Εργαλεία30 Οκτωβρίου 2026

Για μια Νέα Ελευθερία: Κεφάλαιο 6: Προσωπική Ελευθερία

Murray N. Rothbard · For a New Liberty: The Libertarian Manifesto

Πραξεολόγος

← Κεφάλαιο 5: Ακούσια ΔουλείαΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 7: Εκπαίδευση →

Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.

Αγγλικό πρωτότυπο: Murray N. Rothbard, For a New Liberty: The Libertarian Manifesto, 2η έκδοση, Ludwig von Mises Institute, 2006 (ηλεκτρονική έκδοση). © 1973, 1978 Murray N. Rothbard· © 2006 Ludwig von Mises Institute. Πηγή: mises.org/library/book/new-liberty-libertarian-manifesto.

Η μετάφραση ακολουθεί την αναθεωρημένη έκδοση του 1978, ενώ το αγγλικό κείμενο εδώ είναι η έκδοση του Mises Institute (2006). Γι’ αυτό ο «Πρόλογος» του Rothbard (Φεβρουάριος 1978), η τελευταία παράγραφος του κεφαλαίου 15 στην ελληνική και το «Παράρτημα: Το Λιμπερταριανό Κίνημα» δεν έχουν αγγλικό αντίστοιχο εδώ (το παράρτημα δεν περιλαμβάνεται), ενώ η ενότητα «Toward a Free America» υπάρχει μόνο στα αγγλικά. Ο «Πρόλογος Μεταφραστή» και η εισαγωγή του Llewellyn H. Rockwell, Jr. (2005) της αγγλικής έκδοσης δεν περιλαμβάνονται. Οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ) εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται.

Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.

Ελληνικά · μετάφραση: Πραξεολόγος
English · πρωτότυπο

Κεφάλαιο 6: Προσωπική Ελευθερία

↗ στη σελίδα του βιβλίου

6 Personal Liberty

1

Ελευθερία του λόγου

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Freedom of Speech

2

Υπάρχουν, φυσικά, πολλά προβλήματα προσωπικής ελευθερίας που δεν μπορούν να υπαχθούν στην κατηγορία της «ακούσιας δουλείας». Η ελευθερία του λόγου και του Τύπου θεωρούνται εδώ και πολύ καιρό πολύτιμες από εκείνους που περιορίζονται στο να είναι «υπέρμαχοι των ατομικών ελευθεριών» — με τον όρο αυτόν να σημαίνει ότι η οικονομική ελευθερία και τα δικαιώματα ιδιωτικής ιδιοκτησίας μένουν έξω από την εξίσωση. Είδαμε όμως ήδη ότι η «ελευθερία του λόγου» δεν μπορεί να υποστηριχθεί ως απόλυτη παρά μόνο εφόσον υπάγεται στα γενικά ιδιοκτησιακά δικαιώματα του ατόμου — συμπεριλαμβανομένου, με ιδιαίτερη έμφαση, του δικαιώματος κυριότητας επί του ίδιου του προσώπου του. Έτσι, ο άνθρωπος που φωνάζει «φωτιά» σε ένα κατάμεστο θέατρο δεν έχει δικαίωμα να το κάνει, επειδή προσβάλλει τα συμβατικά ιδιοκτησιακά δικαιώματα του ιδιοκτήτη του θεάτρου και των θεατών της παράστασης.

There are, of course, many problems of personal liberty which cannot be subsumed under the category of “involuntary servitude.” Freedom of speech and press have long been treasured by those who confine themselves to being “civil libertarians”—”civil” meaning that economic freedom and the rights of private property are left out of the equation. But we have already seen that “freedom of speech” cannot be upheld as an absolute except as it is subsumed under the general rights of property of the individual (emphatically including property right in his own person). Thus, the man who shouts “fire” in a crowded theater has no right to do so because he is aggressing against the contractual property rights of the theater owner and of the patrons of the performance.

3

Πέρα από τις προσβολές της ιδιοκτησίας, ωστόσο, κάθε λιμπερταριανός θα υπερασπίζεται αναγκαστικά την ελευθερία του λόγου μέχρις εσχάτων. Η ελευθερία να εκφέρει, να τυπώνει και να πωλεί κανείς οποιονδήποτε λόγο γίνεται απόλυτο δικαίωμα, όποιο κι αν είναι το πεδίο που επιλέγει να καλύψει ο λόγος ή η έκφραση. Εδώ, οι υπέρμαχοι των ατομικών ελευθεριών έχουν γενικά καλές επιδόσεις, και στον δικαστικό χώρο ο εκλιπών δικαστής Hugo Black διακρίθηκε ιδιαίτερα για την υπεράσπιση της ελευθερίας του λόγου από κυβερνητικούς περιορισμούς, βάσει της Πρώτης Τροπολογίας του Συντάγματος.

Aside from invasions of property, however, freedom of speech will necessarily be upheld to the uttermost by every libertarian. Freedom to say, print, and sell any utterance becomes an absolute right, in whatever area the speech or expression chooses to cover. Here, civil libertarians have a generally good record, and in the judiciary the late Justice Hugo Black was particularly notable in defending freedom of speech from government restriction on the basis of the First Amendment of the Constitution.

4

Υπάρχουν όμως τομείς στους οποίους ακόμη και οι πιο ένθερμοι υπέρμαχοι των ατομικών ελευθεριών υπήρξαν δυστυχώς ασαφείς. Τι γίνεται, για παράδειγμα, με την «υποκίνηση σε ταραχές», όπου ο ομιλητής κρίνεται ένοχος εγκλήματος επειδή εξήψε έναν όχλο, ο οποίος στη συνέχεια προκάλεσε ταραχές και διέπραξε διάφορες πράξεις και εγκλήματα εναντίον προσώπων και περιουσίας; Κατά την άποψή μας, η «υποκίνηση» μπορεί να θεωρηθεί έγκλημα μόνο αν αρνηθούμε την ελευθερία βούλησης και επιλογής κάθε ανθρώπου και υποθέσουμε ότι, αν ο Α πει στους Β και Γ: «Εσύ κι αυτός πηγαίνετε να προκαλέσετε ταραχές!», τότε οι Β και Γ καθορίζονται κατά κάποιον τρόπο αναπόδραστα να προχωρήσουν και να διαπράξουν την άδικη πράξη. Ο λιμπερταριανός όμως, ο οποίος πιστεύει στην ελευθερία της βούλησης, πρέπει να επιμένει ότι, μολονότι μπορεί να είναι ανήθικο ή ατυχές να προτρέπει ο Α σε ταραχές, αυτό παραμένει αυστηρά στο πεδίο της προτροπής και δεν πρέπει να υπόκειται σε νομική κύρωση. Φυσικά, αν ο Α συμμετάσχει και ο ίδιος στις ταραχές, τότε γίνεται ταραξίας και υπόκειται εξίσου σε τιμωρία. Επιπλέον, αν ο Α είναι αρχηγός μιας εγκληματικής επιχείρησης και, στο πλαίσιο του εγκλήματος, διατάξει τους υποτακτικούς του: «Εσύ κι αυτός πηγαίνετε να ληστέψετε την τάδε τράπεζα», τότε, φυσικά, σύμφωνα με το δίκαιο της συμμετοχής στο έγκλημα, ο Α καθίσταται συμμέτοχος ή ακόμη και επικεφαλής της ίδιας της εγκληματικής επιχείρησης.

But there are areas in which even the most ardent civil libertarians have been unfortunately fuzzy. What, for example, of “incitement to riot,” in which the speaker is held guilty of a crime for whipping up a mob, which then riots and commits various actions and crimes against person and property? In our view, “incitement” can only be considered a crime if we deny every man’s freedom of will and of choice, and assume that if A tells B and C: “You and him go ahead and riot!” that somehow B and C are then helplessly determined to proceed and commit the wrongful act. But the libertarian, who believes in freedom of the will, must insist that while it might be immoral or unfortunate for A to advocate a riot, that this is strictly in the realm of advocacy and should not be subject to legal penalty. Of course, if A also participates in the riot, then he himself becomes a rioter and is equally subject to punishment. Furthermore, if A is a boss in a criminal enterprise, and, as part of the crime, orders his henchmen: “You and him go and rob such and such a bank,” then of course A, according to the law of accessories, becomes a participant or even leader in the criminal enterprise itself.

5

Αν η προτροπή δεν πρέπει ποτέ να αποτελεί έγκλημα, τότε ούτε η «συνωμοσία με σκοπό την προτροπή» πρέπει να αποτελεί έγκλημα· διότι, σε αντίθεση με τη δυσάρεστη εξέλιξη του δικαίου της συνωμοσίας, η «συνωμοσία» —δηλαδή η συμφωνία— για να γίνει κάτι δεν πρέπει ποτέ να είναι περισσότερο παράνομη από την ίδια την πράξη. Πράγματι, πώς μπορεί να οριστεί η «συνωμοσία» παρά ως συμφωνία δύο ή περισσότερων ανθρώπων να κάνουν κάτι που δεν αρέσει σε εσένα, ο οποίος δίνεις τον ορισμό;47

If advocacy should never be a crime, then neither should “conspiracy to advocate,” for, in contrast to the unfortunate development of conspiracy law, “conspiring” (i.e., agreeing) to do something should never be more illegal than the act itself. (How, in fact, can “conspiracy” be defined except as an agreement by two or more people to do something that you, the definer, do not like?)

6

Ένα άλλο δύσκολο πεδίο είναι η νομοθεσία περί γραπτής και προφορικής δυσφήμησης. Γενικά θεωρείται θεμιτός ο περιορισμός της ελευθερίας του λόγου αν αυτός ο λόγος έχει ως αποτέλεσμα να βλάπτει, είτε με ψεύδη είτε κακόβουλα, την υπόληψη κάποιου άλλου. Εκείνο που κάνει, εν ολίγοις, η νομοθεσία περί γραπτής και προφορικής δυσφήμησης είναι να αναγνωρίζει σε κάποιον ένα «δικαίωμα ιδιοκτησίας» επί της ίδιας του της υπόληψης. Ωστόσο, η «υπόληψη» κάποιου δεν του ανήκει και δεν μπορεί να του ανήκει ως ιδιοκτησία, αφού εξαρτάται αποκλειστικά από τα υποκειμενικά αισθήματα και τις στάσεις των άλλων ανθρώπων. Εφόσον όμως κανείς δεν μπορεί ποτέ να «κατέχει» πραγματικά τον νου και τη στάση κάποιου άλλου, αυτό σημαίνει ότι κανείς δεν μπορεί κυριολεκτικά να έχει ιδιοκτησιακό δικαίωμα στην «υπόληψή» του. Η υπόληψη ενός προσώπου μεταβάλλεται διαρκώς, σύμφωνα με τις στάσεις και τις απόψεις του υπόλοιπου πληθυσμού. Επομένως, ο λόγος που επιτίθεται σε κάποιον δεν μπορεί να αποτελεί προσβολή του ιδιοκτησιακού του δικαιώματος και, συνεπώς, δεν πρέπει να υπόκειται σε περιορισμό ή νομική κύρωση.

Another difficult zone is the law of libel and slander. It has generally been held legitimate to restrict freedom of speech if that speech has the effect of either falsely or maliciously damaging the reputation of another person. What the law of libel and slander does, in short, is to argue a “property right” of someone in his own reputation. Yet someone’s “reputation” is not and cannot be “owned” by him, since it is purely a function of the subjective feelings and attitudes held by other people. But since no one can ever truly “own the mind and attitude of another, this means that no one can literally have a property right in his “reputation.” A person’s reputation fluctuates all the time, in accordance with the attitudes and opinions of the rest of the population. Hence, speech attacking someone cannot be an invasion of his property right and therefore should not be subject to restriction or legal penalty.

7

Είναι, φυσικά, ανήθικο να διατυπώνει κανείς ψευδείς κατηγορίες εναντίον κάποιου άλλου· και πάλι όμως, για τον λιμπερταριανό, το ηθικό και το νομικό ανήκουν σε δύο πολύ διαφορετικές κατηγορίες.

It is, of course, immoral to level false charges against another person, but once again, the moral and the legal are, for the libertarian, two very different categories.

8

Επιπλέον, από πρακτική άποψη, αν δεν υπήρχαν νόμοι περί γραπτής ή προφορικής δυσφήμησης, οι άνθρωποι θα ήταν πολύ λιγότερο πρόθυμοι απ’ ό,τι σήμερα να πιστεύουν κατηγορίες χωρίς πλήρη τεκμηρίωση. Σήμερα, αν αποδοθεί σε κάποιον ένα ελάττωμα ή παράπτωμα, η γενική αντίδραση είναι να γίνει πιστευτή η κατηγορία, αφού, αν ήταν ψευδής, «γιατί δεν κάνει αγωγή για δυσφήμηση;» Η νομοθεσία περί δυσφήμησης, φυσικά, εισάγει έτσι διακρίσεις εις βάρος των φτωχών, αφού ένας άνθρωπος με περιορισμένους οικονομικούς πόρους δεν είναι εξίσου έτοιμος να διεξαγάγει μια δαπανηρή δίκη δυσφήμησης με έναν εύπορο άνθρωπο. Επιπλέον, οι πλούσιοι μπορούν σήμερα να χρησιμοποιούν τους νόμους περί δυσφήμησης ως ρόπαλο εναντίον των φτωχότερων, περιορίζοντας απολύτως θεμιτές κατηγορίες και εκφράσεις υπό την απειλή ότι θα ασκήσουν αγωγή δυσφήμησης κατά των λιγότερο εύπορων αντιπάλων τους. Παραδόξως, λοιπόν, ένας άνθρωπος με περιορισμένους πόρους είναι πιθανότερο να υποφέρει από δυσφήμηση —και να υφίσταται περιορισμό του δικού του λόγου— στο σημερινό σύστημα παρά σε έναν κόσμο χωρίς νόμους κατά της δυσφήμησης.

Furthermore, pragmatically, if there were no laws of libel or slander, people would be much less willing to credit charges without full documentation than they are now. Nowadays, if a man is charged with some flaw or misdeed, the general reaction is to believe it, since if the charge were false, “Why doesn’t he sue for libel?” The law of libel, of course, discriminates in this way against the poor, since a person with few financial resources is scarcely as ready to carry on a costly libel suit as a person of affluent means. Furthermore, wealthy people can now use the libel laws as a club against poorer persons, restricting perfectly legitimate charges and utterances under the threat of suing their poorer enemies for libel. Paradoxically, then, a person of limited resources is more apt to suffer from libel—and to have his own speech restricted—in the present system than he would in a world without any laws against libel or defamation.

9

Ευτυχώς, τα τελευταία χρόνια οι νόμοι περί δυσφήμησης αποδυναμώνονται σταδιακά, με αποτέλεσμα να μπορεί πλέον κανείς να ασκεί σθεναρή και οξεία κριτική σε δημόσιους αξιωματούχους και σε πρόσωπα της δημόσιας ζωής χωρίς τον φόβο δαπανηρών δικαστικών ενεργειών ή νομικής τιμωρίας.

Fortunately, in recent years the laws against libel have been progressively weakened, so that one can now deliver vigorous and trenchant criticisms of public officials and of people in the public eye without fear of being subject to costly legal action or legal punishment.

10

Μια άλλη ενέργεια που πρέπει να είναι απολύτως απαλλαγμένη από περιορισμούς είναι το μποϊκοτάζ. Σε ένα μποϊκοτάζ, ένας ή περισσότεροι άνθρωποι χρησιμοποιούν το δικαίωμά τους στον λόγο για να παροτρύνουν άλλους, για οποιουσδήποτε λόγους —σημαντικούς ή ασήμαντους—, να πάψουν να αγοράζουν το προϊόν κάποιου άλλου. Αν, για παράδειγμα, αρκετοί άνθρωποι οργανώσουν μια εκστρατεία —για οποιονδήποτε λόγο— προκειμένου να παροτρύνουν τους καταναλωτές να σταματήσουν να αγοράζουν την μπίρα XYZ, αυτό αποτελεί και πάλι καθαρά προτροπή και, επιπλέον, προτροπή σε μια απολύτως θεμιτή πράξη: τη μη αγορά της μπίρας. Ένα επιτυχημένο μποϊκοτάζ μπορεί να είναι δυσάρεστο για τους παραγωγούς της μπίρας XYZ, αλλά και αυτό εμπίπτει αυστηρά στο πεδίο της ελευθερίας του λόγου και των δικαιωμάτων ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Οι παραγωγοί της μπίρας XYZ αναλαμβάνουν τον κίνδυνο που συνεπάγονται οι ελεύθερες επιλογές των καταναλωτών, και οι καταναλωτές δικαιούνται να ακούν και να επηρεάζονται από όποιον επιλέγουν. Ωστόσο, η εργατική μας νομοθεσία έχει παραβιάσει το δικαίωμα των εργατικών συνδικάτων να οργανώνουν μποϊκοτάζ εναντίον επιχειρήσεων. Επίσης, σύμφωνα με την τραπεζική μας νομοθεσία, είναι παράνομη η διάδοση φημών για την αφερεγγυότητα μιας τράπεζας — μια προφανής περίπτωση κατά την οποία η κυβέρνηση παραχωρεί ειδικά προνόμια στις τράπεζες, απαγορεύοντας την ελεύθερη έκφραση απόψεων που αποθαρρύνουν τη χρήση τους.

Another action that should be completely free of restriction is the boycott. In a boycott, one or more people use their right of speech to urge, for whatever reasons—important or trivial—that other people cease to buy someone else’s product. If, for example, several people organize a campaign—for whatever reason—to urge consumers to stop buying XYZ Beer, this is again purely advocacy, and, furthermore, advocacy of a perfectly legitimate act—not purchasing the beer. A successful boycott might be unfortunate for the producers of XYZ Beer, but this, again, is strictly within the realm of free speech and the rights of private property. The makers of XYZ Beer take their chances with the free choices of consumers, and consumers are entitled to listen and to be swayed by anyone they choose. Yet our labor laws have infringed upon the right of labor unions to organize boycotts against business firms. It is also illegal, under our banking laws, to spread rumors about the insolvency of a bank—an obvious case of the government’s extending special privileges to banks by outlawing freedom of speech in opposition to their use.

11

Ιδιαίτερα ακανθώδες είναι ολόκληρο το ζήτημα των απεργιακών περιφρουρήσεων και των διαδηλώσεων. Η ελευθερία του λόγου συνεπάγεται, φυσικά, την ελευθερία του συνέρχεσθαι — την ελευθερία να συγκεντρώνεται κανείς και να εκφράζεται από κοινού με άλλους. Η κατάσταση όμως γίνεται πιο σύνθετη όταν εμπλέκεται η χρήση των δρόμων. Είναι σαφές ότι η απεργιακή περιφρούρηση είναι αθέμιτη όταν χρησιμοποιείται —όπως συχνά συμβαίνει— για να εμποδίζει την πρόσβαση σε ιδιωτικό κτίριο ή εργοστάσιο ή όταν οι απεργιακές φρουρές απειλούν με βία όσους διασχίζουν τη γραμμή περιφρούρησης. Είναι επίσης σαφές ότι οι καθιστικές καταλήψεις αποτελούν αθέμιτη παραβίαση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Αλλά ακόμη και η «ειρηνική περιφρούρηση» δεν είναι σαφώς θεμιτή, διότι αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου προβλήματος: ποιος αποφασίζει για τη χρήση των δρόμων; Το πρόβλημα πηγάζει από το γεγονός ότι οι δρόμοι ανήκουν σχεδόν παντού στις τοπικές δημόσιες αρχές. Όμως η κυβέρνηση, μη όντας ιδιώτης ιδιοκτήτης, δεν διαθέτει κανένα κριτήριο κατανομής της χρήσης των δρόμων της, με αποτέλεσμα κάθε απόφασή της να είναι αυθαίρετη.

