Εργαλεία30 Οκτωβρίου 2026

Για μια Νέα Ελευθερία: Κεφάλαιο 5: Ακούσια Δουλεία

Murray N. Rothbard · For a New Liberty: The Libertarian Manifesto

Πραξεολόγος

← Κεφάλαιο 4: Τα ΠροβλήματαΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 6: Προσωπική Ελευθερία →

Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.

Αγγλικό πρωτότυπο: Murray N. Rothbard, For a New Liberty: The Libertarian Manifesto, 2η έκδοση, Ludwig von Mises Institute, 2006 (ηλεκτρονική έκδοση). © 1973, 1978 Murray N. Rothbard· © 2006 Ludwig von Mises Institute. Πηγή: mises.org/library/book/new-liberty-libertarian-manifesto.

Η μετάφραση ακολουθεί την αναθεωρημένη έκδοση του 1978, ενώ το αγγλικό κείμενο εδώ είναι η έκδοση του Mises Institute (2006). Γι’ αυτό ο «Πρόλογος» του Rothbard (Φεβρουάριος 1978), η τελευταία παράγραφος του κεφαλαίου 15 στην ελληνική και το «Παράρτημα: Το Λιμπερταριανό Κίνημα» δεν έχουν αγγλικό αντίστοιχο εδώ (το παράρτημα δεν περιλαμβάνεται), ενώ η ενότητα «Toward a Free America» υπάρχει μόνο στα αγγλικά. Ο «Πρόλογος Μεταφραστή» και η εισαγωγή του Llewellyn H. Rockwell, Jr. (2005) της αγγλικής έκδοσης δεν περιλαμβάνονται. Οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ) εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται.

Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.

Ελληνικά · μετάφραση: Πραξεολόγος
English · πρωτότυπο

Κεφάλαιο 5: Ακούσια Δουλεία

↗ στη σελίδα του βιβλίου

5 Involuntary Servitude

1

Αν υπάρχει κάτι στο οποίο ένας λιμπερταριανός πρέπει να αντιτίθεται απερίφραστα και ολοκληρωτικά, αυτό είναι η ακούσια δουλεία —η καταναγκαστική εργασία—, μια πράξη που αρνείται το στοιχειωδέστερο δικαίωμα αυτοκυριότητας. Η «ελευθερία» και η «δουλεία» αναγνωρίζονταν ανέκαθεν ως διαμετρικά αντίθετες. Ο λιμπερταριανός, επομένως, αντιτίθεται απολύτως στη δουλεία.39 Πρόκειται σήμερα για ένα ακαδημαϊκό ζήτημα, θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς. Είναι όμως πράγματι έτσι; Διότι τι άλλο είναι η δουλεία παρά (α) ο εξαναγκασμός των ανθρώπων να εργάζονται σε καθήκοντα που επιθυμεί ο δουλοκτήτης και (β) η καταβολή σε αυτούς είτε των απολύτως αναγκαίων για την επιβίωση είτε, εν πάση περιπτώσει, λιγότερων απ’ όσα θα δεχόταν εθελοντικά ο δούλος; Εν ολίγοις, καταναγκαστική εργασία με αμοιβές χαμηλότερες από εκείνες της ελεύθερης αγοράς.

If there is anything a libertarian must be squarely and totally against, it is involuntary servitude—forced labor—an act which denies the most elemental right of self-ownership. “Liberty” and “slavery” have ever been recognized to be polar opposites. The libertarian, therefore, is totally opposed to slavery. An academic question nowadays, one might object? But is it really? For what is slavery but (a) forcing people to work at tasks the slavemaster wishes, and (b) paying them either pure subsistence or, at any rate, less than the slave would have accepted voluntarily. In short, forced labor at below free-market wages.

2

Είμαστε, λοιπόν, πραγματικά απαλλαγμένοι από τη «δουλεία», από την ακούσια δουλεία, στη σημερινή Αμερική; Τηρείται πράγματι η απαγόρευση της ακούσιας δουλείας που περιλαμβάνεται στη Δέκατη Τρίτη Τροπολογία;40

Thus, are we really free of “slavery,” of involuntary servitude in present-day America? Is the prohibition against involuntary servitude of the Thirteenth Amendment really being obeyed?

3

Υποχρεωτική στράτευση

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Conscription

4

Ασφαλώς, για να πάρουμε ένα παράδειγμα, δεν μπορεί να υπάρξει πιο κραυγαλέα περίπτωση ακούσιας δουλείας από ολόκληρο το σύστημά μας υποχρεωτικής στράτευσης. Κάθε νέος εξαναγκάζεται να εγγραφεί στο σύστημα επιλεκτικής στράτευσης μόλις συμπληρώσει τα δεκαοκτώ του χρόνια. Υποχρεούται να φέρει πάντοτε μαζί του τη στρατολογική του κάρτα και, οποτεδήποτε κρίνει σκόπιμο η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, συλλαμβάνεται από τις αρχές και εντάσσεται στις ένοπλες δυνάμεις. Εκεί το σώμα και η βούλησή του δεν του ανήκουν πλέον· υπόκειται στις επιταγές της κυβέρνησης· και μπορεί να εξαναγκαστεί να σκοτώσει και να θέσει σε κίνδυνο τη δική του ζωή, αν το διατάξουν οι αρχές. Τι άλλο είναι η ακούσια δουλεία, αν όχι η υποχρεωτική στράτευση;

Surely, for one example, there can be no more blatant case of involuntary servitude than our entire system of conscription. Every youth is forced to register with the selective service system when he turns eighteen. He is compelled to carry his draft card at all times, and, at whatever time the federal government deems fit, he is seized by the authorities and inducted into the armed forces. There his body and will are no longer his own; he is subject to the dictates of the government; and he can be forced to kill and to place his own life in jeopardy if the authorities so decree. What else is involuntary servitude if not the draft?

5

Η ωφελιμιστική διάσταση διαπερνά την επιχειρηματολογία υπέρ του συστήματος υποχρεωτικής στράτευσης. Έτσι, η κυβέρνηση χρησιμοποιεί το επιχείρημα: ποιος θα μας υπερασπιστεί από μια ξένη επίθεση αν δεν χρησιμοποιήσουμε καταναγκασμό και δεν στρατολογήσουμε υποχρεωτικά τους υπερασπιστές μας; Ο λιμπερταριανός μπορεί να αντιτάξει διάφορες απαντήσεις σε αυτή τη συλλογιστική. Πρώτον, αν εσύ, εγώ και ο διπλανός μας γείτονας πιστεύουμε ότι χρειαζόμαστε υπεράσπιση, δεν έχουμε κανένα ηθικό δικαίωμα να χρησιμοποιήσουμε καταναγκασμό —την ξιφολόγχη ή το περίστροφο— για να εξαναγκάσουμε κάποιον άλλον να μας υπερασπιστεί. Αυτή η πράξη της υποχρεωτικής στράτευσης αποτελεί εξίσου πράξη αδικαιολόγητης επίθεσης —απαγωγής και ενδεχομένως δολοφονίας— με την υποτιθέμενη επίθεση από την οποία επιχειρούμε εξαρχής να προστατευθούμε. Αν προσθέσουμε ότι οι στρατεύσιμοι οφείλουν τα σώματα και τη ζωή τους, αν χρειαστεί, στην «κοινωνία» ή στην «πατρίδα τους», τότε πρέπει να αντιτείνουμε: ποια είναι αυτή η «κοινωνία» ή αυτή η «πατρίδα» που χρησιμοποιείται ως μαγικό φυλαχτό για να δικαιολογηθεί η υποδούλωση; Είναι απλώς όλα τα άτομα της συγκεκριμένης επικράτειας εκτός από τους νέους που στρατολογούνται υποχρεωτικά. Η «κοινωνία» και η «πατρίδα» είναι, στην περίπτωση αυτή, μυθικές αφαιρέσεις που χρησιμοποιούνται για να συγκαλύψουν τη γυμνή χρήση καταναγκασμού προς προώθηση των συμφερόντων συγκεκριμένων ατόμων.

The utilitarian aspect permeates the argument for the conscription system. Thus the government uses the argument: Who will defend us against foreign attack if we do not employ coercion and conscript our defenders? There are several rebuttals for a libertarian to make to this line of reasoning. In the first place, if you and I and our next-door neighbor think that we need defending, we have no moral right to use coercion—the bayonet or the revolver—to force someone else to defend us. This act of conscripting is just as much a deed of unjustifiable aggression—of kidnapping and possibly murder—as the alleged aggression we are trying to guard ourselves against in the first place. If we add that the draftees owe their bodies and their lives, if necessary, to “society” or to “their country,” then we must retort: Who is this “society” or this “country” that is being used as a talisman to justify enslavement? It is simply all individuals in the territorial area except the youths being conscripted. “Society” and “country” are in this case mythical abstractions that are being used to cloak the naked use of coercion to promote the interests of specific individuals.

6

Δεύτερον, περνώντας στο ωφελιμιστικό επίπεδο, γιατί θεωρείται αναγκαία η υποχρεωτική στρατολόγηση υπερασπιστών; Στην ελεύθερη αγορά κανείς δεν στρατολογείται υποχρεωτικά· και όμως, σε αυτή την αγορά οι άνθρωποι αποκτούν, μέσω εθελοντικών αγορών και πωλήσεων, κάθε νοητό είδος αγαθών και υπηρεσιών, ακόμη και τα απολύτως αναγκαία. Στην αγορά, οι άνθρωποι μπορούν να αποκτούν και πράγματι αποκτούν τροφή, στέγη, ένδυση, ιατρική περίθαλψη κ.λπ. Γιατί να μην μπορούν να προσλάβουν και υπερασπιστές; Πράγματι, καθημερινά προσλαμβάνονται πολλοί άνθρωποι για την παροχή επικίνδυνων υπηρεσιών: δασοπυροσβέστες, δασοφύλακες, δοκιμαστές πιλότοι και… αστυνομικοί, ιδιωτικοί φρουροί και φύλακες. Γιατί να μην μπορούν να προσληφθούν στρατιώτες με τον ίδιο τρόπο;

Secondly, to move to the utilitarian plane, why is it considered necessary to conscript defenders? No one is conscripted on the free market, yet on that market people obtain, through voluntary purchase and sale, every conceivable manner of goods and services, even the most necessary ones. On the market, people can and do obtain food, shelter, clothing, medical care, etc. Why can’t they hire defenders as well? Indeed, there are plenty of people being hired every day to perform dangerous services: forest firefighters, rangers, test pilots, and... police and private guards and watchmen. Why can’t soldiers be hired in the same way?

