωγής μπορούσε να περιοριστεί μόνο «καθιστώντας το όσο το δυνατόν πιο απεχθές στους αιτούντες· δηλαδή, επιμένοντας κατά γενικό κανόνα σε δοκιμασία εργασίας ή σε διαμονή σε πτωχοκομείο εργασίας».86
English laissez-faire liberalism, even though it generally accepted “Poor Law” governmental welfare, insisted that there be a strong disincentive effect: not only strict eligibility rules for assistance, but also making the workhouse conditions unpleasant enough to insure that workhouse relief would be a strong deterrent rather than an attractive opportunity. For the “undeserving poor,” those responsible for their own fate, abuse of the relief system could only be curbed by “making it as distasteful as possible to the applicants; that is, by insisting (as a general rule) on a labour test or residence in a workhouse.”
Μολονότι ένα αυστηρό αποτρεπτικό μέτρο είναι πολύ προτιμότερο από μια ανοιχτή υποδοχή και ένα κήρυγμα περί «δικαιωμάτων» των αποδεκτών, η λιμπερταριανή θέση απαιτεί την πλήρη κατάργηση της κρατικής πρόνοιας και τη στήριξη στην ιδιωτική φιλανθρωπική βοήθεια, η οποία αναγκαστικά θα βασίζεται στην υποβοήθηση των «άξιων βοήθειας φτωχών» ώστε να φτάσουν στην ανεξαρτησία το ταχύτερο δυνατόν. Άλλωστε, μέχρι την Ύφεση της δεκαετίας του 1930, η κρατική πρόνοια στις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ελάχιστη ή ανύπαρκτη· και όμως, σε μια εποχή πολύ χαμηλότερου γενικού βιοτικού επιπέδου, οι άνθρωποι δεν πέθαιναν μαζικά από την πείνα στους δρόμους. Ένα ιδιαίτερα επιτυχημένο ιδιωτικό πρόγραμμα πρόνοιας σήμερα είναι εκείνο της Εκκλησίας των Μορμόνων, που αριθμεί τρία εκατομμύρια μέλη. Αυτοί οι αξιοθαύμαστοι άνθρωποι, καταδιωκόμενοι από τη φτώχεια και τους διωγμούς, μετανάστευσαν στη Γιούτα και στις γειτονικές πολιτείες τον δέκατο ένατο αιώνα και, με οικονομία και σκληρή εργασία, ανήλθαν σε ένα γενικό επίπεδο ευημερίας και ευμάρειας. Ελάχιστοι Μορμόνοι λαμβάνουν κρατικά προνοιακά βοηθήματα· διδάσκονται να είναι ανεξάρτητοι, να στηρίζονται στον εαυτό τους και να αποφεύγουν τα δημόσια επιδόματα. Οι Μορμόνοι είναι αφοσιωμένοι πιστοί και, συνεπώς, έχουν εσωτερικεύσει επιτυχώς αυτές τις αξιοθαύμαστες αξίες. Επιπλέον, η Εκκλησία των Μορμόνων λειτουργεί ένα εκτεταμένο ιδιωτικό πρόγραμμα πρόνοιας για τα μέλη της, βασισμένο και πάλι στην αρχή της υποβοήθησής τους προς την ανεξαρτησία το ταχύτερο δυνατόν.
While a strict deterrent is far better than an open welcome and a preachment about the recipients’ “rights,” the libertarian position calls for the complete abolition of governmental welfare and reliance on private charitable aid, based as it necessarily will be on helping the “deserving poor” on the road to independence as rapidly as possible. There was, after all, little or no governmental welfare in the United States until the Depression of the 1930s and yet—in an era of a far lower general standard of living—there was no mass starvation in the streets. A highly successful private welfare program in the present-day is the one conducted by the three-million-member Mormon Church. This remarkable people, hounded by poverty and persecution, emigrated to Utah and nearby states in the nineteenth century, and by thrift and hard work raised themselves to a general level of prosperity and affluence. Very few Mormons are on welfare; Mormons are taught to be independent, self-reliant, and to shun the public dole. Mormons are devout believers and have therefore successfully internalized these admirable values. Furthermore, the Mormon Church operates an extensive private welfare plan for its members—based, again, on the principle of helping their members toward independence as rapidly as possible.
Προσέξτε, για παράδειγμα, τις ακόλουθες αρχές από το «Πρόγραμμα Πρόνοιας» της Εκκλησίας των Μορμόνων. «Από την ίδρυσή της το 1830, η Εκκλησία ενθαρρύνει τα μέλη της να θεμελιώνουν και να διατηρούν την οικονομική τους ανεξαρτησία· ενθαρρύνει την οικονομία και προάγει την ίδρυση παραγωγικών επιχειρήσεων που δημιουργούν απασχόληση· είναι πάντοτε έτοιμη να βοηθήσει πιστά μέλη που βρίσκονται σε ανάγκη». Το 1936, η Εκκλησία των Μορμόνων ανέπτυξε ένα «Εκκλησιαστικό Πρόγραμμα Πρόνοιας… ένα σύστημα υπό το οποίο θα εξαλείφονταν η κατάρα της αεργίας και τα δεινά της επιδοματικής εξάρτησης και θα εδραιώνονταν εκ νέου ανάμεσα στον λαό μας η ανεξαρτησία, η εργατικότητα, η οικονομία και ο αυτοσεβασμός. Στόχος της Εκκλησίας είναι να βοηθά τους ανθρώπους να βοηθούν τον εαυτό τους. Η εργασία πρέπει να ενθρονιστεί ως κυρίαρχη αρχή στη ζωή των μελών της Εκκλησίας μας».87 Οι Μορμόνοι κοινωνικοί λειτουργοί του προγράμματος λαμβάνουν οδηγίες να ενεργούν αναλόγως: «Πιστοί σε αυτή την αρχή, οι λειτουργοί πρόνοιας θα διδάσκουν και θα παροτρύνουν με ζήλο τα μέλη της Εκκλησίας να αυτοσυντηρούνται στον μέγιστο βαθμό των δυνάμεών τους. Κανένας αληθινός Άγιος των Τελευταίων Ημερών δεν θα μεταθέτει οικειοθελώς σε άλλους το βάρος της συντήρησής του όσο είναι σωματικά ικανός. Όσο μπορεί, με την έμπνευση του Παντοδύναμου και με τη δική του εργασία, θα εξασφαλίζει μόνος του τα αναγκαία για τη ζωή».88 Οι άμεσοι στόχοι του προγράμματος πρόνοιας είναι: «1. Η τοποθέτηση όσων μπορούν να εργαστούν σε αμειβόμενη απασχόληση. 2. Η παροχή απασχόλησης εντός του Προγράμματος Πρόνοιας, στον βαθμό που είναι δυνατόν, για όσους δεν μπορούν να τοποθετηθούν σε αμειβόμενη εργασία. 3. Η απόκτηση των μέσων για την παροχή των αναγκαίων της ζωής στους απόρους για τους οποίους η Εκκλησία αναλαμβάνει ευθύνη».89 Στον βαθμό που είναι δυνατόν, αυτό το πρόγραμμα υλοποιείται από μικρές, αποκεντρωμένες ομάδες βάσης: «Οικογένειες, γείτονες, σώματα ιεροσύνης, ενορίες και άλλες οργανωτικές μονάδες της Εκκλησίας μπορούν να κρίνουν συνετό και επιθυμητό να συγκροτήσουν μικρές ομάδες για την παροχή αμοιβαίας βοήθειας. Τέτοιες ομάδες μπορούν να φυτεύουν και να συγκομίζουν καλλιέργειες, να επεξεργάζονται τρόφιμα, να αποθηκεύουν τρόφιμα, ρουχισμό και καύσιμα και να εκτελούν άλλα έργα προς αμοιβαίο όφελος».90
Note, for example, the following principles from the “Welfare Plan” of the Mormon Church.
Ever since its organization in 1830, the Church has encouraged its members to establish and maintain their economic independence; it has encouraged thrift and fostered the establishment of employment-creating industries; it has stood ready at all times to help needy faithful members.
In 1936, the Mormon Church developed a
Church Welfare Plan... a system under which the curse of idleness would be done away with, the evils of a dole abolished, and independence, industry, thrift and self-respect be once more established amongst our people. The aim of the Church is to help the people to help themselves. Work is to be enthroned as the ruling principle of the lives of our Church membership.”
Mormon social workers in the program are instructed to act accordingly:
Faithful to this principle, welfare workers will earnestly teach and urge Church members to be self-sustaining to the full extent of their powers. No true Latter-Day Saint will, while physically able, voluntarily shift from himself the burden of his own support. So long as he can, under the inspiration of the Almighty and with his own labors, he will supply himself with the necessities of life.
The immediate objectives of the welfare program are to:
1. Place in gainful employment those who are able to work.
Συγκεκριμένα, οι Μορμόνοι επίσκοποι και τα σώματα ιεροσύνης καλούνται να βοηθούν τους αδελφούς τους ώστε να βοηθούν οι ίδιοι τον εαυτό τους: «Κατά τη διαχείριση των υλικών υποθέσεων, ο επίσκοπος αντιμετωπίζει κάθε σωματικά ικανό άπορο ως καθαρά προσωρινό πρόβλημα, φροντίζοντάς τον μέχρι να μπορέσει να βοηθήσει τον εαυτό του. Το σώμα ιεροσύνης πρέπει να αντιμετωπίζει το άπορο μέλος του ως διαρκές πρόβλημα, μέχρι να ικανοποιηθούν όχι μόνο οι υλικές αλλά και οι πνευματικές του ανάγκες. Ως συγκεκριμένο παράδειγμα: ένας επίσκοπος παρέχει βοήθεια όσο ο τεχνίτης ή ο χειροτέχνης είναι άνεργος και άπορος· ένα σώμα ιεροσύνης τον βοηθά να αποκατασταθεί επαγγελματικά και προσπαθεί να διασφαλίσει ότι θα γίνει πλήρως αυτοσυντηρούμενος και ενεργός στα ιερατικά του καθήκοντα». Στις συγκεκριμένες δραστηριότητες αποκατάστασης των απόρων μελών που ανατίθενται στα σώματα ιεροσύνης περιλαμβάνονται: «1. Η τοποθέτηση μελών του σώματος και των οικογενειών τους σε μόνιμες θέσεις εργασίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μέσω κατάρτισης σε επαγγελματικές σχολές, μαθητείας και άλλων τρόπων, τα σώματα βοήθησαν τα μέλη τους να αποκτήσουν προσόντα για καλύτερες θέσεις εργασίας. 2. Η υποβοήθηση των μελών του σώματος και των οικογενειών τους να δημιουργήσουν δικές τους επιχειρήσεις…».91
2. Provide employment within the Welfare Program, in so far as possible, for those who cannot be placed in gainful employment. 3. Acquire the means with which to supply the needy, for whom the Church assumes responsibility, with the necessities of life.
Insofar as possible, this program is carried on in small, decentralized, grass-roots groups:
Families, neighbors, quorums and wards and other Church organizational units may find it wise and desirable to form small groups for extending mutual help one to the other. Such groups may plant and harvest crops, process foods, store food, clothing and fuel, and carry out other projects for their mutual benefit.
Specifically, the Mormon bishops and priesthood quorums are enjoined to aid their brethren to self-help:
In his temporal administrations the bishop looks at every able-bodied needy person as a purely temporary problem, caring for him until he can help himself. The priesthood quorum must look at its needy member as a continuing problem until not alone his temporal needs are met but his spiritual ones also. As a concrete example—a bishop extends help while the artisan or craftsman is out of work and in want; a priesthood quorum assists in establishing him in work and tries to see that he becomes fully self-supporting and active in his priesthood duties.
Concrete rehabilitation activities for needy members enjoined upon the priesthood quorums include:
1. Placing quorum members and members of their families in permanent jobs. In some instances through trade school training, apprenticeships, and in other ways, quorums have assisted their quorum members to qualify themselves for better jobs. 2. Assisting quorum members and their families to get established in businesses of their own.
Ο πρωταρχικός στόχος της Εκκλησίας των Μορμόνων είναι να βρίσκει εργασία για τους απόρους της. Προς αυτόν τον σκοπό, «Η εξεύρεση κατάλληλων θέσεων εργασίας στο πλαίσιο του Προγράμματος Πρόνοιας αποτελεί κύρια ευθύνη των μελών των σωμάτων ιεροσύνης. Αυτά και τα μέλη της Εταιρείας Αρωγής πρέπει να αναζητούν διαρκώς ευκαιρίες απασχόλησης. Αν κάθε μέλος της ενοριακής επιτροπής πρόνοιας επιτελεί σωστά το έργο του από αυτή την άποψη, οι περισσότεροι άνεργοι θα τοποθετούνται σε αμειβόμενη απασχόληση σε επίπεδο ομάδας ή ενορίας».92 Άλλα μέλη αποκαθίστανται ως αυτοαπασχολούμενοι· η Εκκλησία μπορεί να βοηθήσει με ένα μικρό δάνειο και το σώμα ιεροσύνης του μέλους μπορεί να εγγυηθεί την αποπληρωμή από τους πόρους του. Στους Μορμόνους που δεν μπορούν να τοποθετηθούν σε θέσεις εργασίας ή να αποκατασταθούν ως αυτοαπασχολούμενοι «πρέπει να παρέχεται, στον βαθμό που είναι δυνατόν, παραγωγική εργασία σε ιδιοκτησίες της Εκκλησίας…». Η Εκκλησία επιμένει να εργάζεται ο αποδέκτης της βοήθειας στον βαθμό που μπορεί: «Είναι επιτακτικό οι άνθρωποι που συντηρούνται μέσω του προγράμματος των επισκοπικών αποθηκών να εργάζονται ανάλογα με τις δυνατότητές τους, κερδίζοντας έτσι όσα λαμβάνουν… Η εργασία ενός ατόμου σε έργα πρόνοιας πρέπει να θεωρείται προσωρινή και όχι μόνιμη απασχόληση. Πρέπει, ωστόσο, να συνεχίζεται όσο παρέχεται βοήθεια στο άτομο μέσω του προγράμματος των επισκοπικών αποθηκών. Με αυτόν τον τρόπο θα υπηρετείται η πνευματική ευημερία των ανθρώπων καθώς θα καλύπτονται οι υλικές τους ανάγκες. Τα αισθήματα μειωμένης αυτοπεποίθησης θα απομακρύνονται…».93 Αν δεν υπάρχει άλλη εργασία, ο επίσκοπος μπορεί να αναθέσει στους αποδέκτες πρόνοιας να βοηθούν μεμονωμένα μέλη που χρειάζονται βοήθεια, ενώ τα ωφελούμενα μέλη αποδίδουν στην Εκκλησία το αντίτιμο με βάση τα ισχύοντα ημερομίσθια. Γενικά, σε αντάλλαγμα για τη βοήθεια που λαμβάνουν, οι αποδέκτες πρόνοιας αναμένεται να συνεισφέρουν ό,τι μπορούν στο εκκλησιαστικό πρόγραμμα πρόνοιας, είτε σε χρήμα είτε σε προϊόντα είτε με την εργασία τους.94
The prime objective of the Mormon Church is to find jobs for their needy. To this end,
The finding of suitable jobs, under the Welfare Program, is a major responsibility of priesthood quorum members. They and members of the Relief Society should be constantly on the alert for employment opportunities. If every member of the ward welfare committee does well his or her work in this respect, most of the unemployed will be placed in gainful employment at the group or ward level.
Other members are rehabilitated as self-employed, the church may aid with a small loan, and the member’s priesthood quorum may guarantee repayment from its funds. Those Mormons who cannot be placed in jobs or rehabilitated as self-employed “are to be given, in so far as possible, work at productive labor on Church properties.” The Church is insistent on work by the recipient as far as possible:
It is imperative that people being sustained through the bishops’ storehouse program work to the extent of their ability, thus earning what they receive.... Work of an individual on welfare projects should be considered as temporary rather than permanent employment. It should nevertheless continue so long as assistance is rendered to the individual through the bishops storehouse program. In this way the spiritual welfare of people will be served as their temporal needs are supplied. Feelings of diffidence will be removed.