A particularly thorny question is the whole matter of picketing and demonstrations. Freedom of speech implies, of course, freedom of assembly—the freedom to gather together and express oneself in concert with others. But the situation becomes more complex when the use of the streets is involved. It is clear that picketing is illegitimate when it is used—as it often is—to block access to a private building or factory, or when the pickets threaten violence against those who cross the picket line. It is also clear that sit-ins are an illegitimate invasion of private property. But even “peaceful picketing” is not clearly legitimate, for it is part of a wider problem: Who decides on the use of the streets? The problem stems from the fact that the streets are almost universally owned by (local) government. But the government, not being a private owner, lacks any criterion for allocating the use of its streets, so that any decision it makes will be arbitrary.

12

Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι οι Φίλοι της Wisteria επιθυμούν να διαδηλώσουν και να πραγματοποιήσουν πορεία υπέρ της Wisteria σε έναν δημόσιο δρόμο. Η αστυνομία απαγορεύει τη διαδήλωση, υποστηρίζοντας ότι θα προκαλέσει συμφόρηση στους δρόμους και θα διαταράξει την κυκλοφορία. Οι υπέρμαχοι των ατομικών ελευθεριών θα διαμαρτυρηθούν αυτομάτως και θα ισχυριστούν ότι περιορίζεται άδικα το «δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου» των διαδηλωτών υπέρ της Wisteria. Αλλά και η αστυνομία μπορεί να προβάλλει μια απολύτως βάσιμη ένσταση: οι δρόμοι μπορεί πράγματι να συμφορηθούν, και είναι ευθύνη της κυβέρνησης να διατηρεί τη ροή της κυκλοφορίας. Πώς, λοιπόν, θα ληφθεί η απόφαση; Όπως κι αν αποφασίσει η κυβέρνηση, κάποια ομάδα φορολογουμένων θα ζημιωθεί. Αν αποφασίσει να επιτρέψει τη διαδήλωση, θα ζημιωθούν οι οδηγοί ή οι πεζοί· αν δεν την επιτρέψει, θα υποστούν απώλεια οι Φίλοι της Wisteria. Σε κάθε περίπτωση, το ίδιο το γεγονός της κυβερνητικής λήψης αποφάσεων δημιουργεί αναπόφευκτη σύγκρουση για το ποιοι από τους φορολογουμένους και τους πολίτες θα χρησιμοποιήσουν τον κρατικό πόρο και ποιοι όχι.

Suppose, for example, that the Friends of Wisteria wish to demonstrate and parade on behalf of Wisteria in a public street. The police ban the demonstration, claiming that it will clog the streets and disrupt traffic. Civil libertarians will automatically protest and claim that the “right of free speech” of the Wisteria demonstrators is being unjustly abridged. But the police, too, may have a perfectly legitimate point: the streets may well be clogged, and it is the government’s responsibility to maintain the flow of traffic. How then decide? Whichever way the government decides, some group of taxpayers will be injured by the decision. If the government decides to allow the demonstration, the motorists or pedestrians will be injured; if it does not, then the Friends of Wisteria will suffer a loss. In either case, the very fact of government decision-making generates inevitable conflict over who shall, and who shall not among the taxpayers and citizens, use the governmental resource.

13

Μόνο το καθολικά ισχύον καθεστώς κρατικής ιδιοκτησίας και ελέγχου των δρόμων καθιστά το πρόβλημα άλυτο και συγκαλύπτει την πραγματική του λύση. Το κρίσιμο σημείο είναι ότι όποιος κατέχει έναν πόρο αποφασίζει πώς θα χρησιμοποιηθεί. Ο ιδιοκτήτης ενός τυπογραφικού πιεστηρίου θα αποφασίσει τι θα τυπωθεί σε αυτό. Και ο ιδιοκτήτης των δρόμων θα αποφασίσει πώς θα κατανείμει τη χρήση τους. Εν ολίγοις, αν οι δρόμοι ήταν ιδιωτικοί και οι Φίλοι της Wisteria ζητούσαν να χρησιμοποιήσουν την Πέμπτη Λεωφόρο για να διαδηλώσουν, θα εναπέκειτο στον ιδιοκτήτη της Πέμπτης Λεωφόρου να αποφασίσει αν θα εκμισθώσει τον δρόμο για τη διαδήλωση ή αν θα τον διατηρήσει ελεύθερο για την κυκλοφορία. Σε έναν αμιγώς λιμπερταριανό κόσμο, όπου όλοι οι δρόμοι είναι ιδιωτικοί, οι διάφοροι ιδιοκτήτες τους θα αποφασίζουν κάθε φορά αν θα τους εκμισθώσουν για διαδηλώσεις, σε ποιους και με ποιο τίμημα. Θα ήταν τότε σαφές ότι δεν πρόκειται καθόλου για ζήτημα «ελευθερίας του λόγου» ή «ελευθερίας του συνέρχεσθαι», αλλά για ζήτημα ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων: του δικαιώματος μιας ομάδας να προτείνει τη μίσθωση ενός δρόμου και του δικαιώματος του ιδιοκτήτη του δρόμου να αποδεχθεί ή να απορρίψει την προσφορά.

It is only the universal fact of government ownership and control of the streets that makes this problem insoluble and cloaks the true solution to it. The point is that whoever owns a resource will decide on how that resource is to be used. The owner of a press will decide what will be printed on that press. And the owner of the streets will decide how to allocate their use. In short, if the streets were privately owned and the Friends of Wisteria asked for the use of Fifth Avenue to demonstrate, it will be up to the owner of Fifth Avenue to decide whether to rent the street for demonstration use or to keep it clear for traffic. In a purely libertarian world, where all streets are privately owned, the various street owners will decide, at any given time, whether to rent out the street for demonstrations, whom to rent it to, and what price to charge. It would then be clear that what is involved is not a “free speech” or “free assembly” question at all, but a question of property rights: of the right of a group to offer to rent a street, and of the right of the street owner either to accept or reject the offer.

14

Ελευθερία του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Freedom of Radio and Television

15

Υπάρχει ένας σημαντικός τομέας της αμερικανικής ζωής στον οποίο δεν υπάρχει ούτε μπορεί να υπάρξει ουσιαστική ελευθερία του λόγου ή του Τύπου υπό το σημερινό σύστημα. Πρόκειται για ολόκληρο το πεδίο του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης. Σε αυτόν τον τομέα, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, με τον κρίσιμης σημασίας Νόμο περί Ραδιοφώνου του 1927, κρατικοποίησε το ραδιοφάσμα. Στην πράξη, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση απέκτησε τίτλο κυριότητας επί όλων των ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών διαύλων. Στη συνέχεια αξίωσε να παραχωρεί, κατά τη θέληση ή την αρέσκειά της, άδειες χρήσης αυτών των διαύλων σε διάφορους ιδιωτικούς σταθμούς. Από τη μία πλευρά, οι σταθμοί, αφού λαμβάνουν δωρεάν τις άδειες, δεν χρειάζεται να πληρώνουν για τη χρήση του σπάνιου ραδιοφάσματος, όπως θα συνέβαινε στην ελεύθερη αγορά. Έτσι, λαμβάνουν μια τεράστια επιδότηση, την οποία επιθυμούν διακαώς να διατηρήσουν. Από την άλλη πλευρά, όμως, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, ως αρχή αδειοδότησης του ραδιοφάσματος, διεκδικεί το δικαίωμα και την εξουσία να ρυθμίζει λεπτομερώς και αδιάκοπα τη λειτουργία των σταθμών. Πάνω από το κεφάλι κάθε σταθμού, επομένως, επικρέμαται το ρόπαλο της απειλής μη ανανέωσης ή ακόμη και αναστολής της άδειάς του. Κατά συνέπεια, η ιδέα της ελευθερίας του λόγου στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση δεν είναι παρά εμπαιγμός. Κάθε σταθμός υπόκειται σε βαρύτατους περιορισμούς και υποχρεώνεται να διαμορφώνει το πρόγραμμά του σύμφωνα με τις επιταγές της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Επικοινωνιών. Έτσι, κάθε σταθμός πρέπει να έχει «ισορροπημένο» πρόγραμμα, να μεταδίδει ορισμένο αριθμό ανακοινώσεων «κοινής ωφέλειας», να παραχωρεί ίσο χρόνο σε κάθε πολιτικό υποψήφιο για το ίδιο αξίωμα και στις εκφράσεις πολιτικών απόψεων, να λογοκρίνει «αμφιλεγόμενους» στίχους στους δίσκους που μεταδίδει κ.λπ. Επί πολλά χρόνια, κανένας σταθμός δεν επιτρεπόταν να μεταδίδει οποιαδήποτε δική του συντακτική άποψη· τώρα, κάθε άποψη πρέπει να εξισορροπείται από «υπεύθυνες» συντακτικές αντικρούσεις.

There is one important area of American life where no effective freedom of speech or the press does or can exist under the present system. That is the entire field of radio and television. In this area, the federal government, in the crucially important Radio Act of 1927, nationalized the airwaves. In effect, the federal government took title to ownership of all radio and television channels. It then presumed to grant licenses, at its will or pleasure, for use of the channels to various privately owned stations. On the one hand, the stations, since they receive the licenses gratis, do not have to pay for the use of the scarce airwaves, as they would on the free market. And so these stations receive a huge subsidy, which they are eager to maintain. But on the other hand, the federal government, as the licensor of the airwaves, asserts the right and the power to regulate the stations minutely and continuously. Thus, over the head of each station is the club of the threat of nonrenewal, or even suspension, of its license. In consequence, the idea of freedom of speech in radio and television is no more than a mockery. Every station is grievously restricted, and forced to fashion its programming to the dictates of the Federal Communications Commission. So every station must have “balanced” programming, broadcast a certain amount of “public service” announcements, grant equal time to every political candidate for the same office and to expressions of political opinion, censor “controversial” lyrics in the records it plays, etc. For many years, no station was allowed to broadcast any editorial opinion at all; now, every opinion must be balanced by “responsible” editorial rebuttals.

16

Επειδή κάθε σταθμός και κάθε ραδιοτηλεοπτικός φορέας πρέπει διαρκώς να έχει τον νου του στην FCC, η ελεύθερη έκφραση στις ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές είναι προσχηματική. Είναι λοιπόν παράξενο που η τηλεοπτική άποψη, όταν εκφράζεται καθόλου σε αμφιλεγόμενα ζητήματα, τείνει να τάσσεται άχρωμα υπέρ του «Κατεστημένου»;

Because every station and every broadcaster must always look over its shoulder at the FCC, free expression in broadcasting is a sham. Is it any wonder that television opinion, when it is expressed at all on controversial issues, tends to be blandly in favor of the “Establishment”?

17

Ο λαός ανέχεται αυτή την κατάσταση μόνο επειδή υφίσταται από την αρχή του εμπορικού ραδιοφώνου μεγάλης κλίμακας. Τι θα σκεφτόμασταν όμως, για παράδειγμα, αν όλες οι εφημερίδες λειτουργούσαν με άδειες, οι οποίες θα ανανεώνονταν από μια Ομοσπονδιακή Επιτροπή Τύπου, και αν οι εφημερίδες έχαναν τις άδειές τους όταν τολμούσαν να εκφράσουν μια «μεροληπτική» συντακτική άποψη ή δεν έδιναν τη δέουσα βαρύτητα στις ανακοινώσεις κοινής ωφέλειας; Δεν θα αποτελούσε αυτό μια αφόρητη, για να μην πούμε αντισυνταγματική, καταστροφή του δικαιώματος στην ελευθερία του Τύπου; Ή σκεφτείτε να χρειάζονταν άδεια όλοι οι εκδότες βιβλίων και οι άδειές τους να μην ανανεώνονταν αν οι κατάλογοι των εκδόσεών τους δεν ικανοποιούσαν μια Ομοσπονδιακή Επιτροπή Βιβλίου. Κι όμως, αυτό που όλοι θα θεωρούσαμε αφόρητο και ολοκληρωτικό για τον Τύπο και τους εκδότες βιβλίων θεωρείται δεδομένο σε ένα μέσο που αποτελεί πλέον τον δημοφιλέστερο φορέα έκφρασης και εκπαίδευσης: το ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Και όμως, οι αρχές και στις δύο περιπτώσεις είναι ακριβώς ίδιες.

The public has only put up with this situation because it has existed since the beginning of large-scale commercial radio. But what would we think, for example, if all newspapers were licensed, the licenses to be renewable by a Federal Press Commission, and with newspapers losing their licenses if they dare express an “unfair” editorial opinion, or if they don’t give full weight to public service announcements? Would not this be an intolerable, not to say unconstitutional, destruction of the right to a free press? Or consider if all book publishers had to be licensed, and their licenses were not renewable if their book lists failed to suit a Federal Book Commission? Yet what we would all consider intolerable and totalitarian for the press and the book publishers is taken for granted in a medium which is now the most popular vehicle for expression and education: radio and television. Yet the principles in both cases are exactly the same.

18

Εδώ βλέπουμε επίσης ένα από τα μοιραία ελαττώματα της ιδέας του «δημοκρατικού σοσιαλισμού», δηλαδή της ιδέας ότι η κυβέρνηση πρέπει να κατέχει όλους τους πόρους και τα μέσα παραγωγής, διαφυλάσσοντας όμως την ελευθερία του λόγου και του Τύπου για όλους τους πολίτες της. Ένα σύνταγμα που εγγυάται αφηρημένα την «ελευθερία του Τύπου» δεν έχει νόημα σε μια σοσιαλιστική κοινωνία. Το κρίσιμο σημείο είναι ότι, όπου η κυβέρνηση κατέχει όλο το δημοσιογραφικό χαρτί, το χαρτί γενικά, τα τυπογραφικά πιεστήρια κ.λπ., η κυβέρνηση —ως ιδιοκτήτης— πρέπει να αποφασίζει πώς θα κατανείμει το δημοσιογραφικό και το υπόλοιπο χαρτί και τι θα τυπωθεί σε αυτά. Όπως η κυβέρνηση, ως ιδιοκτήτης ενός δρόμου, πρέπει να αποφασίσει πώς θα χρησιμοποιηθεί ο δρόμος, έτσι και μια σοσιαλιστική κυβέρνηση θα πρέπει να αποφασίσει πώς θα κατανείμει το δημοσιογραφικό χαρτί και όλους τους άλλους πόρους που εμπλέκονται στα πεδία του λόγου και του Τύπου: αίθουσες συγκεντρώσεων, μηχανήματα, φορτηγά κ.λπ. Οποιαδήποτε κυβέρνηση μπορεί να διακηρύσσει την αφοσίωσή της στην ελευθερία του Τύπου, διαθέτοντας όμως όλο το δημοσιογραφικό της χαρτί αποκλειστικά στους υπερασπιστές και στους υποστηρικτές της. Ο ελεύθερος Τύπος γίνεται και πάλι εμπαιγμός· επιπλέον, γιατί μια σοσιαλιστική κυβέρνηση να διαθέτει οποιοδήποτε σημαντικό μέρος των σπάνιων πόρων της σε αντισοσιαλιστές; Το πρόβλημα της γνήσιας ελευθερίας του Τύπου γίνεται τότε άλυτο.

Here we see, too, one of the fatal flaws in the idea of “democratic socialism,” i.e., the idea that the government should own all resources and means of production yet preserve and maintain freedom of speech and the press for all its citizens. An abstract constitution guaranteeing “freedom of the press” is meaningless in a socialist society. The point is that where the government owns all the newsprint, the paper, the presses, etc., the government—as owner—must decide how to allocate the newsprint and the paper, and what to print on them. Just as the government as street owner must make a decision how the street will be used, so a socialist government will have to decide how to allocate newsprint and all other resources involved in the areas of speech and press: assembly halls, machines, trucks, etc. Any government may profess its devotion to freedom of the press, yet allocate all of its newsprint only to its defenders and supporters. A free press is again a mockery; furthermore, why should a socialist government allocate any considerable amount of its scarce resources to antisocialists? The problem of genuine freedom of the press then becomes insoluble.

19

Ποια είναι η λύση για το ραδιόφωνο και την τηλεόραση; Απλή: να αντιμετωπιστούν αυτά τα μέσα ακριβώς όπως αντιμετωπίζονται ο Τύπος και οι εκδότες βιβλίων. Τόσο για τον λιμπερταριανό όσο και για όποιον πιστεύει στο αμερικανικό Σύνταγμα, η κυβέρνηση πρέπει να αποσυρθεί πλήρως από κάθε ρόλο ή παρέμβαση σε όλα τα μέσα έκφρασης. Εν ολίγοις, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση πρέπει να αποκρατικοποιήσει το ραδιοφάσμα και να παραχωρήσει ή να πωλήσει τους επιμέρους διαύλους σε ιδιώτες. Όταν οι ιδιωτικοί σταθμοί κατέχουν πραγματικά τους διαύλους τους, θα είναι αληθινά ελεύθεροι και ανεξάρτητοι· θα μπορούν να μεταδίδουν όποια προγράμματα επιθυμούν να παράγουν ή θεωρούν ότι θέλουν να ακούσουν οι ακροατές τους· και θα μπορούν να εκφράζονται όπως επιθυμούν, χωρίς φόβο κυβερνητικών αντιποίνων. Θα μπορούν επίσης να πωλούν ή να εκμισθώνουν τις συχνότητες σε όποιον επιθυμούν, και με αυτόν τον τρόπο οι χρήστες των διαύλων δεν θα επιδοτούνται πλέον τεχνητά.

The solution for radio and television? Simple: Treat these media precisely the same way the press and book publishers are treated. For both the libertarian and the believer in the American Constitution the government should withdraw completely from any role or interference in all media of expression. In short, the federal government should denationalize the airwaves and give or sell the individual channels to private ownership. When private stations genuinely own their channels, they will be truly free and independent; they will be able to put on any programs they wish to produce, or that they feel their listeners want to hear; and they will be able to express themselves in whichever way they wish without fear of government retaliation. They will also be able to sell or rent the airwaves to whomever they wish, and in that way the users of the channels will no longer be artificially subsidized.

20

Επιπλέον, αν οι τηλεοπτικοί δίαυλοι γίνουν ελεύθεροι, ιδιωτικοί και ανεξάρτητοι, τα μεγάλα δίκτυα δεν θα μπορούν πλέον να πιέζουν την FCC να θέτει εκτός νόμου τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό της τηλεόρασης επί πληρωμή. Μόνο επειδή η FCC έχει απαγορεύσει την τηλεόραση επί πληρωμή δεν έχει αυτή κατορθώσει να εδραιωθεί. Η «δωρεάν τηλεόραση», φυσικά, δεν είναι πραγματικά «δωρεάν»· τα προγράμματα πληρώνονται από τους διαφημιζομένους και ο καταναλωτής πληρώνει καλύπτοντας το κόστος της διαφήμισης μέσα στην τιμή του προϊόντος που αγοράζει. Θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί τι διαφορά έχει για τον καταναλωτή αν πληρώνει έμμεσα το κόστος της διαφήμισης ή άμεσα κάθε πρόγραμμα που αγοράζει. Η διαφορά είναι ότι δεν πρόκειται για τους ίδιους καταναλωτές των ίδιων προϊόντων. Ο διαφημιζόμενος στην τηλεόραση, για παράδειγμα, ενδιαφέρεται πάντοτε (α) να προσεγγίσει το ευρύτερο δυνατό τηλεοπτικό κοινό και (β) να προσεγγίσει εκείνους τους συγκεκριμένους τηλεθεατές που θα είναι περισσότερο δεκτικοί στο μήνυμά του. Επομένως, όλα τα προγράμματα θα προσανατολίζονται στον χαμηλότερο κοινό παρονομαστή του κοινού και ιδιαίτερα στους τηλεθεατές που είναι περισσότερο δεκτικοί στο μήνυμα· δηλαδή, σε εκείνους που δεν διαβάζουν εφημερίδες ή περιοδικά, ώστε το μήνυμα να μην επαναλαμβάνει διαφημίσεις που βλέπουν ήδη εκεί. Ως αποτέλεσμα, τα προγράμματα της δωρεάν τηλεόρασης τείνουν να είναι χωρίς φαντασία, άχρωμα και ομοιόμορφα. Η τηλεόραση επί πληρωμή θα σήμαινε ότι κάθε πρόγραμμα θα αναζητούσε τη δική του αγορά και ότι θα αναπτύσσονταν πολλές εξειδικευμένες αγορές για ιδιαίτερα κοινά — όπως ακριβώς έχουν αναπτυχθεί ιδιαίτερα επικερδείς εξειδικευμένες αγορές στον χώρο των περιοδικών και των εκδόσεων βιβλίων. Η ποιότητα των προγραμμάτων θα ήταν υψηλότερη και οι προσφερόμενες επιλογές πολύ πιο ποικίλες. Πράγματι, η απειλή του δυνητικού ανταγωνισμού από την τηλεόραση επί πληρωμή πρέπει να είναι μεγάλη, για να ασκούν τα δίκτυα επί χρόνια πιέσεις με σκοπό να την κρατούν σε καταστολή. Φυσικά όμως, σε μια πραγματικά ελεύθερη αγορά, και οι δύο μορφές τηλεόρασης, όπως επίσης η καλωδιακή τηλεόραση και άλλες μορφές που δεν μπορούμε ακόμη να φανταστούμε, θα μπορούσαν να εισέλθουν —και θα εισέρχονταν— στον ανταγωνισμό.