7

Ή, για να το θέσουμε διαφορετικά, η κυβέρνηση απασχολεί αμέτρητες χιλιάδες ανθρώπους σε κάθε είδους υπηρεσίες, από οδηγούς φορτηγών έως επιστήμονες και δακτυλογράφους· πώς γίνεται κανένας από αυτούς να μη χρειάζεται να επιστρατευθεί; Γιατί δεν υπάρχει «έλλειψη» σε αυτά τα επαγγέλματα που δήθεν θα εξανάγκαζε την κυβέρνηση να καταφύγει στον καταναγκασμό για να τους εξασφαλίσει; Για να προχωρήσουμε ένα βήμα παραπέρα, ακόμη και μέσα στον στρατό δεν υπάρχει «έλλειψη» αξιωματικών ούτε ανάγκη υποχρεωτικής στρατολόγησής τους· κανείς δεν στρατολογεί υποχρεωτικά στρατηγούς ή ναυάρχους. Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα είναι απλή: δεν υπάρχει έλλειψη κυβερνητικών δακτυλογράφων επειδή η κυβέρνηση προσφεύγει στην αγορά και τους προσλαμβάνει με τον μισθό της αγοράς· δεν υπάρχει έλλειψη στρατηγών επειδή αμείβονται πλουσιοπάροχα, με μισθούς, πρόσθετες παροχές και συντάξεις. Υπάρχει έλλειψη απλών στρατιωτών επειδή η αμοιβή τους είναι —ή ήταν, έως πολύ πρόσφατα— δραματικά χαμηλότερη από τον μισθό της αγοράς. Επί χρόνια, ακόμη και αν συμπεριλαμβανόταν η χρηματική αξία της δωρεάν τροφής, στέγης και των άλλων υπηρεσιών που παρέχονταν στους στρατιώτες, οι αποδοχές του απλού στρατιώτη ήταν περίπου το μισό του μισθού που θα μπορούσε να κερδίσει στην πολιτική ζωή. Είναι παράξενο, λοιπόν, ότι υπήρχε χρόνια έλλειψη εθελοντικά κατατασσόμενων; Είναι γνωστό εδώ και χρόνια ότι ο τρόπος να προσελκύσει κανείς εθελοντές σε επικίνδυνες εργασίες είναι να τους προσφέρει πρόσθετη αμοιβή ως αντιστάθμισμα. Η κυβέρνηση, όμως, πλήρωνε τους άνδρες τα μισά απ’ όσα θα μπορούσαν να κερδίζουν στην ιδιωτική ζωή.41

Or, to put it another way, the government employs countless thousands of people for all sorts of services, from truck drivers to scientists to typists; how is it that none of these people have to be conscripted? Why is there no “shortage” of these occupations to supposedly force the government to resort to compulsion to obtain them? To go a step further, even within the army there is no “shortage” of officers and no need to draft them; no one conscripts generals or admirals. The answer to these questions is simple: there is no shortage of government typists because the government goes out on the market and hires them at the market wage; there is no shortage of generals because they are paid handsomely, in salaries, perquisites, and pensions. There is a shortage of buck privates because their pay is—or was, until very recently—abysmally below the market wage. For years, even including the monetary value of the free food, shelter, and other services supplied the GIs, the earnings of the buck private were something like one-half the salary he could have earned in civilian life. Is it any wonder that there has been a chronic shortage of enlistees? For years it has been known that the way to induce people to volunteer for hazardous jobs is to pay them extra as a compensation. But the government has been paying the men half of what they could earn in private life.

8

Υπάρχει επίσης η ιδιαίτερη ατίμωση της επιστράτευσης των γιατρών, οι οποίοι υπόκεινται σε υποχρεωτική στράτευση σε ηλικίες πολύ μεγαλύτερες από οποιονδήποτε άλλον. Πρέπει, λοιπόν, οι γιατροί να τιμωρούνται επειδή επέλεξαν το ιατρικό επάγγελμα; Ποια είναι η ηθική δικαιολόγηση για τα δυσβάστακτα βάρη που επιβάλλονται σε αυτό το συγκεκριμένο και ζωτικής σημασίας επάγγελμα; Είναι αυτός τρόπος αντιμετώπισης της έλλειψης γιατρών — να προειδοποιείται κάθε άνθρωπος ότι, αν γίνει γιατρός, είναι βέβαιο πως θα στρατευθεί υποχρεωτικά, και μάλιστα σε ιδιαίτερα προχωρημένη ηλικία; Και πάλι, η ανάγκη των ενόπλων δυνάμεων για γιατρούς θα μπορούσε εύκολα να ικανοποιηθεί αν η κυβέρνηση ήταν πρόθυμη να τους καταβάλει τον μισθό της αγοράς, μαζί με ένα επαρκές πρόσθετο ποσό ως αντιστάθμισμα για την επικίνδυνη εργασία. Αν η κυβέρνηση επιθυμεί να προσλάβει πυρηνικούς φυσικούς ή στρατηγικούς αναλυτές σε «δεξαμενές σκέψης», βρίσκει τρόπους να το κάνει με εξαιρετικά υψηλές αμοιβές. Είναι οι γιατροί κατώτερα ανθρώπινα όντα;

There is also the special disgrace of the doctors’ draft, in which physicians are subject to the draft at ages far beyond anyone else. Are doctors, then, to be penalized for their entry into the profession of medicine? What is the moral justification for onerous burdens placed on this particular, and vitally important, profession? Is this the way to cure the shortage of doctors—to put every man on notice that if he becomes a physician he will be sure to be drafted, and at a specially late age? Once again, the armed forces’ need for doctors could easily be satisfied if the government were willing to pay physicians the market salary, plus enough to compensate them for the hazardous labor. If the government wishes to hire nuclear physicists or “think-tank” strategists, it finds ways of doing so at extremely handsome salaries. Are doctors lower forms of humanity?

9

Ενώ η υποχρεωτική κατάταξη στις ένοπλες δυνάμεις είναι μια κατάφωρη και ιδιαίτερα βαριά μορφή ακούσιας δουλείας, υπάρχει μια άλλη, πολύ πιο συγκαλυμμένη και, συνεπώς, λιγότερο ευδιάκριτη μορφή: η ίδια η δομή του στρατού. Σκεφτείτε το εξής: σε ποιο άλλο επάγγελμα στη χώρα επιβάλλονται βαριές ποινές, μεταξύ των οποίων η φυλάκιση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η εκτέλεση, για «λιποταξία», δηλαδή για την εγκατάλειψη της συγκεκριμένης εργασίας; Αν κάποιος παραιτηθεί από τη General Motors, τον εκτελούν την αυγή;

While conscription into the armed forces is a blatant and aggravated form of involuntary servitude, there is another, far more subtle and therefore less detectable form: the structure of the army itself. Consider this: in what other occupation in the country are there severe penalties, including prison and in some cases execution, for “desertion,” i.e., for quitting the particular employment? If someone quits General Motors, is he shot at sunrise?

11

Θα μπορούσε να αντιταχθεί ότι, στην περίπτωση όσων κατατάσσονται εθελοντικά, ο στρατιώτης ή ο αξιωματικός έχει συμφωνήσει οικειοθελώς να υπηρετήσει για ορισμένο διάστημα και, συνεπώς, υποχρεούται να παραμείνει στην υπηρεσία για αυτά τα χρόνια. Όμως ολόκληρη η έννοια του «χρόνου υπηρεσίας» αποτελεί μέρος του προβλήματος. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι ένας μηχανικός υπογράφει σύμβαση με την ARAMCO για να εργαστεί επί τρία χρόνια στη Σαουδική Αραβία. Έπειτα από λίγους μήνες αποφασίζει ότι αυτή η ζωή δεν του ταιριάζει και παραιτείται. Αυτό μπορεί κάλλιστα να συνιστά ηθική αθέτηση από την πλευρά του — παράβαση μιας ηθικής υποχρέωσης. Πρόκειται όμως για υποχρέωση της οποίας η εκπλήρωση μπορεί να επιβληθεί νομικά; Εν ολίγοις, μπορεί ή πρέπει να εξαναγκαστεί, μέσω του κυβερνητικού μονοπωλίου των όπλων, να συνεχίσει να εργάζεται για το υπόλοιπο της συμβατικής περιόδου; Αν ναι, αυτό θα ήταν καταναγκαστική εργασία και υποδούλωση. Διότι, μολονότι είναι αλήθεια ότι υποσχέθηκε μελλοντική εργασία, το σώμα του εξακολουθεί, σε μια ελεύθερη κοινωνία, να ανήκει αποκλειστικά στον ίδιο. Τόσο στην πράξη όσο και στη λιμπερταριανή θεωρία, λοιπόν, ο μηχανικός μπορεί να υποστεί ηθική κριτική για την αθέτηση, μπορεί να μπει στη μαύρη λίστα άλλων πετρελαϊκών εταιρειών, μπορεί να υποχρεωθεί να επιστρέψει οποιαδήποτε προκαταβολή αμοιβής τού έχει καταβάλει η εταιρεία, αλλά δεν θα υποδουλωθεί στην ARAMCO για την τριετία.

It might be objected that, in the case of enlistees, the soldier or officer has voluntarily agreed to serve for a certain term, and he is therefore obligated to continue in service for that term of years. But the whole concept of “term of service” is part of the problem. Suppose, for example, that an engineer signs a contract with ARAMCO to serve for three years in Saudi Arabia. After a few months he decides that the life is not for him and he quits. This may well be a moral default on his part—a breach of moral obligation. But is it a legally enforceable obligation? In short, can he or should he be forced by the monopoly of weaponry of government to keep working for the remainder of his term? If so, that would be forced labor and enslavement. For while it is true that he made a promise of future work, his body continues, in a free society, to be owned by himself alone. In practice and in libertarian theory as well, then, the engineer might be morally criticized for the breach, he may be blacklisted by other oil firms, he may be forced to return any advance pay tendered to him by the company, but he will not be enslaved to ARAMCO for the three-year period.

12

Αν όμως αυτό ισχύει για την ARAMCO ή για οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα ή εργασία στην ιδιωτική ζωή, γιατί να ισχύει κάτι διαφορετικό στον στρατό; Αν ένας άνθρωπος καταταγεί για επτά χρόνια και κατόπιν παραιτηθεί, πρέπει να του επιτρέπεται να φύγει. Θα χάσει τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα, θα υποστεί ηθική κριτική, μπορεί να αποκλειστεί από παρόμοιες εργασίες, αλλά, ως κύριος του εαυτού του, δεν μπορεί να υποδουλωθεί παρά τη θέλησή του.

But if this is true of ARAMCO, or of any other occupation or job in private life, why should it be different in the army? If a man signs up for seven years and then quits, he should be allowed to leave. He will lose pension rights, he will be morally criticized, he may be blacklisted from similar occupations, but he cannot, as a self-owner, be enslaved against his will.

13

Ίσως προβληθεί η αντίρρηση ότι η υπηρεσία στις ένοπλες δυνάμεις είναι ένα ιδιαιτέρως σημαντικό επάγγελμα που χρειάζεται αυτού του είδους την καταναγκαστική κύρωση, την οποία δεν έχουν άλλες εργασίες. Αφήνοντας κατά μέρος τη σημασία επαγγελμάτων όπως η ιατρική, η γεωργία και οι μεταφορές, τα οποία δεν χρειάζεται να καταφεύγουν σε τέτοιες μεθόδους, ας εξετάσουμε ένα συγκρίσιμο επάγγελμα προστασίας στην πολιτική ζωή — την αστυνομία. Ασφαλώς, η αστυνομία παρέχει μια εξίσου, και ίσως περισσότερο, ζωτική υπηρεσία· και όμως, κάθε χρόνο άνθρωποι προσλαμβάνονται στην αστυνομία και παραιτούνται από αυτήν, χωρίς να γίνεται καμία καταναγκαστική προσπάθεια δέσμευσης της εργασίας τους για πολυετή υπηρεσία. Πέρα, λοιπόν, από την απαίτηση να καταργηθεί η υποχρεωτική στράτευση, ο λιμπερταριανός προτείνει επίσης να καταργηθεί ολόκληρη η έννοια της δεσμευτικής περιόδου κατάταξης και η πρακτική δουλείας που αυτή συνεπάγεται. Ας λειτουργούν οι ένοπλες δυνάμεις με τρόπους παρόμοιους με την αστυνομία, την πυροσβεστική, τη δασοφυλακή, τους ιδιωτικούς φρουρούς κ.λπ. — απαλλαγμένες από τη μάστιγα και το ηθικό έγκλημα της ακούσιας δουλείας.