Failing other work, the bishop may assign welfare recipients to aid individual members who are in need of help, the aided members reimbursing the Church at prevailing wage rates. In general, in return for their assistance, the welfare recipients are expected to make whatever contributions they can to the Church welfare program, either in funds, produce, or by their labor.
Συμπληρωματικά προς αυτό το ολοκληρωμένο σύστημα ιδιωτικής βοήθειας, που στηρίζεται στην αρχή της προαγωγής της ανεξαρτησίας, η Εκκλησία των Μορμόνων αποθαρρύνει αυστηρά τα μέλη της από την ένταξη στη δημόσια πρόνοια. «Ζητείται από τους τοπικούς αξιωματούχους της Εκκλησίας να τονίζουν τη σημασία τού να γίνεται κάθε άτομο, κάθε οικογένεια και κάθε εκκλησιαστική κοινότητα αυτοσυντηρούμενη και ανεξάρτητη από τη δημόσια αρωγή». Και: «Η αναζήτηση και η αποδοχή άμεσης δημόσιας βοήθειας πολύ συχνά προσκαλούν την κατάρα της αεργίας και ενθαρρύνουν τα υπόλοιπα δεινά της επιδοματικής εξάρτησης. Καταστρέφουν την ανεξαρτησία, την εργατικότητα, την οικονομία και τον αυτοσεβασμό».95
Complementary to this comprehensive system of private aid on the principle of fostering independence, the Mormon Church sternly discourages its members from going on public welfare. “It is requested that local Church officers stress the importance of each individual, each family and each Church community becoming self-sustaining and independent of public relief.” And: “To seek and accept direct public relief all too often invites the curse of idleness and fosters the other evils of dole. It destroys one’s independence, industry, thrift and self-respect.”
Δεν υπάρχει καλύτερο πρότυπο από την Εκκλησία των Μορμόνων για ένα ιδιωτικό, εθελοντικό, ορθολογικό και ατομικιστικό πρόγραμμα πρόνοιας. Ας καταργηθεί η κρατική πρόνοια, και θα μπορούσε κανείς να αναμένει την εμφάνιση πολυάριθμων τέτοιων προγραμμάτων ορθολογικής αλληλοβοήθειας σε ολόκληρη τη χώρα.
There is no finer model than the Mormon Church for a private, voluntary, rational, individualistic welfare program. Let government welfare be abolished, and one would expect that numerous such programs for rational mutual aid would spring up throughout the country.
Το εμπνευστικό παράδειγμα της Εκκλησίας των Μορμόνων αποδεικνύει ότι ο κυριότερος προσδιοριστικός παράγοντας του ποιοι ή πόσοι άνθρωποι εντάσσονται στη δημόσια πρόνοια είναι οι πολιτισμικές και ηθικές αξίες τους και όχι το επίπεδο του εισοδήματός τους. Ένα άλλο παράδειγμα είναι οι Αμερικανοί αλβανικής καταγωγής της Νέας Υόρκης.
The inspiring example of the Mormon Church is a demonstration that the major determinant of who or how many people go on public welfare is their cultural and moral values rather than their level of income. Another example is the group of Albanian-Americans in New York City.
Οι Αλβανοαμερικανοί αποτελούν εξαιρετικά φτωχή ομάδα και στη Νέα Υόρκη είναι σχεδόν πάντοτε φτωχοί κάτοικοι υποβαθμισμένων συνοικιών. Τα στατιστικά στοιχεία είναι λιγοστά, αλλά το μέσο εισόδημά τους είναι αναμφίβολα χαμηλότερο από εκείνο των μαύρων και των Πορτορικανών, που προσελκύουν πολύ μεγαλύτερη δημοσιότητα. Κι όμως, δεν υπάρχει ούτε ένας Αλβανοαμερικανός στην πρόνοια. Γιατί; Εξαιτίας της υπερηφάνειας και της ανεξαρτησίας τους. Όπως δήλωσε ένας από τους ηγέτες τους: «Οι Αλβανοί δεν ζητιανεύουν, και για τους Αλβανούς η λήψη προνοιακού βοηθήματος είναι σαν να ζητιανεύεις στον δρόμο».96
Albanian-Americans are an extremely poor group, and in New York they are almost invariably poor slum dwellers. Statistics are scanty, but their average income is undoubtedly lower than that of the more highly publicized blacks and Puerto Ricans. Yet there is not a single Albanian-American on welfare. Why? Because of their pride and independence. As one of their leaders stated: “Albanians do not beg, and to Albanians, taking welfare is like begging in the street.”
Παρόμοια περίπτωση είναι η παρακμάζουσα, φτωχή, κατά κύριο λόγο πολωνοαμερικανική και σχεδόν εξ ολοκλήρου καθολική κοινότητα του Νόρθσαϊντ, στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης. Παρά τα χαμηλά εισοδήματα, την υποβάθμιση και τις παλιές, φθαρμένες κατοικίες της περιοχής, ουσιαστικά δεν υπάρχουν αποδέκτες πρόνοιας σε αυτή την κοινότητα των 15.000 κατοίκων. Γιατί; Ο Rudolph J. Stobierski, πρόεδρος του Συμβουλίου Κοινοτικής Ανάπτυξης του Νόρθσαϊντ, έδωσε την απάντηση: «Θεωρούν την πρόνοια προσβολή».97
A similar case is the decaying, poor, largely Polish-American and almost totally Catholic community of Northside, in Brooklyn, New York. Despite the low incomes, blight, and old and deteriorating housing in the area, there are virtually no welfare recipients in this community of 15,000. Why? Rudolph J. Stobierski, president of the Northside Community Development Council, supplied the answer: “They consider welfare an insult.”
Πέρα από την επίδραση της θρησκείας και των εθνοτικών διαφορών στις αξίες, ο καθηγητής Banfield, στο λαμπρό βιβλίο του The Unheavenly City, κατέδειξε τη σημασία αυτού που ονομάζει κουλτούρα «ανώτερης τάξης» ή «κατώτερης τάξης» στη διαμόρφωση των αξιών των μελών τους. Οι ορισμοί της «τάξης» στον Banfield δεν αφορούν αυστηρά επίπεδα εισοδήματος ή κοινωνικής θέσης, αλλά τείνουν να επικαλύπτονται σε μεγάλο βαθμό με αυτούς τους πιο συνήθεις ορισμούς. Οι δικοί του ορισμοί επικεντρώνονται στις διαφορετικές στάσεις απέναντι στο παρόν και στο μέλλον: τα μέλη της ανώτερης και της μεσαίας τάξης τείνουν να είναι προσανατολισμένα στο μέλλον, να έχουν σκοπούς, να είναι ορθολογικά και αυτοπειθαρχημένα. Οι άνθρωποι της κατώτερης τάξης, από την άλλη πλευρά, τείνουν να έχουν έντονο προσανατολισμό στο παρόν, είναι ευμετάβλητοι, ηδονιστές, χωρίς σκοπούς και, συνεπώς, απρόθυμοι να ακολουθήσουν με συνέπεια μια εργασία ή μια σταδιοδρομία. Οι άνθρωποι με το πρώτο σύνολο αξιών τείνουν επομένως να έχουν υψηλότερα εισοδήματα και καλύτερες θέσεις εργασίας, ενώ οι άνθρωποι της κατώτερης τάξης τείνουν να είναι φτωχοί, άνεργοι ή αποδέκτες πρόνοιας. Εν ολίγοις, η οικονομική πορεία των ανθρώπων τείνει μακροπρόθεσμα να αποτελεί δική τους εσωτερική ευθύνη και όχι να καθορίζεται —όπως επιμένουν πάντοτε οι Αμερικανοί προοδευτικοί— από εξωτερικούς παράγοντες. Έτσι, ο Banfield παραθέτει τα ευρήματα του Daniel Rosenblatt σχετικά με την έλλειψη ενδιαφέροντος για την ιατρική φροντίδα εξαιτίας της «γενικής έλλειψης προσανατολισμού στο μέλλον» μεταξύ των φτωχών των πόλεων:
In addition to the impact of religion and ethnic differences on values, Professor Banfield, in his brilliant book, The Unheavenly City, has demonstrated the importance of what he calls “upper-class” or “lower-class” culture in influencing the values of their members. The definitions of “class” in Banfield are not strictly income or status levels, but they tend to overlap strongly with these more common definitions. His definitions of class center on the different attitudes toward the present and the future: upper- and middle-class members tend to be future-oriented, purposeful, rational, and self-disciplined. Lower-class people, on the other hand, tend to have a strong present-orientation, are capricious, hedonistic, purposeless, and therefore unwilling to pursue a job or a career with any consistency. People with the former values therefore tend to have higher incomes and better jobs, and lower-class people tend to be poor, jobless, or on welfare. In short, the economic fortunes of people tend over the long run to be their own internal responsibility, rather than to be determined—as liberals always insist—by external factors. Thus, Banfield quotes Daniel Rosenblatt’s findings on the lack of interest in medical care due to the “general lack of future orientation” among the urban poor:
Για παράδειγμα, οι τακτικοί έλεγχοι των αυτοκινήτων για τον εντοπισμό αρχόμενων βλαβών δεν εντάσσονται στο γενικό σύστημα αξιών των φτωχών των πόλεων. Με παρόμοιο τρόπο, τα οικιακά αντικείμενα συχνά φθείρονται και πετιούνται αντί να επισκευάζονται σε πρώιμο στάδιο φθοράς. Οι αγορές με δόσεις γίνονται εύκολα αποδεκτές χωρίς επίγνωση της διάρκειας των πληρωμών.
Το σώμα μπορεί να θεωρείται απλώς μια ακόμη κατηγορία αντικειμένων που φθείρονται αλλά δεν επισκευάζονται. Έτσι, τα δόντια αφήνονται χωρίς οδοντιατρική φροντίδα· αργότερα, συχνά υπάρχει ελάχιστο ενδιαφέρον για οδοντοστοιχίες, είτε παρέχονται δωρεάν είτε όχι. Σε κάθε περίπτωση, οι τεχνητές οδοντοστοιχίες μπορεί να χρησιμοποιούνται ελάχιστα. Οι οφθαλμολογικές εξετάσεις για τη διόρθωση της όρασης, ακόμη και για όσους φορούν γυαλιά, συχνά παραμελούνται — ανεξάρτητα από τις διαθέσιμες κλινικές υπηρεσίες. Είναι σαν η μεσαία τάξη να αντιλαμβάνεται το σώμα ως μηχανή που πρέπει να διαφυλάσσεται και να διατηρείται σε άριστη λειτουργική κατάσταση, είτε μέσω προσθετικών βοηθημάτων είτε μέσω αποκατάστασης, αισθητικής χειρουργικής ή αδιάκοπης θεραπείας, ενώ οι φτωχοί το αντιλαμβάνονται ως κάτι με περιορισμένη διάρκεια χρησιμότητας: να το απολαμβάνουν στη νεότητα και κατόπιν, με το γήρας και την κατάπτωση, να το υπομένουν στωικά.98
For example, regular checkups of automobiles to detect incipient defects are not in the general value system of the urban poor. In similar fashion, household objects are often worn out and discarded rather than repaired at an early stage of disintegration. Installment buying is easily accepted without an awareness of the length of payments.
The body can be seen as simply another class of objects to be worn out but not repaired. Thus, teeth are left without dental care; later there is often small interest in dentures, whether free or not. In any event, false teeth may be little used. Corrective eye examinations, even for those people who wear glasses, are often neglected—regardless of clinic facilities. It is as though the middle class thinks of the body as a machine to be preserved and kept in perfect running order whether through prosthetic devices, rehabilitation, cosmetic surgery, or perpetual treatment, whereas the poor think of the body as having a limited span of utility: to be enjoyed in youth and then, with age and decrepitude, to be suffered and endured stoically.
Ο Banfield επισημαίνει επιπλέον ότι τα ποσοστά θνησιμότητας της κατώτερης τάξης είναι, και ήταν επί γενιές, πολύ υψηλότερα από εκείνα των ανθρώπων της ανώτερης τάξης. Μεγάλο μέρος της διαφοράς δεν προκαλείται τόσο από τη φτώχεια ή τα χαμηλά εισοδήματα καθαυτά όσο από τις αξίες ή την κουλτούρα των πολιτών της κατώτερης τάξης. Έτσι, εξέχουσες αιτίες θανάτου, ιδιαίτερα χαρακτηριστικές της κατώτερης τάξης, είναι ο αλκοολισμός, η εξάρτηση από ναρκωτικά, η ανθρωποκτονία και τα αφροδίσια νοσήματα. Η βρεφική θνησιμότητα ήταν επίσης πολύ υψηλότερη στις κατώτερες τάξεις, φτάνοντας στο διπλάσιο και στο τριπλάσιο εκείνης των ανώτερων ομάδων. Ότι αυτό οφείλεται σε πολιτισμικές αξίες και όχι στο επίπεδο του εισοδήματος μπορεί να φανεί στη σύγκριση που κάνει ο Banfield ανάμεσα στους Ιρλανδούς μετανάστες και στους Ρωσοεβραίους μετανάστες της Νέας Υόρκης στο γύρισμα του αιώνα. Οι Ιρλανδοί μετανάστες ήταν τότε γενικά προσανατολισμένοι στο παρόν και είχαν στάσεις «κατώτερης τάξης», ενώ οι Ρωσοεβραίοι, μολονότι ζούσαν σε υπερπλήρεις πολυκατοικίες και με εισόδημα πιθανότατα χαμηλότερο από των Ιρλανδών, ήταν ασυνήθιστα προσανατολισμένοι στο μέλλον, είχαν σκοπούς και διέθεταν αξίες και στάσεις «ανώτερης τάξης». Στο γύρισμα του αιώνα, το προσδόκιμο υπολειπόμενης ζωής στην ηλικία των δέκα ετών για έναν Ιρλανδό μετανάστη ήταν μόλις τριάντα οκτώ χρόνια, ενώ για έναν Ρωσοεβραίο μετανάστη ξεπερνούσε τα πενήντα. Επιπλέον, ενώ σε μελέτη επτά πόλεων για την περίοδο 1911–1916 η βρεφική θνησιμότητα ήταν υπερτριπλάσια στις χαμηλότερες σε σύγκριση με τις υψηλότερες εισοδηματικές ομάδες, η βρεφική θνησιμότητα των Εβραίων ήταν εξαιρετικά χαμηλή.99
Banfield points out, furthermore, that lower-class death rates are, and have been for generations, far higher than for upper-class persons. Much of the differential is caused not by poverty or low incomes per se, as much as by the values or culture of the lower-class citizens. Thus, prominent and particularly lower-class causes of death are alcoholism, narcotics addiction, homicide, and venereal disease. Infant mortality has also been far higher among the lower classes, ranging up to two and three times that of upper groups. That this is due to cultural values rather than to income level may be seen in Banfield’s comparison of turn-of-the-century Irish immigrants with Russian Jewish immigrants in New York City. The Irish immigrants were, in those days, generally present-minded and “lower class” in attitudes, while the Russian Jews, though living in overcrowded tenements and on an income level probably lower than the Irish, were unusually future-minded, purposive, and “upper class” in their values and attitudes. At the turn of the century, the life expectancy at the age of ten of an Irish immigrant was only 38 years, whereas for the Russian Jewish immigrant it was more than 50 years. Furthermore, whereas in 1911–1916, in a study of seven cities, the infant mortality was over three times as high for the lowest as compared to the highest income groups, the Jewish infant mortality was extremely low.