Furthermore, if TV channels become free, privately owned, and independent, the big networks will no longer be able to put pressure upon the FCC to outlaw the effective competition of pay-television. It is only because the FCC has outlawed pay-TV that it has not been able to gain a foothold. “Free TV” is, of course, not truly “free”; the programs are paid for by the advertisers, and the consumer pays by covering the advertising costs in the price of the product he buys. One might ask what difference it makes to the consumer whether he pays the advertising costs indirectly or pays directly for each program he buys. The difference is that these are not the same consumers for the same products. The television advertiser, for example, is always interested in (a) gaining the widest possible viewing market; and (b) in gaining those particular viewers who will be most susceptible to his message. Hence, the programs will all be geared to the lowest common denominator in the audience, and particularly to those viewers most susceptible to the message; that is, those viewers who do not read newspapers or magazines, so that the message will not duplicate the ads he sees there. As a result, free-TV programs tend to be unimaginative, bland, and uniform. Pay-TV would mean that each program would search for its own market, and many specialized markets for specialized audiences would develop—just as highly lucrative specialized markets have developed in the magazine and book publishing fields. The quality of programs would be higher and the offerings far more diverse. In fact, the menace of potential pay-TV competition must be great for the networks to lobby for years to keep it suppressed. But, of course, in a truly free market, both forms of television, as well as cable-TV and other forms we cannot yet envision, could and would enter the competition.

21

Ένα συνηθισμένο επιχείρημα εναντίον της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των τηλεοπτικών διαύλων είναι ότι αυτοί είναι «σπάνιοι» και, συνεπώς, πρέπει να ανήκουν στην κυβέρνηση και να κατανέμονται από αυτήν. Για έναν οικονομολόγο, αυτό είναι ανόητο επιχείρημα· όλοι οι πόροι είναι σπάνιοι· στην πραγματικότητα, οτιδήποτε έχει τιμή στην αγορά αποκτά αυτή την τιμή ακριβώς επειδή είναι σπάνιο. Πρέπει να πληρώνουμε κάποιο ποσό για ένα καρβέλι ψωμί, για παπούτσια, για φορέματα, επειδή όλα αυτά είναι σπάνια. Αν δεν ήταν σπάνια, αλλά υπήρχαν σε υπεραφθονία όπως ο αέρας, θα ήταν δωρεάν και κανείς δεν θα χρειαζόταν να ανησυχεί για την παραγωγή ή την κατανομή τους. Στον χώρο του Τύπου, το δημοσιογραφικό χαρτί είναι σπάνιο, το χαρτί είναι σπάνιο, τα τυπογραφικά μηχανήματα και τα φορτηγά είναι σπάνια κ.λπ. Όσο σπανιότερα είναι τόσο υψηλότερη τιμή θα έχουν, και αντιστρόφως. Επιπλέον, και πάλι από πρακτική άποψη, υπάρχουν πολύ περισσότεροι διαθέσιμοι τηλεοπτικοί δίαυλοι από όσους χρησιμοποιούνται σήμερα. Η αρχική απόφαση της FCC να εξαναγκάσει τους σταθμούς να λειτουργούν στη ζώνη VHF αντί στη ζώνη UHF δημιούργησε πολύ μεγαλύτερη στενότητα διαύλων απ’ όση ήταν αναγκαία.

One common argument against private ownership of TV channels is that these channels are “scarce,” and therefore have to be owned and parcelled out by the government. To an economist, this is a silly argument; all resources are scarce, in fact anything that has a price on the market commands that price precisely because it is scarce. We have to pay a certain amount for a loaf of bread, for shoes, for dresses because they are all scarce. If they were not scarce but superabundant like air, they would be free, and no one would have to worry about their production or allocation. In the press area, newsprint is scarce, paper is scarce, printing machinery and trucks are scarce, etc. The more scarce they are the higher the price they will command, and vice versa. Furthermore, and again pragmatically, there are far more television channels available than are now in use. The FCC’s early decision to force stations into the VHF instead of the UHF zone created far more of a scarcity of channels than there needed to be.

22

Μια άλλη συνηθισμένη αντίρρηση στην ιδιωτική ιδιοκτησία των ραδιοτηλεοπτικών μέσων είναι ότι οι ιδιωτικοί σταθμοί θα προκαλούσαν παρεμβολές ο ένας στις εκπομπές του άλλου και ότι αυτές οι εκτεταμένες παρεμβολές θα εμπόδιζαν ουσιαστικά την ακρόαση ή τη θέαση οποιουδήποτε προγράμματος. Αυτό όμως είναι εξίσου παράλογο ως επιχείρημα υπέρ της κρατικοποίησης του ραδιοφάσματος όσο ο ισχυρισμός ότι, επειδή οι άνθρωποι μπορούν να οδηγούν τα αυτοκίνητά τους πάνω στη γη άλλων, όλα τα αυτοκίνητα —ή όλη η γη— πρέπει να κρατικοποιηθούν. Και στις δύο περιπτώσεις, το ζητούμενο είναι τα δικαστήρια να οριοθετούν τους τίτλους ιδιοκτησίας με αρκετή ακρίβεια, ώστε κάθε προσβολή της ιδιοκτησίας κάποιου άλλου να είναι σαφής και να μπορεί να διωχθεί. Στην περίπτωση των τίτλων κυριότητας γης, αυτή η διαδικασία είναι αρκετά σαφής. Το κρίσιμο σημείο, όμως, είναι ότι τα δικαστήρια μπορούν να εφαρμόσουν παρόμοια διαδικασία οριοθέτησης των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων και σε άλλους τομείς — είτε πρόκειται για το ραδιοφάσμα είτε για το νερό είτε για τα κοιτάσματα πετρελαίου. Στην περίπτωση του ραδιοφάσματος, το έργο συνίσταται στον προσδιορισμό της τεχνολογικής μονάδας —δηλαδή του τόπου μετάδοσης, της εμβέλειας του κύματος και του τεχνικά αναγκαίου εύρους ενός διαύλου χωρίς παρεμβολές— και κατόπιν στην απόδοση ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων επί της συγκεκριμένης τεχνολογικής μονάδας. Αν, για παράδειγμα, αποδοθεί στον ραδιοφωνικό σταθμό WXYZ δικαίωμα ιδιοκτησίας στη μετάδοση στους 1.500 χιλιοκύκλους, με ένα ορισμένο εύρος χιλιοκύκλων εκατέρωθεν, σε ακτίνα 200 μιλίων γύρω από το Ντιτρόιτ, τότε κάθε σταθμός που μεταδίδει μεταγενέστερα πρόγραμμα στην περιοχή του Ντιτρόιτ σε αυτό το μήκος κύματος θα υπόκειται σε δίωξη για παραβίαση ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων. Αν τα δικαστήρια επιτελούν το έργο της οριοθέτησης και της προάσπισης των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, δεν υπάρχει μεγαλύτερος λόγος να αναμένουμε διαρκείς παραβιάσεις αυτών των δικαιωμάτων σε αυτόν τον τομέα απ’ ό,τι οπουδήποτε αλλού.

Another common objection to private property in the broadcast media is that private stations would interfere with each other’s broadcasts, and that such widespread interference would virtually prevent any programs from being heard or seen. But this is as absurd an argument for nationalizing the airwaves as claiming that since people can drive their cars over other people’s land this means that all cars—or land—must be nationalized. The problem, in either case, is for the courts to demarcate property titles carefully enough so that any invasion of another’s property will be clear-cut and subject to prosecution. In the case of land titles, this process is clear enough. But the point is that the courts can apply a similar process of staking out property rights in other areas—whether it be in airwaves, in water, or in oil pools. In the case of airwaves, the task is to find the technological unit—i.e., the place of transmission, the distance of the wave, and the technological width of a clear channel—and then to allocate property rights to this particular technological unit. If radio station WXYZ, for example, is assigned a property right in broadcasting on 1500 kilocycles, plus or minus a certain width of kilocycles, for 200 miles around Detroit, then any station which subsequently beams a program into the Detroit area on this wavelength would be subject to prosecution for interference with property rights. If the courts pursue their task of demarking and defending property rights, then there is no more reason to expect continual invasions of such rights in this area than anywhere else.

23

Οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν ότι αυτός ακριβώς ήταν ο λόγος που κρατικοποιήθηκε το ραδιοφάσμα: ότι πριν από τον Νόμο περί Ραδιοφώνου του 1927 οι σταθμοί προκαλούσαν παρεμβολές ο ένας στα σήματα του άλλου, επικράτησε χάος και τελικά η ομοσπονδιακή κυβέρνηση αναγκάστηκε να παρέμβει για να επιβάλει τάξη και να καταστήσει επιτέλους εφικτή τη λειτουργία ενός ραδιοφωνικού κλάδου. Αυτό όμως είναι ιστορικός θρύλος, όχι γεγονός. Η πραγματική ιστορία είναι ακριβώς η αντίθετη. Διότι, όταν άρχισαν να εμφανίζονται παρεμβολές στον ίδιο δίαυλο, το ζημιωθέν μέρος προσέφευγε στα δικαστήρια κατά των παραβατών του ραδιοφάσματος, και τα δικαστήρια άρχιζαν να βάζουν τάξη στο χάος, εφαρμόζοντας με μεγάλη επιτυχία σε αυτόν τον νέο τεχνολογικό τομέα τη θεωρία των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων του κοινοδικαίου — μια θεωρία από πολλές απόψεις παρόμοια με τη λιμπερταριανή. Εν ολίγοις, τα δικαστήρια άρχιζαν να αποδίδουν ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί του ραδιοφάσματος στους χρήστες που το «ιδιοποιούνταν πρωτογενώς». Όταν η ομοσπονδιακή κυβέρνηση διέκρινε την πιθανότητα αυτής της νέας επέκτασης της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, έσπευσε να κρατικοποιήσει το ραδιοφάσμα, χρησιμοποιώντας ως δικαιολογία το υποτιθέμενο χάος.

Most people believe that this is precisely the reason the airwaves were nationalized; that before the Radio Act of 1927, stations interfered with each other’s signals and chaos ensued, and the federal government was finally forced to step in to bring order and make a radio industry feasible at last. But this is historical legend, not fact. The actual history is precisely the opposite. For when interference on the same channel began to occur, the injured party took the airwave aggressors into court, and the courts were beginning to bring order out of the chaos by very successfully applying the common law theory of property rights—in very many ways similar to the libertarian theory—to this new technological area. In short, the courts were beginning to assign property rights in the airwaves to their “homesteading” users. It was after the federal government saw the likelihood of this new extension of private property that it rushed in to nationalize the airwaves, using alleged chaos as the excuse.

24

Για να περιγράψουμε λίγο πληρέστερα την κατάσταση, το ραδιόφωνο στα πρώτα χρόνια του αιώνα ήταν σχεδόν αποκλειστικά μέσο επικοινωνίας για πλοία — είτε για μηνύματα από πλοίο σε πλοίο είτε από πλοίο προς την ξηρά. Το Υπουργείο Ναυτικών ενδιαφερόταν για τη ρύθμιση του ραδιοφώνου ως μέσου διασφάλισης της ασφάλειας στη θάλασσα, και η αρχική ομοσπονδιακή ρύθμιση, ένας νόμος του 1912, προέβλεπε απλώς ότι κάθε ραδιοφωνικός σταθμός έπρεπε να διαθέτει άδεια εκδιδόμενη από τον υπουργό Εμπορίου. Ο νόμος, ωστόσο, δεν παρείχε εξουσίες ρύθμισης ή άρνησης ανανέωσης αδειών, και όταν άρχισαν οι εκπομπές προς το ευρύ κοινό στις αρχές της δεκαετίας του 1920, ο υπουργός Εμπορίου Herbert Hoover επιχείρησε να ρυθμίσει τους σταθμούς. Δικαστικές αποφάσεις του 1923 και του 1926, όμως, απέρριψαν την εξουσία της κυβέρνησης να ρυθμίζει τις άδειες, να αρνείται την ανανέωσή τους ή ακόμη και να αποφασίζει σε ποια μήκη κύματος θα λειτουργούν οι σταθμοί.48 Περίπου την ίδια εποχή, τα δικαστήρια επεξεργάζονταν την έννοια των ιδιωτικών ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων επί του ραδιοφάσματος μέσω «πρωτογενούς ιδιοποίησης», ιδίως στην υπόθεση Tribune Co. v. Oak Leaves Broadcasting Station — Περιφερειακό Δικαστήριο της κομητείας Κουκ, Ιλινόι, 1926. Στην υπόθεση αυτή, το δικαστήριο έκρινε ότι ο φορέας λειτουργίας ενός ήδη υπάρχοντος σταθμού είχε αποκτήσει, μέσω της προγενέστερης χρήσης, ιδιοκτησιακό δικαίωμα επαρκές για να απαγορευτεί δικαστικά σε έναν νέο σταθμό η χρήση ραδιοσυχνότητας με οποιονδήποτε τρόπο που θα προκαλούσε παρεμβολές στα σήματα του προϋπάρχοντος σταθμού.49 Έτσι, η τάξη αναδυόταν από το χάος μέσω της απόδοσης ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων. Ακριβώς αυτή την εξέλιξη όμως έσπευσε η κυβέρνηση να προλάβει.

To describe the picture a bit more fully, radio in the first years of the century was almost wholly a means of communication for ships—either ship-to-ship or ship-to-shore messages. The Navy Department was interested in regulating radio as a means of ensuring safety at sea, and the initial federal regulation, a 1912 act, merely provided that any radio station had to have a license issued by the Secretary of Commerce. No powers to regulate or to decide not to renew licenses were written into the law, however, and when public broadcasting began in the early 1920s, Secretary of Commerce Herbert Hoover attempted to regulate the stations. Court decisions in 1923 and 1926, however, struck down the government’s power to regulate licenses, to fail to renew them, or even to decide on which wavelengths the stations should operate. At about the same time, the courts were working out the concept of “homestead” private property rights in the airwaves, notably in the case of Tribune Co. v. Oak Leaves Broadcasting Station (Circuit Court, Cook County, Illinois, 1926). In this case the court held that the operator of an existing station had a property right, acquired by prior use, sufficient to enjoin a new station from using a radio frequency in any way so as to cause interference with the signals of the prior station. And so order was being brought out of the chaos by means of the assignment of property rights. But it was precisely this development that the government rushed in to forestall.

25

Η απόφαση Zenith του 1926, η οποία απέρριψε την εξουσία της κυβέρνησης να ρυθμίζει τις άδειες ή να αρνείται την ανανέωσή τους και υποχρέωσε το Υπουργείο Εμπορίου να εκδίδει άδεια σε κάθε σταθμό που υπέβαλλε αίτηση, προκάλεσε μεγάλη άνθηση στον ραδιοφωνικό κλάδο. Πάνω από διακόσιοι νέοι σταθμοί δημιουργήθηκαν στους εννέα μήνες μετά την απόφαση. Ως αποτέλεσμα, το Κογκρέσο έσπευσε να ψηφίσει, τον Ιούλιο του 1926, ένα προσωρινό μέτρο για να αποτρέψει την απόκτηση οποιουδήποτε ιδιοκτησιακού δικαιώματος επί των ραδιοσυχνοτήτων και αποφάσισε ότι όλες οι άδειες έπρεπε να περιορίζονται σε διάρκεια ενενήντα ημερών. Τον Φεβρουάριο του 1927, το Κογκρέσο ψήφισε τον νόμο που ίδρυσε την Ομοσπονδιακή Επιτροπή Ραδιοφώνου, κρατικοποίησε το ραδιοφάσμα και θέσπισε εξουσίες παρόμοιες με εκείνες της σημερινής FCC. Ότι ο στόχος των ενημερωμένων πολιτικών δεν ήταν να αποτρέψουν το χάος, αλλά να αποτρέψουν την ιδιωτική ιδιοκτησία του ραδιοφάσματος ως λύση στο χάος, το καταδεικνύει ο ιστορικός του δικαίου H. P. Warner. Ο Warner αναφέρει ότι «εκφράστηκαν σοβαροί φόβοι από νομοθέτες και από όσους είχαν γενικά την ευθύνη της διοίκησης των επικοινωνιών… ότι μια αποτελεσματική κυβερνητική ρύθμιση θα μπορούσε να καταστεί οριστικά αδύνατη μέσω της δημιουργίας ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων επί αδειών ή μέσων πρόσβασης και ότι, έτσι, θα μπορούσαν να κατοχυρωθούν για πάντα δικαιώματα εκμετάλλευσης αξίας εκατομμυρίων δολαρίων».50 Το τελικό αποτέλεσμα, ωστόσο, ήταν να δημιουργηθούν ούτως ή άλλως εξίσου πολύτιμα δικαιώματα εκμετάλλευσης, αλλά με μονοπωλιακό τρόπο, μέσω της γενναιοδωρίας της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Ραδιοφώνου και αργότερα της FCC, αντί μέσω ανταγωνιστικής πρωτογενούς ιδιοποίησης.

The 1926 Zenith decision striking down the government’s power to regulate or to fail to renew licenses, and forcing the Department of Commerce to issue licenses to any station that applied, produced a great boom in the broadcasting industry. Over two hundred new stations were created in the nine months after the decision. As a result, Congress rushed through a stopgap measure in July 1926 to prevent any property rights in radio frequencies, and resolved that all licenses should be limited to 90 days. By February 1927 the Congress passed the law establishing the Federal Radio Commission, which nationalized the airwaves and established powers similar to those of the current FCC. That the aim of the knowledgeable politicians was not to prevent chaos but to prevent private property in the airwaves as the solution to chaos is demonstrated by the legal historian H.P. Warner. Warner states that “grave fears were expressed by legislators, and those generally charged with the administration of communications... that government regulation of an effective sort might be permanently prevented through the accrual of property rights in licenses or means of access, and that thus franchises of the value of millions of dollars might be established for all time.” The net result, however, was to establish equally valuable franchises anyway, but in a monopolistic fashion through the largesse of the Federal Radio Commission and later FCC rather than through competitive homesteading.

