Εργαλεία30 Οκτωβρίου 2026

Για μια Νέα Ελευθερία: Κεφάλαιο 7: Εκπαίδευση

Murray N. Rothbard · For a New Liberty: The Libertarian Manifesto

Πραξεολόγος

← Κεφάλαιο 6: Προσωπική ΕλευθερίαΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 8: Κοινωνική Πρόνοια και Κράτος Πρόνοιας →

Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.

Αγγλικό πρωτότυπο: Murray N. Rothbard, For a New Liberty: The Libertarian Manifesto, 2η έκδοση, Ludwig von Mises Institute, 2006 (ηλεκτρονική έκδοση). © 1973, 1978 Murray N. Rothbard· © 2006 Ludwig von Mises Institute. Πηγή: mises.org/library/book/new-liberty-libertarian-manifesto.

Η μετάφραση ακολουθεί την αναθεωρημένη έκδοση του 1978, ενώ το αγγλικό κείμενο εδώ είναι η έκδοση του Mises Institute (2006). Γι’ αυτό ο «Πρόλογος» του Rothbard (Φεβρουάριος 1978), η τελευταία παράγραφος του κεφαλαίου 15 στην ελληνική και το «Παράρτημα: Το Λιμπερταριανό Κίνημα» δεν έχουν αγγλικό αντίστοιχο εδώ (το παράρτημα δεν περιλαμβάνεται), ενώ η ενότητα «Toward a Free America» υπάρχει μόνο στα αγγλικά. Ο «Πρόλογος Μεταφραστή» και η εισαγωγή του Llewellyn H. Rockwell, Jr. (2005) της αγγλικής έκδοσης δεν περιλαμβάνονται. Οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ) εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται.

Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.

Ελληνικά · μετάφραση: Πραξεολόγος
English · πρωτότυπο

Κεφάλαιο 7: Εκπαίδευση

↗ στη σελίδα του βιβλίου

7 Education

1

Δημόσια και υποχρεωτική σχολική εκπαίδευση

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Public and Compulsory Schooling

2

Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, ελάχιστοι θεσμοί στην Αμερική θεωρούνταν πιο ιεροί —ιδίως από τους Αμερικανούς προοδευτικούς— από το δημόσιο σχολείο. Η αφοσίωση στο δημόσιο σχολείο είχε κυριεύσει ακόμη και εκείνους τους Αμερικανούς των πρώτων χρόνων —όπως τους οπαδούς του Jefferson και του Jackson— που ήταν λιμπερταριανοί από τις περισσότερες άλλες απόψεις. Τα τελευταία χρόνια, το δημόσιο σχολείο υποτίθεται ότι αποτελούσε κρίσιμο συστατικό της δημοκρατίας, πηγή αδελφοσύνης και αντίπαλο του ελιτισμού και των διαχωρισμών στην αμερικανική ζωή. Το δημόσιο σχολείο ήταν η ενσάρκωση του υποτιθέμενου δικαιώματος κάθε παιδιού στην εκπαίδευση και προβαλλόταν ως χωνευτήρι κατανόησης και αρμονίας μεταξύ ανθρώπων όλων των επαγγελμάτων και κοινωνικών τάξεων, οι οποίοι θα συναναστρέφονταν από μικρή ηλικία όλους τους γείτονές τους.

Until the last few years there were few institutions in America that were held more sacred—especially by liberals—than the public school. Devotion to the public school had seized even those early Americans—such as Jeffersonians and Jacksonians—who were libertarian in most other respects. In recent years the public school was supposed to be a crucial ingredient of democracy, the fount of brotherhood, and the enemy of elitism and separateness in American life. The public school was the embodiment of the alleged right of every child to an education, and it was upheld as a crucible of understanding and harmony between men of all occupations and social classes who would rub elbows from an early age with all their neighbors.

3

Η εξάπλωση της δημόσιας εκπαίδευσης συνοδεύτηκε από νόμους υποχρεωτικής φοίτησης, που εξανάγκασαν όλα τα παιδιά, μέχρι μια υψηλή —και διαρκώς αυξανόμενη— ελάχιστη ηλικία αποχώρησης από το σχολείο, να φοιτούν είτε σε δημόσιο σχολείο είτε σε ιδιωτικό σχολείο πιστοποιημένο ως κατάλληλο από τον κρατικό μηχανισμό. Σε αντίθεση με προηγούμενες δεκαετίες, όταν ένα σχετικά μικρό ποσοστό του πληθυσμού φοιτούσε στις ανώτερες σχολικές τάξεις, ολόκληρη η μάζα του πληθυσμού εξαναγκάστηκε έτσι από την κυβέρνηση να περάσει μεγάλο μέρος των χρόνων κατά τα οποία είναι περισσότερο δεκτική σε επιδράσεις μέσα σε δημόσια ιδρύματα. Θα μπορούσαμε κάλλιστα να είχαμε αναλύσει τους νόμους υποχρεωτικής φοίτησης στο κεφάλαιό μας για την ακούσια δουλεία· διότι ποιος θεσμός αποτελεί πιο προφανώς ένα τεράστιο σύστημα εγκλεισμού; Τα τελευταία χρόνια, ο Paul Goodman και άλλοι επικριτές της εκπαίδευσης αποκάλυψαν με οξύτητα ότι τα δημόσια σχολεία της χώρας —και, σε μικρότερο βαθμό, τα ιδιωτικά τους προσαρτήματα— αποτελούν ένα τεράστιο σωφρονιστικό σύστημα για τη νεολαία της, το οποίο εξαναγκάζει αμέτρητα εκατομμύρια απρόθυμων παιδιών, που δεν μπορούν να προσαρμοστούν, να ενταχθούν στη σχολική δομή. Η τακτική της Νέας Αριστεράς να εισβάλλει στα σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης φωνάζοντας «Απόδραση!» μπορεί να ήταν παράλογη και αναποτελεσματική, εξέφραζε όμως ασφαλώς μια μεγάλη αλήθεια για το σχολικό σύστημα. Διότι, αν πρόκειται να εξαναγκάσουμε ολόκληρο τον νεανικό πληθυσμό να εισέλθει σε τεράστιες φυλακές υπό το πρόσχημα της «εκπαίδευσης», με τους εκπαιδευτικούς και τους διοικητικούς υπαλλήλους να εκτελούν χρέη διευθυντών φυλακών και δεσμοφυλάκων, γιατί να μην αναμένουμε εκτεταμένη δυστυχία, δυσαρέσκεια, αποξένωση και εξέγερση από τη νεολαία της χώρας; Το μόνο που θα έπρεπε να μας εκπλήσσει είναι ότι η εξέγερση άργησε τόσο πολύ. Τώρα όμως αναγνωρίζεται ολοένα περισσότερο ότι κάτι πηγαίνει τρομερά στραβά στον θεσμό για τον οποίο η Αμερική υπερηφανεύεται περισσότερο· ότι, ιδίως στις αστικές περιοχές, τα δημόσια σχολεία έχουν μετατραπεί σε βόθρους εγκληματικότητας, μικροκλοπών και τοξικοεξάρτησης και ότι, μέσα στη διαστρέβλωση του νου και της ψυχής των παιδιών, συντελείται ελάχιστη ή καθόλου γνήσια εκπαίδευση.57

Going hand in hand with the spread of public education have been compulsory attendance laws, which have forced all children up to a high—and continually increasing—minimum age, to attend either a public school or a private school certified as suitable by the state apparatus. In contrast to earlier decades, when a relatively small proportion of the population went to school in the higher grades, the entire mass of the population has thus been coerced by the government into spending a large portion of the most impressionable years of their lives in public institutions. We could easily have analyzed compulsory attendance laws in our chapter on involuntary servitude, for what institution is more evidently a vast system of incarceration? In recent years, Paul Goodman and other critics of education have trenchantly exposed the nation’s public schools—and to a lesser extent their private appendages—as a vast prison system for the nation’s youth, dragooning countless millions of unwilling and unadaptable children into the schooling structure. The New Left tactic of breaking into the high schools shouting “Jailbreak!” may have been absurd and ineffective, but it certainly expressed a great truth about the school system. For if we are to dragoon the entire youth population into vast prisons in the guise of “education,” with teachers and administrators serving as surrogate wardens and guards, why should we not expect vast unhappiness, discontent, alienation, and rebellion on the part of the nation’s youth? The only surprise should be that the rebellion was so long in coming. But now it is increasingly acknowledged that something is terribly wrong with America’s proudest institution; that, especially in urban areas, the public schools have become cesspools of crime, petty theft, and drug addiction, and that little or no genuine education takes place amidst the warping of the minds and souls of the children.

4

Ένας από τους λόγους αυτής της τυραννίας πάνω στη νεολαία της χώρας είναι ο άστοχος αλτρουισμός της μορφωμένης μεσαίας τάξης. Οι εργάτες, ή οι «κατώτερες τάξεις», θεωρούσε, έπρεπε να έχουν την ευκαιρία να απολαύσουν τη σχολική εκπαίδευση που οι μεσαίες τάξεις εκτιμούν τόσο πολύ. Και αν οι γονείς ή τα παιδιά των μαζών ήταν τόσο αμαθείς ώστε να δυσφορούν απέναντι στη λαμπρή αυτή ευκαιρία που τους προσφερόταν, ε λοιπόν, έπρεπε να ασκηθεί λίγος καταναγκασμός — «για το καλό τους», φυσικά.

Part of the reason for this tyranny over the nation’s youth is misplaced altruism on the part of the educated middle class. The workers, or the “lower classes,” they felt, should have the opportunity to enjoy the schooling the middle classes value so highly. And if the parents or the children of the masses should be so benighted as to balk at this glorious opportunity set before them, well, then, a little coercion must be applied—”for their own good,” of course.

5

Μια κρίσιμη πλάνη των μεσοαστών λάτρεων του σχολείου είναι η σύγχυση της τυπικής σχολικής εκπαίδευσης με την εκπαίδευση γενικά. Η εκπαίδευση είναι μια διά βίου διαδικασία μάθησης, και η μάθηση πραγματοποιείται όχι μόνο στο σχολείο αλλά σε όλους τους τομείς της ζωής. Όταν το παιδί παίζει, ακούει τους γονείς ή τους φίλους του, διαβάζει μια εφημερίδα ή εργάζεται, εκπαιδεύεται. Η τυπική σχολική εκπαίδευση αποτελεί μόνο μικρό μέρος της εκπαιδευτικής διαδικασίας και στην πραγματικότητα είναι κατάλληλη μόνο για αντικείμενα που απαιτούν τυπική διδασκαλία, ιδίως τα πιο προχωρημένα και συστηματικά. Τα στοιχειώδη αντικείμενα —ανάγνωση, γραφή, αριθμητική και όσα απορρέουν από αυτά— μπορούν εύκολα να μαθευτούν στο σπίτι και έξω από το σχολείο.

A crucial fallacy of the middle-class school worshippers is confusion between formal schooling and education in general. Education is a lifelong process of learning, and learning takes place not only in school, but in all areas of life. When the child plays, or listens to parents or friends, or reads a newspaper, or works at a job, he or she is becoming educated. Formal schooling is only a small part of the educational process, and is really only suitable for formal subjects of instruction, particularly in the more advanced and systematic subjects. The elementary subjects, reading, writing, arithmetic and their corollaries, can easily be learned at home and outside the school.

6

Επιπλέον, ένα από τα μεγάλα θαυμαστά γνωρίσματα της ανθρωπότητας είναι η ποικιλομορφία της, το γεγονός ότι κάθε άτομο είναι μοναδικό, με μοναδικές ικανότητες, ενδιαφέροντα και κλίσεις. Ο εξαναγκασμός παιδιών που δεν διαθέτουν ούτε την ικανότητα ούτε το ενδιαφέρον γι’ αυτόν τον τομέα να υποστούν τυπική σχολική εκπαίδευση αποτελεί εγκληματική στρέβλωση της ψυχής και του νου τους. Ο Paul Goodman έχει διακηρύξει ότι τα περισσότερα παιδιά θα βρίσκονταν σε πολύ καλύτερη θέση αν τους επιτρεπόταν να εργαστούν από μικρή ηλικία, να μάθουν μια τέχνη και να αρχίσουν να κάνουν εκείνο για το οποίο είναι περισσότερο κατάλληλα. Η Αμερική οικοδομήθηκε από πολίτες και ηγέτες, πολλοί από τους οποίους είχαν λάβει ελάχιστη ή καθόλου τυπική σχολική εκπαίδευση· και η ιδέα ότι κάποιος πρέπει να έχει απολυτήριο λυκείου —ή, στις μέρες μας, πανεπιστημιακό πτυχίο A.B.— προτού μπορέσει να αρχίσει να εργάζεται και να ζει στον κόσμο αποτελεί παραλογισμό της σημερινής εποχής. Καταργήστε τους νόμους υποχρεωτικής φοίτησης και αφήστε τα παιδιά ελεύθερα να ακολουθήσουν τον δρόμο τους, και θα επιστρέψουμε σε ένα έθνος ανθρώπων πολύ πιο παραγωγικών, με περισσότερο ενδιαφέρον για όσα κάνουν, πιο δημιουργικών και πιο ευτυχισμένων. Πολλοί στοχαστικοί αντίπαλοι της Νέας Αριστεράς και της νεανικής εξέγερσης έχουν επισημάνει ότι μεγάλο μέρος της δυσαρέσκειας των νέων και της αποκοπής τους από την πραγματικότητα οφείλεται στην ολοένα μακρύτερη περίοδο κατά την οποία πρέπει να παραμένουν στο σχολείο, τυλιγμένοι σε ένα κουκούλι εξάρτησης και ανευθυνότητας. Πολύ σωστά· ποιος είναι όμως ο κύριος λόγος της ολοένα παρατεινόμενης παραμονής σε αυτό το κουκούλι; Προφανώς, ολόκληρο το σύστημα και ιδίως οι νόμοι υποχρεωτικής φοίτησης, που κηρύσσουν ότι όλοι πρέπει να πηγαίνουν αδιάκοπα στο σχολείο — πρώτα στο λύκειο, τώρα στο πανεπιστήμιο και σύντομα ίσως για διδακτορικό. Ο καταναγκασμός προς τη μαζική σχολική εκπαίδευση είναι εκείνος που δημιουργεί τόσο τη δυσαρέσκεια όσο και τη διαρκώς συνεχιζόμενη απομόνωση από τον «πραγματικό κόσμο». Σε κανένα άλλο έθνος και σε καμία άλλη εποχή δεν έχει ριζώσει τόσο πολύ αυτή η μανία της μαζικής σχολικής εκπαίδευσης.

Furthermore, one of the great glories of mankind is its diversity, the fact that each individual is unique, with unique abilities, interests, and aptitudes. To coerce into formal schooling children who have neither the ability nor the interest in this area is a criminal warping of the soul and mind of the child. Paul Goodman has raised the cry that most children would be far better off if they were allowed to work at an early age, learn a trade, and begin to do that which they are most suited for. America was built by citizens and leaders, many of whom received little or no formal schooling, and the idea that one must have a high-school diploma—or nowadays, an A.B. degree—before he can begin to work and to live in the world is an absurdity of the current age. Abolish compulsory attendance laws and give children their head, and we will return to a nation of people far more productive, interested, creative, and happy. Many thoughtful opponents of the New Left and the youth rebellion have pointed out that much of the discontent of youth and their divorce from reality is due to the ever-longer period in which youth must remain at school, wrapped in a cocoon of dependence and irresponsibility. Well and good, but what is the main reason for this ever-lengthening cocoon? Clearly the whole system, and in particular the compulsory attendance laws, which preach that everyone must go perpetually to school—first to high school, now to college, and soon perhaps for a Ph.D. degree. It is the compulsion toward mass schooling that creates both the discontent and the ever-continuing shelter from the “real world.” In no other nation and in no other age has this mania for mass schooling so taken hold.

7

Είναι αξιοσημείωτο ότι η παλαιά λιμπερταριανή Δεξιά και η Νέα Αριστερά, από πολύ διαφορετικές οπτικές και χρησιμοποιώντας πολύ διαφορετική ρητορική, κατέληξαν σε παρόμοια αντίληψη για τον δεσποτικό χαρακτήρα της μαζικής σχολικής εκπαίδευσης. Έτσι, ο Albert Jay Nock, ο μεγάλος θεωρητικός του ατομικισμού των δεκαετιών του 1920 και του 1930, κατήγγειλε το εκπαιδευτικό σύστημα επειδή εξανάγκαζε τις «ανεπίδεκτες εκπαίδευσης» μάζες να εισέλθουν στα σχολεία, από μάταιη εξισωτική πίστη στην ίση εκπαιδευσιμότητα κάθε παιδιού. Αντί να επιτρέπεται να πηγαίνουν στο σχολείο εκείνα τα παιδιά που διαθέτουν τις αναγκαίες κλίσεις και ικανότητες, όλα τα παιδιά εξαναγκάζονται να φοιτούν για το υποτιθέμενο καλό τους· και το αποτέλεσμα είναι η στρέβλωση της ζωής όσων δεν είναι κατάλληλοι για το σχολείο και η καταστροφή της ορθής σχολικής εκπαίδευσης για όσους είναι πραγματικά δεκτικοί σε αυτήν. Ο Nock επέκρινε επίσης με οξυδέρκεια τους συντηρητικούς που επιτίθεντο στην «προοδευτική εκπαίδευση» επειδή υποβάθμιζε τα εκπαιδευτικά πρότυπα, προσφέροντας μαθήματα οδήγησης αυτοκινήτου, καλαθοπλεκτικής ή επιλογής οδοντιάτρου. Ο Nock επισήμανε ότι, αν εξαναγκάσεις ένα ολόκληρο πλήθος παιδιών που δεν μπορούν να αφομοιώσουν την κλασική παιδεία να φοιτήσουν στο σχολείο, τότε πρέπει να μετατοπίσεις την εκπαίδευση προς την επαγγελματική κατάρτιση, προσαρμοσμένη στον χαμηλότερο κοινό παρονομαστή. Το μοιραίο ελάττωμα δεν είναι η προοδευτική εκπαίδευση, αλλά η ώθηση προς την καθολική σχολική φοίτηση, στην οποία ο εκπαιδευτικός προοδευτισμός αποτέλεσε μια πρόχειρη απάντηση.58

It is remarkable that the old libertarian right and the New Left, from very different perspectives and using very different rhetoric, came to a similar perception of the despotic nature of mass schooling. Thus, Albert Jay Nock, the great individualist theorist of the 1920s and’30s, denounced the educational system for forcing the “ineducable” masses into the schools out of a vain egalitarian belief in the equal educability of every child. Instead of allowing those children with the needed aptitude and ability to go to school, all children are being coerced into schools for their own supposed good, and the result is a distortion of the lives of those not suited for school and the wrecking of proper schooling for the truly educable. Nock also perceptively criticized the conservatives who attacked “progressive education” for diluting educational standards by giving courses in automobile driving, basket weaving, or choosing a dentist. Nock pointed out that if you force a whole host of children who cannot absorb classical education into school, then you have to shift education in the direction of vocational training, suitable for the lowest common denominator. The fatal flaw is not progressive education, but the drive toward universal schooling to which progressivism was a makeshift response.