Ό,τι ισχύει για την ασθένεια ή τη θνησιμότητα ισχύει και για την ανεργία, η οποία προφανώς συνδέεται στενά τόσο με τη φτώχεια όσο και με την πρόνοια. Ο Banfield παραθέτει τα ευρήματα του καθηγητή Michael J. Piore σχετικά με την ουσιαστική «αδυναμία απασχόλησης» πολλών ή των περισσότερων ανέργων με επίμονα χαμηλό εισόδημα. Ο Piore διαπίστωσε ότι η δυσκολία τους δεν βρισκόταν τόσο στην εξεύρεση ή στην εκμάθηση δεξιοτήτων για σταθερές, καλά αμειβόμενες εργασίες όσο στην έλλειψη της προσωπικής αντοχής και συνέπειας που απαιτεί η διατήρηση τέτοιων θέσεων. Αυτοί οι άνθρωποι τείνουν να απουσιάζουν συχνά, να εγκαταλείπουν την εργασία τους χωρίς προειδοποίηση, να είναι απείθαρχοι και μερικές φορές να κλέβουν τον εργοδότη.100 Επιπλέον, η μελέτη του Peter Doeringer για την αγορά εργασίας του «γκέτο» της Βοστώνης το 1968 διαπίστωσε ότι περίπου το 70% των αιτούντων εργασία που παραπέμφθηκαν από συνοικιακά κέντρα απασχόλησης έλαβε προσφορές εργασίας· όμως περισσότερες από τις μισές προσφορές απορρίφθηκαν, και από όσες έγιναν δεκτές μόνο περίπου το 40% των νέων εργαζομένων διατήρησε τη θέση του για έστω έναν μήνα. Ο Doeringer κατέληξε: «Μεγάλο μέρος της ανεργίας στα γκέτο φαίνεται να οφείλεται στην αστάθεια της εργασιακής απασχόλησης και όχι στη σπανιότητα θέσεων εργασίας».101
As in illness or mortality, so in unemployment—which obviously has a close relation to both poverty and welfare. Banfield cites the findings of Professor Michael J. Piore on the essential “unemployability” of many or most of the persistently low-income unemployed. Piore discovered that their difficulty was not so much in finding or learning the skills for steady, well-paying jobs as in the lack of personal fibre in sticking to such jobs. These people are inclined to high absenteeism, leaving their jobs without notice, being insubordinate, and sometimes stealing from the employer. Furthermore, Peter Doeringer’s study of the Boston “ghetto” labor market in 1968 found that about 70 percent of job applicants referred by neighborhood employment centers received job offers—but that over half of these offers were rejected, and of those accepted only about 40 percent of the new workers kept their jobs for as long as one month. Doeringer concluded: “Much of the ghetto unemployment appears to be a result of work instability rather than job scarcity.”
Είναι ιδιαίτερα διδακτικό να συγκρίνουμε τις περιγραφές αυτής της συνηθισμένης άρνησης των ανέργων της κατώτερης τάξης να αναλάβουν σταθερή εργασία από τον ψυχρά αποδοκιμαστικό καθηγητή Banfield και από τον έντονα επιδοκιμαστικό αριστερό κοινωνιολόγο Alvin Gouldner. Ο Banfield γράφει: «Άνδρες συνηθισμένοι σε έναν τρόπο ζωής στη γωνιά του δρόμου, στο να ζουν από γυναίκες που λαμβάνουν πρόνοια και στο να “βολεύονται με διάφορες κομπίνες”, σπάνια είναι πρόθυμοι να αποδεχθούν την ανιαρή ρουτίνα της “καλής” δουλειάς».102
It is highly instructive to compare the descriptions of this common refusal of the lower-class unemployed to engage in steady work by the frostily disapproving Professor Banfield and by the highly approving leftist sociologist Alvin Gouldner. Banfield: “Men accustomed to a street-corner style of life, to living off women on welfare, and to ‘hustling’ are seldom willing to accept the dull routines of the ‘good’ job.” Pondering the lack of success of welfare workers in luring these men “away from a life of irresponsibility, sensuality, and freewheeling aggression,” Gouldner proclaims that they judge the proferred bargain to be unattractive:
Αναλογιζόμενος την αποτυχία των κοινωνικών λειτουργών να προσελκύσουν αυτούς τους άνδρες «μακριά από μια ζωή ανευθυνότητας, ηδονισμού και ανεξέλεγκτης επιθετικότητας», ο Gouldner διακηρύσσει ότι εκείνοι κρίνουν την προτεινόμενη συμφωνία μη ελκυστική: «Εγκαταλείψτε τις αδιάκριτες σεξουαλικές σχέσεις, εγκαταλείψτε την ελεύθερα εκφραζόμενη επιθετικότητα και τον άγριο αυθορμητισμό… και εσείς ή τα παιδιά σας ίσως γίνετε δεκτοί στον κόσμο των τριών κανονικών γευμάτων την ημέρα, της δευτεροβάθμιας ή ίσως ακόμη και της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, στον κόσμο των αγορών επί πιστώσει, των ασφαλών θέσεων εργασίας και της κοινωνικής ευυποληψίας».103 Το ενδιαφέρον σημείο είναι ότι, από τα δύο άκρα του ιδεολογικού φάσματος, τόσο ο Banfield όσο και ο Gouldner συμφωνούν για την ουσιώδη φύση αυτής της διαδικασίας, παρά τις αντίθετες αξιολογικές κρίσεις τους: ότι μεγάλο μέρος της επίμονης ανεργίας της κατώτερης τάξης, και συνεπώς της φτώχειας, είναι εθελοντικό από την πλευρά των ίδιων των ανέργων.
Give up promiscuous sex, give up freely expressed aggression, and wild spontaneity... and you, or your children, may be admitted to the world of three square meals a day, to a high school or perhaps even a college education, to the world of charge accounts, of secure jobs and respectability.”
The interesting point is that from both ends of the ideological spectrum both Banfield and Gouldner agree on the essential nature of this process, despite their contrasting value judgments on it: that much of persistent lower-class unemployment, and hence poverty, is voluntary on the part of the unemployed themselves.
Η στάση του Gouldner είναι χαρακτηριστική των σημερινών Αμερικανών προοδευτικών και αριστερών: ότι είναι επαίσχυντο να επιχειρεί κανείς να επιβάλει, έστω και χωρίς καταναγκασμό, «αστικές» ή «μεσοαστικές αξίες» στην ένδοξα αυθόρμητη και «φυσική» κουλτούρα της κατώτερης τάξης. Ενδεχομένως αυτό να είναι θεμιτό· τότε όμως μην περιμένετε —ούτε να απαιτείτε— να εξαναγκάζεται αυτή η ίδια εργατική αστική τάξη να συντηρεί και να επιδοτεί ακριβώς εκείνες τις παρασιτικές αξίες της αεργίας και της ανευθυνότητας που αποστρέφεται και που είναι σαφώς δυσλειτουργικές για την επιβίωση οποιασδήποτε κοινωνίας. Αν οι άνθρωποι επιθυμούν να είναι «αυθόρμητοι», ας το κάνουν με τον δικό τους χρόνο και τους δικούς τους πόρους και ας αναλάβουν κατόπιν τις συνέπειες αυτής της απόφασης· ας μη χρησιμοποιούν τον κρατικό καταναγκασμό για να υποχρεώνουν τους εργατικούς και «μη αυθόρμητους» να επωμίζονται εκείνοι τις συνέπειες. Εν ολίγοις, καταργήστε το σύστημα πρόνοιας.
Gouldner’s attitude is typical of liberals and leftists in the present day: that it is shameful to try to foist, even noncoercively, “bourgeois” or “middle-class values” on the gloriously spontaneous and “natural” lower-class culture. Fair enough, perhaps; but then don’t expect—or call upon—those same hard-working bourgeoisie to be coerced into supporting and subsidizing those very parasitic values of idleness and irresponsibility which they abhor—and which are clearly dysfunctional for the survival of any society. If people wish to be “spontaneous,” let them do so on their own time and with their own resources, and let them then take the consequences of this decision, and not use State coercion to force the hardworking and “unspontaneous” to bear those consequences instead. In short, abolish the welfare system.
Αν το κύριο πρόβλημα των φτωχών της κατώτερης τάξης είναι η ανεύθυνη προσήλωση στο παρόν και αν απαιτείται η εμφύσηση «αστικών» αξιών προσανατολισμένων στο μέλλον για να απομακρυνθούν οι άνθρωποι από την πρόνοια και την εξάρτηση —pace οι Μορμόνοι—, τότε τουλάχιστον αυτές οι αξίες πρέπει να ενθαρρύνονται και όχι να αποθαρρύνονται στην κοινωνία. Οι αριστεροπροοδευτικές στάσεις των κοινωνικών λειτουργών αποθαρρύνουν άμεσα τους φτωχούς, καλλιεργώντας την ιδέα της πρόνοιας ως «δικαιώματος» και ως ηθικής αξίωσης επί της παραγωγής. Επιπλέον, η εύκολη διαθεσιμότητα του προνοιακού επιδόματος προάγει προφανώς την προσήλωση στο παρόν, την απροθυμία για εργασία και την ανευθυνότητα μεταξύ των αποδεκτών του — διαιωνίζοντας έτσι τον φαύλο κύκλο φτώχειας και πρόνοιας. Όπως το θέτει ο Banfield, «ίσως δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να προσηλυτίσει κανείς ανθρώπους στην προσήλωση στο παρόν από το να δώσει σε όλους ένα γενναιόδωρο προνοιακό επίδομα».104
If the major problem with the lower-class poor is irresponsible present-mindedness, and if it takes the inculcation of “bourgeois” future-minded values to get people off welfare and dependency (pace the Mormons), then at the very least these values should be encouraged and not discouraged in society. The left-liberal attitudes of social workers discourage the poor directly by fostering the idea of welfare as a “right” and as a moral claim upon production. Furthermore, the easy availability of the welfare check obviously promotes present-mindedness, unwillingness to work, and irresponsibility among the recipients—thus perpetuating the vicious cycle of poverty-welfare. As Banfield puts it, “there is perhaps no better way to make converts to present-mindedness than to give a generous welfare check to everyone.”
Γενικά, στις επιθέσεις τους κατά του συστήματος πρόνοιας, οι συντηρητικοί επικεντρώνονται στο ηθικό κακό της καταναγκαστικής αφαίμαξης των φορολογουμένων για τη συντήρηση των αέργων, ενώ οι αριστεροί επικριτές επικεντρώνονται στην ηθική αποδυνάμωση των «πελατών» της πρόνοιας μέσω της εξάρτησής τους από τη γενναιοδωρία του κράτους και της γραφειοκρατίας του. Στην πραγματικότητα, και οι δύο ομάδες κριτικών έχουν δίκιο· δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ τους. Είδαμε ότι εθελοντικά προγράμματα όπως εκείνα της Εκκλησίας των Μορμόνων έχουν οξεία επίγνωση αυτού του προβλήματος. Και πράγματι, οι παλαιότεροι επικριτές των επιδομάτων που υποστήριζαν το laissez-faire ανησυχούσαν εξίσου για την ηθική αποδυνάμωση όσο και για τον καταναγκασμό όσων υποχρεώνονταν να χρηματοδοτούν την πρόνοια.
Generally, in their attacks on the welfare system conservatives have focussed on the ethical and moral evils of coercively mulcting the taxpayers to support the idle, while the leftist critics have concentrated on the demoralization of the welfare “clients” through their dependency on the largesse of the State and its bureaucracy. Actually, both sets of criticisms are right; there is no contradiction between them. We have seen that voluntary programs such as those of the Mormon Church are keenly alive to this problem. And in fact, earlier laissez-faire critics of the dole were just as concerned with the demoralization as with the coercion over those forced to pay for welfare.
Έτσι, ο Άγγλος υπέρμαχος του laissez-faire του δέκατου ένατου αιώνα Thomas Mackay δήλωνε ότι η μεταρρύθμιση της πρόνοιας «συνίσταται στην αναδημιουργία και στην ανάπτυξη των τεχνών της ανεξαρτησίας». Ζητούσε «όχι περισσότερη φιλανθρωπία, αλλά περισσότερο σεβασμό στην αξιοπρέπεια της ανθρώπινης ζωής και περισσότερη πίστη στην ικανότητά της να επιτύχει τη δική της σωτηρία». Και ο Mackay περιέλουζε με περιφρόνηση τους υπερασπιστές της διεύρυνσης της πρόνοιας, τον «φιλάνθρωπο με ξένα μέσα, ο οποίος, σε έναν απερίσκεπτο αγώνα για φθηνή δημοτικότητα, χρησιμοποιεί τον φόρο που αποσπάται από τους γείτονές του για να πολλαπλασιάζει τις αφορμές παραπατήματος που τίθενται μπροστά στο… πλήθος, το οποίο είναι υπερβολικά πρόθυμο να περιπέσει στην εξάρτηση…».105 Ο Mackay πρόσθετε ότι η «νομική προικοδότηση της απορίας» που συνεπάγεται το σύστημα πρόνοιας «εισάγει μια εξαιρετικά επικίνδυνη και ενίοτε ηθικά διαβρωτική επίδραση στις κοινωνικές μας διευθετήσεις. Η πραγματική αναγκαιότητά της δεν έχει σε καμία περίπτωση αποδειχθεί. Η φαινομενική της αναγκαιότητα προκύπτει κυρίως από το γεγονός ότι το σύστημα έχει δημιουργήσει τον δικό του εξαρτημένο πληθυσμό».106 Αναπτύσσοντας το θέμα της εξάρτησης, ο Mackay παρατηρούσε ότι «το πιο πικρό στοιχείο της δυστυχίας των φτωχών δεν προκύπτει από την απλή φτώχεια, αλλά από το αίσθημα εξάρτησης που αναγκαστικά ενυπάρχει σε κάθε μέτρο δημόσιας αρωγής. Αυτό το αίσθημα δεν μπορεί να εξαλειφθεί· αντιθέτως, εντείνεται με γενναιόδωρα μέτρα δημόσιας αρωγής».107
Thus, the nineteenth-century English laissez-faire advocate Thomas Mackay declared that welfare reform “consists in a re-creation and development of the arts of independence.” He called “not for more philanthropy, but rather for more respect for the dignity of human life, and more faith in its ability to work out its own salvation.” And Mackay poured his scorn on the advocates of greater welfare, on
the vicarious philanthropist who, in a reckless race after a cheap popularity, uses the rate [tax] extorted from his neighbors to multiply the occasions of stumbling set before the... crowd who are only too ready to fall into dependence.
Mackay added that the
legal endowment of destitution” implied by the welfare system “introduces a most dangerous and at times demoralising influence into our social arrangements. Its real necessity is by no means proved. Its apparent necessity arises mainly from the fact that the system has created its own dependent population.
Elaborating on the theme of dependence, Mackay observed that
the bitterest element in the distress of the poor arises, not from mere poverty, but from the feeling of dependence which must of necessity be an ingredient in every measure of public relief. This feeling cannot be removed, but is rather intensified by liberal measures of public relief.
Ο Mackay κατέληγε ότι «ο μόνος τρόπος με τον οποίο ο νομοθέτης ή ο διοικητικός λειτουργός μπορεί να προαγάγει τη μείωση της εξάρτησης από την πρόνοια είναι να καταργήσει ή να περιορίσει τις νομικά προβλεπόμενες παροχές που τη συντηρούν. Η χώρα μπορεί, δεν υπάρχει αμφιβολία γι’ αυτό, να έχει ακριβώς τόσους εξαρτημένους από την αρωγή απόρους όσους επιλέγει να συντηρεί. Καταργήστε ή περιορίστε αυτή την παροχή… και ενεργοποιούνται νέες δυνάμεις: η φυσική ικανότητα του ανθρώπου για ανεξαρτησία, οι φυσικοί δεσμοί συγγένειας και φιλίας· και εδώ θα συμπεριλάμβανα την ιδιωτική φιλανθρωπία, σε αντιδιαστολή προς τη δημόσια…».108
Mackay concluded that
the only way in which the legislator or the administrator can promote the reduction of pauperism is by abolishing or restricting the legal endowments provided for pauperism. The country can have, there is no doubt of it, exactly as many paupers as it chooses to pay for. Abolish or restrict that endowment... and new agencies are called into activity, man’s natural capacity for independence, the natural ties of relationship and friendship, and under this head I would include private as distinguished from public charity.