26

Από τις πολυάριθμες άμεσες παραβιάσεις της ελευθερίας του λόγου που διαπράχθηκαν μέσω της αδειοδοτικής εξουσίας της FRC και της FCC, αρκούν δύο περιπτώσεις. Η μία συνέβη το 1931, όταν η FRC αρνήθηκε να ανανεώσει την άδεια ενός κυρίου Baker, ο οποίος λειτουργούσε ραδιοφωνικό σταθμό στην Αϊόβα. Αρνούμενη την ανανέωση, η Επιτροπή δήλωσε:

Among the numerous direct invasions of freedom of speech exercised by the licensing power of the FRC and FCC, two cases will suffice. One was in 1931, when the FRC denied renewal of license to a Mr. Baker, who operated a radio station in Iowa. In denying renewal, the Commission said:

27

Η Επιτροπή αυτή δεν συνηγορεί υπέρ των Ιατρικών Συλλόγων και των άλλων μερών που ο κύριος Baker αντιπαθεί. Τα υποτιθέμενα παραπτώματά τους μπορεί ενίοτε να έχουν δημόσια σημασία και να πρέπει να γνωστοποιούνται στο κοινό μέσω του ραδιοφώνου με τον ενδεδειγμένο τρόπο. Ο παρών φάκελος, όμως, αποκαλύπτει ότι ο κύριος Baker δεν το πράττει με κανέναν ευγενή τρόπο. Δείχνει ότι διαρκώς και αλλοπρόσαλλα προβάλλει από αέρος τις προσωπικές του εμμονές, τις ιδέες του για τη θεραπεία του καρκίνου και τις συμπάθειες και αντιπάθειές του προς ορισμένα πρόσωπα και πράγματα. Ασφαλώς, το να επιβάλλει όλα αυτά στους ακροατές δεν αποτελεί ορθή χρήση μιας άδειας ραδιοφωνικής εκπομπής. Πολλές από τις εκφράσεις του είναι χυδαίες, αν όχι πράγματι άσεμνες. Ασφαλώς δεν εξυψώνουν ούτε ψυχαγωγούν.51

This Commission holds no brief for the Medical Associations and other parties whom Mr. Baker does not like. Their alleged sins may be at times of public importance, to be called to the attention of the public over the air in the right way. But this record discloses that Mr. Baker does not do so in any high-minded way. It shows that he continually and erratically over the air rides a personal hobby, his cancer cure ideas and his likes and dislikes of certain persons and things. Surely his infliction of all this on the listeners is not the proper use of a broadcasting license. Many of his utterances are vulgar, if not indeed indecent. Assuredly they are not uplifting or entertaining.

28

Μπορούμε να φανταστούμε την κατακραυγή αν η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έκλεινε μια εφημερίδα ή έναν εκδοτικό οίκο για παρόμοιους λόγους;

Can we imagine the outcry if the federal government were to put a newspaper or a book publisher out of business on similar grounds?

29

Μια πρόσφατη ενέργεια της FCC ήταν να απειλήσει με μη ανανέωση της άδειας τον ραδιοφωνικό σταθμό KTRG στη Χονολουλού, έναν σημαντικό σταθμό της Χαβάης. Ο KTRG μετέδιδε λιμπερταριανά προγράμματα για αρκετές ώρες την ημέρα επί περίπου δύο χρόνια. Τελικά, στα τέλη του 1970, η FCC αποφάσισε να κινήσει μια μακρά διαδικασία ακροάσεων προς την κατεύθυνση της μη ανανέωσης της άδειας, της οποίας το επαπειλούμενο κόστος υποχρέωσε τους ιδιοκτήτες να κλείσουν οριστικά τον σταθμό.52

A recent act of the FCC was to threaten nonrenewal of license of radio station KTRG in Honolulu, a major radio station in Hawaii. KTRG had been broadcasting libertarian programs for several hours a day for approximately two years. Finally, in late 1970, the FCC decided to open lengthy hearings moving toward nonrenewal of license, the threatened cost of which forced the owners to shut down the station permanently.

30

Pornography

31

Για τον λιμπερταριανό, οι αντιπαραθέσεις συντηρητικών και Αμερικανών προοδευτικών σχετικά με τους νόμους που απαγορεύουν την πορνογραφία παρακάμπτουν απογοητευτικά την ουσία. Η συντηρητική θέση τείνει να υποστηρίζει ότι η πορνογραφία είναι εξευτελιστική και ανήθικη και, επομένως, πρέπει να τεθεί εκτός νόμου. Οι Αμερικανοί προοδευτικοί τείνουν να αντιτείνουν ότι το σεξ είναι καλό και υγιές και ότι, συνεπώς, η πορνογραφία θα έχει μόνο καλά αποτελέσματα, ενώ αντί γι’ αυτήν πρέπει να απαγορευτούν οι απεικονίσεις βίας — ας πούμε στην τηλεόραση, στον κινηματογράφο ή στα κόμικς. Καμία πλευρά δεν αντιμετωπίζει το κρίσιμο σημείο: ότι οι καλές, κακές ή αδιάφορες συνέπειες της πορνογραφίας, παρότι ίσως αποτελούν ενδιαφέρον ζήτημα καθαυτές, είναι εντελώς άσχετες με το ερώτημα αν πρέπει να τεθεί εκτός νόμου. Ο λιμπερταριανός υποστηρίζει ότι δεν είναι έργο του νόμου —της χρήσης βίας ως ανταπόδοσης— να επιβάλλει την αντίληψη οποιουδήποτε περί ηθικής. Δεν είναι έργο του νόμου —ακόμη κι αν αυτό ήταν πρακτικά δυνατό, πράγμα φυσικά εξαιρετικά απίθανο— να κάνει οποιονδήποτε καλό, ευσεβή, ηθικό, αγνό ή ακέραιο. Αυτό εναπόκειται στην απόφαση κάθε ατόμου για τον εαυτό του. Το μόνο έργο της νόμιμης βίας είναι να υπερασπίζεται τους ανθρώπους από τη χρήση βίας, να τους προστατεύει από βίαιες προσβολές του προσώπου ή της περιουσίας τους. Αν όμως η κυβέρνηση αξιώνει να απαγορεύσει την πορνογραφία, η ίδια γίνεται ο πραγματικός παράνομος — διότι παραβιάζει τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα των ανθρώπων να παράγουν, να πωλούν, να αγοράζουν ή να κατέχουν πορνογραφικό υλικό.

To the libertarian, the arguments between conservatives and liberals over laws prohibiting pornography are distressingly beside the point. The conservative position tends to hold that pornography is debasing and immoral and therefore should be outlawed. Liberals tend to counter that sex is good and healthy and that therefore pornography will only have good effects, and that depictions of violence—say on television, in movies, or in comic books—should be outlawed instead. Neither side deals with the crucial point: that the good, bad, or indifferent consequences of pornography, while perhaps an interesting problem in its own right, is completely irrelevant to the question of whether or not it should be outlawed. The libertarian holds that it is not the business of the law—the use of retaliatory violence—to enforce anyone’s conception of morality. It is not the business of the law—even if this were practically possible, which is, of course, most unlikely—to make anyone good or reverent or moral or clean or upright. This is for each individual to decide for himself. It is only the business of legal violence to defend people against the use of violence, to defend them from violent invasions of their person or property. But if the government presumes to outlaw pornography, it itself becomes the genuine outlaw—for it is invading the property rights of people to produce, sell, buy, or possess pornographic material.

32

Δεν θεσπίζουμε νόμους για να κάνουμε τους ανθρώπους ακέραιους· δεν θεσπίζουμε νόμους για να τους εξαναγκάζουμε να είναι ευγενικοί με τους γείτονές τους ή να μη φωνάζουν στον οδηγό του λεωφορείου· δεν θεσπίζουμε νόμους για να τους εξαναγκάζουμε να είναι ειλικρινείς με τους αγαπημένους τους. Δεν θεσπίζουμε νόμους για να τους εξαναγκάζουμε να καταναλώνουν μια ορισμένη ποσότητα βιταμινών την ημέρα. Ούτε είναι έργο της κυβέρνησης ή οποιουδήποτε φορέα επιβολής του δικαίου να θεσπίζει νόμους κατά της εθελοντικής παραγωγής ή πώλησης πορνογραφίας. Το αν η πορνογραφία είναι καλή, κακή ή αδιάφορη δεν πρέπει να ενδιαφέρει τις αρχές επιβολής του νόμου.

We do not pass laws to make people upright; we do not pass laws to force people to be kind to their neighbors or not to yell at the bus driver; we do not pass laws to force people to be honest with their loved ones. We do not pass laws to force them to eat X amount of vitamins per day. Neither is it the business of government, nor of any legal agency, to pass laws against the voluntary production or sale of pornography. Whether pornography is good, bad, or indifferent should be of no interest to the legal authorities.

33

Το ίδιο ισχύει για το φόβητρο των Αμερικανών προοδευτικών, την «πορνογραφία της βίας». Το αν η παρακολούθηση βίας στην τηλεόραση συμβάλλει ή όχι στη διάπραξη πραγματικών εγκλημάτων δεν πρέπει να εμπίπτει στην αρμοδιότητα του κράτους. Η απαγόρευση βίαιων ταινιών επειδή ενδέχεται κάποτε να παρακινήσουν κάποιον να διαπράξει έγκλημα αποτελεί άρνηση της ελεύθερης βούλησης του ανθρώπου και, φυσικά, πλήρη άρνηση του δικαιώματος όσων δεν θα διαπράξουν εγκλήματα να δουν την ταινία. Αλλά, ακόμη σημαντικότερο, η απαγόρευση βίαιων ταινιών γι’ αυτόν τον λόγο δεν είναι περισσότερο δικαιολογημένη —στην πραγματικότητα, είναι λιγότερο— από τη φυλάκιση όλων των μαύρων εφήβων ανδρών, όπως έχουμε επισημάνει, επειδή έχουν μεγαλύτερη τάση να διαπράττουν εγκλήματα από τον υπόλοιπο πληθυσμό.

The same holds true for the liberal bugbear of “the pornography of violence.” Whether or not watching violence on television helps lead to actual crimes should not come under the purview of the State. To outlaw violent films because they might someday induce someone to commit a crime is a denial of man’s free will, and a total denial, of course, of the right of those who will not commit crimes to see the film. But more important, it is no more justifiable—in fact, less so—to outlaw violent films for this reason than it would be, as we have noted, to lock up all teenage Negro males because they have a greater tendency to commit crime than the rest of the population.

34

Πρέπει επίσης να είναι σαφές ότι η απαγόρευση της πορνογραφίας αποτελεί προσβολή του ιδιοκτησιακού δικαιώματος, του δικαιώματος παραγωγής, πώλησης, αγοράς και κατοχής. Οι συντηρητικοί που ζητούν να τεθεί η πορνογραφία εκτός νόμου δεν φαίνεται να συνειδητοποιούν ότι έτσι παραβιάζουν την ίδια την έννοια των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων την οποία διακηρύσσουν ότι υπερασπίζονται. Πρόκειται επίσης για παραβίαση της ελευθερίας του Τύπου, η οποία, όπως είδαμε, αποτελεί στην πραγματικότητα επιμέρους έκφανση του γενικού δικαιώματος ιδιωτικής ιδιοκτησίας.

It should be clear, too, that prohibition of pornography is an invasion of property right, of the right to produce, sell, buy, and own. Conservatives who call for the outlawing of pornography do not seem to realize that they are thereby violating the very concept of property rights they profess to champion. It is also a violation of freedom of the press, which, as we have seen, is really a subset of the general right of private property.

35

Μερικές φορές φαίνεται ότι το υπέρτατο ιδεώδες πολλών συντηρητικών, όπως και πολλών Αμερικανών προοδευτικών, είναι να βάλουν τους πάντες σε κλουβί και να τους εξαναγκάσουν να κάνουν ό,τι οι ίδιοι πιστεύουν ότι είναι ηθικό. Τα κλουβιά, φυσικά, θα είχαν διαφορετικό ύφος, αλλά θα παρέμεναν κλουβιά. Ο συντηρητικός θα απαγόρευε το ανεπίτρεπτο σεξ, τα ναρκωτικά, τα τυχερά παιχνίδια και την ασέβεια και θα εξανάγκαζε τους πάντες να ενεργούν σύμφωνα με τη δική του εκδοχή ηθικής και θρησκευτικής συμπεριφοράς. Ο Αμερικανός προοδευτικός θα απαγόρευε τις βίαιες ταινίες, τις κακόγουστες διαφημίσεις, το αμερικανικό ποδόσφαιρο και τις φυλετικές διακρίσεις και, στην ακραία περίπτωση, θα τοποθετούσε τους πάντες σε ένα «κουτί του Skinner», το οποίο θα διηύθυνε ένας υποτιθέμενα καλοπροαίρετος προοδευτικός δικτάτορας. Το αποτέλεσμα όμως θα ήταν το ίδιο: ο υποβιβασμός όλων σε υπανθρώπινο επίπεδο και η στέρηση από όλους του πολυτιμότερου στοιχείου της ανθρώπινης υπόστασής τους — της ελευθερίας της επιλογής.

Sometimes it seems that the beau ideal of many conservatives, as well as of many liberals, is to put everyone into a cage and coerce him into doing what the conservatives or liberals believe to be the moral thing. They would of course be differently styled cages, but they would be cages just the same. The conservative would ban illicit sex, drugs, gambling, and impiety, and coerce everyone to act according to his version of moral and religious behavior. The liberal would ban films of violence, unesthetic advertising, football, and racial discrimination, and, at the extreme, place everyone in a “Skinner box” to be run by a supposedly benevolent liberal dictator. But the effect would be the same: to reduce everyone to a subhuman level and to deprive everyone of the most precious part of his or her humanity—the freedom to choose.

36

Η ειρωνεία, φυσικά, είναι ότι, εξαναγκάζοντας τους ανθρώπους να είναι «ηθικοί» —δηλαδή να ενεργούν ηθικά—, οι συντηρητικοί ή προοδευτικοί δεσμοφύλακες θα τους στερούσαν στην πραγματικότητα την ίδια τη δυνατότητα να είναι ηθικοί. Η έννοια της «ηθικής» δεν έχει νόημα αν η ηθική πράξη δεν επιλέγεται ελεύθερα. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι κάποιος είναι ευσεβής μουσουλμάνος και επιθυμεί διακαώς όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι να υποκλίνονται προς τη Μέκκα τρεις φορές την ημέρα· ας υποθέσουμε ότι γι’ αυτόν αυτή είναι η ύψιστη ηθική πράξη. Αν όμως ασκήσει καταναγκασμό για να υποχρεώσει τους πάντες να υποκλίνονται προς τη Μέκκα, τους στερεί έτσι τη δυνατότητα να είναι ηθικοί — να επιλέγουν ελεύθερα να υποκλίνονται προς τη Μέκκα. Ο καταναγκασμός στερεί από τον άνθρωπο την ελευθερία της επιλογής και, συνεπώς, τη δυνατότητα ηθικής επιλογής.

The irony, of course, is that by forcing men to be “moral”—i.e., to act morally—the conservative or liberal jailkeepers would in reality deprive men of the very possibility of being moral. The concept of “morality” makes no sense unless the moral act is freely chosen. Suppose, for example, that someone is a devout Muslim who is anxious to have as many people as possible bow to Mecca three times a day; to him let us suppose this is the highest moral act. But if he wields coercion to force everyone to bow to Mecca, he is thereby depriving everyone of the opportunity to be moral—to choose freely to bow to Mecca. Coercion deprives a man of the freedom to choose and, therefore, of the possibility of choosing morally.

37

Ο λιμπερταριανός, σε αντίθεση με τόσους συντηρητικούς και Αμερικανούς προοδευτικούς, δεν θέλει να βάλει τον άνθρωπο σε κανένα κλουβί. Εκείνο που επιθυμεί για όλους είναι η ελευθερία, η ελευθερία να ενεργούν ηθικά ή ανήθικα, όπως θα αποφασίσει ο καθένας.

The libertarian, in contrast to so many conservatives and liberals, does not want to place man in any cage. What he wants for everyone is freedom, the freedom to act morally or immorally, as each man shall decide.

38

Νόμοι περί σεξουαλικής συμπεριφοράς

Sex Laws

39

Τα τελευταία χρόνια, οι Αμερικανοί προοδευτικοί καταλήγουν ευτυχώς στο συμπέρασμα ότι «κάθε πράξη μεταξύ δύο ή περισσότερων συναινούντων ενηλίκων» πρέπει να είναι νόμιμη. Είναι δυστυχές ότι δεν έχουν ακόμη επεκτείνει αυτό το κριτήριο από το σεξ στο εμπόριο και στην ανταλλαγή· διότι, αν το έκαναν, θα πλησίαζαν στο να γίνουν πλήρεις λιμπερταριανοί. Ο λιμπερταριανός ενδιαφέρεται ακριβώς για τη νομιμοποίηση όλων ανεξαιρέτως των αλληλεπιδράσεων μεταξύ «συναινούντων ενηλίκων». Οι Αμερικανοί προοδευτικοί έχουν αρχίσει επίσης να ζητούν την κατάργηση των «εγκλημάτων χωρίς θύματα», πράγμα που θα ήταν θαυμάσιο αν τα «θύματα» ορίζονταν με μεγαλύτερη ακρίβεια ως θύματα επιθετικής βίας.

In recent years, liberals have fortunately been coming to the conclusion that “any act between two (or more) consenting adults” should be legal. It is unfortunate that the liberals have not yet widened this criterion from sex to trade and exchange, for if they ever would, they would be close to becoming full-scale libertarians. For the libertarian is precisely interested in legalizing all interrelations whatever between “consenting adults.” Liberals have also begun to call for the abolition of “victimless crimes,” which would be splendid if “victims” were defined with greater precision as victims of aggressive violence.

40

Εφόσον το σεξ αποτελεί μια κατεξοχήν ιδιωτική πτυχή της ζωής, είναι ιδιαίτερα αφόρητο να αξιώνουν οι κυβερνήσεις να ρυθμίζουν και να νομοθετούν τη σεξουαλική συμπεριφορά· και όμως, αυτό υπήρξε φυσικά μια από τις αγαπημένες ενασχολήσεις του κράτους. Βίαιες πράξεις όπως ο βιασμός πρέπει, φυσικά, να κατατάσσονται στα εγκλήματα όπως κάθε άλλη πράξη βίας κατά προσώπων.

Since sex is a uniquely private aspect of life, it is particularly intolerable that governments should presume to regulate and legislate sexual behavior, yet of course this has been one of the State’s favorite pastimes. Violent acts such as rape, of course, are to be classed as crimes in the same way as any other act of violence against persons.

41

Παραδόξως, ενώ οι εθελοντικές σεξουαλικές δραστηριότητες έχουν συχνά καταστεί παράνομες και διωχθεί από το κράτος, οι κατηγορούμενοι για βιασμό αντιμετωπίζονται από τις αρχές πολύ επιεικέστερα από όσους κατηγορούνται για άλλες μορφές σωματικής επίθεσης. Σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, το θύμα του βιασμού έχει ουσιαστικά αντιμετωπιστεί ως το ένοχο μέρος από τις υπηρεσίες επιβολής του νόμου — μια στάση που σχεδόν ποτέ δεν υιοθετείται απέναντι στα θύματα άλλων εγκλημάτων. Είναι σαφές ότι λειτουργεί ένα απαράδεκτο διπλό μέτρο σεξουαλικής ηθικής. Όπως διακήρυξε το Εθνικό Συμβούλιο της Αμερικανικής Ένωσης Πολιτικών Ελευθεριών τον Μάρτιο του 1977:

Oddly enough, while voluntary sexual activities have often been rendered illegal and prosecuted by the State, accused rapists have been treated far more gently by the authorities than accused perpetrators of other forms of bodily assault. In many instances, in fact, the rape victim has been virtually treated as the guilty party by the law enforcement agencies—an attitude which is almost never taken toward victims of other crimes. Clearly, an impermissible sexual double standard has been at work. As the National Board of the American Civil Liberties Union declared in March 1977:

42

Τα θύματα σεξουαλικής επίθεσης δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται διαφορετικά από τα θύματα άλλων εγκλημάτων. Τα θύματα σεξουαλικής επίθεσης συχνά υφίστανται δυσπιστία και κακομεταχείριση από το προσωπικό των υπηρεσιών επιβολής του νόμου και υγείας. Αυτή η μεταχείριση εκτείνεται από την επίσημη δυσπιστία και αναισθησία έως τις σκληρές και βάναυσες έρευνες του τρόπου ζωής και των κινήτρων του θύματος. Μια τέτοια αποποίηση ευθύνης από θεσμούς που προορίζονται να βοηθούν και να προστατεύουν τα θύματα εγκλημάτων δεν μπορεί παρά να επιτείνει το τραύμα της αρχικής εμπειρίας του θύματος.