8

Επικριτές της Νέας Αριστεράς, όπως ο John McDermott και ο Paul Goodman, καταγγέλλουν από την πλευρά τους ότι η μεσαία τάξη εξαναγκάζει τα παιδιά της εργατικής τάξης, πολλά από τα οποία έχουν εντελώς διαφορετικές αξίες και κλίσεις, να ενταχθούν σε ένα δημόσιο σχολικό σύστημα σχεδιασμένο για να τα εξαναγκάζει να προσαρμοστούν σε ένα μεσοαστικό πρότυπο. Θα πρέπει να είναι σαφές ότι, είτε υποστηρίζει κανείς τη μία τάξη είτε την άλλη, το ένα ιδεώδες σχολικής εκπαίδευσης είτε το άλλο, η ουσία της κριτικής παραμένει σε μεγάλο βαθμό ίδια: μια ολόκληρη μάζα παιδιών εξαναγκάζεται να ενταχθεί σε έναν θεσμό για τον οποίο έχει ελάχιστο ενδιαφέρον ή κλίση.

Such New Left critics as John McDermott and Paul Goodman charge, for their part, that the middle class has been forcing working class children, many of them with completely different values and aptitudes, into a public school system designed to force these children into a middle-class mould. It should be clear that whether one favors one class or the other, one ideal of schooling or another, the substance of the criticism is very much the same: that a whole mass of children are being dragooned into an institution for which they have little interest or aptitude.

9

Πράγματι, αν εξετάσουμε την ιστορία της προσπάθειας επιβολής της δημόσιας σχολικής εκπαίδευσης και της υποχρεωτικής φοίτησης σε αυτή και σε άλλες χώρες, βρίσκουμε στη ρίζα της όχι τόσο έναν παραπλανημένο αλτρουισμό όσο ένα συνειδητό σχέδιο εξαναγκασμού της μάζας του πληθυσμού να προσαρμοστεί σε ένα πρότυπο επιθυμητό στο Κατεστημένο. Οι απείθαρχες μειονότητες έπρεπε να υποχρεωθούν να ενταχθούν στο πρότυπο της πλειονότητας· σε όλους τους πολίτες έπρεπε να ενσταλαχθούν οι αρετές του πολίτη, στις οποίες συγκαταλεγόταν πάντοτε, και μάλιστα ιδιαίτερα, η υπακοή στον κρατικό μηχανισμό. Πράγματι, αν η μάζα του πληθυσμού πρόκειται να εκπαιδεύεται σε κρατικά σχολεία, πώς θα μπορούσαν αυτά να μη γίνουν ισχυρό όργανο εμφύσησης της υπακοής στις κρατικές αρχές; Ο Martin Luther, πρωτοστάτης της πρώτης προσπάθειας των νεότερων χρόνων για υποχρεωτική κρατική εκπαίδευση, διατύπωσε χαρακτηριστικά το αίτημα στην περίφημη επιστολή του το 1524 προς τους άρχοντες της Γερμανίας:

Indeed, if we look into the history of the drive for public schooling and compulsory attendance in this and other countries, we find at the root not so much misguided altruism as a conscious scheme to coerce the mass of the population into a mould desired by the Establishment. Recalcitrant minorities were to be forced into a majority mould; all citizens were to be inculcated in the civic virtues, notably and always including obedience to the State apparatus. Indeed, if the mass of the populace is to be educated in government schools, how could these schools not become a mighty instrument for the inculcation of obedience to the State authorities? Martin Luther, a leader in the first modern drive for compulsory State education, phrased the plea typically in his famous letter of 1524 to the rulers of Germany:

10

Αγαπητοί άρχοντες… Υποστηρίζω ότι οι πολιτικές αρχές έχουν την υποχρέωση να εξαναγκάζουν τον λαό να στέλνει τα παιδιά του στο σχολείο… Αν η κυβέρνηση μπορεί να εξαναγκάζει όσους πολίτες είναι κατάλληλοι για στρατιωτική υπηρεσία να φέρουν δόρυ και τουφέκι, να επανδρώνουν τα τείχη και να εκτελούν άλλα πολεμικά καθήκοντα σε καιρό πολέμου, πόσο περισσότερο έχει το δικαίωμα να υποχρεώνει τον λαό να στέλνει τα παιδιά του στο σχολείο, αφού σε αυτή την περίπτωση πολεμούμε τον διάβολο, του οποίου ο σκοπός είναι να εξαντλεί κρυφά τις πόλεις και τις ηγεμονίες μας…59

Dear rulers... I maintain that the civil authorities are under obligation to compel the people to send their children to school.... If the government can compel such citizens as are fit for military service to bear spear and rifle, to mount ramparts, and perform other martial duties in time of war, how much more has it a right to the people to send their children to school, because in this case we are warring with the devil, whose object it is secretly to exhaust our cities and principalities.

11

Έτσι, για τον Luther, τα κρατικά σχολεία έπρεπε να αποτελούν απαραίτητο μέρος του «πολέμου με τον διάβολο», δηλαδή με τους καθολικούς, τους Εβραίους, τους απίστους και τις ανταγωνιστικές προτεσταντικές αιρέσεις. Ένας σύγχρονος θαυμαστής του Luther και της υποχρεωτικής εκπαίδευσης επρόκειτο να παρατηρήσει ότι «η μόνιμη και θετική αξία της διακήρυξης του Luther το 1524 έγκειται… στους καθαγιασμένους δεσμούς που εγκαθίδρυσε για την προτεσταντική Γερμανία ανάμεσα στην εθνική θρησκεία και στα εκπαιδευτικά καθήκοντα του ατόμου και του κράτους. Έτσι, αναμφίβολα, δημιουργήθηκε εκείνη η υγιής κοινή γνώμη που κατέστησε εύκολη την αποδοχή της αρχής της υποχρεωτικής σχολικής φοίτησης στην Πρωσία πολύ νωρίτερα απ’ ό,τι στην Αγγλία».60

Thus, for Luther, the State schools were to be an indispensable part of the “war with the devil,” i.e., with Catholics, Jews, infidels, and competing Protestant sects. A modern admirer of Luther and of compulsory education was to remark that

the permanent and positive value of Luther’s pronouncement of 1524 lies... in the hallowed associations which it established for Protestant Germany between the national religion and the educational duties of the individual and the state. Thus, doubtless, was created that healthy public opinion which rendered the principle of compulsory school attendance easy of acceptance in Prussia at a much earlier date than in England.

12

Ο άλλος μεγάλος θεμελιωτής του Προτεσταντισμού, ο John Calvin, δεν ήταν λιγότερο ένθερμος στην προώθηση της μαζικής δημόσιας σχολικής εκπαίδευσης, και για παρόμοιους λόγους. Δεν προκαλεί επομένως έκπληξη ότι η πρώτη υποχρεωτική σχολική εκπαίδευση στην Αμερική θεσπίστηκε από τους καλβινιστές Πουριτανούς της αποικίας του Κόλπου της Μασαχουσέτης, εκείνους τους ανθρώπους που επιθυμούσαν τόσο διακαώς να εγκαθιδρύσουν μια απολυταρχική καλβινιστική θεοκρατία στον Νέο Κόσμο. Τον Ιούνιο του 1642, μόλις έναν χρόνο αφότου η αποικία του Κόλπου της Μασαχουσέτης θέσπισε το πρώτο της σώμα νόμων, εγκαθίδρυσε το πρώτο σύστημα υποχρεωτικής εκπαίδευσης στον αγγλόφωνο κόσμο. Ο νόμος διακήρυττε:

The other great Protestant founder, John Calvin, was no less zealous in promoting mass public schooling, and for similar reasons. It is therefore not surprising that the earliest compulsory schooling in America was established by the Calvinist Puritans in Massachusetts Bay, those men who were so eager to plant an absolutist Calvinist theocracy in the New World. In June 1642, only a year after the Massachusetts Bay colony enacted its first set of laws, the colony established the first system of compulsory education in the English-speaking world. The law declared:

13

Επειδή η καλή εκπαίδευση των παιδιών έχει ιδιαίτερη χρησιμότητα και όφελος για κάθε πολιτεία, και επειδή πολλοί γονείς και κύριοι είναι υπερβολικά επιεικείς και αμελείς ως προς αυτό το καθήκον τους, διατάσσεται οι αιρετοί άρχοντες κάθε πόλης… να επιτηρούν άγρυπνα τους γείτονές τους, φροντίζοντας πρώτα να μην επιτρέπει κανείς τόσο μεγάλη βαρβαρότητα μέσα στην οικογένειά του ώστε να μην προσπαθεί να διδάξει, ο ίδιος ή μέσω άλλων, τα παιδιά και τους μαθητευομένους του…61

For as much as the good education of children is of singular behoof and benefit to any commonwealth, and whereas many parents and masters are too indulgent and negligent of their duty of that kind, it is ordered that the selectmen of every town... shall have a vigilant eye over their neighbors, to see first that none of them shall suffer so much barbarism in any of their families, as not to endeavor to teach, by themselves or others, their children and apprentices.

14

Πέντε χρόνια αργότερα, η αποικία του Κόλπου της Μασαχουσέτης συμπλήρωσε αυτόν τον νόμο με την ίδρυση δημόσιων σχολείων.

Five years later, Massachusetts Bay followed up this law with the establishment of public schools.

15

Έτσι, από την αρχή της αμερικανικής ιστορίας, η επιθυμία να διαμορφωθεί, να διδαχθεί και να καταστεί υπάκουη η μάζα του πληθυσμού ήταν η κύρια κινητήρια δύναμη πίσω από την προσπάθεια καθιέρωσης της δημόσιας σχολικής εκπαίδευσης. Κατά την αποικιακή περίοδο, η δημόσια σχολική εκπαίδευση χρησιμοποιούνταν ως μέσο καταστολής της θρησκευτικής διαφωνίας, καθώς και εμφύσησης των αρετών της υπακοής στο κράτος στους απείθαρχους υπηρέτες. Είναι χαρακτηριστικό, για παράδειγμα, ότι, κατά την καταστολή των Κουάκερων, η Μασαχουσέτη και το Κονέκτικατ απαγόρευσαν σε αυτή την απεχθή για τις αρχές θρησκευτική ομάδα να ιδρύει δικά της σχολεία. Και το Κονέκτικατ, σε μια μάταιη προσπάθεια καταστολής του κινήματος του «Νέου Φωτός», απαγόρευσε το 1742 στους οπαδούς του να ιδρύουν οποιοδήποτε δικό τους σχολείο. Διαφορετικά, συλλογίζονταν οι αρχές του Κονέκτικατ, οι οπαδοί του Νέου Φωτός «ενδέχεται να διαπαιδαγωγούν τη νεολαία σε κακές αρχές και πρακτικές και να εισάγουν τέτοιες αταξίες που θα μπορούσαν να έχουν ολέθριες συνέπειες για τη δημόσια ειρήνη και ευημερία αυτής της αποικίας».62 Δεν είναι σχεδόν καθόλου σύμπτωση ότι η μόνη πραγματικά ελεύθερη αποικία της Νέας Αγγλίας —το Ρόουντ Άιλαντ— ήταν επίσης η μόνη αποικία της περιοχής που δεν διέθετε δημόσια σχολική εκπαίδευση.

Thus, from the beginning of American history, the desire to mould, instruct, and render obedient the mass of the population was the major impetus behind the drive toward public schooling. In colonial days, public schooling was used as a device to suppress religious dissent, as well as to imbue unruly servants with the virtues of obedience to the State. It is typical, for example, that in the course of their suppression of the Quakers, Massachusetts and Connecticut forbade that despised sect from establishing their own schools. And Connecticut, in a vain attempt to suppress the “New Light” movement, in 1742 forbade that sect from establishing any of their own schools. Otherwise, the Connecticut authorities reasoned, the New Lights “may tend to train youth in ill principles and practices, and introduce such disorders as may be of fatal consequences to the public peace and weal of this colony.” It is hardly a coincidence that the only truly free colony in New England—Rhode Island—was also the one colony in the area devoid of public schooling.

16

Τα κίνητρα υπέρ της δημόσιας και υποχρεωτικής σχολικής εκπαίδευσης μετά την Ανεξαρτησία ελάχιστα διέφεραν ως προς την ουσία τους. Έτσι, ο Archibald D. Murphey, πατέρας του δημόσιου σχολικού συστήματος της Βόρειας Καρολίνας, ζητούσε την ίδρυση τέτοιων σχολείων ως εξής:

The motivation for public and compulsory schooling after Independence scarcely differed in essentials. Thus, Archibald D. Murphey, the father of the public school system in North Carolina, called for such schools as follows:

17

…όλα τα παιδιά θα διδάσκονται σε αυτά… Σε αυτά τα σχολεία πρέπει να ενσταλάζονται οι επιταγές της ηθικής και της θρησκείας και να διαμορφώνονται συνήθειες υποταγής και υπακοής… Οι γονείς τους δεν γνωρίζουν πώς να τα διδάξουν… Το κράτος, με τη θερμή στοργή και τη μέριμνά του για την ευημερία τους, πρέπει να αναλάβει αυτά τα παιδιά και να τα τοποθετήσει σε σχολείο, όπου ο νους τους θα μπορεί να φωτιστεί και η καρδιά τους να ασκηθεί στην αρετή.63

all the children will be taught in them.... In these schools the precepts of morality and religion should be inculcated, and habits of subordination and obedience be formed.... Their parents know not how to instruct them.... The state, in the warmth of her affection and solicitude for their welfare, must take charge of those children, and place them in school where their minds can be enlightened and their hearts can be trained to virtue.

18

Μία από τις συνηθέστερες χρήσεις της υποχρεωτικής δημόσιας σχολικής εκπαίδευσης ήταν η καταπίεση και η αποδυνάμωση εθνικών, εθνοτικών και γλωσσικών μειονοτήτων ή αποικιοκρατούμενων λαών — ο εξαναγκασμός τους να εγκαταλείψουν τη δική τους γλώσσα και κουλτούρα υπέρ της γλώσσας και της κουλτούρας των κυρίαρχων ομάδων. Οι Άγγλοι στην Ιρλανδία και στο Κεμπέκ, καθώς και έθνη σε ολόκληρη την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και την Ασία, εξανάγκασαν τις εθνικές μειονότητές τους να φοιτούν σε δημόσια σχολεία που διευθύνονταν από τους κυριάρχους τους. Ένα από τα ισχυρότερα κίνητρα δυσαρέσκειας και εξέγερσης αυτών των καταπιεσμένων λαών ήταν η επιθυμία να διασώσουν τη γλώσσα και την κληρονομιά τους από το όπλο των δημόσιων σχολείων που χειρίζονταν οι καταπιεστές τους. Έτσι, ο κλασικός φιλελεύθερος υπέρμαχος του laissez-faire Ludwig von Mises έγραψε ότι, σε γλωσσικά μικτές χώρες:

One of the most common uses of compulsory public schooling has been to oppress and cripple national ethnic and linguistic minorities or colonized peoples—to force them to abandon their own language and culture on behalf of the language and culture of the ruling groups. The English in Ireland and Quebec, and nations throughout Central and Eastern Europe and in Asia—all dragooned their national minorities into the public schools run by their masters. One of the most potent stimuli for discontent and rebellion by these oppressed peoples was the desire to rescue their language and heritage from the weapon of public schools wielded by their oppressors. Thus, the laissez-faire liberal Ludwig von Mises has written that, in linguistically mixed countries,

19

…η συνεχιζόμενη προσήλωση σε μια πολιτική υποχρεωτικής εκπαίδευσης είναι εντελώς ασυμβίβαστη με τις προσπάθειες εγκαθίδρυσης διαρκούς ειρήνης…

Το ερώτημα ποια γλώσσα θα αποτελέσει τη βάση της διδασκαλίας αποκτά κρίσιμη σημασία. Μια απόφαση προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση μπορεί, με την πάροδο των χρόνων, να καθορίσει την εθνική ταυτότητα μιας ολόκληρης περιοχής. Το σχολείο μπορεί να αποξενώσει τα παιδιά από την εθνότητα στην οποία ανήκουν οι γονείς τους και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο καταπίεσης ολόκληρων εθνοτήτων. Όποιος ελέγχει τα σχολεία έχει τη δύναμη να βλάπτει άλλες εθνότητες και να ωφελεί τη δική του.

continued adherence to a policy of compulsory education is utterly incompatible with efforts to establish lasting peace. The question of which language is to be made the basis of instruction assumes crucial importance. A decision one way or the other can, over the years, determine the nationality of a whole area. The school can alienate children from the nationality to which their parents belong and can be used as a means of oppressing whole nationalities. Whoever controls the schools has the power to injure other nationalities and to benefit his own.