Η Charity Organisation Society, ο κυριότερος ιδιωτικός φιλανθρωπικός φορέας της Αγγλίας στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, λειτουργούσε ακριβώς βάσει αυτής της αρχής: βοήθεια που ενθαρρύνει την αυτοβοήθεια. Όπως σημειώνει ο Mowat, ο ιστορικός της Εταιρείας: «Η C.O.S. ενσάρκωνε μια ιδέα φιλανθρωπίας που αξίωνε να συμφιλιώσει τις διαιρεμένες κοινωνικές ομάδες, να εξαλείψει τη φτώχεια και να δημιουργήσει μια ευτυχισμένη κοινότητα που θα στηριζόταν στις δικές της δυνάμεις. Πίστευε ότι η σοβαρότερη πτυχή της φτώχειας ήταν η υποβάθμιση του χαρακτήρα του φτωχού άνδρα ή της φτωχής γυναίκας. Η αδιάκριτη φιλανθρωπία απλώς επιδείνωνε τα πράγματα· αποδυνάμωνε ηθικά. Η αληθινή φιλανθρωπία απαιτούσε φιλία, περίσκεψη, το είδος της βοήθειας που θα αποκαθιστούσε τον αυτοσεβασμό του ανθρώπου και την ικανότητά του να συντηρεί τον εαυτό του και την οικογένειά του».109
The Charity Organisation Society, England’s leading private charity agency in the late nineteenth century, operated precisely on this principle of aid to foster self-help. As Mowat, the historian of the Society notes:
The C.O.S. embodied an idea of charity which claimed to reconcile the divisions in society, to remove poverty and to produce a happy, self-reliant community. It believed that the most serious aspect of poverty was the degradation of the character of the poor man or woman. Indiscriminate charity only made things worse; it demoralised. True charity demanded friendship, thought, the sort of help that would restore a man’s self-respect and his ability to support himself and his family.
Ίσως μία από τις ζοφερότερες συνέπειες της πρόνοιας είναι ότι αποθαρρύνει ενεργά την αυτοβοήθεια, εξουδετερώνοντας το οικονομικό κίνητρο αποκατάστασης. Έχει εκτιμηθεί ότι, κατά μέσο όρο, κάθε δολάριο που επενδύουν τα άτομα με αναπηρία στη δική τους αποκατάσταση τους αποφέρει από 10 έως 17 USD σε παρούσα αξία αυξημένων μελλοντικών αποδοχών. Αυτό το κίνητρο όμως υπονομεύεται από το γεγονός ότι, αν αποκατασταθούν, θα χάσουν τα προνοιακά βοηθήματα, τις παροχές αναπηρίας του Social Security και τις αποζημιώσεις εργατικών ατυχημάτων. Ως αποτέλεσμα, οι περισσότεροι ανάπηροι αποφασίζουν να μην επενδύσουν στη δική τους αποκατάσταση.110 Επιπλέον, πολλοί άνθρωποι γνωρίζουν πλέον τις παραλυτικές επιδράσεις των αντικινήτρων του συστήματος Social Security, το οποίο —σε κραυγαλέα αντίθεση προς όλα τα ιδιωτικά ασφαλιστικά ταμεία— διακόπτει τις πληρωμές αν ο δικαιούχος έχει το θράσος να εργάζεται και να κερδίζει εισόδημα μετά την ηλικία των 62 ετών.
Perhaps one of the grimmest consequences of welfare is that it actively discourages self-help by crippling the financial incentive for rehabilitation. It has been estimated that, on the average, every dollar invested by handicapped persons in their own rehabilitation brings them from $10 to $17 in the present value of increased future earnings. But this incentive is crippled by the fact that, by becoming rehabilitated, they will lose their welfare relief, Social Security disability payments, and workmen’s compensation. As a result, most of the disabled decide not to invest in their own rehabilitation. Many people, moreover, are by now familiar with the crippling disincentive effects of the Social Security system, which—in glaring contrast to all private insurance funds—cuts off payments if the recipient should be brazen enough to work and earn an income after age 62.
Στις μέρες μας, όταν οι περισσότεροι αντιμετωπίζουν καχύποπτα την πληθυσμιακή αύξηση, ελάχιστοι αντίπαλοί της έχουν επικεντρωθεί σε μια άλλη δυσάρεστη συνέπεια του συστήματος πρόνοιας: εφόσον οι οικογένειες που λαμβάνουν πρόνοια πληρώνονται ανάλογα με τον αριθμό των παιδιών τους, το σύστημα παρέχει σημαντική επιδότηση για την απόκτηση περισσότερων παιδιών. Επιπλέον, εκείνοι που παρακινούνται να αποκτήσουν περισσότερα παιδιά είναι ακριβώς όσοι έχουν τη μικρότερη οικονομική δυνατότητα· το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι η διαιώνιση της εξάρτησής τους από την πρόνοια και, μάλιστα, η δημιουργία γενεών μονίμως εξαρτημένων από τα προνοιακά επιδόματα.
In these days, when most people look askance at population growth, few antipopulationists have focussed on another unfortunate effect of the welfare system: Since welfare families are paid proportionately to the number of their children, the system provides an important subsidy for the production of more children. Furthermore, the people being induced to have more children are precisely those who can afford it least; the result can only be to perpetuate their dependence on welfare, and, in fact, to develop generations who are permanently dependent on the welfare dole.
Τα τελευταία χρόνια υπάρχει έντονη κινητοποίηση υπέρ της παροχής από την κυβέρνηση κέντρων ημερήσιας φροντίδας για τα παιδιά εργαζόμενων μητέρων. Υποτίθεται ότι η αγορά απέτυχε να προσφέρει αυτή την τόσο αναγκαία υπηρεσία.
In recent years, there has been a great deal of agitation for the government to supply day-care centers to care for children of working mothers. Allegedly the market has failed to supply this much needed service.
Εφόσον όμως έργο της αγοράς είναι η ικανοποίηση επιτακτικών καταναλωτικών απαιτήσεων, το ερώτημα που πρέπει να τεθεί είναι γιατί φαίνεται να έχει αποτύχει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η απάντηση είναι ότι η κυβέρνηση έχει περιβάλει την παροχή ημερήσιας παιδικής φροντίδας με ένα πλέγμα επαχθών και δαπανηρών νομικών περιορισμών. Εν ολίγοις: ενώ είναι απολύτως νόμιμο να αφήνει κανείς τα παιδιά του σε φίλο ή συγγενή, ανεξάρτητα από το ποιο είναι το πρόσωπο ή ποια η κατάσταση του διαμερίσματός του, ή να προσλάβει έναν γείτονα που θα φροντίζει ένα ή δύο παιδιά, μόλις ο φίλος ή ο γείτονας μετατραπεί σε ελαφρώς μεγαλύτερη επιχείρηση, το κράτος επεμβαίνει με σφοδρότητα. Έτσι, γενικά απαιτεί τέτοια κέντρα να διαθέτουν άδεια και αρνείται να τη χορηγήσει αν δεν παρίστανται συνεχώς αδειοδοτημένοι νοσηλευτές, αν δεν υπάρχουν ελάχιστες εγκαταστάσεις υπαίθριου παιχνιδιού και αν ο χώρος δεν έχει ένα ελάχιστο μέγεθος. Θα υπάρχουν κάθε λογής άλλοι παράλογοι και δαπανηροί περιορισμοί, τους οποίους η κυβέρνηση δεν μπαίνει στον κόπο να επιβάλει στους φίλους, στους συγγενείς και στους γείτονες — ή, πράγματι, στις ίδιες τις μητέρες. Καταργήστε αυτούς τους περιορισμούς, και η αγορά θα αναλάβει να ικανοποιήσει τη ζήτηση.
Since the market is in the business of meeting urgent consumer demands, however, the question to ask is why the market seems to have failed in this particular case. The answer is that the government has ringed the supply of day-care service with a network of onerous and costly legal restrictions. In short: while it is perfectly legal to deposit one’s children with a friend or relative, no matter who the person is or the condition of his apartment, or to hire a neighbor who will be taking care of one or two children, let the friend or neighbor become a slightly bigger business, and the State cracks down with a vengeance. Thus, the State will generally insist that such day-care centers be licensed and will refuse to grant the license unless registered nurses are in attendance at all times, minimal playground facilities are available, and the facility is of a minimum size. There will be all sorts of other absurd and costly restrictions which the government does not bother to impose on friends, relatives, and neighbors—or, indeed, on mothers themselves. Remove these restrictions, and the market will go to work to meet the demand.
Επί δεκατρία χρόνια, ο ποιητής Ned O’Gorman λειτουργεί στο Χάρλεμ ένα επιτυχημένο, ιδιωτικά χρηματοδοτούμενο κέντρο ημερήσιας φροντίδας με ελάχιστους πόρους· κινδυνεύει όμως να υποχρεωθεί να το κλείσει εξαιτίας γραφειοκρατικών περιορισμών που επιβάλλει ο δήμος της Νέας Υόρκης. Παρότι ο δήμος αναγνωρίζει την «αφοσίωση και αποτελεσματικότητα» του κέντρου του O’Gorman, του The Storefront, απειλεί με πρόστιμα και τελικά με αναγκαστικό κλείσιμο, αν δεν παρίσταται πιστοποιημένος από την πολιτεία κοινωνικός λειτουργός κάθε φορά που βρίσκονται εκεί πέντε ή περισσότερα παιδιά. Όπως παρατηρεί αγανακτισμένος ο O’Gorman:
For the past thirteen years the poet Ned O’Gorman has been operating a successful, privately financed day-care center in Harlem on a shoestring, but he is in danger of being put out of business by bureaucratic restrictions imposed by the New York City government. While the city admits the “dedication and effectiveness” of O’Gorman’s center, The Storefront, it is threatening fines and ultimately the coercive closing of the center unless he has a state-certified social worker present whenever there are five or more children in attendance. As O’Gorman indignantly remarks:
Για ποιον λόγο πρέπει να εξαναγκάζομαι να προσλάβω κάποιον με ένα χαρτί που λέει ότι σπούδασε κοινωνική εργασία και είναι κατάλληλος να διευθύνει κέντρο ημερήσιας φροντίδας; Αν δεν είμαι εγώ κατάλληλος έπειτα από δεκατρία χρόνια στο Χάρλεμ, τότε ποιος είναι;111
Why on earth should I be forced to hire someone with a piece of paper that says they’ve studied social work and are qualified to run a day-care center? If I’m not qualified after thirteen years in Harlem, then who is?
Το παράδειγμα της ημερήσιας παιδικής φροντίδας καταδεικνύει μια σημαντική αλήθεια για την αγορά: αν φαίνεται να υπάρχει ανεπαρκής προσφορά για την κάλυψη μιας προφανούς ζήτησης, αναζητήστε στην κυβέρνηση την αιτία του προβλήματος. Αφήστε την αγορά ελεύθερη, και δεν θα υπάρχουν ελλείψεις κέντρων ημερήσιας φροντίδας, όπως δεν υπάρχουν ελλείψεις μοτέλ, πλυντηρίων, τηλεοράσεων ή οποιωνδήποτε άλλων εφοδίων της καθημερινής ζωής.
The example of day care demonstrates an important truth about the market: if there seems to be a shortage of supply to meet an evident demand, then look to government as the cause of the problem. Give the market its head, and there will be no shortages of day-care centers, just as there are no shortages of motels, of washing machines, of TV sets, or of any of the other accoutrements of daily living.
Βάρη και επιδοτήσεις του κράτους πρόνοιας
↗ στη σελίδα του βιβλίουBurdens and Subsidies of the Welfare State
Βοηθά πράγματι τους φτωχούς το σύγχρονο κράτος πρόνοιας; Η κοινώς αποδεκτή αντίληψη, η ιδέα που προώθησε το κράτος πρόνοιας και διατήρησε την ύπαρξή του, είναι ότι αναδιανέμει εισόδημα και πλούτο από τους πλούσιους προς τους φτωχούς: το προοδευτικό φορολογικό σύστημα παίρνει χρήματα από τους πλούσιους, ενώ πολυάριθμες προνοιακές και άλλες υπηρεσίες τα διανέμουν στους φτωχούς. Αλλά ακόμη και οι Αμερικανοί προοδευτικοί, οι μεγάλοι υποστηρικτές και αρωγοί του κράτους πρόνοιας, αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι κάθε μέρος και κάθε πτυχή αυτής της ιδέας δεν είναι παρά ένας προσφιλής μύθος. Οι κυβερνητικές συμβάσεις, ιδίως οι στρατιωτικές, διοχετεύουν φορολογικούς πόρους στις τσέπες ευνοούμενων επιχειρήσεων και καλοπληρωμένων βιομηχανικών εργατών. Οι νόμοι περί κατώτατου μισθού δημιουργούν, με τραγικές συνέπειες, ανεργία, ιδίως μεταξύ των φτωχότερων και λιγότερο ειδικευμένων ή μορφωμένων εργαζομένων — στον Νότο, μεταξύ των μαύρων εφήβων στα γκέτο και μεταξύ όσων μειονεκτούν επαγγελματικά. Διότι ο κατώτατος μισθός, φυσικά, δεν εγγυάται την απασχόληση κανενός εργαζομένου· απλώς απαγορεύει, με τη βία του νόμου, να απασχοληθεί οποιοσδήποτε με τον μισθό στον οποίο θα συνέφερε τον εργοδότη να τον προσλάβει. Επιβάλλει επομένως ανεργία. Οι οικονομολόγοι έχουν καταδείξει ότι οι αυξήσεις του ομοσπονδιακού κατώτατου μισθού δημιούργησαν το γνωστό χάσμα απασχόλησης μεταξύ μαύρων και λευκών εφήβων και αύξησαν το ποσοστό ανεργίας των μαύρων εφήβων ανδρών από περίπου 8% στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια σε πολύ πάνω από 35% σήμερα — ποσοστό ανεργίας πολύ πιο καταστροφικό από το μαζικό γενικό ποσοστό ανεργίας της δεκαετίας του 1930, που ανερχόταν σε 20–25%.112
Does the modern welfare state really help the poor? The commonly held notion, the idea that has propelled the welfare state and maintained it in being, is that the welfare state redistributes income and wealth from the rich to the poor: the progressive tax system takes money from the rich while numerous welfare and other services distribute the money to the poor. But even liberals, the great advocates and abettors of the welfare state, are beginning to realize that every part and aspect of this idea is merely a cherished myth. Government contracts, notably of the military, funnel tax funds into the pockets of favored corporations and well-paid industrial workers. Minimum wage laws tragically generate unemployment, especially so among the poorest and least skilled or educated workers—in the South, among teenage Negroes in the ghettoes, and among the vocationally handicapped. Because a minimum wage, of course, does not guarantee any worker’s employment; it only prohibits, by force of law, anyone from being employed at the wage which would pay his employer to hire him. It therefore compels unemployment. Economists have demonstrated that raises in the federal minimum wage have created the well-known Negro-white teenage employment gap, and have driven the rate of male Negro teenage unemployment from an early postwar rate of about 8 percent to what is now well over 35 percent—an unemployment rate among teenage Negroes that is far more catastrophic than the massive general unemployment rate of the 1930s (20–25 percent).