It may be protested that the armed forces is a peculiarly important occupation that needs this sort of coercive sanction that other jobs do not have. Setting aside the importance of such occupations as medicine, agriculture and transportation that need not resort to such methods, let us consider a comparable defense occupation in civilian life—the police. Surely the police perform an equally, and perhaps more vital, service—and yet every year people join the police and quit the force, and there is no coercive attempt to bind their labor through years of enlistment. In addition to demanding the end of conscription, then, the libertarian also proposes to do away with the entire concept of a term of enlistment and the practice of slavery this implies. Let the armed forces operate in ways similar to police, firemen, rangers, private guards, etc.—free of the blight and the moral crime of involuntary servitude.

14

Υπάρχουν όμως περισσότερα να ειπωθούν για τον στρατό ως θεσμό, ακόμη κι αν γινόταν απολύτως εθελοντικός. Οι Αμερικανοί έχουν σχεδόν ξεχάσει ένα από τα ευγενέστερα και ισχυρότερα στοιχεία της αρχικής αμερικανικής κληρονομιάς: την αποφασιστική εναντίωση στον ίδιο τον θεσμό του «μόνιμου στρατού». Μια κυβέρνηση που έχει στη διάθεσή της έναν μόνιμο στρατό θα μπαίνει πάντοτε στον πειρασμό να τον χρησιμοποιήσει, και μάλιστα με επιθετικό, παρεμβατικό και πολεμοχαρή τρόπο. Μολονότι η εξωτερική πολιτική θα εξεταστεί παρακάτω, είναι σαφές ότι ένας μόνιμος στρατός αποτελεί διαρκή πειρασμό για το κράτος να διευρύνει την εξουσία του, να καταδυναστεύει άλλους ανθρώπους καθώς και άλλες χώρες και να κυριαρχεί στην εσωτερική ζωή του έθνους. Ο αρχικός στόχος του κινήματος του Jefferson —μιας σε μεγάλο βαθμό λιμπερταριανής δύναμης στην αμερικανική πολιτική ζωή— ήταν η πλήρης κατάργηση του μόνιμου στρατού και του πολεμικού ναυτικού. Η αρχική αμερικανική αρχή ήταν ότι, αν το έθνος δεχόταν επίθεση, οι πολίτες θα έσπευδαν να ενωθούν για να αποκρούσουν τον εισβολέα. Μια μόνιμη ένοπλη δύναμη, επομένως, δεν μπορούσε παρά να οδηγήσει σε δεινά και στη διόγκωση της κρατικής εξουσίας. Κατά τη δριμεία και προφητική επίθεσή του εναντίον του προτεινόμενου Συντάγματος στη συνέλευση επικύρωσης της Βιρτζίνιας, ο Patrick Henry προειδοποίησε για τον μόνιμο στρατό: «Το Κογκρέσο, με την εξουσία φορολόγησης, με την εξουσία συγκρότησης στρατού και με τον έλεγχό του επί της πολιτοφυλακής, κρατά το σπαθί στο ένα χέρι και το βαλάντιο στο άλλο. Θα είμαστε ασφαλείς χωρίς κανένα από τα δύο;»42

But there is more to be said about the army as an institution, even if it were made completely voluntary. Americans have almost totally forgotten one of the noblest and strongest elements in the original American heritage: determined opposition to the entire institution of a “standing army.” A government that has a permanent standing army at its disposal will always be tempted to use it, and to use it in an aggressive, interventionist, and warlike manner. While foreign policy will be dealt with below, it is clear that a permanent army is a standing temptation to the State to enlarge its power, to push around other people as well as other countries, and to dominate the internal life of the nation. The original aim of the Jeffersonian movement—a largely libertarian factor in American political life—was to abolish the standing army and navy altogether. The original American principle was that if the nation was attacked, then the citizens would hasten to join to repel the invader. A standing armed force, then, could only lead to trouble and to the aggrandizement of State power. In the course of his trenchant and prophetic attack on the proposed Constitution in the Virginia ratifying convention, Patrick Henry warned of a standing army: “Congress, by the power of taxation, by that of raising an army, and by their control over the militia, have the sword in one hand, and the purse in the other. Shall we be safe without either?”

15

Κάθε μόνιμος στρατός, λοιπόν, αποτελεί μόνιμη απειλή για την ελευθερία. Το μονοπώλιό του στα όπλα καταναγκασμού, η σύγχρονη τάση του να δημιουργεί και να υποστηρίζει ένα «στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα» για τον εφοδιασμό του και, τέλος, αλλά εξίσου σημαντικό, όπως σημειώνει ο Patrick Henry, η φορολογική εξουσία που τον χρηματοδοτεί συνιστούν μια διαρκή απειλή αέναης διεύρυνσης του μεγέθους και της ισχύος του. Ο λιμπερταριανός, φυσικά, αντιτίθεται σε κάθε θεσμό που στηρίζεται στη φορολογία ως καταναγκαστικό· ο στρατός όμως είναι μοναδικά απειλητικός, επειδή συγκεντρώνει σε ένα και μόνο σύνολο χεριών την τεράστια ισχύ του σύγχρονου οπλισμού.

Any standing army, then, poses a standing threat to liberty. Its monopoly of coercive weapons, its modern tendency toward creating and supporting a “military-industrial complex” to supply that army, and last, but not least, as Patrick Henry notes, the taxing power to finance that army, pose a continuing threat of the army’s perpetual expansion in size and power. Any tax-supported institution, of course, is opposed by the libertarian as coercive, but an army is uniquely menacing for its amassing and collecting into one set of hands the massive power of modern weaponry.

16

Νόμοι κατά των απεργιών

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Anti-strike Laws

17

Στις 4 Οκτωβρίου 1971, ο Πρόεδρος Nixon επικαλέστηκε τον νόμο Taft–Hartley για να εξασφαλίσει δικαστική διαταγή που επέβαλε την αναστολή μιας απεργίας λιμενεργατών για ογδόντα ημέρες· ήταν η ένατη φορά που η ομοσπονδιακή κυβέρνηση χρησιμοποιούσε τον νόμο σε απεργία λιμενεργατών. Μερικούς μήνες νωρίτερα, ο επικεφαλής του συνδικάτου εκπαιδευτικών της Νέας Υόρκης φυλακίστηκε για αρκετές ημέρες επειδή αψήφησε νόμο που απαγόρευε στους δημόσιους υπαλλήλους να απεργούν. Είναι αναμφίβολα βολικό για έναν πολύπαθο λαό να απαλλάσσεται από τις αναστατώσεις μιας απεργίας. Ωστόσο, η «λύση» που επιβλήθηκε ήταν καταναγκαστική εργασία, απλούστατα· οι εργαζόμενοι εξαναγκάστηκαν, παρά τη θέλησή τους, να επιστρέψουν στην εργασία. Σε μια κοινωνία που διακηρύσσει ότι αντιτίθεται στη δουλεία και σε μια χώρα που έχει θέσει εκτός νόμου την ακούσια δουλεία, δεν υπάρχει καμία ηθική δικαιολογία για οποιαδήποτε νομοθετική ή δικαστική ενέργεια που απαγορεύει τις απεργίες — ή φυλακίζει συνδικαλιστικούς ηγέτες που δεν συμμορφώνονται. Η δουλεία είναι πολύ συχνά πιο βολική για τους δουλοκτήτες.

On October 4, 1971, President Nixon invoked the Taft-Hartley Act to obtain a court injunction forcing the suspension of a dock strike for 80 days; this was the ninth time the federal government had used the Act in a dock strike. Months earlier, the head of the New York City teachers’ union went to jail for several days for defying a law prohibiting public employees from striking. It is no doubt convenient for a long-suffering public to be spared the disruptions of a strike. Yet the “solution” imposed was forced labor, pure and simple; the workers were coerced, against their will, into going back to work. There is no moral excuse, in a society claiming to be opposed to slavery and in a country which has outlawed involuntary servitude, for any legal or judicial action prohibiting strikes—or jailing union leaders who fail to comply. Slavery is all too often more convenient for the slavemasters.

18

Είναι αλήθεια ότι η απεργία αποτελεί μια ιδιότυπη μορφή διακοπής της εργασίας. Οι απεργοί δεν εγκαταλείπουν απλώς τις θέσεις τους· ισχυρίζονται επίσης ότι, κατά κάποιον τρόπο, με κάποια μεταφυσική έννοια, εξακολουθούν να «κατέχουν» τις θέσεις εργασίας τους και να τις δικαιούνται, και σκοπεύουν να επιστρέψουν σε αυτές όταν επιλυθούν τα επίδικα ζητήματα. Όμως η θεραπεία γι’ αυτή την αυτοαναιρούμενη στάση, καθώς και για τη διαταρακτική ισχύ των εργατικών συνδικάτων, δεν είναι η θέσπιση νόμων που απαγορεύουν τις απεργίες· είναι η κατάργηση του εκτεταμένου σώματος ομοσπονδιακής, πολιτειακής και τοπικής νομοθεσίας που απονέμει ειδικά κρατικά προνόμια στα συνδικάτα. Το μόνο που χρειάζεται, τόσο από την άποψη της λιμπερταριανής αρχής όσο και για μια υγιή οικονομία, είναι η άρση και η κατάργηση αυτών των ειδικών προνομίων.

It is true that the strike is a peculiar form of work stoppage. The strikers do not merely quit their jobs; they also assert that somehow, in some metaphysical sense, they still “own” their jobs and are entitled to them, and intend to return to them when the issues are resolved. But the remedy for this self-contradictory policy, as well as for the disruptive power of labor unions, is not to pass laws outlawing strikes; the remedy is to remove the substantial body of law, federal, state, and local, that confers special governmental privileges on labor unions. All that is needed, both for libertarian principle and for a healthy economy, is to remove and abolish these special privileges.

19

Τα προνόμια αυτά έχουν κατοχυρωθεί στην ομοσπονδιακή νομοθεσία — ιδίως στον νόμο Wagner–Taft–Hartley, που ψηφίστηκε αρχικά το 1935, και στον νόμο Norris–LaGuardia του 1931. Ο δεύτερος απαγορεύει στα δικαστήρια να εκδίδουν απαγορευτικές διαταγές σε περιπτώσεις επικείμενης συνδικαλιστικής βίας· ο πρώτος υποχρεώνει τους εργοδότες να διαπραγματεύονται «καλή τη πίστει» με οποιοδήποτε συνδικάτο κερδίζει τις ψήφους της πλειονότητας μιας μονάδας εργαζομένων που ορίζεται αυθαίρετα από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση — και απαγορεύει επίσης στους εργοδότες να προβαίνουν σε δυσμενείς διακρίσεις εις βάρος συνδικαλιστικών οργανωτών. Μόνο μετά τον νόμο Wagner —και τον προκάτοχό του, τον NIRA, το 1933— μπόρεσαν τα εργατικά συνδικάτα να γίνουν ισχυρή δύναμη στην αμερικανική ζωή. Τότε ήταν που η συνδικαλιστική συμμετοχή εκτινάχθηκε από περίπου πέντε τοις εκατό σε πάνω από είκοσι τοις εκατό του εργατικού δυναμικού. Επιπλέον, οι τοπικοί και πολιτειακοί νόμοι συχνά προστατεύουν τα συνδικάτα από αγωγές και περιορίζουν την πρόσληψη απεργοσπαστών από τους εργοδότες· και η αστυνομία συχνά λαμβάνει εντολές να μην παρεμβαίνει όταν ομάδες περιφρούρησης των συνδικάτων ασκούν βία εναντίον απεργοσπαστών. Αν αφαιρεθούν αυτά τα ειδικά προνόμια και οι ασυλίες, τα εργατικά συνδικάτα θα υποχωρήσουν ξανά στον προηγούμενο αμελητέο ρόλο τους στην αμερικανική οικονομία.