20

Επιπλέον, επισημαίνει ο Mises, ο καταναγκασμός που ενυπάρχει στην κυριαρχία μιας εθνότητας καθιστά αδύνατη την επίλυση του προβλήματος με την τυπική παραχώρηση σε κάθε γονέα της δυνατότητας να στέλνει το παιδί του σε σχολείο που χρησιμοποιεί τη γλώσσα της δικής του εθνότητας.

Furthermore, Mises points out, the coercion inherent in rule by one nationality makes it impossible to solve the problem by formally allowing each parent to send his child to a school using a language of his own nationality.

21

Συχνά δεν είναι δυνατόν ένα άτομο —λόγω των μέσων βιοπορισμού του— να δηλώσει ανοιχτά ότι ανήκει στη μία ή στην άλλη εθνότητα. Υπό ένα σύστημα παρεμβατισμού, αυτό θα μπορούσε να του στοιχίσει την πελατεία ανθρώπων άλλων εθνοτήτων ή μια θέση εργασίας σε επιχειρηματία διαφορετικής εθνότητας… Αν αφήσουμε στους γονείς την επιλογή του σχολείου στο οποίο επιθυμούν να στείλουν τα παιδιά τους, τότε τους εκθέτουμε σε κάθε νοητή μορφή πολιτικού καταναγκασμού. Σε όλες τις περιοχές μικτής εθνικής σύνθεσης, το σχολείο αποτελεί πολιτικό έπαθλο ύψιστης σημασίας. Δεν μπορεί να στερηθεί τον πολιτικό του χαρακτήρα όσο παραμένει δημόσιος και υποχρεωτικός θεσμός. Στην πραγματικότητα υπάρχει μόνο μία λύση: το κράτος, η κυβέρνηση και οι νόμοι δεν πρέπει να ασχολούνται με κανέναν τρόπο με τη σχολική εκπαίδευση ή την εκπαίδευση γενικά. Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται δημόσιοι πόροι για τέτοιους σκοπούς. Η ανατροφή και η διδασκαλία της νεολαίας πρέπει να αφεθούν εξ ολοκλήρου στους γονείς και σε ιδιωτικές ενώσεις και ιδρύματα.64

It is often not possible for an individual—out of regard for his means of livelihood—to declare himself openly for one or another nationality. Under a system of interventionism, it could cost him the patronage of customers belonging to other nationalities or a job with an entrepreneur of a different nationality.... If one leaves to the parents the choice of the school to which they wish to send their children, then one exposes them to every conceivable form of political coercion. In all areas of mixed nationality, the school is a political prize of the highest importance. It cannot be deprived of its political character so long as it remains a public and compulsory institution. There is, in fact, only one solution: the state, the government, the laws must not in any way concern themselves with schooling or education. Public funds must not be used for such purposes. The rearing and instruction of youth must be left entirely to parents and to private associations and institutions.

22

Πράγματι, ένα από τα κύρια κίνητρα του πλήθους των Αμερικανών «εκπαιδευτικών μεταρρυθμιστών» των μέσων του δέκατου ένατου αιώνα, οι οποίοι εγκαθίδρυσαν το σύγχρονο δημόσιο σχολικό σύστημα, ήταν ακριβώς να το χρησιμοποιήσουν για να αποδυναμώσουν την πολιτισμική και γλωσσική ζωή των κυμάτων μεταναστών στην Αμερική και να τους διαμορφώσουν, όπως δήλωνε ο εκπαιδευτικός μεταρρυθμιστής Samuel Lewis, σε «έναν λαό». Η επιθυμία της αγγλοσαξονικής πλειονότητας να δαμάσει, να κατευθύνει και να αναπλάσει τους μετανάστες, και ιδίως να συντρίψει το σύστημα ενοριακών σχολείων των καθολικών, αποτέλεσε την κύρια κινητήρια δύναμη της εκπαιδευτικής «μεταρρύθμισης». Οι επικριτές της Νέας Αριστεράς που αντιλαμβάνονται τον ρόλο των σημερινών δημόσιων σχολείων στην αποδυνάμωση και στη διάπλαση του νου των παιδιών των γκέτο απλώς διακρίνουν τη σημερινή ενσάρκωση ενός από παλιά προσφιλούς στόχου του δημόσιου σχολικού Κατεστημένου — των Horace Mann, Henry Barnard και Calvin Stowe. Ο Mann και ο Barnard, για παράδειγμα, ήταν εκείνοι που παρότρυναν στη χρήση των σχολείων για ιδεολογική κατήχηση εναντίον της «οχλοκρατίας» του κινήματος του Jackson. Και ο Stowe, συγγραφέας μιας πραγματείας που εξυμνούσε το πρωσικό σύστημα υποχρεωτικής σχολικής εκπαίδευσης, αρχικά εμπνευσμένο από τον Martin Luther, έγραφε για τα σχολεία με αναμφισβήτητα λουθηρανικούς και στρατιωτικούς όρους:

In fact, one of the major motivations of the legion of mid-nineteenth-century American “educational reformers” who established the modern public school system was precisely to use it to cripple the cultural and linguistic life of the waves of immigrants into America, and to mould them, as educational reformer Samuel Lewis stated, into “one people.” It was the desire of the Anglo-Saxon majority to tame, channel, and restructure the immigrants, and in particular to smash the parochial school system of the Catholics, that formed the major impetus for educational “reform.” The New Left critics who perceive the role of the public schools of today in crippling and moulding the minds of ghetto children are only grasping the current embodiment of a long-cherished goal held by the public school Establishment—by the Horace Manns and the Henry Barnards and the Calvin Stowes. It was Mann and Barnard, for example, who urged the use of the schools for indoctrination against the “mobocracy” of the Jacksonian movement. And it was Stowe, author of an admiring tract on the Prussian compulsory school system originally inspired by Martin Luther, who wrote of the schools in unmistakably Lutheran and military terms:

23

Αν η μέριμνα για τη δημόσια ασφάλεια καθιστά θεμιτό να εξαναγκάζει μια κυβέρνηση τους πολίτες να εκτελούν στρατιωτικά καθήκοντα όταν η χώρα δέχεται εισβολή, ο ίδιος λόγος εξουσιοδοτεί την κυβέρνηση να τους εξαναγκάζει να μεριμνούν για την εκπαίδευση των παιδιών τους… Ένας άνθρωπος δεν έχει περισσότερο δικαίωμα να θέτει σε κίνδυνο το κράτος, φορτώνοντάς του μια οικογένεια αμαθών και φαύλων παιδιών, απ’ όσο έχει να επιτρέπει την είσοδο κατασκόπων ενός στρατού εισβολής.65

If a regard to the public safety makes it right for a government to compel the citizens to do military duty when the country is invaded, the same reason authorizes the government to compel them to provide for the education of their children.... A man has no more right to endanger the state by throwing upon it a family of ignorant and vicious children, than he has to give admission to the spies of an invading army.

24

Σαράντα χρόνια αργότερα, ο Newton Bateman, επιφανής εκπαιδευτικός, μιλούσε για το «δικαίωμα αναγκαστικής απαλλοτρίωσης» του κράτους επί «του νου, της ψυχής και του σώματος» των παιδιών του έθνους. Η εκπαίδευση, υποστήριζε, «δεν μπορεί να αφεθεί στις ιδιοτροπίες και στις τυχαίες περιστάσεις των ατόμων…».66

Forty years later, Newton Bateman, a leading educator, spoke of the State’s “right of eminent domain” over the “minds and souls and bodies” of the nation’s children: Education, he asserted, “cannot be left to the caprices and contingencies of individuals.”

25

Η πιο φιλόδοξη απόπειρα των υποστηρικτών του δημόσιου σχολείου να μεγιστοποιήσουν τον έλεγχό τους πάνω στα παιδιά της χώρας σημειώθηκε στο Όρεγκον στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Η πολιτεία του Όρεγκον, μη αρκούμενη ούτε στην παραχώρηση της δυνατότητας λειτουργίας ιδιωτικών σχολείων πιστοποιημένων από την ίδια, ψήφισε στις 7 Νοεμβρίου 1922 έναν νόμο που απαγόρευε τα ιδιωτικά σχολεία και υποχρέωνε όλα τα παιδιά να φοιτούν σε δημόσιο σχολείο. Εδώ βρισκόταν η αποκορύφωση του ονείρου των ειδικών της εκπαίδευσης. Επιτέλους, όλα τα παιδιά θα εξαναγκάζονταν από τις κρατικές αρχές να ενταχθούν στο «εκδημοκρατιστικό» πρότυπο της ομοιόμορφης εκπαίδευσης. Ο νόμος, ευτυχώς, κρίθηκε αντισυνταγματικός από το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών το 1925 — Pierce v. Society of Sisters, 1 Ιουνίου 1925. Το Ανώτατο Δικαστήριο διακήρυξε ότι «το παιδί δεν είναι απλό δημιούργημα του κράτους» και υποστήριξε ότι ο νόμος του Όρεγκον συγκρουόταν με τη «θεμελιώδη θεωρία της ελευθερίας πάνω στην οποία στηρίζονται όλες οι κυβερνήσεις αυτής της Ένωσης». Οι φανατικοί του δημόσιου σχολείου δεν επιχείρησαν ποτέ ξανά να φτάσουν τόσο μακριά. Είναι όμως διδακτικό να αναγνωρίσουμε ποιες ήταν οι δυνάμεις που επιχείρησαν να θέσουν εκτός νόμου κάθε ανταγωνιστική ιδιωτική εκπαίδευση στην πολιτεία του Όρεγκον. Διότι στην αιχμή της προσπάθειας δεν βρίσκονταν, όπως θα περιμέναμε, εκπαιδευτικοί ή διανοούμενοι της αμερικανικής προοδευτικής παράταξης ή του κινήματος της προοδευτικής εκπαίδευσης· βρισκόταν η Κου Κλουξ Κλαν, τότε ισχυρή στις βόρειες πολιτείες, η οποία επιθυμούσε διακαώς να συντρίψει το σύστημα των καθολικών ενοριακών σχολείων και να υπαγάγει όλα τα παιδιά καθολικών και μεταναστών στη νεοπροτεσταντική και «αμερικανοποιητική» επίδραση του δημόσιου σχολείου. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Κλαν θεωρούσε έναν τέτοιο νόμο αναγκαίο για τη «διαφύλαξη των ελεύθερων θεσμών». Καλό είναι να αναλογιστούμε ότι το πολυδιαφημισμένο «προοδευτικό» και «δημοκρατικό» δημόσιο σχολικό σύστημα είχε τους πιο ένθερμους υποστηρικτές του στις πιο μισαλλόδοξες γωνιές της αμερικανικής ζωής, ανάμεσα σε ανθρώπους που επιθυμούσαν να εξαλείψουν την ποικιλομορφία και την πολυμορφία στην Αμερική.67

The most ambitious attempt by the public school partisans to maximize their control over the nation’s children came in Oregon during the early 1920s. The state of Oregon, unhappy even with allowing private schools certified by the state, passed a law on November 7, 1922, outlawing private schools and compelling all children to attend public school. Here was the culmination of the educationists’ dream. At last, all children were to be forced into the “democratizing” mould of uniform education by the state authorities. The law, happily, was declared unconstitutional by the Supreme Court of the United States in 1925 (Pierce v. Society of Sisters, June 1, 1925). The Supreme Court declared that “the child is not the mere creature of the State,” and asserted that the Oregon law clashed with the “fundamental theory of liberty upon which all governments in this Union repose.” The public school fanatics never tried to go that far again. But it is instructive to realize what the forces were that attempted to outlaw all competing private education in the state of Oregon. For the spearheads of the law were not, as we might expect, liberal or progressive educators or intellectuals; the spearhead was the Ku Klux Klan, then strong in the northern states, which was eager to crush the Catholic parochial school system, and to force all Catholic and immigrant children into the neo-Protestantizing and “Americanizing” force of the public school. The Klan, it is interesting to note, opined that such a law was necessary for the “preservation of free institutions.” It is well to ponder that the much-vaunted “progressive” and “democratic” public school system had its most ardent supporters in the most bigoted byways of American life, among people anxious to stamp out diversity and variety in America.

26

Ομοιομορφία ή ποικιλομορφία;

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Uniformity or Diversity?

27

Μολονότι οι σημερινοί ειδικοί της εκπαίδευσης δεν φτάνουν τόσο μακριά όσο η Κου Κλουξ Κλαν, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι η ίδια η φύση του δημόσιου σχολείου απαιτεί την επιβολή ομοιομορφίας και την εξάλειψη της ποικιλομορφίας και της ατομικότητας στην εκπαίδευση.

While current educationists do not go as far as the Ku Klux Klan, it is important to realize that the very nature of the public school requires the imposition of uniformity and the stamping out of diversity and individuality in education.

28

Διότι είναι στη φύση κάθε κυβερνητικής γραφειοκρατίας να λειτουργεί βάσει ενός συνόλου κανόνων και να τους επιβάλλει με ομοιόμορφο και αυταρχικό τρόπο. Αν δεν το έκανε, και ο γραφειοκράτης αποφάσιζε για τις επιμέρους περιπτώσεις κατά περίπτωση, τότε θα κατηγορούνταν, και δικαίως, ότι δεν αντιμετωπίζει κάθε φορολογούμενο και πολίτη με ίσο και ομοιόμορφο τρόπο. Θα κατηγορούνταν για διακρίσεις και για την καλλιέργεια ειδικών προνομίων. Επιπλέον, είναι διοικητικά πιο βολικό για τον γραφειοκράτη να θεσπίζει ομοιόμορφους κανόνες σε ολόκληρη την περιοχή της αρμοδιότητάς του. Σε αντίθεση με την ιδιωτική κερδοσκοπική επιχείρηση, ο κυβερνητικός γραφειοκράτης δεν ενδιαφέρεται ούτε για την αποτελεσματικότητα ούτε για την όσο το δυνατόν καλύτερη εξυπηρέτηση των πελατών του. Καθώς δεν χρειάζεται να αποκομίζει κέρδη και προστατεύεται από το ενδεχόμενο ζημιών, μπορεί να αγνοεί —και πράγματι αγνοεί— τις επιθυμίες και τις απαιτήσεις των καταναλωτών-πελατών του. Κύριο μέλημά του είναι να «μην προκαλεί αναστάτωση», και αυτό το επιτυγχάνει εφαρμόζοντας αδιακρίτως ένα ομοιόμορφο σύνολο κανόνων, ανεξάρτητα από το πόσο ακατάλληλοι μπορεί να είναι σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη περίπτωση.

For it is in the nature of any governmental bureaucracy to live by a set of rules, and to impose those rules in a uniform and heavy-handed manner. If it did not do so, and the bureaucrat were to decide individual cases ad hoc, he would then be accused, and properly so, of not treating each taxpayer and citizen in an equal and uniform manner. He would be accused of discrimination and of fostering special privilege. Furthermore, it is administratively more convenient for the bureaucrat to establish uniform rules throughout his jurisdiction. In contrast to the private, profit-making business, the government bureaucrat is neither interested in efficiency nor in serving his customers to the best of his ability. Having no need to make profits and sheltered from the possibility of suffering losses, the bureaucrat can and does disregard the desires and demands of his consumer-customers. His major interest is in “not making waves,” and this he accomplishes by even-handedly applying a uniform set of rules, regardless of how inapplicable they may be in any given case.

29

Ο γραφειοκράτης της δημόσιας εκπαίδευσης, από την πλευρά του, βρίσκεται αντιμέτωπος με πλήθος κρίσιμων και αμφιλεγόμενων αποφάσεων όταν καθορίζει το πρότυπο της τυπικής σχολικής εκπαίδευσης στην περιοχή του. Πρέπει να αποφασίσει: θα είναι η εκπαίδευση παραδοσιακή ή προοδευτική; Υπέρ της ελεύθερης επιχειρηματικής δραστηριότητας ή σοσιαλιστική; Ανταγωνιστική ή εξισωτική; Γενικής ανθρωπιστικής παιδείας ή επαγγελματική; Με φυλετικό διαχωρισμό ή φυλετική ενσωμάτωση; Με σεξουαλική αγωγή ή χωρίς; Θρησκευτική ή κοσμική; Ή θα ακολουθεί διάφορες ενδιάμεσες αποχρώσεις; Το κρίσιμο σημείο είναι ότι, όποια απόφαση κι αν λάβει, ακόμη κι αν αποφασίσει σύμφωνα με τις επιθυμίες της πλειονότητας του λαού, θα υπάρχει πάντοτε ένας σημαντικός αριθμός γονέων και παιδιών που θα στερούνται εντελώς το είδος εκπαίδευσης που επιθυμούν. Αν η απόφαση ευνοεί την παραδοσιακή πειθαρχία στα σχολεία, τότε ζημιώνονται οι γονείς με πιο προοδευτικές παιδαγωγικές αντιλήψεις, και αντιστρόφως· το ίδιο ισχύει για όλες τις άλλες κρίσιμες αποφάσεις. Όσο περισσότερο κρατικοποιείται η εκπαίδευση, τόσο περισσότερο οι γονείς και τα παιδιά στερούνται την εκπαίδευση που θεωρούν ότι χρειάζονται. Όσο περισσότερο κρατικοποιείται η εκπαίδευση, τόσο περισσότερο η αυταρχική ομοιομορφία καταπνίγει τις ανάγκες και τις επιθυμίες των ατόμων και των μειονοτήτων.

The public school bureaucrat, for his part, is faced with a host of crucial and controversial decisions in deciding on the pattern of formal schooling in his area. He must decide: Should schooling be—traditional or progressive? free enterprise or socialistic? competitive or egalitarian? liberal arts or vocational? segregated or integrated? sex education or not? religious or secular? or various shades between these poles. The point is that whatever he decides, and even if he decides according to the wishes of the majority of the public, there will always be a substantial number of parents and children who will be totally deprived of the kind of education they desire. If the decision is for traditional discipline in the schools, then the more progressive-minded parents lose out, and vice versa; and the same is true for all the other critical decisions. The more that education becomes public, the more will parents and children be deprived of the education they feel they need. The more that education becomes public, the more will heavy-handed uniformity stamp out the needs and desires of individuals and minorities.