Έχουμε ήδη δει πώς η κρατική ανώτατη εκπαίδευση αναδιανέμει εισόδημα από τους φτωχότερους προς τους πλουσιότερους πολίτες. Πλήθος κυβερνητικών περιορισμών αδειοδότησης, που διαπερνούν το ένα επάγγελμα μετά το άλλο, αποκλείουν από αυτές τις εργασίες τους φτωχότερους και λιγότερο ειδικευμένους εργαζομένους. Αρχίζει να αναγνωρίζεται ότι τα προγράμματα αστικής ανάπλασης, που υποτίθεται ότι έχουν σχεδιαστεί για να βελτιώσουν τη στέγαση των φτωχών στις υποβαθμισμένες συνοικίες, στην πραγματικότητα κατεδαφίζουν τις κατοικίες τους και τους εξαναγκάζουν να μετακινηθούν σε κατοικίες πιο συνωστισμένες και λιγότερο διαθέσιμες — όλα αυτά προς όφελος πλουσιότερων επιδοτούμενων ενοικιαστών, οικοδομικών συνδικάτων, ευνοούμενων επιχειρηματιών ανάπτυξης ακινήτων και επιχειρηματικών συμφερόντων των κέντρων των πόλεων. Τα συνδικάτα, άλλοτε χαϊδεμένα των Αμερικανών προοδευτικών, αναγνωρίζεται πλέον γενικά ότι χρησιμοποιούν τα κρατικά τους προνόμια για να αποκλείουν φτωχότερους εργαζομένους και μέλη μειονοτήτων. Οι στηρίξεις των αγροτικών τιμών, τις οποίες η ομοσπονδιακή κυβέρνηση αυξάνει διαρκώς, αφαιμάσσουν τους φορολογουμένους για να ωθούν τις τιμές των τροφίμων όλο και υψηλότερα, πλήττοντας έτσι ιδιαίτερα τους φτωχούς καταναλωτές και βοηθώντας όχι τους φτωχούς αγρότες, αλλά τους πλούσιους που κατέχουν μεγάλες εκτάσεις. Εφόσον οι αγρότες πληρώνονται ανά λίβρα ή ανά μπούσελ προϊόντος, το πρόγραμμα στήριξης ωφελεί κυρίως τους πλούσιους αγρότες· μάλιστα, επειδή συχνά πληρώνονται για να μην παράγουν, η επακόλουθη απόσυρση γης από την παραγωγή προκαλεί σοβαρή ανεργία στο φτωχότερο τμήμα του αγροτικού πληθυσμού — στους μισθωτές γης και στους εργάτες γης. Οι νόμοι πολεοδομικών ζωνών στα αναπτυσσόμενα προάστια των Ηνωμένων Πολιτειών χρησιμεύουν στον αποκλεισμό των φτωχότερων πολιτών μέσω νομικού καταναγκασμού, πολύ συχνά μαύρων που επιχειρούν να εγκαταλείψουν τα κέντρα των πόλεων για να ακολουθήσουν τις αυξανόμενες ευκαιρίες απασχόλησης στα προάστια. Η Ταχυδρομική Υπηρεσία των Ηνωμένων Πολιτειών χρεώνει υψηλές μονοπωλιακές τιμές στην αλληλογραφία πρώτης κατηγορίας που χρησιμοποιεί το ευρύ κοινό, προκειμένου να επιδοτεί τη διανομή εφημερίδων και περιοδικών. Η Ομοσπονδιακή Διοίκηση Στέγασης, η FHA, επιδοτεί τα ενυπόθηκα δάνεια εύπορων ιδιοκτητών κατοικιών. Το Ομοσπονδιακό Γραφείο Εγγειοβελτιωτικών Έργων επιδοτεί το αρδευτικό νερό για εύπορους αγρότες στη Δύση, στερώντας έτσι νερό από τους φτωχούς των πόλεων και αναγκάζοντάς τους να πληρώνουν υψηλότερα τέλη ύδρευσης. Η Διοίκηση Αγροτικού Εξηλεκτρισμού και η Αρχή της Κοιλάδας του Τενεσί επιδοτούν την ηλεκτροδότηση εύπορων αγροτών, κατοίκων των προαστίων και επιχειρήσεων. Όπως παρατηρεί σαρκαστικά ο καθηγητής Brozen: «Η ηλεκτρική ενέργεια για πάμφτωχες επιχειρήσεις όπως η Aluminum Corporation of America και η DuPont Company επιδοτείται μέσω του αφορολόγητου καθεστώτος της Αρχής της Κοιλάδας του Τενεσί· το 27% της τιμής της ηλεκτρικής ενέργειας κατευθύνεται στην πληρωμή των φόρων που επιβάλλονται στις ιδιωτικές επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας».113 Και η κυβερνητική ρύθμιση καθιστά μονοπωλιακό και οργανώνει σε καρτέλ μεγάλο μέρος της βιομηχανίας, αυξάνοντας έτσι τις τιμές για τους καταναλωτές και περιορίζοντας την παραγωγή, τις ανταγωνιστικές εναλλακτικές ή τις βελτιώσεις των προϊόντων — για παράδειγμα, η ρύθμιση των σιδηροδρόμων, των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας και των αερομεταφορών, καθώς και οι νόμοι περί ποσοστώσεων παραγωγής πετρελαίου. Έτσι, το Συμβούλιο Πολιτικής Αεροναυτικής κατανέμει αεροπορικά δρομολόγια σε ευνοούμενες εταιρείες και αποκλείει, ακόμη και εξωθεί εκτός αγοράς, μικρότερους ανταγωνιστές. Οι πολιτειακοί και ομοσπονδιακοί νόμοι περί ποσοστώσεων πετρελαίου καθορίζουν απόλυτα ανώτατα όρια στην παραγωγή αργού πετρελαίου, αυξάνοντας έτσι τις τιμές του, οι οποίες διατηρούνται επιπλέον υψηλές μέσω εισαγωγικών περιορισμών. Και οι κυβερνητικές αρχές σε ολόκληρη τη χώρα παραχωρούν απόλυτο μονοπώλιο σε κάθε περιοχή στις εταιρείες αερίου, ηλεκτρισμού και τηλεφωνίας, προστατεύοντάς τες έτσι από τον ανταγωνισμό και καθορίζοντας τα τιμολόγιά τους ώστε να τους εγγυώνται σταθερό κέρδος. Παντού και σε κάθε τομέα, η ιστορία είναι η ίδια: συστηματική αφαίμαξη της μάζας του πληθυσμού από το «κράτος πρόνοιας».114
We have already seen how State higher education redistributes income from poorer to wealthier citizens. A host of government licensing restrictions, permeating occupation after occupation, exclude poorer and less skilled workers from these jobs. It is becoming recognized that urban renewal programs, supposedly designed to aid the slum housing of the poor, in fact demolish their housing and force the poor into more crowded and less available housing, all for the benefit of wealthier subsidized tenants, construction unions, favored real estate developers, and downtown business interests. Unions, once the pampered favorites of liberals, are now generally seen to use their governmental privileges to exclude poorer and minority-group workers. Farm price supports, jacked ever higher by the federal government, mulct the taxpayers in order to push food prices higher and higher, thereby injuring particularly the poor consumers and helping—not poor farmers, but the wealthy farmers commanding a large amount of acreage. (Since farmers are paid per pound or per bushel of product, the support program largely benefits the wealthy farmers; in fact, since farmers are often paid not to produce, the resulting taking of acreage out of production causes severe unemployment among the poorest segment of the farm population—the farm tenants and farm workers.) Zoning laws in the burgeoning suburbs of the United States serve to keep out the poorer citizens by legal coercion, very often Negroes who are attempting to move out of the inner cities to follow increasing job opportunities in the suburbs. The U.S. Postal Service charges high monopoly rates on the first-class mail used by the general public in order to subsidize the distribution of newspapers and magazines. The FHA subsidizes the mortgages of well-to-do homeowners. The Federal Bureau of Reclamation subsidizes irrigation water to well-to-do farmers in the West, thereby depriving the urban poor of water and forcing them to pay higher water charges. The Rural Electrification Administration and the Tennessee Valley Authority subsidize electric service to well-to-do farmers, suburbanites, and corporations. As Professor Brozen sardonically observes:
Electricity for poverty-stricken corporations such as the Aluminum Corporation of America and the DuPont Company is subsidized by the tax-free status of the Tennessee Valley Authority (27 percent of the price of electricity goes to pay the taxes imposed on privately operated utilities).
And the government regulation monopolizes and cartelizes much of industry, thereby driving up prices to consumers and restricting production, competitive alternatives, or improvements in products (e.g., railroad regulation, public utility regulation, airline regulation, oil proration laws). Thus, the Civil Aeronautics Board allocates airline routes to favored companies and keeps out and even drives out of business smaller competitors. State and federal oil proration laws provide for absolute maximum limits on crude oil production, thereby driving up oil prices, prices that are further kept up by import restrictions. And government throughout the country grants an absolute monopoly in each area to gas, electric, and telephone companies, thus protecting them from competition, and sets their rates in order to guarantee them a fixed profit. Everywhere and in every area the story is the same: a systematic mulcting of the mass of the population by the “welfare state.”
Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι το αμερικανικό φορολογικό σύστημα φορολογεί κατά βάση τους πλούσιους πολύ περισσότερο από τους φτωχούς και, συνεπώς, αποτελεί μέθοδο αναδιανομής εισοδήματος από τις υψηλότερες προς τις χαμηλότερες εισοδηματικές τάξεις. Υπάρχουν, φυσικά, πολλές άλλες μορφές αναδιανομής, για παράδειγμα από τους φορολογουμένους προς τη Lockheed ή τη General Dynamics. Αλλά ακόμη και ο ομοσπονδιακός φόρος εισοδήματος, τον οποίο όλοι θεωρούν «προοδευτικό» —ότι φορολογεί τους πλούσιους πολύ περισσότερο από τους φτωχούς, με τις μεσαίες τάξεις στο ενδιάμεσο—, δεν λειτουργεί πραγματικά έτσι όταν λάβουμε υπόψη άλλες πτυχές αυτής της φορολογίας. Για παράδειγμα, ο φόρος κοινωνικής ασφάλισης είναι κατάφωρα και απροκάλυπτα «αντίστροφα προοδευτικός», αφού αφαιμάσσει τους φτωχούς και τη μεσαία τάξη: κάποιος που κερδίζει το εισόδημα βάσης, 8.000 USD, πληρώνει ακριβώς τον ίδιο φόρο κοινωνικής ασφάλισης —και το ποσό αυξάνεται κάθε χρόνο— με κάποιον που κερδίζει 1.000.000 USD ετησίως. Τα κεφαλαιακά κέρδη, που περιέρχονται κυρίως σε εύπορους μετόχους και ιδιοκτήτες ακινήτων, φορολογούνται πολύ λιγότερο από τα εισοδήματα· τα ιδιωτικά καταπιστεύματα και ιδρύματα απαλλάσσονται από φόρους, ενώ οι τόκοι των πολιτειακών και δημοτικών ομολόγων απαλλάσσονται επίσης από τον ομοσπονδιακό φόρο εισοδήματος. Καταλήγουμε στην ακόλουθη εκτίμηση του ποσοστού του εισοδήματος που καταβάλλει συνολικά κάθε «εισοδηματική τάξη» σε ομοσπονδιακούς φόρους:
Most people believe that the American tax system basically taxes the rich far more than it taxes the poor and is therefore a method of redistributing income from higher to lower income classes. (There are, of course, many other kinds of redistribution, e.g., from the taxpayers to Lockheed or General Dynamics.) But even the federal income tax, which everybody assumes to be “progressive” (taxing the rich far more than the poor, with the middle classes in between), does not really work that way when we take into account other aspects of this tax. For example, the Social Security tax is blatantly and starkly “regressive,” since it is a soak-the-poor-and-middle-class tax: a person making the base income ($8,000) pays fully as much Social Security tax—and the amount is rising every year—as someone making $1,000,000 a year. Capital gains, mostly accruing to wealthy stockholders and owners of real estate, pay far less than income taxes; private trusts and foundations are tax exempt, and interest earned on state and municipal government bonds is also exempt from the federal income tax. We wind up with the following estimate of what percentage of income is paid, overall, by each “income class” in federal taxes:
Αν οι ομοσπονδιακοί φόροι είναι ελάχιστα «προοδευτικοί», η επίδραση των πολιτειακών και τοπικών φόρων είναι σχεδόν ακραία αντίστροφα προοδευτική. Οι φόροι ακίνητης περιουσίας είναι (α) αναλογικοί, (β) πλήττουν μόνο τους ιδιοκτήτες ακινήτων και (γ) εξαρτώνται από τις πολιτικές αυθαιρεσίες των τοπικών εκτιμητών. Οι φόροι πωλήσεων και οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης πλήττουν τους φτωχούς περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον. Η ακόλουθη εκτίμηση δείχνει το ποσοστό του εισοδήματος που αποσπούν συνολικά οι πολιτειακοί και τοπικοί φόροι:
If federal taxes are scarcely “progressive,” the impact of state and local taxes is almost fiercely regressive. Property taxes are (a) proportional, (b) hit only owners of real estate, and (c) depend on the political vagaries of local assessors. Sales and excise taxes hit the poor more than anyone else. The following is the estimate of the percentage of income extracted, overall, by state and local taxes:
Ακολουθούν οι συνδυασμένες εκτιμήσεις της συνολικής επίδρασης της φορολογίας —ομοσπονδιακής, πολιτειακής και τοπικής— στις εισοδηματικές τάξεις:115
Following are the combined estimates for the total impact of taxation—federal, state, and local—on income classes:
Ακόμη πιο πρόσφατες εκτιμήσεις, του 1968, για τη συνολική επίδραση των φόρων σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης επιβεβαιώνουν πλήρως τα παραπάνω, δείχνοντας επίσης πολύ μεγαλύτερη σχετική αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης των χαμηλότερων εισοδηματικών ομάδων μέσα στην τριετία:116
Still more recent (1968) estimates of the total impact of taxes on all levels of government amply confirm the above, while also showing a far greater relative rise in the three years of the tax burden on the lowest income groups:
Πολλοί οικονομολόγοι προσπαθούν να μετριάσουν την εντύπωση που προκαλούν αυτά τα αποκαλυπτικά στοιχεία, λέγοντας ότι οι άνθρωποι της κατηγορίας «Κάτω από 2.000 USD», για παράδειγμα, λαμβάνουν περισσότερα σε προνοιακές και άλλες «μεταβιβαστικές» πληρωμές απ’ όσα καταβάλλουν σε φόρους· αυτό όμως παραβλέπει το ζωτικό γεγονός ότι σε κάθε κατηγορία οι αποδέκτες πρόνοιας και οι φορολογούμενοι δεν είναι τα ίδια πρόσωπα. Η δεύτερη ομάδα επιβαρύνεται βαριά για να επιδοτεί την πρώτη. Εν ολίγοις, οι φτωχοί και η μεσαία τάξη φορολογούνται για να πληρώνουν την επιδοτούμενη δημόσια στέγαση άλλων ομάδων χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος. Και οι εργαζόμενοι φτωχοί είναι εκείνοι που επιβαρύνονται με ένα ιλιγγιώδες ποσό για να χρηματοδοτούν τις επιδοτήσεις των φτωχών που λαμβάνουν πρόνοια.
Many economists try to mitigate the impact of these telltale figures by saying that the people in the “Under $2,000” category, for example, receive more in welfare and other “transfer” payments than they pay out in taxes; but of course this ignores the vital fact that the same people in each category are not the welfare receivers and the taxpayers. The latter group is socked heavily in order to subsidize the former. In short, the poor (and the middle class) are taxed in order to pay for the subsidized public housing of other poor—and middle-income groups. And it is the working poor who are socked a staggering amount to pay for the subsidies of the welfare poor.
Υπάρχει άφθονη αναδιανομή εισοδήματος σε αυτή τη χώρα: προς τη Lockheed, προς τους αποδέκτες πρόνοιας και ούτω καθεξής… αλλά οι «πλούσιοι» δεν φορολογούνται για να πληρώνουν για τους «φτωχούς». Η αναδιανομή γίνεται μέσα στις εισοδηματικές κατηγορίες· ορισμένοι φτωχοί εξαναγκάζονται να πληρώνουν για άλλους φτωχούς.
There is plenty of income redistribution in this country: to Lockheed, to welfare recipients, and so on and on, but the “rich” are not being taxed to pay for the “poor.” The redistribution is within income categories; some poor are forced to pay for other poor.
Άλλες φορολογικές εκτιμήσεις επιβεβαιώνουν αυτή την ανατριχιαστική εικόνα. Το Tax Foundation, για παράδειγμα, εκτιμά ότι οι ομοσπονδιακοί, πολιτειακοί και τοπικοί φόροι αποσπούν το 34% του συνολικού εισοδήματος όσων κερδίζουν λιγότερα από 3.000 USD τον χρόνο.117
Other tax estimates confirm this chilling picture. The Tax Foundation, for example, estimates that federal, state, and local taxes extract 34 percent of the overall income of those who make less than $3,000 a year.