These privileges have been enshrined in federal law—especially in the Wagner-Taft-Hartley Act, passed originally in 1935, and the Norris-LaGuardia Act of 1931. The latter prohibits the courts from issuing injunctions in cases of imminent union violence; the former compels employers to bargain “in good faith” with any union that wins the votes of the majority of a work unit arbitrarily defined by the federal government—and also prohibits employers from discriminating against union organizers. It was only after the Wagner Act—and its predecessor, the NIRA in 1933—that labor unions were able to become a powerful force in American life. It was then that unions skyrocketed from something like five percent to over twenty percent of the labor force. Furthermore, local and state laws often protect unions from being sued, and they place restrictions on the employers’ hiring of strikebreaking labor; and police are often instructed not to interfere in the use of violence against strikebreakers by union pickets. Take away these special privileges and immunities, and labor unions would sink back to their previous negligible role in the American economy.

20

Είναι χαρακτηριστικό της κρατιστικής μας πορείας ότι, όταν η γενική αγανάκτηση εναντίον των συνδικάτων οδήγησε στον νόμο Taft–Hartley του 1947, η κυβέρνηση δεν κατήργησε κανένα από αυτά τα ειδικά προνόμια. Αντιθέτως, πρόσθεσε ειδικούς περιορισμούς στα συνδικάτα για να περιστείλει την ισχύ που η ίδια είχε δημιουργήσει. Όταν έχει τη δυνατότητα επιλογής, η φυσική τάση του κράτους είναι να αυξάνει την εξουσία του, όχι να τη μειώνει· κι έτσι έχουμε την ιδιότυπη κατάσταση όπου η κυβέρνηση πρώτα ενισχύει τα συνδικάτα και κατόπιν κραυγάζει υπέρ περιορισμών της ισχύος τους. Αυτό θυμίζει τα αμερικανικά αγροτικά προγράμματα, στα οποία ένας κλάδος του Υπουργείου Γεωργίας πληρώνει τους αγρότες για να περιορίσουν την παραγωγή τους, ενώ ένας άλλος κλάδος της ίδιας υπηρεσίας τούς πληρώνει για να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους. Παράλογο, ασφαλώς, από την άποψη των καταναλωτών και των φορολογουμένων, αλλά απολύτως λογικό από την άποψη των επιδοτούμενων αγροτών και της αυξανόμενης ισχύος της γραφειοκρατίας. Ομοίως, η φαινομενικά αντιφατική κυβερνητική πολιτική απέναντι στα συνδικάτα εξυπηρετεί, πρώτον, τη διεύρυνση της κυβερνητικής εξουσίας επί των εργασιακών σχέσεων και, δεύτερον, την καλλιέργεια ενός κατάλληλα ενσωματωμένου και προσανατολισμένου προς το Κατεστημένο συνδικαλισμού, ως ελάσσονος εταίρου στον κυβερνητικό έλεγχο της οικονομίας.

It is characteristic of our statist trend that, when general indignation against unions led to the Taft-Hartley Act of 1947, the government did not repeal any of these special privileges. Instead, it added special restrictions upon unions to limit the power which the government itself had created. Given a choice, the natural tendency of the State is to add to its power, not to cut it down; and so we have the peculiar situation of the government first building up unions and then howling for restrictions against their power. This is reminiscent of the American farm programs, in which one branch of the Department of Agriculture pays farmers to restrict their production, while another branch of the same agency pays them to increase their productivity. Irrational, surely, from the point of view of the consumers and the taxpayers, but perfectly rational from the point of view of the subsidized farmers and of the growing power of the bureaucracy. Similarly, the government’s seemingly contradictory policy on unions serves, first, to aggrandize the power of government over labor relations, and second, to foster a suitably integrated and Establishment-minded unionism as junior partner in government’s role over the economy.

21

Το φορολογικό σύστημα

↗ στη σελίδα του βιβλίου

The Tax System

22

Κατά μία έννοια, ολόκληρο το σύστημα φορολογίας αποτελεί μορφή ακούσιας δουλείας. Ας πάρουμε ειδικότερα τον φόρο εισοδήματος. Τα υψηλά επίπεδα του φόρου εισοδήματος σημαίνουν ότι όλοι μας εργαζόμαστε ένα μεγάλο μέρος του έτους —αρκετούς μήνες— δωρεάν για τον Θείο Σαμ, προτού μας επιτραπεί να απολαύσουμε τα εισοδήματά μας στην αγορά. Μέρος της ουσίας της δουλείας, άλλωστε, είναι η καταναγκαστική εργασία για κάποιον με ελάχιστη ή καθόλου αμοιβή. Ο φόρος εισοδήματος όμως σημαίνει ότι ιδρώνουμε και κερδίζουμε εισόδημα μόνο και μόνο για να δούμε την κυβέρνηση να αποσπά διά του καταναγκασμού ένα μεγάλο τμήμα του για τους δικούς της σκοπούς. Τι άλλο είναι αυτό παρά καταναγκαστική εργασία χωρίς αμοιβή;

In a sense, the entire system of taxation is a form of involuntary servitude. Take, in particular, the income tax. The high levels of income tax mean that all of us work a large part of the year—several months—for nothing for Uncle Sam before being allowed to enjoy our incomes on the market. Part of the essence of slavery, after all, is forced work for someone at little or no pay. But the income tax means that we sweat and earn income, only to see the government extract a large chunk of it by coercion for its own purposes. What is this but forced labor at no pay?

23

Η παρακράτηση του φόρου εισοδήματος στην πηγή αποτελεί ακόμη σαφέστερη περίπτωση ακούσιας δουλείας. Διότι, όπως υποστήριζε πριν από χρόνια η ατρόμητη βιομήχανος του Κονέκτικατ Vivien Kellems, ο εργοδότης υποχρεώνεται να δαπανά χρόνο, εργασία και χρήμα για την παρακράτηση και την απόδοση των φόρων των εργαζομένων του στην ομοσπονδιακή και στις πολιτειακές κυβερνήσεις — χωρίς όμως να αποζημιώνεται για αυτή τη δαπάνη. Ποια ηθική αρχή δικαιολογεί τον εξαναγκασμό των εργοδοτών από την κυβέρνηση να ενεργούν ως άμισθοι φοροεισπράκτορές της;

The withholding feature of the income tax is a still more clear-cut instance of involuntary servitude. For as the intrepid Connecticut industrialist Vivien Kellems argued years ago, the employer is forced to expend time, labor, and money in the business of deducting and transmitting his employees’ taxes to the federal and state governments—yet the employer is not recompensed for this expenditure. What moral principle justifies the government’s forcing employers to act as its unpaid tax collectors?

24

Η αρχή της παρακράτησης στην πηγή, φυσικά, αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο ολόκληρου του ομοσπονδιακού συστήματος φορολογίας εισοδήματος. Χωρίς τη σταθερή και σχετικά ανώδυνη διαδικασία αφαίρεσης του φόρου από τον μισθό του εργαζομένου, η κυβέρνηση δεν θα μπορούσε ποτέ να ελπίζει ότι θα εισέπραττε εφάπαξ από τους εργαζομένους τόσο υψηλά ποσά φόρου. Λίγοι θυμούνται ότι το σύστημα παρακράτησης θεσπίστηκε μόλις κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και υποτίθεται ότι ήταν προσωρινό πολεμικό μέτρο. Όπως τόσα άλλα χαρακτηριστικά του κρατικού δεσποτισμού, όμως, το έκτακτο πολεμικό μέτρο έγινε σύντομα καθαγιασμένο μέρος του αμερικανικού συστήματος.

The withholding principle, of course, is the linchpin of the whole federal income tax system. Without the steady and relatively painless process of deducting the tax from the worker’s paycheck, the government could never hope to raise the high levels of tax from the workers in one lump sum. Few people remember that the withholding system was only instituted during World War II and was supposed to be a wartime expedient. Like so many other features of State despotism, however, the wartime emergency measure soon became a hallowed part of the American system.

25

Είναι ίσως ενδεικτικό ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, όταν η Vivien Kellems την προκάλεσε να υποβάλει τη συνταγματικότητα του συστήματος παρακράτησης σε δικαστικό έλεγχο, δεν αποδέχθηκε την πρόκληση. Τον Φεβρουάριο του 1948, η δεσποινίς Kellems, ιδιοκτήτρια μιας μικρής βιομηχανικής επιχείρησης στο Γουέστπορτ του Κονέκτικατ, ανακοίνωσε ότι αψηφούσε τον νόμο περί παρακράτησης και αρνούνταν να παρακρατεί τον φόρο από τους εργαζομένους της. Απαίτησε από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση να της ασκήσει ποινική δίωξη, ώστε τα δικαστήρια να μπορέσουν να αποφανθούν για τη συνταγματικότητα του συστήματος παρακράτησης. Η κυβέρνηση αρνήθηκε να το κάνει και, αντιθέτως, κατέσχεσε το οφειλόμενο ποσό από τον τραπεζικό της λογαριασμό. Η δεσποινίς Kellems προσέφυγε κατόπιν σε ομοσπονδιακό δικαστήριο ζητώντας να της επιστρέψει η κυβέρνηση τα χρήματά της. Όταν η αγωγή τελικά εκδικάστηκε τον Φεβρουάριο του 1951, οι ένορκοι διέταξαν την κυβέρνηση να της επιστρέψει τα χρήματα. Ο έλεγχος της συνταγματικότητας, όμως, δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.43

It is perhaps significant that the federal government, challenged by Vivien Kellems to test the constitutionality of the withholding system, failed to take up the challenge. In February 1948 Miss Kellems, a small manufacturer in Westport, Connecticut, announced that she was defying the withholding law and was refusing to deduct the tax from her employees. She demanded that the federal government indict her, so that the courts would be able to rule on the constitutionality of the withholding system. The government refused to do so, but instead seized the amount due from her bank account. Miss Kellems then sued in federal court for the government to return her funds. When the suit finally came to trial in February 1951, the jury ordered the government to refund her money. But the test of constitutionality never came.