30

Κατά συνέπεια, όσο μεγαλύτερο είναι το πεδίο της δημόσιας σε αντιδιαστολή προς την ιδιωτική εκπαίδευση, τόσο μεγαλύτερη είναι η έκταση και η ένταση των συγκρούσεων στην κοινωνική ζωή. Διότι, αν ένας φορέας πρόκειται να αποφασίσει αν θα υπάρχει σεξουαλική αγωγή ή όχι, παραδοσιακή ή προοδευτική εκπαίδευση, φυλετική ενσωμάτωση ή διαχωρισμός κ.λπ., τότε αποκτά ιδιαίτερη σημασία να ελέγξει κανείς την κυβέρνηση και να εμποδίσει τους αντιπάλους του να καταλάβουν εκείνοι την εξουσία. Συνεπώς, στην εκπαίδευση όπως και σε όλες τις άλλες δραστηριότητες, όσο περισσότερο οι κυβερνητικές αποφάσεις αντικαθιστούν τις ιδιωτικές, τόσο περισσότερο οι διάφορες ομάδες θα αλληλοσπαράσσονται σε έναν απελπισμένο αγώνα για να διασφαλίσουν ότι η μία και μοναδική απόφαση σε κάθε ζωτικό τομέα θα ακολουθεί τη δική τους κατεύθυνση.

Consequently, the greater the sphere of public as opposed to private education, the greater the scope and intensity of conflict in social life. For if one agency is going to make the decision: sex education or no, traditional or progressive, integrated or segregated, etc., then it becomes particularly important to gain control of the government and to prevent one’s adversaries from taking power themselves. Hence, in education as well as in all other activities, the more that government decisions replace private decision-making, the more various groups will be at each others’ throats in a desperate race to see to it that the one and only decision in each vital area goes its own way.

31

Αντιπαραβάλετε τη στέρηση και την έντονη κοινωνική σύγκρουση που ενυπάρχουν στην κυβερνητική λήψη αποφάσεων με την κατάσταση στην ελεύθερη αγορά. Αν η εκπαίδευση ήταν αποκλειστικά ιδιωτική, τότε κάθε ομάδα γονέων θα μπορούσε να επιλέγει —και θα επέλεγε— το δικό της είδος σχολείου. Πλήθος διαφορετικών σχολείων θα εμφανιζόταν για να ανταποκριθεί στην ποικιλία των εκπαιδευτικών απαιτήσεων γονέων και παιδιών. Ορισμένα σχολεία θα ήταν παραδοσιακά, άλλα προοδευτικά. Θα υπήρχαν σχολεία σε ολόκληρο το φάσμα μεταξύ παραδοσιακής και προοδευτικής εκπαίδευσης· ορισμένα θα πειραματίζονταν με εξισωτική εκπαίδευση χωρίς βαθμούς, άλλα θα τόνιζαν την αυστηρή εκμάθηση των γνωστικών αντικειμένων και την ανταγωνιστική βαθμολόγηση· ορισμένα θα ήταν κοσμικά, άλλα θα έδιναν έμφαση σε διάφορα θρησκευτικά δόγματα· ορισμένα θα ήταν λιμπερταριανά και θα τόνιζαν τις αρετές της ελεύθερης επιχειρηματικής δραστηριότητας, άλλα θα δίδασκαν διάφορες μορφές σοσιαλισμού.

Contrast the deprivation and intense social conflict inherent in government decision-making with the state of affairs on the free market. If education were strictly private, then each and every group of parents could and would patronize its own kind of school. A host of diverse schools would spring up to meet the varied structure of educational demands by parents and children. Some schools would be traditional, others progressive. Schools would range through the full traditional-progressive scale; some schools would experiment with egalitarian and gradeless education, others would stress the rigorous learning of subjects and competitive grading; some schools would be secular, others would emphasize various religious creeds; some schools would be libertarian and stress the virtues of free enterprise, others would preach various kinds of socialism.

32

Ας εξετάσουμε, για παράδειγμα, τη σημερινή δομή του κλάδου έκδοσης περιοδικών ή βιβλίων, έχοντας επίσης κατά νου ότι τα περιοδικά και τα βιβλία αποτελούν τα ίδια εξαιρετικά σημαντική μορφή εκπαίδευσης. Η αγορά περιοδικών, όντας κατά βάση ελεύθερη, περιλαμβάνει κάθε είδους περιοδικά που ανταποκρίνονται σε μεγάλη ποικιλία προτιμήσεων και απαιτήσεων των καταναλωτών: υπάρχουν περιοδικά πανεθνικής κυκλοφορίας και γενικού ενδιαφέροντος· υπάρχουν αμερικανικά προοδευτικά, συντηρητικά και κάθε είδους ιδεολογικά περιοδικά· υπάρχουν εξειδικευμένες επιστημονικές εκδόσεις· και υπάρχουν αναρίθμητα περιοδικά αφιερωμένα σε ειδικά ενδιαφέροντα και χόμπι, όπως το μπριτζ, το σκάκι, τα ηχοσυστήματα υψηλής πιστότητας κ.λπ. Παρόμοια δομή εμφανίζεται στην ελεύθερη αγορά βιβλίου: υπάρχουν βιβλία ευρείας κυκλοφορίας, βιβλία που απευθύνονται σε εξειδικευμένες αγορές, βιβλία κάθε ιδεολογικής κατεύθυνσης. Καταργήστε τα δημόσια σχολεία, και οι ελεύθερες, ποικίλες και πολύμορφες αγορές περιοδικών και βιβλίων θα αποκτήσουν το ανάλογό τους σε μια παρόμοια «αγορά σχολείων». Αντιθέτως, αν υπήρχε μόνο ένα περιοδικό για κάθε πόλη ή πολιτεία, σκεφτείτε τις μάχες και τις συγκρούσεις που θα μαίνονταν: θα έπρεπε το περιοδικό να είναι συντηρητικό, προοδευτικό ή σοσιαλιστικό; Πόσο χώρο θα έπρεπε να αφιερώνει στη λογοτεχνία ή στο μπριτζ κ.λπ.; Οι πιέσεις και οι συγκρούσεις θα ήταν έντονες και καμία διευθέτηση δεν θα ήταν ικανοποιητική, διότι κάθε απόφαση θα στερούσε από αναρίθμητους ανθρώπους όσα επιθυμούν και χρειάζονται. Εκείνο που ζητά, λοιπόν, ο λιμπερταριανός δεν είναι τόσο εξωφρενικό όσο μπορεί αρχικά να φαίνεται· ζητά ένα σχολικό σύστημα εξίσου ελεύθερο και ποικίλο με τα περισσότερα άλλα μέσα εκπαίδευσης σήμερα.

Let us consider, for example, the structure of the magazine or book publishing industry today, remembering too that magazines and books are themselves an extremely important form of education. The magazine market, being roughly free, contains all manner of magazines to suit a wide variety of tastes and demands by consumers: there are nationwide, all-purpose magazines; there are liberal, conservative, and all manner of ideological journals; there are specialized scholarly publications; and there are a myriad of magazines devoted to special interests and hobbies like bridge, chess, hi-fi, etc. A similar structure appears in the free book market: there are wide-circulation books, books appealing to specialized markets, books of all ideological persuasions. Abolish public schools, and the free, varied, and diverse magazine and book markets would be paralleled by a similar kind of “school market.” In contrast, if there were only one magazine for each city or state, think of the battles and conflicts that would rage: Should the magazine be conservative, liberal, or socialist; how much space should it devote to fiction or bridge, etc.? The pressures and conflicts would be intense, and no resolution would be satisfactory, for any decision would deprive countless numbers of people of what they want and require. What the libertarian is calling for, then, is not as outré as it might at first appear; what he is calling for is a school system as free and varied as most other educational media are today.

33

Ας εστιάσουμε και πάλι σε άλλα μέσα εκπαίδευσης: τι θα σκεφτόμασταν για μια πρόταση να χρησιμοποιήσει η κυβέρνηση, ομοσπονδιακή ή πολιτειακή, τα χρήματα των φορολογουμένων για να δημιουργήσει μια πανεθνική αλυσίδα δημόσιων περιοδικών ή εφημερίδων και κατόπιν να υποχρεώσει όλους τους ανθρώπους, ή όλα τα παιδιά, να τα διαβάζουν; Επιπλέον, τι θα σκεφτόμασταν αν η κυβέρνηση απαγόρευε όλες τις άλλες εφημερίδες και τα περιοδικά ή, τουλάχιστον, όλα όσα δεν ανταποκρίνονταν σε ορισμένα «πρότυπα» του τι θεωρεί μια κυβερνητική επιτροπή ότι πρέπει να διαβάζουν τα παιδιά; Μια τέτοια πρόταση ασφαλώς θα προκαλούσε φρίκη σε ολόκληρη τη χώρα· και όμως, αυτό ακριβώς το είδος καθεστώτος έχει εγκαθιδρύσει η κυβέρνηση στα σχολεία. Ένας υποχρεωτικός δημόσιος Τύπος θα θεωρούνταν δικαίως προσβολή της βασικής ελευθερίας του Τύπου· δεν είναι η εκπαιδευτική ελευθερία τουλάχιστον εξίσου σημαντική; Δεν αποτελούν και τα δύο ζωτικά μέσα δημόσιας ενημέρωσης και εκπαίδευσης, ελεύθερης έρευνας και αναζήτησης της αλήθειας; Στην πραγματικότητα, η καταστολή της ελεύθερης σχολικής εκπαίδευσης θα έπρεπε να προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη φρίκη από την καταστολή του ελεύθερου Τύπου, αφού εδώ εμπλέκεται αμεσότερα ο τρυφερός και ακόμη αδιαμόρφωτος νους των παιδιών.

To focus again on other educational media, what then would we think of a proposal for the government, federal or state, to use the taxpayers money to set up a nationwide chain of public magazines or newspapers, and then to compel all people, or all children, to read them? Further, what would we think of the government outlawing all other newspapers and magazines, or at the very least outlawing all newspapers or magazines that do not come up to certain “standards” of what a government commission thinks children ought to read? Such a proposal would surely be regarded with horror throughout the country, yet this is precisely the sort of regime that government has established in the schools. A compulsory public press would rightly be considered an invasion of the basic freedom of the press; is not scholastic freedom at least as important as press freedom? Aren’t both vital media for public information and education, for free inquiry and search for the truth? In fact, the suppression of free schooling should be regarded with even greater horror than the suppression of a free press, since here the tender and unformed minds of children are more directly involved.

34

Είναι ενδιαφέρον ότι τουλάχιστον ορισμένοι υποστηρικτές του δημόσιου σχολείου αναγνώρισαν την αναλογία μεταξύ σχολικής εκπαίδευσης και Τύπου και επέκτειναν τη λογική τους και στο δεύτερο πεδίο. Έτσι, εξέχουσα θέση στην πολιτική ζωή της Βοστώνης κατά τις δεκαετίες του 1780 και του 1790 κατείχε η ακραιφνώς φεντεραλιστική «Essex Junto», μια ομάδα επιφανών εμπόρων και δικηγόρων που κατάγονταν αρχικά από την κομητεία Έσεξ της Μασαχουσέτης. Τα μέλη της ομάδας επιθυμούσαν ιδιαίτερα ένα εκτεταμένο δημόσιο σχολικό σύστημα, ώστε η νεολαία να «διδάσκεται τη δέουσα υποταγή». Ο Stephen Higginson, μέλος της ομάδας, δήλωνε απερίφραστα ότι «ο λαός πρέπει να διδάσκεται να εμπιστεύεται και να σέβεται τους κυβερνώντες του». Και ένας άλλος επιφανής έμπορος και θεωρητικός του Έσεξ, ο Jonathan Jackson, αναγνωρίζοντας με ακλόνητη συνέπεια ότι οι εφημερίδες αποτελούσαν εξίσου σημαντική μορφή εκπαίδευσης με την τυπική σχολική φοίτηση, κατήγγειλε τον ελεύθερο Τύπο επειδή ήταν αναγκαστικά υποταγμένος στο αναγνωστικό του κοινό και υποστήριζε μια κρατική εφημερίδα που θα μπορούσε να είναι ανεξάρτητη από τους αναγνώστες της και, συνεπώς, να ενσταλάζει στους πολίτες τις κατάλληλες αρετές.68

It is intriguing that at least some public school advocates have recognized the analogy between schooling and the press and have pursued their logic to the latter area. Thus, prominent in Boston politics in the 1780s and 1790s was the arch-Federalist “Essex Junto,” a group of leading merchants and lawyers originally hailing from Essex County, Massachusetts. The Essexmen were particularly anxious for an extensive public school system in order to have the youth “taught the proper subordination.” Essexman Stephen Higginson frankly declared that “the people must be taught to confide in and revere their rulers.” And seeing with firm consistency that newspapers were as important a form of education as formal schooling, another leading Essex merchant and theoretician, Jonathan Jackson, denounced the free press for being necessarily subservient to its readership, and advocated a state-owned newspaper that could be independent of its readers and therefore inculcate the proper virtues into the citizenry.

35

Ο καθηγητής E. G. West πρότεινε επίσης μια διδακτική αναλογία ανάμεσα στην παροχή σχολικής εκπαίδευσης και στην παροχή τροφής, ενός κλάδου ασφαλώς τουλάχιστον εξίσου σημαντικού τόσο για τα παιδιά όσο και για τους ενηλίκους. Ο West γράφει:

Professor E.G. West has also offered an instructive analogy between the provision of schooling and of food, surely an industry of at least an equal importance for children as well as adults. West writes:

36

Η προστασία ενός παιδιού από την ασιτία ή τον υποσιτισμό είναι προφανώς εξίσου σημαντική με την προστασία του από την άγνοια. Είναι δύσκολο, ωστόσο, να φανταστούμε ότι οποιαδήποτε κυβέρνηση, μεριμνώντας να εξασφαλίσει στα παιδιά ένα ελάχιστο επίπεδο τροφής και ένδυσης, θα θέσπιζε νόμους για υποχρεωτική και καθολική σίτιση ή θα εξέταζε μέτρα που οδηγούν σε αύξηση φόρων ή τοπικών τελών για την παροχή «δωρεάν» τροφής στα παιδιά από μαγειρεία ή καταστήματα των τοπικών αρχών. Είναι ακόμη δυσκολότερο να φανταστούμε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι θα αποδέχονταν αδιαμαρτύρητα αυτό το σύστημα, ιδίως αν είχε εξελιχθεί στο σημείο όπου, για «διοικητικούς λόγους», οι γονείς κατανέμονταν στα καταστήματα που τύχαινε να βρίσκονται πλησιέστερα στα σπίτια τους… Όσο παράξενα κι αν φαίνονται τέτοια υποθετικά μέτρα όταν εφαρμόζονται στην παροχή τροφής και ένδυσης, είναι ωστόσο χαρακτηριστικά της… κρατικής εκπαίδευσης…69

Protection of a child against starvation or malnutrition is presumably just as important as protection against ignorance. It is difficult to envisage, however, that any government, in its anxiety to see that children have minimum standards of food and clothing, would pass laws for compulsory and universal eating, or that it should entertain measures which lead to increased taxes or rates in order to provide children’s food, “free” at local authority kitchens or shops. It is still more difficult to imagine that most people would unquestioningly accept this system, especially where it had developed to the stage that for “administrative reasons” parents were allocated to those shops which happened to be nearest their homes.... Yet strange as such hypothetical measures may appear when applied to the provision of food and clothing they are nevertheless typical of... state education.

37

Αρκετοί λιμπερταριανοί στοχαστές, από τα «αριστερά» και τα «δεξιά» άκρα του λιμπερταριανού φάσματος, έχουν ασκήσει οξείες κριτικές στον ολοκληρωτικό χαρακτήρα της υποχρεωτικής δημόσιας σχολικής εκπαίδευσης. Έτσι, ο Βρετανός κριτικός της ελευθεριακής Αριστεράς Herbert Read γράφει:

Several libertarian thinkers, from “left-” and “right”-wing ends of the libertarian spectrum, have delivered trenchant critiques of the totalitarian nature of compulsory public schooling. Thus, left-libertarian British critic Herbert Read:

38

Η ανθρωπότητα διαφοροποιείται εκ φύσεως σε πολλούς τύπους, και η πίεση να ενταχθούν όλοι αυτοί οι τύποι στο ίδιο καλούπι πρέπει αναπόφευκτα να οδηγήσει σε στρεβλώσεις και καταπιέσεις. Τα σχολεία πρέπει να είναι πολλών ειδών, να ακολουθούν διαφορετικές μεθόδους και να ανταποκρίνονται σε διαφορετικές προδιαθέσεις. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ακόμη και ένα ολοκληρωτικό κράτος πρέπει να αναγνωρίζει αυτή την αρχή· η αλήθεια όμως είναι ότι η διαφοροποίηση αποτελεί οργανική διαδικασία, τις αυθόρμητες και ελεύθερα μεταβαλλόμενες ενώσεις ατόμων για συγκεκριμένους σκοπούς… Ολόκληρη η δομή της εκπαίδευσης ως φυσικής διαδικασίας, όπως την έχουμε περιγράψει, καταρρέει αν επιχειρήσουμε να καταστήσουμε αυτή τη δομή… τεχνητή.70

Mankind is naturally differentiated into many types, and to press all these types into the same mold must inevitably lead to distortions and repressions. Schools should be of many kinds, following different methods and catering for different dispositions. It might be argued that even a totalitarian state must recognize this principle but the truth is that differentiation is an organic process, the spontaneous and roving associations of individuals for particular purposes.... The whole structure of education as the natural process we have envisaged, falls to pieces if we attempt to make that structure... artificial.