Σκοπός αυτής της συζήτησης δεν είναι, φυσικά, να υποστηρίξει μια «πραγματικά» προοδευτική δομή φορολογίας εισοδήματος, μια πραγματική αφαίμαξη των πλουσίων, αλλά να επισημάνει ότι το σύγχρονο κράτος πρόνοιας, που διαφημίζεται έντονα ως μηχανισμός αφαίμαξης των πλουσίων για την επιδότηση των φτωχών, δεν κάνει τίποτε τέτοιο. Στην πραγματικότητα, η αφαίμαξη των πλουσίων θα είχε καταστροφικές συνέπειες όχι μόνο για τους ίδιους αλλά και για τους φτωχούς και τις μεσαίες τάξεις. Διότι οι πλούσιοι είναι εκείνοι που παρέχουν αναλογικά μεγαλύτερο μέρος της αποταμίευσης, του επενδυτικού κεφαλαίου, της επιχειρηματικής διορατικότητας και της χρηματοδότησης τεχνολογικών καινοτομιών που έφεραν στις Ηνωμένες Πολιτείες το μακράν υψηλότερο βιοτικό επίπεδο για τη μάζα του λαού από οποιαδήποτε χώρα στην ιστορία. Η αφαίμαξη των πλουσίων όχι μόνο θα ήταν βαθύτατα ανήθικη, αλλά θα τιμωρούσε δραστικά τις ίδιες τις αρετές —την αποταμίευση, την επιχειρηματική διορατικότητα και την επένδυση— που δημιούργησαν το αξιοσημείωτο βιοτικό μας επίπεδο. Θα ήταν πράγματι σαν να σκοτώναμε τη χήνα που γεννά τα χρυσά αυγά.
The object of this discussion is not, of course, to advocate a “really” progressive income tax structure, a real soaking of the rich, but to point out that the modern welfare state, highly touted as soaking the rich to subsidize the poor, does no such thing. In fact, soaking the rich would have disastrous effects, not just for the rich but for the poor and middle classes themselves. For it is the rich who provide a proportionately greater amount of saving, investment capital, entrepreneurial foresight, and financing of technological innovation that has brought the United States to by far the highest standard of living—for the mass of the people—of any country in history. Soaking the rich would not only be profoundly immoral, it would drastically penalize the very virtues: thrift, business foresight, and investment, that have brought about our remarkable standard of living. It would truly be killing the goose that lays the golden eggs.
Τι μπορεί, λοιπόν, να κάνει η κυβέρνηση για να βοηθήσει τους φτωχούς; Η μόνη σωστή απάντηση είναι επίσης η λιμπερταριανή απάντηση: να πάψει να στέκεται εμπόδιο. Ας πάψει η κυβέρνηση να παρεμποδίζει τις παραγωγικές δυνάμεις όλων των ομάδων του πληθυσμού, πλούσιων, μεσαίων και φτωχών εξίσου, και το αποτέλεσμα θα είναι τεράστια αύξηση της ευημερίας και του βιοτικού επιπέδου όλων, ιδίως των φτωχών, τους οποίους υποτίθεται ότι βοηθά το κατ’ ευφημισμόν «κράτος πρόνοιας».
What, then, can the government do to help the poor? The only correct answer is also the libertarian answer: Get out of the way. Let the government get out of the way of the productive energies of all groups in the population, rich, middle class, and poor alike, and the result will be an enormous increase in the welfare and the standard of living of everyone, and most particularly of the poor who are the ones supposedly helped by the miscalled “welfare state.”
Υπάρχουν τέσσερις κύριοι τρόποι με τους οποίους η κυβέρνηση μπορεί να πάψει να στέκεται εμπόδιο στον αμερικανικό λαό. Πρώτον, μπορεί να καταργήσει —ή τουλάχιστον να μειώσει δραστικά— κάθε φορολογία, η οποία παραλύει τις παραγωγικές δυνάμεις, την αποταμίευση, την επένδυση και την τεχνολογική πρόοδο. Πράγματι, η δημιουργία θέσεων εργασίας και η αύξηση των μισθών που θα προέκυπταν από την κατάργηση αυτών των φόρων θα ωφελούσαν τις χαμηλότερες εισοδηματικές ομάδες περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον. Όπως επισημαίνει ο καθηγητής Brozen: «Με λιγότερες προσπάθειες χρησιμοποίησης της κρατικής εξουσίας για τη συμπίεση της ανισότητας στην κατανομή του εισοδήματος, η ανισότητα θα μειωνόταν ταχύτερα. Οι χαμηλοί μισθοί θα αυξάνονταν ταχύτερα με υψηλότερο ρυθμό αποταμίευσης και σχηματισμού κεφαλαίου, και η ανισότητα θα μειωνόταν καθώς θα αυξανόταν το εισόδημα των μισθωτών».118 Ο καλύτερος τρόπος να βοηθηθούν οι φτωχοί είναι να περικοπούν δραστικά οι φόροι και να επιτραπεί στην αποταμίευση, στην επένδυση και στη δημιουργία θέσεων εργασίας να προχωρούν ανεμπόδιστα. Όπως επισήμανε πριν από χρόνια ο Dr. F. A. Harper, η παραγωγική επένδυση είναι η «μεγαλύτερη οικονομική φιλανθρωπία». Έγραφε ο Harper:
There are four major ways in which the government can get out of the way of the American people. First, it can abolish—or at the very least drastically reduce—the level of all taxation, taxation which cripples productive energies, savings, investment, and technological advance. In fact, the creation of jobs and increase of wage rates resulting from abolishing these taxes would benefit the lower-income groups more than anyone else. As Professor Brozen points out:
With less attempt to use state power to compress the inequality in the distribution of income, inequality would diminish more rapidly. Low wage rates would rise more rapidly with a higher rate of saving and capital formation, and inequality would diminish with the rise in income of wage earners.
The best way to help the poor is to slash taxes and allow savings, investment, and creation of jobs to proceed unhampered. As Dr. F.A. Harper pointed out years ago, productive investment is the “greatest economic charity.” Wrote Harper:
Σύμφωνα με τη μία άποψη, η μοιρασιά μιας κόρας ψωμιού προτείνεται ως μέθοδος φιλανθρωπίας. Η άλλη υποστηρίζει την αποταμίευση και τα εργαλεία για την παραγωγή πρόσθετων καρβελιών ψωμιού, πράγμα που αποτελεί τη μεγαλύτερη οικονομική φιλανθρωπία.
Οι δύο απόψεις συγκρούονται επειδή οι δύο μέθοδοι είναι αμοιβαίως αποκλειόμενες ως προς τη διάθεση του χρόνου και των μέσων κάποιου σε όλες τις επιλογές που κάνει καθημερινά…
Ο λόγος της διαφοράς απόψεων πηγάζει πραγματικά από διαφορετικές αντιλήψεις για τη φύση του οικονομικού κόσμου. Η πρώτη άποψη πηγάζει από την πεποίθηση ότι το σύνολο των οικονομικών αγαθών είναι σταθερό. Η δεύτερη βασίζεται στην πεποίθηση ότι η επέκταση της παραγωγής είναι δυνατή χωρίς κανένα αναγκαίο όριο.
Η διαφορά μεταξύ των δύο απόψεων μοιάζει με τη διαφορά ανάμεσα σε μια δισδιάστατη και μια τρισδιάστατη θεώρηση της παραγωγής. Το δισδιάστατο μέγεθος είναι σταθερό σε κάθε δεδομένη χρονική στιγμή, αλλά η τρίτη διάσταση και, συνεπώς, το συνολικό μέγεθος μπορούν να επεκτείνονται απεριόριστα μέσω της αποταμίευσης και των εργαλείων…
Ολόκληρη η ιστορία της ανθρωπότητας διαψεύδει ότι υπάρχει ένα σταθερό σύνολο οικονομικών αγαθών. Η ιστορία αποκαλύπτει επιπλέον ότι η αποταμίευση και η αύξηση των εργαλείων αποτελούν τη μόνη οδό προς οποιαδήποτε αξιόλογη αύξηση.119
According to one view, sharing a crust of bread is advocated as the method of charity. The other advocates savings and tools for the production of additional loaves of bread, which is the greatest economic charity.
The two views are in conflict because the two methods are mutually exclusive in absorbing one’s time and means in all the choices he makes day by day....
The reason for the difference in view really stems from different concepts about the nature of the economic world. The former view stems from the belief that the total of economic goods is a constant. The latter view is built on the belief that expansion in production is possible without any necessary limit.
The difference between the two views is like the difference between a two-and three-dimensional perspective of production. The two-dimensional size is fixed at any instant of time, but the third dimension and therefore the size of the total is expandable without limit by savings and tools....
All the history of mankind denies that there is a fixed total of economic goods. History further reveals that savings and expansion of tools constitute the only way to any appreciable increase.
Η λιμπερταριανή συγγραφέας Isabel Paterson διατύπωσε εύγλωττα το επιχείρημα:
The libertarian writer Isabel Paterson put the case eloquently:
Συγκρίνοντας τον ιδιώτη φιλάνθρωπο με τον ιδιώτη κεφαλαιούχο που ενεργεί υπό αυτή την ιδιότητα, ας πάρουμε την περίπτωση ενός πραγματικά άπορου ανθρώπου που δεν είναι ανίκανος για εργασία και ας υποθέσουμε ότι ο φιλάνθρωπος του δίνει τροφή, ρούχα και στέγη· όταν τα καταναλώσει ή τα χρησιμοποιήσει, βρίσκεται ακριβώς εκεί όπου ήταν προηγουμένως, με τη διαφορά ότι μπορεί να έχει αποκτήσει τη συνήθεια της εξάρτησης. Ας υποθέσουμε όμως ότι κάποιος, χωρίς κανένα απολύτως αγαθοεργό κίνητρο, επιθυμώντας απλώς να εκτελεστεί μια εργασία για δικούς του λόγους, προσλαμβάνει τον άπορο έναντι μισθού. Ο εργοδότης δεν έχει κάνει κάποια αγαθοεργία. Ωστόσο, η κατάσταση του απασχολούμενου ανθρώπου έχει πράγματι αλλάξει. Ποια είναι η ζωτική διαφορά μεταξύ των δύο ενεργειών;
Είναι ότι ο μη φιλάνθρωπος εργοδότης επανένταξε τον άνθρωπο που προσέλαβε στην παραγωγική αλυσίδα, στο μεγάλο κύκλωμα της ενέργειας· ενώ ο φιλάνθρωπος μπορεί μόνο να εκτρέψει την ενέργεια με τρόπο που δεν επιτρέπει επιστροφή στην παραγωγή και, επομένως, μειώνει την πιθανότητα να βρει εργασία ο αποδέκτης της ευεργεσίας του…
Αν γινόταν προσκλητήριο όλων των ειλικρινών φιλανθρώπων από την αρχή του χρόνου, θα διαπιστωνόταν ότι όλοι μαζί, μέσω των αυστηρά φιλανθρωπικών δραστηριοτήτων τους, δεν έχουν προσφέρει ποτέ στην ανθρωπότητα ούτε το ένα δέκατο του οφέλους που προήλθε από τις κατά κανόνα ιδιοτελείς προσπάθειες του Thomas Alva Edison, για να μην αναφέρουμε τις ακόμη μεγαλύτερες διάνοιες που επεξεργάστηκαν τις επιστημονικές αρχές τις οποίες εφάρμοσε ο Edison. Αναρίθμητοι θεωρητικοί στοχαστές, εφευρέτες και οργανωτές συνέβαλαν στην άνεση, στην υγεία και στην ευτυχία των συνανθρώπων τους — επειδή αυτός δεν ήταν ο σκοπός τους.120
As between the private philanthropist and the private capitalist acting as such, take the case of the truly needy man, who is not incapacitated, and suppose that the philanthropist gives him food and clothes and shelter—when he has used them, he is just where he was before, except that he may have acquired the habit of dependence. But suppose someone with no benevolent motive whatever, simply wanting work done for his own reasons, should hire the needy man for a wage. The employer has not done a good deed. Yet the condition of the employed man has actually been changed. What is the vital difference between the two actions?
It is that the unphilanthropic employer has brought the man he employed back into the production line, on the great circuit of energy; whereas the philanthropist can only divert energy in such manner that there can be no return into production, and therefore less likelihood of the object of his benefaction finding employment....
If the full role of sincere philanthropists were called, from the beginning of time, it would be found that all of them together by their strictly philanthropic activities have never conferred upon humanity one-tenth of the benefit derived from the normally self-interested efforts of Thomas Alva Edison, to say nothing of the greater minds who worked out the scientific principles which Edison applied. Innumerable speculative thinkers, inventors, and organizers, have contributed to the comfort, health, and happiness of their fellow men—because that was not their objective.
Δεύτερον, ως συνέπεια μιας δραστικής μείωσης ή κατάργησης της φορολογίας, θα ακολουθούσε αντίστοιχη μείωση των κυβερνητικών δαπανών. Οι σπάνιοι οικονομικοί πόροι δεν θα διοχετεύονταν πλέον σε σπάταλες και αντιπαραγωγικές δαπάνες: στο διαστημικό πρόγραμμα πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων, στα δημόσια έργα, στο στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα ή οπουδήποτε αλλού. Αντιθέτως, θα ήταν διαθέσιμοι για την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών που επιθυμεί η μάζα των καταναλωτών. Η πληθώρα αγαθών και υπηρεσιών θα παρείχε στους καταναλωτές νέα και καλύτερα αγαθά σε πολύ χαμηλότερες τιμές. Δεν θα υφιστάμεθα πλέον τις αναποτελεσματικότητες και τις βλάβες στην παραγωγικότητα που προκαλούν οι κυβερνητικές επιδοτήσεις και συμβάσεις. Επιπλέον, οι περισσότεροι επιστήμονες και μηχανικοί της χώρας, οι οποίοι έχουν εκτραπεί προς σπάταλη στρατιωτική και άλλη κυβερνητική έρευνα και δαπάνη, θα απελευθερώνονταν για ειρηνικές και παραγωγικές δραστηριότητες και εφευρέσεις προς όφελος των καταναλωτών της χώρας.121
Second, and as a corollary to a drastic reduction or abolition of taxation, would come an equivalent reduction in government expenditures. No longer would scarce economic resources be siphoned off into wasteful and unproductive expenditures: into the multibillion dollar space program, public works, the military-industrial complex, or whatever. Instead, these resources would be available to produce goods and services desired by the mass of the consuming population. The outpouring of goods and services would provide new and better goods to the consumers at far lower prices. No longer would we suffer the inefficiencies and the injury to productivity of government subsidies and contracts. Furthermore, the diversion of most of the nation’s scientists and engineers to wasteful military and other governmental research and expenditure would be released for peaceful and productive activities and inventions benefiting the nation’s consumers.
Τρίτον, αν η κυβέρνηση καταργούσε επίσης τους πολυάριθμους τρόπους με τους οποίους φορολογεί τους φτωχότερους για να επιδοτεί τους πλουσιότερους —όπως εκείνους που αναφέραμε παραπάνω: ανώτατη εκπαίδευση, αγροτικές επιδοτήσεις, άρδευση, Lockheed κ.λπ. —, αυτό από μόνο του θα σταματούσε τις σκόπιμες κυβερνητικές αφαιμάξεις των φτωχών. Παύοντας να φορολογεί τους φτωχότερους για να επιδοτεί τους πλουσιότερους, η κυβέρνηση θα βοηθούσε τους φτωχούς αφαιρώντας τα βάρη της από την παραγωγική τους δραστηριότητα.
Third, if the government also cut out the numerous ways in which it taxes the poorer to subsidize the wealthier, such as we have named above (higher education, farm subsidies, irrigation, Lockheed, etc.), this in itself would stop the government’s deliberate exactions upon the poor. By ceasing to tax the poorer in order to subsidize the richer, the government would aid the poor by removing its burdens from their productive activity.