26

Σαν να μην έφτανε αυτό, ο μεμονωμένος φορολογούμενος, όταν συμπληρώνει τη φορολογική του δήλωση, εξαναγκάζεται επίσης από την κυβέρνηση να εργαστεί χωρίς αμοιβή στο κοπιώδες και άχαρο έργο του υπολογισμού των όσων της οφείλει. Και πάλι, δεν μπορεί να χρεώσει στην κυβέρνηση το κόστος και την εργασία που απαιτήθηκαν για τη σύνταξη της δήλωσής του. Επιπλέον, ο νόμος που υποχρεώνει τον καθένα να συμπληρώνει φορολογική δήλωση αποτελεί σαφή παραβίαση της Πέμπτης Τροπολογίας του Συντάγματος, η οποία απαγορεύει στην κυβέρνηση να εξαναγκάζει οποιονδήποτε να αυτοενοχοποιείται. Ωστόσο, τα δικαστήρια, συχνά ένθερμα στην προστασία των δικαιωμάτων της Πέμπτης Τροπολογίας σε λιγότερο ευαίσθητους τομείς, δεν έχουν κάνει τίποτε εδώ, σε μια περίπτωση όπου διακυβεύεται η ίδια η ύπαρξη του διογκωμένου ομοσπονδιακού κυβερνητικού μηχανισμού. Η κατάργηση είτε του φόρου εισοδήματος είτε της παρακράτησης είτε των διατάξεων αυτοενοχοποίησης θα εξανάγκαζε την κυβέρνηση να επιστρέψει στα σχετικά περιορισμένα επίπεδα εξουσίας που απολάμβανε η χώρα πριν από τον εικοστό αιώνα.

To add insult to injury, the individual taxpayer, in filling out his tax form, is also forced by the government to work at no pay on the laborious and thankless task of reckoning how much he owes the government. Here again, he cannot charge the government for the cost and labor expended in making out his return. Furthermore, the law requiring everyone to fill out his tax form is a clear violation of the Fifth Amendment of the Constitution, prohibiting the government from forcing anyone to incriminate himself. Yet the courts, often zealous in protecting Fifth Amendment rights in less sensitive areas, have done nothing here, in a case where the entire existence of the swollen federal government structure is at stake. The repeal of either the income tax or the withholding or self-incriminating provisions would force the government back to the relatively minor levels of power that the country enjoyed before the twentieth century.

27

Οι φόροι λιανικών πωλήσεων, οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης και οι φόροι επί των εισιτηρίων εισόδου επιβάλλουν επίσης άμισθη εργασία — σε αυτές τις περιπτώσεις, την άμισθη εργασία του λιανοπωλητή που εισπράττει και αποδίδει τους φόρους στην κυβέρνηση.

Retail sales, excise, and admission taxes also compel unpaid labor—in these cases, the unpaid labor of the retailer in collecting and forwarding the taxes to the government.

28

Το υψηλό κόστος της είσπραξης φόρων για λογαριασμό της κυβέρνησης έχει και μια άλλη δυσάρεστη συνέπεια — ίσως όχι ακούσια από την πλευρά των κρατούντων. Αυτό το κόστος, το οποίο οι μεγάλες επιχειρήσεις αναλαμβάνουν εύκολα, επιβάλλει δυσανάλογα βαρύ και συχνά παραλυτικό βάρος στον μικρό εργοδότη. Ο μεγάλος εργοδότης μπορεί τότε να επωμίζεται ευχαρίστως το κόστος, γνωρίζοντας ότι ο μικρός ανταγωνιστής του υφίσταται πολύ μεγαλύτερη επιβάρυνση.

The high costs of tax collecting for the government have another unfortunate effect—perhaps not unintended by the powers-that-be. These costs, readily undertaken by large businesses, impose a disproportionately heavy and often crippling cost upon the small employer. The large employer can then cheerfully shoulder the cost knowing that his small competitor bears far more of the burden.

29

The Courts

30

Η καταναγκαστική εργασία διαπερνά τη νομική και δικαστική μας δομή. Έτσι, μια βαθύτατα σεβαστή δικαστική διαδικασία στηρίζεται στην εξαναγκαστική κατάθεση μαρτυρίας. Εφόσον αποτελεί αξίωμα του λιμπερταριανισμού ότι πρέπει να καταργηθεί κάθε καταναγκασμός — στην περίπτωση αυτή, κάθε καταναγκαστική εργασία— εις βάρος οποιουδήποτε εκτός από τους καταδικασμένους εγκληματίες, αυτό σημαίνει ότι πρέπει επίσης να καταργηθεί η υποχρεωτική μαρτυρική κατάθεση. Είναι αλήθεια ότι, τα τελευταία χρόνια, τα δικαστήρια έχουν επιδείξει ευαισθησία στην προστασία που παρέχει η Πέμπτη Τροπολογία, ώστε κανένας κατηγορούμενος για έγκλημα να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του — να παράσχει δηλαδή το υλικό για τη δική του καταδίκη. Τα νομοθετικά σώματα έχουν αποδυναμώσει σημαντικά αυτή την προστασία ψηφίζοντας νόμους περί ασυλίας, που προσφέρουν απαλλαγή από τη δίωξη αν κάποιος καταθέσει εναντίον των συντρόφων του — και, επιπλέον, εξαναγκάζουν τον μάρτυρα να αποδεχθεί την προσφορά και να καταθέσει εναντίον των συνεργατών του. Όμως ο εξαναγκασμός οποιουδήποτε να καταθέσει για οποιονδήποτε λόγο είναι καταναγκαστική εργασία — και, επιπλέον, προσομοιάζει με απαγωγή, αφού το πρόσωπο εξαναγκάζεται να εμφανιστεί στην ακρόαση ή στη δίκη και κατόπιν εξαναγκάζεται να εκτελέσει την εργασία της μαρτυρικής κατάθεσης. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι πρόσφατοι νόμοι περί ασυλίας· το ζητούμενο είναι η κατάργηση κάθε εξαναγκαστικής κατάθεσης, συμπεριλαμβανομένης της καθολικής πρακτικής να κλητεύονται υποχρεωτικά οι μάρτυρες ενός εγκλήματος και κατόπιν να εξαναγκάζονται να καταθέσουν. Στην περίπτωση των μαρτύρων, δεν τίθεται καν ζήτημα ενοχής τους για έγκλημα· συνεπώς, η χρήση καταναγκασμού εις βάρος τους —μια χρήση που κανείς δεν έχει αμφισβητήσει έως τώρα— είναι ακόμη λιγότερο δικαιολογημένη από τον εξαναγκασμό κατηγορουμένων να καταθέσουν.

Compulsory labor permeates our legal and judicial structure. Thus, much venerated judicial procedure rests upon coerced testimony. Since it is axiomatic to libertarianism that all coercion—in this case, all coerced labor—against everyone except convicted criminals be eliminated, this means that compulsory testimony must be abolished as well. In recent years, it is true, the courts have been alive to the Fifth Amendment protection that no alleged criminal be forced to testify against himself— to provide the material for his own conviction. The legislatures have been significantly weakening this protection by passing immunity laws, offering immunity from prosecution if someone will testify against his fellows—and, furthermore, compelling the witness to accept the offer and testify against his associates. But compelling testimony from anyone for any reason is forced labor—and, furthermore, is akin to kidnapping, since the person is forced to appear at the hearing or trial and is then forced to perform the labor of giving testimony. The problem is not only the recent immunity laws; the problem is to eliminate all coerced testimony, including the universal subpoenaing of witnesses to a crime, and then forcing them to testify. In the case of witnesses, there is no question whatever of their being guilty of a crime, so the use of compulsion against them—a use that no one has questioned until now—has even less justification than compelling testimony from accused criminals.

31

Στην πραγματικότητα, πρέπει να καταργηθεί ολόκληρη η εξουσία υποχρεωτικής κλήτευσης, επειδή αυτή επιβάλλει την παρουσία σε μια δίκη. Ακόμη και εκείνος που κατηγορείται για έγκλημα ή για αστική αδικοπραξία δεν πρέπει να εξαναγκάζεται να παραστεί στη δική του δίκη, αφού δεν έχει ακόμη κριθεί ένοχος. Αν πράγματι —σύμφωνα με την εξαιρετική και λιμπερταριανή αρχή του αγγλοσαξονικού δικαίου— είναι αθώος μέχρι να αποδειχθεί ένοχος, τότε τα δικαστήρια δεν έχουν δικαίωμα να τον υποχρεώσουν να παραστεί στη δίκη του. Διότι, ας θυμηθούμε, η μόνη εξαίρεση από την απαγόρευση της ακούσιας δουλείας στη Δέκατη Τρίτη Τροπολογία είναι «ως ποινή για έγκλημα για το οποίο το πρόσωπο έχει προσηκόντως καταδικαστεί»· ο κατηγορούμενος δεν έχει ακόμη καταδικαστεί. Το περισσότερο, λοιπόν, που θα έπρεπε να μπορεί να κάνει το δικαστήριο είναι να γνωστοποιήσει στον κατηγορούμενο ότι πρόκειται να δικαστεί και να προσκαλέσει τον ίδιο ή τον δικηγόρο του να παραστεί· διαφορετικά, αν επιλέξουν να μην παραστούν, η δίκη θα διεξαχθεί ερήμην. Τότε, φυσικά, ο κατηγορούμενος δεν θα έχει την καλύτερη δυνατή παρουσίαση της υπόθεσής του.

In fact, the entire power to subpoena should be abolished, because the subpoena power compels attendance at a trial. Even the accused criminal or tortfeasor should not be forced to attend his own trial, since he has not yet been convicted. If he is indeed—according to the excellent and libertarian principle of Anglo-Saxon law—innocent until proved guilty, then the courts have no right to compel the defendant to attend his trial. For remember, the only exemption to the Thirteenth Amendment’s prohibition of involuntary servitude is “except as a punishment for crime whereof the party shall have been duly convicted”; an accused party has not yet been convicted. The most the court should be able to do, then, is to notify the defendant that he is going to be tried, and invite him or his lawyer to attend; otherwise, if they choose not to, the trial will proceed in absentia. Then, of course, the defendant will not enjoy the best presentation of his case.

32

Τόσο η Δέκατη Τρίτη Τροπολογία όσο και το λιμπερταριανό δόγμα προβλέπουν την εξαίρεση του καταδικασμένου εγκληματία. Ο λιμπερταριανός πιστεύει ότι ο εγκληματίας χάνει τα δικαιώματά του στον βαθμό που έχει επιτεθεί στα δικαιώματα κάποιου άλλου και ότι, συνεπώς, επιτρέπεται να φυλακιστεί και να υποβληθεί, στον αντίστοιχο βαθμό, σε ακούσια δουλεία. Στον λιμπερταριανό κόσμο, ωστόσο, ο σκοπός της φυλάκισης και της τιμωρίας θα είναι αναμφίβολα διαφορετικός· δεν θα υπάρχει «εισαγγελέας περιφέρειας» που να αξιώνει να εκδικάζεται μια υπόθεση εξ ονόματος μιας ανύπαρκτης «κοινωνίας» και κατόπιν να τιμωρεί τον εγκληματία εξ ονόματός της. Σε εκείνον τον κόσμο, ο κατήγορος θα εκπροσωπεί πάντοτε το συγκεκριμένο θύμα, και η ποινή θα επιβάλλεται προς όφελος αυτού του θύματος. Έτσι, ένας κρίσιμος άξονας της τιμωρίας θα είναι ο εξαναγκασμός του εγκληματία να αποζημιώσει το θύμα, να αποκαταστήσει τη ζημία του. Ένα τέτοιο πρότυπο ήταν μια πρακτική στην αποικιακή Αμερική. Αντί, ας πούμε, να φυλακίζεται ένας άνθρωπος που είχε ληστέψει έναν γεωργό της περιοχής, ο εγκληματίας υποχρεωνόταν να υπηρετήσει τον γεωργό — ουσιαστικά, «υποδουλωνόταν» για ένα διάστημα— και να εργαστεί γι’ αυτόν ώσπου να εξοφληθεί το χρέος του. Πράγματι, κατά τον Μεσαίωνα, η αποκατάσταση της ζημίας του θύματος ήταν η κυρίαρχη αντίληψη περί τιμωρίας· μόνο καθώς το κράτος γινόταν ισχυρότερο άρχισαν οι κυβερνητικές αρχές —οι βασιλείς και οι βαρόνοι— να παρεμβαίνουν ολοένα περισσότερο στη διαδικασία αποζημίωσης, κατάσχοντας αυξανόμενο μέρος της περιουσίας του εγκληματία για τον εαυτό τους και παραμελώντας το δύσμοιρο θύμα. Και καθώς η έμφαση μετατοπιζόταν από την αποκατάσταση της ζημίας στην τιμωρία για αφηρημένα εγκλήματα «κατά του κράτους», οι ποινές που επέβαλλε το κράτος στον δράστη γίνονταν αυστηρότερες.