39

Και ο μεγάλος Άγγλος ατομικιστής φιλόσοφος των τελών του δέκατου ένατου αιώνα Herbert Spencer ρωτούσε:

And the great late-nineteenth-century individualist English philosopher Herbert Spencer asked:

40

Τι εννοούμε λέγοντας ότι μια κυβέρνηση οφείλει να εκπαιδεύει τον λαό; Γιατί πρέπει να εκπαιδεύεται; Ποιος είναι ο σκοπός της εκπαίδευσης; Προφανώς, να προετοιμάσει τον λαό για την κοινωνική ζωή — να τον καταστήσει καλούς πολίτες; Και ποιος θα πει ποιοι είναι οι καλοί πολίτες; Η κυβέρνηση· δεν υπάρχει άλλος κριτής. Και ποιος θα πει πώς μπορούν να διαμορφωθούν αυτοί οι καλοί πολίτες; Η κυβέρνηση· δεν υπάρχει άλλος κριτής. Επομένως, η πρόταση μπορεί να αναδιατυπωθεί ως εξής: μια κυβέρνηση οφείλει να διαπλάθει τα παιδιά σε καλούς πολίτες… Πρέπει πρώτα να σχηματίσει μια ορισμένη αντίληψη του πρότυπου πολίτη· και, αφού το κάνει, πρέπει να επεξεργαστεί εκείνο το σύστημα πειθαρχίας που φαίνεται καταλληλότερο για την παραγωγή πολιτών σύμφωνα με αυτό το πρότυπο. Είναι υποχρεωμένη να επιβάλει αυτό το σύστημα πειθαρχίας στον μέγιστο βαθμό. Διότι, αν πράξει διαφορετικά, επιτρέπει στους ανθρώπους να γίνουν διαφορετικοί από εκείνο που, κατά την κρίση της, θα έπρεπε να γίνουν και, συνεπώς, αποτυγχάνει να εκπληρώσει το καθήκον που της έχει ανατεθεί.71

For what is meant by saying that a government ought to educate the people? Why should they be educated? What is the education for? Clearly to fit the people for social life—to make them good citizens? And who is to say what are good citizens? The government: there is no other judge. And who is to say how these good citizens may be made? The government: there is no other judge. Hence the proposition is convertible into this—a government ought to mold children into good citizens.... It must first form for itself a definite conception of a pattern citizen; and having done this, must elaborate such system of discipline as seems best calculated to produce citizens after that pattern. This system of discipline it is bound to enforce to the uttermost. For if it does otherwise, it allows men to become different from what in its judgment they should become, and therefore fails in that duty it is charged to fulfill.

41

Και η Αμερικανίδα ατομικίστρια συγγραφέας του εικοστού αιώνα Isabel Paterson δήλωνε:

And the twentieth-century American individualist writer Isabel Paterson declared:

42

Τα εκπαιδευτικά κείμενα είναι αναγκαστικά επιλεκτικά ως προς τη θεματολογία, τη γλώσσα και την οπτική τους. Όπου η διδασκαλία παρέχεται από ιδιωτικά σχολεία, θα υπάρχει σημαντική ποικιλία μεταξύ των σχολείων· οι γονείς πρέπει να κρίνουν τι θέλουν να διδαχθούν τα παιδιά τους βάσει του προσφερόμενου προγράμματος σπουδών… Πουθενά δεν θα υπάρχει κίνητρο να διδάσκεται η «υπεροχή του κράτους ως υποχρεωτική φιλοσοφία». Κάθε πολιτικά ελεγχόμενο εκπαιδευτικό σύστημα, όμως, αργά ή γρήγορα θα ενσταλάξει το δόγμα της κρατικής υπεροχής, είτε ως θείο δικαίωμα των βασιλέων είτε ως «βούληση του λαού» στη «δημοκρατία». Μόλις γίνει αποδεκτό αυτό το δόγμα, καθίσταται σχεδόν υπεράνθρωπο έργο να σπάσει η ασφυκτική λαβή της πολιτικής εξουσίας πάνω στη ζωή του πολίτη. Έχει στα νύχια της το σώμα, την περιουσία και τον νου του από τη βρεφική ηλικία. Πιο εύκολα θα άφηνε ένα χταπόδι τη λεία του.

Ένα υποχρεωτικό εκπαιδευτικό σύστημα που χρηματοδοτείται από φόρους αποτελεί το πλήρες πρότυπο του ολοκληρωτικού κράτους.72

Educational texts are necessarily selective, in subject matter, language, and point of view. Where teaching is conducted by private schools, there will be a considerable variation in different schools; the parents must judge what they want their children taught, by the curriculum offered.... Nowhere will there be any inducement to teach the “supremacy of the state as a compulsory philosophy.” But every politically controlled educational system will inculcate the doctrine of state supremacy sooner or later, whether as the divine right of kings, or the “will of the people” in “democracy.” Once that doctrine has been accepted, it becomes an almost superhuman task to break the stranglehold of the political power over the life of the citizen. It has had his body, property, and mind in its clutches from infancy. An octopus would sooner release its prey.

A tax-supported, compulsory educational system is the complete model of the totalitarian state.

43

Όπως επισήμανε ο E. G. West, η γραφειοκρατική ευκολία οδήγησε απαρέγκλιτα τις πολιτείες να καθορίζουν γεωγραφικές περιφέρειες δημόσιων σχολείων, να τοποθετούν ένα σχολείο σε κάθε περιφέρεια και κατόπιν να υποχρεώνουν κάθε παιδί της δημόσιας εκπαίδευσης να φοιτά στο σχολείο της περιφέρειας που βρίσκεται πλησιέστερα στην κατοικία του. Ενώ σε μια ελεύθερη αγορά ιδιωτικών σχολείων τα περισσότερα παιδιά θα φοιτούσαν αναμφίβολα σε σχολεία κοντά στα σπίτια τους, το σημερινό σύστημα επιβάλλει το μονοπώλιο ενός σχολείου ανά περιφέρεια και, συνεπώς, εξαναγκάζει κάθε περιοχή σε ομοιομορφία. Στα παιδιά που, για οποιονδήποτε λόγο, θα προτιμούσαν να φοιτούν σε σχολείο άλλης περιφέρειας απαγορεύεται να το κάνουν. Το αποτέλεσμα είναι επιβεβλημένη γεωγραφική ομοιογένεια, πράγμα που σημαίνει επίσης ότι ο χαρακτήρας κάθε σχολείου εξαρτάται ολοκληρωτικά από τη συνοικία στην οποία βρίσκεται. Είναι τότε αναπόφευκτο ότι τα δημόσια σχολεία, αντί να είναι απολύτως ομοιόμορφα, θα είναι ομοιόμορφα μέσα σε κάθε περιφέρεια· και η σύνθεση των μαθητών, η χρηματοδότηση κάθε σχολείου και η ποιότητα της εκπαίδευσης θα εξαρτώνται από τις αξίες, τον πλούτο και τη φορολογική βάση κάθε γεωγραφικής περιοχής. Καθίσταται έτσι αναπόφευκτο ότι οι πλούσιες σχολικές περιφέρειες θα διαθέτουν ακριβότερη και υψηλότερης ποιότητας διδασκαλία, υψηλότερους μισθούς εκπαιδευτικών και καλύτερες συνθήκες εργασίας από τις φτωχότερες. Οι εκπαιδευτικοί θα θεωρούν τα καλύτερα σχολεία προτιμότερες θέσεις διδασκαλίας και οι καλύτεροι θα κατευθύνονται προς τις καλύτερες σχολικές περιφέρειες, ενώ οι λιγότερο ικανοί θα αναγκάζονται να παραμένουν στις περιοχές χαμηλότερου εισοδήματος. Συνεπώς, η λειτουργία των δημόσιων σχολείων κατά περιφέρειες οδηγεί αναπόφευκτα στην αναίρεση του ίδιου του εξισωτικού στόχου που υποτίθεται ότι αποτελεί εξαρχής βασικό σκοπό του δημόσιου σχολικού συστήματος.

As E.C. West indicated, bureaucratic convenience has invariably led the states to prescribe geographical public school districts, to place one school in each district, and then to force each public school child to attend school in the district closest to his residence. While in a free private school market most children would undoubtedly attend schools near their homes, the present system compels a monopoly of one school per district, and thereby coerces uniformity throughout each area. Children who, for whatever reason, would prefer to attend a school in another district are prohibited from doing so. The result is enforced geographic homogeneity, and it also means that the character of each school is completely dependent on its residential neighborhood. It is then inevitable that public schools, instead of being totally uniform, will be uniform within each district, and the composition of pupils, the financing of each school, and the quality of education will come to depend upon the values, the wealth, and the tax base, of each geographical area. The fact that wealthy school districts will have costlier and higher-quality teaching, higher teaching salaries, and better working conditions than the poorer districts, then becomes inevitable. Teachers will regard the better schools as the superior teaching posts, and the better teachers will gravitate to the better school districts, while the poorer ones must remain in the lower-income areas. Hence, the operation of district public schools inevitably results in the negation of the very egalitarian goal which is supposed to be a major aim of the public school system in the first place.

44

Επιπλέον, αν οι οικιστικές περιοχές είναι φυλετικά διαχωρισμένες, όπως συχνά τείνουν να είναι, το αποτέλεσμα ενός υποχρεωτικού γεωγραφικού μονοπωλίου είναι ο υποχρεωτικός φυλετικός διαχωρισμός των δημόσιων σχολείων. Οι γονείς που προτιμούν φυλετικά ενσωματωμένη σχολική εκπαίδευση πρέπει να αναμετρηθούν με το σύστημα του γεωγραφικού μονοπωλίου. Επιπλέον, όπως είπε κάποιος ευφυολόγος ότι στις μέρες μας «ό,τι δεν απαγορεύεται είναι υποχρεωτικό», η πρόσφατη τάση των γραφειοκρατών της δημόσιας εκπαίδευσης δεν ήταν να καθιερώσουν εθελοντική μεταφορά παιδιών με λεωφορεία ώστε να διευρύνουν την ευχέρεια επιλογής των γονέων, αλλά να στραφούν προς την αντίθετη κατεύθυνση και να καθιερώσουν υποχρεωτική μεταφορά και υποχρεωτική φυλετική ενσωμάτωση στα σχολεία — συχνά με αποτέλεσμα την αλλόκοτη μετακίνηση παιδιών πολύ μακριά από τα σπίτια τους. Και πάλι, το τυπικό κυβερνητικό πρότυπο: είτε υποχρεωτικός διαχωρισμός είτε υποχρεωτική ενσωμάτωση. Η εθελοντική οδός —να αφεθούν οι αποφάσεις στους ίδιους τους εμπλεκόμενους γονείς— αντιβαίνει στη φύση κάθε κρατικής γραφειοκρατίας.

Moreover, if the residential areas are racially segregated, as they often tend to be, the result of a compulsory geographical monopoly is the compulsory racial segregation of the public schools. Those parents who prefer integrated schooling have to come up against the geographical monopoly system. Furthermore, just as some wag has said that nowadays “Whatever isn’t prohibited is compulsory,” the recent tendency of the public school bureaucrats has not been to institute voluntary busing of children to widen parental discretion, but to swing in the opposite direction and institute compulsory busing and compulsory racial integration of the schools—often resulting in a grotesque transfer of children far from their homes. Once again, the typical government pattern: either compulsory segregation or compulsory integration. The voluntary way—leaving the decisions up to the individual parents involved—cuts across the grain of any State bureaucracy.

45

Είναι παράξενο ότι τα πρόσφατα κινήματα υπέρ του τοπικού ελέγχου της δημόσιας εκπαίδευσης από τους γονείς έχουν χαρακτηριστεί άλλοτε «ακροδεξιά» και άλλοτε «ακροαριστερά», ενώ το λιμπερταριανό κίνητρο ήταν ακριβώς το ίδιο και στις δύο περιπτώσεις. Έτσι, όταν γονείς αντιτάχθηκαν στην υποχρεωτική μεταφορά των παιδιών τους σε μακρινά σχολεία, το εκπαιδευτικό Κατεστημένο καταδίκασε αυτά τα κινήματα ως «μισαλλόδοξα» και «δεξιά». Όταν όμως, με παρόμοιο τρόπο, μαύροι γονείς —όπως στην περίπτωση της περιοχής Ocean Hill–Brownsville στη Νέα Υόρκη— απαίτησαν τοπικό γονικό έλεγχο του σχολικού συστήματος, αυτή η προσπάθεια καταδικάστηκε με τη σειρά της ως «ακροαριστερή» και «μηδενιστική». Το πιο παράξενο στοιχείο της υπόθεσης είναι ότι οι γονείς και στις δύο περιπτώσεις δεν αναγνώρισαν την κοινή τους επιθυμία για τοπικό γονικό έλεγχο και καταδίκασαν και οι ίδιοι τους «μισαλλόδοξους» ή τους «ακραίους ακτιβιστές» της άλλης ομάδας. Τραγικά, ούτε οι τοπικές λευκές ούτε οι μαύρες ομάδες αναγνώρισαν τον κοινό τους αγώνα εναντίον του εκπαιδευτικού Κατεστημένου: εναντίον του δικτατορικού ελέγχου της εκπαίδευσης των παιδιών τους από μια εκπαιδευτική γραφειοκρατία που προσπαθεί να τους επιβάλει διά της βίας μια μορφή σχολικής εκπαίδευσης την οποία θεωρεί ότι πρέπει να επιβάλει στις απείθαρχες μάζες. Ένα κρίσιμο καθήκον των λιμπερταριανών είναι να αναδείξουν τον κοινό αγώνα όλων των ομάδων γονέων εναντίον της εκπαιδευτικής τυραννίας του κράτους. Φυσικά, πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι οι γονείς δεν μπορούν ποτέ να απαλλαγούν από το κράτος στην εκπαίδευση μέχρι να καταργηθεί πλήρως το δημόσιο σχολικό σύστημα και η σχολική εκπαίδευση να γίνει και πάλι ελεύθερη.

It is curious that recent movements for local parental control of public education have sometimes been called “extreme right-wing” and at other times “extreme left-wing,” when the libertarian motivation has been precisely the same in either case. Thus, when parents have opposed the compulsory busing of their children to distant schools, the educational Establishment has condemned these movements as “bigoted” and “right-wing.” But when, similarly, Negro parents—as in the case of Ocean Hill-Brownsville in New York City—have demanded local parental control of the school system, this drive in its turn has been condemned as “extreme left-wing” and “nihilistic.” The most curious part of the affair is that the parents in both cases have failed to recognize their common desire for local parental control, and have themselves condemned the “bigots” or “militants” in the other group. Tragically, neither the local white nor black groups have recognized their common cause against the educational Establishment: against dictatorial control of their children’s education by an educational bureaucracy which is trying to ram down their throats a form of schooling which it believes must be imposed upon the recalcitrant masses. One crucial task of libertarians is to highlight the common cause of all groups of parents against the State’s educational tyranny. Of course, it must also be pointed out that parents can never get the State off their educational backs until the public school system is totally abolished and schooling becomes free once more.

46

Ο γεωγραφικός χαρακτήρας του δημόσιου σχολικού συστήματος έχει επίσης οδηγήσει σε ένα επιβαλλόμενο πρότυπο οικιστικού διαχωρισμού βάσει εισοδήματος και, συνεπώς, φυλής, σε ολόκληρη τη χώρα και ιδιαίτερα στα προάστια. Όπως γνωρίζουν όλοι, από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά οι Ηνωμένες Πολιτείες γνώρισαν πληθυσμιακή επέκταση όχι στους κεντρικούς αστικούς πυρήνες, αλλά στις γύρω προαστιακές περιοχές. Καθώς νέες οικογένειες και οικογένειες νεότερων ηλικιών μετακινούνταν στα προάστια, το μακράν μεγαλύτερο και αυξανόμενο βάρος των τοπικών προϋπολογισμών ήταν η χρηματοδότηση των δημόσιων σχολείων, τα οποία έπρεπε να δεχθούν έναν νεαρό πληθυσμό με σχετικά υψηλή αναλογία παιδιών. Αυτά τα σχολεία χρηματοδοτούνταν απαρέγκλιτα από αυξανόμενη φορολογία ακινήτων, που επιβαρύνει σε μεγάλο βαθμό τις προαστιακές κατοικίες. Αυτό σημαίνει ότι όσο πλουσιότερη είναι η οικογένεια των προαστίων και όσο ακριβότερη η κατοικία της, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η φορολογική συνεισφορά της στο τοπικό σχολείο. Συνεπώς, καθώς το βάρος των σχολικών φόρων αυξάνεται σταθερά, οι κάτοικοι των προαστίων προσπαθούν απεγνωσμένα να ενθαρρύνουν την εισροή εύπορων κατοίκων και ακριβών κατοικιών και να αποθαρρύνουν την εισροή φτωχότερων πολιτών. Υπάρχει, εν ολίγοις, ένα σημείο εξισορρόπησης στην τιμή μιας κατοικίας, πέρα από το οποίο μια νέα οικογένεια σε νέο σπίτι θα καταβάλλει σε φόρους ακίνητης περιουσίας περισσότερα από το κόστος της εκπαίδευσης των παιδιών της. Οι οικογένειες σε κατοικίες χαμηλότερης αξίας δεν θα πληρώνουν αρκετούς φόρους ακίνητης περιουσίας για να χρηματοδοτήσουν την εκπαίδευση των παιδιών τους και, συνεπώς, θα επιβάλλουν μεγαλύτερο φορολογικό βάρος στον ήδη υπάρχοντα πληθυσμό του προαστίου. Αντιλαμβανόμενα αυτό το γεγονός, τα προάστια έχουν γενικά υιοθετήσει αυστηρούς νόμους πολεοδομικών ζωνών που απαγορεύουν την ανέγερση κατοικιών κάτω από ένα ελάχιστο επίπεδο κόστους — αποκλείοντας έτσι κάθε εισροή φτωχότερων πολιτών. Εφόσον το ποσοστό των φτωχών μεταξύ των μαύρων είναι πολύ μεγαλύτερο από το αντίστοιχο μεταξύ των λευκών, αυτό εμποδίζει ουσιαστικά και τους μαύρους να συμμετάσχουν στη μετακίνηση προς τα προάστια. Και εφόσον τα τελευταία χρόνια παρατηρείται επίσης αυξανόμενη μετατόπιση θέσεων εργασίας και βιομηχανίας από τα κέντρα των πόλεων προς τα προάστια, το αποτέλεσμα είναι αυξανόμενη πίεση ανεργίας στους μαύρους — πίεση που αναπόφευκτα θα εντείνεται όσο επιταχύνεται η μετατόπιση των θέσεων εργασίας. Η κατάργηση των δημόσιων σχολείων και, συνεπώς, του δεσμού μεταξύ σχολικών δαπανών και φόρου ακίνητης περιουσίας θα συνέβαλλε σημαντικά στην άρση των πολεοδομικών περιορισμών και στο τέλος του προαστίου ως αποκλειστικού προνομίου της λευκής ανώτερης μεσαίας τάξης.