Τέλος, ένας από τους σημαντικότερους τρόπους με τους οποίους η κυβέρνηση θα μπορούσε να βοηθήσει τους φτωχούς είναι να απομακρύνει τα δικά της άμεσα εμπόδια από τις παραγωγικές τους δυνάμεις. Έτσι, οι νόμοι περί κατώτατου μισθού στερούν την απασχόληση από τα φτωχότερα και λιγότερο παραγωγικά μέλη του πληθυσμού. Τα κρατικά προνόμια προς τα εργατικά συνδικάτα τούς επιτρέπουν να αποκλείουν τους φτωχότερους εργαζομένους και τα μέλη μειονοτήτων από παραγωγικές και υψηλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Και οι νόμοι αδειοδότησης, η απαγόρευση των τυχερών παιχνιδιών και άλλοι κυβερνητικοί περιορισμοί εμποδίζουν τους φτωχούς να ιδρύσουν μικρές επιχειρήσεις και να δημιουργήσουν μόνοι τους θέσεις εργασίας. Έτσι, η κυβέρνηση έχει επιβάλει παντού επαχθείς περιορισμούς στο πλανόδιο εμπόριο, από την πλήρη απαγόρευση έως τα υψηλά τέλη αδειοδότησης. Το πλανόδιο εμπόριο ήταν η κλασική οδός μέσω της οποίας μετανάστες, φτωχοί και χωρίς κεφάλαιο, μπορούσαν να γίνουν επιχειρηματίες και τελικά να εξελιχθούν σε μεγάλους επιχειρηματίες. Τώρα όμως αυτή η οδός έχει αποκλειστεί — κυρίως για να παραχωρηθούν μονοπωλιακά προνόμια στα καταστήματα λιανικής κάθε πόλης, τα οποία φοβούνται ότι θα έχαναν κέρδη αν αντιμετώπιζαν τον εξαιρετικά ευέλικτο ανταγωνισμό των πλανόδιων πωλητών.
Finally, one of the most significant ways in which the government could aid the poor is by removing its own direct roadblocks from their productive energies. Thus, minimum wage laws disemploy the poorest and least productive members of the population. Government privileges to trade unions enable them to keep the poorer and minority-group workers from productive and high-wage employment. And licensing laws, the outlawing of gambling, and other government restrictions prevent the poor from starting small businesses and creating jobs on their own. Thus, the government has everywhere clamped onerous restrictions on peddling, ranging from outright prohibition to heavy license fees. Peddling was the classic path by which immigrants, poor and lacking capital, were able to become entrepreneurs and eventually to become big businessmen. But now this route has been cut off—largely to confer monopoly privileges on each city’s retail stores, who fear that they would lose profits if faced with the highly mobile competition of street peddlers.
Χαρακτηριστική του τρόπου με τον οποίο η κυβέρνηση ματαίωσε τις παραγωγικές δραστηριότητες των φτωχών είναι η περίπτωση του νευροχειρουργού Dr. Thomas Matthew, ιδρυτή της οργάνωσης αυτοβοήθειας των μαύρων NEGRO, η οποία εκδίδει ομολογίες για τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων της. Στα μέσα της δεκαετίας του 1960, ο Dr. Matthew, παρά την αντίθεση του δήμου της Νέας Υόρκης, ίδρυσε ένα επιτυχημένο νοσοκομείο ανοιχτό σε όλες τις φυλές στη μαύρη περιοχή της Τζαμάικα, στο Κουίνς. Σύντομα όμως διαπίστωσε ότι οι δημόσιες συγκοινωνίες στην Τζαμάικα ήταν τόσο άθλιες ώστε η συγκοινωνιακή εξυπηρέτηση των ασθενών και του προσωπικού του νοσοκομείου ήταν εντελώς ανεπαρκής. Διαπιστώνοντας την ανεπάρκεια των λεωφορειακών συγκοινωνιών, ο Dr. Matthew αγόρασε μερικά λεωφορεία και δημιούργησε τακτική λεωφορειακή υπηρεσία στην Τζαμάικα, η οποία ήταν συνεπής, αποτελεσματική και επιτυχημένη. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν διέθετε δημοτική άδεια λειτουργίας λεωφορειακής γραμμής· αυτό το προνόμιο επιφυλάσσεται σε αναποτελεσματικά αλλά προστατευόμενα μονοπώλια. Ο ευρηματικός Dr. Matthew, ανακαλύπτοντας ότι ο δήμος δεν επέτρεπε σε μη αδειοδοτημένα λεωφορεία να εισπράττουν κόμιστρο, κατέστησε τη συγκοινωνία του δωρεάν, με τη διαφορά ότι όποιος επιβάτης επιθυμούσε μπορούσε αντί εισιτηρίου να αγοράζει μια ομολογία της εταιρείας αξίας 25 σεντς κάθε φορά που χρησιμοποιούσε τα λεωφορεία.
Typical of how government has frustrated the productive activities of the poor is the case of the neurosurgeon Dr. Thomas Matthew, founder of the black self-help organization NEGRO, which floats bonds to finance its operations. In the mid-1960s, Dr. Matthew, over the opposition of the New York City government, established a successful interracial hospital in the black section of Jamaica, Queens. He soon found, however, that public transportation in Jamaica was so abysmal that transportation service was totally inadequate for the hospital’s patients and staff. Finding bus service inadequate, Dr. Matthew purchased a few busses and established a regular bus service in Jamaica, service that was regular, efficient, and successful. The problem was that Dr. Matthew did not have a city license to operate a bus line—that privilege is reserved to inefficient but protected monopolies. The ingenious Dr. Matthew, discovering that the city did not allow any unlicensed busses to charge fares, made his bus service free, except that any riders who wished could buy a 25¢ company bond instead whenever they rode the busses.
Η λεωφορειακή υπηρεσία του Matthew ήταν τόσο επιτυχημένη ώστε προχώρησε στη δημιουργία άλλης μίας γραμμής στο Χάρλεμ· τότε όμως, στις αρχές του 1968, ο δήμος της Νέας Υόρκης ανησύχησε και επενέβη κατασταλτικά. Προσέφυγε στα δικαστήρια και έκλεισε και τις δύο γραμμές επειδή λειτουργούσαν χωρίς άδεια.
So successful was the Matthew bus service that he proceeded to establish another bus line in Harlem; but it was at this point, in early 1968, that the New York City government took fright and cracked down. The government went to court and put both lines out of business for operating without licenses.
Λίγα χρόνια αργότερα, ο Dr. Matthew και οι συνεργάτες του κατέλαβαν ένα αχρησιμοποίητο δημοτικό κτίριο στο Χάρλεμ. Ο δήμος της Νέας Υόρκης είναι ο μεγαλύτερος «ιδιοκτήτης εξαθλιωμένων κατοικιών» της πόλης, καθώς κατέχει τεράστιο αριθμό χρήσιμων κτιρίων που εγκαταλείφθηκαν λόγω μη πληρωμής υψηλών φόρων ακίνητης περιουσίας και σαπίζουν, έχοντας καταστεί άχρηστα και ακατοίκητα. Σε αυτό το κτίριο, ο Dr. Matthew ίδρυσε ένα νοσοκομείο χαμηλού κόστους — σε μια εποχή εκτόξευσης των νοσοκομειακών δαπανών και έλλειψης νοσοκομειακών χώρων. Ο δήμος τελικά κατόρθωσε να κλείσει και αυτό το νοσοκομείο, επικαλούμενος «παραβάσεις πυρασφάλειας». Ξανά και ξανά, στον έναν τομέα μετά τον άλλο, ο ρόλος της κυβέρνησης ήταν να παρεμποδίζει τις οικονομικές δραστηριότητες των φτωχών. Δεν είναι παράξενο ότι, όταν ένας λευκός αξιωματούχος του δήμου της Νέας Υόρκης ρώτησε τον Dr. Matthew πώς θα μπορούσε καλύτερα να βοηθήσει τα εγχειρήματα αυτοβοήθειας των μαύρων, ο Matthew απάντησε: «Πάψτε να μας εμποδίζετε και αφήστε μας να δοκιμάσουμε κάτι».
A few years later, Dr. Matthew and his colleagues seized an unused building in Harlem owned by the city government. (The New York City government is the city’s biggest “slumlord,” owning as it does a vast amount of useful buildings abandoned because of nonpayment of high property taxes and rotting away, rendered useless and uninhabitable.) In this building, Dr. Matthew established a low-cost hospital—at a time of soaring hospital costs and scarcity of hospital space. The city finally succeeded in putting this hospital, too, out of business, claiming “fire violations.” Again and again, in area after area, the role of government has been to thwart the economic activities of the poor. It is no wonder that when Dr. Matthew was asked by a white official of the New York City government how it could best aid Negro self-help projects, Matthew replied: “Get out of our way, and let us try something.”
Ένα άλλο παράδειγμα κυβερνητικής λειτουργίας εμφανίστηκε πριν από λίγα χρόνια, όταν η ομοσπονδιακή κυβέρνηση και ο δήμος της Νέας Υόρκης διακήρυξαν μεγαλόφωνα ότι θα αποκαθιστούσαν ένα σύνολο τριάντα επτά κτιρίων στο Χάρλεμ. Αντί όμως να ακολουθήσουν τη συνήθη πρακτική των ιδιωτικών επιχειρήσεων και να αναθέσουν χωριστή σύμβαση αποκατάστασης για κάθε κτίριο, ανέθεσαν μία σύμβαση για ολόκληρο το σύνολο των τριάντα επτά κτιρίων. Με αυτόν τον τρόπο, διασφάλισαν ότι οι μικρές κατασκευαστικές επιχειρήσεις μαύρων ιδιοκτητών δεν θα μπορούσαν να υποβάλουν προσφορά, και έτσι η περιζήτητη σύμβαση κατέληξε φυσικά σε μια μεγάλη εταιρεία λευκών ιδιοκτητών. Άλλο ένα παράδειγμα: το 1966, η ομοσπονδιακή Διοίκηση Μικρών Επιχειρήσεων ανακοίνωσε με υπερηφάνεια ένα πρόγραμμα ενθάρρυνσης νέων μικρών επιχειρήσεων μαύρων ιδιοκτητών. Η κυβέρνηση όμως έθεσε ορισμένους κρίσιμους περιορισμούς στα δάνειά της. Πρώτον, αποφάσισε ότι κάθε δανειολήπτης έπρεπε να βρίσκεται «στο επίπεδο της φτώχειας». Επειδή όμως οι πολύ φτωχοί δεν είναι πιθανό να ιδρύουν δικές τους επιχειρήσεις, αυτός ο περιορισμός απέκλειε πολλές μικρές επιχειρήσεις ιδιοκτητών με μετρίως χαμηλά εισοδήματα — ακριβώς εκείνους που ήταν πιθανό να γίνουν μικροεπιχειρηματίες. Σαν να μην έφτανε αυτό, η υπηρεσία SBA της Νέας Υόρκης πρόσθεσε έναν ακόμη περιορισμό: όλοι οι μαύροι που ζητούσαν τέτοια δάνεια έπρεπε να «αποδεικνύουν πραγματική ανάγκη στην κοινότητά τους» για την κάλυψη ενός αναγνωρίσιμου «οικονομικού κενού»· η ανάγκη και το κενό έπρεπε να αποδεικνύονται με τρόπο που να ικανοποιεί απόμακρους γραφειοκράτες, μακριά από την πραγματική οικονομική ζωή.122
Another example of how government functions occurred a few years ago, when the federal and New York City governments loudly proclaimed that they would rehabilitate a group of 37 buildings in Harlem. But instead of following the usual practice of private industry and awarding rehabilitation contracts on each house individually, the government instead awarded one contract on the entire 37-building package. By doing so, the government made sure that small, black-owned construction firms would not be able to bid, and so the prize contract naturally went to a large white-owned company. Still another example: In 1966, the federal Small Business Administration proudly proclaimed a program for encouraging new black-owned small business. But the government put certain key restrictions on its loans. First, it decided that any borrower must be “at the poverty level.” Now since the very poor are not apt to be setting up their own businesses, this restriction ruled out many small businesses by owners with moderately low incomes—just the ones likely to be small entrepreneurs. To top this, the New York SBA added a further restriction: All blacks seeking such loans must “prove a real need in their community” for filling a recognizable “economic void”—the need and the void to be proved to the satisfaction of remote bureaucrats far from the actual economic scene.
Ένα συναρπαστικό μέτρο του αν και κατά πόσο η κυβέρνηση βοηθά ή βλάπτει τους φτωχούς στο «κράτος πρόνοιας» παρέχεται από μια αδημοσίευτη μελέτη του Institute for Policy Studies της Ουάσιγκτον. Η έρευνα εξέτασε την εκτιμώμενη ροή κυβερνητικών χρημάτων — ομοσπονδιακών και της Περιφέρειας της Κολούμπια— προς το χαμηλού εισοδήματος μαύρο γκέτο Σο–Καρντόζο της Ουάσιγκτον, σε σύγκριση με την εκροή που καταβάλλει η περιοχή στην κυβέρνηση ως φόρους. Κατά το οικονομικό έτος 1967, η περιοχή Σο–Καρντόζο είχε πληθυσμό 84.000 κατοίκων, από τους οποίους 79.000 ήταν μαύροι, και διάμεσο οικογενειακό εισόδημα 5.600 USD τον χρόνο. Το συνολικό προσωπικό εισόδημα από εργασία των κατοίκων της περιοχής εκείνο το έτος ανερχόταν σε 126,5 εκατομμύρια USD. Η αξία του συνόλου των κυβερνητικών παροχών που εισέρρευσαν στην περιοχή κατά το οικονομικό έτος 1967 —από τα προνοιακά βοηθήματα έως την εκτιμώμενη δαπάνη για τα δημόσια σχολεία— υπολογίστηκε σε 45,7 εκατομμύρια USD. Μια γενναιόδωρη επιδότηση, σχεδόν ίση με το 40% του συνολικού εισοδήματος του Σο–Καρντόζο; Ίσως· από αυτήν όμως πρέπει να αφαιρέσουμε τη συνολική εκροή φόρων από το Σο–Καρντόζο, της οποίας η καλύτερη εκτίμηση ήταν 50 εκατομμύρια USD — καθαρή εκροή 4,3 εκατομμυρίων USD από αυτό το γκέτο χαμηλού εισοδήματος! Μπορεί ακόμη να υποστηρίζεται ότι η κατάργηση ολόκληρης της τεράστιας, αντιπαραγωγικής δομής του κράτους πρόνοιας θα έβλαπτε τους φτωχούς;123
A fascinating gauge of whether or to what extent government is helping or hurting the poor in the “welfare state” is provided by an unpublished study by the Institute for Policy Studies of Washington, D.C. An inquiry was made on the estimated flow of government money (federal and district) into the low-income Negro ghetto of Shaw-Cardozo in Washington, D.C., as compared to the outflow that the area pays in taxes to the government. In fiscal 1967, the Shaw-Cardozo area had a population of 84,000 (of whom 79,000 were black) with a median family income of $5,600 per year. Total earned personal income for the residents of the area for that year amounted to $126.5 million. The value of total government benefits flowing into the district (ranging from welfare payments to the estimated expenditure on public schools) during fiscal 1967 was estimated at $45.7 million. A generous subsidy, amounting to almost 40 percent of total Shaw-Cardozo income? Perhaps, but against this we have to offset the total outflow of taxes from Shaw-Cardozo, best estimated at $50.0 million—a net outflow from this low—income ghetto of $4.3 million! Can it still be maintained that abolition of the entire massive, unproductive welfare state structure would hurt the poor?
Η κυβέρνηση θα μπορούσε, λοιπόν, να βοηθήσει καλύτερα τους φτωχούς —και την υπόλοιπη κοινωνία— παύοντας να στέκεται εμπόδιο: απομακρύνοντας το τεράστιο και παραλυτικό πλέγμα φόρων, επιδοτήσεων, αναποτελεσματικοτήτων και μονοπωλιακών προνομίων. Όπως συνόψισε ο καθηγητής Brozen την ανάλυσή του για το «κράτος πρόνοιας»:
Government could then best help the poor—and the rest of society—by getting out of the way: by removing its vast and crippling network of taxes, subsidies, inefficiencies, and monopoly privileges. As Professor Brozen summed up his analysis of the “welfare state”:
Το κράτος υπήρξε κατά κανόνα μηχανισμός παραγωγής ευμάρειας για λίγους εις βάρος πολλών. Η αγορά παρήγαγε ευμάρεια για πολλούς με μικρό κόστος ακόμη και για τους λίγους. Το κράτος δεν έχει αλλάξει τον τρόπο δράσης του από τις ρωμαϊκές ημέρες του άρτου και των θεαμάτων για τις μάζες, μολονότι σήμερα διατείνεται ότι παρέχει εκπαίδευση και ιατρική περίθαλψη, καθώς και δωρεάν γάλα και παραστατικές τέχνες. Εξακολουθεί να αποτελεί πηγή μονοπωλιακών προνομίων και εξουσίας για τους λίγους πίσω από το προσωπείο της παροχής ευημερίας στους πολλούς — μιας ευημερίας που θα ήταν αφθονότερη αν οι πολιτικοί δεν απαλλοτρίωναν τα μέσα που χρησιμοποιούν για να δημιουργούν την ψευδαίσθηση ότι ενδιαφέρονται για τους εκλογείς τους.124
The state has typically been a device for producing affluence for a few at the expense of many. The market has produced affluence for many with little cost even to a few. The state has not changed its ways since Roman days of bread and circuses for the masses, even though it now pretends to provide education and medicine as well as free milk and performing arts. It still is the source of monopoly privilege and power for the few behind its facade of providing welfare for the many—welfare which would be more abundant if politicians would not expropriate the means they use to provide the illusion that they care about their constituents.