Both the Thirteenth Amendment and the libertarian creed make the exception for the convicted criminal. The libertarian believes that a criminal loses his rights to the extent that he has aggressed upon the rights of another, and therefore that it is permissible to incarcerate the convicted criminal and subject him to involuntary servitude to that degree. In the libertarian world, however, the purpose of imprisonment and punishment will undoubtedly be different; there will be no “district attorney” who presumes to try a case on behalf of a nonexistent “society,” and then punishes the criminal on “society’s” behalf. In that world the prosecutor will always represent the individual victim, and punishment will be exacted to redound to the benefit of that victim. Thus, a crucial focus of punishment will be to force the criminal to repay, make restitution to, the victim. One such model was a practice in colonial America. Instead of incarcerating, say, a man who had robbed a farmer in the district, the criminal was coercively indentured out to the farmer—in effect, “enslaved” for a term—there to work for the farmer until his debt was repaid. Indeed, during the Middle Ages, restitution to the victim was the dominant concept of punishment; only as the State grew more powerful did the governmental authorities—the kings and the barons—encroach more and more into the compensation process, increasingly confiscating more of the criminal’s property for themselves and neglecting the hapless victim. And as the emphasis shifted from restitution to punishment for abstract crimes “committed against the State,” the punishments exacted by the State upon the wrongdoer became more severe.

33

Όπως γράφει ο καθηγητής Schafer, «Καθώς το κράτος μονοπωλούσε τον θεσμό της τιμωρίας, τα δικαιώματα των ζημιωθέντων αποσυνδέονταν σταδιακά από το ποινικό δίκαιο». Ή, σύμφωνα με τα λόγια του εγκληματολόγου των αρχών του εικοστού αιώνα William Tallack: «Ήταν κυρίως εξαιτίας της βίαιης απληστίας των φεουδαρχών βαρόνων και των μεσαιωνικών εκκλησιαστικών εξουσιών που τα δικαιώματα του ζημιωθέντος μέρους παραβιάστηκαν σταδιακά και τελικά, σε μεγάλο βαθμό, ιδιοποιήθηκαν από αυτές τις αρχές. Οι αρχές αυτές επέβαλλαν πράγματι διπλή εκδίκηση στον παραβάτη, δημεύοντας την περιουσία του υπέρ των ιδίων αντί υπέρ του θύματός του, και κατόπιν τιμωρώντας τον με το μπουντρούμι, τα βασανιστήρια, την πυρά ή την αγχόνη. Το αρχικό θύμα της αδικίας, όμως, ουσιαστικά αγνοούνταν».44

As Professor Schafer writes, “As the state monopolized the institution of punishment, so the rights of the injured were slowly separated from penal law.” Or, in the words of the turn-of-the-century criminologist William Tallack, “It was chiefly owing to the violent greed of feudal barons and medieval ecclesiastical powers that the rights of the injured party were gradually infringed upon, and finally, to a large extent, appropriated by these authorities, who exacted a double vengeance, indeed, upon the offender, by forfeiting his property to themselves instead of to his victim, and then punishing him by the dungeon, the torture, the stake or the gibbet. But the original victim of wrong was practically ignored.”

34

Σε κάθε περίπτωση, παρότι ο λιμπερταριανός δεν αντιτίθεται στις φυλακές καθαυτές, απορρίπτει αρκετές πρακτικές που είναι συνήθεις στο σημερινό δικαστικό και ποινικό σύστημα. Μία από αυτές είναι η μακρά περίοδος κράτησης που επιβάλλεται στον κατηγορούμενο εν αναμονή της δίκης του. Το συνταγματικό δικαίωμα σε «ταχεία δίκη» δεν είναι αυθαίρετο, αλλά ένας τρόπος ελαχιστοποίησης της διάρκειας της ακούσιας δουλείας πριν από την καταδίκη για έγκλημα. Στην πραγματικότητα, εκτός από τις περιπτώσεις όπου ο εγκληματίας έχει συλληφθεί επ’ αυτοφώρω και συνεπώς υφίσταται κάποιο τεκμήριο ενοχής, είναι αδύνατον να δικαιολογηθεί οποιαδήποτε φυλάκιση πριν από την καταδίκη, πόσο μάλλον πριν από τη δίκη. Και ακόμη κι όταν κάποιος συλλαμβάνεται επ’ αυτοφώρω, υπάρχει μια σημαντική μεταρρύθμιση που πρέπει να θεσπιστεί για να παραμένει το σύστημα έντιμο: η υπαγωγή της αστυνομίας και των άλλων αρχών στον ίδιο νόμο που ισχύει για όλους τους άλλους. Όπως θα συζητηθεί εκτενέστερα παρακάτω, αν όλοι υποτίθεται ότι υπόκεινται στο ίδιο ποινικό δίκαιο, τότε η εξαίρεση των αρχών από αυτό τους παρέχει νομική άδεια να διαπράττουν συνεχείς επιθέσεις. Ο αστυνομικός που συλλαμβάνει έναν εγκληματία και τον θέτει υπό κράτηση, καθώς και οι δικαστικές και σωφρονιστικές αρχές που τον φυλακίζουν πριν από τη δίκη και την καταδίκη — όλοι πρέπει να υπόκεινται στον καθολικά ισχύοντα νόμο. Εν ολίγοις, αν έχουν διαπράξει σφάλμα και ο κατηγορούμενος αποδειχθεί αθώος, τότε αυτές οι αρχές πρέπει να υπόκεινται στις ίδιες ποινές με οποιονδήποτε άλλον απάγει και φυλακίζει έναν αθώο άνθρωπο. Η ασυλία κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους δεν πρέπει να χρησιμεύει ως δικαιολογία περισσότερο απ’ όσο δικαιολογήθηκε ο υπολοχαγός Calley για τη διάπραξη ωμοτήτων στο Μι Λάι κατά τον πόλεμο του Βιετνάμ.45

At any rate, while the libertarian does not object to prisons per se, he does balk at several practices common to the present judicial and penal system. One is the lengthy jail term imposed upon the defendant while awaiting trial. The constitutional right to a “speedy trial” is not arbitrary but a way of minimizing the length of involuntary servitude before conviction for a crime. In fact, except in those cases where the criminal has been caught red-handed and where a certain presumption of guilt therefore exists, it is impossible to justify any imprisonment before conviction, let alone before trial. And even when someone is caught red-handed, there is an important reform that needs to be instituted to keep the system honest: subjecting the police and the other authorities to the same law as everyone else. As will be discussed further below, if everyone is supposed to be subject to the same criminal law, then exempting the authorities from that law gives them a legal license to commit continual aggression. The policeman who apprehends a criminal and arrests him, and the judicial and penal authorities who incarcerate him before trial and conviction—all should be subject to the universal law. In short, if they have committed an error and the defendant turns out to be innocent, then these authorities should be subjected to the same penalties as anyone else who kidnaps and incarcerates an innocent man. Immunity in pursuit of their trade should no more serve as an excuse than Lieutenant Calley was excused for committing atrocities at My Lai in the course of the Vietnam war.

35

Η αποφυλάκιση με εγγύηση αποτελεί μια άτολμη προσπάθεια μετριασμού του προβλήματος της κράτησης πριν από τη δίκη, αλλά είναι σαφές ότι η πρακτική της εγγύησης εισάγει διακρίσεις εις βάρος των φτωχών. Οι διακρίσεις εξακολουθούν να υπάρχουν, παρότι η ανάπτυξη των επιχειρήσεων παροχής δικαστικών εγγυήσεων έχει επιτρέψει σε πολύ περισσότερους ανθρώπους να εξασφαλίζουν την απαιτούμενη εγγύηση. Το αντεπιχείρημα ότι τα δικαστήρια είναι υπερφορτωμένα με υποθέσεις και, συνεπώς, δεν μπορούν να εξασφαλίσουν ταχεία δίκη δεν αποτελεί φυσικά υπεράσπιση του συστήματος· αντιθέτως, αυτή η εγγενής αναποτελεσματικότητα είναι εξαιρετικό επιχείρημα υπέρ της κατάργησης των κρατικών δικαστηρίων.

The granting of bail is a halfhearted attempt to ease the problem of incarceration before trial, but it is clear that the practice of bail discriminates against the poor. The discrimination persists even though the rise of the business of bail-bonding has permitted many more people to raise bail. The rebuttal that the courts are clogged with cases and therefore cannot grant a speedy trial is, of course, no defense of the system; on the contrary, this built-in inefficiency is an excellent argument for the abolition of government courts.

36

Επιπλέον, ο καθορισμός της εγγύησης βρίσκεται αυθαίρετα στα χέρια του δικαστή, ο οποίος διαθέτει υπερβολική και ελάχιστα ελεγχόμενη εξουσία να φυλακίζει ανθρώπους πριν καταδικαστούν. Αυτό είναι ιδιαίτερα απειλητικό στις περιπτώσεις κατηγορίας για περιφρόνηση δικαστηρίου, επειδή οι δικαστές έχουν σχεδόν απεριόριστη εξουσία να κλείνουν κάποιον στη φυλακή, αφού ο ίδιος ο δικαστής έχει ενεργήσει μόνος του ως κατήγορος, δικαστής και σώμα ενόρκων, κατηγορώντας, «καταδικάζοντας» και επιβάλλοντας ποινή στον παραβάτη χωρίς καμία δέσμευση από τους συνήθεις κανόνες αποδείξεων και δίκης και παραβιάζοντας τη θεμελιώδη νομική αρχή ότι κανείς δεν πρέπει να είναι δικαστής στη δική του υπόθεση.

Furthermore, the setting of bail is arbitrarily in the hands of the judge, who has excessive and little-checked power to incarcerate people before they are convicted. This is particularly menacing in the case of citations for contempt of court, because judges have almost unlimited power to slap someone into prison, after the judge himself has acted as a one-man prosecutor, judge, and jury in accusing, “convicting,” and sentencing the culprit completely free from the ordinary rules of evidence and trial, and in violation of the fundamental legal principle of not being a judge in one’s own case.