The geographical nature of the public school system has also led to a coerced pattern of residential segregation, in income and consequently in race, throughout the country and particularly in the suburbs. As everyone knows, the United States since World War II has seen an expansion of population, not in the inner central cities, but in the surrounding suburban areas. As new and younger families have moved to the suburbs, by far the largest and growing burden of local budgets has been to pay for the public schools, which have to accommodate a young population with a relatively high proportion of children per capita. These schools invariably have been financed from growing property taxation, which largely falls on the suburban residences. This means that the wealthier the suburban family, and the more expensive its home, the greater will be its tax contribution for the local school. Hence, as the burden of school taxes increases steadily, the suburbanites try desperately to encourage an inflow of wealthy residents and expensive homes, and to discourage an inflow of poorer citizens. There is, in short, a break-even point of the price of a house beyond which a new family in a new house will more than pay for its children’s education in its property taxes. Families in homes below that cost level will not pay enough in property taxes to finance their children’s education and hence will throw a greater tax burden on the existing population of the suburb. Realizing this, suburbs have generally adopted rigorous zoning laws which prohibit the erection of housing below a minimum cost level—and thereby freeze out any inflow of poorer citizens. Since the proportion of Negro poor is far greater than white poor, this effectively also bars Negroes from joining the move to the suburbs. And since in recent years there has been an increasing shift of jobs and industry from the central city to the suburbs as well, the result is an increasing pressure of unemployment on the Negroes—a pressure which is bound to intensify as the job shift accelerates. The abolition of the public schools, and therefore of the school burden—property tax linkage, would go a long way toward removing zoning restrictions and ending the suburb as an upper middle-class-white preserve.

47

Βάρη και επιδοτήσεις

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Burdens and Subsidies

48

Η ίδια η ύπαρξη του δημόσιου σχολικού συστήματος, επιπλέον, συνεπάγεται ένα σύνθετο πλέγμα καταναγκαστικών εισφορών και επιδοτήσεων, που είναι όλες δύσκολο να δικαιολογηθούν σε οποιαδήποτε ηθική βάση. Πρώτον, τα δημόσια σχολεία υποχρεώνουν όσους γονείς επιθυμούν να στείλουν τα παιδιά τους σε ιδιωτικά σχολεία να επωμιστούν διπλό βάρος: εξαναγκάζονται να επιδοτούν τα παιδιά των δημόσιων σχολείων και πρέπει επίσης να πληρώνουν για την εκπαίδευση των δικών τους παιδιών. Μόνο η εμφανής κατάρρευση της δημόσιας εκπαίδευσης στις μεγάλες πόλεις έχει διατηρήσει εκεί ένα ακμαίο ιδιωτικό σχολικό σύστημα· στην ανώτατη εκπαίδευση, όπου η κατάρρευση δεν υπήρξε τόσο έντονη, τα ιδιωτικά κολέγια οδηγούνται ταχύτατα εκτός αγοράς από τον ανταγωνισμό της δωρεάν φοίτησης που επιδοτείται μέσω φόρων και των υψηλότερων μισθών που χρηματοδοτούνται επίσης από φόρους. Ομοίως, εφόσον τα δημόσια σχολεία πρέπει συνταγματικά να είναι κοσμικά, αυτό σημαίνει ότι οι θρησκευόμενοι γονείς υποχρεώνονται να επιδοτούν τα κοσμικά δημόσια σχολεία. Ενώ ο «χωρισμός Εκκλησίας και κράτους» είναι ευγενής αρχή —και επιμέρους έκφανση της λιμπερταριανής αρχής του χωρισμού των πάντων από το κράτος—, αποτελεί ασφαλώς υπερβολή προς την αντίθετη κατεύθυνση να εξαναγκάζονται οι θρησκευόμενοι να επιδοτούν τους μη θρησκευόμενους μέσω κρατικού καταναγκασμού.

The very existence of the public school system, furthermore, involves a complex network of coerced levies and subsidies, all of which are difficult to justify on any ethical grounds whatever. In the first place, public schools force those parents who wish to send their children to private schools to shoulder a double burden: they are coerced into subsidizing public school children, and they also have to pay for their own children’s education. Only the evident breakdown of public education in the large cities has maintained a flourishing private school system there; in higher education, where the breakdown has not been as stark, private colleges are rapidly being put out of business by the competition from tax-subsidized free tuition and tax-financed higher salaries. Similarly, since public schools must constitutionally be secular, this means that religious parents must be forced to subsidize the secular public schools. While “separation of church and State” is a noble principle—and a subset of the libertarian principle of separating everything from the State—it is surely going too far in the other direction to force the religious to subsidize the nonreligious through State coercion.

49

Η ύπαρξη του δημόσιου σχολείου σημαίνει επίσης ότι οι άγαμοι και τα άτεκνα ζευγάρια εξαναγκάζονται να επιδοτούν οικογένειες με παιδιά. Ποια είναι εδώ η ηθική αρχή; Και τώρα που η πληθυσμιακή αύξηση δεν είναι πλέον της μόδας, σκεφτείτε την ανακολουθία των Αμερικανών προοδευτικών αντιπάλων της πληθυσμιακής αύξησης που υποστηρίζουν ένα δημόσιο σχολικό σύστημα το οποίο όχι μόνο επιδοτεί τις οικογένειες με παιδιά, αλλά τις επιδοτεί ανάλογα με τον αριθμό των παιδιών τους. Δεν χρειάζεται να συμμεριστούμε σε όλη της την έκταση τη σημερινή υστερία κατά της πληθυσμιακής αύξησης για να αμφισβητήσουμε τη σύνεση της σκόπιμης επιδότησης του αριθμού των παιδιών ανά οικογένεια μέσω κυβερνητικής δράσης. Αυτό σημαίνει επίσης ότι φτωχοί άγαμοι και φτωχά άτεκνα ζευγάρια υποχρεώνονται να επιδοτούν πλούσιες οικογένειες με παιδιά. Έχει αυτό οποιοδήποτε ηθικό νόημα;

The existence of the public school also means that unmarried and childless couples are coerced into subsidizing families with children. What is the ethical principle here? And now that population growth is no longer fashionable, consider the anomaly of liberal antipopulationists advocating a public school system that not only subsidizes families with children, but subsidizes them in proportion to the number of children they have. We need not subscribe to the full dimensions of the current antipopulation hysteria to question the wisdom of deliberately subsidizing the number of children per family by government action. This means, too, that poor single people and poor childless couples are forced to subsidize wealthy families with children. Does this make any ethical sense at all?

50

Τα τελευταία χρόνια, οι δυνάμεις που υποστηρίζουν το δημόσιο σχολείο έχουν διαδώσει το δόγμα ότι «κάθε παιδί έχει δικαίωμα στην εκπαίδευση» και ότι, επομένως, οι φορολογούμενοι πρέπει να εξαναγκάζονται να του εξασφαλίζουν αυτό το δικαίωμα. Αυτή η αντίληψη όμως παρανοεί εντελώς την έννοια του «δικαιώματος». Ένα «δικαίωμα», από φιλοσοφική άποψη, πρέπει να είναι κάτι ριζωμένο στη φύση του ανθρώπου και της πραγματικότητας, κάτι που μπορεί να διαφυλαχθεί και να διατηρηθεί σε κάθε χρόνο και σε κάθε εποχή. Το «δικαίωμα» αυτοκυριότητας, υπεράσπισης της ζωής και της περιουσίας του καθενός, είναι σαφώς τέτοιου είδους δικαίωμα: μπορεί να ισχύει για τους Νεάντερταλ των σπηλαίων, στη σύγχρονη Καλκούτα ή στις σημερινές Ηνωμένες Πολιτείες. Ένα τέτοιο δικαίωμα είναι ανεξάρτητο από τον χρόνο και τον τόπο. Ένα «δικαίωμα σε θέση εργασίας», όμως, ή σε «τρία γεύματα την ημέρα» ή σε «δώδεκα χρόνια σχολικής φοίτησης» δεν μπορεί να διασφαλιστεί με αυτόν τον τρόπο. Τι γίνεται αν τέτοια πράγματα δεν μπορούν να υπάρξουν, όπως συνέβαινε στην εποχή των Νεάντερταλ ή στη σύγχρονη Καλκούτα; Το να μιλάμε για «δικαίωμα» ως κάτι που μπορεί να εκπληρωθεί μόνο υπό σύγχρονες βιομηχανικές συνθήκες δεν σημαίνει ότι μιλάμε καθόλου για ανθρώπινο, φυσικό δικαίωμα. Επιπλέον, το λιμπερταριανό «δικαίωμα» αυτοκυριότητας δεν απαιτεί τον εξαναγκασμό μιας ομάδας ανθρώπων να παράσχει αυτό το «δικαίωμα» σε μια άλλη. Κάθε άνθρωπος μπορεί να απολαμβάνει το δικαίωμα αυτοκυριότητας χωρίς να επιβάλλεται ειδικός καταναγκασμός σε κανέναν. Στην περίπτωση όμως ενός «δικαιώματος» στη σχολική εκπαίδευση, αυτό μπορεί να παρασχεθεί μόνο αν άλλοι άνθρωποι εξαναγκαστούν να το εκπληρώσουν. Το «δικαίωμα» στη σχολική εκπαίδευση, σε θέση εργασίας, σε τρία γεύματα κ.λπ. δεν είναι, λοιπόν, ριζωμένο στην ανθρώπινη φύση, αλλά απαιτεί για την εκπλήρωσή του την ύπαρξη μιας ομάδας εκμεταλλευόμενων ανθρώπων που εξαναγκάζονται να παρέχουν ένα τέτοιο «δικαίωμα».

In recent years, the public school forces have promulgated the doctrine that “Every child has a right to an education,” and therefore that the taxpayers should be coerced into granting that right. But this concept totally misconstrues the concept of “right.” A “right,” philosophically, must be something embedded in the nature of man and reality, something that can be preserved and maintained at any time and in any age. The “right” of self-ownership, of defending one’s life and property, is clearly that sort of right: it can apply to Neanderthal cavemen, in modern Calcutta, or in the contemporary United States. Such a right is independent of time or place. But a “right to a job” or to “three meals a day” or to “twelve years of schooling” cannot be so guaranteed. Suppose that such things cannot exist, as was true in Neanderthal days or in modern Calcutta? To speak of a “right” as something which can only be fulfilled in modern industrial conditions is not to speak of a human, natural right at all. Furthermore, the libertarian “right” of self-ownership does not require the coercion of one set of people to provide such a “right” for another set. Every man can enjoy the right of self-ownership, without special coercion upon anyone. But in the case of a “right” to schooling, this can only be provided if other people are coerced into fulfilling it. The “right” to schooling, to a job, three meals, etc., is then not embedded in the nature of man, but requires for its fulfillment the existence of a group of exploited people who are coerced into providing such a “right.”

51

Επιπλέον, ολόκληρη η έννοια του «δικαιώματος στην εκπαίδευση» πρέπει πάντοτε να εξετάζεται υπό το πρίσμα ότι η τυπική σχολική φοίτηση αποτελεί μόνο μικρό μέρος της εκπαίδευσης οποιουδήποτε ανθρώπου στη ζωή. Αν κάθε παιδί έχει πράγματι «δικαίωμα» στην εκπαίδευση, τότε γιατί όχι και «δικαίωμα» στην ανάγνωση εφημερίδων και περιοδικών; Και γιατί να μη φορολογεί τότε η κυβέρνηση τους πάντες για να παρέχει δωρεάν δημόσια περιοδικά σε όποιον επιθυμεί να τα αποκτήσει;

Furthermore the entire concept of a “right to education” should always be placed in the context that formal schooling is only a small fraction of any person’s education in life. If every child really has a “right” to education, then why not a “right” to reading newspapers and magazines, and then why should not the government tax everyone to provide free public magazines for everyone who wishes to obtain them.

52

Ο καθηγητής Milton Friedman, οικονομολόγος στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, προσέφερε σημαντική υπηρεσία διαχωρίζοντας τη χρηματική χρηματοδότηση από άλλες πτυχές της κυβερνητικής επιδότησης, τόσο στην εκπαίδευση όσο και σε άλλους τομείς. Μολονότι ο Friedman δυστυχώς αποδέχεται την άποψη ότι η σχολική εκπαίδευση κάθε παιδιού πρέπει να χρηματοδοτείται από τους φορολογουμένους, επισημαίνει ότι δεν προκύπτει λογικά από αυτό ένα επιχείρημα υπέρ των δημόσιων σχολείων: είναι απολύτως εφικτό ο φορολογούμενος να επιδοτεί την εκπαίδευση κάθε παιδιού χωρίς να υπάρχουν καθόλου δημόσια σχολεία!73 Στο διάσημο πλέον «σχέδιο κουπονιών» του Friedman, η κυβέρνηση θα έδινε σε κάθε γονέα ένα κουπόνι που θα του επέτρεπε να καταβάλει ένα ορισμένο ποσό διδάκτρων για κάθε παιδί, σε οποιοδήποτε σχολείο της επιλογής του. Το σχέδιο κουπονιών θα συνέχιζε τη χρηματοδότηση της εκπαίδευσης κάθε παιδιού μέσω φόρων, αλλά θα επέτρεπε την κατάργηση της τεράστιας μονοπωλιακής, αναποτελεσματικής και δικτατορικής γραφειοκρατίας των δημόσιων σχολείων. Ο γονέας θα μπορούσε τότε να στέλνει το παιδί του σε οποιοδήποτε είδος ιδιωτικού σχολείου επιθυμούσε, και το φάσμα επιλογών για κάθε γονέα και παιδί θα μεγιστοποιούνταν. Το παιδί θα μπορούσε να φοιτά σε οποιοδήποτε είδος σχολείου επιθυμούσε ο γονέας — προοδευτικό ή παραδοσιακό, θρησκευτικό ή κοσμικό, υπέρ της ελεύθερης επιχειρηματικής δραστηριότητας ή σοσιαλιστικό. Η χρηματική επιδότηση θα διαχωριζόταν έτσι πλήρως από την ίδια την παροχή σχολικής εκπαίδευσης από την κυβέρνηση μέσω ενός δημόσιου σχολικού συστήματος.

Professor Milton Friedman, an economist at the University of Chicago, has performed an important service in separating out money sums from various aspects of government subsidy, in education as well as in other areas. While Friedman unfortunately accepts the view that every child should have his schooling provided by the taxpayers, he points out the non sequitur in using this as an argument for public schools: It is quite feasible for the taxpayer to subsidize every child’s education without having any public schools whatsoever! In Friedman’s now famous “voucher plan,” the government would give to every parent a voucher entitling him to pay a certain amount of tuition for each child, in any school of the parent’s choice. The voucher plan would continue the tax-financed provision of education for every child, yet enable the abolition of the vast monopolistic, inefficient, dictatorial public school bureaucracy. The parent could then send his child to any sort of private school that he wished, and the range of choice for every parent and child would then be maximized. The child could then go to any type of school—progressive or traditional, religious or secular, free enterprise or socialistic—the parent desired. The monetary subsidy would then be totally separated from the government’s actual provision of schooling through a public school system.

53

Μολονότι το σχέδιο Friedman θα αποτελούσε μεγάλη βελτίωση σε σχέση με το σημερινό σύστημα, επιτρέποντας ευρύτερο φάσμα γονικών επιλογών και την κατάργηση του δημόσιου σχολικού συστήματος, ο λιμπερταριανός διαπιστώνει ότι πολλά σοβαρά προβλήματα εξακολουθούν να παραμένουν. Πρώτον, θα συνεχιζόταν η ανήθικη καταναγκαστική επιδότηση της σχολικής εκπαίδευσης. Δεύτερον, είναι αναπόφευκτο ότι η εξουσία επιδότησης συνεπάγεται την εξουσία ρύθμισης και ελέγχου: η κυβέρνηση δεν πρόκειται να διανέμει κουπόνια για οποιαδήποτε ανεξαιρέτως μορφή σχολικής εκπαίδευσης. Είναι σαφές, λοιπόν, ότι θα χρηματοδοτούσε μέσω κουπονιών μόνο ιδιωτικά σχολεία πιστοποιημένα από το κράτος ως κατάλληλα και αποδεκτά, πράγμα που σημαίνει λεπτομερή κυβερνητικό έλεγχο των ιδιωτικών σχολείων — έλεγχο του προγράμματος σπουδών, των μεθόδων, του τρόπου χρηματοδότησής τους κ.λπ. Η εξουσία του κράτους επί των ιδιωτικών σχολείων, μέσω της δυνατότητάς του να τα πιστοποιεί ή να μην τα πιστοποιεί για τη λήψη κουπονιών, θα είναι ακόμη μεγαλύτερη απ’ ό,τι σήμερα.74

While the Friedman plan would be a great improvement over the present system in permitting a wider range of parental choice and enabling the abolition of the public school system, the libertarian finds many grave problems yet remaining. In the first place, the immorality of coerced subsidy for schooling would still continue in force. Secondly, it is inevitable that the power to subsidize brings with it the power to regulate and control: The government is not about to hand out vouchers for any kind of schooling whatever. Clearly, then, the government would only pay vouchers for private schools certified as fitting and proper by the State, which means detailed control of the private schools by the government—control over their curriculum, methods, form of financing, etc. The power of the State over private schools, through its power to certify or not to certify for vouchers, will be even greater than it is now.