Sexual assault victims should he treated no differently from victims of other crimes. Sexual assault victims are often treated with skepticism and abuse at the hands of law enforcement and health services personnel. This treatment ranges from official disbelief and insensitivity to cruel and harsh probes of the victim’s lifestyle and motivation. Such abrogation of responsibility by institutions meant to assist and protect victims of crime can only compound the trauma of the victim’s original experience.

43

Το διπλό μέτρο που επιβάλλει η κυβέρνηση μπορεί να αρθεί αν ο βιασμός πάψει να αποτελεί ιδιαίτερη κατηγορία νομικής και δικαστικής αντιμετώπισης και υπαχθεί στους γενικούς κανόνες δικαίου περί σωματικής επίθεσης. Όποια κριτήρια χρησιμοποιούνται για τις οδηγίες των δικαστών προς τους ενόρκους ή για το παραδεκτό των αποδεικτικών στοιχείων πρέπει να εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο σε όλες αυτές τις περιπτώσεις.

The double standard imposed by government can be remedied by removing rape as a special category of legal and judicial treatment, and of subsuming it under the general law of bodily assault. Whatever standards are used for judges’ instructions to the jury, or for the admissibility of evidence, should be applied similarly in all these cases.

44

Αν η εργασία και τα πρόσωπα γενικά πρέπει να είναι ελεύθερα, τότε πρέπει να υπάρχει ελευθερία και για την πορνεία. Η πορνεία είναι εθελοντική πώληση μιας υπηρεσίας εργασίας, και η κυβέρνηση δεν έχει δικαίωμα να απαγορεύει ή να περιορίζει τέτοιες πωλήσεις. Πρέπει να σημειωθεί ότι πολλές από τις πιο ζοφερές όψεις της πορνείας του δρόμου έχουν προκύψει από την απαγόρευση των οίκων ανοχής. Ως μακρόβιες επιχειρήσεις πορνείας, υπό τη διεύθυνση γυναικών που επιθυμούσαν να καλλιεργήσουν καλή φήμη μεταξύ των πελατών σε βάθος χρόνου, οι οίκοι ανοχής ανταγωνίζονταν άλλοτε για να προσφέρουν υπηρεσίες υψηλής ποιότητας και να εδραιώσουν την «επωνυμία» τους. Η απαγόρευσή τους εξώθησε την πορνεία σε μια εφήμερη και επισφαλή ύπαρξη στη «μαύρη αγορά», με όλους τους κινδύνους και τη γενική υποβάθμιση της ποιότητας που αυτό συνεπάγεται πάντοτε. Πρόσφατα, στη Νέα Υόρκη, εμφανίστηκε μια τάση της αστυνομίας να καταστέλλει την πορνεία με τη δικαιολογία ότι η δραστηριότητα δεν είναι πλέον «χωρίς θύματα», αφού πολλές πόρνες διαπράττουν εγκλήματα εναντίον των πελατών τους. Η απαγόρευση όμως επαγγελματικών δραστηριοτήτων που ενδέχεται να προσελκύουν το έγκλημα θα δικαιολογούσε, με τον ίδιο τρόπο, την ποτοαπαγόρευση επειδή συμβαίνουν πολλοί καβγάδες στα μπαρ. Η απάντηση δεν είναι να απαγορευτεί η εθελοντική και πραγματικά θεμιτή δραστηριότητα, αλλά να μεριμνά η αστυνομία ώστε να μη διαπράττονται τα πραγματικά εγκλήματα. Πρέπει να είναι σαφές ότι, για τον λιμπερταριανό, η υπεράσπιση της ελευθερίας της πορνείας δεν συνεπάγεται στο ελάχιστο υποστήριξη της ίδιας της πορνείας. Εν ολίγοις, αν μια ιδιαίτερα πουριτανική κυβέρνηση απαγόρευε όλα τα καλλυντικά, ο λιμπερταριανός θα ζητούσε τη νομιμοποίησή τους, χωρίς αυτό να σημαίνει με οποιονδήποτε τρόπο ότι υποστηρίζει —ή, αντίστοιχα, ότι αντιτίθεται σε — τη χρήση των ίδιων των καλλυντικών. Αντιθέτως, ανάλογα με την προσωπική του ηθική ή αισθητική, θα μπορούσε κάλλιστα να διεξάγει εκστρατεία εναντίον της χρήσης τους μετά τη νομιμοποίησή τους· η προσπάθειά του είναι πάντοτε να πείθει και όχι να εξαναγκάζει.

If labor and persons in general are to be free, then so should there be freedom for prostitution. Prostitution is a voluntary sale of a labor service, and the government has no right to prohibit or restrict such sales. It should be noted that many of the grimmer aspects of the streetwalking trade have been brought about by the outlawing of brothels. As long-lasting houses of prostitution operated by madams anxious to cultivate goodwill among customers over a long time span, brothels used to compete to provide high-quality service and build up their “brand name.” The outlawing of brothels has forced prostitution into a “black-market,” fly-by-night existence, with all the dangers and general decline in quality this always entails. Recently, in New York City, there has been a tendency for the police to crack down on prostitution with the excuse that the trade is no longer “victimless,” since many prostitutes commit crimes against their customers. To outlaw trades that may attract crime, however, would in the same way justify prohibition because many fights take place in bars. The answer is not to outlaw the voluntary and truly lawful activity, but for the police to see to it that the genuine crimes do not get committed. It should be clear that advocacy of freedom for prostitution does not, for the libertarian, in the least imply advocacy of prostitution itself. In short, if a particularly puritanical government were to outlaw all cosmetics, the libertarian would call for legalizing cosmetics without in any sense implying that he favors—or for that matter, opposes—the use of cosmetics themselves. On the contrary, depending upon his personal ethics or esthetics, he might well agitate against the use of cosmetics after they become legalized; his attempt is always to persuade rather than to compel.

45

Αν το σεξ πρέπει να είναι ελεύθερο, τότε και ο έλεγχος των γεννήσεων πρέπει, φυσικά, να είναι ελεύθερος. Είναι όμως δυστυχώς χαρακτηριστικό της κοινωνίας μας ότι, μόλις νομιμοποιείται ο έλεγχος των γεννήσεων, εμφανίζονται άνθρωποι —στην περίπτωση αυτή, Αμερικανοί προοδευτικοί— που διεκδικούν να γίνει υποχρεωτικός. Είναι αλήθεια, φυσικά, ότι, αν ο γείτονάς μου αποκτήσει παιδί, αυτό μπορεί κάλλιστα να με επηρεάσει θετικά ή αρνητικά. Σχεδόν οτιδήποτε κάνει οποιοσδήποτε, όμως, μπορεί να επηρεάσει έναν ή περισσότερους ανθρώπους. Για τον λιμπερταριανό, αυτό κάθε άλλο παρά δικαιολογεί τη χρήση βίας, η οποία μπορεί να χρησιμοποιείται μόνο για την καταπολέμηση ή την αναχαίτιση της ίδιας της βίας. Δεν υπάρχει δικαίωμα πιο προσωπικό ούτε ελευθερία πιο πολύτιμη από το να αποφασίζει κάθε γυναίκα αν θα αποκτήσει ή όχι παιδί, και είναι ακραία ολοκληρωτικό να αξιώνει οποιαδήποτε κυβέρνηση να της αρνηθεί αυτό το δικαίωμα. Εξάλλου, αν μια οικογένεια αποκτήσει περισσότερα παιδιά απ’ όσα μπορεί να συντηρήσει με άνεση, η ίδια η οικογένεια θα επωμιστεί το κύριο βάρος· εξ ου και το σχεδόν καθολικό αποτέλεσμα ότι η επιθυμία διατήρησης μιας πολύτιμης ανόδου του βιοτικού επιπέδου οδηγεί τις ίδιες τις οικογένειες σε εθελοντική μείωση των γεννήσεων.

If sex should be free, then birth control should, of course, be free as well. It is unfortunately characteristic of our society, however, that scarcely has birth control been made legal when people—in this case liberals—arise to agitate for birth control being made compulsory. It is true, of course, that if my neighbor has a baby this may well affect me for good or ill. But, then, almost everything that anyone does may affect one or more people. To the libertarian, this is scarcely justification for using force, which may only be used to combat or restrain force itself. There is no right more personal, no freedom more precious, than for any woman to decide to have, or not to have, a baby, and it is totalitarian in the extreme for any government to presume to deny her that right. Besides, if any family has more children than it can support in comfort, the family itself will bear the main burden; hence, the almost universal result that the wish to preserve a treasured rise in living standards will induce a voluntary reduction of births by the families themselves.

46

Αυτό μας οδηγεί στην πιο σύνθετη περίπτωση της άμβλωσης. Για τον λιμπερταριανό, το «καθολικό» επιχείρημα κατά της άμβλωσης, ακόμη κι αν τελικά απορριφθεί ως άκυρο, δεν μπορεί να απορριφθεί εξαρχής και αβασάνιστα. Διότι η ουσία αυτού του επιχειρήματος —που δεν είναι πραγματικά «καθολικό» με κάποια θεολογική έννοια— είναι ότι η άμβλωση καταστρέφει μια ανθρώπινη ζωή και, επομένως, είναι φόνος και ως τέτοιος δεν μπορεί να γίνει ανεκτός. Επιπλέον, αν η άμβλωση είναι πράγματι φόνος, τότε ο καθολικός —ή οποιοσδήποτε άλλος συμμερίζεται αυτή την άποψη— δεν μπορεί απλώς να ανασηκώσει τους ώμους και να πει ότι οι «καθολικές» απόψεις δεν πρέπει να επιβάλλονται στους μη καθολικούς. Ο φόνος δεν είναι έκφραση θρησκευτικής προτίμησης· καμία θρησκευτική ομάδα δεν μπορεί ούτε πρέπει, στο όνομα της «θρησκευτικής ελευθερίας», να διαπράττει φόνο ατιμώρητα με την πρόφαση ότι αυτό επιτάσσει η θρησκεία της. Το ζωτικό ερώτημα γίνεται, λοιπόν: πρέπει η άμβλωση να θεωρείται φόνος;

This brings us to the more complex case of abortion. For the libertarian, the “Catholic” case against abortion, even if finally rejected as invalid, cannot be dismissed out of hand. For the essence of that case—not really “Catholic” at all in a theological sense—is that abortion destroys a human life and is therefore murder, and hence cannot be condoned. More than that, if abortion is truly murder, then the Catholic—or any other person who shares this view—cannot just shrug his shoulders and say that “Catholic” views should not be imposed upon non-Catholics. Murder is not an expression of religious preference; no sect, in the name of “freedom of religion,” can or should get away with committing murder with the plea that its religion so commands. The vital question then becomes: Should abortion be considered as murder?

47

Το μεγαλύτερο μέρος της συζήτησης βαλτώνει σε λεπτομέρειες σχετικά με το πότε αρχίζει η ανθρώπινη ζωή, πότε ή αν μπορεί το έμβρυο να θεωρηθεί ζωντανό κ.λπ. Όλα αυτά είναι στην πραγματικότητα άσχετα με το ζήτημα της νομιμότητας —και πάλι, όχι κατ’ ανάγκην της ηθικότητας— της άμβλωσης. Ο καθολικός αντίπαλος της άμβλωσης, για παράδειγμα, δηλώνει ότι το μόνο που επιθυμεί για το έμβρυο είναι τα δικαιώματα κάθε ανθρώπινου όντος — δηλαδή το δικαίωμα να μη δολοφονηθεί. Εδώ όμως εμπλέκεται κάτι περισσότερο, και αυτό είναι το κρίσιμο σημείο. Αν πρόκειται να αντιμετωπίσουμε το έμβρυο ως φορέα των ίδιων δικαιωμάτων με τους ανθρώπους, ας αναρωτηθούμε: ποιος άνθρωπος έχει το δικαίωμα να παραμένει, χωρίς άδεια, ως ανεπιθύμητο παράσιτο μέσα στο σώμα κάποιου άλλου ανθρώπου; Αυτή είναι η ουσία του ζητήματος: το απόλυτο δικαίωμα κάθε προσώπου, και επομένως κάθε γυναίκας, στην κυριότητα επί του ίδιου του σώματός της. Εκείνο που κάνει η μητέρα με την άμβλωση είναι να προκαλεί την αποβολή από το σώμα της μιας ανεπιθύμητης οντότητας που βρίσκεται μέσα σε αυτό. Αν το έμβρυο πεθάνει, αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι κανένα ον δεν έχει δικαίωμα να ζει χωρίς άδεια ως παράσιτο μέσα στο σώμα κάποιου άλλου ή πάνω σε αυτό.

Most discussion of the issue bogs down in minutiae about when human life begins, when or if the fetus can be considered to be alive, etc. All this is really irrelevant to the issue of the legality (again, not necessarily the morality) of abortion. The Catholic antiabortionist, for example, declares that all that he wants for the fetus is the rights of any human being—i.e., the right not to be murdered. But there is more involved here, and this is the crucial consideration. If we are to treat the fetus as having the same rights as humans, then let us ask: What human has the right to remain, unbidden, as an unwanted parasite within some other human being’s body? This is the nub of the issue: the absolute right of every person and hence every woman, to the ownership of her own body. What the mother is doing in an abortion is causing an unwanted entity within her body to be ejected from it: If the fetus dies, this does not rebut the point that no being has a right to live, unbidden, as a parasite within or upon some person’s body.

48

Η συνηθισμένη αντίκρουση ότι η μητέρα είτε επιθυμούσε αρχικά είτε, τουλάχιστον, ευθύνεται για την τοποθέτηση του εμβρύου μέσα στο σώμα της είναι, και πάλι, άσχετη προς το ζήτημα. Ακόμη και στην ισχυρότερη περίπτωση, όπου η μητέρα επιθυμούσε αρχικά το παιδί, έχει, ως κυρία του ίδιου του σώματός της, το δικαίωμα να αλλάξει γνώμη και να το αποβάλει.

The common retort that the mother either originally wanted or at least was responsible for placing the fetus within her body is, again, beside the point. Even in the stronger case where the mother originally wanted the child, the mother, as the property owner in her own body, has the right to change her mind and to eject it.

49

Αν το κράτος δεν πρέπει να καταστέλλει την εθελοντική σεξουαλική δραστηριότητα, δεν πρέπει επίσης να κάνει διακρίσεις υπέρ ή κατά οποιουδήποτε φύλου. Οι διατάξεις περί «θετικής δράσης» αποτελούν προφανή τρόπο επιβολής διακρίσεων εις βάρος ανδρών ή άλλων ομάδων στην απασχόληση, στις εισαγωγές σε εκπαιδευτικά ιδρύματα ή οπουδήποτε εφαρμόζεται αυτό το συγκαλυμμένο σύστημα ποσοστώσεων. Οι «προστατευτικοί» εργατικοί νόμοι για τις γυναίκες, όμως, προσποιούνται ύπουλα ότι τις ευνοούν, ενώ στην πραγματικότητα κάνουν διακρίσεις εις βάρος τους, απαγορεύοντάς τους να εργάζονται ορισμένες ώρες ή σε ορισμένα επαγγέλματα. Ο νόμος εμποδίζει τις γυναίκες να ασκούν την ατομική τους ελευθερία επιλογής, αποφασίζοντας οι ίδιες αν θα εισέλθουν ή όχι σε αυτά τα επαγγέλματα ή αν θα εργάζονται κατά τις υποτιθέμενα επαχθείς αυτές ώρες. Με αυτόν τον τρόπο, η κυβέρνηση εμποδίζει τις γυναίκες να ανταγωνίζονται ελεύθερα τους άνδρες σε αυτούς τους τομείς.

If the State should not repress voluntary sexual activity, neither should it discriminate for or against either sex. “Affirmative action” decrees are an obvious way of compelling discrimination against males or other groups in employment, admissions, or wherever this implicit quota system is applied. But “protective” labor laws in regard to women insidiously pretend to favor women when they really discriminate against them by prohibiting them from working during certain hours or in certain occupations. Women are prevented by law from exercising their individual freedom of choice in deciding for themselves whether or not to enter these occupations or to work during these supposedly onerous hours. In this way, government prevents women from competing freely against men in these areas.

50

Συνολικά, το πρόγραμμα του Λιμπερταριανού Κόμματος του 1978 διατυπώνει με οξύτητα και ακρίβεια τη λιμπερταριανή θέση για τις κυβερνητικές διακρίσεις λόγω φύλου ή άλλων χαρακτηριστικών: «Κανένα ατομικό δικαίωμα δεν πρέπει να καταργείται ή να περιορίζεται από τους νόμους των Ηνωμένων Πολιτειών ή οποιασδήποτε πολιτείας ή τοπικής αρχής λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, θρησκευτικών πεποιθήσεων, ηλικίας, εθνικής καταγωγής ή σεξουαλικής προτίμησης».

All in all, the 1978 Libertarian Party platform is trenchant and to the point in setting forth the libertarian position on governmental sex or other discrimination: “No individual rights should be denied or abridged by the laws of the United States or any state or locality on account of sex, race, color, creed, age, national origin, or sexual preference.”

51

Τηλεφωνικές υποκλοπές

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Wiretapping

52

Η τηλεφωνική υποκλοπή αποτελεί κατάπτυστη παραβίαση της ιδιωτικότητας και του ιδιοκτησιακού δικαιώματος και πρέπει, φυσικά, να απαγορεύεται ως πράξη προσβολής δικαιωμάτων. Ελάχιστοι, αν υπάρχουν καν, θα αποδέχονταν τηλεφωνικές υποκλοπές από ιδιώτες. Η διαμάχη προκύπτει με εκείνους που υποστηρίζουν ότι η αστυνομία πρέπει να μπορεί να παρακολουθεί τα τηλέφωνα προσώπων τα οποία υποπτεύεται ως εγκληματίες. Διαφορετικά, πώς θα συλλαμβάνονταν οι εγκληματίες;

Wiretapping is a contemptible invasion of privacy and of property right, and of course should be outlawed as an invasive act. Few, if any, people would condone private wiretapping. The controversy arises with those who maintain that the police should be able to tap the wires of persons they suspect as criminals. Otherwise, how would criminals be caught?