37

Τέλος, υπάρχει ένας ακόμη ακρογωνιαίος λίθος του δικαστικού συστήματος που, ανεξήγητα, παρέμεινε αδιαμφισβήτητος για υπερβολικά μεγάλο διάστημα, ακόμη και από λιμπερταριανούς. Πρόκειται για την υποχρεωτική υπηρεσία ως ενόρκου. Υπάρχει μικρή διαφορά ως προς τη φύση, αν και προφανώς μεγάλη διαφορά ως προς τον βαθμό, ανάμεσα στην υποχρεωτική υπηρεσία ενόρκου και στην υποχρεωτική στράτευση· και οι δύο είναι υποδούλωση, και οι δύο εξαναγκάζουν το άτομο να εκτελεί καθήκοντα για λογαριασμό του κράτους και κατ’ εντολήν του. Και οι δύο συνδέονται με την καταβολή αμοιβών επιπέδου δούλου. Όπως η έλλειψη εθελοντικά κατατασσόμενων στον στρατό είναι αποτέλεσμα μιας μισθολογικής κλίμακας πολύ χαμηλότερης από τον μισθό της αγοράς, έτσι και η εξαιρετικά χαμηλή αμοιβή για την υπηρεσία ενόρκου εξασφαλίζει ότι, ακόμη κι αν ήταν δυνατές οι εθελοντικές «κατατάξεις» ενόρκων, δεν θα υπήρχαν πολλοί πρόθυμοι. Επιπλέον, οι ένορκοι όχι μόνο εξαναγκάζονται να προσέρχονται και να υπηρετούν σε σώματα ενόρκων, αλλά μερικές φορές κλείνονται πίσω από κλειδωμένες πόρτες για πολλές εβδομάδες και τους απαγορεύεται να διαβάζουν εφημερίδες. Τι άλλο είναι αυτό παρά φυλάκιση και ακούσια δουλεία ανθρώπων που δεν είναι εγκληματίες;

Finally, there is another cornerstone of the judicial system which has unaccountably gone unchallenged, even by libertarians, for far too long. This is compulsory jury service. There is little difference in kind, though obviously a great difference in degree, between compulsory jury duty and conscription; both are enslavement, both compel the individual to perform tasks on the State’s behalf and at the State’s bidding. And both are a function of pay at slave wages. Just as the shortage of voluntary enlistees in the army is a function of a pay scale far below the market wage, so the abysmally low pay for jury service insures that, even if jury “enlistments” were possible, not many would be forthcoming. Furthermore, not only are jurors coerced into attending and serving on juries, but sometimes they are locked behind closed doors for many weeks, and prohibited from reading newspapers. What is this but prison and involuntary servitude for noncriminals?

38

Θα αντιταχθεί ότι η υπηρεσία ενόρκου είναι μια εξαιρετικά σημαντική λειτουργία του πολίτη και εξασφαλίζει δίκαιη δίκη, την οποία ο κατηγορούμενος μπορεί να μην εξασφαλίσει από τον δικαστή, ιδίως επειδή ο δικαστής αποτελεί μέρος του κρατικού συστήματος και, συνεπώς, ενδέχεται να μεροληπτεί υπέρ της κατηγορούσας αρχής. Πολύ σωστά· ακριβώς όμως επειδή αυτή η υπηρεσία είναι τόσο ζωτική, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να παρέχεται από ανθρώπους που την αναλαμβάνουν ευχαρίστως και εθελοντικά. Έχουμε ξεχάσει ότι η ελεύθερη εργασία είναι πιο ευχάριστη και πιο αποτελεσματική από τη δουλική εργασία; Η κατάργηση της δουλείας των ενόρκων πρέπει να αποτελεί βασικό σημείο κάθε λιμπερταριανού προγράμματος. Οι δικαστές δεν επιστρατεύονται· ούτε οι δικηγόροι των αντίδικων πλευρών· και ούτε οι ένορκοι πρέπει να επιστρατεύονται.

It will be objected that jury service is a highly important civic function, and insures a fair trial which a defendant may not obtain from the judge, especially since the judge is part of the State system and therefore liable to be partial to the prosecutor’s case. Very true, but precisely because the service is so vital, it is particularly important that it be performed by people who do it gladly, and voluntarily. Have we forgotten that free labor is happier and more efficient than slave labor? The abolition of jury-slavery should be a vital plank in any libertarian platform. The judges are not conscripted; neither are the opposing lawyers; and neither should the jurors.

39

Ίσως δεν είναι σύμπτωση ότι, σε ολόκληρες τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι δικηγόροι απαλλάσσονται παντού από την υπηρεσία ενόρκου. Εφόσον σχεδόν πάντοτε οι δικηγόροι είναι εκείνοι που συντάσσουν τους νόμους, μπορούμε άραγε να διακρίνουμε εδώ ταξική νομοθεσία και ταξικά προνόμια σε δράση;

It is perhaps not a coincidence that, throughout the United States, lawyers are everywhere exempt from jury service. Since it is almost always lawyers who write the laws, can we detect class legislation and class privilege at work?

40

Ακούσιος ψυχιατρικός εγκλεισμός

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Compulsory Commitment

41

Ένα από τα πιο επαίσχυντα πεδία ακούσιας δουλείας στην κοινωνία μας είναι η διαδεδομένη πρακτική του υποχρεωτικού εγκλεισμού, ή της ακούσιας νοσηλείας, ψυχικά ασθενών. Στις προηγούμενες γενιές, αυτός ο εγκλεισμός μη εγκληματιών πραγματοποιούνταν απροκάλυπτα ως μέτρο εναντίον των ψυχικά ασθενών, για την απομάκρυνσή τους από την κοινωνία. Η πρακτική του αμερικανικού προοδευτισμού του εικοστού αιώνα υπήρξε επιφανειακά πιο ανθρώπινη, αλλά στην πραγματικότητα πολύ πιο ύπουλη: τώρα γιατροί και ψυχίατροι βοηθούν στον εγκλεισμό αυτών των δυστυχισμένων ανθρώπων «για το καλό τους». Η ανθρωπιστική ρητορική επέτρεψε μια πολύ ευρύτερη εφαρμογή αυτής της πρακτικής και, μεταξύ άλλων, επέτρεψε σε δυσαρεστημένους συγγενείς να κλείνουν τους οικείους τους σε ιδρύματα χωρίς τύψεις συνειδήσεως.

One of the most shameful areas of involuntary servitude in our society is the widespread practice of compulsory commitment, or involuntary hospitalization, of mental patients. In former generations this incarceration of noncriminals was frankly carried out as a measure against mental patients, to remove them from society. The practice of twentieth-century liberalism has been superficially more humane, but actually far more insidious: now physicians and psychiatrists help incarcerate these unfortunates “for their own good.” The humanitarian rhetoric has permitted a far more widespread use of the practice and, for one thing, has allowed disgruntled relatives to put away their loved ones without suffering a guilty conscience.

42

Κατά την τελευταία δεκαετία, ο λιμπερταριανός ψυχίατρος και ψυχαναλυτής Dr. Thomas S. Szasz διεξάγει μόνος του μια εκστρατεία εναντίον του ακούσιου εγκλεισμού, αρχικά φαινομενικά χωρίς ελπίδα, αλλά σήμερα με αυξανόμενη επιρροή στον ψυχιατρικό χώρο. Σε πολυάριθμα βιβλία και άρθρα, ο Dr. Szasz έχει ασκήσει ολοκληρωμένη και συστηματική κριτική σε αυτή την πρακτική. Έχει επιμείνει, για παράδειγμα, ότι ο ακούσιος εγκλεισμός αποτελεί βαθιά παραβίαση της ιατρικής δεοντολογίας. Αντί να υπηρετεί τον ασθενή, ο γιατρός εδώ υπηρετεί άλλους —την οικογένεια, το κράτος—, ενεργώντας εναντίον του προσώπου που υποτίθεται ότι βοηθά και ασκώντας απόλυτη τυραννία πάνω του. Επιπλέον, ο υποχρεωτικός εγκλεισμός και η υποχρεωτική «θεραπεία» είναι πολύ πιθανότερο να επιδεινώσουν και να διαιωνίσουν την «ψυχική ασθένεια» παρά να τη θεραπεύσουν. Πολύ συχνά, επισημαίνει ο Szasz, ο εγκλεισμός αποτελεί μέσο φυλάκισης και, κατά συνέπεια, απαλλαγής από δυσάρεστους συγγενείς και όχι γνήσια βοήθεια προς τον ασθενή.

In the last decade, the libertarian psychiatrist and psychoanalyst Dr. Thomas S. Szasz has carried on a one-man crusade, at first seemingly hopeless but now increasingly influential in the psychiatric field, against compulsory commitment. In numerous books and articles, Dr. Szasz has delivered a comprehensive and systematic attack on this practice. He has insisted, for example, that involuntary commitment is a profound violation of medical ethics. Instead of serving the patient, the physician here serves others—the family, the State—to act against, and tyrannize over completely, the person he is supposed to be helping. Compulsory commitment and compulsory “therapy,” moreover, are far more likely to aggravate and perpetuate “mental illness” than to cure it. All too often, Szasz points out, commitment is a device for incarcerating and thereby disposing of disagreeable relatives rather than a genuine aid to the patient.

43

Το βασικό σκεπτικό του ακούσιου εγκλεισμού είναι ότι ο ασθενής μπορεί να είναι «επικίνδυνος για τον εαυτό του ή για τους άλλους». Το πρώτο σοβαρό ελάττωμα αυτής της προσέγγισης είναι ότι η αστυνομία ή ο νόμος παρεμβαίνει όχι όταν συντελείται μια έκδηλη επιθετική πράξη, αλλά με βάση την κρίση κάποιου ότι μια τέτοια πράξη ενδέχεται κάποτε να συμβεί. Αυτό όμως ανοίγει διάπλατα την πόρτα στην απεριόριστη τυραννία. Οποιοσδήποτε μπορεί να κριθεί ικανός ή πιθανός να διαπράξει κάποτε ένα έγκλημα και, συνεπώς, για τέτοιους λόγους οποιοσδήποτε μπορεί να εγκλειστεί θεμιτά — όχι επειδή διέπραξε έγκλημα, αλλά επειδή κάποιος πιστεύει ότι μπορεί να το διαπράξει. Αυτού του είδους η σκέψη δικαιολογεί όχι μόνο τον εγκλεισμό, αλλά και τον μόνιμο εγκλεισμό οποιουδήποτε βρίσκεται υπό υποψία. Η θεμελιώδης λιμπερταριανή θέση, όμως, υποστηρίζει ότι κάθε άτομο διαθέτει δυνατότητα ελεύθερης βούλησης και ελεύθερης επιλογής· ότι κανείς, όσο πιθανό κι αν θεωρείται βάσει στατιστικής ή οποιασδήποτε άλλης κρίσης να διαπράξει στο μέλλον έγκλημα, δεν είναι αναπόφευκτα προορισμένος να το κάνει· και ότι, εν πάση περιπτώσει, είναι ανήθικο — και το ίδιο συνιστά προσβολή δικαιωμάτων και έγκλημα— να ασκείται καταναγκασμός εναντίον κάποιου που δεν είναι έκδηλος και πραγματικός εγκληματίας στο παρόν, αλλά απλώς ύποπτος.

The guiding rationale for compulsory commitment is that the patient might well be “dangerous to himself or to others.” The first grave flaw in this approach is that the police, or the law, is stepping in, not when an overt aggressive act is in the process of occurring, but on someone’s judgment that such an act might someday take place. But this provides an open sesame for unlimited tyranny. Anyone might be adjudged to be capable of or likely to commit a crime someday, and therefore on such grounds anyone may legitimately be locked up—not for a crime, but because someone thinks he might commit one. This sort of thinking justifies not only incarceration, but permanent incarceration, of anyone under suspicion. But the fundamental libertarian creed holds that every individual is capable of free will and free choice; that no one, however likely to commit a crime in the future based on a statistical or any other judgment, is inevitably determined to do so; and that, in any case, it is immoral, and itself invasive and criminal, to coerce anyone who is not an overt and present, rather than a suspected, criminal.