54

Μετά την υπόθεση του Όρεγκον, οι υποστηρικτές του δημόσιου σχολείου δεν έφτασαν ποτέ μέχρι την κατάργηση των ιδιωτικών σχολείων· τα σχολεία αυτά όμως εξακολουθούν να υπόκεινται σε ρυθμίσεις και περιορισμούς με πολυάριθμους τρόπους. Κάθε πολιτεία, για παράδειγμα, ορίζει ότι κάθε παιδί πρέπει να εκπαιδεύεται σε σχολεία που η ίδια πιστοποιεί, πράγμα που και πάλι εξαναγκάζει τα σχολεία να ακολουθούν ένα πρότυπο προγράμματος σπουδών επιθυμητό στην κυβέρνηση. Για να «πληρούν τις προϋποθέσεις» αναγνώρισης ως πιστοποιημένα ιδιωτικά σχολεία, πρέπει να συμμορφώνονται με κάθε είδους άσκοπους και δαπανηρούς κανονισμούς, τόσο τα ίδια όσο και οι εκπαιδευτικοί, οι οποίοι συχνά πρέπει να παρακολουθούν πλήθος ανούσιων μαθημάτων «παιδαγωγικής» για να θεωρούνται κατάλληλοι να διδάξουν. Πολλά εξαίρετα ιδιωτικά σχολεία λειτουργούν σήμερα τυπικά «παράνομα», επειδή αρνούνται να συμμορφωθούν με τις συχνά απονεκρωτικές κυβερνητικές απαιτήσεις. Ίσως η σοβαρότερη αδικία είναι ότι, στις περισσότερες πολιτείες, απαγορεύεται στους γονείς να διδάσκουν οι ίδιοι τα παιδιά τους, αφού η πολιτεία δεν δέχεται ότι συνιστούν κατάλληλο «σχολείο». Υπάρχει τεράστιος αριθμός γονέων που είναι περισσότερο από επαρκώς καταρτισμένοι για να διδάσκουν οι ίδιοι τα παιδιά τους, ιδίως στις τάξεις του δημοτικού. Επιπλέον, είναι καταλληλότεροι από οποιονδήποτε εξωτερικό παράγοντα να κρίνουν τις ικανότητες και τον απαιτούμενο ρυθμό μάθησης κάθε παιδιού και να προσαρμόζουν την εκπαίδευση στις ατομικές του ανάγκες και δυνατότητες. Κανένα τυπικό σχολείο, περιορισμένο σε ομοιόμορφες τάξεις, δεν μπορεί να προσφέρει τέτοιου είδους υπηρεσία.

Since the Oregon case, the public school advocates have never gone so far as to abolish private schools, but these schools remain regulated and confined in numerous ways. Each state, for example, provides that every child must be educated in schools it certifies, which again coerces the schools into a curricular mould desired by the government. In order to “qualify” as certified private schools, all sorts of pointless and costly regulations have to be fulfilled, by the school as well as by the teacher, who must often take a host of meaningless “education” courses in order to be deemed qualified to teach. Many fine private schools are now operating technically “illegally,” because they refuse to conform to the often stultifying government requirements. Perhaps the gravest injustice is that, in most states, parents are prohibited from teaching their children themselves, since the state will not agree that they constitute a proper “school.” There are a vast number of parents who are more than qualified to teach their children themselves, particularly the elementary grades. Furthermore, they are more qualified than any outside party to judge the abilities and the required pacing of each child, and to gear education to the individual needs and abilities of each child. No formal school, confined to uniform classrooms, can perform that sort of service.

55

Τα «δωρεάν» σχολεία, είτε τα σημερινά δημόσια είτε τα μελλοντικά σχολεία που θα χρηματοδοτούνται με κουπόνια, δεν είναι φυσικά πραγματικά δωρεάν· κάποιος, δηλαδή οι φορολογούμενοι, πρέπει να πληρώνει για τις παρεχόμενες εκπαιδευτικές υπηρεσίες. Όταν όμως η υπηρεσία αποσυνδέεται από την πληρωμή, τείνει να υπάρχει υπερβολική εισροή παιδιών στα σχολεία —πέρα από τους νόμους υποχρεωτικής φοίτησης, που έχουν το ίδιο αποτέλεσμα— και έλλειψη ενδιαφέροντος του παιδιού για την εκπαιδευτική υπηρεσία την οποία η οικογένειά του δεν χρειάζεται να πληρώνει. Ως αποτέλεσμα, μεγάλος αριθμός παιδιών ακατάλληλων για το σχολείο ή αδιάφορων γι’ αυτό, που θα βρίσκονταν σε καλύτερη θέση είτε στο σπίτι είτε εργαζόμενα, εξαναγκάζονται να πηγαίνουν στο σχολείο και να παραμένουν εκεί πολύ περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε. Η μανία της μαζικής σχολικής εκπαίδευσης που προκύπτει έχει δημιουργήσει μια μάζα δυσαρεστημένων και εγκλωβισμένων παιδιών, μαζί με τη γενική αντίληψη ότι όλοι πρέπει να ολοκληρώνουν το λύκειο —ή ακόμη και το πανεπιστήμιο— για να είναι άξιοι να προσληφθούν σε εργασία. Σε αυτή την πίεση έχει προστεθεί η υστερική εξάπλωση της προπαγάνδας «κατά της εγκατάλειψης του σχολείου» στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Ένα μέρος της ευθύνης γι’ αυτή την εξέλιξη ανήκει στις επιχειρήσεις, αφού οι εργοδότες είναι απολύτως ευχαριστημένοι να εκπαιδεύεται το εργατικό τους δυναμικό όχι από τους ίδιους ή πάνω στη δουλειά, αλλά εις βάρος του δύσμοιρου φορολογουμένου. Πόσο μεγάλο μέρος της διόγκωσης της μαζικής δημόσιας σχολικής εκπαίδευσης αποτελεί μέσο με το οποίο οι εργοδότες μετακυλίουν το κόστος κατάρτισης των εργαζομένων τους στο σύνολο των φορολογουμένων;

“Free” schools, whether current public schools or future vouchered schools, are of course not really free; someone, that is, the taxpayers, must pay for the educational services involved. But with service severed from payment, there tends to be an oversupply of children into the schools (apart from the compulsory attendance laws which have the same effect), and a lack of interest by the child in the educational service for which his family does not have to pay. As a result, a large number of children unsuitable for or uninterested in school who would be better off either at home or working, are dragooned into going to school and into staying there far longer than they should. The resulting mania for mass schooling has led to a mass of discontented and imprisoned children along with the general view that everyone has to finish high school (or even college) to be worthy of being employed. Adding to this pressure has been the hysterical growth of “antidropout” propaganda in the mass media. Part of this development is the fault of business, for employers are quite happy to have their labor force trained, not by the employers or on the job, but at the expense of the hapless taxpayer. How much of the burgeoning of mass public schooling is a means by which employers foist the cost of training their workers upon the taxpayers at large?

56

Θα ανέμενε κανείς ότι αυτή η κατάρτιση, αφού δεν κοστίζει στους εργοδότες, θα είναι ιδιαίτερα δαπανηρή, αναποτελεσματική και υπερβολικά μακρόχρονη. Πράγματι, πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι μεγάλο μέρος της σημερινής σχολικής εκπαίδευσης δεν είναι αναγκαίο για την παραγωγική απασχόληση. Όπως ρωτά ο Arthur Stinchcombe:

One would expect that this training, being without cost to employers, will be highly expensive, inefficient, and far too lengthy. There is in fact increasing evidence that a vast amount of current schooling is not needed for productive employment. As Arthur Stinchcombe asks:

57

Υπάρχει κάτι που μπορεί να διδάξει ένα σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και για το οποίο οι εργοδότες χειρωνακτών θα ήταν πρόθυμοι να πληρώσουν, αν είχε μαθευτεί καλά; Γενικά, η απάντηση είναι όχι. Ούτε οι σωματικές ικανότητες ούτε η αξιοπιστία, οι δύο κύριες μεταβλητές που ενδιαφέρουν τους εργοδότες χειρωνακτών, επηρεάζονται πολύ από τη σχολική εκπαίδευση. Οι εργοδότες που ενδιαφέρονται να εξασφαλίσουν αξιόπιστους εργαζομένους μπορεί να απαιτούν απολυτήρια λυκείου ως ένδειξη καλής πειθαρχίας. Κατά τα άλλα, μπορούν να εκπαιδεύσουν τους εργαζομένους καλύτερα και φθηνότερα πάνω στη δουλειά απ’ ό,τι ένα σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.75

Is there anything that a high school can teach which employers of manual labor would be willing to pay for, if it were learned well? In general, the answer is no. Neither physical abilities nor reliability, the two main variables of interest in employers of manual labor, are much influenced by schooling. Employers concerned with securing reliable workers may require high school diplomas as evidence of good discipline. Otherwise they can train workers better and cheaper than a high school can, on the job.

58

Και, όπως επισημαίνει ο καθηγητής Banfield, οι περισσότερες επαγγελματικές δεξιότητες μαθαίνονται ούτως ή άλλως στην εργασία.76

And, as Professor Banfield points out, most job skills are learned on the job anyway.

59

Η σχετική αχρηστία του δημόσιου σχολικού συστήματος για την κατάρτιση σε χειρωνακτικές εργασίες καταδεικνύεται από το συναρπαστικό έργο του MIND, μιας ιδιωτικής εκπαιδευτικής υπηρεσίας που λειτουργεί σήμερα υπό την Corn Products Refining Company του Γκρίνουιτς του Κονέκτικατ. Το MIND επέλεξε σκόπιμα νέους που είχαν εγκαταλείψει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και δεν διέθεταν δεξιότητες για χειρωνακτικές εργασίες και, μέσα σε λίγες μόνο εβδομάδες, χρησιμοποιώντας εντατική κατάρτιση και διδακτικές μηχανές, μπόρεσε να τους διδάξει βασικές δεξιότητες και δακτυλογράφηση και να τους τοποθετήσει σε θέσεις εργασίας σε επιχειρήσεις. Δέκα χρόνια δημόσιας σχολικής εκπαίδευσης είχαν διδάξει σε αυτούς τους νέους λιγότερα από λίγες εβδομάδες ιδιωτικής κατάρτισης προσανατολισμένης στην εργασία! Αν επιτρεπόταν στους νέους να εγκαταλείψουν την επιβεβλημένη εξάρτηση και να γίνουν ανεξάρτητοι και αυτοσυντηρούμενοι, αυτό δεν θα μπορούσε παρά να έχει ανυπολόγιστα οφέλη τόσο για τους ίδιους όσο και για την υπόλοιπη κοινωνία.

The relative uselessness of the public school system for training manual labor is demonstrated by the fascinating work of MIND, a private educational service now operated by the Corn Products Refining Company of Greenwich, Connecticut. MIND deliberately chose high-school dropouts who were unskilled for manual jobs, and in a few short weeks, using intensive training and teaching machines, was able to teach these dropouts basic skills and typing, and place them in corporate jobs. Ten years of public schooling had taught these youngsters less than a few weeks of private, job-oriented training! Allowing youngsters to drop out from enforced dependency into becoming independent and self-supporting could only have immeasurable benefits for the youngsters themselves and for the rest of society.

60

Υπάρχουν σημαντικές ενδείξεις που συνδέουν τους νόμους υποχρεωτικής φοίτησης με το αυξανόμενο πρόβλημα της νεανικής παραβατικότητας, ιδίως μεταξύ απογοητευμένων παιδιών μεγαλύτερης ηλικίας. Έτσι, ο Stinchcombe διαπίστωσε ότι η εξεγερτική και παραβατική συμπεριφορά είναι «σε μεγάλο βαθμό αντίδραση στο ίδιο το σχολείο», ενώ η βρετανική Επιτροπή Crowther διαπίστωσε ότι, όταν το 1947 η κυβέρνηση αύξησε την ελάχιστη ηλικία αποχώρησης από το σχολείο από τα δεκατέσσερα στα δεκαπέντε, υπήρξε άμεση και απότομη αύξηση των παραβάσεων που διέπρατταν οι δεκατετράχρονοι οι οποίοι είχαν μόλις υποβληθεί σε αυτόν τον πρόσθετο εγκλεισμό.77

There is considerable evidence linking compulsory attendance laws with the growing problem of juvenile delinquency, particularly in frustrated older children. Thus, Stinchcombe found that rebellious and delinquent behavior is “largely a reaction to the school itself”; and the British Crowther Committee found that when in 1947 the minimum school-leaving age was raised by the government from fourteen to fifteen, there was an immediate and sharp increase in the delinquencies committed by the newly incarcerated fourteen-year-olds.

61

Μέρος της ευθύνης για την υποχρεωτική φοίτηση και τη μαζική δημόσια σχολική εκπαίδευση πρέπει επίσης να αποδοθεί στα εργατικά συνδικάτα, τα οποία, για να μειώσουν τον ανταγωνισμό από νέους, εφήβους εργαζομένους, προσπαθούν να εξαναγκάσουν τη νεολαία να παραμείνει έξω από την αγορά εργασίας και μέσα στα εκπαιδευτικά ιδρύματα για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο διάστημα. Έτσι, τόσο τα εργατικά συνδικάτα όσο και οι εργοδότες ασκούν ισχυρές πιέσεις υπέρ της υποχρεωτικής σχολικής εκπαίδευσης και, συνεπώς, υπέρ της μη απασχόλησης του μεγαλύτερου μέρους της νεολαίας της χώρας.

Part of the blame for compulsory attendance and mass public schooling must also be laid at the door of the labor unions which, in order to reduce competition from young, adolescent workers, try to force the youth out of the labor market and into educational institutions for as long a time as possible. Thus, both labor unions and employers exert powerful pressure for compulsory schooling and therefore for the nonemployment of most of the nation’s youth.

62

Ανώτατη εκπαίδευση

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Higher Education

63

Με εξαίρεση τις συνέπειες των νόμων υποχρεωτικής φοίτησης, οι ίδιες επικρίσεις που διατυπώσαμε κατά των δημόσιων σχολείων μπορούν επίσης να στραφούν κατά της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης, με μία αξιοσημείωτη προσθήκη. Πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι, τουλάχιστον στην περίπτωση της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης, η καταναγκαστική επιδότηση λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό προς την κατεύθυνση του εξαναγκασμού των φτωχότερων πολιτών να επιδοτούν την εκπαίδευση των πλουσιότερων! Υπάρχουν τρεις βασικοί λόγοι: η φορολογική δομή που χρηματοδοτεί την εκπαίδευση δεν είναι ιδιαίτερα «προοδευτική», δηλαδή δεν φορολογεί τους πλουσιότερους αναλογικά περισσότερο· οι νέοι που πηγαίνουν στο πανεπιστήμιο έχουν γενικά πλουσιότερους γονείς από εκείνους που δεν πηγαίνουν· και οι νέοι που πηγαίνουν στο πανεπιστήμιο θα αποκτήσουν, ως αποτέλεσμα, υψηλότερο συνολικό εισόδημα από εργασία κατά τη διάρκεια της ζωής τους από εκείνους που δεν πηγαίνουν. Συνεπώς, έχουμε καθαρή αναδιανομή εισοδήματος από τους φτωχότερους προς τους πλουσιότερους μέσω των δημόσιων ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης! Πού βρίσκεται εδώ η ηθική δικαιολόγηση;

With the exception of the effects of compulsory attendance laws, the same strictures we have levelled against public schools can also be directed against public higher education, with one noteworthy addition. There is increasing evidence that, certainly in the case of public higher education, the coerced subsidy is largely in the direction of forcing poorer citizens to subsidize the education of the wealthier! There are three basic reasons: the tax structure for schools is not particularly “progressive,” i.e., does not tax the wealthier in greater proportion; the kids going to college generally have wealthier parents than the kids who do not; and the kids going to college will, as a result, acquire a higher lifetime working income than those who do not go. Hence a net redistribution of income from the poorer to the richer via the public college! Where is the ethical justification here?

64

Οι καθηγητές Weisbrod και Hansen έχουν ήδη καταδείξει αυτή την αναδιανεμητική επίδραση στις μελέτες τους για τη δημόσια ανώτατη εκπαίδευση στο Ουισκόνσιν και στην Καλιφόρνια. Διαπίστωσαν, για παράδειγμα, ότι το μέσο οικογενειακό εισόδημα των κατοίκων του Ουισκόνσιν που δεν είχαν παιδιά στα πολιτειακά πανεπιστήμια ήταν 6.500 USD το 1964–1965, ενώ το μέσο εισόδημα των οικογενειών με παιδιά στο Πανεπιστήμιο του Ουισκόνσιν ήταν 9.700 USD. Στην Καλιφόρνια, τα αντίστοιχα ποσά ήταν 7.900 USD και 12.000 USD, και η ανισότητα των επιδοτήσεων ήταν ακόμη μεγαλύτερη επειδή η φορολογική δομή ήταν πολύ λιγότερο «προοδευτική» στη δεύτερη πολιτεία. Ο Douglas Windham διαπίστωσε παρόμοια αναδιανεμητική επίδραση από τους φτωχότερους προς τους πλουσιότερους στην πολιτεία της Φλόριντας. Οι Hansen και Weisbrod κατέληξαν, από τη μελέτη τους για την Καλιφόρνια:

Professors Weisbrod and Hansen have already demonstrated this redistribution effect in their studies of public higher education in Wisconsin and California. They found, for example, that the average family income of Wisconsinites without children in Wisconsin state universities was $6,500 in 1964–1965, while the average family income of families with children at the University of Wisconsin was $9,700. In California the respective figures were $7,900 and $12,000, and the subsidy disparity was even greater because the tax structure was much less “progressive” in the latter state. Douglas Windham found a similar redistribution effect from poorer to wealthier in the state of Florida. Hansen and Weisbrod concluded, from their California study:

65

…συνολικά, η επίδραση αυτών των επιδοτήσεων είναι να ενισχύουν μάλλον παρά να μειώνουν την ανισότητα μεταξύ ανθρώπων διαφορετικής κοινωνικής και οικονομικής προέλευσης, καθιστώντας διαθέσιμες σημαντικές επιδοτήσεις τις οποίες οι οικογένειες χαμηλότερου εισοδήματος είτε δεν δικαιούνται είτε δεν μπορούν να αξιοποιήσουν εξαιτίας άλλων συνθηκών και περιορισμών που συνδέονται με την εισοδηματική τους θέση.