53

Πρώτον, από πρακτική άποψη, οι τηλεφωνικές υποκλοπές σπάνια είναι αποτελεσματικές σε «μεμονωμένα» εγκλήματα όπως η ληστεία τράπεζας. Χρησιμοποιούνται γενικά σε περιπτώσεις όπου η «επιχείρηση» λειτουργεί σε τακτική και διαρκή βάση —όπως στα ναρκωτικά και στα τυχερά παιχνίδια— και, συνεπώς, είναι ευάλωτη στην κατασκοπεία και στην τοποθέτηση συσκευών παρακολούθησης. Δεύτερον, παραμένουμε στον ισχυρισμό μας ότι η προσβολή της ιδιοκτησίας οποιουδήποτε δεν έχει ακόμη καταδικαστεί για έγκλημα είναι η ίδια εγκληματική. Μπορεί κάλλιστα να είναι αλήθεια, για παράδειγμα, ότι, αν η κυβέρνηση χρησιμοποιούσε μια δύναμη δέκα εκατομμυρίων κατασκόπων για να κατασκοπεύει και να υποκλέπτει τα τηλέφωνα ολόκληρου του πληθυσμού, η συνολική ιδιωτική εγκληματικότητα θα μειωνόταν — όπως θα μειωνόταν αν όλοι οι κάτοικοι των γκέτο ή όλοι οι έφηβοι άνδρες φυλακίζονταν αμέσως. Τι θα ήταν όμως αυτό σε σύγκριση με το μαζικό έγκλημα που θα διέπραττε έτσι, νόμιμα και χωρίς ντροπή, η ίδια η κυβέρνηση;

In the first place, from the pragmatic viewpoint, it is rare that wiretapping is effective in such “one-shot” crimes as bank robbery. Wiretapping is generally used in cases where the “business” is set up on a regularized and continuing basis—such as narcotics and gambling—and is therefore vulnerable to espionage and “bugging.” Secondly, we remain with our contention that it is itself criminal to invade the property of anyone not yet convicted of a crime. It may well be true, for example, that if the government employed a ten-million man espionage force to spy upon and tap the wires of the entire population, the total amount of private crime would be reduced—just as it would if all ghetto residents or teenage males were promptly incarcerated. But what would this be compared to the mass crime that would thus be committed, legally and without shame, by the government itself?

54

Υπάρχει μία παραχώρηση που θα μπορούσαμε να κάνουμε στο επιχείρημα της αστυνομίας, αλλά είναι αμφίβολο αν η αστυνομία θα ήταν ευχαριστημένη με αυτήν. Είναι θεμιτή, για παράδειγμα, η προσβολή της ιδιοκτησίας ενός κλέφτη που ο ίδιος έχει προσβάλει σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό την ιδιοκτησία άλλων. Ας υποθέσουμε ότι η αστυνομία κρίνει πως ο John Jones είναι κλέφτης κοσμημάτων. Υποκλέπτει τις τηλεφωνικές του συνομιλίες και χρησιμοποιεί αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία για να εξασφαλίσει την καταδίκη του. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή η υποκλοπή είναι θεμιτή και δεν πρέπει να τιμωρηθεί· υπό τον όρο όμως ότι, αν ο Jones αποδειχθεί ότι δεν είναι κλέφτης, οι αστυνομικοί και οι δικαστές που ενδεχομένως εξέδωσαν τη διαταγή υποκλοπής θα κριθούν οι ίδιοι εγκληματίες και θα φυλακιστούν για το έγκλημα της αδικαιολόγητης τηλεφωνικής υποκλοπής. Αυτή η μεταρρύθμιση θα είχε δύο ευεργετικές συνέπειες: κανένας αστυνομικός ή δικαστής δεν θα συμμετείχε σε υποκλοπή αν δεν ήταν απολύτως βέβαιος ότι το θύμα της είναι πράγματι εγκληματίας· και οι αστυνομικοί και οι δικαστές θα υπάγονταν επιτέλους, όπως όλοι οι άλλοι, εξίσου στην ισχύ του ποινικού νόμου. Ασφαλώς, η ισότητα στην ελευθερία απαιτεί ο νόμος να ισχύει για όλους· επομένως, κάθε προσβολή της ιδιοκτησίας ενός μη εγκληματία από οποιονδήποτε πρέπει να είναι παράνομη, ανεξάρτητα από το ποιος τη διέπραξε. Ο αστυνομικός που έκανε λανθασμένη εκτίμηση και, συνεπώς, επιτέθηκε σε έναν μη εγκληματία πρέπει επομένως να θεωρείται εξίσου ένοχος με οποιονδήποτε «ιδιώτη» που διενεργεί υποκλοπές.

There is one concession we might make to the police argument, but it is doubtful the police would be happy with the concession. It is proper to invade the property of a thief, for example, who has himself invaded to a far greater extent the property of others. Suppose the police decide that John Jones is a jewel thief. They tap his wires, and use this evidence to convict Jones of the crime. We might say that this tapping is legitimate, and should go unpunished: provided, however, that if Jones should prove not to be a thief, the police and the judges who may have issued the court order for the tap are now to be adjudged criminals themselves and sent to jail for their crime of unjust wiretapping. This reform would have two happy consequences: no policeman or judge would participate in wiretapping unless he was dead certain the victim is indeed a criminal; and the police and judges would at last join everyone else as equally subject to the rule of the criminal law. Certainly equality of liberty requires that the law applies to everyone; therefore any invasion of the property of a non-criminal by anyone should be outlawed, regardless of who committed the deed. The policeman who guessed wrong and thereby aggressed against a noncriminal should therefore be considered just as guilty as any “private” wiretapper.

55

Τυχερά παιχνίδια

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Gambling

56

Ελάχιστοι νόμοι είναι πιο παράλογοι και άδικοι από τους νόμους κατά των τυχερών παιχνιδιών. Πρώτον, ο νόμος, στην ευρύτερη έννοιά του, είναι σαφώς ανεφάρμοστος. Αν κάθε φορά που ο Jim και ο Jack έβαζαν μεταξύ τους ένα διακριτικό στοίχημα για έναν αγώνα αμερικανικού ποδοσφαίρου, για μια εκλογική αναμέτρηση ή για σχεδόν οτιδήποτε άλλο αυτό ήταν παράνομο, θα απαιτούνταν μια τεράστια Γκεστάπο πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων για να επιβάλλει έναν τέτοιο νόμο, να κατασκοπεύει τους πάντες και να εντοπίζει κάθε στοίχημα. Θα χρειαζόταν έπειτα μια άλλη μεγάλη δύναμη υπερκατασκόπων για να κατασκοπεύει τους κατασκόπους και να διασφαλίζει ότι δεν έχουν δωροδοκηθεί. Οι συντηρητικοί αρέσκονται να απαντούν σε τέτοια επιχειρήματα —που χρησιμοποιούνται κατά των νόμων που απαγορεύουν σεξουαλικές πρακτικές, την πορνογραφία, τα ναρκωτικά κ.λπ.— ότι ούτε η απαγόρευση του φόνου μπορεί να επιβληθεί πλήρως, αλλά αυτό δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ της κατάργησής της. Το επιχείρημα αυτό, όμως, παραβλέπει ένα κρίσιμο σημείο: η μεγάλη μάζα του λαού, κάνοντας μια ενστικτώδη λιμπερταριανή διάκριση, αποστρέφεται και καταδικάζει τον φόνο και δεν τον διαπράττει· συνεπώς, η απαγόρευση καθίσταται σε μεγάλο βαθμό εφαρμόσιμη. Η μεγάλη μάζα του λαού, όμως, δεν είναι εξίσου πεπεισμένη για τον εγκληματικό χαρακτήρα των τυχερών παιχνιδιών· συνεχίζει επομένως να συμμετέχει σε αυτά, και ο νόμος γίνεται —δικαίως— ανεφάρμοστος.

There are few laws more absurd and iniquitous than the laws against gambling. In the first place, the law, in its broadest sense, is clearly unenforceable. If every time Jim and Jack made a quiet bet on a football game, or on an election, or on virtually anything else, this were illegal, an enormous multi-million-man gestapo would be required to enforce such a law and to spy on everyone and ferret out every bet. Another large super-espionage force would then be needed to spy on the spies to make sure that they have not been bought off. Conservatives like to retort to such arguments—used against laws outlawing sexual practices, pornography, drugs, etc.—that the prohibition against murder is not fully enforceable either, but this is no argument for repeal of that law. This argument, however, ignores a crucial point: the mass of the public, making an instinctive libertarian distinction, abhors and condemns murder and does not engage in it; hence, the prohibition becomes broadly enforceable. But the mass of the public is not as convinced of the criminality of gambling, hence continues to engage in it, and the law—properly—becomes unenforceable.

57

Εφόσον οι νόμοι κατά των ιδιωτικών στοιχημάτων είναι σαφώς ανεφάρμοστοι, οι αρχές αποφασίζουν να επικεντρωθούν σε ορισμένες ιδιαίτερα ορατές μορφές τυχερών παιχνιδιών και να περιορίσουν σε αυτές τη δράση τους: ρουλέτα, πρακτορεία στοιχημάτων, στοιχήματα «αριθμών» — εν ολίγοις, σε εκείνους τους τομείς όπου ο τζόγος αποτελεί αρκετά οργανωμένη δραστηριότητα. Τότε όμως προκύπτει ένα παράξενο και ασφαλώς εντελώς αβάσιμο είδος ηθικής κρίσης: η ρουλέτα, τα ιπποδρομιακά στοιχήματα κ.λπ. είναι κατά κάποιον τρόπο ηθικά κακά και πρέπει να συντριβούν από τη συγκεντρωμένη ισχύ της αστυνομίας, ενώ τα ιδιωτικά στοιχήματα είναι ηθικά θεμιτά και δεν χρειάζεται να ενοχλούνται.

Since the laws against quiet betting are clearly unenforceable, the authorities decide to concentrate on certain highly visible forms of gambling, and confine their activities to them: roulette, bookies, “numbers” betting—in short, on those areas where gambling is a fairly regularized activity. But then we have a peculiar and surely totally unsupportable kind of ethical judgment: roulette, horse betting, etc., are somehow morally evil and must be cracked down upon by the massed might of the police, whereas quiet betting is morally legitimate and need not be bothered.

58

Στην πολιτεία της Νέας Υόρκης αναπτύχθηκε με τα χρόνια μια ιδιαίτερη μορφή ηλιθιότητας: έως πρόσφατα, όλες οι μορφές ιπποδρομιακού στοιχήματος ήταν παράνομες, εκτός από όσες πραγματοποιούνταν μέσα στα ίδια τα ιπποδρόμια. Το γιατί το στοίχημα στο ιπποδρόμιο Aqueduct ή Belmont πρέπει να είναι απολύτως ηθικό και θεμιτό, ενώ το στοίχημα στην ίδια κούρσα με τον φιλικό πράκτορα της γειτονιάς πρέπει να είναι αμαρτωλό και να επισύρει το τρομερό μεγαλείο του νόμου, ξεπερνά κάθε φαντασία. Εκτός, φυσικά, αν θεωρήσουμε ότι σκοπός του νόμου είναι να εξαναγκάζει τους παίκτες να γεμίζουν τα ταμεία των ιπποδρομίων. Πρόσφατα προστέθηκε μια νέα παραλλαγή. Ο ίδιος ο δήμος της Νέας Υόρκης εισήλθε στην επιχείρηση του ιπποδρομιακού στοιχήματος, και το στοίχημα σε δημοτικά καταστήματα είναι απολύτως ορθό και πρέπον, ενώ το στοίχημα με ανταγωνιστές ιδιώτες πράκτορες εξακολουθεί να είναι αμαρτωλό και παράνομο. Είναι σαφές ότι σκοπός του συστήματος είναι να παραχωρεί ειδικό προνόμιο πρώτα στα ιπποδρόμια και κατόπιν στη δημοτική επιχείρηση στοιχημάτων. Διάφορες πολιτείες αρχίζουν επίσης να χρηματοδοτούν τις διαρκώς αυξανόμενες δαπάνες τους μέσω λαχείων, τα οποία περιβάλλονται έτσι με τον μανδύα της ηθικής και της ευυποληψίας.

In New York State, a particular form of imbecility developed over the years: until recent years, all forms of horse betting were illegal except those made at the tracks themselves. Why horse betting at Aqueduct or Belmont race track should be perfectly moral and legitimate while betting on the same race with your friendly neighborhood bookie should be sinful and bring down the awful majesty of the law defies the imagination. Unless, of course, if we consider the point of the law to force betters to swell the coffers of the tracks. Recently, a new wrinkle has developed. The City of New York has itself gone into the horse-betting business, and betting at city-owned stores is perfectly fine and proper, while betting with competing private bookies continues to be sinful and outlawed. Clearly, the point of the system is first to confer a special privilege upon the race tracks, and then upon the city’s own betting installation. Various states are also beginning to finance their ever-growing expenditures through lotteries, which thus become conferred with the cloak of morality and respectability.

59

Ένα συνηθισμένο επιχείρημα υπέρ της απαγόρευσης των τυχερών παιχνιδιών είναι ότι, αν επιτραπεί στον φτωχό εργάτη να τζογάρει, θα σπαταλήσει απερίσκεπτα το εβδομαδιαίο μεροκάματό του και θα αφήσει έτσι την οικογένειά του άπορη. Πέρα από το γεγονός ότι μπορεί ήδη να ξοδέψει τον μισθό του σε φιλικά στοιχήματα, αυτό το πατερναλιστικό και δικτατορικό επιχείρημα είναι παράξενο. Διότι αποδεικνύει υπερβολικά πολλά: αν πρέπει να απαγορεύσουμε τα τυχερά παιχνίδια επειδή οι μάζες ενδέχεται να ξοδέψουν υπερβολικά μεγάλο μέρος των πόρων τους, γιατί να μην απαγορεύσουμε και πολλά άλλα είδη μαζικής κατανάλωσης; Άλλωστε, αν ένας εργάτης είναι αποφασισμένος να σπαταλήσει τον μισθό του, έχει πολλές ευκαιρίες να το κάνει: μπορεί να ξοδέψει απερίσκεπτα υπερβολικά πολλά σε μια τηλεόραση, ένα στερεοφωνικό, ποτά, εξοπλισμό μπέιζμπολ και αναρίθμητα άλλα αγαθά. Η λογική της απαγόρευσης του τζόγου σε έναν άνθρωπο για το δικό του καλό ή το καλό της οικογένειάς του οδηγεί κατευθείαν σε εκείνο το ολοκληρωτικό κλουβί, όπου η Κυβέρνηση-Πατερούλης του λέει ακριβώς τι να κάνει, πώς να ξοδεύει τα χρήματά του, πόσες βιταμίνες πρέπει να καταπίνει και τον εξαναγκάζει να υπακούει στις επιταγές του κράτους.

A standard argument for outlawing gambling is that, if the poor workman is allowed to gamble, he will improvidently blow his weekly paycheck and thereby render his family destitute. Aside from the fact that he can now spend his payroll on friendly betting, this paternalistic and dictatorial argument is a curious one. For it proves far too much: If we must outlaw gambling because the masses might spend too much of their substance, why should we not outlaw many other articles of mass consumption? After all, if a workman is determined to blow his paycheck, he has many opportunities to do so: he can improvidently spend too much on a TV set, a hi-fi, liquor, baseball equipment, and countless other goodies. The logic of prohibiting a man from gambling for his own or his family’s good leads straight to that totalitarian cage, the cage in which Pappa Government tells the man exactly what to do, how to spend his money, how many vitamins he must ingest, and forces him to obey the State’s dictates.

60

Ναρκωτικά και άλλες ψυχοδραστικές ουσίες

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Narcotics and Other Drugs

61

Η επιχειρηματολογία υπέρ της απαγόρευσης οποιουδήποτε προϊόντος ή δραστηριότητας είναι ουσιαστικά το ίδιο διττό επιχείρημα που είδαμε να χρησιμοποιείται για τη δικαιολόγηση του ακούσιου εγκλεισμού ψυχικά ασθενών: θα βλάψει το εμπλεκόμενο πρόσωπο ή θα το οδηγήσει να διαπράξει εγκλήματα εναντίον άλλων. Είναι παράξενο ότι ο γενικός — και δικαιολογημένος— τρόμος απέναντι στα ναρκωτικά έχει οδηγήσει τη μεγάλη μάζα του λαού σε έναν παράλογο ενθουσιασμό υπέρ της απαγόρευσής τους. Η επιχειρηματολογία κατά της απαγόρευσης ναρκωτικών και παραισθησιογόνων ουσιών είναι πολύ ασθενέστερη από την επιχειρηματολογία κατά της Ποτοαπαγόρευσης, ενός πειράματος που ελπίζουμε ότι η φρικτή εποχή της δεκαετίας του 1920 απαξίωσε οριστικά. Διότι, ενώ τα ναρκωτικά είναι αναμφίβολα πιο βλαβερά από το αλκοόλ, και το τελευταίο μπορεί να είναι βλαβερό· η δε απαγόρευση κάποιου πράγματος επειδή μπορεί να βλάψει τον χρήστη του μας οδηγεί κατευθείαν, μέσω μιας παραπλανητικής λογικής διαδρομής, στο ολοκληρωτικό μας κλουβί, όπου απαγορεύεται στους ανθρώπους να τρώνε γλυκά και εξαναγκάζονται να τρώνε γιαούρτι «για το καλό τους». Όσον αφορά όμως το πολύ ισχυρότερο επιχείρημα της βλάβης προς άλλους, το αλκοόλ είναι πολύ πιθανότερο να οδηγήσει σε εγκλήματα, τροχαία ατυχήματα κ.λπ. απ’ ό,τι τα ναρκωτικά, τα οποία καθιστούν τον χρήστη αφύσικα φιλήσυχο και παθητικό. Υπάρχει, φυσικά, πολύ ισχυρή σύνδεση μεταξύ εθισμού και εγκληματικότητας, αλλά η σύνδεση αυτή λειτουργεί αντίστροφα από κάθε επιχείρημα υπέρ της απαγόρευσης. Εγκλήματα διαπράττονται από εθισμένους που οδηγούνται στην κλοπή εξαιτίας της υψηλής τιμής των ναρκωτικών, την οποία προκαλεί η ίδια η απαγόρευση! Αν τα ναρκωτικά ήταν νόμιμα, η προσφορά θα αυξανόταν σημαντικά, το υψηλό κόστος της μαύρης αγοράς και της δωροδοκίας της αστυνομίας θα εξαφανιζόταν και η τιμή θα ήταν αρκετά χαμηλή ώστε να εξαλειφθεί το μεγαλύτερο μέρος της εγκληματικότητας που προκαλείται από εθισμένους.

The case for outlawing any product or activity is essentially the same twofold argument we have seen used to justify the compulsory commitment of mental patients: it will harm the person involved, or it will lead that person to commit crimes against others. It is curious that the general—and justified—horror of drugs has led the mass of the public to an irrational enthusiasm for outlawing them. The case against outlawing narcotic and hallucinogenic drugs is far weaker than the case against Prohibition, an experiment which the grisly era of the 1920s has hopefully discredited for all time. For while narcotics are undoubtedly more harmful than is alcohol, the latter can also be harmful, and outlawing something because it may harm the user leads straight down the logical garden path to our totalitarian cage, where people are prohibited from eating candy and are forced to eat yogurt “for their own good.” But in the far more imposing argument about harm to others, alcohol is much more likely to lead to crimes, auto accidents, etc., than narcotics, which render the user preternaturally peaceful and passive. There is, of course, a very strong connection between addiction and crime, but the connection is the reverse of any argument for prohibition. Crimes are committed by addicts driven to theft by the high price of drugs caused by the outlawry itself! If narcotics were legal, the supply would greatly increase, the high costs of black markets and police payoffs would disappear, and the price would be low enough to eliminate most addict-caused crime.

62

Αυτό, φυσικά, δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ της απαγόρευσης του αλκοόλ· και πάλι, η απαγόρευση κάποιου πράγματος που ενδέχεται να οδηγήσει σε έγκλημα αποτελεί αθέμιτη επίθεση που προσβάλλει τα δικαιώματα επί του προσώπου και της περιουσίας — μια επίθεση της οποίας η λογική θα δικαιολογούσε πολύ περισσότερο την άμεση φυλάκιση όλων των εφήβων ανδρών. Μόνο η ίδια η τέλεση ενός εγκλήματος πρέπει να είναι παράνομη, και ο τρόπος καταπολέμησης των εγκλημάτων που διαπράττονται υπό την επήρεια αλκοόλ είναι η επιμελέστερη αντιμετώπιση των ίδιων των εγκλημάτων, όχι η απαγόρευση του αλκοόλ. Αυτό θα είχε επιπλέον το ευεργετικό αποτέλεσμα της μείωσης και των εγκλημάτων που δεν διαπράττονται υπό την επήρεια αλκοόλ.