44

Πρόσφατα, ο Dr. Szasz ρωτήθηκε: «Δεν πιστεύετε όμως ότι η κοινωνία έχει το δικαίωμα και το καθήκον να φροντίζει εκείνα τα άτομα που κρίνονται “επικίνδυνα για τον εαυτό τους και για τους άλλους”;» Ο Szasz απάντησε εύστοχα:

Recently Dr. Szasz was asked, “But don’t you think that society has the right and the duty to care for those individuals adjudged to be ‘dangerous to themselves and others’?” Szasz cogently replied:

45

Νομίζω ότι η ιδέα να «βοηθούμε» τους ανθρώπους φυλακίζοντάς τους και κάνοντάς τους τρομερά πράγματα είναι μια θρησκευτική αντίληψη, όπως ήταν κάποτε η ιδέα να «σώζουμε» τις μάγισσες με βασανιστήρια και καύση στην πυρά. Όσον αφορά την «επικινδυνότητα για τον εαυτό», πιστεύω, όπως και ο John Stuart Mill, ότι το σώμα και η ψυχή ενός ανθρώπου ανήκουν στον ίδιο, όχι στο κράτος. Και, επιπλέον, ότι κάθε άτομο έχει το «δικαίωμα», αν θέλετε, να κάνει με το σώμα του ό,τι επιθυμεί — αρκεί να μη βλάπτει κανέναν άλλον και να μην παραβιάζει το δικαίωμα κάποιου άλλου.

Όσον αφορά την «επικινδυνότητα για τους άλλους», οι περισσότεροι ψυχίατροι που εργάζονται με νοσηλευόμενους ασθενείς θα παραδέχονταν ότι πρόκειται για καθαρή φαντασία… Πράγματι, έχουν διεξαχθεί στατιστικές μελέτες που δείχνουν ότι οι ψυχικά ασθενείς είναι πολύ πιο νομοταγείς από τον φυσιολογικό πληθυσμό.

I think the idea of “helping” people by imprisoning them and doing terrible things to them is a religious concept, as the idea of “saving” witches by torture and burning once was. As far as “dangerousness to self” is concerned, I believe, as did John Stuart Mill, that a man’s body and soul are his own, not the state’s. And furthermore, that each individual has the “right,” if you will, to do with his body as he pleases—so long as he doesn’t harm anyone else, or infringe on someone else’s right.

As far as “dangerousness to others” goes, most psychiatrists working with hospitalized patients would admit this is pure fantasy.... There have in fact been statistical studies made which show that mental patients are much more law-abiding than the normal population.

46

Και ο δικηγόρος ατομικών ελευθεριών Bruce Ennis προσθέτει:

And civil liberties lawyer Bruce Ennis adds that:

47

Γνωρίζουμε ότι το 85 τοις εκατό όλων των πρώην καταδίκων θα διαπράξει νέα εγκλήματα στο μέλλον και ότι οι κάτοικοι των γκέτο και οι έφηβοι άνδρες είναι πολύ πιθανότερο να διαπράξουν έγκλημα από το μέσο μέλος του πληθυσμού. Γνωρίζουμε επίσης, από πρόσφατες μελέτες, ότι οι ψυχικά ασθενείς είναι στατιστικά λιγότερο επικίνδυνοι από τον μέσο άνθρωπο. Αν λοιπόν αυτό που πραγματικά μας ανησυχεί είναι ο κίνδυνος, γιατί δεν φυλακίζουμε πρώτα όλους τους πρώην καταδίκους, κατόπιν όλους τους κατοίκους των γκέτο και έπειτα όλους τους έφηβους άνδρες;… Το ερώτημα που θέτει ο Szasz είναι: αν ένας άνθρωπος δεν έχει παραβιάσει κάποιον νόμο, με ποιο δικαίωμα τον φυλακίζει η κοινωνία;46

We know that 85 percent of all ex-convicts will commit more crimes in the future and that ghetto residents and teen-age males are far more likely to commit crime than the average member of the population. We also know, from recent studies, that mental patients are statistically less dangerous than the average guy. So if what we’re really worried about is danger, why don’t we, first, lock up all former convicts, and then lock up all ghetto residents, and then why don’t we lock up all teen-age males?... The question Szasz has been asking is: If a person hasn’t broken a law, what right has society to lock him up?

48

Όσοι εγκλείονται ακούσια μπορούν να χωριστούν σε δύο κατηγορίες: εκείνους που δεν έχουν διαπράξει έγκλημα και εκείνους που έχουν. Για τους πρώτους, ο λιμπερταριανός απαιτεί ανεπιφύλακτα την απελευθέρωσή τους. Τι γίνεται όμως με τους δεύτερους, με τους εγκληματίες που, επικαλούμενοι παραφροσύνη ή άλλους λόγους, υποτίθεται ότι διαφεύγουν από τη «βαναυσότητα» της ποινής φυλάκισης και αντ’ αυτής λαμβάνουν ιατρική φροντίδα από το κράτος; Και εδώ ο Dr. Szasz πρωτοστάτησε σε μια σθεναρή και καταλυτική κριτική του δεσποτισμού του προοδευτικού «ανθρωπισμού». Πρώτον, είναι τερατώδες να ισχυρίζεται κανείς ότι ο εγκλεισμός σε κρατικό ψυχιατρείο είναι κατά κάποιον τρόπο «πιο ανθρώπινος» από έναν αντίστοιχο εγκλεισμό σε φυλακή. Αντιθέτως, ο δεσποτισμός των αρχών είναι πιθανό να είναι εντονότερος και ο κρατούμενος να διαθέτει πολύ λιγότερα μέσα υπεράσπισης των δικαιωμάτων του· διότι, ως κάποιος που έχει χαρακτηριστεί επισήμως «ψυχικά ασθενής», τοποθετείται στην κατηγορία του «μη προσώπου», το οποίο κανείς δεν αισθάνεται πλέον υποχρεωμένος να λαμβάνει σοβαρά υπόψη. Όπως έχει πει αστειευόμενος ο Dr. Szasz: «Η παραμονή σε κρατικό ψυχιατρείο θα τρέλαινε οποιονδήποτε!»

The involuntarily committed may be divided into two classes: those who have committed no crime, and those who have. For the former, the libertarian calls unconditionally for their release. But what of the latter, what of criminals who, through insanity or other pleas, supposedly escape the “brutality” of prison punishment and instead receive medical care at the hands of the State? Here again, Dr. Szasz has pioneered in a vigorous and devastating critique of the despotism of liberal “humanitarianism.” First, it is grotesque to claim that incarceration in a state mental hospital is somehow “more humane” than equivalent incarceration in prison. On the contrary, the despotism of the authorities is likely to be more severe, and the prisoner is likely to have far less recourse in defense of his rights, for as someone certified as “mentally ill” he is placed into the category of a “nonperson” whom no one feels obliged to take seriously any longer. As Dr. Szasz has jocularly said: “Being in a state mental hospital would drive anyone crazy!”

49

Επιπλέον όμως πρέπει να αμφισβητήσουμε ολόκληρη την αντίληψη της εξαίρεσης οποιουδήποτε από την ισχύ του αντικειμενικού δικαίου. Μια τέτοια εξαίρεση είναι πολύ πιθανότερο να βλάψει παρά να βοηθήσει τα πρόσωπα που αντιμετωπίζονται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι δύο άνδρες, ο Α και ο Β, διαπράττουν ληστείες της ίδιας βαρύτητας και ότι η συνήθης ποινή γι’ αυτό το έγκλημα είναι πέντε χρόνια φυλάκισης. Ας υποθέσουμε ότι ο Β «γλιτώνει» αυτή την ποινή επειδή χαρακτηρίζεται ψυχικά ασθενής και μεταφέρεται σε κρατικό ψυχιατρικό ίδρυμα. Ο Αμερικανός προοδευτικός εστιάζει, ας πούμε, στην πιθανότητα να απολυθεί ο Β έπειτα από δύο χρόνια από τον κρατικό ψυχίατρο, επειδή θα κριθεί «θεραπευμένος» ή «αποκατεστημένος». Τι γίνεται όμως αν ο ψυχίατρος δεν τον θεωρήσει ποτέ θεραπευμένο ή τον θεωρήσει θεραπευμένο μόνο έπειτα από πάρα πολύ καιρό; Τότε ο Β, για το απλό έγκλημα της κλοπής, μπορεί να αντιμετωπίσει τη φρίκη του ισόβιου εγκλεισμού σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Συνεπώς, η «προοδευτική» έννοια της ποινής αόριστης διάρκειας —της επιβολής ποινής σε κάποιον όχι για το αντικειμενικά διαπραχθέν έγκλημά του, αλλά βάσει της κρατικής κρίσης για τον ψυχισμό ή το πνεύμα συνεργασίας του— συνιστά τυραννία και απανθρωποποίηση στη χειρότερη μορφή τους. Είναι, επιπλέον, μια τυραννία που ωθεί τον κρατούμενο σε παραπλανητική συμπεριφορά, προκειμένου να ξεγελάσει τον κρατικό ψυχίατρο —τον οποίο απολύτως ορθά αντιλαμβάνεται ως εχθρό του— και να τον κάνει να πιστέψει ότι έχει «θεραπευτεί», ώστε να μπορέσει να βγει από τον εγκλεισμό. Το να αποκαλείται αυτή η διαδικασία «θεραπεία» ή «αποκατάσταση» αποτελεί ασφαλώς σκληρό εμπαιγμό αυτών των όρων. Είναι πολύ πιο συνεπές προς τις αρχές, αλλά και αληθινά πιο ανθρώπινο, να αντιμετωπίζεται κάθε κρατούμενος σύμφωνα με το αντικειμενικό ποινικό δίκαιο.

But furthermore, we must question the entire notion of taking anyone out from under the rule of objective law. To do so is far more likely to be damaging than helpful to the people thus singled out. Suppose, for example, that two men, A and B, commit an equivalent robbery, and that the usual punishment for this crime is five years in prison. Suppose that B “gets off” this punishment by being declared mentally ill, and is transferred to a state mental institution. The liberal focuses on the possibility, say, that B may be released in two years by the State psychiatrist through being adjudged “cured” or “rehabilitated.” But what if the psychiatrist never considers him cured, or does so only after a very long time? Then B, for the simple crime of theft, may face the horror of lifelong incarceration in a mental institution. Hence, the “liberal” concept of indeterminate sentence—of sentencing someone not for his objective crime but on the State’s judgment of his psyche or spirit of cooperation—constitutes tyranny and dehumanization in its worst form. It is a tyranny, furthermore, which encourages the prisoner into deceptive behavior to try to fool the State psychiatrist—whom he perceives quite correctly as his enemy—into thinking that he is “cured” so that he can get out of this incarceration. To call this process “therapy” or “rehabilitation” is surely cruel mockery of these terms. It is far more principled, as well as more truly humane, to treat every prisoner in accordance with objective criminal law.

50

← Κεφάλαιο 4: Τα ΠροβλήματαΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 6: Προσωπική Ελευθερία →

← ΠεριεχόμεναΔίγλωσση ανάγνωση: Για μια Νέα Ελευθερία