Δυστυχώς, η πρόσφατη τάση —την οποία υιοθετεί, με ασήμαντες τροποποιήσεις, ένα ευρύ φάσμα υποστηρικτών, από τον Πρόεδρο Nixon και τον Milton Friedman στα δεξιά έως μεγάλο αριθμό ανθρώπων στα αριστερά— είναι η κατάργηση του σημερινού συστήματος πρόνοιας όχι προς την κατεύθυνση της ελευθερίας, αλλά προς το ακριβώς αντίθετό της. Αυτή η νέα τάση είναι το «εγγυημένο ετήσιο εισόδημα», ο «αρνητικός φόρος εισοδήματος» ή το «Σχέδιο Οικογενειακής Βοήθειας» του Προέδρου Nixon. Επικαλούμενο τις αναποτελεσματικότητες, τις αδικίες και τη γραφειοκρατία του σημερινού συστήματος, το εγγυημένο ετήσιο εισόδημα θα καθιστούσε τη χορήγηση επιδόματος εύκολη, «αποτελεσματική» και αυτόματη: οι φορολογικές αρχές θα κατέβαλλαν κάθε χρόνο χρήματα σε οικογένειες που κερδίζουν λιγότερα από ένα ορισμένο εισόδημα βάσης· αυτή η αυτόματη παροχή θα χρηματοδοτούνταν, φυσικά, μέσω της φορολόγησης εργαζόμενων οικογενειών που κερδίζουν περισσότερα από το βασικό ποσό. Το εκτιμώμενο κόστος αυτού του φαινομενικά εύτακτου και απλού σχεδίου υποτίθεται ότι θα ανερχόταν σε λίγα μόνο δισεκατομμύρια δολάρια τον χρόνο.
Unfortunately, the recent trend—embraced by a wide spectrum of advocates (with unimportant modifications) from President Nixon to Milton Friedman on the right to a large number on the left—is to abolish the current welfare system not in the direction of freedom but toward its very opposite. This new trend is the “guaranteed annual income” or “negative income tax,” or President Nixon’s “Family Assistance Plan.” Citing the inefficiencies, inequities, and red tape of the present system, the guaranteed annual income would make the dole easy, “efficient,” and automatic: The income tax authorities will pay money each year to families earning below a certain base income—this automatic dole to be financed, of course, by taxing working families making more than the base amount. Estimated costs of this seemingly neat and simple scheme are supposed to be only a few billion dollars per year.
Υπάρχει όμως μια εξαιρετικά σημαντική παγίδα: το κόστος υπολογίζεται με την παραδοχή ότι όλοι —τόσο όσοι λαμβάνουν το καθολικό επίδομα όσο και όσοι το χρηματοδοτούν— θα συνεχίσουν να εργάζονται στον ίδιο βαθμό με πριν. Αυτή η παραδοχή όμως προϋποθέτει το ζητούμενο. Διότι το κύριο πρόβλημα είναι η τεράστια παραλυτική επίδραση των αντικινήτρων που θα δημιουργήσει το εγγυημένο ετήσιο εισόδημα τόσο στους φορολογουμένους όσο και στους αποδέκτες του.
But there is an extremely important catch: the costs are estimated on the assumption that everyone—the people on the universal dole as well as those financing it—will continue to work to the same extent as before. But this assumption begs the question. For the chief problem is the enormously crippling disincentive effect the guaranteed annual income will have on taxpayer and recipient alike.
Το μοναδικό στοιχείο που σώζει το σημερινό σύστημα πρόνοιας από την ολοκληρωτική καταστροφή είναι ακριβώς η γραφειοκρατία και το στίγμα που συνεπάγεται η ένταξη σε αυτό. Ο αποδέκτης πρόνοιας εξακολουθεί να φέρει ένα ψυχικό στίγμα, έστω και αποδυναμωμένο τα τελευταία χρόνια, και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει μια χαρακτηριστικά αναποτελεσματική, απρόσωπη και περίπλοκη γραφειοκρατία. Το εγγυημένο ετήσιο εισόδημα όμως, ακριβώς επειδή καθιστά το επίδομα αποτελεσματικό, εύκολο και αυτόματο, θα αφαιρέσει τα κυριότερα εμπόδια, τα βασικά αντικίνητρα, από τη «συνάρτηση προσφοράς» αποδεκτών πρόνοιας και θα οδηγήσει σε μαζική προσέλευση στο εγγυημένο επίδομα. Επιπλέον, όλοι θα θεωρούν πλέον τη νέα παροχή αυτόματο «δικαίωμα» και όχι προνόμιο ή δώρο, και κάθε στίγμα θα εξαφανιστεί.
The one element that saves the present welfare system from being an utter disaster is precisely the red tape and the stigma involved in going on welfare. The welfare recipient still bears a psychic stigma, even though weakened in recent years, and he still has to face a typically inefficient, impersonal, and tangled bureaucracy. But the guaranteed annual income, precisely by making the dole efficient, easy, and automatic, will remove the major obstacles, the major disincentives, to the “supply function” for welfare, and will lead to a massive flocking to the guaranteed dole. Moreover, everyone will now consider the new dole as an automatic “right” rather than as a privilege or gift, and all stigma will be removed.
Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι τα 4.000 USD ετησίως ορίζονται ως «όριο φτώχειας» και ότι όποιος κερδίζει λιγότερα λαμβάνει αυτομάτως τη διαφορά από τον Uncle Sam, αφού συμπληρώσει τη φορολογική του δήλωση. Όσοι έχουν μηδενικό εισόδημα θα λαμβάνουν 4.000 USD από την κυβέρνηση, όσοι κερδίζουν 3.000 USD θα λαμβάνουν 1.000 USD κ.ο.κ. Φαίνεται σαφές ότι δεν θα υπάρχει κανένας πραγματικός λόγος για οποιονδήποτε κερδίζει λιγότερα από 4.000 USD τον χρόνο να συνεχίσει να εργάζεται. Γιατί να το κάνει, όταν ο άνεργος γείτονάς του θα καταλήγει με το ίδιο εισόδημα; Εν ολίγοις, το καθαρό εισόδημα από την εργασία θα είναι τότε μηδενικό, και ολόκληρος ο εργαζόμενος πληθυσμός κάτω από το μαγικό όριο των 4.000 USD θα εγκαταλείψει την εργασία και θα συρρεύσει στο επίδομα που «δικαιωματικά» του ανήκει.
Suppose, for example, that $4,000 per year is declared the “poverty line,” and that everyone earning income below that line receives the difference from Uncle Sam automatically as a result of filling out his income tax return. Those making zero income will receive $4,000 from the government, those making $3,000 will get $1,000, and so on. It seems clear that there will be no real reason for anyone making less than $4,000 a year to keep on working. Why should he, when his nonworking neighbor will wind up with the same income as himself? In short, the net income from working will then be zero, and the entire working population below the magic $4,000 line will quit work and flock to its “rightful” dole.
Αλλά αυτό δεν είναι όλο· τι γίνεται με εκείνους που κερδίζουν ακριβώς 4.000 USD ή λίγο, ακόμη και αρκετά, περισσότερα από αυτό το όριο; Ο άνθρωπος που κερδίζει 4.500 USD τον χρόνο θα διαπιστώσει σύντομα ότι ο τεμπέλης χαραμοφάης της διπλανής πόρτας, ο οποίος αρνείται να εργαστεί, θα λαμβάνει 4.000 USD ετησίως από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση· το δικό του καθαρό εισόδημα από σαράντα ώρες σκληρής εργασίας την εβδομάδα θα είναι μόλις 500 USD τον χρόνο. Θα εγκαταλείψει λοιπόν την εργασία και θα ενταχθεί στο επίδομα του αρνητικού φόρου. Το ίδιο αναμφίβολα θα ισχύσει για όσους κερδίζουν 5.000 USD ετησίως κ.ο.κ.
But this is not all; what of the people making either $4,000, or slightly or even moderately above that line? The man making $4,500 a year will soon find that the lazy slob next door who refuses to work will be getting his $4,000 a year from the federal government; his own net income from forty hours a week of hard work will be only $500 a year. So he will quit work and go on the negative-tax dole. The same will undoubtedly hold true for those making $5,000 a year, etc.
Η ολέθρια διαδικασία δεν τελειώνει εδώ. Καθώς όλοι όσοι κερδίζουν λιγότερα από 4.000 USD, ακόμη και αρκετά περισσότερα, εγκαταλείπουν την εργασία και εντάσσονται στο επίδομα, οι συνολικές πληρωμές επιδομάτων θα εκτοξευθούν· και μπορούν να χρηματοδοτηθούν μόνο μέσω βαρύτερης φορολόγησης των ανθρώπων υψηλότερου εισοδήματος που θα συνεχίσουν να εργάζονται. Τότε όμως τα καθαρά εισοδήματά τους μετά φόρων θα μειωθούν απότομα, μέχρι πολλοί από αυτούς να εγκαταλείψουν επίσης την εργασία και να ενταχθούν στο επίδομα. Ας εξετάσουμε τον άνθρωπο που κερδίζει 6.000 USD ετησίως. Εξαρχής αντιμετωπίζει καθαρό εισόδημα από την εργασία μόλις 2.000 USD, και αν πρέπει να πληρώνει, ας πούμε, 500 USD τον χρόνο για να χρηματοδοτεί το επίδομα όσων δεν εργάζονται, το καθαρό μετά φόρων εισόδημά του θα είναι μόλις 1.500 USD ετησίως. Αν έπειτα πρέπει να πληρώσει άλλα 1.000 USD για να χρηματοδοτήσει την ταχεία αύξηση των υπόλοιπων επιδοτούμενων, το καθαρό εισόδημά του θα μειωθεί σε 500 USD και θα ενταχθεί και ο ίδιος στο επίδομα. Έτσι, η λογική κατάληξη του εγγυημένου ετήσιου εισοδήματος θα είναι μια καταστροφική καθοδική σπείρα, προς τον λογικό αλλά ανέφικτο στόχο να μην εργάζεται σχεδόν κανείς και να λαμβάνουν όλοι επίδομα.
The baleful process is not over. As all the people making below $4,000 and even considerably above $4,000 leave work and go on the dole, the total dole payments will skyrocket enormously, and they can only be financed by taxing more heavily the higher income folk who will continue to work. But then their net, after-tax incomes will fall sharply, until many of them will quit work and go on the dole too. Let us contemplate the man making $6,000 a year. He is, at the outset, faced with a net income from working of only $2,000, and if he has to pay, let us say, $500 a year to finance the dole of the nonworkers, his net after-tax income will be only $1,500 a year. If he then has to pay another $1,000 to finance the rapid expansion of others on the dole, his net income will fall to $500 and he will go on the dole. Thus, the logical conclusion of the guaranteed annual income will be a vicious spiral into disaster, heading toward the logical and impossible goal of virtually no one working, and everyone on the dole.
Πέρα από όλα αυτά, υπάρχουν ορισμένες σημαντικές πρόσθετες παράμετροι. Στην πράξη, φυσικά, το επίδομα, αφού οριστεί στα 4.000 USD, δεν θα παραμείνει εκεί· η ακατανίκητη πίεση των αποδεκτών πρόνοιας και άλλων ομάδων πίεσης θα αυξάνει αδυσώπητα το βασικό επίπεδο κάθε χρόνο, φέρνοντας έτσι ακόμη πιο κοντά τον φαύλο κύκλο και την οικονομική καταστροφή. Στην πράξη, επίσης, το εγγυημένο ετήσιο εισόδημα δεν θα αντικαταστήσει, όπως ελπίζουν οι συντηρητικοί υποστηρικτές του, το σημερινό συνονθύλευμα προνοιακών προγραμμάτων· απλώς θα προστεθεί πάνω στα ήδη υπάρχοντα. Αυτό ακριβώς συνέβη, για παράδειγμα, στα πολιτειακά προγράμματα βοήθειας προς ηλικιωμένους. Το κυριότερο επιχείρημα υπέρ του ομοσπονδιακού προγράμματος Social Security του New Deal ήταν ότι θα αντικαθιστούσε αποτελεσματικά το τότε υπάρχον συνονθύλευμα πολιτειακών προγραμμάτων βοήθειας προς ηλικιωμένους. Στην πράξη, φυσικά, δεν έκανε τίποτε τέτοιο, και η βοήθεια προς τους ηλικιωμένους είναι σήμερα πολύ υψηλότερη απ’ ό,τι τη δεκαετία του 1930. Μια διαρκώς διογκούμενη δομή Social Security απλώς προστέθηκε πάνω στα υπάρχοντα προγράμματα. Τέλος, στην πράξη, η παραχώρηση του Προέδρου Nixon προς τους συντηρητικούς, ότι οι σωματικά ικανοί αποδέκτες του νέου επιδόματος θα υποχρεώνονταν να εργάζονται, είναι ολοφάνερη απάτη. Καταρχάς, θα χρειαζόταν να βρουν μόνο «κατάλληλη» εργασία, και η καθολική εμπειρία των πολιτειακών υπηρεσιών επιδότησης της ανεργίας είναι ότι σχεδόν ποτέ δεν βρίσκονται «κατάλληλες» θέσεις.125
In addition to all this, there are some important extra considerations. In practice, of course, the dole, once set at $4,000, will not remain there; irresistible pressure by welfare clients and other pressure groups will inexorably raise the base level every year, thereby bringing the vicious spiral and economic disaster that much closer. In practice, too, the guaranteed annual income will not, as in the hopes of its conservative advocates, replace the existing patchwork welfare system; it will simply be added on top of the existing programs. This, for example, is precisely what happened to the states’ old-age relief programs. The major talking point of the New Deal’s federal Social Security program was that it would efficiently replace the then existing patchwork old-age relief programs of the states. In practice, of course, it did no such thing, and old-age relief is far higher now than it was in the 1930s. An ever-rising Social Security structure was simply placed on top of existing programs. In practice, finally, President Nixon’s sop to conservatives that able-bodied recipients of the new dole would be forced to work is a patent phony. They would, for one thing, only have to find “suitable” work, and it is the universal experience of state unemployment relief agencies that almost no “suitable” jobs are ever found.
Τα διάφορα σχέδια εγγυημένου ετήσιου εισοδήματος δεν αποτελούν πραγματική εναλλακτική στα καθολικά αναγνωρισμένα δεινά του συστήματος πρόνοιας· απλώς θα μας βύθιζαν ακόμη βαθύτερα σε αυτά. Η μόνη εφαρμόσιμη λύση είναι η λιμπερταριανή: η κατάργηση των προνοιακών επιδομάτων υπέρ της ελευθερίας και της εθελοντικής δράσης για όλους τους ανθρώπους, πλούσιους και φτωχούς εξίσου.
The various schemes for a guaranteed annual income are no genuine replacement for the universally acknowledged evils of the welfare system; they would only plunge us still more deeply into those evils. The only workable solution is the libertarian one: the abolition of the welfare dole in favor of freedom and voluntary action for all persons, rich and poor alike.
← Κεφάλαιο 7: ΕκπαίδευσηΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 9: Πληθωρισμός και Οικονομικός Κύκλος →