This is not to argue, of course, for prohibition of alcohol; once again, to outlaw something which might lead to crime is an illegitimate and invasive assault on the rights of person and property, an assault which, again, would far more justify the immediate incarceration of all teenage males. Only the overt commission of a crime should be illegal, and the way to combat crimes committed under the influence of alcohol is to be more diligent about the crimes themselves, not to outlaw the alcohol. And this would have the further beneficial effect of reducing crimes not committed under the influence of alcohol.

63

Ο πατερναλισμός σε αυτόν τον τομέα δεν προέρχεται μόνο από τη Δεξιά· είναι παράξενο ότι, ενώ οι Αμερικανοί προοδευτικοί γενικά υποστηρίζουν τη νομιμοποίηση της μαριχουάνας και μερικές φορές της ηρωίνης, φαίνεται να λαχταρούν την απαγόρευση των τσιγάρων, με το επιχείρημα ότι το κάπνισμα συχνά προκαλεί καρκίνο. Έχουν ήδη κατορθώσει να χρησιμοποιήσουν τον ομοσπονδιακό έλεγχο της τηλεόρασης για να απαγορεύσουν τη διαφήμιση τσιγάρων σε αυτό το μέσο — καταφέροντας έτσι βαρύ πλήγμα στην ίδια την ελευθερία του λόγου που υποτίθεται ότι θεωρούν πολύτιμη.

Paternalism in this area comes not only from the right; it is curious that while liberals generally favor legalizing marijuana and sometimes of heroin, they seem to yearn to outlaw cigarettes, on the ground that cigarette smoking often causes cancer. Liberals have already managed to use federal control of television to outlaw cigarette advertising on that medium—and thereby to level a grave blow against the very freedom of speech liberals are supposed to cherish.

64

Και πάλι: κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να επιλέγει. Διεξάγετε όση προπαγάνδα θέλετε εναντίον των τσιγάρων, αλλά αφήστε το άτομο ελεύθερο να διαχειρίζεται τη δική του ζωή. Διαφορετικά, θα μπορούσαμε εξίσου να απαγορεύσουμε κάθε είδους πιθανό καρκινογόνο παράγοντα — συμπεριλαμβανομένων των στενών παπουτσιών, των κακοεφαρμοσμένων τεχνητών οδοντοστοιχιών, της υπερβολικής έκθεσης στον ήλιο, καθώς και της υπερβολικής κατανάλωσης παγωτού, αυγών και βουτύρου, που ενδέχεται να οδηγήσει σε καρδιοπάθεια. Και αν τέτοιες απαγορεύσεις αποδειχθούν ανεφάρμοστες, η λογική οδηγεί και πάλι στην τοποθέτηση των ανθρώπων σε κλουβιά, ώστε να δέχονται τη σωστή ποσότητα ηλίου, τη σωστή διατροφή, παπούτσια που εφαρμόζουν σωστά κ.ο.κ.

Once again: Every man has the right to choose. Propagandize against cigarettes as much as you want, but leave the individual free to run his own life. Otherwise, we may as well outlaw all sorts of possible carcinogenic agents—including tight shoes, improperly fitting false teeth, excessive exposure to the sun, as well as excessive intake of ice cream, eggs, and butter which might lead to heart disease. And, if such prohibitions prove unenforceable, again the logic is to place people in cages so that they will receive the proper amount of sun, the correct diet, properly fitting shoes, and so on.

65

Αστυνομική διαφθορά

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Police Corruption

66

Το φθινόπωρο του 1971, η Επιτροπή Knapp έστρεψε τη δημόσια προσοχή στο πρόβλημα της εκτεταμένης αστυνομικής διαφθοράς στη Νέα Υόρκη. Μέσα στη δραματικότητα των επιμέρους υποθέσεων, υπάρχει κίνδυνος να παραβλεφθεί εκείνο που αποτελεί σαφώς το κεντρικό πρόβλημα, ένα πρόβλημα το οποίο η ίδια η Επιτροπή Knapp γνώριζε απολύτως. Σχεδόν σε κάθε περίπτωση διαφθοράς, οι αστυνομικοί εμπλέκονταν σε επιχειρήσεις που λειτουργούσαν τακτικά και είχαν κηρυχθεί παράνομες με κυβερνητική επιταγή. Και όμως, ένας τεράστιος αριθμός ανθρώπων, ζητώντας αυτά τα αγαθά και τις υπηρεσίες, έχει δείξει ότι δεν συμφωνεί πως τέτοιες δραστηριότητες πρέπει να κατατάσσονται στην ίδια κατηγορία με τον φόνο, την κλοπή ή τη σωματική επίθεση. Πράγματι, σχεδόν σε καμία περίπτωση η «εξαγορά» της αστυνομίας δεν αφορούσε αυτά τα αποτρόπαια εγκλήματα. Σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, συνίστατο στο να κοιτάζει η αστυνομία αλλού ενώ πραγματοποιούνταν θεμιτές, εθελοντικές συναλλαγές.

In the fall of 1971, the Knapp Commission focussed public attention on the problem of widespread police corruption in New York City. Midst the drama of individual cases, there is a danger of overlooking what is clearly the central problem, a problem of which the Knapp Commission itself was perfectly aware. In virtually every case of corruption, the policemen were involved in regularly functioning businesses which, by government fiat, had been declared illegal. And yet a vast number of people, by demanding these goods and services, have shown that they do not agree that such activities should be placed in the same category as murder, theft, or assault. Indeed, in practically no case did the “purchase” of the police involve these heinous crimes. In almost all cases, they consisted of the police looking the other way while legitimate, voluntary transactions took place.

67

Το κοινοδίκαιο κάνει μια ζωτική διάκριση ανάμεσα σε ένα έγκλημα που είναι malum in se και σε ένα που είναι απλώς malum prohibitum. Το malum in se είναι μια πράξη την οποία η μεγάλη μάζα των ανθρώπων αισθάνεται ενστικτωδώς ως καταδικαστέο έγκλημα που πρέπει να τιμωρείται. Αυτό συμπίπτει κατά προσέγγιση με τον λιμπερταριανό ορισμό του εγκλήματος ως προσβολής του προσώπου ή της περιουσίας: σωματική επίθεση, κλοπή και φόνος. Άλλα εγκλήματα είναι δραστηριότητες που καθίστανται εγκλήματα με κυβερνητική επιταγή· σε αυτό το πολύ ευρύτερα ανεκτό πεδίο εμφανίζεται η αστυνομική διαφθορά.

The common law makes a vital distinction between a crime that is a malum in se and one that is merely a malum prohibitum. A malum in se is an act which the mass of the people instinctively feel is a reprehensible crime which should be punished. This coincides roughly with the libertarians’ definition of a crime as an invasion of person or property: assault, theft, and murder. Other crimes are activities made into crimes by government edict: it is in this far more widely tolerated area that police corruption occurs.

68

Εν ολίγοις, η αστυνομική διαφθορά εμφανίζεται σε εκείνους τους τομείς όπου επιχειρηματίες παρέχουν υπηρεσίες σε καταναλωτές μέσω εθελοντικών συναλλαγών, αλλά η κυβέρνηση έχει αποφασίσει ότι αυτές οι υπηρεσίες είναι παράνομες: ναρκωτικά, πορνεία και τυχερά παιχνίδια. Όπου, για παράδειγμα, τα τυχερά παιχνίδια απαγορεύονται, ο νόμος θέτει στα χέρια των αστυνομικών που έχουν αναλάβει την καταστολή τους την εξουσία να πωλούν το προνόμιο της επιχειρηματικής δραστηριότητας σε αυτόν τον χώρο. Εν ολίγοις, είναι σαν να είχαν οι αστυνομικοί εξουσιοδοτηθεί να εκδίδουν ειδικές άδειες για αυτές τις δραστηριότητες και κατόπιν να πωλούν τις ανεπίσημες αλλά ζωτικής σημασίας άδειες σε οποιαδήποτε τιμή είναι διατεθειμένη να πληρώσει η αγορά. Ένας αστυνομικός κατέθεσε ότι, αν ο νόμος εφαρμοζόταν πλήρως, ούτε ένα εργοτάξιο στη Νέα Υόρκη δεν θα μπορούσε να συνεχίσει να λειτουργεί, τόσο περίπλοκα είχε περιβάλει η κυβέρνηση τα εργοτάξια με ένα πλέγμα ασήμαντων και ανεφάρμοστων κανονισμών. Εν ολίγοις, συνειδητά ή όχι, η κυβέρνηση ενεργεί ως εξής: πρώτα θέτει εκτός νόμου μια συγκεκριμένη δραστηριότητα —ναρκωτικά, τυχερά παιχνίδια, οικοδομή ή οτιδήποτε άλλο— και κατόπιν η κυβερνητική αστυνομία πωλεί στους επίδοξους επιχειρηματίες του κλάδου το προνόμιο να εισέλθουν και να παραμείνουν στην αγορά.

In short, police corruption occurs in those areas where entrepreneurs supply voluntary services to consumers, but where the government has decreed that these services are illegal: narcotics, prostitution, and gambling. Where gambling, for example, is outlawed, the law places into the hands of the police assigned to the gambling detail the power to sell the privilege of engaging in the gambling business. In short, it is as if the police were empowered to issue special licenses to engage in these activities, and then proceeded to sell these unofficial but vital licenses at whatever price the traffic will bear. One policeman testified that, if the law were to be fully enforced, not a single construction site in New York City could continue functioning, so intricately did the government wrap construction sites in a web of trivial and impossible regulations. In short, whether consciously or not, the government proceeds as follows: first it outlaws a certain activity—drugs, gambling, construction, or whatever—then the governmental police sell to would-be entrepreneurs in the field the privilege of entering and continuing in business.

69

Στην καλύτερη περίπτωση, το αποτέλεσμα αυτών των ενεργειών είναι υψηλότερο κόστος και μικρότερος όγκος της δραστηριότητας απ’ ό,τι θα υπήρχε σε μια ελεύθερη αγορά. Οι συνέπειες όμως είναι ακόμη πιο ολέθριες. Συχνά, εκείνο που πωλούν οι αστυνομικοί δεν είναι απλώς η άδεια λειτουργίας, αλλά κάτι που ουσιαστικά αποτελεί προνομιούχο μονοπώλιο. Σε αυτή την περίπτωση, ένας επιχειρηματίας τυχερών παιχνιδιών δωροδοκεί την αστυνομία όχι μόνο για να συνεχίσει να λειτουργεί, αλλά και για να αποκλείσει κάθε ανταγωνιστή που θα ήθελε να εισέλθει στον κλάδο. Οι καταναλωτές επιβαρύνονται τότε με προνομιούχους μονοπωλητές και στερούνται τα πλεονεκτήματα του ανταγωνισμού. Δεν είναι λοιπόν παράξενο ότι, όταν τελικά καταργήθηκε η Ποτοαπαγόρευση στις αρχές της δεκαετίας του 1930, οι κύριοι αντίπαλοι της κατάργησης ήταν, μαζί με τις φονταμενταλιστικές ομάδες και τους υποστηρικτές της Ποτοαπαγόρευσης, οι οργανωμένοι λαθρέμποροι αλκοόλ, οι οποίοι απολάμβαναν ειδικά μονοπωλιακά προνόμια χάρη στις ιδιαίτερες διευθετήσεις τους με την αστυνομία και άλλους κατασταλτικούς μηχανισμούς της κυβέρνησης.

At best, the result of these actions is the imposition of higher cost, and more restricted output, of the activity than would have occurred in a free market. But the effects are still more pernicious. Often, what the policemen sell is not just permission to function, but what is in effect a privileged monopoly. In that case, a gambler pays off the police not just to continue in business but also to freeze out any competitors who might want to enter the industry. The consumers are then saddled with privileged monopolists, and are barred from enjoying the advantages of competition. It is no wonder, then, that when Prohibition was finally repealed in the early 1930s, the main opponents of repeal were, along with fundamentalist and Prohibitionist groups, the organized bootleggers, who had enjoyed special monopolistic privileges from their special arrangements with the police and other enforcement arms of government.

70

Ο τρόπος, λοιπόν, να εξαλειφθεί η αστυνομική διαφθορά είναι απλός αλλά αποτελεσματικός: να καταργηθούν οι νόμοι κατά της εθελοντικής επιχειρηματικής δραστηριότητας και κατά όλων των «εγκλημάτων χωρίς θύματα». Όχι μόνο θα εξαλειφόταν η διαφθορά, αλλά και ένας μεγάλος αριθμός αστυνομικών θα μπορούσε πλέον να διατεθεί για την αντιμετώπιση των πραγματικών εγκληματιών, εκείνων που επιτίθενται εναντίον προσώπων και περιουσίας. Αυτή, άλλωστε, υποτίθεται ότι είναι εξαρχής η λειτουργία της αστυνομίας.

The way, then, to eliminate police corruption is simple but effective: abolish the laws against voluntary business activity and against all “victimless crimes.” Not only would corruption be eliminated, but a large number of police would then be freed to operate against the real criminals, the aggressors against person and property. This, after all, is supposed to be the function of the police in the first place.

71

Πρέπει, λοιπόν, να συνειδητοποιήσουμε ότι το πρόβλημα της αστυνομικής διαφθοράς, όπως και το ευρύτερο ζήτημα της κυβερνητικής διαφθοράς γενικά, πρέπει να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Το κρίσιμο σημείο είναι ότι, δεδομένων των ολέθριων και άδικων νόμων που απαγορεύουν, ρυθμίζουν και φορολογούν ορισμένες δραστηριότητες, η διαφθορά είναι ιδιαίτερα ευεργετική για την κοινωνία. Σε αρκετές χώρες, χωρίς τη διαφθορά που εξουδετέρωνε τις κυβερνητικές απαγορεύσεις, τους φόρους και τις καταναγκαστικές εισπράξεις, ουσιαστικά δεν θα διεξαγόταν καθόλου εμπόριο ή βιομηχανική δραστηριότητα. Η διαφθορά λιπαίνει τους τροχούς του εμπορίου. Η λύση, επομένως, δεν είναι να καταδικάζουμε τη διαφθορά και να εντείνουμε την καταστολή της, αλλά να καταργήσουμε τις παραλυτικές κυβερνητικές πολιτικές και τους νόμους που την καθιστούν αναγκαία.

We should realize, then, that the problem of police corruption, as well as the broader question of government corruption in general, should be placed in a wider context. The point is that given the unfortunate and unjust laws prohibiting, regulating, and taxing certain activities, corruption is highly beneficial to society. In a number of countries, without corruption that nullified government prohibitions, taxes, and exactions, virtually no trade or industry would be carried on at all. Corruption greases the wheels of trade. The solution, then, is not to deplore corruption and redouble enforcement against it, but to abolish the crippling policies and laws of government that make corruption necessary.

72

Νόμοι περί όπλων

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Gun Laws

73

Για τις περισσότερες δραστηριότητες αυτού του κεφαλαίου, οι Αμερικανοί προοδευτικοί τείνουν να υποστηρίζουν την ελευθερία του εμπορίου και της δράσης, ενώ οι συντηρητικοί επιθυμούν αυστηρή εφαρμογή του νόμου και μέγιστη καταστολή των παραβατών. Ωστόσο, μυστηριωδώς, στην εκστρατεία υπέρ νόμων περί όπλων οι θέσεις τείνουν να αντιστρέφονται. Κάθε φορά που χρησιμοποιείται πυροβόλο όπλο σε βίαιο έγκλημα, οι Αμερικανοί προοδευτικοί εντείνουν τις εκστρατείες τους υπέρ του αυστηρού περιορισμού, αν όχι της απαγόρευσης, της ιδιωτικής κατοχής όπλων, ενώ οι συντηρητικοί αντιτίθενται σε αυτούς τους περιορισμούς στο όνομα της ατομικής ελευθερίας.

For most of the activities in this chapter, liberals tend to favor freedom of trade and activity while conservatives yearn for rigorous enforcement and maximum crackdowns against violators of the law. Yet, mysteriously, in the drive for gun laws the positions tend to be reversed. Every time a gun is used in a violent crime, liberals redouble their agitation for the severe restriction, if not prohibition of private ownership of guns, while conservatives oppose such restrictions on behalf of individual freedom.

74

Αν, όπως πιστεύουν οι λιμπερταριανοί, κάθε άτομο έχει το δικαίωμα να είναι κύριος του προσώπου και της περιουσίας του, τότε προκύπτει ότι έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί βία για να υπερασπιστεί τον εαυτό του απέναντι στη βία εγκληματιών επιτιθέμενων. Για κάποιον παράξενο λόγο, όμως, οι Αμερικανοί προοδευτικοί επιχειρούν συστηματικά να στερήσουν από αθώους ανθρώπους τα μέσα υπεράσπισής τους απέναντι στην επίθεση. Παρότι η Δεύτερη Τροπολογία του Συντάγματος εγγυάται ότι «το δικαίωμα του λαού να κατέχει και να φέρει όπλα δεν θα παραβιάζεται», η κυβέρνηση έχει διαβρώσει συστηματικά μεγάλο μέρος αυτού του δικαιώματος. Έτσι, στην πολιτεία της Νέας Υόρκης, όπως και στις περισσότερες άλλες πολιτείες, ο νόμος Sullivan απαγορεύει τη μεταφορά «κρυμμένων όπλων» χωρίς άδεια των αρχών. Αυτή η αντισυνταγματική επιταγή όχι μόνο έχει περιορίσει σοβαρά την οπλοφορία, αλλά η κυβέρνηση έχει επεκτείνει την απαγόρευση σε σχεδόν κάθε αντικείμενο που θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως όπλο — ακόμη και σε όσα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν μόνο για αυτοάμυνα. Ως αποτέλεσμα, απαγορεύεται στα δυνητικά θύματα εγκλημάτων να φέρουν μαχαίρια, στυλό δακρυγόνου ή ακόμη και καρφίτσες καπέλου, ενώ άνθρωποι που χρησιμοποίησαν τέτοια όπλα για να αμυνθούν απέναντι σε επίθεση διώχθηκαν οι ίδιοι από τις αρχές. Στις πόλεις, αυτή η παραβιαστική των δικαιωμάτων απαγόρευση της κρυφής οπλοφορίας έχει ουσιαστικά απογυμνώσει τα θύματα από κάθε δυνατότητα αυτοάμυνας απέναντι στο έγκλημα. Είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχει επίσημη απαγόρευση της φανερής οπλοφορίας· ένας άνδρας όμως στη Νέα Υόρκη, ο οποίος πριν από μερικά χρόνια δοκίμασε τον νόμο περπατώντας στους δρόμους με ένα τουφέκι, συνελήφθη αμέσως για «διατάραξη της κοινής ειρήνης». Επιπλέον, τα θύματα δεσμεύονται τόσο πολύ από τις διατάξεις κατά της «υπερβολικής» βίας στην αυτοάμυνα, ώστε το υφιστάμενο νομικό σύστημα παρέχει αυτομάτως στον εγκληματία ένα τεράστιο εγγενές πλεονέκτημα.