Εκείνο που διαπιστώσαμε ότι ισχύει στην Καλιφόρνια —μια εξαιρετικά άνιση κατανομή των επιδοτήσεων που παρέχονται μέσω της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης— πιθανότατα ισχύει ακόμη περισσότερο σε άλλες πολιτείες. Καμία πολιτεία δεν διαθέτει τόσο εκτεταμένο σύστημα τοπικών κολεγίων διετούς φοίτησης όσο η Καλιφόρνια και, γι’ αυτόν τον λόγο, καμία δεν έχει τόσο μεγάλο ποσοστό αποφοίτων λυκείου που συνεχίζουν στη δημόσια ανώτατη εκπαίδευση. Κατά συνέπεια, μπορούμε να είμαστε αρκετά βέβαιοι ότι στην Καλιφόρνια το ποσοστό των νέων που λαμβάνουν μηδενική επιδότηση είναι μικρότερο απ’ ό,τι σε άλλες πολιτείες.78

on the whole, the effect of these subsidies is to promote greater rather than less inequality among people of various social and economic backgrounds by making available substantial subsidies that lower income families are either not eligible for or cannot make use of because of other conditions and constraints associated with their income position.

What we have found true in California—an exceedingly unequal distribution of subsidies provided through public higher education—quite probably is even more true for other states. No state has such an extensive system of local Junior Colleges as does California, and for this reason, no state has such a large percentage of its high school graduates going on to public higher education. As a result we can be rather confident that California has a smaller percentage of its young people receiving a zero subsidy than do other states.

66

Επιπλέον, οι πολιτείες, πέρα από το ότι θέτουν σε οικονομικό κίνδυνο τα ιδιωτικά κολέγια μέσω του αθέμιτου ανταγωνισμού τους που επιδοτείται από φόρους, επιβάλλουν αυστηρούς ελέγχους στην ιδιωτική ανώτατη εκπαίδευση μέσω διαφόρων ρυθμίσεων. Έτσι, στην πολιτεία της Νέας Υόρκης κανείς δεν μπορεί να ιδρύσει οποιοδήποτε ίδρυμα που να ονομάζεται «κολέγιο» ή «πανεπιστήμιο» αν δεν καταθέσει εγγύηση 500.000 USD στην πολιτεία. Είναι σαφές ότι αυτό εισάγει σοβαρές διακρίσεις εις βάρος μικρών, οικονομικά ασθενέστερων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και ουσιαστικά τα αποκλείει από την ανώτατη εκπαίδευση. Επίσης, οι περιφερειακές ενώσεις κολεγίων, μέσω της εξουσίας «διαπίστευσής» τους, μπορούν ουσιαστικά να οδηγήσουν εκτός λειτουργίας οποιοδήποτε κολέγιο δεν συμμορφώνεται με τους κανόνες του Κατεστημένου ως προς το πρόγραμμα σπουδών ή τη χρηματοδότηση. Για παράδειγμα, αυτές οι ενώσεις αρνούνται κατηγορηματικά να διαπιστεύσουν οποιοδήποτε κολέγιο, όσο εξαίρετη κι αν είναι η διδασκαλία του, το οποίο ανήκει σε ιδιοκτήτες ή λειτουργεί με σκοπό το κέρδος, αντί να διοικείται από συμβούλιο επιτρόπων. Εφόσον τα κολέγια ιδιωτικής επιχειρηματικής ιδιοκτησίας, έχοντας πολύ ισχυρότερο κίνητρο να είναι αποτελεσματικά και να υπηρετούν τον καταναλωτή, θα τείνουν να είναι οικονομικά πιο επιτυχημένα, αυτή η διάκριση επιβάλλει ένα ακόμη βαρύ οικονομικό φορτίο στην ιδιωτική ανώτατη εκπαίδευση. Τα τελευταία χρόνια, το επιτυχημένο Marjorie Webster Junior College στην Ουάσιγκτον παραλίγο να οδηγηθεί σε παύση λειτουργίας εξαιτίας της άρνησης της περιφερειακής ένωσής του να του χορηγήσει διαπίστευση. Μολονότι θα μπορούσε κανείς να πει ότι οι περιφερειακές ενώσεις είναι ιδιωτικές και όχι δημόσιες, συνεργάζονται στενά με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, η οποία, για παράδειγμα, αρνείται να διαθέσει τις συνήθεις υποτροφίες ή παροχές εκπαίδευσης προς πρώην στρατιωτικούς σε μη διαπιστευμένα κολέγια.79

Furthermore, the states, in addition to putting private colleges into financial jeopardy by their unfair, tax-subsidized competition, enforce strict controls on private higher education through various regulations. Thus, in New York State, no one can establish any institution called a “college” or “university” unless he posts a $500,000 bond with the state of New York. Clearly, this severely discriminates against small, poorer educational institutions, and effectively keeps them out of higher education. Also, the regional associations of colleges, through their power of “accreditation,” can effectively put any college that does not conform to Establishment canons of curriculum or financing out of business. For example, these associations strictly refuse to accredit any college, no matter how excellent its instruction, that is proprietary or profit making, rather than trustee-governed. Since proprietary colleges, having a far greater incentive to be efficient and to serve the consumer, will tend to be more successful financially, this discrimination places another heavy economic burden on private higher education. In recent years, the successful Marjorie Webster Junior College in Washington, D.C., was almost put out of business by the refusal of its regional association to grant it accreditation. While one might say that the regional associations are private and not public, they work hand in hand with the federal government, which, for example, refuses to provide the usual scholarships or GI benefits to unaccredited colleges.

67

Οι κυβερνητικές διακρίσεις εις βάρος των κολεγίων ιδιωτικής επιχειρηματικής ιδιοκτησίας —όπως και άλλων ιδρυμάτων— δεν σταματούν στη διαπίστευση και στις υποτροφίες. Ολόκληρη η δομή της φορολογίας εισοδήματος εισάγει ακόμη βαρύτερες διακρίσεις εις βάρος τους. Απαλλάσσοντας από τον φόρο εισοδήματος τους οργανισμούς που διοικούνται από συμβούλια επιτρόπων και επιβάλλοντας βαριά φορολογία στα κερδοσκοπικά ιδρύματα, η ομοσπονδιακή και οι πολιτειακές κυβερνήσεις παραλύουν και καταστέλλουν εκείνη που θα μπορούσε να είναι η αποτελεσματικότερη και οικονομικά υγιέστερη μορφή ιδιωτικής εκπαίδευσης. Η λιμπερταριανή λύση σε αυτή την αδικία δεν είναι, φυσικά, να επιβληθούν ίσα βάρη στα κολέγια που διοικούνται από επιτρόπους, αλλά να αρθούν τα φορολογικά βάρη από τα εκπαιδευτήρια ιδιωτικής επιχειρηματικής ιδιοκτησίας. Η λιμπερταριανή ηθική δεν επιδιώκει την επιβολή ίσης δουλείας σε όλους, αλλά την επίτευξη ίσης ελευθερίας.

Governmental discrimination against proprietary colleges (and other institutions, as well) does not stop at accreditation and scholarships. The entire income tax structure discriminates against them even more severely. By exempting trustee-run organizations from income taxes and by levying heavy taxes on profit-making institutions, the federal and state governments cripple and repress what could be the most efficient and solvent form of private education. The libertarian solution to this inequity, of course, is not to place equal burdens on the trustee colleges, but to remove the tax burdens on the proprietary schools. The libertarian ethic is not to impose equal slavery on everyone, but to arrive at equal freedom.

68

Η διοίκηση μέσω συμβουλίου επιτρόπων είναι, γενικά, κακός τρόπος διοίκησης οποιουδήποτε ιδρύματος. Πρώτον, σε αντίθεση με τις κερδοσκοπικές επιχειρήσεις, τις προσωπικές ή τις μετοχικές εταιρείες, η επιχείρηση που διοικείται από επιτρόπους δεν ανήκει πλήρως σε κανέναν. Οι επίτροποι δεν μπορούν να αποκομίσουν κέρδη από την επιτυχή λειτουργία του οργανισμού, οπότε δεν υπάρχει κίνητρο να είναι αποτελεσματικοί ή να εξυπηρετούν σωστά τους πελάτες του. Όσο το κολέγιο ή ο άλλος οργανισμός δεν εμφανίζει υπερβολικά ελλείμματα, μπορεί να συνεχίζει να λειτουργεί σε χαμηλό επίπεδο επιδόσεων. Εφόσον οι επίτροποι δεν μπορούν να αποκομίσουν κέρδη βελτιώνοντας την εξυπηρέτηση των πελατών, τείνουν να διοικούν με χαλαρότητα. Επιπλέον, η οικονομική τους αποτελεσματικότητα περιορίζεται από τους όρους των καταστατικών τους· για παράδειγμα, οι επίτροποι ενός κολεγίου δεν επιτρέπεται να διασώσουν το ίδρυμά τους μετατρέποντας μέρος της πανεπιστημιούπολης σε εμπορική επιχείρηση — ας πούμε σε κερδοσκοπικό χώρο στάθμευσης.

Trustee governance is, in general, a poor way to run any institution. In the first place, in contrast to profit-making firms, partnerships, or corporations, the trustee-run firm is not fully owned by anyone. The trustees cannot make profits from successful operation of the organization, so there is no incentive to be efficient, or to serve the firm’s customers properly. As long as the college or other organization does not suffer excessive deficits it can peg along at a low level of performance. Since the trustees cannot make profits by bettering their service to customers, they tend to be lax in their operations. Furthermore, they are hobbled in financial efficiency by the terms of their charters; for example, the trustees of a college are forbidden from saving their institution by converting part of the campus into a commercial enterprise—say a profit-making parking lot.

69

Η ελλιπής εξυπηρέτηση των πελατών επιτείνεται στην περίπτωση των σημερινών κολεγίων που διοικούνται από επιτρόπους, όπου οι φοιτητές πληρώνουν μόνο μικρό μέρος του κόστους της εκπαίδευσής τους και το μεγαλύτερο μέρος χρηματοδοτείται από επιδοτήσεις ή περιουσιακά κεφάλαια του ιδρύματος. Η συνήθης κατάσταση της αγοράς, όπου οι παραγωγοί πωλούν το προϊόν και οι καταναλωτές πληρώνουν ολόκληρο το ποσό, έχει εκλείψει, και η αποσύνδεση υπηρεσίας και πληρωμής οδηγεί σε μια μη ικανοποιητική κατάσταση για όλους. Οι καταναλωτές, για παράδειγμα, αισθάνονται ότι οι διοικούντες είναι εκείνοι που υπαγορεύουν τους όρους. Αντιθέτως, όπως παρατήρησε ένας λιμπερταριανός στην κορύφωση των φοιτητικών ταραχών στα τέλη της δεκαετίας του 1960, «κανείς δεν κάνει κατάληψη στο Berlitz». Επιπλέον, το γεγονός ότι οι πραγματικοί «καταναλωτές» είναι οι κυβερνήσεις, τα ιδρύματα ή οι απόφοιτοι που πληρώνουν το μεγαλύτερο μέρος του λογαριασμού σημαίνει ότι η ανώτατη εκπαίδευση προσανατολίζεται αναπόφευκτα προς τις δικές τους απαιτήσεις και όχι προς την εκπαίδευση των φοιτητών. Όπως δηλώνουν οι καθηγητές Buchanan και Devletoglou:

The short-changing of the customers is aggravated in the case of current trustee-colleges, where the students pay only a small fraction of the cost of their education, the major part being financed by subsidy or endowment. The usual market situation, where the producers sell the product and the consumers pay the full amount, is gone, and the disjunction between service and payment leads to an unsatisfactory state of affairs for everyone. The consumers, for example, feel that the managers are calling the tune. In contrast, as one libertarian remarked at the height of the student riots of the late 1960s, “nobody sits in at Berlitz.” Furthermore, the fact that the “consumers” are really the governments, foundations, or alumni who pay the largest share of the bill, means that higher education inevitably gets skewed in the direction of their demands rather than toward the education of students. As Professors Buchanan and Devletoglou state:

70

Η παρεμβολή της κυβέρνησης ανάμεσα στα πανεπιστήμια και στους φοιτητές-καταναλωτές τους έχει δημιουργήσει μια κατάσταση στην οποία τα πανεπιστήμια δεν μπορούν να ανταποκριθούν στη ζήτηση και να αντλήσουν άμεσα πόρους για την ικανοποίηση των προτιμήσεων των φοιτητών-καταναλωτών. Για να αποκτήσουν πόρους, τα πανεπιστήμια πρέπει να ανταγωνίζονται άλλες δραστηριότητες που χρηματοδοτούνται από φόρους —ένοπλες δυνάμεις, κατώτερες βαθμίδες εκπαίδευσης, προγράμματα πρόνοιας κ.ο.κ. Κατά τη διαδικασία αυτή, η ζήτηση των φοιτητών-καταναλωτών παραμελείται, και η επακόλουθη φοιτητική αναταραχή παρέχει τα συστατικά του χάους που παρατηρούμε… Η αυξανόμενη εξάρτηση από την κυβερνητική οικονομική στήριξη, όπως αυτή έχει μεταφραστεί στον θεσμό της δωρεάν φοίτησης, μπορεί να αποτελεί η ίδια σημαντική πηγή της σημερινής αναταραχής.80

The interposition of the government between the universities and their student-consumers has created a situation in which universities cannot meet demand and tap directly resources for satisfying student-consumer preferences. In order to get resources, universities have to compete with other tax-financed activities (armed forces, lower schools, welfare programs, and so forth). In the process, student-consumer demand is neglected, and the resulting student unrest provides the ingredients for the chaos we observe.... The mounting dependence on governmental financial support, as this has been translated into the institution of free tuition, may itself be one significant source of current unrest.

71

Η λιμπερταριανή πρόταση για το εκπαιδευτικό μας χάος μπορεί, λοιπόν, να συνοψιστεί απλά: να απομακρυνθεί η κυβέρνηση από την εκπαιδευτική διαδικασία. Η κυβέρνηση επιχείρησε να κατηχήσει και να διαπλάσει τη νεολαία της χώρας μέσω του δημόσιου σχολικού συστήματος και να διαμορφώσει τους μελλοντικούς ηγέτες μέσω της κρατικής λειτουργίας και του ελέγχου της ανώτατης εκπαίδευσης. Η κατάργηση των νόμων υποχρεωτικής φοίτησης θα έθετε τέλος στον ρόλο των σχολείων ως δεσμοφυλάκων της νεολαίας και θα απελευθέρωνε όλους όσοι θα βρίσκονταν σε καλύτερη θέση έξω από αυτά, επιτρέποντάς τους την ανεξαρτησία και την παραγωγική εργασία. Η κατάργηση των δημόσιων σχολείων θα έθετε τέλος στο παραλυτικό βάρος του φόρου ακίνητης περιουσίας και θα παρείχε ένα τεράστιο φάσμα εκπαιδευτικών επιλογών για την ικανοποίηση όλων των ελεύθερα εκφραζόμενων αναγκών και απαιτήσεων του ποικίλου και πολύμορφου πληθυσμού μας. Η κατάργηση της κρατικής σχολικής εκπαίδευσης θα έθετε τέλος στην άδικη καταναγκαστική επιδότηση που παρέχεται στις πολύτεκνες οικογένειες και, συχνά, στις ανώτερες τάξεις εις βάρος των φτωχών. Το μίασμα της κυβέρνησης, της διάπλασης της αμερικανικής νεολαίας προς την κατεύθυνση που επιθυμεί το κράτος, θα αντικαθιστούνταν από ελεύθερα επιλεγμένες και εθελοντικές πράξεις — εν ολίγοις, από μια γνήσια και πραγματικά ελεύθερη εκπαίδευση, τόσο μέσα όσο και έξω από τα τυπικά σχολεία.

The libertarian prescription for our educational mess can, then, be summed up simply: Get the government out of the educational process. The government has attempted to indoctrinate and mould the nation’s youth through the public school system, and to mould the future leaders through State operation and control of higher education. Abolition of compulsory attendance laws would end the schools’ role as prison custodians of the nation’s youth, and would free all those better off outside the schools for independence and for productive work. The abolition of the public schools would end the crippling property tax burden and provide a vast range of education to satisfy all the freely exercised needs and demands of our diverse and varied population. The abolition of government schooling would end the unjust coerced subsidy granted to large families, and, often, toward the upper classes and against the poor. The miasma of government, of moulding the youth of America in the direction desired by the State, would be replaced by freely chosen and voluntary actions—in short, by a genuine and truly free education, both in and out of formal schools.

72

← Κεφάλαιο 6: Προσωπική ΕλευθερίαΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 8: Κοινωνική Πρόνοια και Κράτος Πρόνοιας →

← ΠεριεχόμεναΔίγλωσση ανάγνωση: Για μια Νέα Ελευθερία