If, as libertarians believe, every individual has the right to own his person and property, it then follows that he has the right to employ violence to defend himself against the violence of criminal aggressors. But for some odd reason, liberals have systematically tried to deprive innocent persons of the means for defending themselves against aggression. Despite the fact that the Second Amendment to the Constitution guarantees that “the right of the people to keep and bear arms shall not be infringed,” the government has systematically eroded much of this right. Thus, in New York State, as in most other states, the Sullivan Law prohibits the carrying of “concealed weapons” without a license issued by the authorities. Not only has the carrying of guns been grievously restricted by this unconstitutional edict, but the government has extended this prohibition to almost any object that could possibly serve as a weapon—even those that could only be used for self-defense. As a result, potential victims of crime have been barred from carrying knives, tear-gas pens, or even hatpins, and people who have used such weapons in defending themselves against assault have themselves been prosecuted by the authorities. In the cities, this invasive prohibition against concealed weapons has in effect stripped victims of any possible self-defense against crime. (It is true that there is no official prohibition against carrying an unconcealed weapon, but a man in New York City who, several years ago, tested the law by walking the streets carrying a rifle was promptly arrested for “disturbing the peace.”) Furthermore, victims are so hamstrung by provisions against “undue” force in self-defense that the criminal is automatically handed an enormous built-in advantage by the existing legal system.

75

Πρέπει να είναι σαφές ότι κανένα υλικό αντικείμενο δεν είναι αφ’ εαυτού επιθετικό· κάθε αντικείμενο, είτε πυροβόλο όπλο είτε μαχαίρι είτε ρόπαλο, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για επίθεση, για άμυνα ή για πολυάριθμους άλλους σκοπούς άσχετους προς το έγκλημα. Η απαγόρευση ή ο περιορισμός της αγοράς και της κατοχής πυροβόλων όπλων δεν έχει περισσότερο νόημα από την απαγόρευση της κατοχής μαχαιριών, ροπάλων, καρφιτσών καπέλου ή πετρών. Και πώς θα απαγορευτούν όλα αυτά τα αντικείμενα, και, αν απαγορευτούν, πώς θα επιβληθεί η απαγόρευση; Αντί λοιπόν να καταδιώκει αθώους ανθρώπους που φέρουν ή κατέχουν διάφορα αντικείμενα, ο νόμος πρέπει να ασχολείται με την καταπολέμηση και τη σύλληψη των πραγματικών εγκληματιών.

It should be clear that no physical object is in itself aggressive; any object, whether it be a gun, a knife, or a stick, can be used for aggression, for defense, or for numerous other purposes unconnected with crime. It makes no more sense to outlaw or restrict the purchase and ownership of guns than it does to outlaw the possession of knives, clubs, hatpins, or stones. And how are all of these objects to be outlawed, and if outlawed, how is the prohibition to be enforced? Instead of pursuing innocent people carrying or possessing various objects, then, the law should be concerned with combatting and apprehending real criminals.

76

Υπάρχει, επιπλέον, και μια άλλη παράμετρος που ενισχύει το συμπέρασμά μας. Αν τα πυροβόλα όπλα περιοριστούν ή απαγορευτούν, δεν υπάρχει λόγος να περιμένουμε ότι οι αποφασισμένοι εγκληματίες θα δώσουν μεγάλη σημασία στον νόμο. Οι εγκληματίες, επομένως, θα μπορούν πάντοτε να αγοράζουν και να φέρουν όπλα· μόνο τα αθώα θύματά τους θα υποφέρουν από τον γεμάτο μέριμνα προοδευτισμό που επιβάλλει νόμους κατά των πυροβόλων και άλλων όπλων. Όπως πρέπει να νομιμοποιηθούν τα ναρκωτικά, τα τυχερά παιχνίδια και η πορνογραφία, έτσι πρέπει να νομιμοποιηθούν και τα πυροβόλα όπλα και οποιαδήποτε άλλα αντικείμενα μπορούν να χρησιμεύσουν ως όπλα αυτοάμυνας.

There is, moreover, another consideration which reinforces our conclusion. If guns are restricted or outlawed, there is no reason to expect that determined criminals are going to pay much attention to the law. The criminals, then, will always be able to purchase and carry guns; it will only be their innocent victims who will suffer from the solicitous liberalism that imposes laws against guns and other weapons. Just as drugs, gambling, and pornography should be made legal, so too should guns and any other objects that might serve as weapons of self-defense.

77

Σε ένα αξιοσημείωτο άρθρο κατά του ελέγχου των όπλων χειρός — του είδους όπλου που οι Αμερικανοί προοδευτικοί επιθυμούν περισσότερο να περιορίσουν—, ο καθηγητής Νομικής του Πανεπιστημίου του Σεντ Λούις Don B. Kates, Jr., επιπλήττει τους προοδευτικούς ομοϊδεάτες του επειδή δεν εφαρμόζουν στα όπλα την ίδια λογική που χρησιμοποιούν για τους νόμους περί μαριχουάνας. Επισημαίνει, έτσι, ότι υπάρχουν σήμερα πάνω από πενήντα εκατομμύρια κάτοχοι όπλων χειρός στην Αμερική και ότι, βάσει δημοσκοπήσεων και προηγούμενης εμπειρίας, από τα δύο τρίτα έως και πάνω από το ογδόντα τοις εκατό των Αμερικανών δεν θα συμμορφώνονταν με μια απαγόρευση των όπλων χειρός. Το αναπόφευκτο αποτέλεσμα, όπως και στην περίπτωση των νόμων περί σεξουαλικής συμπεριφοράς και μαριχουάνας, θα ήταν αυστηρές ποινές αλλά εξαιρετικά επιλεκτική εφαρμογή — που θα γεννούσε περιφρόνηση προς τον νόμο και τις υπηρεσίες επιβολής του. Και ο νόμος θα εφαρμοζόταν επιλεκτικά εναντίον εκείνων που δεν άρεσαν στις αρχές: «Η εφαρμογή γίνεται σταδιακά όλο και πιο αυθαίρετη, ώσπου τελικά οι νόμοι χρησιμοποιούνται μόνο εναντίον όσων είναι αντιπαθείς στην αστυνομία. Δεν χρειάζεται σχεδόν να μας υπενθυμίσει κανείς τις αποκρουστικές τακτικές έρευνας και κατάσχεσης στις οποίες καταφεύγουν συχνά αστυνομικοί και κυβερνητικοί πράκτορες για να παγιδεύσουν παραβάτες αυτών των νόμων». Ο Kates προσθέτει ότι «αν αυτά τα επιχειρήματα ακούγονται οικεία, πιθανότατα είναι επειδή αντιστοιχούν στη συνήθη προοδευτική επιχειρηματολογία κατά των νόμων περί μαριχουάνας».53

In a notable article attacking control of handguns (the type of gun liberals most want to restrict), St. Louis University law professor Don B. Kates, Jr., chides his fellow liberals for not applying the same logic to guns that they use for marijuana laws. Thus, he points out that there are over 50 million handgun owners in America today, and that, based on polls and past experience, from two-thirds to over 80 percent of Americans would fail to comply with a ban on handguns. The inevitable result, as in the case of sex and marijuana laws, would be harsh penalties and yet highly selective enforcement—breeding disrespect for the law and law enforcement agencies. And the law would be enforced selectively against those people whom the authorities didn’t like: “Enforcement becomes progressively more haphazard until at last the laws are used only against those who are unpopular with the police. We hardly need to be reminded of the odious search and seizure tactics police and government agents have often resorted to in order to trap violators of these laws.” Kates adds that “if these arguments seem familiar, it is probably because they parallel the standard liberal argument against pot laws.”

78

Ο Kates προσθέτει κατόπιν μια ιδιαίτερα οξυδερκή παρατήρηση γι’ αυτό το παράξενο τυφλό σημείο των Αμερικανών προοδευτικών. Διότι:

Kates then adds a highly perceptive insight into this curious liberal blind spot. For:

79

Η απαγόρευση των όπλων είναι επινόηση λευκών προοδευτικών της μεσαίας τάξης που αγνοούν την κατάσταση των φτωχών και των μειονοτήτων σε περιοχές όπου η αστυνομία έχει εγκαταλείψει την προσπάθεια ελέγχου της εγκληματικότητας. Αυτοί οι προοδευτικοί δεν ενοχλούνταν ούτε από τους νόμους περί μαριχουάνας τη δεκαετία του 1950, όταν οι συλλήψεις περιορίζονταν στα γκέτο. Ασφαλής σε καλά αστυνομευόμενα προάστια ή σε διαμερίσματα υψηλής ασφάλειας που φυλάσσονται από άνδρες της Pinkerton —τους οποίους κανείς δεν προτείνει να αφοπλίσει—, ο ανυποψίαστος προοδευτικός χλευάζει την οπλοκατοχή ως «αναχρονισμό της Άγριας Δύσης».54

Gun prohibition is the brainchild of white middle-class liberals who are oblivious to the situation of poor and minority people living in areas where the police have given up on crime control. Such liberals weren’t upset about marijuana laws, either, in the fifties when the busts were confined to the ghettos. Secure in well-policed suburbs or high-security apartments guarded by Pinkertons (whom no one proposes to disarm), the oblivious liberal derides gun ownership as “an anachronism from the Old West.”

80

Ο Kates επισημαίνει επίσης την εμπειρικά αποδεδειγμένη αξία της αυτοάμυνας με πυροβόλα όπλα· στο Σικάγο, για παράδειγμα, ένοπλοι πολίτες σκότωσαν δικαιολογημένα κατά την τελευταία πενταετία τριπλάσιο αριθμό βίαιων εγκληματιών απ’ ό,τι η αστυνομία. Και σε μια μελέτη αρκετών εκατοντάδων βίαιων αντιπαραθέσεων με εγκληματίες, ο Kates διαπίστωσε ότι οι ένοπλοι πολίτες ήταν πιο αποτελεσματικοί από την αστυνομία: οι πολίτες που υπερασπίζονταν τον εαυτό τους συνέλαβαν, τραυμάτισαν, σκότωσαν ή έτρεψαν σε φυγή τους εγκληματίες στο 75% των αντιπαραθέσεων, ενώ η αστυνομία είχε ποσοστό επιτυχίας μόλις 61%. Είναι αλήθεια ότι τα θύματα που αντιστέκονται σε ληστεία είναι πιθανότερο να τραυματιστούν από εκείνα που παραμένουν παθητικά. Ο Kates, όμως, επισημαίνει παραμελημένες διευκρινίσεις: (1) ότι η αντίσταση χωρίς πυροβόλο όπλο υπήρξε δύο φορές πιο επικίνδυνη για το θύμα από την αντίσταση με όπλο και (2) ότι η επιλογή της αντίστασης ανήκει στο θύμα και εξαρτάται από τις περιστάσεις και τις αξίες του.

Kates further points out the demonstrated empirical value of self-defense armed with guns; in Chicago, for example, armed civilians justifiably killed three times as many violent criminals in the past five years as did the police. And, in a study of several hundred violent confrontations with criminals, Kates found the armed civilians to be more successful than the police: the civilians defending themselves captured, wounded, killed, or scared off criminals in 75 percent of the confrontations, whereas the police only had a 61 percent success rate. It is true that victims who resist robbery are more likely to be injured than those who remain passive. But Kates points out neglected qualifiers: (1) that resistance without a gun has been twice as hazardous to the victim than resistance with one, and (2) that the choice of resistance is up to the victim and his circumstances and values.

81

Η αποφυγή τραυματισμού θα είναι πρωταρχικής σημασίας για έναν λευκό προοδευτικό πανεπιστημιακό με άνετο τραπεζικό λογαριασμό. Αναγκαστικά θα είναι λιγότερο σημαντική για τον περιστασιακά εργαζόμενο ή τον δικαιούχο προνοιακού επιδόματος, από τον οποίο κλέβουν τα μέσα συντήρησης της οικογένειάς του για έναν μήνα — ή για έναν μαύρο καταστηματάρχη που δεν μπορεί να ασφαλιστεί κατά της ληστείας και που κυριολεκτικά θα αναγκαστεί να κλείσει την επιχείρησή του από τις διαδοχικές ληστείες.

Avoiding injury will be paramount to a white, liberal academic with a comfortable bank account. It will necessarily be less important to the casual laborer or welfare recipient who is being robbed of the wherewithal to support his family for a month—or to a black shopkeeper who can’t get robbery insurance and will be literally run out of business by successive robberies.

82

Και η εθνική έρευνα του 1975 για τους κατόχους όπλων χειρός, που διεξήγαγε ο οργανισμός Decision Making Information, διαπίστωσε ότι στις κυριότερες υποομάδες που κατέχουν όπλο αποκλειστικά για αυτοάμυνα συγκαταλέγονται οι μαύροι, οι χαμηλότερες εισοδηματικές ομάδες και οι ηλικιωμένοι. «Αυτούς τους ανθρώπους», προειδοποιεί εύγλωττα ο Kates, «προτείνεται να φυλακίσουμε επειδή επιμένουν να διατηρούν τη μόνη διαθέσιμη προστασία για τις οικογένειές τους σε περιοχές όπου η αστυνομία έχει εγκαταλείψει την προσπάθεια».55 Τι δείχνει η ιστορική εμπειρία; Έχουν πράγματι οι απαγορεύσεις των όπλων χειρός μειώσει σημαντικά το επίπεδο βίας στην κοινωνία, όπως ισχυρίζονται οι Αμερικανοί προοδευτικοί; Τα στοιχεία δείχνουν ακριβώς το αντίθετο. Μια εκτεταμένη μελέτη του Πανεπιστημίου του Ουισκόνσιν κατέληξε απερίφραστα το φθινόπωρο του 1975 ότι «οι νόμοι ελέγχου των όπλων δεν έχουν, ούτε μεμονωμένα ούτε συνολικά, επίδραση στη μείωση του ποσοστού βίαιης εγκληματικότητας». Η μελέτη του Ουισκόνσιν εξέτασε, για παράδειγμα, τη θεωρία ότι συνήθως φιλήσυχοι άνθρωποι θα μπουν σε ακατανίκητο πειρασμό να πυροβολήσουν, αν έχουν διαθέσιμο όπλο όταν οξύνονται τα πνεύματα. Η μελέτη δεν διαπίστωσε καμία απολύτως συσχέτιση μεταξύ των ποσοστών κατοχής όπλων χειρός και των ποσοστών ανθρωποκτονιών, κατά τη σύγκριση των πολιτειών. Επιπλέον, αυτό το εύρημα ενισχύεται από μια μελέτη του Χάρβαρντ το 1976 σχετικά με έναν νόμο της Μασαχουσέτης που προέβλεπε υποχρεωτική ελάχιστη ποινή ενός έτους φυλάκισης για οποιονδήποτε εντοπιζόταν να κατέχει όπλο χειρός χωρίς κρατική άδεια. Αποδεικνύεται ότι, κατά το 1975, αυτός ο νόμος του 1974 μείωσε πράγματι σημαντικά την οπλοφορία και τον αριθμό επιθέσεων με πυροβόλα όπλα. Αλλά, ιδού η έκπληξη! Όμως —ω του θαύματος!— οι ερευνητές του Χάρβαρντ διαπίστωσαν, προς έκπληξή τους, ότι δεν υπήρξε αντίστοιχη μείωση σε κανένα είδος βίας. Δηλαδή:

And the 1975 national survey of handgun owners by the Decision Making Information organization found that the leading subgroups who own a gun only for self-defense include blacks, the lowest income groups, and senior citizens. “These are the people,” Kates eloquently warns, “it is proposed we jail because they insist on keeping the only protection available for their families in areas in which the police have given up.”

What of historical experience? Have handgun bans really greatly lowered the degree of violence in society, as liberals claim? The evidence is precisely to the contrary. A massive study done at the University of Wisconsin concluded unequivocally in the fall of 1975 that “gun control laws have no individual or collective effect in reducing the rate of violent crime.” The Wisconsin study, for example, tested the theory that ordinarily peaceful people will be irresistibly tempted to shoot their guns if available when tempers are being frayed. The study found no correlation whatever between rates of handgun ownership and rates of homicide when compared, state by state. Moreover, this finding is reinforced by a 1976 Harvard study of a Massachusetts law providing a mandatory minimum year in prison for anyone found possessing a handgun without a government permit. It turns out that, during the year 1975, this 1974 law did indeed considerably reduce the carrying of firearms and the number of assaults with firearms. But, lo and behold! the Harvard researchers found to their surprise that there was no corresponding reduction in any type of violence. That is,

83

Όπως έχουν υποδείξει προηγούμενες εγκληματολογικές μελέτες, ένας πολίτης που εξοργίζεται στιγμιαία, αν στερηθεί το όπλο χειρός, θα καταφύγει στο πολύ πιο θανατηφόρο μακρύκαννο όπλο. Αν στερηθεί όλα τα πυροβόλα όπλα, θα αποδειχθεί σχεδόν εξίσου θανατηφόρος με μαχαίρια, σφυριά κ.λπ.

As previous criminological studies have suggested, deprived of a handgun, a momentarily enraged citizen will resort to the far more deadly long gun. Deprived of all firearms, he will prove almost as deadly with knives, hammers, etc.

84

Και είναι σαφές ότι, «αν η μείωση της κατοχής όπλων χειρός δεν μειώνει τις ανθρωποκτονίες ή άλλες μορφές βίας, η απαγόρευσή τους είναι απλώς μία ακόμη εκτροπή αστυνομικών πόρων από το πραγματικό έγκλημα προς το έγκλημα χωρίς θύματα».56

And clearly, “if reducing handgun ownership does not reduce homicide or other violence, a handgun ban is just one more diversion of police resources from real crime to victimless crime.”

85

Τέλος, ο Kates διατυπώνει μια ακόμη ενδιαφέρουσα παρατήρηση: μια κοινωνία στην οποία οι φιλήσυχοι πολίτες είναι οπλισμένοι είναι πολύ πιθανότερο να είναι μια κοινωνία όπου ανθούν οι Καλοί Σαμαρείτες, που σπεύδουν εθελοντικά να βοηθήσουν τα θύματα εγκλημάτων. Αφαιρέστε όμως τα όπλα από τους ανθρώπους, και το κοινό —με ολέθριες συνέπειες για τα θύματα— θα τείνει να αφήνει το ζήτημα στην αστυνομία. Πριν η πολιτεία της Νέας Υόρκης απαγορεύσει τα όπλα χειρός, τα περιστατικά Καλών Σαμαρειτών ήταν πολύ πιο διαδεδομένα απ’ ό,τι σήμερα. Και σε μια πρόσφατη έρευνα τέτοιων περιπτώσεων, τουλάχιστον το 81% των Σαμαρειτών ήταν κάτοχοι όπλων. Αν θέλουμε να ενθαρρύνουμε μια κοινωνία όπου οι πολίτες προστρέχουν σε βοήθεια γειτόνων που βρίσκονται σε κίνδυνο, δεν πρέπει να τους στερούμε την πραγματική δυνατότητα να κάνουν κάτι για το έγκλημα. Ασφαλώς, αποτελεί το αποκορύφωμα του παραλογισμού να αφοπλίζουμε τον φιλήσυχο λαό και κατόπιν, όπως συμβαίνει πολύ συχνά, να τον καταγγέλλουμε για «απάθεια» επειδή δεν σπεύδει να σώσει τα θύματα εγκληματικής επίθεσης.

Finally, Kates makes another intriguing point: that a society where peaceful citizens are armed is far more likely to be one where Good Samaritans who voluntarily go to the aid of victims of crime will flourish. But take away people’s guns, and the public—disastrously for the victims—will tend to leave the matter to the police. Before New York State outlawed handguns, Good Samaritan instances were far more widespread than now. And, in a recent survey of Good Samaritan cases no less than 81 percent of the Samaritans were owners of guns. If we wish to encourage a society where citizens come to the aid of neighbors in distress, we must not strip them of the actual power to do something about crime. Surely, it is the height of absurdity to disarm the peaceful public and then, as is quite common, to denounce them for “apathy” for failing to rush to the rescue of victims of criminal assault.

86

← Κεφάλαιο 5: Ακούσια ΔουλείαΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 7: Εκπαίδευση →

← ΠεριεχόμεναΔίγλωσση ανάγνωση: Για μια Νέα Ελευθερία